Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
TAMARA ĆAPETA
της 4ης Σεπτεμβρίου 2025 (1)
Υπόθεση C-147/24 [Safi] (i)
V
κατά
Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid
[αίτηση του rechtbank Den Haag (πρωτοδικείου Χάγης, Κάτω Χώρες)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Προδικαστική παραπομπή – Ιθαγένεια της Ένωσης – Άρθρο 20 ΣΛΕΕ – Στατικός ανήλικος πολίτης της Ένωσης συντηρούμενος από γονέα υπήκοο τρίτης χώρας – Παράγωγο δικαίωμα διαμονής του γονέα – Γονέας με δικαίωμα διαμονής σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της ιθαγένειας και του τόπου διαμονής του ανηλίκου – Επιστροφή παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών – Οδηγία 2008/115/ΕΚ – Άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής – Άρθρο 24, παράγραφοι 2 και 3, του Χάρτη – Υπέρτατο συμφέρον του παιδιού»
I. Εισαγωγή
1. Πότε μπορεί ένας πολίτης της Ένωσης να αντιτάξει τη φράση «Civis Europæeus sum» έναντι του δικού του κράτους μέλους (2);
2. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά ανήλικο Ολλανδό υπήκοο ο οποίος ουδέποτε έχει ασκήσει το στηριζόμενο στο δίκαιο της Ένωσης δικαίωμά του στην ελεύθερη κυκλοφορία προκειμένου να εγκαταλείψει το κράτος μέλος του και ο οποίος θα μπορούσε να αναγκαστεί από τις ολλανδικές αρχές να εγκαταλείψει το εν λόγω κράτος μέλος και να μεταβεί στην Ισπανία.
3. Οι αρμόδιες ολλανδικές αρχές αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν στη μητέρα του εν λόγω ανηλίκου, η οποία είναι υπήκοος τρίτης χώρας, παράγωγο δικαίωμα διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, με την αιτιολογία ότι ο γονέας που είναι υπήκοος τρίτης χώρας έχει δικαίωμα διαμονής στην Ισπανία. Συγκεκριμένα, οι αρχές έκριναν ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ δεν έχει εφαρμογή, διότι η άρνηση αναγνώρισης δικαιώματος διαμονής δεν θα είχε ως αποτέλεσμα να υποχρεωθεί ο ενδιαφερόμενος πολίτης της Ένωσης (το τέκνο της υπηκόου τρίτης χώρας) να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του, αλλά απλώς και μόνον το έδαφος των Κάτω Χωρών.
4. Παρέχει το άρθρο 20 ΣΛΕΕ παράγωγο δικαίωμα διαμονής σε τέτοιες περιπτώσεις;
5. Για να απαντηθεί το ανωτέρω ερώτημα, το Δικαστήριο θα πρέπει να επανεξετάσει τη νομολογία Ruiz Zambrano (3).
II. Το ιστορικό, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
6. Η V είναι υπήκοος τρίτης χώρας διαμένουσα στις Κάτω Χώρες με το ανήλικο τέκνο της, το οποίο έχει ολλανδική ιθαγένεια, και με τον σύζυγό της, ο οποίος έχει διπλή ιθαγένεια (την ολλανδική και την ιθαγένεια τρίτης χώρας).
7. Το παιδί γεννήθηκε στις Κάτω Χώρες και ουδέποτε έχει εγκαταλείψει το έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους. Είναι, επομένως, στατικός πολίτης της Ένωσης. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το παιδί αυτό αντιμετωπίζει δυσκολίες στην ανάπτυξη της ομιλίας και της γλώσσας, λόγω των οποίων παρακολουθεί μαθήματα ειδικής αγωγής και του παρέχεται οργανωμένη μετακίνηση προς και από ένα ειδικό εκπαιδευτικό ίδρυμα.
8. Ο σύζυγος της V έχει προβλήματα υγείας και λαμβάνει κοινωνικές παροχές.
9. Η V διαμένει στις Κάτω Χώρες από το 2014, χωρίς έγκυρο τίτλο διαμονής, και ουδέποτε έχει απασχολήσει τη δικαιοσύνη.
10. Στις 13 Νοεμβρίου 2020 η V υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση εγγράφου ΕΕ/ΕΟΧ που να πιστοποιεί το παράγωγο δικαίωμά της για διαμονή δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ.
11. Ο Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Υφυπουργός Δικαιοσύνης και Ασφάλειας, Κάτω Χώρες, στο εξής: Υφυπουργός) απέρριψε, στις 11 Νοεμβρίου 2021, την αίτηση της V. Έκρινε ότι δεν μπορεί να αναγνωριστεί στη V παράγωγο δικαίωμα διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, διότι το ανήλικο συντηρούμενο τέκνο της δεν θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του, αλλά μπορούσε, αντιθέτως, να εγκατασταθεί μαζί της στην Ισπανία, όπου η V έχει δικαίωμα διαμονής.
12. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η V, η οποία διέμενε στην Ισπανία μεταξύ 1999 και 2014, εξακολουθεί να είναι κάτοχος έγκυρης άδειας διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος.
13. Ο Υφυπουργός, αφού απέρριψε την αίτηση της V ως βασιζόμενη στο άρθρο 20 ΣΛΕΕ, εξέτασε αυτεπαγγέλτως το απορρέον από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) δικαίωμά της, το οποίο προστατεύει την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή. Έκρινε ότι η V ούτε βάσει της εν λόγω διάταξης έχει δικαίωμα διαμονής. Μολονότι διαπίστωσε την ύπαρξη ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής στις Κάτω Χώρες, έκρινε ότι τα συμφέροντα των Κάτω Χωρών στον τομέα της μετανάστευσης υπερίσχυαν των προσωπικών συμφερόντων της αιτούσας και της οικογένειάς της.
14. Η ως άνω άρνηση αναγνώρισης στη V δικαιώματος διαμονής στις Κάτω Χώρες είχε ως συνέπεια ότι αυτή διέμενε παρανόμως στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους. Ως εκ τούτου, βάσει της οδηγίας 2008/115/ΕΚ(4), ο Υφυπουργός διέταξε τη V να επιστρέψει αμέσως στην Ισπανία (5). Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς την εν λόγω διαταγή θα εκδιδόταν απόφαση επιστροφής κατά της V.
15. Η V άσκησε διοικητική ένσταση κατά της ανωτέρω απόφασης, την οποία ο Υφυπουργός απέρριψε στις 20 Ιουνίου 2022 ως προδήλως αβάσιμη.
16. Η V άσκησε αυθημερόν προσφυγή κατά της εν λόγω απορριπτικής απόφασης ενώπιον του rechtbank Den Haag (πρωτοδικείου Χάγης, Κάτω Χώρες), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο.
17. Το δικαστήριο αυτό ζητεί να διευκρινιστεί αν το γεγονός ότι η V έχει δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος (Ισπανία) αποτελεί επαρκή λόγο να μην της αναγνωριστεί παράγωγο δικαίωμα διαμονής, παρά την ύπαρξη σχέσης εξάρτησης μεταξύ αυτής και του ανήλικου τέκνου της (6). Μολονότι η μετεγκατάσταση στην Ισπανία θα σήμαινε ότι η ίδια και το ανήλικο τέκνο της δεν θα αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του, εντούτοις το τέκνο θα υποχρεωνόταν να εγκαταλείψει τις Κάτω Χώρες, αναγκαζόμενο ουσιαστικά να ασκήσει το δικαίωμά του στην ελεύθερη κυκλοφορία. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επίσης σε ποιο χρονικό σημείο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού και το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή κατά τη διαδικασία εξέτασης των αιτήσεων για την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής.
18. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η απορρέουσα από το άρθρο 5, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 2008/115 υποχρέωση να λαμβάνονται υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού και το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή ισχύει επίσης όταν διατάσσεται υπήκοος τρίτης χώρας να μεταβεί αμέσως σε άλλο κράτος μέλος βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας, σε σύγκριση με την απόφαση επιστροφής βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας (7).
19. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε, στο πλαίσιο συνοπτικής διαδικασίας, τα έννομα αποτελέσματα της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι να είναι σε θέση να αποφανθεί επί της ουσίας της προσφυγής.
20. Υπό τις συνθήκες αυτές, το rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Έχει το άρθρο 20 ΣΛΕΕ την έννοια ότι δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να πρέπει να αναγνωριστεί παράγωγο δικαίωμα διαμονής σε γονέα υπήκοο τρίτης χώρας στο κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει το ανήλικο τέκνο του και στο οποίο διαμένει το τέκνο του, χωρίς να έχει ασκήσει τα δικαιώματά του ως πολίτης της Ένωσης, ενώ ο εν λόγω γονέας υπήκοος τρίτης χώρας έχει δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος;
Εάν δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να πρέπει να αναγνωριστεί παράγωγο δικαίωμα διαμονής σε γονέα υπήκοο τρίτης χώρας στο κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει το ανήλικο τέκνο του και στο οποίο διαμένει το τέκνο του, χωρίς να έχει ασκήσει τα δικαιώματά του ως πολίτης της Ένωσης, ενώ ο εν λόγω γονέας υπήκοος τρίτης χώρας έχει δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος:
2. Απορρέει από το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, λαμβανομένων υπόψη του άρθρου 5, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 2008/115/ΕΚ, και του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115/ΕΚ, σε περίπτωση σχέσεως εξαρτήσεως που δικαιολογεί την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, υποχρέωση της αποφαινόμενης αρχής να εξακριβώσει κατά πόσο η άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής είναι προς το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου και εάν η οικογενειακή ζωή μπορεί να συνεχιστεί, προτού υποχρεωθεί ο γονέας υπήκοος τρίτης χώρας να μεταβεί αμέσως στο κράτος μέλος στο οποίο κατέχει τίτλο διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα διαμονής, και πρέπει οι εν λόγω παράγοντες να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση της αιτήσεως για την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής;»
21. Στις 25 Μαρτίου 2025 διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση κατά την οποία η V, η Ολλανδική και η Δανική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέπτυξαν τις παρατηρήσεις τους.
III. Ανάλυση
22. Το άρθρο 20 ΣΛΕΕ παρέχει παράγωγο δικαίωμα διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας όταν αυτό είναι αναγκαίο για την προστασία των απορρεόντων από την ιθαγένεια δικαιωμάτων υπηκόων κρατών μελών (8).
23. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι αρμόδιες ολλανδικές αρχές έκριναν ότι δεν ήταν αναγκαίο να αναγνωριστεί στη V παράγωγο δικαίωμα διαμονής προκειμένου να προστατευθούν τα απορρέοντα από την ιθαγένεια της Ένωσης δικαιώματα του ανήλικου τέκνου της. Ο κύριος λόγος για την απόφαση αυτή ήταν ότι η V είχε δικαίωμα διαμονής στην Ισπανία. Τούτο σήμαινε ότι, μολονότι το ανήλικο τέκνο της θα έπρεπε ομοίως να εγκαταλείψει τις Κάτω Χώρες λόγω της εξάρτησής του από τη V (9), ωστόσο δεν θα υποχρεωνόταν να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του. Η αρμόδια για την λήψη απόφασης αρχή έκρινε ότι η οικογένεια μπορούσε να εγκατασταθεί στην Ισπανία και ότι, ως εκ τούτου, το άρθρο 20 ΣΛΕΕ δεν είχε εφαρμογή.
24. Η αρμόδια αρχή, αφού αποφάσισε ότι η V δεν είχε δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες, τόσο βάσει του δικαίου της Ένωσης όσο και για οποιονδήποτε άλλον λόγο, διέταξε τη V να μεταβεί αμέσως στην Ισπανία. Η εν λόγω απόφαση βασίστηκε στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115.
25. Υπό τις συνθήκες αυτές, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν γονέας που είναι υπήκοος τρίτης χώρας μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 20 ΣΛΕΕ προκειμένου να αποκτήσει παράγωγο δικαίωμα διαμονής μόνον όταν ένας συντηρούμενος στατικός ανήλικος πολίτης της Ένωσης θα αναγκαζόταν, διαφορετικά, να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του και αν υπάρχουν άλλες περιπτώσεις στις οποίες έχει εφαρμογή το άρθρο 20 ΣΛΕΕ.
26. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 20 ΣΛΕΕ επιβάλλει στις αρμόδιες εθνικές αρχές την υποχρέωση, πριν από την έκδοση διαταγής προς γονέα υπήκοο τρίτης χώρας να μεταβεί σε άλλο κράτος μέλος, να εξετάζουν αν η διαταγή αυτή συνάδει με το υπέρτατο συμφέρον του τέκνου και αν η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή των ενδιαφερομένων μπορεί να συνεχιστεί στο άλλο αυτό κράτος μέλος. Το αιτούν δικαστήριο επιδιώκει, επίσης, να βεβαιωθεί αν τα εν λόγω θεμελιώδη δικαιώματα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν κρίνεται αν πρέπει να αναγνωριστεί σε γονέα υπήκοο τρίτης χώρας παράγωγο δικαίωμα διαμονής.
27. Μολονότι οι απαντήσεις στα δύο ανωτέρω προδικαστικά ερωτήματα συνδέονται στενά μεταξύ τους, εντούτοις, θα τα αναλύσω χωριστά, δεδομένου ότι το δεύτερο ερώτημα υποβάλλεται μόνο σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα.
28. Θα προτείνω στο Δικαστήριο, σε απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, να ερμηνεύσει το άρθρο 20 ΣΛΕΕ υπό την έννοια ότι έχει εφαρμογή ανεξαρτήτως του αν ένας ανήλικος πολίτης της Ένωσης και ο γονέας του που είναι υπήκοος τρίτης χώρας θα μπορούσαν ή όχι να μεταβούν σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο ο εν λόγω γονέας υπήκοος τρίτης χώρας έχει δικαίωμα διαμονής.
29. Συναφώς, θα υποστηρίξω ότι τα απορρέοντα από την ιθαγένεια της Ένωσης δικαιώματα που προστατεύονται από το άρθρο 20 ΣΛΕΕ περιλαμβάνουν, κατά το ουσιώδες μέρος τους, το δικαίωμα μη κυκλοφορίας (υπό Α.2). Δεδομένου ότι η εν λόγω ερμηνεία στηρίζεται στη συλλογιστική του Δικαστηρίου στην απόφαση Ruiz Zambrano και στη μετέπειτα νομολογία, η ανάλυσή μου θα ξεκινήσει με την επανεξέταση της εν λόγω απόφασης και της επακόλουθης νομολογίας (υπό A.1). Σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν ενστερνιστεί την απάντηση που θα προτείνω υπό Α.2, θα παραθέσω μια επικουρική ανάλυση, με την οποία θα προτείνω ότι η αρμόδια για τη λήψη απόφασης αρχή πρέπει να ελέγχει κατά πόσον η μετεγκατάσταση ολόκληρης οικογένειας σε άλλο κράτος μέλος είναι εφικτή βάσει του δικαίου της Ένωσης (υπό A.3).
30. Προκειμένου να προτείνω απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, θα αναπτύξω περαιτέρω τη νομολογία Ruiz Zambrano και θα καταδείξω ότι η εν λόγω νομολογία απαιτεί από τις αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν υπόψη το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού και το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή όταν εξετάζουν αν ο βαθμός εξάρτησης μεταξύ πολίτη της Ένωσης και υπηκόου τρίτης χώρας είναι τέτοιος ώστε ο πολίτης της Ένωσης θα αναγκαζόταν να συνοδεύσει τον γονέα του που είναι υπήκοος τρίτης χώρας σε περίπτωση που ο γονέας αυτός υποχρεωθεί να εγκαταλείψει το κράτος μέλος ιθαγένειας του ανήλικου πολίτη της Ένωσης. Αν η αρμόδια για τη λήψη απόφασης αρχή διαπιστώσει ότι η εξάρτηση είναι τέτοιου βαθμού ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, θα πρέπει τότε να αναγνωρίσει παράγωγο δικαίωμα διαμονής προκειμένου να προστατεύσει το δικαίωμα μη κυκλοφορίας του συντηρούμενου πολίτη της Ένωσης, ακόμη και αν πρόκειται για μετακίνηση σε άλλο κράτος μέλος (υπό Β).
31. Στη συνέχεια, θα εφαρμόσω την προτεινόμενη συλλογιστική στις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης (υπό Γ).
Α. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
32. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν μπορεί να γεννηθεί παράγωγο δικαίωμα διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ μόνον αν ο πολίτης της Ένωσης, διαφορετικά, θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του.
33. Αφετηρία για την υποβολή του εν λόγω ερωτήματος αποτελεί ένας τυποποιημένος κανόνας που αναπτύχθηκε στη μεταγενέστερη της απόφασης Ruiz Zambrano νομολογία. Η διατύπωση του κανόνα αυτού έχει ως εξής: «Υφίστανται όλως ειδικές περιπτώσεις στις οποίες, μολονότι το σχετικό με το δικαίωμα διαμονής των υπηκόων τρίτων χωρών παράγωγο δίκαιο της Ένωσης δεν τυγχάνει εφαρμογής και ο ενδιαφερόμενος πολίτης της Ένωσης δεν έχει κάνει χρήση του δικαιώματός του ελεύθερης κυκλοφορίας, επιβάλλεται η αναγνώριση δικαιώματος διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας, μέλος της οικογένειας του εν λόγω πολίτη της Ένωσης, καθώς η πρακτική αποτελεσματικότητα της ιθαγένειας της Ένωσης θα καταλυόταν αν, συνεπεία της μη αναγνωρίσεως ενός τέτοιου δικαιώματος, ο εν λόγω πολίτης της Ένωσης αναγκαζόταν εκ των πραγμάτων να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του, στερούμενος, ως εκ τούτου, τη δυνατότητα να απολαύσει πράγματι, κατά το ουσιώδες μέρος τους, τα δικαιώματα που του παρέχει η ιδιότητα αυτή» (10).
34. Εκ πρώτης όψεως, η ανωτέρω διατύπωση φαίνεται να επιβεβαιώνει την άποψη των ολλανδικών αρχών ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ παρέχει παράγωγο δικαίωμα διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας μόνο στην περίπτωση που ένας ανήλικος πολίτης της Ένωσης θα αναγκαζόταν, διαφορετικά, να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του.
35. Ωστόσο, από μια προσεκτικότερη μελέτη της εν λόγω νομολογίας προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν εννοούσε ότι ο εξαναγκασμός σε έξοδο από το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του αποτελεί τη μοναδική περίπτωση κατά την οποία το άρθρο 20 ΣΛΕΕ μπορεί να εφαρμοστεί προκειμένου να παρασχεθεί παράγωγο δικαίωμα διαμονής στον υπήκοο τρίτης χώρας που είναι γονέας πολίτη της Ένωσης. Θα υποστηρίξω ότι, πέραν της προστασίας του επίμαχου στην προμνησθείσα νομολογία δικαιώματος των πολιτών της Ένωσης να διαμένουν στην Ένωση, το άρθρο 20 ΣΛΕΕ προστατεύει επίσης το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης να επιλέγουν να μην μετακινηθούν. Το τελευταίο αυτό δικαίωμα περιλαμβάνεται στο δικαίωμα «ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών», το οποίο παρέχεται στους πολίτες της Ένωσης από το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και στο οποίο θα αναφέρομαι ως «το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής».
1. Η απόφαση Ruiz Zambrano και η μεταγενέστερη νομολογία
36. Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Ruiz Zambrano είναι γνωστά. Ένας Κολομβιανός πατέρας δύο τέκνων με βελγική ιθαγένεια, τα οποία ουδέποτε είχαν εγκαταλείψει το εν λόγω κράτος μέλος, στήριξε την αίτησή του για αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής και για χορήγηση άδειας εργασίας στο Βέλγιο στην ιθαγένεια της Ένωσης την οποία είχαν τα τέκνα του, επικαλούμενος το άρθρο 20 ΣΛΕΕ (11). Η κατάσταση στην εν λόγω υπόθεση ήταν, για να χρησιμοποιήσω το λεξιλόγιο του δικαίου της Ένωσης στον τομέα της εσωτερικής αγοράς, εσωτερική κατάσταση.
37. Πριν από την απόφαση Ruiz Zambrano, το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής, που είναι το σημαντικότερο δικαίωμα που απορρέει από την ιθαγένεια, είχε εφαρμοστεί μόνο σε περιπτώσεις διασυνοριακής κυκλοφορίας (12). Τούτο οφειλόταν πιθανότατα στο γεγονός ότι το εν λόγω δικαίωμα έχει την προέλευσή του στην εσωτερική αγορά (13). Ως εκ τούτου, υπήκοος κράτους μέλους δεν μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 20 ΣΛΕΕ για να προστατευθεί από μέτρα που είχε λάβει το κράτος μέλος του, εφόσον αυτός ουδέποτε είχε εγκαταλείψει το κράτος αυτό για να εργαστεί, να παράσχει υπηρεσίες, να σπουδάσει ή να διαμείνει σε άλλο κράτος μέλος.
38. Τούτο μεταβλήθηκε με την απόφαση Ruiz Zambrano (14), η κληρονομιά της οποίας απάλλαξε την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιθαγένεια της Ένωσης από την απαίτηση διασυνοριακής κυκλοφορίας (15).
39. Μολονότι, στην υπόθεση εκείνη, δεν είχε υπάρξει διασυνοριακή κυκλοφορία από τα τέκνα Ruiz Zambrano, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ είχε εφαρμογή. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι μπορεί να γίνει επίκληση της εν λόγω διάταξης για να απαγορευθούν εθνικά μέτρα «που έχουν ως αποτέλεσμα να εμποδίζονται οι πολίτες της Ένωσης να απολαύσουν πράγματι, κατά το ουσιώδες μέρος τους, τα δικαιώματα που αποκτούν από την ιδιότητά τους του πολίτη της Ένωσης» (16).
40. Το Δικαστήριο δεν παρέσχε γενικό ορισμό ή εξήγηση ούτε ως προς το τι μπορεί να συνιστά εμπόδιο στην πραγματική απόλαυση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιθαγένεια ούτε ως προς το ποιο μπορεί να είναι το ουσιώδες μέρος των δικαιωμάτων που συναρτώνται με την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης. Διευκρίνισε απλώς ότι τα αδέλφια Ruiz Zambrano θα είχαν εμποδιστεί να απολαύσουν πράγματι τα δικαιώματα ιθαγένειάς τους αν δεν είχε χορηγηθεί στον πατέρα τους άδεια διαμονής και εργασίας στο Βέλγιο, διότι, αν δεν είχε χορηγηθεί η άδεια αυτή, τα τέκνα Ruiz Zambrano θα είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν το έδαφος της Ένωσης μαζί με τον πατέρα τους (17).
41. Στην απόφαση Ruiz Zambrano, η ενδεχόμενη συνέπεια του να αναγκαστούν τα παιδιά αυτά να εγκαταλείψουν το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του οφειλόταν στις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, η εν λόγω απόφαση δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι μόνον υπό τις περιστάσεις αυτές ένας πολίτης της Ένωσης θα μπορούσε να εμποδιστεί να απολαύσει πράγματι τα απορρέοντα από την ιθαγένεια της Ένωσης δικαιώματά του.
42. Πάντως, οι μεταγενέστερες αποφάσεις, αρχής γενομένης από τις αποφάσεις McCarthy (18) και Dereci (19), άρχισαν να συνδέουν την «πραγματική απόλαυση» με το γεγονός ότι ένας πολίτης της Ένωσης θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του, χρησιμοποιώντας το κριτήριο αυτό ως βάση για την εφαρμογή του άρθρου 21 ΣΛΕΕ, στην πρώτη περίπτωση, ή του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, στη δεύτερη περίπτωση. Ως εκ τούτου, o εξαναγκασμός σε έξοδο από το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του άρχισε να γίνεται αντιληπτός ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 20 ΣΛΕΕ. Αυτή φαίνεται να είναι και η άποψη των αρμόδιων ολλανδικών αρχών στην υπό κρίση υπόθεση.
43. Ορισμένες από τις μεταγενέστερες υποθέσεις, οι οποίες αφορούσαν επίσης παράγωγο δικαίωμα διαμονής, προέκυψαν στο πλαίσιο περιστάσεων στις οποίες, όπως και στην υπόθεση Ruiz Zambrano, ανήλικοι πολίτες της Ένωσης θα είχαν αναγκαστεί να μετακινηθούν σε τρίτη χώρα αν δεν είχε χορηγηθεί άδεια διαμονής στον υπήκοο τρίτης χώρας από τον οποίο εξαρτώνταν (20). Ωστόσο, ακόμη και σε περιπτώσεις με διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, στις οποίες δεν υπήρχε κίνδυνος να αναγκαστεί πολίτης της Ένωσης να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του, το Δικαστήριο συνέχισε να χρησιμοποιεί την ίδια μέθοδο της προηγούμενης νομολογίας, η οποία συνδέει την «πραγματική απόλαυση» με την πιθανότητα να αναγκαστεί ένας πολίτης της Ένωσης να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του (21).
44. Τέλος, σε τρεις υποθέσεις τις οποίες μνημονεύει στην υπό κρίση υπόθεση η Ολλανδική Κυβέρνηση, ήτοι στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις Alokpa (22), M.D. (23) και Rendón Marín (24), το Δικαστήριο κρίνει, κατά τα φαινόμενα, ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ δεν παρέχει παράγωγο δικαίωμα διαμονής στους υπηκόους τρίτων χωρών όταν οι πολίτες της Ένωσης παραμένουν στο έδαφος της Ένωσης, αλλά, παρά ταύτα, αναγκάζονται να μετεγκατασταθούν σε άλλο κράτος μέλος.
45. Οι τρεις αυτές υποθέσεις διαφέρουν από την υπό κρίση υπόθεση διττώς: πρώτον, όσον αφορά τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά (25) και, δεύτερον και σημαντικότερο, λόγω της διαφορετικής διατύπωσης των προδικαστικών ερωτημάτων που υποβλήθηκαν από τα εθνικά δικαστήρια. Δεδομένου ότι ο δικαστικός διάλογος μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου ακολουθεί την πεπατημένη, τα προδικαστικά αυτά ερωτήματα διατυπώθηκαν κατά τέτοιον τρόπο ώστε το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί επί υποθέσεων στο πλαίσιο του δικαιώματος διαμονής εντός του εδάφους της Ένωσης· το ως άνω πλαίσιο διαφέρει από αυτό της υπό κρίση υπόθεσης (26).
46. Σε αντίθεση με τις ως άνω υποθέσεις, στην υπό κρίση υπόθεση, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η στέρηση του δικαιώματος διαμονής στο σύνολο του εδάφους της Ένωσης είναι πράγματι το μόνο πλαίσιο εντός του οποίου ένα πρόσωπο δεν μπορεί να απολαύσει πραγματικά τα απορρέοντα από την ιθαγένεια της Ένωσης δικαιώματά του.
47. Επομένως, αντιθέτως προς τις ανωτέρω προγενέστερες υποθέσεις, το Δικαστήριο καλείται ευθέως στην υπό κρίση υπόθεση να απαντήσει στο ερώτημα αν οι πολίτες της Ένωσης προστατεύονται δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ μόνον στην περίπτωση που, διαφορετικά, θα αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του. Επομένως, η υπό κρίση υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να διευκρινίσει περαιτέρω την έννοια του «ουσιώδους μέρους» των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιθαγένεια, η πραγματική απόλαυση του οποίου προστατεύεται από το άρθρο 20 ΣΛΕΕ.
48. Συνοψίζοντας, σε όλες τις μεταγενέστερες της απόφασης Ruiz Zambrano υποθέσεις, το άρθρο 20 ΣΛΕΕ ερμηνεύθηκε υπό την έννοια ότι έχει εφαρμογή εφόσον ένας πολίτης της Ένωσης θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του (27), περίπτωση στην οποία θεωρήθηκε ότι ένας πολίτης εμποδίζεται να απολαύσει πράγματι, κατά το ουσιώδες μέρος τους, τα δικαιώματά του που απορρέουν από την ιθαγένεια.
49. Εντούτοις, φρονώ ότι είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο ουδέποτε ανέλυσε τον τρόπο με τον οποίο η διαμονή σε τρίτη χώρα εμποδίζει πράγματι τους πολίτες της Ένωσης από την απόλαυση των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από την ιθαγένεια της Ένωσης καθώς και το ποια δικαιώματα διακυβεύονται. Στο πλαίσιο των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 21 ΣΛΕΕ –«δικαίωμα (κάθε πολίτη της Ένωσης) να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα»–, το δικαίωμα κυκλοφορίας και διαμονής σε άλλο κράτος μέλος δεν θίγεται, κατά τη γνώμη μου, αν ένας πολίτης της Ένωσης ζει σε τρίτη χώρα. Τούτο δε διότι, ακόμη και αν ο πολίτης της Ένωσης ζει σε τρίτη χώρα, εξακολουθεί να μπορεί να αποφασίσει να εισέλθει και να διαμείνει σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο του οποίου έχει την ιθαγένεια, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνες στην περίπτωση στην οποία θα αποφάσιζε ενδεχομένως να προβεί σε τέτοια μετακίνηση από το κράτος μέλος της ιθαγένειάς του (28). Οι προϋποθέσεις αυτές διέπονται από την οδηγία περί ιθαγένειας (29).
50. Εάν ο πολίτης της Ένωσης που μεταβαίνει σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της ιθαγένειάς του είναι ανήλικος, ενδέχεται να είναι αναγκαίο να αναγνωριστεί παράγωγο δικαίωμα διαμονής στο μέλος της οικογένειάς του το οποίο είναι υπήκοος τρίτης χώρας και από το οποίο εξαρτάται ο ανήλικος. Βάσει της οδηγίας περί ιθαγένειας, ένα τέτοιο παράγωγο δικαίωμα μπορεί να αναγνωριστεί εάν ένα παιδί με ιθαγένεια της Ένωσης μεταβεί σε άλλο κράτος μέλος και διαθέτει μεν επαρκείς πόρους για να συντηρηθεί στο εν λόγω κράτος μέλος, δεν μπορεί όμως να διαμείνει εκεί χωρίς τον υπήκοο τρίτης χώρας από τον οποίο εξαρτάται το παιδί αυτό (30). Το ίδιο θα ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία ο ανήλικος πολίτης της Ένωσης μεταβαίνει από τρίτη χώρα σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της ιθαγένειάς του. Εάν, ωστόσο, ο ανήλικος πολίτης της Ένωσης διαμένει σε τρίτη χώρα και αποφασίσει να μεταβεί στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια, η οδηγία περί ιθαγένειας δεν τυγχάνει εφαρμογής. Αντιθέτως, το άρθρο 20 ΣΛΕΕ είναι η διάταξη που εφαρμόζεται για την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής στον γονέα του που είναι υπήκοος τρίτης χώρας και από τον οποίο εξαρτάται ο εν λόγω ανήλικος πολίτης της Ένωσης (31).
51. Επομένως, η απαγόρευση της αναγκαστικής μετάβασης πολίτη της Ένωσης σε τρίτη χώρα δεν προστατεύει το απορρέον από την ιθαγένεια δικαίωμά του να κυκλοφορεί και να διαμένει σε άλλο κράτος μέλος της Ένωσης, δεδομένου ότι ο πολίτης αυτός μπορεί να ασκήσει το ως άνω δικαίωμά του και από την εν λόγω τρίτη χώρα. Ωστόσο, η απαγόρευση της de facto απέλασης πολίτη της Ένωσης από το έδαφος της Ένωσης διασφαλίζει στον εν λόγω πολίτη τη δυνατότητα διαμονής στο έδαφος της Ένωσης, όπερ αποτελεί έκφραση του «δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής» (32).
52. Εντούτοις, το γεγονός ότι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Ruiz Zambrano, καθώς και σε άλλες υποθέσεις μέχρι σήμερα, το Δικαστήριο προστάτευσε το δικαίωμα διαμονής στην Ένωση δεν υποδηλώνει, αυτό καθεαυτό, ότι πρόκειται για το μοναδικό απορρέον από την ιθαγένεια δικαίωμα στατικού πολίτη της Ένωσης, το οποίο εμπίπτει στην προστασία του άρθρου 20 ΣΛΕΕ.
53. Αντιθέτως, στη σκέψη 42 της απόφασης Ruiz Zambrano, το Δικαστήριο έκρινε ότι «το άρθρο 20 ΣΛΕΕ απαγορεύει εθνικά μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα να εμποδίζονται οι πολίτες της Ένωσης να απολαύσουν πράγματι, κατά το ουσιώδες μέρος τους, τα δικαιώματα που αποκτούν από την ιδιότητά τους του πολίτη της Ένωσης». Επομένως, το άρθρο 20 ΣΛΕΕ κατέστη εφαρμοστέο λόγω της παρεμπόδισης της απόλαυσης δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιθαγένεια. Στη σκέψη 44 της εν λόγω απόφασης, το Δικαστήριο διευκρίνισε, επιπλέον, ότι η άρνηση χορήγησης άδειας διαμονής και εργασίας σε υπήκοο τρίτης χώρας που είναι γονέας ανήλικων πολιτών της Ένωσης θα είχε ως συνέπεια να υποχρεωθούν τα τέκνα του να εγκαταλείψουν το έδαφός της προκειμένου να συνοδεύσουν τον γονέα τους. Τούτο θεωρήθηκε μεν ως παρεμπόδιση από την πραγματική απόλαυση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιθαγένεια, αλλά όχι και ως η μοναδική περίπτωση στην οποία θα μπορούσε να επέλθει τέτοια παρεμπόδιση.
54. Στην επόμενη ενότητα, θα προτείνω στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 20 ΣΛΕΕ υπό την έννοια ότι συμπεριλαμβάνει το δικαίωμα επιλογής της μη κυκλοφορίας στο ουσιώδες μέρος των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιθαγένεια της Ένωσης, η πραγματική απόλαυση του οποίου προστατεύεται με το εν λόγω άρθρο.
2. Το δικαίωμα μη κυκλοφορίας ως στοιχείο του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης
55. Από τη διατύπωση των άρθρων 20 και 21 ΣΛΕΕ, τη μέχρι τούδε εξέλιξη της έννοιας της ιθαγένειας της Ένωσης και τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το απορρέον από την ιθαγένεια δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής, κατά το ουσιώδες μέρος του, δεν συνίσταται αποκλειστικά και μόνο στο δικαίωμα διαμονής εντός του εδάφους της Ένωσης στο σύνολό του.
56. Θα υποστηρίξω ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από την ιθαγένεια της Ένωσης περιλαμβάνουν επίσης, κατά το ουσιώδες μέρος τους, το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης να επιλέγουν να μην μετακινηθούν.
57. Πρώτον, τα άρθρα 20 και 21 ΣΛΕΕ, κατά τη διατύπωσή τους, εγγυώνται στους πολίτες της Ένωσης όχι μόνον το δικαίωμα διαμονής, αλλά και το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας στο έδαφος των κρατών μελών της Ένωσης.
58. Πρόκειται για απονομή δικαιώματος και όχι για επιβολή υποχρέωσης. Ως εκ τούτου, το δικαίωμα κυκλοφορίας πρέπει να περιλαμβάνει και δικαίωμα μη κυκλοφορίας.
59. Επιπλέον, με τη χρήση του επιθέτου «ελεύθερης» και του επιρρήματος «ελεύθερα», το κείμενο της Συνθήκης υποδηλώνει ότι υπάρχει ελευθερία κυκλοφορίας, η οποία προϋποθέτει κατ’ ανάγκην μια επιλογή ως προς την άσκηση ή μη του δικαιώματος αυτού (33).
60. Δεύτερον, η επιλογή πολιτών της Ένωσης να διαμείνουν σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της ιθαγένειάς τους προστατεύεται από το δίκαιο της Ένωσης, το οποίο απαγορεύει, κατ’ αρχήν, την απέλασή τους. Η απέλαση πολίτη της Ένωσης επιτρέπεται μόνον εφόσον είναι αναγκαία για την προστασία της δημόσιας τάξης και της δημόσιας ασφάλειας (34), δικαιολογητικοί λόγοι οι οποίοι πρέπει να ερμηνεύονται στενά (35).
61. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να θεωρηθεί ότι οι στατικοί πολίτες της Ένωσης που μπορούν να επικαλεστούν το άρθρο 20 ΣΛΕΕ τυγχάνουν λιγότερο ευνοϊκής μεταχείρισης σε σχέση με τους μετακινούμενους πολίτες της Ένωσης. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση κατά την οποία στατικός πολίτης της Ένωσης θα αναγκαζόταν de facto να εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους μέλους του, η ιδιότητά του ως πολίτη της Ένωσης προστατεύει την επιλογή του να παραμείνει στο κράτος μέλος με τον ίδιο τρόπο που η ιδιότητα αυτή προστατεύει την αντίστοιχη επιλογή μετακινούμενου πολίτη της Ένωσης.
62. Βεβαίως, οι στατικοί πολίτες της Ένωσης προστατεύονται από την απέλαση από το δικό τους κράτος μέλος βάσει του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 3 του πρωτοκόλλου αριθ. 4 της ΕΣΔΑ (36).
63. Με την κατοχύρωση του δικαιώματος μη κυκλοφορίας υπέρ στατικού πολίτη της Ένωσης, το άρθρο 20 ΣΛΕΕ προστατεύει τον πολίτη αυτόν από την de facto απέλαση και διασφαλίζει, επομένως, το δικαίωμά του να παραμείνει στο κράτος μέλος της ιθαγένειάς του.
64. Τρίτον, οι υπήκοοι των κρατών μελών της Ένωσης δεν ασκούν, στην πλειονότητά τους, το δικαίωμά τους στην κυκλοφορία (37). Μολονότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ απονέμει την ιθαγένεια της Ένωσης σε όλους τους υπηκόους των κρατών μελών, η μεγάλη πλειονότητα έχει επιλέξει να μην μετακινηθεί (38). Ωστόσο, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν είναι πολίτες της Ένωσης (39).
65. Η ιθαγένειά τους χρήζει, επίσης, νομικής προστασίας.
66. Τέταρτον, εφόσον η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης αποτελεί, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, θεμελιώδη ιδιότητα των υπηκόων όλων των κρατών μελών (40), η στατική πλειοψηφία των πολιτών της Ένωσης δεν μπορεί να αποκλειστεί από το ευεργέτημα των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιδιότητα αυτή. Σε τελική ανάλυση, η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως θεμελιώδης, αν είχε σημασία μόνο για μια μειοψηφία υπηκόων των κρατών μελών που επέλεξαν να μετακινηθούν (41).
67. Πέμπτον, εφόσον ο πρωταρχικός λόγος για την εκ μέρους του Δικαστηρίου προστασία του δικαιώματος διαμονής στο έδαφος της Ένωσης είναι να διασφαλιστεί ότι οι πολίτες της Ένωσης είναι σε θέση να απολαμβάνουν τα δικαιώματα που παρέχει το δίκαιο της Ένωσης στα άτομα που διαμένουν στο εν λόγω έδαφος (42), το ίδιο όφελος διασφαλίζεται με την αναγνώριση του δικαιώματος του πολίτη της Ένωσης να μην μετακινείται από το κράτος μέλος διαμονής και ιθαγένειάς του.
68. Η πλειονότητα των δικαιωμάτων που δημιουργούνται από το παράγωγο δίκαιο της Ένωσης για τους ιδιώτες δεν εξαρτάται από τη μετακίνησή τους σε άλλο κράτος μέλος.
69. Τέλος, σε περίπτωση που το Δικαστήριο ερμηνεύσει τα δικαιώματα των πολιτών της Ένωσης, κατά το ουσιώδες μέρος τους, υπό την έννοια ότι περιλαμβάνουν το δικαίωμα μη κυκλοφορίας, θα συνεπάγεται η εν λόγω ερμηνεία μονομερή διεύρυνση της έννοιας της ιθαγένειας; Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή.
70. Οι υπήκοοι των κρατών μελών της Ένωσης απολάμβαναν ήδη δικαιώματα κυκλοφορίας, που απέρρεαν από την εσωτερική αγορά, πριν από τη θέσπιση της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης. Τα δικαιώματα αυτά αφορούσαν τους οικονομικά ενεργούς μετακινούμενους πολίτες (μισθωτούς, αυτοαπασχολούμενους, αναζητούντες εργασία και σπουδαστές) και περιλάμβαναν παράγωγα δικαιώματα για ορισμένα από τα μέλη των οικογενειών τους. Συνεπώς, το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής ως στοιχείο των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιθαγένεια της Ένωσης, το οποίο εντάχθηκε στις Συνθήκες σε ένα νεότερο στάδιο της διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, πρέπει να θεωρηθεί ότι φέρει επιπλέον σημασία και νόημα. Από την επιλογή της διατύπωσης («ιθαγένεια της Ένωσης») προκύπτει σαφώς ότι η έννοια αυτή αποσκοπεί στη δημιουργία πρόσθετων δεσμών για τους υπηκόους των κρατών μελών· δεσμών που δεν βασίζονται μόνο στην οικονομική λογική της αγοράς, αλλά και συνδέουν τους υπηκόους των κρατών μελών με μια ευρύτερη ευρωπαϊκή κοινωνία η οποία βασίζεται σε κοινές αξίες (43), χωρίς να τους στερεί την εθνική τους ταυτότητα (44). Οι δεσμοί αυτοί υφίστανται ανεξαρτήτως του αν ένας πολίτης της Ένωσης μετακινείται ή παραμένει στο κράτος μέλος του.
71. Επομένως, ακόμη και αν η δυνατότητα μετακίνησης σε άλλο κράτος μέλος αποτελεί σημαντικό στοιχείο της ιθαγένειας της Ένωσης, η ιδιότητα αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι όχι μόνον παρέχει δικαιώματα στα πρόσωπα που επιλέγουν να κάνουν χρήση της εν λόγω δυνατότητας, αλλά και προστατεύει όσους αποφασίζουν να μην το πράξουν.
72. Για όλους τους ανωτέρω λόγους, φρονώ ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι προστατεύει το δικαίωμα μη κυκλοφορίας. Για την προστασία του δικαιώματος αυτού, δεν ασκεί επιρροή το αν ένας πολίτης αναγκάζεται να μετακινηθεί σε τρίτη χώρα ή σε άλλο κράτος μέλος. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, οι πολίτες της Ένωσης κινδυνεύουν να στερηθούν την ελευθερία να επιλέξουν να μην μετακινηθούν, γεγονός που αντιβαίνει στην ιδιότητά τους ως πολιτών της Ένωσης. Επομένως, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ο εν λόγω κίνδυνος θα μπορούσε να δικαιολογήσει την αναγνώριση δικαιώματος διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας από τον οποίο εξαρτάται ο πολίτης της Ένωσης.
73. Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να πρέπει να αναγνωριστεί παράγωγο δικαίωμα διαμονής σε γονέα υπήκοο τρίτης χώρας στο κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει το συντηρούμενο στατικό ανήλικο τέκνο του, ενώ ο εν λόγω γονέας έχει δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος. Το απορρέον από την ιθαγένεια της Ένωσης δικαίωμα του πολίτη «να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών» περιλαμβάνει το δικαίωμα να επιλέξει να μην μετακινηθεί, χωρίς εν προκειμένω να ασκεί επιρροή το αν ο πολίτης της Ένωσης αναγκάζεται να μετακινηθεί σε τρίτη χώρα ή σε άλλο κράτος μέλος.
3. Επικουρικώς
74. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει εφαρμογή μόνον όταν ένας πολίτης της Ένωσης αναγκάζεται να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του, είναι εντούτοις αναγκαίο η αρμόδια για τη λήψη απόφασης αρχή να εξακριβώσει κατά πόσον ο εν λόγω πολίτης της Ένωσης πράγματι πληροί τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση έγκυρης άδειας διαμονής σε άλλο κράτος μέλος.
75. Ακόμη και αν η V έχει πράγματι δικαίωμα διαμονής στην Ισπανία (45), τούτο δεν επιλύει το ζήτημα αν ολόκληρη η οικογένεια, ήτοι το ανήλικο τέκνο της και ο σύζυγός της, θα μπορούσε επίσης να εγκατασταθεί μαζί της στο εν λόγω κράτος μέλος.
76. Οι ολλανδικές αρχές φαίνεται ότι στήριξαν την εκτίμησή τους αποκλειστικά και μόνο στην παραδοχή ότι ο σύζυγος της V και ο υιός τους είναι αμφότεροι πολίτες της Ένωσης, χωρίς να εξακριβώσουν συγκεκριμένα ότι αυτοί θα μπορούσαν πράγματι να διαμείνουν νομίμως στην Ισπανία.
77. Η δυνατότητα μετεγκατάστασης ολόκληρης της οικογένειας δεν μπορεί απλώς να τεκμαίρεται. Ως εκ τούτου, οι ολλανδικές αρχές, προτού αρνηθούν τη χορήγηση άδειας διαμονής στη V και τη διατάξουν να μεταβεί στην Ισπανία, είχαν την υποχρέωση να εξακριβώσουν οι ίδιες ότι η οικογενειακή μετοίκηση ήταν νομικά εφικτή.
78. Σε αντίθετη περίπτωση, η V, αντιμέτωπη με τη διαταγή να εγκαταλείψει τις Κάτω Χώρες, θα υποχρεωνόταν να επιστρέψει με το τέκνο της στην τρίτη χώρα καταγωγής της. Συνεπώς, το τέκνο της V, που είναι πολίτης της Ένωσης, λόγω της εξάρτησής του από τη μητέρα του, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από κανέναν από τους διαδίκους της κύριας δίκης, θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του. Τούτο θα καθιστούσε εφαρμοστέο το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην απόφαση Ruiz Zambrano και τη μεταγενέστερη νομολογία, γεγονός που θα συνεπαγόταν την υποχρέωση των ολλανδικών αρχών να αναγνωρίσουν το παράγωγο δικαίωμα διαμονής της V (46).
79. Θα μπορούσαν το τέκνο και ο σύζυγος της V να μετοικήσουν στην Ισπανία;
80. Ως πολίτες της Ένωσης, τόσο ο σύζυγος της V όσο και το τέκνο τους έχουν το δικαίωμα να μεταβούν στην Ισπανία και να διαμείνουν εκεί έως τρεις μήνες (άρθρα 5 και 6 της οδηγίας περί ιθαγένειας).
81. Για χρονικό διάστημα πέραν των τριών αυτών μηνών, το άρθρο 7 της οδηγίας περί ιθαγένειας επιβάλλει ορισμένες προϋποθέσεις.
82. Ο σύζυγος της V και το τέκνο τους θα μπορούν να διαμείνουν στην Ισπανία υπό την προϋπόθεση ότι είναι μισθωτοί ή αυτοαπασχολούμενοι (άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ), διαθέτουν επαρκείς πόρους (άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ) ή παρακολουθούν σπουδές, διαθέτοντας ταυτόχρονα επαρκείς πόρους και πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας (άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ). Ο υιός της V είναι παιδί και πιθανώς δεν πληροί καμία από τις ανωτέρω προϋποθέσεις (47). Ο σύζυγος της V λαμβάνει κοινωνικές παροχές και απαλλάσσεται εν μέρει από την εργασία λόγω της κατάστασης της υγείας του, οπότε είναι επίσης απίθανο να εμπίπτει σε μία από τις ανωτέρω περιπτώσεις.
83. Βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας περί ιθαγένειας, ένας πολίτης της Ένωσης μπορεί να διαμείνει σε άλλο κράτος μέλος ακόμη και αν είναι άνεργος, εφόσον πηγαίνει να συναντήσει άλλον πολίτη της Ένωσης. Τούτο όμως δεν συμβαίνει εν προκειμένω, δεδομένου ότι η V είναι υπήκοος τρίτης χώρας.
84. Κατά συνέπεια, υπό την επιφύλαξη της επαλήθευσης από το αιτούν δικαστήριο, η δυνατότητα διαμονής στην Ισπανία βάσει του δικαίου της Ένωσης δεν φαίνεται να αποτελεί νομικά βιώσιμη επιλογή για τη V και την οικογένειά της.
85. Σε κάθε περίπτωση, οι ολλανδικές αρχές δεν έπρεπε να αρνηθούν να αναγνωρίσουν δικαίωμα διαμονής στη V πριν εξακριβώσουν κατά πόσον το τέκνο και ο σύζυγός της θα μπορούσαν πράγματι να τη συνοδεύσουν στην Ισπανία βάσει του δικαίου της Ένωσης.
Β. Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
86. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί πότε πρέπει η αρμόδια αρχή, στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψης απόφασης για την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής σε γονέα υπήκοο τρίτης χώρας, να λαμβάνει υπόψη το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού και το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή. Ειδικότερα, το εν λόγω δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν μπορεί να εκδοθεί απόφαση με την οποία επιβάλλεται σε γονέα υπήκοο τρίτης χώρας, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115, η υποχρέωση να εγκαταλείψει αμέσως το κράτος μέλος και να μεταβεί σε άλλο, στο οποίο έχει δικαίωμα διαμονής, χωρίς να εξεταστούν το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού και το δικαίωμά του στην οικογενειακή ζωή.
1. Ο υψηλός βαθμός εξάρτησης ως ελάχιστο όριο για τη στήριξη στο άρθρο 20 ΣΛΕΕ ως πηγή παράγωγου δικαιώματος διαμονής
87. Στη νομολογία, η εξέταση της ενδεχόμενης προσβολής του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή και του υπέρτατου συμφέροντος του παιδιού είναι στενά συνδεδεμένη με τη διαπίστωση του βαθμού εξάρτησης, ο οποίος, αν είναι επαρκής, μπορεί να καταστήσει δυνατή την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής σε γονέα που είναι υπήκοος κράτους μέλους βάσει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ.
88. Το Δικαστήριο έχει καθορίσει τον υψηλό βαθμό εξάρτησης ως ελάχιστο όριο για την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής σε περιπτώσεις στις οποίες η εν λόγω εξάρτηση θα υποχρέωνε, διαφορετικά, τον πολίτη της Ένωσης να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του. Με τον ίδιο τρόπο και για τον ίδιο λόγο που το δικαίωμα διαμονής στο έδαφος της Ένωσης μπορεί να υπερισχύσει των εθνικών μέτρων που σχετίζονται με τη μετανάστευση μόνο σε «όλως ειδικές περιπτώσεις» (48), το δικαίωμα μη κυκλοφορίας, στο παρόν στάδιο εξέλιξης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, προστατεύεται επίσης μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες υφίσταται επαρκής βαθμός εξάρτησης μεταξύ του πολίτη της Ένωσης και του υπηκόου τρίτης χώρας.
89. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ δεν μπορεί να προβληθεί κατά εθνικών μέτρων εάν αυτά απλώς δυσχεραίνουν την επιλογή της μη κυκλοφορίας. Αντιθέτως, το ελάχιστο όριο για την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής είναι η στέρηση της επιλογής αυτής, η οποία υφίσταται μόνο σε περίπτωση κατά την οποία ένα εθνικό μέτρο υποχρεώνει de facto έναν πολίτη της Ένωσης να μετακινηθεί.
90. Όπως το αντιλαμβάνομαι, ο λόγος ύπαρξης ενός τέτοιου περιορισμού έγκειται στη σύγκρουση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιθαγένεια της Ένωσης με τα προνόμια των κρατών μελών στον τομέα της μεταναστευτικής πολιτικής. Από τη στιγμή που το άρθρο 20 ΣΛΕΕ καθίσταται εφαρμοστέο, μπορεί να υπερισχύσει των εθνικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της άρνησης χορήγησης άδειας διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η προσεκτική στάθμιση των δύο αυτών συμφερόντων.
91. Υπό το πρίσμα αυτό, η απαίτηση υψηλού βαθμού εξάρτησης θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποσκοπεί στον περιορισμό του εύρους των περιπτώσεων στις οποίες μπορεί να αναγνωριστεί παράγωγο δικαίωμα διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ.
2. Εξάρτηση και υπέρτατο συμφέρον του παιδιού
92. Κατά τη νομολογία, στέρηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιθαγένεια υφίσταται μόνον εάν ο πολίτης της Ένωσης αναγκάζεται πράγματι ή εκ των πραγμάτων (49) να εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους μέλους διαμονής του μαζί με τον υπήκοο τρίτης χώρας.
93. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει όταν η εξάρτηση είναι μικρότερου βαθμού.
94. Για παράδειγμα, στην απόφαση Dereci, το Δικαστήριο έκρινε ότι «το γεγονός και μόνο ότι για οικονομικούς λόγους ή προς τον σκοπό της διατήρησης της συνοχής της οικογένειας εντός του εδάφους της Ένωσης θα ήταν ευκταίο για έναν υπήκοο κράτους μέλους να μπορούν τα μέλη της οικογένειάς του που δεν έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους να διαμένουν μαζί του εντός του εδάφους της Ένωσης δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι ο πολίτης της Ένωσης θα αναγκαστεί, σε περίπτωση μη χορήγησης αυτού του δικαιώματος διαμονής, να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης» (50).
95. Συνεπώς, απλώς και μόνον η επιθυμία για οικογενειακή ζωή δεν αρκεί (51). Επί παραδείγματι, στις περισσότερες υποθέσεις που απασχόλησαν το Δικαστήριο, στις οποίες ένας ενήλικος πολίτης της Ένωσης θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει το κράτος μέλος του εάν επιθυμούσε να συνεχίσει την οικογενειακή ζωή με έναν υπήκοο τρίτης χώρας, το Δικαστήριο δεν έκρινε ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ παρείχε παράγωγο δικαίωμα διαμονής. Συγκεκριμένα, φαίνεται ότι το Δικαστήριο τείνει να δεχθεί ότι «ένας ενήλικας είναι καταρχήν σε θέση να ζει ανεξάρτητα από τα μέλη της οικογένειάς του» (52).
96. Ωστόσο, η κατάσταση είναι διαφορετική όταν πρόκειται για ανήλικους πολίτες της Ένωσης (53).
97. Κατά την εκτίμηση της εξάρτησης ενός παιδιού που είναι πολίτης της Ένωσης από το μέλος της οικογένειάς του, συνήθως γονέα, που είναι υπήκοος τρίτης χώρας, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όχι μόνον το δικαίωμα στον σεβασμό της οικογενειακής ζωής του εν λόγω παιδιού, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), αλλά και το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού αυτού, όπως αυτό προστατεύεται από το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη (54).
98. Κατά την εκτίμηση του βαθμού εξάρτησης, οι αρμόδιες εθνικές αρχές πρέπει να αξιολογούν διεξοδικά όλες τις συγκεκριμένες περιστάσεις της εκάστοτε επιμέρους περίπτωσης (55).
99. Πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την ηλικία, τη σωματική και συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού, την ένταση των συναισθηματικών δεσμών του με έναν γονέα που είναι υπήκοος τρίτης χώρας, καθώς και τον κίνδυνο που θα συνεπαγόταν για την ισορροπία του εν λόγω παιδιού ο αποχωρισμός του από τον γονέα αυτόν. (56)
100. Εάν, με βάση τη λεπτομερή εκτίμηση της σχέσης μεταξύ του συντηρούμενου τέκνου, που είναι πολίτης της Ένωσης, και του γονέα του, οι αρμόδιες αρχές που εξετάζουν την αίτηση του εν λόγω γονέα για χορήγηση άδειας διαμονής καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι το τέκνο θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει το κράτος μέλος μαζί με τον εν λόγω γονέα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, η αρχή αυτή οφείλει να δεχθεί την ύπαρξη επαρκούς βαθμού εξάρτησης και να αναγνωρίσει παράγωγο δικαίωμα διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ.
101. Η προσέγγιση αυτή που εστιάζει στις συνέπειας, στο πλαίσιο της οποίας απαιτείται η εξέταση του Χάρτη προκειμένου να διαπιστωθεί η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, έχει επικριθεί (57). Ωστόσο, τα προβλήματα με την εν λόγω προσέγγιση μπορούν να ξεπεραστούν εάν γίνει διάκριση μεταξύ του ζητήματος αν έχει εφαρμογής το άρθρο 20 ΣΛΕΕ και της εφαρμογής του σε συγκεκριμένη περίπτωση ως βάσης για την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής.
102. Το ζήτημα αν έχει εφαρμογή το άρθρο 20 ΣΛΕΕ σε εσωτερικές καταστάσεις εξαρτάται αποκλειστικά από το αν ένα πρόσωπο είναι υπήκοος κράτους μέλους.
103. Τούτο προκύπτει σαφώς από τη νομολογία. Για παράδειγμα, στην απόφαση X (Ταϊλανδή μητέρα) (58), το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί της εφαρμογής του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, εξέθεσε τα εξής: «η αναγνώριση του εκ του άρθρου 20 ΣΛΕΕ παράγωγου δικαιώματος διαμονής δεν εξαρτάται από την εκ μέρους του τέκνου άσκηση του δικαιώματός του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο εσωτερικό της Ένωσης, αλλά από την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης, την οποία το τέκνο έχει εκ του γεγονότος και μόνον ότι έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους, ανεξαρτήτως της ασκήσεως του προαναφερθέντος δικαιώματος.» (59)
104. Επομένως, μια κατάσταση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 20 ΣΛΕΕ για τον λόγο και μόνον ότι ένα πρόσωπο είναι υπήκοος κράτους μέλους, ακόμη και αν το πρόσωπο αυτό ουδέποτε εγκατέλειψε το κράτος καταγωγής του. Τούτο καθιστά δυνατή την εφαρμογή του Χάρτη σύμφωνα με το άρθρο του 51, παράγραφος 1, κατά το οποίο τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην εν λόγω πράξη εφαρμόζονται στα κράτη μέλη μόνον όταν αυτά εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης (60).
105. Όπως επισημάνθηκε, η εφαρμογή του άρθρου 20 ΣΛΕΕ με σκοπό την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής σε συγκεκριμένη περίπτωση εξαρτάται από τον βαθμό εξάρτησης μεταξύ του πολίτη της Ένωσης και του υπηκόου τρίτης χώρας, για την εκτίμηση του οποίου η αρμόδια για τη λήψη απόφασης αρχή οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, και πρωτίστως το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού και το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή.
106. Τούτο απαντά εν μέρει στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου. Τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 24 του Χάρτη είναι κρίσιμα προκειμένου να εκτιμηθεί αν πολίτης της Ένωσης θα αναγκαζόταν να συνοδεύσει τον γονέα του ο οποίος είναι υπήκοος τρίτης χώρας και από τον οποίο έχει ζητηθεί να εγκαταλείψει την επικράτεια.
107. Συγκεκριμένα, εάν ο βαθμός εξάρτησης είναι τέτοιος ώστε ο ανήλικος πολίτης της Ένωσης θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους μέλους όπου διαμένει, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να αναγνωρίσουν στον γονέα του, που είναι υπήκοος τρίτης χώρας παράγωγο δικαίωμα διαμονής, προκειμένου να προστατεύσουν, κατά το ουσιώδες μέρος τους, τα απορρέοντα από την ιθαγένεια δικαιώματα του ανήλικου πολίτη της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος μη κυκλοφορίας.
108. Εάν το Δικαστήριο ενστερνιστεί την πρότασή μου ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από την ιθαγένεια της Ένωσης περιλαμβάνουν όχι μόνον το δικαίωμα διαμονής στο έδαφος της Ένωσης, αλλά και το δικαίωμα επιλογής της μη κυκλοφορίας, το γεγονός ότι η οικογένεια μπορεί να εξαναγκαστεί να μεταβεί σε άλλο κράτος μέλος και όχι εκτός του εδάφους της Ένωσης στο σύνολό του αρκεί για να αναγνωριστεί η ύπαρξη παράγωγου δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ.
109. Αν, αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν δεχθεί την προτεινόμενη αυτή ερμηνεία της έννοιας του ουσιώδους μέρους των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιθαγένεια, και περιορίσει την εφαρμογή του άρθρου 20 ΣΛΕΕ στις περιπτώσεις στις οποίες ένας πολίτης της Ένωσης αναγκάζεται να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του, η αρμόδια για τη λήψη απόφασης αρχή θα υπέχει μολαταύτα την υποχρέωση να εξακριβώσει αν η οικογένεια μπορεί πράγματι να μετακινηθεί και να συνεχίσει την οικογενειακή της ζωή στην Ισπανία, χωρίς η μετακίνηση αυτή να βλάψει το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού και την οικογενειακή του ζωή.
110. Ακόμη και αν ένας ανήλικος πολίτης της Ένωσης θα αναγκαζόταν, λόγω της εξάρτησής του από υπήκοο τρίτης χώρας, να εγκαταλείψει κράτος μέλος μαζί με τον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας, σε περίπτωση που δεν αναγνωριστεί στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας δικαίωμα διαμονής, ένα κράτος μέλος μπορεί να δικαιολογήσει την απόρριψη αίτησης για την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ στηριζόμενο σε άλλους λόγους. Μπορεί, για παράδειγμα, να επικαλεστεί λόγους όπως η δημόσια τάξη ή η δημόσια ασφάλεια προκειμένου να απορρίψει μια τέτοια αίτηση (61). Κατά την εκτίμηση της αναλογικότητας της στήριξης σε τέτοιους λόγους για την απόρριψη μιας αίτησης βάσει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, η αρμόδια για τη λήψη απόφασης αρχή θα εξακολουθεί να πρέπει να λάβει υπόψη το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού και το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή.
111. Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, δεν τίθεται ζήτημα ενδεχόμενης δικαιολόγησης της άρνησης των εθνικών αρχών να χορηγήσουν άδεια διαμονής. Φαίνεται ότι οι αρμόδιες αρχές αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν δικαίωμα διαμονής στη V με την αιτιολογία ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ δεν είχε εφαρμογή, χωρίς, επομένως, να επιχειρήσουν να δικαιολογήσουν την άρνηση αυτή επικαλούμενες ορισμένο άλλον λόγο.
112. Τέλος, προκειμένου το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου να απαντηθεί πλήρως, το Δικαστήριο θα πρέπει, επίσης, να διευκρινίσει ότι οι αρμόδιες αρχές δεν μπορούν να εκδώσουν απόφαση βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115 χωρίς να εξακριβώσουν αν το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού και το δικαίωμά του στην οικογενειακή ζωή απαιτούν την αναγνώριση παράγωγου δικαιώματος διαμονής και αν τα δικαιώματα αυτά μπορούν να περιοριστούν για άλλους θεμιτούς λόγους.
113. Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου ως εξής. Το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι υποχρεώνει τις αρμόδιες αρχές, όταν εξετάζουν αν πρέπει να αναγνωρίσουν παράγωγο δικαίωμα διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας που είναι γονέας συντηρούμενου ανήλικου πολίτη της Ένωσης, να εξακριβώνουν, λαμβάνοντας υπόψη το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού και το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή, αν ο βαθμός εξάρτησης μεταξύ του ανηλίκου και του εν λόγω γονέα είναι τέτοιος ώστε ο πρώτος θα αναγκαζόταν να συνοδεύσει τον γονέα αυτόν, σε περίπτωση που δεν αναγνωριστεί στον εν λόγω γονέα δικαίωμα διαμονής. Το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού και το δικαίωμά του στην οικογενειακή ζωή πρέπει να εκτιμώνται πριν από την έκδοση απόφασης, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115, η οποία θα επιβάλλει σε υπήκοο τρίτης χώρας την υποχρέωση να εγκαταλείψει ένα κράτος μέλος και να εγκατασταθεί σε άλλο, στο οποίο έχει δικαίωμα διαμονής.
Γ. Εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης
114. Το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι το τέκνο της V είναι πολίτης της Ένωσης.
115. Προκειμένου να αποφανθούν επί του παράγωγου δικαιώματος διαμονής της V, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να εξετάσουν αν το παιδί, που είναι πολίτης της Ένωσης, και η μητέρα του, που είναι υπήκοος τρίτης χώρας και η οποία έχει υποβάλει αίτηση χορήγησης άδειας διαμονής, τελούν σε τέτοια σχέση εξάρτησης ώστε το παιδί θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει το έδαφος των Κάτω Χωρών αν η μητέρα του υποχρεωνόταν να το εγκαταλείψει.
116. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η V είναι το πρόσωπο που ασκεί την πραγματική επιμέλεια του παιδιού, δεδομένου ότι ο πατέρας του δεν είναι ικανός για κανονική εργασία και για τον λόγο αυτό λαμβάνει κοινωνικές παροχές (62). Επίσης, προκύπτει ότι υπάρχει υψηλός βαθμός εξάρτησης μεταξύ του παιδιού και της μητέρας του. Συνακόλουθα, το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού εξυπηρετείται αν παραμείνει μαζί με τη μητέρα του.
117. Επομένως, το παιδί θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει τις Κάτω Χώρες με τη μητέρα του αν δεν της αναγνωριστεί δικαίωμα διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος. Το γεγονός αυτό δεν φαίνεται να αμφισβητείται και φαίνεται να συνάδει με το συμπέρασμα των αρμόδιων ολλανδικών αρχών.
118. Αν η μητέρα του παιδιού υποχρεωθεί να εγκαταλείψει τις Κάτω Χώρες και το παιδί αναγκαστεί, ως εκ τούτου, να τη συνοδεύσει λόγω της σχέσης εξάρτησής τους, δεδομένου ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ παρέχει δικαίωμα μη κυκλοφορίας στους πολίτες της Ένωσης, δεν ασκεί επιρροή το αν η μητέρα και ο υιός της θα αναγκάζονταν να μετοικήσουν στην Ισπανία ή σε τρίτη χώρα.
119. Εάν το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού εξυπηρετείται με την άσκηση του δικαιώματός του στη μη κυκλοφορία, οι ολλανδικές αρχές πρέπει να αναγνωρίσουν στη μητέρα του, που είναι υπήκοος τρίτης χώρας, παράγωγο δικαίωμα διαμονής.
120. Επιπλέον, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, η παραμονή στις Κάτω Χώρες φαίνεται να εξυπηρετεί το υπέρτατο συμφέρον του εν λόγω παιδιού. Επομένως, το απορρέον από την ιθαγένεια δικαίωμά του στη μη κυκλοφορία θα προστατευθεί μόνον εφόσον αναγνωριστεί στη μητέρα του παράγωγο δικαίωμα διαμονής.
IV. Πρόταση
121. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης, Κάτω Χώρες) ως εξής:
1. Το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να πρέπει να αναγνωριστεί παράγωγο δικαίωμα διαμονής σε γονέα υπήκοο τρίτης χώρας στο κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει το συντηρούμενο στατικό ανήλικο τέκνο του, ενώ ο εν λόγω γονέας έχει δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος. Το απορρέον από την ιθαγένεια της Ένωσης δικαίωμα ενός πολίτη «να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών» περιλαμβάνει το δικαίωμα του πολίτη να επιλέξει να μην μετακινηθεί, χωρίς εν προκειμένω να ασκεί επιρροή το αν ο πολίτης της Ένωσης αναγκάζεται να μετακινηθεί σε τρίτη χώρα ή σε άλλο κράτος μέλος.
2. Το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι υποχρεώνει τις αρμόδιες αρχές, όταν εξετάζουν αν πρέπει να αναγνωρίσουν παράγωγο δικαίωμα διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας που είναι γονέας συντηρούμενου ανήλικου πολίτη της Ένωσης, να εξακριβώσουν, λαμβάνοντας υπόψη το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού και το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή, αν ο βαθμός εξάρτησης μεταξύ του ανηλίκου και του εν λόγω γονέα είναι τέτοιος ώστε ο πρώτος θα αναγκαζόταν να συνοδεύσει τον γονέα αυτόν, σε περίπτωση που δεν αναγνωριστεί στον εν λόγω γονέα δικαίωμα διαμονής. Το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού και το δικαίωμά του στην οικογενειακή ζωή πρέπει να εκτιμώνται πριν από την έκδοση απόφασης, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, η οποία θα επιβάλλει σε υπήκοο τρίτης χώρας την υποχρέωση να εγκαταλείψει ένα κράτος μέλος και να εγκατασταθεί σε άλλο, στο οποίο έχει δικαίωμα διαμονής.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
i Η ονομασία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.
2 Δανείστηκα τη διατύπωση που χρησιμοποίησε ο γενικός εισαγγελέας F. G. Jacobs, στις προτάσεις του στην υπόθεση Κωνσταντινίδη (C-168/91, EU:C:1992:504, σημείο 46), σε διαφορετικό πλαίσιο, πριν από την καθιέρωση της ιθαγένειας της Ένωσης με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Ο γενικός εισαγγελέας F. G. Jacobs χρησιμοποίησε την έκφραση αυτή για να υποστηρίξει ότι ένα πρόσωπο που μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος ως μισθωτός ή αυτοαπασχολούμενος πρέπει να δύναται να επικαλεστεί τα ανθρώπινα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην έννομη τάξη της Ένωσης.
3 Απόφαση της 8ης Μαρτίου 2011, Ruiz Zambrano (C-34/09, στο εξής: απόφαση Ruiz Zambrano, EU:C:2011:124).
4 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ 2008, L 348, σ. 98).
5 Μολονότι δεν διευκρινίζεται στη διάταξη περί παραπομπής, η εν λόγω απόφαση πιθανότατα εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115.
6 Παρά την προφανή ύπαρξη σχέσης εξάρτησης μεταξύ της V και του συζύγου της, φαίνεται ότι η αίτηση χορήγησης άδειας διαμονής βασίστηκε αποκλειστικά στη σχέση μεταξύ της V και του ανήλικου τέκνου της.
7 Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115, «[τ]α κράτη μέλη εκδίδουν απόφαση επιστροφής για υπηκόους τρίτης χώρας που διαμένουν παράνομα στο έδαφός τους, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 5». Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής: «Οι υπήκοοι τρίτων χωρών, οι οποίοι διαμένουν παρανόμως στο έδαφος κράτους μέλους και διαθέτουν έγκυρο τίτλο διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα παραμονής και έχει εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος, υποχρεούνται να μεταβαίνουν αμέσως στο έδαφος αυτού του άλλου κράτους μέλους. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του υπηκόου τρίτης χώρας με την παρούσα απαίτηση ή όταν η άμεση αναχώρηση του υπηκόου τρίτης χώρας απαιτείται από λόγους εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης, εφαρμόζεται η παράγραφος 1».
8 Βλ., για παράδειγμα, σκέψη 23 της απόφασης της 22ας Ιουνίου 2023, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Ταϊλανδή μητέρα ανήλικου τέκνου ολλανδικής ιθαγένειας) [C-459/20, στο εξής: X (Ταϊλανδή μητέρα), EU:C:2023:499]: «Αντιθέτως, οι διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ που αφορούν την ιθαγένεια της Ένωσης δεν παρέχουν κανένα αυτοτελές δικαίωμα στους υπηκόους τρίτων χωρών. Πράγματι, τα δικαιώματα που ενδεχομένως αναγνωρίζονται στους υπηκόους τρίτων χωρών δεν αποτελούν ίδια δικαιώματα των υπηκόων αυτών, αλλά παράγωγα δικαιώματα εκπορευόμενα από τα δικαιώματα του πολίτη της Ένωσης».
9 Από τη συλλογιστική της εθνικής αρχής προκύπτει ότι ο βαθμός εξάρτησης του τέκνου από τη V είναι τέτοιος ώστε, αν η V έπρεπε να εγκαταλείψει τις Κάτω Χώρες, το τέκνο θα αναγκαζόταν να πράξει το ίδιο.
10 Το Δικαστήριο χρησιμοποίησε την ανωτέρω διατύπωση για πρώτη φορά στην απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2012, Iida (C-40/11, στο εξής: απόφαση Iida, EU:C:2012:691, σκέψη 71). Έκτοτε, το Δικαστήριο επανέλαβε την ίδια διατύπωση σε πολλές μεταγενέστερες υποθέσεις οι οποίες αφορούσαν, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, παράγωγο δικαίωμα διαμονής υπηκόου τρίτου κράτους. Συγκεκριμένα, η ίδια διατύπωση απαντά στις αποφάσεις της 8ης Μαΐου 2013, Ymeraga κ.λπ. (C-87/12, στο εξής: απόφαση Ymeraga, EU:C:2013:291, σκέψη 36), της 10ης Οκτωβρίου 2013, Alokpa και Moudoulou (C-86/12, στο εξής: απόφαση Alokpa, EU:C:2013:645, σκέψη 32), της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, CS (C-304/14, στο εξής: απόφαση CS, EU:C:2016:674, σκέψη 29), της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, Rendón Marín (C-165/14, στο εξής: απόφαση Rendón Marín, EU:C:2016:675, σκέψη 74), της 10ης Μαΐου 2017, Chavez-Vilchez κ.λπ. (C-133/15, στο εξής: απόφαση Chavez-Vilchez, EU:C:2017:354, σκέψη 63), της 5ης Μαΐου 2022, Subdelegación del Gobierno en Toledo (Διαμονή μέλους της οικογένειας – Ανεπαρκείς πόροι) (C-451/19 και C-532/19, στο εξής: απόφαση Subdelegación del Gobierno en Toledo, EU:C:2022:354, σκέψη 45), της 27ης Απριλίου 2023, M.D. (Απαγόρευση εισόδου στην Ουγγαρία) (C-528/21, στο εξής: απόφαση M.D., EU:C:2023:341, σκέψη 58), X (Ταϊλανδή μητέρα) (σκέψη 24), και της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες) (C-420/22 και C-528/22, στο εξής: NW και PQ, EU:C:2024:344, σκέψη 60). Παρά τις παραπομπές τόσο στην απόφαση Ruiz Zambrano όσο και ενίοτε στην απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2011, Dereci κ.λπ. (C-256/11, στο εξής: απόφαση Dereci, EU:C:2011:734), οι αποφάσεις αυτές δεν χρησιμοποιούν επακριβώς την ανωτέρω διατύπωση.
11 Η αίτηση του G. Ruiz Zambrano υποκινήθηκε πιθανώς από την προγενέστερη απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2004, Zhu και Chen (C-200/02, στο εξής: απόφαση Zhu και Chen, EU:C:2004:639), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι παράγωγο δικαίωμα διαμονής μπορεί να αναγνωριστεί σε γονέα υπήκοο τρίτης χώρας βάσει της ιδιότητας του ανήλικου τέκνου του εν λόγω προσώπου ως πολίτη της Ένωσης.
12 Βλ. αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 1997, Uecker και Jacquet (C-64/96 και C-65/96, EU:C:1997:285, σκέψη 23), και της 2ας Οκτωβρίου 2003, Garcia Avello (C-148/02, EU:C:2003:539, σκέψη 26). Στην εσωτερική αγορά, ο αποκλεισμός εσωτερικών καταστάσεων από το πεδίο εφαρμογής των κανόνων της Ένωσης δικαιολογούνταν συχνά από την προσδοκία ότι ένα κράτος μέλος μεριμνά για τους δικούς του υπηκόους και, ως εκ τούτου, το δίκαιο της Ένωσης δεν χρειάζεται να παρεμβαίνει σε καταστάσεις αντίστροφης δυσμενούς διάκρισης.
13 Για παράδειγμα, Nic Shuibhne, N., «The Resilience of EU Market Citizenship?», CMLR, 2010, σ. 1597.
14 Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει ήδη εφαρμόσει διατάξεις περί ιθαγένειας σε μια αμιγώς εσωτερική κατάσταση, στην απόφαση της 2ας Μαρτίου 2010, Rottmann (C-135/08, στο εξής: απόφαση Rottmann, EU:C:2010:104). Ωστόσο, μολονότι ο J. Rottmann είχε προσβάλει απόφαση των γερμανικών αρχών να ανακαλέσουν απόφαση πολιτογράφησης με την οποία είχε αποκτήσει τη γερμανική ιθαγένεια στη Γερμανία, το ιστορικό της εν λόγω υπόθεσης περιλάμβανε προηγούμενη διασυνοριακή μετακίνηση, δεδομένου ότι ο J. Rottmann είχε γεννηθεί και ζούσε στην Αυστρία, πριν μετοικήσει στη Γερμανία και απολέσει την αυστριακή του ιθαγένεια λόγω της απόκτησης της γερμανικής ιθαγένειας. Εντούτοις το Δικαστήριο δεν βάσισε την κρίση του επί της εν λόγω υπόθεσης σε αυτήν την μετακίνηση κατά το παρελθόν. Αντιθέτως, έκρινε ότι η ενδεχόμενη απώλεια της ιθαγένειας της Ένωσης λόγω της απώλειας της ιθαγένειας κράτους μέλους εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης «εξ ορισμού και λόγω των συνεπειών της» (απόφαση Rottmann, σκέψη 42).
15 Πρβλ. Lenaerts, K., και Gutiérrez-Fons, J.-A., «Epilogue on EU citizenship: Hopes and Fears», σε Kochenov, D. (επιμ.), EU Citizenship and Federalism: The Role of Rights, CUP, Cambridge, 2017, σ. 751 έως 781, ιδίως σ. 761.
16 Απόφαση Ruiz Zambrano (σκέψη 42, η υπογράμμιση δική μου).
17 Απόφαση Ruiz Zambrano (σκέψεις 43 και 44).
18 Απόφαση της 5ης Μαΐου 2011, McCarthy (C-434/09, στο εξής: απόφαση McCarthy, EU:C:2011:277, σκέψη 50).
19 Aπόφαση Dereci (σκέψη 66).
20 Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2012, O κ.λπ. (C-356/11 και C-357/11, στο εξής: απόφαση O κ.λπ., EU:C:2012:776), καθώς και αποφάσεις στις υποθέσεις CS και Chavez -Vilchez.
21 Βλ., για παράδειγμα, απόφαση Iida (σκέψη 71). Η υπόθεση εκείνη αφορούσε πατέρα υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος ζούσε στη Γερμανία και ο οποίος στηρίχθηκε στο άρθρο 20 ΣΛΕΕ για να θεμελιώσει το παράγωγο δικαίωμά του διαμονής, υπό περιστάσεις κατά τις οποίες η θυγατέρα του, Γερμανίδα υπήκοος, είχε εν τω μεταξύ μετοικήσει στην Αυστρία για να ζήσει με τη μητέρα της, μετά το διαζύγιο των γονέων της. Από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης εκείνης δεν προέκυψε καμία πιθανότητα ότι το εν λόγω τέκνο, που ήταν πολίτης της Ένωσης, θα έπρεπε να εγκαταλείψει την Ένωση στο σύνολό της αν ο πατέρας δεν λάμβανε άδεια διαμονής στη Γερμανία. Βλ., ομοίως, απόφαση Ymeraga (σκέψη 36).
22 Απόφαση Alokpa (σκέψη 35).
23 Απόφαση M.D. (σκέψη 62).
24 Απόφαση Rendón Marín (σκέψη 79).
25 Στην υπόθεση Alokpa, ανήλικοι πολίτες της Ένωσης αναγκάστηκαν να μετακινηθούν προς το κράτος μέλος της ιθαγένειάς τους και όχι από αυτό. Στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις M.D. και Rendón Marín, δεν αναγνωρίστηκε ή ανακλήθηκε παράγωγο δικαίωμα διαμονής για λόγους δημόσιας τάξης.
26 Για παράδειγμα, στην απόφαση Rendón Marín (σκέψη 78), το Δικαστήριο διευκρίνισε ρητώς ότι αποφαίνεται επί της ύπαρξης παράγωγου δικαιώματος διαμονής βάσει του συγκεκριμένου πλαισίου της υπόθεσης εκείνης, όσον αφορά το δικαίωμα διαμονής, όταν έκρινε ότι η άρνηση χορήγησης άδειας διαμονής «θα μπορούσε να συνεπάγεται περιορισμό του εν λόγω δικαιώματος, ιδίως δε του δικαιώματος διαμονής, καθώς τα τέκνα θα ενδέχετο να αναγκασθούν να ακολουθήσουν τον A. Rendón Marín και, συνεπώς, να εγκαταλείψουν το έδαφος της Ένωσης εν όλω θεωρούμενο» (η υπογράμμιση δική μου).
27 Καίτοι τούτο δεν εκφράζεται πάντοτε με την ίδια διατύπωση και παρά τις παραλλαγές της διατύπωσης που απαντώνται στις διαφορετικές γλωσσικές αποδόσεις, το Δικαστήριο, κατ’ ουσίαν, εξέφρασε τον προβληματισμό αυτόν στις ακόλουθες αποφάσεις: Dereci (σκέψη 66), O κ.λπ. (σκέψη 47), Ymeraga (σκέψη 36), Alokpa (σκέψη 32), Rendón Marín (σκέψη 74), Chavez-Vilchez (σκέψη 63), Subdelegación del Gobierno en Toledo (σκέψη 45), και M.D. (σκέψη 58).
28 Βλ. συναφώς, επίσης, Davies, G., «The Right to Stay at Home: A Basis for Expanding European Family Rights» σε Kochenov, D. (επιμ.), υποσημείωση 15, όπ.π., σ. 468 έως 488, ιδίως σ. 471. Βλ., επίσης, Nic Shuibhne, N., «Ruiz Zambrano and the Essential Core of Union Citizenship», σε Craig, P., και Schütze, R. (επιμ.), Landmark Cases in EU Law, τόμος 2, Bloombsbury, 2025, σ. 169 έως 185, ιδίως σ. 178.
29 Άρθρα 5 έως 7 και 14 της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ 2004, L 158, σ. 77, και διορθωτικό ΕΕ 2004, L 229, σ. 35, στο εξής: οδηγία περί ιθαγένειας).
30 Βλ., συναφώς, απόφαση Zhu και Chen. Οι επαρκείς πόροι μπορεί να παρέχονται από τον ίδιο υπήκοο τρίτης χώρας.
31 Συναφώς, βλ. απόφαση Χ (Ταϊλανδή μητέρα).
32 Πέραν του γράμματος των άρθρων 20 και 21 ΣΛΕΕ, τα οποία αναφέρονται στο δικαίωμα διαμονής, το δικαίωμα αυτό μπορεί να συνδεθεί με τα οφέλη που απορρέουν από τη διαβίωση στο έδαφος της Ένωσης. Η διαβίωση αυτή καθιστά δυνατή την απόλαυση αμέτρητων δικαιωμάτων τα οποία παρέχει το δίκαιο της Ένωσης στα άτομα, είτε πρόκειται για καταναλωτές είτε για μισθωτούς είτε απλώς για κατοίκους που έχουν το δικαίωμα να αναπνέουν καθαρό αέρα. Πλην όμως, δικαιούχοι των πολυποίκιλων αυτών δικαιωμάτων είναι όλοι όσοι διαμένουν στο έδαφος της Ένωσης, και όχι μόνον οι πολίτες της Ένωσης –δεν πρόκειται για δικαιώματα που απορρέουν από την ιθαγένεια της Ένωσης, των οποίων τη παρεμπόδιση πραγματεύεται η νομολογία Ruiz Zambrano. Τούτο, ωστόσο, μπορεί να εξηγήσει γιατί έχει σημασία να αναγνωριστεί το γεγονός ότι οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα να διαμένουν στο έδαφος της Ένωσης.
33 Σε ελαφρώς διαφορετικό πλαίσιο από αυτό της υπό κρίση υπόθεσης, η γενική εισαγγελέας E. Sharpston έχει προτείνει ότι «[α]υτό που έχει σημασία είναι η ελευθερία να επιλέξει ο ενδιαφερόμενος αν θα μετοικήσει ή όχι. Ένα μέτρο που επιβάλλει τη μετακίνηση περιορίζει την ελευθερία αυτή επιλογής. Συνεπώς, αντίκειται στο άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ». Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στις υποθέσεις O κ.λπ. (C-456/12 και C-457/12, EU:C:2013:837, σημείο 134). Βλ., επίσης, Sager, T., «Freedom as Mobility» Implications of the Distinction between Actual and Potential Travelling’, Mobilities, 2006, σ. 465 έως 488. Για ανάλυση σχετικά με το ενδεχόμενο δικαίωμα μη κυκλοφορίας στο δίκαιο της Ένωσης, βλ. Iglesias Sánchez, S., «A Citizenship Right to Stay? The Right Not to Move in a Union Based on Free Movement», σε Kochenov D. (επιμ.), υποσημείωση 15, όπ.π., σ. 371 έως 393.
34 Βλ. άρθρο 28 της οδηγίας περί ιθαγένειας.
35 Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2010, Τσακουρίδης (C-145/09, EU:C:2010:708, σκέψη 48), και απόφαση CS, σκέψη 37.
36 Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι, βάσει του διεθνούς δικαίου, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί ούτε να αρνηθεί την είσοδο στον δικό του υπήκοο ούτε να αρνηθεί το δικαίωμά του να παραμείνει στην επικράτεια. Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις McCarthy, σκέψη 29, και της 6ης Οκτωβρίου 2021, A (Διέλευση συνόρων με σκάφος αναψυχής) (C-35/20, EU:C:2021:813, σκέψη 69). Εντούτοις, επισημαίνεται ότι στην υπό κρίση υπόθεση είναι σαφές ότι οι Κάτω Χώρες δεν θεώρησαν ότι το διεθνές δίκαιο τους απαγορεύει να αναγκάσουν de facto τον υπήκοό τους να εγκαταλείψει τη χώρα της ιθαγένειάς του.
37 Την 1η Ιανουαρίου 2022 υπήρχαν 13,7 εκατομμύρια «μετακινούμενοι» πολίτες της Ένωσης (πολίτες που έχουν μετακομίσει για να ζήσουν, να εργαστούν ή να σπουδάσουν σε άλλο κράτος μέλος). Το 2021 1,4 εκατομμύρια άτομα που διέμεναν προηγουμένως σε ένα κράτος μέλος της Ένωσης μετοίκησαν σε άλλο κράτος μέλος. Βλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών δυνάμει του άρθρου 25 ΣΛΕΕ σχετικά με την πρόοδο που σημειώθηκε κατά την περίοδο 2020-2023 για την επίτευξη πραγματικής ιθαγένειας της ΕΕ, COM(2023) 931 final, σ. 19. Τούτο σημαίνει ότι λιγότερο από το 3 % των πολιτών της Ένωσης έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους στην ελεύθερη κυκλοφορία. Το 2021 μόνον το 0,2 % περίπου των πολιτών της Ένωσης άσκησαν το δικαίωμά τους στην ελεύθερη κυκλοφορία.
38 Συναφώς, ο van Roermund, [G.C.G.J., «Migrants, humans and human rights The right to move as the right to stay», σε Lindahl, H. (επιμ.), A Right to Inclusion and Exclusion? Normative Fault Lines of the EU's Area of Freedom, Security and Justice, Hart, Οξφόρδη, 2009, σ. 171], αναφέρει τα εξής: «είναι άκρως ρομαντική η ιδέα ότι ο καθένας θέλει να είναι εξερευνητής. Για τους περισσότερους ανθρώπους, η ελεύθερη κυκλοφορία είναι ένα δικαίωμα που θα προτιμούσαν να μην ασκήσουν, καθώς παραπέμπει σε ένα πολύ διαφορετικό πρότυπο: το πρότυπο του ευάλωτου περιπλανώμενου και όχι του γεμάτου αυτοπεποίθηση υπηρέτη».
39 Στο άρθρο της, η Sara Iglesias Sánchez (υποσημείωση 33, όπ.π., σ. 388 και 389) παρουσιάζει τα αριθμητικά στοιχεία μιας έρευνας που διεξήχθη το 2013, κατά την οποία άνω του 60 % των πολιτών της Ένωσης θεωρούν τους εαυτούς τους πολίτες της Ένωσης, έστω και αν μικρό μόνον ποσοστό από αυτούς ασκεί το δικαίωμά του την ελεύθερη κυκλοφορία. Από τα τελευταία στοιχεία του Ευρωβαρομέτρου (2025) προκύπτουν παρόμοια ποσοστά: το 63 % των πολιτών της Ένωσης αισθάνεται ότι έχει δεσμούς με την Ένωση (Standard Eurobarometer 103 άνοιξη 2025).
40 Απόφαση της 29ης Απριλίου 2025, Επιτροπή κατά Μάλτας (Χορήγηση ιθαγένειας σε επενδυτές) (C-181/23, στο εξής: απόφαση Επιτροπή κατά Μάλτας, EU:C:2025:283, σκέψη 92). Ενώ στην απόφαση εκείνη το Δικαστήριο έκρινε ότι «η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης συνιστά τη θεμελιώδη ιδιότητα των υπηκόων των κρατών μελών», στηρίχθηκε στην προγενέστερη νομολογία του στην οποία η ιδιότητα αυτή είχε κριθεί ότι «τείνει να αποτελέσει τη θεμελιώδη ιδιότητα των υπηκόων των κρατών μελών». Συνεπώς, συνάγεται το συμπέρασμα ότι σημειώθηκε εξέλιξη συναφώς μετά την έκδοση της απόφασης της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, Grzelczyk (C-184/99, EU:C:2001:458, σκέψη 31), στην οποία το Δικαστήριο προέβη στην επισήμανση αυτή για πρώτη φορά. Το Δικαστήριο επανέλαβε τη διατύπωση της απόφασης Grzelczyk σε πολλές άλλες υποθέσεις, μεταξύ των οποίων και στην απόφαση Ruiz Zambrano (βλ. σκέψη 41). Η μόνη υπόθεση στην οποία οι λέξεις «τείνει να» ή «προορίζεται να» παραλείφθηκαν από το Δικαστήριο, πριν από την απόφαση Επιτροπή κατά Μάλτας, ήταν στην απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2023, Udlændinge- og Integrationsministeriet (Απώλεια της δανικής ιθαγένειας) (C-689/21, EU:C:2023:626, σκέψη 38). Επομένως, όπως προκύπτει, η αλλαγή της διατύπωσης στην απόφαση Επιτροπή κατά Μάλτας ήταν σκόπιμη και καταδεικνύει μια ισχυρότερη επιβεβαίωση της σημασίας της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης. Η εν λόγω εξέλιξη υποδηλώνει, κατά τη γνώμη μου, ότι η ιθαγένεια της Ένωσης έχει πλέον ωριμάσει, γεγονός που καθιστά δυνατή την περαιτέρω ανάπτυξή της.
41 Ορισμένα από τα άλλα δικαιώματα που απονέμει στους πολίτες της Ένωσης το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, και τα οποία αναπτύσσονται λεπτομερέστερα στα άρθρα 22 έως 24 ΣΛΕΕ, αφορούν και τους μετακινούμενους πολίτες. Συγκεκριμένα, το δικαίωμα του εκλέγειν σε τοπικές ή ευρωπαϊκές εκλογές στο κράτος μέλος κατοικίας έχει σημασία για τους πολίτες που ζουν σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της ιθαγένειάς τους. Το δικαίωμα διπλωματικής και προξενικής προστασίας σε τρίτες χώρες από τις αντιπροσωπείες κρατών μελών διαφορετικών από το κράτος μέλος της ιθαγένειας έχει σημασία για τους πολίτες που μεταβαίνουν σε τρίτες χώρες, αλλά όχι για τους στατικούς ή τους μετακινούμενους πολίτες υπό την έννοια δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας. Ωστόσο, τα δικαιώματα των πολιτών να υποβάλλουν αναφορές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να απευθύνονται στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή ή να απευθύνονται γραπτώς στα θεσμικά όργανα της Ένωσης στη γλώσσα τους είναι εξίσου σημαντικά τόσο για τους στατικούς όσο και για τους μετακινούμενους πολίτες.
42 Βλ. υποσημείωση 32 των παρουσών προτάσεων.
43 Πρβλ. απόφαση Επιτροπή κατά Μάλτας (σκέψη 95). Υπό το πρίσμα της απόφασης αυτής, ο K. Grimonprez, τασσόμενος υπέρ της εισαγωγής μιας ευρωπαϊκής διάστασης στην παιδεία, θεώρησε ότι «η εκ μέρους του Δικαστηρίου αναγνώριση ότι η ιθαγένεια εδράζεται στην αλληλεγγύη και την καλή πίστη επιβεβαιώνει ότι η σημασία της εκτείνεται πέραν των μετακινούμενων πολιτών. Τα αποτελέσματά της ισχύουν και ως προς αυτούς που δεν διασχίζουν σύνορα.» Grimonprez, K., «EU citizenship based on common values: implications of Commission v Malta (C‑181/23) for the European dimension in citizenship education (Case Comment)», E.L. Rev. 2025, σ. 502 έως 514, σ. 512.
44 Πρβλ. αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 2024, Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (Δικαίωμα του εκλέγεσθαι και ιδιότητα μέλους πολιτικού κόμματος) (C-808/21, EU:C:2024:962, σκέψη 163), και της 19ης Νοεμβρίου 2024, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Δικαίωμα του εκλέγεσθαι και ιδιότητα μέλους πολιτικού κόμματος) (C-814/21, EU:C:2024:963, σκέψη 160).
45 Το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξακριβώσει αν η V έχει πράγματι δικαίωμα διαμονής στην Ισπανία. Η V εξήγησε ότι προσπάθησε να παραιτηθεί από το εν λόγω δικαίωμα, αλλά δεν είναι βέβαιο κατά πόσον υπήρχε τέτοια δυνατότητα. Θα συνεχίσω την ανάλυση βασιζόμενη στην παραδοχή, όπως αυτή προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, ότι η V μπορεί πράγματι να διαμείνει νομίμως στην Ισπανία.
46 Θα προσέθετα ότι δεν πρέπει να παραβλεφθεί ότι, μολονότι αμφότεροι οι γονείς φαίνεται να έχουν την ιθαγένεια τρίτης χώρας, τούτο δεν ισχύει για τον υιό τους, οπότε η μετεγκατάσταση και η διαμονή του στην εν λόγω τρίτη χώρα θα μπορούσαν μολαταύτα να υπόκεινται σε πρόσθετες προϋποθέσεις.
47 Ωστόσο, βάσει της απόφασης Zhu και Chen, μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο υιός της V θα μπορούσε να μετοικήσει στην Ισπανία αν η μητέρα του διέθετε επαρκείς πόρους για τη συντήρησή του στο εν λόγω κράτος μέλος.
48 Πρόκειται για τη διατύπωση που χρησιμοποιεί το Δικαστήριο στην πλειονότητα των υποθέσεων που αφορούν παράγωγο δικαίωμα διαμονής βάσει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ. Βλ., για παράδειγμα, απόφαση NW και PQ, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.
49 Βλ. λ.χ. απόφαση Chavez-Vilchez (σκέψη 63).
50 Aπόφαση Dereci (σκέψη 68).
51 Βλ., επίσης, απόφαση McCarthy (σκέψεις 49 και 50), ή απόφαση Ymeraga (σκέψεις 38, 39 και 43).
52 Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Φύση του δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ) (C-624/20, EU:C:2022:639, σκέψη 40).
53 Πρβλ. Subdelegación del Gobierno en Toledo (σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
54 Απόφαση Chavez-Vilchez (σκέψη 70).
55 Πρβλ. αποφάσεις Rendón Marín (σκέψη 85), Subdelegación del Gobierno en Toledo (σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία) και NW και PQ (σκέψη 77).
56 Πρβλ. απόφαση Chavez-Vilchez (σκέψη 71). Πρβλ. επίσης, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 8ης Μαΐου 2018, K.A. κ.λπ. (Οικογενειακή επανένωση στο Βέλγιο) (C-82/16, EU:C:2018:308, σκέψη 72), της 7ης Σεπτεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Φύση του δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ) (C-624/20, EU:C:2022:639, σκέψεις 38 και 39), και X (Ταϊλανδή μητέρα) (σκέψη 48).
57 Βλ., για παράδειγμα, Šadl, U., «Case – Case-Law – Law: Ruiz Zambrano as an Illustration of How the Court of Justice of the European Union Constructs Its Legal Arguments», EuConst, 2013, σ. 205 έως 229, σ. 225.
58 Συγκεκριμένα, στην εν λόγω υπόθεση, ο ενδιαφερόμενος ανήλικος πολίτης της Ένωσης, του οποίου η μητέρα, που ήταν υπήκοος τρίτης χώρας, επιδίωξε να της αναγνωριστεί παράγωγο δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες αντλούμενο από τα απορρέοντα από την ιθαγένεια δικαιώματα του τέκνου της, διέμενε όλη του τη ζωή σε τρίτη χώρα.
59 Απόφαση X (Ταϊλάνδη μητέρα), σκέψη 29 (η υπογράμμιση δική μου).
60 Πρβλ. απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2013, Åkerberg Fransson (C-617/10, EU:C:2013:105).
61 Βλ., για παράδειγμα, απόφαση CS.
62 Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, όταν ο επίμαχος πολίτης της Ένωσης είναι παιδί, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να εξακριβώνουν ποιος είναι ο γονέας που έχει αναλάβει την πραγματική επιμέλεια του εν λόγω παιδιού και αν υφίσταται πραγματική σχέση εξάρτησης μεταξύ του παιδιού και του γονέα που είναι υπήκοος τρίτης χώρας (απόφαση Chavez-Vilchez, σκέψη 70). Επιπλέον, ακόμη και αν υφίσταται εξάρτηση από αμφότερους τους γονείς, εκ των οποίων ο ένας είναι υπήκοος τρίτης χώρας και ο άλλος είναι πολίτης της Ένωσης, απλώς και μόνον η ύπαρξη και η συμμετοχή του εν λόγω γονέα που είναι πολίτης της Ένωσης στη ζωή του παιδιού δεν αρκούν, αφ’ εαυτών, για να μην αναγνωριστεί παρεπόμενο δικαίωμα διαμονής σε γονέα που είναι υπήκοος τρίτης χώρας, εφόσον υφίσταται πραγματική εξάρτηση του παιδιού από τον τελευταίο αυτόν γονέα.