Υπόθεση T-1126/23
Asociația Inițiativa pentru Justiție
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 3ης Φεβρουαρίου 2025
«Προσφυγή ακυρώσεως – Απόφαση 2006/928/ΕΚ – Μηχανισμός για τη συνεργασία και τον έλεγχο της προόδου στη Ρουμανία όσον αφορά την επίτευξη των ειδικών στόχων αναφοράς στους τομείς της δικαστικής μεταρρύθμισης και της καταπολέμησης της διαφθοράς – Απόφαση (ΕΕ) 2023/1786 για την κατάργηση της απόφασης 2006/928 – Πράξη η οποία δεν αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα – Απαράδεκτο»
Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά – Προσφυγή ασκηθείσα από ένωση – Παραδεκτό – Κριτήρια
(Άρθρο 263, εδ. 4, ΣΛΕΕ)
(βλ. σκέψη 24)
Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά – Προσφυγή επαγγελματικής ενώσεως που προασπίζεται και εκπροσωπεί τα συμφέροντα των μελών της – Πράξη που αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα – Κριτήρια – Ένωση ενεργούσα ιδίω ονόματι – Απόφαση της Επιτροπής περί καταργήσεως του μηχανισμού συνεργασίας και ελέγχου που θεσπίστηκε όσον αφορά τη Ρουμανία κατά την προσχώρησή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση – Πράξη που δεν αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα – Απαράδεκτο
(Άρθρο 263, εδ. 4, ΣΛΕΕ· αποφάσεις της Επιτροπής 2006/928 και 2023/1786)
(βλ. σκέψεις 24, 27-31)
Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά – Προσφυγή επαγγελματικής ενώσεως που προασπίζεται και εκπροσωπεί τα συμφέροντα των μελών της – Πράξη που αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα – Κριτήρια – Ένωση ενεργούσα εξ ονόματος των μελών της – Απόφαση της Επιτροπής περί καταργήσεως του μηχανισμού συνεργασίας και ελέγχου που θεσπίστηκε όσον αφορά τη Ρουμανία κατά την προσχώρησή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση – Πράξη που δεν αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα – Απαράδεκτο – Αρχή του άμεσου αποτελέσματος – Περιεχόμενο
(Άρθρο 263, εδ. 4, ΣΛΕΕ· αποφάσεις της Επιτροπής 2006/928 και 2023/1786)
(βλ. σκέψεις 41-48, 52-67, 70-73)
Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά – Πράξη που αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα – Κριτήρια – Δυνατότητα άμβλυνσης των προϋποθέσεων παραδεκτού διά της επίκλησης του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Δεν υφίσταται
(Άρθρο 19 § 1, εδ. 2, ΣΕΕ· άρθρο 263, εδ. 4, ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47)
(βλ. σκέψεις 75-77, 80)
Σύνοψη
To Γενικό Δικαστήριο, με τη διάταξή του, απορρίπτει ως απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε επαγγελματική ένωση Ρουμάνων εισαγγελέων κατά της απόφασης 2023/1786 ( 1 ), με την οποία καταργήθηκε η απόφαση 2006/928 ( 2 ) που είχε εκδοθεί επ’ ευκαιρία της προσχώρησης της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση προς τον σκοπό θέσπισης του ΜΣΕ. Το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται, μεταξύ άλλων, επί του καινοφανούς ζητήματος της σχέσης μεταξύ της αρχής του άμεσου αποτελέσματος και της προϋποθέσεως του παραδεκτού που αφορά τον άμεσο επηρεασμό φυσικού ή νομικού προσώπου.
Η υπό κρίση υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο μιας εκτεταμένης μεταρρύθμισης στον τομέα της δικαιοσύνης και της καταπολέμησης της διαφθοράς στη Ρουμανία, η οποία από το 2007 αποτελούσε αντικείμενο παρακολούθησης στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω του ΜΣΕ. Η απόφαση 2006/928 καθόριζε τέσσερις στόχους αναφοράς τους οποίους η Ρουμανία όφειλε να επιτύχει στο πλαίσιο του ΜΣΕ, ιδίως όσον αφορά τη μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος και την καταπολέμηση της διαφθοράς (στο εξής: στόχοι αναφοράς).
Δεδομένης της προόδου που είχε σημειώσει η Ρουμανία όσον αφορά την επίτευξη των εν λόγω στόχων αναφοράς, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε στις 15 Σεπτεμβρίου 2023 την προσβαλλόμενη απόφαση.
Η Asociația Inițiativa pentru Justiție, επαγγελματική ένωση εισαγγελέων έχουσα ως σκοπό τη διασφάλιση του σεβασμού της αξίας του κράτους δικαίου στη Ρουμανία με την προάσπιση, μεταξύ άλλων, των δικαιωμάτων και της ανεξαρτησίας των εισαγγελέων, άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή ακυρώσεως κατά της ανωτέρω απόφασης.
Η Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής, για τον λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά άμεσα την προσφεύγουσα ένωση ή κάποιο από τα μέλη της. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι νομιμοποιείται ενεργητικώς ως ένωση εκπροσωπούσα τα συμφέροντα των εισαγγελέων μελών της. Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση τους αφορά άμεσα, στο μέτρο που η κατάργηση του ΜΣΕ θα μπορούσε να τους εκθέσει σε περαιτέρω πειθαρχικές διαδικασίες.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Κατ’ αρχάς, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει τις τρεις περιπτώσεις στις οποίες προσφυγή ακυρώσεως η οποία ασκείται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δυνάμει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, μπορεί να κριθεί παραδεκτή. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν είναι αποδέκτης της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει αν η εν λόγω απόφαση αφορά άμεσα την ίδια ή κάποιο από τα μέλη της.
Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι αιτήσεις ακυρώσεως που ασκούνται από ενώσεις κρίνονται παραδεκτές σε τρεις περιπτώσεις: πρώτον, στην περίπτωση που νομική διάταξη αναγνωρίζει ρητώς σε αυτές σειρά δυνατοτήτων διαδικαστικού χαρακτήρα, δεύτερον, στην περίπτωση που η ένωση εκπροσωπεί τα συμφέροντα των μελών της που και τα ίδια θα μπορούσαν να προασπίσουν παραδεκτώς ενώπιον των δικαστηρίων και, τρίτον, στην περίπτωση που η ένωση εξατομικεύεται λόγω του ότι θίγονται τα δικά της συμφέροντα ως ενώσεως, ιδίως για τον λόγο ότι η διαπραγματευτική θέση της θίγεται από την πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση.
Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο προβαίνει, πρώτον, σε ανάλυση του παραδεκτού της προσφυγής που άσκησε η προσφεύγουσα ενεργούσα ιδίω ονόματι.
Ως προς το σημείο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η προσφυγή δεν πληροί τις προϋποθέσεις της πρώτης και της τρίτης περίπτωσης παραδεκτού προσφυγής ακυρώσεως, οι οποίες αναφέρθηκαν ανωτέρω. Πράγματι, αφενός, καμία νομική διάταξη δεν απονέμει στην προσφεύγουσα δικονομικά προνόμια προκειμένου αυτή να διασφαλίσει την πραγματική δικαστική προστασία των εισαγγελέων στο πλαίσιο του ΜΣΕ. Αφετέρου, το γεγονός ότι η προσφεύγουσα ήταν συνομιλητής της Επιτροπής στο πλαίσιο του ΜΣΕ δεν αρκεί για να αναγνωριστεί σε αυτήν η ιδιότητα του διαπραγματευτή στο πλαίσιο της έκδοσης της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Κατά δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει το παραδεκτό της προσφυγής που άσκησε η προσφεύγουσα εξ ονόματος των μελών της των οποίων τα συμφέροντα προασπίζεται. Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο, αφού υπενθυμίζει τις δύο σωρευτικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου η απόφαση που προσβάλλεται με προσφυγή ακυρώσεως να αφορά άμεσα ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ( 3 ), εξετάζει αν η προσβαλλόμενη απόφαση παράγει άμεσα έννομα αποτελέσματα επί της καταστάσεως των εισαγγελέων μελών της προσφεύγουσας.
Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει εκ προοιμίου ότι, στο μέτρο που η προσβαλλόμενη απόφαση κατήργησε την απόφαση 2006/928, πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του αντικειμένου, του περιεχομένου καθώς και του νομικού και πραγματικού πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκε η τελευταία αυτή απόφαση. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση μπορεί να παράγει άμεσα έννομα αποτελέσματα επί της καταστάσεως των Ρουμάνων εισαγγελέων οι οποίοι είναι μέλη της προσφεύγουσας μόνο στο μέτρο που η ίδια η απόφαση 2006/928 μπορούσε να παράγει τέτοια αποτελέσματα.
Όσον αφορά, πρώτον, το αντικείμενο και το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε η απόφαση 2006/928, το Γενικό Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η απόφαση αυτή αποσκοπούσε στη θέσπιση του ΜΣΕ και στον καθορισμό των στόχων αναφοράς για την ολοκλήρωση της προσχώρησης της Ρουμανίας στην Ένωση, διά της αντιμετώπισης των προβλημάτων τα οποία είχε διαπιστώσει η Επιτροπή πριν από την προσχώρηση, μεταξύ άλλων στους τομείς της δικαιοσύνης και της καταπολέμησης της διαφθοράς. Όσον αφορά το αντικείμενο και το πλαίσιο της προσβαλλομένης αποφάσεως, η απόφαση αυτή αποσκοπεί στην κατάργηση της απόφασης 2006/928, στο μέτρο που η Επιτροπή έκρινε ότι η Ρουμανία είχε τηρήσει ικανοποιητικά τους εν λόγω στόχους.
Δεύτερον, όσον αφορά το περιεχόμενο της απόφασης 2006/928, η απόφαση αυτή επέβαλε στη Ρουμανία την υποχρέωση να επιτύχει τους στόχους αναφοράς που περιλαμβάνονταν στο παράρτημα της απόφασης και να υποβάλει στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με την πρόοδο που είχε σημειωθεί ως προς το ζήτημα αυτό. Επέβαλε επίσης στην Επιτροπή την υποχρέωση να καταρτίζει εκθέσεις με σκοπό την ανάλυση και την αξιολόγηση της προόδου της Ρουμανίας σε σχέση με τους ως άνω στόχους. Όσον αφορά το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αυτή στηρίζεται στο συμπέρασμα ότι η Ρουμανία είχε τηρήσει ικανοποιητικά τους εν λόγω στόχους.
Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει τα έννομα αποτελέσματα ( 4 ), αφενός, των στόχων αναφοράς που προβλέπονται στην απόφαση 2006/928, επισημαίνοντας ότι έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα για τη Ρουμανία και άμεσο αποτέλεσμα, και, αφετέρου, των εκθέσεων που καταρτίζει η Επιτροπή δυνάμει της απόφασης αυτής, υπογραμμίζοντας ότι η Ρουμανία όφειλε να λάβει δεόντως υπόψη τις απαιτήσεις και τις συστάσεις που διατυπώνει η Επιτροπή στις εν λόγω εκθέσεις.
Κατά το Γενικό Δικαστήριο, από την ανάλυση του αντικειμένου, του περιεχομένου και του πλαισίου της απόφασης 2006/928 προκύπτει σαφώς ότι η απόφαση αυτή επέβαλε απλώς στη Ρουμανία την υποχρέωση να λάβει τα αναγκαία μέτρα, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τις συστάσεις που διατύπωσε η Επιτροπή στις εκθέσεις της, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι αναφοράς. Επομένως, η εν λόγω απόφαση δεν απένειμε κανένα δικαίωμα στα μέλητης προσφεύγουσας, και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεώς τους.
Προς στήριξη του ανωτέρω συμπεράσματος, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει, κατ’ αρχάς, ότι το γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει το άμεσο αποτέλεσμα των στόχων αναφοράς τους οποίους προβλέπει η απόφαση 2006/928 δεν σημαίνει, αφ’ εαυτού, ότι οι εν λόγω στόχοι επάγονται κατ’ ανάγκην αντίστοιχα δικαιώματα για τους εισαγγελείς, τα οποία αυτοί θα μπορούσαν να επικαλεστούν απευθείας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, προκειμένου να αμφισβητήσουν, μεταξύ άλλων, παράνομες πειθαρχικές ενέργειες. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει το άμεσο αποτέλεσμα των στόχων αναφοράς, όχι όμως υπό την έννοια η οποία απορρέει από τη νομολογία που διαμορφώθηκε από την απόφαση van Gend & Loos (26/62) ( 5 ), αλλά υπό το πρίσμα ότι η αρχή του άμεσου αποτελέσματος περιλαμβάνει επίσης την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να αφήνουν ανεφάρμοστη κάθε εθνική ρύθμιση ή εθνική νομολογία αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης.
Το Γενικό Δικαστήριο διευκρινίζει, εξάλλου, ότι το άμεσο αποτέλεσμα των στόχων αναφοράς δεν μπορεί να συνεπάγεται ότι οι ιδιώτες δύνανται να προσβάλουν την κατάργηση των στόχων αυτών χωρίς να αποδείξουν ότι η κατάργηση επηρεάζει, αφ’ εαυτής, άμεσα και ατομικά τη νομική θέση τους, όπερ δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω.
Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο, υπενθυμίζοντας ότι το ζήτημα αν μια πράξη της Ένωσης αφορά άμεσα έναν τρίτο ο οποίος δεν είναι αποδέκτης της πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με το αντικείμενο της επίμαχης πράξης και με το νομικό πλαίσιο που καθορίστηκε με αυτή, διαπιστώνει ότι από τις διατάξεις της απόφασης 2006/928 προκύπτει ότι τα αποτελέσματά της περιορίζονταν στις σχέσεις μεταξύ της Ένωσης και της Ρουμανίας, χωρίς η απόφαση αυτή να αφορά άμεσα ή έμμεσα τους ιδιώτες, και επομένως και τους εισαγγελείς.
Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο διευκρινίζει ότι, μολονότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της εφαρμογής μιας διάταξης ενωσιακής πράξης δεν αρκεί, αφ’ εαυτού, προκειμένου να θεωρηθεί ότι η διάταξη αυτή στερείται άμεσου αποτελέσματος, εντούτοις, η ύπαρξη τέτοιου περιθωρίου αποκλείει την πλήρωση της προϋπόθεσης του άμεσου επηρεασμού. Εν προκειμένω, η απόφαση 2006/928 παρείχε στη Ρουμανία περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν, ιδίως όσον αφορά πτυχές σχετικές με την οργάνωση του δικαστικού της συστήματος.
Κατόπιν των ανωτέρω, το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση 2006/928 δεν παρήγε άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως των μελών της προσφεύγουσας και, κατά συνέπεια, το ίδιο ισχύει και για την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, δεδομένου ότι οι εισαγγελείς των οποίων τα συμφέροντα προασπίζει η προσφεύγουσα δεν νομιμοποιούνται να ασκήσουν προσφυγή, η προσφεύγουσα δεν πληροί ούτε τις προϋποθέσεις ώστε η προσφυγή της να κριθεί παραδεκτή κατά το μέρος που εκπροσωπεί τα συμφέροντα των μελών της.
Τούτου λεχθέντος, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, παρά την κατάργηση της απόφασης 2006/928, οι εισαγγελείς κατά των οποίων έχουν κινηθεί πειθαρχικές διαδικασίες δύνανται πάντοτε να επικαλεστούν τη δικαστική προστασία που τους παρέχει το δίκαιο της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 19 ΣΕΕ.
Κατά τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει το αίτημα της προσφεύγουσας περί άμβλυνσης των προϋποθέσεων παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Μολονότι οι εν λόγω προϋποθέσεις πρέπει να ερμηνεύονται με γνώμονα το θεμελιώδες δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία ( 6 ), εντούτοις η προστασία αυτή δεν έχει ως αντικείμενο την τροποποίηση του συστήματος δικαστικού ελέγχου που προβλέπουν οι Συνθήκες και δεν μπορεί να οδηγήσει σε μη εφαρμογή της προϋπόθεσης του άμεσου επηρεασμού η οποία προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Όσον αφορά, ειδικότερα, την προσέγγιση που ακολούθησε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ως προς το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη ( 7 ), με την απόφαση Verein KlimaSeniorinnen Schweiz και λοιποί κατά Ελβετίας ( 8 ), το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, μολονότι τα αναγνωρισμένα με την ΕΣΔΑ θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν τμήμα του δικαίου της Ένωσης ως γενικές αρχές, εντούτοις η ΕΣΔΑ δεν συνιστά, ενόσω η Ένωση δεν έχει προσχωρήσει σε αυτήν, νομική πράξη τυπικώς ενταγμένη στην έννομη τάξη της Ένωσης. Πράγματι, μια συγκεκριμένη διάταξη του Χάρτη ( 9 ), η οποία ορίζει ότι τα δικαιώματα που περιλαμβάνονται σε αυτόν και αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην ΕΣΔΑ έχουν την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση, αποσκοπεί στη διασφάλιση της αναγκαίας συνοχής μεταξύ του Χάρτη και της ΕΣΔΑ χωρίς να θίγεται η αυτονομία του δικαίου της Ένωσης και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
( 1 ) Απόφαση (ΕΕ) 2023/1786 της Επιτροπής, της 15ης Σεπτεμβρίου 2023, για την κατάργηση της απόφασης 2006/928/ΕΚ για τη θέσπιση μηχανισμού για τη συνεργασία και τον έλεγχο της προόδου στη Ρουμανία όσον αφορά την επίτευξη των ειδικών στόχων αναφοράς στους τομείς της δικαστικής μεταρρύθμισης και της καταπολέμησης της διαφθοράς (ΕΕ 2023, L 229, σ.94, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
( 2 ) Απόφαση 2006/928 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση μηχανισμού για τη συνεργασία και τον έλεγχο της προόδου στη Ρουμανία όσον αφορά την επίτευξη των ειδικών στόχων αναφοράς στους τομείς της δικαστικής μεταρρύθμισης και της καταπολέμησης της διαφθοράς (ΕΕ 2006, L 354, σ. 56, στο εξής: ΜΣΕ).
( 3 ) Οι δύο σωρευτικές προϋποθέσεις που αφορούν τον άμεσο επηρεασμό φυσικού ή νομικού προσώπου από μέτρο που προσβάλλεται με προσφυγή ακυρώσεως απαιτούν, η πρώτη, το επίμαχο μέτρο να παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως του εν λόγω προσώπου και, η δεύτερη, να μην καταλείπει καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες του που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του.
( 4 ) Απόφαση της 18ης Μαΐου 2021, Asociaţia Forumul Judecătorilor din România κ.λπ. (C-83/19, C‑127/19, C-195/19, C-291/19, C-355/19 και C-397/19, EU:C:2021:393).
( 5 ) Απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1963, van Gend & Loos (26/62, EU:C:1963:1).
( 6 ) Άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
( 7 ) Άρθρο 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ).
( 8 ) Απόφαση του ΕΔΔΑ της 9ης Απριλίου 2024, Verein Klimaseniorinnen Schweiz και λοιποί κατά Ελβετίας (CE:ECHR:2024:0409JUD005360020). Με την απόφαση, αυτή το ΕΔΔΑ αναγνώρισε την ενεργητική νομιμοποίηση ενώσεως συσταθείσας με σκοπό την προώθηση και την εφαρμογή αποτελεσματικών μέτρων προστασίας του κλίματος.
( 9 ) Άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη.