ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 19ης Μαρτίου 2025 ( *1 )
«Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας – Περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Λευκορωσία και της εμπλοκής της Λευκορωσίας στην επίθεση της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας – Δέσμευση κεφαλαίων – Κατάλογοι των προσώπων, οντοτήτων και φορέων εις βάρος των οποίων ισχύει η δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων – Καταχώριση του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο – Στήριξη στο καθεστώς Λουκασένκο – Όφελος από το καθεστώς Λουκασένκο – Επιχείρηση που ανήκει στο κράτος – Πλάνη εκτιμήσεως – Δικαίωμα ιδιοκτησίας – Επιχειρηματική ελευθερία»
Στην υπόθεση T‑1042/23,
AAT Byelorussian Steel Works – management company of «Byelorussian Metallurgical Company» holding (BSW – management company of «BMC» holding), με έδρα το Zhoblin (Λευκορωσία), εκπροσωπούμενη από τις N. Montag και M. Krestiyanova, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου από τους A. Boggio-Tomasaz και Α. Αντωνιάδη, επικουρούμενους από την E. Raoult, δικηγόρο,
καθού,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. da Silva Passos, πρόεδρο, N. Półtorak (εισηγήτρια) και H. Cassagnabère, δικαστές,
γραμματέας: M. Zwozdziak-Carbonne, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της 21ης Νοεμβρίου 2024,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Με την προσφυγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η προσφεύγουσα, AAT Byelorussian Steel Works – management company of «Byelorussian Metallurgical Company» holding (BSW – management company of «BMC» holding), ζητεί την ακύρωση της εκτελεστικής απόφασης (ΚΕΠΠΑ) 2023/1592 του Συμβουλίου, της 3ης Αυγούστου 2023, για την εφαρμογή της απόφασης 2012/642/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Λευκορωσία και της εμπλοκής της Λευκορωσίας στη ρωσική επίθεση κατά της Ουκρανίας (ΕΕ 2023, L 195 I, σ. 31, και διορθωτικό ΕΕ 2023, L 233, σ. 89), και του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2023/1591 του Συμβουλίου, της 3ης Αυγούστου 2023, για την εφαρμογή του άρθρου 8α παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2006 σχετικά με περιοριστικά μέτρα ενόψει της κατάστασης στη Λευκορωσία και της εμπλοκής της Λευκορωσίας στην επίθεση της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας (ΕΕ 2023, L 195 I, σ. 1) (στο εξής από κοινού: προσβαλλόμενες πράξεις), κατά το μέρος που την αφορούν. |
Ιστορικό της διαφοράς
|
2 |
Η προσφεύγουσα είναι λευκορωσική εταιρία που δραστηριοποιείται στον τομέα των προϊόντων σιδήρου και χάλυβα. |
|
3 |
Η υπό κρίση υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο των περιοριστικών μέτρων που έλαβε η Ευρωπαϊκή Ένωση από το 2004 λόγω της κατάστασης στη Λευκορωσία όσον αφορά τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα και της εμπλοκής της Λευκορωσίας στη ρωσική επίθεση κατά της Ουκρανίας. |
|
4 |
Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε, αφενός, στις 18 Μαΐου 2006, βάσει των άρθρων 75 και 215 ΣΛΕΕ, τον κανονισμό (ΕΚ) 765/2006 σχετικά με περιοριστικά μέτρα εις βάρος του Προέδρου Λουκασένκο και ορισμένων αξιωματούχων της Λευκορωσίας (ΕΕ 2006, L 134, σ. 1) και, αφετέρου, στις 15 Οκτωβρίου 2012, βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ, την απόφαση 2012/642/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά της Λευκορωσίας (ΕΕ 2012, L 285, σ. 1). |
|
5 |
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της απόφασης 2012/642 και το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 5, του κανονισμού 765/2006, όπως αυτά ίσχυαν κατά τον χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων πράξεων, προβλέπουν ότι δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και όλοι οι οικονομικοί πόροι που βρίσκονται στην ιδιοκτησία ή κατοχή ή τελούν υπό τον έλεγχο φυσικών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή φορέων που ωφελούνται από το καθεστώς Λουκασένκο ή το στηρίζουν. |
|
6 |
Στις 24 Φεβρουαρίου 2022 η Ρωσική Ομοσπονδία επιτέθηκε στρατιωτικά στην Ουκρανία. |
|
7 |
Οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 2 καθεμιάς από αυτές, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης στη Λευκορωσία και της εμπλοκής της στη ρωσική επίθεση κατά της Ουκρανίας. |
|
8 |
Με τις προσβαλλόμενες πράξεις, η επωνυμία της προσφεύγουσας καταχωρίστηκε στη γραμμή 37 του πίνακα Β του καταλόγου των φυσικών και νομικών προσώπων, φορέων και οντοτήτων τους οποίους αφορούν τα περιοριστικά μέτρα, ο οποίος περιέχεται στο παράρτημα της απόφασης 2012/642 και στο παράρτημα I του κανονισμού 765/2006 (στο εξής από κοινού: επίμαχοι κατάλογοι). |
|
9 |
Η καταχώριση της επωνυμίας της προσφεύγουσας στους επίμαχους καταλόγους στηρίχθηκε στους ακόλουθους λόγους: «Η OJSC BSW – εταιρεία διαχείρισης της εταιρείας χαρτοφυλακίου “BMC” είναι μια μοναδική κρατική επιχείρηση του μεταλλουργικού κλάδου στη Λευκορωσία και συγκαταλέγεται ανάμεσα στις μεγαλύτερες εταιρείες της χώρας. Αποτελεί σημαντική πηγή εσόδων για το καθεστώς [Λουκασένκο]. Το λευκορωσικό κράτος επωφελείται άμεσα από τα κέρδη της OJSC BSW – εταιρείας διαχείρισης της εταιρείας χαρτοφυλακίου “BMC”. Επιπλέον, η εταιρεία λαμβάνει μεγάλες κρατικές επιχορηγήσεις και πολιτική στήριξη από το καθεστώς [Λουκασένκο]. Ο γενικός διευθυντής της OJSC BSW – εταιρείας διαχείρισης της εταιρείας χαρτοφυλακίου “BMC” διορίστηκε προσωπικά από τον πρόεδρο [Λουκασένκο]. Εργαζόμενοι της OJSC BSW – εταιρείας διαχείρισης της εταιρείας χαρτοφυλακίου “BMC” οι οποίοι διαδήλωσαν και προχώρησαν σε απεργία μετά τις προεδρικές εκλογές του 2020 στη Λευκορωσία απολύθηκαν. Έκτοτε, η επιχείρηση συνεχίζει να λαμβάνει μέτρα κατά των εργαζομένων που επιχειρούν να διοργανώσουν απεργίες, μέσω απειλών και απολύσεων. Ως εκ τούτου, η OJSC BSW – εταιρεία διαχείρισης της εταιρείας χαρτοφυλακίου “BMC” επωφελείται από το καθεστώς [Λουκασένκο] και το στηρίζει. Συνεπώς, είναι υπεύθυνη για την καταστολή σε βάρος της κοινωνίας των πολιτών στη Λευκορωσία.» |
|
10 |
Στις 4 Αυγούστου 2023 το Συμβούλιο δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανακοίνωση προς τα φυσικά και νομικά πρόσωπα, τις οντότητες και τους φορείς που υπόκεινται στα περιοριστικά μέτρα τα οποία προβλέπονται στις προσβαλλόμενες πράξεις (ΕΕ 2023, C 275, σ. 21). Τα εν λόγω πρόσωπα, οντότητες και φορείς μπορούσαν να υποβάλουν στο Συμβούλιο, πριν από τις 30 Νοεμβρίου 2023, αίτημα για επανεξέταση της απόφασης να συμπεριληφθούν στους επίμαχους καταλόγους. |
|
11 |
Στις 5 Αυγούστου 2023 η προσφεύγουσα ζήτησε να της επιτραπεί η πρόσβαση στις πληροφορίες και στα αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηριώνουν την καταχώρισή της στους επίμαχους καταλόγους. |
|
12 |
Στις 11 Αυγούστου 2023 το Συμβούλιο κοινοποίησε στην προσφεύγουσα το υπ’ αριθ. WK 10044/2023 INIT έγγραφο εργασίας, το οποίο περιείχε τα στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη για την καταχώριση της επωνυμίας της στους επίμαχους καταλόγους. |
Αιτήματα των διαδίκων
|
13 |
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
|
|
14 |
Το Συμβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
|
Σκεπτικό
|
15 |
Προς στήριξη της προσφυγής, η προσφεύγουσα προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως εκ των οποίων ο πρώτος αφορά «πρόδηλη» πλάνη εκτιμήσεως και ο δεύτερος προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας και της επιχειρηματικής ελευθερίας. |
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται πλάνη εκτιμήσεως
|
16 |
Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως υποδιαιρείται σε τρία σκέλη με τα οποία η προσφεύγουσα προβάλλει, πρώτον, ότι δεν αποτελεί σημαντική πηγή εσόδων για το καθεστώς Λουκασένκο, δεύτερον, ότι δεν ωφελείται από το εν λόγω καθεστώς και δεν το στηρίζει και, τρίτον, ότι δεν ευθύνεται για την καταστολή εις βάρος της κοινωνίας των πολιτών στη Λευκορωσία. |
|
17 |
Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει κατ’ αρχάς την αιτιολογία των προσβαλλομένων πράξεων σχετικά με το ότι η προσφεύγουσα στηρίζει το καθεστώς Λουκασένκο και ωφελείται από αυτό. |
|
18 |
Η προσφεύγουσα προβάλλει ότι δεν ωφελείται από το καθεστώς Λουκασένκο και ότι δεν το στηρίζει. |
|
19 |
Πρώτον, ως προς τον λόγο καταχώρισης ο οποίος αφορά τη στήριξη του καθεστώτος Λουκασένκο, η προσφεύγουσα αρνείται ότι στηρίζει το καθεστώς αυτό. Παρατηρεί επίσης ότι, όπως διατυπώνεται στις προσβαλλόμενες πράξεις, ο λόγος αυτός καταχώρισης αφορά μόνο «σημαντική πηγή εσόδων», η οποία δεν αποδεικνύεται, και όχι «ποσοτικά ή ποιοτικά σημαντική στήριξη» ή «στήριξη στρατηγικής φύσης». |
|
20 |
Η προσφεύγουσα προβάλλει ότι δεν αποτελεί σημαντική πηγή εσόδων για το καθεστώς Λουκασένκο. Επιπλέον, τα κέρδη της ήταν μικρά τόσο το 2021 όσο και το 2022. Εκθέτει ότι το ποσό των μερισμάτων που κατέβαλε για την περίοδο από το 2018 έως το 2022 ήταν ασήμαντο και ότι, όπως προκύπτει από τον φάκελο του Συμβουλίου, είχε ανάγκη κρατική ενίσχυση. |
|
21 |
Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι, ως δημόσια επιχείρηση, υποχρεούται εκ του νόμου να καταβάλλει μερίσματα στο Δημόσιο, τα οποία μπορούν να εισπράττονται από τις φορολογικές αρχές, και ότι, σύμφωνα με το διάταγμα 637 του προέδρου της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας, της 28ης Δεκεμβρίου 2005, περί της διαδικασίας εγγραφής στον προϋπολογισμό μέρους των κερδών των κρατικών επιχειρήσεων και των κρατικών ενώσεων που αποτελούν εμπορικούς φορείς, καθώς και των εισοδημάτων που προέρχονται από μερίσματα (από εταιρικά μερίδια) των εταιριών με οικονομικό σκοπό που ανήκουν στο Δημόσιο ή στους δήμους και περί της σύστασης ειδικού κρατικού ταμείου για την εθνική ανάπτυξη (Εθνικό μητρώο των νομικών πράξεων της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας αριθ. 1/7075, της 29ης Δεκεμβρίου 2005) (στο εξής: διάταγμα αριθ. 637), οι εμπορικές οντότητες που ορίζονται ως δημόσιες εισφέρουν στον προϋπολογισμό της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας αναλογία των κερδών τους αντίστοιχη προς το ποσοστό του εταιρικού κεφαλαίου τους που ανήκει στο Δημόσιο, στους διοικητικούς φορείς και στους φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης. |
|
22 |
Η προσφεύγουσα διευκρινίζει ότι ούτε η καταβολή φόρων ούτε η καταβολή υποχρεωτικών μερισμάτων μπορούν να χαρακτηριστούν ως στήριξη ενός καθεστώτος κατά το μέτρο που πρόκειται για υποχρεώσεις εκ του νόμου. |
|
23 |
Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι το γεγονός και μόνον ότι μια επιχείρηση ανήκει στο κράτος δεν αρκεί για να πληρούται το κριτήριο σχετικά με τη στήριξη στο καθεστώς. |
|
24 |
Δεύτερον, ως προς τον λόγο καταχώρισης ο οποίος αφορά το όφελος από το καθεστώς, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι ο γενικός διευθυντής της δεν έχει διοριστεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας. Άλλωστε, το όφελος που αποκομίζει από το καθεστώς ο γενικός διευθυντής της δεν ισοδυναμεί με όφελος που αντλεί η ίδια η προσφεύγουσα. |
|
25 |
Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η δυνατότητα έκδοσης ομολογιών σύμφωνα με τους όρους της αγοράς δεν συνιστά απόδειξη οικονομικής στήριξης από το καθεστώς. |
|
26 |
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι η επιστροφή του ποσού των τόκων για τη χρήση τραπεζικών δανείων στο πλαίσιο της υλοποίησης επενδυτικού σχεδίου εξαρτήθηκε από όρους απόδοσης. Η παροχή αυτή αποτελεί αντικείμενο διαδικασίας επιλογής και η προσφεύγουσα δεν είναι η μόνη δικαιούχος της. Επιπλέον, μία από τις επίμαχες ενισχύσεις ελήφθη από τράπεζα και όχι από την προσφεύγουσα. |
|
27 |
Επιπλέον, η προσφεύγουσα διευκρινίζει, όσον αφορά τα βραβεία που έλαβε η ίδια ή ο γενικός διευθυντής της, όπως και άλλα πρόσωπα, ότι αυτά απονέμονται από ιδιωτικές εταιρίες βάσει διαφανών και αποκλειστικά αξιοκρατικών κριτηρίων. |
|
28 |
Τέλος, κατά την προσφεύγουσα, όλες οι διακρίσεις που απονεμήθηκαν στην ίδια, στον γενικό διευθυντή της και στα προϊόντα της είναι δηλώσεις υψηλά ιστάμενων προσώπων οι οποίες απευθύνονται προς ορισμένες λευκορωσικές επιχειρήσεις, οι οποίες είναι ακόμη και ελλειμματικές. |
|
29 |
Το Συμβούλιο αμφισβητεί την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας. |
|
30 |
Εν προκειμένω, επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά πλάνη εκτιμήσεως και όχι πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Πράγματι, μολονότι είναι αληθές ότι το Συμβούλιο διαθέτει ορισμένη εξουσία εκτιμήσεως για να κρίνει κατά περίπτωση αν πληρούνται τα νομικά κριτήρια επί των οποίων στηρίζονται τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα, εντούτοις, τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης πρέπει να διασφαλίζουν έλεγχο, κατ’ αρχήν πλήρη, της νομιμότητας όλων των πράξεων της Ένωσης (βλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2023, Pumpyanskiy κατά Συμβουλίου, T‑291/22, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:499, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
31 |
Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι η αποτελεσματικότητα του δικαιοδοτικού ελέγχου τον οποίο εγγυάται το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) επιβάλλει στα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης την υποχρέωση, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας των λόγων στους οποίους στηρίζεται η απόφαση περί καταχώρισης ή διατήρησης του ονόματος συγκεκριμένου προσώπου ή οντότητας σε κατάλογο προσώπων υποκείμενων σε περιοριστικά μέτρα, να βεβαιώνονται ότι η εν λόγω απόφαση, η οποία έχει ατομικό χαρακτήρα για το πρόσωπο ή την οντότητα αυτή, στηρίζεται σε αρκούντως στέρεα πραγματική βάση. Τούτο προϋποθέτει εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών που παρατίθενται στην αιτιολογία της εν λόγω αποφάσεως, ούτως ώστε ο δικαιοδοτικός έλεγχος να μην περιορίζεται στην αφηρημένη πιθανολόγηση των λόγων των οποίων γίνεται επίκληση, αλλά να αφορά το αν οι λόγοι αυτοί ή, τουλάχιστον, ένας εξ αυτών που θεωρείται επαρκής για να στηρίξει την ίδια απόφαση είναι τεκμηριωμένοι (απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2023, Synesis κατά Συμβουλίου, T‑97/21 και T‑215/22, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:531, σκέψη 35). |
|
32 |
Στην αρμόδια αρχή της Ένωσης εναπόκειται, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει το βάσιμο των λόγων που ελήφθησαν υπόψη κατά του προσώπου ή της οντότητας την οποία αφορούν τα περιοριστικά μέτρα και όχι στο πρόσωπο ή την οντότητα αυτή να προσκομίσει την αρνητική απόδειξη του αβασίμου των λόγων αυτών (βλ. απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2023, Synesis κατά Συμβουλίου, T‑97/21 και T‑215/22, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:531, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
33 |
Αν η αρμόδια αρχή της Ένωσης προσκομίσει κρίσιμες πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία, ο δικαστής της Ένωσης πρέπει να ελέγξει την ακρίβεια των προβαλλομένων πραγματικών περιστατικών σε σχέση με τις πληροφορίες και τα στοιχεία αυτά και να εκτιμήσει την αποδεικτική ισχύ τους σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της υποθέσεως και υπό το φως των ενδεχομένων συναφών παρατηρήσεων που υπέβαλε, μεταξύ άλλων, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή η ενδιαφερόμενη οντότητα (βλ. απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2023, Synesis κατά Συμβουλίου, T‑97/21 και T‑215/22, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:531, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
34 |
Διαπιστώνεται επίσης ότι οι λόγοι που αφορούν το όφελος το οποίο η προσφεύγουσα αντλεί από το καθεστώς Λουκασένκο και τη στήριξη προς αυτό βασίζονται στα κριτήρια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της απόφασης 2012/642, διάταξη στην οποία παραπέμπει το άρθρο 2, παράγραφος 5, του κανονισμού 765/2006, διευκρινιζομένου ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της απόφασης 2012/642, η «στήριξη» στο καθεστώς Λουκασένκο και το «όφελος» από το καθεστώς αυτό είναι δύο διακριτά κριτήρια καταχώρισης στους επίμαχους καταλόγους (βλ. απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2023, Belaz-upravljajusaja kompanija holdinga Belaz Holding κατά Συμβουλίου, T‑533/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:657, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
35 |
Εν προκειμένω, πρώτον, ως προς τον λόγο καταχώρισης ο οποίος αφορά τη στήριξη του καθεστώτος Λουκασένκο από την προσφεύγουσα, στην πρώτη παράγραφο της αιτιολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 9 ανωτέρω, αναφέρεται ότι η προσφεύγουσα είναι μια μοναδική κρατική επιχείρηση του μεταλλουργικού κλάδου στη Λευκορωσία και συγκαταλέγεται ανάμεσα στις μεγαλύτερες εταιρίες της χώρας και ότι, ως τέτοια, αποτελεί για το καθεστώς Λουκασένκο σημαντική πηγή εσόδων από την οποία αυτό αντλεί άμεσο όφελος. |
|
36 |
Ο λόγος αυτός βασίζεται στο κριτήριο της «στήριξης» στο καθεστώς Λουκασένκο το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της απόφασης 2012/642, διάταξη στην οποία παραπέμπει το άρθρο 2, παράγραφος 5, του κανονισμού 765/2006. |
|
37 |
Επομένως, πρέπει να εξεταστεί, κατ’ αρχάς, αν αποδεικνύονται τα εκτιθέμενα στη σκέψη 35 ανωτέρω πραγματικά στοιχεία που επικαλείται το Συμβούλιο και, σε καταφατική περίπτωση, εν συνεχεία, αν εμπίπτουν στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της απόφασης 2012/642. |
|
38 |
Αφενός, όσον αφορά το ζήτημα αν αποδεικνύονται τα πραγματικά αυτά στοιχεία, κατ’ αρχάς, δεν αμφισβητείται ότι η προσφεύγουσα ανήκει στο κράτος, δεδομένου ότι η Δημοκρατία της Λευκορωσίας κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου της. |
|
39 |
Επιπλέον, από τον φάκελο του Συμβουλίου προκύπτει ότι η προσφεύγουσα αναγνωρίζεται από τον Πρόεδρο Λουκασένκο ως μία από τις «ναυαρχίδες» της Λευκορωσίας, που συγκαταλέγεται στις πέντε μεγαλύτερες επιχειρήσεις της χώρας και εξάγει την παραγωγή της σε περισσότερες από 60 χώρες παγκοσμίως. Η δήλωση αυτή του Προέδρου Λουκασένκο υποστηρίζεται από το περιλαμβανόμενο στον φάκελο του Συμβουλίου άρθρο που δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο«belta.by» του εθνικού πρακτορείου ειδήσεων της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας στις 3 Ιουλίου 2021, κατά το οποίο «[ο] κλάδος της μεταποίησης στη Λευκορωσία […] είναι απόλυτα καθοριστικός για την εικόνα και το κύρος της χώρας, αποτελώντας το θεμέλιο της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας της», και το οποίο χαρακτηρίζει την προσφεύγουσα «γιγαντιαία βιομηχανική επιχείρηση». Επιπροσθέτως, η προσφεύγουσα εκθέτει ότι στις 30 Σεπτεμβρίου 2023 απασχολούσε 11633 άτομα, ότι είναι ένας από τους κορυφαίους εξαγωγείς προϊόντων σιδήρου και χάλυβα και ότι κατά το παρελθόν ανέπτυσσε εξαγωγική δραστηριότητα σε περισσότερες από 100 χώρες παγκοσμίως, στις οποίες περιλαμβάνονταν και πολλά κράτη μέλη της Ένωσης. |
|
40 |
Τέλος, με τα δικόγραφά της, η προσφεύγουσα εκθέτει ότι κατέβαλε στο λευκορωσικό Δημόσιο μερίσματα ποσού 2817224,38 ρουβλιών Λευκορωσίας (BYN) (περίπου 1171208,27 ευρώ) για το 2018, 0 BYN για το 2019, 406004,70 BYN (περίπου 146265,83 ευρώ) για το 2020, 1432841,5 BYN (περίπου 476819,1 ευρώ) για το 2021 και 1741862,61 BYN (περίπου 632737,33 ευρώ) για το 2022. Κατά τα λοιπά, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι κατέβαλε το 2021, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό στοιχείο υπ’ αριθ. 3 του φακέλου του Συμβουλίου, πρώτον, φόρο εισοδήματος ποσού 11,6 εκατομμυρίων δολαρίων Ηνωμένων Πολιτειών (USD), δεύτερον, εισφορές στο ταμείο κοινωνικής προστασίας ποσού 27,9 εκατομμυρίων USD και, τρίτον, φόρο ακίνητης περιουσίας επί των κτιρίων και γηπέδων της ποσού 6,78 εκατομμυρίων USD. |
|
41 |
Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι η προσφεύγουσα είναι μια μοναδική κρατική επιχείρηση του μεταλλουργικού κλάδου στη Λευκορωσία, ότι συγκαταλέγεται ανάμεσα στις μεγαλύτερες εταιρίες της χώρας και ότι, ως τέτοια, αποτελεί για το καθεστώς Λουκασένκο σημαντική πηγή εσόδων από την οποία αυτό αντλεί άμεσο όφελος. |
|
42 |
Αφετέρου, όσον αφορά την επιχειρηματολογία με την οποία η προσφεύγουσα προβάλλει ότι τα στοιχεία που εκτίθενται στις σκέψεις 38 έως 40 ανωτέρω δεν αποδεικνύουν «στήριξη στο καθεστώς» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της απόφασης 2012/642, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 5 και 8 της απόφασης 2012/642, τα περιοριστικά μέτρα κατά της Λευκορωσίας ελήφθησαν και παρατάθηκαν λόγω της συνεχιζόμενης προσβολής, στην εν λόγω χώρα, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Ως εκ τούτου, τα μέτρα αυτά στρέφονται κατά προσώπων που ευθύνονται για νοθείες και παραβάσεις των διεθνών εκλογικών κανόνων σε ορισμένες εκλογικές ή δημοψηφισματικές διαδικασίες στη Λευκορωσία, καθώς και κατά προσώπων που ευθύνονται για σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και για την άσκηση βίας κατά ειρηνικών διαδηλωτών μετά τις εν λόγω διαδικασίες. |
|
43 |
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 6 της απόφασης 2012/642, δεδομένης της σοβαρότητας της κατάστασης, μέτρα επιβλήθηκαν επίσης και εις βάρος των προσώπων και των οντοτήτων που ωφελούνται από το καθεστώς Λουκασένκο ή το στηρίζουν, ιδίως δε εις βάρος των προσώπων και των οντοτήτων που παρέχουν χρηματοδοτική ή υλική στήριξη στο καθεστώς. |
|
44 |
Συνεπώς, το Συμβούλιο, θεσπίζοντας στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της απόφασης 2012/642 τη στήριξη στο καθεστώς Λουκασένκο ως κριτήριο που δικαιολογεί την καταχώριση ονόματος στους επίμαχους καταλόγους, επιδίωξε, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρή και συνεχιζόμενη προσβολή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, καθώς και την καταστολή σε βάρος της κοινωνίας των πολιτών στη Λευκορωσία, να εντείνει την πίεση που ασκεί στο εν λόγω καθεστώς, διευρύνοντας τον κύκλο των προσώπων και των οντοτήτων εις βάρος των οποίων λαμβάνονται τα περιοριστικά μέτρα της Ένωσης. Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο προέβλεψε τη δυνατότητα εφαρμογής μέτρων δέσμευσης των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων εις βάρος των προσώπων και των οντοτήτων που στηρίζουν το καθεστώς Λουκασένκο και, ειδικότερα, εκείνων που του παρέχουν χρηματοδοτική στήριξη (πρβλ. αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 2023, MAZ-upravljajusaja kompanija holdinga Belavtomaz κατά Συμβουλίου, T‑532/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:656, σκέψη 60, και της 18ης Οκτωβρίου 2023, Belaz-upravljajusaja kompanija holdinga Belaz Holding κατά Συμβουλίου, T‑533/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:657, σκέψη 57). |
|
45 |
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, επισημαίνεται ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, το Συμβούλιο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στο γεγονός ότι η ίδια ανήκει στο λευκορωσικό Δημόσιο προκειμένου να κρίνει ότι στηρίζει το καθεστώς Λουκασένκο, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 39 και 40 ανωτέρω. |
|
46 |
Πράγματι, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, κατά την αιτιολογική σκέψη 6 της απόφασης 2012/642, το κριτήριο στήριξης που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της απόφασης 2012/642 αφορά «ιδίως» τα πρόσωπα και τις οντότητες που παρέχουν οικονομική ή υλική υποστήριξη στο καθεστώς. |
|
47 |
Ως εκ τούτου, η έννοια της «στήριξης στο καθεστώς» περιλαμβάνει και άλλες μορφές υποστήριξης πλην της πολιτικής στήριξης προς το καθεστώς Λουκασένκο (πρβλ. απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2024, Grodno Azot και Khimvolokno Plant κατά Συμβουλίου, T‑117/22, μη δημοσιευθείσα, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως, EU:T:2024:112, σκέψη 52). |
|
48 |
Όσον αφορά το ζήτημα της καταβολής μερισμάτων, υπενθυμίζεται ότι το γεγονός ότι η προσφεύγουσα, ήτοι μια επιχείρηση που ανήκει στο λευκορωσικό Δημόσιο και καταγράφει κέρδη, καταβάλλει μερίσματα στο λευκορωσικό Δημόσιο, μοναδικό μέτοχό της, τα οποία τίθενται, επομένως, στη διάθεση του καθεστώτος Λουκασένκο, αρκεί για να τεκμηριωθεί ότι αυτή αποτελεί πηγή εσόδων για το καθεστώς και για να καταδείξει την ύπαρξη χρηματοδοτικής στήριξης (πρβλ. αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 2023, MAZ-upravljajusaja kompanija holdinga Belavtomaz κατά Συμβουλίου, T‑532/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:656, σκέψη 72, και της 18ης Οκτωβρίου 2023, Belaz-upravljajusaja kompanija holdinga Belaz Holding κατά Συμβουλίου, T‑533/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:657, σκέψη 69). |
|
49 |
Είναι αληθές ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Chyzh κ.λπ. κατά Συμβουλίου (T‑276/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:748, σκέψη 169), ότι το Συμβούλιο δεν δύναται να συναγάγει «στήριξη στο καθεστώς» από την καταβολή των φόρων και μόνον, καθόσον τέτοια καταβολή αποτελεί νόμιμη υποχρέωση που βαρύνει όλους τους Λευκορώσους φορολογουμένους. |
|
50 |
Εντούτοις, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, εν προκειμένω, το επιχείρημα που αντλεί η προσφεύγουσα από την εξομοίωση των μερισμάτων προς τους φόρους κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύεται στη σκέψη 49 ανωτέρω. |
|
51 |
Πράγματι, από την παράγραφο 1-1 του διατάγματος 637 προκύπτει ότι οι επιχειρήσεις που υπέχουν υποχρέωση καταβολής μέρους των κερδών τους στο Δημόσιο ή σε περιφερειακές κρατικές αρχές είναι οι επιχειρήσεις των οποίων τις αποφάσεις καθορίζουν το Δημόσιο ή οι εν λόγω περιφερειακές αρχές. Συνεπώς, η υποχρέωση αυτή αφορά μόνον μια περιορισμένη κατηγορία επιχειρήσεων και όχι το σύνολο των Λευκορώσων φορολογουμένων (πρβλ. αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 2023, MAZ-upravljajusaja kompanija holdinga Belavtomaz κατά Συμβουλίου, T‑532/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:656, σκέψη 79, και της 18ης Οκτωβρίου 2023, Belaz-upravljajusaja kompanija holdinga Belaz Holding κατά Συμβουλίου, T‑533/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:657, σκέψη 76). |
|
52 |
Επιπλέον, κατά την παράγραφο 1-2 του διατάγματος 637, το μέρος του κέρδους των υπόχρεων επιχειρήσεων που πρέπει υποχρεωτικώς να καταβληθεί στις λευκορωσικές κρατικές αρχές υπολογίζεται βάσει της διαφοράς μεταξύ του πραγματοποιηθέντος κέρδους και, μεταξύ άλλων, των βαρών που συνδέονται με φόρους και τέλη. Κατά συνέπεια, η προκείμενη καταβολή διακρίνεται, τυπικώς, από τους φόρους και προστίθεται σ’ αυτούς. Το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από την παράγραφο 3-1 του διατάγματος 637, η είσπραξη του ανωτέρω μέρους των κερδών εμπίπτει στην αρμοδιότητα των φορολογικών αρχών, οι οποίες ακολουθούν τις σχετικές φορολογικές διαδικασίες, δεν δύναται να κλονίσει τη διαπίστωση αυτή (πρβλ. αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 2023, MAZ-upravljajusaja kompanija holdinga Belavtomaz κατά Συμβουλίου, T‑532/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:656, σκέψη 80, και της 18ης Οκτωβρίου 2023, Belaz-upravljajusaja kompanija holdinga Belaz Holding κατά Συμβουλίου, T‑533/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:657, σκέψη 77). |
|
53 |
Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι η προσφεύγουσα υποχρεούται να καταβάλλει, δυνάμει του διατάγματος 637, μέρος των κερδών της στο Δημόσιο δεν κλονίζει την εκτίμηση ότι παρέχει χρηματοδοτική στήριξη στο καθεστώς Λουκασένκο. Αντιθέτως, το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει την ως άνω εκτίμηση, καθόσον το καθεστώς ενέτεινε, με το ίδιο διάταγμα, τον έλεγχο που ήδη ασκούσε, ως μοναδικός μέτοχος, στους πόρους της προσφεύγουσας, διασφαλίζοντας ότι θα είχε στη διάθεσή του, σε τακτική βάση, μέρος των κερδών που αυτή κατέγραφε (πρβλ. αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 2023, MAZ-upravljajusaja kompanija holdinga Belavtomaz κατά Συμβουλίου, T‑532/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:656, σκέψη 81, και της 18ης Οκτωβρίου 2023, Belaz-upravljajusaja kompanija holdinga Belaz Holding κατά Συμβουλίου, T‑533/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:657, σκέψη 78). |
|
54 |
Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως κρίνοντας ότι τα αποδεικτικά στοιχεία και τα πραγματικά περιστατικά που αναλύθηκαν ανωτέρω σχετικά με τα μερίσματα που κατέβαλε η προσφεύγουσα στο καθεστώς Λουκασένκο αποτελούσαν στοιχεία από τα οποία μπορούσε να συναχθεί ότι η ίδια στήριζε το καθεστώς αυτό κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της απόφασης 2012/642. |
|
55 |
Όσον αφορά, εξάλλου, τις καταβολές φόρων, επισημαίνεται ότι, προκειμένου να κρίνει ότι η προσφεύγουσα στηρίζει το καθεστώς, το Συμβούλιο έλαβε επίσης υπόψη τα σημαντικά ποσά των φόρων που κατέβαλε η προσφεύγουσα στο λευκορωσικό Δημόσιο. |
|
56 |
Συναφώς, είναι αληθές ότι με την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Chyzh κ.λπ. κατά Συμβουλίου (T‑276/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:748, σκέψη 169), κρίθηκε ότι το Συμβούλιο δεν δύναται να συναγάγει «στήριξη στο καθεστώς» από την καταβολή των φόρων και μόνον, καθόσον τέτοια καταβολή αποτελεί νόμιμη υποχρέωση που βαρύνει όλους τους Λευκορώσους φορολογουμένους (βλ. σκέψη 49 ανωτέρω). Επιβάλλεται εντούτοις η διευκρίνιση ότι η περίπτωση στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση είναι διαφορετική από την υπό κρίση περίπτωση, κατά το μέτρο που επίμαχη ήταν η στήριξη στο καθεστώς από ιδιώτες, φυσικά και νομικά πρόσωπα, που υπόκεινται στην υποχρέωση καταβολής φόρου ως «νόμιμη υποχρέωση που βαρύνει όλους τους Λευκορώσους φορολογουμένους». |
|
57 |
Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο χαρακτηρισμός των ποσών που καταβάλλονται στο Δημόσιο ως φόρων ή ως μερισμάτων δεν είναι καθοριστικός για να γίνει δεκτό ότι συντρέχει η έννοια της «στήριξης στην κυβέρνηση». Πράγματι, και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται για ποσά που καταβάλλονται στο Δημόσιο από δημόσια οντότητα, όπως εν προκειμένω, κατ’ εφαρμογήν κρατικής ρύθμισης που επιβάλλει τη σχετική υποχρέωση. Ο αποκλεισμός των καταβολών αυτών από την έννοια της «στήριξης στην κυβέρνηση», για τον λόγο και μόνον ότι τα οφειλόμενα ποσά χαρακτηρίζονται ως φόροι, θα μπορούσε να καταστήσει δυνατή την καταστρατήγηση των κανόνων της Ένωσης μέσω της αύξησης του συντελεστή φορολόγησης των πραγματοποιούμενων από τέτοιες οντότητες κερδών προς αντιστάθμιση της μείωσης του ποσού των μερισμάτων των οποίων την καταβολή στο Δημόσιο επιβάλλει σε όλες τις δημόσιες εταιρίες η εθνική νομοθεσία (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 12ης Μαΐου 2016, Bank of lndustry and Mine κατά Συμβουλίου, C‑358/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:338, σκέψη 80). |
|
58 |
Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 38 ανωτέρω, δεν αμφισβητείται ότι, σε αντίθεση προς τα πρόσωπα τα οποία αφορούσε η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Chyzh κ.λπ. κατά Συμβουλίου (T‑276/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:748), η προσφεύγουσα είναι νομικό πρόσωπο που ανήκει στο Δημόσιο, δεδομένου ότι η Δημοκρατία της Λευκορωσίας κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου της. |
|
59 |
Συναφώς, σε αντίθεση προς τα εισοδήματα και τα κέρδη των ιδιωτών και των ιδιωτικών νομικών προσώπων, το Δημόσιο μπορεί, όσον αφορά τα εισοδήματα και τα κέρδη της προσφεύγουσας, να χρησιμοποιήσει τόσο μέσα δημοσίου δικαίου, όπως οι φόροι, όσο και μέσα που απορρέουν από το δικαίωμα ιδιοκτησίας, όπως τα μερίσματα. Ο τρόπος με τον οποίο οι πόροι της προσφεύγουσας θα μεταβιβαστούν στο Δημόσιο εξαρτάται επίσης από το ίδιο, ως νομοθέτη και ιδιοκτήτη. Όσον αφορά τους πόρους που εισπράττονται για τη στήριξη του καθεστώτος, δεν έχει σημασία αν το Δημόσιο τους λαμβάνει υπό τη μορφή φόρων που καταβάλλονται από δημόσια επιχείρηση ή υπό τη μορφή μερισμάτων, δηλαδή υπό τη μορφή συμμετοχής στα κέρδη της δημόσιας επιχείρησης μετά την αφαίρεση των φόρων. Πράγματι, λαμβανομένου υπόψη ότι η προσφεύγουσα ανήκει εξ ολοκλήρου στο λευκορωσικό Δημόσιο, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων περί του αντιθέτου στον φάκελο, η προσφεύγουσα δεν καθορίζει ανεξάρτητα από το λευκορωσικό Δημόσιο τις αποφάσεις της όσον αφορά τη χρηματοδοτική στήριξη που παρέχει στο καθεστώς. |
|
60 |
Επιπλέον, όπως προκύπτει από την αιτιολογία της καταχώρισης της επωνυμίας της προσφεύγουσας στους επίμαχους καταλόγους, η προσφεύγουσα «είναι μια μοναδική κρατική επιχείρηση του μεταλλουργικού κλάδου στη Λευκορωσία και συγκαταλέγεται ανάμεσα στις μεγαλύτερες εταιρείες της χώρας» και «[α]ποτελεί σημαντική πηγή εσόδων για το καθεστώς Λουκασένκο». Επομένως, όλα τα εισοδήματα ή κέρδη της προσφεύγουσας μπορούν να καταβληθούν στο Δημόσιο ανεξάρτητα από τη μορφή που θα μπορούσε να λάβει μια τέτοια στήριξη. |
|
61 |
Κατά συνέπεια, στην περίπτωση επιχείρησης της οποίας το Δημόσιο κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου, η καταβολή μερισμάτων και φόρων μπορεί να ληφθεί υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί αν η επιχείρηση αυτή αποτελεί σημαντική πηγή εσόδων για το καθεστώς στο πλαίσιο της εξέτασης της ενδεχόμενης στήριξης στο καθεστώς. Εν προκειμένω, το 2021 η προσφεύγουσα, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό στοιχείο υπ’ αριθ. 3 του φακέλου του Συμβουλίου του οποίου τα αριθμητικά στοιχεία αυτή δεν αμφισβητεί, κατέβαλε, πρώτον, φόρο εισοδήματος ποσού 11,6 εκατομμυρίων USD, δεύτερον, εισφορές στο ταμείο κοινωνικής προστασίας ποσού 27,9 εκατομμυρίων USD και, τρίτον, φόρο ακίνητης περιουσίας επί των κτιρίων και γηπέδων της ποσού 6,78 εκατομμυρίων δολαρίων. |
|
62 |
Επομένως, συνάγεται το συμπέρασμα ότι το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως κρίνοντας ότι η προσφεύγουσα αποτελεί σημαντική πηγή εσόδων για το καθεστώς Λουκασένκο, καθώς και για το λευκορωσικό Δημόσιο το οποίο ωφελείται άμεσα από τα έσοδα αυτά, και ότι, κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα στηρίζει το καθεστώς Λουκασένκο κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της απόφασης 2012/642. |
|
63 |
Δεύτερον, ως προς τον λόγο καταχώρισης ο οποίος αφορά το όφελος που αντλεί η προσφεύγουσα από το καθεστώς Λουκασένκο και ο οποίος μνημονεύεται στην πρώτη παράγραφο της αιτιολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 9 ανωτέρω εκτίθεται ότι η προσφεύγουσα λαμβάνει μεγάλες κρατικές επιχορηγήσεις και πολιτική στήριξη από το καθεστώς Λουκασένκο και ότι ο γενικός διευθυντής της διορίστηκε προσωπικά από τον Πρόεδρο Λουκασένκο. |
|
64 |
Ο λόγος αυτός βασίζεται στο κριτήριο του «οφέλους» από το καθεστώς Λουκασένκο το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της απόφασης 2012/642, διάταξη στην οποία παραπέμπει το άρθρο 2, παράγραφος 5, του κανονισμού 765/2006. |
|
65 |
Επομένως, πρέπει να εξεταστεί, κατ’ αρχάς, αν αποδεικνύονται τα εκτιθέμενα στη σκέψη 63 ανωτέρω πραγματικά στοιχεία που επικαλείται το Συμβούλιο και, σε καταφατική περίπτωση, εν συνεχεία, αν εμπίπτουν στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της απόφασης 2012/642. |
|
66 |
Όσον αφορά, αφενός, την ακρίβεια των πραγματικών περιστατικών, πρέπει, κατά πρώτον, να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο το οποίο δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο «belta.by» του εθνικού πρακτορείου ειδήσεων της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας στις 3 Ιουλίου 2021 και το οποίο περιλαμβάνεται στον φάκελο του Συμβουλίου ως αποδεικτικό στοιχείο υπ’ αριθ. 7, το 2023 η Λευκορωσική Κυβέρνηση αποφάσισε να καλύψει τις ζημίες που υπέστη μια λευκορωσική τράπεζα λόγω εξαγωγικών πιστώσεων ποσού 2,65 δισεκατομμυρίων ρωσικών ρουβλιών (RUB) (περίπου 25 εκατομμυρίων ευρώ) τις οποίες είχε χορηγήσει στην προσφεύγουσα με επιτόκιο ανερχόμενο στα 2/3 του επιτοκίου αναφοράς της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας και με την επιφύλαξη ασφάλισης έναντι των εξαγωγικών κινδύνων ή ασφάλισης έναντι των εξαγωγικών κινδύνων με κρατική στήριξη. Ως προς το ζήτημα αυτό, μολονότι η προσφεύγουσα, η οποία δεν αμφισβητεί τα ανωτέρω, υποστηρίζει ότι δεν έλαβε η ίδια τη στήριξη του Δημοσίου, αλλά μια τράπεζα, γεγονός παραμένει ότι η ίδια είναι κατ’ αποτέλεσμα η λήπτρια της επίμαχης ενίσχυσης χάρη στην οποία μπόρεσε να αποφύγει το οικονομικό βάρος από ένα δάνειο υψηλού ποσού, το οποίο άλλωστε είχε χορηγηθεί με προνομιακούς όρους και με κρατική στήριξη. |
|
67 |
Ομοίως, όπως προκύπτει από άρθρο της 19ης Φεβρουαρίου 2021 το οποίο προέρχεται από τον ιστότοπο του μέσου ενημέρωσης «Nasha Niva» και το οποίο περιλαμβάνεται στον φάκελο του Συμβουλίου ως αποδεικτικό στοιχείο υπ’ αριθ. 33, ένα μέρος των χρεών της προσφεύγουσας μεταβιβάστηκε στο Δημόσιο και μετατράπηκε σε δημόσιο χρέος, ενώ η εταιρία αντιμετώπιζε δυσχέρειες στην εξυπηρέτηση των πιστώσεων που είχε λάβει ή στην καταβολή των δόσεων των δανείων της. Μολονότι η προσφεύγουσα υποστηρίζει συναφώς ότι το εν λόγω αποδεικτικό στοιχείο στηρίζεται σε «ατεκμηρίωτα δεδομένα τα οποία αφορούν μια μυστηριώδη προβαλλόμενη κρατική στήριξη», γεγονός παραμένει ότι το στοιχείο αυτό αρκεί προς επιβεβαίωση της ύπαρξης οικονομικής στήριξης εκ μέρους του λευκορωσικού Δημοσίου. |
|
68 |
Κατά δεύτερον, στις περιλαμβανόμενες στον φάκελο του Συμβουλίου ως αποδεικτικά στοιχεία 10 έως 12 δημοσιεύσεις που αναρτήθηκαν στον επίσημο ιστότοπο της προσφεύγουσας σχετικά με τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της για τα έτη 2017 έως 2019 γίνεται μνεία ότι η ίδια έλαβε, από το 2016 έως το 2019, πολλές σημαντικές κρατικές επιχορηγήσεις ποσού 21976000 BYN (περίπου 6 εκατομμυρίων ευρώ), 42790000 BYN (περίπου 12 εκατομμυρίων ευρών), 24525000 BYN (περίπου 7 εκατομμυρίων ευρώ) και 24683000 BYN (περίπου 7 εκατομμυρίων ευρώ). Τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία επιβεβαιώνονται από το περιλαμβανόμενο στον φάκελο του Συμβουλίου ως αποδεικτικό στοιχείο αριθ. 18 άρθρο που δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο «belta.by» του εθνικού δημόσιου πρακτορείου ειδήσεων της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας στις 22 Δεκεμβρίου 2021 και στο οποίο περιέχεται δήλωση του Προέδρου Λουκασένκο κατά την οποία η προσφεύγουσα είχε λάβει «σημαντική δημόσια στήριξη». |
|
69 |
Ως προς το ζήτημα αυτό, μολονότι η προσφεύγουσα εκθέτει ότι οι ως άνω επιχορηγήσεις συνοδεύονταν από αυστηρούς όρους για την ανάπτυξη του μηχανολογικού κλάδου στη Δημοκρατία της Λευκορωσίας κατά την περίοδο 2017‑2020, που έληξε το 2020, δεν αμφισβητεί εντούτοις την καταβολή τους και δεν αντιτείνει κανένα αποδεικτικό στοιχείο σε αυτά που επικαλείται το Συμβούλιο. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί σοβαρά την ύπαρξη και το μέγεθος των επίμαχων επιχορηγήσεων. Επιπλέον, κατά τη νομολογία, το γεγονός ότι οι λόγοι καταχώρισης του ονόματος του προσφεύγοντος στους επίμαχους καταλόγους αναφέρονται σε πραγματικές περιστάσεις που συνέτρεχαν πριν από την έκδοση των προσβαλλομένων πράξεων και είχαν παύσει να υφίστανται κατά την ημερομηνία αυτή, δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι τα περιοριστικά μέτρα που διατηρήθηκαν εις βάρος του με τις εν λόγω πράξεις έχουν καταστεί παρωχημένα. Πράγματι, προκειμένου να αποδειχθεί ότι η προσφεύγουσα ωφελείται από το καθεστώς του Προέδρου Λουκασένκο ή το στηρίζει, μια τέτοια αναφορά δεν μπορεί κατ’ αρχήν να θεωρηθεί μη κρίσιμη, απλώς και μόνον επειδή ορισμένες ενέργειες ανάγονται στο πρόσφατο ή στο απώτερο παρελθόν (πρβλ. αποφάσεις της 12ης Φεβρουαρίου 2020, Boshab κατά Συμβουλίου, T‑171/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:55, σκέψη 84 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 7ης Ιουνίου 2023, Shakutin κατά Συμβουλίου, T‑141/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:303, σκέψη 163). |
|
70 |
Κατά τρίτον, από άρθρο το οποίο δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο «lidergoda.by» και το οποίο περιλαμβάνεται στον φάκελο του Συμβουλίου ως αποδεικτικό στοιχείο αριθ. 13 προκύπτει ότι στον γενικό διευθυντή της προσφεύγουσας απονεμήθηκε το μεγάλο βραβείο ηγεσίας για το έτος 2020, το οποίο προσελκύει την προσοχή των καταναλωτών στα προϊόντα και τις υπηρεσίες της προσφεύγουσας και αναδεικνύει την υψηλή ποιότητά τους. Το βραβείο αυτό απονεμήθηκε βάσει απόφασης μιας επιτροπής ειδικών αποτελούμενης από εκπροσώπους της επιχειρηματικής κοινότητας, των υπουργείων και των αρμόδιων υπηρεσιών, καθώς και δημόσιων οργανισμών. |
|
71 |
Ομοίως, όπως πιστοποιεί μια δημοσίευση στον επίσημο ιστότοπο της προσφεύγουσας η οποία περιλαμβάνεται στον φάκελο του Συμβουλίου ως αποδεικτικό στοιχείο αριθ. 14, στην προσφεύγουσα απονεμήθηκε το μεγάλο βραβείο στο πλαίσιο των βραβείων ηγεσίας του έτους 2021. Τα ως άνω βραβεία υποστηρίζονται από το Υπουργείο Βιομηχανίας και το Υπουργείο Υγείας και Παιδείας της Λευκορωσίας, καθώς και από την κρατική επιτροπή για την επιστήμη και την τεχνολογία και από την εθνική ομοσπονδία επιχειρηματιών. |
|
72 |
Στο ίδιο πνεύμα, από το αποδεικτικό στοιχείο υπ’ αριθ. 17 του φακέλου του Συμβουλίου που περιέχει δημοσίευση του οργανισμού Gosstandart, ο οποίος, κατά το θεσμικό αυτό όργανο το οποίο δεν αντικρούεται από την προσφεύγουσα, είναι οργανισμός του λευκορωσικού υπουργικού συμβουλίου, προκύπτει ότι η προσφεύγουσα έλαβε το χορηγούμενο από αυτόν βραβείο καλύτερου προϊόντος. |
|
73 |
Τα ως άνω τρία συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία καταδεικνύουν συνεπώς ότι το καθεστώς της Λευκορωσίας απένειμε στην προσφεύγουσα πλείονα βραβεία μέσω των οποίων, όπως ορθώς υποστηρίζει το Συμβούλιο, το εν λόγω καθεστώς επιδοκιμάζει τη δραστηριότητα της και την προωθεί στο κοινό, εφιστώντας την προσοχή των καταναλωτών στα προϊόντα και τις υπηρεσίες της. Μολονότι η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι διακρίσεις αυτές, σε εθνικό επίπεδο, αποσκοπούν στην προώθηση των προϊόντων που κατασκευάζονται στη Λευκορωσία και όχι ειδικά των δικών της προϊόντων και ότι τα βραβεία απονέμει επιτροπή ειδικών, γεγονός παραμένει ότι η επιχειρηματολογία αυτή με την οποία, κατ’ ουσίαν, αμφισβητείται απλώς ο τρόπος χορήγησης της στήριξης την οποία το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι έλαβε η προσφεύγουσα, χωρίς αμφισβήτηση της συνδρομής των περιστάσεων οι οποίες εκτίθενται στα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται το Συμβούλιο, δεν είναι ικανή να θέσει εν αμφιβόλω την ύπαρξη τιμητικών βραβείων που της χορήγησε το καθεστώς προς στήριξη της δραστηριότητάς της. |
|
74 |
Κατά τέταρτον, από άρθρο που δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο «primepress.by» και το οποίο περιλαμβάνεται στον φάκελο του Συμβουλίου ως αποδεικτικό στοιχείο υπ’ αριθ. 8 προκύπτει ότι ο διορισμός του γενικού διευθυντή της προσφεύγουσας, πρώην αναπληρωτή Υπουργού Βιομηχανίας της Λευκορωσίας, εγκρίθηκε από τον Πρόεδρο Λουκασένκο το 2019. Ένας τέτοιος διορισμός, που εγκρίθηκε από τον αρχηγό του κράτους, ενός μέλους της κυβέρνησης ως επικεφαλής της προσφεύγουσας αρκεί για να τεκμηριώσει την ύπαρξη στενού δεσμού μεταξύ της προσφεύγουσας και του καθεστώτος, καθώς και μια μορφή πολιτικής στήριξης. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι άνευ σημασίας η επιχειρηματολογία με την οποία η προσφεύγουσα προβάλλει, αφενός, ότι η αλλαγή αυτή θέσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προαγωγή και, αφετέρου, ότι από το όφελος που φέρεται ότι αποκόμισε από το καθεστώς ο γενικός διευθυντής της δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ωφελείται και η ίδια. Επιπλέον, μολονότι η προσφεύγουσα προσθέτει ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας απλώς επικυρώνει τον διορισμό του γενικού διευθυντή της, πράγμα που δεν ισοδυναμεί με κατά κυριολεξία διορισμό, εντούτοις μια τέτοια διαδικασία επιβεβαιώνει την τελική έγκριση του διορισμού αυτού από τον Πρόεδρο και, κατά συνέπεια, από το καθεστώς. |
|
75 |
Επομένως, από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει ότι το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως, κρίνοντας ότι η προσφεύγουσα έλαβε μεγάλες κρατικές επιχορηγήσεις και πολιτική στήριξη από το καθεστώς Λουκασένκο και ότι ο γενικός διευθυντής της διορίστηκε προσωπικά από τον Πρόεδρο Λουκασένκο. |
|
76 |
Αφετέρου, όσον αφορά το ζήτημα αν τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε το Συμβούλιο συνιστούν «όφελος από το καθεστώς» υπέρ της προσφεύγουσας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της απόφασης 2012/642, επισημαίνεται ότι η προσφεύγουσα, μολονότι υποστηρίζει ότι αυτό δεν συμβαίνει, δεν επικαλείται προς αντίκρουση κανένα κρίσιμο επιχείρημα ή αποδεικτικό στοιχείο. |
|
77 |
Πράγματι, όπως προκύπτει από τα εκτεθέντα στις σκέψεις 66 έως 69 ανωτέρω, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι έλαβε τις επίμαχες επιχορηγήσεις, αλλά υποστηρίζει ότι η χορήγησή τους συνοδευόταν από αυστηρούς όρους. Πλην όμως, αυτό δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την πραγματική χορήγηση και το μεγάλο ποσό των επίμαχων επιχορηγήσεων και, κατά συνέπεια, την ύπαρξη χρηματοδοτικής στήριξης υπέρ της. Ομοίως, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να θεωρεί ότι η κάλυψη εκ μέρους του Δημοσίου των ζημιών που υπέστη μια λευκορωσική τράπεζα λόγω εξαγωγικών πιστώσεων που είχε χορηγήσει στην ίδια δεν αποτελεί χρηματοδοτική στήριξη της από το καθεστώς, δεδομένου ότι το μέτρο αυτό της παρέσχε τη δυνατότητα, χάρη στο Δημόσιο, να λάβει δάνειο υπό ιδιαιτέρως ευνοϊκούς όρους. Είναι αληθές ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα ανέφερε ότι το μέτρο αυτό δεν εξάλειψε τις οφειλές της, αλλά τις ανέστειλε προσωρινώς. Εντούτοις, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένος ο ισχυρισμός αυτός, χωρίς η προσφεύγουσα να έχει προσκομίσει συναφώς το παραμικρό αποδεικτικό στοιχείο, η προσωρινή ελάφρυνση του ελλείμματός της συνιστά χρηματοδοτική ενίσχυση την οποία χορήγησε το καθεστώς, όπερ πιστοποιεί την άντληση οφέλους από αυτό. |
|
78 |
Επιπλέον, όσον αφορά τα βραβεία που της απονεμήθηκαν, η προσφεύγουσα, όπως προκύπτει από τα εκτεθέντα στις σκέψεις 70 έως 73 ανωτέρω, δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι έλαβε τα συγκεκριμένα βραβεία ούτε προσκομίζει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ικανό να θέσει εν αμφιβόλω την επιρροή του καθεστώτος στην απονομή των βραβείων αυτών. Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι και άλλες επιχειρήσεις έλαβαν βραβεία δεν ασκεί επιρροή επί του γεγονότος ότι τα έλαβε και η προσφεύγουσα και επί της αποδεικτικής ισχύος και κρισιμότητας της περίστασης αυτής προς στήριξη της απόδειξης της ύπαρξης εμπορικής και πολιτικής στήριξής της εκ μέρους του καθεστώτος. |
|
79 |
Τέλος, από το υπ’ αριθ. 8 αποδεικτικό στοιχείο του φακέλου του Συμβουλίου, το οποίο μνημονεύεται στη σκέψη 74 ανωτέρω, προκύπτει ότι το 2019 ο Πρόεδρος Λουκασένκο έδωσε τη συγκατάθεσή του για τον διορισμό μέλους της κυβέρνησης ως γενικού διευθυντή της προσφεύγουσας. Μολονότι όντως δεν αποδείχθηκε ότι προέβη στον διορισμό αυτόν, εντούτοις η προσφεύγουσα ούτε υποστήριξε ούτε απέδειξε ότι η συγκατάθεση αυτή ήταν προαιρετική και, επομένως, προκύπτει ότι η έγκριση αυτή του Προέδρου Λουκασένκο ήταν αναγκαία προϋπόθεση του διορισμού, πράγμα που επιβεβαιώνει τη στενή σχέση μεταξύ του καθεστώτος και της διοίκησης της εταιρίας και, ως εκ τούτου, μια μορφή πολιτικής στήριξης υπέρ της. |
|
80 |
Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως κρίνοντας ότι η προσφεύγουσα έλαβε μεγάλες κρατικές επιχορηγήσεις και πολιτική στήριξη από το καθεστώς Λουκασένκο και ότι ο γενικός διευθυντής της διορίστηκε προσωπικά από τον Πρόεδρο Λουκασένκο, στοιχεία τα οποία ήταν, από κοινού, επαρκή ώστε να θεωρηθεί ότι η προσφεύγουσα ωφελήθηκε από το εν λόγω καθεστώς κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της απόφασης 2012/642. |
|
81 |
Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι οι λόγοι σχετικά με τη στήριξη της προσφεύγουσας προς το καθεστώς και το όφελος που η ίδια αντλεί από αυτό, οι οποίοι είναι αρκούντως σαφείς και συγκεκριμένοι και δεν ενέχουν πλάνη εκτιμήσεως, συνιστούν αφ’ εαυτών επαρκή βάση για να δικαιολογηθεί η καταχώριση της επωνυμίας της στους επίμαχους καταλόγους. |
|
82 |
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, λαμβανομένης υπόψη της προληπτικής φύσεως των επίμαχων περιοριστικών μέτρων, αν, στο πλαίσιο του ελέγχου της νομιμότητας των προσβαλλόμενων πράξεων, ο δικαστής της Ένωσης κρίνει ότι τουλάχιστον ο ένας από τους λόγους που διαλαμβάνονται στην επίμαχη αιτιολογία είναι επαρκώς ακριβής και συγκεκριμένος, ότι είναι τεκμηριωμένος και ότι συνιστά αυτός καθεαυτόν επαρκές έρεισμα για να στηρίξει τις πράξεις αυτές, το γεγονός ότι άλλοι μεταξύ των λόγων αυτών δεν συνιστούν τέτοιο έρεισμα δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ακύρωση των εν λόγω πράξεων (βλ. απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2023, Belaz-upravljajusaja kompanija holdinga Belaz Holding κατά Συμβουλίου, T‑533/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:657, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
83 |
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος ακυρώσεως, χωρίς να απαιτείται να εξεταστούν τα επιχειρήματα με τα οποία η προσφεύγουσα βάλλει κατά της αιτιολογίας των προσβαλλόμενων πράξεων κατά το μέρος που αυτή αντλείται από το ότι η προσφεύγουσα είναι υπεύθυνη για την καταστολή της κοινωνίας των πολιτών στη Λευκορωσία, δεδομένου ότι η μη τεκμηρίωση του μέρους αυτού της αιτιολογίας δεν μπορεί να επισύρει την ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων. |
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας και της επιχειρηματικής ελευθερίας
|
84 |
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η δέσμευση κεφαλαίων που της επιβλήθηκε συνιστά περιορισμό της άσκησης των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον Χάρτη και του βασικού περιεχομένου τους. |
|
85 |
Ως προς το ζήτημα αυτό, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, λόγω πλάνης εκτιμήσεως, οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν είναι έγκυρες και ότι οι περιορισμοί των θεμελιωδών δικαιωμάτων της τους οποίους συνεπάγονται οι πράξεις αυτές στερούνται οποιασδήποτε νομικής βάσης στο δίκαιο της Ένωσης και, ως εκ τούτου, δεν «προβλέπονται από το νόμο» κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη. |
|
86 |
Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι τα περιοριστικά μέτρα που ελήφθησαν εις βάρος της δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε πρόσφορα ως προς τον σκοπό που επιδιώκουν. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται σχέση μεταξύ της καταχώρισης της επωνυμίας της στους επίμαχους καταλόγους και του σκοπού των προσβαλλόμενων πράξεων ο οποίος συνδέεται με τον πόλεμο στην Ουκρανία και ότι στις εν λόγω πράξεις δεν εκτίθεται συναφής αιτιολογία. Επιπλέον, υπέστη ζημίες λόγω του πολέμου στην Ουκρανία και δεν ωφελείται από αυτόν. |
|
87 |
Επιπροσθέτως, η τυχόν χρήση εκ μέρους της προσφεύγουσας ειδικών παρεκκλίσεων από το μέτρο της δέσμευσης κεφαλαίων δεν αποδεικνύει ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν θίγουν τα δικαιώματά της. |
|
88 |
Τέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι δεν παρασχέθηκε καμία εξήγηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο τα προσβαλλόμενα περιοριστικά μέτρα θα συμβάλουν στην επίτευξη του σκοπού των προσβαλλόμενων πράξεων, πράγμα που συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολόγησης και προσβολή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. |
|
89 |
Το Συμβούλιο αμφισβητεί την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας. |
|
90 |
Διευκρινίζεται ευθύς εξαρχής ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα δήλωσε, αφενός, ότι οι αιτιάσεις που αφορούν παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης και προσβολή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας δεν συνιστούν νέες αιτιάσεις διαφορετικές από εκείνες που αφορούν προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας και της επιχειρηματικής ελευθερίας και, αφετέρου, ότι, στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, δεν είχε επικαλεστεί την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 5 ΣΕΕ, αλλά παράβαση των άρθρων 16, 17 και 52 του Χάρτη. |
|
91 |
Ως προς το ζήτημα αυτό, υπενθυμίζεται ότι το δικαίωμα ιδιοκτησίας περιλαμβάνεται μεταξύ των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης και κατοχυρώνεται στο άρθρο 17 του Χάρτη. Ομοίως, η επιχειρηματική ελευθερία κατοχυρώνεται στο άρθρο 16 του Χάρτη. |
|
92 |
Εν προκειμένω, τα περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν στην προσφεύγουσα αποτελούν μέτρα προσωρινής φύσεως, που δεν θεωρείται ότι στερούν τα πρόσωπα στα οποία επιβάλλονται από την ιδιοκτησία τους ή από την επιχειρηματική ελευθερία τους. Ωστόσο, τα επίμαχα μέτρα συνεπάγονται αναμφισβήτητα περιορισμό της δυνατότητας ασκήσεως του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και θίγουν την ελευθερία άσκησης οικονομικής δραστηριότητας της προσφεύγουσας (πρβλ. απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2016, Rotenberg κατά Συμβουλίου, T‑720/14, EU:T:2016:689, σκέψη 167 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
93 |
Ωστόσο, τα θεμελιώδη δικαιώματα που επικαλείται η προσφεύγουσα, δηλαδή η επιχειρηματική ελευθερία και το δικαίωμα ιδιοκτησίας, δεν αποτελούν απόλυτα προνόμια και μπορούν, ως εκ τούτου, να υπόκεινται σε περιορισμούς, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη (βλ. απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Gazprom Neft κατά Συμβουλίου, T‑735/14 και T‑799/14, EU:T:2018:548, σκέψη 161 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
94 |
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, αφενός, «[κ]άθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον [...] Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών» και, αφετέρου, «[τ]ηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων». |
|
95 |
Επομένως, προκειμένου να συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης, κάθε περιορισμός στην άσκηση των επίμαχων θεμελιωδών δικαιωμάτων πρέπει να πληροί τρεις προϋποθέσεις. Πρώτον, ο περιορισμός πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο. Τουτέστιν, το επίμαχο μέτρο πρέπει να έχει νομική βάση. Δεύτερον, ο περιορισμός πρέπει να εξυπηρετεί σκοπό γενικού συμφέροντος που να αναγνωρίζεται από την Ένωση. Τρίτον, ο περιορισμός δεν πρέπει να είναι υπέρμετρος. Αφενός, πρέπει να είναι αναγκαίος και να τελεί σε αναλογία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Αφετέρου, δεν πρέπει να θίγεται ο «πυρήνας», ήτοι η υπόσταση του σχετικού δικαιώματος ή της σχετικής ελευθερίας (πρβλ. απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2016, Rotenberg κατά Συμβουλίου, T‑720/14, EU:T:2016:689, σκέψεις 170 έως 173 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
96 |
Οι τρεις αυτές προϋποθέσεις πληρούνται εν προκειμένω. |
|
97 |
Πράγματι, όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, διαπιστώνεται ότι τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα «προβλέπονται από το νόμο», δεδομένου ότι προβλέπονται από πράξεις που έχουν, μεταξύ άλλων, γενική ισχύ και διαθέτουν σαφείς νομικές βάσεις στο δίκαιο της Ένωσης, ήτοι το άρθρο 29 ΣΕΕ, όσον αφορά την εκτελεστική απόφαση 2023/1592, και το άρθρο 215 ΣΛΕΕ, όσον αφορά τον εκτελεστικό κανονισμό 2023/1591. Οι συγκεκριμένες διατάξεις είναι αρκούντως προβλέψιμες για τους ενδιαφερομένους όσον αφορά το ενδεχόμενο να αποτελέσουν νομικές βάσεις για τη λήψη περιοριστικών μέτρων δυνάμενων να θίξουν ή να περιορίσουν θεμελιώδη δικαιώματα (βλ. απόφαση της 27ης Ιουλίου 2022, RT France κατά Συμβουλίου, T‑125/22, EU:T:2022:483, σκέψη 149 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
98 |
Επιπλέον, όπως διαπιστώθηκε στο πλαίσιο της εξέτασης του πρώτου λόγου ακυρώσεως, το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως καταχωρίζοντας την επωνυμία της προσφεύγουσας στους επίμαχους καταλόγους. |
|
99 |
Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, ως προς την οποία η προσφεύγουσα δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα, διαπιστώνεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις συνάδουν, όσον αφορά την προσφεύγουσα, με τον σκοπό του άρθρου 21, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και γʹ, ΣΕΕ, ήτοι τον σκοπό της εδραίωσης και στήριξης της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου και της διατήρησης της ειρήνης, της πρόληψης των συγκρούσεων και της ενίσχυσης της διεθνούς ασφάλειας. |
|
100 |
Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, επιβάλλει οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης να μην υπερβαίνουν τα όρια αυτού που είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει η σχετική ρύθμιση (βλ. απόφαση της 14ης Ιουλίου 2021, Cabello Rondón κατά Συμβουλίου, T‑248/18, EU:T:2021:450, σκέψη 123 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
101 |
Συναφώς, όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας, πρέπει να αναγνωρίζεται στον νομοθέτη της Ένωσης ευρεία εξουσία εκτίμησης σε τομείς οι οποίοι προϋποθέτουν εκ μέρους του επιλογές πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως και στο πλαίσιο των οποίων καλείται να προβεί σε σύνθετες εκτιμήσεις. Κατά συνέπεια, η νομιμότητα μέτρου που έχει θεσπιστεί στον τομέα αυτό θίγεται μόνον αν το μέτρο είναι προδήλως απρόσφορο σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκεται από το αρμόδιο θεσμικό όργανο (βλ. απόφαση της 14ης Ιουλίου 2021, Cabello Rondón κατά Συμβουλίου, T‑248/18, EU:T:2021:450, σκέψη 124 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
102 |
Όσον αφορά τη δυνατότητα επίτευξης των επιδιωκόμενων σκοπών μέσω των επίμαχων μέτρων, διαπιστώνεται ότι, ενόψει σκοπών γενικού συμφέροντος τόσο θεμελιωδών για τη διεθνή κοινότητα όσο οι μνημονευόμενοι στη σκέψη 99 ανωτέρω, οι σκοποί αυτοί δεν μπορούν, αυτοί καθεαυτούς, να θεωρηθούν ανεπαρκείς (πρβλ. απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2023, OT κατά Συμβουλίου, T‑193/22, EU:T:2023:716, σκέψη 199 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
103 |
Επιπλέον, κατά τη νομολογία, τα δυσμενή αποτελέσματα που προκαλούνται από τα περιοριστικά μέτρα δεν είναι δυσανάλογα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς, λαμβανομένου υπόψη, αφενός, του γεγονότος ότι τα μέτρα αυτά έχουν, από τη φύση τους, προσωρινό και αναστρέψιμο χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, δεν θίγουν τον «πυρήνα» του δικαιώματος ιδιοκτησίας και της επιχειρηματικής ελευθερίας και, αφετέρου, ότι χωρεί παρέκκλιση από τα εν λόγω μέτρα για την κάλυψη των βασικών αναγκών, των δικαστικών εξόδων ή ακόμα και των εκτάκτων δαπανών των θιγομένων προσώπων (απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2018, Klyuyev κατά Συμβουλίου, T‑731/15, EU:T:2018:90, σκέψη 182· πρβλ., επίσης, απόφαση της 27ης Ιουλίου 2022, RT France κατά Συμβουλίου, T‑125/22, EU:T:2022:483, σκέψη 225). |
|
104 |
Επιβάλλεται συναφώς η υπόμνηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, της απόφασης 2012/642 και το άρθρο 3 του κανονισμού 765/2006 προβλέπουν ότι είναι δυνατόν να επιτρέπεται η αποδέσμευση ορισμένων δεσμευμένων κεφαλαίων ή οικονομικών πόρων προκειμένου τα θιγόμενα πρόσωπα να είναι σε θέση να καλύψουν βασικές ανάγκες ή να εκπληρώσουν ορισμένες υποχρεώσεις. |
|
105 |
Τέλος, επισημαίνεται ότι η σημασία του σκοπού που επιδιώκεται με τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα είναι ικανή να δικαιολογήσει αρνητικές συνέπειες, ακόμη και σημαντικές, για ορισμένους επιχειρηματίες οι οποίοι δεν φέρουν καν ευθύνη για την κατάσταση που οδήγησε στην επιβολή των κυρώσεων (βλ. απόφαση της 6ης Μαρτίου 2024, BSW – management company of BMC holding κατά Συμβουλίου, T‑258/22, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:150, σκέψη 118 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
106 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, η επέμβαση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας και στην επιχειρηματική ελευθερία της προσφεύγουσας δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογη. |
|
107 |
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί. |
|
108 |
Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι και ο πρώτος λόγος ακυρώσεως απορρίφθηκε, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
109 |
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. |
|
110 |
Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του Συμβουλίου. |
|
Για τους λόγους αυτούς, ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα) αποφασίζει: |
|
|
|
da Silva Passos Półtorak Cassagnabère Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 19 Μαρτίου 2025. (υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.