Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
LAILA MEDINA
της 10ης Ιουλίου 2025 (1)
Υπόθεση C‑258/24
Katholische Schwangerschaftsberatung
κατά
JB
[αίτηση του Bundesarbeitsgericht
(Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 2000/78/ΕΚ – Ίση μεταχείριση – Διαφορετική μεταχείριση λόγω θρησκείας – Άρθρο 4, παράγραφος 1 – Επαγγελματικές δραστηριότητες των εκκλησιών και άλλων οργανώσεων η δεοντολογία των οποίων εδράζεται στη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις – Θρήσκευμα ως ουσιώδης, θεμιτή και δικαιολογημένη επαγγελματική απαίτηση, λαμβανομένης υπόψη της δεοντολογίας της οργανώσεως – Απόλυση εργαζομένης λόγω αποχώρησής της από την Καθολική Εκκλησία – Άρθρο 17 ΣΛΕΕ – Άρθρα 10 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης »
I. Εισαγωγή
1. Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4 της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (2). Υποβλήθηκε από το Bundesarbeitsgericht (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, Γερμανία), στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Katholische Schwangerschaftsberatung, μιας ένωσης της γερμανικής Καθολικής Εκκλησίας, και της JB, πρώην υπαλλήλου της εν λόγω ένωσης. Η JB απολύθηκε λόγω της αποφάσεώς της να αποχωρήσει από την Καθολική Εκκλησία, η οποία, όπως υποστηρίζει, οφείλεται στην απροθυμία της να καταβάλλει την ειδική εισφορά που επιβάλλεται από την εν λόγω εκκλησία σε πρόσωπα των οποίων ο σύζυγος έχει υψηλότερο εισόδημα και δεν υπόκειται σε εκκλησιαστικό φόρο.
2. Η υπό κρίση υπόθεση αποτελεί άμεση συνέχεια των αποφάσεων που εκδόθηκαν στις υποθέσεις Egenberger (3) και IR (4), με τις οποίες το Δικαστήριο παρέσχε κρίσιμες κατευθύνσεις ως προς το εάν το θρήσκευμα ενός προσώπου μπορεί να συνιστά επαγγελματική απαίτηση στην περίπτωση που οι επαγγελματικές δραστηριότητες ασκούνται από εκκλησίες και δημόσιες ή ιδιωτικές ενώσεις η δεοντολογία των οποίων εδράζεται στη θρησκεία (5). Ως εκ τούτου, η υπό κρίση υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να παράσχει πρόσθετες διευκρινίσεις σχετικά με τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούν οι εν λόγω εκκλησίες και θρησκευτικές ενώσεις προκειμένου να μπορέσουν να επικαλεστούν επιτυχώς τις παρεκκλίσεις από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που απαριθμούνται στο άρθρο 4 της οδηγίας 2000/78, ιδίως δε αυτές που προβλέπονται από τη παράγραφο 2 του άρθρου αυτού. Συναφώς, πρέπει να ληφθούν επίσης υπόψη δύο σχετικές διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, δηλαδή (i) το άρθρο 17 ΣΛΕΕ, το οποίο ορίζει ρητώς ότι η Ένωση σέβεται και δεν θίγει το καθεστώς που έχουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο οι εκκλησίες και οι θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες στα κράτη μέλη, και (ii) το άρθρο 10 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (6), στο οποίο κατοχυρώνεται η ελευθερία μεταβολής θρησκεύματος κάθε προσώπου.
II. Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικά ερωτήματα
3. Η Katholische Schwangerschaftsberatung, ήτοι η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης (7), είναι μια γυναικεία επαγγελματική ένωση της Καθολικής Εκκλησίας στη Γερμανία. Σκοπός της είναι η παροχή αρωγής σε παιδιά, νέους, γυναίκες και τις οικογένειές τους που διαβιώνουν υπό ειδικές συνθήκες. Μεταξύ των διαφόρων σκοπών της περιλαμβάνεται η παροχή συμβουλών σε εγκύους, ιδίως όσον αφορά τις αμβλώσεις.
4. Οι συμβάσεις εργασίας που συνάπτει η αναιρεσείουσα με τους υπαλλήλους της παραπέμπουν ρητώς στον Grundordnung des kirchlichen Dienstes im Rahmen kirchlicher Arbeitsverhältnisse (βασικό κανονισμό της εκκλησιαστικής υπηρεσίας στο πλαίσιο των σχέσεων εργασίας στην Εκκλησία) της 22ας Σεπτεμβρίου 1993 (8). Ο κανονισμός αυτός θεσπίζει τους κανόνες που εφαρμόζει η Καθολική Εκκλησία στις εργασιακές της σχέσεις στη Γερμανία και καθορίζει, ιδίως, τις υποχρεώσεις πίστης και συμπεριφοράς των εργαζομένων.
5. Σύμφωνα με τον βασικό κανονισμό, οι σοβαρές παραβάσεις των υποχρεώσεων πίστης μπορούν να έχουν ως συνέπεια την απόλυση του εργαζομένου (9). Για κάθε εργαζόμενο, είτε καθολικό είτε μη καθολικό, θεωρείται σοβαρή παράβαση της υποχρεώσεως πίστης η δημόσια εναντίωση στις θεμελιώδεις αρχές της Καθολικής Εκκλησίας, όπως, για παράδειγμα, η προώθηση των αμβλώσεων ή της ξενοφοβίας (10). Επιπλέον, για τους καθολικούς εργαζομένους, η αποχώρηση από την Καθολική Εκκλησία συνιστά σοβαρή παράβαση της υποχρεώσεως πίστης (11).
6. Η JB είναι μητέρα πέντε τέκνων και εργαζόταν στην αναιρεσείουσα από το 2006, μεταξύ άλλων, ως σύμβουλος σε προγράμματα σχετικά με την εγκυμοσύνη. Τον Οκτώβριο του 2013, ενώ βρισκόταν σε γονική άδεια, η JB δήλωσε στην αρμόδια δημοτική αρχή την πρόθεσή της να αποχωρήσει από την Καθολική Εκκλησία. Λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής επιβαρύνσεως της οικογένειάς της, πρωταρχικός της σκοπός ήταν να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής της πρόσθετης εκκλησιαστικής εισφοράς στην οποία υπόκειτο ως καθολική στο πλαίσιο μικτού γάμου με σύζυγο που έχει υψηλό εισόδημα και δεν υπόκειται σε εκκλησιαστικό φόρο.
7. Έχοντας ενημερωθεί για την ως άνω απόφαση, η αναιρεσείουσα προσπάθησε αρχικώς να πείσει τη JB, μετά την επιστροφή της από τη γονική άδεια, να επανενταχθεί στην Καθολική Εκκλησία, ακολουθώντας τα στάδια που καθορίζονται από τον βασικό κανονισμό (12). Κατόπιν της αρνητικής απαντήσεως της JB, η αναιρεσείουσα προέβη στην απόλυσή της τον Ιούνιο του 2019, υποστηρίζοντας ότι η απόφασή της συνιστά σοβαρή παράβαση της υποχρεώσεως πίστης δυνάμει του βασικού κανονισμού. Κατά τον χρόνο καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, η αναιρεσείουσα απασχολούσε στην υπηρεσία συμβουλευτικής για τις αμβλώσεις έξι άτομα εκ των οποίων δύο ήταν μέλη της Ευαγγελικής Εκκλησίας.
8. Η JB προσέβαλε την απόφαση της αναιρεσείουσας ενώπιον των κατώτερων δικαστηρίων εργατικών διαφορών στη Γερμανία. Τα δικαστήρια αυτά έκαναν δεκτή την αγωγή της για παράνομη απόλυση και της επιδίκασαν αποζημίωση. Ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα προσέφυγε ενώπιον του Bundesarbeitsgericht (Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, Γερμανία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση, ζητώντας να αναιρεθούν οι αποφάσεις των κατωτέρων δικαστηρίων εργατικών διαφορών.
9. Κατά τη γνώμη του αιτούντος δικαστηρίου, η απόλυση της JB συνιστά διαφορετική μεταχείριση η οποία, κατ’ αρχήν, ισοδυναμεί με άμεση διάκριση λόγω θρησκείας κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/78, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής. Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το εάν σε περιπτώσεις όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι παρεκκλίσεις από την αρχή της ίσης μεταχείρισης που προβλέπονται από το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78, ή, επικουρικώς, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
10. Πρώτον, όσον αφορά το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78, το οποίο, κατ’ ουσίαν, αναφέρεται στις ουσιώδεις, θεμιτές και δικαιολογημένες επαγγελματικές απαιτήσεις βάσει του θρησκεύματος ενός προσώπου, το αιτούν δικαστήριο δεν αμφισβητεί ότι η αναιρεσείουσα αποτελεί θρησκευτική οργάνωση κατά την έννοια του εν λόγω εδαφίου. Εντούτοις, διερωτάται εάν η διατήρηση της ιδιότητας του μέλους συγκεκριμένης θρησκευτικής κοινότητας ή η επανένταξη στην κοινότητα αυτή μετά από ενδεχόμενη αποχώρηση δύναται να συνιστά επαγγελματική απαίτηση κατά τη διάταξη αυτή. Όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η αναιρεσείουσα δεν εξαρτά την άσκηση της επίμαχης δραστηριότητας από την ιδιότητα του μέλους της Καθολικής Εκκλησίας. Δεν απαιτεί καν από τους εργαζομένους της να αποτελούν μέλη οποιασδήποτε θρησκευτικής κοινότητας. Τούτου λεχθέντος, η αποχώρηση από την Καθολική Εκκλησία συνιστά, κατά το κανονικό δίκαιο, ένα από τα σοβαρότερα παραπτώματα κατά της πίστης και της ενότητας της εκκλησίας. Ως εκ τούτου, λαμβανομένης υπόψη της αυτονομίας των εκκλησιών που αναγνωρίζεται από το άρθρο 17 ΣΛΕΕ, το αιτούν δικαστήριο δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο ένας εργαζόμενος, κατόπιν της αποχώρησής του από την Καθολική Εκκλησία, να μη θεωρείται πλέον κατάλληλος για εργασία εντός της εκκλησίας αυτής.
11. Δεύτερον, όσον αφορά το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78, το οποίο αναφέρεται στο δικαίωμα των εκκλησιών να απαιτούν από τους εργαζομένους τους στάση καλής πίστεως και συμμόρφωσης προς τη δεοντολογία της εκάστοτε οργανώσεως, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το γράμμα του εν λόγω εδαφίου απαιτεί ρητώς την ικανοποίηση των κριτηρίων που προβλέπονται από το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78. Τούτο σημαίνει ότι τυχόν παρέκκλιση από την απαγόρευση της άμεσης διάκρισης κατά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78, εξαρτάται από την εξέταση των κριτηρίων που παρατίθενται στο πρώτο εδάφιο, ιδίως υπό το πρίσμα των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Egenberger και IR. Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το εάν το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78, έχει την έννοια ότι το καθήκον καλής πίστεως και συμμόρφωσης προς τη δεοντολογία αφορά τη δεοντολογία της εκκλησίας στην οποία ανήκει η θρησκευτική οργάνωση ή την ίδια την οργάνωση υπό την ιδιότητά της ως εργοδότη. Κατά τη γνώμη του αιτούντος δικαστηρίου, για παράδειγμα, ένας εργαζόμενος ενδέχεται να ενεργεί κακόπιστα έναντι της Καθολικής Εκκλησίας αποχωρώντας από αυτήν· ωστόσο, τούτο δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι ενεργεί κακόπιστα έναντι του εργοδότη του, προς τη δεοντολογία του οποίου οφείλει να συμμορφώνεται ο συγκεκριμένος εργαζόμενος κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
12. Τρίτον, όσον αφορά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, το οποίο εφαρμόζεται στις ουσιαστικές και καθοριστικές επαγγελματικές προϋποθέσεις, εφόσον ο στόχος τους είναι θεμιτός και έχουν αναλογικό χαρακτήρα, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η εν λόγω διάταξη δεν απαιτεί την εξέταση των εν λόγω κριτηρίων σε συνάρτηση με τη δεοντολογία του εργοδότη, αλλά υπό το πρίσμα της αντικειμενικής φύσεως των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων και του πλαισίου εντός του οποίου διεξάγονται. Από αυτή την άποψη, για τη δραστηριοποίηση στον τομέα της συμβουλευτικής εγκυμοσύνης δεν φαίνεται να είναι αντικειμενικώς απαραίτητη η διατήρηση της ιδιότητας του μέλους της Καθολικής Εκκλησίας. Ωστόσο, κατά το αιτούν δικαστήριο, δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς το ενδεχόμενο η δεοντολογία μιας οργάνωσης που εδράζεται στο θρήσκευμα να θεωρηθεί ως αντικειμενική απαίτηση, κατά την έννοια του άρθρου αυτού. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει και πάλι να συνεκτιμηθεί ενδεχομένως η αυτονομία των εκκλησιών, όπως προστατεύεται από το άρθρο 17 ΣΛΕΕ.
13. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Bundesarbeitsgericht (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως με την [οδηγία 2000/78], σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 1, και το άρθρο 21, παράγραφος 1, του [Χάρτη], εθνική ρύθμιση που προβλέπει ότι ιδιωτική οργάνωση, της οποίας η δεοντολογία εδράζεται στο θρήσκευμα, μπορεί να απαιτεί από τους εργαζομένους της να μην αποχωρούν από συγκεκριμένη εκκλησία κατά τη διάρκεια της σχέσης εργασίας ή να εξαρτά τη συνέχιση της σχέσης εργασίας από την προϋπόθεση ότι οι εργαζόμενοί της που αποχωρούν από συγκεκριμένη εκκλησία κατά τη διάρκεια της σχέσης εργασίας θα επανεντάσσονται σε αυτήν, εφόσον, κατά τα λοιπά, δεν απαιτεί από τους εργαζομένους της να ανήκουν στην εν λόγω εκκλησία και εφόσον ο εργαζόμενος δεν δραστηριοποιείται δημοσίως κατά τρόπο εχθρικό προς την εκκλησία;
2. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα: ποιες περαιτέρω προϋποθέσεις ισχύουν ενδεχομένως βάσει της [οδηγίας 2000/78], σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 1, και το άρθρο 21, παράγραφος 1, του [Χάρτη], για τη δικαιολόγηση τέτοιας διαφορετικής μεταχείρισης λόγω θρησκείας;»
14. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Απριλίου 2024. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Ελληνική Δημοκρατία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι διάδικοι της κύριας δίκης. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 17 Μαρτίου 2025 ενώπιον του τμήματος μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου, παρέστησαν άπαντες οι μετέχοντες στη διαδικασία που είχαν καταθέσει γραπτές παρατηρήσεις.
III. Ανάλυση
15. Με τα δύο προδικαστικά ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να του παρασχεθούν κατευθύνσεις για την ερμηνεία της οδηγίας 2000/78, υπό το πρίσμα του άρθρου 10, παράγραφος 1, και του άρθρου 21, παράγραφος 1, του Χάρτη.
16. Μολονότι κανένα από τα ως άνω προδικαστικά ερωτήματα δεν αναφέρεται ρητώς σε συγκεκριμένη διάταξη της εν λόγω οδηγίας, από τις εκτιμήσεις που παρατίθενται στη διάταξη περί παραπομπής φαίνεται ότι, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78 ή, επικουρικώς, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, έχουν την έννοια ότι η απόλυση εργαζομένου από θρησκευτική οργάνωση λόγω της αποφάσεώς του να αποχωρήσει από την εκκλησία στην οποία ανήκει η εν λόγω οργάνωση, συνιστά διάκριση. Το αιτούν δικαστήριο θέτει το συγκεκριμένο ερώτημα όσον αφορά, ιδίως, περιπτώσεις στις οποίες η άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας δεν εξαρτάται από την ιδιότητα του εργαζομένου ως μέλους της συγκεκριμένης εκκλησίας και ο εργαζόμενος δεν δραστηριοποιείται δημοσίως κατά τρόπο αντίθετο προς τη δεοντολογία της εκκλησίας αυτής. Στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι τούτο δεν συνιστά διάκριση, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο, με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, να αποσαφηνίσει τις προϋποθέσεις, εφόσον υπάρχουν, που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη προκειμένου να δικαιολογηθεί η διαφορετική αυτή μεταχείριση λόγω θρησκείας.
17. Στις παρούσες προτάσεις, βάσει της αλληλουχίας με την οποία διατυπώνονται οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου, θα εξετάσω, όσον αφορά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, εάν μια κατάσταση όπως αυτή που περιγράφεται στη διάταξη περί παραπομπής μπορεί να καλύπτεται από τις παρεκκλίσεις που περιέχονται στα δύο εδάφια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής καμία από τις εν λόγω παρεκκλίσεις, θα εξετάσω ακολούθως εάν, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, μπορεί να έχει εφαρμογή η παρέκκλιση που προβλέπεται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας. Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα θα εξεταστεί μόνον εφόσον διαπιστωθεί ότι τυγχάνει εφαρμογής κάποια από τις προαναφερθείσες διατάξεις, όπερ αποτελεί τη βασική παραδοχή στην οποία στηρίζεται το εν λόγω ερώτημα.
Α. Άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78
18. Σκοπός της οδηγίας 2000/78, όπως αναφέρεται στο άρθρο της 1, είναι η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω, μεταξύ άλλων, θρησκείας ή πεποιθήσεων στον τομέα της απασχολήσεως και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως στα κράτη μέλη (13). Συνεπώς, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η οδηγία 2000/78 συγκεκριμενοποιεί, στον τομέα που καλύπτει, τη γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων η οποία κατοχυρώνεται πλέον στο άρθρο 21 του Χάρτη (14).
19. Επιπλέον, το γενικό πλαίσιο για την καταπολέμηση των διακρίσεων που θεσπίζεται από την οδηγία 2000/78 περιέχει, στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, μια ρητή διάταξη η οποία αφορά τη διαφορετική μεταχείριση λόγω θρησκείας στην περίπτωση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων των εκκλησιών ή άλλων θρησκευτικών οργανώσεων.
20. Ειδικότερα, το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78, ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν την ισχύουσα νομοθεσία ή να προβλέψουν σε μελλοντική νομοθεσία διατάξεις κατά τις οποίες, στην περίπτωση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων εντός των εκκλησιών και άλλων θρησκευτικών οργανώσεων, η διαφορετική μεταχείριση που εδράζεται στο θρήσκευμα ενός προσώπου δεν συνιστά διάκριση. Προκειμένου να ισχύει αυτό, το εν λόγω εδάφιο ορίζει ότι το θρήσκευμα του ενδιαφερομένου πρέπει να αποτελεί ουσιώδη, θεμιτή και δικαιολογημένη επαγγελματική απαίτηση, λαμβανομένης υπόψη της δεοντολογίας της οργάνωσης. Επιπλέον, η διαφορετική αυτή μεταχείριση πρέπει να ασκείται τηρουμένων των συνταγματικών διατάξεων και αρχών των κρατών μελών, καθώς και των γενικών αρχών του ενωσιακού δικαίου και δεν μπορεί να αιτιολογεί διάκριση η οποία βασίζεται σε άλλους λόγους.
21. Από τη μεριά του, το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78 προβλέπει, κατ’ ουσίαν, ότι, εφόσον οι διατάξεις της τηρούνται κατά τα λοιπά, η εν λόγω οδηγία δεν θίγει το δικαίωμα των εκκλησιών και των λοιπών θρησκευτικών οργανώσεων, εφόσον ενεργούν σύμφωνα με τις εθνικές συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις, να απαιτούν από τα πρόσωπα που εργάζονται για λογαριασμό τους στάση καλής πίστεως και συμμόρφωσης προς τη δεοντολογία τους.
22. Όσον αφορά το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η νομιμότητα, υπό το πρίσμα της διατάξεως αυτής, μιας διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω θρησκεύματος ή πεποιθήσεων εξαρτάται από το κατά πόσον υφίσταται αντικειμενικώς επαληθεύσιμος άμεσος σύνδεσμος μεταξύ της επαγγελματικής απαιτήσεως που επιβάλλει ο εργοδότης και της σχετικής δραστηριότητας (15). Ως εκ τούτου, η εκκλησία ή οποιαδήποτε άλλη θρησκευτική οργάνωση μπορεί να επιφυλάσσει διαφορετική μεταχείριση στους εργαζομένους της μόνον εάν, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της σχετικής επαγγελματικής δραστηριότητας ή του πλαισίου εντός του οποίου ασκείται η δραστηριότητα αυτή, το θρήσκευμα αποτελεί ουσιώδη, θεμιτή και δικαιολογημένη επαγγελματική απαίτηση, λαμβανομένης υπόψη της δεοντολογίας της εν λόγω εκκλησίας ή οργανώσεως (16).
23. Πιο συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, πρώτον, η χρήση του επιθέτου «ουσιώδης» στο άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78, σημαίνει ότι το θρήσκευμα ή οι πεποιθήσεις επί των οποίων εδράζεται η δεοντολογία της συγκεκριμένης εκκλησίας ή οργανώσεως πρέπει να είναι απαραίτητα, λόγω της σημασίας που έχει η σχετική επαγγελματική δραστηριότητα για την επιβεβαίωση της δεοντολογίας αυτής ή για την άσκηση από την εκκλησία ή την οργάνωση αυτή του δικαιώματός της αυτονομίας, όπως αυτό αναγνωρίζεται από το άρθρο 17 ΣΛΕΕ (17).
24. Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι η χρήση του όρου «θεμιτός» καταδεικνύει ότι πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να διασφαλίσει ότι η απαίτηση σχετικά με το θρήσκευμα στο οποίο εδράζεται η δεοντολογία της συγκεκριμένης εκκλησίας ή οργανώσεως δεν εξυπηρετεί την επιδίωξη σκοπού ξένου προς τη δεοντολογία αυτή ή προς την άσκηση από την εκκλησία ή την οργάνωση αυτή του δικαιώματός της αυτονομίας (18).
25. Τέλος, ο όρος «δικαιολογημένος» δεν συνεπάγεται μόνον ότι ο έλεγχος της τηρήσεως των κριτηρίων του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78 μπορεί να διενεργείται από εθνικό δικαστήριο, αλλά, επίσης, ότι η εκκλησία ή η οργάνωση που επέβαλε την απαίτηση αυτή υποχρεούται να αποδείξει, υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ότι ο προβαλλόμενος κίνδυνος να προσβληθεί η δεοντολογία της ή το δικαίωμά της αυτονομίας είναι πιθανός και σοβαρός, με αποτέλεσμα να είναι πράγματι αναγκαίο να τεθεί μια τέτοια απαίτηση (19).
26. Στην υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να επισημανθεί, ως προκαταρκτική παρατήρηση, ότι η επίμαχη απόλυση στην κύρια δίκη συνιστά, κατά την κρίση του αιτούντος δικαστηρίου, διαφορετική μεταχείριση λόγω θρησκείας. Περαιτέρω, το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση ισοδυναμεί με άμεση διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/78, καθόσον, κατ’ ουσίαν, η απόφαση για την απόλυση της JB δεν ελήφθη βάσει μιας εκ πρώτης όψεως ουδέτερης διατάξεως, κριτηρίου ή πρακτικής, αλλά βάσει ενός κανόνα που εφαρμόζεται αποκλειστικά και μόνο στους εργαζομένους που αποτελούν μέλη της Καθολικής Εκκλησίας και όχι στους εργαζομένους που ανήκουν σε οποιαδήποτε άλλη θρησκεία ή δεν ανήκουν σε καμία θρησκεία.
27. Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (20), απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει αν, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, η διαφορετική μεταχείριση συνιστά διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78. Απόκειται επίσης στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει εάν η επίμαχη διάκριση πρέπει να χαρακτηριστεί ως άμεση, δυνάμει του στοιχείου αʹ της εν λόγω διάταξης, ή έμμεση, δυνάμει του στοιχείου βʹ της διάταξης αυτής.
28. Ως εκ τούτου, παρότι η αναιρεσείουσα αμφισβητεί, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το αιτούν δικαστήριο όσον αφορά την επίμαχη στην κύρια δίκη διαφορετική μεταχείριση, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να εξετάσει το συγκεκριμένο ζήτημα, καθόσον κανένα από τα προδικαστικά ερωτήματα δεν αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την εκτίμηση του αιτούντος δικαστηρίου –η οποία δεν αμφισβητήθηκε από κανέναν από τους μετέχοντες στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου– ότι η αναιρεσείουσα εμπίπτει στην κατηγορία των θρησκευτικών οργανώσεων κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78.
29. Όσον αφορά τα τρία κριτήρια του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78 τα οποία εφαρμόζονται στις κατά τη διάταξη αυτή επαγγελματικές απαιτήσεις, επιβάλλεται να επισημανθεί ότι έχουν σωρευτικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, η μη συνδρομή ενός εξ αυτών των κριτηρίων αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση της απορρέουσας από την εν λόγω διάταξη παρεκκλίσεως προκειμένου να δικαιολογηθεί η διαφορετική μεταχείριση λόγω θρησκείας.
30. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση στην οποία, κατά τη γνώμη μου, η επαγγελματική απαίτηση κατά την οποία οι εργαζόμενοι που αποτελούν μέλη μιας εκκλησίας υποχρεούνται να μην αποχωρήσουν από αυτήν, προκειμένου να μην έρθουν αντιμέτωποι με τον κίνδυνο απολύσεως, δεν πληροί το κριτήριο του ουσιώδους χαρακτήρα που προβλέπεται από το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78, λαμβανομένης υπόψη μιας επαγγελματικής δραστηριότητας όπως αυτή που περιγράφεται στη διάταξη περί παραπομπής.
31. Πράγματι, όπως προκύπτει με σαφήνεια από τη νομολογία του Δικαστηρίου που παρατίθεται στο σημείο 23 των παρουσών προτάσεων, για να πληρούται το κριτήριο του θεμελιώδους χαρακτήρα, η επαγγελματική απαίτηση πρέπει να είναι, πρωτίστως, απαραίτητη λόγω της σημασίας που έχει η σχετική επαγγελματική δραστηριότητα για την επιβεβαίωση της δεοντολογίας αυτής ή για την άσκηση από την εκκλησία ή την οργάνωση αυτή του δικαιώματός της αυτονομίας. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78, κατά την εξέταση του ζητήματος εάν πληρούται το συγκεκριμένο κριτήριο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση της επαγγελματικής δραστηριότητας και το πλαίσιο εντός του οποίου ασκείται η δραστηριότητα αυτή. Κατ’ ουσίαν, τούτο σημαίνει ότι μια επαγγελματική απαίτηση λογίζεται ως θεμελιώδης, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, όταν, λόγω της φύσεως και του πλαισίου εντός του οποίου ασκείται η σχετική επαγγελματική δραστηριότητα, το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος δεν αποτελεί μέλος συγκεκριμένης θρησκείας τον καθιστά ακατάλληλο να ασκεί τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, λαμβανομένης υπόψη της δεοντολογίας της οργανώσεως.
32. Ωστόσο, η επαγγελματική απαίτηση που συνίσταται στην προϋπόθεση ο εργαζόμενος να εξακολουθεί να αποτελεί μέλος συγκεκριμένης εκκλησίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιώδης όταν η ίδια η θρησκευτική οργάνωση, υπό την ιδιότητα του εργοδότη, δεν εξαρτά την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας από την ως άνω συμμετοχή ή, κατά μείζονα λόγο, απασχολεί άτομα τα οποία ανήκουν σε άλλα θρησκεύματα για την εκτέλεση της εν λόγω δραστηριότητας.
33. Συναφώς, επιβάλλεται να υπογραμμισθεί ότι, στην περίπτωση αυτή, δεν απαιτείται να εξακριβωθεί προκαταρκτικώς εάν η επίμαχη επαγγελματική δραστηριότητα είναι σημαντική για την επιβεβαίωση της δεοντολογίας της θρησκευτικής οργάνωσης ή για την άσκηση του δικαιώματος αυτονομίας της. Σε τελική ανάλυση, η ίδια η θρησκευτική οργάνωση είναι αυτή η οποία συνέλαβε εξαρχής και καθόρισε τη φύση της επαγγελματικής δραστηριότητας και έκρινε ότι για την άσκησή της δεν απαιτείται η ιδιότητα του μέλους σε οποιαδήποτε εκκλησία. Επιπλέον, είναι προφανές ότι όταν το προσωπικό που απασχολείται στην επαγγελματική δραστηριότητα αποτελείται από μέλη διαφόρων θρησκευτικών κοινοτήτων, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, το πλαίσιο εντός του οποίου ασκείται η δραστηριότητα αυτή δεν παρέχει ομοίως τη δυνατότητα να θεωρηθεί ότι η διατήρηση της ιδιότητας του μέλους μιας εκκλησίας συνιστά ουσιώδη υποχρέωση η παράβαση της οποίας καθιστά τον εργαζόμενο ακατάλληλο για την εκτέλεση των καθηκόντων του.
34. Ωστόσο, η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι που ασκούν μια επαγγελματική δραστηριότητα δεν υποχρεούνται να αποτελούν μέλη συγκεκριμένης εκκλησίας δεν είναι ισοδύναμο με την απαίτηση μη αποχώρησης από την εκκλησία αυτή κατά την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσεως. Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που παρέχει το αιτούν δικαστήριο στη διάταξη περί παραπομπής, η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης επισημαίνει, κατ’ ουσίαν, ότι η αποχώρηση από την Καθολική Εκκλησία αποτελεί, δυνάμει του κανονικού δικαίου, ένα από τα πλέον σοβαρά παραπτώματα έναντι της εκκλησίας αυτής. Όπως υποστηρίζει, αυτό έχει γίνει δεκτό στο γερμανικό δίκαιο, ιδίως δε στη νομολογία του Bundesverfassungsgericht (Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, Γερμανία), το οποίο έχει αναγνωρίσει ότι η αποχώρηση από την Καθολική Εκκλησία αποτελεί έγκυρο λόγο καταγγελίας της σχέσης εργασίας υπό το πρίσμα του δικαιώματος αυτοκαθορισμού της εκκλησίας αυτής. Για τον λόγο αυτόν, κατά την αναιρεσείουσα, λαμβανομένης υπόψη της αυτονομίας που, κατά το άρθρο 17 ΣΛΕΕ, πρέπει να αναγνωρίζεται σε μια εκκλησία κατά τη διαμόρφωση των εργασιακών της σχέσεων σε ένα κράτος μέλος, επαγγελματικές απαιτήσεις όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν πρέπει να θεωρούνται διακρίσεις δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78.
35. Συναφώς, θα ήθελα, εκ προοιμίου, να υπενθυμίσω εν συντομία ότι το άρθρο 17 ΣΛΕΕ εκφράζει την ουδετερότητα της Ένωσης όσον αφορά την οργάνωση, από τα κράτη μέλη, των σχέσεών τους με τις εκκλησίες και τις θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες (21). Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (22), η ουδετερότητα αυτή έχει ήδη ενσωματωθεί στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας (23), σκοπός του οποίου είναι να εξασφαλισθεί η δέουσα ισορροπία μεταξύ, αφενός, του δικαιώματος αυτονομίας των εκκλησιών και των λοιπών θρησκευτικών οργανώσεων, όπως αναγνωρίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 17 ΣΛΕΕ και, αφετέρου, του δικαιώματος των εργαζομένων να μην υφίστανται διάκριση λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, σε περιπτώσεις στις οποίες τα δικαιώματα αυτά ενδέχεται να αλληλοσυγκρούονται (24).
36. Για αυτόν ακριβώς τον σκοπό, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο (25), το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78 καθορίζει τα κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της σταθμίσεως που πρέπει να πραγματοποιείται προς εξασφάλιση της δέουσας ισορροπίας μεταξύ των ενδεχομένως αλληλοσυγκρουόμενων δικαιωμάτων. Σε τελική ανάλυση, τούτο σημαίνει ότι, στον τομέα της ίσης μεταχειρίσεως στην απασχόληση και την εργασία, το δικαίωμα αυτονομίας των εκκλησιών δυνάμει του άρθρου 17 ΣΛΕΕ τελεί υπό προϋποθέσεις και δεν μπορεί να καθιστά άνευ αντικειμένου τη γενική απαγόρευση διακρίσεων που προβλέπεται στο άρθρο 21 του Χάρτη και, ειδικότερα, τα κριτήρια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78.
37. Στην υπό κρίση υπόθεση, γεγονός παραμένει ότι, όσον αφορά την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι κρίσιμοι παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη, ο εργαζόμενος που αποχωρεί από συγκεκριμένη εκκλησία τίθεται στην ίδια ακριβώς θέση με εκείνη των λοιπών εργαζομένων οι οποίοι δεν αποτελούν μέλη της εκκλησίας αυτής. Συνεπώς, εφόσον η θρησκευτική οργάνωση έχει αποφασίσει αυτόνομα ότι η οικεία επαγγελματική δραστηριότητα μπορεί να ασκείται από πρόσωπα τα οποία δεν αποτελούν μέλη συγκεκριμένης εκκλησίας, το γεγονός ότι ένας εργαζόμενος αποφάσισε να αποχωρήσει από την εκκλησία αυτή δεν επαρκεί ώστε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι δεν είναι πλέον κατάλληλος να ασκεί την εν λόγω δραστηριότητα.
38. Συναφώς, πρώτον, επιβάλλεται να επισημανθεί ότι η ερμηνεία του δικαιώματος αυτονομίας δυνάμει του άρθρου 17 ΣΛΕΕ υπό την έννοια ότι επιτρέπεται σε μια θρησκευτική οργάνωση να απολύσει εργαζόμενο λόγω της αποχώρησής του από συγκεκριμένη εκκλησία, εντός πλαισίου στο οποίο η ιδιότητα του μέλους της εκκλησίας αυτής δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας, θα έθετε, όπως υπογραμμίζει το αιτούν δικαστήριο, εκτός του πεδίου αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου τη συμμόρφωση προς τα κριτήρια του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78. Τούτο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με όσα έκρινε το Δικαστήριο στις αποφάσεις Egenberger (26) και IR (27).
39. Δεύτερον, είναι σαφές ότι μια τέτοια ερμηνεία αντιτίθεται επίσης στην ατομική ελευθερία μεταβολής θρησκεύματος, η οποία κατοχυρώνεται ρητώς στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του Χάρτη και αντιστοιχεί στο άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (28). Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει κρίνει ότι η ελευθερία αυτή αποτελεί ένα από τα βασικά θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας κατά την έννοια της Συμβάσεως αλλά και στοιχείο του πλουραλισμού που είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τις εν λόγω κοινωνίες, που καλύπτει, κατ’ ουσίαν, όχι μόνο το δικαίωμα ενός προσώπου να υιοθετεί ή να μεταβάλει το θρήσκευμά του, αλλά και το δικαίωμά του να αποχωρεί οικειοθελώς από τη θρησκεία του (29).
40. Ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη μου, ο σεβασμός του δικαιώματος αυτονομίας μιας εκκλησίας δυνάμει του άρθρου 17 ΣΛΕΕ δεν μπορεί να συνεπάγεται τη διατάραξη της ισορροπίας που διαμορφώνει το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78. Αυτό ακριβώς θα ήταν το αποτέλεσμα, εάν η αποχώρηση από μια εκκλησία θεωρούνταν ως λόγος που δικαιολογεί την απόλυση του εργαζομένου στην περίπτωση που η θρησκευτική οργάνωση, υπό την ιδιότητα του εργοδότη, δεν εξαρτά την άσκηση της επίμαχης επαγγελματικής δραστηριότητας από την ιδιότητα του μέλους της εκκλησίας αυτής.
41. Επιπλέον, όπως παρατηρεί το αιτούν δικαστήριο, θα μπορούσε όντως το γεγονός της αποχώρησης ενός εργαζομένου από συγκεκριμένη εκκλησία να συνοδεύεται από τη μη συμμόρφωσή του προς τις θεμελιώδεις αρχές και αξίες της εκκλησίας αυτής, η οποία, με τη σειρά της, ενδέχεται να τον καθιστά ακατάλληλο για την εκτέλεση της επίμαχης επαγγελματικής δραστηριότητας. Για την ακρίβεια, η τήρηση των εν λόγω θεμελιωδών αρχών και αξιών αποτελεί μια από τις υποχρεώσεις προς τις οποίες, στην υπόθεση της κύριας δίκης, όλοι οι εργαζόμενοι, καθολικοί και μη καθολικοί εξίσου, πρέπει να συμμορφώνονται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τον βασικό κανονισμό (30).
42. Ωστόσο, η αποχώρηση από τη συγκεκριμένη εκκλησία δεν συνιστά από μόνη της επαρκή βάση για να γίνει δεκτό ότι ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος δεν προτίθεται να συνεχίσει να συμμορφώνεται προς τις θεμελιώδεις αυτές αρχές και αξίες ή ότι έπαυσε αυτομάτως να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη σχέση εργασίας (31). Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για το επιχείρημα ότι η αποχώρηση από μια εκκλησία έχει ως συνέπεια την απώλεια της εμπιστοσύνης προς τον εργαζόμενο όσον αφορά την άσκηση των καθηκόντων του, ιδίως όσον αφορά τη συμμόρφωσή του προς τις δεοντολογικές απαιτήσεις της εκκλησίας. Για να γίνει δεκτό αυτό το επιχείρημα, ο εργοδότης χρειάζεται να αποδείξει, βάσει επαληθεύσιμων πραγματικών περιστατικών, ότι υπάρχουν αμφιβολίες ως προς το εάν, συνεπεία της αποφάσεως του εργαζομένου να αποχωρήσει από την εκκλησία, αυτός παραμένει πρόθυμος ή ικανός να εκπληρώνει τις επαγγελματικές απαιτήσεις που καθορίζονται από τον εργοδότη του.
43. Κατά συνέπεια, η επιβαλλόμενη σε εργαζόμενο απαίτηση να μην αποχωρήσει από συγκεκριμένη εκκλησία ή να επανενταχθεί σε αυτή μετά την αποχώρησή του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιώδης κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78, στην περίπτωση που η θρησκευτική οργάνωση, η οποία ενεργεί ως εργοδότης, δεν απαιτεί συμμετοχή στην εν λόγω εκκλησία για την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας και ο εργαζόμενος δεν δραστηριοποιείται δημοσίως κατά τρόπο αντίθετο προς τη δεοντολογία της εκκλησίας αυτής. Συνεπώς, δεν αποδεικνύεται ότι μεταξύ επαγγελματικής απαίτησης και επαγγελματικής δραστηριότητας όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης υπάρχει αντικειμενικώς επαληθεύσιμος άμεσος σύνδεσμος, όπως απαιτείται από τη νομολογία του Δικαστηρίου για την οποία έγινε λόγος στο σημείο 22 των παρουσών προτάσεων.
44. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατάλληλη νομική βάση προκειμένου να διαπιστωθεί ότι διαφορετική μεταχείριση όπως αυτή που απορρέει, κατά το αιτούν δικαστήριο, από την επίμαχη στην κύρια δίκη απόλυση δεν συνιστά διάκριση. Λαμβανομένου υπόψη του σωρευτικού χαρακτήρα των κριτηρίων που παρατίθενται στη διάταξη αυτή, ουδεμία περαιτέρω ανάγκη συντρέχει να εξεταστεί εάν η συγκεκριμένη επαγγελματική απαίτηση πληροί τα λοιπά πρόσθετα κριτήρια που καθορίζονται εκεί, δηλαδή αυτά που αφορούν τον θεμιτό και δικαιολογημένο χαρακτήρα της.
45. Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά τον δικαιολογημένο χαρακτήρα επαγγελματικής απαιτήσεως όπως η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση, επισημαίνω συνοπτικώς ότι σε μια κατάσταση στην οποία, αφενός, η θρησκευτική οργάνωση δεν εξαρτά την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας από τη συμμετοχή σε κάποια εκκλησία και, αφετέρου, ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος δεν δραστηριοποιείται δημοσίως κατά τρόπο αντίθετο προς τη δεοντολογία της εν λόγω εκκλησίας, δεν είναι καθόλου εύκολο να συναχθεί ότι η αποχώρηση από την εκκλησία αυτή αποδεικνύει την ύπαρξη πιθανού και σοβαρού κινδύνου προσβολής της δεοντολογίας και της αυτονομίας της, όπως απαιτείται από την παρατιθέμενη στο σημείο 25 των παρουσών προτάσεων νομολογία. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι ακόμη και εάν η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης επαγγελματική απαίτηση θεωρηθεί θεμιτή δεν μπορεί, επ’ ουδενί, να θεωρηθεί δικαιολογημένη κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78.
46. Όσον αφορά το κατά πόσον το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78, μπορεί να αποτελέσει κατάλληλη βάση για δικαιολόγηση διαφορετικής μεταχείρισης όπως η περιγραφόμενη από το αιτούν δικαστήριο, είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί ότι, όπως συνάγεται από το σημείο 20 των παρουσών προτάσεων, η διάταξη αυτή ορίζει ότι η οδηγία 2000/78 δεν θίγει το δικαίωμα των εκκλησιών και των λοιπών θρησκευτικών οργανώσεων να απαιτούν από τα πρόσωπα που εργάζονται για λογαριασμό τους στάση καλής πίστεως και συμμόρφωσης προς τη δεοντολογία τους. Τούτου λεχθέντος, η διατύπωση του εν λόγω εδαφίου ξεκινά με τη φράση «[ε]φόσον οι διατάξεις της [οδηγίας] τηρούνται κατά τα λοιπά», όπερ σημαίνει ότι κατά την εφαρμογή του δεύτερου εδαφίου πρέπει να τηρούνται, μεταξύ άλλων, τα κριτήρια που καθορίζονται στο πρώτο εδάφιο του εν λόγω άρθρου (32).
47. Στην υπό κρίση υπόθεση, χωρίς να συντρέχει οποιαδήποτε πρόσθετη ανάγκη εξέτασης του ζητήματος εάν η αποχώρηση από συγκεκριμένη εκκλησία δύναται να συνιστά κακόπιστη ή ανέντιμη συμπεριφορά έναντι της δεοντολογίας της εκκλησίας αυτής για τους σκοπούς του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78, γεγονός παραμένει ότι επαγγελματική απαίτηση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο πρώτο εδάφιο της εν λόγω διατάξεως. Ως εκ τούτου, το δεύτερο εδάφιο θα πρέπει επίσης να αποκλειστεί ως κατάλληλη βάση για την εξέταση του κατά πόσον διαφορετική μεταχείριση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη συνιστά διάκριση.
2. Άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78
48. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται σε έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 δεν συνιστά διάκριση όταν, λόγω της φύσης των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή του πλαισίου εντός του οποίου διεξάγονται αυτές, ένα τέτοιο χαρακτηριστικό αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, εφόσον ο στόχος είναι θεμιτός και η προϋπόθεση είναι ανάλογη.
49. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, προκειμένου η διαφορετική μεταχείριση να θεωρηθεί «ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση» για τους σκοπούς του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, η προϋπόθεση αυτή θα πρέπει να υπαγορεύεται αντικειμενικά από τη φύση ή τις συνθήκες ασκήσεως της επίμαχης επαγγελματικής δραστηριότητας (33). Η διαφορετική μεταχείριση θα πρέπει να υπαγορεύεται από την ίδια τη φύση της επαγγελματικής δραστηριότητας και όχι από τις υποκειμενικές προϋποθέσεις που θέτει ο εργοδότης. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στον βαθμό που επιτρέπει παρέκκλιση από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς (34).
50. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως ορθώς επισημαίνουν η Επιτροπή και το αιτούν δικαστήριο, το γεγονός ότι οι καθολικοί εργαζόμενοι δεν μπορούν να αποχωρήσουν από την Καθολική Εκκλησία κατά τη διάρκεια της σχέσης εργασίας, προκειμένου να μην απολυθούν, δεν φαίνεται να είναι αντικειμενικά αναγκαίο για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα που ασκεί ένας σύμβουλος σε προγράμματα σχετικά με την εγκυμοσύνη. Πρώτον, η απαγόρευση αυτή δεν σχετίζεται με τις συγκεκριμένες εργασίες που καλείται να εκτελέσει ένας τέτοιος σύμβουλος για την εκπλήρωση των κανονικών καθηκόντων του, αλλά συνδέεται με τη σχέση του προς τον εργοδότη, ήτοι την Καθολική Εκκλησία. Δεύτερον, η απουσία αντικειμενικής ανάγκης σε περίπτωση όπως αυτή που περιγράφεται στη διάταξη περί παραπομπής μπορεί να αποδειχθεί απλώς από το γεγονός ότι κατά τον χρόνο της απόλυσης της αναιρεσίβλητης της κύριας δίκης η αναιρεσείουσα απασχολούσε έξι άτομα, εκ των οποίων δύο ήταν μέλη της Ευαγγελικής Εκκλησίας.
51. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα ότι η διατήρηση της ιδιότητας του μέλους της Καθολικής Εκκλησίας συνιστά ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, υπό την ανωτέρω περιγραφείσα αντικειμενική έννοια, δεν αντέχει στον σχετικό έλεγχο και, επομένως, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 δεν μπορεί να θεωρηθεί θεμιτή παρέκκλιση από δυσμενή διάκριση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη.
52. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω παρατηρήσεων και ιδίως των συμπερασμάτων που διατυπώνονται στα σημεία 44, 47 και 51 των παρουσών προτάσεων, φρονώ ότι το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2000/78, έχει την έννοια ότι οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο αυτό δεν μπορούν να εφαρμοστούν όσον αφορά διαφορετική μεταχείριση που προκύπτει λόγω της απόλυσης εργαζομένου από θρησκευτική οργάνωση κατόπιν της αποφάσεώς του να αποχωρήσει από την εκκλησία στην οποία ανήκει η οργάνωση αυτή, στην περίπτωση που για την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων δεν απαιτείται η ιδιότητα του μέλους της συγκεκριμένης εκκλησίας και ο εν λόγω εργαζόμενος δεν δραστηριοποιείται δημοσίως κατά τρόπο αντίθετο προς τη δεοντολογία της εκκλησίας αυτής.
53. Δεδομένου ότι το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα τίθεται μόνον για την περίπτωση που θεωρηθεί ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78 ή, επικουρικώς, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής έχουν την έννοια ότι επαγγελματική προϋπόθεση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν συνιστά διάκριση, πράγμα το οποίο, σύμφωνα με την ανάλυσή μου, δεν συνάδει με την ερμηνεία που προτείνω με τις παρούσες προτάσεις, φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να απαντήσει στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.
IV. Πρόταση
54. Βάσει της αναλύσεως που παρατίθεται ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν από το Bundesarbeitsgericht (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, Γερμανία) ως ακολούθως:
Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία,
έχει την έννοια ότι οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο αυτό δεν μπορούν να εφαρμοστούν όσον αφορά διαφορετική μεταχείριση που προκύπτει λόγω της απόλυσης εργαζομένου από θρησκευτική οργάνωση κατόπιν της αποφάσεώς του να αποχωρήσει από την εκκλησία στην οποία ανήκει η οργάνωση αυτή, στην περίπτωση που για την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων δεν απαιτείται η ιδιότητα του μέλους της συγκεκριμένης εκκλησίας και ο εν λόγω εργαζόμενος δεν δραστηριοποιείται δημοσίως κατά τρόπο αντίθετο προς τη δεοντολογία της εκκλησίας αυτής.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 Οδηγία του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2000 (ΕΕ 2000, L 303, σ. 16).
3 Απόφαση της 17ης Απριλίου 2018 (C‑414/16, στο εξής: απόφαση Egenberger, EU:C:2018:257).
4 Απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2018 (C‑68/17, στο εξής: απόφαση IR, EU:C:2018:696).
5 Χάριν συντομίας, στις παρούσες προτάσεις θα αναφέρομαι στη φράση «δημόσιες ή ιδιωτικές ενώσεις η δεοντολογία των οποίων εδράζεται στη θρησκεία», κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78, με τον όρο «θρησκευτικές οργανώσεις».
6 Στο εξής: Χάρτης.
7 Στο εξής: αναιρεσείουσα.
8 Amtsblatt des Erzbistums Köln, σ. 222, όπως εγκρίθηκε με ψήφισμα της γενικής συνέλευσης της Ένωσης των Επισκοπών της Γερμανίας της 27ης Απριλίου 2015, το οποίο, κατά τη διάταξη περί παραπομπής, είναι εφαρμοστέο στην υπό κρίση υπόθεση (στο εξής: βασικός κανονισμός).
9 Βλ. άρθρο 5, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.
10 Βλ. άρθρο 5, παράγραφος 2, σημείο 1, στοιχείο a, του βασικού κανονισμού.
11 Βλ. άρθρο 5, παράγραφος 2, σημείο 2, στοιχείο a, του βασικού κανονισμού.
12 Βλ. άρθρο 5, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού.
13 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2017, Bougnaoui και ADDH (C‑188/15, EU:C:2017:204, σκέψη 26).
14 Απόφαση Egenberger (σκέψη 47).
15 Απόφαση Egenberger (σκέψη 63) και απόφαση IR (σκέψη 50).
16 Απόφαση Egenberger (σκέψη 64) και απόφαση IR (σκέψη 55).
17 Απόφαση Egenberger (σκέψη 65) και απόφαση IR (σκέψη 51).
18 Απόφαση Egenberger (σκέψη 66) και απόφαση IR (σκέψη 52).
19 Απόφαση Egenberger (σκέψη 67) και απόφαση IR (σκέψη 53).
20 Πρβλ. αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 2021, SzpitalKlinicznyim. draJ. BabńskiegoSamodzielnyPublicznyZakład OpiekiZdrowotnejKrakowie (C‑16/19, EU:C:2021:64, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 15ης Ιουλίου 2021, WABE και MH Müller Handel (C‑804/18 και C‑341/19, EU:C:2021:594, σκέψη 59).
21 Απόφαση Egenberger (σκέψη 58).
22 Απόφαση Egenberger (σκέψη 57).
23 Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα E. Tanchev στην υπόθεση Egenberger (C‑414/16, EU:C:2017:851, σημείο 56), ο οποίος θεωρεί ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78 αποτελεί τη «νομοθετική έκφραση» του άρθρου 17 ΣΛΕΕ.
24 Απόφαση Egenberger (σκέψη 51).
25 Απόφαση Egenberger (σκέψη 52).
26 Σκέψη 58.
27 Σκέψη 48.
28 Βλ. επίσης άρθρο 18 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στις 10 Δεκεμβρίου 1948 και το άρθρο 18 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα που εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στις 16 Δεκεμβρίου 1966.
29 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση του ΕΔΔΑ της 1ης Ιουλίου 2014, S.A.S. κατά France (CE:ECHR:2014:0701JUD004383511, § 124 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., συναφώς, Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, «Ελευθερία της θρησκείας ή των πεποιθήσεων – Συμπεράσματα του Συμβουλίου», σε Ανακοινωθέν Τύπου – 2973η σύνοδος του Συμβουλίου – Γενικές Υποθέσεις και Εξωτερικές Σχέσεις – Γενικές Υποθέσεις, 16 Νοεμβρίου 2009, σ. 10-11.
30 Βλ. σημείο 5 των παρουσών προτάσεων.
31 Υπενθυμίζω, συναφώς, ότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα από το αιτούν δικαστήριο στη διάταξη περί παραπομπής, η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης εργαζόμενη δήλωσε ότι αποχώρησε από την Καθολική Εκκλησία λόγω ειδικής εκκλησιαστικής εισφοράς που επιβάλλεται στα άτομα τα οποία, όπως η ίδια, συμβιούν με σύζυγο που έχει υψηλό εισόδημα και δεν υπόκειται σε εκκλησιαστικό φόρο, και όχι λόγω διαφωνίας της με τις θεμελιώδεις αρχές της Καθολικής Εκκλησίας.
32 Απόφαση IR (σκέψη 49).
33 Απόφαση της 14ης Μαρτίου 2017, Bougnaoui και ADDH (C‑188/15, EU:C:2017:204, σκέψη 40).
34 Βλ., ιδίως, απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2011, Prigge κ.λπ. (C‑447/09, EU:C:2011:573, σκέψη 72).