Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο πενταμελές τμήμα)

της 3ης Ιουνίου 2026 (*)

« Ανταγωνισμός – Συγκεντρώσεις – Αίτηση παροχής πληροφοριών – Άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 – Επιλογή της νομικής βάσης – Κατάχρηση εξουσίας – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Απουσία αυθαιρεσίας – Impossibilium nulla obligatio est – Αναλογικότητα – Αναγκαιότητα των ζητούμενων πληροφοριών – Άρθρο 10 της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών – Ελευθερία έκφρασης – Προστασία των δημοσιογραφικών πηγών – Ένσταση ελλείψεως νομιμότητας – Άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων – Δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής »

Στην υπόθεση T-1097/23,

Vivendi SE, με έδρα το Παρίσι (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από τους P. Gassenbach, P. Wilhelm, E. Dumur, O. Thomas, S. Schrameck, F. de Bure, Y. Boubacir και M. Oiknine, avocats,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους P. Caro de Sousa, B. Cullen και D. Viros,

καθής,

υποστηριζόμενης από

το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από την A.-L. Meyer και τον N. Coghlan,

παρεμβαίνον,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο, κατά τις διασκέψεις, από τους L. Truchot, πρόεδρο, M. Jaeger, J. Schwarcz, M. Sampol Pucurull και T. Perišin (εισηγήτρια), δικαστές,

γραμματέας: H. Eriksson, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και

κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Μαΐου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η προσφεύγουσα, Vivendi SE, ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως C(2023) 6428 final της Επιτροπής, της 19ης Σεπτεμβρίου 2023, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 του Συμβουλίου (υπόθεση M.11184 – Vivendi/Lagardère) (στο εξής: απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2023), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση C(2023) 7463 final της Επιτροπής, της 27ης Οκτωβρίου 2023 (στο εξής: απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2023) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

 Ιστορικό της διαφοράς

2        Η προσφεύγουσα είναι η μητρική εταιρία του ομίλου Vivendi, γαλλικού ομίλου διεθνούς εμβέλειας ο οποίος ειδικεύεται στους τομείς των μέσων μαζικής ενημέρωσης και της ψυχαγωγίας και δραστηριοποιείται, μέσω των θυγατρικών του, σε διάφορες αγορές.

3        Στις 24 Οκτωβρίου 2022 η προσφεύγουσα κοινοποίησε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή πράξη συγκέντρωσης η οποία συνίστατο στην απόκτηση του αποκλειστικού ελέγχου της Lagardère SA, γαλλικού ομίλου που δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, στον τομέα των μέσων μαζικής ενημέρωσης.

4        Με απόφαση της 9ης Ιουνίου 2023, η Επιτροπή ενέκρινε το σχέδιο συγκέντρωσης, υπό την επιφύλαξη της υλοποίησης δεσμεύσεων για την εκποίηση του συνόλου των δραστηριοτήτων της προσφεύγουσας στον τομέα της εκδόσεως βιβλίων καθώς και ενός περιοδικού (στο εξής: απόφαση της 9ης Ιουνίου 2023 για την έγκριση της συγκέντρωσης).

5        Με έγγραφο της 25ης Ιουλίου 2023, η Επιτροπή ενημέρωσε την προσφεύγουσα για την κίνηση επίσημης διαδικασίας έρευνας σχετικά με ενδεχόμενη πρόωρη υλοποίηση της πράξεως συγκέντρωσης (στο εξής: έγγραφο της 25ης Ιουλίου 2023 σχετικά με την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας).

 Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2023

6        Στο πλαίσιο της επίσημης έρευνας με αντικείμενο ενδεχόμενη πρόωρη υλοποίηση της πράξεως συγκέντρωσης, η Επιτροπή, με την απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2023, απηύθυνε στην προσφεύγουσα αίτημα παροχής πληροφοριών, βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων («Κοινοτικός κανονισμός συγκεντρώσεων») (ΕΕ 2004, L 24, σ. 1) και έταξε προθεσμία συμμορφώσεως η οποία έληγε στις 27 Οκτωβρίου 2023. Κατ’ ουσίαν, η εν λόγω απόφαση επιβάλλει στην προσφεύγουσα την υποχρέωση να συλλέξει και να διαβιβάσει στην Επιτροπή, αφενός, τα έγγραφα που αντηλλάγησαν κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2020 έως τις 19 Σεπτεμβρίου 2023 (στο εξής: επίμαχο χρονικό διάστημα), μέσω διαφόρων εργαλείων επικοινωνίας, τα οποία είχαν αποσταλεί ή ληφθεί από δεκαπέντε κατανομαζόμενα πρόσωπα ή βρίσκονταν στην κατοχή τους, καθώς και από τους προκατόχους και τους διαδόχους τους (στο εξής: οικεία πρόσωπα), και τα οποία περιείχαν συγκεκριμένους όρους αναζήτησης, και, αφετέρου, τα έγγραφα που αντηλλάγησαν, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, μεταξύ τεσσάρων κατανομαζόμενων προσώπων, δύο εκ των οποίων περιλαμβάνονταν επίσης μεταξύ των οικείων προσώπων.

7        Ειδικότερα, στο σημείο I, παράγραφος 1, του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως ορίζεται ότι, «[γ]ια τους σκοπούς του αιτήματος παροχής πληροφοριών, ως “Lagardère” νοείται η Lagardère S.A. [και] ως “Vivendi” νοούνται η Vivendi SE και η Groupe Bolloré».

8        Στο σημείο I, παράγραφος 2, του παραρτήματος της αποφάσεως της 19ης Σεπτεμβρίου 2023, η έννοια του «εγγράφου» ορίζεται ως εξής:

«Ως “Έγγραφο(-α)” νοούνται: όλα τα ηλεκτρονικά αρχεία που βρίσκονται στην κατοχή της Vivendi, τηρούνται από αυτήν ή τελούν υπό τον έλεγχό της, περιλαμβανομένων, ενδεικτικώς και όχι περιοριστικώς, των ακόλουθων στοιχείων:

(α) κάθε πληροφορία που αποθηκεύεται σε ηλεκτρονική μορφή, συμπεριλαμβανομένων των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και των άμεσων μηνυμάτων (Whatsapp, SMS, Telegram, Signal ή άλλης εφαρμογής), των αρχείων επεξεργασίας κειμένου, εγγράφων pdf, λογιστικών φύλλων και παρουσιάσεων, καθώς και κάθε λογισμικού ή άλλου συστήματος διαχείρισης πληροφοριών και αποθήκευσης εγγράφων που απαριθμούνται στην απάντηση επί της ερωτήσεως 6 της αιτήσεως παροχής πληροφοριών αριθ. 1 της Επιτροπής, της 16ης Αυγούστου 2023·

(β) σχέδια Εγγράφων, μεταδεδομένα και αντίγραφα Εγγράφων των οποίων τα πρωτότυπα δεν βρίσκονται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο της Vivendi, κατά περίπτωση·

(γ) Προς άρση κάθε αμφιβολίας, η έννοια του Εγγράφου περιλαμβάνει επίσης:

(i) τα Έγγραφα που βρίσκονται σε όλους τους ιδιωτικούς ή/και προσωπικούς λογαριασμούς ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (εφόσον οι λογαριασμοί αυτοί έχουν χρησιμοποιηθεί έστω και μία φορά για επαγγελματικές επικοινωνίες), καθώς και σε κινητές συσκευές, όπως κινητά τηλεφώνα ή ταμπλέτες (συμπεριλαμβανομένων ιδιωτικών και/ή προσωπικών κινητών τηλεφώνων ή ταμπλετών, εφόσον έχουν χρησιμοποιηθεί έστω και μία φορά για επαγγελματικές επικοινωνίες), καθώς και τα άμεσα γραπτά μηνύματα και τα μηνύματα SMS· και

(ii) τα Έγγραφα τα οποία, μολονότι έχουν διαγραφεί από τον παραλήπτη ή τον συντάκτη τους, εξακολουθούν να είναι διαθέσιμα ή προσβάσιμα στα πληροφοριακά συστήματα της Vivendi (παραδείγματος χάριν, μέσω αντιγράφων ασφαλείας).»

9        Στο σημείο I, παράγραφος 4, του παραρτήματος της αποφάσεως της 19ης Σεπτεμβρίου 2023 ο όρος «επίμαχο χρονικό διάστημα» ορίζεται ως το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2020 έως την ημερομηνία του εν λόγω αιτήματος παροχής πληροφοριών, ήτοι έως τις 19 Σεπτεμβρίου 2023.

10      Στο σημείο II, παράγραφος 5, του παραρτήματος της αποφάσεως της 19ης Σεπτεμβρίου 2023 ορίζεται ότι ο όρος «οικεία πρόσωπα» περιλαμβάνει δεκαπέντε κατονομαζόμενα πρόσωπα «καθώς και όλα τα πρόσωπα που διετέλεσαν προκάτοχοι ή διάδοχοί τους στις διάφορες θέσεις που ενδεχομένως κατείχαν κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα». Κατά το σημείο II, παράγραφος 6, του ίδιου παραρτήματος, τα πρόσωπα αυτά «ενδέχεται να έχουν λάβει ή να έχουν αποστείλει έγγραφα τα οποία η Επιτροπή θεωρεί ουσιώδη προκειμένου να μπορέσει να εξετάσει εάν η παρέμβαση και/ή η διαβούλευση και/ή η συμμετοχή της Vivendi σε ορισμένες αποφάσεις της Lagardère μπορούν να χαρακτηριστούν ως άσκηση καθοριστικής επιρροής από τη Vivendi».

11      Στο σημείο III, παράγραφος 7, του παραρτήματος της αποφάσεως της 19ης Σεπτεμβρίου 2023 ζητείται από την προσφεύγουσα να προσκομίσει, αφενός, τα έγγραφα που είχαν αποσταλεί ή παραληφθεί κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα από τα οικεία πρόσωπα (καθώς και από τους προκατόχους και διαδόχους τους), όπως αυτά κατονομάζονται στο σημείο II, παράγραφος 5, του εν λόγω παραρτήματος, και τα οποία περιέχουν τουλάχιστον έναν από τους όρους αναζήτησης που απαριθμούνται στο σημείο VII του ίδιου παραρτήματος, και, αφετέρου, τα έγγραφα που είχαν ανταλλαχθεί, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, μεταξύ τεσσάρων προσώπων που κατονομάζονται στο σημείο III, παράγραφος 7, στοιχεία αʹ έως γʹ, του εν λόγω παραρτήματος.

12      Στα σημεία IV, V και VI του παραρτήματος της αποφάσεως της 19ης Σεπτεμβρίου 2023 διευκρινίζονται, αντιστοίχως, ο τρόπος με τον οποίο οφείλει η προσφεύγουσα να προσκομίσει τα ζητούμενα έγγραφα, το περιεχόμενο της συνοδευτικής εκθέσεως και οι απαιτήσεις σχετικά με τις δηλώσεις περί πληρότητας της απαντήσεως. Στο σημείο VII του ίδιου παραρτήματος απαριθμούνται οι όροι αναζήτησης.

 Εξελίξεις μεταγενέστερες της εκδόσεως της αποφάσεως της 19ης Σεπτεμβρίου 2023

13      Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 11ης Οκτωβρίου 2023, η προσφεύγουσα ζήτησε παράταση τριών μηνών προκειμένου να απαντήσει στο αίτημα παροχής πληροφοριών. Προς στήριξη του αιτήματός της για παράταση, η προσφεύγουσα διευκρίνισε ότι το αίτημα παροχής πληροφοριών ήγειρε πολυάριθμες δυσχέρειες και απαιτούσε μη συνήθεις εργασίες συλλογής, επεξεργασίας και διασταυρώσεως πληροφοριών, καθώς και τη διάθεση σημαντικών ανθρώπινων πόρων και τεχνικών μέσων.

14      Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 12ης Οκτωβρίου 2023, η Επιτροπή κάλεσε την προσφεύγουσα να διευκρινίσει τη φύση και την έκταση των δυσχερειών που αντιμετώπιζε.

15      Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 14ης Οκτωβρίου 2023, η προσφεύγουσα διευκρίνισε ότι ορισμένες από τις δυσχέρειες αυτές αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την έλλειψη επαρκών διαδικαστικών εγγυήσεων προς διασφάλιση του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής των οικείων προσώπων, άλλων εργαζομένων ή διοικούντων της, ή και κάθε άλλου προσώπου το οποίο ενδεχομένως επηρεαζόταν από το αίτημα παροχής πληροφοριών, καθώς και την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών.

16      Κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής διασκέψεως στις 18 Οκτωβρίου 2023, η Επιτροπή επιβεβαίωσε στην προσφεύγουσα ότι τα έγγραφα που ενδέχεται να αποκαλύψουν δημοσιογραφικές πηγές θα ετύγχαναν ειδικής προστασίας βασιζόμενης στη διαδικασία που έχει θεσπισθεί για την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών μεταξύ δικηγόρου και πελάτη.

17      Στις 19 Οκτωβρίου 2023 η προσφεύγουσα δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να αποκτήσει πρόσβαση στους λογαριασμούς ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και στα κινητά τηλέφωνα του προσώπου που μνημονεύεται στο στοιχείο i του σημείου II, παράγραφος 5, του παραρτήματος της αποφάσεως της 19ης Σεπτεμβρίου 2023, λόγω του ισχύοντος καθεστώτος «hold separate» μεταξύ της ίδιας και μίας εκ των θυγατρικών της, το οποίο απέρρεε από τους όρους και τις υποχρεώσεις που είχαν επιβληθεί με την απόφαση της 9ης Ιουνίου 2023 για την έγκριση της συγκέντρωσης.

18      Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 26ης Οκτωβρίου 2023, η Επιτροπή κάλεσε την προσφεύγουσα να της διαβιβάσει κατάλογο των οικείων προσώπων τα οποία ήταν κάτοχοι δημοσιογραφικής ταυτότητας και να συζητήσει μαζί της τις πρακτικές λεπτομέρειες που καθιστούν δυνατόν τον συγκερασμό της προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών με την υποχρέωση προσκόμισης των ζητούμενων με την απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2023 εγγράφων.

19      Στις 27 Οκτωβρίου 2023, ημερομηνία λήξεως της ταχθείσας με την απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2023 προθεσμίας, κανένα έγγραφο δεν είχε προσκομιστεί από την προσφεύγουσα. Την ίδια ημέρα, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2023. Με το άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως, η Επιτροπή διέγραψε από τον κατάλογο των οικείων προσώπων το πρόσωπο που μνημονεύεται στο σημείο II, παράγραφος 5, στοιχείο i, του παραρτήματος της αποφάσεως της 19ης Σεπτεμβρίου 2023. Με το άρθρο 2 της ίδιας αποφάσεως, η αρχικώς ορισθείσα με το άρθρο 1 της αποφάσεως της 19ης Σεπτεμβρίου 2023 προθεσμία παρατάθηκε έως την 1η Δεκεμβρίου 2023.

20      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Νοεμβρίου 2023, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ήτοι της αποφάσεως της 19ης Σεπτεμβρίου 2023, όπως είχε τροποποιηθεί με την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2023.

 Μεταγενέστερα της ασκήσεως της προσφυγής πραγματικά περιστατικά

21      Με έγγραφο της 6ης Δεκεμβρίου 2023, ο γενικός διευθυντής της Γενικής Διευθύνσεως «Ανταγωνισμός» της Επιτροπής επισήμανε ότι κάθε έγγραφο για το οποίο τίθεται ζήτημα προστασίας ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή δημοσιογραφικών πηγών θα καλυπτόταν από εγγυήσεις κατ’ εφαρμογήν της σχετικής νομοθεσίας και νομολογίας και εξέθεσε λεπτομερώς τις εν λόγω διαδικαστικές εγγυήσεις (στο εξής: έγγραφο της 6ης Δεκεμβρίου 2023).

22      Στις 24 Ιανουαρίου 2024 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2024) 571 final, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 3, και του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 139/2004 (στο εξής: απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2024). Πρώτον, με το άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως, η προθεσμία της 1ης Δεκεμβρίου 2023, η οποία είχε ταχθεί με το άρθρο 2 της αποφάσεως της 27ης Οκτωβρίου 2023, παρατάθηκε έως τις 7 Φεβρουαρίου 2024. Δεύτερον, με το άρθρο 2 της αποφάσεως της 24ης Ιανουαρίου 2024 επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15 του κανονισμού 139/2004, χρηματική ποινή που μπορεί να φθάνει έως το 5 % του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών της για κάθε ημέρα καθυστέρησης, αρχής γενομένης από την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως. Τρίτον, στην αιτιολογική σκέψη 13, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως της 24ης Ιανουαρίου 2024 προβλέφθηκαν, σε σχέση με την προσβαλλόμενη απόφαση, πρόσθετες διαδικαστικές εγγυήσεις για τη διασφάλιση της προστασίας των ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μέσω της πρόβλεψης διαδικασίας εικονικής αίθουσας δεδομένων, όπως είχε προταθεί με το έγγραφο της 6ης Δεκεμβρίου 2023. Στην αιτιολογική σκέψη 13, στοιχείο βʹ, της αποφάσεως της 24ης Ιανουαρίου 2024 προβλέφθηκαν επίσης διαδικαστικές εγγυήσεις για την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών, επιβεβαιώνοντας τη διαδικασία που είχε προταθεί με το έγγραφο της 6ης Δεκεμβρίου 2023.

23      Κατόπιν ανταλλαγής απόψεων με τους συμβούλους της προσφεύγουσας, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής διασκέψεως που πραγματοποιήθηκε στις 30 Ιανουαρίου 2024, η Επιτροπή δέχθηκε ότι η αλληλογραφία μεταξύ των προσώπων τα οποία αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και οι επικοινωνίες που εμπίπτουν στην αμιγώς ιδιωτική τους σφαίρα, θα τοποθετούνταν στην εικονική αίθουσα δεδομένων.

24      Τον Φεβρουάριο του 2024 η προσφεύγουσα προσκόμισε στην Επιτροπή μέρος των εγγράφων που πληρούσαν τα κριτήρια της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

25      Κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο έως και τον Δεκέμβριο του 2024, η προσφεύγουσα συνέχισε να διαβιβάζει έγγραφα στην Επιτροπή, με αποτέλεσμα, έως τον Δεκέμβριο του 2024, η Επιτροπή να έχει λάβει το σύνολο των εγγράφων που πληρούσαν τα κριτήρια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εξαιρουμένων των εγγράφων που καλύπτονταν από το απόρρητο των επικοινωνιών μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών και το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής των οικείων προσώπων.

 Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων

26      Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 24 Νοεμβρίου 2023, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ζητώντας, μεταξύ άλλων, την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

27      Με τη διάταξη της 28ης Νοεμβρίου 2023, T-1097/23 R, Vivendi κατά Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα), ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου διέταξε την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως έως την έκδοση της διατάξεως με την οποία θα περατωνόταν η διαδικασία στην υπόθεση στην υπόθεση T‑1097/23 R, με την επιφύλαξη της υποχρεώσεως της προσφεύγουσας να συνεχίσει τη συλλογή των ζητούμενων πληροφοριών και να διατηρεί στην κατοχή της, σε ηλεκτρονικό μέσο αποθηκεύσεως, το σύνολο των εγγράφων τα οποία αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση.

28      Με τη διάταξη της 19ης Ιανουαρίου 2024, Vivendi κατά Επιτροπής (T-1097/23 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:15), ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.

29      Με τη διάταξη της 6ης Φεβρουαρίου 2024, Vivendi κατά Επιτροπής [C-90/24 P (R)-R, EU:C:2024:121], ο Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε την αναστολή της υποχρεώσεως που είχε επιβληθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση στην προσφεύγουσα, υπό την επιφύλαξη της υποχρεώσεως της προσφεύγουσας να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της διατηρήσεως του συνόλου των εγγράφων που αφορούσε η εν λόγω απόφαση.

30      Με διάταξη της 11ης Απριλίου 2024, Vivendi κατά Επιτροπής [C-90/24 P (R), EU:C:2024:318], ο Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου αναίρεσε τη διάταξη της 19ης Ιανουαρίου 2024, Vivendi κατά Επιτροπής (T-1097/23 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:15). Περαιτέρω, διαπίστωσε ότι συνέτρεχε η προϋπόθεση του επείγοντος και ανέπεμψε την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της προϋποθέσεως σχετικά με το fumus boni juris και να προβεί, εφόσον παρίσταται αναγκαίο, σε στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων.

31      Με διάταξη της 13ης Ιουνίου 2024, Vivendi κατά Επιτροπής (T-1097/23 R-RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:381), ο Αντιπρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, διατάσσοντας, αφενός, την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και, αφετέρου, ως συντηρητικό μέτρο, τη διατήρηση από την προσφεύγουσα του συνόλου των εγγράφων που αφορούσε η προσβαλλόμενη απόφαση σε ειδικό ηλεκτρονικό αποθηκευτικό μέσο, το οποίο παραδόθηκε, υπό ηλεκτρονική σφράγιση, σε ανεξάρτητο έμπιστο τρίτο πρόσωπο.

32      Στις 3 Ιουλίου 2024 η προσφεύγουσα άσκησε αναίρεση με αίτημα την αναίρεση της διατάξεως της 13ης Ιουνίου 2024, Vivendi κατά Επιτροπής (T‑1097/23 R‑RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:381). Παράλληλα, η αναιρεσείουσα ζήτησε από το Δικαστήριο να αναστείλει την εκτέλεση τόσο της διατάξεως αυτής όσο και της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

33      Με τη διάταξη της 8ης Ιουλίου 2024, Vivendi κατά Επιτροπής [C-470/24 P (R)-R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2024:592], ανεστάλη η υποχρέωση της προσφεύγουσας να συλλέξει και να διαβιβάσει στην Επιτροπή τα έγγραφα στα οποία αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση, έως την έκδοση είτε της διατάξεως που θα περάτωνε τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων είτε της αποφάσεως επί της αιτήσεως αναιρέσεως στην υπόθεση C-470/24 P(R), αναλόγως ποια θα εκδιδόταν πρώτη, με την επιφύλαξη της υποχρεώσεως της προσφεύγουσας να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο για τη διασφάλιση της διατηρήσεως του συνόλου των εγγράφων αυτών.

34      Με διάταξη της 26ης Ιουλίου 2024, Vivendi κατά Επιτροπής (T‑1097/23 R‑RENV-INTP, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:516), ο Αντιπρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση ερμηνείας του σημείου 1 του διατακτικού της διατάξεως της 13ης Ιουνίου 2024, Vivendi κατά Επιτροπής (T-1097/23 R-RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:381).

35      Με διάταξη της 16ης Αυγούστου 2024, Vivendi κατά Επιτροπής [C-470/24 P (R), μη δημοσιευθείσα, EU:C:2024:674], ο Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως της νυν προσφεύγουσας στην υπόθεση C-470/24 P (R).

 Αιτήματα των διαδίκων

36      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

37      Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

38      Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει επτά λόγους ακυρώσεως, με τους οποίους υποστηρίζει, με τον μεν πρώτο λόγο ακυρώσεως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ερείδεται σε εσφαλμένη νομική βάση και ενέχει κατάχρηση εξουσίας, με τον δεύτερο λόγο, ότι παραβιάζεται η υποχρέωση αιτιολογήσεως, με τον τρίτο λόγο, ότι παραβιάζεται η αρχή της προστασίας από αυθαίρετες ή δυσανάλογα επαχθείς επεμβάσεις της δημόσιας αρχής, με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, ότι παραβιάζεται η αρχή «impossibilium nulla obligatio est» όσον αφορά την υποχρέωση προσκομίσεως εγγράφων προερχόμενων από τον όμιλο Bolloré, με τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, ότι παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, με τον έκτο λόγο ακυρώσεως, ότι θίγεται η προστασία των δημοσιογραφικών πηγών και, με τον έβδομο λόγο ακυρώσεως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει επαρκείς εγγυήσεις για την προστασία του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής.

39      Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει κατ’ αρχάς τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.

 Επί του δευτέρου λόγουακυρώσεως, περί παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

40      Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι παρέβη τόσο τη γενική υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ όσο και την ειδική υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει από το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004, καθόσον δεν προσδιόρισε κατά τρόπο αρκούντως σαφή τον σκοπό και την έκταση της έρευνάς της.

41      Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως περιλαμβάνει, κατ’ ουσίαν, τέσσερα σκέλη. Με το πρώτο σκέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζει με σαφήνεια τον σκοπό του αιτήματος παροχής πληροφοριών, καθόσον δεν εκθέτει τα συγκεκριμένα και αντικειμενικά στοιχεία που δικαιολόγησαν την έκδοσή της. Με το δεύτερο σκέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά το καθ’ ύλην, το χρονικό και το προσωπικό πεδίο εφαρμογής των ζητούμενων πληροφοριών. Με το τρίτο σκέλος, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν εξέθεσε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, τους λόγους που δικαιολογούσαν τη συμπερίληψη του ομίλου Bolloré στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω αποφάσεως. Με το τέταρτο σκέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη όσον αφορά, αφενός, την επιλογή να ζητηθεί η παροχή πληροφοριών με απόφαση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004 και, αφετέρου, την ανάγκη για ταχεία δράση.

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

42      Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η απαιτούμενη κατά το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης πρέπει, αφενός, να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξεως και, αφετέρου, να προκύπτει από αυτήν σαφώς και χωρίς περιθώριο αμφιβολίας η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εξέδωσε την πράξη, ώστε να καθίσταται δυνατό στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους ελήφθη το σχετικό μέτρο, στο δε αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της προκειμένης περιπτώσεως, ιδίως του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως των προβαλλομένων λόγων και του συμφέροντος που έχουν ενδεχομένως προς παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες της ή άλλα πρόσωπα τα οποία αφορά άμεσα και ατομικά η πράξη κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Δεν απαιτείται να προσδιορίζονται στην αιτιολογία όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία τα οποία ασκούν επιρροή, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ανταποκρίνεται στις επιταγές του άρθρου 296 ΣΛΕΕ πρέπει να εξετάζεται με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο όπου εντάσσεται, καθώς και το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν τον σχετικό τομέα (βλ. απόφαση της 10ης Μαρτίου 2016, HeidelbergCement κατά Επιτροπής, C-247/14 P, EU:C:2016:149, σκέψη 16 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

43      Όσον αφορά, ειδικότερα, την αιτιολογία αποφάσεως με την οποία ζητούνται πληροφορίες, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004 ορίζει ποια είναι τα βασικά στοιχεία μιας τέτοιας αποφάσεως (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Μαρτίου 2016, HeidelbergCement κατά Επιτροπής, C-247/14 P, EU:C:2016:149, σκέψη 17).

44      Συγκεκριμένα, στην εν λόγω διάταξη προβλέπεται ότι η Επιτροπή «αναφέρει τη νομική βάση και το σκοπό του αιτήματός της, τις συγκεκριμένες πληροφορίες που ζητά και ορίζει την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να παρασχεθούν». Στην ίδια διάταξη διευκρινίζεται, περαιτέρω, ότι η μνημονεύονται από την Επιτροπή και «οι κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 14 [του κανονισμού 139/2004]», [στη σχετική δε απόφασή της επίσης] «μνημονεύονται ή επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 [του ίδιου κανονισμού]», καθώς «και το δικαίωμα προσβολής της απόφασης ενώπιον του Δικαστηρίου».

45      Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις των πράξεων της Ένωσης πρέπει, κατ’ αρχήν, να αναγνωρίζεται η ίδια αξία. Προκειμένου να διασφαλιστεί η ενιαία ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, είναι σημαντικό, σε περίπτωση αποκλίσεων μεταξύ των γλωσσικών αυτών αποδόσεων, η επίμαχη διάταξη να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με την όλη οικονομία και τον σκοπό της ρύθμισης της οποίας αποτελεί μέρος. Κατά συνέπεια, η διατύπωση που χρησιμοποιείται σε μία από τις γλωσσικές αποδόσεις μιας πράξης δεν είναι δυνατό να χρησιμεύσει ως μοναδική βάση για την ερμηνεία της πράξης αυτής, ούτε μπορεί να της δοθεί προτεραιότητα σε σχέση με τις άλλες γλωσσικές αποδόσεις. Πράγματι, μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν ασύμβατη προς την απαίτηση ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης (βλ. απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 2018, Βέλγιο κατά Επιτροπής, C‑16/16 P, EU:C:2018:79, σκέψεις 49 και 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

46      Εν προκειμένω, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, στην απόδοσή του στη γαλλική γλώσσα, το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004 προβλέπει ότι όταν η Επιτροπή ζητεί με απόφαση την παροχή πληροφοριών οφείλει να αναφέρει τη νομική βάση και το «αντικείμενο» (objet) του αιτήματός της. Αντιθέτως, στις λοιπές γλωσσικές αποδόσεις της ίδιας διατάξεως χρησιμοποιούνται όροι που παραπέμπουν στην έννοια του «σκοπού» του αιτήματος, όπως, για παράδειγμα, στις αποδόσεις στην αγγλική, τη γερμανική, την ολλανδική, την ιταλική, την ελληνική και την κροατική γλώσσα, στις οποίες χρησιμοποιούνται, αντιστοίχως, οι όροι «purpose», «Zweck», «doel», «scopo», «σκοπό» και «svrhu», με εξαίρεση την ισπανική απόδοση στην οποία χρησιμοποιείται ο όρος «objeto». Επομένως, από τους όρους που χρησιμοποιούνται στις άλλες γλωσσικές αποδόσεις και λαμβανομένων υπόψη του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η εν λόγω διάταξη και του επιδιωκόμενου από τον επίμαχο κανονισμό σκοπού προκύπτει ότι βούληση του νομοθέτη στο άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004 ήταν να αναφερθεί στην έννοια του «σκοπού» που διαλαμβάνεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 139/2004 και στο άρθρο 18, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα [άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), όπως η συγκεκριμένη έννοια έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία που μνημονεύεται στη 48 κατωτέρω.

47      Η υποχρέωση ειδικής αιτιολογήσεως συνιστά θεμελιώδη επιταγή, σκοπός της οποίας είναι όχι μόνο να καταδειχθεί ότι δικαιολογημένα ζητούνται πληροφορίες, αλλά και να δοθεί στις οικείες επιχειρήσεις η δυνατότητα να αντιληφθούν την έκταση του καθήκοντός τους για συνεργασία και να προασπίσουν παράλληλα τα δικαιώματά τους άμυνας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Μαρτίου 2016, HeidelbergCement κατά Επιτροπής, C-247/14 P, EU:C:2016:149, σκέψη 19 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

48      Ως προς την υποχρέωση να μνημονεύεται «ο σκοπός της αίτησης», τούτο σημαίνει ότι η Επιτροπή οφείλει να αναφέρει, στην απόφασή της, ποιο είναι το αντικείμενο της έρευνας και, ως εκ τούτου, να προσδιορίζει την προβαλλόμενη παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Μαρτίου 2016, HeidelbergCement κατά Επιτροπής, C-247/14 P, EU:C:2016:149, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

49      Η Επιτροπή δεν υποχρεούται συναφώς να γνωστοποιεί στον αποδέκτη τέτοιας αποφάσεως όλες τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της σχετικά με τις εικαζόμενες παραβάσεις, ούτε να προβαίνει σε αυστηρό νομικό χαρακτηρισμό των παραβάσεων αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι αναφέρει συναφώς ποιες είναι οι υποψίες τις οποίες προτίθεται να επιβεβαιώσει (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Μαρτίου 2016, HeidelbergCement κατά Επιτροπής, C-247/14 P, EU:C:2016:149, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

50      Η υποχρέωση μνείας του σκοπού εξηγείται ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι, όπως καθίσταται σαφές στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 139/2004, η Επιτροπή, προς εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται από τον κανονισμό αυτόν, μπορεί είτε με απλή αίτηση είτε με την έκδοση σχετικής αποφάσεως να ζητήσει από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να της παράσχουν «όλες τις αναγκαίες πληροφορίες» (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Μαρτίου 2016, HeidelbergCement κατά Επιτροπής, C-247/14 P, EU:C:2016:149, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

51      Εξ αυτού προκύπτει ότι η Επιτροπή μπορεί να απαιτήσει μόνον την κοινοποίηση εκείνων των πληροφοριών που θα της επιτρέψουν να επαληθεύσει τις υπόνοιες περί παραβάσεως οι οποίες δικαιολογούν τη διεξαγωγή της έρευνας και εκτίθενται στην αίτηση παροχής πληροφοριών (απόφαση της 10ης Μαρτίου 2016, HeidelbergCement κατά Επιτροπής, C-247/14 P, EU:C:2016:149, σκέψη 23).

52      Δεδομένου, λοιπόν, ότι το ζήτημα αν οι πληροφορίες είναι απαραίτητες πρέπει να εκτιμάται με βάση τον σκοπό που μνημονεύεται στην αίτηση παροχής πληροφοριών, ο σκοπός αυτός πρέπει να προσδιορίζεται με επαρκή σαφήνεια, διότι άλλως θα ήταν αδύνατο να κριθεί κατά πόσον πρόκειται για απαραίτητες πληροφορίες και το Δικαστήριο δεν θα ήταν σε θέση να ασκήσει τον έλεγχό του (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Μαρτίου 2016, HeidelbergCement κατά Επιτροπής, C-247/14 P, EU:C:2016:149, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

53      Το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως είναι επαρκής εξαρτάται από το κατά πόσον προσδιορίζονται με επαρκή σαφήνεια οι υπόνοιες περί παραβάσεως τις οποίες προτίθεται να επαληθεύσει η Επιτροπή (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Μαρτίου 2016, HeidelbergCement κατά Επιτροπής, C-247/14 P, EU:C:2016:149, σκέψη 25).

54      Κατά την εκτίμηση της εκτάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως αποφάσεως με την οποία ζητείται η παροχή πληροφοριών βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004, πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη το στάδιο της έρευνας κατά το οποίο εκδίδεται η εν λόγω απόφαση και το κατά πόσον η Επιτροπή διέθετε ήδη ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τις εικαζόμενες παραβάσεις (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 9ης Απριλίου 2019, Qualcomm και Qualcomm Europe κατά Επιτροπής, T-371/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:232, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

55      Υπό το πρίσμα των σκέψεων αυτών πρέπει να εξεταστεί η επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

 Επί του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ανεπαρκής αιτιολογία όσον αφορά τον σκοπό του αιτήματος παροχής πληροφοριών

56      Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει σαφώς τον σκοπό του αιτήματος παροχής πληροφοριών, καθόσον δεν μνημονεύει τις ακριβείς και αντικειμενικές εκτιμήσεις που δικαιολόγησαν την έκδοσή της σχετικής αποφάσεως και, ιδίως, τις εικαζόμενες παραβάσεις. Ειδικότερα, κατά την προσφεύγουσα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμία διευκρίνιση όσον αφορά τις «καταγγελίες» και τα «στοιχεία» των οποίων έλαβε γνώση η Επιτροπή, τα οποία μνημονεύονται μεν στο έγγραφο της 25ης Ιουλίου 2023 σχετικά με την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, αλλά όχι στην προσβαλλόμενη απόφαση.

57      Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

58      Συναφώς, από τις αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 3 της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, αφενός, η Επιτροπή είχε εγκρίνει την εξαγορά της Lagardère από την προσφεύγουσα υπό την προϋπόθεση της υλοποίησης δεσμεύσεων για την εκποίηση του συνόλου των δραστηριοτήτων της στον τομέα της εκδόσεως βιβλίων (που ασκούνται μέσω της εταιρίας Editis, θυγατρικής της προσφεύγουσας) και του περιοδικού Gala και ότι, αφετέρου, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η προσφεύγουσα εξακολουθούσε να υπέχει την υποχρέωση αναστολής της εν λόγω εξαγοράς, καθόσον η Επιτροπή δεν είχε ακόμη εγκρίνει ούτε την επιλογή του αγοραστή ούτε τους όρους εκποιήσεως της Editis και του Gala.

59      Στην αιτιολογική σκέψη 4 της προσβαλλόμενης αποφάσεως η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 139/2004, μπορεί να ζητήσει την παροχή όλων των αναγκαίων πληροφοριών προς εκπλήρωση των καθηκόντων της βάσει του εν λόγω κανονισμού.

60      Στην αιτιολογική σκέψη 5 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρει επίσης τις απαιτήσεις αιτιολογήσεως του αιτήματος παροχής πληροφοριών που εκδίδεται βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004. Συναφώς, διευκρινίζεται ότι, «[ό]ταν [η ίδια] ζητά πληροφορίες από μια επιχείρηση με την έκδοση αποφάσεως, βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του [εν λόγω] κανονισμού, οφείλει να αναφέρει τη νομική βάση και τον σκοπό του αιτήματος, να προσδιορίζει τις συγκεκριμένες πληροφορίες που ζητά και να ορίζει την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να παρασχεθούν [· μ]νημονεύονται επίσης οι κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 14 του [ίδιου] κανονισμού και μνημονεύονται ή επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 [του κανονισμού αυτού] [· α]ναφέρεται επίσης το δικαίωμα προσβολής της αποφάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου».

61      Ο σκοπός του αιτήματος παροχής πληροφοριών εκτίθεται στις αιτιολογικές σκέψεις 6 και 7 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες έχουν ως εξής:

«(6) Προκειμένου η Επιτροπή να μπορέσει να εκτιμήσει εάν η Vivendi άσκησε καθοριστική επιρροή επί της Lagardère, κατά τρόπο δυνάμενο να στοιχειοθετήσει παράβαση των υποχρεώσεων κοινοποιήσεως και/ή αναστολής και/ή μη τήρηση των όρων και των υποχρεώσεων που συνδέονται με την απόφαση της Επιτροπής για την έγκριση της συγκέντρωσης Vivendi/Lagardère, αποφάσισε να ζητήσει από τη Lagardère να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα, καθώς και εσωτερική αλληλογραφία και εξωτερικές επικοινωνίες. Τα εν λόγω έγγραφα και επικοινωνίες αφορούν αποφάσεις που έλαβε η Lagardère και στις οποίες η Vivendi ενδέχεται να διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο, ο οποίος θα μπορούσε να εξομοιωθεί με τον ρόλο ενός ελέγχοντος μετόχου. Το αίτημα παροχής πληροφοριών επισυνάπτεται στην παρούσα απόφαση.

(7) Τα έγγραφα και οι επικοινωνίες που ζητούνται με την παρούσα απόφαση και παρατίθενται στο παράρτημα είναι αναγκαία προκειμένου να μπορέσει η Επιτροπή να εξετάσει κατά πόσον η παρέμβαση και/ή η διαβούλευση και/ή η συμμετοχή της Vivendi σε ορισμένες αποφάσεις που έλαβε η Lagardère μπορούν να χαρακτηριστούν ως άσκηση καθοριστικής επιρροής εκ μέρους της Vivendi, υπό τους όρους που εκτίθενται στην αιτιολογική σκέψη 6. Τα εν λόγω έγγραφα και οι εν λόγω επικοινωνίες αφορούν την υλοποίηση επιχειρησιακών συνεργειών, όπως κοινά προγράμματα μεταξύ οντοτήτων του οπτικοακουστικού τομέα της Vivendi και της Lagardère, τον καθορισμό του προγράμματος εκπομπών του ραδιοφωνικού σταθμού Europe 1, ο οποίος ανήκει στον όμιλο Lagardère, διορισμούς και αποχωρήσεις δημοσιογράφων από έντυπα του ομίλου Lagardère, συντακτικές επιλογές περιοδικών του ομίλου Lagardère οι οποίες ενδέχεται να επηρεάστηκαν από στελέχη της Vivendi ή του κύριου μετόχου της, του ομίλου Bolloré, καθώς και τη μετεγκατάσταση οντοτήτων του ομίλου Vivendi σε εγκαταστάσεις που ανήκουν στη Lagardère. Αφορούν επίσης στρατηγικές αποφάσεις που ελήφθησαν από τον εκδοτικό οίκο Hachette (ο οποίος ανήκει στη Lagardère), στη λήψη των οποίων η Vivendi ενδέχεται να έχει διαδραματίσει ρόλο δυνάμενο να χαρακτηριστεί ως άσκηση καθοριστικής επιρροής, όπως η παραίτηση από ένδικη διαδικασία κατά θυγατρικής της Vivendi ή η μη υποβολή προσφοράς για την εξαγορά του αμερικανικού εκδοτικού οίκου [...], καθώς και τις συνθήκες διορισμού στο διοικητικό συμβούλιο της Lagardère ορισμένων μελών που είναι κοινώς γνωστό ότι συνδέονται με τον όμιλο Bolloré.»

62      Διαπιστώνεται ότι, στις αιτιολογικές σκέψεις 6 και 7 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή εκθέτει τις υπόνοιες περί παραβάσεων των διατάξεων του κανονισμού 139/2004 τις οποίες προτίθεται να διερευνήσει και οριοθετεί το αντικείμενο της έρευνάς της, κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 48 και 49 ανωτέρω.

63      Επομένως, το περιεχόμενο των αιτιολογικών σκέψεων 6 και 7 της προσβαλλόμενης αποφάσεως παρέχει σαφή και μη διφορούμενη περιγραφή του σκοπού της έρευνας της Επιτροπής. Οι πληροφορίες αυτές παρέχουν επίσης τη δυνατότητα να προσδιοριστούν με επαρκή ακρίβεια οι υπόνοιες περί παραβάσεων που δικαιολογούν την έκδοση της αποφάσεως αυτής, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 48 έως 53 ανωτέρω.

64      Κατά συνέπεια, η αιτιολογία αυτή ανταποκρίνεται στην υποχρέωση να αναφέρεται ο σκοπός του αιτήματος παροχής πληροφοριών, κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004.

65      Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμία διευκρίνιση όσον αφορά τις «καταγγελίες» και τα «στοιχεία» που περιήλθαν σε γνώση η Επιτροπή, τα οποία μνημονεύονται στο έγγραφο της 25ης Ιουλίου 2023 σχετικά με την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, αλλά όχι στην προσβαλλόμενη απόφαση.

66      Αφενός, όπως αναγνωρίζει και η προσφεύγουσα, ο σκοπός του αιτήματος είχε ήδη εκτεθεί στο έγγραφο της 25ης Ιουλίου 2023 περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας, το οποίο είχε περιέλθει σε γνώση της προσφεύγουσας κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

67      Αφετέρου, κατά την πάγια νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 49 ανωτέρω, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να γνωστοποιεί στον αποδέκτη αποφάσεως με την οποία ζητούνται πληροφορίες το σύνολο των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή της σχετικά με τις εικαζόμενες παραβάσεις ούτε να προβαίνει σε αυστηρό νομικό χαρακτηρισμό των παραβάσεων αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι εκθέτει με σαφήνεια τις υπόνοιες που προτίθεται να επαληθεύσει.

68      Συναφώς, παρατηρείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στο πλαίσιο του σταδίου προκαταρκτικής εξέτασης της προβλεπόμενης στον κανονισμό 139/2004 διοικητικής διαδικασίας, το οποίο παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να συλλέξει όλα τα ουσιώδη στοιχεία για την επιβεβαίωση της παράβασης των κανόνων ανταγωνισμού και να λάβει μια πρώτη θέση για την κατεύθυνση και τη συνέχεια της διαδικασίας (πρβλ. απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, Elf Aquitaine κατά Επιτροπής, C-521/09 P, EU:C:2011:620, σκέψη 113 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

69      Κατά τη νομολογία, όμως, δεν μπορεί να επιβληθεί στην Επιτροπή η υποχρέωση να αναφέρει, κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, πέραν των εικαζόμενων παραβάσεων τις οποίες προτίθεται να ελέγξει, και τις ενδείξεις, δηλαδή τα στοιχεία που την οδηγούν να εξετάσει το ενδεχόμενο παραβίασης του δικαίου του ανταγωνισμού. Πράγματι, η υποχρέωση αυτή θα μπορούσε να κλονίσει την ισορροπία που έχει καθιερώσει η νομολογία μεταξύ της διαφυλάξεως της αποτελεσματικότητας της έρευνας και της προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας της εμπλεκόμενης επιχειρήσεως (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2014, Cementos Portland Valderrivas κατά Επιτροπής, T-296/11, EU:T:2014:121, σκέψη 37).

70      Υπό το πρίσμα των στοιχείων αυτών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως παρέχει τη δυνατότητα, αφενός, στην προσφεύγουσα να εξακριβώσει εάν οι ζητούμενες πληροφορίες είναι απαραίτητες για τους σκοπούς της έρευνας και, αφετέρου, στα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης να ασκήσουν τον δικαστικό έλεγχό τους. Επομένως, η προσφεύγουσα αβασίμως προβάλλει παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 296 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004, όσον αφορά τον σκοπό της έρευνας της Επιτροπής και την περιγραφή πρακτικών των οποίων την ύπαρξη η Επιτροπή προτίθεται να επαληθεύσει στο πλαίσιο της έρευνάς της.

71      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά το καθ’ ύλην, το χρονικό και το προσωπικό πεδίο εφαρμογής των ζητούμενων πληροφοριών

72      Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας δυνάμενης να δικαιολογήσει το καθ’ ύλην, το χρονικό και το προσωπικό πεδίο εφαρμογής των ζητούμενων πληροφοριών, ιδίως δε ως προς την επιλογή των όρων αναζήτησης, τα κριτήρια βάσει των οποίων προσδιορίστηκαν τα πρόσωπα που αφορά η αίτηση, καθώς και το χρονικό διάστημα το οποίο καλύπτει η προσβαλλόμενη απόφαση.

73      Η Επιτροπή αμφισβητεί την ορθότητα των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας.

74      Συναφώς, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 6 έως 12 και 19 ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, και ιδίως στο παράρτημά της, ορίζεται με σαφήνεια το καθ’ ύλην, το χρονικό και το προσωπικό πεδίο εφαρμογής των ζητούμενων πληροφοριών. Όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, το γεγονός και μόνον ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει ειδική αιτιολογία για καθεμία από τις ζητούμενες πληροφορίες ή για καθέναν από τους όρους αναζήτησης δεν μπορεί, αφ’ εαυτού, να θεωρηθεί ως ανεπαρκής αιτιολογία.

75      Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία, δεν μπορεί να απαιτείται από την Επιτροπή, πριν από κάθε αίτηση παροχής πληροφοριών, να γνωρίζει το περιεχόμενο των ζητούμενων εγγράφων καθώς και τη σημασία τους για την έρευνα (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 22ας Μαρτίου 2012, Slovak Telekom κατά Επιτροπής, T‑458/09 και T‑171/10, EU:T:2012:145, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

76      Υπό το πρίσμα των διατάξεων και της νομολογίας που υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 42 έως 54 ανωτέρω, η υποχρέωση αιτιολογήσεως στην περίπτωση αποφάσεως με την οποία ζητείται η παροχή πληροφοριών δεν εκτείνεται μέχρι του σημείου να απαιτείται από την Επιτροπή να παραθέτει, για καθεμία από τις ζητούμενες πληροφορίες ή, εν προκειμένω, για καθέναν από τους όρους αναζήτησης των οποίων ζητείται η εφαρμογή, ειδική αιτιολογία ως προς τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι η συγκεκριμένη πληροφορία ή ο συγκεκριμένος όρος αναζήτησης, αφενός, είναι αναγκαίος για την έρευνά της και, αφετέρου, αφορά ή καθιστά δυνατό τον εντοπισμό μόνον στοιχείων κρίσιμων για την εν λόγω έρευνα.

77      Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη σκέψη 42 ανωτέρω, η τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της επίμαχης πράξεως, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, ήτοι, εν προκειμένω, τις πράξεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο του σταδίου της προκαταρκτικής εξέτασης της διοικητικής διαδικασίας βάσει του κανονισμού 139/2004 (βλ. σκέψη 68 ανωτέρω).

78      Ειδικότερα, αίτημα παροχής πληροφοριών όπως αυτό που διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έχει ως αποκλειστικό σκοπό να παράσχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να συλλέξει τις πληροφορίες και τα έγγραφα που είναι αναγκαία προκειμένου να ελέγξει αν υφίσταται και πόσο σημαντική είναι μια συγκεκριμένη νομική και πραγματική κατάσταση (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Μαρτίου 2016, HeidelbergCement κατά Επιτροπής, C-247/14 P, EU:C:2016:149, σκέψη 37).

79      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η προσφεύγουσα δεν μπορεί λυσιτελώς να προβάλλει έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά το καθ’ ύλην, το χρονικό και το προσωπικό πεδίο εφαρμογής των ζητούμενων πληροφοριών.

80      Κατά τα λοιπά, επισημαίνεται ότι τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας με τα οποία αμφισβητείται η αναγκαιότητα των ζητούμενων πληροφοριών αφορούν μάλλον την ουσιαστική νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της εξέτασης του λόγου ακυρώσεως που στηρίζεται σε παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως (πρβλ. απόφαση της 9ης Απριλίου 2019, Qualcomm και Qualcomm Europe κατά Επιτροπής, T-371/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:232, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Τα επιχειρήματα αυτά θα εξεταστούν, συνεπώς, στο πλαίσιο της εξετάσεως του πέμπτου λόγου ακυρώσεως.

81      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του τρίτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τη συμπερίληψη του ομίλου Bolloré

82      Με το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας όσον αφορά την συμπερίληψη του ομίλου Bolloré στο πεδίο εφαρμογής του αιτήματος παροχής πληροφοριών. Κατά την ίδια, οι υπόνοιες της Επιτροπής, όπως αναπτύχθηκαν στο έγγραφο της 25ης Ιουλίου 2023 σχετικά με την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας και επαναλαμβάνονται συνοπτικώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αφορούν την άσκηση καθοριστικής επιρροής του ομίλου Bolloré επί της Lagardère, αλλά της προσφεύγουσας επί της Lagardère. Ως εκ τούτου, η προσφεύγουσα φρονεί ότι αίτημα παροχής πληροφοριών οι οποίες βρίσκονται στην κατοχή τρίτου επί του οποίου δεν ασκεί κανέναν έλεγχο, ήτοι του ομίλου Bolloré, ουδόλως δύναται να αιτιολογηθεί.

83      Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

84      Συναφώς, αρκεί η επισήμανση ότι, στην αιτιολογική σκέψη 7 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διευκρινίζεται ότι τα εν λόγω έγγραφα αφορούν, μεταξύ άλλων, ορισμένες αποφάσεις της Lagardère «οι οποίες ενδέχεται να έχουν επηρεαστεί από στελέχη της Vivendi ή του κύριου μετόχου της, ήτοι του ομίλου Bolloré». Εξάλλου, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, τόσο η απόφαση της 9ης Ιουνίου 2023 για την έγκριση της συγκέντρωσης, όσο και το έντυπο κοινοποίησης της συγκέντρωσης που υπέβαλε η προσφεύγουσα, στηρίζονται στην παραδοχή ότι ο όμιλος Bolloré και η Vivendi συνιστούν ενιαία επιχείρηση κατά την έννοια του δικαίου του ανταγωνισμού.

85      Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα αβασίμως προβάλλει παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως όσον αφορά την συμπερίληψη του ομίλου Bolloré στον κατάλογο των προσώπων τα οποία αφορά το αίτημα παροχής πληροφοριών.

86      Επομένως, το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του τετάρτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ανεπαρκής αιτιολογία όσον αφορά, αφενός, την επιλογή να ζητηθεί η παροχή πληροφοριών με απόφαση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004 και, αφετέρου, την ανάγκη ταχείας δράσεως

87      Με το τέταρτο σκέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκθέτει επαρκώς κατά νόμον τους λόγους για τους οποίους κρίθηκε αναγκαίο να ζητηθεί η παροχή πληροφοριών με απόφαση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004, αντί με απλή αίτηση παροχής πληροφοριών βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 139/2004 ή μέσω της διενέργειας ελέγχου βάσει του άρθρου 13 του κανονισμού 139/2004. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά την ανάγκη ταχείας δράσεως.

88      Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

89      Εν προκειμένω, στην αιτιολογική σκέψη 8 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρεται ότι, «[σ]το πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας για τη διαπίστωση παραβάσεως, η Επιτροπή θεωρεί ότι μόνο μια απόφαση που λαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού περί συγκεντρώσεων διασφαλίζει ότι η Vivendi θα προσκομίσει το σύνολο των εγγράφων που πληρούν τα κριτήρια τα οποία έχει προσδιορίσει στην [εν λόγω] απόφαση [· π]ράγματι, η επιλογή της διαδικασίας του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού περί συγκεντρώσεων είναι η μόνη διαδικασία που προβλέπει ο κανονισμός περί συγκεντρώσεων η οποία παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να επιβάλει στις επιχειρήσεις στις οποίες απευθύνεται η απόφαση την υποχρέωση να παράσχουν πλήρη απάντηση, επ’ απειλή κυρώσεων [· ε]πιπλέον, η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι αναγκαίο να αναληφθεί ταχεία δράση προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο διαγραφής κρίσιμων εγγράφων από τα αρχεία της Vivendi, ιδίως σε περίπτωση κατά την οποία τα μηνύματα θα διαγράφονταν αυτομάτως μετά την παρέλευση ορισμένου χρονικού διαστήματος και ορισμένα έγγραφα προερχόμενα από εργαζόμενο δεν θα διατηρούνταν επί μακρόν μετά την αποχώρησή του [· η] επιλογή της εκδόσεως αποφάσεως κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 3, εξυπηρετεί την ανάγκη αυτή για ανάληψη ταχείας δράσεως».

90      Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή διευκρινίζει, στην αιτιολογική σκέψη 8 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι μόνον μέσω της εκδόσεως αποφάσεως κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004 μπορούσε να διασφαλιστεί ότι η προσφεύγουσα θα προσκόμιζε το σύνολο των εγγράφων που πληρούσαν τα κριτήρια τα οποία η ίδια είχε προσδιορίσει, επ’ απειλή κυρώσεων, και ότι θα καθιστούσε δυνατή την ανάληψη ταχείας δράσεως προς αποτροπή της διαγραφής των σχετικών εγγράφων από τα αρχεία της προσφεύγουσας.

91      Ως εκ τούτου, διαπιστώνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύεται στη σκέψη 42 ανωτέρω, όσον αφορά την επιλογή του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004 ως νομικής βάσης της εν λόγω αποφάσεως.

92      Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τα λοιπά επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα.

93      Πρώτον, όσον αφορά την επιλογή να ζητηθούν πληροφορίες με την έκδοση σχετικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004, και όχι με απλή αίτηση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 139/2004, από το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 139/2004 προκύπτει ότι η Επιτροπή δικαιούται να ζητήσει πληροφορίες «με απλή αίτηση ή απόφαση», χωρίς η διάταξη αυτή να εξαρτά την έκδοση αποφάσεως από την προηγούμενη υποβολή απλής αιτήσεως.

94      Η επιλογή μεταξύ απλής αιτήσεως παροχής πληροφοριών και αποφάσεως πρέπει να γίνεται σε συνάρτηση με τις ανάγκες της προσήκουσας διεξαγωγής της διοικητικής έρευνας, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της συγκεκριμένης περιπτώσεως [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2014, Holcim (Deutschland) και Holcim κατά Επιτροπής, T-293/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:127, σκέψη 84 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

95      Πράγματι, η Επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή των άρθρων 11, 14 και 15 του κανονισμού 139/2004 (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, thyssenkrupp κατά Επιτροπής, C-581/22 P, EU:C:2024:821, σκέψη 380).

96      Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, όσον αφορά τις απλές αιτήσεις παροχής πληροφοριών που υποβάλλονται βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 139/2004, το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει κύρωση μόνο σε περίπτωση παροχής ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών, ενώ, όσον αφορά τα αιτήματα παροχής πληροφοριών που απευθύνονται με απόφαση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού, η παροχή ελλιπούς απαντήσεως ή η εκπρόθεσμη απάντηση συνιστά αυτοτελή λόγο επιβολής κυρώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ίδιου κανονισμού.

97      Το αίτημα παροχής πληροφοριών που απευθύνεται βάσει αποφάσεως διακρίνεται από την απλή αίτηση παροχής πληροφοριών καθόσον, όταν η Επιτροπή επιλέγει την πρώτη διαδικασία, δύναται να επιβάλει πρόστιμο ή χρηματική ποινή, προκειμένου να υποχρεώσει επιχείρηση να παράσχει πλήρεις και ακριβείς πληροφορίες, κατ’ εφαρμογήν, αντιστοίχως, του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, και του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 139/2004 (πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, thyssenkrupp κατά Επιτροπής, C-581/22 P, EU:C:2024:821, σκέψη 379).

98      Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 8 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 89 ανωτέρω, η Επιτροπή επεξηγεί επαρκώς κατά νόμον ότι η επιλογή της διαδικασίας του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004 παρέχει στην ίδια τη δυνατότητα να επιβάλει στις επιχειρήσεις στις οποίες απευθύνεται η απόφαση την υποχρέωση να παράσχουν πλήρη απάντηση, επ’ απειλή κυρώσεων.

99      Κατά δεύτερον, όσον αφορά την επιλογή να ζητηθούν πληροφορίες με απόφαση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004, αντί της διενέργειας ελέγχου βάσει του άρθρου 13 του κανονισμού 139/2004, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 141 κατωτέρω, οι έλεγχοι έχουν περισσότερο δεσμευτικό χαρακτήρα και συνεπάγονται ιδιαιτέρως έντονη επέμβαση στη νομική κατάσταση της οικείας επιχειρήσεως σε σχέση με ένα αίτημα παροχής πληροφοριών.

100    Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να απαιτηθεί από την Επιτροπή να αιτιολογήσει την επιλογή της να μην προσφύγει σε μέτρο όπως η διενέργεια ελέγχου, το οποίο είναι περισσότερο επαχθές από το αίτημα παροχής πληροφοριών που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004.

101    Κατά τρίτον, όσον αφορά την ανάγκη ταχείας δράσεως, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 8 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία παρατίθεται στη σκέψη 89 ανωτέρω, η Επιτροπή έκρινε ότι έπρεπε να ενεργήσει ταχέως προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο διαγραφής κρίσιμων για την έρευνα εγγράφων από τα αρχεία της προσφεύγουσας, ιδίως στην περίπτωση κατά την οποία τα μηνύματα θα διαγράφονταν αυτομάτως μετά την παρέλευση ορισμένου χρονικού διαστήματος και ορισμένα έγγραφα προερχόμενα από εργαζόμενο δεν θα διατηρούνταν επί μακρόν μετά την αποχώρησή από την επιχείρηση. Κατά την Επιτροπή, η επιλογή να ζητηθούν πληροφορίες με απόφαση κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004 εξυπηρετούσε τον σκοπό αυτό της ταχείας δράσεως.

102    Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων, συνάγεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη τόσο ως προς την επιλογή της Επιτροπής να ζητήσει πληροφορίες με απόφαση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004 όσο και ως προς την ανάγκη ταχείας δράσεως.

103    Κατά τα λοιπά, υπενθυμίζεται ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως συνιστά ουσιώδη τύπο που πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα του βασίμου της αιτιολογίας, δεδομένου ότι αυτή αφορά την ουσιαστική νομιμότητα της επίδικης πράξεως. Πράγματι, η αιτιολογία μιας αποφάσεως συνίσταται στην επίσημη έκφραση των λόγων στους οποίους στηρίζεται η απόφαση αυτή. Αν η αιτιολογία πάσχει σφάλματα, αυτά πλήττουν την ουσιαστική νομιμότητα της αποφάσεως, αλλά όχι την αιτιολογία της, η οποία μπορεί να είναι επαρκής ακόμη και αν στηρίζεται σε εσφαλμένους λόγους (βλ. απόφαση της 10ης Ιουλίου 2008, Bertelsmann και Sony Corporation of America κατά Impala, C-413/06 P, EU:C:2008:392, σκέψη 181 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

104    Ως εκ τούτου, οι λοιποί ισχυρισμοί της προσφεύγουσας, με τους οποίους αυτή επιδιώκει να αμφισβητήσει το βάσιμο της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλυσιτελώς προβάλλονται στο πλαίσιο λόγου ακυρώσεως ο οποίος αφορά σε έλλειψη αιτιολογίας.

105    Στον βαθμό που η προσφεύγουσα αμφισβητεί, στην πραγματικότητα, την ορθότητα της επιλογής να ζητηθούν πληροφορίες με απόφαση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004, η επιχειρηματολογία αυτή θα εξεταστεί στο πλαίσιο του πρώτου και του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως (βλ. κατωτέρω σκέψεις 109 έως 125 και 130 έως 144). Ομοίως, στον βαθμό που η προσφεύγουσα αμφισβητεί, στην πραγματικότητα, την ύπαρξη ανάγκης ταχείας δράσεως, η επιχειρηματολογία αυτή θα εξεταστεί στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως (βλ. κατωτέρω σκέψεις 279 έως 299).

106    Τέλος, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την αυξημένη υποχρέωση αιτιολογήσεως που ισχύει όταν αποκλίνει από τη «συνήθη πρακτική» της δεν εξειδικεύεται ούτε τεκμηριώνεται επαρκώς και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί.

107    Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί το τέταρτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, περί επιλογής εσφαλμένης νομικής βάσης και κατάχρηση εξουσίας

108    Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να θεμελιώσει την προσβαλλόμενη απόφαση στο άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως διαρθρώνεται, κατ’ ουσίαν, σε τρία σκέλη. Με το πρώτο σκέλος, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά την εκτίμηση των αποτελεσμάτων μιας πράξεως συγκέντρωσης. Με το δεύτερο σκέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν πληροί τις συμφυείς προς αυτήν απαιτήσεις περί αναγκαιότητας και ακρίβειας. Με το τρίτο σκέλος, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας.

 Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά την εκτίμηση των αποτελεσμάτων μιας πράξεως συγκέντρωσης

109    Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004 μπορεί να αποτελέσει τη νομική βάση μόνον αιτήσεων παροχής πληροφοριών που αποσκοπούν στην εκτίμηση της συμβατότητας συγκέντρωσης που έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή με την εσωτερική αγορά. Επιπλέον, κατά την προσφεύγουσα, η επιλογή της διαδικασίας του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004 δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης όταν έχει ολοκληρωθεί η εξέταση των αποτελεσμάτων μιας συγκέντρωσης στην αγορά, όπερ συμβαίνει ιδίως όταν μια πράξη συγκέντρωσης έχει εγκριθεί από την Επιτροπή.

110    Εν προκειμένω, όμως, το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004 δεν μπορεί, κατά την προσφεύγουσα, να αποτελέσει τη νομική βάση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στον βαθμό που η απόφαση αυτή δεν αποσκοπεί στη λήψη πληροφοριών σχετικά με τη συμβατότητα με την εσωτερική αγορά της αποκτήσεως του ελέγχου της Lagardère από την προσφεύγουσα και, εν πάση περιπτώσει, εκδόθηκε μετά την έγκριση της πράξεως από την Επιτροπή.

111    Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

112    Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 139/2004, «[π]ρος εκπλήρωση των καθηκόντων της βάσει του [εν λόγω] κανονισμού, η Επιτροπή μπορεί, με απλή αίτηση ή απόφαση, να ζητήσει την παροχή όλων των αναγκαίων πληροφοριών από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο β), καθώς και από τις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων».

113    Επομένως, από το γράμμα του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 139/2004 προκύπτει ότι η Επιτροπή δύναται να ζητεί κάθε αναγκαία πληροφορία για την εκπλήρωση των καθηκόντων της βάσει του εν λόγω κανονισμού.

114    Βεβαίως, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, έχει κριθεί ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να ασκήσει τις εξουσίες που της παρέχει το άρθρο 11 του κανονισμού 139/2004, παρά μόνο στο μέτρο που φρονεί ότι δεν διαθέτει όλα τα αναγκαία στοιχεία για να αποφανθεί επί του συμβατού της επίμαχης συγκέντρωσης προς την κοινή αγορά (βλ. απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2009, Omya κατά Επιτροπής, T-145/06, EU:T:2009:27, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

115    Εντούτοις, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, η συλλογιστική αυτή απηχεί την αρχή κατά την οποία ο αναγκαίος χαρακτήρας των πληροφοριών που ζητεί η Επιτροπή πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με το αντικείμενο που προσδιορίζεται στην αίτηση παροχής πληροφοριών. Η συλλογιστική αυτή δεν αναιρεί, ωστόσο, το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού139/2004, η Επιτροπή, προς εκπλήρωση των καθηκόντων της βάσει του εν λόγω κανονισμού, δύναται να ζητεί όλες τις αναγκαίες πληροφορίες.

116    Εν προκειμένω, ο σκοπός του αιτήματος παροχής πληροφοριών προσδιορίζεται στις αιτιολογικές σκέψεις 6 και 7 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες μνημονεύονται στη σκέψη 61 ανωτέρω. Από τις εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις συνάγεται ότι η Επιτροπή ζήτησε τις επίμαχες πληροφορίες προκειμένου να εκτιμήσει εάν η προσφεύγουσα είχε ασκήσει καθοριστική επιρροή επί της Lagardère κατά τρόπο δυνάμενο να στοιχειοθετήσει παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως και/ή παράβαση της υποχρεώσεως αναστολής και/ή μη τήρηση των όρων και των υποχρεώσεων που συνδέονται με την απόφαση της 9ης Ιουνίου 2023, με την οποία εγκρίθηκε η συγκέντρωση. Οι πληροφορίες αυτές είναι αναγκαίες, προκειμένου να μπορέσει η Επιτροπή να επαληθεύσει αν η παρέμβαση και/ή η διαβούλευση με την προσφεύγουσα και/ή η συμμετοχή της σε ορισμένες αποφάσεις που έλαβε η Lagardère μπορούν να χαρακτηρισθούν ως άσκηση καθοριστικής επιρροής εκ μέρους της προσφεύγουσας.

117    Διαπιστώνεται ότι ο σκοπός του αιτήματος παροχής πληροφοριών, όπως περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις 6 και 7 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες μνημονεύονται στη σκέψη 61 ανωτέρω, εντάσσεται στο πεδίο των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στην Επιτροπή βάσει του κανονισμού 139/2004.

118    Πράγματι, όπως προκύπτει από το άρθρο 8, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 139/2004, η απόφαση της Επιτροπής με την οποία η συγκέντρωση κηρύσσεται συμβατή με την εσωτερική αγορά μπορεί να εξαρτάται από όρους και υποχρεώσεις που αποσκοπούν στη διασφάλιση της τηρήσεως, εκ μέρους των συμμετεχουσών επιχειρήσεων των δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει έναντι της Επιτροπής προκειμένου να καταστεί η συγκέντρωση συμβατή με την εσωτερική αγορά.

119    Επιπλέον, το άρθρο 7 του κανονισμού 139/2004, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αναστολή της συγκέντρωσης», προβλέπει στην παράγραφο 1 ότι «[μ]ια συγκέντρωση με κοινοτική διάσταση, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, ή που θα εξετασθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 5, δεν πραγματοποιείται πριν από την κοινοποίησή της ούτε πριν να κηρυχθεί συμβατή με την κοινή αγορά κατόπιν απόφασης βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, ή του άρθρου 8, παράγραφοι 1 ή 2 ή με βάση το τεκμήριο του άρθρου 10, παράγραφος 6».

120    Εν προκειμένω, από την αιτιολογική σκέψη 1 της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι «[μ]ε την απόφαση της 9ης Ιουνίου 2023 [με την οποία εγκρίθηκε η συγκέντρωση], η Επιτροπή ενέκρινε την εξαγορά της Lagardère […] από τη Vivendi […] υπό την επιφύλαξη της υλοποίησης δεσμεύσεων για την εκποίηση του συνόλου των δραστηριοτήτων της Vivendi στον τομέα της εκδόσεως βιβλίων (που ανήκουν στην εταιρία Editis, θυγατρική της Vivendi), καθώς και του περιοδικού Gala».

121    Κατά την αιτιολογική σκέψη 3 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, «[ο]ι δεσμεύσεις περί εκποιήσεως που υπέβαλε η Vivendi προβλέπουν εξάλλου ότι η εξαγορά της Lagardère από τη Vivendi δεν μπορεί να ολοκληρωθεί πριν η Επιτροπή εγκρίνει τον αγοραστή και τους όρους της εκποιήσεως [· κατά] τον χρόνο εκδόσεως της [εν λόγω] αποφάσεως, η Vivendi εξακολουθεί να υπόκειται στην υποχρέωση αναστολής, εφόσον η Επιτροπή δεν έχει ακόμη χορηγήσει τις σχετικές εγκρίσεις».

122    Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού 139/2004, η Επιτροπή είχε ως αποστολή να διασφαλίσει ότι η προσφεύγουσα τηρούσε τους όρους που είχαν επιβληθεί με την απόφαση της 9ης Ιουνίου 2023 για την έγκριση της συγκέντρωσης, καθώς και ότι συμμορφωνόταν προς τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του εν λόγω κανονισμού.

123    Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, επισημαίνεται ότι η αναζήτηση στοιχείων βάσει των οποίων μπορεί να εξακριβωθεί αν είναι βάσιμες τυχόν υπόνοιες περί παραβάσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον κανονισμό 139/2004 συγκαταλέγεται στα καθήκοντα που ανατίθενται στην Επιτροπή με τον εν λόγω κανονισμό, για την εκπλήρωση των οποίων η Επιτροπή δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, να ζητεί όλες τις αναγκαίες πληροφορίες. Κατά συνέπεια, η αναζήτηση των στοιχείων αυτών συγκαταλέγεται στους σκοπούς που μπορούν να επιδιωχθούν μέσω αιτήματος παροχής πληροφοριών με απόφαση, βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004.

124    Επομένως, η Επιτροπή μπορούσε βασίμως να στηριχθεί στο άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004 για την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

125    Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται μη τήρηση των επιταγών περί αναγκαιότητας και περί ακρίβειας

126    Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η εξουσία που έχει απονεμηθεί στην Επιτροπή να ζητεί πληροφορίες της παρέχει απλώς τη δυνατότητα να απαιτεί την παροχή πληροφοριών που είναι «αναγκαίες» κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 139/2004. Ως εκ τούτου, αίτημα παροχής πληροφοριών με απόφαση εκδοθείσα βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004 υπόκειται στις απαιτήσεις περί αναγκαιότητας και περί ακρίβειας, προς τις οποίες, κατά την προσφεύγουσα, δεν συμμορφώνεται η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον επιδιώκει «διερευνητικό σκοπό» και αφορά σύνολο εγγράφων τα οποία δεν έχουν προσδιορισθεί εκ των προτέρων από την Επιτροπή.

127    Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

128    Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι με τα επιχειρήματα που προβάλλει η προσφεύγουσα στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως αμφισβητείται, στην πραγματικότητα, η συμβατότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως προς τις απαιτήσεις περί ακρίβειας και αναγκαιότητας.

129    Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα αυτά εμπίπτουν μάλλον στον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, καθώς και στον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, και εξετάζονται, ως εκ τούτου, στο πλαίσιο των λόγων αυτών.

 Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται κατάχρηση εξουσίας

130    Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας διότι δεν επιδιώκει τον σκοπό της συλλογής πληροφοριών προς εκτίμηση της συμβατότητας πράξεως συγκέντρωσης με την εσωτερική αγορά, δεδομένου ότι η πράξη είχε ήδη εγκριθεί στις 9 Ιουνίου 2023, ήτοι τρεις μήνες πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Εξάλλου, κατά την προσφεύγουσα, η προσβαλλόμενη απόφαση αποσκοπεί στην πραγματικότητα στη διενέργεια «διερευνητικού ελέγχου». Πάντως, παρά το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά μέτρο εξίσου παρεμβατικό με την διενέργεια ελέγχου, δεν συνοδεύεται, κατά την ίδια, από καμία από τις διαδικαστικές εγγυήσεις που συνοδεύουν έναν τέτοιο έλεγχο, ιδίως δε τη διαδικασία επαληθεύσεως που παρέχει στους εκπροσώπους της ελεγχόμενης επιχειρήσεως τη δυνατότητα να διατυπώνουν παρατηρήσεις και να ζητούν την εξαίρεση εγγράφων που δεν εμπίπτουν στο αντικείμενο του ελέγχου, προστατεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο ή περιέχουν ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή θα μπορούσε να υπαχθεί στο αυστηρότερο νομικό πλαίσιο που ισχύει για τους ελέγχους.

131    Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

132    Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι ως κατάχρηση εξουσίας νοείται το να χρησιμοποιεί μια διοικητική αρχή τις εξουσίες της για σκοπό διαφορετικό από εκείνον για τον οποίον της έχουν απονεμηθεί. Μια απόφαση θεωρείται εκδοθείσα κατά κατάχρηση εξουσίας μόνον εάν προκύπτει, βάσει αντικειμενικών, λυσιτελών και συγκλινουσών ενδείξεων, ότι ελήφθη για έναν τέτοιο σκοπό. Εφόσον επιδιώκονται περισσότεροι του ενός σκοποί, ακόμη και αν μεταξύ των αιτιολογικών σκέψεων μιας αποφάσεως υπάρχουν και ορισμένες μη έγκυρες, η απόφαση αυτή δεν ενέχει κατάχρηση εξουσίας, εφόσον δεν αφίσταται του βασικού σκοπού (βλ. απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2009, Omya κατά Επιτροπής, T-145/06, EU:T:2009:27, σκέψη 99 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

133    Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν τα στοιχεία που επικαλείται η προσφεύγουσα συνιστούν αντικειμενικές, λυσιτελείς και συγκλίνουσες ενδείξεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από την Επιτροπή για σκοπό διαφορετικό από εκείνον που επιδιώκεται με το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004.

134    Συναφώς, από τις σκέψεις 123 και 124 ανωτέρω προκύπτει ότι η αναζήτηση στοιχείων που μπορούν να επιβεβαιώσουν τη βασιμότητα υπόνοιας περί παραβάσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον κανονισμό 139/2004 αποτελεί ένα από τα καθήκοντα της Επιτροπής βάσει του εν λόγω κανονισμού. Κατά συνέπεια, η αναζήτηση των στοιχείων αυτών συγκαταλέγεται στους θεμιτούς σκοπούς αιτήματος παροχής πληροφοριών βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004, το οποίο παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να ζητήσει από τις επιχειρήσεις, με σχετική απόφασή της, να παράσχουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες προς εκπλήρωση των καθηκόντων της βάσει του εν λόγω κανονισμού.

135    Επομένως, καθόσον οι πληροφορίες που ζητήθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση αποσκοπούν στην εξακρίβωση του κατά πόσον η προσφεύγουσα παρέβη την υποχρέωση κοινοποιήσεως, την υποχρέωση αναστολής ή την υποχρέωση τηρήσεως των όρων που συνδέονται με απόφαση κηρύσσουσα συγκέντρωση συμβατή με την εσωτερική αγορά, ζητήματα τα οποία εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής δυνάμει του κανονισμού 139/2004, η Επιτροπή δεν άσκησε τις εξουσίες της για σκοπό διαφορετικό από εκείνον για τον οποίο της έχουν απονεμηθεί.

136    Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να είχε υπαχθεί στο αυστηρότερο νομικό πλαίσιο που ισχύει για τους ελέγχους, το οποίο παρέχει περισσότερες διαδικαστικές εγγυήσεις.

137    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, μια πράξη έχει εκδοθεί κατά κατάχρηση εξουσίας μόνον όταν προκύπτει, βάσει αντικειμενικών, λυσιτελών και συγκλινουσών ενδείξεων, ότι εκδόθηκε με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό διαφορετικό από τον επιδιωκόμενο με την παροχή της συγκεκριμένης εξουσίας ή με σκοπό την παράκαμψη μιας διαδικασίας που προβλέπει ειδικά η Συνθήκη ΛΕΕ για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων περιστάσεων (βλ. απόφαση της 5ης Μαΐου 2015, Ισπανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-146/13, EU:C:2015:298, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

138    Πλην όμως, η διαδικασία που διέπει τους ελέγχους δεν έχει προβλεφθεί ειδικώς για περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπό κρίση υπόθεση.

139    Επιπλέον, το γεγονός ότι η διενέργεια ελέγχου μπορεί να συνιστά εναλλακτική λύση έναντι του αιτήματος παροχής πληροφοριών δεν συνεπάγεται ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, άσκησε τις εξουσίες της για σκοπό διαφορετικό από εκείνον για τον οποίο της έχουν απονεμηθεί με τον κανονισμό 139/2004.

140    Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι από την απαρίθμηση, στο άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 139/2004, των εξουσιών ελέγχου που διαθέτουν οι υπάλληλοι της Επιτροπής συνάγεται ότι οι έλεγχοι αυτοί μπορούν να έχουν ιδιαιτέρως ευρύ πεδίο εφαρμογής (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 12ης Ιουλίου 2007, CB κατά Επιτροπής, T-266/03, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2007:223, σκέψη 71), καθόσον παρέχουν στην Επιτροπή, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα να αποκτούν πρόσβαση στους χώρους των οικείων επιχειρήσεων, να λαμβάνουν ή να αποκτούν αντίγραφα ή αποσπάσματα των βιβλίων και εγγράφων, καθώς και σφράγισης των επαγγελματικών χώρων, βιβλίων ή εγγράφων των επιχειρήσεων αυτών κατά τη διάρκεια του ελέγχου. Επομένως, η άσκηση των εξουσιών ελέγχου έχει διαφορετικές συνέπειες από εκείνες που συνεπάγεται μια αίτηση παροχής πληροφοριών.

141    Όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, από τη νομολογία προκύπτει ότι οι έλεγχοι έχουν περισσότερο αναγκαστικό χαρακτήρα και επιφέρουν σοβαρότερες επιπτώσεις στη νομική κατάσταση της οικείας επιχειρήσεως σε σχέση με αίτηση παροχής πληροφοριών (πρβλ. απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008, AC-Treuhand κατά Επιτροπής, T-99/04, EU:T:2008:256, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

142    Εξάλλου, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, από το κείμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή προέβλεψε ορισμένες διαδικαστικές εγγυήσεις προκειμένου να διασφαλίσει την προστασία, αφενός, του απορρήτου της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρων και πελατών το οποίο καλύπτει ορισμένα έγγραφα (σημείο IV, παράγραφος 10, στοιχείο ιʹ, του παραρτήματος της εν λόγω αποφάσεως) και, αφετέρου, των ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (σημείο IV, παράγραφος 10, στοιχείο ιβʹ, του παραρτήματος της εν λόγω αποφάσεως).

143    Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας.

144    Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.

 Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, περί παραβιάσεως της αρχής της προστασίας από αυθαίρετες ή δυσανάλογα επαχθείς παρεμβάσεις της δημόσιας αρχής

145    Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στηρίζεται σε αρκούντως σοβαρές ενδείξεις οι οποίες να δικαιολογούν υπόνοιες περί παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού, όπερ συνιστά παραβίαση της αρχής που απαγορεύει τις αυθαίρετες ή δυσανάλογα επαχθείς παρεμβάσεις της δημόσιας αρχής.

146    Κατά πρώτον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρέχει πληροφορίες σχετικά με τη φύση, την προέλευση και το περιεχόμενο των πληροφοριών στις οποίες στηρίχθηκε η Επιτροπή για την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως. Μόνον το έγγραφο της 25ης Ιουλίου 2023 σχετικά με την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας αναφέρει ότι η Επιτροπή «έλαβε καταγγελίες και περιήλθαν σε γνώση της στοιχεία σχετικά με την άσκηση από τη Vivendi καθοριστικής επιρροής επί της Lagardère», χωρίς περαιτέρω ενδείξεις.

147    Κατά δεύτερον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή φαίνεται να έχουν προσκομιστεί από τρίτους, ιδίως από τον οργάνωση Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (RSF). Κατά την προσφεύγουσα, από τα στοιχεία αυτά δεν μπορεί να θεμελιωθεί τεκμήριο παραβάσεως, καθόσον είναι συκοφαντικά και προέρχονται από αμφίβολη πηγή, λόγω της ευρέως γνωστής και διαχρονικά εχθρικής στάσης της RSF έναντι αυτής και έναντι του ομίλου Bolloré.

148    Κατά τρίτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απαιτεί τη διαβίβαση εγγράφων για χρονικό διάστημα «σχεδόν τεσσάρων ετών» χωρίς οποιαδήποτε αντικειμενική βάση και ότι τα έγγραφα αυτά επιλέχθηκαν κατά τρόπο αυθαίρετο.

149    Κατά τέταρτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το έγγραφο της 25ης Ιουλίου 2023 σχετικά με την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας αναφέρεται αποκλειστικά σε «καταγγελίες» και σε «στοιχεία» σύμφωνα με τα οποία η ίδια φέρεται να άσκησε καθοριστική επιρροή επί της Lagardère, χωρίς να κάνει καμία αναφορά σε στοιχεία που θα ενοχοποιούσαν τον όμιλο Bolloré. Ωστόσο, το παράρτημα της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται τόσο στην προσφεύγουσα όσο και στον όμιλο Bolloré, γεγονός που αποδεικνύει, κατά την προσφεύγουσα, ότι η Επιτροπή δεν διέθετε, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αρκούντως σοβαρές ενδείξεις οι οποίες να δικαιολογούν υπόνοιες περί της υπάρξεως παραβάσεως εκ μέρους της.

150    Τέλος, η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να υποχρεώσει την Επιτροπή, στο πλαίσιο μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, όπως προβλέπονται στα άρθρα 89 και 90 του Κανονισμού Διαδικασίας, να προσκομίσει το σύνολο των εγγράφων, στοιχείων και λοιπών πληροφοριών βάσει των οποίων έκρινε ότι διέθετε, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αρκούντως σοβαρές ενδείξεις που δικαιολογούσαν την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως σχετικά με τις υπόνοιες περί παραβάσεων που εκτίθενται στις αιτιολογικές της σκέψεις 2, 6 και 7.

151    Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

152    Υπενθυμίζεται ότι η ανάγκη προστασίας από παρεμβάσεις της δημόσιας αρχής στη σφαίρα της ιδιωτικής δραστηριότητας ενός προσώπου, φυσικού ή νομικού, που είναι αυθαίρετες ή δυσανάλογα επαχθείς συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης (βλ. απόφαση της 14ης Μαρτίου 2014, Cementos Portland Valderrivas κατά Επιτροπής, T-296/11, EU:T:2014:121, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

153    Πάντως, για την τήρηση της προμνησθείσας γενικής αρχής, η απόφαση με την οποία ζητούνται πληροφορίες πρέπει να αποσκοπεί στη συλλογή των στοιχείων τεκμηριώσεως που είναι απαραίτητα για την εξακρίβωση του υποστατού και της εκτάσεως ορισμένης πραγματικής και νομικής καταστάσεως, για την οποία η Επιτροπή διαθέτει ήδη πληροφορίες που αποτελούν αρκούντως σοβαρές ενδείξεις που να προκαλούν υπόνοιες ότι η οικεία επιχείρηση παρέβη τους κανόνες ανταγωνισμού (βλ. απόφαση της 14ης Μαρτίου 2014, Cementos Portland Valderrivas κατά Επιτροπής, T-296/11, EU:T:2014:121, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

154    Εξάλλου, κατά τη νομολογία σχετικά με αιτήματα παροχής πληροφοριών στο πλαίσιο του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, η οποία μπορεί να εφαρμοστεί mutatis mutandis στην υπό κρίση υπόθεση, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας εξουσίας έρευνας που παρέχει στην Επιτροπή ο κανονισμός 1/2003, εναπόκειται στην Επιτροπή να εκτιμήσει αν μια πληροφορία είναι αναγκαία προκειμένου να διαπιστωθεί παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού. Η Επιτροπή, ακόμη και αν διαθέτει ήδη ενδείξεις ή ακόμη και αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με διαπραχθείσα παράβαση, δύναται νομίμως να κρίνει αναγκαίο να ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες οι οποίες θα της επιτρέψουν να προσδιορίσει καλύτερα την έκταση της παραβάσεως, τη διάρκειά της ή τον κύκλο των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2021, Qualcomm και Qualcomm Europe κατά Επιτροπής, C-466/19 P, EU:C:2021:76, σκέψη 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

155    Όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο που ασκούν τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης επί της εκτιμήσεως της Επιτροπής ως προς το κατά πόσον είναι αναγκαία μια πληροφορία, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τούτο πρέπει να εκτιμάται με βάση τον σκοπό που μνημονεύεται στην αίτηση παροχής πληροφοριών, ήτοι με βάση τις υπόνοιες περί παραβάσεων τις οποίες προτίθεται να επαληθεύσει η Επιτροπή. Η απαίτηση να υπάρχει σχέση μεταξύ της αιτήσεως παροχής πληροφοριών και της εικαζόμενης παράβασης ικανοποιείται εφόσον η Επιτροπή μπορεί ευλόγως να υποθέσει, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, ότι η εν λόγω πληροφορία θα τη βοηθήσει να διαπιστώσει αν διαπράχθηκε η παράβαση (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2021, Qualcomm και Qualcomm Europe κατά Επιτροπής, C-466/19 P, EU:C:2021:76, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επιπλέον, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 54 ανωτέρω, κατά την εκτίμηση της εκτάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως μιας αποφάσεως με την οποία ζητούνται πληροφορίες, πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη το στάδιο διεξαγωγής της έρευνας και το κατά πόσον η Επιτροπή διαθέτει ήδη ή όχι ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τις εικαζόμενες παραβάσεις.

156    Τέλος, κατά πάγια νομολογία, και όπως επιβεβαιώνεται από το άρθρο 6, παράγραφος 3, ΣΕΕ, τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων διασφαλίζει το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας στο πλαίσιο των διοικητικών διαδικασιών που ανάγονται στην πολιτική του ανταγωνισμού συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης (βλ. απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, Elf Aquitaine κατά Επιτροπής, C-521/09 P, EU:C:2011:620, σκέψη 112 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

157    Όσον αφορά τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, η διοικητική διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής υποδιαιρείται σε διακριτά και διαδοχικά στάδια, ήτοι, αφενός, στο στάδιο προκαταρκτικής εξέτασης και, αφετέρου, στο στάδιο της εκατέρωθεν ακροάσεως, εκ των οποίων το καθένα έχει τη δική του εσωτερική λογική. Το στάδιο προκαταρκτικής εξέτασης, το οποίο εκτείνεται έως την κοινοποίηση των αιτιάσεων, επιτρέπει στην Επιτροπή να συλλέξει όλα τα ουσιώδη στοιχεία για την επιβεβαίωση ή μη της παράβασης των κανόνων ανταγωνισμού και να λάβει μια πρώτη θέση για την κατεύθυνση και τη συνέχεια της διαδικασίας. Το στάδιο της εκατέρωθεν ακροάσεως, με τη σειρά του, που εκτείνεται από την κοινοποίηση των αιτιάσεων έως την έκδοση της τελικής αποφάσεως, επιτρέπει στην Επιτροπή να τοποθετηθεί οριστικά επί της προσαπτομένης παραβάσεως (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, Elf Aquitaine κατά Επιτροπής, C-521/09 P, EU:C:2011:620, σκέψη 113 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

158    Το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης αρχίζει την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή, κατ’ ενάσκηση των εξουσιών που της έχει απονείμει ο νομοθέτης της Ένωσης, λαμβάνει μέτρα με τα οποία διατυπώνεται ουσιαστικά η αιτίαση ότι έχει διαπραχθεί παράβαση και τα οποία έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην κατάσταση των επιχειρήσεων κατά των οποίων στρέφονται οι υπόνοιες. Μόλις κατά το στάδιο της κατ’ αντιπαράθεση διοικητικής διαδικασίας λαμβάνει η ενδιαφερόμενη επιχείρηση γνώση, μέσω της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, των ουσιωδών στοιχείων στα οποία έχει στηριχθεί η Επιτροπή στο στάδιο αυτό της διαδικασίας και αποκτά δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο προς εξασφάλιση της αποτελεσματικής ασκήσεως των δικαιωμάτων της άμυνας. Επομένως, μόνον κατόπιν της αποστολής της ανακοινώσεως των αιτιάσεων μπορεί η ενδιαφερόμενη επιχείρηση να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματά της άμυνας. Πράγματι, αν η ισχύς των δικαιωμάτων αυτών εκτεινόταν στον χρόνο προ της αποστολής της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, θα θιγόταν η αποτελεσματικότητα της έρευνας της Επιτροπής, καθόσον η ενδιαφερόμενη επιχείρηση θα ήταν, ήδη κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως, σε θέση να προσδιορίσει ποιες πληροφορίες είναι γνωστές στην Επιτροπή και, συνεπώς, ποιες πληροφορίες μπορεί ακόμη να αποκρύψει από αυτή (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2014, Cementos Portland Valderrivas κατά Επιτροπής, T-296/11, EU:T:2014:121, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

159    Εντούτοις, τα μέτρα διεξαγωγής έρευνας που λαμβάνει η Επιτροπή κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, ιδίως τα μέτρα προς εξακρίβωση στοιχείων και οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών, ισοδυναμούν, ως εκ της φύσεώς τους, με τη διατύπωση αιτιάσεως περί παραβάσεως και ενδέχεται να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην κατάσταση των επιχειρήσεων κατά των οποίων στρέφονται οι υπόνοιες. Επομένως, πρέπει να αποφεύγεται η ανεπανόρθωτη προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας κατά το στάδιο αυτό της διοικητικής διαδικασίας, δεδομένου ότι τα λαμβανόμενα μέτρα διεξαγωγής έρευνας ενδέχεται να έχουν καθοριστική σημασία για την απόδειξη του παράνομου χαρακτήρα ενεργειών συγκεκριμένης επιχειρήσεως οι οποίες είναι ικανές να στοιχειοθετήσουν την ευθύνη της επιχειρήσεως αυτής (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2014, Cementos Portland Valderrivas κατά Επιτροπής, T-296/11, EU:T:2014:121, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

160    Στην αλληλουχία αυτή υπενθυμίζεται ότι η υποχρέωση που υπέχει η Επιτροπή να μνημονεύει τη νομική βάση και τον σκοπό της αιτήσεως παροχής πληροφοριών αποτελεί θεμελιώδη απαίτηση προκειμένου να μπορεί να καταδεικνύεται ότι δικαιολογημένα ζητούνται ορισμένες πληροφορίες από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, αλλά επίσης και για να παρέχεται σε αυτές η δυνατότητα να αντιληφθούν την έκταση του καθήκοντος συνεργασίας που υπέχουν, διατηρώντας συγχρόνως τα δικαιώματά τους άμυνας. Εξ αυτού προκύπτει ότι το μόνο που μπορεί να απαιτεί η Επιτροπή είναι η υποβολή πληροφοριών που παρέχουν σε αυτήν τη δυνατότητα να εξακριβώσει τις εικαζόμενες παραβάσεις οι οποίες δικαιολογούν τη διεξαγωγή της έρευνας και μνημονεύονται στην αίτηση παροχής πληροφοριών (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2014, Cementos Portland Valderrivas κατά Επιτροπής, T-296/11, EU:T:2014:121, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

161    Πρέπει επίσης να γίνει παραπομπή στη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 69 ανωτέρω.

162    Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι παραβίασε την αρχή που απαγορεύει τις αυθαίρετες ή δυσανάλογα επαχθείς παρεμβάσεις της δημόσιας αρχής, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να διαθέτει αρκούντως σοβαρές ενδείξεις οι οποίες να δικαιολογούν υπόνοιες περί παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού.

163    Κατά πρώτον, όσον αφορά τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις ενδείξεις στις οποίες στηρίζεται, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από όσα εκτέθηκαν στις σκέψεις 64 και 70 ανωτέρω, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως πληροί την υποχρέωση προσδιορισμού του σκοπού της αιτήσεως παροχής πληροφοριών, κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004.

164    Εξάλλου, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 157 ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, κατά το οποίο επιδιώκεται να παρασχεθεί στην Επιτροπή η δυνατότητα να συλλέξει όλα τα κρίσιμα στοιχεία που επιβεβαιώνουν ή όχι την ύπαρξη παράβασης των κανόνων του ανταγωνισμού και να διαμορφώσει μια πρώτη θέση ως προς την κατεύθυνση και τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στη διαδικασία.

165    Επομένως, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 69 ανωτέρω, δεν μπορεί να απαιτείται από την Επιτροπή να μνημονεύει στην προσβαλλόμενη απόφαση, πέραν των εικαζόμενων παραβάσεων τις οποίες προτίθεται να ελέγξει, και τις ενδείξεις, δηλαδή τα στοιχεία που την οδηγούν να εξετάσει το ενδεχόμενο παραβάσεως των κανόνων που απορρέουν από τον κανονισμό 139/2004.

166    Κατά δεύτερον, όσον αφορά τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή φαίνεται ότι υποβλήθηκαν από τρίτους και δεν μπορεί να θεμελιωθεί από αυτά τεκμήριο παραβάσεως, σημειώνεται, όπως επισήμανε και η Επιτροπή, ότι η προσφεύγουσα δεν διευκρίνισε τους λόγους για τους οποίους η προέλευση των εγγράφων από τρίτους, και ειδικότερα από τρίτους με εύλογο συμφέρον στη διαδικασία, θα μπορούσε να επηρεάσει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Πράγματι, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε αναγνωρίσει στην RSF την ιδιότητα του έχοντος εύλογο συμφέρον τρίτου, σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού 139/2004.

167    Κατά τρίτον, όσον αφορά τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας σχετικά με τη συμπερίληψη του ομίλου Bolloré, όπως προκύπτει από τη σκέψη 84 ανωτέρω, στην αιτιολογική σκέψη 7 της προσβαλλόμενης αποφάσεως διευκρινίζεται ότι τα έγγραφα τα οποία αφορά η εν λόγω απόφαση σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με ορισμένες αποφάσεις της Lagardère «οι οποίες ενδέχεται να επηρεάστηκαν από στελέχη της Vivendi ή του κύριου μετόχου της, του ομίλου Bolloré». Εξάλλου, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, τόσο η απόφαση της 9ης Ιουνίου 2023, με την οποία εγκρίθηκε η συγκέντρωση, όσο και το έντυπο κοινοποίησης της πράξης που υπέβαλε η προσφεύγουσα στην Επιτροπή θεωρούν δεδομένο ότι ο όμιλος Bolloré και η προσφεύγουσα αποτελούν ενιαία επιχείρηση κατά την έννοια του δικαίου του ανταγωνισμού. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή μπορούσε ευλόγως να θεωρήσει, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι προερχόμενες από τον όμιλο αυτόν πληροφορίες θα μπορούσαν να συμβάλουν στη διαπίστωση παραβάσεως των διατάξεων του κανονισμού 139/2004.

168    Κατά τέταρτον, όσον αφορά το επίμαχο χρονικό διάστημα, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 218 έως 222 κατωτέρω, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η πρώτη συμμετοχή της προσφεύγουσας στο κεφάλαιο της Lagardère πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2020, η Επιτροπή μπορούσε ευλόγως να θεωρήσει, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι πληροφορίες που αφορούσαν την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 2020 θα μπορούσαν να παράσχουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να διαπιστώσει παράβαση των διατάξεων του κανονισμού 139/2004, ιδίως καθόσον οι πληροφορίες αυτές θα διευκόλυναν την ορθή κατανόηση του συνόλου των γεγονότων και του πλαισίου εντός του οποίου έλαβαν χώρα.

169    Κατόπιν των προεκτεθέντων, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

170    Όσον αφορά το αίτημα διεξαγωγής αποδείξεων με το οποίο ζητείται να διαταχθεί η Επιτροπή να προσκομίσει τα έγγραφα, τα στοιχεία και τις λοιπές πληροφορίες βάσει των οποίων έκρινε ότι διέθετε, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ενδείξεις που δικαιολογούν υπόνοιες περί των εικαζόμενων παραβάσεων, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 158 ανωτέρω, μόνον μετά την κοινοποίηση των αιτιάσεων μπορεί η ενδιαφερόμενη επιχείρηση να επικαλεστεί πλήρως τα δικαιώματα άμυνάς της. Πράγματι, αν τα δικαιώματα αυτά εκτείνονταν και στο στάδιο που προηγείται της κοινοποιήσεως των αιτιάσεων, θα διακυβευόταν η αποτελεσματικότητα της έρευνας της Επιτροπής, δεδομένου ότι η ενδιαφερόμενη επιχείρηση θα ήταν ήδη σε θέση, κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, να προσδιορίσει ποιες πληροφορίες είναι ήδη γνωστές στην Επιτροπή και, ως εκ τούτου, ποιες πληροφορίες θα μπορούσαν ακόμη να αποκρυβούν από αυτήν.

171    Αφενός, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να κρίνει αναγκαίο να προβεί στην εξακρίβωση των στοιχείων αυτών μόνον όταν έχει υποβληθεί στην κρίση του σχετικό αίτημα και όταν οι επιχειρήσεις προς τις οποίες απευθύνεται η απόφαση βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 139/2004 προβάλλουν ορισμένα στοιχεία που ενδέχεται να δημιουργούν αμφιβολίες για τον αρκούντως σοβαρό χαρακτήρα των ενδείξεων που διέθετε η Επιτροπή προκειμένου να εκδώσει την εν λόγω απόφαση (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, Orange κατά Επιτροπής, T-402/13, EU:T:2014:991, σκέψη 88 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

172    Αφετέρου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, επίσης, μέσω του ελέγχου της αιτιολογίας μιας αποφάσεως δύναται ο δικαστής να διασφαλίζει την τήρηση της αρχής της προστασίας από τις αυθαίρετες και τις δυσανάλογα επαχθείς παρεμβάσεις, καθόσον η εν λόγω αιτιολογία παρέχει τη δυνατότητα να καταδειχθεί ότι ο σχεδιαζόμενος έλεγχος εντός των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων είναι δικαιολογημένος (βλ. απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, Orange κατά Επιτροπής, T-402/13, EU:T:2014:991, σκέψη 89 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

173    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004 ορίζει τα κρίσιμα στοιχεία τα οποία πρέπει να περιέχει η απόφαση με την οποία ζητούνται πληροφορίες, επιβάλλοντας, μεταξύ άλλων, στην Επιτροπή την υποχρέωση να προσδιορίζει τον σκοπό του σχετικού αιτήματος. Βάσει της υποχρεώσεως αυτής, όπως προκύπτει από την μνημονευόμενη στις σκέψεις 52, 53 και 160 ανωτέρω νομολογία, η Επιτροπή οφείλει να προσδιορίζει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τις υπόνοιες περί παραβάσεως των οποίων τη βασιμότητα πρόκειται να εξακριβώσει.

174    Επομένως, οσάκις το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι οι υπόνοιες των οποίων τη βασιμότητα πρόκειται να εξακριβώσει η Επιτροπή, καθώς και τα στοιχεία τα οποία αφορά η αίτηση παροχής πληροφοριών προσδιορίζονται με επαρκή σαφήνεια μπορεί να συναγάγει ότι η απόφαση με την οποία ζητούνται πληροφορίες δεν έχει αυθαίρετο χαρακτήρα, χωρίς να απαιτείται να εξακριβώσει πράγματι το περιεχόμενο των ενδείξεων που είχε στην κατοχή της η Επιτροπή κατά την ημερομηνία εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, Orange κατά Επιτροπής, T-402/13, EU:T:2014:991, σκέψη 91). Το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να κρίνει αν συντρέχει ανάγκη συμπλήρωσης των πληροφοριακών στοιχείων που έχει στην κατοχή του στις υποθέσεις των οποίων έχει επιληφθεί (βλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 2022, thyssenkrupp κατά Επιτροπής, T-584/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2022:386, σκέψη 344 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

175    Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τούτο ισχύει όσον αφορά την προσβαλλόμενη απόφαση, στον βαθμό που από τις αιτιολογικές σκέψεις 6 και 7 αυτής, οι οποίες μνημονεύονται στη σκέψη 61 ανωτέρω, προκύπτει ότι η φύση των περιορισμών του ανταγωνισμού για τους οποίους υπάρχουν υπόνοιες προσδιορίζεται με αρκούντως ακριβείς και λεπτομερείς όρους. Επιπλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση διευκρινίζει με ποιον τρόπο η συμπεριφορά της προσφεύγουσας θα μπορούσε να εμπίπτει σε καθεμία από τις υπό διερεύνηση αντίθετες προς τον ανταγωνισμό πρακτικές.

176    Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο είναι σε θέση να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι αυθαίρετη βάσει και μόνον της αιτιολογίας της, χωρίς να είναι αναγκαίο να διατάξει την Επιτροπή να προσκομίσει τα στοιχεία που είχε στην κατοχή της και από τα οποία προέκυπτε ότι διέθετε αρκούντως σοβαρές ενδείξεις ώστε να δικαιολογείται η έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

 Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, περί παραβιάσεως της αρχής «impossibilium nulla obligatio est» όσον αφορά το αίτημα προσκομίσεως εγγράφων προερχομένων από τον όμιλο Bolloré

177    Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή «impossibilium nulla obligatio est», καθόσον της επιβάλλει να προσκομίσει στην Επιτροπή έγγραφα τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του ομίλου Bolloré, τηρούνται από αυτόν ή τελούν υπό τον έλεγχό του (στο εξής: έγγραφα προερχόμενα από τον όμιλο Bolloré).

178    Πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα μόνον έναντι αυτής και των διοικούντων της. Αντιθέτως, οι μέτοχοί της, μεταξύ των οποίων ο όμιλος Bolloré, στους οποίους δεν απευθύνεται η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν κατονομάζονται στο άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο χωριστής αποφάσεως εκδοθείσας βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004, θα μπορούσαν να αρνηθούν να συμμορφωθούν προς την επιταγή που επιβάλλει η προσβαλλόμενη απόφαση.

179    Δεύτερον, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της επιβάλλει υποχρέωση της οποίας η εκτέλεση ήταν, από της γενέσεώς της, αντικειμενικώς και απολύτως αδύνατη, καθόσον της ζητεί να αποκτήσει έγγραφα προερχόμενα από τον όμιλο Bolloré, ο οποίος είναι ένας από τους πολλούς μετόχους της και επί του οποίου δεν ασκεί κανέναν έλεγχο. Όπως προκύπτει από την απόφαση της Επιτροπής της 24ης Απριλίου 2017, με την οποία εγκρίθηκε η απόκτηση του ελέγχου της προσφεύγουσας από τον όμιλο Bolloré, ο όμιλος Bolloré ασκεί έλεγχο επί της προσφεύγουσας και όχι το αντίστροφο. Η προσφεύγουσα επισημαίνει, συναφώς, ότι καμία διάταξη του γαλλικού δικαίου δεν επιτρέπει σε εμπορική εταιρία να απαιτεί την προσκόμιση εγγράφων και, γενικότερα, να ασκεί οποιαδήποτε εξαναγκαστική εξουσία έναντι του μετόχου της. Αντιστρόφως, καμία διάταξη δεν υποχρεώνει έναν βασικό μέτοχο να συμμορφωθεί εκουσίως προς εντολή που θα του απηύθυνε τρίτη εταιρία, ακόμη και αν αυτή κατέχει συμμετοχή στο μετοχικό της κεφάλαιο.

180    Τρίτον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή, επιβάλλοντας σε βάρος της μια υποχρέωση που είναι αδύνατον να εκπληρωθεί, την υποχρεώνει de facto να παραβεί το καθήκον συνεργασίας που υπέχει και την εκθέτει σε κίνδυνο διαπιστώσεως παραβάσεως και επιβολής προστίμου κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 139/2004.

181    Τέταρτον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας, καθόσον, παρά το γεγονός ότι απευθύνεται σε αυτήν, ο πραγματικός σκοπός της Επιτροπής είναι να αποκτήσει εμμέσως έγγραφα προερχόμενα από τον όμιλο Bolloré. Κατά την προσφεύγουσα, η προσβαλλόμενη απόφαση στερεί από τον όμιλο Bolloré το δικαίωμά του περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και στα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ).

182    Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

183    Προκαταρκτικώς, αφενός, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η αρχή κατά την οποία «ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα» περιλαμβάνεται μεταξύ των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης (βλ. απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2018, Scuola Elementare Maria Montessori κατά Επιτροπής, Επιτροπή κατά Scuola Elementare Maria Montessori και Επιτροπή κατά Ferracci, C-622/16 P έως C-624/16 P, EU:C:2018:873, σκέψη 79 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

184    Συναφώς, όπως προκύπτει από τη νομολογία, ενδεχόμενες διαδικαστικές ή άλλης φύσεως δυσχέρειες όσον αφορά την εκτέλεση μιας πράξεως δεν μπορούν να έχουν επίδραση στη νομιμότητά της. Αντιθέτως, η Επιτροπή δεν μπορεί να επιβάλει, με απόφαση, επί ποινή ανισχύρου αυτής της αποφάσεως, υποχρέωση της οποίας η εκτέλεση είναι, από της γενέσεώς της, αντικειμενικώς και απολύτως, αδύνατο να εκτελεστεί (βλ. απόφαση της 17ης Ιουνίου 1999, Βέλγιο κατά Επιτροπής, C-75/97, EU:C:1999:311, σκέψη 86 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

185    Μια τέτοια αδυναμία προϋποθέτει τη σωρευτική συνδρομή δύο προϋποθέσεων, ήτοι, αφενός, το υποστατό των προβαλλόμενων δυσχερειών και, αφετέρου, την απουσία εναλλακτικών τρόπων εκπλήρωσης της υποχρέωσης (πρβλ. απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2018, Scuola Elementare Maria Montessori κατά Επιτροπής, Επιτροπή κατά Scuola Elementare Maria Montessori και Επιτροπή κατά Ferracci, C-622/16 P έως C-624/16 P, EU:C:2018:873, σκέψεις 91, 92 και 96 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

186    Αφετέρου, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, επιχείρηση που αποτελεί το αντικείμενο μέτρου έρευνας υπέχει υποχρέωση ενεργού συνεργασίας, η οποία συνεπάγεται ότι θέτει στη διάθεση της Επιτροπής όλα τα στοιχεία που αφορούν το αντικείμενο της έρευνας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 9ης Απριλίου 2019, Qualcomm και Qualcomm Europe κατά Επιτροπής, T-371/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:232, σκέψη 119 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

187    Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 2 της προσβαλλόμενης αποφάσεως διευκρινίζει ότι αποδέκτης της εν λόγω αποφάσεως είναι η «Vivendi SE».

188    Ωστόσο, το σημείο I, παράγραφος 1, του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως προβλέπει ότι, «για τους σκοπούς της […] αιτήσεως παροχής πληροφοριών, ως “Lagardère” νοείται η Lagardère S.A. [και] ως “Vivendi” νοούνται η Vivendi SE και ο όμιλος Bolloré». Εξάλλου, το σημείο I, παράγραφος 2, του ίδιου παραρτήματος ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι ως «Έγγραφο(-α)» νοούνται «όλα τα ηλεκτρονικά αρχεία που βρίσκονται στην κατοχή της Vivendi, τηρούνται από αυτήν ή τελούν υπό τον έλεγχό της», δηλαδή στην κατοχή της προσφεύγουσας καθώς και του ομίλου Bolloré.

189    Περαιτέρω, στην αιτιολογική σκέψη 7 της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται ότι «[τ]α εν λόγω έγγραφα και επικοινωνίες αφορούν την υλοποίηση επιχειρησιακών συνεργειών […] οι οποίες ενδέχεται να επηρεάστηκαν από στελέχη της Vivendi ή του κύριου μετόχου της, του ομίλου Bolloré».

190    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι δεν ήταν δυνατό να συμμορφωθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τα έγγραφα που προέρχονταν από τον όμιλο Bolloré, καθόσον η ίδια δεν ασκεί κανένα έλεγχο επί του εν λόγω ομίλου, ο οποίος είναι ένας από τους μετόχους της, ούτε έχει τη δυνατότητα να τον υποχρεώσει να της παράσχει τα έγγραφα αυτά.

191    Από κανένα στοιχείο, όμως, δεν μπορεί να συναχθεί ότι τέτοια αδυναμία εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως υφίστατο ήδη κατά τον χρόνο κατά τον οποίο γεννήθηκε η επίμαχη υποχρέωση. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα δεν προέβαλε κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι η επιβληθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρέωση ήταν, ήδη κατά τον χρόνο γενέσεώς της, αντικειμενικώς και απολύτως αδύνατο να εκπληρωθεί, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύεται στη σκέψη 184 ανωτέρω.

192    Εξάλλου, η προσφεύγουσα, όπως η ίδια αναγνώρισε απαντώντας στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας που έλαβε το Γενικό Δικαστήριο στις 2 Απριλίου 2025, εκπλήρωσε την απορρέουσα από την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρέωσή της να διαβιβάσει στην Επιτροπή τα έγγραφα που προέρχονταν από τον όμιλο Bolloré, επιβεβαιώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι ήταν σε θέση να εκτελέσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι διαβίβασε στην Επιτροπή το σύνολο των ζητούμενων εγγράφων, εξαιρουμένων εκείνων που καλύπτονταν από το απόρρητο των επικοινωνιών μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, το απόρρητο των δημοσιογραφικών πηγών και την προστασία της ιδιωτικής ζωής των οικείων προσώπων.

193    Η Επιτροπή επιβεβαιώνει ότι, όπως προκύπτει από το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των πληρεξουσίων της προσφεύγουσας της 6ης Φεβρουαρίου 2024, καθώς και από τη συνοδευτική έκθεση που υπέβαλαν οι τελευταίοι, η προσφεύγουσα μπόρεσε να συλλέξει και να διαβιβάσει έγγραφα προερχόμενα από τον όμιλο Bolloré, με αποτέλεσμα, όσον αφορά τα εν λόγω έγγραφα, η εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως να καθιστά άνευ αντικειμένου κάθε επιχειρηματολογία που ερείδεται σε προβαλλόμενη αδυναμία συμμορφώσεως.

194    Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώνεται ότι αμφότεροι οι διάδικοι συμφωνούν ότι η προσφεύγουσα τήρησε το καθήκον ενεργού συνεργασίας που υπέχει, όπως αυτό προκύπτει από την προμνησθείσα στη σκέψη 186 νομολογία, καθόσον εκπλήρωσε την απορρέουσα από την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρέωσή της να διαβιβάσει στην Επιτροπή και τα έγγραφα που προέρχονταν από τον όμιλο Bolloré.

195    Ωστόσο, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η «οικειοθελής» παράδοση από τον όμιλο Bolloré των εγγράφων που ευρίσκονταν στην κατοχή του, στην οποία αυτός προέβη λόγω της αποφάσεως περί επιβολής χρηματικής ποινής που εξέδωσε η Επιτροπή σε βάρος του στις 24 Ιανουαρίου 2024 και υπό την απειλή εκδόσεως νέων αποφάσεων περί επιβολής προστίμου και χρηματικής ποινής σε περίπτωση μη εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν ασκεί επιρροή για την εκτίμηση του τετάρτου λόγου ακυρώσεως. Κατά την προσφεύγουσα, για την εκτίμηση του συγκεκριμένου λόγου ακυρώσεως, κρίσιμο είναι μόνον εάν, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ήταν αδύνατο γι’ αυτήν να συμμορφωθεί προς την υποχρέωση που της είχε επιβληθεί, και όχι αν ήταν απολύτως αδύνατο να παραδοθούν τα έγγραφα τα οποία αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση κατόπιν, παραδείγματος χάριν, ενός εξωτερικού, μονομερούς και αβέβαιου γεγονότος ή μιας αποφάσεως τρίτου προσώπου επί του οποίου δεν ασκούσε κανέναν πραγματικό ή νομικό έλεγχο.

196    Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το γεγονός ότι η προσφεύγουσα κατόρθωσε τελικώς να συμμορφωθεί προς την απορρέουσα από την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρέωση να συλλέξει και να διαβιβάσει στην Επιτροπή τα έγγραφα που προέρχονταν από τον όμιλο Bolloré αποδεικνύει ότι η συγκεκριμένη υποχρέωση δεν ήταν, ήδη κατά τον χρόνο γενέσεώς της, αντικειμενικώς και απολύτως αδύνατο να εκπληρωθεί.

197    Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, κατά τη νομολογία, η αδυναμία εκτελέσεως υποχρεώσεως απορρέουσας από απόφαση δεν δύναται να επηρεάσει το κύρος της εν λόγω αποφάσεως όταν η αδυναμία αυτή εμφανίζεται μόνον κατά το στάδιο της εκτελέσεως της υποχρεώσεως αυτής. Πράγματι, από τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 184 ανωτέρω προκύπτει ότι ενδεχόμενες διαδικαστικές ή άλλης φύσεως δυσχέρειες όσον αφορά την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξεως δεν μπορούν να έχουν επίδραση στη νομιμότητά της.

198    Κατά συνέπεια, επισημαίνεται, όπως υποστηρίζει και η Επιτροπή, ότι, ακόμη και αν η προσφεύγουσα δεν είχε κατορθώσει να αποκτήσει τα προερχόμενα από τον όμιλο Bolloré έγγραφα, τούτο δεν θα σήμαινε κατ’ ανάγκην ότι η υποχρέωση που απορρέει από το αίτημα παροχής πληροφοριών ήταν, ήδη κατά τον χρόνο γενέσεώς της, αντικειμενικώς και απολύτως αδύνατο να εκπληρωθεί, κατά την έννοια της προμνησθείσας στη σκέψη 184 ανωτέρω νομολογίας.

199    Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η απορρέουσα από την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρέωση να διαβιβάσει στην Επιτροπή τα προερχόμενα από τον όμιλο Bolloré έγγραφα, ήταν, ήδη κατά τον χρόνο γενέσεώς της, αντικειμενικώς και απολύτως αδύνατο να εκπληρωθεί.

200    Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας περί του οποίου γίνεται λόγος στη σκέψη 181 ανωτέρω, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει κατάχρηση εξουσίας, καθόσον αποσκοπεί στην έμμεση απόκτηση εγγράφων προερχομένων από τον όμιλο Bolloré και στην αποστέρηση του εν λόγω ομίλου από το δικαίωμά του σε αποτελεσματική δικαστική προστασία.

201    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας συνιστά, ως εκ της φύσεώς της, μια υποκειμενικώς εκτιμώμενη παρέκκλιση από τη νομιμότητα, την οποία, επομένως, πρέπει να επικαλείται ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος. Επομένως, παραβίαση υποκειμενικού δικαιώματος μπορεί να προβληθεί μόνον από τον φορέα του δικαιώματος που φέρεται ότι παραβιάστηκε και όχι από τρίτους [βλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 2022, CRIA και CCCMC κατά Επιτροπής, T-30/19, EU:T:2022:266, σκέψεις 87 και 88 (μη δημοσιευθείσες) και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

202    Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα έχει έννομο συμφέρον μόνο για την προάσπιση των δικών της δικονομικών δικαιωμάτων. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να επιδιώξει την προστασία των δικαιωμάτων άμυνας του ομίλου Bolloré, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται προσβολή των δικαιωμάτων αυτών είναι απαράδεκτος, στο μέτρο που προβάλλεται από την προσφεύγουσα (πρβλ. απόφαση της 12ης Μαΐου 2011, Région Nord-Pas-de-Calais και Communauté d’agglomération du Douaisis κατά Επιτροπής, T-267/08 και T-279/08, EU:T:2011:209, σκέψη 77 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

203    Εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε, βάσει αντικειμενικών, λυσιτελών και συγκλινουσών ενδείξεων, ότι η Επιτροπή άσκησε τις εξουσίες της με σκοπό διαφορετικό από εκείνον για τον οποίο της απονεμήθηκαν, δεδομένου ότι, αφενός, το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 139/2004 της παρέχει την εξουσία να ζητεί όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί βάσει του εν λόγω κανονισμού (βλ. ανωτέρω σκέψεις 123 και 124) και, αφετέρου, μπορούσε ευλόγως να θεωρήσει, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η διαβίβαση των εγγράφων που βρίσκονταν στην κατοχή του ομίλου Bolloré μπορούσε να τη βοηθήσει να εξακριβώσει την ύπαρξη των εικαζόμενων παραβάσεων (βλ. κατωτέρω σκέψεις 267 έως 269).

204    Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας

205    Ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, υποδιαιρείται σε δύο σκέλη, εκ των οποίων το μεν πρώτο αφορά την έλλειψη συνάφειας των ζητούμενων εγγράφων με την εικαζόμενη παράβαση, το δε δεύτερο τον δυσανάλογο διοικητικό φόρτο που συνεπάγεται για την προσφεύγουσα η επιβληθείσα υποχρέωση.

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

206    Υπενθυμίζεται ότι η αρχή της αναλογικότητας, η οποία συγκαταλέγεται στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, επιτάσσει να μην υπερβαίνουν οι πράξεις των οργάνων της Ένωσης το πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκει η σχετική ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι, όταν υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσότερων του ενός πρόσφορων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές και ότι τα μειονεκτήματα που προκαλούνται δεν πρέπει να είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς.

207    Κατά πάγια νομολογία, η επιχείρηση που αποτελεί το αντικείμενο μέτρου έρευνας υπέχει υποχρέωση ενεργού συνεργασίας, η οποία συνεπάγεται ότι θέτει στη διάθεση της Επιτροπής όλα τα στοιχεία που αφορούν το αντικείμενο της έρευνας (βλ. απόφαση της 9ης Απριλίου 2019, Qualcomm και Qualcomm Europe κατά Επιτροπής, T-371/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:232, σκέψη 119 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

208    Πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμιστεί ότι η άσκηση της εξουσίας αυτής από την Επιτροπή οριοθετείται από την υποχρέωση τηρήσεως, μεταξύ άλλων, της αρχής της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα, η υποχρέωση που επιβάλλεται σε επιχείρηση να παράσχει πληροφορίες δεν πρέπει να συνεπάγεται για την επιχείρηση αυτή φόρτο εργασίας δυσανάλογο σε σχέση με τις ανάγκες της έρευνας (βλ. απόφαση της 9ης Απριλίου 2019, Qualcomm και Qualcomm Europe κατά Επιτροπής, T-371/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:232, σκέψη 120 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

209    Εντούτοις, το γεγονός και μόνον ότι αίτηση παροχής πληροφοριών συνεπάγεται σημαντικό φόρτο εργασίας για την επιχείρηση δεν αρκεί, αφ’ εαυτού, για να αποδειχθεί ότι η αίτηση αυτή είναι δυσανάλογη σε σχέση με τις ανάγκες της έρευνας, οι οποίες συνδέονται, μεταξύ άλλων, με τις υπόνοιες περί παραβάσεως τις οποίες η Επιτροπή επιδιώκει να εξακριβώσει και με τις περιστάσεις της επίμαχης διαδικασίας (βλ. απόφαση της 9ης Απριλίου 2019, Qualcomm και Qualcomm Europe κατά Επιτροπής, T-371/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:232, σκέψη 121 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

210    Εξάλλου, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 75 ανωτέρω, δεν μπορεί να απαιτείται από την Επιτροπή, πριν από οποιαδήποτε αίτηση παροχής πληροφοριών, να γνωρίζει το περιεχόμενο των ζητούμενων εγγράφων καθώς και τη σημασία τους για την έρευνα.

211    Όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 154 ανωτέρω, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας εξουσίας έρευνας που παρέχει στην Επιτροπή ο κανονισμός 139/2004, στην τελευταία εναπόκειται να εκτιμήσει αν ορισμένη πληροφορία είναι αναγκαία προκειμένου να διαπιστωθεί παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού. Ακόμη και αν διαθέτει ήδη ενδείξεις ή ακόμη και αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με διαπραχθείσα παράβαση, η Επιτροπή δύναται θεμιτώς να κρίνει αναγκαίο να ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες προκειμένου να μπορέσει, βάσει αυτών, να προσδιορίσει καλύτερα την έκταση της παραβάσεως, τη διάρκειά της ή τον κύκλο των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων.

212    Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 155 ανωτέρω, όσον αφορά τον έλεγχο που ασκούν τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης επί της εκτιμήσεως της Επιτροπής σχετικά με το κατά πόσον είναι αναγκαία μια πληροφορία, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τούτο πρέπει να εκτιμάται με βάση τον σκοπό που μνημονεύεται στην αίτηση παροχής πληροφοριών, ήτοι με βάση τις υπόνοιες περί παραβάσεων τις οποίες επιδιώκει να εξακριβώσει η Επιτροπή. Η απαίτηση να υπάρχει σχέση μεταξύ της αιτήσεως παροχής πληροφοριών και της εικαζόμενης παραβάσεως πληρούται εφόσον η Επιτροπή μπορεί ευλόγως να θεωρήσει, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως, ότι η εν λόγω πληροφορία μπορεί να τη βοηθήσει να διαπιστώσει αν διαπράχθηκε η παράβαση.

213    Δεδομένου ότι το ζήτημα του κατά πόσον οι πληροφορίες είναι αναγκαίες πρέπει να εκτιμάται με βάση τον σκοπό που μνημονεύεται στην αίτηση παροχής πληροφοριών, ο σκοπός αυτός πρέπει να προσδιορίζεται με επαρκή σαφήνεια, διότι άλλως θα ήταν αδύνατο να κριθεί κατά πόσον πρόκειται για αναγκαίες πληροφορίες και τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης δεν θα ήταν σε θέση να ασκήσουν τον έλεγχό τους (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Μαρτίου 2016, Schwenk Zement κατά Επιτροπής, C-248/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:150, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

214    Υπό το πρίσμα των ανωτέρω νομολογιακών αρχών πρέπει να εξεταστούν τα δύο σκέλη του πέμπτου λόγου ακυρώσεως.

 Επί του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται έλλειψη συνάφειας των ζητούμενων εγγράφων με την εικαζόμενη παράβαση

215    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το εύρος της προσβαλλόμενης αποφάσεως υπερβαίνει κατά πολύ τον σκοπό της, ήτοι «να παράσχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να εξετάσει εάν η παρέμβαση και/ή η διαβούλευση και/ή η συμμετοχή της Vivendi σε ορισμένες αποφάσεις που έλαβε η Lagardère μπορούν να χαρακτηριστούν ως άσκηση καθοριστικής επιρροής από τη Vivendi». Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού προβάλλει εννέα επιμέρους αιτιάσεις.

–       Επί της πρώτης αιτιάσεως, σχετικά με την επιλογή του επίμαχου χρονικού διαστήματος

216    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η επιλογή του επίμαχου χρονικού διαστήματος, διάρκειας σχεδόν τεσσάρων ετών και με αφετηρία την 1η Ιανουαρίου 2020, είναι αυθαίρετη, δεδομένου ότι κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία δεν έλαβε χώρα κανένα ιδιαίτερο γεγονός.

217    Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

218    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι ο κανονισμός 139/2004 αναθέτει στην Επιτροπή την ευθύνη να διασφαλίζει ότι κάθε συγκέντρωση με ευρωπαϊκή διάσταση δεν θα πραγματοποιείται, κατά παράβαση του άρθρου 7 του εν λόγω κανονισμού, πριν από την κοινοποίησή της και την έγκρισή της.

219    Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 6 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 61 ανωτέρω, σκοπός της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι η συγκέντρωση πληροφοριών προκειμένου να εκτιμηθεί εάν η προσφεύγουσα άσκησε καθοριστική επιρροή επί της Lagardère κατά τρόπο δυνάμενο να στοιχειοθετήσει παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως και/ή παράβαση της υποχρεώσεως αναστολής και/ή μη τήρηση των όρων και των υποχρεώσεων που συνδέονται με την απόφαση της 9ης Ιουνίου 2023 για την έγκριση της συγκέντρωσης.

220    Εξάλλου, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η πρώτη συμμετοχή της προσφεύγουσας στο μετοχικό κεφάλαιο της Lagardère, καθώς και ο διορισμός, στα διοικητικά όργανα της Lagardère, προσώπων προσκείμενων στο πρόσωπο που μνημονεύεται στο σημείο II, παράγραφος 5, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, έλαβαν χώρα τον Μάρτιο του 2020.

221    Κατά συνέπεια, όπως προκύπτει από τη σκέψη 168 ανωτέρω, επισημαίνεται ότι η Επιτροπή μπορούσε ευλόγως να θεωρήσει, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι πληροφορίες που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2020 και εφεξής θα μπορούσαν να τη βοηθήσουν να διαπιστώσει την ύπαρξη παραβάσεως, δεδομένου ότι οι πληροφορίες αυτές θα διευκόλυναν την ορθή κατανόηση του συνόλου των σχετικών πραγματικών περιστατικών και του πλαισίου εντός του οποίου έλαβαν χώρα.

222    Επομένως, η πρώτη αιτίαση του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί της δεύτερης αιτιάσεως, σχετικά με τoν προσδιορισμό ορισμένων οικείων προσώπων και ορισμένων όρων αναζήτησης

223    Η προσφεύγουσα βάλλει κατά του προσδιορισμού των δεκαπέντε προσώπων τα οποία αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση, υπογραμμίζοντας ότι ορισμένα από τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν καμία σχέση ούτε με τη Lagardère ούτε με την πράξη συγκέντρωσης. Κατά την προσφεύγουσα, η επιλογή των εν λόγω προσώπων φαίνεται να υπαγορεύθηκε από τη βούληση της Επιτροπής να στρέψει την αίτησή της κατά δημόσιων προσώπων και εμβληματικών διοικητικών στελεχών που εργάζονται στην προσφεύγουσα και στον όμιλο Bolloré, ιδίως δε κατά του οικείου προσώπου που μνημονεύεται στο σημείο II, παράγραφος 5, στοιχείο δʹ, του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

224    Επιπλέον, υποστηρίζει ότι η επιλογή να επιβληθούν τόσο γενικοί όροι αναζήτησης όσο εκείνοι που μνημονεύονται στην πρώτη γραμμή του πίνακα όρων αναζήτησης που περιλαμβάνεται στο σημείο VII του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως στερείται οποιασδήποτε δικαιολογητικής βάσης και αντικειμενικής αιτιολόγησης σε σχέση με την έρευνα.

225    Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

226    Κατά πρώτον, πρέπει να σημειωθεί, όπως επισήμανε και η Επιτροπή, ότι, μολονότι η προσφεύγουσα παραπονείται για την επιλογή δεκαπέντε προσώπων, στην πραγματικότητα προβάλλει ειδικούς ισχυρισμούς μόνο σε σχέση με το πρόσωπο που μνημονεύεται στο σημείο II, παράγραφος 5, στοιχείο δʹ, του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

227    Ειδικότερα, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, διαπιστώνεται ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους του εποπτικού συμβουλίου της προσφεύγουσας, καθώς και ως αναπληρωτή διευθύνοντος συμβούλου του μετόχου που ασκεί τον έλεγχο επ’ αυτής.

228    Επομένως, λαμβανομένου υπόψη του κυρίαρχου ρόλου που διαδραματίζει το συγκεκριμένο πρόσωπο εντός των εταιριών του ομίλου Vivendi, ήταν εύλογο να θεωρηθεί ότι ορισμένα από τα έγγραφα που βρίσκονταν στην κατοχή του μπορούσαν να βοηθήσουν την Επιτροπή να διαπιστώσει την ύπαρξη των εικαζόμενων παραβάσεων.

229    Κατά δεύτερον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως επισήμανε και η Επιτροπή, η είσοδος δύο προσώπων –στα οποία παραπέμπουν οι όροι αναζήτησης που μνημονεύονται στην πρώτη γραμμή του πίνακα του σημείου VII του παραρτήματος της προσβαλλομένης αποφάσεως– στο διοικητικό συμβούλιο της Lagardère συνέπεσε χρονικά με καίρια γεγονότα της διαδικασίας εξαγοράς της Lagardère από την προσφεύγουσα. Ειδικότερα, το ένα από τα πρόσωπα αυτά διορίστηκε για πρώτη φορά στο εποπτικό συμβούλιο της Lagardère τον Μάρτιο του 2020, δηλαδή περίπου κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η προσφεύγουσα άρχισε να αποκτά μετοχές της Lagardère. Το δεύτερο πρόσωπο διορίστηκε στις 16 Φεβρουαρίου 2022 και υπέβαλε την παραίτησή του μετά την ολοκλήρωση της συγχώνευσης των ομίλων Lagardère και της προσφεύγουσας.

230    Κατά συνέπεια, ήταν εύλογο για την Επιτροπή να θεωρήσει ότι οι συγκεκριμένοι όροι αναζήτησης μπορούσαν να τη βοηθήσουν να διαπιστώσει την ύπαρξη των εικαζόμενων παραβάσεων.

231    Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, συνάγεται ότι η Επιτροπή μπορούσε ευλόγως να θεωρήσει, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τόσο τα έγγραφα που προέρχονταν από το οικείο πρόσωπο που μνημονεύεται στη σκέψη 226 ανωτέρω όσο και τα έγγραφα που περιείχαν τους προαναφερθέντες όρους αναζήτησης, οι οποίοι μνημονεύονται στη σκέψη 229 ανωτέρω, μπορούσαν να τη βοηθήσουν να διαπιστώσει την ύπαρξη των εικαζόμενων παραβάσεων. Εξάλλου, καθόσον η αμφισβήτηση της επιλογής των λοιπών οικείων προσώπων δεν συνοδεύεται από ειδική αιτιολογία στο δικόγραφο της προσφυγής, ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος και ανεπαρκώς τεκμηριωμένος.

232    Επομένως, η δεύτερη αιτίαση του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί της τρίτης αιτιάσεως, σχετικά με την έκδοση της αποφάσεως της 27ης Οκτωβρίου 2023

233    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η έκδοση της αποφάσεως της 27ης Οκτωβρίου 2023 αποδεικνύει ότι τα στοιχεία τα οποία εξαιρέθηκαν από το πεδίο του αιτήματος παροχής πληροφοριών δεν ήταν ουσιώδη για την έρευνα και ότι η διαταγή που της απευθύνθηκε υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο.

234    Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

235    Συναφώς, αρκεί να σημειωθεί, όπως επισήμανε και η Επιτροπή, ότι από την έκδοση της αποφάσεως της 27ης Οκτωβρίου 2023 δεν μπορεί να συναχθεί ότι η υποχρέωση που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα με την προσβαλλόμενη απόφαση αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας. Αντιθέτως, η έκδοση της αποφάσεως αυτής καταδεικνύει ότι η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η προσφεύγουσα δεν ήταν σε θέση να αποκτήσει πρόσβαση στα στοιχεία του προσώπου που μνημονεύεται στο σημείο II, παράγραφος 5, στοιχείο i, του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, λόγω του ισχύοντος καθεστώτος «hold separate» μεταξύ της προσφεύγουσας και μιας από τις θυγατρικές της στον τομέα της εκδόσεως βιβλίων (βλ. σκέψεις 17 και 19 ανωτέρω).

236    Επομένως, η τρίτη αιτίαση του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί της τέταρτης αιτιάσεως, σχετικά με τη διαβίβαση του συνόλου των επικοινωνιών μεταξύ ορισμένων προσώπων

237    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση την υποχρεώνει να διαβιβάσει το σύνολο των εγγράφων που αντηλλάγησαν μεταξύ των προσώπων που μνημονεύονται στο σημείο III, παράγραφος 7, στοιχεία αʹ έως γʹ, του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθ’ όλη τη διάρκεια του επίμαχου χρονικού διαστήματος, χωρίς να προβλέπεται οποιοσδήποτε όρος αναζήτησης προσαρμοσμένος στον σκοπό της έρευνας, με αποτέλεσμα να διαβιβάζονται κατ’ ανάγκην στην Επιτροπή στοιχεία που υπερβαίνουν τον σκοπό της έρευνας.

238    Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

239    Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι, σύμφωνα με το σημείο III, παράγραφος 7, στοιχεία αʹ έως γʹ, του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή ζήτησε από την προσφεύγουσα να της διαβιβάσει το σύνολο των εγγράφων που αντηλλάγησαν μεταξύ τεσσάρων συγκεκριμένων προσώπων καθ’ όλη τη διάρκεια του επίμαχου χρονικού διαστήματος.

240    Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι είναι δυσανάλογο να απαιτείται από αυτήν να προσκομίσει το σύνολο των επικοινωνιών μεταξύ των τεσσάρων αυτών προσώπων δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, δεδομένου ότι το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται μια πληροφορία μπορεί να διευκολύνει την κατανόησή της και να αποσαφηνίσει τη σημασία της για τους σκοπούς της έρευνας.

241    Εξάλλου, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, το γεγονός ότι ζήτησε το σύνολο των επικοινωνιών μόνο μεταξύ τεσσάρων προσώπων, και όχι μεταξύ όλων των οικείων προσώπων, αποδεικνύει ότι περιόρισε, στο μέτρο του δυνατού, το εύρος του αιτήματος, προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση αποκλειστικώς στα αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού της έρευνας έγγραφα, ήτοι στα έγγραφα που θα μπορούσαν να την βοηθούσαν να διαπιστώσει την ύπαρξη των εικαζόμενων παραβάσεων.

242    Περαιτέρω, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι ο αριθμός των «δεκάδων χιλιάδων εγγράφων», στον οποίο, κατά τη δική της εκτίμηση, ανέρχονται τα στοιχεία που πληρούν τα κριτήρια αναζήτησης της προσβαλλόμενης αποφάσεως, συνεπάγεται δυσανάλογο φόρτο εργασίας σε σύγκριση με τις «εκατοντάδες χιλιάδες εγγράφων» που, κατά δήλωσή της επίσης στο σημείο 96 του δικογράφου της προσφυγής, είχε ήδη προσκομίσει στο πλαίσιο της εξέτασης της συγκέντρωσης.

243    Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, συνάγεται ότι η Επιτροπή μπορούσε ευλόγως να θεωρήσει, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η διαβίβαση του συνόλου των επικοινωνιών μεταξύ των προσώπων περί των οποίων γίνεται λόγος στη σκέψη 239 ανωτέρω μπορούσε να τη βοηθήσει να διαπιστώσει την ύπαρξη των εικαζόμενων παραβάσεων.

244    Επομένως, η τέταρτη αιτίαση του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί της πέμπτης αιτιάσεως, σχετικά με την επιλογή των όρων αναζήτησης

245    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση την υποχρεώνει να εφαρμόσει περίπου εκατό όρους αναζήτησης σε όλα τα επαγγελματικά ή/και προσωπικά εργαλεία επικοινωνίας των οικείων προσώπων, χωρίς να παρέχεται οποιαδήποτε διευκρίνιση ως προς τα κριτήρια επιλογής τους. Στο πλαίσιο αυτό, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει ειδική αιτιολογία δυνάμενη να δικαιολογήσει την επιλογή καθενός από τους εν λόγω όρους αναζήτησης και τον μεταξύ τους συνδυασμό, ότι μεγάλος αριθμός εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή της ενδέχεται να πληροί τους εν λόγω όρους, χωρίς όμως να συνδέεται με τον σκοπό της έρευνας της Επιτροπής, ότι κανένας από τους όρους αναζήτησης δεν συνοδεύεται από χρονικό περιορισμό όσον αφορά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο πραγματοποιήθηκαν οι επικοινωνίες ή την ημερομηνία των εγγράφων που αναζητεί η Επιτροπή, και ότι ορισμένοι όροι αναζήτησης ενδέχεται να αποκαλύψουν στοιχεία σχετικά με την ιδιωτική ζωή των οικείων προσώπων, τα πολιτικά φρονήματα ή τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, καθώς και την ταυτότητα των δημοσιογραφικών πηγών ή το περιεχόμενο των επικοινωνιών με αυτές.

246    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι η εφαρμογή των όρων αναζήτησης στα εργαλεία επικοινωνίας τα οποία αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση καταλήγει σε αποτελέσματα προδήλως άσχετα προς τον σκοπό της έρευνας και ότι είναι δυσανάλογο, αφενός, να της ζητείται να εφαρμόσει, για χρονικό διάστημα σχεδόν τεσσάρων ετών, συνδυασμούς όρων αναζήτησης που αφορούν μεμονωμένα γεγονότα, όπως η δημοσίευση άρθρων στο περιοδικό Paris Match ή η πρόσληψη ή απόλυση συγκεκριμένων κατονομαζόμενων προσώπων και, αφετέρου, να εφαρμόζει τους όρους αναζήτησης που αφορούν προσλήψεις ή απολύσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του επίμαχου χρονικού διαστήματος.

247    Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

248    Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 76, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να προσδιορίζει το αντικείμενο της διαφοράς και να περιέχει συνοπτική έκθεση των προβληθέντων ισχυρισμών. Κατά πάγια νομολογία, για να είναι παραδεκτή μια προσφυγή, πρέπει τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων αυτή στηρίχθηκε να προκύπτουν, τουλάχιστον συνοπτικώς, πλην όμως κατά τρόπο συνεκτικό και κατανοητό, από το δικόγραφο της προσφυγής. Μολονότι η καθαυτό προσφυγή μπορεί να στηριχθεί και να συμπληρωθεί, ως προς ορισμένα σημεία αυτής, με παραπομπές σε συγκεκριμένα χωρία συνημμένων εγγράφων, γενική παραπομπή σε άλλα κείμενα, ακόμη και συνημμένα στην προσφυγή, δεν μπορεί να καλύψει την έλλειψη ουσιωδών στοιχείων της νομικής επιχειρηματολογίας, τα οποία, δυνάμει των προμνησθεισών διατάξεων, πρέπει να περιλαμβάνονται στο κείμενο της προσφυγής. Επιπλέον, δεν απόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να αναζητεί και να εντοπίζει στα παραρτήματα τους ισχυρισμούς που θα μπορούσε να δεχθεί ότι αποτελούν τη βάση της προσφυγής, δεδομένου ότι τα παραρτήματα έχουν αποκλειστικώς αποδεικτικό και διευκρινιστικό χαρακτήρα (βλ. απόφαση της 24ης Μαΐου 2012, MasterCard κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-111/08, EU:T:2012:260, σκέψη 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

249    Εν προκειμένω, όσον αφορά τους όρους αναζήτησης, επισημαίνεται ότι η παραπομπή της προσφεύγουσας στον συνοπτικό πίνακα των αιτιάσεων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα A.13 πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 76, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας. Επομένως, μόνον οι όροι αναζήτησης που μνημονεύονται και επικρίνονται ρητώς στο δικόγραφο της προσφυγής μπορούν να αποτελέσουν παραδεκτώς αντικείμενο αμφισβητήσεως.

250    Όσον αφορά τους όρους αναζήτησης που μνημονεύονται στο σημείο 161 του δικογράφου της προσφυγής, διαπιστώνεται ότι είναι πρόσφοροι για τον εντοπισμό εγγράφων που ενδέχεται να είναι κρίσιμα για τους σκοπούς της έρευνας της Επιτροπής.

251    Ειδικότερα, όσον αφορά τον όρο που μνημονεύεται στην πρώτη γραμμή του πίνακα που περιλαμβάνεται στο σημείο VII του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 220 και 229 ανωτέρω, ο όρος αυτός αναφέρεται σε πρόσωπο του οποίου η είσοδος στο διοικητικό συμβούλιο της Lagardère συνέπεσε χρονικά με καίρια γεγονότα της πράξεως συγκέντρωσης μεταξύ της προσφεύγουσας και της Lagardère. Συγκεκριμένα, το εν λόγω πρόσωπο διορίστηκε για πρώτη φορά στο εποπτικό συμβούλιο της Lagardère τον Μάρτιο του 2020, ήτοι κατά τη χρονική περίοδο κατά την οποία η προσφεύγουσα άρχισε να αποκτά μετοχές της Lagardère. Εξάλλου, το πρόσωπο αυτό διατηρεί από μακρού προσωπικούς δεσμούς με το πρόσωπο που μνημονεύεται στο σημείο II, παράγραφος 5, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

252    Όσον αφορά τον όρο αναζήτησης «Europe», ο οποίος μνημονεύεται στην τρίτη σειρά του πίνακα που περιλαμβάνεται στο σημείο VII του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, πρόκειται για συντετμημένη μορφή της ονομασίας «Europe 1», του ραδιοφωνικού σταθμού της Lagardère, ο οποίος μνημονεύεται σε έκθεση της Sénat (Γερουσίας), καθώς και σε πολυάριθμα δημοσιεύματα του Τύπου, ως οντότητα της Lagardère επί της οποίας ο όμιλος Bolloré φέρεται να είχε ασκήσει επιρροή.

253    Όσον αφορά τον όρο αναζήτησης «couv * ET Z», ο οποίος μνημονεύεται στην ένατη σειρά του πίνακα που περιλαμβάνεται στο σημείο VII του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο όρος αυτός, αφ’ εαυτού, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Πράγματι, ο όρος αυτός πρέπει, τουλάχιστον, να συνοδεύεται από τους όρους «PM» ή «Paris Match», προκειμένου να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Εξάλλου, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, με τη χρήση του συγκεκριμένου όρου επιδιώκει να λάβει πληροφορίες σχετικά με το εξώφυλλο του περιοδικού Paris Match της 23ης Σεπτεμβρίου 2021, το οποίο αφορούσε πρόσωπο στενά συνδεδεμένο με το πρόσωπο που μνημονεύεται στο σημείο II, παράγραφος 5, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, ήταν εύλογο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας να θεωρήσει η Επιτροπή ότι ο συνδυασμός των συγκεκριμένων όρων αναζήτησης μπορούσε να τη βοηθήσει να διαπιστώσει την ύπαρξη των εικαζόμενων παραβάσεων.

254    Όσον αφορά τον όρο αναζήτησης «Presbourg», ο οποίος μνημονεύεται στη δεύτερη γραμμή του πίνακα που περιλαμβάνεται στο σημείο VII του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, πρόκειται για την οδό στην οποία βρίσκεται η ιστορική έδρα της Lagardère στο Παρίσι (Γαλλία). Περαιτέρω, ορισμένα δημοσιεύματα του Τύπου ανέφεραν ότι πραγματοποιούνταν εβδομαδιαίες συσκέψεις στην έδρα της Lagardère, παρουσία «στελεχών-κλειδιών της Vivendi», με αντικείμενο την έγκριση των εξωφύλλων του Paris Match, πρακτική η οποία δεν υφίστατο πριν από το 2021. Ως εκ τούτου, ήταν εύλογο να θεωρήσει η Επιτροπή ότι ο συγκεκριμένος όρος μπορούσε να χρησιμοποιείται είτε ως αναφορά στη Lagardère είτε για τον προσδιορισμό του τόπου διεξαγωγής ορισμένων συναντήσεων μεταξύ της προσφεύγουσας και της Lagardère, το περιεχόμενο των οποίων θα μπορούσε να είναι κρίσιμο για την έρευνα, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη των εικαζόμενων παραβάσεων.

255    Όσον αφορά τον όρο αναζήτησης «couv ET Paris Match», ο οποίος μνημονεύεται στην έκτη γραμμή του πίνακα που περιλαμβάνεται στο σημείο VII του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από τη σκέψη 254 ανωτέρω προκύπτει ότι ορισμένα δημοσιεύματα ανέφεραν την πραγματοποίηση εβδομαδιαίων συσκέψεων στην έδρα της Lagardère, παρουσία «στελεχών-κλειδιών της Vivendi», με αντικείμενο την έγκριση των εξωφύλλων του Paris Match. Επομένως, ήταν εύλογο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας να ζητήσει η Επιτροπή τη διαβίβαση εγγράφων σχετικών με αποφάσεις που αφορούσαν τα εξώφυλλα του Paris Match καθ’ όλη τη διάρκεια του επίμαχου χρονικού διαστήματος.

256    Όσον αφορά τους όρους αναζήτησης που μνημονεύονται στην 35η, 43η, 44η και 45η γραμμή του πίνακα που περιλαμβάνεται στο σημείο VII του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, πρόκειται για δημοσιογράφους ή σχολιαστές μέσων ενημέρωσης που ανήκουν στον όμιλο Vivendi και εμφανίζονται πλέον και στον ραδιοφωνικό σταθμό Europe 1, τα πρόσωπα δε αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο εκτεταμένων συζητήσεων σχετικά με τις πιθανές συνέργειες μεταξύ της Vivendi και του ραδιοφωνικού σταθμού Europe 1 της Lagardère, στις οποίες αναφέρεται η αιτιολογική σκέψη 7 της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Συνεπώς, καθόσον τα εν λόγω πρόσωπα βρίσκονταν στο επίκεντρο των συνεργειών μεταξύ της προσφεύγουσας και της Lagardère, οι οποίες φέρονται να είχαν αναπτυχθεί πριν η Επιτροπή εγκρίνει τη συγκέντρωση των δύο ομίλων, ήταν εύλογο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας να ζητήσει η Επιτροπή τη διαβίβαση των εγγράφων που πληρούσαν τους συγκεκριμένους όρους αναζήτησης, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη των εικαζόμενων παραβάσεων.

257    Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, συνάγεται ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε το δυσανάλογο των επίμαχων όρων αναζήτησης.

258    Κατά τα λοιπά, όσον αφορά τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας περί έλλειψης ειδικής αιτιολογίας που να δικαιολογεί την επιλογή καθενός από τους όρους αναζήτησης, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με την ανάλυση που εκτίθεται στις σκέψεις 74 έως 79 ανωτέρω.

259    Κατά συνέπεια, η πέμπτη αιτίαση του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί της έκτης αιτιάσεως, σχετικά με τη διαβίβαση των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή του οικείου προσώπου το οποίο μνημονεύεται στο σημείο II, παράγραφος 5, στοιχείο ιεʹ, του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως

260    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση την υποχρεώνει να προσκομίσει έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του οικείου προσώπου το οποίο μνημονεύεται στο σημείο II, παράγραφος 5, στοιχείο στοιχείο ιεʹ, του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ήτοι της προέδρου μίας από τις θυγατρικές της στον τομέα των περιοδικών, από την έναρξη του επίμαχου χρονικού διαστήματος, δηλαδή από την 1η Ιανουαρίου 2020. Ωστόσο, κατά την προσφεύγουσα, η ίδια απέκτησε τον έλεγχο της εν λόγω θυγατρικής μόλις την 1η Ιουνίου 2021. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα θεωρεί δυσανάλογη την απαίτηση διαβίβασης εγγράφων που αντηλλάγησαν στο πλαίσιο της εν λόγω θυγατρικής κατά το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε της ημερομηνίας αυτής, δεδομένου ότι, κατά το διάστημα εκείνο, η συγκεκριμένη οντότητα δεν διατηρούσε καμία σχέση ούτε με την ίδια ούτε με τη Lagardère.

261    Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

262    Συναφώς, και υπό το πρίσμα της νομολογίας που μνημονεύεται στις σκέψεις 154 και 211 ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας εξουσίας έρευνας που απονέμει στην Επιτροπή ο κανονισμός 139/2004, η Επιτροπή μπορούσε να κρίνει αναγκαίο να ζητήσει τα έγγραφα που ανήκουν στο μνημονευόμενο στο σημείο II, παράγραφος 5, στοιχείο ιεʹ, του παραρτήματος της προσβαλλομένης αποφάσεως οικείο πρόσωπο, ήτοι στην πρόεδρο θυγατρικής της προσφεύγουσας στον τομέα των περιοδικών, ακόμη και για χρονικό διάστημα προγενέστερο της απόκτησης του ελέγχου της θυγατρικής αυτής από την προσφεύγουσα, την 1η Ιουνίου 2021.

263    Συγκεκριμένα, η Επιτροπή μπορούσε ευλόγως να θεωρήσει, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι πληροφορίες από την 1η Ιανουαρίου 2020 και εφεξής θα μπορούσαν να την βοηθήσουν να διαπιστώσει την ύπαρξη των εικαζόμενων παραβάσεων, ιδίως καθόσον οι πληροφορίες αυτές θα συνέβαλλαν στην πληρέστερη κατανόηση του συνόλου των πραγματικών περιστατικών και του πλαισίου εντός του οποίου αυτά έλαβαν χώρα.

264    Επομένως, η έκτη αιτίαση του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί της έβδομης αιτιάσεως, σχετικά με τη διαβίβαση των εγγράφων που προέρχονται από τον όμιλο Bolloré

265    Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση την υποχρεώνει να διαβιβάσει στην Επιτροπή έγγραφα προερχόμενα από τον όμιλο Bolloré, μολονότι ο τελευταίος δεν αποτελεί αντικείμενο της επίσημης έρευνας που κίνησε η Επιτροπή, η οποία αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες η προσφεύγουσα φέρεται να απέκτησε πρόωρα τον έλεγχο της Lagardère.

266    Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

267    Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι, όπως διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη 7 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 61 ανωτέρω, τα επίμαχα έγγραφα αφορούν, μεταξύ άλλων, ορισμένες αποφάσεις της Lagardère «οι οποίες ενδέχεται να επηρεάστηκαν από στελέχη της Vivendi ή του κύριου μετόχου της, του ομίλου Bolloré».

268    Εξάλλου, όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 84 και 167 ανωτέρω, η απόφαση της 9ης Ιουνίου 2023, με την οποία εγκρίθηκε η συγκέντρωση, καθώς και το έντυπο κοινοποιήσεως της πράξεως συγκέντρωσης που υπέβαλε η προσφεύγουσα στην Επιτροπή θεωρούν δεδομένο ότι ο όμιλος Bolloré και η Vivendi αποτελούν μια ενιαία επιχείρηση κατά την έννοια του δικαίου του ανταγωνισμού.

269    Ως εκ τούτου, η Επιτροπή μπορούσε ευλόγως να θεωρήσει, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η διαβίβαση των εγγράφων που βρίσκονταν στην κατοχή του ομίλου Bolloré θα τη βοηθήσει να εξακριβώσει αν διαπράχθηκαν οι εικαζόμενες παραβάσεις, στον βαθμό που ορισμένες αποφάσεις της Lagardère ενδέχεται να είχαν επηρεαστεί από στελέχη της Vivendi ή του κύριου μετόχου της, του ομίλου Bolloré.

270    Επομένως, η έβδομη αιτίαση του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί της όγδοης αιτιάσεως, σχετικά με την υποχρέωση διαβιβάσεως του συνόλου της συνομιλίας όταν ένα μήνυμα εμπίπτει στο πεδίο του αιτήματος παροχής πληροφοριών

271    Η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι, όταν ένα έγγραφο υπό μορφή μηνύματος, το οποίο ανταλλάχθηκε μέσω τηλεφώνου ή εφαρμογής άμεσης ανταλλαγής μηνυμάτων, εμπίπτει στο πεδίο του αιτήματος παροχής πληροφοριών, η προσβαλλόμενη απόφαση την υποχρεώνει να διαβιβάσει το σύνολο της σχετικής συνομιλίας για ολόκληρο το επίμαχο χρονικό διάστημα. Κατά την προσφεύγουσα, η απαίτηση αυτή υπερβαίνει το αναγκαίο για τις ανάγκες της έρευνας μέτρο, δεδομένου ότι, με το πρόσχημα της ύπαρξης ενός μόνον σχετικού μηνύματος, η Επιτροπή ζητεί πρόσβαση σε όλες τις συνομιλίες των οικείων προσώπων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που πραγματοποιήθηκαν μέσω των προσωπικών τους τηλεφώνων, καθ’ όλη τη διάρκεια του επίμαχου χρονικού διαστήματος. Κατά την ίδια, η Επιτροπή θα μπορούσε, παραδείγματος χάριν, να ζητήσει τη διαβίβαση μόνον των μηνυμάτων που αντηλλάγησαν εντός των είκοσι τεσσάρων ωρών που προηγήθηκαν και ακολούθησαν το σχετικό μήνυμα.

272    Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

273    Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 240 ανωτέρω, η υποχρέωση διαβίβασης του συνόλου της επικοινωνίας μεταξύ ορισμένων προσώπων όταν μία και μόνον επικοινωνία πληροί τους όρους αναζήτησης που προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, δεδομένου ότι το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται μια πληροφορία μπορεί να διευκολύνει την κατανόησή της και να αποσαφηνίσει τη σημασία της για τους σκοπούς της έρευνας.

274    Κατά συνέπεια, η όγδοη αιτίαση του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί της ένατης αιτιάσεως, σχετικά με την προσβολή της ιδιωτικής ζωής των οικείων προσώπων και της προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών

275    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση την υποχρεώνει να διαβιβάσει στην Επιτροπή στοιχεία που άπτονται της ιδιωτικής ζωής των οικείων προσώπων, καθώς και πληροφορίες που θα έθιγαν την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών. Κατά την προσφεύγουσα, πέραν των προσβολών του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των παραβιάσεων του γαλλικού εργατικού δικαίου τις οποίες συνεπάγεται μια τέτοια διαταγή, η διεύρυνση αυτή του πεδίου των συλλεγόμενων εγγράφων πέραν της επαγγελματικής σφαίρας δεν δικαιολογείται από τις ανάγκες της έρευνας και, κατά συνέπεια, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.

276    Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

277    Συναφώς, επισημαίνεται ότι, με την ένατη αιτίαση, η προσφεύγουσα επαναλαμβάνει, κατ’ ουσίαν, τα επιχειρήματα που προέβαλε στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του έκτου λόγου ακυρώσεως, περί προσβολής της προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών, και του έβδομου λόγου ακυρώσεως, περί ελλείψεως κατάλληλων εγγυήσεων για την προστασία του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής. Κατά συνέπεια, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στο πλαίσιο της εξετάσεως του δεύτερου σκέλους του έκτου λόγου ακυρώσεως (βλ. σκέψεις 340 έως 381 κατωτέρω) και του έβδομου λόγου ακυρώσεως (βλ. σκέψεις 382 έως 460 κατωτέρω), πρέπει να απορριφθεί η ένατη αιτίαση του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως.

278    Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του δευτέρου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιβάλλει στην προσφεύγουσα δυσανάλογη επιβάρυνση

279    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της επιβάλλει υπέρμετρο φόρτο εργασίας σε σχέση με τις ανάγκες της έρευνας, καθόσον την υποχρεώνει να διενεργήσει, στο εσωτερικό της επιχειρήσεώς της, εκτεταμένη αναζήτηση σε πλείονες εγκαταστάσεις της. Προκειμένου να ανταποκριθεί στην υποχρέωση αυτή, αναγκάστηκε να διαθέσει ειδικούς ανθρώπινους και τεχνικούς πόρους και να προσφύγει στις υπηρεσίες δύο τρίτων επιχειρήσεων. Κατά την προσφεύγουσα, ο αριθμός των στοιχείων που πληρούσαν τα κριτήρια αναζήτησης που καθόριζε η προσβαλλόμενη απόφαση ανήλθε σε αρκετές δεκάδες χιλιάδες.

280    Περαιτέρω, κατά την προσφεύγουσα, η προθεσμία περίπου ενός μηνός για τη συμμόρφωση προς τη διαταγή παροχής πληροφοριών, η οποία επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και είχε αρχικώς οριστεί έως τις 27 Οκτωβρίου 2023, ήταν αδύνατον να τηρηθεί και δεν της παρείχε τη δυνατότητα να διασφαλίσει την πληρότητα, την ακρίβεια και την ακεραιότητα των υποβληθέντων εγγράφων.

281    Η προσφεύγουσα διευκρινίζει ότι δεν υφίστατο κανένας επιτακτικός λόγος ταχείας ενέργειας, δεδομένου ότι η έναρξη της έρευνας είχε ανακοινωθεί δημοσίως ήδη από τον Ιούνιο του 2023 και, εν συνεχεία, επισημοποιήθηκε με το έγγραφο της 25ης Ιουλίου 2023 σχετικά με την κίνηση επίσημης διαδικασίας έρευνας, ενώ, όπως επιβαλλόταν από το εν λόγω έγγραφο, όφειλε να διατηρήσει τα ενδεχομένως κρίσιμα έγγραφα, ανεξαρτήτως της προθεσμίας απαντήσεως που θα μπορούσε ενδεχομένως να της επιβληθεί.

282    Τέλος, κατά την προσφεύγουσα, η προσβαλλόμενη απόφαση της επιβάλλει υπέρμετρο φόρτο εργασίας σε σχέση με τις ανάγκες της έρευνας, καθόσον αφορά εν μέρει στοιχεία τα οποία βρίσκονται ήδη στην κατοχή της Επιτροπής, καθόσον είχαν ήδη προσκομισθεί στο πλαίσιο της εξέτασης της αποκτήσεως του ελέγχου της Lagardère.

283    Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

284    Προκαταρκτικώς, πρέπει να γίνει παραπομπή στη νομολογία που μνημονεύεται στις σκέψεις 206 και 208 ανωτέρω.

285    Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα προβάλλει τον υπέρμετρο φόρτο εργασίας που συνεπάγεται η απάντηση στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς ωστόσο να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό αυτό.

286    Βεβαίως, δεν αμφισβητείται ότι οι πληροφορίες που ζητήθηκαν δυνάμει της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι πολυάριθμες και εκτατεμένες, με αποτέλεσμα η απάντηση στο σχετικό αίτημα να συνεπάγεται σημαντικό φόρτο εργασίας για την προσφεύγουσα.

287    Εντούτοις, όπως προκύπτει από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 209 ανωτέρω, δεν μπορεί εξ αυτού να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο φόρτος εργασίας που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου σε σχέση με τις ανάγκες της έρευνας που συνδέονται με τις εικαζόμενες παραβάσεις τις οποίες η Επιτροπή επιδιώκει να εξακριβώσει.

288    Αφενός, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 6 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία παρατίθεται στη σκέψη 61 ανωτέρω, σκοπός της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι η συλλογή πληροφοριών προκειμένου να εκτιμηθεί εάν η Vivendi άσκησε καθοριστική επιρροή επί της Lagardère κατά τρόπο δυνάμενο να στοιχειοθετήσει παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως και/ή παράβαση της υποχρεώσεως αναστολής και/ή μη τήρηση των όρων και των υποχρεώσεων που συνδέονται με την απόφαση της 9ης Ιουνίου 2023 με την οποία εγκρίθηκε η συγκέντρωση.

289    Στην αιτιολογική σκέψη 7 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία επίσης παρατίθεται στη σκέψη 61 ανωτέρω, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι ζητούμενες πληροφορίες είναι ουσιώδεις προκειμένου να μπορέσει να εκτιμήσει εάν η παρέμβαση και/ή η διαβούλευση και/ή η συμμετοχή της προσφεύγουσας σε ορισμένες αποφάσεις που έλαβε η Lagardère μπορούν να χαρακτηριστούν ως άσκηση καθοριστικής επιρροής εκ μέρους της προσφεύγουσας. Εξάλλου, απαριθμεί τις συμπεριφορές της προσφεύγουσας που θα μπορούσαν να συνιστούν μία ή περισσότερες παραβάσεις των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον κανονισμό 139/2004 και επί των οποίων προτίθεται να διεξαγάγει έρευνα.

290    Η εξακρίβωση των εικαζόμενων παραβάσεων που αποτελούν αντικείμενο της έρευνας απαιτεί, επομένως, πολύπλοκες αναλύσεις μεγάλου όγκου δεδομένων, τα περισσότερα από τα οποία είναι προσβάσιμα μόνο στην προσφεύγουσα.

291    Κατά συνέπεια, το πεδίο εφαρμογής της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ο σκοπός της έρευνας δικαιολογούν την παροχή σημαντικού αριθμού πληροφοριών.

292    Αφετέρου, κανένα από τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας δεν αποδεικνύει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της έρευνας.

293    Πρώτον, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, η ανάγκη ταχείας διεξαγωγής της διαδικασίας δικαιολογούσε την προθεσμία της 27ης Οκτωβρίου 2023, η οποία είχε οριστεί με την απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2023 (βλ. σκέψη 101 ανωτέρω).

294    Υπενθυμίζεται επίσης ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 19 και 22 ανωτέρω, η αρχικώς ταχθείσα με την απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2023 προθεσμία παρατάθηκε δύο φορές. Ειδικότερα, αρχικώς, με το άρθρο 2 της αποφάσεως της 27ης Οκτωβρίου 2023, η προθεσμία της 27ης Οκτωβρίου 2023 παρατάθηκε έως την 1η Δεκεμβρίου 2023. Εν συνεχεία, με το άρθρο 1 της αποφάσεως της 24ης Ιανουαρίου 2024, η προθεσμία της 1ης Δεκεμβρίου 2023 παρατάθηκε έως τις 7 Φεβρουαρίου 2024.

295    Εντούτοις, η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως επικεντρώνεται αποκλειστικώς στην αρχική προθεσμία, η οποία είχε ορισθεί έως τις 27 Οκτωβρίου 2023 με την απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2023, χωρίς να λαμβάνει υπόψη, ιδίως, την παράταση της εν λόγω προθεσμίας έως την 1η Δεκεμβρίου 2023, η οποία χορηγήθηκε με την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2023, ούτε, άλλωστε, την περαιτέρω παράτασή της έως τις 7 Φεβρουαρίου 2024, η οποία χορηγήθηκε με την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2024. Κατά συνέπεια, η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας σχετικά με την ταχθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση προθεσμία πρέπει να απορριφθεί.

296    Δεύτερον, όπως προκύπτει από τη σκέψη 242 ανωτέρω, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι ο φόρτος εργασίας που επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση υπερέβαινε το αναγκαίο μέτρο.

297    Κατά τα λοιπά, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά, εν μέρει, στοιχεία τα οποία βρίσκονται ήδη στην κατοχή της Επιτροπής, επειδή είχαν προσκομισθεί στο πλαίσιο της εξέτασης της αποκτήσεως του ελέγχου της Lagardère από την προσφεύγουσα, ουδόλως τεκμηριώνεται και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως μη πληρών τις απαιτήσεις σαφήνειας και ακρίβειας που προβλέπει το άρθρο 76, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας.

298    Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας.

299    Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου ακυρώσεως και, κατά συνέπεια, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.

 Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως, περί προσβολής της προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών

300    Με τον έκτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θίγει την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη και στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Ο λόγος αυτός υποδιαιρείται σε δύο σκέλη, εκ των οποίων το μεν πρώτο σκέλος αφορά ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004, το δε δεύτερο σκέλος προσβολή της προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών.

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

301    Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του Χάρτη, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης», κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης, η οποία περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς την ανάμειξη δημοσίων αρχών και αδιακρίτως συνόρων.

302    Σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, τα δικαιώματα που περιλαμβάνει ο Χάρτης έχουν την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια με τα αντίστοιχα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ, χωρίς πάντως να αποκλείεται η παροχή ευρύτερης προστασίας από το δίκαιο της Ένωσης (βλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Real Madrid Club de Fútbol, C-633/22, EU:C:2024:843, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

303    Προκειμένου να ερμηνεύουν το άρθρο 11 του Χάρτη, τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης πρέπει, επομένως, να λαμβάνουν υπόψη τα αντίστοιχα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, όπως έχει ερμηνευθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ), ως όριο ελάχιστης προστασίας (βλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Real Madrid Club de Fútbol, C-633/22, EU:C:2024:843, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

304    Το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ελευθερία έκφρασης», έχει ως εξής:

«1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς την ανάμειξη δημοσίων αρχών και αδιακρίτως συνόρων. Το παρόν άρθρον δεν κωλύει τα Κράτη από του να υποβάλωσι τας επιχειρήσεις ραδιοφωνίας, κινηματογράφου ή τηλεοράσεως εις κανονισμούς εκδόσεως αδειών λειτουργίας.

2. Η άσκησις των ελευθεριών τούτων, συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνας, δύναται να υπαχθή εις ορισμένας διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, προβλεπομένους υπό του νόμου και αποτελούντας αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία διά την εθνικήν ασφάλειαν, την εδαφικήν ακεραιότηταν ή δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων των τρίτων, την παρεμπόδισιν της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή την διασφάλισιν τους κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.»

305    Υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη συνιστά ένα από τα βασικά θεμέλια μιας δημοκρατικής και πλουραλιστικής κοινωνίας και περιλαμβάνεται μεταξύ των αξιών επί των οποίων στηρίζεται, κατά το άρθρο 2 ΣΕΕ, η Ένωση (βλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Tele2 Sverige και Watson κ.λπ., C-203/15 και C-698/15, EU:C:2016:970, σκέψη 93 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

306    Το ΕΔΔΑ εξετάζει διαχρονικά με ιδιαίτερη προσοχή την τήρηση των εγγυήσεων της ελευθερίας της έκφρασης στις υποθέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι η ελευθερία αυτή αποτελεί ένα από τα βασικά θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Οι εγγυήσεις που πρέπει να παρέχονται στον Τύπο έχουν ιδιαίτερη σημασία, η δε προστασία των δημοσιογραφικών πηγών συνιστά έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους της ελευθερίας του Τύπου. Η έλλειψη τέτοιας προστασίας θα μπορούσε να αποτρέψει τις δημοσιογραφικές πηγές από το να συνδράμουν τον Τύπο στην ενημέρωση του κοινού επί ζητημάτων γενικού ενδιαφέροντος. Κατά συνέπεια, ο Τύπος θα μπορούσε να είναι λιγότερο ικανός να επιτελεί τον καίριο ρόλο του ως «θεματοφύλακα του δημοσίου συμφέροντος», η δε δυνατότητά του να παρέχει ακριβείς και αξιόπιστες πληροφορίες θα μπορούσε να αποδυναμωθεί (ΕΔΔΑ, 25 Μαΐου 2021, Big Brother Watch και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, CE:ECHR:2021:0525JUD005817013, § 442).

307    Διαταγή περί γνωστοποίησης των δημοσιογραφικών πηγών μπορεί να έχει δυσμενείς συνέπειες όχι μόνον για τις ίδιες τις πηγές, των οποίων η ταυτότητα ενδέχεται να αποκαλυφθεί, αλλά και για την εφημερίδα ή οποιαδήποτε άλλη έκδοση προς την οποία απευθύνεται η διαταγή, της οποίας η αξιοπιστία έναντι μελλοντικών δυνητικών πηγών μπορεί να πληγεί από τη δημοσιοποίηση, καθώς και για το κοινό, το οποίο έχει συμφέρον να λαμβάνει τις πληροφορίες που παρέχονται από ανώνυμες πηγές. Ωστόσο, υπάρχει θεμελιώδης διαφορά μεταξύ, αφενός, της διαταγής που απευθύνουν οι αρχές προς δημοσιογράφο να αποκαλύψει την ταυτότητα των πηγών του και, αφετέρου, της διενέργειας έρευνας στην κατοικία και στον χώρο εργασίας του με σκοπό την ανακάλυψη των πηγών αυτών. Ακόμη και αν δεν αποφέρει αποτέλεσμα, η έρευνα συνιστά σοβαρότερη επέμβαση από μια διαταγή προς γνωστοποίηση της ταυτότητας της πηγής, δεδομένου ότι οι ανακριτικές αρχές που εισέρχονται στον χώρο εργασίας δημοσιογράφου αποκτούν πρόσβαση στο σύνολο της τεκμηρίωσης που αυτός έχει στην κατοχή του (ΕΔΔΑ, 25 Μαΐου 2021, Big Brother Watch και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, CE:ECHR:2021:0525JUD005817013, § 443).

308    Προσβολή της προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ μόνον εφόσον δικαιολογείται από επιτακτικό λόγο υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος. Επιπλέον, κάθε επέμβαση στο δικαίωμα προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών πρέπει να περιβάλλεται από διαδικαστικές εγγυήσεις, προβλεπόμενες από τον νόμο και ανάλογες προς τη σπουδαιότητα της επίμαχης αρχής. Μεταξύ των απαιτούμενων εγγυήσεων πρωτεύουσα θέση πρέπει να κατέχει η δυνατότητα ελέγχου του μέτρου από δικαστήριο ή άλλο ανεξάρτητο και αμερόληπτο όργανο λήψεως αποφάσεων, το οποίο να διαθέτει την εξουσία να κρίνει, πριν από την παράδοση των ζητηθέντων στοιχείων, αν υφίσταται επιτακτικός λόγος δημόσιου συμφέροντος που υπερισχύει της αρχής της προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών και, σε αντίθετη περίπτωση, να αποτρέψει κάθε μη απολύτως αναγκαία πρόσβαση σε πληροφορίες δυνάμενες να οδηγήσουν στην αποκάλυψη της ταυτότητας των πηγών (ΕΔΔΑ, 25 Μαΐου 2021, Big Brother Watch και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, CE:ECHR:2021:0525JUD005817013, § 444).

309    Λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης προληπτικού ελέγχου, το δικαστήριο ή άλλο ανεξάρτητο και αμερόληπτο όργανο πρέπει, πριν από οποιαδήποτε γνωστοποίηση, να είναι σε θέση να προβεί στη στάθμιση των δυνητικών κινδύνων και των αντίστοιχων συμφερόντων σε σχέση με τα στοιχεία των οποίων ζητείται η γνωστοποίηση, ώστε να μπορεί να αξιολογήσει προσηκόντως τα επιχειρήματα των αρχών που επιδιώκουν τη γνωστοποίηση. Η απόφαση που πρέπει να ληφθεί πρέπει να διέπεται από σαφή κριτήρια, ιδίως ως προς το ζήτημα αν μέτρο λιγότερο επαχθές μπορεί να αρκεί για την εξυπηρέτηση των διαπιστωμένων υπέρτερων συμφερόντων δημοσίου συμφέροντος. Το δικαστήριο ή άλλο αρμόδιο όργανο πρέπει να έχει την εξουσία είτε να αρνηθεί την έκδοση διαταγής γνωστοποίησης είτε να εκδώσει διαταγή περιορισμένου ή αυστηρότερα οριοθετημένου περιεχομένου, ώστε να αποτραπεί η αποκάλυψη της ταυτότητας των οικείων πηγών, ανεξαρτήτως του αν αυτές κατονομάζονται ειδικώς στα στοιχεία των οποίων ζητείται η παράδοση, όταν η γνωστοποίηση των στοιχείων αυτών δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο αποκάλυψης της ταυτότητας των δημοσιογραφικών πηγών. Σε επείγουσες περιπτώσεις, πρέπει να προβλέπεται διαδικασία που να καθιστά δυνατή την αναγνώριση και την απομόνωση, πριν από την αξιοποίησή τους από τις αρχές, των πληροφοριών που ενδέχεται να οδηγήσουν στην ταυτοποίηση των δημοσιογραφικών πηγών από τις πληροφορίες που δεν ενέχουν παρόμοιο κίνδυνο (ΕΔΔΑ, 25 Μαΐου 2021, Big Brother Watch και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, CE:ECHR:2021:0525JUD005817013, § 445).

 Επί του πρώτου σκέλους του έκτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004

310    Με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, ένσταση ελλείψεως νομιμότητας κατά του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004, υποστηρίζοντας ότι η διάταξη αυτή αντιβαίνει στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, καθόσον δεν προβλέπει κανένα ειδικό και ex ante ένδικο βοήθημα που να καθιστά δυνατό τον ανεξάρτητο δικαστικό έλεγχο πριν από την έκδοση αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η προσκόμιση στοιχείων δυνάμενων να εμπίπτουν στην προστασία των δημοσιογραφικών πηγών. Με το υπόμνημά απαντήσεως, η προσφεύγουσα προσθέτει ότι τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται στα άρθρα 278 και 279 ΣΛΕΕ δεν αρκούν για να καλύψουν το κενό αυτό.

311    Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Συμβούλιο, αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

312    Προκαταρκτικώς, κατά το άρθρο 277 ΣΛΕΕ, παρά τη λήξη της προθεσμίας του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, κάθε διάδικος μπορεί, επ’ ευκαιρία διαφοράς στο πλαίσιο της οποίας αμφισβητείται πράξη γενικής ισχύος εκδοθείσα από θεσμικό ή λοιπό όργανο ή οργανισμό της Ένωσης, να επικαλείται ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το ανεφάρμοστο της πράξης αυτής για έναν από τους λόγους του άρθρου 263, δεύτερο εδάφιο.

313    Το άρθρο 277 ΣΛΕΕ συνιστά έκφραση μιας γενικής αρχής που παρέχει σε κάθε διάδικο το δικαίωμα να προσβάλει παρεμπιπτόντως, προς επίτευξη της ακυρώσεως πράξεως κατά της οποίας δύναται να ασκήσει προσφυγή, το κύρος προγενέστερων πράξεων των θεσμικών οργάνων που συνιστούν τη νομική βάση της προσβαλλόμενης πράξεως, εφόσον ο διάδικος αυτός δεν διέθετε, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, δικαίωμα ασκήσεως ευθείας προσφυγής κατά των πράξεων αυτών, των οποίων υφίσταται, ως εκ τούτου, τις συνέπειες χωρίς να του έχει παρασχεθεί η δυνατότητα να ζητήσει την ακύρωσή τους. Η πράξη γενικής ισχύος της οποίας προβάλλεται η έλλειψη νομιμότητας πρέπει να έχει εφαρμογή, άμεσα ή έμμεσα, στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής και πρέπει να υφίσταται άμεση νομική σχέση μεταξύ της προσβαλλόμενης ατομικής πράξεως και της επίμαχης πράξεως γενικής ισχύος (πρβλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2020, Επιτροπή και Συμβούλιο κατά Carreras Sequeros κ.λπ., C-119/19 P και C-126/19 P, EU:C:2020:676, σκέψεις 67 έως 69· πρβλ., επίσης, απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, Mamoli Robinetteria κατά Επιτροπής, T-376/10, EU:T:2013:442, σκέψεις 48 και 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

314    Εν προκειμένω, βεβαίως, όπως επισημαίνει η προσφεύγουσα, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ που μνημονεύεται στις σκέψεις 306 έως 309 ανωτέρω, κάθε επέμβαση στην προστασία των δημοσιογραφικών πηγών πρέπει να περιβάλλεται από διαδικαστικές εγγυήσεις, προβλεπόμενες από τον νόμο, και ανάλογες προς τη σημασία της επίμαχης αρχής, μεταξύ των οποίων πρωτεύουσα θέση κατέχει η δυνατότητα προληπτικού δικαστικού ελέγχου σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που έχει καθιερώσει η εν λόγω νομολογία.

315    Πλην όμως, όπως επισημαίνει το Συμβούλιο, το πλήρες σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και διαδικασιών που κατοχυρώνει το πρωτογενές δίκαιο παρέχει τις διαδικαστικές εγγυήσεις που απαιτούνται από τη νομολογία του ΕΔΔΑ που μνημονεύεται στις σκέψεις 306 έως 309 ανωτέρω, και, ιδίως, τη δυνατότητα ελέγχου του επίμαχου μέτρου από δικαστήριο ή άλλο ανεξάρτητο και αμερόληπτο όργανο λήψεως αποφάσεων, στο οποίο έχει ανατεθεί η εξουσία να κρίνει, πριν από την παράδοση των ζητηθέντων στοιχείων, αν υφίσταται επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος που υπερισχύει της αρχής της προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών και, σε αντίθετη περίπτωση, να αποτρέπει κάθε μη απολύτως αναγκαία πρόσβαση σε πληροφορίες δυνάμενες να οδηγήσουν στην αποκάλυψη της ταυτότητας των πηγών.

316    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η Συνθήκη ΛΕΕ έχει θεσπίσει με τα άρθρα της 263 ΣΛΕΕ και 277 ΣΛΕΕ, αφενός, και με το άρθρο της 267 ΣΛΕΕ, αφετέρου, ένα πλήρες σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και διαδικασιών προς διασφάλιση του ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης, αναθέτοντας αυτόν τον έλεγχο στον δικαστή της Ένωσης (βλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 2015, T & L Sugars και Sidul Açúcares κατά Επιτροπής, C-456/13 P, EU:C:2015:284, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

317    Ο νομοθέτης της Ένωσης δεν δύναται, διά πράξεως παράγωγου δικαίου, να δημιουργήσει ένδικο βοήθημα το οποίο δεν προβλέπεται από τη Συνθήκη ΛΕΕ, αφού αυτή έχει καθιερώσει ένα πλήρες σύστημα ένδικων βοηθημάτων και διαδικασιών για τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, τον οποίον έχει αναθέσει στον δικαστή της Ένωσης (βλ. απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2024, ECHA, C-256/23 και C-290/23, EU:C:2024:683, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

318    Όπως επισημαίνει το Συμβούλιο, στον βαθμό που το άρθρο 11 του Χάρτη, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των αντίστοιχων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, απαιτεί την ύπαρξη ένδικου βοηθήματος που να πληροί ορισμένα κριτήρια, το ένδικο αυτό βοήθημα πρέπει να αναζητηθεί στο σύστημα ενδίκων βοηθημάτων που κατοχυρώνουν οι Συνθήκες και να συνάδει προς αυτό.

319    Η ύπαρξη δε τέτοιου ένδικου βοηθήματος εντός του πλήρους συστήματος ενδίκων βοηθημάτων που κατοχυρώνουν οι Συνθήκες έχει επιβεβαιωθεί από τη νομολογία σχετικά με το απόρρητο των επικοινωνιών μεταξύ δικηγόρων και πελατών.

320    Ειδικότερα, από την απόφαση της 18ης Μαΐου 1982, AM & S Europe κατά Επιτροπής (155/79, EU:C:1982:157, σκέψη 32), προκύπτει ότι το πλήρες σύστημα ενδίκων βοηθημάτων παρέχει προσήκουσα προστασία όσον αφορά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρου και πελάτη. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε με την εν λόγω απόφαση ότι, αφενός, το γεγονός ότι δυνάμει του άρθρου 185 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν άρθρου 278 ΣΛΕΕ) η ασκουμένη από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση προσφυγή κατά των αποφάσεων με τις οποίες διατάσσεται η γνωστοποίηση εγγράφων που φέρονται να καλύπτονται από το απόρρητο της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρων και πελατών δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα δίδει απάντηση στην ανησυχία που εξεδήλωσε η Επιτροπή ως προς τις συνέπειες που δύναται να έχει ο καταναλισκόμενος για τη διαδικασία ενώπιον τού Δικαστηρίου χρόνος επί της αποτελεσματικότητος του ελέγχου που η Επιτροπή καλείται να ασκεί για την τήρηση των περί ανταγωνισμού κανόνων τής συνθήκης Αφετέρου, τα συμφέροντα της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως διασφαλίζονται από την παρεχομένη με τα άρθρα 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν άρθρα 278 και 279 ΣΛΕΕ), καθώς και με το άρθρο 83 του Κανονισμού Διαδικασίας, όπως ίσχυε τότε, δυνατότητα αναστολής της εκτελέσεως της ληφθείσης αποφάσεως ή κάθε άλλου προσωρινού μέτρου.

321    Επομένως, το πλήρες σύστημα ενδίκων βοηθημάτων διασφαλίζει τη δυνατότητα προληπτικού δικαστικού ελέγχου, πριν η Επιτροπή αποκτήσει πρόσβαση στις πληροφορίες που καλύπτονται από την εμπιστευτικότητα.

322    Ειδικότερα, κατά τη νομολογία σχετικά με τις ελεγκτικές εξουσίες της Επιτροπής όσον αφορά την τήρηση των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, η οποία έχει εφαρμογή mutatis mutandis εν προκειμένω, όταν μια επιχείρηση επικαλείται το απόρρητο της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρων και πελατών για να αντιταχθεί στην κατάσχεση ενός εγγράφου στο πλαίσιο ελέγχου, η απόφαση με την οποία η Επιτροπή απορρίπτει την αίτηση αυτή αναπτύσσει έννομα αποτελέσματα έναντι αυτής της επιχειρήσεως, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική της θέση. Πράγματι, η απόφαση αυτή της στερεί το ευεργέτημα της προστασίας που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης και έχει οριστικό χαρακτήρα και είναι ανεξάρτητη από την τελική απόφαση με την οποία διαπιστώνεται παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού (πρβλ. απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2007, Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής, T-125/03 και T-253/03, EU:T:2007:287, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

323    Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η δυνατότητα που διαθέτει η επιχείρηση να ασκήσει προσφυγή κατά ενδεχόμενης αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού δεν αρκεί να προστατεύσει προσηκόντως τα δικαιώματά της. Πρώτον, η διοικητική διαδικασία μπορεί να μη καταλήξει σε απόφαση περί διαπιστώσεως παραβάσεως. Δεύτερον, η προσφυγή που ασκείται κατά της αποφάσεως αυτής, εφόσον ασκηθεί, οπωσδήποτε δεν παρέχει στην επιχείρηση το μέσο να προλάβει τα αμετάκλητα αποτελέσματα που θα συνεπαγόταν η μη νόμιμη γνώση εγγράφων που προστατεύονται με το απόρρητο (βλ. απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2007, Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής, T-125/03 και T-253/03, EU:T:2007:287, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

324    Επομένως, προκύπτει ότι η απόφαση της Επιτροπής η οποία απορρίπτει την αίτηση προστασίας ενός συγκεκριμένου εγγράφου λόγω απορρήτου –και διατάσσει, ενδεχομένως, την προσκόμιση του εν λόγω εγγράφου– περατώνει μια ειδική διαδικασία διαφορετική από εκείνην η οποία είχε ως σκοπό να επιτρέψει στην Επιτροπή να λάβει απόφαση για την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού και, επομένως, συνιστά πράξη που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, συνοδευόμενη εφόσον τούτο χρειάζεται από αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων με σκοπό, ειδικότερα, να ανασταλεί η εκτέλεσή της έως ότου το Γενικό Δικαστήριο αποφανθεί επί της κύριας προσφυγής (απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2007, Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής, T-125/03 και T-253/03, EU:T:2007:287, σκέψη 48).

325    Συναφώς, λαμβάνοντας υπόψη τον ειδικό χαρακτήρα της αρχής της προστασίας του απορρήτου της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρων και πελατών, της οποίας το αντικείμενο συνίσταται τόσο στη διαφύλαξη της πλήρους ασκήσεως των δικαιωμάτων υπερασπίσεως των πολιτών όσο και στην προστασία της απαιτήσεως ότι κάθε πολίτης πρέπει να έχει τη δυνατότητα να συμβουλεύεται ελεύθερα τον δικηγόρο του, πρέπει να θεωρηθεί ότι η γνώση εκ μέρους της Επιτροπής του περιεχομένου ενός εμπιστευτικού εγγράφου συνιστά καθαυτό παραβίαση της αρχής αυτής. Η προστασία του απορρήτου υπερβαίνει, επομένως, την απαίτηση όπως οι πληροφορίες που εμπιστεύεται η επιχείρηση στον δικηγόρο της ή το περιεχόμενο της γνώμης του τελευταίου δεν χρησιμοποιούνται κατά της επιχειρήσεως σε απόφαση για την επιβολή κυρώσεως λόγω παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού (απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2007, Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής, T-125/03 και T-253/03, EU:T:2007:287, σκέψη 86).

326    Η προστασία λόγω του απορρήτου της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρων και πελατών συνεπάγεται επίσης ότι, εφόσον η Επιτροπή εξέδωσε την απόφασή της με την οποία απορρίπτει σχετικό αίτημα, δεν πρέπει να λάβει γνώση του περιεχομένου των επίμαχων εγγράφων παρά μόνον αφού παράσχει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση τη δυνατότητα να προσφύγει προσηκόντως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Συναφώς, η Επιτροπή υποχρεούται να αναμείνει όπως παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής κατά της απορριπτικής της αποφάσεως προτού λάβει γνώση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών. Σε κάθε περίπτωση, στο μέτρο που μια τέτοια προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό χαρακτήρα, εναπόκειται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση να υποβάλει αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων που αποβλέπουν στην αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρων και πελατών (βλ. απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2007, Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής, T-125/03 και T-253/03, EU:T:2007:287, σκέψη 88 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

327    Εν προκειμένω, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 16 ανωτέρω, η Επιτροπή επιβεβαίωσε στην προσφεύγουσα, στις 18 Οκτωβρίου 2023, ότι τα έγγραφα που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν δημοσιογραφικές πηγές θα τύγχαναν ειδικής προστασίας, βασιζόμενης στη διαδικασία που έχει θεσπισθεί για την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών μεταξύ δικηγόρου και πελάτη. Η εφαρμογή της εν λόγω προστασίας επιβεβαιώθηκε εκ νέου με το έγγραφο της 6ης Δεκεμβρίου 2023 (βλ. σκέψη 21 ανωτέρω) και αποτυπώθηκε επισήμως με την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2024 (βλ. σκέψη 22 ανωτέρω).

328    Υπό το πρίσμα της νομολογίας σχετικά με το απόρρητο της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρων και πελατών, η οποία υπομνήσθηκε στις σκέψεις 320 και 322 έως 326 ανωτέρω και εφαρμόζεται mutatis mutandis εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι το πλήρες σύστημα ενδίκων βοηθημάτων που καθιερώνουν οι Συνθήκες παρέχει αποτελεσματική δικαστική προστασία η οποία πληροί όλες τις διαδικαστικές εγγυήσεις σχετικά με την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών που απαιτεί η νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, διάταξη που αντιστοιχεί στο άρθρο 11 του Χάρτη.

329    Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται από τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα με το υπόμνημα απαντήσεως.

330    Πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 263, 278 και 279 ΣΛΕΕ δεν έχουν προληπτικό («ex ante») χαρακτήρα κατά την έννοια που απαιτεί η νομολογία του ΕΔΔΑ, δεδομένου ότι μπορούν να «κινηθούν» μόνον αφού η Επιτροπή εκδώσει απόφαση με αίτημα παροχής πληροφοριών.

331    Υπογραμμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, συνιστούν πράξεις που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, τα μέτρα που αναπτύσσουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα και ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική του θέση. Κατ’ αρχήν, τα ενδιάμεσα μέτρα, σκοπός των οποίων είναι η προετοιμασία της τελικής αποφάσεως, δεν αποτελούν πράξεις δεκτικές προσφυγής. Εντούτοις, από τη νομολογία προκύπτει ότι οι πράξεις ή οι αποφάσεις που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια προπαρασκευαστικής διαδικασίας, που συνιστούν οι ίδιες το πέρας μιας ειδικής διαδικασίας διαφορετικής από εκείνη η οποία έχει ως προορισμό να παράσχει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να λάβει απόφαση επί της ουσίας της υποθέσεως και που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική του θέση, αποτελούν επίσης πράξεις δεκτικές προσφυγής (βλ. απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2007, Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής, T-125/03 και T-253/03, EU:T:2007:287, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

332    Υπό το πρίσμα της νομολογίας που μνημονεύεται στις σκέψεις 322 και 323 ανωτέρω, η οποία έχει κατ’ αναλογίαν εφαρμογή εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, όταν επιχείρηση επικαλείται την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών προκειμένου να αντιταχθεί στην προσκόμιση εγγράφου στο πλαίσιο αιτήματος παροχής πληροφοριών με απόφαση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004, η απόφαση με την οποία η Επιτροπή απορρίπτει το σχετικό αίτημα προστασίας παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι της επιχειρήσεως αυτής, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική της θέση. Πράγματι, η απόφαση αυτή στερεί από την επιχείρηση την προστασία που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης, έχει δε οριστικό χαρακτήρα και είναι αυτοτελής έναντι της τελικής αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού.

333    Επομένως, η απόφαση με την οποία η Επιτροπή απορρίπτει αίτημα προστασίας συγκεκριμένου εγγράφου για λόγους που αφορούν την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών –και διατάσσει, ενδεχομένως, την προσκόμιση του επίμαχου εγγράφου– περατώνει ειδική διαδικασία διακριτή από εκείνη που αποσκοπεί στην έκδοση αποφάσεως περί διαπιστώσεως παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού και συνιστά, ως εκ τούτου, πράξη δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, συνοδευόμενης, εν ανάγκη, από αίτηση ασφαλιστικών μέτρων αποσκοπούσα, μεταξύ άλλων, στην αναστολή της εκτελέσεώς της έως ότου το Γενικό Δικαστήριο αποφανθεί επί της κύριας προσφυγής.

334    Η προστασία των δημοσιογραφικών πηγών συνεπάγεται επίσης ότι, αφ’ ης στιγμής η Επιτροπή εκδώσει απόφαση με την οποία απορρίπτει σχετικό αίτημα προστασίας, δύναται να λάβει γνώση του περιεχομένου των επίμαχων εγγράφων μόνον αφού παράσχει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση τη δυνατότητα να προσφύγει λυσιτελώς ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και, προς τούτο, αφού αναμείνει την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής κατά της απορριπτικής αποφάσεώς της. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι μια τέτοια προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, εναπόκειται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση να υποβάλει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ζητώντας την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως περί απορρίψεως του αιτήματος παροχής της εν λόγω προστασίας.

335    Επομένως, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι οι διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 263, 278 και 279 ΣΛΕΕ δεν έχουν «προληπτικό» (ex ante) χαρακτήρα, κατά την έννοια που απαιτεί η νομολογία του ΕΔΔΑ, δεν μπορεί να γίνει δεκτός.

336    Δεύτερον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι προϋποθέσεις χορηγήσεως αναστολής εκτελέσεως ή άλλων προσωρινών μέτρων στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων διαφέρουν από την προϋπόθεση που διέπει την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών, ήτοι την ύπαρξη επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος που υπερισχύει της αρχής της προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών.

337    Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση, όπως ορθώς επισημαίνει το Συμβούλιο, ότι η προϋπόθεση περί σταθμίσεως των αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων, στην οποία προβαίνει, κατά περίπτωση, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων, αντιστοιχεί κατ’ ουσίαν στο νομικό κριτήριο που εφαρμόζεται κατά την εκτίμηση των στοιχείων που καλύπτονται από την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών, το οποίο συνίσταται στο να διαπιστωθεί αν υφίσταται επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος ο οποίος υπερισχύει της αρχής της προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών.

338    Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας, δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, την οποία προέβαλε η προσφεύγουσα κατά του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004 δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

339    Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του δευτέρου σκέλους του έκτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται προσβολή της προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών

340    Με το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θίγει την προστασία που παρέχεται στις δημοσιογραφικές πηγές, καθόσον κατονομάζει ρητώς, μεταξύ των οικείων προσώπων, δύο δημοσιογράφους, καθώς και δημοσιογράφους συνδεόμενους με τον όμιλο Vivendi, των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στους όρους αναζήτησης της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

341    Περαιτέρω, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε την ανάγκη προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών, δεδομένου ότι, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας της 18ης Οκτωβρίου 2023 μεταξύ των αρμόδιων για την έρευνα υπαλλήλων της Επιτροπής και των πληρεξουσίων της προσφεύγουσας, η Επιτροπή ανέφερε ότι αναζητούσε λύση προκειμένου να αντιμετωπίσει το ζήτημα αυτό, το οποίο είχε επισημανθεί από την προσφεύγουσα. Τούτο αποδεικνύει, κατά την προσφεύγουσα, ότι η Επιτροπή είχε επίγνωση των δυσχερειών που δημιουργούσε η προσβαλλόμενη απόφαση. Εντούτοις, κατά την προσφεύγουσα, κατά τον χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής, η προσβαλλόμενη απόφαση εξακολουθούσε να την υποχρεώνει να προσκομίσει όλα τα σχετικά στοιχεία, επ’ απειλή κυρώσεων.

342    Με το υπόμνημα απαντήσεως, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμία διαδικαστική εγγύηση όσον αφορά την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών. Μόνον κατόπιν της ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής και με ένα απλό έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου περιελήφθη στη συνέχεια στην απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2024, προέβλεψε η Επιτροπή τις εν λόγω εγγυήσεις, γεγονός το οποίο, κατά την προσφεύγουσα, δεν μπορεί να θεραπεύσει αναδρομικώς τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

343    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

344    Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της προσφυγής περιλαμβάνονται μεταξύ των λόγων απαραδέκτου δημοσίας τάξεως, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο προσφεύγων έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (βλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2022, E. Breuninger κατά Επιτροπής, T-525/21, EU:T:2022:835, σκέψη 17 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

345    Κατά τη νομολογία, προσφυγή ακυρώσεως ασκούμενη από φυσικό ή νομικό πρόσωπο είναι παραδεκτή μόνο στον βαθμό κατά τον οποίο ο προσφεύγων αυτό έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξεως. Ένα τέτοιο συμφέρον προϋποθέτει ότι η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξεως δύναται, αυτή καθεαυτή, να έχει έννομες συνέπειες και ότι, επομένως, η προσφυγή μπορεί, ως εκ του αποτελέσματός της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε. Η συνδρομή ενός τέτοιου συμφέροντος, το οποίο εκτιμάται κατά τον χρόνο άσκησης της προσφυγής και αποτελεί την πρώτη και βασική προϋπόθεση κάθε ένδικης προσφυγής, πρέπει να αποδεικνύεται από τον προσφεύγοντα (βλ. απόφαση της 27ης Μαρτίου 2019, Canadian Solar Emea κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C-236/17 P, EU:C:2019:258, σκέψη 91 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

346    Το έννομο συμφέρον ενός προσφεύγοντος πρέπει, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της προσφυγής, να υφίσταται κατά τον χρόνο της ασκήσεώς της, άλλως η προσφυγή κηρύσσεται απαράδεκτη. Το δε αντικείμενο της διαφοράς, όπως και το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος, πρέπει να εξακολουθεί να υφίσταται έως την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως, διότι άλλως καταργείται η δίκη, στοιχείο που προϋποθέτει ότι η προσφυγή μπορεί, με το αποτέλεσμά της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε (πρβλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2020, Izba Gospodarcza Producentów i Operatorów Urządzeń Rozrywkowych κατά Επιτροπής, C-560/18 P, EU:C:2020:330, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

347    Βεβαίως, το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος δεν εξαφανίζεται κατ’ ανάγκη λόγω του ότι η προσβαλλόμενη πράξη έπαυσε να παράγει αποτελέσματα κατά τη διάρκεια της δίκης. Συγκεκριμένα, το πρόσωπο το οποίο αφορά η πράξη αυτή μπορεί να διατηρεί το έννομο συμφέρον του για την ακύρωσή της προκειμένου να αποκατασταθεί η προτέρα κατάστασή του ή να υποχρεωθεί το όργανο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη να επιφέρει, στο μέλλον, τις δέουσες τροποποιήσεις και να αποτραπεί, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο κίνδυνος επαναλήψεως της πλημμέλειας που προσάπτεται στην πράξη. Ακόμη και σε περίπτωση που, λόγω των περιστάσεων, είναι αδύνατη η εκπλήρωση της υποχρεώσεως του οργάνου που εξέδωσε την ακυρωθείσα πράξη να λάβει τα μέτρα που επάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως που ακυρώνει την πράξη αυτή, η προσφυγή ακυρώσεως μπορεί να εξακολουθεί να έχει αντικείμενο αποτελώντας τη βάση μελλοντικής αγωγής αποζημιώσεως (βλ. απόφαση της 30ής Ιουνίου 2022, Camerin κατά Επιτροπής, C-63/21 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2022:516, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

348    Ωστόσο, εναπόκειται στην προσφεύγουσα να αποδείξει το έννομο συμφέρον της προς άσκηση της προσφυγής, τεκμηριώνοντας προσηκόντως το συμφέρον που παρουσιάζει γι’ αυτήν η ακύρωση της επίμαχης πράξεως (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιουνίου 2022, Camerin κατά Επιτροπής, C-63/21 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2022:516, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

349    Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά το έννομο συμφέρον προβολής συγκεκριμένου λόγου ακυρώσεως (απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2017, JingAo Solar κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T-157/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:127, σκέψη 69).

350    Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι η διατήρηση του εννόμου συμφέροντος του προσφεύγοντος πρέπει να εκτιμάται in concreto λαμβανομένων, μεταξύ άλλων, υπόψη των συνεπειών της προβαλλόμενης ελλείψεως νομιμότητας και της φύσεως της ζημίας που ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι υπέστη (απόφαση της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C-239/12 P, EU:C:2013:331, σκέψη 65).

351    Συναφώς, κατά τη νομολογία, λόγος ακυρώσεως είναι απαράδεκτος, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, ακόμη και αν υποτεθεί ότι είναι βάσιμος, οσάκις η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξεως για τον λόγο αυτό δεν δύναται να ικανοποιήσει τα αιτήματα του προσφεύγοντος (βλ. απόφαση της 9ης Ιουνίου 2011, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά ΕΚΤ, C-401/09 P, EU:C:2011:370, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

352    Εν προκειμένω, πρέπει, κατ’ αρχάς, να υπομνησθεί το πραγματικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου ακυρώσεως, ιδίως όπως αυτό προκύπτει από τις σκέψεις 15 έως 21 ανωτέρω.

353    Ειδικότερα, κατόπιν του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε η προσφεύγουσα προς την Επιτροπή στις 14 Οκτωβρίου 2023 (βλ. σκέψη 15 ανωτέρω), η Επιτροπή επιβεβαίωσε στην προσφεύγουσα, κατά την τηλεφωνική διάσκεψη της 18ης Οκτωβρίου 2023, ότι τα έγγραφα που ενδέχεται να αποκαλύψουν δημοσιογραφικές πηγές θα ετύγχαναν ιδιαίτερης προστασίας βασιζόμενης στη διαδικασία που έχει θεσπισθεί για την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών μεταξύ δικηγόρων και πελατών (βλ. σκέψη 16 ανωτέρω). Εν συνεχεία, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 26ης Οκτωβρίου 2023, η Επιτροπή κάλεσε την προσφεύγουσα να της διαβιβάσει τον κατάλογο των οικείων προσώπων που είναι κάτοχοι δημοσιογραφικής ταυτότητας και να συζητήσουν τις πρακτικές λεπτομέρειες που θα διασφάλιζαν την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών (βλ. σκέψη 18 ανωτέρω).

354    Στις 27 Οκτωβρίου 2023, ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2023 για τη διαβίβαση των ζητούμενων εγγράφων, κανένα έγγραφο δεν είχε υποβληθεί από την προσφεύγουσα. Την ίδια ημέρα, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2023 (βλ. σκέψη 19 ανωτέρω).

355    Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Νοεμβρίου 2023, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (βλ. σκέψη 20 ανωτέρω).

356    Με το έγγραφο της 6ης Δεκεμβρίου 2023, ο γενικός διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Επιτροπής επανέλαβε ότι κάθε έγγραφο που θέτει σε κίνδυνο την προστασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή δημοσιογραφικών πηγών θα απολαύει ισχυρών διαδικαστικών εγγυήσεων κατ’ εφαρμογήν της σχετικής νομοθεσίας και νομολογίας και εξειδίκευσε τις εν λόγω διαδικαστικές εγγυήσεις (βλ. σκέψη 21 ανωτέρω).

357    Ειδικότερα, στο σημείο 14 του εγγράφου της 6ης Δεκεμβρίου 2023, όσον αφορά τα έγγραφα που ενδέχεται να περιέχουν πληροφορίες σχετικές με δημοσιογραφικές πηγές, η Επιτροπή πρότεινε την εφαρμογή διαδικαστικών εγγυήσεων ανάλογων προς εκείνες που έχουν θεσπισθεί για τη διασφάλιση της προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών μεταξύ δικηγόρου και πελάτη. Στην πράξη, προβλεπόταν ότι τα πρόσωπα τα οποία αφορούσε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία ήταν κάτοχοι δημοσιογραφικής ταυτότητας μπορούσαν να επανεξετάσουν τα έγγραφα που πληρούσαν τα κριτήρια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να εντοπίσουν τις πληροφορίες που καλύπτονταν από την προστασία αυτή και να προσκομίσουν εκδοχή των εγγράφων από την οποία θα έχει απαλειφθεί κάθε στοιχείο που καθιστά δυνατή την ταυτοποίηση των δημοσιογραφικών πηγών (ή, άλλως, εφόσον δεν είναι δυνατή η υποβολή μη εμπιστευτικής εκδοχής, να εξαιρέσουν το σχετικό έγγραφο από την προσκόμιση). Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα έφερε την ευθύνη για την πλήρη και ορθή προσκόμιση του συνόλου των εγγράφων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όφειλε η ίδια να προσκομίσει τα λοιπά έγγραφα, καθώς και αναλυτικό συνοπτικό πίνακα στον οποίο να περιγράφεται λεπτομερώς η φύση των πληροφοριών που είχαν απαλειφθεί ή τα έγγραφα που είχαν εξαιρεθεί από την προσκόμιση.

358    Όπως προκύπτει από τη σκέψη 22 ανωτέρω, οι εγγυήσεις αυτές όσον αφορά την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών επισημοποιήθηκαν με την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2024, της οποίας η αιτιολογική σκέψη 13, στοιχείο βʹ, προβλέπει ότι τα πρόσωπα τα οποία αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία είναι κάτοχοι δημοσιογραφικής ταυτότητας θα μπορούν να επανεξετάσουν τα έγγραφα που πληρούν τα κριτήρια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να προσδιορίσουν τις πληροφορίες που καλύπτονται από την εν λόγω προστασία και να προσκομίσουν εκδοχή των εγγράφων από την οποία θα έχει απαλειφθεί κάθε στοιχείο που καθιστά δυνατή την ταυτοποίηση των δημοσιογραφικών πηγών ή, εφόσον δεν είναι δυνατή η υποβολή μη εμπιστευτικής εκδοχής, να εξαιρέσουν το σχετικό έγγραφο από την προσκόμιση. Προβλέπεται επίσης ότι η προσφεύγουσα οφείλει να προσκομίσει τα λοιπά έγγραφα, καθώς και αναλυτικό ανακεφαλαιωτικό πίνακα στον οποίο να περιγράφεται λεπτομερώς η φύση των πληροφοριών που έχουν απαλειφθεί ή τα έγγραφα που έχουν εξαιρεθεί από την προσκόμιση.

359    Πρέπει να διευκρινιστεί ότι η Επιτροπή, με έγγραφο της 25ης Ιανουαρίου 2024, ενημέρωσε το Γενικό Δικαστήριο για την έκδοση της αποφάσεως της 24ης Ιανουαρίου 2024 και κάλεσε την προσφεύγουσα να προσαρμόσει το δικόγραφό της βάσει του άρθρου 86 του Κανονισμού Διαδικασίας. Το έγγραφο αυτό κατατέθηκε στη δικογραφία και επιδόθηκε στην προσφεύγουσα την 1η Φεβρουαρίου 2024.

360    Συναφώς, πρέπει, πάντως, να επισημανθεί ότι το κύρος πράξεως της Ένωσης πρέπει να εξετάζεται με γνώμονα τα διαθέσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως (πρβλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2013, Schaible, C-101/12, EU:C:2013:661, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

361    Εντούτοις, κατά τη νομολογία, όταν απόφαση ή κανονισμός που αφορά άμεσα και ατομικά έναν ιδιώτη αντικαθίσταται, διαρκούσης της διαδικασίας, από πράξη έχουσα το ίδιο αντικείμενο, η πράξη αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως νέο στοιχείο που παρέχει στον προσφεύγοντα τη δυνατότητα να προσαρμόσει τα αιτήματα και τους ισχυρισμούς του. Πράγματι, θα ήταν αντίθετο προς την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και προς την απαίτηση οικονομίας της διαδικασίας να υποχρεωθεί ο προσφεύγων να ασκήσει νέα προσφυγή. Επιπλέον, θα ήταν άδικο να έχει το καθού θεσμικό όργανο τη δυνατότητα, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις αιτιάσεις που περιέχει η προσφυγή που ασκήθηκε ενώπιον του δικαστή της Ένωσης κατά μιας πράξεως, να προσαρμόσει την προσβαλλόμενη πράξη ή να την αντικαταστήσει με άλλη και να επικαλεστεί, κατά τη διάρκεια της δίκης, αυτή την τροποποίηση ή αντικατάσταση για να στερήσει από τον αντίδικο τη δυνατότητα να επεκτείνει στη μεταγενέστερη πράξη τα αρχικά του αιτήματα και τους αρχικούς του λόγους ακυρώσεως ή να διατυπώσει πρόσθετα αιτήματα και πρόσθετους λόγους ακυρώσεως της πράξεως αυτής (βλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2013, Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου, T-35/10 και T-7/11, EU:T:2013:397, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

362    Σύμφωνα με το άρθρο 86, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, οσάκις μια πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση αντικαθίσταται ή τροποποιείται από άλλη πράξη έχουσα το ίδιο αντικείμενο, ο προσφεύγων μπορεί, πριν από την περάτωση της προφορικής διαδικασίας ή πριν από την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της διαφοράς χωρίς διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας, να προσαρμόσει την προσφυγή του προκειμένου να ληφθεί υπόψη το νέο αυτό στοιχείο. Η προσαρμογή της προσφυγής γίνεται με χωριστό δικόγραφο και εντός της προβλεπομένης στο άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προθεσμίας, εντός της οποίας μπορεί να ζητηθεί η ακύρωση της πράξεως που δικαιολογεί την προσαρμογή της προσφυγής.

363    Εν προκειμένω, κατά πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, τόσο με το υπόμνημα απαντήσεως όσο και με τις απαντήσεις της στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, καθώς και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η έκδοση της αποφάσεως της 24ης Ιανουαρίου 2024 δεν μπορεί να θεραπεύσει αναδρομικώς, κατά τη διάρκεια της δίκης, τις πλημμέλειες που ενέχει η προσβαλλόμενη απόφαση. Η προσφεύγουσα διευκρινίζει επίσης ότι η υπό κρίση προσφυγή αφορά αποκλειστικώς την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν τροποποιήθηκε, κατά τη γνώμη της, με την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2024 – της οποίας το άρθρο 1 τροποποιεί το άρθρο 2 της αποφάσεως της 27ης Οκτωβρίου 2023, στο δε άρθρο 2 προβλέπεται η επιβολή χρηματικής ποινής. Επομένως, κατά την προσφεύγουσα, δεν συνέτρεχε λόγος μεταβολής του αντικειμένου της προσφυγής, όπως αυτό είχε καθοριστεί με το εισαγωγικό δικόγραφο της προσφυγής.

364    Επιβάλλεται, ωστόσο, η διαπίστωση ότι η απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2024 τροποποιεί, κατ’ ουσίαν, την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τρεις πτυχές.

365    Πρώτον, όπως προκύπτει από τη σκέψη 22 ανωτέρω, το άρθρο 1 της αποφάσεως της 24ης Ιανουαρίου 2024 παρατείνει έως τις 7 Φεβρουαρίου 2024 την προθεσμία της 1ης Δεκεμβρίου 2023 που είχε ταχθεί με την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2023, η οποία αποτελούσε, με τη σειρά της, παράταση της αρχικής προθεσμίας της 27ης Οκτωβρίου 2023 που είχε ταχθεί με την απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2023.

366    Δεύτερον, στην αιτιολογική σκέψη 13, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως της 24ης Ιανουαρίου 2024 προβλέπονται, σε σχέση με την προσβαλλόμενη απόφαση, πρόσθετες διαδικαστικές εγγυήσεις για τη διασφάλιση της προστασίας ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μέσω της θεσπίσεως διαδικασίας εικονικής αίθουσας δεδομένων (virtual data room), όπως είχε προταθεί με το έγγραφο της 6ης Δεκεμβρίου 2023.

367    Τρίτον, στην αιτιολογική σκέψη 13, στοιχείο βʹ, της αποφάσεως της 24ης Ιανουαρίου 2024 προβλέπονται διαδικαστικές εγγυήσεις για την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών, επιβεβαιώνοντας τη διαδικασία που είχε προταθεί με το έγγραφο της 6ης Δεκεμβρίου 2023. Οι εγγυήσεις αυτές είναι, κατ’ ουσίαν, οι ίδιες με εκείνες που είχαν αποτελέσει αντικείμενο άτυπων διαβουλεύσεων μεταξύ της Επιτροπής και της προσφεύγουσας και είχαν βασιστεί στη διαδικασία που εφαρμόζεται για την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών μεταξύ δικηγόρου και πελάτη (βλ. σκέψεις 353 έως 357 ανωτέρω).

368    Κατά δεύτερον, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 359 ανωτέρω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα δεν στερήθηκε της δυνατότητας να επεκτείνει τα αρχικά αιτήματά της και τους αρχικούς λόγους ακυρώσεως ώστε να καταλαμβάνουν και την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2024 ή να προβάλει συμπληρωματικά αιτήματα και πρόσθετους λόγους ακυρώσεως, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύεται στη σκέψη 361 ανωτέρω.

369    Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 353 έως 357 ανωτέρω, παρατηρείται ότι, στο πλαίσιο του διαλόγου της με την Επιτροπή, η προσφεύγουσα είχε ήδη λάβει γνώση, πριν από την κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής στις 23 Νοεμβρίου 2023, των προσπαθειών της Επιτροπής να εξεύρει λύση για την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών, βασιζόμενη στη διαδικασία που έχει θεσπισθεί για την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών μεταξύ δικηγόρων και πελατών.

370    Εντούτοις, η προσφεύγουσα επέλεξε να μην προσαρμόσει το δικόγραφο της προσφυγής της προκειμένου να λάβει υπόψη την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2024 στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, ούτε εξάλλου να ασκήσει νέα προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως.

371    Κατά τρίτον, όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύεται στις σκέψεις 345 έως 348 ανωτέρω, προσφυγή ακυρώσεως ασκούμενη από φυσικό ή νομικό πρόσωπο είναι παραδεκτή μόνον κατά το μέτρο που ο προσφεύγων έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξεως. Το έννομο αυτό συμφέρον, την ύπαρξη του οποίου οφείλει να αποδείξει η προσφεύγουσα, προϋποθέτει ότι η ακύρωση της πράξεως είναι ικανή, αφ’ εαυτής, να έχει έννομες συνέπειες και ότι, επομένως, η προσφυγή μπορεί, ως εκ του αποτελέσματός της, να προσπορίσει όφελος στον διάδικο που την άσκησε.

372    Εν προκειμένω, απαντώντας στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι εξακολουθούσε να έχει έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει, στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του έκτου λόγου ακυρώσεως, την ύπαρξη διαδικαστικών εγγυήσεων για την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών, καθόσον, αφενός, η Επιτροπή δεν μπορεί να άρει αναδρομικώς τις πλημμέλειες που θίγουν τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως και, αφετέρου, οι προβλεπόμενες εγγυήσεις δεν ήταν ικανές να αποτρέψουν οποιαδήποτε προσβολή της προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών. Συναφώς, η προσφεύγουσα προβάλλει νέους ισχυρισμούς, με τους οποίους αμφισβητεί την επάρκεια των εγγυήσεων που είχαν παρασχεθεί με την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2024.

373    Ωστόσο, αφενός, οι νέοι αυτοί ισχυρισμοί, με τους οποίους αμφισβητείται η επάρκεια των εν λόγω εγγυήσεων και οι οποίοι προβάλλονται για πρώτη φορά κατά το στάδιο της απαντήσεως στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2025, Ben Ali κατά Συμβουλίου, T-178/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2025:114, σκέψη 54).

374    Αφετέρου, διαπιστώνεται ότι, με την απάντηση αυτή, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι εξακολουθεί να έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της προσφυγής όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου ακυρώσεως. Ειδικότερα, δεν εξηγεί για ποιους λόγους η ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως θα μπορούσε να της προσπορίσει όφελος μετά την έκδοση της αποφάσεως της 24ης Ιανουαρίου 2024, την οποία η προσφεύγουσα επέλεξε να μην προσβάλει στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής.

375    Συναφώς, επισημαίνεται ότι, πριν από την έκδοση της αποφάσεως της 24ης Ιανουαρίου 2024, η προσφεύγουσα δεν είχε προσκομίσει κανένα έγγραφο στην Επιτροπή.

376    Πράγματι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία και όπως επιβεβαιώθηκε από την προσφεύγουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα διαβίβασε για πρώτη φορά έγγραφα στην Επιτροπή τον Φεβρουάριο του 2024, στη συνέχεια δε κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Δεκέμβριο του 2024. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα επισήμανε ότι, τον Δεκέμβριο του 2024, η Επιτροπή είχε λάβει όλα τα έγγραφα που πληρούσαν τα κριτήρια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με εξαίρεση τα έγγραφα που καλύπτονταν από το απόρρητο των επικοινωνιών μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών και την προστασία της ιδιωτικής ζωής των οικείων προσώπων.

377    Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρήγαγε συναφώς έννομα αποτελέσματα κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της εκδόσεώς της, ήτοι στις 19 Σεπτεμβρίου 2023, και της ενάρξεως ισχύος της αποφάσεως της 24ης Ιανουαρίου 2024.

378    Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα δεν θα μπορούσε να αντλήσει κανένα όφελος από ενδεχόμενη ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ελλείψεως διαδικαστικών εγγυήσεων για την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών.

379    Κατά τα λοιπά, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, η προσφεύγουσα δεν προβάλει αίτημα αποζημιώσεως ούτε επικαλείται τη διατήρηση εννόμου συμφέροντος για οποιονδήποτε από τους λόγους που προβλέπονται από τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 347 ανωτέρω.

380    Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων, συνάγεται ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι εξακολουθεί να έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της προσφυγής όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου ακυρώσεως.

381    Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου ακυρώσεως και, κατά συνέπεια, ο έκτος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.

 Επί του εβδόμου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη επαρκών εγγυήσεων για την προστασία του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής

382    Με τον έβδομο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει επαρκείς εγγυήσεις για την προστασία του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη και στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

383    Κατά την προσφεύγουσα, το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση την υποχρεώνει να προσκομίσει έγγραφα που άπτονται της ιδιωτικής ζωής ορισμένων εργαζομένων και διοικούντων της αποδεικνύεται, κατ’ ουσίαν, από τα ακόλουθα στοιχεία. Πρώτον, τα ιδιωτικά και/ή προσωπικά κινητά τηλέφωνα ή ταμπλέτες (στο εξής: προσωπικά εργαλεία επικοινωνίας), τα οποία χρησιμοποιήθηκαν έστω και μία φορά για επαγγελματικούς σκοπούς, εμπίπτουν, για το επίμαχο χρονικό διάστημα, στο πεδίο εφαρμογής της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Δεύτερον, τα έγγραφα που εμπίπτουν στο σημείο III, παράγραφος 7, του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει να προσκομιστούν στο σύνολό τους. Τρίτον, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμία ένδειξη σχετικά με τις διαδικαστικές εγγυήσεις για την προστασία του απορρήτου της ιδιωτικής ζωής. Τέταρτον, το γαλλικό εργατικό δίκαιο αντιτίθεται στη διαταγή που επιβάλλεται με την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά την προσφεύγουσα, αν η ίδια συμμορφωνόταν προς την υποχρέωση που της επιβάλλεται με την προσβαλλόμενη απόφαση να συλλέξει, να επεξεργαστεί και να διαβιβάσει στην Επιτροπή έγγραφα που εμπίπτουν στην προσωπική σφαίρα ορισμένων εργαζομένων και διοικούντων της, θα εκτίθετο στον κίνδυνο επιβολής ποινικών κυρώσεων και θα προσέβαλλε το δικαίωμα των προσώπων αυτών στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής.

384    Η προσφεύγουσα διευκρινίζει συναφώς ότι, κατά το γαλλικό δίκαιο, ο εργοδότης δεν μπορεί να έχει πρόσβαση στην αλληλογραφία ή στα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αποστέλλονται ή παραλαμβάνονται από εργαζόμενο στον χώρο εργασίας του, ούτε στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του εργαζομένου στον χώρο εργασίας του και τα οποία ο τελευταίος έχει χαρακτηρίσει ως προσωπικά, εκτός αν ο ενδιαφερόμενος είναι παρών κατά την εξέτασή τους ή έχει κληθεί να παραστεί. Εξάλλου, ο εργοδότης δεν δύναται να εξετάζει τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αποστέλλει ή λαμβάνει ο εργαζόμενος μέσω του προσωπικού του λογαριασμού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ο οποίος είναι διαφορετικός από τον επαγγελματικό λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ούτε τις συνομιλίες που πραγματοποιεί εργαζόμενος μέσω προσωπικής εφαρμογής άμεσης ανταλλαγής μηνυμάτων, διότι άλλως διαπράττει το αδίκημα της παραβιάσεως του απορρήτου της αλληλογραφίας, τούτο δε ακόμη και όταν ο προσωπικός λογαριασμός ή η προσωπική εφαρμογή άμεσης ανταλλαγής μηνυμάτων έχει εγκατασταθεί ή χρησιμοποιείται από τον εργαζόμενο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που του έχει διαθέσει ο εργοδότης.

385    Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή συγχέει τις έννοιες των «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» και των πληροφοριών που εμπίπτουν στην «ιδιωτική ζωή». Κατά την προσφεύγουσα, η έννοια των «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» είναι, εντούτοις, στενότερη από την ευρύτερη έννοια της «ιδιωτικής ζωής». Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η προστασία την οποία η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι επιφυλάσσει αποκλειστικά στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν καλύπτει πληροφορίες οι οποίες, μολονότι δεν έχουν αμιγώς προσωπικό χαρακτήρα, εμπίπτουν στο πεδίο προστασίας του θεμελιώδους δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής.

386    Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

387    Κατά το άρθρο 7 του Χάρτη, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του.

388    Το άρθρο 7 του Χάρτη περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε εκείνα τα οποία κατοχυρώνονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του [βλ. απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2022, Google (Διαγραφή συνδέσμων προς φερόμενο ως ανακριβές περιεχόμενο), C-460/20, EU:C:2022:962, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, στο άρθρο 7 του Χάρτη πρέπει να αναγνωριστεί η ίδια έννοια και εμβέλεια όπως αυτές που αποδίδονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, όπως τούτο ερμηνεύεται με τη νομολογία του ΕΔΔΑ (απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses, C-419/14, EU:C:2015:832, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

 Επί της υπάρξεως επεμβάσεως, την οποία συνεπάγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, στην άσκηση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη

389    Κατά πάγια νομολογία, η κοινοποίηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτον, όπως είναι μια δημόσια αρχή, στοιχειοθετεί επέμβαση στο κατοχυρωμένο στο άρθρο 7 του Χάρτη θεμελιώδες δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, ανεξαρτήτως της μεταγενέστερης χρήσης των κοινοποιούμενων πληροφοριών, έστω και χωρίς τη συνδρομή περιστάσεων που θα επέτρεπαν τον χαρακτηρισμό της επεμβάσεως αυτής ως «σοβαρής». Το αυτό ισχύει και για τη διατήρηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως και για την πρόσβαση στα δεδομένα αυτά με σκοπό τη χρήση τους από τις δημόσιες αρχές. Συναφώς, ελάχιστη σημασία έχει αν οι γνωστοποιούμενες πληροφορίες για την ιδιωτική ζωή είναι ευαίσθητες ή όχι ή αν οι ενδιαφερόμενοι υπέστησαν ή όχι πιθανές δυσμενείς συνέπειες λόγω της επεμβάσεως αυτής (πρβλ. αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 2018, Ministerio Fiscal, C-207/16, EU:C:2018:788, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 21ης Ιουνίου 2022, Ligue des droits humains, C-817/19, EU:C:2022:491, σκέψη 96 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Στο πλαίσιο αυτό, δεν ασκεί επιρροή ούτε το γεγονός ότι τα επίμαχα δεδομένα ενδέχεται να αφορούν επαγγελματικές δραστηριότητες (πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers, C-37/20 και C-601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

390    Στο πλαίσιο αυτό, έχει κριθεί από το Δικαστήριο ότι η κατάσχεση μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο πλαίσιο έρευνας διενεργούμενης στην επαγγελματική ή εμπορική εγκατάσταση φυσικού προσώπου ή στις εγκαταστάσεις εμπορικής εταιρίας συνιστά επέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη (πρβλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses, C-419/14, EU:C:2015:832, σκέψεις 70 έως 73 και 80 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

391    Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 6 έως 12 και 19 ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση επιβάλλει, κατ’ ουσίαν, στην προσφεύγουσα την υποχρέωση να συλλέξει και να διαβιβάσει στην Επιτροπή, αφενός, τα έγγραφα τα οποία απεστάλησαν ή παραλήφθηκαν κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα από δεκατέσσερα οικεία πρόσωπα (καθώς και από τους διαδόχους και προκατόχους τους), όπως κατονομάζονται στο σημείο II, παράγραφος 5, του παραρτήματός της και περιέχουν τουλάχιστον έναν από τους όρους αναζήτησης που απαριθμούνται στο σημείο VII του παραρτήματος αυτού και, αφετέρου, τα έγγραφα που αντηλλάγησαν κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα μεταξύ τεσσάρων προσώπων που κατονομάζονται στο σημείο III, παράγραφος 7, στοιχεία αʹ έως γʹ, του εν λόγω παραρτήματος. Η υποχρέωση αυτή καταλαμβάνει τις επικοινωνίες που πραγματοποιήθηκαν τόσο μέσω επαγγελματικών εργαλείων επικοινωνίας όσο και μέσω προσωπικών εργαλείων επικοινωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι τα τελευταία έχουν χρησιμοποιηθεί έστω και μία φορά για επαγγελματικής φύσεως επικοινωνίες.

392    Υπό τις συνθήκες αυτές, τα έγγραφα που πρέπει να συλλεγούν, να υποβληθούν σε επεξεργασία και να διαβιβαστούν στην Επιτροπή ενδέχεται να περιέχουν πληροφορίες που άπτονται της ιδιωτικής ζωής ορισμένων εργαζομένων και διοικούντων της προσφεύγουσας. Κατά συνέπεια, η εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ενέχει τον κίνδυνο σοβαρής επεμβάσεως στο θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη.

393    Όσον αφορά τη σοβαρότητα της επεμβάσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, αφενός, η υποχρέωση που επιβάλλεται με την προσβαλλόμενη απόφαση καταλαμβάνει και τις επικοινωνίες που πραγματοποιήθηκαν μέσω προσωπικών εργαλείων επικοινωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά έχουν χρησιμοποιηθεί έστω και μία φορά για επαγγελματικές επικοινωνίες. Αφετέρου, η προσβαλλόμενη απόφαση όχι μόνον επιβάλλει τη διαβίβαση των εγγράφων που αντηλλάγησαν καθ’ όλη τη διάρκεια του επίμαχου χρονικού διαστήματος όσον αφορά τα πρόσωπα που μνημονεύονται στη σκέψη 391 ανωτέρω, αλλά προβλέπει επίσης, στο σημείο III, παράγραφος 9, του παραρτήματός της, την υποχρέωση προσκομίσεως του συνόλου των επικοινωνιών μεταξύ ορισμένων προσώπων όταν έστω μία και μόνον επικοινωνία περιέχει κάποιον από τους όρους αναζήτησης που διαλαμβάνονται στην εν λόγω απόφαση.

394    Ως εκ τούτου, η εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ενδέχεται να οδηγήσει στη γνωστοποίηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πολύ διαφορετικής φύσεως, η έκταση των οποίων είναι δυσχερώς προσδιορίσιμη εκ των προτέρων, και μπορεί να είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Επιπλέον, οι πληροφορίες που συλλέγονται από προσωπικά εργαλεία επικοινωνίας είναι πιθανό να παρέχουν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με ευαίσθητες πτυχές της ιδιωτικής ζωής των οικείων προσώπων σε σύγκριση με τις πληροφορίες που προέρχονται από επαγγελματικά εργαλεία επικοινωνίας. Επομένως, από τα δεδομένα αυτά στο σύνολό τους μπορούν να συναχθούν ακριβή συμπεράσματα σχετικά με την ιδιωτική ζωή των οικείων προσώπων.

395    Πλην όμως, η κοινοποίηση ευαίσθητων πληροφοριών σχετικά με την ιδιωτική ζωή των οικείων προσώπων, βάσει των οποίων μπορούν να συναχθούν ακριβή συμπεράσματα σχετικά με την ιδιωτική ζωή τους, συνιστά σοβαρή επέμβαση στο θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη [πρβλ. αποφάσεις της 1ης Αυγούστου 2022, Vyriausioji tarnybinės etikos komisija, C-184/20, EU:C:2022:601, σκέψη 105· της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers, C-37/20 και C-601/20, EU:C:2022:912, σκέψεις 41 έως 44, και της 30ής Απριλίου 2024, La Quadrature du Net κ.λπ. (Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και καταπολέμηση των προσβολών δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας), C-470/21, EU:C:2024:370, σκέψη 96 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

396    Κατά συνέπεια, η προβλεπόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση υποχρέωση διαβιβάσεως στην Επιτροπή ενέχει τον κίνδυνο σοβαρής επεμβάσεως στο θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη.

397    Δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά, κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, περιορισμό στην άσκηση του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον ο περιορισμός αυτός είναι δικαιολογημένος υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει η εν λόγω διάταξη.

 Επί της δικαιολογήσεως της επεμβάσεως που συνεπάγεται η προσβαλλόμενη απόφαση

398    Κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του Χάρτη, κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο (απαίτηση η οποία χαρακτηρίζεται στη νομολογία ως «αρχή της νομιμότητας») και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του Χάρτη, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται σε αυτά τα δικαιώματα και τις ελευθερίες μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.

–       Επί της τηρήσεως της αρχής της νομιμότητας

399    Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η τήρηση της αρχής της νομιμότητας προϋποθέτει ότι η νομική βάση που επιτρέπει τον επίμαχο περιορισμό καθορίζει το περιεχόμενό του κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή [πρβλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2023, Ministerstvo na vatreshnite raboti (Καταγραφή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων από την αστυνομία), C-205/21, EU:C:2023:49, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

400    Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι ο περιορισμός στην άσκηση του θεμελιώδους δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, τον οποίο συνεπάγεται η εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προβλέπεται από νομοθετική πράξη της Ένωσης. Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί τη βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004, το οποίο παρέχει την εξουσία στην Επιτροπή, προς εκπλήρωση των καθηκόντων της βάσει του εν λόγω κανονισμού, να ζητεί, με απόφαση, από επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων την παροχή όλων των αναγκαίων πληροφοριών (βλ. ανωτέρω, σκέψεις 112 έως 124).

401    Η άσκηση των εξουσιών που παρέχει στην Επιτροπή ο κανονισμός 139/2004 συντελεί στη διατήρηση του συστήματος ανταγωνισμού το οποίο προβλέπουν οι Συνθήκες και οι επιχειρήσεις οφείλουν να τηρούν οπωσδήποτε (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 20ής Ιουνίου 2018, České dráhy κατά Επιτροπής, T-621/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:367, σκέψη 105 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

402    Δεδομένου ότι ο κανονισμός 139/2004 παρέχει στην Επιτροπή, κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή, την εξουσία να εκδίδει αποφάσεις με τις οποίες ζητείται η παροχή πληροφοριών, η προσβαλλόμενη απόφαση τηρεί την αρχή της νομιμότητας κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη.

–       Επί του σεβασμού του βασικού περιεχομένου του θεμελιώδους δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη

403    Κατά τη νομολογία, ρύθμιση που επιτρέπει στις δημόσιες αρχές την πρόσβαση κατά γενικευμένο τρόπο στο περιεχόμενο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρέπει να θεωρηθεί ότι προσβάλλει το βασικό περιεχόμενο του θεμελιώδους δικαιώματος του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, όπως αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 7 του Χάρτη (βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Schrems, C-362/14, EU:C:2015:650, σκέψη 94 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

404    Ομοίως, μέτρο το οποίο παρέχει στις δημόσιες αρχές τη δυνατότητα να έχουν πλήρη εικόνα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής των ενδιαφερομένων προσώπων δύναται να προσβάλλει το βασικό περιεχόμενο του θεμελιώδους δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη (αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 2022, Ligue des droits humains, C-817/19, EU:C:2022:491, σκέψη 120· αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers, C-37/20 και C-601/20, EU:C:2022:912, σκέψεις 50 έως 52, και της 21ης Μαρτίου 2024, Landeshauptstadt Wiesbaden, C-61/22, EU:C:2024:251, σκέψεις 80 και 81).

405    Εντούτοις, περιορισμός θεμελιώδους δικαιώματος σέβεται το βασικό περιεχόμενό του όταν δεν θέτει εν αμφιβόλω το δικαίωμα αυτό καθαυτό, ιδίως όταν εφαρμόζεται μόνον υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, εφόσον αυτές πληρούνται (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2015, Delvigne, C-650/13, EU:C:2015:648, σκέψη 48, και της 27ης Σεπτεμβρίου 2017, Puškár, C-73/16, EU:C:2017:725, σκέψη 64).

406    Εν προκειμένω, κατά πρώτον, μολονότι είναι αληθές ότι οι πληροφορίες που συλλέγονται και διαβιβάζονται στην Επιτροπή κατ’ εφαρμογήν της προσβαλλόμενης αποφάσεως μπορούν να αποκαλύψουν ιδιαιτέρως ακριβείς πληροφορίες σχετικά με την ιδιωτική ζωή των οικείων προσώπων, εντούτοις οι πληροφορίες αυτές είναι ικανές να παράσχουν μόνον αποσπασματικές και δευτερεύουσες ενδείξεις σχετικά με ορισμένες πτυχές της ιδιωτικής ζωής των εν λόγω προσώπων. Πράγματι, οι πληροφορίες αυτές αφορούν διαφορετικές κατηγορίες δεδομένων που άπτονται της ιδιωτικής ζωής, οι οποίες δεν έχουν κατ’ ανάγκην σχέση μεταξύ τους και δεν συνιστούν ομοιογενές σύνολο.

407    Συναφώς, διαπιστώνεται ότι το χρονικό, προσωπικό και καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της προσβαλλόμενης αποφάσεως οριοθετείται μέσω των επακριβών ορισμών του επίμαχου χρονικού διαστήματος (σημείο I, παράγραφος 4, του παραρτήματός της), των οικείων προσώπων (σημείο II, παράγραφος 5, του παραρτήματός της) και των όρων αναζήτησης (σημείο VII του παραρτήματός της), με αποτέλεσμα η εν λόγω απόφαση να μην επιβάλλει στην προσφεύγουσα την υποχρέωση να συλλέξει και να διαβιβάσει στην Επιτροπή το σύνολο των εγγράφων που αντηλλάγησαν μεταξύ των εργαζομένων της και των διοικούντων της (βλ. σκέψη 391 ανωτέρω).

408    Πρέπει επίσης να διευκρινιστεί ότι τα προσωπικά εργαλεία επικοινωνίας εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της προσβαλλόμενης αποφάσεως μόνον εφόσον έχουν χρησιμοποιηθεί έστω και μία φορά για επαγγελματικούς σκοπούς, όπως προκύπτει από το σημείο I, παράγραφος 2, του παραρτήματος της εν λόγω αποφάσεως (βλ. ανωτέρω, σκέψεις 8 και 391). Η προϋπόθεση αυτή καθιστά δυνατή την οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποκλειστικώς στα πρόσωπα που χρησιμοποίησαν τα προσωπικά εργαλεία επικοινωνίας τους για επαγγελματικούς σκοπούς. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το επίμαχο αίτημα παροχής πληροφοριών αποσκοπεί στη διαπίστωση παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού, τομέας στον οποίο επικοινωνίες κρίσιμες για την έρευνα ενδέχεται να πραγματοποιούνται μεταξύ των οικείων προσώπων και μέσω άλλων εργαλείων επικοινωνίας, πέραν των επαγγελματικών.

409    Επιπλέον, υπογραμμίζεται ότι με τις αποφάσεις για την παροχή πληροφοριών που εκδίδονται βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004 δεν επιδιώκεται, αφ’ εαυτού, η συλλογή πληροφοριών που άπτονται της ιδιωτικής ζωής των οικείων προσώπων ή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν, αλλά η συλλογή των αναγκαίων πληροφοριών για την εξακρίβωση των υπονοιών περί παραβάσεων των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον εν λόγω κανονισμό. Τούτο σημαίνει ότι τυχόν πληροφορίες που άπτονται της ιδιωτικής ζωής των οικείων προσώπων και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τους συλλέγονται μόνον παρεμπιπτόντως, εκτός εάν παρουσιάζουν εμπορική σημασία και είναι, ως εκ τούτου, χρήσιμες για τη διαπίστωση της υπάρξεως τέτοιας παραβάσεως (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2002, Roquette Frères, C-94/00, EU:C:2002:603, σκέψη 45).

410    Κατά δεύτερον, η επέμβαση την οποία συνεπάγεται η προσβαλλόμενη απόφαση οριοθετείται από διαδικαστικές εγγυήσεις σχετικά με την προστασία των ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, στο σημείο IV, παράγραφος 10, στοιχείο ιβʹ, του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως προβλέπεται ότι, εάν ορισμένα έγγραφα περιέχουν ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1, στο εξής: ΓΚΠΔ), τα έγγραφα αυτά θα προσκομίζονται κρυπτογραφημένα και χωριστά και θα επισημαίνονται ως «ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα».

411    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής του σκέψης 10, η έννοια των «ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» αναφέρεται στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των οποίων η επεξεργασία αποκαλύπτει τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και στα γενετικά δεδομένα, στα βιομετρικά δεδομένα των οποίων η επεξεργασία καθιστά δυνατή την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση φυσικού προσώπου και στα δεδομένα που αφορούν την υγεία, τη σεξουαλική ζωή ή τον γενετήσιο προσανατολισμό φυσικού προσώπου.

412    Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση προβλέπει ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις όσον αφορά τα ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα οι οποίες διασφαλίζουν ότι τα δεδομένα αυτά προσκομίζονται κρυπτογραφημένα και χωριστά.

413    Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 22 ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2024. Ειδικότερα, από την αιτιολογική σκέψη 13, στοιχείο αʹ, της εν λόγω αποφάσεως, προκύπτει ότι, όσον αφορά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα έγγραφα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα οποία δεν σχετίζονται με τις εμπορικές δραστηριότητες της προσφεύγουσας και περιέχουν ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 9 του ΓΚΠΔ και του άρθρου 10 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ 2018, L 295, σ. 39), μπορούν να τίθενται σε εικονική αίθουσα δεδομένων, όπως προβλέπεται στο σημείο 2 του διατακτικού των διατάξεων της 29ης Οκτωβρίου 2020, Facebook Ireland κατά Επιτροπής (T-451/20 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:515), και της 29 Οκτωβρίου 2020, Facebook Ireland κατά Επιτροπής (T-452/20 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:516), προκειμένου να παρέχεται στην Επιτροπή η δυνατότητα να εξακριβώσει αν τα συγκεκριμένα έγγραφα στερούνται συνάφειας προς την έρευνά της.

414    Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται στο σημείο IV, παράγραφος 10, στοιχείο ιβʹ, του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εκείνες που προβλέπονται στην αιτιολογική σκέψη 13, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως της 24ης Ιανουαρίου 2024 εφαρμόζονται σωρευτικώς.

415    Η διαδικασία της εικονικής αίθουσας δεδομένων, η οποία θεσπίστηκε με την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2024, καθιστά δυνατή την περαιτέρω οριοθέτηση της εφαρμογής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παρέχοντας πρόσθετες διαδικαστικές εγγυήσεις προς διασφάλιση της προστασίας των ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Διευκρινίζεται, συναφώς, ότι το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του Χάρτη, συνδέεται στενά με το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 444 κατωτέρω και από την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στις σκέψεις 442 έως 454 κατωτέρω.

416    Κατά τρίτον, η διαβίβαση και η επεξεργασία των πληροφοριών που παρέχονται στο πλαίσιο έρευνας της Επιτροπής στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού διέπονται από γενικές διαδικαστικές εγγυήσεις οι οποίες αποσκοπούν ιδίως στη διασφάλιση της ασφάλειας, της ακεραιότητας και της εμπιστευτικότητας των δεδομένων αυτών.

417    Ειδικότερα, μόνον οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό της Επιτροπής που είναι επιφορτισμένοι με τη διεξαγωγή της έρευνας δύνανται, εφόσον απαιτείται, να λαμβάνουν γνώση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Οι υπάλληλοι της Επιτροπής υπέχουν, εξάλλου, αυστηρή υποχρέωση επαγγελματικού απορρήτου σύμφωνα με το άρθρο 339 ΣΛΕΕ και το άρθρο 17 του κανονισμού 139/2004. Η τελευταία αυτή διάταξη απαγορεύει στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της Επιτροπής να κοινολογούν τις ληφθείσες πληροφορίες ή να τις χρησιμοποιούν για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους αποκτήθηκαν. Περαιτέρω, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό της Επιτροπής δεσμεύονται από το άρθρο 17 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο τους απαγορεύει, ακόμη και μετά τη λήξη των καθηκόντων τους, την «χωρίς άδεια κοινολόγηση των πληροφοριών που περιέρχονται στην αντίληψή [τους] εξαιτίας των καθηκόντων [τους], εκτός εάν οι πληροφορίες αυτές έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί ή γίνει προσιτές στο κοινό».

418    Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θίγει το βασικό περιεχόμενο του δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη.

–       Επί της επιδιώξεως σκοπών γενικού συμφέροντος αναγνωριζόμενων από την Ένωση

419    Κατά τη νομολογία, το δίκαιο του ανταγωνισμού επιδιώκει τον απαραίτητο για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς σκοπό της διασφάλισης της μη στρέβλωσης του ανταγωνισμού στην εν λόγω αγορά εις βάρος του γενικού συμφέροντος, των μεμονωμένων επιχειρήσεων και των καταναλωτών (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 2022, bpost, C-117/20, EU:C:2022:202, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· της 22ας Μαρτίου 2022, Nordzucker κ.λπ., C-151/20, EU:C:2022:203, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 20ής Ιουνίου 2018, České dráhy κατά Επιτροπής, T-621/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:367, σκέψη 105 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

420    Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί έκφραση των εξουσιών που έχουν απονεμηθεί στην Επιτροπή με το άρθρο 11 του κανονισμού 139/2004, σκοπός των οποίων είναι να της παράσχουν τη δυνατότητα να επιτελεί την αποστολή που της έχει ανατεθεί από τις Συνθήκες, ήτοι να μεριμνά για την τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς.

421    Τη σημασία του γενικού συμφέροντος που συνδέεται με την αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού έχει επίσης υπογραμμίσει και το ΕΔΔΑ. Ειδικότερα, λαμβανομένων υπόψη των αρνητικών συνεπειών που μπορούν να έχουν οι παραβάσεις του εν λόγω δικαίου στον ανταγωνισμό των αγορών, καθώς και της δυσχέρειας εντοπισμού και διερεύνησής τους, είναι σημαντικό οι αρχές ελέγχου του ανταγωνισμού και οι λοιποί φορείς επιβολής του νόμου να μπορούν να συντονίζουν τις προσπάθειές τους για τον εντοπισμό και την καταστολή των αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικών. Η επιβολή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού είναι απαραίτητη για τη διατήρηση του δυναμικού αποδόσεως και της εύρυθμης και δίκαιης λειτουργίας των οικονομικών αγορών και, κατά συνέπεια, για την οικονομική ευημερία μιας χώρας (βλ. ΕΔΔΑ, 1η Απριλίου 2025, Ships Waste Oil Collector B.V. και λοιποί κατά Κάτω Χωρών, CE:ECHR:2025:0401JUD000279916, § 197 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

422    Ο ως άνω σκοπός συνιστά σκοπό γενικού συμφέροντος δυνάμενο να δικαιολογήσει ακόμη και σοβαρές επεμβάσεις στο θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη (πρβλ. απόφαση της 18ης Ιουνίου 2015, Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-583/13 P, EU:C:2015:404, σκέψη 20).

423    Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση συμβάλλει στην επίτευξη σκοπού γενικού συμφέροντος αναγνωριζόμενου από την Ένωση.

–       Επί της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας

424    Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της αναλογικότητας επιτάσσει οι περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν, μεταξύ άλλων, με πράξεις του δικαίου της Ένωσης σε δικαιώματα και ελευθερίες που κατοχυρώνονται στον Χάρτη να μην υπερβαίνουν τα όρια αυτού που είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων θεμιτών σκοπών ή τα όρια της ανάγκης προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων, εξυπακουομένου ότι, όταν υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσοτέρων κατάλληλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές και ότι οι προκαλούμενες από το μέτρο δυσχέρειες δεν πρέπει να είναι υπέρμετρες σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Επομένως, κατά την εκτίμηση της δυνατότητας δικαιολογήσεως ενός περιορισμού των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 7 του Χάρτη πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η σοβαρότητα της επεμβάσεως την οποία συνεπάγεται ένας τέτοιος περιορισμός και να ελέγχεται αν η σημασία του σκοπού γενικού συμφέροντος ο οποίος επιδιώκεται με τον περιορισμό τελεί σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα αυτή (βλ. απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2022, Orde van Vlaamse Balies κ.λπ., C-694/20, EU:C:2022:963, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

–        Επί του πρόσφορου χαρακτήρα του περιορισμού

425    Όσον αφορά τον πρόσφορο χαρακτήρα του περιορισμού του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής που απορρέει από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, λαμβανομένων υπόψη των εκτιθέμενων στις σκέψεις 419 έως 423 ανωτέρω, απόφαση με την οποία ζητείται η παροχή πληροφοριών, όπως η προσβαλλόμενη απόφαση, εκδοθείσα βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004, αποτελεί πρόσφορο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού γενικού συμφέροντος που συνίσταται στην προστασία του αποτελεσματικού και ανόθευτου ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, καθόσον επιβάλλει στις οικείες εταιρίες την υποχρέωση να συλλέξουν και να διαβιβάσουν στην Επιτροπή τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να διαπιστωθεί η ύπαρξη αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικών.

–        Επί της αναγκαιότητας του περιορισμού

426    Όσον αφορά την απαίτηση να είναι ένας τέτοιος περιορισμός του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής αναγκαίος, η απαίτηση αυτή δεν πληρούται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός γενικού συμφέροντος μπορεί ευλόγως να επιτευχθεί κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό με άλλα μέσα τα οποία θίγουν λιγότερο τα θεμελιώδη δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων. Αντιθέτως, η απαίτηση περί αναγκαιότητας πληρούται όταν ο σκοπός που επιδιώκεται με την επίμαχη επεξεργασία δεδομένων δεν μπορεί εύλογα να επιτευχθεί κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό με άλλα μέσα τα οποία θίγουν λιγότερο τα θεμελιώδη δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων, ιδίως το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη [πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C-548/21, EU:C:2024:830, σκέψεις 87 και 88 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

427    Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σε ένα ψηφιοποιημένο περιβάλλον, δεν αμφισβητείται ότι η ανταλλαγή πληροφοριών εντός μιας επιχειρήσεως ή μεταξύ επιχειρήσεων πραγματοποιείται σε μεγάλο βαθμό με ηλεκτρονικά μέσα, με τη χρήση επαγγελματικών ή ακόμη και προσωπικών εργαλείων επικοινωνίας.

428    Οι εξουσίες έρευνας που διαθέτει η Επιτροπή στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού θα στερούνταν πρακτικής αποτελεσματικότητας εάν οι επιχειρήσεις μπορούσαν να απαλλαγούν από την υποχρέωση απαντήσεως σε αίτηση παροχής πληροφοριών για τον λόγο και μόνον ότι ορισμένα έγγραφα φέρουν την ένδειξη «προσωπικό» ή «ιδιωτικό» ή έχουν ανταλλαγεί μέσω προσωπικών εργαλείων επικοινωνίας, χωρίς να εξετάζεται αν τα έγγραφα αυτά περιέχουν πράγματι πληροφορίες σχετικές με την επιχειρηματική δραστηριότητα των οικείων επιχειρήσεων.

429    Επομένως, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού, η Επιτροπή πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ζητεί όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί από το δίκαιο του ανταγωνισμού, εν προκειμένω από τον κανονισμό 139/2004, και οι οποίες περιέχονται σε επαγγελματικά ή ακόμη και σε προσωπικά εργαλεία επικοινωνίας, εφόσον τα τελευταία έχουν χρησιμοποιηθεί για επαγγελματικούς σκοπούς, τηρουμένου παράλληλα του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη.

430    Κατά συνέπεια, η υποχρέωση που επιβάλλεται στην προσφεύγουσα με την προσβαλλόμενη απόφαση να συλλέξει και να διαβιβάσει στην Επιτροπή τα μνημονευόμενα στην απόφαση αυτή έγγραφα, καθώς και η συλλογή, ως παρεπόμενη συνέπεια της υποχρεώσεως αυτής, δεδομένων που άπτονται της ιδιωτικής ζωής, πρέπει να θεωρηθούν ενέργειες αναγκαίες για την επιδίωξη του σκοπού γενικού συμφέροντος που συνίσταται στην προστασία του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, δεδομένου ότι ο σκοπός αυτός δεν μπορεί ευλόγως να επιτευχθεί κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό με άλλα μέσα τα οποία θίγουν λιγότερο τα θεμελιώδη δικαιώματα, ιδίως το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη.

–        Επί του αυστηρώς αναλογικού χαρακτήρα του περιορισμού

431    Η εκτίμηση του αυστηρώς αναλογικού χαρακτήρα του περιορισμού στην άσκηση του θεμελιώδους δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη προϋποθέτει τη στάθμιση όλων των κρίσιμων στοιχείων της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Τέτοια στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η σοβαρότητα του περιορισμού που τίθεται κατ’ αυτόν τον τρόπο στην άσκηση των επίμαχων θεμελιωδών δικαιωμάτων, η οποία εξαρτάται από τη φύση και τον ευαίσθητο χαρακτήρα των δεδομένων στα οποία ενδέχεται να έχουν πρόσβαση οι αρμόδιες αρχές, η σημασία του σκοπού γενικού συμφέροντος που επιδιώκεται με τον περιορισμό αυτόν, η σχέση μεταξύ του κατόχου των επίμαχων εγγράφων και της εξεταζόμενης παραβάσεως ή, ακόμη, η σημασία που έχουν τα επίμαχα δεδομένα για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών [βλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C-548/21, EU:C:2024:830, σκέψεις 89 και 90 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

432    Κατά πρώτον, όσον αφορά τη σοβαρότητα της επεμβάσεως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 396 ανωτέρω, η προβλεπόμενη από την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρέωση διαβιβάσεως στοιχείων στην Επιτροπή ενέχει τον κίνδυνο σοβαρής επεμβάσεως στο θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη.

433    Πρέπει, εντούτοις, να διευκρινιστεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρέχει πλήρη και ανεξέλεγκτη πρόσβαση στο σύνολο των δεδομένων που περιέχονται στα προσωπικά εργαλεία επικοινωνίας των οικείων προσώπων και δεν αποσκοπεί στη θέσπιση καθεστώτος συνεχούς, μη στοχευμένης και συστηματικής παρακολούθησης, το οποίο να περιλαμβάνει την αυτοματοποιημένη αξιολόγηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του συνόλου των υπαλλήλων και των μελών της διοίκησης της προσφεύγουσας, ούτε εξάλλου των προσώπων που αφορά η εν λόγω απόφαση [πρβλ. αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 2022, Ligue des droits humains, C-817/19, EU:C:2022:491, σκέψεις 98 έως 111, και της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C-548/21, EU:C:2024:830, σκέψεις 91 έως 95 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

434    Συγκεκριμένα, πρώτον, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, στο πλαίσιο των εγγράφων που συλλέγονται δυνάμει της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα δεδομένα που άπτονται της ιδιωτικής ζωής είναι πιθανότερο να συλλέγονται μόνον αποσπασματικώς, ως παρεπόμενη συνέπεια της αναζητήσεως πληροφοριών εμπορικού χαρακτήρα σχετικών με την επιχείρηση. Στο πλαίσιο αυτό, τα εν λόγω δεδομένα δεν παρέχουν, αφ’ εαυτών, τη δυνατότητα σχηματισμού πλήρους εικόνας της ιδιωτικής ζωής του οικείου προσώπου χωρίς περαιτέρω επεξεργασία, πράγμα το οποίο ουδόλως αποτελεί τον σκοπό της έρευνας.

435    Δεύτερον, όπως διευκρινίστηκε στις σκέψεις 8 και 408 ανωτέρω, η υποχρέωση που επιβάλλει η προσβαλλόμενη απόφαση καταλαμβάνει τις επικοινωνίες που πραγματοποιήθηκαν τόσο μέσω επαγγελματικών εργαλείων επικοινωνίας όσο και μέσω προσωπικών εργαλείων επικοινωνίας των οικείων προσώπων, όπως τα προσωπικά κινητά τηλέφωνά τους, μόνον εφόσον τα εργαλεία αυτά έχουν χρησιμοποιηθεί έστω και μία φορά για επαγγελματικούς σκοπούς. Κατά συνέπεια, όσον αφορά την υποχρέωση διαβιβάσεως των εγγράφων που μνημονεύονται στο σημείο III, παράγραφος 7, του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως και προέρχονται από προσωπικά εργαλεία επικοινωνίας, το εύρος του αιτήματος παροχής πληροφοριών είναι περιορισμένο, προκειμένου να περιοριστεί η προσβολή του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη.

436    Τρίτον, πρέπει να επισημανθεί ότι τα οικεία πρόσωπα επελέγησαν είτε λόγω της σπουδαιότητας των καθηκόντων και των εταιρικών αξιωμάτων που ασκούν εντός της προσφεύγουσας ή του κύριου μετόχου της είτε λόγω της ιδιότητάς τους ως κατόχων δημοσιογραφικής ταυτότητας, καθόσον το εν λόγω αίτημα παροχής πληροφοριών αποσκοπεί στο να διαπιστωθεί αν η προσφεύγουσα άσκησε καθοριστική επιρροή επί της Lagardère, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 10 ανωτέρω. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση όχι μόνον περιορίζεται στο να ζητεί τη συλλογή των επίμαχων εγγράφων από πρόσωπα που ανήκουν στα ανώτερα διοικητικά στελέχη της προσφεύγουσας, αλλά οριοθετεί επίσης αυστηρά τη διαβίβαση πληροφοριών που αφορούν πρόσωπα τα οποία είναι κάτοχοι δημοσιογραφικής ταυτότητας, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 353 έως 358 ανωτέρω.

437    Κατά δεύτερον, από τα στοιχεία που υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 419 έως 423 ανωτέρω προκύπτει ότι η σημασία που έχει ο σκοπός της προστασίας του αποτελεσματικού και ανόθευτου ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά δύναται να δικαιολογήσει ακόμη και σοβαρή επέμβαση στο θεμελιώδες δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη.

438    Κατά τρίτον, όσον αφορά τη σχέση που υφίσταται μεταξύ του κατόχου των επίμαχων εργαλείων επικοινωνίας και της εξεταζόμενης παραβάσεως, πρέπει να επισημανθεί ότι η συλλογή και η πρόσβαση σε δεδομένα που άπτονται της ιδιωτικής ζωής και ενδέχεται να περιέχονται σε επαγγελματικά εργαλεία επικοινωνίας ή ακόμη και σε προσωπικά εργαλεία επικοινωνίας τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί έστω και μία φορά για επαγγελματικούς σκοπούς πραγματοποιούνται, κατ’ αρχήν, μόνον δευτερευόντως, ως συνέπεια της αναζήτησης πληροφοριών εμπορικής φύσεως με σκοπό τη διαπίστωση παραβάσεως εκ μέρους της υπό έρευνα επιχειρήσεως. Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο πλαίσιο έρευνας στον τομέα του ανταγωνισμού, η συλλογή και η πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν αποσκοπούν, κατ’ αρχήν, στη στοιχειοθέτηση της ευθύνης του φυσικού προσώπου στο οποίο ανήκουν τα δεδομένα αυτά για παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού, αλλά αποκλειστικώς στη στοιχειοθέτηση της ευθύνης του νομικού προσώπου με το οποίο το εν λόγω φυσικό πρόσωπο συνδέεται με σχέση εργασίας.

439    Κατά τέταρτον, υπενθυμίζεται ότι η ύπαρξη εκ των υστέρων δικαστικού ελέγχου συνιστά θεμελιώδη εγγύηση για τη διασφάλιση της συμβατότητας του επίμαχου μέτρου με το άρθρο 7 του Χάρτη (πρβλ. απόφαση της 18ης Ιουνίου 2015, Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-583/13 P, EU:C:2015:404, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Εξάλλου, υπό την έννοια αυτή, στο άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004, βάσει του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διευκρινίζεται ότι οι αποφάσεις για την παροχή πληροφοριών πρέπει να μνημονεύουν το δικαίωμα άσκησης προσφυγής κατά των αποφάσεων αυτών ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης.

440    Κατά συνέπεια, όσον αφορά τον αυστηρώς αναλογικό χαρακτήρα των περιορισμών που επιβάλλει η προσβαλλόμενη απόφαση στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, τα μειονεκτήματα που συνεπάγεται η εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι είναι δυσανάλογα σε σχέση με τον σκοπό γενικού συμφέροντος που επιδιώκεται με την εν λόγω απόφαση και ο οποίος συνίσταται στην προστασία του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς (βλ. σκέψεις 419 έως 423 ανωτέρω).

441    Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από τους λοιπούς ισχυρισμούς της προσφεύγουσας.

442    Κατά πρώτον, όσον αφορά τη διάκριση την οποία προβάλλει η προσφεύγουσα μεταξύ της έννοιας των «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» και της έννοιας των πληροφοριών που άπτονται της «ιδιωτικής ζωής», είναι αληθές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προβλέπει διαδικαστικές εγγυήσεις όσον αφορά τα ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ.

443    Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το γεγονός και μόνον ότι οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση αφορούν αποκλειστικώς τα ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και όχι, γενικώς, τα δεδομένα που άπτονται της ιδιωτικής ζωής δεν σημαίνει αφ’ εαυτού ότι η εν λόγω απόφαση δεν συνάδει προς το θεμελιώδες δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη.

444    Πράγματι, το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του Χάρτη, συνδέεται ευθέως με το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη (αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 2010, Volker und Markus Schecke και Eifert, C-92/09 και C-93/09, EU:C:2010:662, σκέψη 47, και της 24ης Νοεμβρίου 2011, Asociación Nacional de Establecimientos Financieros de Crédito, C-468/10 και C-469/10, EU:C:2011:777, σκέψη 41).

445    Συναφώς, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο σεβασμός του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή ενόψει της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ο οποίος αναγνωρίζεται από τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, αφορά κάθε πληροφορία σχετικά με το φυσικό πρόσωπο η ταυτότητα του οποίου είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2010, Volker und Markus Schecke και Eifert, C-92/09 και C-93/09, EU:C:2010:662, σκέψη 52). Επομένως, εφόσον πληρούνται οι δυνάμει του ΓΚΠΔ όροι της νόμιμης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η εν λόγω επεξεργασία θεωρείται ότι συμμορφώνεται επίσης προς τις απαιτήσεις που θέτουν τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη [απόφαση της 5ης Ιουνίου 2023, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία και ιδιωτική ζωή των δικαστών), C-204/21, EU:C:2023:442, σκέψη 332].

446    Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, η προσφεύγουσα προβαίνει σε σύννομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όταν διαβιβάζει στην Επιτροπή έγγραφα τα οποία περιέχουν τέτοιου είδους δεδομένα και ζητούνται με την προσβαλλόμενη απόφαση.

447    Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2018/1725, είναι σύννομη η επεξεργασία από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όταν η επεξεργασία αυτή είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στα εν λόγω όργανα.

448    Συναφώς, η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί έκφραση της ασκήσεως των εξουσιών που απονέμει στην Επιτροπή ο κανονισμός 139/2004, ο οποίος, όπως προκύπτει από τη σκέψη 420 ανωτέρω, συντελεί στη διατήρηση του συστήματος ανταγωνισμού το οποίο προβλέπουν οι Συνθήκες και οι επιχειρήσεις οφείλουν οπωσδήποτε να τηρούν.

449    Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί ότι το θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη δεν αποτελεί απόλυτο προνόμιο, αλλά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία τους εντός της κοινωνίας (πρβλ. απόφαση της 21ης Ιουνίου 2022, Ligue des droits humains, C-817/19, EU:C:2022:491, σκέψη 112 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

450    Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στις σκέψεις 403 έως 418 και 424 έως 440 ανωτέρω, οι περιορισμοί που επιβάλλει η προσβαλλόμενη απόφαση στο δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, δεν θίγουν το βασικό περιεχόμενο του θεμελιώδους αυτού δικαιώματος και δεν είναι δυσανάλογοι προς τον σκοπό της προστασίας του αποτελεσματικού και ανόθευτου ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς, τον οποίο επιδιώκει η εν λόγω απόφαση.

451    Επομένως, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εφαρμόζονται στο σύνολο των δεδομένων που άπτονται της ιδιωτικής ζωής των οικείων προσώπων, αλλά μόνο στα ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, δεν μπορεί, αφ’ εαυτού, να θέσει εν αμφιβόλω τη συμβατότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως προς το θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη.

452    Εν πάση περιπτώσει, μολονότι είναι αληθές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύει μόνον εγγυήσεις σχετικές με τα ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, από τη σκέψη 23 ανωτέρω προκύπτει επίσης ότι η Επιτροπή εφάρμοσε την διαδικαστική εγγύηση της εικονικής αίθουσας δεδομένων και επί δεδομένων που εμπίπτουν στην ιδιωτική σφαίρα.

453    Βεβαίως, πρέπει να επισημανθεί ότι η επέκταση αυτή του πεδίου εφαρμογής της εικονικής αίθουσας δεδομένων στα έγγραφα που εμπίπτουν στην ιδιωτική σφαίρα δεν επισημοποιήθηκε με απόφαση.

454    Εντούτοις, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 472 και 473 κατωτέρω, η Επιτροπή απέδειξε εμπράκτως τη δέσμευσή της να προστατεύσει την ιδιωτική ζωή των οικείων προσώπων, δεχόμενη το αίτημα το οποίο υπέβαλε η προσφεύγουσα στις 21 Ιανουαρίου 2025 για εξαίρεση ορισμένων εγγράφων που περιείχαν πληροφορίες που άπτονταν της ιδιωτικής ζωής.

455    Δεύτερον, όσον αφορά τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας σχετικά με την απαίτηση, που προβλέπεται στο σημείο III, παράγραφος 9, του παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, περί προσκομίσεως, στο σύνολό τους, των εγγράφων που εμπίπτουν στο σημείο III, παράγραφος 7, του ίδιου παραρτήματος, αρκεί να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 240 ανωτέρω, ο ισχυρισμός αυτός δεν αρκεί για να αποδειχθεί παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται μια πληροφορία μπορεί να διευκολύνει την κατανόησή της και να αποσαφηνίσει τη λυσιτέλειά της για τους σκοπούς της έρευνας.

456    Τρίτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, βάσει της προσβαλλόμενης αποφάσεως, θα μπορούσαν να διαβιβαστούν στην Επιτροπή έγγραφα που καλύπτονται από το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής ή περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τα «πολιτικά φρονήματα» ή τις «θρησκευτικές πεποιθήσεις» ορισμένων εκ των οικείων προσώπων. Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί, όπως επισήμανε και η Επιτροπή, ότι ορισμένα έγγραφα που περιέχουν «πολιτικά φρονήματα» ή «θρησκευτικές πεποιθήσεις» ενδέχεται να περιλαμβάνονται μεταξύ εγγράφων που σχετίζονται με την εμπορική δραστηριότητα της προσφεύγουσας και θα μπορούσαν να είναι κρίσιμα για την έρευνα της Επιτροπής, καθόσον η έρευνα αυτή αφορά εν μέρει ενδεχόμενη άσκηση καθοριστικής επιρροής επί δημοσιευμάτων ή οντοτήτων του ομίλου Lagardère σχετικά με πολιτικά, θρησκευτικά ή φιλοσοφικά ζητήματα. Εξάλλου, η προσφεύγουσα δεν προσδιορίζει εναλλακτικούς ή πρόσθετους όρους αναζήτησης από τους οποίους θα ήταν λιγότερο πιθανό να ανακύψουν δεδομένα σχετικά με τα πολιτικά φρονήματα των οικείων προσώπων.

457    Τέταρτον, όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι το γαλλικό εργατικό δίκαιο αντιτίθεται στην  επιβολή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, των συγκεκριμένων υποχρεώσεων, υπενθυμίζεται κατ’ αρχάς ότι, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης κατοχυρώνει την υπεροχή του δικαίου της Ένωσης έναντι του δικαίου των κρατών μελών και επιβάλλει σε όλες τις αρχές των κρατών μελών την υποχρέωση να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των διαφόρων κανόνων της Ένωσης, το δε δίκαιο των κρατών μελών δεν μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα που αναγνωρίζεται στους κανόνες αυτούς στο έδαφος των εν λόγω κρατών (βλ. απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2022, Thelen Technopark Berlin, C-261/20, EU:C:2022:33, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

458    Εν προκειμένω, παρατηρείται, εν πάση περιπτώσει, ότι η προσφεύγουσα δεν προβαίνει σε συγκεκριμένη ανάλυση των επίμαχων διατάξεων του γαλλικού δικαίου, στις οποίες γίνεται απλώς παραπομπή στις υποσημειώσεις 160 και 161 του δικογράφου της προσφυγής.

459    Ελλείψει περαιτέρω διευκρινίσεων ή αποδεικτικών στοιχείων, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας που βασίζεται στο γαλλικό εργατικό δίκαιο πρέπει να απορριφθεί καθόσον δεν πληροί τις απαιτήσεις ακρίβειας που επιβάλλει το άρθρο 76, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας.

460    Κατά συνέπεια, ο έβδομος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί των συμπληρωματικών αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η προσφεύγουσα

 Επί των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν στις 26 Ιουλίου 2024

461    Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 26 Ιουλίου 2024, η προσφεύγουσα, επικαλούμενη το άρθρο 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, προσκόμισε συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία συνιστάμενα σε σειρά επιστολών που είχαν ανταλλαγεί μεταξύ της ίδιας και της Επιτροπής σχετικά με το ζήτημα εάν και υπό ποιες προϋποθέσεις η οργάνωση Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (RSF) μπορούσε να έχει στη διάθεσή της ή να έχει λάβει γνώση της κοινοποίησης αιτιάσεων που της είχε απευθύνει η Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου συγκεντρώσεων με αριθμό M.10433 – Vivendi/Lagardère.

462    Με τις από 19 Αυγούστου 2024 παρατηρήσεις της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα προσκομιζόμενα από την προσφεύγουσα αποδεικτικά στοιχεία είναι απαράδεκτα, καθόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας λόγω του ότι η καθυστέρηση στην προσκόμιση των συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων οφείλεται σε αδικαιολόγητη ολιγωρία εκ μέρους της προσφεύγουσας. Κατά την Επιτροπή, η προσφεύγουσα δεν διευκρίνισε για ποιον λόγο ανέμεινε δέκα μήνες μετά τη δήλωση της RSF της 15ης Ιουνίου 2023 προκειμένου να επιχειρήσει να «κατανοήσει υπό ποιες συνθήκες μπορούσε η RSF να έχει στη διάθεσή της ή να έχει λάβει γνώση ενός εμπιστευτικού έγγραφου του φακέλου της Επιτροπής» ή να ζητήσει από την Επιτροπή «να κινήσει εσωτερική έρευνα», ενώ θα μπορούσε να είχε ενεργήσει πολύ νωρίτερα, πριν από την ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου ανταλλαγής υπομνημάτων. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία είναι προδήλως αλυσιτελή για την εκτίμηση της προσφυγής. Κατά την Επιτροπή, τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία αποσκοπούν απλώς στην εργαλειοποίηση παλαιότερης διαφοράς μεταξύ της RSF και της προσφεύγουσας και ουδόλως τεκμηριώνουν την επιχειρηματολογία που έχει ήδη αναπτύξει η προσφεύγουσα προς στήριξη των λόγων ακυρώσεως που προβάλλει. Η προσκόμιση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων αποτελεί, κατά την Επιτροπή, μια ακόμη εκδήλωση της στρατηγικής της προσφεύγουσας να πολλαπλασιάζει τα αιτήματα και τα διαδικαστικά παρεμπίπτοντα ζητήματα, με σκοπό την καθυστέρηση της προόδου της έρευνας.

463    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι, «[κ]ατ’ εξαίρεση, οι κύριοι διάδικοι μπορούν επίσης να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία ή να προτείνουν αποδεικτικά μέσα πριν από την περάτωση της προφορικής διαδικασίας ή πριν από την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της διαφοράς χωρίς διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας, εφόσον δικαιολογήσουν την καθυστέρηση αυτή».

464    Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι επιστολές που προσκόμισε η προσφεύγουσα φέρουν ημερομηνία μεταγενέστερη της καταθέσεως του δικογράφου της προσφυγής (23 Νοεμβρίου 2023) και του υπομνήματος απαντήσεως (8 Απριλίου 2024). Ως εκ τούτου, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να είχε προσκομίσει τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία ούτε με το υπόμνημα απαντήσεως ούτε, κατά μείζονα λόγο, με το δικόγραφο της προσφυγής της (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2021, Bezouaoui και HB Consultant κατά Επιτροπής, T-478/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2021:2, σκέψη 79 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επομένως, υπό τις περιστάσεις αυτές, τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να κριθούν παραδεκτά.

465    Εντούτοις, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία είναι αλυσιτελή για την εκτίμηση της υπό κρίση προσφυγής.

466    Πράγματι, σημειώνεται, κατ’ αρχάς, ότι, κατά την Επιτροπή, η ίδια δεν είχε διαβιβάσει στην RSF μη εμπιστευτική εκδοχή της κοινοποίησης των αιτιάσεων στην υπόθεση M.10433 – Vivendi/Lagardère, δεδομένου ότι η RSF δεν είχε αναγνωριστεί ως ενδιαφερόμενος τρίτος στην εν λόγω διαδικασία, καθόσον δεν είχε υποβάλει σχετικό αίτημα. Επομένως, η RSF ενδέχεται να απέκτησε πρόσβαση στο ως άνω κείμενο από ενδιαφερόμενο τρίτο ο οποίος δεν τήρησε τις υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας που υπείχε και ο οποίος δεν κατέστη δυνατό να ταυτοποιηθεί από την Επιτροπή.

467    Πλην όμως, συμπεριφορά τρίτου ενδιαφερομένου δεν μπορεί να καταλογιστεί στην Επιτροπή.

468    Επιπλέον, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, η ίδια δεν επιτρέπεται να γνωστοποιεί σε τρίτους επιχειρηματικά απόρρητα, εμπιστευτικές πληροφορίες ή ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

469    Συγκεκριμένα, το άρθρο 16, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2023/914 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 2023, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 802/2004 της Επιτροπής (ΕΕ 2023, L 119, σ. 22), προβλέπει ότι, «[ό]ταν έχει εκδοθεί κοινοποίηση αιτιάσεων ή συμπληρωματική κοινοποίηση αιτιάσεων, η Επιτροπή μπορεί να αποστείλει σε τρίτους μη εμπιστευτική εκδοχή της εν λόγω κοινοποίησης ή να τους ενημερώσει σχετικά με τη φύση και το αντικείμενο της διαδικασίας με άλλα κατάλληλα μέσα[· ότι για] τον σκοπό αυτόν, τα κοινοποιούντα μέρη προσδιορίζουν τις πληροφορίες τις οποίες θεωρούν εμπιστευτικές στις αιτιάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 3, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης[· ότι η] Επιτροπή διαβιβάζει τη μη εμπιστευτική εκδοχή των αιτιάσεων σε τρίτους μόνο για τους σκοπούς της σχετικής διαδικασίας σύμφωνα με τον κανονισμό [...] 139/2004[· ότι οι] τρίτοι αποδέχονται τον εν λόγω περιορισμό χρήσης πριν από την παραλαβή της μη εμπιστευτικής εκδοχής των αιτιάσεων».

470    Εντούτοις, εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει οποιαδήποτε γνωστοποίηση εκ μέρους της Επιτροπής εμπιστευτικών πληροφοριών σχετικών με την προσφεύγουσα. Κατά τα λοιπά, η προσφεύγουσα ουδόλως τεκμηριώνει τον ισχυρισμό της ότι η πρόσβαση της RSF στο μη εμπιστευτικό κείμενο της κοινοποίησης αιτιάσεων στην υπόθεση M.10433 – Vivendi/Lagardère θα μπορούσε να επηρεάσει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως

471    Επομένως, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα στις 26 Ιουλίου 2024 δεν είναι λυσιτελή για την εκτίμηση της υπό κρίση προσφυγής.

 Επί των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν στις 6 Φεβρουαρίου 2025

472    Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 6 Φεβρουαρίου 2025, η προσφεύγουσα, επικαλούμενη το άρθρο 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, προσκόμισε επιστολή που είχε απευθύνει στην Επιτροπή στις 21 Ιανουαρίου 2025, με την οποία ζήτησε να αφαιρεθούν από τη δικογραφία έγγραφα που περιείχαν πληροφορίες σχετικές με την ιδιωτική ζωή και τα οποία είχαν συμπεριληφθεί στις διαβιβάσεις εγγράφων του Σεπτεμβρίου και του Οκτωβρίου 2024 (στο εξής: αίτηση αφαιρέσεως), καθώς και διάφορα έγγραφα τα οποία αφορούσε η αίτηση αφαιρέσεως.

473    Η Επιτροπή, με τις από 25 Φεβρουαρίου 2025 παρατηρήσεις της, διευκρινίζει ότι έκανε δεκτή την αίτηση αφαιρέσεως, διαγράφοντας τα σχετικά έγγραφα και επιβεβαιώνοντας τη διαγραφή αυτή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 19ης Φεβρουαρίου 2025. Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, η προσφεύγουσα ουδόλως εξηγεί ποιοι όροι αναζήτησης οδήγησαν στην προσκόμιση των επίμαχων εγγράφων ούτε για ποιον λόγο τα έγγραφα αυτά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ενώ η ίδια η προσφεύγουσα διευκρινίζει ότι τα έγγραφα αυτά ουδέποτε θα έπρεπε να είχαν προσκομισθεί. Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι όλα τα έγγραφα και αρχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα σε απάντηση στην προσβαλλόμενη απόφαση προέρχονταν από επαγγελματικά εργαλεία επικοινωνίας και ότι η προσφεύγουσα είχε αρνηθεί τη δημιουργία εικονικής αίθουσας δεδομένων. Τέλος, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι είχε αποδεχθεί να εξαιρεθούν από το πεδίο του αιτήματος παροχής πληροφοριών οι επικοινωνίες που εμπίπτουν στην ιδιωτική σφαίρα, όπως αυτές είχαν προσδιορισθεί από την ίδια την προσφεύγουσα.

474    Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι, καθόσον, αφενός μεν η προσφεύγουσα αναγνωρίζει ότι τα έγγραφα τα οποία αφορά η αίτηση αφαιρέσεως διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή λόγω τεχνικού σφάλματος και ουδέποτε θα έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί στις διαβιβάσεις εγγράφων του Σεπτεμβρίου και του Οκτωβρίου 2024, αφετέρου δε η Επιτροπή έκανε δεκτή την αίτηση αφαιρέσεως, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα στις 6 Φεβρουαρίου 2025 στερούνται πλέον λυσιτέλειας για την εκτίμηση της υπό κρίση προσφυγής.

 Συμπέρασμα

475    Δεδομένου ότι κανένας από τους λόγους ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα δεν είναι βάσιμος, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

476    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά της καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων των διαδικασιών ασφαλιστικών μέτρων που πρωτοκολλήθηκαν με τους αριθμούς T-1097/23 R, C-90/24 P (R) -R, C-90/24 P (R), T-1097/23 R-RENV και C-470/24 P (R) -R.

477    Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη και τα όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

Για τους λόγους αυτούς,

Το ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο πενταμελές τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Η Vivendi SE φέρει τα δικαστικά έξοδά της καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων των διαδικασιών ασφαλιστικών μέτρων που πρωτοκολλήθηκαν με τους αριθμούς T-1097/23 R, C-90/24 P(R)-R, C-90/24 P(R), T-1097/23 R-RENV και C-470/24 P(R)-R.

3)      Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

Truchot

Jaeger

Schwarcz

Sampol Pucurull

 

      Perišin

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 3 Ιουνίου 2026.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική