Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 11ης Δεκεμβρίου 2025 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Συμφωνία για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου – Διακινούμενοι εργαζόμενοι – Κοινωνική ασφάλιση – Εφαρμοστέα νομοθεσία – Κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 – Άρθρο 11 – Άρθρο 13, παράγραφος 1 – Κανονισμός (ΕΚ) 987/2009 – Άρθρο 14, παράγραφος 8 – Εργαζόμενος που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος περισσοτέρων κρατών, εκ των οποίων ένα κράτος μέλος, η Ελβετική Συνομοσπονδία και τρίτες χώρες – Έννοια του “ουσιώδους μέρους της δραστηριότητας” – Συνεκτίμηση της δραστηριότητας που ασκείται σε τρίτες χώρες »

Στην υπόθεση C‑743/23,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Landessozialgericht für das Saarland (ανώτερο δικαστήριο διαφορών κοινωνικής ασφαλίσεως του ομόσπονδου κράτους του Σάαρ, Γερμανία) με απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2023, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Δεκεμβρίου 2023, στο πλαίσιο της δίκης

A

κατά

GKVSpitzenverband,

παρισταμένης της:

Moguntia Food Group AG,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους F. Biltgen (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, T. von Danwitz, Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του πρώτου τμήματος, I. Ziemele, A. Kumin και S. Gervasoni, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Α. Ράντος

γραμματέας: D. Dittert, προϊστάμενος μονάδας,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Μαρτίου 2025,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο A, εκπροσωπούμενος από την M. Blum, Rechtsanwältin,

–        η GKV‑Spitzenverband, εκπροσωπούμενη από την C. Donus,

–        η Moguntia Food Group AG, εκπροσωπούμενη από την V. Ohlekopf και τον M. Schwind, Rechtsanwälte,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. Möller και P.‑L. Krüger,

–        η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Baeyens, την C. Jacob και την L. Van den Broeck,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την S. Delaude και τον B.‑R. Killmann,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Ιουνίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ 2004, L 166, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2004, L 200, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 465/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012 (ΕΕ 2012, L 149, σ. 4) (στο εξής: κανονισμός 883/2004, όπως τροποποιήθηκε), ερμηνευόμενου σε συνδυασμό με το άρθρο 14, παράγραφος 8, του κανονισμού (ΕΚ) 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ 2009, L 284, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 465/2012 (στο εξής: κανονισμός 987/2009).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Α και της GKV‑Spitzenverband (ομοσπονδιακής ένωσης των ταμείων υποχρεωτικής ασφάλισης ασθενείας, Γερμανία) σχετικά με την απόφαση της τελευταίας να χορηγήσει στον Α έντυπο Α1 με το οποίο βεβαιωνόταν ότι, για το χρονικό διάστημα από την 1η Δεκεμβρίου 2015 έως την 31η Δεκεμβρίου 2020, αυτός υπαγόταν στο γερμανικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το διεθνές δίκαιο

3        Στις 21 Ιουνίου 1999 η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και η Ελβετική Συνομοσπονδία συνήψαν επτά συμφωνίες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η Συμφωνία για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου (ΕΕ 2002, L 114, σ. 6), η οποία τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, με την απόφαση 1/2012 της μεικτής επιτροπής που συστάθηκε βάσει της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, της 31ης Μαρτίου 2012, που αντικαθιστά το παράρτημα II της εν λόγω συμφωνίας για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης (ΕΕ 2012, L 103, σ. 51) (στο εξής: ΣΕΚΠ).

4        Το άρθρο 8 της ΣΕΚΠ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Συντονισμός των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης», έχει ως ακολούθως:

«Τα συμβαλλόμενα μέρη ρυθμίζουν, σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ, τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης με στόχο να εξασφαλίσουν ιδίως:

[...]

β)      τον καθορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας,

[...]».

5        Το παράρτημα II της ΣΕΚΠ, το οποίο τιτλοφορείται «Συντονισμός των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης», προβλέπει στο άρθρο 1 τα ακόλουθα:

«1.      Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να εφαρμόζουν μεταξύ τους, όσον αφορά τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, τις νομικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις οποίες γίνεται αναφορά στο τμήμα Α του παρόντος παραρτήματος και όπως αυτές τροποποιήθηκαν από το τμήμα Α του παρόντος παραρτήματος ή κανόνες ισοδύναμους με αυτές τις πράξεις.

2.      Ο όρος “κράτος(-η) μέλος(-η)” που περιλαμβάνεται στις νομικές πράξεις που αναφέρονται στο τμήμα Α του παρόντος παραρτήματος θεωρείται ότι, πέραν των κρατών που καλύπτονται από τις σχετικές νομικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβάνει και την Ελβετία.»

6        Το τμήμα Α του παραρτήματος ΙΙ της ΣΕΚΠ, το οποίο επιγράφεται «Νομικές πράξεις αναφερόμενες σε», περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τους κανονισμούς 883/2004 και 987/2009, οι οποίοι αντικατέστησαν τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73).

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Ο κανονισμός 883/2004, όπως τροποποιήθηκε

7        Οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 3 και 45 του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, διαλαμβάνουν τα εξής:

«(1)      Οι κανόνες συντονισμού των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας εγγράφονται στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και θα πρέπει να συμβάλλουν στη βελτίωση του επιπέδου της ζωής τους και των συνθηκών εργασίας τους.

[...]

(3)      Ο κανονισμός [1408/71] τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με διάφορες ευκαιρίες, προκειμένου να ληφθούν υπόψη όχι μόνον οι εξελίξεις σε κοινοτικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων του Δικαστηρίου, αλλά και οι αλλαγές της νομοθεσίας, σε εθνικό επίπεδο. Οι παράγοντες αυτοί συνέτειναν ώστε οι κοινοτικοί κανόνες συντονισμού να καταστούν περίπλοκοι και μακροσκελείς. Κατά συνέπεια, είναι θεμελιώδους σημασίας να αντικατασταθούν οι εν λόγω κανόνες και, παράλληλα, να εκσυγχρονισθούν και να απλουστευθούν, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων.

[...]

(45)      Δεδομένου ότι ο στόχος της προβλεπόμενης δράσης, εν άλλοις, μέτρα συντονισμού προκειμένου να διασφαλίζεται ότι το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων μπορεί να ασκείται αποτελεσματικά, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύναται, συνεπώς, λόγω του μεγέθους και των αποτελεσμάτων της εν λόγω δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, η οποία ορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. [...]»

8        Ο τίτλος ΙΙ του κανονισμού, ο οποίος επιγράφεται «Προσδιορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας» και αντικαθιστά τις διατάξεις του τίτλου ΙΙ του κανονισμού 1408/71, περιλαμβάνει τα άρθρα 11 έως 16.

9        Το άρθρο 11 του κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γενικοί κανόνες», προβλέπει τα εξής:

«1.      Τα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός υπάγονται στη νομοθεσία ενός και μόνον κράτους μέλους. Η νομοθεσία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο.

[...]

3.      Με την επιφύλαξη των άρθρων 12 έως 16:

α)      το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα σε κράτος μέλος, υπάγεται στη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους·

β)      ο δημόσιος υπάλληλος υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει η υπηρεσία που τον απασχολεί·

γ)      το πρόσωπο το οποίο λαμβάνει παροχές ανεργίας σύμφωνα με το άρθρο 65, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους κατοικίας, υπάγεται στη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους·

δ)      το πρόσωπο που καλείται ή καλείται εκ νέου να εκτελέσει στρατιωτική θητεία ή πολιτική υπηρεσία σε κράτος μέλος, υπάγεται στη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους·

ε)      οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, στο οποίο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των στοιχείων α) έως δ), υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας, με την επιφύλαξη άλλων διατάξεων του παρόντος κανονισμού που του εξασφαλίζουν παροχές δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσότερων άλλων κρατών μελών.

4.      Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, η μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα που ασκείται κανονικά σε πλοίο το οποίο ταξιδεύει στη θάλασσα υπό σημαία κράτους μέλους, θεωρείται ως δραστηριότητα που ασκείται σε αυτό το κράτος μέλος. Ωστόσο, το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα σε πλοίο υπό σημαία κράτους μέλους και αμείβεται για τη δραστηριότητα αυτή από επιχείρηση ή πρόσωπο του οποίου η έδρα ή ο τόπος δραστηριοτήτων του βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, υπάγεται στη νομοθεσία του τελευταίου αυτού κράτους μέλους εάν κατοικεί σε αυτό. Η επιχείρηση ή το πρόσωπο που καταβάλλει την αμοιβή θεωρείται ως εργοδότης για τους σκοπούς της εν λόγω νομοθεσίας.»

10      Το άρθρο 12 του κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ειδικοί κανόνες», προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.      Το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα σε κράτος μέλος για λογαριασμό εργοδότη ο οποίος ασκεί κανονικά τις δραστηριότητές του εκεί και το οποίο έχει αποσπαστεί από τον εν λόγω εργοδότη σε άλλο κράτος μέλος για να εκτελέσει εργασία για λογαριασμό του εν λόγω εργοδότη, εξακολουθεί να υπάγεται στη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους, υπό τον όρο ότι η προβλεπόμενη διάρκεια της εργασίας δεν υπερβαίνει τους 24 μήνες και ότι το πρόσωπο αυτό δεν έχει αποσταλεί σε αντικατάσταση άλλου αποσπασμένου.

2.      Το πρόσωπο που ασκεί κανονικά μη μισθωτή δραστηριότητα σε κράτος μέλος και το οποίο μεταβαίνει για να ασκήσει παρόμοια δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος, εξακολουθεί να υπάγεται στη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους, υπό τον όρο ότι η προβλεπόμενη διάρκεια της δραστηριότητας αυτής δεν υπερβαίνει τους 24 μήνες.»

11      Το επιγραφόμενο «Άσκηση δραστηριοτήτων σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη» άρθρο 13 του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:

«1.      Το πρόσωπο που ασκεί κανονικά μισθωτή δραστηριότητα σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη υπάγεται:

α)      στη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας εφόσον ασκεί ουσιώδες μέρος της δραστηριότητας στο εν λόγω κράτος μέλος· ή

β)      εφόσον δεν ασκεί ουσιώδες μέρος της δραστηριότητας στο κράτος μέλος κατοικίας:

i)      στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται η έδρα ή ο τόπος δραστηριοτήτων της επιχείρησης ή του εργοδότη, εάν απασχολείται από μία επιχείρηση ή έναν εργοδότη· ή

ii)      στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται η έδρα ή ο τόπος δραστηριοτήτων της επιχείρησης ή του εργοδότη, εάν απασχολείται από δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις ή εργοδότες που έχουν την έδρα ή τον τόπο δραστηριοτήτων τους σε ένα μόνο κράτος μέλος· ή

iii)      στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται η έδρα ή ο τόπος δραστηριοτήτων της επιχείρησης ή του εργοδότη, άλλο από το κράτος μέλος κατοικίας, εάν απασχολείται από δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις ή εργοδότες που έχουν την έδρα ή τον τόπο δραστηριοτήτων της επιχείρησής τους σε δύο κράτη μέλη, ένα εκ των οποίων είναι το κράτος μέλος κατοικίας· ή

iv)      στη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας, εάν απασχολείται από δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις ή εργοδότες και τουλάχιστον δύο εξ αυτών έχουν την έδρα ή τον τόπο δραστηριοτήτων τους σε διαφορετικά κράτη μέλη, άλλο από το κράτος μέλος κατοικίας.

2.      Το πρόσωπο που ασκεί κανονικά μη μισθωτή δραστηριότητα σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη υπάγεται:

α)      στη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας, εάν ασκεί ουσιώδες μέρος της δραστηριότητάς του σε αυτό·

β)      στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων των δραστηριοτήτων του, εάν δεν κατοικεί σε ένα από τα κράτη μέλη στα οποία ασκεί ουσιώδες μέρος της δραστηριότητάς του.»

12      Το άρθρο 76 του κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Συνεργασία», ορίζει στην παράγραφο 4 τα εξής:

«Οι φορείς και τα πρόσωπα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό έχουν υποχρέωση αμοιβαίας ενημέρωσης και συνεργασίας, ώστε να εξασφαλίζεται η ορθή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

[...]»

 Ο κανονισμός 987/2009

13      Το άρθρο 14, παράγραφοι 5 έως 11, του κανονισμού 987/2009 προβλέπει τα εξής:

«5.      Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 13 παράγραφος 1 του [κανονισμού 883/2004], ως πρόσωπο που ασκεί κανονικά μισθωτή δραστηριότητα σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη νοείται το πρόσωπο που, ταυτόχρονα ή εναλλάξ, ασκεί, για την ίδια επιχείρηση ή εργοδότη ή για διάφορες επιχειρήσεις ή εργοδότες, μία ή περισσότερες χωριστές δραστηριότητες σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη.

[...]

6.      Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 13 παράγραφος 2 του [κανονισμού 883/2004], ως πρόσωπο που “ασκεί κανονικά μη μισθωτή δραστηριότητα σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη” νοείται ιδίως το πρόσωπο το οποίο ασκεί συγχρόνως ή εναλλάξ μία ή περισσότερες χωριστές μη μισθωτές δραστηριότητες, ανεξάρτητα από τη φύση αυτών των δραστηριοτήτων, σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη.

7.      Προκειμένου να διακρίνονται οι δραστηριότητες που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6 από τις περιπτώσεις που περιγράφονται στο άρθρο 12 παράγραφοι 1 και 2 του [κανονισμού 883/2004], η διάρκεια της δραστηριότητας σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη (εάν είναι μόνιμη ή εάν έχει ειδικό ή προσωρινό χαρακτήρα) έχει καθοριστική σημασία. Για τους σκοπούς αυτούς, διενεργείται συνολική αξιολόγηση όλων των συναφών στοιχείων, στα οποία, ιδίως στην περίπτωση μισθωτού, περιλαμβάνεται ο τόπος εργασίας όπως καθορίζεται στη σύμβαση απασχόλησης.

8.      Για την εφαρμογή του άρθρου 13 παράγραφοι 1 και 2 του [κανονισμού 883/2004], ως “ουσιώδες μέρος μιας μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας” που ασκείται σε κράτος μέλος, νοείται ότι ασκείται εκεί ένα ποσοτικά σημαντικό μέρος του συνόλου των δραστηριοτήτων του μισθωτού ή μη μισθωτού, χωρίς να πρόκειται απαραιτήτως για το μείζον μέρος αυτών των δραστηριοτήτων.

Για να καθορισθεί εάν ουσιώδες μέρος της δραστηριότητας ασκείται σε ένα κράτος μέλος, λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα ενδεικτικά κριτήρια:

α)      σε περίπτωση μισθωτής δραστηριότητας, ο χρόνος εργασίας ή/και η αμοιβή και

[...].

Στο πλαίσιο συνολικής αξιολόγησης, λιγότερο από το 25 % των προαναφερόμενων κριτηρίων αποτελούν δείκτη ότι σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων δεν ασκείται στο σχετικό κράτος μέλος.

9.      Για την εφαρμογή του άρθρου 13 παράγραφος 2 στοιχείο β) του [κανονισμού 883/2004], το “κέντρο των συμφερόντων” των δραστηριοτήτων ενός μη μισθωτού καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, και ιδίως τον τόπο στον οποίο βρίσκεται η σταθερή και μόνιμη έδρα των δραστηριοτήτων του εν λόγω προσώπου, το συνήθη χαρακτήρα ή τη διάρκεια των ασκουμένων δραστηριοτήτων, τον αριθμό των παρεχόμενων υπηρεσιών, καθώς επίσης τη βούληση του εν λόγω προσώπου, όπως αυτή προκύπτει από τις εν γένει περιστάσεις.

[...]

11.      Εάν ένα πρόσωπο ασκεί τη μισθωτή δραστηριότητά του σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη για λογαριασμό εργοδότη εγκατεστημένου εκτός της επικράτειας της Ένωσης, και αν αυτό το πρόσωπο κατοικεί σε κράτος μέλος χωρίς να ασκεί εκεί ουσιώδη δραστηριότητα, υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας.»

14      Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 987/2009:

«Ο οριζόμενος φορέας του κράτους μέλους κατοικίας, προσδιορίζει αμελλητί τη νομοθεσία που εφαρμόζεται στον ενδιαφερόμενο, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 13 του [κανονισμού 883/2004] και του άρθρου 14 του κανονισμού [987/2009]. [...]»

15      Το άρθρο 19 του κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Παροχή πληροφοριών στους ενδιαφερομένους και στους εργοδότες», προβλέπει στην παράγραφο 2 τα εξής:

«Μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου ή του εργοδότη, ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου είναι εφαρμοστέα δυνάμει διατάξεως του τίτλου ΙΙ του [κανονισμού 883/2004], βεβαιώνει ότι αυτή η νομοθεσία είναι εφαρμοστέα και αναφέρει, αν συντρέχει σχετική περίπτωση, έως ποια ημερομηνία και υπό ποιους όρους.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

16      Ο προσφεύγων της κύριας δίκης, ο οποίος ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, κάτοικος Γερμανίας, εργαζόταν ως μισθωτός, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, στη Moguntia Food Group AG, εταιρία εγκατεστημένη στη Βασιλεία (Ελβετία), κατά τη χρονική περίοδο από την 1η Δεκεμβρίου 2015 έως την 31η Δεκεμβρίου 2020 (στο εξής: επίδικη περίοδος).

17      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι ασκούσε την εν λόγω μισθωτή δραστηριότητα τόσο στην Ελβετία, όπου εργαζόταν 10,5 ημέρες ανά τρίμηνο, όσο και υπό καθεστώς τηλεργασίας στη Γερμανία, για 10,5 ημέρες ανά τρίμηνο, αλλά και σε τρίτες χώρες. Το ύψος του μηνιαίου μισθού του δεν μεταβαλλόταν ανάλογα με τον τόπο άσκησης της δραστηριότητάς του.

18      Στις 19 Νοεμβρίου 2015 ο προσφεύγων της κύριας δίκης απευθύνθηκε στην GKV‑Spitzenverband, η οποία είναι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 987/2009, ο φορέας του τόπου κατοικίας του στη Γερμανία που έχει ορισθεί ως αρμόδιος για τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας σε περίπτωση κατά την οποία η επαγγελματική δραστηριότητα του ενδιαφερομένου ασκείται κανονικά σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, αναφέροντας ότι εργαζόταν στην Ελβετία για λογαριασμό της Moguntia Food Group και ότι ασκούσε τη δραστηριότητά του κατά ποσοστό μικρότερο του 25 % στη Γερμανία.

19      Με επιστολή της 22ας Φεβρουαρίου 2016, ο Amt für Sozialbeiträge des Kantons Basel-Stadt (οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης του καντονίου της Βασιλείας, Ελβετία) έλαβε υπόψη το γεγονός ότι, την 1η Δεκεμβρίου 2015, ο προσφεύγων της κύριας δίκης είχε υπαχθεί στην υποχρεωτική ασφάλιση ασθενείας στην Ελβετία.

20      Ωστόσο, αφού διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης ασκούσε συνήθως τη μισθωτή δραστηριότητά του σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη και ότι ασκούσε ουσιώδες μέρος της δραστηριότητας αυτής στη Γερμανία, όπου έχει την κατοικία του, η GKV‑Spitzenverband έκρινε, με απόφαση της 18ης Αυγούστου 2016, ότι, δυνάμει του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, εφαρμοστέα κατά την επίδικη περίοδο ήταν η γερμανική νομοθεσία κοινωνικής ασφάλισης, συνεπώς δε του χορήγησε πιστοποιητικό Α1.

21      Με απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2020, η GKV‑Spitzenverband απέρριψε τη διοικητική ένσταση που είχε υποβάλει ο προσφεύγων της κύριας δίκης κατά της αποφάσεως της 18ης Αυγούστου 2016 και επιβεβαίωσε ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, και τον κανονισμό 987/2009, αυτός υπαγόταν, κατά την επίδικη περίοδο, στη γερμανική νομοθεσία κοινωνικής ασφάλισης. Συναφώς, η GKV‑Spitzenverband υπενθύμισε κατ’ αρχάς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004, όταν ένα πρόσωπο ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας, εφόσον ασκεί ουσιώδες μέρος της δραστηριότητας στο εν λόγω κράτος μέλος. Διευκρίνισε εν συνεχεία ότι, κατά το άρθρο 14, παράγραφος 8, του κανονισμού 987/2009, νοείται ότι ασκείται ουσιώδες μέρος μιας μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας σε κράτος μέλος εάν, κατά τη συνολική εκτίμηση της καταστάσεως του ενδιαφερομένου, διαπιστώνεται ότι αυτός πραγματοποιεί τουλάχιστον το 25 % του χρόνου εργασίας του στο κράτος μέλος κατοικίας του και/ή ότι λαμβάνει εκεί τουλάχιστον το 25 % της αμοιβής του. Εκτιμώντας ότι, για τον σκοπό αυτό, κρίσιμες είναι αποκλειστικά και μόνον οι δραστηριότητες οι οποίες ασκούνται στις χώρες που εμπίπτουν στο εδαφικό πεδίο εφαρμογής των κανονισμών 883/2004 και 987/2009, η GKV‑Spitzenverband έλαβε υπόψη μόνον τον χρόνο εργασίας που είχε πραγματοποιήσει ο προσφεύγων της κύριας δίκης στη Γερμανία και στην Ελβετία και συμπέρανε εξ αυτού ότι αυτός ασκούσε το 50 % του χρόνου εργασίας του στη Γερμανία, δηλαδή στο κράτος της κατοικίας του, το δε ποσοστό αυτό αντιστοιχούσε σε ουσιώδες μέρος της μισθωτής του δραστηριότητας.

22      Στις 28 Δεκεμβρίου 2020 ο προσφεύγων της κύριας δίκης άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Sozialgericht für das Saarland (δικαστηρίου διαφορών κοινωνικής ασφαλίσεως του ομόσπονδου κράτους του Σάαρ, Γερμανία) προβάλλοντας ότι, για τους σκοπούς του καθορισμού της εφαρμοστέας κατά την επίδικη περίοδο νομοθεσίας κοινωνικής ασφάλισης, έπρεπε να ληφθούν υπόψη όχι μόνον οι περίοδοι κατά τις οποίες ασκούσε δραστηριότητα στη Γερμανία και στην Ελβετία, αλλά και οι περίοδοι κατά τις οποίες είχε ασκήσει δραστηριότητα σε τρίτες χώρες και ότι, εν πάση περιπτώσει, υπαγόταν ήδη, κατά την επίδικη περίοδο, στο ελβετικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.

23      Με απόφαση της 4ης Αυγούστου 2022, το ως άνω δικαστήριο ακύρωσε τις αποφάσεις της 18ης Αυγούστου 2016 και της 18ης Δεκεμβρίου 2020 και έκρινε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο προβλέπει ότι ο ενδιαφερόμενος υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται η έδρα της επιχείρησης, ο προσφεύγων της κύριας δίκης υπαγόταν, κατά την επίδικη περίοδο, στην ελβετική νομοθεσία κοινωνικής ασφάλισης. Συγκεκριμένα, θεώρησε ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν είχε ασκήσει ουσιώδες μέρος της δραστηριότητάς του στο κράτος μέλος κατοικίας του, κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004 και του άρθρου 14, παράγραφος 8, του κανονισμού 987/2009, αφού είχε εργαστεί μόνο για 10,5 ημέρες ανά τρίμηνο στη Γερμανία, δηλαδή είχε πραγματοποιήσει εκεί ποσοστό 16 % του συνολικού χρόνου εργασίας του.

24      Στις 6 Σεπτεμβρίου 2022 η GKV‑Spitzenverband άσκησε έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του Landessozialgericht für das Saarland (ανωτέρου δικαστηρίου διαφορών κοινωνικής ασφαλίσεως του ομόσπονδου κράτους του Σάαρ, Γερμανία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.

25      Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, για τους σκοπούς του προσδιορισμού της εφαρμοστέας κατά την επίδικη περίοδο νομοθεσίας κοινωνικής ασφάλισης, τίθεται το ερώτημα αν το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 14, παράγραφος 8, του κανονισμού 987/2009, έχει την έννοια ότι, προκειμένου να καθοριστεί εάν ουσιώδες μέρος της δραστηριότητας του ενδιαφερομένου ασκείται σε κράτος μέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη μόνον η μισθωτή δραστηριότητα την οποία άσκησε στα κράτη μέλη και στα κράτη που εξομοιώνονται με κράτη μέλη ή πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η δραστηριότητα που ασκήθηκε σε τρίτες χώρες. Η υφιστάμενη νομολογία του Δικαστηρίου δεν παρέχει απάντηση στο ερώτημα αυτό.

26      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, εν προκειμένω, εάν πρέπει να ληφθούν υπόψη αποκλειστικά και μόνον οι δραστηριότητες τις οποίες άσκησε ο προσφεύγων της κύριας δίκης, κατά την επίδικη περίοδο, σε κράτη μέλη, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτός πραγματοποίησε στο κράτος μέλος κατοικίας του το 50 % του χρόνου εργασίας του, δηλαδή ουσιώδες μέρος της μισθωτής του δραστηριότητας, κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, ερμηνευόμενου σε συνδυασμό με το άρθρο 14, παράγραφος 8, του κανονισμού 987/2009. Αντιθέτως, εάν πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύνολο των δραστηριοτήτων τις οποίες άσκησε ο προσφεύγων της κύριας δίκης τόσο σε κράτη μέλη όσο και σε τρίτες χώρες, μόνον το 16 % του χρόνου εργασίας του θα πρέπει να θεωρηθεί ως πραγματοποιηθέν στο κράτος μέλος κατοικίας, όπερ δεν συνιστά ουσιώδες μέρος της μισθωτής του δραστηριότητας.

27      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Landessozialgericht für das Saarland (ανώτερο δικαστήριο διαφορών κοινωνικής ασφαλίσεως του ομόσπονδου κράτους του Σάαρ) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004 [όπως τροποποιήθηκε] σε συνδυασμό με το άρθρο 14, παράγραφος 8, του κανονισμού 987/2009 την έννοια ότι, προκειμένου να κριθεί αν ασκείται ουσιώδες μέρος της δραστηριότητας σε κράτος μέλος, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των δραστηριοτήτων του εργαζομένου, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων του σε τρίτες χώρες;

2)      [Έ]χει το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004 [όπως τροποποιήθηκε] σε συνδυασμό με το άρθρο 14, παράγραφος 8, του κανονισμού 987/2009 την έννοια ότι, προκειμένου να κριθεί αν ασκείται ουσιώδες μέρος της δραστηριότητας σε κράτος μέλος, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνον οι δραστηριότητες που ασκεί ο εργαζόμενος σε κράτη μέλη;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

28      Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8 και το παράρτημα ΙΙ της ΣΕΚΠ, η Ένωση και η Ελβετική Συνομοσπονδία εφαρμόζουν αμοιβαία τους κανονισμούς 883/2004 και 987/2009 και ότι, στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «κράτος μέλος» που περιλαμβάνεται στους κανονισμούς αυτούς θεωρείται ότι περιλαμβάνει και την Ελβετική Συνομοσπονδία.

29      Ωσαύτως, με τα δύο προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 14, παράγραφος 8, του κανονισμού 987/2009, έχει την έννοια ότι, προκειμένου να καθοριστεί αν ένα πρόσωπο το οποίο ασκεί μισθωτή δραστηριότητα σε περισσότερα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων και στο κράτος μέλος κατοικίας του, καθώς και σε περισσότερες τρίτες χώρες, πραγματοποιεί ουσιώδες μέρος της εν λόγω δραστηριότητας στο κράτος μέλος κατοικίας του, κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 13, παράγραφος 1, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον η μισθωτή δραστηριότητα που το πρόσωπο αυτό ασκεί στα κράτη μέλη ή και η δραστηριότητα που αυτό ασκεί σε τρίτες χώρες.

30      Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, οι διατάξεις του τίτλου ΙΙ του κανονισμού 883/2004, ο οποίος επιγράφεται «Προσδιορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας» και περιλαμβάνει τα άρθρα 11 έως 16, αποτελούν ένα ολοκληρωμένο και ομοιόμορφο σύστημα κανόνων σύγκρουσης νόμων που δεν αποσκοπεί μόνον στην αποφυγή της ταυτόχρονης εφαρμογής πολλών εθνικών νομοθεσιών και των εντεύθεν δυνάμενων να προκύψουν περιπλοκών, αλλά και στην αποτροπή του ενδεχομένου τα υπαγόμενα στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού πρόσωπα να στερούνται προστασίας σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης λόγω έλλειψης οποιασδήποτε εφαρμοστέας νομοθεσίας (πρβλ. απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2023, Zakład Ubezpieczeń Społecznych Oddział w Toruniu, C‑422/22, EU:C:2023:869, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

31      Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές του σκέψεις 1, 3 και 45, με τον κανονισμό 883/2004 εκσυγχρονίσθηκαν και απλουστεύθηκαν οι κανόνες που περιλαμβάνονταν στον κανονισμό 1408/71, ενώ ο κανονισμός 883/2004 εξακολούθησε να έχει τους ίδιους σκοπούς με εκείνους του κανονισμού 1408/71, μεταξύ άλλων τον σκοπό να εξασφαλίσει τον συντονισμό των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας, προς διασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, και, με τον τρόπο αυτόν, να συμβάλει στη βελτίωση του επιπέδου ζωής και των συνθηκών εργασίας των προσώπων που διακινούνται εντός της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 2014, I, C‑255/13, EU:C:2014:1291, σκέψη 41, και της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Hakamp, C‑203/24, EU:C:2025:662, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

32      Ο σκοπός αυτός υλοποιείται με το άρθρο 11 του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο προβλέπει στην παράγραφο 1 ότι τα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται ο κανονισμός αυτός υπάγονται στη νομοθεσία κοινωνικής ασφάλισης ενός και μόνον κράτους μέλους, η οποία προσδιορίζεται σύμφωνα με τον τίτλο II αυτού.

33      Επιπλέον, το άρθρο 11, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, καθιερώνει την αρχή ότι το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού.

34      Ωστόσο, η αρχή αυτή διατυπώνεται «[μ]ε την επιφύλαξη των άρθρων 12 έως 16» του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, δεδομένου ότι σε ορισμένες ιδιαίτερες περιπτώσεις η ανεπιφύλακτη εφαρμογή της εν λόγω αρχής θα ενείχε τον κίνδυνο να μην αποτρέψει, αλλά, αντιθέτως, να δημιουργήσει, τόσο για τον εργαζόμενο όσο και για τον εργοδότη και τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης διοικητικές περιπλοκές δυνάμενες να έχουν ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση άσκησης του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων τα οποία αφορά ο κανονισμός αυτός (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, AFMB κ.λπ., C‑610/18, EU:C:2020:565, σκέψη 43).

35      Μεταξύ των ιδιαίτερων αυτών περιπτώσεων συγκαταλέγεται η περίπτωση η οποία διαλαμβάνεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 13 του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, και αφορά τον καθορισμό της νομοθεσίας που εφαρμόζεται στο πρόσωπο που ασκεί κανονικά μισθωτή δραστηριότητα σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη.

36      Σύμφωνα με το στοιχείο αʹ της παραγράφου 1, το εν λόγω πρόσωπο υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας εφόσον ασκεί εκεί «ουσιώδες μέρος της δραστηριότητας». Αντιθέτως, εάν το πρόσωπο δεν ασκεί εκεί «ουσιώδες μέρος της δραστηριότητας», υπόκειται, σύμφωνα με το στοιχείο βʹ της παραγράφου 1, σε περίπτωση που απασχολείται από μία μόνον επιχείρηση ή έναν μόνον εργοδότη, στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται η έδρα ή ο τόπος δραστηριοτήτων της επιχείρησης ή του εργοδότη (πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Hakamp, C‑203/24, EU:C:2025:662, σκέψη 43).

37      Συνακόλουθα, οι κανόνες σύγκρουσης νόμων τους οποίους προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, διασφαλίζουν στο πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη προστασία στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης διά της εφαρμογής της νομοθεσίας ενός από τα οικεία κράτη μέλη, δηλαδή είτε της νομοθεσίας του κράτους μέλους κατοικίας του προσώπου αυτού είτε της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο εργοδότης του.

38      Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η διάταξη αυτή υπηρετεί τον σκοπό που υπενθυμίζεται στις σκέψεις 30 και 31 της παρούσας αποφάσεως, καθόσον προβλέπει, απλοποιώντας παράλληλα τους κανόνες της προϊσχύουσας νομοθεσίας, κανόνες που εισάγουν παρέκκλιση από τον κανόνα ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού, ακριβώς προκειμένου να αποφευχθούν οι περιπλοκές που, διαφορετικά, θα μπορούσαν να προκύψουν από την εφαρμογή του τελευταίου αυτού κανόνα σε καταστάσεις που αφορούν την άσκηση δραστηριοτήτων σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη (πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Hakamp, C‑203/24, EU:C:2025:662, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

39      Υπό το πρίσμα αυτό, οι εισάγοντες παρέκκλιση κανόνες τους οποίους προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, έχουν ως σκοπό να εξασφαλίσουν ότι, σύμφωνα με τον κανόνα της εφαρμογής μίας μόνον εθνικής νομοθεσίας ο οποίος υπενθυμίζεται στη σκέψη 32 της παρούσας αποφάσεως, οι μισθωτοί εργαζόμενοι που ασκούν δραστηριότητες σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνον κράτους μέλους, για την επίτευξη δε του σκοπού αυτού οι ως άνω κανόνες καθορίζουν κριτήρια σύνδεσης τα οποία λαμβάνουν υπόψη την αντικειμενική κατάσταση των εργαζομένων αυτών προκειμένου να διευκολύνεται η ελεύθερη κυκλοφορία τους (πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Hakamp, C‑203/24, EU:C:2025:662, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

40      Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς την ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, και του άρθρου 14, παράγραφος 8, του κανονισμού 987/2009, ειδικότερα ως προς το εάν η έννοια της «δραστηριότητας», η οποία περιλαμβάνεται στην έκφραση «ουσιώδες μέρος της δραστηριότητας [του προσώπου] στο κράτος μέλος κατοικίας», παραπέμπει μόνο στη μισθωτή δραστηριότητα την οποία ασκεί το πρόσωπο αυτό στα κράτη μέλη ή και στη δραστηριότητα την οποία ασκεί σε τρίτες χώρες.

41      Κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, εκτός από το γράμμα της, το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 1982, Cilfit, 283/81, EU:C:1982:335, σκέψη 20, και της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Kwizda Pharma II, C‑451/24, EU:C:2025:663, σκέψη 55).

42      Όσον αφορά το γράμμα του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, η διάταξη αυτή προβλέπει ότι το πρόσωπο που ασκεί κανονικά μισθωτή δραστηριότητα σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας μόνον εφόσον ασκεί ουσιώδες μέρος της δραστηριότητάς του στο κράτος μέλος αυτό.

43      Όσον αφορά δε το άρθρο 14, παράγραφος 8, του κανονισμού 987/2009, η διάταξη αυτή ορίζει, κατ’ αρχάς, ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 13, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, ως ουσιώδες μέρος μιας μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας που ασκείται σε κράτος μέλος νοείται ότι ασκείται εκεί ένα ποσοτικά σημαντικό μέρος του συνόλου των δραστηριοτήτων του μισθωτού ή μη μισθωτού, χωρίς να πρόκειται απαραιτήτως για το μείζον μέρος αυτών των δραστηριοτήτων. Ακολούθως, το άρθρο 14, παράγραφος 8, διευκρινίζει ότι, για να καθορισθεί εάν ουσιώδες μέρος της δραστηριότητας ασκείται σε ένα κράτος μέλος, λαμβάνονται υπόψη, σε περίπτωση μισθωτής δραστηριότητας, ο χρόνος εργασίας ή/και η αμοιβή. Τέλος, από το άρθρο 14, παράγραφος 8, προκύπτει ότι, στο πλαίσιο συνολικής αξιολόγησης, λιγότερο από το 25 % των προαναφερόμενων κριτηρίων αποτελούν δείκτη ότι σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων δεν ασκείται στο σχετικό κράτος μέλος.

44      Διαπιστώνεται επομένως ότι από το γράμμα του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, και του άρθρου 14, παράγραφος 8, του κανονισμού 987/2009 και μόνον προκύπτει ότι οι διατάξεις αυτές δεν ορίζουν ρητώς ότι, στο πλαίσιο της συνεκτίμησης των μισθωτών ή μισθωτών δραστηριοτήτων τις οποίες ασκεί ο ενδιαφερόμενος, λαμβάνονται υπόψη αποκλειστικά και μόνον οι δραστηριότητες που ασκούνται σε κράτη μέλη. Τούτο μαρτυρά, ειδικότερα, η χρήση, στην απόδοση του άρθρου 14, παράγραφος 8, του κανονισμού 987/2009 στη γαλλική γλώσσα, των εκφράσεων «ensemble des activités du travailleur salarié ou non salarié» και «dans le cadre d’une évaluation globale», αντίστοιχες δε εκφράσεις απαντούν, κατ’ ουσίαν, σε πολυάριθμες άλλες γλωσσικές αποδόσεις της διάταξης αυτής, όπως είναι οι αποδόσεις της στη βουλγαρική, την τσεχική, τη δανική, την ελληνική, την αγγλική, την ισπανική, τη φινλανδική, την ιρλανδική, την κροατική, την ιταλική, τη λεττονική, τη μαλτέζικη, τη ρουμανική, τη σλοβακική, τη σλοβενική και τη σουηδική γλώσσα.

45      Συγκεκριμένα, στις εν λόγω γλωσσικές αποδόσεις χρησιμοποιούνται οι εκφράσεις «от всички дейности на заето или самостоятелно заето лице» και «В рамките на цялостната оценка» στη βουλγαρική γλώσσα· «všech činností zaměstnané osoby nebo osoby samostatně výdělečné činné» και «v rámci celkového hodnocení» στην τσεχική γλώσσα· «af alle arbejdstagerens eller den selvstændige erhvervsdrivendes aktiviteter» και «I forbindelse med en samlet vurdering» στη δανική γλώσσα· «του συνόλου των δραστηριοτήτων του μισθωτού ή μη» και «Στο πλαίσιο συνολικής αξιολόγησης» στην ελληνική γλώσσα· «of all the activities of the employed or self-employed person» και «In the framework of an overall assessment» στην αγγλική γλώσσα· «del conjunto de sus actividades por cuenta propia o ajena» και «En el contexto de una evaluación global» στην ισπανική γλώσσα· «palkkatyötä tekevän tai itsenäisen ammatinharjoittajan kaikesta toiminnasta» και «kokonaisarvioinnissa» στη φινλανδική γλώσσα· «de ghníomhaíochtaí uile an duine fhostaithe nó fhéinfhostaithe» και «I réim measúnaithe foriomláin» στην ιρλανδική γλώσσα· «svih djelatnosti zaposlene osobe ili samozaposlene osobe» και «Ako je u okviru opće ocjene utvrđeno» στην κροατική γλώσσα· «dell’insieme delle attività del lavoratore subordinato o autonomo» και «Nel quadro di una valutazione globale» στην ιταλική γλώσσα· «ka nodarbināta vai pašnodarbināta persona veic kvantitatīvi būtisku visu darbību daļu» και «Saskaņā ar vispārēju novērtējumu» στη λεττονική γλώσσα· «tal-attivitajiet kollha tal-persuna impjegata jew li taħdem għal rasha» και «Fil-qafas ta’ evalwazzjoni globali» στη μαλτέζικη γλώσσα· «a tuturor activităților persoanei salariate sau persoanei care desfășoară activități independente» και «În cadrul unei evaluări globale» στη ρουμανική γλώσσα· «všetkých činností zamestnanca alebo samostatne zárobkovo činnej osoby vykonáva v tomto členskom štáte» και «V rámci celkového posúdenia» στη σλοβακική γλώσσα· «vseh dejavnosti zaposlene ali samozaposlene osebe» και «Če je delež, ugotovljen med splošno presojo» στη σλοβενική γλώσσα· καθώς και «allt arbete som anställd eller av all verksamhet som egenföretagare» και «Inom ramen för en samlad bedömning» στη σουηδική γλώσσα.

46      Συνακόλουθα, οι εν λόγω διάφορες γλωσσικές αποδόσεις συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι το γράμμα του άρθρου 14, παράγραφος 8, του κανονισμού 987/2009 προβλέπει ότι, για να καθοριστεί εάν πολίτης της Ένωσης ο οποίος κατοικεί σε κράτος μέλος και ασκεί μισθωτή δραστηριότητα σε περισσότερα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται το κράτος μέλος κατοικίας του, ένα άλλο κράτος μέλος και τρίτες χώρες, πραγματοποιεί ουσιώδες μέρος της εν λόγω δραστηριότητας στο κράτος μέλος κατοικίας του, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της μισθωτής δραστηριότητας την οποία ασκεί, συμπεριλαμβανομένης της δραστηριότητας που ασκείται σε τρίτες χώρες.

47      Η ως άνω γραμματική ερμηνεία επιρρωννύεται από το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, και το άρθρο 14, παράγραφος 8, του κανονισμού 987/2009, καθώς και από τον σκοπό που επιδιώκεται με τις διατάξεις αυτές.

48      Πράγματι, υπενθυμίζεται ότι η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους όπου βρίσκεται ο τόπος της δραστηριότητας συνιστά τον γενικό κανόνα που διέπει το σύστημα που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 883/2004 (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, Partena, C‑137/11, EU:C:2012:593, σκέψεις 49 και 57) και ότι η εφαρμογή της νομοθεσίας του κράτους μέλους κατοικίας του ενδιαφερομένου φαίνεται να αποτελεί επικουρικό κανόνα που έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση που η νομοθεσία αυτή συνδέεται με την εργασιακή σχέση (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 19ης Μαρτίου 2015, Kik, C‑266/13, EU:C:2015:188, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ο όρος «τόπος άσκησης» μιας δραστηριότητας πρέπει να γίνει αντιληπτός υπό την έννοια ότι προσδιορίζει τον τόπο όπου, συγκεκριμένα, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο εκτελεί τις πράξεις που συνδέονται με τη δραστηριότητα αυτή (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, Partena, C‑137/11, EU:C:2012:593, σκέψη 57).

49      Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 36 των προτάσεών του, προκειμένου να καθορισθεί η νομοθεσία κοινωνικής ασφάλισης στην οποία υπάγεται ο εργαζόμενος, πρέπει να εξετάζεται η πραγματική του κατάσταση και να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των δραστηριοτήτων τις οποίες ασκεί, συμπεριλαμβανομένης της δραστηριότητας που ασκείται σε τρίτες χώρες, αφού το να λαμβάνονται υπόψη μόνον οι δραστηριότητες που ασκούνται σε κράτη μέλη θα δημιουργούσε ένα πλάσμα δικαίου το οποίο θα απείχε από τη συγκεκριμένη πραγματικότητα της δραστηριότητας που ασκείται στο κράτος μέλος κατοικίας.

50      Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν ένας εργαζόμενος εμπίπτει στην έννοια του «προσώπου που ασκεί κανονικά μισθωτή δραστηριότητα σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη», κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η τυχόν ύπαρξη διαφοράς μεταξύ, αφενός, των πληροφοριών που περιέχονται στις επίμαχες συμβάσεις εργασίας και, αφετέρου, του τρόπου με τον οποίο εκπληρώθηκαν στην πράξη οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν από άλλα συναφή στοιχεία, πλην των συμβατικών εγγράφων, προκύπτει ότι η κατάσταση ενός μισθωτού διαφέρει από την περιγραφόμενη στη σύμβαση εργασίας του, ο αρμόδιος φορέας οφείλει, για τους σκοπούς της ορθής εφαρμογής του κανονισμού 883/2004 και ανεξαρτήτως του γράμματος των συμβατικών εγγράφων, να στηρίξει τα πορίσματά του στην πραγματική κατάσταση του μισθωτού (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, AFMB κ.λπ., C‑610/18, EU:C:2020:565, σκέψεις 57 έως 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

51      Πλην όμως, το να λαμβάνεται υπόψη μόνον η μισθωτή δραστηριότητα που ασκεί ο ενδιαφερόμενος σε κράτη μέλη, προκειμένου να καθοριστεί αν το πρόσωπο αυτό ασκεί ουσιώδες μέρος της δραστηριότητάς του στο κράτος μέλος κατοικίας του, θα είχε ως αποτέλεσμα να παραβλέπεται το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 41 και 48 της παρούσας αποφάσεως, ο καθορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας δυνάμει των κανόνων συγκρούσεως νόμων που προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, δεν εξαρτάται από την ελεύθερη επιλογή του μισθωτού, των επιχειρήσεων ή των αρμόδιων εθνικών αρχών, αλλά από την αντικειμενική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο εργαζόμενος αυτός.

52      Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης την οποία επιβάλλει το άρθρο 14, παράγραφος 8, του κανονισμού 987/2009, η μισθωτή δραστηριότητα που ασκεί ο ενδιαφερόμενος σε τρίτες χώρες πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον ίδιο τρόπο όπως και αυτή που πραγματοποιήθηκε σε κράτη μέλη για τον καθορισμό του συνολικού χρόνου εργασίας του στο σύνολο των κρατών μελών και των τρίτων χωρών όπου άσκησε τη μισθωτή δραστηριότητά του και, συνακόλουθα, για τους σκοπούς της μεταγενέστερης εξακρίβωσης του αν το 25 % του χρόνου εργασίας του πραγματοποιήθηκε ή όχι στο κράτος μέλος κατοικίας του.

53      Επισημαίνεται ακόμη ότι η συνεκτίμηση του συνόλου της μισθωτής δραστηριότητας που ασκεί ο ενδιαφερόμενος σε τρίτες χώρες ουδόλως αντιφάσκει προς τον κανόνα της εφαρμογής μίας μόνον εθνικής νομοθεσίας ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, και κατά τον οποίο ο εργαζόμενος που κατοικεί σε κράτος μέλος και ασκεί μισθωτή δραστηριότητα σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη πρέπει να υπάγεται στη νομοθεσία κοινωνικής ασφάλισης ενός μόνον κράτους μέλους.

54      Πράγματι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο εργαζόμενος αυτός ασκεί ουσιώδες μέρος της μισθωτής δραστηριότητάς του όχι στο κράτος μέλος κατοικίας του αλλά σε τρίτη χώρα, ο εργαζόμενος αυτός θα υπαχθεί σε μία μόνο νομοθεσία κοινωνικής ασφάλισης η οποία θα είναι εκείνη του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο εργοδότης του δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004. Αν αποδειχθεί ότι ο εργοδότης αυτός είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα, ο εργαζόμενος αυτός θα υπόκειται στη νομοθεσία ενός μόνον κράτους μέλους, δεδομένου ότι το άρθρο 14, παράγραφος 11, του κανονισμού 987/2009 προβλέπει ότι, εάν ένα πρόσωπο, το οποίο κατοικεί σε κράτος μέλος, ασκεί τη μισθωτή δραστηριότητά του σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη για λογαριασμό εργοδότη εγκατεστημένου εκτός του εδάφους της Ένωσης, υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας του, ακόμη και αν δεν ασκεί εκεί ουσιώδες μέρος της μισθωτής δραστηριότητάς του.

55      Επιπλέον, όταν, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, η έδρα του εργοδότη βρίσκεται σε κράτος στο οποίο έχει εφαρμογή ο κανονισμός 883/2004, οι πληροφορίες σχετικά με τη δραστηριότητα που ασκεί ο μισθωτός εργαζόμενος σε τρίτες χώρες, οι οποίες είναι αναγκαίες προκειμένου να εκτιμηθεί αν αυτός ασκεί ουσιώδες μέρος της δραστηριότητάς του στο κράτος μέλος όπου κατοικεί, μπορούν ευχερώς να ληφθούν υπόψη, οπότε η συνεκτίμηση της δραστηριότητας που ασκείται σε τρίτες χώρες δεν συνεπάγεται «αυξημένο κίνδυνο κατάχρησης», αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν η GKV‑Spitzenverband καθώς και η Γερμανική και η Βελγική Κυβέρνηση.

56      Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 45 των προτάσεών του, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, για την ομαλή λειτουργία του συστήματος που καθιερώνει ο κανονισμός 883/2004 απαιτείται αποτελεσματική και στενή συνεργασία τόσο μεταξύ των αρμόδιων φορέων των διαφόρων κρατών μελών όσο και μεταξύ των φορέων αυτών και των προσώπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού (απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2023, Zakład Ubezpieczeń Społecznych Oddział w Toruniu, C‑422/22, EU:C:2023:869, σκέψη 53). Ως εκ τούτου, ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους κατοικίας μπορεί, στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης που πρέπει να πραγματοποιήσει δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 8, του κανονισμού 987/2009, να απευθυνθεί προς τον φορέα του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η έδρα του εργοδότη, προκειμένου ο εν λόγω φορέας να επαληθεύσει, με τη συνδρομή του εργοδότη, αν όντως παρασχέθηκαν οι υπηρεσίες του εργαζομένου σε τρίτες χώρες, ζητώντας, μεταξύ άλλων, την κοινοποίηση αποδεικτικών στοιχείων όπως εισιτήρια μετακινήσεων ή τιμολόγια.

57      Όσον αφορά τις ανησυχίες τις οποίες εξέφρασαν η GKV‑Spitzenverband, καθώς και η Γερμανική και η Βελγική Κυβέρνηση, ισχυριζόμενες ότι δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη, βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, η μισθωτή δραστηριότητα που ασκεί ο ενδιαφερόμενος σε τρίτες χώρες, δεδομένου ότι, για τους μη μισθωτούς εργαζομένους, δεν είναι δυνατή τέτοιου είδους συνεκτίμηση βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, αρκεί να επισημανθεί, όπως επισήμανε και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 44 των προτάσεών του, ότι οι κανόνες που εφαρμόζονται στους μισθωτούς και στους μη μισθωτούς δεν είναι από κάθε άποψη παρόμοιοι, οπότε η λύση που έγινε δεκτή για τους πρώτους δεν μπορεί να εφαρμοστεί κατ’ αναλογίαν στους δεύτερους.

58      Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το μέρος της δραστηριότητας που άσκησε ο προσφεύγων της κύριας δίκης στο κράτος μέλος κατοικίας του κατά την επίδικη περίοδο ανέρχεται στο 16 % του συνόλου της δραστηριότητάς του τόσο στα κράτη μέλη όσο και σε τρίτες χώρες. Αν όντως συμβαίνει αυτό, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, ο προσφεύγων της κύριας δίκης θα πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν άσκησε ουσιώδες μέρος της μισθωτής δραστηριότητάς του στο κράτος μέλος κατοικίας του και ότι, κατά συνέπεια, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, υπάγεται στη νομοθεσία κοινωνικής ασφάλισης του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η έδρα του εργοδότη του, ήτοι της Ελβετικής Συνομοσπονδίας.

59      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004, όπως τροποποιήθηκε, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 14, παράγραφος 8, του κανονισμού 987/2009, έχει την έννοια ότι, προκειμένου να καθοριστεί αν ένα πρόσωπο το οποίο ασκεί μισθωτή δραστηριότητα σε περισσότερα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων και στο κράτος μέλος κατοικίας του, καθώς και σε περισσότερες τρίτες χώρες, πραγματοποιεί ουσιώδες μέρος της εν λόγω δραστηριότητας στο κράτος μέλος κατοικίας του, κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 13, παράγραφος 1, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον η μισθωτή δραστηριότητα που το πρόσωπο αυτό ασκεί στα κράτη μέλη αλλά και η δραστηριότητα που αυτό ασκεί στις τρίτες χώρες.

 Επί των δικαστικών εξόδων

60      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 465/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 14, παράγραφος 8, του κανονισμού (ΕΚ) 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 465/2012,

έχει την έννοια ότι:

προκειμένου να καθοριστεί αν ένα πρόσωπο το οποίο ασκεί μισθωτή δραστηριότητα σε περισσότερα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων και στο κράτος μέλος κατοικίας του, καθώς και σε περισσότερες τρίτες χώρες, πραγματοποιεί ουσιώδες μέρος της εν λόγω δραστηριότητας στο κράτος μέλος κατοικίας του, κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 13, παράγραφος 1, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον η μισθωτή δραστηριότητα που το πρόσωπο αυτό ασκεί στα κράτη μέλη αλλά και η δραστηριότητα που αυτό ασκεί στις τρίτες χώρες.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.