Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
TAMARA ĆAPETA
της 22ας Μαΐου 2025 (1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑221/24 και C‑222/24
Naturvårdsverket
κατά
UQ (C‑221/24)
IC (C‑222/24)
[αίτηση του Svea hovrätt, Mark- och miljööverdomstolen
(δευτεροβάθμιου δικαστηρίου Svea, τμήμα υποθέσεων ακινήτων και
περιβαλλοντικών υποθέσεων, Στοκχόλμη, Σουηδία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Προδικαστική παραπομπή – Περιβάλλον – Απόβλητα – Κανονισμός (ΕΚ) 1013/2006 – Άρθρο 24, παράγραφος 2 – Παράνομες μεταφορές αποβλήτων – Υποχρέωση παραλαβής κατόπιν επιστροφής – Παραλαβή, κατόπιν επιστροφής, από αρμόδια αρχή της χώρας αποστολής – Αξιοποίηση και διάθεση των εν λόγω αποβλήτων παρά την αντίθετη βούληση των προσώπων που πραγματοποιούν τη μεταφορά – Κύρος – Δικαίωμα ιδιοκτησίας »
I. Εισαγωγές παρατηρήσεις
1. «Τα σκουπίδια κάποιων είναι θησαυρός για άλλους».
2. Εάν όμως εκληφθεί κυριολεκτικά, το κλασικό αυτό γνωμικό θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως δικαιολογία για τον «ιμπεριαλισμό των σκουπιδιών» (2). Το παλιό κινητό σας τηλέφωνο; Δηλητηριάζει νεαρούς εργάτες χωματερής («burner boys») σε φτωχές κοινότητες στην Γκάνα (3). Το παλιό σας αυτοκίνητο; Ρυπαίνει τον αέρα της Νιγηρίας (4).
3. Ακριβώς με σκοπό να αποτραπεί αυτό το νέο είδος αποικιοκρατίας, ο κανονισμός (ΕΚ) 1013/2006 (5) (στο εξής: κανονισμός για τις μεταφορές αποβλήτων) απαγορεύει την εξαγωγή αποβλήτων και επικίνδυνων αποβλήτων προς την αφρικανική ήπειρο, μεταξύ άλλων. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις υπό κρίση αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως, το πρόβλημα του παράνομου εμπορίου αποβλήτων εξακολουθεί να υφίσταται.
4. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά μεταφορές εμπορευματοκιβωτίων από τη Σουηδία προς το Καμερούν (μέσω Βελγίου) και τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (μέσω Γερμανίας). Από επιθεωρήσεις που διενήργησαν οι αρμόδιες αρχές στην Αμβέρσα (Βέλγιο) και στο Αμβούργο (Γερμανία) προέκυψε ότι στα εν λόγω εμπορευματοκιβώτια είχαν φορτωθεί, μεταξύ άλλων, οχήματα, ηλεκτρονικά προϊόντα, ελαστικά αυτοκινήτων, έπιπλα, ενδύματα και λευκές συσκευές. Τα περισσότερα από τα εν λόγω είδη χαρακτηρίστηκαν από τις αρμόδιες αρχές ως «απόβλητα» ή «επικίνδυνα απόβλητα» και, ως εκ τούτου, απαγορευόταν η εξαγωγή τους από την Ένωση (6).
5. Η αρμόδια αρχή της χώρας εξαγωγής, η Naturvårdsverket (σουηδική υπηρεσία προστασίας του περιβάλλοντος), παρέλαβε τα εν λόγω εμπορευματοκιβώτια κατόπιν επιστροφής. Παρά την αντίθετη βούληση των πρωτοδίκως προσφευγόντων, η εν λόγω αρχή προέβη επίσης στη διάθεση και αξιοποίηση του περιεχομένου των εν λόγω εμπορευματοκιβωτίων. Στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας διαδικασίας, το Δικαστήριο καλείται τώρα να ερμηνεύσει το περιεχόμενο της «υποχρεώσεως παραλαβής κατόπιν επιστροφής», όπως αυτή απορρέει από τον κανονισμό για τις μεταφορές αποβλήτων, και να εκτιμήσει τη συμβατότητά της με το δικαίωμα ιδιοκτησίας.
II. Το ιστορικό της υποθέσεως και τα προδικαστικά ερωτήματα
6. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της είναι συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης της Βασιλείας (7). Η εν λόγω σύμβαση αποσκοπεί στη θέσπιση ενός παγκόσμιου πλαισίου για τον έλεγχο της διακίνησης επικίνδυνων ή άλλων αποβλήτων, αρχής γενομένης από την ελαχιστοποίηση της παραγωγής τους και την προώθηση της περιβαλλοντικά ορθής διαχείρισής τους, ιδίως όταν τα απόβλητα μεταφέρονται διασυνοριακά.
7. Το 1995 η διάσκεψη των μερών της Σύμβασης της Βασιλείας ενέκρινε την τροποποίηση «Ban Amendment» (8). Με πρωτοβουλία ενός συνασπισμού αναπτυσσόμενων χωρών (9), η τροποποίηση περί απαγόρευσης απαγορεύει όλες τις διασυνοριακές διακινήσεις επικίνδυνων αποβλήτων «από εκβιομηχανισμένες χώρες προς αναπτυσσόμενες χώρες» (10).
8. Η Σύμβαση της Βασιλείας και η επελθούσα σε αυτήν τροποποίηση περί απαγόρευσης αποτελούν μέρος του δικαίου της Ένωσης μέσω του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων (11).
9. Σκοπός του εν λόγω κανονισμού είναι η θέσπιση διαδικασιών και καθεστώτων ελέγχου για τις μεταφορές αποβλήτων (12). Ο κανονισμός αυτός οργανώνει και ρυθμίζει την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων κατά τρόπο αυστηρό, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη διατήρησης, προστασίας και βελτίωσης της ποιότητας του περιβάλλοντος (13), τον στόχο της μείωσης των μεταφορών αποβλήτων στο ελάχιστο καθώς και την αποτελεσματική και περιβαλλοντικά ορθή διαχείριση των εν λόγω αποβλήτων (14), σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με την αρχή της εγγύτητας κατά τη διαχείριση των αποβλήτων (15).
10. Τα άρθρα 34 και 36 του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων απαγορεύουν την εξαγωγή αποβλήτων, προοριζόμενων για διάθεση ή αξιοποίηση, από την Ένωση προς ορισμένες τρίτες χώρες (16).
11. Το Καμερούν και η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ανήκουν στην ομάδα των χωρών προς τις οποίες απαγορεύεται η εξαγωγή κατά τα ανωτέρω (17).
12. Οι μεταφορές αποβλήτων κατά παράβαση της ως άνω απαγόρευσης θεωρούνται «παράνομες» μεταφορές (18).
13. Σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων, τα παρανόμως μεταφερθέντα απόβλητα πρέπει να παραλαμβάνονται, κατόπιν επιστροφής, κατά βάση από τον (de facto ή de jure) κοινοποιούντα και, επικουρικώς, από την αρμόδια αρχή της χώρας αποστολής.
14. Αυτή ακριβώς η υποχρέωση παραλαβής κατόπιν επιστροφής και οι συνέπειές της αποτελούν το αντικείμενο των υπό κρίση αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως.
15. Οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες είναι ο UQ (στην υπόθεση C‑221/24) και o IC (στην υπόθεση C‑222/24), οι οποίοι επιχείρησαν να αποστείλουν εμπορευματοκιβώτια από τη Σουηδία στο Καμερούν (μέσω Βελγίου) και στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (μέσω Γερμανίας).
16. Οι αρμόδιες βελγικές και γερμανικές αρχές χαρακτήρισαν τα αντικείμενα που περιέχονταν στα εν λόγω εμπορευματοκιβώτια ως απόβλητα και επικίνδυνα απόβλητα (19).
17. Βάσει των πληροφοριών αυτών και εκτιμώντας ότι δεν υπήρχαν επαρκείς αποδείξεις περί του αντιθέτου, η Naturvårdsverket αποφάσισε ότι ο UQ και ο IC είχαν προβεί σε παράνομες εξαγωγικές μεταφορές αποβλήτων προς τρίτες χώρες. Τούτο είχε ως συνέπεια την ενεργοποίηση της υποχρέωσης παραλαβής κατόπιν επιστροφής.
18. Η Naturvårdsverket ρώτησε τον UQ και τον IC αν είχαν την πρόθεση να επιστρέψουν οι ίδιοι τα εμπορευματοκιβώτια ή αν η εν λόγω αρχή θα έπρεπε να τα παραλάβει η ίδια κατόπιν επιστροφής και να διαχειριστεί τα απόβλητα με δαπάνες των UQ και IC. Ο UQ και ο IC ζήτησαν από τη Naturvårdsverket να αναλάβει τη διαδικασία επιστροφής στη Σουηδία, ζητώντας ωστόσο να τους επιστραφεί το περιεχόμενο του εμπορευματοκιβωτίου. Η Naturvårdsverket απέρριψε το τελευταίο αυτό αίτημα, εκτιμώντας ότι ο UQ και ο IC δεν είχαν παράσχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι θα ήταν σε θέση να προβούν στην αξιοποίηση ή διάθεση των αποβλήτων κατά τρόπο περιβαλλοντικά αποδεκτό.
19. Κατά συνέπεια, η εν λόγω αρχή αποφάσισε να διαθέσει η ίδια (στην υπόθεση C‑221/24) ή να αξιοποιήσει η ίδια (στην υπόθεση C‑222/24) τα απόβλητα και τα επικίνδυνα απόβλητα. Προς τούτο, συνέταξε κοινοποίηση για τη μεταφορά αποβλήτων, αναφέροντας τη Naturvårdsverket ως κοινοποιούσα και υπεύθυνη για τη μεταφορά. Οι βελγικές και οι γερμανικές αρχές ενέκριναν την κοινοποίηση αυτή.
20. Τα επίμαχα εμπορευματοκιβώτια επιστράφηκαν στη Σουηδία, αποθηκεύτηκαν σε εγκατάσταση παραλαβής και ελέγχθηκαν από την αρμόδια εποπτική αρχή, ήτοι το Länsstyrelsen i Norrbottens län (περιφερειακό συμβούλιο του Norrbotten, Σουηδία). Η εν λόγω αρχή έκρινε ότι τα εμπορευματοκιβώτια περιείχαν μεικτά απόβλητα, ορισμένα εκ των οποίων αποτελούσαν επικίνδυνα απόβλητα. Συντάχθηκε επίσης με τις αντίστοιχες εκτιμήσεις των βελγικών και των γερμανικών αρχών ότι οι δύο υποθέσεις αφορούσαν παράνομη μεταφορά αποβλήτων και ότι τα απόβλητα έπρεπε να διατεθούν κατά τρόπο περιβαλλοντικά αποδεκτό (στην υπόθεση C‑221/24) ή να αξιοποιηθούν (στην υπόθεση C‑222/24).
21. Οι UQ και IC άσκησαν προσφυγές κατά των αποφάσεων της Naturvårdsverket ενώπιον του Nacka tingsrätt, Mark- och miljödomstolen (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Nacka, τμήμα υποθέσεων ακινήτων και περιβαλλοντικών υποθέσεων, Σουηδία, στο εξής: πρωτοβάθμιο δικαστήριο Nacka). Σε αμφότερες τις υποθέσεις, το δικαστήριο αυτό επικύρωσε τις αποφάσεις της Naturvårdsverket κατά το μέρος που αφορούν την εξουσία της εν λόγω αρχής να παραλάβει κατόπιν επιστροφής το περιεχόμενο των εμπορευματοκιβωτίων στη Σουηδία. Αντιθέτως, το ως άνω δικαστήριο ακύρωσε τις αποφάσεις κατά το μέρος που αφορούν την εξουσία της Naturvårdsverket να διαθέσει ή να αξιοποιήσει το περιεχόμενο των επίμαχων εμπορευματοκιβωτίων. Κατά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο Nacka, οι ενέργειες αυτές συνιστούν περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας χωρίς νομική βάση.
22. Η Naturvårdsverket άσκησε έφεση κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως ενώπιον του Svea hovrätt, Mark- och Miljööverdomstolen (δευτεροβάθμιου δικαστηρίου Svea, τμήμα υποθέσεων ακινήτων και περιβαλλοντικών υποθέσεων, Σουηδία, στο εξής: δευτεροβάθμιο δικαστήριο Svea). Θεωρεί ότι δεν είναι σαφές με ποιον τρόπο μπορεί να λειτουργήσει το σύστημα διασυνοριακής μεταφοράς αποβλήτων και η ανάκτηση παράνομων διασυνοριακών μεταφορών αποβλήτων εάν η αρμόδια αρχή που παραλαμβάνει τα εν λόγω απόβλητα κατόπιν επιστροφής, εν προκειμένω η Naturvårdsverket, δεν έχει το δικαίωμα να διασφαλίσει την αξιοποίηση και τη διάθεσή τους.
23. Οι UQ και IC, επικαλούμενοι το δικαίωμά τους ιδιοκτησίας, υποστηρίζουν ότι ζήτησαν από τη Naturvårdsverket μόνο να αναλάβει την επιστροφή των εμπορευματοκιβωτίων στη Σουηδία για λογαριασμό τους, χωρίς ουδέποτε να δώσουν στην εν λόγω υπηρεσία την άδεια να διαθέσει ή να αξιοποιήσει το περιεχόμενό τους. Κατά την άποψή τους, δεν υφίσταται καμία νομική βάση που να επιτρέπει στη Naturvårdsverket την απόκτηση, χωρίς την άδειά τους, της κυριότητας του περιεχομένου των εμπορευματοκιβωτίων. Οι εν λόγω διάδικοι αντικρούουν επίσης τον ισχυρισμό ότι τα επίμαχα αντικείμενα αποτελούν απόβλητα, δεδομένου ότι επρόκειτο να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούνται στην Αφρική.
24. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι δεν είναι σαφής ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να ερμηνεύεται η προβλεπόμενη στον κανονισμό για τις μεταφορές αποβλήτων υποχρέωση παραλαβής κατόπιν επιστροφής. Παρατηρεί ότι οι επίμαχες μεταφορές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού και ότι, ως εκ τούτου, απαιτείται κοινοποίηση της παραλαβής τους κατόπιν επιστροφής στη Σουηδία. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατά πόσον μπορεί να θεωρηθεί ότι η ενεργοποίηση της υποχρεώσεως παραλαβής κατόπιν επιστροφής που προβλέπει το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων καθιστά την αρμόδια αρχή κάτοχο των αποβλήτων, με συνέπεια η εν λόγω αρχή να μπορεί –ή να οφείλει– επίσης να προβεί στην αξιοποίηση ή διάθεση των αποβλήτων, παρά την εναντίωση του αρχικού αποστολέα. Επιπλέον, αν υποτεθεί ότι η κατά τα ανωτέρω ερμηνεία του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων είναι ορθή, το αιτούν δικαστήριο εγείρει επίσης το ζήτημα της συμβατότητας της ως άνω συνέπειας με το δικαίωμα ιδιοκτησίας.
25. Υπό το πρίσμα του ανωτέρω πραγματικού και νομικού πλαισίου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο Svea αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Περιλαμβάνει η παραλαβή κατόπιν επιστροφής, δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων, την υποχρέωση ή τη δυνατότητα της αρχής αποστολής να προβεί στην αξιοποίηση ή διάθεση των αποβλήτων μετά την παραλαβή κατόπιν επιστροφής, στην περίπτωση που έχουν συνταχθεί, για τη μεταφορά επιστροφής, έγγραφα κοινοποιήσεως και μεταφοράς τα οποία ορίζουν τι είδους επεξεργασίας θα πρέπει να τύχουν τα απόβλητα στη χώρα προορισμού;
2) Υπό ποιες περιστάσεις δύναται η αρχή αποστολής να εφαρμόσει το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, προκειμένου να προβεί στην αξιοποίηση ή διάθεση, στη χώρα αποστολής, των αποβλήτων που έχουν αποτελέσει αντικείμενο παράνομης μεταφοράς; Με ποιον τρόπο συνδέεται το σημείο δʹ με το σημείο γʹ, μπορεί δηλαδή, για παράδειγμα, η παραλαβή κατόπιν επιστροφής και η αξιοποίηση/διάθεση να λάβουν χώρα βάσει συνδυαστικής εφαρμογής των σημείων γʹ και δʹ ή μήπως η εφαρμογή ενός στοιχείου προϋποθέτει την αδυναμία εφαρμογής της διαδικασίας του αμέσως προηγούμενου στοιχείου;
3) Σε περίπτωση που το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, μετά την παραλαβή κατόπιν επιστροφής, η αρχή αποστολής έχει απόλυτη εξουσία διαθέσεως των αποβλήτων ακόμη και αν ο αρχικός αποστολέας επιθυμεί την ανάκτηση των αποβλήτων, συνάδει η ερμηνεία αυτή με την προστασία της ιδιοκτησίας δυνάμει του άρθρου 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης [(στο εξής: Χάρτης)] και του άρθρου 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως [Δικαιωμάτων του Ανθρώπου];»
26. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι ανωτέρω μετέχοντες στη διαδικασία, καθώς και η Naturvårdsverket, ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 27ης Φεβρουαρίου 2025.
III. Ανάλυση
Α. Επί των ερμηνευτικών ζητημάτων
27. Με το πρώτο και το δεύτερο ερώτημά του, τα οποία προτείνω να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστούν οι προϋποθέσεις και οι συνέπειες της εφαρμογής του άρθρου 24, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο η διάταξη αυτή συνδέεται με τα στοιχεία δʹ και εʹ της ίδιας διατάξεως.
28. Το άρθρο 24, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων ορίζει τα εξής:
«Εάν, για την παράνομη μεταφορά, υπεύθυνος είναι ο κοινοποιών, η αρμόδια αρχή αποστολής μεριμνά ώστε τα εν λόγω απόβλητα:
α) να παραλαμβάνονται κατόπιν επιστροφής από τον de facto κοινοποιούντα· ή, εάν δεν έχει πραγματοποιηθεί κοινοποίηση,
β) να παραλαμβάνονται κατόπιν επιστροφής από τον de jure κοινοποιούντα· ή, εάν αυτό δεν είναι πρακτικά δυνατόν,
γ) να παραλαμβάνονται κατόπιν επιστροφής από την ίδια την αρμόδια αρχή αποστολής ή από φυσικό η νομικό πρόσωπο για λογαριασμό της· ή, εάν αυτό δεν είναι πρακτικά δυνατόν,
δ) εναλλακτικά, να αξιοποιούνται ή να διατίθενται στη χώρα προορισμού ή αποστολής από την ίδια την αρμόδια αρχή αποστολής ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό της· ή, εάν αυτό δεν είναι πρακτικά δυνατόν,
ε) εναλλακτικά, να αξιοποιούνται ή να διατίθενται σε άλλη χώρα από την ίδια την αρμόδια αρχή αποστολής ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό της, εάν συμφωνούν όλες οι οικείες αρμόδιες αρχές.»
29. Η Επιτροπή, η μόνη μετέχουσα στη διαδικασία η οποία υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις επί των ως άνω ερωτημάτων, φρονεί ότι τα προαναφερθέντα χωρία του άρθρου 24, παράγραφος 2, ακολουθούν συγκεκριμένη σειρά, ούτως ώστε εφαρμογή ορισμένου στοιχείου να χωρεί μόνον εφόσον δεν είναι δυνατή η λήψη των μέτρων που προβλέπονται σε άλλο στοιχείο. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, μολονότι είναι αληθές ότι το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων δεν παρέχει ρητώς στην αρμόδια αρχή που «παραλαμβάνει κατόπιν επιστροφής» το δικαίωμα να προβεί στην αξιοποίηση ή διάθεση των οικείων αντικειμένων, η εξουσία αυτή θα μπορούσε να συναχθεί από μια τελολογική ερμηνεία του σκοπού του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων. Η ίδια εξουσία θα μπορούσε να απορρέει και από μια σύμφωνη προς τη Σύμβαση της Βασιλείας ερμηνεία.
30. Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, έχοντας κληθεί από το Δικαστήριο να τοποθετηθούν επί του πρώτου και του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, συντάχθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση με την εξήγηση που παρέσχε η Επιτροπή. Τα εν λόγω θεσμικά όργανα εκτιμούν ότι με τη γραμματική μόνον ερμηνεία του άρθρου 24, παράγραφος 2, ειδικότερα δε του στοιχείου γʹ της εν λόγω διάταξης, δεν θα λαμβανόταν δεόντως υπόψη ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει να διασφαλίσει η υποχρέωση παραλαβής κατόπιν επιστροφής. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω μετέχοντες στη διαδικασία διευκρίνισαν ότι, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα του σκοπού της περιβαλλοντικά ορθής διαχείρισης των αποβλήτων, η παραλαβή, κατόπιν επιστροφής, των παρανόμως μεταφερθέντων αποβλήτων από αρμόδια αρχή δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων συνεπάγεται επίσης την υποχρέωση και το δικαίωμα της αρχής αυτής να αξιοποιεί και να διαθέτει τα εν λόγω απόβλητα.
31. Η θέση αυτή με βρίσκει σύμφωνη.
32. Σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης που απορρέουν από τη Σύμβαση της Βασιλείας, ο νομοθέτης της Ένωσης έκρινε ότι υπάρχει κίνδυνος να μην μπορεί να διασφαλιστεί η περιβαλλοντικά ορθή διαχείριση των αποβλήτων εάν τα απόβλητα αυτά εξάγονται σε ορισμένες τρίτες χώρες (20).
33. Η υποχρέωση παραλαβής κατόπιν επιστροφής, την οποία προβλέπει το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων, αποτελεί άμεση συνέπεια της ως άνω θέσεως.
34. Κατά την αιτιολογική σκέψη 25 του εν λόγω κανονισμού, η ως άνω υποχρέωση συνεπάγεται την «υποχρέωση του προσώπου, στις ενέργειες του οποίου οφείλεται η παράνομη μεταφορά, να παραλαμβάνει τα εν λόγω απόβλητα κατόπιν επιστροφής ή να λαμβάνει εναλλακτικά μέτρα για την αξιοποίηση ή τη διάθεσή τους. Εάν όχι, θα πρέπει να επεμβαίνουν οι ίδιες οι αρμόδιες αρχές αποστολής ή προορισμού, αναλόγως».
35. Όπως εξήγησαν κατ’ ουσίαν η Naturvårdsverket, το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η ως άνω λογική αντικατοπτρίζεται στη δομή του άρθρου 24, παράγραφος 2, ως ακολούθως.
36. Αφενός, τα στοιχεία αʹ, βʹ και γʹ αφορούν την επιστροφή των αποβλήτων πίσω στη χώρα αποστολής. Επομένως, το εν λόγω τμήμα του άρθρου 24, παράγραφος 2, ρυθμίζει τις περιπτώσεις στις οποίες τα επίμαχα απόβλητα έχουν εξέλθει της εδαφικής δικαιοδοσίας της αρμόδιας αρχής αποστολής (21). Τα στοιχεία αυτά καθορίζουν την ακριβή ιεραρχική σειρά ασκήσεως της ως άνω υποχρέωσης –όπου η αρμόδια αρχή αποστολής ενεργεί ως «ενδιάμεσος σταθμός» για τη διασφάλιση της επιστροφής των εν λόγω αποβλήτων στη χώρα αποστολής (22).
37. Αφετέρου, το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχεία δʹ και εʹ, ρυθμίζει τις περιπτώσεις στις οποίες τα επίμαχα απόβλητα ουδέποτε εγκατέλειψαν τη χώρα αποστολής, έχουν ήδη φτάσει στη χώρα προορισμού ή βρίσκονται σε τρίτη χώρα. Προκειμένου να αποτραπούν, μεταξύ άλλων, τυχόν νέες άσκοπες μεταφορές, και άρα, αναμφιβόλως, προς ενίσχυση του στόχου της μείωσης στο ελάχιστο της μεταφοράς αποβλήτων, τα οικεία απόβλητα πρέπει να αξιοποιούνται ή να διατίθενται στη χώρα αποστολής, στη χώρα προορισμού ή σε τρίτη χώρα (23).
38. Επομένως, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση, όπου μια μεταφορά αποβλήτων εξήλθε από τη χώρα αποστολής και τελεί υπό διαμετακόμιση μέσω κράτους μέλους, έχουν εφαρμογή μόνον τα στοιχεία αʹ, βʹ και γʹ του άρθρου 24, παράγραφος 2.
39. Κατά συνέπεια, τα στοιχεία δʹ και εʹ δεν έχουν εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης.
40. Επομένως, υπεύθυνος για την παραλαβή των επίμαχων αποβλήτων κατόπιν επιστροφής είναι, κατ’ αρχήν, ο (de facto ή de jure) κοινοποιών, σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ.
41. Εάν ο UQ και ο IC είχαν αποφασίσει να παραλάβουν κατόπιν επιστροφής τα παρανόμως μεταφερθέντα απόβλητά τους, θα είχε εφαρμοστεί το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ.
42. Εντούτοις, όπως προκύπτει από τις διευκρινίσεις του αιτούντος δικαστηρίου και από τη δικογραφία της υπόθεσης της κύριας δίκης, ο UQ και ο IC ζήτησαν ρητώς από τη Naturvårdsverket να αναλάβει την επιστροφή των αποβλήτων στη Σουηδία, διότι δεν διέθεταν τις γνώσεις ή/και τους πόρους για να το πράξουν οι ίδιοι.
43. Με τον τρόπο αυτόν, ο UQ και ο IC αρνήθηκαν να ενεργήσουν ως κοινοποιούντες δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ (24).
44. Σε μια τέτοια περίπτωση, όπως άλλωστε παρατήρησαν όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία, η Naturvårdsverket, ως αρμόδια αρχή, είναι αυτή που υπέχει, από το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων, την υποχρέωση επιστροφής των εν λόγω αποβλήτων (25).
45. Αφού αποφάσισε να αναλάβει την υποχρέωση παραλαβής κατόπιν επιστροφής, και σύμφωνα με τις απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 24, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων, η Naturvårdsverket πραγματοποίησε προς τις βελγικές και γερμανικές αρχές κοινοποίηση περί διασυνοριακής μεταφοράς αποβλήτων ή επικινδύνων αποβλήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων.
46. Ποια είναι η συνέπεια της ανάληψης από την εν λόγω αρχή της υποχρέωσης παραλαβής κατόπιν επιστροφής;
47. Κατά την πρωτόδικη διαδικασία, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο Nacka έκρινε ότι η υποχρέωση παραλαβής κατόπιν επιστροφής που προβλέπεται στο άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, δεν συνεπάγεται ούτε τη δυνατότητα ούτε την υποχρέωση της αρμόδιας αρχής να αξιοποιεί ή να διαθέτει τα παρανόμως μεταφερθέντα απόβλητα, δεδομένης της απουσίας ρητής αναφοράς σε μια τέτοια δυνατότητα ή υποχρέωση.
48. Είναι βεβαίως αληθές ότι τα στοιχεία αʹ, βʹ και γʹ του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων σιωπούν ως προς τις συνέπειες που απορρέουν από την υποχρέωση παραλαβής κατόπιν επιστροφής. Μόνον τα στοιχεία δʹ και εʹ αναφέρουν ρητώς τη δυνατότητα οι παράνομες μεταφορές αποβλήτων, «εναλλακτικά, να αξιοποιούνται ή να διατίθενται».
49. Ωστόσο, τουλάχιστον στο αγγλικό κείμενο, η εν λόγω διατύπωση μπορεί να ερμηνευθεί με δύο τρόπους. Αφενός, η φράση «εναλλακτικά, να αξιοποιούνται ή να διατίθενται» μπορεί να υποδηλώνει ότι η αξιοποίηση και η διάθεση αποτελούν εναλλακτική λύση σε σχέση με την παραλαβή κατόπιν επιστροφής των οικείων αποβλήτων. Αφετέρου, η διατύπωση αυτή μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η αξιοποίηση και η διάθεση πρέπει πάντοτε να πραγματοποιούνται μετά την παραλαβή κατόπιν επιστροφής, αλλά μπορούν «εναλλακτικά» να πραγματοποιηθούν χωρίς παραλαβή κατόπιν επιστροφής στην περίπτωση μεταφορών ως προς τις οποίες η παραλαβή κατόπιν επιστροφής δεν είναι αναγκαία ή δεν είναι πρακτικά δυνατή για οποιονδήποτε άλλο λόγο.
50. Υπό το πρίσμα των διευκρινίσεων που παρασχέθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να προκρίνει τη δεύτερη ως άνω ερμηνεία.
51. Κατά πρώτον, επισημαίνω ότι, όπως εξήγησαν το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, σκοπός του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων είναι να αποτυπώσει, στο δίκαιο της Ένωσης, το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Σύμβασης της Βασιλείας. Η τελευταία ως άνω διάταξη προβλέπει ότι απόβλητα τα οποία εντάσσονται σε «παράνομη διακίνηση» και τα οποία δεν μπορούν να παραληφθούν, κατόπιν επιστροφής, από τον εξαγωγέα, τον παραγωγό ή το κράτος εξαγωγής πρέπει να «τυγχάνουν επεξεργασίας με άλλο τρόπο σύμφωνα με τις διατάξεις της [εν λόγω] σύμβασης» (26). Η χρήση της φράσεως «τυγχάνουν επεξεργασίας με άλλο τρόπο» («otherwise disposed of» κατά την απόδοση της διατάξεως στην αγγλική γλώσσα), ιδίως ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της αποδόσεως της διατάξεως αυτής στην ισπανική («eliminados de otro modo») και στη γαλλική γλώσσα («éliminés d’une autre manière»), υποδηλώνει ότι η υποχρέωση παραλαβής κατόπιν επιστροφής εμπεριέχει ήδη την υποχρέωση αξιοποίησης ή διάθεσης (disposal) των επίμαχων αποβλήτων και ότι τα απόβλητα μπορούν να διατεθούν «με άλλο τρόπο» («otherwise» disposed of) από άλλο πρόσωπο ή αρχή μόνον όταν δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί η ως άνω αρχική παραλαβή κατόπιν επιστροφής.
52. Κατά δεύτερον, από το άρθρο 3 του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων, το οποίο εντάσσεται στον ίδιο τίτλο με το άρθρο 24 του εν λόγω κανονισμού, προκύπτει ότι τα απόβλητα μπορούν να μεταφέρονται μόνο με σκοπό τη διάθεση ή την αξιοποίησή τους (27). Με άλλα λόγια, όταν παρανόμως μεταφερθέντα απόβλητα παραλαμβάνονται από τον κοινοποιούντα κατόπιν επιστροφής, τεκμαίρεται ότι το πρόσωπο αυτό θα διασφαλίσει την αξιοποίηση και τη διάθεσή τους (28). Ο εν λόγω τίτλος δεν προβλέπει άλλον σκοπό (29). Επομένως, η υποχρέωση παραλαβής κατόπιν επιστροφής αποσκοπεί στη διόρθωση του παράνομου χαρακτήρα της μεταφοράς αυτής, επανεντάσσοντάς τη στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης που αποβλέπει στη διασφάλιση της αξιοποίησης και διάθεσης των αποβλήτων (30).
53. Συνεπώς, το γεγονός ότι τα στοιχεία αʹ, βʹ και γʹ του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων δεν περιλαμβάνουν ρητή μνεία της ανάγκης να διασφαλίζεται ότι τα απόβλητα που παραλαμβάνονται κατόπιν επιστροφής κατά τα ανωτέρω θα αξιοποιούνται ή θα διατίθεται αναλόγως δεν συνεπάγεται την απουσία σχετικής υποχρέωσης του κοινοποιούντος ή της αρμόδιας αρχής.
54. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει: η υποχρέωση αξιοποίησης και διάθεσης γεννάται σε όλες τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα στοιχεία αʹ, βʹ και γʹ του άρθρου 24, παράγραφος 2, και συνάγεται σιωπηρά από το πλαίσιο που θεσπίζει ο κανονισμός για τις μεταφορές αποβλήτων στο σύνολό του (31).
55. Για τους σκοπούς της υπό κρίση υπόθεσης, τούτο σημαίνει ότι ο UQ και ο IC, καθόσον ανέθεσαν στη Naturvårdsverket την παραλαβή των επίμαχων μεταφερθέντων αποβλήτων κατόπιν επιστροφής (32), απώλεσαν τη δυνατότητα αξιοποίησης και διάθεσης των εν λόγω αποβλήτων σε εγκατάσταση επεξεργασίας αποβλήτων της επιλογής τους.
56. Όπως εξήγησε το Κοινοβούλιο, το αντίστροφο θα ωθούσε αδικαιολόγητα τους οικονομικούς φορείς να επιχειρούν παράνομες μεταφορές αποβλήτων, να αναμένουν την επιστροφή τους από αρμόδια αρχή, να ανακτούν τα απόβλητα και να επιχειρούν εκ νέου την εξαγωγή τους, κάτι το οποίο αντίκειται ευθέως στους σκοπούς της Σύμβασης της Βασιλείας και του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων (33).
57. Για τους ανωτέρω λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο αιτούν δικαστήριο, ως προς το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, ότι το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1013/2006 έχει την έννοια ότι προβλέπει την υποχρέωση της αρμόδιας αρχής της χώρας αποστολής να παραλαμβάνει κατόπιν επιστροφής τα παρανόμως μεταφερθέντα απόβλητα και να αξιοποιεί και να διαθέτει τα απόβλητα αυτά.
Β. Επί του ζητήματος του κύρους
58. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν –σε περίπτωση που δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα– αν η εξουσία που παρέχεται στην αρμόδια αρχή να αξιοποιεί ή να διαθέτει τα παρανόμως μεταφερθέντα απόβλητα μετά την παραλαβή τους κατόπιν επιστροφής, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων, είναι συμβατή με την προστασία του δικαιώματος ιδιοκτησίας δυνάμει του άρθρου 17 του Χάρτη (34).
59. Το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θεωρούν ότι το δικαίωμα ιδιοκτησίας, το οποίο μπορεί να περιοριστεί για λόγους γενικού συμφέροντος, δεν αποκλείει την επιβολή περιορισμών που αποσκοπούν στην επίτευξη του σκοπού της προστασίας του περιβάλλοντος όταν πρόκειται για παράνομη μεταφορά αποβλήτων. Επιπλέον, τα εν λόγω θεσμικά όργανα θεωρούν ότι ο κανονισμός για τις μεταφορές αποβλήτων επιτυγχάνει δίκαιη ισορροπία μεταξύ, αφενός, του δικαιώματος ιδιοκτησίας και, αφετέρου, της προστασίας του περιβάλλοντος. Την ισορροπία αυτή απηχεί το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, καθόσον απονέμει το δικαίωμα αξιοποίησης και διάθεσης των οικείων αποβλήτων, και αναθέτει τη σχετική ευθύνη, κατ’ αρχήν, στον κάτοχό τους και μόνο δευτερευόντως στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών.
60. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Naturvårdsverket συντάχθηκε με την ως άνω άποψη.
61. Πρώτον, δεν νομίζω ότι η υποχρέωση που επιβάλλεται στην αρμόδια αρχή να παραλαμβάνει κατόπιν επιστροφής τα παρανόμως μεταφερθέντα απόβλητα και να αξιοποιεί ή να διαθέτει τα εν λόγω απόβλητα συνεπάγεται μεταβίβαση του δικαιώματος κυριότητας από τον κύριο των αποβλήτων προς την αρμόδια αρχή.
62. Το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων αναθέτει πρωτίστως στον κοινοποιούντα την επίμαχη παράνομη μεταφορά το καθήκον παραλαβής των οικείων αποβλήτων κατόπιν επιστροφής, καθώς και την αξιοποίηση και διάθεση των περιεχομένων τους. Το πρόσωπο που οργάνωσε την παράνομη μεταφορά θα μπορούσε να είναι ο κύριος των αποβλήτων, αλλά θα μπορούσε και να μην είναι.
63. Όταν ο κοινοποιών δεν εκπληρώνει ή δεν θεωρείται ικανός να εκπληρώσει την ως άνω υποχρέωση παραλαβής κατόπιν επιστροφής, το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, μεταθέτει την εν λόγω υποχρέωση αξιοποίησης και διάθεσης στην αρμόδια αρχή αποστολής.
64. Η μετάθεση της υποχρέωσης αξιοποίησης και διάθεσης στην αρμόδια αρχή αποστολής δεν συνεπάγεται μεταβίβαση δικαιωμάτων κυριότητας.
65. Επομένως, φορέας των κάθε λογής δικαιωμάτων κυριότητας επί των επίμαχων αποβλήτων εξακολουθεί να είναι ο ιδιοκτήτης τους, ο οποίος δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με το πρόσωπο που οργάνωσε την παράνομη μεταφορά.
66. Δεύτερον, το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων δεν επιβάλλει υποχρεώσεις πέραν εκείνων που έχουν ήδη επιβληθεί στον κοινοποιούντα βάσει του άρθρου 24, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ, του εν λόγω κανονισμού.
67. Κατά συνέπεια, η μετάθεση της υποχρέωσης δεν συνεπάγεται την επιβολή επί του δικαιώματος ιδιοκτησίας πρόσθετων περιορισμών σε σχέση με εκείνους που, εν πάση περιπτώσει, απορρέουν από το πλαίσιο που θεσπίζει ο κανονισμός για τις μεταφορές αποβλήτων.
68. Για τους σκοπούς της υπό κρίση υπόθεσης, τα ανωτέρω συμπεράσματα σημαίνουν ότι τα δικαιώματα κυριότητας του UQ και του IC επί του περιεχομένου της μεταφοράς, εφόσον υφίσταντο, δεν εθίγησαν από τη μετάθεση στη Naturvårdsverket της υποχρέωσης αξιοποίησης και διάθεσης την οποία είχαν αρχικώς τα εν λόγω πρόσωπα (35).
69. Ωστόσο, ακόμη και αν υποτεθεί ότι θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι τα δικαιώματα κυριότητας του κυρίου των αποβλήτων είναι περιορισμένα διότι το πρόσωπο αυτό δεν μπορεί να αποφασίσει ελεύθερα για το τι θα γίνει με τα εν λόγω απόβλητα –αλλά αντιθέτως μπορεί μόνον να τα διαθέσει ή να τα αξιοποιήσει–, ο περιορισμός αυτός δεν απορρέει από τη μετάθεση της υποχρέωσης παραλαβής, κατόπιν επιστροφής, στην αρμόδια αρχή βάσει του άρθρου 24, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων, αλλά προκύπτει από τη γενικότερη νομοθετική αντιμετώπιση των αποβλήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (36).
70. Επομένως, ο εν λόγω περιορισμός του δικαιώματος ιδιοκτησίας βασίζεται στον νόμο και είναι ανάλογος προς τον σκοπό της προστασίας του περιβάλλοντος. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό βαίνει πέραν της κρίσης στην οποία καλείται να προβεί το Δικαστήριο εν προκειμένω.
71. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα ότι από την εξέταση του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 24, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1013/2006 υπό το πρίσμα του άρθρου 17 του Χάρτη.
IV. Πρόταση
72. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Svea hovrätt, Mark- och Miljööverdomstolen (δευτεροβάθμιο δικαστήριο Svea, τμήμα υποθέσεων ακινήτων και περιβαλλοντικών υποθέσεων, Στοκχόλμη, Σουηδία) ως εξής:
1) Το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για τις μεταφορές αποβλήτων,
έχει την έννοια ότι προβλέπει την υποχρέωση της αρμόδιας αρχής της χώρας αποστολής να παραλαμβάνει κατόπιν επιστροφής τα παρανόμως μεταφερθέντα απόβλητα και να προβαίνει στην αξιοποίηση και τη διάθεσή τους.
2) Από την εξέταση του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 24, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1013/2006 υπό το πρίσμα του άρθρου 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 Για να χρησιμοποιήσω τον όρο που αποδίδεται στον πρώην Κενυάτη Πρόεδρο, Daniel arap Moi· βλ. Clapp, A., «The story you’ve been told about recycling is a lie», The New York Times, 14 Φεβρουαρίου 2025, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: https://www.nytimes.com/2025/02/14/opinion/trash-recycling-global-waste-trade.html.
3 Ο όρος «burner boy» χρησιμοποιείτο ως χαρακτηρισμός για ανήλικα αγόρια και νεαρούς άνδρες που συνήθιζαν να ψάχνουν εξονυχιστικά σωρούς ηλεκτρονικών αποβλήτων στο Agbogbloshie, μια τεράστια χωματερή κοντά στο κέντρο της Άκκρα, πρωτεύουσας της Γκάνας, αναζητώντας πλακέτες κυκλωμάτων και καλώδια προς καύση. Βλ. Kwan, J., «Your old electronics are poisoning people at this toxic dump in Ghana», Wired, 26 Νοεμβρίου 2020, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: https://www.wired.com/story/ghana-ewaste-dump-electronics/. Βλ., επίσης, Πανεπιστήμιο των Ηνωμένων Εθνών (UNU) και Basel Convention Coordination Centre for the African Region (BCCC-Africa), «Person in the port project – Assessing import of used electrical and electronic equipment into Nigeria», 2017, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: https://collections.unu.edu/eserv/UNU:6349/PiP_Report.pdf.
4 Βλ. ολλανδική Επιθεώρηση Ανθρώπινου Περιβάλλοντος και Μεταφορών, «Used vehicles exported to Africa: A study on the quality of used export vehicles», Οκτώβριος 2020, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: https://www.ilent.nl/binaries/ilt/documenten/leefomgeving-en-wonen/stoffen-en-producten/chemische-stoffen-en-mengsels/rapporten/used-vehicles-exported-to-africa/Used+vehicles+exported+to+Africa.pdf (όπου επισημαίνεται ότι «τα οχήματα που τη σήμερον ημέρα εξάγονται προς την Αφρική μοιάζουν με οχήματα που αποσυναρμολογούνται στις Κάτω Χώρες. Είναι παλαιά και συνήθως διαθέτουν μη έγκυρο πιστοποιητικό περιοδικού τεχνικού ελέγχου. Συχνά υπάρχουν προβλήματα με το σύστημα εκπομπών […] και τα οχήματα υπολείπονται του προτύπου εκπομπών Euro 4/IV. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα υψηλές εκπομπές σωματιδίων […] και εγκυμονεί κινδύνους για την υγεία και το περιβάλλον λόγω της ανεξέλεγκτης επεξεργασίας των οχημάτων μετά τη διάθεσή τους»). Βλ., επίσης, Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP), «Used vehicles and the environment – A global overview of used light duty vehicles: Flow, scale and regulation», 2020, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: https://www.unep.org/resources/report/global-trade-used-vehicles-report (όπου υπογραμμίζεται ότι τα περισσότερα μεταχειρισμένα οχήματα που εξάγονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση αποστέλλονται ή καταλήγουν στη Νιγηρία).
5 Κανονισμός (ΕΚ) 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για τις μεταφορές αποβλήτων (ΕΕ 2006, L 190, σ. 1).
6 Βλ. άρθρο 36 του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων.
7 Βλ. απόφαση 93/98/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με τη σύναψη, εξ ονόματος της Κοινότητας, της σύμβασης για τον έλεγχο της διασυνοριακής διακίνησης επικίνδυνων αποβλήτων και της διάθεσής τους (Σύμβαση της Βασιλείας) (ΕΕ 1993, L 39, σ. 1). Βλ., επίσης, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2025, Conti 11. Container Schiffahrt ΙΙ (C‑188/23, EU:C:2025:26, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
8 Βλ. Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP), απόφαση που υιοθετήθηκε από την τρίτη σύνοδο της διάσκεψης των μερών της Σύμβασης της Βασιλείας, απόφαση III/1 – τροποποίηση της Σύμβασης της Βασιλείας (UNEP/CHW.3/35, 28 Νοεμβρίου 1995) (στο εξής: τροποποίηση περί απαγόρευσης).
9 Βλ. απόφαση II/12, στην έκθεση της δεύτερης συνόδου της διάσκεψης των μερών της Σύμβασης της Βασιλείας για τον έλεγχο της διασυνοριακής διακίνησης επικίνδυνων αποβλήτων και της διάθεσής τους (UNEP/CHW.2/30, 25 Μαρτίου 1994), σ. 1 («υπενθυμίζοντας το αίτημα της ομάδας 77 χωρών κατά την πρώτη σύνοδο της διάσκεψης των μερών της Σύμβασης της Βασιλείας […] για την πλήρη απαγόρευση όλων των εξαγωγών επικίνδυνων αποβλήτων από χώρες του ΟΟΣΑ προς χώρες μη μέλη του ΟΟΣΑ»).
10 Βλ. τροποποίηση περί απαγόρευσης, σ. 1.
11 Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 3 και 4 του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων. Βλ., επίσης, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2025, Conti 11. Container Schiffahrt II (C‑188/23, EU:C:2025:26, σκέψη 46) (όπου διευκρινίζεται ότι, με τον κανονισμό για τις μεταφορές αποβλήτων, ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να διασφαλίσει ότι το δίκαιο της Ένωσης είναι σύμφωνο προς τη Σύμβαση της Βασιλείας).
12 Βλ. άρθρο 1 του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων.
13 Βλ. αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων.
14 Βλ. αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων.
15 Βλ. αιτιολογική σκέψη 20 του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων.
16 Το άρθρο 34 του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων ορίζει ότι «[α]παγορεύονται όλες οι εξαγωγές από την [Ένωση] αποβλήτων προοριζόμενων για διάθεση», το δε άρθρο 36 του εν λόγω κανονισμού απαγορεύει την εξαγωγή ορισμένων αποβλήτων «που προορίζονται για αξιοποίηση σε χώρες στις οποίες δεν έχει εφαρμογή η απόφαση του ΟΟΣΑ».
17 Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 5 του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων, η σχετική απόφαση του ΟΟΣΑ είναι η απόφαση C(2001) 107/τελικό του Συμβουλίου του ΟΟΣΑ, σχετικά με την αναθεώρηση της απόφασης C(92) 39/τελικό, για τον έλεγχο των διασυνοριακών διακινήσεων αποβλήτων προοριζομένων για εργασίες αξιοποίησης. Δεν αμφισβητείται ότι το Καμερούν και η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό συγκαταλέγονται μεταξύ των χωρών τις οποίες αφορά η εν λόγω απόφαση.
18 Βλ. άρθρο 2, σημείο 35, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων, το οποίο χαρακτηρίζει, μεταξύ άλλων, ως «παράνομη μεταφορά» κάθε μεταφορά αποβλήτων που πραγματοποιείται «κατά παραβίαση» των άρθρων 34 και 36 του εν λόγω κανονισμού. Στην υπό κρίση υπόθεση είναι σαφές, κατ’ εμέ, ότι υφίστανται και άλλοι λόγοι για τους οποίους οι επίμαχες μεταφορές θα πρέπει να θεωρηθούν παράνομες, κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 35, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 2, σημείο 35, στοιχεία αʹ και βʹ, κάθε μεταφορά «αποβλήτων» που πραγματοποιείται χωρίς «κοινοποίηση» σε όλες τις οικείες αρμόδιες αρχές (στοιχείο αʹ) ή χωρίς τη «συγκατάθεση» των οικείων αρμόδιων αρχών (στοιχείο βʹ) συνιστά παράνομη μεταφορά. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες δεν πληρούσαν κανένα από τα εν λόγω δύο κριτήρια στην υπό κρίση υπόθεση.
19 Μολονότι ο UQ και ο IC αντικρούουν τον ισχυρισμό ότι τα περιεχόμενα των εμπορευματοκιβωτίων συνιστούν «απόβλητα» κατά την έννοια του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων, το ζήτημα αυτό δεν αμφισβητείται ενώπιον του Δικαστηρίου και εναπόκειται, εν πάση περιπτώσει, στην κρίση του αιτούντος δικαστηρίου. Ωστόσο, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι το ζήτημα του τρόπου διάκρισης μεταξύ των προϊόντων που συνιστούν «απόβλητα» ή «επικίνδυνα απόβλητα» και εκείνων που λογίζονται ως «μη απόβλητα» τέθηκε και κατά την κατάρτιση της Σύμβασης της Βασιλείας, δεδομένου ότι ορισμένες χώρες δεν διέθεταν απολύτως κανέναν ορισμό περί του τι συνιστά «απόβλητο» για τους σκοπούς του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής της σύμβασης αυτής [βλ. Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP), Ad hoc Working Group of legal and technical experts with a mandate to prepare a global convention on the control of the transboundary movements of hazardous waste, organisational meeting (1987), First draft Convention on the Control of the Transboundary Movements of Hazardous Wastes, UNEP/WG. 180/2, σ. 4]. Ακριβώς προκειμένου να καθοριστεί ένα ελάχιστο πρότυπο, χωρίς ωστόσο να εμποδίζονται τα λοιπά συμβαλλόμενα κράτη να θεσπίσουν ρύθμιση πέραν του εν λόγω προτύπου, το τελικό κείμενο της ως άνω σύμβασης θεσπίζει πλαίσιο για τον χαρακτηρισμό των «αποβλήτων» ή «επικίνδυνων αποβλήτων» είτε με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους είτε με βάση το εθνικό δίκαιο (βλ. άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και άρθρο 2 της Συμβάσεως της Βασιλείας). Επομένως, το ζήτημα αν τα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης αντικείμενα έχουν αξία για κάποιους, αλλά όχι για άλλους, και μπορούν, ως εκ τούτου, να επαναχρησιμοποιηθούν, να επισκευαστούν ώστε να καταστούν λειτουργικά ή να αποτελέσουν αντικείμενο εμπορίας με άλλον τρόπο στο Καμερούν και στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό δεν ασκεί επιρροή για τον χαρακτηρισμό τους, υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης, ως «αποβλήτων» ή «επικίνδυνων αποβλήτων» κατά την έννοια του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων.
20 Πρβλ. παράρτημα της αποφάσεως 97/640/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1997, για την εξ ονόματος της Κοινότητας έγκριση μιας τροποποίησης της σύμβασης για τον έλεγχο της διασυνοριακής διακίνησης επικίνδυνων αποβλήτων και της διάθεσής τους (Σύμβαση της Βασιλείας), όπως καθορίστηκε στην απόφαση ΙΙΙ/1 της συνδιάσκεψης των συμβαλλομένων μερών (ΕΕ 1997, L 272, σ. 45), όπου μνημονεύεται η παράγραφος 7α του προοιμίου της Σύμβασης της Βασιλείας ως «[αναγνώριση] ότι η διασυνοριακή διακίνηση επικινδύνων αποβλήτων, ιδίως στις αναπτυσσόμενες χώρες, είναι πολύ πιθανό να μην αποτελεί περιβαλλοντικώς ορθολογική μέθοδο διαχείρισης επικινδύνων αποβλήτων, όπως απαιτείται από την παρούσα σύμβαση».
21 Επομένως, το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ, βʹ και γʹ, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων αποτυπώνει, στο δίκαιο της Ένωσης, την υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της Σύμβασης της Βασιλείας, που ορίζει ότι τα εν λόγω απόβλητα πρέπει να «επανακτώνται από τον εξαγωγέα ή τον παραγωγό ή, εάν είναι εφικτό, από αυτό το ίδιο το κράτος εξαγωγής».
22 Κατά συνέπεια, είναι σαφές, κατά τη γνώμη μου, ότι το διαδικαστικό ζήτημα κατά πόσον «δεν είναι πρακτικά δυνατόν», κατά την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων, να πραγματοποιηθεί από συγκεκριμένο πρόσωπο ή αρχή η επιστροφή των αποβλήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της υποχρεώσεως αυτής είναι εντελώς δευτερεύον σε σχέση με την ουσιαστική υποχρέωση που επιβάλλει ο εν λόγω κανονισμός να διασφαλιστεί, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η επιστροφή των εν λόγω αποβλήτων στη χώρα αποστολής.
23 Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο το άρθρο 24, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων απαιτεί την πραγματοποίηση νέας κοινοποίησης μόνο στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στα στοιχεία αʹ έως γʹ της εν λόγω διάταξης.
24 Χάριν πληρότητας, θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι το άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση, διότι ο UQ και ο IC ουδέποτε πραγματοποίησαν κοινοποίηση για τις επίμαχες παράνομες μεταφορές.
25 Σύμφωνα με το άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων, η αρχή αυτή μπορεί να χρεώσει στον κοινοποιούντα τις δαπάνες που συνδέονται με την εν λόγω παραλαβή κατόπιν επιστροφής. Ωστόσο, όπως εξήγησε η Naturvårdsverket κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, λαμβανομένων υπόψη των δαπανών που συνεπάγεται η πραγματοποίηση μιας τέτοιας παραλαβής κατόπιν επιστροφής και της αδυναμίας των φυσικών προσώπων να τις καλύψουν, στις περισσότερες περιπτώσεις τη σχετική δαπάνη επωμίζεται, τελικώς, μόνον η αρμόδια αρχή αποστολής.
26 Βλ. άρθρο 9, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της Σύμβασης της Βασιλείας.
27 Βλ. άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων.
28 Το άρθρο 24, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων ορίζει ότι η υποχρέωση αξιοποίησης ή διάθεσης παρανόμως μεταφερθέντων αποβλήτων βαρύνει πρωτίστως τον παραλήπτη, εάν για την παράνομη μεταφορά υπεύθυνος είναι ο παραλήπτης, και μόνον επικουρικώς την ίδια την αρμόδια αρχή ή φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό της.
29 Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, βάσει του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων, κάθε κοινοποίηση για παραλαβή κατόπιν επιστροφής πρέπει να διευκρινίζει, με το έγγραφο που παρατίθεται στο παράρτημα ΙΑ του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων, τι είδους επεξεργασία θα υποστούν τα επίμαχα απόβλητα και σε ποια εγκατάσταση θα πραγματοποιηθούν οι εργασίες αξιοποίησης ή διάθεσης.
30 Βλ., επίσης, άρθρο 22, παράγραφος 8, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων, το οποίο αφορά το ζήτημα πότε λήγει η υποχρέωση παραλαβής κατόπιν επιστροφής ή οργάνωσης της αξιοποίησης και διάθεσης, ορίζοντας ότι «η υποχρέωση του κοινοποιούντος και η επικουρική υποχρέωση της χώρας αποστολής να παραλαμβάνουν κατόπιν επιστροφής τα απόβλητα ή να οργανώνουν την εναλλακτική αξιοποίηση ή διάθεση παύει να υφίσταται, μόλις η εγκατάσταση εκδώσει το πιστοποιητικό της μη ενδιάμεσης αξιοποίησης ή διάθεσης».
31 Όπως εξηγούν το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, αυτός είναι επίσης ο λόγος για τον οποίο το άρθρο 25, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1157 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Απριλίου 2024, για τις μεταφορές αποβλήτων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1257/2013 και (ΕΕ) 2020/1056 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 (ΕΕ L, 2024/1157), ορίζει πλέον σαφώς ότι η παραλαβή, κατόπιν επιστροφής, παρανόμως μεταφερθέντων αποβλήτων πραγματοποιείται αποκλειστικά «προκειμένου [να ληφθεί μέριμνα] για τη διάθεση ή την αξιοποίησή του[ς]».
32 Για να είμαι σαφής, ακόμη και αν ο UQ και ο IC δεν είχαν αναθέσει στη Naturvårdsverket την παραλαβή των επίμαχων αποβλήτων κατόπιν επιστροφής, και υπό την επιφύλαξη της επιβεβαίωσης ότι τα πρόσωπα αυτά δεν διέθεταν τις απαιτούμενες άδειες για την αξιοποίηση και τη διάθεση των αποβλήτων κατά τρόπο περιβαλλοντικά ορθό, η Naturvårdsverket θα είχε, εν πάση περιπτώσει, την υποχρέωση να παραλάβει τα επίμαχα απόβλητα κατόπιν επιστροφής και να προβεί στην αξιοποίηση και διάθεσή τους.
33 Ομοίως, μια τέτοια ερμηνεία θα υποχρέωνε επίσης, στην πράξη, την αρμόδια αρχή να αποθηκεύει τα παρανόμως μεταφερθέντα απόβλητα τα οποία παρέλαβε κατόπιν επιστροφής, με κίνδυνο πρόκλησης σημαντικής βλάβης στο περιβάλλον. Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1999, Lirussi και Bizzaro (C‑175/98 και C‑177/98, EU:C:1999:486, σκέψη 53).
34 Μολονότι το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου υποβάλλεται επίσης αναφορικά με το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως ορθώς επισημαίνουν τα θεσμικά όργανα, το εν λόγω νομοθέτημα δεν αποτελεί νομική πράξη τυπικώς ενταγμένη στο δίκαιο της Ένωσης, ενόσω η Ένωση δεν έχει προσχωρήσει σε αυτό. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και η εξέταση της νομιμότητας ρυθμίσεως της Ένωσης πρέπει να πραγματοποιούνται υπό το πρίσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Facebook Ireland και Schrems, C‑311/18, EU:C:2020:559, σκέψεις 98 και 99 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
35 Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων σιωπά ως προς το αν ο κύριος των επίμαχων μεταφερθέντων αποβλήτων δύναται να αξιώσει οποιαδήποτε θετική αξία τυχόν απομένει μετά την αξιοποίηση και διάθεση των αποβλήτων, και, ως εκ τούτου, δεν αποκλείει την εν λόγω δυνατότητα, ο UQ και ο IC διατήρησαν το δικαίωμα να ανακτήσουν κάθε τμήμα των επίμαχων παράνομων μεταφορών που θεωρήθηκε «μη απόβλητο» και, επομένως, καθετί που απέμεινε από τα ανήκοντα σε αυτούς αντικείμενα μετά την αξιοποίηση και διάθεσή τους.
36 Βλ. άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών (ΕΕ 2008, L 312, σ. 3), βάσει του οποίου τα απόβλητα προορίζονται τελικώς είτε για ανάκτηση (αξιοποίηση) είτε για διάθεση. Όπως διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη 31 της οδηγίας αυτής, «[η] ιεράρχηση των αποβλήτων γενικά θεσπίζει σειρά προτεραιότητας για ό,τι αποτελεί την καλύτερη συνολικά περιβαλλοντική επιλογή στη νομοθεσία και την πολιτική περί αποβλήτων».