Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΡΑΝΤΟΥ
της 26ης Ιουνίου 2025 (1)
Υπόθεση C‑325/24 [Bissilli] (i)
HG
Ποινική διαδικασία
παριστάμενης της
Procura della Repubblica presso il Tribunale di Firenze
[αίτηση του Tribunale ordinario di Firenze (πρωτοδικείου Φλωρεντίας, Ιταλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Οδηγία 2014/41/ΕΕ – Ευρωπαϊκή εντολή έρευνας σε ποινικές υποθέσεις – Καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής – Έννοια του “ερευνητικού μέτρου” – Άρθρο 24 – Εξέταση κατηγορουμένου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης – Άρθρο 10 – Χρήση διαφορετικού είδους ερευνητικού μέτρου – Άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ – Λόγοι άρνησης αναγνώρισης ή εκτέλεσης – Θεμελιώδη δικαιώματα – Άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ – Θεμελιώδεις αρχές του δικαίου του κράτους εκτέλεσης – Άρθρο 22 – Προσωρινή μεταγωγή του κρατουμένου στο κράτος έκδοσης προς εκτέλεση ερευνητικού μέτρου – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 47 – Δικαίωμα σε δίκαιη δίκη »
I. Εισαγωγή
1. Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 3 και 10, του άρθρου 11, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του άρθρου 22, παράγραφος 1, και του άρθρου 24 της οδηγίας 2014/41/ΕΕ, περί της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας σε ποινικές υποθέσεις (στο εξής: ΕΕΕ) (2), καθώς και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2. Η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο αίτησης εκτέλεσης στο Βέλγιο ΕΕΕ που εκδόθηκε από το Tribunale ordinario di Firenze (πρωτοδικείο Φλωρεντίας, Ιταλία), ήτοι το αιτούν δικαστήριο, σχετικά με τον HG, ο οποίος τελούσε υπό κράτηση στο Βέλγιο στο πλαίσιο ποινικής δίωξης (στο εξής: η επίμαχη ΕΕΕ). Ειδικότερα, με την εν λόγω ΕΕΕ, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε, σύμφωνα με το άρθρο 24 της οδηγίας 2014/41, όπως οι βελγικές δικαστικές αρχές, σε συνεργασία με το αιτούν δικαστήριο, προβούν σε εξέταση του HG υπό την ιδιότητα του κατηγορουμένου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, αφενός, προς λήψη, μέσω της εξέτασής του, αποδεικτικών στοιχείων και, αφετέρου, προς διασφάλιση της συμμετοχής του προσώπου αυτού στην ποινική δίκη του, εκτιμώντας ότι η εν λόγω ΕΕΕ συνιστούσε αποτελεσματική εναλλακτική λύση έναντι της έκδοσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (στο εξής: ΕΕΣ), καθόσον δεν πληρούνταν πλέον οι προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιου εντάλματος (3). Περαιτέρω, ως εναλλακτική λύση στην εξέταση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε αίτημα για την προσωρινή μεταγωγή του HG στην Ιταλία, σύμφωνα με το άρθρο 22 της οδηγίας. Οι βελγικές δικαστικές αρχές αρνήθηκαν να εκτελέσουν την επίμαχη ΕΕΕ, προβάλλοντας ότι το αιτούμενο ερευνητικό μέτρο δεν προβλέπεται στο βελγικό δίκαιο και ότι, κατά το εν λόγω εσωτερικό δίκαιο, η παράσταση του κατηγορουμένου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης αντίκειται στο θεμελιώδες δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Όσον αφορά δε το εναλλακτικό αίτημα περί προσωρινής μεταγωγής, κρίθηκε και αυτό απορριπτέο, με την αιτιολογία ότι η εξέταση του κατηγορουμένου κατά τη δίκη δεν συνιστά ερευνητικό μέτρο σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο. Το αιτούν δικαστήριο, κρίνοντας ότι η στάση των βελγικών δικαστικών αρχών δεν συνάδει με τις διατάξεις της οδηγίας 2014/41, οι οποίες προσδιορίζουν κατά τρόπο εξαντλητικό τους λόγους άρνησης αναγνώρισης ή εκτέλεσης ΕΕΕ, υπέβαλε σειρά προδικαστικών ερωτημάτων σχετικά με τη συμβατότητα των εν λόγω αρνήσεων προς το δίκαιο της Ένωσης.
3. Αν και το Δικαστήριο έχει παράσχει διευκρινίσεις ως προς το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της ΕΕΕ και, ιδίως, ως προς το περιεχόμενο της έννοιας του «ερευνητικού μέτρου» του οποίου η εκτέλεση μπορεί να ζητηθεί στο πλαίσιο μιας ΕΕΕ (4), η υπό κρίση υπόθεση θα παράσχει για πρώτη φορά στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εξετάσει, αφενός, τη σχέση μεταξύ των διαφόρων λόγων άρνησης που προβλέπει η οδηγία 2014/41 και, αφετέρου, το ζήτημα αν, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, η παράσταση του κατηγορουμένου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης είναι συμβατή με τα θεμελιώδη δικαιώματα, ζήτημα το οποίο, εξάλλου, έχει αποτελέσει αντικείμενο πλείστων αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) (5).
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Η οδηγία 2014/41
4. Οι αιτιολογικές σκέψεις 6 έως 8, 10, 12, 19, 24 έως 26 και 34 της οδηγίας 2014/41 έχουν ως εξής:
«(6) Βάσει του προγράμματος της Στοκχόλμης, το οποίο εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 10-11 Δεκεμβρίου 2009, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε ότι θα πρέπει να δοθεί συνέχεια στη θέσπιση συνολικού συστήματος για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε υποθέσεις με διασυνοριακή διάσταση, βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης. […]
(7) Η νέα αυτή προσέγγιση θα πρέπει να βασίζεται σε ένα και μοναδικό μέσο, το οποίο ονομάζεται Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας (ΕΕΕ). Η έκδοση μιας ΕΕΕ αποσκοπεί στην εκτέλεση ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων ερευνητικών μέτρων στο κράτος εκτέλεσης [της ΕΕΕ] […] με σκοπό τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων.
(8) Η ΕΕΕ θα πρέπει να έχει οριζόντιο πεδίο εφαρμογής και επομένως θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα ερευνητικά μέτρα που στοχεύουν στη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων. […]
[…]
(10) Η ΕΕΕ θα πρέπει να επικεντρώνεται στο προς εκτέλεση ερευνητικό μέτρο. Η αρχή έκδοσης είναι η πλέον αρμόδια να αποφασίζει, βάσει των στοιχείων που διαθέτει όσον αφορά τις λεπτομέρειες της σχετικής έρευνας, ποιο ερευνητικό μέτρο θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Ωστόσο η αρχή εκτέλεσης οφείλει, κατά το δυνατόν, να χρησιμοποιεί άλλου είδους ερευνητικό μέτρο αν το ζητούμενο δεν υφίσταται στο εθνικό της δίκαιο ή αν δεν θα ήταν διαθέσιμο σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση. […] Η αρχή εκτέλεσης θα πρέπει επίσης να μπορεί να προσφύγει σε άλλο είδος ερευνητικού μέτρου αν αυτό δίνει το ίδιο αποτέλεσμα με το μέτρο της ΕΕΕ με τρόπο ενέχοντα μικρότερη παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του εν λόγω προσώπου.
[…]
(12) Όταν εκδίδει ΕΕΕ, η αρχή έκδοσης δίνει ιδιαίτερη σημασία στην εξασφάλιση του πλήρους σεβασμού των δικαιωμάτων κατά το άρθρο 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Χάρτης»). Το τεκμήριο αθωότητας και το δικαίωμα της υπεράσπισης σε ποινική διαδικασία αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στον Χάρτη όσον αφορά τον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης. Οποιοσδήποτε περιορισμός των δικαιωμάτων αυτών από ερευνητικό μέτρο που διατάσσεται βάσει της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να συμμορφώνεται πλήρως με τις απαιτήσεις του άρθρου 52 του Χάρτη σε ό,τι αφορά την αναγκαιότητα, την αναλογικότητα και τους στόχους γενικού συμφέροντος που θα πρέπει να επιδιώκει, ιδίως την προστασία των δικαιωμάτων των άλλων.
[…]
(19) Η δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στην Ένωση βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και σε τεκμήριο συμμόρφωσης των άλλων κρατών μελών με το δίκαιο της Ένωσης και ιδίως με τα θεμελιώδη δικαιώματα. Ωστόσο το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό. Συνεπώς, εάν υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι η εκτέλεση ερευνητικού μέτρου που περιέχεται στην ΕΕΕ θα είχε ως αποτέλεσμα την παραβίαση θεμελιώδους δικαιώματος του ενδιαφερομένου και ότι το κράτος μέλος εκτέλεσης θα παρέβαινε τις υποχρεώσεις του όσον αφορά την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στο [Χάρτη], η εκτέλεση της ΕΕΕ θα πρέπει να απορρίπτεται.
[…]
(24) Η ΕΕΕ προβλέπει ενιαίο καθεστώς για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων. Πρόσθετοι κανόνες είναι εντούτοις απαραίτητοι για ορισμένα είδη ερευνητικών μέτρων που θα πρέπει να περιλαμβάνονται στην ΕΕΕ, όπως η προσωρινή μεταγωγή κρατουμένων, η εξέταση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης ή τηλεφωνικής διάσκεψης […]
(25) Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες για την εκτέλεση ενός ερευνητικού μέτρου σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας, περιλαμβανομένης της δίκης, εφόσον είναι αναγκαίο με συμμετοχή του ενδιαφερόμενου, προς το σκοπό της συλλογής αποδείξεων. Μπορεί λόγου χάριν να εκδοθεί ΕΕΕ για την προσωρινή μεταγωγή του προσώπου στο κράτος έκδοσης ή για τη διενέργεια εξέτασης με εικονοτηλεδιάσκεψη. Ωστόσο, όταν το πρόσωπο πρόκειται να μεταχθεί σε άλλο κράτος μέλος για τους σκοπούς της ποινικής δίωξης, μεταξύ δε άλλων να προσαχθεί ενώπιον δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της δίκης, θα πρέπει να εκδίδεται [ΕΕΣ] σύμφωνα με την [απόφαση-πλαίσιο 2002/584].
(26) Για λόγους αναλογικής χρήσης των [ΕΕΣ], οι δικαστικές αρχές θα πρέπει να εκτιμούν αν η ΕΕΕ θα αποτελούσε αποτελεσματικό και ανάλογο μέσο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας. Η αρχή έκδοσης θα πρέπει να εκτιμά ιδίως κατά πόσον η έκδοση ΕΕΕ για την εξέταση υπόπτου ή κατηγορουμένου με εικονοτηλεδιάσκεψη θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως αποτελεσματική εναλλακτική λύση.
[…]
(34) Η παρούσα οδηγία αφορά, ως εκ του πεδίου εφαρμογής της, προσωρινά μέτρα μόνο προς το σκοπό της συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων. […]»
5. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Η [ΕΕΕ] είναι δικαστική απόφαση την οποία εκδίδει ή επικυρώνει δικαστική αρχή κράτους μέλους (“κράτος έκδοσης”) με σκοπό την εκτέλεση ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων ερευνητικών μέτρων σε άλλο κράτος μέλος (“κράτος εκτέλεσης”) για τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων βάσει της παρούσας οδηγίας.
Η ΕΕΕ μπορεί επίσης να εκδίδεται για την λήψη αποδεικτικών στοιχείων ευρισκομένων ήδη στην κατοχή των αρμόδιων αρχών του κράτους εκτέλεσης.»
6. Το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Η ΕΕΕ καλύπτει κάθε ερευνητικό μέτρο, εκτός από τη σύσταση κοινής ομάδας έρευνας και τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο κοινής ομάδας έρευνας […]»
7. Το άρθρο 9, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Η αρχή εκτέλεσης τηρεί τις διατυπώσεις και τις διαδικασίες που έχει ορίσει ρητώς η αρχή έκδοσης, εκτός εάν προβλέπεται άλλως στην παρούσα οδηγία και υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω διατυπώσεις και διαδικασίες δεν είναι αντίθετες προς τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου του κράτους εκτέλεσης.»
8. Το άρθρο 10 της οδηγίας 2014/41 προβλέπει τα εξής:
«1. Η αρχή εκτέλεσης χρησιμοποιεί κατά το δυνατόν ερευνητικό μέτρο άλλο από το προβλεπόμενο στην ΕΕΕ όταν:
α) το ερευνητικό μέτρο που αναφέρεται στην ΕΕΕ δεν υφίσταται στη νομοθεσία του κράτους εκτέλεσης, ή
β) το ερευνητικό μέτρο που αναφέρεται στην ΕΕΕ δεν θα ήταν διαθέσιμο σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση.
2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 11, η παράγραφος 1 δεν ισχύει για τα ακόλουθα ερευνητικά μέτρα, τα οποία πρέπει πάντοτε να είναι διαθέσιμα στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου του κράτους εκτέλεσης:
[…]
γ) εξέταση μάρτυρα, [εμπειρογνώμονα,] θύματος, υπόπτου[, κατηγορουμένου] ή τρίτου στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης·
[…]
3. Η αρχή εκτέλεσης μπορεί επίσης να προσφεύγει σε ερευνητικό μέτρο διαφορετικό από αυτό που προβλέπεται στην ΕΕΕ όταν το ερευνητικό μέτρο που επιλέγει η αρχή εκτέλεσης θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα με το ερευνητικό μέτρο που προβλέπεται στην ΕΕΕ με λιγότερο οχληρό τρόπο.
[…]
5. Όταν, σύμφωνα με την παράγραφο 1, το ερευνητικό μέτρο που αναφέρεται στην ΕΕΕ δεν υφίσταται στη νομοθεσία του κράτους εκτέλεσης ή δεν θα ήταν διαθέσιμο σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση, και όταν δεν υπάρχει άλλο ερευνητικό μέτρο που θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα με αυτό που ζητείται, η αρχή εκτέλεσης ενημερώνει την αρχή έκδοσης ότι δεν κατέστη δυνατό να παράσχει τη συνδρομή που ζητήθηκε.»
9. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 1 παράγραφος 4, η αναγνώριση ή η εκτέλεση μιας ΕΕΕ μπορεί να απορριφθεί από την αρχή εκτέλεσης όταν:
[…]
στ) υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι η εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου που αναφέρεται στην ΕΕΕ θα ήταν ασύμβατη με τις υποχρεώσεις του κράτους μέλους εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 6 ΣΕΕ και το Χάρτη·
[…]».
10. Το άρθρο 22, παράγραφοι 1 και 2, της προμνησθείσας οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Είναι δυνατή η έκδοση ΕΕΕ για την προσωρινή μεταγωγή προσώπου που κρατείται στο κράτος εκτέλεσης με σκοπό την εκτέλεση ερευνητικού μέτρου με το οποίο επιδιώκεται η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων για την οποία απαιτείται η παρουσία του στο έδαφος του κράτους έκδοσης. Η εφαρμογή της παρούσας παραγράφου τελεί υπό τον όρο της επιστροφής του εν λόγω προσώπου εντός της προθεσμίας που ορίζει το κράτος εκτέλεσης.
2. Εκτός από τους λόγους άρνησης της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης του άρθρου 11, είναι επίσης δυνατή η άρνηση εκτέλεσης της ΕΕΕ εάν:
α) ο κρατούμενος δεν συναινεί· ή
β) η μεταγωγή ενδέχεται να παρατείνει την κράτηση του εν λόγω προσώπου.»
11. Το άρθρο 24, παράγραφοι 1 έως 5, της ίδιας οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«1. Εάν πρόσωπο το οποίο βρίσκεται στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης πρέπει να εξεταστεί ως μάρτυρας ή πραγματογνώμονας από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης, η αρχή έκδοσης μπορεί να εκδώσει ΕΕΕ για την εξέταση του μάρτυρα ή του πραγματογνώμονα με εικονοτηλεδιάσκεψη ή άλλου είδους οπτικοακουστική μετάδοση, όπως προβλέπεται στις παραγράφους 5 έως 7.
Εκδίδεται επίσης από την εκδίδουσα αρχή μια ΕΕΕ για την εξέταση υπόπτου ή κατηγορουμένου με εικονοτηλεδιάσκεψη ή με άλλου είδους οπτικοακουστική μετάδοση.
2. Εκτός από τους λόγους άρνησης της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης του άρθρου 11, είναι επίσης δυνατή η άρνηση εκτέλεσης της ΕΕΕ εάν:
α) δεν συναινεί ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος· ή
β) η εκτέλεση ενός τέτοιου ερευνητικού μέτρου σε συγκεκριμένη υπόθεση αντίκειται στις θεμελιώδεις αρχές της νομοθεσίας του κράτους εκτέλεσης.
3. Οι πρακτικές ρυθμίσεις σχετικά με την εξέταση συμφωνούνται μεταξύ της αρχής έκδοσης και της αρχής εκτέλεσης. […]
4. Αν στις περιστάσεις μιας συγκεκριμένης υπόθεσης η αρχή εκτέλεσης δεν έχει πρόσβαση στα τεχνικά μέσα για τη διεξαγωγή εικονοτηλεδιάσκεψης, τα μέσα αυτά είναι δυνατόν να τεθούν στη διάθεσή της από το κράτος έκδοσης με αμοιβαία συμφωνία.
5. Οι ακόλουθοι κανόνες ισχύουν για την εξέταση με εικονοτηλεδιάσκεψη ή με άλλου είδους οπτικοακουστική μετάδοση:
α) κατά την εξέταση παρίσταται διά αντιπροσώπου της, επικουρούμενη από διερμηνέα, αν αυτό απαιτείται, αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης, η οποία και είναι υπεύθυνη για την εξακρίβωση της ταυτότητας του προς εξέταση προσώπου, καθώς και για την τήρηση των θεμελιωδών αρχών της νομοθεσίας του κράτους εκτέλεσης.
Εάν η αρχή εκτέλεσης κρίνει ότι, κατά τη διάρκεια της εξέτασης, παραβιάζονται οι θεμελιώδεις αρχές της νομοθεσίας του κράτους εκτέλεσης, λαμβάνει αμέσως τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσει τη συνέχιση της εξέτασης σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αρχές·
[…]
γ) η εξέταση διενεργείται απευθείας από την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης ή υπό την καθοδήγησή της και σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο αυτού του κράτους·
[…]».
Β. Η οδηγία (ΕΕ) 2016/343
12. Το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας (ΕΕ) 2016/343 (6) ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι έχουν το δικαίωμα παράστασης στη δίκη τους.
2. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι μια δίκη που μπορεί να οδηγήσει σε απόφαση για την ενοχή ή την αθωότητα του υπόπτου ή κατηγορουμένου μπορεί να διεξαχθεί ερήμην αυτού, υπό τον όρο ότι:
α) ο ύποπτος ή κατηγορούμενος έχει ενημερωθεί εγκαίρως σχετικά με τη δίκη και τις συνέπειες της μη παράστασης· ή
β) ο ύποπτος ή κατηγορούμενος, αφού ενημερώθηκε για τη δίκη, εκπροσωπείται από εξουσιοδοτημένο δικηγόρο ο οποίος διορίστηκε είτε από τον ύποπτο ή κατηγορούμενο είτε από το κράτος.»
III. Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
13. Κατά του HG ασκήθηκε στην Ιταλία ποινική δίωξη για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση και για διακίνηση ναρκωτικών ουσιών. Συγκεκριμένα, είναι ύποπτος για τη συγκρότηση και τη διεύθυνση, από το Βέλγιο, εγκληματικής οργάνωσης με επιχειρησιακές προεκτάσεις σε διάφορα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Ιταλίας, και για συμμετοχή, στο πλαίσιο αυτό, σε διακίνηση ναρκωτικών (7).
14. Της εν λόγω ποινικής διαδικασίας που κινήθηκε σε βάρος του HG έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο.
15. Δεδομένου ότι ο HG δεν παρέστη αυτοπροσώπως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά το στάδιο της επ’ ακροατηρίου διαδικασίας της ποινικής δίκης, θεωρήθηκε απών, για τον λόγο ότι τελούσε εν γνώσει της διεξαγωγής της ποινικής δίκης και εκπροσωπούνταν από δικηγόρο της επιλογής του.
16. Στη συνέχεια, ο ως άνω δικηγόρος υπέβαλε αίτημα για την εξέταση του HG ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, το οποίο διέταξε τη διενέργεια της εν λόγω εξέτασης.
17. Στις 24 Μαΐου 2022, ενώ απέμενε μόνον η εξέταση του HG και η τελική επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Εισαγγελία ενημέρωσε το αιτούν δικαστήριο ότι, από τις 15 Φεβρουαρίου 2022, ο HG είχε τεθεί υπό προσωρινή κράτηση στο σωφρονιστικό κατάστημα της Μπριζ (Βέλγιο), στο πλαίσιο εκκρεμούς σε βάρος του ποινικής διαδικασίας στο εν λόγω κράτος μέλος.
18. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το αιτούν δικαστήριο, με τη συναίνεση του HG, εξέδωσε ΕΕΕ με την οποία ζητούσε από τις βελγικές αρχές να προβούν, σε συνεργασία με το αιτούν δικαστήριο, σε εξέταση του HG υπό την ιδιότητα του κατηγορουμένου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης. Με την κατάθεση αυτή, η οποία θα διεξαγόταν με τη συνδρομή διερμηνέα, θα καθίστατο, ιδίως, δυνατή η πραγματοποίηση της εξέτασης του HG.
19. Με έγγραφο της 17ης Φεβρουαρίου 2023, η Εισαγγελία της Μπριζ (Βέλγιο) ενημέρωσε το αιτούν δικαστήριο, αφενός, ότι ο HG δεν κρατείτο μόνον στο πλαίσιο προσωρινής κράτησης, αλλά και σε εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής και, αφετέρου, ότι η ΕΕΕ που είχε εκδοθεί για την εξέταση του HG μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης δεν επρόκειτο να εκτελεστεί. Χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στους ειδικούς λόγους άρνησης εκτέλεσης που προβλέπονται στην οδηγία 2014/41, η ανωτέρω Εισαγγελία διευκρίνισε, κατ’ αρχάς, ότι το βελγικό δίκαιο δεν προβλέπει τη δυνατότητα εξέτασης του κατηγορουμένου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης στο πλαίσιο της ποινικής δίκης του, καθόσον απαιτείται η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση (8). Εν συνεχεία, η Εισαγγελία της Μπριζ υπενθύμισε ότι η βελγική νομοθεσία για τη μεταφορά της οδηγίας 2014/41 στην εσωτερική έννομη τάξη εξαρτά τη δυνατότητα εξέτασης του κατηγορουμένου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης από τη διττή προϋπόθεση, αφενός, το πρόσωπο αυτό να συναινεί σε αυτήν και, αφετέρου, η εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου να μην αντιβαίνει στις θεμελιώδεις αρχές του βελγικού δικαίου. Τέλος, επικαλούμενη απόφαση του Cour constitutionnelle (Συνταγματικού Δικαστηρίου, Βέλγιο) (9) και τις γενικές οδηγίες που εξέδωσε το σώμα των γενικών εισαγγελέων (Βέλγιο) (10), η Εισαγγελία της Μπριζ επισήμανε ότι, στην παρούσα κατάσταση, η παράσταση του κατηγορουμένου στη δίκη του μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης θεωρείται ότι παραβιάζει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.
20. Δεδομένης της αδυναμίας διεξαγωγής της δίκης του HG, λόγω του ότι η κράτησή του στην αλλοδαπή δεν του επέτρεπε δικαιολογημένα να παραστεί, η δίκη του αναβλήθηκε. Προς επίλυση αυτής της δυσχερούς κατάστασης, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε τη συνδρομή του Eurojust στο πλαίσιο της διαδικασίας δικαστικής συνεργασίας, η οποία ωστόσο δεν τελεσφόρησε, καθόσον οι βελγικές δικαστικές αρχές, αφενός, συνέχισαν να αρνούνται την εξέταση του HG μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης και, αφετέρου, τον Νοέμβριο του 2022 απέκλεισαν τη δυνατότητα προσωρινής μεταγωγής του κρατουμένου στην Ιταλία, επί τη βάσει σχετικού αιτήματος του Eurojust για τη λήψη ερευνητικού μέτρου εναλλακτικού της εξέτασης μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης.
21. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι καλείται να κρίνει κατά πόσον η εν λόγω απόφαση άρνησης εκτέλεσης συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης προκειμένου να αποφανθεί επί της σκοπιμότητας έκδοσης νέας ΕΕΕ για τη διεξαγωγή της δίκης του HG.
22. Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι, σύμφωνα με το ιταλικό δίκαιο, δεν υφίσταται υποχρέωση του κατηγορουμένου να παρίσταται στη δίκη του, δεδομένου ότι το σύστημα της ερήμην (in absentia) ποινικής δίκης εφαρμόζεται από την εισαγωγή του το 2014 (11). Ως εκ τούτου, η ποινική δίκη είναι δυνατόν να διεξαχθεί ερήμην του κατηγορουμένου, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεδειγμένα ο κατηγορούμενος τελεί εν γνώσει της δίκης και ότι η μη συμμετοχή του στη δίκη οφείλεται σε εκούσια επιλογή του. Αντιθέτως, όταν ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να παρίσταται στη δίκη του, αλλά δεν δύναται να παραστεί λόγω, μεταξύ άλλων, νόμιμου κωλύματος, όπως η κράτησή του στην αλλοδαπή, το δικαστήριο οφείλει να αναβάλει τη δίκη έως ότου καταστεί εκ νέου δυνατή η παράσταση του κατηγορουμένου, εκτός εάν ο τελευταίος παραιτηθεί τυπικώς και ρητώς από το δικαίωμα παράστασης. Επιπροσθέτως, η συμμετοχή στη δίκη του κατηγορουμένου ο οποίος κρατείται στην αλλοδαπή δύναται να πραγματοποιηθεί με τη φυσική παρουσία του, είτε μέσω προσωρινής μεταγωγής του στο ιταλικό έδαφος (12), είτε, εφόσον τούτο προβλέπεται από διεθνείς συμφωνίες και σύμφωνα με τους κανόνες που περιέχονται σε αυτές, μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης.
23. Περαιτέρω, στο ιταλικό σύστημα ποινικής δικονομίας, το οποίο βασίζεται στο ανακριτικό σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, τα αποδεικτικά στοιχεία συλλέγονται και κατατίθενται στη δικογραφία αποκλειστικά κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου, τηρουμένης της αρχής της κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας. Ως εκ τούτου, η εξέταση του κατηγορουμένου, κατόπιν αιτήματός του ή με τη συναίνεσή του κατά τη διάρκεια της δίκης, εξυπηρετεί, κατά το αιτούν δικαστήριο, και αποδεικτικό σκοπό.
24. Σύμφωνα πάντοτε με το αιτούν δικαστήριο, η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης θα απέβαινε ανεφάρμοστη, αν το κράτος μέλος εκτέλεσης είχε τη δυνατότητα, βάσει του εθνικού του δικαίου, να θέσει εν αμφιβόλω τον αποδεικτικό σκοπό του αιτούμενου ερευνητικού μέτρου και να αρνηθεί την εκτέλεση μιας ΕΕΕ, θεωρώντας ότι αυτή δεν αποσκοπεί στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων. Πράγματι, σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, αρμόδια να κρίνει εάν το αιτούμενο μέσω της ΕΕΕ μέτρο εξυπηρετεί αποδεικτικό σκοπό βάσει του εθνικού της δικαίου είναι αποκλειστικά η αρχή έκδοσης. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν παραμένει δυνατή η έκδοση ΕΕΕ στην περίπτωση κατά την οποία, όπως εν προκειμένω, η εξέταση του κατηγορουμένου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης αποσκοπεί επίσης και στη διασφάλιση της συμμετοχής του στη δίκη.
25. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, δεύτερον, ότι από τις διευκρινίσεις που παρασχέθηκαν από την Εισαγγελία της Μπριζ προκύπτει ότι η άρνηση εκτέλεσης της επίμαχης ΕΕΕ θεμελιώνεται, αφενός, στο γεγονός ότι αντίστοιχο ερευνητικό μέτρο δεν θα ήταν διαθέσιμο στο πλαίσιο παρόμοιας εγχώριας υπόθεσης και, αφετέρου, στο ασυμβίβαστο του συγκεκριμένου μέτρου προς τις θεμελιώδεις αρχές του βελγικού δικαίου. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο άρνησης εκτέλεσης της ΕΕΕ, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι η εξέταση κατηγορουμένου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης συγκαταλέγεται μεταξύ των ειδικών ερευνητικών μέτρων που προβλέπονται στο κεφάλαιο IV της οδηγίας 2014/41. Αντιθέτως προς το σύστημα που προβλέπει η εν λόγω οδηγία για ορισμένα από τα μέτρα αυτά, όπως οι μυστικές έρευνες, το άρθρο 24 της ίδιας οδηγίας, το οποίο διέπει την εξέταση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, δεν προβλέπει λόγο άρνησης εκτέλεσης που να βασίζεται στη μη διαθεσιμότητα του ερευνητικού μέτρου στο πλαίσιο παρόμοιας εγχώριας υπόθεσης. Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο άρνησης εκτέλεσης, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 24, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της ίδιας οδηγίας, οι βελγικές δικαστικές αρχές δεν διευκρίνισαν τους λόγους για τους οποίους εκτιμούν, υπό το πρίσμα, ιδίως, των ειδικών δικονομικών εγγυήσεων που προβλέπει το ιταλικό δίκαιο, ότι ένα τέτοιο μέτρο αντίκειται στις θεμελιώδεις αρχές του βελγικού δικαίου. Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι η εκτέλεση της ΕΕΕ την οποία έχει εκδώσει δεν θα μπορούσε να απορριφθεί λόγω ασυμβατότητάς της με τα θεμελιώδη δικαιώματα της Ένωσης, βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2014/41, χωρίς προηγούμενο έλεγχο της συμβατότητας των σχετικών διατάξεων του ιταλικού δικαίου με τη νομολογία του ΕΔΔΑ.
26. Τρίτον και τελευταίον, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι εξετάζει το ενδεχόμενο, ως εναλλακτικό ερευνητικό μέτρο, να εκδώσει ΕΕΕ για την προσωρινή μεταγωγή του HG στην Ιταλία, προκειμένου αυτός να εξεταστεί ενώπιόν του.
27. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunale ordinario di Firenze (πρωτοδικείο Φλωρεντίας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Επιτρέπει το άρθρο 24 της οδηγίας [2014/41], σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της [ίδιας] οδηγίας, την έκδοση [ΕΕΕ] για την εξέταση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης κατηγορουμένου που κρατείται στο κράτος εκτέλεσης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, προκειμένου να συλλέξει αποδεικτικά στοιχεία μέσω της εξέτασής του και με πρόσθετο σκοπό τη διασφάλιση της συμμετοχής του στη δίκη, υπό το πρίσμα του άρθρου 24 και των αιτιολογικών σκέψεων 25 και 26, ιδίως όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης [ΕΕΣ] και το εθνικό δίκαιο του κράτους έκδοσης προβλέπει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να συμμετάσχει στη δίκη και να εξεταστεί, μεταξύ άλλων μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, προκειμένου να δώσει κατάθεση με αποδεικτική αξία;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, έχει ο κανόνας του άρθρου 10 της οδηγίας [2014/41], ο οποίος παρέχει στο κράτος εκτέλεσης τη δυνατότητα να αρνηθεί την εκτέλεση ΕΕΕ όταν το ερευνητικό μέτρο δεν επιτρέπεται σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση, την έννοια ότι επιτρέπει στο κράτος εκτέλεσης να αρνηθεί την εκτέλεση ΕΕΕ για την εξέταση κατηγορουμένου που κρατείται στην αλλοδαπή μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης κατά τη δίκη, υπό το πρίσμα του άρθρου 24 της οδηγίας αυτής, το οποίο ρυθμίζει τους ειδικούς κανόνες που διέπουν την εξέταση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης χωρίς να περιλαμβάνει τον λόγο άρνησης αυτόν;
3) Έχει το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της οδηγίας [2014/41], υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του [Χάρτη], την έννοια ότι δεν επιτρέπεται άρνηση εκτέλεσης της ΕΕΕ για την εξέταση κατηγορουμένου που κρατείται στην αλλοδαπή μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, όταν οι δικονομικές εγγυήσεις που ισχύουν για την εν λόγω εικονοτηλεδιάσκεψη σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης μπορούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να διασφαλίσουν ότι ο κατηγορούμενος ασκεί πράγματι τα δικαιώματά του υπεράσπισης και το θεμελιώδες δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, κατά την έννοια του άρθρου 47 του Χάρτη;
4) Συνιστά η έννοια των “θεμελιωδών αρχών [του δικαίου] του κράτους εκτέλεσης”, η οποία μπορεί να αποτελέσει ειδικό λόγο άρνησης κατά το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας [2014/41] περιορισμό στην εκτέλεση οποιασδήποτε αίτησης για εξέταση του κατηγορουμένου στη δίκη μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, βάσει γενικής εθνικής οδηγίας η οποία δεσμεύει όλες τις αρχές εκτέλεσης, χωρίς να εκτιμώνται οι ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης και οι απαιτήσεις του εθνικού δικαίου του κράτους έκδοσης προκειμένου να διασφαλιστούν τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου που έχουν εφαρμογή στη συγκεκριμένη υπόθεση ή είναι, αντιθέτως, εσφαλμένο να αντιμετωπίζεται η άρνηση εκτέλεσης ως εξαίρεση, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενά, σε σχέση με συγκεκριμένα δικονομικά ζητήματα που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους έκδοσης ή με συγκεκριμένα κρίσιμα στοιχεία της συγκεκριμένης υπόθεσης;
5) Επιτρέπει το άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας [2014/41], σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της οδηγίας [2014/41], την έκδοση ΕΕΕ για την προσωρινή μεταγωγή του κατηγορουμένου που κρατείται στην αλλοδαπή, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εξέτασή του κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, όταν η εξέταση αυτή έχει ισχύ αποδεικτικού μέσου σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους έκδοσης;»
28. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στο Δικαστήριο η Ιταλική, η Βελγική, η Ολλανδική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι εν λόγω μετέχοντες στη διαδικασία, πλην της Βελγικής Κυβέρνησης, ανέπτυξαν επίσης προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 2ας Απριλίου 2025.
IV. Ανάλυση
Α. Επί του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων
29. Η Βελγική Κυβέρνηση επισημαίνει, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, χωρίς ωστόσο να προβάλλει τυπικώς ένσταση απαραδέκτου, ότι το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα είναι υποθετικής φύσεως, δεδομένου ότι αφορούν λόγους άρνησης εκτέλεσης διαφορετικούς από εκείνους στους οποίους στηρίχθηκε η άρνηση εκτέλεσης της επίμαχης ΕΕΕ. Συγκεκριμένα, η εν λόγω κυβέρνηση επισημαίνει, συναφώς, ότι από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η άρνηση εκτέλεσης της ΕΕΕ την οποία εξέδωσε το αιτούν δικαστήριο θεμελιωνόταν στην αντίθεση του ζητηθέντος ερευνητικού μέτρου προς τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου του κράτους μέλους εκτέλεσης. Ωστόσο, το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα αφορούν άλλους λόγους άρνησης εκτέλεσης, οι οποίοι προβλέπονται, αντιστοίχως, στο άρθρο 10 και στο άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2014/41.
30. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ένα προδικαστικό ερώτημα που αφορά το δίκαιο της Ένωσης είναι κατά τεκμήριο λυσιτελές. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί τέτοιου ερωτήματος μόνον όταν προκύπτει προδήλως ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (13).
31. Εν προκειμένω, διαπιστώνεται, αφενός, ότι από τους λόγους άρνησης εκτέλεσης της επίμαχης ΕΕΕ που προέβαλε η Εισαγγελία της Μπρίζ (14), προκύπτει ότι η εν λόγω άρνηση βασίστηκε, μεταξύ άλλων, στη μη διαθεσιμότητα του ερευνητικού μέτρου στο βελγικό δίκαιο, γεγονός το οποίο συνιστά γενικό λόγο άρνησης ο οποίος σαφώς εμπίπτει στο άρθρο 10 της οδηγίας 2014/41, και, αφετέρου, ότι η αντίθεση του ζητούμενου ερευνητικού μέτρου προς τις θεμελιώδεις αρχές του βελγικού δικαίου συνδέεται άρρηκτα με τον λόγο άρνησης που αφορά την ύπαρξη σοβαρών λόγων για να θεωρηθεί ότι η εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου θα ήταν ασύμβατη με τα θεμελιώδη δικαιώματα, ο οποίος εμπίπτει στο άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της οδηγίας αυτής.
32. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο είναι στο σύνολό τους παραδεκτά.
Β. Επί της ουσίας
1. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
33. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 24 της οδηγίας 2014/41, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 3 και υπό το πρίσμα των αιτιολογικών σκέψεων 25 και 26 της οδηγίας, επιτρέπει σε δικαστική αρχή κράτους μέλους να προβεί στην έκδοση ΕΕΕ για τη διεξαγωγή, από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους, εξέτασης κατηγορουμένου κατά τη δίκη του μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, αφενός, προκειμένου να συλλεχθούν αποδεικτικά στοιχεία μέσω της εξέτασής του και, αφετέρου, προκειμένου να δοθεί στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να συμμετάσχει στην εν λόγω δίκη.
34. Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/41, η ΕΕΕ είναι δικαστική απόφαση την οποία εκδίδει ή επικυρώνει δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης με σκοπό την εκτέλεση ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων ερευνητικών μέτρων σε ένα άλλο κράτος μέλος για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων (15). Δεύτερον, σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας, η ΕΕΕ καλύπτει, κατ’ αρχήν, κάθε ερευνητικό μέτρο (16). Ειδικότερα, κατά την αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας, η EEE θα πρέπει να έχει «οριζόντιο πεδίο εφαρμογής και επομένως θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα ερευνητικά μέτρα που στοχεύουν στη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων» (17). Τέλος, από την αιτιολογική σκέψη 25 της οδηγίας προκύπτει ότι η οδηγία θεσπίζει κανόνες για την εκτέλεση ενός ερευνητικού μέτρου σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας, περιλαμβανομένης της δίκης, εφόσον είναι αναγκαίο με συμμετοχή του ενδιαφερόμενου, προς τον σκοπό της συλλογής αποδείξεων. Στην ίδια αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι μπορεί, λόγου χάριν, να εκδοθεί ΕΕΕ για την προσωρινή μεταγωγή του προσώπου αυτού στο κράτος έκδοσης ή για τη διενέργεια εξέτασης μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης.
35. Κατά τη γνώμη μου, από τη συνδυαστική ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2014/41 είναι ιδιαιτέρως ευρύ, τόσο ως προς το είδος των μέτρων των οποίων μπορεί να ζητηθεί η εκτέλεση μέσω ΕΕΕ, όσο και ως προς το στάδιο της ποινικής διαδικασίας στο πλαίσιο του οποίου είναι δυνατό να υποβληθεί ένα τέτοιο αίτημα, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της κύριας δίκης (18). Αντιθέτως, η εν λόγω οδηγία έχει εφαρμογή αποκλειστικά όσον αφορά μέτρα που αποσκοπούν στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων από το κράτος έκδοσης (19). Κατά συνέπεια, ο σκοπός του αποδεικτικού μέτρου του οποίου ζητείται η εκτέλεση έχει καθοριστική σημασία για να διαπιστωθεί εάν η αρχή έκδοσης δύναται, για τον σκοπό αυτό, να εκδώσει ΕΕΕ.
36. Συναφώς, αφενός, επισημαίνεται ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Delda, όταν το μέτρο που προβλέπεται σε μια ΕΕΕ επιδιώκει αποκλειστικώς σκοπό διαφορετικό από τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, όπως παραδείγματος χάριν μια δικονομική υποχρέωση που αποσκοπεί στη συνέχιση της διαδικασίας ποινικής δίωξης που έχει κινηθεί σε βάρος του κατηγορουμένου, το μέτρο αυτό δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/41. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση με την οποία δικαστική αρχή κράτους μέλους ζητεί από δικαστική αρχή άλλου κράτους μέλους να επιδώσει σε ένα πρόσωπο διάταξη περί απαγγελίας κατηγορίας σε βάρος του δεν συνιστά, αυτή καθεαυτήν, ΕΕΕ κατά την έννοια της οδηγίας (20). Πράγματι, για να μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/41, ένα τέτοιο αίτημα εξέτασης πρέπει να έχει ως σκοπό τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων, κατά την έννοια της οδηγίας. Ως εκ τούτου, απόφαση με την οποία δικαστική αρχή κράτους μέλους ζητεί από δικαστική αρχή άλλου κράτους μέλους να δώσει σε ένα πρόσωπο τη δυνατότητα να παράσχει εξηγήσεις επί των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στη διάταξη περί απαγγελίας κατηγορίας σε βάρος του μπορεί να συνιστά ΕΕΕ, κατά την έννοια της οδηγίας 2014/41, εφόσον το εν λόγω αίτημα εξέτασης αποσκοπεί στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων (21).
37. Αφετέρου, από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι, όταν μια ΕΕΕ περιλαμβάνει πλείονα μέτρα προς εκτέλεση, μεταξύ των οποίων και ένα μέτρο το οποίο, μεμονωμένα, δεν αποσκοπεί στη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, αλλά το οποίο, από την άποψη της ποινικής διαδικασίας του κράτους έκδοσης, είναι παρεπόμενο ή απαραίτητο σε σχέση με άλλο μέτρο το οποίο αφορά η ίδια ΕΕΕ και το οποίο, από την πλευρά του, έχει ως αντικείμενο τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, τότε, στην περίπτωση αυτή, τα μέτρα αυτά πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αδιαίρετο σύνολο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/41. Για παράδειγμα, στην περίπτωση που εκτίθεται στο προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων, αν αποδειχθεί ότι το αίτημα εξέτασης αποσκοπεί στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων και αν οι αρχές έκδοσης είχαν μνημονεύσει στην ΕΕΕ ότι, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, η εξέταση μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνον κατόπιν της επίδοσης της διάταξης περί απαγγελίας κατηγορίας –μέτρο το οποίο δεν αποσκοπεί αυτό καθεαυτό στη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων–, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι, κατά παρέκκλιση από τα εκτιθέμενα στο προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων, ήταν δυνατόν να ζητηθεί τέτοια επίδοση μέσω ΕΕΕ. Πράγματι, από το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/41 προκύπτει ότι η αρχή εκτέλεσης υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να τηρεί τις διατυπώσεις και τις διαδικασίες που έχει ορίσει ρητώς η αρχή έκδοσης (22).
38. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω προκαταρκτικών παρατηρήσεων πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 24 της οδηγίας 2014/41 προκειμένου να διαπιστωθεί εάν είναι δυνατή η έκδοση ΕΕΕ για την εξέταση κατηγορουμένου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης με σκοπό όχι μόνο τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων μέσω της εξέτασής του κατά τη δίκη, αλλά και τη διασφάλιση της συμμετοχής του στη δίκη.
39. Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 24 προβλέπει «ειδικές διατάξεις» σχετικά με την «εξέταση με εικονοτηλεδιάσκεψη ή άλλου είδους οπτικοακουστική μετάδοση». Κατά την παράγραφο 1, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω διάταξης, όταν ο ύποπτος ή κατηγορούμενος βρίσκεται στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης, «[ε]κδίδεται […] από την εκδίδουσα αρχή μια ΕΕΕ για την εξέταση [του εν λόγω] υπόπτου ή κατηγορουμένου με εικονοτηλεδιάσκεψη ή με άλλου είδους οπτικοακουστική μετάδοση».
40. Από το γράμμα της διάταξης αυτής, και ειδικότερα από τη φράση «για την εξέταση του υπόπτου ή κατηγορουμένου», προκύπτει ότι ένα τέτοιο ερευνητικό μέτρο θα μπορούσε να εκδοθεί με αποκλειστικό σκοπό τη διασφάλιση της συμμετοχής του εν λόγω προσώπου στη δίκη. Εντούτοις, μια τέτοια ερμηνεία θα υπερέβαινε κατά πολύ το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 24, τόσο υπό το πρίσμα του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή όσο και σε σχέση με τον επιδιωκόμενο με αυτή σκοπό.
41. Ειδικότερα, αφενός, όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η συγκεκριμένη διάταξη, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 24 της οδηγίας 2014/41, το εν λόγω ερευνητικό μέτρο, όπως και τα άλλα είδη μέτρων που μνημονεύονται στο κεφάλαιο IV της οδηγίας, υπόκειται μεν σε «ειδικές διατάξεις», στον βαθμό που απαιτεί «πρόσθετους κανόνες […] που θα πρέπει να περιλαμβάνονται στην ΕΕΕ», πλην όμως αποτελεί μέρος του ενιαίου συστήματος συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων. Ως εκ τούτου, η φράση «για την εξέταση του υπόπτου ή κατηγορουμένου» δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποσκοπεί γενικώς στη διασφάλιση των δικαιωμάτων υπεράσπισης του κατηγορουμένου μέσω της κατοχύρωσης του δικαιώματός του να συμμετέχει σε δικαστικές διαδικασίες και επ’ ακροατηρίου συζητήσεις κατά τις οποίες πρέπει ο κατηγορούμενος να τυγχάνει ακροάσεως. Η εξέταση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, όπως και κάθε άλλο ειδικό ερευνητικό μέτρο που ενδέχεται να αποτελέσει αντικείμενο ΕΕΕ, πρέπει, προκειμένου να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/41, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, αυτής, να εκδίδεται «για τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων». Όπως προκύπτει από το σημείο 36 των παρουσών προτάσεων, η ερμηνεία αυτή έχει επιβεβαιωθεί από το Δικαστήριο (23).
42. Αφετέρου, όσον αφορά τον σκοπό τον οποίο επιδιώκει η οδηγία 2014/41, υπενθυμίζεται ότι η οδηγία αντικατέστησε το κατακερματισμένο και περίπλοκο προϊσχύσαν πλαίσιο για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε υποθέσεις με διασυνοριακή διάσταση, με την καθιέρωση ενός απλουστευμένου και αποτελεσματικότερου συστήματος, στηριζόμενου σε ένα και μόνο μέσο, την ΕΕΕ. Το σύστημα αυτό αποσκοπεί στη διευκόλυνση και την επιτάχυνση της δικαστικής συνεργασίας, προκειμένου να συμβάλει στην επίτευξη του στόχου της Ένωσης να καταστεί χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, επί τη βάσει του υψηλού βαθμού εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών (24). Κατά συνέπεια, μια ερμηνεία κατά την οποία χωρεί επίκληση του άρθρου 24 της οδηγίας 2014/41 αποκλειστικά προς διασφάλιση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου κατά τη δίκη του θα απομακρυνόταν από τον σκοπό της συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων και θα υπερέβαινε κατά πολύ το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/41. Τούτο επιβεβαιώνεται εμμέσως από την αιτιολογική σκέψη 25 της οδηγίας, κατά την οποία «όταν το πρόσωπο πρόκειται να μεταχθεί σε άλλο κράτος μέλος για τους σκοπούς της ποινικής δίωξης, μεταξύ δε άλλων να προσαχθεί ενώπιον δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της δίκης, θα πρέπει να εκδίδεται [ΕΕΣ] σύμφωνα με την [απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ]». Εξάλλου, σε περίπτωση που γινόταν δεκτή μια υπερβολικά ευρεία ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας, θα ελλόχευε ο κίνδυνος εργαλειοποίησης της ΕΕΕ για σκοπούς αλλότριους προς εκείνους της συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων.
43. Επομένως, σε πρακτικό επίπεδο, το άρθρο 24 της οδηγίας 2014/41 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποσκοπεί στη διασφάλιση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να συμμετέχει στα διάφορα στάδια της ποινικής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένου του σταδίου της κύριας δίκης, κατά τα οποία δεν καλείται να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία, όπως είναι το στάδιο κατά το οποίο του αποδίδεται η ιδιότητα του κατηγορουμένου ή το στάδιο εξέτασης δικονομικών αιτημάτων. Επομένως, μια ΕΕΕ που εκδίδεται «αποκλειστικά ή κυρίως» προκειμένου να καταστεί δυνατή η συμμετοχή κατηγορουμένου στη δίκη δεν μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/41, οπότε το κράτος εκτέλεσης δεν υποχρεούται στην εκτέλεσή της, τούτο δε ακόμη και αν δεν συντρέχει οποιοσδήποτε από τους ρητώς προβλεπόμενους στην εν λόγω οδηγία λόγους άρνησης.
44. Ομοίως, σε περίπτωση κατά την οποία η ΕΕΕ εκδίδεται τόσο για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων όσο και για τη συμμετοχή σε ένα από τα διαφορετικά στάδια της ποινικής διαδικασίας, μόνον το μέρος του αιτήματος με το οποίο ζητείται η εξέταση του κατηγορουμένου για τους σκοπούς της έρευνας ή της συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της προμνησθείσας οδηγίας. Η διαπίστωση αυτή ισχύει ακόμη και όταν η αρχή του κράτους έκδοσης αναφέρει ρητώς ότι το αίτημα αποσκοπεί επιπροσθέτως στο να παράσχει στον κατηγορούμενο τη δυνατότητα να συμμετάσχει σε ορισμένο στάδιο της ποινικής διαδικασίας.
45. Αντιθέτως, όπως επισημάνθηκε στο σημείο 37 των παρουσών προτάσεων, δεδομένου ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι μια ΕΕΕ δύναται να περιλαμβάνει και μέτρα τα οποία δεν συνιστούν ερευνητικά μέτρα, αλλά των οποίων η εφαρμογή είναι αναγκαία προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκτέλεση του ζητούμενου ερευνητικού μέτρου, ένα μέτρο το οποίο, αυτό καθεαυτό, δεν αποσκοπεί στη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, όπως εν προκειμένω η συμμετοχή στη δίκη, μπορεί, παρά ταύτα, να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/41, όταν συνιστά, κατά το ποινικό δικονομικό δίκαιο του κράτους έκδοσης, απαραίτητο στάδιο για την εκτέλεση άλλου ερευνητικού μέτρου το οποίο έχει αποδεικτικό σκοπό. Σε μια τέτοια περίπτωση, τα μέτρα αυτά πρέπει να θεωρούνται ως αδιαίρετο σύνολο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, το δε κράτος μέλος εκτέλεσης υποχρεούται να εκτελέσει την ΕΕΕ, εκτός εάν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι δικαιολογημένοι λόγοι άρνησης από αυτούς που προβλέπονται στο άρθρο 24 και στο άρθρο 11 της οδηγίας.
46. Στο πλαίσιο της ίδιας λογικής, όταν ένα και μόνον μέτρο επιδιώκει, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους έκδοσης, δύο διακριτούς σκοπούς, αρκεί, προκειμένου να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ΕΕΕ, ο ένας εξ αυτών να αφορά τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων. Συναφώς, εν προκειμένω, φαίνεται ότι ο σκοπός της διασφάλισης της συμμετοχής του κατηγορουμένου στη διαδικασία, πρωτίστως με σκοπό τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, δεν δείχνει να συνιστά απλώς παρεπόμενο σκοπό, αλλά, αντιθέτως, αποτελεί τον κύριο λόγο έκδοσης της επίμαχης ΕΕΕ. Εν πάση περιπτώσει, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να αιτιολογήσει και να εξακριβώσει τον κύριο σκοπό της εν λόγω ΕΕΕ (25).
47. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 24 της οδηγίας 2014/41, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 3 και υπό το πρίσμα των αιτιολογικών σκέψεων 25 και 26 της οδηγίας, έχει την έννοια ότι επιτρέπει την έκδοση ΕΕΕ για την εξέταση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης κατηγορουμένου που τελεί υπό κράτηση στο κράτος εκτέλεσης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, εφόσον η εντολή αυτή αποσκοπεί στη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, το γεγονός δε ότι με την εν λόγω εντολή έρευνας η αρχή έκδοσης επιδιώκει, επιπροσθέτως, να παράσχει στον κατηγορούμενο τη δυνατότητα να παραστεί στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης δεν αποκλείει, αφ’ εαυτού, την έκδοση της εν λόγω εντολής έρευνας.
2. Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
48. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο υποβάλλεται για την περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 10 της οδηγίας 2014/41, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 24 αυτής, έχει την έννοια ότι δικαστική αρχή του κράτους εκτέλεσης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση ΕΕΕ για την εξέταση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης προσώπου υπό την ιδιότητα του κατηγορουμένου κατά τη δίκη του με την αιτιολογία ότι ένα τέτοιο ερευνητικό μέτρο δεν επιτρέπεται σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση.
49. Συναφώς, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το άρθρο 10 της οδηγίας 2014/41, όπως προκύπτει από τον τίτλο του, ρυθμίζει τη δυνατότητα της αρχής εκτέλεσης να προσφεύγει σε «εναλλακτικά ερευνητικά μέτρα» και όχι τους λόγους άρνησης εκτέλεσης, οι οποίοι απαριθμούνται κατά τρόπο εξαντλητικό στο άρθρο 11 της οδηγίας. Κατά συνέπεια, η συγκεκριμένη διάταξη δεν αποσκοπεί στο να παράσχει στο κράτος εκτέλεσης τη δυνατότητα να αρνηθεί την εκτέλεση ΕΕΕ.
50. Συγκεκριμένα, πρώτον, επισημαίνεται ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/41 προβλέπει ότι η αρχή εκτέλεσης πρέπει να χρησιμοποιεί κατά το δυνατόν ερευνητικό μέτρο άλλο από το προβλεπόμενο στην ΕΕΕ, όταν το μέτρο αυτό δεν υφίσταται στη νομοθεσία του κράτους εκτέλεσης ή όταν το εν λόγω μέτρο δεν θα ήταν διαθέσιμο σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση (26). Εντούτοις, στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας διευκρινίζεται ότι η δυνατότητα αυτή δεν ισχύει για τα ερευνητικά μέτρα που απαριθμεί, τα οποία πρέπει πάντοτε να είναι διαθέσιμα στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου του κράτους εκτέλεσης. Μεταξύ των μέτρων αυτών περιλαμβάνεται, στο άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2014/41, «η εξέταση μάρτυρα, [πραγματογνώμονα], θύματος, υπόπτου[, κατηγορουμένου] ή τρίτου στο έδαφος του κράτους μέλους εκτέλεσης». Επομένως, εν προκειμένω, οι βελγικές δικαστικές αρχές δεν δικαιούνται, κατ’ αρχήν, να επικαλεστούν το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας προκειμένου να εφαρμόσουν μέτρο διαφορετικό από το προβλεπόμενο στην ΕΕΕ, ακόμη και αν η εξέταση κατηγορουμένου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης δεν θα ήταν διαθέσιμη στο πλαίσιο παρόμοιας εγχώριας υπόθεσης, δεδομένου ότι η παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της ίδιας διάταξης αποκλείει την εφαρμογή της παραγράφου 1, μεταξύ άλλων, σε περιπτώσεις εξέτασης των κατηγορουμένων (27).
51. Δεύτερον, διαπιστώνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 5, της εν οδηγίας 2014/41, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παραγράφου 1 και δεν υφίσταται άλλο ερευνητικό μέτρο που θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα με αυτό που ζητείται, η αρχή εκτέλεσης οφείλει να ενημερώσει την αρχή έκδοσης ότι δεν κατέστη δυνατό να της παρασχεθεί η συνδρομή που ζητήθηκε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, κατά τη γνώμη μου, ότι το εν λόγω άρθρο 10, παράγραφος 5, παρέχει στην αρχή εκτέλεσης τη δυνατότητα να μην εκτελέσει τη ζητηθείσα συνδρομή όταν δεν υφίσταται κανένα άλλο ερευνητικό μέτρο με το οποίο να επιτυγχάνεται το ίδιο αποτέλεσμα με το ζητούμενο ερευνητικό μέτρο, όπερ θα μπορούσε να εξομοιωθεί, ως προς τα αποτελέσματά του, με άρνηση εκτέλεσης εκ μέρους της αρχής εκτέλεσης.
52. Ωστόσο, δεν είμαι πεπεισμένος ότι θα μπορούσε, εν προκειμένω, η αρχή εκτέλεσης να επικαλεστεί τη συγκεκριμένη διάταξη. Ειδικότερα, αφενός, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι υπάρχει ευχερώς υλοποιήσιμο εναλλακτικό μέτρο έναντι της εξέτασης μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, όπως είναι η προσωρινή μεταγωγή του κατηγορουμένου, κατά την έννοια του άρθρου 22 της οδηγίας 2014/41, προκειμένου αυτός να τύχει ακροάσεως ή να εξεταστεί κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στο κράτος έκδοσης. Το μέτρο αυτό θα μπορούσε σαφώς να έχει το ίδιο αποτέλεσμα με το ερευνητικό μέτρο που ζητείται με την ΕΕΕ. Αφετέρου, επισημαίνεται ότι, όπως διευκρινίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 24 της οδηγίας, εκτός από τους κατά το άρθρο 11 λόγους άρνησης της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης, είναι δυνατή η άρνηση εκτέλεσης ΕΕΕ που αφορά εξέταση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης εάν δεν συναινεί ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος ή εάν η εκτέλεση ενός τέτοιου ερευνητικού μέτρου στη συγκεκριμένη περίπτωση αντίκειται στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου του κράτους εκτέλεσης. Φρονώ ότι η ως άνω διάταξη, όπως είναι διατυπωμένη, αποσκοπεί στο να προσδιορίσει το σύνολο των λόγων άρνησης της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης που μπορούν να προβληθούν στο πλαίσιο της εκτέλεσης ΕΕΕ για την εξέταση ενός προσώπου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης.
53. Τρίτον και τελευταίον, θα ήθελα για λόγους πληρότητας να επισημάνω ότι το άρθρο 10, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/41 προβλέπει ότι η αρχή εκτέλεσης μπορεί «επίσης» να προσφεύγει σε ερευνητικό μέτρο διαφορετικό από αυτό που προβλέπεται στην ΕΕΕ, όταν το ερευνητικό μέτρο που επιλέγει η αρχή εκτέλεσης θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα με το μέτρο της ΕΕΕ με τρόπο ενέχοντα ιδίως μικρότερη παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων (28). Μολονότι, εν προκειμένω, οι βελγικές δικαστικές αρχές δεν φαίνεται να εξέτασαν τη δυνατότητα χρησιμοποίησης άλλου ερευνητικού μέτρου, η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί, ωστόσο, να αποκλειστεί, ιδίως στον βαθμό που μια προσωρινή μεταγωγή κατά την έννοια του άρθρου 22 της οδηγίας 2014/41 θα μπορούσε, όπως προαναφέρθηκε, να έχει το ίδιο αποτέλεσμα και, σύμφωνα με τη λογική του εθνικού δικαίου, η οποία δεν είναι ωστόσο απολύτως σαφής, να ενέχει μικρότερη παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.
54. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 10 της οδηγίας 2014/41, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 24 αυτής, έχει την έννοια ότι δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση ΕΕΕ για την εξέταση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης προσώπου υπό την ιδιότητα του κατηγορουμένου κατά τη δίκη του με την αιτιολογία ότι ένα τέτοιο μέτρο δεν προβλέπεται στο πλαίσιο παρόμοιας εγχώριας υπόθεσης.
3. Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
55. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί εάν το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2014/41, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπεται σε αρχή εκτέλεσης να αρνηθεί την εκτέλεση ΕΕΕ με την οποία ζητείται να εξεταστεί μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης κατά τη δίκη του πρόσωπο που έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, όταν οι δικονομικές εγγυήσεις που ισχύουν για την εν λόγω εικονοτηλεδιάσκεψη σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης καθιστούν δυνατή τη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων υπεράσπισης κατά την έννοια του άρθρου 48 του Χάρτη και του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη κατά την έννοια του άρθρου 47 του Χάρτη.
56. Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 11 της οδηγίας 2014/41, σχετικά με τους λόγους άρνησης της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης ΕΕΕ, διευκρινίζει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι δυνατή η άρνηση εκτέλεσης ΕΕΕ. Κατ’ αρχήν, από το γράμμα του άρθρου αυτού προκύπτει ότι οι λόγοι άρνησης απαριθμούνται κατά τρόπο εξαντλητικό (29). Συναφώς, το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της εν λόγω οδηγίας επιτρέπει στο κράτος εκτέλεσης να αρνηθεί την εκτέλεση ΕΕΕ όταν «υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι η εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου που αναφέρεται στην ΕΕΕ θα ήταν ασύμβατη με τις υποχρεώσεις του κράτους μέλους εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 6 ΣΕΕ και το Χάρτη» (30).
57. Επομένως, μολονότι η αρχή έκδοσης οφείλει, όταν εκδίδει ΕΕΕ, να δίνει ιδιαίτερη σημασία στην εξασφάλιση του πλήρους σεβασμού των δικαιωμάτων κατά το άρθρο 48 του Χάρτη και, ιδίως, στο τεκμήριο αθωότητας και στα δικαιώματα υπεράσπισης (31), εναπόκειται εντούτοις στην αρχή εκτέλεσης να εκτιμήσει εάν η επίμαχη ΕΕΕ συνιστά παράβαση του άρθρου 6 ΣΕΕ ή των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη, βάσει ουσιαστικών και, επομένως, αντικειμενικών και συγκεκριμένων στοιχείων (32).
58. Συναφώς, θεωρώ σκόπιμο να υπομνησθεί ότι, όπως έχει επανειλημμένως κρίνει το Δικαστήριο, η ΕΕΕ αποτελεί μέσο το οποίο εμπίπτει στη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις κατά την έννοια του άρθρου 82, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η οποία θεμελιώνεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών. Η συγκεκριμένη αρχή, η οποία αποτελεί τον «ακρογωνιαίο λίθο» της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, στηρίζεται με τη σειρά της στην αμοιβαία εμπιστοσύνη καθώς και στο μαχητό τεκμήριο ότι τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης και, ιδίως, τα θεμελιώδη δικαιώματα (33). Πράγματι, κατά την αιτιολογική σκέψη 19 της οδηγίας 2014/41, η δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στην Ένωση βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και σε τεκμήριο συμμόρφωσης των άλλων κρατών μελών με το δίκαιο της Ένωσης και, ιδίως, με τα θεμελιώδη δικαιώματα. Ωστόσο το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό. Συνεπώς, εάν υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι η εκτέλεση ερευνητικού μέτρου που αναφέρεται στην ΕΕΕ θα έθιγε θεμελιώδες δικαίωμα του ενδιαφερομένου και ότι το κράτος μέλος εκτέλεσης θα παρέβαινε τις υποχρεώσεις του όσον αφορά την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στο Χάρτη, τότε η εκτέλεση της ΕΕΕ δεν θα πρέπει να γίνεται δεκτή.
59. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το όριο που πρέπει να πληρούται, προκειμένου μία καταγγελλόμενη παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων στο κράτος μέλος έκδοσης να δικαιολογεί άρνηση εκτέλεσης στο κράτος μέλος εκτέλεσης, είναι ιδιαιτέρως υψηλό (34). Συναφώς, κρίνεται σκόπιμο να γίνει παραπομπή στη νομολογία που έχει αναπτύξει το Δικαστήριο στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, αναφορικά με την άρνηση εκτέλεσης ΕΕΣ για λόγους σχετικούς με την παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων (35). Πράγματι, το πλαίσιο ανάλυσης που έχει διαμορφώσει το Δικαστήριο στο πεδίο του ΕΕΣ δεν μπορεί μεν να εφαρμοστεί απευθείας, πλην όμως δύναται να εφαρμοσθεί κατ’ αναλογίαν και στην περίπτωση άρνησης εκτέλεσης ΕΕΕ για λόγους που ανάγονται σε παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, στον βαθμό που και η ΕΕΕ ερείδεται επί της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών (36).
60. Επομένως, σύμφωνα με την επονομαζόμενη «εξέταση σε δύο στάδια» που ανέπτυξε το Δικαστήριο, η δικαστική αρχή εκτέλεσης θα πρέπει, στο πλαίσιο του πρώτου σταδίου, να κρίνει εάν υφίστανται αντικειμενικά, αξιόπιστα, συγκεκριμένα και δεόντως ενημερωμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου προσβολής, στο κράτος μέλος έκδοσης, του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, «λόγω συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών στο εν λόγω κράτος μέλος ή πλημμελειών που επηρεάζουν μια αντικειμενικώς προσδιορίσιμη ομάδα προσώπων στην οποία ανήκει ο ενδιαφερόμενος». Κατά το δεύτερο στάδιο, η δικαστική αρχή εκτέλεσης πρέπει να διαπιστώσει, κατά τρόπο συγκεκριμένο και ακριβή, σε ποιο βαθμό οι πλημμέλειες που διαπιστώθηκαν κατά το πρώτο στάδιο της εξέτασης ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο στις διαδικασίες στις οποίες θα υποβληθεί το πρόσωπο σε βάρος του οποίου εκδόθηκε η ΕΕΕ και αν, λαμβανομένων υπόψη της προσωπικής καταστάσεως του εν λόγω προσώπου, της φύσεως της αξιόποινης πράξης για την οποία διώκεται και του πραγματικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η έκδοση της ΕΕΕ, υφίστανται σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι το εν λόγω πρόσωπο θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (37).
61. Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι οι βελγικές δικαστικές αρχές αρνήθηκαν να εκτελέσουν την εκδοθείσα από το αιτούν δικαστήριο ΕΕΕ επειδή υπήρχαν «σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί» ότι υφίστατο κίνδυνος παραβάσεως του άρθρου 47 του Χάρτη. Το αιτούν δικαστήριο δεν προσδιόρισε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, ιδίως όσον αφορά τις εγγυήσεις που αναγνωρίζονται στο δίκαιο του κράτους έκδοσης (38). Περαιτέρω, η Εισαγγελία της Μπριζ περιορίστηκε να αναφέρει ότι η παράσταση κατηγορουμένου στη δίκη του μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης θα ήταν αντίθετη προς το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, πλην όμως κατά την έννοια του εσωτερικού δικαίου. Ωστόσο, στο πλαίσιο της εξέτασης της συμβατότητας της εκτέλεσης μιας ΕΕΕ με το δίκαιο της Ένωσης, το κράτος εκτέλεσης δεν δύναται, κατά τη γνώμη μου, να επιβάλει την εφαρμογή του εθνικού του δικαίου και να αρνηθεί την εκτέλεση της εν λόγω ΕΕΕ, δεδομένου ότι τούτο θα αντέβαινε στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης (39).
62. Εν πάση περιπτώσει, φρονώ ότι δυσχερώς θα μπορούσε να υπάρξει κίνδυνος παράβασης του άρθρου 47 του Χάρτη λόγω της παράστασης κατηγορουμένου στη δίκη του μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, τούτο δε για τους ακόλουθους λόγους.
63. Κατ’ αρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 24 της οδηγίας 2014/41 παρέχει τη δυνατότητα υποβολής αιτήματος για την εξέταση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης υπόπτων ή κατηγορουμένων που βρίσκονται στο κράτος εκτέλεσης υπό ορισμένες μόνον προϋποθέσεις και απαιτώντας την τήρηση συγκεκριμένων κανόνων που αφορούν τη διαδικασία εξέτασης, με σκοπό ακριβώς την προστασία του δικαιώματος κάθε προσώπου να τύχει ακρόασης, ιδίως όταν πρόκειται για ύποπτο ή κατηγορούμενο. Οι προϋποθέσεις και οι απαιτήσεις που επιβάλλονται με το άρθρο 24, και ιδίως η προβλεπόμενη στην παράγραφο 2, στοιχείο αʹ, υποχρέωση λήψης της συναίνεσης του προς εξέταση προσώπου, αποσκοπούν στο να διασφαλίσουν ότι η εκτέλεση της ΕΕΕ είναι συμβατή με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη. Πράγματι, όταν ο κατηγορούμενος εκπροσωπείται στη διαδικασία από πληρεξούσιο δικηγόρο, τεκμαίρεται ότι δεν θα παράσχει τη συναίνεσή του, εάν υπάρχει φόβος ότι τα δικαιώματά του δεν θα γίνουν σεβαστά.
64. Περαιτέρω, μολονότι αναγνωρίζεται ότι η συμμετοχή του κατηγορουμένου στη δίκη μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης δεν ισοδυναμεί με τη φυσική παρουσία του στη δίκη, εντούτοις, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει, κατά πάγια νομολογία του, ότι αυτή η μορφή συμμετοχής δεν είναι, αυτή καθεαυτήν, ασύμβατη με το δικαίωμα κάθε προσώπου να δικασθεί η υπόθεσή του δημόσια από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο (40), εφόσον το εν λόγω πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τη δίκη, να δει τους παριστάμενους και να ακούσει όσα λέγονται, αλλά και να εμφανιστεί το ίδιο και να ακουστεί από τους λοιπούς διαδίκους, τον δικαστή και τους μάρτυρες χωρίς τεχνικά εμπόδια (41) και να επικοινωνήσει κατά τρόπο αποτελεσματικό και εμπιστευτικό με τον δικηγόρο του (42).
65. Τέλος, το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2016/343 επιτρέπει την ερήμην διεξαγωγή της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει ενημερωθεί για τη διεξαγωγή της δίκης και εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο. Εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις αυτές φαίνεται να πληρούνται στο πλαίσιο της διαδικασίας του κράτους έκδοσης. Εφόσον η διεξαγωγή δίκης ερήμην του κατηγορουμένου είναι σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης, δυσχερώς μπορεί να γίνει δεκτό ότι η εξέταση του προσώπου αυτού μέσω τηλεδιάσκεψης προσβάλλει τα υπερασπιστικά δικαιώματά του ή το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη.
66. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2014/41, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι η αρχή εκτέλεσης δεν δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση ΕΕΕ για την εξέταση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης κατηγορουμένου ο οποίος τελεί υπό κράτηση στο κράτος εκτέλεσης, εκτός εάν υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί, βάσει συγκεκριμένων και εξατομικευμένων ενδείξεων, ότι η εν λόγω εξέταση προσβάλλει τα θεμελιώδη δικαιώματα του κατηγορουμένου, ιδίως το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη και τα δικαιώματα υπεράσπισής του κατά την έννοια του άρθρου 47, παράγραφος 2, και του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Χάρτη.
4. Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
67. Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2014/41 έχει την έννοια ότι η εφαρμογή του λόγου άρνησης που προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη, ήτοι η αντίθεση προς τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου του κράτους εκτέλεσης, μπορεί να στηρίζεται σε γενικές οδηγίες που έχουν εκδοθεί στο κράτος μέλους εκτέλεσης και δεσμεύουν όλες τις αρχές εκτέλεσης ή εάν απαιτείται in concreto εξέταση, η οποία να λαμβάνει υπόψη όλες τις κρίσιμες περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας του κράτους έκδοσης που διασφαλίζουν τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου.
68. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2014/41 προβλέπει ότι, εκτός από τους λόγους άρνησης της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης που προβλέπονται στο άρθρο 11 της εν λόγω οδηγίας, είναι επίσης δυνατή η άρνηση εκτέλεσης της ΕΕΕ για την εξέταση προσώπου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, εάν η εκτέλεση αυτή, σε συγκεκριμένη υπόθεση, αντίκειται στις θεμελιώδεις αρχές της νομοθεσίας του κράτους εκτέλεσης.
69. Από το γράμμα της ως άνω διάταξης και, ειδικότερα, από τη φράση «σε συγκεκριμένη υπόθεση» προκύπτει κατά τρόπο μάλλον προφανή ότι η εφαρμογή του σχετικού λόγου άρνησης που προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη απαιτεί από την αρχή εκτέλεσης να προβεί σε έλεγχο ο οποίος να λαμβάνει υπόψη όλες τις κρίσιμες περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός άρνησης πρέπει να θεμελιώνεται σε ειδική εκτίμηση της επίμαχης κατάστασης, κατά την οποία λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας του κράτους έκδοσης που διασφαλίζουν τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται, κατά τη γνώμη μου, από την απαίτηση περί στενής ερμηνείας των λόγων άρνησης εκτέλεσης που προβλέπονται στην οδηγία 2014/41 (43).
70. Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι οι βελγικές δικαστικές αρχές αρνήθηκαν την εκτέλεση της επίμαχης ΕΕΕ στηριζόμενες τόσο στη νομολογία του βελγικού Συνταγματικού Δικαστηρίου όσο και σε εγκύκλιο που έχει εκδώσει το σώμα των γενικών εισαγγελέων του Βελγίου (44). Ωστόσο, οι εν λόγω γενικού χαρακτήρα εκτιμήσεις δεν φαίνονται επαρκείς προκειμένου να στοιχειοθετήσουν τον λόγο άρνησης του άρθρου 24, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2014/41, ο οποίος απαιτεί ειδική εκτίμηση εκ μέρους των αρχών του κράτους εκτέλεσης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν, εν προκειμένω, η συμμετοχή στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης ενείχε τον κίνδυνο παραβίασης των γενικών αρχών του βελγικού δικαίου, κατά μείζονα λόγο δεδομένου ότι η ίδια η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου του Βελγίου παραπέμπει ρητώς στη νομολογία του ΕΔΔΑ, κατά την οποία η συμμετοχή σε επ’ ακροατηρίου συζήτηση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης δεν συνιστά, αφ’ εαυτής, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις και παρέχονται οι αναγκαίες εγγυήσεις (45).
71. Τούτου λεχθέντος, φρονώ ότι η απαίτηση διενέργειας ελέγχου που να λαμβάνει υπόψη όλες τις κρίσιμες περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης δεν αποκλείει, αυτή καθεαυτήν, την εκ μέρους των κρατών μελών έκδοση γενικών οδηγιών με σκοπό τη διευκόλυνση της εφαρμογής των θεμελιωδών αρχών του εθνικού τους δικαίου. Συνεπώς, στην περίπτωση κατά την οποία οι θεμελιώδεις αρχές του δικαίου κράτους μέλους αντιτίθενται στην εξέταση κατηγορουμένου κατά τη δίκη του μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, η ύπαρξη γενικών οδηγιών που έχουν εκδοθεί στο εν λόγω κράτος μέλος προς υπόμνηση του περιεχομένου των εν λόγω θεμελιωδών αρχών και προς διευκρίνιση των συνεπειών τους για τις εθνικές αρχές του εν λόγω κράτους μέλους στο πλαίσιο εκτέλεσης μιας ΕΕΕ δεν αντιβαίνει, κατά τη γνώμη μου, στο άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2014/41, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω αρχές εφαρμόζουν αυτές τις γενικές οδηγίες με συνεκτίμηση όλων των κρίσιμων περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης και εφόσον οι εν λόγω γενικές οδηγίες δεν έχουν νομικώς δεσμευτική ή απόλυτη ισχύ. Στο πλαίσιο αυτό, η εξατομικευμένη εξέταση που πρέπει να διενεργείται θα μπορούσε να συνίσταται στην εξακρίβωση του κατά πόσον η συγκεκριμένη υπόθεση εμπίπτει όντως στην περίπτωση που περιγράφεται στις εν λόγω γενικές οδηγίες.
72. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2014/41 έχει την έννοια ότι η εφαρμογή του λόγου άρνησης που προβλέπεται στη διάταξη αυτή, ήτοι η αντίθεση προς τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου του κράτους εκτέλεσης, μπορεί να στηρίζεται σε γενικές οδηγίες που εκδίδονται στο κράτος μέλος εκτέλεσης, οι οποίες δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα ούτε απόλυτη ισχύ, υπό την προϋπόθεση ότι η αρχή εκτέλεσης προβαίνει σε εξακρίβωση η οποία λαμβάνει υπόψη όλες τις κρίσιμες περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους έκδοσης που διασφαλίζουν τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου.
5. Επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος
73. Με το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/41, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 3 αυτής, έχει την έννοια ότι επιτρέπει σε δικαστική αρχή κράτους μέλους να εκδώσει ΕΕΕ για την προσωρινή μεταγωγή προσώπου που κρατείται στο κράτος μέλος εκτέλεσης προς το κράτος μέλος έκδοσης, με σκοπό την εξέτασή του υπό την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο επ’ ακροατηρίου συζήτησης κατά τη δίκη του, αφενός, προς συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων και, αφετέρου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η συμμετοχή του προσώπου αυτού στη δίκη του.
74. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/41, είναι δυνατή η έκδοση ΕΕΕ για την προσωρινή μεταγωγή προσώπου που κρατείται στο κράτος εκτέλεσης με σκοπό την εκτέλεση ερευνητικού μέτρου με το οποίο επιδιώκεται η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων για την οποία απαιτείται η παρουσία του στο έδαφος του κράτους έκδοσης, υπό τον όρο της επιστροφής του εν λόγω προσώπου εντός της προθεσμίας που ορίζει το κράτος εκτέλεσης. Επομένως, από το γράμμα της ως άνω διάταξης προκύπτει ότι είναι δυνατή η έκδοση μιας τέτοιου είδους ΕΕΕ στην περίπτωση κατά την οποία, όπως εν προκειμένω, απαιτείται η εξέταση ή ακρόαση του κατηγορουμένου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση για σκοπούς απόδειξης, η εξέταση δε αυτή παράλληλα διασφαλίζει την τήρηση της αρχής της δίκαιης δίκης και τον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης του ενδιαφερομένου.
75. Δεδομένου ότι με το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα ζητείται κατ’ ουσίαν, όπως και με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, να διευκρινιστεί εάν το γεγονός ότι το μέτρο το οποίο η αρχή έκδοσης επιδιώκει να εκτελεστεί από το κράτος μέλος εκτέλεσης εξυπηρετεί πλείονες σκοπούς αποκλείει τη δυνατότητα έκδοσης ΕΕΕ για τον σκοπό αυτόν, παραπέμπω στο σκεπτικό που αναπτύσσω συναφώς στα σημεία 34 έως 47 των παρουσών προτάσεων.
76. Εν προκειμένω, καθόσον η προσωρινή μεταγωγή δεν μπορεί να διαταχθεί μέσω ΕΕΣ, εναπόκειται στην αρχή έκδοσης να αποφασίσει ποιο ερευνητικό μέτρο είναι το πλέον κατάλληλο για την επίτευξη του αποδεικτικού σκοπού της επίμαχης ΕΕΕ. Ειδικότερα, στην πράξη, η αρχή έκδοσης θα μπορούσε να επιλέξει είτε να επαναλάβει την αρχικώς εκδοθείσα ΕΕΕ, προκειμένου να εξετάσει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης σύμφωνα με το άρθρο 24 της οδηγίας 2014/41, είτε να εκδώσει νέα ΕΕΕ με την οποία να ζητείται, όπως προτείνεται και στη νομική γνωμοδότηση του Eurojust, η προσωρινή μεταγωγή του HG σύμφωνα με το άρθρο 22 της οδηγίας, εφόσον πληρούνται και οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της. Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, εφόσον διασφαλίζονται όλες οι δικονομικές εγγυήσεις που προβλέπει το ιταλικό δίκαιο, η εξέταση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης θα μπορούσε να συνιστά μέτρο εξίσου αποτελεσματικό, αναλογικό και λιγότερο δαπανηρό σε σχέση με την προσωρινή μεταγωγή (46).
77. Για λόγους πληρότητας, κρίνεται σκόπιμο να υπομνησθεί ότι το άρθρο 22, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/41 ορίζει ότι, εκτός από τους λόγους άρνησης της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης του άρθρου 11 της οδηγίας, είναι επίσης δυνατή η άρνηση εκτέλεσης της ΕΕΕ, εάν i) ο κρατούμενος δεν συναινεί στην προσωρινή μεταγωγή ή ii) η προσωρινή μεταγωγή ενδέχεται να παρατείνει την κράτηση του εν λόγω προσώπου. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι το άρθρο 22 δεν προβλέπει λόγο άρνησης αντίστοιχο με τον προβλεπόμενο στο άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας, ο οποίος βασίζεται στον σεβασμό των «θεμελιωδών αρχών του δικαίου του κράτους εκτέλεσης».
78. Εν προκειμένω, από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι οι βελγικές δικαστικές αρχές απέρριψαν την πρόταση περί προσωρινής μεταγωγής, η οποία είχε περιληφθεί στη νομική γνωμοδότηση του Eurojust, με μόνη αιτιολογία ότι η εξέταση του κατηγορουμένου στο πλαίσιο της ποινικής δίκης δεν συνιστά ερευνητικό μέτρο (47). Όπως, όμως, προκύπτει από το προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων, η συγκεκριμένη αιτιολογία δεν δύναται να θεμελιώσει λόγο άρνησης εκτέλεσης. Σημειώνεται, εξάλλου, ότι οι βελγικές αρχές θα μπορούσαν να αρνηθούν την προσωρινή μεταγωγή για λόγους σχετιζόμενους με τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων μόνον εφόσον, κατόπιν εξέτασης όλων των πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης, βασίζονταν στο άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της οδηγίας, επικαλούμενες σοβαρούς λόγους να θεωρηθεί ότι η εκτέλεση απόφασης για την προσωρινή μεταγωγή του κρατουμένου προσώπου είναι ασύμβατη με την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 6 ΣΕΕ και τον Χάρτη. Πάντως, μια τέτοια ασυμβατότητα δεν είναι καθόλου προφανής, ιδίως στον βαθμό που η προσωρινή μεταγωγή προβλέπεται ρητώς από την οδηγία 2014/41.
79. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/41, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας, έχει την έννοια ότι επιτρέπει την έκδοση ΕΕΕ για την προσωρινή μεταγωγή, προς το κράτος μέλος έκδοσης, προσώπου που τελεί υπό κράτηση στο κράτος μέλος εκτέλεσης, προκειμένου το πρόσωπο αυτό να εξετασθεί υπό την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο επ’ ακροατηρίου συζήτησης κατά τη δίκη του, εφόσον η ΕΕΕ αποσκοπεί στη λήψη αποδεικτικών στοιχείων, το γεγονός δε ότι η αρχή έκδοσης επιδιώκει επίσης, με την έκδοση ΕΕΕ, να παράσχει στον κατηγορούμενο δυνατότητα συμμετοχής στη δίκη του δεν αποκλείει, αυτό καθεαυτό, την έκδοση ΕΕΕ.
V. Πρόταση
80. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Tribunale ordinario di Firenze (πρωτοδικείο Φλωρεντίας, Ιταλία) ως εξής:
1) Το άρθρο 24 της οδηγίας 2014/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, περί της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας σε ποινικές υποθέσεις, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 3 και υπό το πρίσμα των αιτιολογικών σκέψεων 25 και 26 της εν λόγω οδηγίας,
έχει την έννοια ότι:
επιτρέπει την έκδοση ευρωπαϊκής εντολής έρευνας για την εξέταση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης κατηγορουμένου που τελεί υπό κράτηση στο κράτος εκτέλεσης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, εφόσον η εντολή αυτή αποσκοπεί στη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, το γεγονός δε ότι με την εν λόγω εντολή έρευνας η αρχή έκδοσης επιδιώκει, επιπροσθέτως, να παράσχει στον κατηγορούμενο τη δυνατότητα να παραστεί στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης δεν αποκλείει, αφ’ εαυτού, την έκδοση της εν λόγω εντολής έρευνας.
2) Το άρθρο 10 της οδηγίας 2014/41, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 24 αυτής,
έχει την έννοια ότι:
δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκής εντολής έρευνας για την εξέταση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης προσώπου υπό την ιδιότητα του κατηγορουμένου κατά τη δίκη του με την αιτιολογία ότι ένα τέτοιο μέτρο δεν προβλέπεται στο πλαίσιο παρόμοιας εγχώριας υπόθεσης.
3) Το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2014/41, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
έχει την έννοια ότι:
η αρχή εκτέλεσης δεν δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκής εντολής έρευνας για την εξέταση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης κατηγορουμένου ο οποίος τελεί υπό κράτηση στο κράτος εκτέλεσης, εκτός εάν υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί, βάσει συγκεκριμένων και εξατομικευμένων ενδείξεων, ότι η εν λόγω εξέταση προσβάλλει τα θεμελιώδη δικαιώματα του κατηγορουμένου, ιδίως το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη και τα δικαιώματα υπεράσπισής του κατά την έννοια του άρθρου 47, παράγραφος 2, και του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
4) Το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2014/41
έχει την έννοια ότι:
η εφαρμογή του λόγου άρνησης που προβλέπεται στη διάταξη αυτή, ήτοι η αντίθεση προς τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου του κράτους εκτέλεσης, μπορεί να στηρίζεται σε γενικές οδηγίες που εκδίδονται στο κράτος μέλος εκτέλεσης, οι οποίες δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα ούτε απόλυτη ισχύ, υπό την προϋπόθεση ότι η αρχή εκτέλεσης προβαίνει σε εξακρίβωση η οποία λαμβάνει υπόψη όλες τις κρίσιμες περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους έκδοσης που διασφαλίζουν τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου.
5) Το άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/41, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας,
έχει την έννοια ότι:
επιτρέπει την έκδοση ευρωπαϊκής εντολής έρευνας για την προσωρινή μεταγωγή, προς το κράτος μέλος έκδοσης, προσώπου που τελεί υπό κράτηση στο κράτος μέλος εκτέλεσης, προκειμένου το πρόσωπο αυτό να εξετασθεί υπό την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο επ’ ακροατηρίου συζήτησης κατά τη δίκη του, εφόσον η ΕΕΕ αποσκοπεί στη λήψη αποδεικτικών στοιχείων, το γεγονός δε ότι η αρχή έκδοσης επιδιώκει επίσης, με την έκδοση ΕΕΕ, να παράσχει στον κατηγορούμενο δυνατότητα συμμετοχής στη δίκη του δεν αποκλείει, αυτό καθεαυτό, την έκδοση ΕΕΕ.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
i Η ονομασία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.
2 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, περί της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας σε ποινικές υποθέσεις (ΕΕ 2014, L 130, σ. 1).
3 Σύμφωνα με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ 2002, L 190, σ. 1).
4 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2025, Delda (C‑583/23, στο εξής: απόφαση Delda, EU:C:2025:6).
5 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 5ης Οκτωβρίου 2006, Marcello Viola κατά Ιταλίας (CE:ECHR:2006:1005JUD004510604, στο εξής: απόφαση Marcello Viola), της 9ης Νοεμβρίου 2006, Golubev κατά Ρωσίας (CE:ECHR:2006:1109DEC002626002), της 27ης Νοεμβρίου 2007, Zagaria κατά Ιταλίας (CE:ECHR:2007:1127JUD005829500), της 27ης Νοεμβρίου 2007, Asciutto κατά Ιταλίας (CE:ECHR:2007:1127JUD003579502), της 9ης Νοεμβρίου 2006, Golubev κατά Ρωσίας (CE:ECHR:2006:1109DEC002626002), της 2ας Νοεμβρίου 2010, Sakhnovski κατά Ρωσίας (CE:ECHR:2010:1102JUD002127203), της 16ης Φεβρουαρίου 2016, Yevdokimov κ.λπ. κατά Ρωσίας (CE:ECHR:2016:0216JUD002723605), της 2ας Οκτωβρίου 2018, Bivolaru κατά Ρουμανίας (αριθ. 2) (CE:ECHR:2018:1002JUD006658012), και της 8ης Ιουνίου 2021, Dijkhuizen κατά Κάτω Χωρών (CE:ECHR:2021:0608JUD0061591160).
6 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας (ΕΕ 2016, L 65, σ. 1).
7 Στις 26 Φεβρουαρίου 2015 εκδόθηκε σε βάρος του HG απόφαση περί παραπομπής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου για πλείονες αξιόποινες πράξεις που συνδέονταν με τη συμμετοχή του σε οργάνωση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Σύμφωνα με τα αποδιδόμενα πραγματικά περιστατικά, από το 2007 έως το 2009 ο τελευταίος φέρεται να υπήρξε ένας εκ των επικεφαλής της οργάνωσης, συντονίζοντας τις παράνομες δραστηριότητες από την Αμβέρσα (Βέλγιο), όπου και διέμενε. Κατά τη διάρκεια της ποινικής έρευνας, συμπληρώθηκε ο χρόνος της προσωρινής κράτησης που είχε επιβληθεί σε βάρος του HG κατόπιν εκτέλεσης ΕΕΣ, καθώς και ο χρόνος της κράτησης που είχε διαταχθεί σε εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής επιβληθείσας στο Βέλγιο, οπότε, κατά τον χρόνο έκδοσης της αποφάσεως περί παραπομπής ο HG είχε ήδη αφεθεί ελεύθερος λόγω παρέλευσης του ανώτατου χρονικού ορίου προσωρινής κράτησης.
8 Αντιθέτως, το βελγικό δίκαιο προβλέπει τη δυνατότητα εξέτασης μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης ορισμένων μαρτύρων (και δη εκείνων που απειλούνται ή που διαμένουν στην αλλοδαπή) και πραγματογνωμόνων (συγκεκριμένα εκείνων που διαμένουν στην αλλοδαπή).
9 Απόφαση της 21ης Ιουνίου 2018, αριθ. 76/2018.
10 Εγκύκλιος της 16ης Ιουλίου 2021, 880/2021.
11 Βλ. νόμο αριθ. 67 της 28ης Απριλίου 2014, όπως τροποποιήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 150 της 10ης Οκτωβρίου 2022, με την ονομασία «μεταρρύθμιση Cartabia».
12 Μια τέτοια μεταγωγή μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της έκδοσης ΕΕΣ. Εν προκειμένω, ωστόσο, δεν πληρούνται όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση ενός τέτοιου εντάλματος, καθόσον η διάταξη περί προσωρινής κράτησης ή περί εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής δεν έχει εκδοθεί στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας (βλ. άρθρα 28 και 29, παράγραφος 1, του νόμου 69/2005, που εκδόθηκε σε εφαρμογή της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584).
13 Βλ. απόφαση της 20ής Μαρτίου 2025, Arce (C‑365/23, EU:C:2025:192, σκέψη 38).
14 Βλ. σημείο 19 των παρουσών προτάσεων.
15 Πρβλ. απόφαση Delda (σκέψη 26) και αιτιολογική σκέψη 34 της οδηγίας 2014/41.
16 Εκτός από τη σύσταση κοινής ομάδας έρευνας και τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο κοινής ομάδας έρευνας. Επιπλέον, από την αιτιολογική σκέψη 9 της οδηγίας 2014/41 προκύπτει ότι αυτή δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στους διασυνοριακούς ελέγχους βάσει της σύμβασης για την εφαρμογή της συμφωνίας Σένγκεν.
17 Η υπογράμμιση δική μου.
18 Το Δικαστήριο έχει ήδη αναφερθεί στη δυνατότητα έκδοσης ΕΕΕ με σκοπό την εξέταση διωκομένου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης στο πλαίσιο παρεπόμενων διαδικαστικών σταδίων που έπονται της καταδίκης του [βλ. απόφαση της 11ης Μαρτίου 2020, SF (Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως – Εγγύηση διαμεταγωγής στο κράτος μέλος εκτελέσεως), C‑314/18, EU:C:2020:191, σκέψεις 56, 61 και 62].
19 Βλ. απόφαση Delda (σκέψεις 27 έως 35).
20 Βλ. απόφαση Delda (σκέψεις 37 και 49). Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ΕΕΕ την οποία εξέδωσαν οι ισπανικές δικαστικές αρχές απευθυνόμενη προς τις γαλλικές δικαστικές αρχές προκειμένου, μεταξύ άλλων, να επιδοθεί στην AK, η οποία τελούσε υπό κράτηση στη Γαλλία, διάταξη περί απαγγελίας κατηγορίας που είχε εκδοθεί από ισπανικό δικαστήριο, προκειμένου να της δοθεί η δυνατότητα, παρουσία του δικηγόρου της, «να παράσχει εξηγήσεις κατά νόμον επί των επίμαχων πραγματικών περιστατικών», δεν είχε ως αντικείμενο τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, αλλά συνιστούσε δικονομική υποχρέωση που αποσκοπεί στη συνέχιση της διαδικασίας ποινικής δίωξης που είχε κινηθεί κατά της AK, και ότι, ως εκ τούτου, η επίδοση μιας τέτοιας πράξης δεν διεπόταν, κατ’ αρχήν, από την οδηγία 2014/41, αλλά από το άρθρο 5 της σύμβασης που καταρτίστηκε από το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 34 [ΣΕΕ], για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της [Ένωσης] (ΕΕ 2000, C 197, σ. 3).
21 Βλ. απόφαση Delda (σκέψεις 42 έως 44, και 49). Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι το αίτημα εξέτασης προσώπου για το οποίο έχει εκδοθεί η διάταξη περί απαγγελίας κατηγορίας, μολονότι μνημονεύεται ρητώς στο άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, και στο άρθρο 24, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2014/41 ως μέτρο δυνάμενο να αποτελέσει αντικείμενο ΕΕΕ, εντούτοις, για να μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, πρέπει «να έχει ως σκοπό τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων». Αντιστρόφως, μια εξέταση η οποία έχει ως μοναδικό σκοπό να δοθεί στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να παράσχει εξηγήσεις επί της σε βάρος του κινηθείσας ποινικής διαδικασίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ερευνητικό μέτρο, κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας.
22 Βλ. απόφαση Delda (σκέψη 44).
23 Εξάλλου, αντιθέτως προς τη συλλογιστική του αιτούντος δικαστηρίου, η ερμηνεία αυτή δεν αναιρείται από την αιτιολογική σκέψη 26 της οδηγίας 2014/41. Υπενθυμίζεται ότι, κατά την εν λόγω αιτιολογική σκέψη, «[γ]ια λόγους αναλογικής χρήσης των [ΕΕΣ], οι δικαστικές αρχές θα πρέπει να εκτιμούν αν η ΕΕΕ θα αποτελούσε αποτελεσματικό και ανάλογο μέσο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας. Η αρχή έκδοσης θα πρέπει να εκτιμά ιδίως κατά πόσον η έκδοση ΕΕΕ για την εξέταση υπόπτου ή κατηγορουμένου με εικονοτηλεδιάσκεψη θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως αποτελεσματική εναλλακτική λύση». Πλην όμως, ο έλεγχος αυτός που βαρύνει την αρχή έκδοσης διενεργείται προκειμένου να ληφθεί υπόψη η εναλλακτική δυνατότητα εξέτασης του προσώπου εξ αποστάσεως, πάντοτε όμως για σκοπούς απόδειξης.
24 Βλ. ιδίως αιτιολογικές σκέψεις 5 έως 8, 21 και 38 της οδηγίας 2014/41, καθώς και προτάσεις μου στην υπόθεση WBS (C‑635/23, EU:C:2025:95, μνημονευόμενη στη σκέψη 25 νομολογία).
25 Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, εάν το κράτος έκδοσης συμπλήρωνε το τμήμα H2 του εντύπου της ΕΕΕ επιλέγοντας το τετραγωνίδιο «εξέταση υπόπτου ή κατηγορουμένου», τούτο θα μπορούσε να συνιστά επιβεβαίωση του γεγονότος ότι ο κύριος σκοπός της ΕΕΕ ήταν η εξέταση του προσώπου και όχι απλώς η παρουσία του στη δίκη.
26 Στην αιτιολογική σκέψη 10 της οδηγίας 2014/41 διευκρινίζεται ότι η διαθεσιμότητα θα πρέπει να αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου το ζητούμενο ερευνητικό μέτρο υφίσταται μεν στο δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, αλλά είναι κατά νόμον διαθέσιμο μόνο σε ορισμένες καταστάσεις, π.χ. όταν το μέτρο μπορεί να εκτελεστεί για αδικήματα συγκεκριμένης βαρύτητας, κατά προσώπων για τα οποία υπάρχει ήδη ένας ορισμένος βαθμός υποψίας ή με τη συναίνεση αυτών.
27 Συναφώς, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι, μολονότι το γράμμα του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/41 αναφέρεται απλώς σε «εξέταση», χωρίς να διευκρινίζει ότι πρόκειται για εξέταση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης ή άλλου είδους οπτικοακουστική μετάδοση, κατά την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, εφόσον εν προκειμένω η εξέταση υπόπτου ή κατηγορουμένου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης προορίζεται να διεξαχθεί στο έδαφος του κράτους μέλους εκτέλεσης, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η εξέταση αυτή συνιστά απλώς έναν από τους δυνατούς τρόπους διενέργειας της εξέτασης του εν λόγω προσώπου στο έδαφος του κράτους μέλους εκτέλεσης, κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας. Εξάλλου, στη σκέψη 41 της αποφάσεως Delda, το Δικαστήριο φαίνεται να εξομοιώνει το ερευνητικό μέτρο το οποίο προβλέπεται στις δύο αυτές διατάξεις. Περαιτέρω, η οδηγία δεν προβλέπει άλλα μέτρα εξέτασης πλην εκείνων που διενεργούνται μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης ή με άλλου είδους οπτικοακουστική μετάδοση (πρβλ. αιτιολογικές σκέψεις 24 έως 26 καθώς και άρθρα 24 και 25 της οδηγίας).
28 Βλ. αιτιολογική σκέψη 10 της οδηγίας 2014/41.
29 Πρβλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2021, Spetsializirana prokuratura (Δεδομένα σχετικά με την κίνηση και τη θέση) (C‑724/19, EU:C:2021:1020, σκέψη 49).
30 Η υπογράμμιση δική μου.
31 Βλ. αιτιολογική σκέψη 12 της οδηγίας 2014/41.
32 Πράγματι, το άρθρο 11, παράγραφος 3, της οδηγίας 2014/41 προβλέπει ότι, προτού αποφασίσει να μην αναγνωρίσει ή να μην εκτελέσει, εν όλω ή εν μέρει, μια ΕΕΕ, επί τη βάσει, μεταξύ άλλων, του στοιχείου στʹ της εν λόγω παραγράφου 3, η αρχή εκτέλεσης οφείλει να συμβουλεύεται την αρχή έκδοσης με κάθε πρόσφορο μέσο και, εάν χρειάζεται, ζητεί από την αρχή έκδοσης να της παράσχει αμελλητί κάθε απαραίτητη πληροφορία.
33 Βλ., μεταξύ άλλων, τις αιτιολογικές σκέψεις 2, 6 και 19 της οδηγίας 2014/41. Επομένως, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας, τα κράτη μέλη εκτελούν όλες τις ΕΕΕ με βάση την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης και τηρουμένων των διατάξεων της προμνησθείσας οδηγίας. Ομοίως, βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, η αρχή εκτέλεσης αναγνωρίζει άνευ ετέρου μια ΕΕΕ και μεριμνά για την εκτέλεσή της κατά τον ίδιο τρόπο και διαδικασία ως εάν επρόκειτο για ερευνητικό μέτρο διαταχθέν από αρχή του κράτους εκτέλεσης.
34 Επί παραδείγματι, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η έλλειψη «οποιουδήποτε μέσου ένδικης προστασίας» το οποίο να παρέχει τη δυνατότητα αμφισβήτησης, στο κράτος μέλος έκδοσης, μιας ΕΕΕ συνιστά προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη ικανή να αποκλείσει την εκτέλεση της εν λόγω ΕΕΕ από το κράτος μέλος εκτέλεσης (βλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2021, Gavanozov II, C‑852/19, EU:C:2021:902, σκέψεις 56 έως 62).
35 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 31ης Ιανουαρίου 2023, Puig Gordi κ.λπ. (C‑158/21, στο εξής: απόφαση Puig Gordi, EU:C:2023:57, σκέψεις 97, 102 και 106 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 29ης Ιουλίου 2024, Breian (C‑318/24 PPU, EU:C:2024:658, σκέψεις 38 και 77 έως 79 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Η νομολογία αυτή έχει την αφετηρία της στην απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, N. S. κ.λπ. (C‑411/10 και C‑493/10, EU:C:2011:865, σκέψεις 81 έως 94), σχετικά με τον κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη, στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου.
36 Υπενθυμίζεται ότι στην απόφασή του της 9ης Νοεμβρίου 2023, Staatsanwaltschaft Aachen (C‑819/21, EU:C:2023:841, σκέψεις 28 έως 30), το Δικαστήριο έκρινε ότι η νομολογία αυτή μπορούσε να μεταφερθεί στην απόφαση-πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για το σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2008, L 327, σ. 27), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 81, σ. 24), η οποία αποτελεί μέσο ποινικής συνεργασίας στενά συνδεδεμένο με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, δεδομένου ότι αμφότερες αφορούν τα μέσα εκτέλεσης των στερητικών της ελευθερίας αποφάσεων· η δε απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε σε υπόθεση στην οποία προβαλλόταν, υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, η ύπαρξη συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών στο δικαιοδοτικό σύστημα του κράτους μέλους έκδοσης, ιδίως όσον αφορά την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας.
37 Βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις Puig Gordi (σκέψεις 102 και 106 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 29ης Ιουλίου 2024, Breian (C‑318/24 PPU, EU:C:2024:658, σκέψεις 78 και 79). Βλ. ωστόσο προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Richard de la Tour στην υπόθεση D. (C‑8/24, EU:C:2025:430, σημεία 37 έως 116), ο οποίος υποστηρίζει ότι το πλαίσιο της ανάλυσης μπορεί να διαφοροποιείται αναλόγως των ιδιαιτεροτήτων των σχετικών νομοθετημάτων (κατά τον χρόνο σύνταξης των παρουσών προτάσεων εκκρεμούσε η έκδοση της αποφάσεως).
38 Αντιθέτως, η διατύπωση του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος και οι διευκρινίσεις σχετικά με τη δικαιολόγηση υποβολής του εν λόγω ερωτήματος υποδηλώνουν ότι το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι εν προκειμένω ουδόλως συντρέχει τέτοιος κίνδυνος. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, κατ’ ουσίαν, ότι το νομικό πλαίσιο που θεσπίζει το ιταλικό δίκαιο όσον αφορά τη συμμετοχή του κατηγορουμένου στη δίκη του μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης συνάδει όχι μόνον με τις απαιτήσεις του άρθρου 24, παράγραφος 5, της οδηγίας 2014/41, αλλά και με εκείνες που απορρέουν από τη νομολογία του ΕΔΔΑ.
39 Εξάλλου, εάν η αρχή του κράτους εκτέλεσης διατηρεί αμφιβολίες ως προς τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων βάσει του εσωτερικού της δικαίου, δύναται πάντοτε να επικαλεστεί τον πρόσθετο λόγο άρνησης που προβλέπεται στο άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2014/41, διάταξη η οποία αποτελεί το αντικείμενο του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος.
40 Βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 2ας Οκτωβρίου 2018, Bivolaru κατά Ρουμανίας (αριθ. 2) (CE:ECHR:2018:1002JUD006658012, § 138 και 139 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), στην οποία το ΕΔΔΑ έκρινε ρητώς ότι η εξέταση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης συνιστά μέτρο το οποίο διασφαλίζει την αποτελεσματική συμμετοχή του υπόπτου ή κατηγορουμένου στη διαδικασία. Ειδικότερα, κατά την σκέψη 139: «[η] εν λόγω μέθοδος εξέτασης μπορ[εί] […] να αποτελέσει κατάλληλο μέσο για τη διασφάλιση της άμεσης και ταχείας εξέτασης του ενδιαφερομένου από το Ανώτατο Δικαστήριο» (η υπογράμμιση δική μου). Στην υπόθεση εκείνη, ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι δεν εξετάστηκε αυτοπροσώπως, πλην όμως το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε προσβολή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), καθόσον το αρμόδιο δικαστήριο είχε λάβει όλα τα μέτρα που ευλόγως αναμενόταν από αυτό εντός του εφαρμοστέου νομικού πλαισίου προκειμένου να διασφαλιστεί η παρουσία του κατηγορουμένου στη δίκη. Ομοίως, στην απόφαση Marcello Viola (§ 65 έως 67), το ΕΔΔΑ έκρινε επίσης ότι η παράσταση του κατηγορουμένου στη δίκη μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης δεν αντιβαίνει, αυτή καθεαυτήν, στην ΕΣΔΑ, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω διαδικασία προβλέπεται από τον νόμο και διασφαλίζεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ότι η εικονοτηλεδιάσκεψη επιδιώκει θεμιτό σκοπό και ότι η εφαρμογή της συνάδει με τις απαιτήσεις του σεβασμού του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Βλ. επίσης απόφαση του ΕΔΔΑ της 27ης Νοεμβρίου 2007, Asciutto κατά Ιταλίας (CE:ECHR:2007:1127JUD003579502, § 64 και 72).
41 Βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 16ης Φεβρουαρίου 2016, Yevdokimov κ.λπ. κατά Ρωσίας (CE:ECHR:2016:0216JUD002723605, § 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
42 Βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 2ας Νοεμβρίου 2010, Sakhnovski κατά Ρωσίας (CE:ECHR:2010:1102JUD002127203, § 98 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
43 Πρβλ. απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2020, Staatsanwaltschaft Wien (Πλαστογραφημένες εντολές πληρωμής) (C‑584/19, EU:C:2020:1002, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση Puig Gordi (σκέψη 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
44 Βλ. σημείο 19 των παρουσών προτάσεων.
45 Βλ. απόφαση της 21ης Ιουνίου 2018, no 76/2018, σκέψη B.10.4.1, η οποία παραπέμπει στην απόφαση του ΕΔΔΑ Marcello Viola (§ 67).
46 Εξάλλου, μολονότι δεν ασκεί επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι, κατά το αιτούν δικαστήριο, η έκδοση ΕΕΣ δεν ήταν πλέον δυνατή, θα ήθελα να τονίσω ότι η εξέταση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης θα μπορούσε να αποτελέσει εναλλακτικό και λιγότερο παρεμβατικό μέτρο σε σχέση με την προσωρινή μεταγωγή μέσω ΕΕΣ, η οποία συνεπάγεται στέρηση της προσωπικής ελευθερίας.
47 Πρέπει να σημειωθεί ότι η Βελγική Κυβέρνηση, στις παρατηρήσεις της, δεν ανέφερε κανένα άλλο σχετικό στοιχείο επί του ζητήματος αυτού, επιλέγοντας να μη διατυπώσει παρατηρήσεις επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος.