ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο πενταμελές τμήμα)

της 19ης Νοεμβρίου 2025 ( *1 )

«Φυτοπροστατευτικά προϊόντα – Δραστική ουσία glyphosate (γλυφοσάτη) – Αίτηση ανανέωσης δραστικής ουσίας – Παράταση της περιόδου έγκρισης – Καθυστέρηση στη διεξαγωγή της διαδικασίας ανανέωσης – Λόγοι που εκφεύγουν του ελέγχου του αιτούντος – Αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης – Άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1367/2006 – Απόφαση απόρριψης της αίτησης – Άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΚ) 1107/2009»

Στην υπόθεση T‑565/23,

Aurelia Stiftung, με έδρα το Βερολίνο (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον A. Willand και την A. Mostler, δικηγόρους,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από την A. Becker, την D. Milanowska και τον M. ter Haar,

καθής,

υποστηριζόμενης από την

Bayer Agriculture, με έδρα την Αμβέρσα (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τους H. Posser, F. Geber και T. Römhild, δικηγόρους,

παρεμβαίνουσα,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο, κατά τις διασκέψεις, από τους R. da Silva Passos, πρόεδρο, N. Półtorak, I. Reine, T. Pynnä (εισηγήτρια) και H. Cassagnabère, δικαστές,

γραμματέας: P. Cullen, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 13ης Φεβρουαρίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με την προσφυγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η προσφεύγουσα, Aurelia Stiftung, ζητεί την ακύρωση της απόφασης Ares(2023) 4611321 της Επιτροπής, της 3ης Ιουλίου 2023, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης που είχε υποβάλει η προσφεύγουσα σχετικά με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2022/2364 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 2022, για την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 540/2011 όσον αφορά την παράταση της περιόδου έγκρισης της δραστικής ουσίας glyphosate (γλυφοσάτη) (ΕΕ 2022, L 312, σ. 99, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

Ιστορικό της διαφοράς και πραγματικά περιστατικά μεταγενέστερα της άσκησης της προσφυγής

2

Η προσφεύγουσα είναι ένωση μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με έδρα το Βερολίνο (Γερμανία). Στους σκοπούς της περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η προστασία των ζώων, της φύσης και του περιβάλλοντος.

3

Η γλυφοσάτη είναι δραστική ουσία που χρησιμοποιείται ευρέως στα ζιζανιοκτόνα.

4

Η γλυφοσάτη εγκρίθηκε για πρώτη φορά με την οδηγία 2001/99/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ής Νοεμβρίου 2001, για την τροποποίηση του παραρτήματος Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά ώστε να καταχωρηθεί η glyphosate και η thifensulfuron-methyl ως δραστική ουσία (ΕΕ 2001, L 304, σ. 14). Σύμφωνα με το παράρτημα I της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων (ΕΕ 1991, L 230, σ. 1), η έγκριση της γλυφοσάτης τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2002 και επρόκειτο να λήξει στις 30 Ιουνίου 2012.

5

Το 2009 τέθηκε σε ισχύ ο κανονισμός (ΕΚ) 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και την κατάργηση των οδηγιών 79/117/ΕΟΚ και 91/414 του Συμβουλίου (ΕΕ 2009, L 309, σ. 1). Με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 540/2011 της Επιτροπής, της 25ης Μαΐου 2011, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού 1107/2009 όσον αφορά τον κατάλογο των εγκεκριμένων δραστικών ουσιών (ΕΕ 2011, L 153, σ. 1), καταρτίστηκε ο κατάλογος που προβλέπεται στο άρθρο 78, παράγραφος 3, του κανονισμού 1107/2009. Η γλυφοσάτη περιλαμβανόταν στον κατάλογο αυτόν, με ημερομηνία λήξης της περιόδου έγκρισης την 31η Δεκεμβρίου 2015.

6

Στις 20 Οκτωβρίου 2015 ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/1885 της Επιτροπής για την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού 540/2011 όσον αφορά την παράταση των περιόδων έγκρισης των δραστικών ουσιών 2,4-D, Acibenzolar-s-methyl, Amitrole, Bentazone, Cyhalofop butyl, Diquat, Esfenvalerate, Famoxadone, Flumioxazine, DPX KE 459 (flupyrsulfuron-methyl), Glyphosate, Iprovalicarb, Isoproturon, Lambda-Cyhalothrin, Metalaxyl-M, Metsulfuron methyl, Picolinafen, Prosulfuron, Pymetrozine, Pyraflufen-ethyl, Thiabendazole, Thifensulfuron-methyl και Triasulfuron (ΕΕ 2015, L 276, σ. 48), ο οποίος εκδόθηκε βάσει του άρθρου 17, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1107/2009, παρέτεινε την περίοδο έγκρισης της γλυφοσάτης έως τις 30 Ιουνίου 2016 διότι η αξιολόγηση της ουσίας είχε καθυστερήσει για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση του αιτούντος.

7

Στις 29 Ιουνίου 2016 ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2016/1056 της Επιτροπής για την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού 540/2011 όσον αφορά την παράταση της περιόδου έγκρισης της δραστικής ουσίας glyphosate (ΕΕ 2016, L 173, σ. 52) παρέτεινε για δεύτερη φορά την περίοδο έγκρισης της γλυφοσάτης βάσει του άρθρου 17, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1107/2009, αναφέροντας ότι η έγκριση αυτή θα έληγε μετά από «[έξι] μήνες από την ημερομηνία παραλαβής της γνώμης της επιτροπής αξιολόγησης κινδύνων του [ECHA] από την Επιτροπή ή [την] 31η Δεκεμβρίου 2017, εάν η ημερομηνία αυτή [ήταν] προγενέστερη».

8

Στις 12 Δεκεμβρίου 2017 η έγκριση της γλυφοσάτης ανανεώθηκε έως τις 15 Δεκεμβρίου 2022 με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2017/2324 της Επιτροπής για την ανανέωση της έγκρισης της δραστικής ουσίας glyphosate, σύμφωνα με τον κανονισμό 1107/2009, και την τροποποίηση του παραρτήματος του εκτελεστικού κανονισμού 540/2011 (ΕΕ 2017, L 333, σ. 10).

9

Στις 14 Μαρτίου 2022 η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) κάλεσε τον αιτούντα την ανανέωση της έγκρισης της γλυφοσάτης να παράσχει πρόσθετες πληροφορίες, τις οποίες ο αιτών υπέβαλε εγκαίρως.

10

Στις 10 Μαΐου 2022 η EFSA και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων (ECHA) ενημέρωσαν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι η έγκριση των συμπερασμάτων της εξέτασης από ομοτίμους της αξιολόγησης των κινδύνων που συνδέονται με τη γλυφοσάτη θα πραγματοποιούνταν με καθυστέρηση.

11

Στις 2 Δεκεμβρίου 2022 η έγκριση της γλυφοσάτης παρατάθηκε έως τις 15 Δεκεμβρίου 2023 με τον εκτελεστικό κανονισμό 2022/2364.

12

Στις 30 Ιανουαρίου 2023 η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης του εκτελεστικού κανονισμού 2022/2364 βάσει του άρθρου 10 του κανονισμού (ΕΚ) 1367/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, για την εφαρμογή στα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης των διατάξεων της σύμβασης του Århus σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (ΕΕ 2006, L 264, σ. 13).

13

Στις 3 Ιουλίου 2023 η Επιτροπή απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης.

14

Στις 28 Νοεμβρίου 2023 η έγκριση της γλυφοσάτης ανανεώθηκε έως τις 15 Δεκεμβρίου 2033 με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2023/2660 της Επιτροπής για την ανανέωση της έγκρισης της δραστικής ουσίας glyphosate, σύμφωνα με τον κανονισμό 1107/2009, και για την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού 540/2011 (ΕΕ L, 2023/2660).

15

Στις 24 Ιανουαρίου 2024 η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης του εκτελεστικού κανονισμού 2023/2660.

Αιτήματα των διαδίκων

16

Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

17

Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Bayer Agriculture, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να απορρίψει την προσφυγή·

να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

Σκεπτικό

18

Προς στήριξη της προσφυγής της η προσφεύγουσα προβάλλει πέντε λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων, εν συνόψει, ο πρώτος αφορά παράβαση του άρθρου 17 του κανονισμού 1107/2009, καθόσον η παράταση της περιόδου έγκρισης χρησιμεύει για τη διεξαγωγή σταδίου της διαδικασίας του οποίου η προθεσμία δεν μπορεί να παραταθεί, ο δεύτερος εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του άρθρου 17 του κανονισμού 1107/2009 όσον αφορά τον ρόλο του αιτούντος την ανανέωση, ο τρίτος και ο τέταρτος παραβίαση της αρχής της προφύλαξης και εσφαλμένη στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων στο πλαίσιο της διαχείρισης των κινδύνων και ο πέμπτος παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης.

Επί της διατήρησης του έννομου συμφέροντος

19

Η Bayer Agriculture υποστηρίζει ότι το έννομο συμφέρον της προσφεύγουσας εξέλιπε μετά την έκδοση του εκτελεστικού κανονισμού 2023/2660, ο οποίος ανανέωσε την έγκριση της γλυφοσάτης και κατά του οποίου η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης στηριζόμενη σε παρόμοια επιχειρηματολογία.

20

Το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος πρέπει να είναι γεγενημένο και ενεστώς. Το έννομο αυτό συμφέρον πρέπει, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της προσφυγής, να υφίσταται κατά τον χρόνο της άσκησής της, άλλως η προσφυγή κηρύσσεται απαράδεκτη, πρέπει δε να διατηρείται μέχρι την έκδοση της δικαστικής απόφασης, άλλως η δίκη καταργείται (βλ. απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Mory κ.λπ. κατά Επιτροπής,C‑33/14 P, EU:C:2015:609, σκέψεις 56 και 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

21

Εν προκειμένω, όπως υποστηρίζει η Bayer Agriculture, η περίοδος παράτασης της έγκρισης της γλυφοσάτης έληξε στις 15 Δεκεμβρίου 2023 και η έγκριση της δραστικής αυτής ουσίας ανανεώθηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό 2023/2660.

22

Ωστόσο, πρώτον, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ανακλήθηκε από την Επιτροπή, με αποτέλεσμα η διαφορά να διατηρεί το αντικείμενό της (πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, ClientEarth κατά Επιτροπής,C‑57/16 P, EU:C:2018:660, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η προσβαλλόμενη απόφαση και η αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης του εκτελεστικού κανονισμού 2023/2660 έχουν διαφορετικό αντικείμενο.

23

Δεύτερον, από τη νομολογία προκύπτει ότι ο προσφεύγων διατηρεί το έννομο συμφέρον του για την ακύρωση πράξης θεσμικού οργάνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς αποτροπή του ενδεχομένου επανάληψης της προβαλλόμενης παρανομίας στο μέλλον. Το εν λόγω έννομο συμφέρον απορρέει από το άρθρο 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, βάσει του οποίου το θεσμικό όργανο που εξέδωσε την ακυρωθείσα πράξη οφείλει να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου. Πάντως, αυτό το έννομο συμφέρον υφίσταται μόνον αν η προβαλλόμενη παρανομία είναι δυνατόν να επαναληφθεί στο μέλλον ανεξαρτήτως των περιστάσεων της υπόθεσης στο πλαίσιο της οποίας ασκήθηκε η προσφυγή του προσφεύγοντος (αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 2007, Wunenburger κατά Επιτροπής,C‑362/05 P, EU:C:2007:322, σκέψεις 50 έως 52, και της 27ης Σεπτεμβρίου 2018, Mellifera κατά Επιτροπής,T‑12/17, EU:T:2018:616, σκέψη 28).

24

Τούτο συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι η παρανομία που επικαλείται η προσφεύγουσα βασίζεται, ιδίως, σε ερμηνεία του άρθρου 17 του κανονισμού 1107/2009 την οποία η Επιτροπή ενδέχεται να επαναλάβει στο πλαίσιο άλλης αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης σχετικά με την παράταση της περιόδου έγκρισης δραστικής ουσίας.

25

Επομένως, η προσφεύγουσα, παρά την έκδοση του εκτελεστικού κανονισμού 2023/2660, κατά του οποίου αυτή υπέβαλε επίσης αίτηση επανεξέτασης, διατηρεί εν προκειμένω έννομο συμφέρον.

Επί του παραδεκτού της προσφυγής

26

Η Bayer Agriculture αμφισβητεί την ενεργητική νομιμοποίηση της προσφεύγουσας. Αφενός, η προσφεύγουσα δεν δικαιούται να υποβάλει αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού 1367/2006, διότι ο δεδηλωμένος πρωταρχικός σκοπός της δεν είναι η προώθηση της προστασίας του περιβάλλοντος. Συγκεκριμένα, δραστηριοποιείται στους τομείς της μελισσοκομίας και της κηπουρικής και οι δραστηριότητες αυτές δεν εξυπηρετούν την προστασία του περιβάλλοντος. Αφετέρου, η προώθηση της εκτροφής μελισσών αφορά ζώα που δεν ζουν σε άγρια κατάσταση και δεν εμπίπτει στην προστασία του περιβάλλοντος στο πλαίσιο του περιβαλλοντικού δικαίου. Επομένως, κατά την Bayer Agriculture, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

27

Το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 10 του κανονισμού 1367/2006 προβλέπει ότι «οιαδήποτε μη κυβερνητική οργάνωση […] που πληρο[ί] τα κριτήρια του άρθρου 11 δικαιού[τ]αι να ζητήσ[ει] εσωτερική επανεξέταση από το όργανο ή τον οργανισμό της Ένωσης που εξέδωσε τη διοικητική πράξη […] με την αιτιολογία ότι αυτή η πράξη […] αντιτίθεται στο περιβαλλοντικό δίκαιο κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο στ)».

28

Το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1367/2006 ορίζει ότι μια μη κυβερνητική οργάνωση δικαιούται να υποβάλει αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης εφόσον έχει διατυπώσει ως πρωταρχικό στόχο την προαγωγή της προστασίας του περιβάλλοντος στο πλαίσιο του περιβαλλοντικού δικαίου.

29

Το άρθρο 2 του κανονισμού 1367/2006, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», ορίζει στην παράγραφο 1, στοιχείο στʹ, ότι, για τους σκοπούς του εν λόγω κανονισμού, ως περιβαλλοντικό δίκαιο νοείται η «νομοθεσία της Ένωσης η οποία, ανεξάρτητα από τη νομική της βάση, συμβάλλει στην επιδίωξη των στόχων της [ενωσιακής] πολιτικής για το περιβάλλον».

30

Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 1367/2006 ορίζει ότι το ζήτημα αν μια πράξη εκδόθηκε στο πλαίσιο του περιβαλλοντικού δικαίου δεν εξαρτάται από τη νομική βάση επί της οποίας εκδόθηκε. Η έννοια του «περιβαλλοντικού δικαίου», για τους σκοπούς του εν λόγω κανονισμού, καλύπτει κάθε νομοθετική διάταξη της Ένωσης που συμβάλλει στην επιδίωξη των σκοπών της πολιτικής της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος. Από το γράμμα του άρθρου αυτού προκύπτει ότι, παραπέμποντας, κατ’ ουσίαν, στους σκοπούς που απαριθμούνται στο άρθρο 191, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε, στο πλαίσιο του κανονισμού 1367/2006, να προσδώσει ευρεία σημασία στην έννοια του «περιβαλλοντικού δικαίου», η οποία δεν περιορίζεται σε θέματα που συνδέονται με την προστασία του υπό στενή έννοια φυσικού περιβάλλοντος. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται εξάλλου από το άρθρο 192, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, κατά το οποίο το περιβαλλοντικό δίκαιο, όπως ρυθμίζεται στον τίτλο XX της εν λόγω Συνθήκης, μπορεί να περιλαμβάνει επίσης διατάξεις φορολογικού κυρίως χαρακτήρα, μέτρα που επηρεάζουν τη χωροταξία, την ποσοτική διαχείριση των υδάτινων πόρων ή που επιδρούν άμεσα ή έμμεσα στη διαθεσιμότητα των εν λόγω πόρων, ή που επηρεάζουν τις χρήσεις της γης, καθώς και μέτρα που επηρεάζουν αισθητά την επιλογή ενός κράτους μέλους μεταξύ διαφορετικών πηγών ενέργειας και τη γενική διάρθρωση του ενεργειακού του εφοδιασμού. Μια συσταλτική ερμηνεία της έννοιας του «περιβαλλοντικού δικαίου» θα είχε ως συνέπεια να μην εμπίπτουν, σε μεγάλο βαθμό, στον τομέα αυτό τέτοιες διατάξεις και τέτοια μέτρα (απόφαση της 14ης Μαρτίου 2018, TestBioTech κατά Επιτροπής,T‑33/16, EU:T:2018:135, σκέψεις 42 έως 45).

31

Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο έχει δεχθεί σιωπηρώς ότι μια μη κερδοσκοπική ένωση που προάγει τη διατήρηση και την προώθηση των μελισσών μπορεί παραδεκτώς να υποβάλει αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης κατά της παράτασης της περιόδου έγκρισης μιας δραστικής ουσίας (πρβλ. απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2018, Mellifera κατά Επιτροπής,T‑12/17, EU:T:2018:616).

32

Εν προκειμένω, από το άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 3, του καταστατικού της προσφεύγουσας προκύπτει ότι σκοπός της είναι να προωθήσει, μεταξύ άλλων, την προστασία της φύσης και τη διατήρηση των τοπίων, την προστασία του περιβάλλοντος, την κτηνοτροφία και την καλλιέργεια φυτών. Οι σκοποί αυτοί επιτυγχάνονται ιδίως με διάφορες δράσεις που αφορούν την προστασία των μελισσών.

33

Λαμβανομένης υπόψη της ευρείας σημασίας που έχει η έννοια του «περιβαλλοντικού δικαίου» στο πλαίσιο του κανονισμού 1367/2006 (βλ. νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 30 ανωτέρω), η οποία, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Bayer Agriculture, δεν περιορίζεται σε θέματα που συνδέονται με την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος υπό στενή έννοια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα πληροί την προϋπόθεση του άρθρου 11, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1367/2006, καθώς είναι ένωση της οποίας ο δεδηλωμένος πρωταρχικός σκοπός είναι η προώθηση της προστασίας του περιβάλλοντος στο πλαίσιο του περιβαλλοντικού δικαίου, πράγμα το οποίο εξάλλου δεν αμφισβητεί η Επιτροπή.

34

Επομένως, τα επιχειρήματα της Bayer Agriculture σχετικά με το παραδεκτό της προσφυγής πρέπει να απορριφθούν.

Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του άρθρου 17 του κανονισμού 1107/2009 όσον αφορά τον ρόλο του αιτούντος την ανανέωση

Επί του παραδεκτού του δεύτερου λόγου ακυρώσεως

35

Χωρίς να προβάλλει ρητώς το απαράδεκτο του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, η Επιτροπή εκφράζει αμφιβολίες ως προς το αν οι προβαλλόμενες παραβάσεις του άρθρου 17 του κανονισμού 1107/2009 συνεπάγονται παραβίαση του περιβαλλοντικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 1367/2006, όπως απαιτεί το άρθρο 10 του ίδιου κανονισμού.

36

Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας ερμηνείας της έννοιας του «περιβαλλοντικού δικαίου» στο πλαίσιο του κανονισμού 1367/2006 (βλ. σκέψη 30 ανωτέρω), το άρθρο 17 του κανονισμού 1107/2009, την παράβαση του οποίου αφορά ιδίως ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως, είναι διάταξη που συμβάλλει στην επιδίωξη των σκοπών της πολιτικής της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος κατά την έννοια του άρθρου 10 του κανονισμού 1367/2006. Πράγματι, η διάταξη αυτή επιτρέπει την παράταση της περιόδου έγκρισης των δραστικών ουσιών προκειμένου να καταστεί δυνατή η ολοκλήρωση της διαδικασίας ανανέωσης η οποία πρέπει να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τους κινδύνους που ενέχει η εκάστοτε ουσία για το περιβάλλον.

37

Επομένως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα είναι παραδεκτός.

Επί της ουσίας

38

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, εν συνόψει, ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι πληρούνταν η προϋπόθεση του άρθρου 17 του κανονισμού 1107/2009, κατά την οποία η καθυστέρηση πρέπει να οφείλεται σε λόγους «που δεν μπορεί να ελέγξει» ο αιτών την ανανέωση. Συγκεκριμένα, υπήρξαν καθυστερήσεις κατά την ανανέωση της έγκρισης της γλυφοσάτης οι οποίες οφείλονταν στην ανάγκη να ζητηθούν έγγραφα και πληροφορίες από τον αιτούντα και, στη συνέχεια, να αξιολογηθούν. Η προσφεύγουσα υπογραμμίζει τα κενά στα δεδομένα που προσκόμισε ο αιτών καθώς και τον ελλιπή χαρακτήρα της αίτησης ανανέωσης και του συμπληρωματικού φακέλου, όπως προκύπτει από τον μεγάλο όγκο πρόσθετων πληροφοριών που ζήτησε η EFSA από τον αιτούντα. Οι λόγοι των καθυστερήσεων έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο συγκεκριμένης εξέτασης.

39

Το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 17, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1107/2009 ορίζει ότι η απόφαση παράτασης εκδίδεται «όταν, για λόγους που δεν μπορεί να ελέγξει ο αιτών, κρίνεται ότι η έγκριση είναι πιθανόν να λήξει πριν ληφθεί απόφαση για ανανέωση».

40

Εκ προοιμίου, διαπιστώνεται ότι οι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 17, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1107/2009 παρουσιάζουν αποκλίσεις. Πράγματι, μολονότι σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις, συμπεριλαμβανομένης της γαλλικής, χρησιμοποιείται η έκφραση «λόγοι ανεξάρτητοι από τη βούληση του αιτούντος», η έννοια της «βούλησης» δεν απαντά σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις. Σε ορισμένες άλλες αποδόσεις, συμπεριλαμβανομένης της αγγλικής, χρησιμοποιείται η έννοια του «ελέγχου». Άλλες γλωσσικές αποδόσεις, όπως η γερμανική, χρησιμοποιούν την έννοια της «ευθύνης» ή, ακόμη, την έννοια της επιρροής. Άλλες δε αποδόσεις αναφέρονται απλώς σε λόγους «ανεξάρτητους από τον αιτούντα».

41

Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε στην απόδοση διάταξης του δικαίου της Ένωσης σε μία γλώσσα δεν μπορεί να αποτελέσει τη μοναδική βάση για την ερμηνεία της διάταξης αυτής ούτε μπορεί να της δίδεται προτεραιότητα σε σχέση με την απόδοση στις άλλες γλώσσες. Πράγματι, οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τρόπο ομοιόμορφο, υπό το πρίσμα των αποδόσεών τους σε όλες τις γλώσσες της Ένωσης. Σε περίπτωση διάστασης μεταξύ των αποδόσεων ενός νομοθετήματος του δικαίου της Ένωσης στις διάφορες γλώσσες, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται βάσει του γενικότερου πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος καθώς και του σκοπού τον οποίο η τελευταία επιδιώκει (βλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, A κ.λπ.,C‑347/17, EU:C:2019:720, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

42

Επομένως, το άρθρο 17, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1107/2009 και, ειδικότερα, η φράση «λόγοι που δεν μπορεί να ελέγξει ο αιτών» πρέπει να ερμηνευθούν λαμβανομένων υπόψη τόσο του σκοπού της συγκεκριμένης διάταξης όσο και του πλαισίου στο οποίο αυτή εντάσσεται.

43

Όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται ο ανωτέρω κανόνας, πρώτον, υπενθυμίζεται ότι αυτός περιλαμβάνεται στο τμήμα του κανονισμού 1107/2009 το οποίο αφορά την έγκριση των δραστικών ουσιών. Οι εγκρίσεις αυτές, καθώς και η ανανέωσή τους, αποτελούν αντικείμενο διαφόρων διατάξεων που διέπουν τη διεξαγωγή της εφαρμοστέας διαδικασίας.

44

Έγκριση μπορεί να χορηγηθεί μόνο για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη (άρθρο 5 του κανονισμού 1107/2009). Όπως διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού αυτού, για λόγους ασφαλείας, η περίοδος έγκρισης των δραστικών ουσιών πρέπει να περιορίζεται χρονικά και να είναι ανάλογη προς τυχόν εγγενείς κινδύνους που ενέχει η χρήση των ουσιών. Η ανανέωση ισχύει για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε έτη (άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 1107/2009).

45

Επομένως, ο νομοθέτης φρόντισε να προβλέψει περιορισμένες περιόδους έγκρισης ή ανανέωσης, προκειμένου να αποφευχθεί η διατήρηση στην αγορά δραστικών ουσιών που ενδέχεται να παρουσιάζουν μη αποδεκτούς κινδύνους κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 1107/2009. Η επίτευξη του σκοπού αυτού, υπό το πρίσμα της αρχής της προφύλαξης, απαιτεί να επαναξιολογούνται περιοδικώς οι ουσίες, όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή εξηγώντας την προσέγγιση περί περιοδικότητας που ακολουθεί ο κανονισμός 1107/2009.

46

Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί ο ρόλος του αιτούντος την ανανέωση στο πλαίσιο του άρθρου 17 του κανονισμού 1107/2009.

47

Συγκεκριμένα, τόσο η διαδικασία έγκρισης όσο και η διαδικασία ανανέωσης κινούνται με πρωτοβουλία του παραγωγού της δραστικής ουσίας, και εν συνεχεία, ενδεχομένως, αιτούντος την ανανέωση, όπως προκύπτει, αντιστοίχως, από το άρθρο 7 του κανονισμού 1107/2009 και από το άρθρο 1 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 844/2012 της Επιτροπής, της 18ης Σεπτεμβρίου 2012, για τον καθορισμό των διατάξεων που απαιτούνται για την εφαρμογή της διαδικασίας ανανέωσης της έγκρισης δραστικών ουσιών, που προβλέπεται στον κανονισμό 1107/2009 (ΕΕ 2012, L 252, σ. 26). Ο παραγωγός της δραστικής ουσίας, και εν συνεχεία, ενδεχομένως, αιτών την ανανέωση, αποτελεί κεντρικό παράγοντα καθ’ όλη τη διάρκεια των διαδικασιών έγκρισης και ανανέωσης και είναι βασικός συνομιλητής για τους φορείς που συμμετέχουν στις διαδικασίες αυτές.

48

Όσον αφορά ειδικότερα τη διαδικασία ανανέωσης, ο αιτών την ανανέωση είναι υπεύθυνος για το περιεχόμενο της αίτησης (άρθρο 3 του εκτελεστικού κανονισμού 844/2012), για την υποβολή των συμπληρωματικών φακέλων (άρθρα 6 και 7 του εκτελεστικού κανονισμού 844/2012) και για την παροχή πρόσθετων πληροφοριών στο κράτος μέλος-εισηγητή ή στην EFSA (άρθρο 11, παράγραφος 5, και άρθρο 13, παράγραφος 3, του εκτελεστικού κανονισμού 844/2012) και μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις στην EFSA σχετικά με το σχέδιο έκθεσης αξιολόγησης του κράτους μέλους-εισηγητή ή την έκθεση ανανέωσης (άρθρο 12, παράγραφος 3, και άρθρο 14, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού 844/2012). Όλες αυτές οι αλληλεπιδράσεις με τον αιτούντα την ανανέωση υπόκεινται σε συγκεκριμένες προθεσμίες.

49

Επομένως, ο αιτών την ανανέωση είναι φορέας που συμμετέχει σε όλα τα στάδια της διαδικασίας παρέχοντας στοιχεία ή υποβάλλοντας παρατηρήσεις, γεγονός που του δίνει τη δυνατότητα να επηρεάσει την εξέλιξη της διαδικασίας. Ως εκ τούτου, ο νομοθέτης αποφάσισε να εξαρτήσει την παράταση της περιόδου έγκρισης από την προϋπόθεση η ενδεχόμενη καθυστέρηση να οφείλεται σε περιστάσεις «που δεν μπορεί να ελέγξει ο αιτών» την ανανέωση.

50

Αντιθέτως, όσον αφορά την παράταση της περιόδου έγκρισης, ο αιτών την ανανέωση δεν υποχρεούται να υποβάλει αίτηση και δεν προβλέπεται διαδικασία διαβούλευσης με αυτόν. Η διαδικασία κινείται αυτεπαγγέλτως και η Επιτροπή οφείλει να εξακριβώσει αν η καθυστέρηση στη διεξαγωγή της διαδικασίας ανανέωσης οφείλεται ή όχι σε λόγους «που δεν μπορεί να ελέγξει ο αιτών».

51

Επομένως, η συμπεριφορά του αιτούντος πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα των διαφόρων σταδίων της διαδικασίας ανανέωσης τα οποία προηγούνται της τυχόν παράτασης της περιόδου έγκρισης και στα οποία ο αιτών διαδραμάτισε ρόλο συμμετέχοντος.

52

Συναφώς, το άρθρο 17 του κανονισμού 1107/2009 αποτελεί έκφραση στάθμισης των διάφορων εμπλεκόμενων συμφερόντων η οποία είναι συμβατή με τους σκοπούς του εν λόγω κανονισμού και με την αρχή της προφύλαξης.

53

Όσον αφορά τους σκοπούς του άρθρου 17, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1107/2009, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 3, σκοπός του κανονισμού 1107/2009 είναι η εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας τόσο των ανθρώπων όσο και των ζώων καθώς και του περιβάλλοντος και η βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, μέσω της εναρμόνισης των κανόνων σχετικά με τη διάθεση στην αγορά των φυτοπροστατευτικών προϊόντων με παράλληλη βελτίωση της γεωργικής παραγωγής. Επομένως, ορθώς η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο σκοπός του κανονισμού 1107/2009 είναι πολλαπλός.

54

Ο κανονισμός 1107/2009, επιβάλλοντας τη διατήρηση υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος, εφαρμόζει το άρθρο 11 ΣΛΕΕ, το οποίο προβλέπει ότι οι απαιτήσεις της περιβαλλοντικής προστασίας πρέπει να ενταχθούν στον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών και των δράσεων της Ένωσης, ιδίως προκειμένου να προωθηθεί η αειφόρος ανάπτυξη, και το άρθρο 114, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το οποίο συγκεκριμενοποιεί την υποχρέωση αυτή. Το τελευταίο ορίζει, πράγματι, ότι η Επιτροπή, στις προτάσεις της, μεταξύ άλλων, στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, τις οποίες υποβάλλει στο πλαίσιο της προσέγγισης των νομοθεσιών με αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, λαμβάνει ως βάση ένα υψηλό επίπεδο προστασίας, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη όσες νέες εξελίξεις στηρίζονται σε επιστημονικά δεδομένα, και ότι, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιδιώκουν επίσης την επίτευξη αυτού του στόχου. Η εν λόγω προστασία έχει υπέρτερη σπουδαιότητα σε σχέση με οικονομικής φύσεως θεωρήσεις, με αποτέλεσμα να μπορεί να δικαιολογήσει αρνητικές οικονομικές συνέπειες, ακόμη και σημαντικές, για ορισμένους επιχειρηματίες (βλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 2021, FMC κατά Επιτροπής,T‑719/17, EU:T:2021:143, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

55

Επομένως, μεταξύ των διαφόρων σκοπών του κανονισμού 1107/2009, η Επιτροπή πρέπει να αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στον σκοπό της διασφάλισης υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας των ανθρώπων και των ζώων καθώς και του περιβάλλοντος όταν διαχειρίζεται διαδικασία ανανέωσης της έγκρισης δραστικής ουσίας, κατά μείζονα λόγο όταν η διαδικασία αυτή υπερβαίνει το προβλεπόμενο χρονικό πλαίσιο για τη διεξαγωγή της και χορηγείται παράταση της περιόδου έγκρισης δυνάμει του άρθρου 17 του εν λόγω κανονισμού.

56

Η Επιτροπή, κατά την εξέταση του ρόλου του αιτούντος την ανανέωση στις καθυστερήσεις που παρατηρούνται κατά τη διάρκεια μιας διαδικασίας ανανέωσης, πρέπει να διασφαλίζει όχι μόνον ότι ο αιτών ενήργησε εντός των προθεσμιών, αλλά και ότι η καθυστέρηση στη διεξαγωγή της διαδικασίας ανανέωσης είναι ανεξάρτητη από τις ενέργειές του, δηλαδή ότι ο αιτών δεν ενήργησε κατά τρόπο που να προκαλεί καθυστερήσεις ή να συμβάλλει σε καθυστερήσεις.

57

Επομένως, μια προσέγγιση που θα απαιτούσε στοιχείο πρόθεσης εκ μέρους του αιτούντος όσον αφορά τις καθυστερήσεις στη διεξαγωγή της διαδικασίας είναι υπερβολικά περιοριστική και ενέχει τον κίνδυνο διατάραξης της ισορροπίας που επετεύχθη από τον νομοθέτη υπέρ των συμφερόντων του αιτούντος την ανανέωση. Μια τέτοια περιοριστική προσέγγιση η οποία είναι ευνοϊκή για τον αιτούντα την ανανέωση θα προσέκρουε επίσης στη νομολογία, κατά την οποία το υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος πρέπει να έχει υπέρτερη σπουδαιότητα σε σχέση με οικονομικής φύσεως θεωρήσεις (πρβλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 2021, FMC κατά Επιτροπής,T‑719/17, EU:T:2021:143, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), καθώς και στο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται ο κανόνας του άρθρου 17, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1107/2009 και το οποίο αποτελείται από ένα σύνολο κανόνων που ρυθμίζουν λεπτομερώς τη συμμετοχή του αιτούντος την ανανέωση στη διαδικασία.

58

Προκειμένου να γίνει σεβαστή η στάθμιση στην οποία προέβη ο νομοθέτης, το άρθρο 17, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1107/2009 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαιτεί αντικειμενική και in concreto ανάλυση των λόγων της καθυστέρησης προκειμένου να διαπιστωθεί ότι η καθυστέρηση αυτή εκφεύγει του ελέγχου του αιτούντος, ο οποίος πρέπει να έχει τηρήσει επιμελώς όλους τους κανόνες που ισχύουν για την ανανέωση. Συναφώς, το γεγονός ότι η καθυστέρηση οφείλεται, τουλάχιστον εν μέρει, στην καθυστερημένη υποβολή έκθεσης ή πορισμάτων από μία ή περισσότερες αρχές που εμπλέκονται στη διαδικασία ανανέωσης δεν αρκεί για να αποκλειστεί οποιοσδήποτε ρόλος του αιτούντος, δεδομένου ότι ο ίδιος ο αιτών μπορεί να προκάλεσε μια τέτοια καθυστέρηση, έστω και αν τήρησε τις προθεσμίες που του επέβαλλε ο κανονισμός 1107/2009. Αυτό μπορεί να συμβαίνει ιδίως όταν η ποιότητα των στοιχείων που παρέχονται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αποδεικνύεται ανεπαρκής.

59

Εν προκειμένω, στο σημείο 61 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή εξέτασε τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας κατά τα οποία ο αιτών την ανανέωση δεν είχε υποβάλει πλήρη φάκελο κατά την έναρξη της διαδικασίας ανανέωσης, ήταν υπεύθυνος για τα κενά στα δεδομένα και δεν υπέβαλε όλες τις σχετικές επιστημονικές πληροφορίες που ήταν διαθέσιμες κατά τον χρόνο της αίτησης ανανέωσης. Η Επιτροπή εξηγεί ότι, όταν ένα κράτος μέλος-εισηγητής διαπιστώνει το παραδεκτό της αίτησης και των συμπληρωματικών φακέλων, αυτό σημαίνει ότι η αίτηση είναι πλήρης και έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα. Μεταγενέστερες καθυστερήσεις για άλλους λόγους δεν μπορούν να αποδοθούν σε παραδεκτή αίτηση. Οι αιτήσεις παροχής πρόσθετων πληροφοριών αποτελούν σύνηθες μέρος της διαδικασίας ανανέωσης, ιδίως κατά την αξιολόγηση των κινδύνων, και δεν σημαίνουν ότι η αίτηση είναι ελλιπής ή ότι δεν έπρεπε να γίνει δεκτή.

60

Στο σημείο 62 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή εξετάζει το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι ο αιτών την ανανέωση υπέβαλε μεγάλο όγκο πληροφοριών για τις οποίες απαιτήθηκε πολύς χρόνος και προσωπικό εκ μέρους των αρχών. Εξηγεί ότι τούτο δεν συνιστά περίσταση που εμπίπτει στον έλεγχο του αιτούντος την ανανέωση, ο οποίος απλώς παρέσχε τις πληροφορίες που απαιτούνται από το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, στην περίπτωση της γλυφοσάτης, ο όγκος της βιβλιογραφίας είναι πρωτοφανής. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο αιτών προσκόμισε πολλά στοιχεία καταδεικνύει ότι ενήργησε με επιμέλεια και σύμφωνα με τις νομικές απαιτήσεις. Οι καθυστερήσεις που οφείλονται στην πολυπλοκότητα της αξιολόγησης την οποία πρέπει να διενεργήσει το κράτος μέλος-εισηγητής ή η EFSA συγκαταλέγονται μεταξύ των συνηθέστερων περιπτώσεων καθυστερήσεων που εκφεύγουν του ελέγχου του αιτούντος την ανανέωση.

61

Η Επιτροπή εξηγεί, στα σημεία 30 έως 33 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι, λαμβανομένων υπόψη του όγκου των νέων πληροφοριών που ελήφθησαν κατά τη δημόσια διαβούλευση, του αριθμού των σημείων που προσδιόρισε η ομάδα αξιολόγησης της γλυφοσάτης και της ανάγκης αξιολόγησης των νέων πληροφοριών που ζήτησε η EFSA από τον αιτούντα την ανανέωση, η ομάδα αξιολόγησης της γλυφοσάτης επισήμανε ότι απαιτούνταν επιπλέον χρόνος για την υποβολή σχεδίου έκθεσης. Η Επιτροπή αναφέρει ότι, στη συνέχεια, η EFSA και ο ECHA ανακοίνωσαν ότι, λόγω της αναμενόμενης καθυστέρησης στην υποβολή του σχεδίου έκθεσης της ομάδας αξιολόγησης της γλυφοσάτης και στην ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης από ομοτίμους, η υποβολή των συμπερασμάτων της EFSA θα καθυστερούσε και θα πραγματοποιούνταν τον Ιούλιο του 2023. Υπό το πρίσμα αυτής της ανακοίνωσης, η Επιτροπή αποφάσισε να παρατείνει την περίοδο έγκρισης της γλυφοσάτης, η οποία επρόκειτο να λήξει στις 15 Δεκεμβρίου 2022.

62

Απαντώντας στα επιχειρήματα της προσφεύγουσας σχετικά με προβαλλόμενα κενά στα δεδομένα, η Επιτροπή εξηγεί, στα σημεία 65 έως 68 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι, αφενός, τα εν λόγω κενά δεν εμπίπτουν στην ευθύνη του αιτούντος, διότι αυτός υπέβαλε πλήρη και εμπρόθεσμη αίτηση και διότι οι αιτήσεις παροχής πρόσθετων πληροφοριών αποτελούν σύνηθες μέρος κάθε διαδικασίας ανανέωσης. Αφετέρου, η ύπαρξη κενών στα δεδομένα δεν ασκεί επιρροή για την εφαρμογή του άρθρου 17 του κανονισμού 1107/2009 όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού, δηλαδή όταν κρίνεται ότι η έγκριση είναι πιθανόν να λήξει πριν ληφθεί απόφαση σχετικά με την ανανέωση και οι λόγοι της καθυστέρησης αυτής εκφεύγουν του ελέγχου του αιτούντος. Η Επιτροπή προσθέτει ότι οι εκτιμήσεις σχετικά με τα κενά στα δεδομένα και στην αξιολόγηση των κινδύνων, καθώς και τα νέα δεδομένα που υπέβαλε ο αιτών, ασκούν ενδεχομένως επιρροή για την κρίση περί της νομιμότητας της απόφασης σχετικά με την ανανέωση, αλλά όχι στο πλαίσιο διαδικασίας που αφορά τη νομιμότητα της παράτασης της περιόδου έγκρισης.

63

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν προέβη σε συγκεκριμένο, ή έστω συνοπτικό, έλεγχο του ρόλου του αιτούντος την ανανέωση όσον αφορά το γεγονός ότι η απόφαση ανανέωσης δεν μπορούσε να ληφθεί εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών. Απλώς εντόπισε άλλους παράγοντες καθυστέρησης, όπως η πολυπλοκότητα της αξιολόγησης που πρέπει να διενεργηθεί από το κράτος μέλος-εισηγητή ή την EFSA ή ο όγκος των νέων πληροφοριών που ελήφθησαν κατά τη δημόσια διαβούλευση, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η καθυστέρηση δεν οφειλόταν στον αιτούντα.

64

Από τις εξηγήσεις της Επιτροπής σχετικά με το γεγονός ότι η αίτηση ανανέωσης ήταν παραδεκτή και ότι οι αιτήσεις παροχής πρόσθετων πληροφοριών δεν σήμαιναν ότι η αίτηση ανανέωσης δεν ήταν πλήρης, ή ακόμη ότι ο όγκος των πληροφοριών που υποβλήθηκαν σήμαινε ότι ο αιτών επέδειξε επιμέλεια και εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του, προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε ούτε τη φύση των ελλειπουσών πληροφοριών ούτε τη σημασία των πληροφοριών που υποβλήθηκαν στην προκειμένη περίπτωση. Επιπλέον, οι εξηγήσεις της οι οποίες εκτίθενται στη σκέψη 62 ανωτέρω καταδεικνύουν ότι η Επιτροπή δεν ανέλυσε τη φύση των προβαλλόμενων από την προσφεύγουσα κενών στα δεδομένα και τον αντίκτυπό τους στη διάρκεια της διαδικασίας, παραβαίνοντας έτσι το καθήκον της να εξακριβώσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 17 του κανονισμού 1107/2009.

65

Με τα δικόγραφά της, η Επιτροπή υποστηρίζει εξάλλου ότι το άρθρο 17 του κανονισμού 1107/2009 ουδόλως απαιτεί να διαπιστωθεί αν ή σε ποιο βαθμό ο αιτών θα μπορούσε να είναι υπεύθυνος για τον κίνδυνο να λήξει η έγκριση που αποτελεί αντικείμενο της αίτησης ανανέωσης πριν από την έκδοση απόφασης ανανέωσης ή αν η καθυστέρηση της διαδικασίας ανανέωσης οφείλεται αποκλειστικά σε λόγους για τους οποίους δεν ευθύνεται ο αιτών. Κατά την Επιτροπή, η διάταξη αυτή δεν απαιτεί ούτε να εξεταστεί η ενδεχόμενη συμβολή του αιτούντος σε καθυστέρηση προκληθείσα από άλλους φορείς.

66

Μη προβαίνοντας, όμως, σε in concreto ανάλυση του ρόλου του αιτούντος την ανανέωση, εφαρμόζοντας περιοριστική προσέγγιση του ρόλου του εν λόγω αιτούντος στις ενδεχόμενες καθυστερήσεις της διαδικασίας ανανέωσης και απαλλάσσοντας τον τελευταίο σε περίπτωση που άλλος φορέας συνέβαλε, έστω και εν μέρει, στην καθυστέρηση, η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 17 του κανονισμού 1107/2009 και δεν έλαβε υπόψη τη στάθμιση στην οποία προέβη ο νομοθέτης (βλ. σκέψεις 52 και 57 ανωτέρω). Το γεγονός ότι, όπως υποστηρίζει η Bayer Agriculture, εμπλέκονται πολλά μέρη στη διαδικασία ανανέωσης δεν απαλλάσσει σε καμία περίπτωση την Επιτροπή από την υποχρέωση να εξετάσει το σύνολο των παραγόντων καθυστέρησης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με τον αιτούντα την ανανέωση.

67

Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται ούτε από το επιχείρημα της Bayer Agriculture κατά το οποίο η προσφεύγουσα δεν αποδεικνύει ότι, εάν ο αιτών την ανανέωση είχε προσκομίσει έγγραφα σε προγενέστερο στάδιο, η διαδικασία θα είχε διεξαχθεί ταχύτερα.

68

Πράγματι, η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία της προϋπόθεσης εφαρμογής του άρθρου 17 του κανονισμού 1107/2009 η οποία αφορά τον ρόλο του αιτούντος στην καθυστέρηση της διαδικασίας ανανέωσης, ανεξαρτήτως του υποστατού των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται η προσφεύγουσα.

69

Επομένως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτός.

70

Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα.

Επί των δικαστικών εξόδων

71

Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά της καθώς και εκείνα της προσφεύγουσας, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας.

72

Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 138, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Bayer Agriculture φέρει τα δικαστικά έξοδά της.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο πενταμελές τμήμα)

αποφασίζει:

 

1)

Ακυρώνει την απόφαση Ares(2023) 4611321 της Επιτροπής, της 3ης Ιουλίου 2023, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης που είχε υποβάλει η Aurelia Stiftung σχετικά με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2022/2364 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 2022, για την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 540/2011 όσον αφορά την παράταση της περιόδου έγκρισης της δραστικής ουσίας glyphosate (γλυφοσάτη).

 

2)

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Aurelia Stiftung.

 

3)

Η Bayer Agriculture φέρει τα δικαστικά έξοδά της.

 

da Silva Passos

Półtorak

Reine

Pynnä

Cassagnabère

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 19 Νοεμβρίου 2025.

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.