Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANDREA BIONDI
της 3ης Ιουλίου 2025 (1)
Υπόθεση C‑210/24
Asociación de Empresas de Servicios para la Dependencia (AESTE)
κατά
Ayuntamiento de Ortuella
[αίτηση του Órgano Administrativo de Recursos Contractuales de la Comunidad Autónoma de Euskadi (διοικητικού οργάνου της Αυτόνομης Κοινότητας της Χώρας των Βάσκων για τις προσφυγές κατά διοικητικών αποφάσεων στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, Ισπανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Προδικαστική παραπομπή – Δημόσιες συμβάσεις – Οδηγία 2014/24/ΕΕ – Σύμβαση προσωπικών κοινωνικών υπηρεσιών – Σύμβαση με αξία χαμηλότερη από το κατώτατο όριο – Άρθρο 67 – Πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά – Κοινωνικό κριτήριο ανάθεσης – Αύξηση των μισθών του προσωπικού που εκτελεί τις υπηρεσίες – Σύνδεση με το αντικείμενο της σύμβασης – Αρχές της αναλογικότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων – Άρθρο 28 – Δικαίωμα συλλογικών διαπραγματεύσεων »
I. Εισαγωγή
1. Η υπό κρίση υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να εξετάσει το ζήτημα της χρήσης των δημοσίων συμβάσεων για την επιδίωξη οριζόντιων σκοπών δημοσίου συμφέροντος, ιδίως για την προώθηση κοινωνικών σκοπών. Οι δημόσιες συμβάσεις, οι οποίες αντιπροσωπεύουν σημαντικό μέρος του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2) , αναγνωρίζονται ολοένα και περισσότερο ως εργαλείο πολιτικής που μπορεί να χρησιμοποιηθεί, πέρα από την απλή αγορά αγαθών ή υπηρεσιών στην καλύτερη τιμή, για την επίτευξη ευρύτερων στόχων πολιτικής, ιδίως στόχων κοινωνικής φύσεως (Socially responsible Public Procurement) (3).
2. Η οδηγία 2014/24 (4), η οποία αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, ενίσχυσε, με ορισμένες από τις διατάξεις της, τη δυνατότητα χρήσης των συμβάσεων για την επίτευξη κοινωνικών σκοπών. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά ειδικά τη δυνατότητα των αναθετουσών αρχών, η οποία έχει ήδη αναγνωριστεί από τη νομολογία και έχει πλέον κωδικοποιηθεί στο άρθρο 67, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/24, να χρησιμοποιούν κριτήρια σχετικά με κοινωνικές πτυχές για τη σύναψη συμβάσεων.
3. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς σχετικής με κριτήριο ανάθεσης (στο εξής: επίμαχο κριτήριο) που προβλέπεται στη συγγραφή υποχρεώσεων η οποία αφορά διαδικασία σύναψης σύμβασης που προκηρύχθηκε από τον Ayuntamiento de Ortuella (Δήμο Ortuella, Ισπανία) σχετικά με υπηρεσίες κατ’ οίκον φροντίδας για οικογένειες και/ή άτομα που βρίσκονται σε δυσχερή θέση (5).
4. Το επίμαχο κριτήριο ανάθεσης, το οποίο αποκαλείται «[α]ύξηση των μισθολογικών δαπανών», προβλέπει ότι, με σημείο αναφοράς τις αποδοχές που προβλέπονται στην κλαδική σύμβαση, λαμβάνονται υπόψη για την ανάθεση της σύμβασης οι υψηλότερες απολαβές τις οποίες προτίθεται να καταβάλλει η προσφέρουσα επιχείρηση στα άτομα που θα επιφορτιστούν με την εκτέλεση της σύμβασης (6). Ο μέγιστος αριθμός μονάδων με τις οποίες βαθμολογούνται βάσει του επίμαχου κριτηρίου οι προσφορές που εισάγουν ποσοστιαία αύξηση του μισθού η οποία θα εφαρμοστεί στα άτομα αυτά είναι 40. Οι προσφορές που δεν προβλέπουν καμία αύξηση βαθμολογούνται με 0 μονάδες (7).
5. Το εν λόγω κριτήριο προβλέπει επίσης ότι το αργότερο έναν μήνα από τη σύναψη της σύμβασης, και έπειτα από διαπραγμάτευση με εκπροσώπους των εργαζομένων, πρέπει να εξειδικευτεί ο τρόπος με τον οποίο θα εφαρμοστεί η εν λόγω μισθολογική αύξηση και ότι η ανάδοχος εταιρία οφείλει να συνάψει σύμβαση (αποκαλούμενη συλλογική σύμβαση για την υπηρεσία κατ’ οίκον βοήθειας της Ortuella) που θα διέπει τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού στο οποίο θα ανατεθεί η εκτέλεση της σύμβασης.
6. Η Asociación de Empresas de Servicios para la Dependencia (Ένωση επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών περίθαλψης, στο εξής: AESTE) άσκησε προσφυγή ενώπιον του Órgano Administrativo de Recursos Contractuales de la Comunidad Autónoma de Euskadi (διοικητικού οργάνου της Αυτόνομης Κοινότητας της Χώρας των Βάσκων για τις προσφυγές κατά διοικητικών αποφάσεων στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, στο εξής: OARC), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, με αίτημα, μεταξύ άλλων, την ακύρωση του επίμαχου κριτηρίου.
7. Το OARC, καθόσον διατηρούσε αμφιβολίες σχετικά με το συμβατό του κριτηρίου αυτού με διάφορες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι ένα κριτήριο ανάθεσης σύμβασης υπηρεσιών όπως το [επίμαχο], το οποίο:
– αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην αύξηση του μισθολογικού κόστους, πέραν των ορίων της ισχύουσας κλαδικής σύμβασης, που ο προσφέρων προτίθεται να εφαρμόσει στα πρόσωπα που θα εκτελέσουν τη σύμβαση και
– υποχρεώνει τον ανάδοχο να διευκρινίσει, κατόπιν συλλογικής διαπραγμάτευσης με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, το πλαίσιο εντός του οποίου θα εφαρμοστεί η μισθολογική αύξηση και να μεριμνήσει για τη σύναψη συλλογικής σύμβασης η οποία θα εφαρμόζεται στο προσωπικό που θα επιφορτιστεί με την εκτέλεση της σύμβασης,
κατάλληλο ώστε να προσδιοριστεί η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, όπως απαιτεί το άρθρο 67, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ;
Αντιβαίνει το κριτήριο αυτό στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ή περιορίζει τον ελεύθερο ανταγωνισμό κατά παράβαση του άρθρου 56 ΣΛΕΕ και των οδηγιών 2014/24/ΕΕ και 96/71/ΕΚ [(8)];
Προσκρούει το εν λόγω κριτήριο στο δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 28 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης;»
II. Ανάλυση
8. Πριν εξετάσω επί της ουσίας καθένα από τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν με τα τρία σκέλη του προδικαστικού ερωτήματος, πρέπει να προβώ σε ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις ως προς το αν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που μνημονεύονται στο ερώτημα αυτό, καθώς και ως προς την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
Α. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
9. Όσον αφορά, πρώτον, τον χαρακτήρα του OARC ως δικαστηρίου κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, ζήτημα το οποίο τέθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, επισημαίνω εν συντομία ότι έχει ήδη αναγνωριστεί από το Δικαστήριο με την απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2018, Montte (C‑546/16, EU:C:2018:752) (9).
10. Όσον αφορά, δεύτερον, το ζήτημα αν η οδηγία 2014/24 έχει εφαρμογή σε σύμβαση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι, όπως προκύπτει από το σημείο 3 των παρουσών προτάσεων, η εν λόγω σύμβαση έχει ως αντικείμενο την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών που διαλαμβάνονται στο παράρτημα XIV της οδηγίας 2014/24 (10). Κατά συνέπεια, αφενός, η οδηγία αυτή έχει εφαρμογή μόνον αν η αξία της εν λόγω συμβάσεως ισούται με ή υπερβαίνει το κατώτατο όριο των 750 000 ευρώ που προβλέπεται στο άρθρο 4, στοιχείο δʹ, και, αφετέρου, αν η αξία υπερβαίνει το όριο αυτό, η επίμαχη σύμβαση θα υπαχθεί στο «απλουστευμένο καθεστώς» (11) που προβλέπεται στα άρθρα 74 έως 77 της προαναφερθείσας οδηγίας.
11. Συναφώς, από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι η εκτιμώμενη αξία της επίμαχης σύμβασης ανέρχεται σε 166 250 ευρώ και, ως εκ τούτου, είναι χαμηλότερη από το εν λόγω κατώτατο όριο. Επομένως, η οδηγία 2014/24 δεν έχει εφαρμογή στη σύμβαση αυτή.
12. Το αιτούν δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο στο πλαίσιο του συστήματος δικαστικής συνεργασίας που καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, επισημαίνει, εντούτοις, ότι, μολονότι η αξία της σύμβασης είναι χαμηλότερη από το προαναφερθέν κατώτατο όριο, οι διατάξεις της οδηγίας 2014/24 κατέστησαν εφαρμοστέες, ευθέως και ανεπιφύλακτα, από το εθνικό δίκαιο σε καταστάσεις οι οποίες, όπως η περίπτωση της επίμαχης σύμβασης, δεν εμπίπτουν κανονικά στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.
13. Το δικαστήριο αυτό διευκρίνισε ότι, όπως επισήμανε επίσης η Ισπανική Κυβέρνηση, γενικώς, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, ο ισπανικός νόμος περί δημοσίων συμβάσεων (στο εξής: LCSP) (12) επιλέγει να επιβάλει, στις συμβάσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24 βάσει της εκτιμώμενης αξίας τους, το ίδιο νομικό πλαίσιο με εκείνο που προβλέπεται για τις συμβάσεις που εμπίπτουν στην οδηγία αυτή. Ειδικότερα, το άρθρο 145 του LCSP, το οποίο αφορά τις προϋποθέσεις και τις κατηγορίες κριτηρίων σύναψης συμβάσεων εν γένει και μεταφέρει στο ισπανικό δίκαιο το άρθρο 67, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2014/24, έχει εφαρμογή στις συμβάσεις κοινωνικών υπηρεσιών (οι οποίες διαλαμβάνονται στο παράρτημα XIV της οδηγίας 2014/24) με τις ιδιαιτερότητες της τεσσαρακοστής έβδομης πρόσθετης διατάξεως του LCSP (η οποία μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 76 της οδηγίας 2014/24 που περιλαμβάνεται στις διατάξεις σχετικά με το προαναφερθέν «απλουστευμένο καθεστώς»).
14. Συναφώς, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όταν εθνική νομοθεσία εναρμονίζεται ευθέως και ανεπιφύλακτα, όσον αφορά τις λύσεις τις οποίες προβλέπει για καταστάσεις που δεν καλύπτονται από πράξη του δικαίου της Ένωσης, προς τις λύσεις που έχουν γίνει δεκτές από την πράξη αυτή, υφίσταται οπωσδήποτε συμφέρον της Ένωσης για ομοιόμορφη ερμηνεία των διατάξεων της εν λόγω πράξης. Με τον τρόπο αυτόν αποφεύγονται ερμηνευτικές αποκλίσεις στο μέλλον και εξασφαλίζεται η ομοιόμορφη αντιμετώπιση των καταστάσεων αυτών και εκείνων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων (13).
15. Εν προκειμένω, από τα σημεία 12 και 13 των παρουσών προτάσεων προκύπτει ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, υφίσταται οπωσδήποτε συμφέρον της Ένωσης να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως όσον αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 2014/24.
16. Εν συνεχεία, πρέπει, τρίτον, να εξακριβωθεί αν το άρθρο 56 ΣΛΕΕ και η οδηγία 96/71 έχουν εφαρμογή στην επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης σύμβαση.
17. Όσον αφορά την ανάθεση σύμβασης η οποία, λαμβανομένης υπόψη της αξίας της, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24, από τη νομολογία προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του τους θεμελιώδεις κανόνες και τις γενικές αρχές της Συνθήκης ΛΕΕ, ιδίως το άρθρο 56 της εν λόγω Συνθήκης, υπό την προϋπόθεση ότι η επίμαχη σύμβαση παρουσιάζει βέβαιο διασυνοριακό ενδιαφέρον (14).
18. Σύμφωνα με τη νομολογία, τα αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να υποδηλώνουν την ύπαρξη βέβαιου διασυνοριακού ενδιαφέροντος περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη σημαντική αξία της επίμαχης συμβάσεως σε συνδυασμό με τον τόπο εκτελέσεως των εργασιών ή, ακόμη, τα ειδικά χαρακτηριστικά των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών (15).
19. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, η εκτιμώμενη αξία της σύμβασης είναι σαφώς χαμηλότερη από το κατώτατο όριο που απαιτείται από το άρθρο 4, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2014/24. Επιπλέον, η σύμβαση αφορά προσωπικές κοινωνικές υπηρεσίες οι οποίες, λόγω της φύσης τους, έχουν περιορισμένη διασυνοριακή διάσταση (16). Οι προσωπικές υπηρεσίες αξίας χαμηλότερης από το προαναφερθέν όριο συνήθως δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον για παρόχους από άλλα κράτη μέλη, εκτός εάν υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις για το αντίθετο (17). Επομένως, ελλείψει τέτοιων ενδείξεων, το άρθρο 56 ΣΛΕΕ δεν έχει εφαρμογή σε σύμβαση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης (18).
20. Όσον αφορά το ζήτημα αν έχει εφαρμογή η οδηγία 96/71, το αιτούν δικαστήριο δεν παρέχει κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της σύμβασης και, ειδικότερα, υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων που εκτίθενται στο προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων, στην υπόθεση της κύριας δίκης ενδέχεται να υφίσταται, έστω και δυνητικά, κατάσταση εμπίπτουσα σε ένα από τα διεθνικά μέτρα του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, η οποία θα δικαιολογούσε την εφαρμογή της (19). Επομένως, κατά τη γνώμη μου, ούτε η οδηγία 96/71 έχει εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης.
21. Τέλος, τέταρτον, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα αν έχει εφαρμογή το άρθρο 28 του Χάρτη.
22. Συναφώς, το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη ρητώς προβλέπει ότι οι διατάξεις του έχουν ως αποδέκτες τα κράτη μέλη μόνο στις περιπτώσεις που αυτά εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Από τη νομολογία απορρέει ότι η φράση «όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης», κατά την έννοια του άρθρου 51 του Χάρτη, «προϋποθέτει την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ πράξης του δικαίου της Ένωσης και του επίμαχου εθνικού μέτρου που να υπερβαίνει την εγγύτητα των σχετικών τομέων ή τις έμμεσες επιπτώσεις του ενός τομέα στον άλλο» (20).
23. Από τη νομολογία προκύπτει ότι τέτοιος σύνδεσμος υφίσταται όταν, όπως εν προκειμένω, οι διατάξεις πράξεως της Ένωσης καθίστανται εφαρμοστέες, ευθέως και ανεπιφύλακτα, μέσω παραπομπής του εθνικού δικαίου, το οποίο ουσιαστικά επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης σε καταστάσεις που δεν εμπίπτουν άμεσα στο εν λόγω πεδίο εφαρμογής. Πράγματι, σε αρκετές τέτοιες περιπτώσεις, το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει το δίκαιο της Ένωσης υπό το πρίσμα των διατάξεων του Χάρτη (21), εκτιμώντας ότι, και σε μια τέτοια περίπτωση, το κράτος μέλος εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης. Επομένως, το άρθρο 28 του Χάρτη έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση.
24. Εν κατακλείδι, από τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει ότι θα πρέπει να δοθεί απάντηση αποκλειστικά στο πρώτο και στο τρίτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος, τα οποία αφορούν, αντιστοίχως, την ερμηνεία της οδηγίας 2014/24 και του άρθρου 28 του Χάρτη.
Β. Επί της ερμηνείας της οδηγίας 2014/24
25. Με το πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο ερώτημα ερμηνείας του άρθρου 67, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/24. Το δικαστήριο αυτό διερωτάται εάν αποτελεί κριτήριο κατάλληλο ώστε να προσδιοριστεί η «πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ένα κριτήριο ανάθεσης σύμβασης με αντικείμενο προσωπικές κοινωνικές υπηρεσίες, το οποίο προβλέπει ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη οι αυξήσεις των αποδοχών τις οποίες προτίθεται να καταβάλει η προσφέρουσα επιχείρηση στα άτομα που πρόκειται να εκτελέσουν τη σύμβαση, σε σύγκριση με τις αποδοχές που προβλέπει η κλαδική συλλογική σύμβαση.
26. Το άρθρο 67, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/24 ορίζει ότι οι αναθέτουσες αρχές βασίζουν την ανάθεση των δημόσιων συμβάσεων στην «πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά». Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου διευκρινίζεται ότι «η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά σύμφωνα με τη γνώμη της αναθέτουσας αρχής προσδιορίζεται βάσει της τιμής ή του κόστους, με χρήση προσέγγισης αποτελεσματικότητας σε σχέση με το κόστος […], και μπορεί να περιλαμβάνει τη βέλτιστη σχέση τιμής-ποιότητας, η οποία εκτιμάται βάσει κριτηρίων συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, ποιοτικών, περιβαλλοντικών και/ή κοινωνικών πτυχών που συνδέονται με το αντικείμενο της συγκεκριμένης δημόσιας σύμβασης».
27. Προκαταρκτικώς, επισημαίνω, πρώτον, ότι η ερμηνεία του άρθρου 67 της οδηγίας 2014/24 στην υπό κρίση υπόθεση πρέπει να λαμβάνει υπόψη το ειδικό κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η επίμαχη σύμβαση. Αφενός, όπως επισημάνθηκε, λόγω του αντικειμένου της (προσωπικές κοινωνικές υπηρεσίες) και της αξίας της, η οποία είναι χαμηλότερη από το κατώτατο όριο, η σύμβαση αυτή δεν υπόκειται κατ’ αρχήν στη γενική ρύθμιση περί συνάψεως συμβάσεων που προβλέπει η οδηγία 2014/24. Η εφαρμογή του κριτηρίου της «πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς» στη σύμβαση αυτή εξαρτάται αποκλειστικά από την επιλογή του Ισπανού νομοθέτη να επεκτείνει τη γενική αυτή ρύθμιση στο συγκεκριμένο είδος συμβάσεων. Αφετέρου, όσον αφορά τις συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο τις κοινωνικές υπηρεσίες, η οδηγία 2014/24 προβλέπει, λόγω ακριβώς του αντικειμένου τους, το ειδικό «απλουστευμένο» καθεστώς των άρθρων 74 έως 77. Το καθεστώς αυτό επιβάλλει στα κράτη μέλη «μόνο την τήρηση των βασικών αρχών διαφάνειας και ίσης μεταχείρισης» και τους παρέχει, ρητώς, «μεγάλη διακριτική ευχέρεια», τη δυνατότητα «να εφαρμόζουν ειδικά ποιοτικά κριτήρια για την επιλογή των παρόχων υπηρεσιών» και ελευθερία θέσπισης διαδικασιών για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών (22).
28. Στο πλαίσιο αυτό, μολονότι η προαναφερθείσα απαίτηση ομοιόμορφης ερμηνείας των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης (23) επιτάσσει η ερμηνεία της έννοιας της «πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς» να μην μπορεί να διαφέρει από εκείνη που θα είχε εφαρμογή σε σύμβαση εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24, είναι εντούτοις αναγκαίο η ερμηνεία της έννοιας αυτής στην υπό κρίση υπόθεση να λαμβάνει υπόψη τα ειδικά στοιχεία των κοινωνικών υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης και την προαναφερθείσα μεγάλη διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στα κράτη μέλη για τις συμβάσεις που αφορούν τις υπηρεσίες αυτές. Εξάλλου, από την οδηγία 2014/24 προκύπτει ρητώς ότι τα εν λόγω στοιχεία πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη όταν το κράτος μέλος αποφασίζει να εφαρμόσει σε αυτά τα είδη συμβάσεων το κριτήριο της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς (24).
29. Δεύτερον, επισημαίνεται ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, όχι μόνον η σύμβαση έχει ως αντικείμενο κοινωνικές υπηρεσίες, αλλά και το επίμαχο κριτήριο είναι κριτήριο που αφορά «κοινωνικές πτυχές» κατά την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/24.
30. Συναφώς, σε σύγκριση με τις προγενέστερες οδηγίες περί δημοσίων συμβάσεων, η οδηγία 2014/24 ενίσχυσε τις δυνατότητες στρατηγικής χρησιμοποιήσεως των δημοσίων συμβάσεων για την επίτευξη σκοπών δημοσίου συμφέροντος, ιδίως κοινωνικού χαρακτήρα (25). Τούτο συνάδει, εξάλλου, με τις εισαχθείσες από τη Συνθήκη της Λισσαβώνας διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 3, ΣΕΕ και του άρθρου 9 ΣΛΕΕ (26).
31. Προς τούτο, η οδηγία 2014/24 προβλέπει διάφορες δυνατότητες ενσωμάτωσης της κοινωνικής διάστασης στις δημόσιες συμβάσεις και, ειδικότερα, επιβολής ή προώθησης των εργασιακών προτύπων και της κοινωνικής ένταξης. Πέραν του προαναφερθέντος «απλουστευμένου» καθεστώτος για τις συμβάσεις που αφορούν κοινωνικές υπηρεσίες και της ρητής συνεκτίμησης των «κοινωνικών πτυχών» στο πλαίσιο των κριτηρίων ανάθεσης κατά την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/24 (27), είναι ιδιαίτερα σημαντικό να υπομνησθεί η διάταξη του άρθρου 18, παράγραφος 2, κατά την οποία οι οικονομικοί φορείς οφείλουν να τηρούν, κατά την εκτέλεση των συμβάσεων, τις ισχύουσες υποχρεώσεις στους τομείς του δικαίου και ειδικότερα του κοινωνικού και εργατικού δικαίου. Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι μια τέτοια απαίτηση αποτελεί, στο πλαίσιο της γενικής οικονομίας της εν λόγω οδηγίας, μια «πρωταρχική αξία», ανάγοντάς τη σε αρχή, ισότιμη των λοιπών αρχών που μνημονεύονται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού (28), ήτοι των αρχών της ισότιμης και χωρίς διακρίσεις μεταχείρισης, της διαφάνειας και της αναλογικότητας. Επομένως, αυτή η πρωταρχική αξία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία της οδηγίας στο σύνολό της.
32. Υπό το πρίσμα αυτών ακριβώς των σκέψεων πρέπει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 67 της οδηγίας 2014/24. Στο πλαίσιο του ερωτήματος αυτού επισημαίνονται κατ’ ουσίαν τέσσερα σημεία, τα οποία θα εξετάσω κατωτέρω: i) η καταλληλότητα του επίμαχου κριτηρίου για τον προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς, ii) το ζήτημα αν το εν λόγω κριτήριο «συνδέεται» με το αντικείμενο της σύμβασης, iii) η αναλογικότητα του κριτηρίου και iv) το κατά πόσον αυτό εισάγει διακρίσεις.
1. Επί της καταλληλόλητας του επίμαχου κριτηρίου για τον προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς
33. Όπως επισημάνθηκε, το άρθρο 67, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/24, το οποίο κατέστη εφαρμοστέο σε σύμβαση κοινωνικών υπηρεσιών όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης βάσει του άρθρου 145 του LCSP, επιτρέπει ρητώς στις αναθέτουσες αρχές να περιλαμβάνουν στον προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς, η οποία καθορίζεται με βάση τη βέλτιστη σχέση τιμής-ποιότητας, κριτήρια σχετικά με κοινωνικές πτυχές που συνδέονται με το αντικείμενο της συγκεκριμένης σύμβασης.
34. Η νομολογία έχει ήδη αναγνωρίσει, στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν οι αναθέτουσες αρχές κατά τον καθορισμό των κριτηρίων ανάθεσης (29), ότι οι κοινωνικές πτυχές μπορούν να λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς. Ειδικότερα, με την απόφαση «Nord-Pas-de-Calais», το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αναθέτουσες αρχές δεν στερούνται τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν ως κριτήριο έναν όρο που συνδέεται με την καταπολέμηση της ανεργίας (30). Στη συνέχεια, με την απόφαση «Fair Trade», το Δικαστήριο έκρινε ρητώς ότι οι αναθέτουσες αρχές έχουν «τη δυνατότητα να επιλέγουν κριτήρια αναθέσεως στηριζόμενα σε εκτιμήσεις κοινωνικής φύσεως» (31).
35. Η νομολογία του Δικαστηρίου και οι διατάξεις της οδηγίας 2014/24 επιτρέπουν να οριοθετηθεί η δυνατότητα των αναθετουσών αρχών να λαμβάνουν υπόψη κοινωνικές πτυχές κατά τον προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς.
36. Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια των «κοινωνικών πτυχών» περιλαμβάνει, γενικά, τόσο παράγοντες που αφορούν τη διαδικασία παραγωγής ή την παροχή της υπηρεσίας (όπως, παραδείγματος χάριν, παράγοντες σχετικούς με τις συνθήκες εργασίας, τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην αλυσίδα εφοδιασμού ή την υπεύθυνη προμήθεια πρώτων υλών) όσο και παράγοντες σημαντικούς για τους τελικούς χρήστες (όπως, παραδείγματος χάριν, παράγοντες σχετικούς με την προσβασιμότητα στην υπηρεσία ή τον σχεδιασμό της υπηρεσίας για την προσέγγιση ευάλωτων χρηστών ή τις ευκαιρίες απασχόλησης) (32).
37. Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι κριτήρια αναθέσεως στηριζόμενα σε εκτιμήσεις κοινωνικής φύσεως μπορούν να αφορούν όχι μόνο τους χρήστες ή τους αποδέκτες των έργων, των προμηθειών ή των υπηρεσιών που αποτελούν αντικείμενο της συμβάσεως, αλλά και άλλα πρόσωπα (33), όπως, παραδείγματος χάριν, οι εργαζόμενοι που απασχολούνται στην εκτέλεση της συμβάσεως (34).
38. Εν συνεχεία, από την οδηγία 2014/24 και από τη νομολογία προκύπτει ότι αναθέτουσα αρχή μπορεί να λαμβάνει υπόψη κριτήρια σχετικά με κοινωνικές πτυχές, υπό την προϋπόθεση ότι τα κριτήρια αυτά: πρώτον, συνδέονται με το αντικείμενο της σύμβασης (35), δεύτερον, δεν παρέχουν στην αναθέτουσα αρχή απεριόριστη ελευθερία επιλογής (36)· τρίτον, είναι σύμφωνα με τις απαιτήσεις διαφάνειας και, ως εκ τούτου, αφενός, μνημονεύονται ρητώς στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στην προκήρυξη του διαγωνισμού (37) μαζί με τη στάθμιση που τους προσδίδεται (38) και με τυχόν επιμέρους κριτήρια και, αφετέρου, είναι αρκετά σαφή, ώστε όλοι οι προσφέροντες οι οποίοι είναι καλώς πληροφορημένοι και επιμελείς να είναι σε θέση να τα κατανοήσουν (39), και, τέταρτον, τηρούν όλες τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου, ιδίως την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων (40).
39. Από την οδηγία προκύπτει επίσης ότι η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά βάσει της καλύτερης αναλογίας ποιότητας-τιμής πρέπει να περιλαμβάνει πάντοτε ένα στοιχείο τιμής ή κόστους (41), οπότε ο προσδιορισμός μιας τέτοιας προσφοράς δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε ποιοτικά και/ή κοινωνικά κριτήρια. Επιπλέον, δεν απαιτείται έκαστο των κριτηρίων σύναψης της σύμβασης που λαμβάνει υπόψη η αναθέτουσα αρχή για να προσδιορίσει την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά να είναι αμιγώς οικονομικής φύσεως. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι τυχόν άλλοι μη αμιγώς οικονομικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν την αξία μιας προσφοράς, κατά την κρίση της αναθέτουσας αρχής (42).
40. Εν προκειμένω, από το σημείο 4 των παρουσών προτάσεων προκύπτει ότι το επίμαχο κριτήριο αφορά αύξηση των αποδοχών, σε σύγκριση με εκείνη που προβλέπει η κλαδική συλλογική σύμβαση, τις οποίες προτίθεται να καταβάλει η προσφέρουσα επιχείρηση στα άτομα που πρόκειται να εκτελέσουν τη σύμβαση.
41. Δεδομένου ότι αφορά τον μισθό και, ως εκ τούτου, τους όρους εργασίας, αποτελεί κριτήριο ανάθεσης σχετικό με «κοινωνικές πτυχές», κατά την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/24, το οποίο, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στο σημείο 37 των παρουσών προτάσεων, αφορά τους εργαζομένους που πρόκειται να εκτελέσουν τη σύμβαση. Επιπλέον, πέραν των ζητημάτων που αφορούν τη σύνδεσή του με το αντικείμενο της σύμβασης και την τήρηση των αρχών της αναλογικότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων, τα οποία εξετάζονται κατωτέρω, δεν προκύπτει ότι τίθεται υπό αμφισβήτηση το εάν το εν λόγω κριτήριο ανάθεσης πληροί τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο σημείο 38 των παρουσών προτάσεων. Συναφώς, από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου συνάγεται ότι η επίμαχη σύμβαση προβλέπει επίσης κριτήριο σχετικό με την τιμή σύμφωνα με την απαίτηση που αναφέρεται στο σημείο 39 των παρουσών προτάσεων.
42. Περαιτέρω, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, όσον αφορά ειδικότερα τις συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο κοινωνικές υπηρεσίες, αφενός, από το άρθρο 76, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/24 προκύπτει ότι οι αναθέτουσες αρχές μπορούν, λόγω των ιδιαιτεροτήτων των εν λόγω υπηρεσιών, να δίνουν έμφαση σε πτυχές που αφορούν τη διασφάλιση «της ποιότητας, της συνέχειας, της δυνατότητας πρόσβασης, του οικονομικά προσιτού χαρακτήρα, της διαθεσιμότητας και της πληρότητας των υπηρεσιών [και] τις ειδικές ανάγκες των διαφόρων κατηγοριών χρηστών». Αφετέρου, όπως προαναφέρθηκε, τα κράτη μέλη διαθέτουν μεγάλη διακριτική ευχέρεια σχετικά με αυτούς τους τύπους συμβάσεων (43), ιδίως όσον αφορά τον καθορισμό των κριτηρίων ανάθεσης. Οι εκτιμήσεις αυτές, οι οποίες ισχύουν για τις συμβάσεις κοινωνικών υπηρεσιών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24, ισχύουν κατά μείζονα λόγο για συμβάσεις όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, οι οποίες εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24, αλλά στις οποίες η οδηγία αυτή εφαρμόζεται μόνον λόγω εκούσιας επιλογής του οικείου κράτους μέλους. Για αυτά τα είδη συμβάσεων, η προαναφερθείσα διακριτική ευχέρεια θα είναι ακόμη μεγαλύτερη (44).
43. Στο ειδικό αυτό πλαίσιο, φρονώ, επομένως, ότι, υπό την επιφύλαξη των ακόλουθων εκτιμήσεων σχετικά με τη σύνδεση με το αντικείμενο της σύμβασης και την τήρηση των αρχών της αναλογικότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων, η οδηγία 2014/24 δεν περιορίζει τη μεγάλη διακριτική ευχέρεια του οικείου κράτους μέλους και δεν εμποδίζει την αναθέτουσα αρχή, στο πλαίσιο σύμβασης κοινωνικών υπηρεσιών με αξία χαμηλότερη από το κατώτατο όριο και, ως εκ τούτου, μη εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24, στην οποία η οδηγία αυτή εφαρμόζεται οικειοθελώς από το κράτος μέλος, να λάβει υπόψη, για τον προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς, ένα κριτήριο σχετικό με κοινωνικές πτυχές, όπως το επίμαχο.
2. Επί της σύνδεσης του επίμαχου κριτηρίου με το αντικείμενο της σύμβασης
44. Τούτου λεχθέντος, από το άρθρο 67, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/24 προκύπτει ότι το κριτήριο ανάθεσης πρέπει να συνδέεται με το αντικείμενο της σύμβασης. Στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου διευκρινίζεται ότι: «[τ]α κριτήρια ανάθεσης θεωρούνται ότι συνδέονται με το αντικείμενο της δημόσιας σύμβασης εφόσον συνδέονται με […] τις υπηρεσίες που θα παρασχεθούν στο πλαίσιο της σύμβασης σε σχέση με οποιαδήποτε πτυχή της και σε οποιοδήποτε από τα στάδια του κύκλου ζωής της, περιλαμβανομένων και των παραγόντων που […] δεν αποτελούν μέρος της υλικής υπόστασής της».
45. Ακριβώς το στοιχείο της σύνδεσης του επίμαχου κριτηρίου ανάθεσης με το αντικείμενο της επίμαχης σύμβασης αποτελεί ένα από τα στοιχεία για τα οποία το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες. Εκτιμά ότι η σχέση μεταξύ της αύξησης των αποδοχών και της βελτίωσης της παροχής της υπηρεσίας φαίνεται να είναι υπερβολικά υποθετική για τον προσδιορισμό μιας συμφέρουσας πτυχής που μπορεί να οδηγήσει στην ανάθεση της σύμβασης.
46. Εν προκειμένω, η επίμαχη σύμβαση αφορά προσωπικές κοινωνικές υπηρεσίες. Οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται συνήθως από άτομο σε άτομο και απαιτούν την εκτέλεση δραστηριοτήτων με ένταση εργασίας (45). Δεδομένου ότι άπτεται της αμοιβής που λαμβάνει ο εκτελών την υπηρεσία φορέας για την παροχή της υπηρεσίας, το επίμαχο κριτήριο αφορά, εν τέλει, την αμοιβή για την ίδια την υπηρεσία, δηλαδή την οικονομική αντιπαροχή για την αντίστοιχη παροχή (46) και, ως εκ τούτου, ένα στοιχείο σαφώς συνδεόμενο με την υπηρεσία.
47. Συναφώς, από τη νομολογία προκύπτει ότι το κριτήριο ανάθεσης δεν πρέπει οπωσδήποτε να αφορά ένα εγγενές χαρακτηριστικό της υπηρεσίας (47), όπως επιβεβαιώνεται από την τελευταία περίοδο του άρθρου 67, παράγραφος 3 –και την αιτιολογική σκέψη 97– της οδηγίας 2014/24, η οποία, όπως αναφέρεται στο σημείο 44 των παρουσών προτάσεων, προβλέπει, για τον προσδιορισμό της σύνδεσης μεταξύ του κριτηρίου και της υπηρεσίας, τη δυνατότητα να λαμβάνονται υπόψη παράγοντες που δεν αποτελούν μέρος της «υλικής υπόστασης» της ίδιας της υπηρεσίας. Επιπλέον, όπως επισημαίνεται στο σημείο 39 των παρουσών προτάσεων, το κριτήριο δεν χρειάζεται απαραιτήτως να παρέχει πλεονέκτημα αμιγώς οικονομικού χαρακτήρα.
48. Επιπλέον, όσον αφορά αυτό το είδος υπηρεσιών στο οποίο το προσωπικό στοιχείο διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο, δεν φαίνεται παράλογο να θεωρηθεί ότι, εν γένει, ενδέχεται να υπάρχει θετική συσχέτιση μεταξύ της επαγγελματικής ικανοποίησης των παρόχων κοινωνικών υπηρεσιών, η οποία επηρεάζεται επίσης από την αμοιβή, και της ποιότητας της παρεχόμενης υπηρεσίας.
49. Τέλος, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι η αναθέτουσα αρχή χρησιμοποίησε το επίμαχο κριτήριο σε σχέση με την ανάγκη επίλυσης καταστάσεων εργασιακής σύγκρουσης οι οποίες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, το επίπεδο των μισθών και οι οποίες είχαν εκδηλωθεί κατά τη διάρκεια μακράς περιόδου διαμαρτυριών από τα πρόσωπα που είχαν επιφορτιστεί με την παροχή της υπηρεσίας. Η χρήση του κριτηρίου αυτού αποσκοπούσε στη διασφάλιση της συνέχειας και της επάρκειας της υπηρεσίας.
50. Συναφώς, πέραν της αναγκαίας εξακρίβωσης των πραγματικών περιστατικών στην οποία οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, φρονώ ότι τέτοιες εκτιμήσεις εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής είναι θεμιτές και μπορούν να δικαιολογήσουν τη θέσπιση συγκεκριμένου κριτηρίου ανάθεσης, ιδίως εντός ενός πλαισίου όπως αυτό της υπό κρίση υπόθεσης, όπου, όπως αναφέρεται στο σημείο 42 των παρουσών προτάσεων, αφενός, λόγω των ιδιαιτεροτήτων των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, εκτιμήσεις σχετικές με τη συνέχεια και τη διαθεσιμότητα της υπηρεσίας διαδραματίζουν πρωταρχικό ρόλο και, αφετέρου, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως, κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση συμβάσεων που δεν υπερβαίνουν τα κατώτατα όρια.
3. Επί της αναλογικότητας του επίμαχου κριτηρίου
51. Με τις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή αμφιβάλλει ως προς τη συμβατότητα του επίμαχου κριτηρίου με την αρχή της αναλογικότητας. Η Επιτροπή διατηρεί, μεταξύ άλλων, αμφιβολίες ως προς την αναλογικότητα του βαθμού στάθμισης του εν λόγω κριτηρίου σε σχέση με τα λοιπά κριτήρια που προβλέπονται στη συγγραφή υποχρεώσεων. Η ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία δεν καθιστά δυνατή την πλήρη κατανόηση της στάθμισης των διαφόρων κριτηρίων στο πλαίσιο της επίμαχης σύμβασης (48). Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να καθορίσει in concreto ποιος είναι ο πραγματικός βαθμός στάθμισης του επίμαχου κριτηρίου προκειμένου να εκτιμήσει την αναλογικότητά του.
52. Συναφώς, η αρχή της αναλογικότητας διασφαλίζει ότι τα μέτρα που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές είναι κατάλληλα για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκονται με τους κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων και ότι τα μέτρα αυτά δεν βαίνουν πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξή τους. Η ανάλυση της αναλογικότητας μεταξύ των κριτηρίων ανάθεσης που προβλέπονται για μια συγκεκριμένη σύμβαση πρέπει να γίνεται κατά περίπτωση και εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένου ασφαλώς του αντικειμένου της σύμβασης.
53. Όσον αφορά τη στάθμιση των κριτηρίων ανάθεσης που αφορούν κοινωνικές πτυχές, δεν φαίνεται να είναι δυνατόν να καθοριστεί in abstracto ένα ανώτατο ή ελάχιστο ποσοστό που θα ήταν αναλογικό. Για συμβάσεις στις οποίες υπάρχουν είτε υψηλοί κοινωνικοί κίνδυνοι (π.χ. παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων) είτε, όπως στην περίπτωση της επίμαχης σύμβασης, μεγάλα δυνητικά κοινωνικά οφέλη (π.χ. βελτιώσεις στην ευημερία μιας ευάλωτης ομάδας), μπορεί να είναι σκόπιμο να υπάρχουν κοινωνικά κριτήρια ανάθεσης με υψηλό συντελεστή στάθμισης (49). Κατά την αξιολόγηση της αναλογικότητας πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη το ειδικό πλαίσιο που αναφέρεται στο σημείο 42 των παρουσών προτάσεων όσον αφορά τις συμβάσεις κοινωνικών υπηρεσιών, ιδίως όταν αυτές δεν υπερβαίνουν τα κατώτατα όρια.
54. Αντιθέτως, όσον αφορά τη στάθμιση του κριτηρίου της τιμής, εκτός από την απαίτηση που αναφέρεται στο σημείο 39 των παρουσών προτάσεων, η οδηγία 2014/24 δεν φαίνεται να επιβάλλει συγκεκριμένες απαιτήσεις για τον καθορισμό της αναλογικότητας του κριτηρίου αυτού, η οποία θα εξαρτάται από διάφορους παράγοντες σχετικούς με το είδος της σύμβασης.
55. Εξάλλου, από τη νομολογία προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχτηκε ότι αναθέτουσα αρχή μπορεί να υπολογίσει ένα κριτήριο ανάθεσης που στηρίζεται σε περιβαλλοντικές πτυχές με συντελεστή 45 % (50) και δεν απέρριψε τη δυνατότητα τα σχετικά με την ποιότητα κριτήρια να αντιστοιχούν, συνολικά, στο 60 % των μονάδων που μπορούν να απονεμηθούν για τη βαθμολόγηση της προσφοράς (51).
56. Τέλος, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν προκύπτει σαφώς αν, για την εφαρμογή του επίμαχου κριτηρίου στο πλαίσιο των διαφόρων διατάξεων της συγγραφής υποχρεώσεων, προβλέπεται ανώτατο όριο στις μισθολογικές αυξήσεις τις οποίες η προσφέρουσα επιχείρηση θα μπορούσε να εφαρμόσει στα άτομα που πρόκειται να εκτελέσουν τη σύμβαση. Αν ήταν δυνατόν να προταθούν μισθολογικές αυξήσεις προδήλως δυσανάλογες σε σχέση με την αξία της υπηρεσίας, τούτο θα δημιουργούσε προβλήματα όσον αφορά την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.
57. Εν κατακλείδι, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει, υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων και βάσει των πραγματικών διαπιστώσεων στις οποίες οφείλει να προβεί, αν, για μια σύμβαση κοινωνικών υπηρεσιών όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης στο ειδικό πλαίσιο που μνημονεύεται στο σημείο 42 των παρουσών προτάσεων, ένα κριτήριο όπως το επίμαχο είναι σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας.
4. Επί του ζητήματος αν το επίμαχο κριτήριο εισάγει δυσμενείς διακρίσεις
58. Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί επίσης αμφιβολίες ως προς το αν το επίμαχο κριτήριο μπορεί να εισαγάγει δυσμενή μεταχείριση εις βάρος φορέων με μικρότερη οικονομική δυνατότητα καταβολής υψηλότερων αποδοχών, όπως, για παράδειγμα, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ), οι οποίες θα ήταν σε θέση να υποβάλουν ανταγωνιστικές προσφορές, ακριβώς διότι έχουν μικρότερο μισθολογικό κόστος.
59. Συναφώς, από το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/24 προκύπτει ότι οι αναθέτουσες αρχές αντιμετωπίζουν τους οικονομικούς φορείς ισότιμα και χωρίς διακρίσεις. Κατά τη νομολογία, σκοπός των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων που κατοχυρώνονται στη διάταξη αυτή είναι να ευνοείται η ανάπτυξη υγιούς και πραγματικού ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων που μετέχουν σε δημόσιο διαγωνισμό, πρόκειται δε για αρχές οι οποίες άπτονται της ίδιας της ουσίας των ενωσιακών κανόνων που διέπουν τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Βάσει των αρχών αυτών, στους διαγωνιζομένους πρέπει να επιφυλάσσεται ίση μεταχείριση τόσο κατά τον χρόνο της προετοιμασίας των προσφορών τους όσο και κατά τον χρόνο της αξιολόγησής τους από την αναθέτουσα αρχή (52). Οι ανωτέρω αρχές επιτάσσουν να μην αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο όμοιες καταστάσεις ούτε καθ’ όμοιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν μια τέτοιου είδους αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικά (53).
60. Ειδικότερα, στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης περί δημοσίων συμβάσεων, όπως προκύπτει, κατ’ ουσίαν, από το άρθρο 18, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2014/24, η απουσία διακρίσεων προϋποθέτει ότι οι αναθέτουσες αρχές δεν μπορούν να θεσπίζουν κριτήρια ή κανόνες με σκοπό την αδικαιολόγητα ευνοϊκή ή δυσμενή μεταχείριση ορισμένων οικονομικών φορέων βάσει των χαρακτηριστικών τους ή τη δημιουργία τεχνητών φραγμών για ορισμένα είδη φορέων, όπως οι ΜμΕ.
61. Εξάλλου, ένας από τους διακηρυσσόμενους σκοπούς της οδηγίας 2014/24 είναι η διευκόλυνση της συμμετοχής των ΜμΕ στις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων (54). Στο πλαίσιο αυτό, ο καθορισμός υπερβολικά αυστηρών, μη συναφών και μη ανάλογων με το αντικείμενο της σύμβασης απαιτήσεων ή κριτηρίων ανάθεσης θα μπορούσε να αποτελέσει αδικαιολόγητο εμπόδιο στη συμμετοχή ΜμΕ σε διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων (55). Από την άλλη πλευρά, στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, ένας από τους κύριους σκοπούς των κανόνων της Ένωσης είναι το μέγιστο δυνατό άνοιγμα στον ανταγωνισμό, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ευρύτερη δυνατή συμμετοχή προσφερόντων σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού.
62. Εν προκειμένω, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι, αφηρημένα, ένα κριτήριο όπως το επίμαχο, ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης, ενδέχεται να εισάγει διακρίσεις εις βάρος φορέων με μικρότερη οικονομική δυνατότητα καταβολής υψηλότερων αποδοχών, ιδίως όταν, όπως επισημαίνεται στο σημείο 56 των παρουσών προτάσεων, δεν προβλέπει ανώτατο όριο για τις μισθολογικές αυξήσεις που θα μπορούσαν θεωρητικά να προσφερθούν.
63. Εντούτοις, φρονώ ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του στοιχεία που να του παρέχουν τη δυνατότητα να κρίνει αν δημιουργείται ή όχι δυσμενής διάκριση. Λαμβανομένου υπόψη του ειδικού αντικειμένου της σύμβασης και της περιορισμένης αξίας της, φαίνεται, εξάλλου, απίθανο να μετάσχουν στον σχετικό με τη σύμβαση αυτή διαγωνισμό επιχειρήσεις που δεν είναι ΜμΕ και που θα μπορούσαν να ευνοηθούν συγκεκριμένα από το κριτήριο αυτό εις βάρος του υγιούς και πραγματικού ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων που μετέχουν στον επίμαχο διαγωνισμό. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προβεί στις σχετικές διαπιστώσεις περί των πραγματικών περιστατικών.
5. Πρόταση όσον αφορά την οδηγία 2014/24
64. Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι, εν προκειμένω, κατά την ερμηνεία του άρθρου 67 της οδηγίας 2014/24, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η επίμαχη σύμβαση αφορά προσωπικές κοινωνικές υπηρεσίες και ότι, μολονότι η αξία της είναι χαμηλότερη από το κατώτατο όριο που προβλέπει η εν λόγω οδηγία για αυτά τα είδη υπηρεσιών, το κράτος μέλος έχει καταστήσει τις διατάξεις του άρθρου αυτού ευθέως και ανεπιφύλακτα εφαρμοστέες στο εθνικό δίκαιο. Στο εν λόγω πλαίσιο, οι διατάξεις αυτές έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε κριτήριο ανάθεσης όπως το επίμαχο για τον προσδιορισμό της «πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς», υπό την προϋπόθεση ότι αυτό συνάδει με τις αρχές της αναλογικότητας, της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων, ζήτημα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει.
Γ. Επί του άρθρου 28 του Χάρτη
65. Με το τρίτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν προσκρούει στο δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 28 του Χάρτη, κριτήριο ανάθεσης σύμβασης υπηρεσιών που προβλέπει ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη οι αυξήσεις των αποδοχών τις οποίες προτίθεται να καταβάλει η προσφέρουσα επιχείρηση στα άτομα που πρόκειται να εκτελέσουν τη σύμβαση, σε σύγκριση με τις αποδοχές που καθορίζει η κλαδική συλλογική σύμβαση, και υποχρεώνει τον ανάδοχο να διευκρινίσει, κατόπιν συλλογικής διαπραγμάτευσης με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, το πλαίσιο εντός του οποίου θα εφαρμοστεί η μισθολογική αύξηση και να μεριμνήσει για τη σύναψη συλλογικής σύμβασης η οποία θα εφαρμόζεται στο προσωπικό που θα επιφορτιστεί με την εκτέλεση της σύμβασης.
66. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το επίμαχο κριτήριο συνιστά παρέμβαση στο δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 28 του Χάρτη, καθόσον θα μπορούσε να οδηγήσει στον αποκλεισμό του προσωπικού στο οποίο θα ανατεθεί η εκτέλεση της επίμαχης σύμβασης από το πεδίο εφαρμογής ισχύουσας συλλογικής σύμβασης, πράγμα που θα ήταν δυνατόν να προκαλέσει μισθολογικές ανισότητες μεταξύ εργαζομένων της ίδιας επιχείρησης με τα ίδια ακριβώς καθήκοντα, με μοναδική δικαιολογητική βάση τους πελάτες προς τους οποίους παρέχονται οι υπηρεσίες.
67. Δυνάμει του άρθρου 28 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες, ή οι αντίστοιχες οργανώσεις τους, έχουν, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές, μεταξύ άλλων το δικαίωμα να διαπραγματεύονται και να συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις στα ενδεδειγμένα επίπεδα.
68. Από τη νομολογία προκύπτει ότι η διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα του άρθρου 152, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, προϋποθέτει την αυτονομία των κοινωνικών εταίρων, η οποία συνεπάγεται ότι, κατά το στάδιο της διαπραγματεύσεως συμφωνίας από τους κοινωνικούς εταίρους, το οποίο «αποτελεί αποκλειστική υπόθεση» των τελευταίων, οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να συνομιλούν και να ενεργούν ελεύθερα, χωρίς να δέχονται εντολές ή υποδείξεις από οποιονδήποτε, και δη από τα κράτη μέλη ή τα θεσμικά όργανα της Ένωσης (56).
69. Εν προκειμένω, το επίμαχο κριτήριο προβλέπει δύο στάδια. Πρώτον, εντός μέγιστης προθεσμίας ενός μηνός από τη σύναψη της σύμβασης και έπειτα από διαπραγμάτευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, πρέπει να εξειδικευτεί ο τρόπος με τον οποίο θα εφαρμοστεί η μισθολογική αύξηση την οποία η προσφέρουσα επιχείρηση προτίθεται να καταβάλει στα άτομα που πρόκειται να εκτελέσουν τη σύμβαση σε σχέση με τις αποδοχές που προβλέπει η κλαδική συλλογική σύμβαση. Δεύτερον, η ανάδοχος εταιρία οφείλει να συνάψει ειδική συλλογική σύμβαση που θα διέπει τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού στο οποίο θα ανατεθεί η εκτέλεση της σύμβασης.
70. Συναφώς, φρονώ ότι, αντί να θίγει το δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης, το επίμαχο κριτήριο παρέχει κίνητρο για τέτοια διαπραγμάτευση. Αφενός, επιβάλλει στην επιλεγείσα εταιρία να διαπραγματευτεί με τους εκπροσώπους των εργαζομένων τα στοιχεία της επίμαχης μισθολογικής αύξησης. Επομένως, δεν αφήνει στην επιχείρηση την ελευθερία να επιλέξει τον τρόπο προσδιορισμού των στοιχείων αυτών. Αφετέρου, βάσει του ως άνω κριτηρίου, η ανάδοχος εταιρία απλώς «οφείλει» να συνάψει συλλογική σύμβαση για την επίμαχη υπηρεσία. Ως εκ τούτου, δεν επιβάλλει καμία υποχρέωση αποτελέσματος και δεν φαίνεται να παρεμβαίνει με κανέναν τρόπο στην αυτονομία των ενδιαφερόμενων κοινωνικών εταίρων.
71. Όσον αφορά το γεγονός ότι το επίμαχο κριτήριο ενδέχεται να οδηγήσει σε μισθολογικές ανισότητες, αποκλείοντας ορισμένους εργαζομένους από το πεδίο εφαρμογής της κλαδικής συλλογικής σύμβασης, στο μέτρο που οι όροι που προβλέπει η ειδική σύμβαση με τον Δήμο Ortuella είναι ευνοϊκότεροι από εκείνους της κλαδικής συλλογικής σύμβασης, φρονώ ότι δεν συντρέχει παράβαση του άρθρου 28 του Χάρτη. Αντιθέτως, το επίμαχο κριτήριο, χρησιμοποιώντας την κλαδική συλλογική σύμβαση ως ελάχιστο πρότυπο αναφοράς (benchmark), ενισχύει το περιεχόμενό της.
72. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι το άρθρο 28 του Χάρτη δεν αντιτίθεται σε κριτήριο ανάθεσης όπως το επίμαχο.
III. Πρόταση
73. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Órgano Administrativo de Recursos Contractuales de la Comunidad Autónoma de Euskadi (διοικητικό όργανο της Αυτόνομης Κοινότητας της Χώρας των Βάσκων για τις προσφυγές κατά διοικητικών αποφάσεων στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, Ισπανία) ως εξής:
Το άρθρο 67 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ έχει την έννοια ότι, όταν πρόκειται για σύμβαση η οποία έχει ως αντικείμενο προσωπικές κοινωνικές υπηρεσίες αξίας χαμηλότερης από το κατώτατο όριο που προβλέπει η οδηγία αυτή για τα εν λόγω είδη υπηρεσιών, αλλά στην οποία το κράτος μέλος, βάσει του εθνικού δικαίου του, έχει καταστήσει εφαρμοστέες, ευθέως και ανεπιφύλακτα, τις διατάξεις του άρθρου αυτού, τούτο δεν αντιτίθεται σε κριτήριο ανάθεσης για τον προσδιορισμό της «πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς», κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, το οποίο προβλέπει ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη οι αυξήσεις των αποδοχών τις οποίες προτίθεται να καταβάλει η προσφέρουσα επιχείρηση στα άτομα που πρόκειται να εκτελέσουν τη σύμβαση, σε σύγκριση με τις αποδοχές που καθορίζει η κλαδική συλλογική σύμβαση, υπό την προϋπόθεση ότι ένα τέτοιο κριτήριο συνάδει με τις αρχές της αναλογικότητας, της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων, ζήτημα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει.
Το άρθρο 28 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αντιτίθεται σε κριτήριο ανάθεσης σύμβασης υπηρεσιών που προβλέπει ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη οι αυξήσεις των αποδοχών τις οποίες προτίθεται να καταβάλει η προσφέρουσα επιχείρηση στα άτομα που πρόκειται να εκτελέσουν τη σύμβαση, σε σύγκριση με τις αποδοχές που καθορίζει η κλαδική συλλογική σύμβαση, και υποχρεώνει τον ανάδοχο να διευκρινίσει, κατόπιν συλλογικής διαπραγμάτευσης με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, το πλαίσιο εντός του οποίου θα εφαρμοστεί η μισθολογική αύξηση και να μεριμνήσει για τη σύναψη συλλογικής σύμβασης η οποία θα εφαρμόζεται στο προσωπικό που θα επιφορτιστεί με την εκτέλεση της σύμβασης.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 Σύμφωνα με την ειδική έκθεση αριθ. 28/2023 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, περίπου 2 τρισεκατομμύρια ευρώ, ή το 14 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της Ένωσης, δαπανώνται κάθε χρόνο για δημόσιες συμβάσεις (βλ. σ. 5).
3 Στο πλαίσιο αυτό, βλ. τη μελέτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τίτλο «The social impact of public procurement, can the EU do more?», η οποία δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2023· ανακοίνωση της Επιτροπής C(2021) 3573 final, της 26ης Μαΐου 2021, με τίτλο «Κοινωνικές αγορές – Οδηγός για τη συνεκτίμηση κοινωνικών παραμέτρων στις δημόσιες συμβάσεις – 2η έκδοση» (ΕΕ 2021, C 237, σ. 1)· και δημοσίευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο «Making Socially responsible Public Procurement Work» (Αποτελεσματικές κοινωνικά υπεύθυνες δημόσιες συμβάσεις) (2020).
4 Οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ 2014, L 94, σ. 65, και διορθωτικό ΕΕ 2016, L 135, σ. 120).
5 Η εν λόγω υπηρεσία, η οποία ονομάζεται «[υ]πηρεσία κατ’ οίκον βοήθειας του Δήμου Ortuella», αποτελεί μέρος των «Κοινωνικών υπηρεσιών χωρίς παροχή καταλύματος» (κωδικός CPV – 85312000‑9). Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, σημείο 6.
6 Το ποσοστό αύξησης των αποδοχών υπολογίζεται σύμφωνα με συγκεκριμένο τύπο (βλ., αναλυτικά, σκέψη 7 της αποφάσεως του αιτούντος δικαστηρίου).
7 Όσον αφορά τη στάθμιση των διαφόρων κριτηρίων ανάθεσης, βλ. σημείο 51 και υποσημείωση 48 των παρουσών προτάσεων.
8 Οδηγία 96/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (ΕΕ 1997, L 18, σ. 1).
9 Βλ. σκέψεις 20 έως 25. Φρονώ ότι η μεταγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου δεν παρέχει κανέναν λόγο για να τεθεί υπό αμφισβήτηση η εκτίμηση αυτή.
10 Πράγματι, ο κωδικός CPV – 85312000‑9, που αναφέρεται στην υποσημείωση 5 των παρουσών προτάσεων, είναι ένας από τους κωδικούς που απαριθμούνται στο εν λόγω παράρτημα.
11 Βλ. αιτιολογική σκέψη 28 της οδηγίας 2014/24.
12 Ley 9/2017, de 8 de noviembre, de Contratos del Sector Público (νόμος 9/2017, της 8ης Νοεμβρίου, περί δημοσίων συμβάσεων).
13 Πρβλ. αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 1990, Dzodzi (C‑297/88 και C‑197/89, EU:C:1990:360, σκέψεις 36 και 37), και της 16ης Ιουνίου 2022, Obshtina Razlog (C‑376/21, EU:C:2022:472, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
14 Απόφαση της 4ης Απριλίου 2019, Allianz Vorsorgekasse (C‑699/17, EU:C:2019:290, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και διάταξη της 5ης Ιουλίου 2024, EUROCASH1 (C‑788/23, EU:C:2024:589, σκέψη 23).
15 Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2016, Tecnoedi Costruzioni (C‑318/15, EU:C:2016:747, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και διάταξη της 5ης Ιουλίου 2024, EUROCASH1 (C‑788/23, EU:C:2024:589, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
16 Βλ. αιτιολογική σκέψη 114 της οδηγίας 2014/24. Οι εν λόγω υπηρεσίες παρέχονται εντός συγκεκριμένου πλαισίου, το οποίο διαφέρει σημαντικά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, λόγω διαφορετικών πολιτισμικών παραδόσεων. Βλ. απόφαση της 14ης Ιουλίου 2022, ASADE (C‑436/20, EU:C:2022:559, στο εξής: απόφαση ASADE, σκέψη 75).
17 Όπ.π.
18 Ελλείψει τέτοιων ενδείξεων, το γεγονός και μόνον ότι οι υπηρεσίες τις οποίες αφορά η εν λόγω σύμβαση πρέπει να παρέχονται εντός του Δήμου Ortuella, ο οποίος απέχει περίπου 130 χιλιόμετρα από τα σύνορα της Γαλλίας, δεν φαίνεται ικανό να αποδείξει, αυτό καθεαυτό, την ύπαρξη βέβαιου διασυνοριακού ενδιαφέροντος. Βλ., συναφώς, διάταξη της 5ης Ιουλίου 2024, EUROCASH1 (C‑788/23, EU:C:2024:589, σκέψη 26).
19 Τα διεθνικά μέτρα απαριθμούνται αντιστοίχως στα στοιχεία αʹ έως γʹ της διάταξης αυτής και αφορούν, κατ’ ουσίαν, την περίπτωση απόσπασης εργαζομένου στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, στο πλαίσιο σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ της επιχείρησης αποστολής και του παραλήπτη της παροχής υπηρεσιών (στοιχείο αʹ), την περίπτωση απόσπασης εργαζομένου στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, σε εγκατάσταση ή σε επιχείρηση του ομίλου (στοιχείο βʹ), και την περίπτωση απόσπασης εργαζομένου από επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης (στοιχείο γʹ).
20 Βλ. απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2024, PT (Συμφωνία μεταξύ εισαγγελέα και δράστη αξιόποινης πράξης) (C‑432/22, EU:C:2024:987, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
21 Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2019, E. (C‑635/17, EU:C:2019:192, σκέψεις 35 έως 39 και 53), της 30ής Ιανουαρίου 2020, Generics (UK) κ.λπ. (C‑307/18, EU:C:2020:52, σκέψεις 22 έως 29, 41 και 137), και της 11ης Ιουνίου 2020, JI (C‑634/18, EU:C:2020:455, σκέψεις 24 έως 30 και σκέψη 43). Γενικότερα, επί του ζητήματος αυτού, βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στην υπόθεση Prokuratura Rejonowa wSłupsku (C‑634/18, EU:C:2020:29, σημεία 34 έως 44).
22 Βλ. αιτιολογική σκέψη 114 της οδηγίας 2014/24. Σχετικά με το καθεστώς αυτό, βλ. απόφαση ASADE (σκέψεις 73 επ).
23 Βλ. νομολογία που μνημονεύεται στην υποσημείωση 13 των παρουσών προτάσεων.
24 Πράγματι, από το άρθρο 76, παράγραφος 1, τελευταία περίοδος, της οδηγίας 2014/24 προκύπτει ότι, όσον αφορά τις συμβάσεις κοινωνικών υπηρεσιών, «[τ]α κράτη μέλη είναι ελεύθερα να καθορίζουν τους εφαρμοστέους διαδικαστικούς κανόνες, υπό το όρο ότι οι κανόνες αυτοί επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες των σχετικών [κοινωνικών] υπηρεσιών». Η παράγραφος 2, τελευταία περίοδος, του ίδιου άρθρου ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη μπορούν […] να προβλέπουν ότι η επιλογή του παρόχου υπηρεσιών γίνεται βάσει της προσφοράς που παρουσιάζει τον καλύτερο λόγο τιμής/ποιότητος, λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων ποιότητας και βιωσιμότητας για τις κοινωνικές υπηρεσίες» (η υπογράμμιση δική μου). Βλ., συναφώς, απόφαση ASADE (σκέψεις 84 και 85).
25 Συναφώς, από την αιτιολογική της σκέψη 2 προκύπτει ότι ένας από τους σκοπούς της αναθεωρήσεως της νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων ήταν ακριβώς να μπορέσουν οι αγοραστές να αξιοποιήσουν καλύτερα τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων «για την επίτευξη κοινών κοινωνικών στόχων». Βλ. επίσης μελέτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (σ. 10) και Ανακοίνωση της Επιτροπής C(2021) 3573 final (κεφ. 1.1) που μνημονεύονται στην υποσημείωση 3 των παρουσών προτάσεων.
26 Κατά την πρώτη διάταξη «η Ένωση καταπολεμά τον κοινωνικό αποκλεισμό […] και προωθεί την κοινωνική δικαιοσύνη και προστασία». Κατά τη δεύτερη διάταξη, «[κ]ατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών και των δράσεων της, η Ένωση συνεκτιμά τις απαιτήσεις που συνδέονται με την προαγωγή υψηλού επιπέδου απασχόλησης, με τη διασφάλιση της κατάλληλης κοινωνικής προστασίας […]».
27 Άλλες σχετικές διατάξεις της οδηγίας 2014/24 περιλαμβάνουν τους κανόνες για τις κατ’ αποκλειστικότητα ανατιθέμενες συμβάσεις κατά την έννοια του άρθρου 20 και τη δυνατότητα να επιβάλλονται ειδικοί όροι σχετικά με την εκτέλεση της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων κοινωνικών παραμέτρων, κατά την έννοια του άρθρου 70.
28 Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2020, Tim (C‑395/18, EU:C:2020:58, σκέψη 38).
29 Βλ., συναφώς, απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2003, EVN και Wienstrom (C‑448/01, EU:C:2003:651, σκέψη 37).
30 Απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑225/98, EU:C:2000:494, σκέψεις 49 και 50).
31 Απόφαση της 10ης Μαΐου 2012, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑368/10, EU:C:2012:284, σκέψη 85).
32 Βλ., παραδείγματος χάριν, τους κοινωνικούς σκοπούς που οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να επιδιώξουν μέσω δημοσίων συμβάσεων οι οποίοι προσδιορίζονται στη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 3 δημοσίευση της Επιτροπής με τίτλο «Making social responsible public procurement work».
33 Απόφαση της 10ης Μαΐου 2012, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑368/10, EU:C:2012:284, σκέψη 85 in fine).
34 Επιπλέον, η ίδια η οδηγία παραθέτει ως παραδείγματα κοινωνικών πτυχών κριτήρια σχετικά με τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η εκτέλεση της σύμβασης, προκειμένου να προσδιοριστεί η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά. Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 93 και 94 και άρθρο 67, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ.
35 Βλ. άρθρο 67, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2014/24 και, πριν από αυτήν, απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, Concordia Bus Finland (C‑513/99, EU:C:2002:495, σκέψη 64).
36 Βλ. άρθρο 67, παράγραφος 4, και αιτιολογική σκέψη 92 της οδηγίας 2014/24 και απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2018, Montte (C‑546/16, EU:C:2018:752, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
37 Βλ. παράρτημα V, μέρος Γ, σημείο 18, της οδηγίας 2014/24 και, πριν από αυτήν, απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, Concordia Bus Finland (C‑513/99, EU:C:2002:495, σκέψη 64).
38 Βλ. άρθρο 67, παράγραφος 5, της οδηγίας 2014/24.
39 Απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2001, SIAC Construction (C‑19/00, EU:C:2001:553, σκέψη 42).
40 Βλ. άρθρο 18 της οδηγίας 2014/24 και, πριν από αυτήν, απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, Concordia Bus Finland (C‑513/99, EU:C:2002:495, σκέψη 64).
41 Αιτιολογική σκέψη 90 της οδηγίας 2014/24.
42 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, Concordia Bus Finland (C‑513/99, EU:C:2002:495, σκέψη 64).
43 Βλ. αιτιολογική σκέψη 114 της οδηγίας 2014/24 και σημείο 27 των παρουσών προτάσεων.
44 Συναφώς, το άρθρο 145, παράγραφος 2, του LCSP απαριθμεί σειρά σκοπών στους οποίους αναφέρονται τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της σύμβασης, όπως, μεταξύ άλλων, η βελτίωση των μισθολογικών συνθηκών και των συνθηκών εργασίας.
45 Βλ., συναφώς, Ανακοίνωση της Επιτροπής C(2021) 3573 final, η οποία μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 3 των παρουσών προτάσεων, σ. 64.
46 Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα L. Medina στην υπόθεση ASADE (C‑436/20, EU:C:2022:77, σημείο 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
47 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Μαΐου 2012, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑368/10, EU:C:2012:284, σκέψη 91).
48 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης, το επίμαχο κριτήριο είχε συντελεστή στάθμισης 27 % επί του συνολικού αριθμού των μονάδων (40 μονάδες επί συνόλου 145 μονάδων), ενώ η οικονομική προσφορά και η τεχνική προσφορά θα λάμβαναν, αντιστοίχως, 15 και 45 μονάδες κατ’ ανώτατο όριο. Ωστόσο, από την ανάλυση του παραρτήματος I της συγγραφής υποχρεώσεων δεν επιβεβαιώνεται ότι ο συνολικός αριθμός των μονάδων ανέρχεται σε 145. Από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι το επίμαχο κριτήριο βαθμολογείται με 40 μονάδες, η τεχνική προσφορά με 45 μονάδες και η οικονομική προσφορά με 15 μονάδες, ήτοι συνολικά 100 μονάδες. Εντούτοις, στο επεξηγηματικό κείμενο (σελίδα 45) του οικονομικού κριτηρίου αναφέρεται ότι το κριτήριο αυτό βαθμολογείται με 55 μονάδες.
49 Βλ. Ανακοίνωση της Επιτροπής C(2021) 3573 final, η οποία μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 2 των παρουσών προτάσεων, σ. 85.
50 Απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2003, EVN και Wienstrom (C‑448/01, EU:C:2003:651, σκέψεις 42 και 43).
51 Απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2022, Antea Polska κ.λπ. (C‑54/21, EU:C:2022:888, σκέψη 92).
52 Πρβλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 13ης Ιουνίου 2024, BibMedia (C‑737/22, EU:C:2024:495, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ως περίπτωση εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης στο πλαίσιο του άρθρου 76 της οδηγίας 2014/24, βλ. απόφαση ASADE, σκέψεις 86 επ.
53 Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, Conacee (C‑598/19, EU:C:2021:810, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
54 Βλ. αιτιολογική σκέψη 2 της οδηγίας 2014/24.
55 Πρβλ. αιτιολογική σκέψη 83 της οδηγίας 2014/24.
56 Βλ., συναφώς, απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2022, TimePartner Personalmanagement (C‑311/21, EU:C:2022:983, σκέψεις 71 έως 74 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).