ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο πενταμελές τμήμα)
της 12ης Μαρτίου 2025 ( *1 )
«Θεσμικό δίκαιο – Μέλος του Κοινοβουλίου – Ηθική παρενόχληση – Αποφάσεις της Προέδρου του Κοινοβουλίου σχετικά με ηθική παρενόχληση σε βάρος διαπιστευμένου κοινοβουλευτικού βοηθού και επιβολή σε βουλευτή της κύρωσης της απώλειας του δικαιώματος αποζημίωσης διαμονής επί δεκαημέρου – Δικαίωμα ακροάσεως – Δικαιώματα άμυνας»
Στην υπόθεση T‑349/23,
Monica Semedo, κάτοικος Grevenmacher (Λουξεμβούργο), εκπροσωπούμενη από τον T. Bontinck, την A. Guillerme και την L. Marchal, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από την D. Boytha, τον N. Görlitz και την A. Krachler,
καθού,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους Σ. Παπασάββα, πρόεδρο, R. da Silva Passos, N. Półtorak, I. Reine και T. Pynnä (εισηγήτρια), δικαστές,
γραμματέας: H. Eriksson, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη το αίτημα προσκομίσεως εγγράφων που απηύθυνε το Γενικό Δικαστήριο στο Κοινοβούλιο στις 11 Ιουλίου 2024 και την απάντηση του Κοινοβουλίου που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 Ιουλίου 2024,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 8ης Οκτωβρίου 2024,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Με την ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ προσφυγή, η προσφεύγουσα, Monica Semedo, ζητεί την ακύρωση των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Απριλίου 2023 με τις οποίες το Κοινοβούλιο, πρώτον, έκρινε ότι ορισμένες καταγγελθείσες εις βάρος της συμπεριφορές, εξετασθείσες μεμονωμένα και από κοινού, συνιστούν ηθική παρενόχληση κατά την έννοια του άρθρου 12α, παράγραφος 3, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής, αντιστοίχως: πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση και ΚΥΚ) και, δεύτερον, επέβαλε σε βάρος της κύρωση συνιστάμενη στην απώλεια του δικαιώματος αποζημίωσης διαμονής επί δεκαημέρου (στο εξής: δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση, και, από κοινού με την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση: προσβαλλόμενες αποφάσεις). |
Ιστορικό της διαφοράς
|
2 |
Στις 4 Μαρτίου 2022 η συμβουλευτική επιτροπή που είναι επιφορτισμένη με την εξέταση των καταγγελιών για περιστατικά παρενόχλησης εκ μέρους των βουλευτών του Κοινοβουλίου (στο εξής: επιτροπή) ενημέρωσε την προσφεύγουσα, πρώην μέλος του Κοινοβουλίου, για την κίνηση έρευνας σε βάρος της κατόπιν καταγγελίας υποβληθείσας από τον πρώην διαπιστευμένο κοινοβουλευτικό βοηθό της (στο εξής: καταγγέλλοντα), διαβιβάζοντάς της επίσης σύνοψη των ισχυρισμών του καταγγέλλοντος καθώς και τα μη εμπιστευτικά αποδεικτικά στοιχεία που είχαν προσκομιστεί από εκείνον. Η επιτροπή κάλεσε την προσφεύγουσα να υποβάλει τις γραπτές παρατηρήσεις της επί των εν λόγω ισχυρισμών πριν από τις 17 Μαρτίου 2022 και την ειδοποίησε ότι θα την καλούσε σε ακρόαση στο πλαίσιο προσεχούς συνεδρίασης, πιθανώς στις 26 Απριλίου 2022. |
|
3 |
Στις 17 Μαρτίου 2022 η προσφεύγουσα υπέβαλε στην επιτροπή γραπτές παρατηρήσεις επί των ισχυρισμών του καταγγέλλοντος. |
|
4 |
Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 7ης Απριλίου 2022, η επιτροπή κάλεσε την προσφεύγουσα σε ακρόαση στις 26 Απριλίου 2022. Διευκρινιζόταν ότι οι συνεδριάσεις της επιτροπής πραγματοποιούνται κεκλεισμένων των θυρών και εντάσσονται στο πλαίσιο εσωτερικής διοικητικής –όχι ένδικης– διαδικασίας με συνέπεια να μη γίνονται δεκτοί οι δικηγόροι κατά τις ακροάσεις. |
|
5 |
Στις 12 Απριλίου 2022 οι σύμβουλοι της προσφεύγουσας απηύθυναν επιστολή στην επιτροπή, προβάλλοντας ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τα δικαιώματα άμυνας στο πλαίσιο διαδικασίας που μπορεί να καταλήξει στην έκδοση βλαπτικής απόφασης, δεν είναι δυνατός ο αποκλεισμός δικηγόρου και τονίζοντας ότι θα παράσχουν στην προσφεύγουσα συνδρομή κατά την ακρόαση της 26ης Απριλίου 2022. |
|
6 |
Με έγγραφο της 21ης Απριλίου 2022, η πρόεδρος της επιτροπής απέρριψε το αίτημα των συμβούλων της προσφεύγουσας για την παροχή συνδρομής σε αυτήν κατά την ακρόαση της 26ης Απριλίου 2022. |
|
7 |
Με επιστολή της 22ας Απριλίου 2022, ένας από τους συμβούλους της προσφεύγουσας ενημέρωσε την επιτροπή ότι η προσφεύγουσα δεν θα παρίστατο στην ακρόαση της 26ης Απριλίου 2022 και δεν θα αποδεχόταν καμία άλλη πρόσκληση ενόσω δεν μπορούσε να τύχει συνδρομής δικηγόρου. |
|
8 |
Στις 26 Απριλίου 2022 έλαβε χώρα η ακρόαση του καταγγέλλοντος από την επιτροπή. |
|
9 |
Στις 28 Απριλίου 2022 η πρόεδρος της επιτροπής απηύθυνε επιστολή προς τους συμβούλους της προσφεύγουσας, καλώντας εκ νέου την προσφεύγουσα σε ακρόαση στις 31 Μαΐου 2022. |
|
10 |
Με επιστολή της 4ης Μαΐου 2022, ένας από τους συμβούλους της προσφεύγουσας εξήγησε ότι η προσφεύγουσα και ο ίδιος ήταν διαθέσιμοι για την ακρόαση της 31ης Μαΐου 2022, αλλά ότι η προσφεύγουσα δεν θα παρίστατο χωρίς τον δικηγόρο της. |
|
11 |
Στις 15 Νοεμβρίου 2022 η επιτροπή κατήρτισε την έκθεσή της επί της καταγγελίας καθώς και τις συστάσεις της (στο εξής: έκθεση της επιτροπής), τις οποίες υπέβαλε στην Πρόεδρο του Κοινοβουλίου. Η επιτροπή συμπέρανε ότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε ο καταγγέλλων συνιστούσαν ηθική παρενόχληση, κατά την έννοια του άρθρου 12α, παράγραφος 3, του ΚΥΚ. Συνέστησε, σύμφωνα με το άρθρο 176 του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου (στο εξής: εσωτερικός κανονισμός), να επιβληθεί στην προσφεύγουσα κύρωση συνιστάμενη στην απώλεια του δικαιώματος αποζημίωσης διαμονής επί εικοσαημέρου. |
|
12 |
Στις 19 Δεκεμβρίου 2022 η Πρόεδρος του Κοινοβουλίου κοινοποίησε στην προσφεύγουσα ανωνυμοποιημένο κείμενο της έκθεσης της επιτροπής και την κάλεσε να υποβάλει τις γραπτές παρατηρήσεις της επί της εκθέσεως αυτής πριν από τις 6 Ιανουαρίου 2023 σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, της αποφάσεως του Προεδρείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 2ας Ιουλίου 2018, σχετικά με τη λειτουργία της επιτροπής και τις οικείες διαδικασίες (στο εξής: απόφαση του Προεδρείου), και το άρθρο 176, παράγραφος 2, του εσωτερικού κανονισμού. |
|
13 |
Στις 16 Ιανουαρίου 2023 οι σύμβουλοι της προσφεύγουσας υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις επί της εκθέσεως της επιτροπής, οι οποίες διαβιβάστηκαν από την Πρόεδρο του Κοινοβουλίου στην επιτροπή προς εξέταση. Με τις παρατηρήσεις της, η προσφεύγουσα ζήτησε, μεταξύ άλλων, να της κοινοποιηθεί ολόκληρος ο φάκελος της επιτροπής, περιλαμβανομένων των διαφόρων μαρτυριών που δεν κατέστη δυνατό να ανωνυμοποιηθούν. |
|
14 |
Στις 9 Μαρτίου 2023 η επιτροπή ενημέρωσε την Πρόεδρο του Κοινοβουλίου ότι οι γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλε η προσφεύγουσα στις 16 Ιανουαρίου 2023 δεν αναιρούσαν τα συμπεράσματα που περιλαμβάνονταν στην έκθεση της επιτροπής. |
|
15 |
Στις 17 Απριλίου 2023 η Πρόεδρος του Κοινοβουλίου εξέδωσε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις. |
Αιτήματα των διαδίκων
|
16 |
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
|
|
17 |
Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
|
Σκεπτικό
Επί του παραδεκτού των αιτημάτων κατά της δεύτερης προσβαλλόμενης απόφασης
|
18 |
Το Κοινοβούλιο διατείνεται ότι οι δύο λόγοι ακυρώσεως που προβάλλονται με το δικόγραφο της προσφυγής αφορούν μόνον την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση. Υποστηρίζει ότι, ελλείψει επιχειρημάτων σχετικά με τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση, η προσφυγή είναι απαράδεκτη καθόσον βάλλει κατά της συγκεκριμένης απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 21, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο έχει εφαρμογή στο Γενικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 53 του εν λόγω Οργανισμού, και το άρθρο 76, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
19 |
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί την ορθότητα των επιχειρημάτων αυτών. |
|
20 |
Συναφώς, σημειώνεται ότι, με τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση, η Πρόεδρος του Κοινοβουλίου, αφού μνημόνευσε την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση στο πλαίσιο της οποίας κατέληξε στη διαπίστωση ότι η προβαλλόμενη από τον καταγγέλλοντα συμπεριφορά συνιστούσε ηθική παρενόχληση εκ μέρους της προσφεύγουσας, αποφάσισε να επιβάλει κύρωση. |
|
21 |
Επομένως, όπως ορθώς υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η νομιμότητα της δεύτερης προσβαλλόμενης απόφασης εξαρτάται από τη νομιμότητα της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης. Ειδικότερα, η ακύρωση από το Γενικό Δικαστήριο της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης συνεπάγεται επίσης την ακύρωση της δεύτερης προσβαλλόμενης απόφασης, ανεξαρτήτως της μη προβολής επιχειρημάτων από την προσφεύγουσα σχετικά με τη συγκεκριμένη απόφαση. Εν πάση περιπτώσει, το δικόγραφο της προσφυγής μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει επιχειρήματα περί της νομιμότητας αμφοτέρων των προσβαλλόμενων αποφάσεων. |
|
22 |
Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση απαραδέκτου που προβλήθηκε από το Κοινοβούλιο και συνίσταται στον ισχυρισμό ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη καθόσον βάλλει κατά της δεύτερης προσβαλλόμενης απόφασης. |
Επί της ουσίας
|
23 |
Προς στήριξη της προσφυγής, η προσφεύγουσα προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως. Με τον πρώτο λόγο προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως και των δικαιωμάτων άμυνας. Με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά τον χαρακτηρισμό των συμπεριφορών ως περιστατικών ηθικής παρενόχλησης. |
|
24 |
Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προσάπτει στο Κοινοβούλιο ότι δεν προέβη σε προφορική ακρόασή της και δεν της επέτρεψε τη συνδρομή δικηγόρου, αρχικώς ενώπιον της επιτροπής (πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως) και στη συνέχεια ενώπιον της Προέδρου του Κοινοβουλίου (δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως). |
|
25 |
Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετασθεί αρχικώς το δεύτερο σκέλος του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως. |
|
26 |
Το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως περιλαμβάνει τρεις αιτιάσεις. Στο πλαίσιο της πρώτης αιτίασης, η προσφεύγουσα προσάπτει στο Κοινοβούλιο ότι δεν της διασφάλισε προφορική ακρόαση ενώπιον της Προέδρου του, κατά παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 2, της απόφασης του Προεδρείου και του άρθρου 48 του Χάρτη. Στο πλαίσιο της δεύτερης αιτίασης, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το Κοινοβούλιο δεν της επέτρεψε τη συνδρομή δικηγόρου ενώπιον της Προέδρου του, κατά παράβαση του άρθρου 48 του Χάρτη, της νομολογίας σχετικά με τις πειθαρχικές διαδικασίες και των γενικών εκτελεστικών διατάξεων των λοιπών θεσμικών οργάνων. Τέλος, στο πλαίσιο της τρίτης αιτίασης, η προσφεύγουσα προσάπτει στο Κοινοβούλιο ότι η ανωνυμοποίηση των παραρτημάτων από εκείνο κατέστησε αδύνατη την άμυνά της. Η προσφεύγουσα τονίζει επιπλέον ότι, εάν εξέλειπαν οι πλημμέλειες αυτές, τόσο η έκθεση της συμβουλευτικής επιτροπής όσο και οι προσβαλλόμενες αποφάσεις θα μπορούσαν να είναι διαφορετικές. |
|
27 |
Το Κοινοβούλιο αμφισβητεί την ορθότητα των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας. Υποστηρίζει, πρώτον, ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, της αποφάσεως του Προεδρείου αφήνει ανοικτό το ζήτημα αν η ακρόαση του ενδιαφερόμενου βουλευτή από τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου χωρεί στο πλαίσιο προφορικής ή έγγραφης διαδικασίας, το δε άρθρο 176, παράγραφος 2, του εσωτερικού κανονισμού, το οποίο διέπει τις ειδικότερες λεπτομέρειες των ακροάσεων από τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου, δεν προβλέπει υποχρέωση αυτοπρόσωπης ακρόασης του βουλευτή, δεύτερον, ότι η προσφεύγουσα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει τις γραπτές παρατηρήσεις της με τη συνδρομή του δικηγόρου της στις 16 Ιανουαρίου 2023, ήτοι πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων βλαπτικών αποφάσεων, και, τρίτον, ότι η προσφεύγουσα είχε στη διάθεσή της κρίσιμα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία και προφορικές αποδείξεις διότι η έκθεση της επιτροπής περιλάμβανε το ουσιαστικό περιεχόμενο των κρίσιμων τμημάτων από τις μαρτυρίες που ελήφθησαν. |
|
28 |
Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει αρχικώς την τρίτη αιτίαση. |
|
29 |
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η ανωνυμοποίηση των παραρτημάτων της έκθεσης της επιτροπής κατέστησε αδύνατη την άμυνά της. Αφενός, η έκθεση της επιτροπής και η πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση, όπως της κοινοποιήθηκαν, μνημονεύουν δύο μαρτυρίες οι οποίες παρατίθενται μόνον μερικώς στην έκθεση της επιτροπής. Αφετέρου, δεν περιλαμβάνουν τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη για τη στοιχειοθέτηση της παρενόχλησης. |
Όσον αφορά την πρόσβαση της προσφεύγουσας στις μαρτυρίες
|
30 |
Όσον αφορά την πρόσβαση στις μαρτυρίες, επισημαίνεται ότι, κατά τη νομολογία, στο πλαίσιο διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση της ύπαρξης παρενόχλησης, η γενική αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας συνεπάγεται ότι, τηρουμένων των ενδεχόμενων απαιτήσεων εμπιστευτικότητας, θα πρέπει να γνωστοποιούνται στον καταγγελλόμενο, πριν από την έκδοση της βλαπτικής γι’ αυτόν απόφασης, όλα τα έγγραφα του σχετικού με την παρενόχληση φακέλου, τόσο ενοχοποιητικά όσο και απαλλακτικά, και ο καταγγελλόμενος θα πρέπει να τυγχάνει ακρόασης σχετικά με τα έγγραφα αυτά (απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2021, Moi κατά Κοινοβουλίου, T‑17/19, EU:T:2021:51, σκέψη 103). |
|
31 |
Από τη νομολογία προκύπτει επίσης ότι, προκειμένου να μπορέσει να υποβάλει λυσιτελώς τις παρατηρήσεις του, το πρόσωπο που κατηγορείται για παρενόχληση δικαιούται να του κοινοποιηθεί, τουλάχιστον, σύνοψη των δηλώσεων των διαφόρων προσώπων των οποίων ζητήθηκε η γνώμη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έρευνας, στο μέτρο που η επιτροπή χρησιμοποίησε τις δηλώσεις αυτές στην έκθεσή της για να διατυπώσει συστάσεις προς την Πρόεδρο του Κοινοβουλίου, η δε κοινοποίηση της σύνοψης αυτής πρέπει να πραγματοποιείται τηρουμένης, εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση, της αρχής της εμπιστευτικότητας (βλ., υπ’ αυτή την έννοια και κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 2021, KN κατά ΕΟΚΕ, T‑377/20, EU:T:2021:528, σκέψη 113 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
32 |
Προκειμένου να διασφαλιστούν η εμπιστευτικότητα των μαρτυριών και οι σκοποί τους οποίους αυτή προασπίζει, εξασφαλιζομένης παράλληλα της λυσιτελούς ακρόασης του ενδιαφερομένου πριν από την έκδοση βλαπτικής γι’ αυτόν απόφασης, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ορισμένες τεχνικές όπως η ανωνυμοποίηση ή ενδεχομένως η γνωστοποίηση του ουσιαστικού περιεχομένου των μαρτυριών υπό μορφή σύνοψης ή ακόμη η απόκρυψη ορισμένων τμημάτων του περιεχομένου των μαρτυριών (πρβλ. αποφάσεις της 4ης Απριλίου 2019, OZ κατά ΕΤΕπ, C‑558/17 P, EU:C:2019:289, σκέψη 59, και της 25ης Ιουνίου 2020, HF κατά Κοινοβουλίου, C‑570/18 P, EU:C:2020:490, σκέψη 66). |
|
33 |
Εν προκειμένω, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων, η προσφεύγουσα δεν είχε πρόσβαση ούτε στις δηλώσεις των δύο μαρτύρων ενώπιον της επιτροπής ούτε στη σύνοψη των ακροάσεών τους που περιλαμβάνεται στο παράρτημα II της έκθεσης της επιτροπής, ενώ οι εν λόγω δηλώσεις χρησιμοποιήθηκαν από την επιτροπή στη συγκεκριμένη έκθεσή της προς τον σκοπό της διατύπωσης συστάσεων προς την Πρόεδρο του Κοινοβουλίου, η δε Πρόεδρος του Κοινοβουλίου στηρίχθηκε σε αυτές προκειμένου να εκδώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις. Ειδικότερα, το περιεχόμενο του παραρτήματος ΙΙ της έκθεσης της επιτροπής, το οποίο περιλαμβάνει σύνοψη των ακροάσεων των δύο μαρτύρων, απαλείφθηκε πλήρως. |
|
34 |
Συναφώς, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι το μη εμπιστευτικό κείμενο της έκθεσης της επιτροπής περιλαμβάνει σύνοψη η οποία παρουσιάζει το ουσιαστικό περιεχόμενο των μαρτυριών που έλαβε η επιτροπή κατά τη διάρκεια της έρευνας, με αποτέλεσμα η προσφεύγουσα να μην έχει λάβει γνώση μόνον των στοιχείων που καθιστούν δυνατή την ταυτοποίηση των εξετασθέντων μαρτύρων. |
|
35 |
Υπό το πρίσμα της επιχειρηματολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 34 ανωτέρω, πρέπει να εξεταστεί αν το μη εμπιστευτικό κείμενο της έκθεσης της επιτροπής περιλαμβάνει σύνοψη των μαρτυριών που έλαβε η επιτροπή κατά τη διάρκεια της έρευνας, προτού προσδιοριστεί, εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση, αν η σύνοψη αυτή αντανακλά το ουσιαστικό περιεχόμενο των εν λόγω μαρτυριών (βλ., υπ’ αυτή την έννοια και κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 2021, KN κατά ΕΟΚΕ, T‑377/20, EU:T:2021:528, σκέψη 121). |
|
36 |
Κατά πρώτον, όσον αφορά την ύπαρξη, στο μη εμπιστευτικό κείμενο της έκθεσης της επιτροπής, σύνοψης των δηλώσεων των εξετασθέντων μαρτύρων, σημειώνεται ότι, στο από 19 Δεκεμβρίου 2022 έγγραφό της προς την προσφεύγουσα, η Πρόεδρος του Κοινοβουλίου επισήμανε ότι η προσφεύγουσα «[θα έβρισκε] συνημμένο ως παράρτημα στο συγκεκριμένο έγγραφο ανωνυμοποιημένο κείμενο της έκθεσης της επιτροπής, το οποίο περιλάμβανε τις μαρτυρίες τις οποίες [είχε] συλλέξει και λάβει υπόψη η επιτροπή στα σημεία 5.1.3, 5.2.2, 5.2.3 και 5.2.4 της έκθεσης». |
|
37 |
Συγκεκριμένα, το σημείο 5.1.3 της έκθεσης της επιτροπής, το οποίο αφορά τους μάρτυρες, αναφέρει τα εξής: «Οι δύο μάρτυρες που εξετάστηκαν από την επιτροπή θεωρήθηκαν αξιόπιστοι και δεν υπέπεσαν σε σημαντικές αντιφάσεις στις μαρτυρίες τους ως προς τα πραγματικά περιστατικά· εντοπίστηκε μόνο μία διαφοροποίηση ως προς την αντίληψη της συμπεριφοράς της βουλευτή και των επίμαχων συγκρουσιακών καταστάσεων. Κατά την αξιολόγηση των καταθέσεων των δύο μαρτύρων, η επιτροπή έλαβε υπόψη την επαγγελματική κατάσταση καθενός από αυτούς. Σε πλείονα σημεία, ωστόσο, οι μαρτυρίες των δύο μαρτύρων επιβεβαίωσαν τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος.» |
|
38 |
Το σημείο 5.2.2 της έκθεσης της επιτροπής, το οποίο αφορά τον ισχυρισμό περί δημιουργίας αγχωτικού εργασιακού περιβάλλοντος, αναφέρει τα εξής: «[…] Από αξιόπιστα προφορικά αποδεικτικά μέσα που παρασχέθηκαν από τους μάρτυρες προκύπτει ότι πλείονες συναντήσεις δεν ήταν καλά οργανωμένες και ότι [εμπιστευτικό] δεν είχε προετοιμαστεί για τις συναντήσεις αυτές, ιδίως σε σχέση με τα ενημερωτικά σημειώματα που είχαν καταρτίσει οι ΔΚΒ. [εμπιστευτικό] δήλωσε ότι έχει λάβει και άλλα μηνύματα από τη βουλευτή αργά το βράδυ ή νωρίς το πρωί. […] Άλλα προφορικά αποδεικτικά στοιχεία (επιβεβαιωμένα από έναν από τους μάρτυρες) αφορούσαν καταστάσεις όπου [εμπιστευτικό] ζήτησε από [εμπιστευτικό] να συντάξει ενημερωτικά σημειώματα για συμβιβαστικές τροπολογίες που δεν είχαν ακόμη δημοσιευθεί καθώς και για τα συμπεράσματα συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί. […] Σύμφωνα με τους δύο μάρτυρες, η οργάνωση της ομαδικής εργασίας για [εμπιστευτικό] ήταν προβληματική. [εμπιστευτικό] εξήγησε ότι οι συνεδριάσεις της ομάδας αποτελούσαν διαρκή πηγή έντασης και άγχους, ήταν χαοτικές και στερούνταν δομής, η δε βουλευτής έτασσε σύντομες προθεσμίες και ήταν αγενής. [εμπιστευτικό] ανέφερε ότι η προγενέστερη διαδικασία σχετικά με παρενόχληση προκαλούσε εντάσεις, αλλά ότι καταβάλλονταν συνεχείς προσπάθειες για την εφαρμογή ορθών εργασιακών πρακτικών στο γραφείο. […] Σύμφωνα με τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και η προφορική μαρτυρία ενός από τους μάρτυρες, η βουλευτής δεν καλοδέχθηκε [εμπιστευτικό] στην επιμόρφωση, ενώ η επιμόρφωση στόχευε ακριβώς στην επίλυση του προβλήματος της επαγγελματικής σχέσης μεταξύ του βοηθού και της βουλευτή. […]» |
|
39 |
Το σημείο 5.2.3 της έκθεσης της επιτροπής, το οποίο αφορά τον ισχυρισμό περί επιθετικών αντιδράσεων, περιγράφει τα ακόλουθα: «[…] Ωστόσο, από προφορικά αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι οι μάρτυρες επιβεβαίωσαν, σε διαφορετικό βαθμό, ότι η βουλευτής αποτεινόταν ανάρμοστα στο προσωπικό της, ιδίως όταν τελούσε υπό πίεση. Οι μάρτυρες επιβεβαίωσαν τους ισχυρισμούς ότι [εμπιστευτικό] παρέβλεψε και αντέδρασε επιθετικά στην εξήγηση που έδωσε ο καταγγέλλων σχετικά με τον ορθό τίτλο μιας πρότασης οδηγίας (σχετικά με τον κατώτατο μισθό). Ένας από τους μάρτυρες επιβεβαίωσε επίσης ότι η βουλευτής έβαλε τις φωνές στον καταγγέλλοντα διά τηλεφώνου λόγω εσφαλμένης ψήφου και ανέφερε άλλο παρόμοιο περιστατικό στο οποίο ο μάρτυρας δεν ήταν παρών, αλλά ενημερώθηκε. Τόσο τα έγγραφα όσο και τα προφορικά αποδεικτικά στοιχεία κάνουν λόγο για ένα περιστατικό που συνέβη στις 5 Ιουλίου 2021, όταν ο [εμπιστευτικό], ενώ οδηγούσε προς το Στρασβούργο συνοδευόμενος από τη σύζυγό του, υποχρεώθηκε να συμμετάσχει σε ομαδική διάσκεψη μέσω Zoom. Κατά τη διάρκεια της διάσκεψης, όπως επιβεβαιώνει ένας εκ των μαρτύρων, η βουλευτής έβαλε τις φωνές σε άλλον ΔΚΒ, προκαλώντας έντονο άγχος στον [εμπιστευτικό], σε τέτοιο βαθμό που πήρε λάθος έξοδο για να αποφύγει πιθανό ατύχημα. Η επιτροπή έκρινε ότι τα προφορικά αποδεικτικά στοιχεία αρκούσαν ώστε να αποδειχθεί ότι η [εμπιστευτικό] ήταν επιθετική απέναντι στον καταγγέλοντα, κατηγορώντας τον ότι δεν την ενημέρωνε επαρκώς και εγκαίρως, αντιδρώντας έντονα στις εξηγήσεις που της παρείχε και επιπλήττοντάς τον για τα σφάλματά του καταφεύγοντας σε φωνές και αγενή σχόλια[.]» |
|
40 |
Το σημείο 5.2.4 της έκθεσης της επιτροπής, το οποίο αφορά τον ισχυρισμό σχετικά με την περιφρόνηση της προσωπικής ζωής καθώς και της ευημερίας του καταγγέλλοντος, έχει ως εξής: «[…] Όσον αφορά τη λήψη άδειας από [εμπιστευτικό] για προσωπικούς λόγους, τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία (τα οποία επιβεβαιώθηκαν από τις προφορικές μαρτυρίες των μαρτύρων) καταδεικνύουν ότι το εν λόγω πρόσωπο φρόντιζε να παράσχει, εφόσον ήταν ενήμερος, προσήκουσες πληροφορίες, έστω και αν δεν το έπραττε πολύ νωρίτερα. […] Ένας από τους μάρτυρες ανέφερε ότι [εμπιστευτικό] φάνηκε “ενοχλημένη” σε συνάντηση μετά την ανακοίνωση της πρόθεσης του καταγγέλλοντος να λάβει άδεια για τον γάμο του και ζήτησε από [εμπιστευτικό] να επικοινωνήσει με [εμπιστευτικό] κατά τη διάρκεια της άδειάς του προκειμένου να εξακριβώσει αν πράγματι εργαζόταν, όπως είχε υποσχεθεί[.] […]» |
|
41 |
Συναφώς, επισημαίνεται ότι, στο μη εμπιστευτικό κείμενο της έκθεσης της επιτροπής, η επιτροπή αναφέρει ότι έλαβε μαρτυρίες από δύο πρόσωπα, χωρίς να διευκρινίζει την ταυτότητα ή τα καθήκοντά τους. Επιπλέον, η έκθεση αυτή μνημονεύει προφορικά αποδεικτικά στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη από την επιτροπή κατά την παρουσίαση και την εκτίμηση καθενός από τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά παρενόχλησης. |
|
42 |
Πιο συγκεκριμένα, για καθεμία από τις συμπεριφορές που προσάπτονται στην προσφεύγουσα, η έκθεση περιέχει παραπομπές στις προφορικές δηλώσεις που ελήφθησαν υπόψη. Περαιτέρω, η έκθεση διευκρινίζει, για καθεμία από τις επίμαχες συμπεριφορές, αν επιβεβαιώνεται μόνον από έγγραφες αποδείξεις, αποκλειστικώς από προφορικές αποδείξεις ή από αμφότερα τα είδη αποδείξεων (σελίδες 9, 11 και 12 της έκθεσης της επιτροπής). |
|
43 |
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το μη εμπιστευτικό κείμενο της έκθεσης της επιτροπής περιλαμβάνει σύνοψη των δηλώσεων των μαρτύρων. |
|
44 |
Κατά δεύτερον, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας έγιναν σεβαστά από το Κοινοβούλιο, πρέπει να προσδιοριστεί αν η σύνοψη των δηλώσεων των μαρτύρων αντανακλά το ουσιαστικό περιεχόμενο των μαρτυριών, κατά τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 35 ανωτέρω. |
|
45 |
Προς τον σκοπό αυτόν, στο πλαίσιο διεξαγωγής αποδείξεων, το Γενικό Δικαστήριο ζήτησε από το Κοινοβούλιο την προσκόμιση του εμπιστευτικού κειμένου του παραρτήματος II της έκθεσης της επιτροπής, διασφαλίζοντας την εμπιστευτικότητα του εγγράφου έναντι της προσφεύγουσας. |
|
46 |
Πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι δύο προφορικές μαρτυρίες που ελήφθησαν παρουσιάζουν διαφορές ως προς την αντίληψη των γεγονότων. Οι διαφορές αυτές αφορούν, μεταξύ άλλων, τις σχέσεις που διατηρούσε η προσφεύγουσα με τους διαπιστευμένους κοινοβουλευτικούς βοηθούς εκτός του επαγγελματικού πλαισίου και την ευθύνη του καταγγέλλοντος για την επιδείνωση των σχέσεών του με την προσφεύγουσα. Πλην όμως, οι εν λόγω διαφορές ως προς την αντίληψη δεν προκύπτουν από τη σύνοψη των μαρτυριών που περιλαμβάνεται στην έκθεση της επιτροπής. |
|
47 |
Δεύτερον, υφίσταται αντίφαση μεταξύ της σύνοψης των μαρτυριών που περιλαμβάνεται στην έκθεση της επιτροπής και του περιεχομένου του παραρτήματος II της εν λόγω έκθεσης. Παραδείγματος χάριν, πλείονα στοιχεία που παρουσιάζονται ως προκύπτοντα από τις μαρτυρίες, όπως, μεταξύ άλλων, η ελλιπής προετοιμασία της προσφεύγουσας για τις ομαδικές συναντήσεις και ο χαοτικός και πρόχειρος χαρακτήρας των συναντήσεων αυτών, η αποστολή μηνυμάτων νωρίς το πρωί (βλ. σκέψη 38 ανωτέρω), η αγένεια και οι φωνές (βλ. σκέψη 39 ανωτέρω) καθώς και η εντολή να εξακριβωθεί ότι ο καταγγέλλων εργάζεται κατά την άδειά του (βλ. σκέψη 40 ανωτέρω), ουδόλως καταγράφονται στο παράρτημα II της έκθεσης της επιτροπής. |
|
48 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι η έκθεση της επιτροπής δεν αντανακλά το ουσιαστικό περιεχόμενο των μαρτυριών που ελήφθησαν, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύεται στη σκέψη 35 ανωτέρω, δεδομένου ότι, αφενός, οι διαφορές ως προς την αντίληψη των γεγονότων από τους μάρτυρες δεν προκύπτουν από τη συγκεκριμένη έκθεση και, αφετέρου, υφίστανται αποκλίσεις μεταξύ του εγγράφου αυτού και της σύνοψης που παρατίθεται στο παράρτημα II του ίδιου εγγράφου. |
|
49 |
Επομένως, υπό το πρίσμα της νομολογίας που μνημονεύεται στις σκέψεις 30 και 31 ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι δεν έγιναν σεβαστά τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας. |
Όσον αφορά την πρόσβαση της προσφεύγουσας στα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία
|
50 |
Όσον αφορά την πρόσβαση στα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η έκθεση της επιτροπής και η πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση, όπως της κοινοποιήθηκαν, δεν περιλαμβάνουν τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη για τη στοιχειοθέτηση της παρενόχλησης. |
|
51 |
Εν προκειμένω, από την έκθεση της επιτροπής και από την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη, προς στήριξη του ισχυρισμού σχετικά με τη δημιουργία αγχωτικού περιβάλλοντος εργασίας, τρία μηνύματα που απέστειλε η προσφεύγουσα εκτός εργασιακού ωραρίου στις 20 Οκτωβρίου 2020, στις 4 Οκτωβρίου 2021 και στις 6 Οκτωβρίου 2021 αντιστοίχως, καθώς και πέντε επείγοντα ή απαιτητικά αιτήματα προς τον καταγγέλλοντα στις 20 Οκτωβρίου 2020, στις 31 Αυγούστου 2021, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, στις 18 Οκτωβρίου 2021 και τον Σεπτέμβριο του 2021 αντιστοίχως. |
|
52 |
Πλην όμως, από τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία που μνημονεύονται στη σκέψη 51 ανωτέρω, μόνον το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 4ης Οκτωβρίου 2021 και η ανταλλαγή μηνυμάτων στην εφαρμογή WhatsApp τον Σεπτέμβριο του 2021 απεστάλησαν στην προσφεύγουσα από την επιτροπή ως παράρτημα στην επιστολή της 4ης Μαρτίου 2022 που την ενημέρωνε για την κίνηση έρευνας εις βάρος της. Αντιθέτως, τα λοιπά έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία δεν περιλαμβάνονται ούτε στα παραρτήματα της επιστολής της επιτροπής που απεστάλη στην προσφεύγουσα στις 4 Μαρτίου 2022 ούτε στα παραρτήματα της έκθεσης της επιτροπής που κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα από την Πρόεδρο του Κοινοβουλίου στις 19 Δεκεμβρίου 2022 (βλ. σκέψεις 2 και 12 ανωτέρω). Εντούτοις, τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία προσκομίστηκαν από το Κοινοβούλιο, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ως παράρτημα του υπομνήματος αντικρούσεως. |
|
53 |
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δεν κοινοποιήθηκαν στην προσφεύγουσα κατά τη διοικητική διαδικασία όλα τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη για τη στοιχειοθέτηση της παρενόχλησης. |
|
54 |
Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι όλα τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία προσδιορίζονταν στην έκθεση της επιτροπής με βάση την ημερομηνία, τον τρόπο κοινοποιήσεως και το περιεχόμενό τους, οπότε η προσφεύγουσα, ως συντάκτρια τους, μπορούσε ευχερώς να τα συμβουλευθεί και να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επ’ αυτών. Συναφώς, η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε ότι είχε στην κατοχή της τις επίμαχες επικοινωνίες. |
|
55 |
Ωστόσο, για να μπορεί να αμυνθεί, ο καταγγελλόμενος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει με ακρίβεια τα έγγραφα του φακέλου επί των οποίων στηρίζονται οι κατηγορίες που έγιναν δεκτές σε βάρος του με τις αποφάσεις που τον αφορούν (απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2021, Moi κατά Κοινοβουλίου, T‑17/19, EU:T:2021:51, σκέψη 110). |
|
56 |
Εν προκειμένω, δεδομένου ότι από τη δικογραφία προκύπτει ότι δεν παρασχέθηκαν στην προσφεύγουσα όλα τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία από την επιτροπή ή την Πρόεδρο του Κοινοβουλίου κατά τη διοικητική διαδικασία, διαπιστώνεται, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 55 ανωτέρω, ότι δεν έγιναν σεβαστά τα δικαιώματα άμυνάς της. |
Επί των συνεπειών της παραβίασης της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας
|
57 |
Κατά τη νομολογία, η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας συνεπάγεται την ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε κατά το πέρας της σχετικής διαδικασίας μόνο στην περίπτωση που, αν δεν είχε υπάρξει η πλημμέλεια αυτή, η διαδικασία θα μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα (απόφαση της 4ης Απριλίου 2019, OZ κατά ΕΤΕπ, C‑558/17 P, EU:C:2019:289, σκέψη 76). |
|
58 |
Από τη νομολογία προκύπτει επίσης ότι η προϋπόθεση που περιγράφεται στη σκέψη 57 ανωτέρω πληρούται στην περίπτωση που ο προσφεύγων δεν μπόρεσε να διατυπώσει λυσιτελώς τις παρατηρήσεις του και, ως εκ τούτου, στερήθηκε μια, έστω και περιορισμένη, ευκαιρία να οργανώσει καλύτερα την άμυνά του, διότι δεν του παρασχέθηκε πρόσβαση στα έγγραφα τα οποία έπρεπε να του γνωστοποιηθούν συμφώνως προς τις επιταγές που απορρέουν από τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας (απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2021, Moi κατά Κοινοβουλίου, T‑17/19, EU:T:2021:51, σκέψη 116 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
59 |
Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, η παράλειψη γνωστοποίησης εγγράφων του φακέλου επί των οποίων στηρίχθηκε η Διοίκηση έχει αναπόφευκτα επίπτωση, λαμβανομένης υπόψη της υποχρέωσης προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας, στη νομιμότητα των πράξεων που εκδόθηκαν κατά το πέρας διαδικασίας ικανής να επηρεάσει δυσμενώς τον προσφεύγοντα (απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2021, Moi κατά Κοινοβουλίου, T‑17/19, EU:T:2021:51, σκέψη 117 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
60 |
Εν προκειμένω, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που την αφορούσε, η προσφεύγουσα δεν είχε πρόσβαση ούτε σε σύνοψη του ουσιαστικού περιεχομένου των μαρτυριών που έλαβε η επιτροπή ούτε στα έγγραφα του φακέλου στα οποία θεμελιώθηκαν οι εις βάρος της κατηγορίες, ιδίως δε στα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή στα μηνύματα που στήριξαν τις εν λόγω κατηγορίες, ενώ οι πληροφορίες αυτές ελήφθησαν υπόψη για τη στοιχειοθέτηση της παρενόχλησης και για την επιβολή της κύρωσης. |
|
61 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό, βάσει της νομολογίας που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 57 έως 59 ανωτέρω, ότι η προσφεύγουσα στερήθηκε, εν προκειμένω, την ευκαιρία να οργανώσει καλύτερα την άμυνά της, η δε πλημμέλεια αυτή είχε αναπόφευκτα επίπτωση στο περιεχόμενο των προσβαλλόμενων αποφάσεων. |
|
62 |
Επομένως, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις πρέπει να ακυρωθούν λόγω προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστούν οι λοιπές αιτιάσεις του πρώτου λόγου ακυρώσεως ή ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
63 |
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της προσφεύγουσας. |
|
Για τους λόγους αυτούς, ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο πενταμελές τμήμα) αποφασίζει: |
|
|
|
Παπασάββας da Silva Passos Półtorak Reine Pynnä Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Μαρτίου 2025. (υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.