ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)

της 30ής Απριλίου 2025 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Άρθρα 3 έως 5 – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Συμβάσεις ενυπόθηκου δανείου – Ρήτρα περί προμήθειας για τα έξοδα φακέλου – Αίτημα αναγνωρίσεως της ακυρότητας της εν λόγω ρήτρας – Εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των συμβατικών ρητρών – Σαφής και κατανοητός χαρακτήρας των ρητρών»

Στην υπόθεση C‑699/23,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Juzgado de Primera Instancia no 8 de Donostia – San Sebastián (όγδοο τμήμα του πρωτοδικείου του Σαν Σεμπαστιάν, Ισπανία) με απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2023, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Νοεμβρίου 2023, στο πλαίσιο της δίκης

FG

κατά

Caja Rural de Navarra SCC,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),

συγκείμενο από τους S. Rodin (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, N. Piçarra και N. Fenger, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: D. Spielmann

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

ο FG, εκπροσωπούμενος από τον J. M. Erausquin Vázquez και την M. Ortiz Pérez, abogados,

η Caja Rural de Navarra SCC, εκπροσωπούμενη από τον A. Enériz Arraiza, abogado,

η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. J. Ruiz Sánchez,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους J. Baquero Cruz, P. Kienapfel και N. Ruiz García,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία, αφενός, των άρθρων 3 έως 5 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29) και, αφετέρου, του άρθρου 7 της οδηγίας 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ 2014, L 60, σ. 34).

2

Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του FG και της Caja Rural de Navarra SCC με αντικείμενο τον φερόμενο ως καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας περί προμήθειας για τα έξοδα φακέλου σε σύμβαση δανείου.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

Η οδηγία 93/13

3

Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 προβλέπει τα εξής:

«Ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση.»

4

Το άρθρο 4 της οδηγίας 93/13 προβλέπει τα εξής:

«1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση και όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιέβαλαν την εν λόγω σύναψη, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.

2.   Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.»

5

Το άρθρο 5 της οδηγίας 93/13 προβλέπει τα εξής:

«Στην περίπτωση συμβάσεων των οποίων όλες ή μερικές ρήτρες που προτείνονται στον καταναλωτή έχουν συνταχθεί εγγράφως, οι ρήτρες αυτές πρέπει να συντάσσονται πάντοτε με σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας ρήτρας, επικρατεί η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία. Αυτός ο ερμηνευτικός κανόνας δεν εφαρμόζεται στα πλαίσια των διαδικασιών που προβλέπονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2.»

6

Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 προβλέπει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.»

Η οδηγία 2014/17

7

Το άρθρο 7 της οδηγίας 2014/17, το οποίο φέρει τον τίτλο «Υποχρεώσεις επαγγελματικής δεοντολογίας κατά την παροχή πιστώσεων σε καταναλωτές», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Όταν ο πιστωτικός φορέας, ο μεσίτης πιστώσεων ή ο εντεταλμένος αντιπρόσωπος εκπονεί πιστωτικά προϊόντα, χορηγεί, διαμεσολαβεί ή παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες σχετικά με πίστωση και, κατά περίπτωση, συμπληρωματικές υπηρεσίες σε καταναλωτές ή όταν εκτελεί σύμβαση πίστωσης, τα κράτη μέλη απαιτούν να ενεργεί με εντιμότητα, δικαιοσύνη, διαφάνεια και επαγγελματισμό λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των καταναλωτών. […]»

8

Το άρθρο 43, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/17 ορίζει τα εξής:

«Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις πίστωσης που ισχύουν πριν από τις 21 Μαρτίου 2016.»

Το ισπανικό δίκαιο

Ο νόμος 5/2019

9

Το άρθρο 14 του Ley 5/2019, reguladora de los contratos de crédito inmobiliario (νόμου 5/2019 περί ρυθμίσεως των συμβάσεων στεγαστικού δανείου), της 15ης Μαρτίου 2019 (BOE αριθ. 65, της 16ης Μαρτίου 2019), προβλέπει τα εξής:

«3.   Στον δανειολήπτη ή δυνητικό δανειολήπτη μπορούν να καταλογιστούν μόνον έξοδα ή προμήθειες για υπηρεσίες οι οποίες σχετίζονται με δάνεια και τις οποίες έχει ρητώς αποδεχθεί ή ζητήσει, εφόσον τα εν λόγω έξοδα ή προμήθειες αντιστοιχούν σε πράγματι παρασχεθείσες υπηρεσίες ή σε δαπάνες οι οποίες πραγματοποιήθηκαν και μπορούν να τεκμηριωθούν.

4.   Εάν συνομολογηθεί προμήθεια για τα έξοδα φακέλου, η εν λόγω προμήθεια καταβάλλεται άπαξ και περιλαμβάνει το σύνολο των εξόδων που σχετίζονται με τη μελέτη, τη διεκπεραίωση ή τη χορήγηση του δανείου ή άλλων παρεμφερών εξόδων σύμφυτων με τη δραστηριότητα του δανειστή λόγω της χορήγησης του δανείου. Στην περίπτωση δανείων σε ξένο νόμισμα, η προμήθεια για τα έξοδα φακέλου συμπεριλαμβάνει κάθε προμήθεια συναλλάγματος που αντιστοιχεί στην αρχική εκταμίευση του δανείου.»

Η απόφαση του Υπουργείου Προεδρίας σχετικά με τη διαφάνεια των χρηματοπιστωτικών όρων των ενυπόθηκων δανείων

10

Το παράρτημα II της Orden del Ministerio de la Presidencia sobre transparencia de las condiciones financieras de los préstamos hipotecarios (αποφάσεως του Υπουργείου Προεδρίας σχετικά με τη διαφάνεια των χρηματοπιστωτικών όρων των ενυπόθηκων δανείων), της 5ης Μαΐου 1994 (BOE αριθ. 112, της 11ης Μαΐου 1994, σ. 14444), ορίζει στην παράγραφο 4.a, η οποία φέρει τον τίτλο «Προμήθειες», τα εξής:

«1. Προμήθεια για τα έξοδα φακέλου – Όλα τα έξοδα μελέτης του δανείου, χορήγησης ή διεκπεραίωσης του ενυπόθηκου δανείου ή άλλα παρεμφερή έξοδα σύμφυτα με τη δραστηριότητα του πιστωτικού φορέα λόγω της χορήγησης του δανείου, πρέπει υποχρεωτικώς να ενσωματώνονται σε μία ενιαία προμήθεια, καλούμενη “προμήθεια για τα έξοδα φακέλου”, η οποία καταβάλλεται άπαξ. Το ύψος της προμήθειας, καθώς και η μορφή της και η ημερομηνία καταβολής της προσδιορίζονται στη συγκεκριμένη ρήτρα.

[…]»

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

11

Στις 22 Ιανουαρίου 2010 ο FG συνήψε με την Caja Rural de Navarra σύμβαση ενυπόθηκης πίστωσης.

12

Σύμφωνα με το άρθρο 4 της ως άνω σύμβασης, ο δανειολήπτης έπρεπε κατά την υπογραφή της σύμβασης να καταβάλει προμήθεια για τα έξοδα φακέλου η οποία ανερχόταν στο 0,35 % του συνολικού ποσού του δανείου, ήτοι στο ποσό των 588,70 ευρώ.

13

Στις 6 Απριλίου 2022 ο FG άσκησε αγωγή κατά της Caja Rural de Navarra ενώπιον του Juzgado de Primera Instancia no 8 de Donostia – San Sebastián (όγδοο τμήματος του πρωτοδικείου του Σαν Σεμπαστιάν, Ισπανία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, με αίτημα, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση του καταχρηστικού χαρακτήρα της ρήτρας που προβλέπει την προμήθεια για τα έξοδα φακέλου.

14

Στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι στην απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Caixabank και Banco Bilbao Vizcaya Argentaria (C‑224/19 και C‑259/19, EU:C:2020:578), το Δικαστήριο προέβη, μεταξύ άλλων, στην ερμηνεία της οδηγίας 93/13 όσον αφορά τον έλεγχο του καταχρηστικού χαρακτήρα και της διαφάνειας ρήτρας η οποία περιλαμβάνεται σε διεπόμενη από το ισπανικό δίκαιο δανειακή σύμβαση και επιβάλλει στον δανειολήπτη την καταβολή προμήθειας για τα έξοδα φακέλου. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, κατόπιν της ως άνω αποφάσεως, τα εθνικά δικαστήρια εξέδωσαν σε σχετικές υποθέσεις αντιφατικές αποφάσεις, γεγονός που οδήγησε το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο, Ισπανία) να υποβάλει νέα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με την ίδια ρήτρα, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, Caixabank (Προμήθεια για τα έξοδα φακέλου) (C‑565/21, EU:C:2023:212).

15

Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατά πόσον η νομολογία του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) συνάδει προς την τελευταία ως άνω απόφαση.

16

Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στην απόφαση 816/2023 (ES:TS:2023:2131) του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) της 29ης Μαΐου 2023, με την οποία το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι ρήτρα η οποία προβλέπει προμήθεια για τα έξοδα φακέλου, καλύπτουσα τα έξοδα μελέτης, χορήγησης ή διεκπεραίωσης του ενυπόθηκου δανείου ή της ενυπόθηκης πίστωσης δεν έχει, αυτή καθεαυτήν, καταχρηστικό χαρακτήρα. Το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) περιορίστηκε κατά τον έλεγχο καταχρηστικότητας της ρήτρας σε δύο μόνον πτυχές του ζητήματος και συγκεκριμένα, αφενός, στο γεγονός ότι οι υπηρεσίες τις οποίες καλύπτει η προμήθεια δεν περιλαμβάνονται σε άλλα ποσά που έχουν ήδη χρεωθεί στον καταναλωτή και, αφετέρου, στο γεγονός ότι το ύψος της προμήθειας δεν είναι δυσανάλογο σε σχέση με το μέσο κόστος των προμηθειών για τα έξοδα φακέλου στην Ισπανία, για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία στο διαδίκτυο.

17

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Juzgado de Primera Instancia no 8 de Donostia – San Sebastián (όγδοο τμήμα του πρωτοδικείου του Σαν Σεμπαστιάν) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας η είσπραξη “προμήθειας για τα έξοδα φακέλου” για την παροχή, εκ μέρους του επαγγελματία, υπηρεσιών τις οποίες δεν προσδιορίζει, ούτε ως προς το περιεχόμενο ούτε ως προς τον χρόνο που διαθέτει σε αυτές, με αποτέλεσμα ο καταναλωτής να μην μπορεί να εξακριβώσει, αφενός, ότι η είσπραξη της εν λόγω προμήθειας συνάδει προς τα συμφωνηθέντα ή προς τον τιμοκατάλογο ή, εν πάση περιπτώσει, προς το εύλογο κόστος αναλόγως του είδους της υπηρεσίας, και, αφετέρου, ότι δεν υπάρχει αλληλεπικάλυψη υπηρεσιών, ότι δεν πληρώνει για υπηρεσίες η αμοιβή των οποίων περιλαμβάνεται στους συμβατικούς τόκους και ότι ο επαγγελματίας δεν χρεώνει διπλή αμοιβή για οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία;

2)

Παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας το γεγονός ότι, κατά τη διαφήμιση του προσφερόμενου επιτοκίου για ενυπόθηκα δάνεια προς καταναλωτές, ο επαγγελματίας δεν ανακοίνωσε επίσης την “προμήθεια για τα έξοδα φακέλου” η οποία έπρεπε υποχρεωτικώς να καταβληθεί κατά τη σύναψη της διαφημιζόμενης σύμβασης, ειδικά όταν η εν λόγω προμήθεια συνίστατο σε γνωστό, προκαθορισμένο και σταθερό ποσοστό επί του χορηγούμενου ποσού, ανεξαρτήτως του ύψους του δανείου;

3)

Εάν η μελέτη της αίτησης και οι σχετικές ενέργειες, η συγκέντρωση και η ανάλυση των πληροφοριών σχετικά με τη φερεγγυότητα του αιτούντος και την ικανότητά του να εξοφλήσει το δάνειο καθ’ όλη τη διάρκειά του και η αξιολόγηση των παρεχόμενων εγγυήσεων είναι ορισμένες από τις υπηρεσίες που αμείβονται μέσω της προμήθειας για τα έξοδα φακέλου όταν εγκρίνεται η αίτηση δανείου και συνάπτεται η σχετική σύμβαση και εάν οι ίδιες αυτές υπηρεσίες δεν αμείβονται όταν η αίτηση δανείου απορρίπτεται, πρέπει να γίνει δεκτό ότι πρόκειται περί υπηρεσιών σύμφυτων με την τραπεζική δραστηριότητα, οι οποίες αποτελούν μέρος των διαδικασιών ασφάλειας του πιστωτικού ιδρύματος, και ότι το κόστος τους πρέπει να βαρύνει το πιστωτικό ίδρυμα, όπως προκύπτει από την οδηγία 2014/17[…];

4)

Εάν η προμήθεια για τα έξοδα φακέλου συνιστά αμοιβή για υπηρεσίες που δεν σχετίζονται με την καθαυτό δραστηριότητα του πιστωτικού ιδρύματος, και για τον λόγο αυτόν καταβάλλεται εκτός των συμβατικών τόκων, δεν θα έπρεπε, για τον ίδιο λόγο, το πιστωτικό ίδρυμα να παρέχει στον καταναλωτή το αντίστοιχο αναλυτικό τιμολόγιο με τον φόρο προστιθέμενης αξίας για κάθε παροχή υπηρεσιών;

5)

Παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας το γεγονός ότι ο επαγγελματίας που επέβαλε την πληρωμή προμήθειας για τα έξοδα φακέλου ως τίμημα για ορισμένες πολύ συγκεκριμένες υπηρεσίες δεν διαθέτει και δεν παρέχει στον καταναλωτή, πριν από τη σύναψη της σύμβασης, τιμολόγιο με την τιμή/τη χρέωση ανά ώρα για κάθε υπηρεσία, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί, αφενός, να γνωρίζει εκ των προτέρων ποιο θα είναι το τελικό κόστος της σύμβασης δανείου και, αφετέρου, να συγκρίνει την τιμή των εν λόγω υπηρεσιών με τις τιμές που προσφέρουν άλλοι επαγγελματίες;

6)

Συνάδει με την αρχή της διαφάνειας η είσπραξη, εκ μέρους του επαγγελματία, αμοιβής για ορισμένες πολύ συγκεκριμένες υπηρεσίες, απαραίτητες για τη σύναψη της σύμβασης στην οποία αποβλέπουν αμφότερα τα μέρη, μέσω της αφαίρεσης ποσοστού επί του συνολικού ποσού του χορηγούμενου δανείου, κατά τρόπο ώστε η ίδια υπηρεσία, παρεχόμενη από τον ίδιο αριθμό προσώπων και κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, να τιμολογείται ως “προμήθεια για τα έξοδα φακέλου” με διαφορετικά ποσά ανάλογα με το ύψος του χορηγούμενου σε κάθε περίπτωση δανείου;

7)

Αντιβαίνει στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13[…] έλεγχος διαφάνειας κατά τον οποίο η ρήτρα σχετικά με την προμήθεια για τα έξοδα φακέλου θεωρείται καταχρηστική ανάλογα με το αν το ύψος της εν λόγω προμήθειας υπερβαίνει, ή όχι, συγκεκριμένο ποσό το οποίο προκύπτει από στατιστικά στοιχεία σχετικά με την είσπραξη της εν λόγω προμήθειας προερχόμενα από το διαδίκτυο;

8)

Αντιβαίνει στο άρθρο 6, παράγραφος 1, και στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13[…] εθνική νομολογία κατά την οποία ο δυσανάλογος χαρακτήρας της προμήθειας για τα έξοδα φακέλου καθορίζεται με γνώμονα το ύψος των προμηθειών για τα έξοδα φακέλου που, κατά τα στατιστικά στοιχεία, εφαρμόζονταν στο παρελθόν στην Ισπανία, οι οποίες θεσπίστηκαν σε χρόνο κατά τον οποίο οι ρήτρες σχετικά με την εν λόγω προμήθεια δεν υπέκειντο, στην Ισπανία, σε έλεγχο του καταχρηστικού χαρακτήρα τους;

9)

Παραβιάζει την αρχή της αποτελεσματικότητας το γεγονός ότι, στις συμβάσεις που συνάπτονταν πριν από τη μεταφορά της οδηγίας 2014/17[…] στην εθνική έννομη τάξη του Βασιλείου της Ισπανίας, ο επαγγελματίας εισέπραττε προμήθεια για τα έξοδα φακέλου, ως αμοιβή για τη μελέτη της φερεγγυότητας του δυνητικού δανειολήπτη και της βιωσιμότητας της συναλλαγής, όταν, μετά τη μεταφορά της προμνησθείσας οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, οι εν λόγω μελέτες δεν επιτρέπεται να συνεπάγονται οποιαδήποτε οικονομική επιβάρυνση για τον δυνητικό δανειολήπτη;

10)

Αντιβαίνει στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13[…] εθνική νομολογία όπως αυτή της απόφασης 816/2023, της 29ης Μαΐου 2023, του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) [(ES:TS:2023:2131)], κατά την οποία ο έλεγχος του καταχρηστικού χαρακτήρα της ρήτρας σχετικά με την “προμήθεια για τα έξοδα φακέλου” δεν απαιτεί η εν λόγω ρήτρα να διευκρινίζει συγκεκριμένα τις υπηρεσίες που αμείβονται με την προμήθεια για τα έξοδα φακέλου ούτε την τιμή χρέωσης των εν λόγω υπηρεσιών, αλλά περιορίζεται να εξακριβώσει ότι η εν λόγω ρήτρα μνημονεύει με σαφήνεια το ποσό το οποίο πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής και ότι το εν λόγω ποσό δεν βαίνει πέραν του καθορισμένου ορίου ώστε να καθίσταται δυσανάλογο;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του παραδεκτού

18

Με τις γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλαν στο Δικαστήριο, η εναγομένη της κύριας δίκης, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατυπώνουν αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της παρούσας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως ή, τουλάχιστον, ως προς το παραδεκτό ορισμένων προδικαστικών ερωτημάτων αυτής.

19

Κατ’ αρχάς, η εναγομένη της κύριας δίκης προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως επικαλούμενη μη πλήρωση των απαιτήσεων του άρθρου 94 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, λόγω του ότι το αιτούν δικαστήριο δεν περιέγραψε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους διατηρεί αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης. Υποστηρίζει ότι η προβληματική στην οποία στηρίζονται τα προδικαστικά ερωτήματα έχει ήδη εξεταστεί από το Δικαστήριο στην απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, Caixabank (Προμήθεια για τα έξοδα φακέλου) (C‑565/21, EU:C:2023:212), με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον αναγκαίο να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά.

20

Κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται αποκλειστικώς στον εθνικό δικαστή, ο οποίος έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη για τη δικαστική απόφαση που πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για να είναι σε θέση να εκδώσει τη δική του απόφαση όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Επομένως, εφόσον τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται κατ’ αρχήν να αποφανθεί [απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2024, Booking.com και Booking.com (Deutschland), C‑264/23, EU:C:2024:764, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

21

Συνεπώς, τα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο δύναται να μην αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβληθεί από εθνικό δικαστήριο μόνον όταν προκύπτει προδήλως ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί [απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2024, Booking.com και Booking.com (Deutschland), C‑264/23, EU:C:2024:764, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

22

Εν προκειμένω, τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν, κατ’ ουσίαν, την ερμηνεία των άρθρων 3 έως 7 της οδηγίας 93/13 και του άρθρου 7 της οδηγίας 2014/17. Εξάλλου, από τη συνολική εξέταση της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο προσδιόρισε με επαρκή ακρίβεια το πραγματικό και νομικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, στο οποίο εντάσσεται η σχετική αίτηση, κατά τρόπον ώστε να καθίσταται δυνατό τόσο στους ενδιαφερομένους να υποβάλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στο Δικαστήριο να δώσει χρήσιμη απάντηση στην εν λόγω αίτηση. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει με σαφήνεια την επίμαχη εθνική νομολογία και τις αμφιβολίες που διατηρεί ως προς το κατά πόσον η απόφαση 816/2023 του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου), της 29ης Μαΐου 2023 (ES:TS:2023:2131), συνάδει προς την οδηγία 93/13, όπως η εν λόγω οδηγία ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, Caixabank (Προμήθεια για τα έξοδα φακέλου) (C‑565/21, EU:C:2023:212). Τα ζητήματα αυτά προκύπτουν και από τη διατύπωση των υποβληθέντων από το αιτούν δικαστήριο προδικαστικών ερωτημάτων και αφορούν, μεταξύ άλλων, τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της διαφάνειας ή της καταχρηστικότητας ρήτρας η οποία προβλέπει προμήθεια για τα έξοδα φακέλου. Καθιστούν δε επιβεβλημένη την παροχή συμπληρωματικών διευκρινίσεων επί της αποφάσεως της 16ης Μαρτίου 2023, Caixabank (Προμήθεια για τα έξοδα φακέλου) (C‑565/21, EU:C:2023:212).

23

Επομένως, η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η εναγομένη της κύριας δίκης πρέπει να απορριφθεί.

24

Εν συνεχεία, η εναγομένη της κύριας δίκης ισχυρίζεται ότι το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα έχει υποθετικό χαρακτήρα, λόγω του ότι δεν συζητήθηκε στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης το ζήτημα της διαφήμισης ρήτρας η οποία προβλέπει προμήθεια για τα έξοδα φακέλου.

25

Ωστόσο, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι το συγκεκριμένο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, στο οποίο απόκειται, βάσει της μνημονευόμενης στη σκέψη 20 της παρούσας αποφάσεως νομολογίας, να εκτιμήσει την ανάγκη προδικαστικής παραπομπής και τη λυσιτέλεια των προδικαστικών ερωτημάτων, αφορά γενικότερα τις πληροφορίες τις οποίες πρέπει να παρέχει το τραπεζικό ίδρυμα στον καταναλωτή βάσει της προβλεπόμενης στο άρθρο 5 της οδηγίας 93/13 απαίτησης περί διαφάνειας. Επομένως, είναι προφανές ότι η ερμηνεία της εν λόγω διάταξης είναι χρήσιμη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.

26

Κατά συνέπεια, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτό.

27

Τέλος, τόσο η εναγομένη της κύριας δίκης όσο και το Βασίλειο της Ισπανίας και η Επιτροπή προβάλλουν το απαράδεκτο του τρίτου και του ενάτου προδικαστικού ερωτήματος, με την αιτιολογία ότι η οδηγία 2014/17, την οποία τα εν λόγω ερωτήματα αφορούν, δεν έχει εφαρμογή rationae temporis στη διαφορά της κύριας δίκης.

28

Με τα εν λόγω προδικαστικά ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί συγκεκριμένα να διευκρινιστεί αν η οδηγία 2014/17 δεν επιτρέπει την επιβάρυνση του δανειολήπτη με έξοδα που αφορούν τον έλεγχο της φερεγγυότητάς του και, σε καταφατική περίπτωση, αν η διαπίστωση αυτή ισχύει και για τις συμβάσεις πίστωσης που συνήφθησαν πριν από τη μεταφορά της οδηγίας στο ισπανικό δίκαιο.

29

Επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο 43, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/17, η οδηγία αυτή δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις πίστωσης που ισχύουν πριν από τις 21 Μαρτίου 2016. Πλην όμως, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης σύμβαση είχε συναφθεί στις 22 Ιανουαρίου 2010.

30

Επομένως, διαπιστώνεται ότι η οδηγία 2014/17, της οποίας ζητείται η ερμηνεία, δεν έχει εφαρμογή ratione temporis υπό περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης.

31

Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη στο πλαίσιο του τρίτου και του ενάτου προδικαστικού ερωτήματος ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στις σκέψεις 20 και 21 της παρούσας αποφάσεως, το τρίτο και το ένατο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να κριθούν απαράδεκτα.

Επί της ουσίας

Επί του πρώτου, του δευτέρου, του τετάρτου και του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος

32

Με το πρώτο, το δεύτερο, το τέταρτο και το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 5 της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομολογία η οποία, λαμβανομένης υπόψη εθνικής ρύθμισης προβλέπουσας ότι η προμήθεια για τα έξοδα φακέλου ενυπόθηκου δανείου αποτελεί αμοιβή για τις υπηρεσίες που σχετίζονται με τη μελέτη, τη χορήγηση ή τη διεκπεραίωση του ενυπόθηκου δανείου ή της ενυπόθηκης πίστωσης ή για άλλες παρεμφερείς υπηρεσίες, δέχεται ότι πληροί την απορρέουσα από το άρθρο 5 της οδηγίας 93/13 απαίτηση περί διαφάνειας ρήτρα η οποία επιβάλλει στον καταναλωτή μια τέτοια προμήθεια, χωρίς να μνημονεύει αναλυτικά όλες τις υπηρεσίες που παρέχονται ως αντιπαροχή για την προμήθεια αυτή ούτε και τον χρόνο που απαιτείται για την εκτέλεσή τους και χωρίς ο επαγγελματίας να ενημερώνει τον καταναλωτή περί της ύπαρξης της προμήθειας αυτής κατά την ανακοίνωση του προσφερόμενου επιτοκίου, να αναφέρει τις ωριαίες χρεώσεις και να του παρέχει λεπτομερή τιμολόγια τα οποία να διαλαμβάνουν ανάλυση των εν λόγω υπηρεσιών και τους αντιστοιχούντες σε αυτές φόρους.

33

Το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει ότι η απαίτηση περί διαφάνειας των συμβατικών ρητρών του άρθρου 5 της οδηγίας 93/13 δεν μπορεί να περιορίζεται απλώς στον σαφή και κατανοητό χαρακτήρα τους από τυπικής και γραμματικής απόψεως, αλλά ότι, αντιθέτως, δεδομένου ότι το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η οικεία οδηγία στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία όσον αφορά, μεταξύ άλλων, το επίπεδο πληροφορήσεως, η απαίτηση αυτή περί σαφούς και κατανοητής διατυπώσεως των συμβατικών ρητρών και, ως εκ τούτου, περί διαφάνειας, την οποία τάσσει η ίδια οδηγία, πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικώς [απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, Caixabank (Προμήθεια για τα έξοδα φακέλου), C‑565/21, EU:C:2023:212, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

34

Επομένως, η εν λόγω απαίτηση πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει όχι μόνο να είναι η επίμαχη ρήτρα κατανοητή από γραμματικής απόψεως, αλλά και να εκθέτει η σύμβαση κατά τρόπο διαφανή τη συγκεκριμένη λειτουργία του μηχανισμού στον οποίο αναφέρεται η οικεία ρήτρα καθώς και, ενδεχομένως, τη σχέση μεταξύ του μηχανισμού αυτού και του μηχανισμού που προβλέπουν άλλες ρήτρες, ούτως ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν για τον ίδιο από τον μηχανισμό αυτόν [απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, Caixabank (Προμήθεια για τα έξοδα φακέλου), C‑565/21, EU:C:2023:212, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

35

Δεν προκύπτει από την προπαρατεθείσα νομολογία ότι ο δανειστής υποχρεούται να προσδιορίζει αναλυτικά στην οικεία σύμβαση τη φύση όλων των υπηρεσιών που παρέχονται ως αντιπαροχή για τα έξοδα που προβλέπονται από μία ή περισσότερες συμβατικές ρήτρες. Εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της προστασίας που η οδηγία 93/13 σκοπεί να παράσχει στον καταναλωτή λόγω της ασθενέστερης θέσεώς του έναντι του επαγγελματία όσον αφορά τόσο τη διαπραγματευτική ισχύ όσο και το επίπεδο της πληροφορήσεως, πρέπει η φύση των πράγματι παρεχομένων υπηρεσιών να μπορεί ευλόγως να γίνει αντιληπτή ή να συναχθεί από τη σύμβαση θεωρούμενη στο σύνολό της. Επιπλέον, ο καταναλωτής πρέπει να είναι σε θέση να εξακριβώσει ότι δεν υπάρχει αλληλεπικάλυψη μεταξύ των διαφόρων εξόδων ή μεταξύ των υπηρεσιών που καλύπτονται από τα έξοδα αυτά [αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 2019, Kiss και CIB Bank, C‑621/17, EU:C:2019:820, σκέψη 43, και της 16ης Μαρτίου 2023, Caixabank (Προμήθεια για τα έξοδα φακέλου), C‑565/21, EU:C:2023:212, σκέψη 32].

36

Συναφώς, στη σκέψη 70 της αποφάσεως της 16ης Ιουλίου 2020, Caixabank και Banco Bilbao Vizcaya Argentaria (C‑224/19 και C‑259/19, EU:C:2020:578), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει αν το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα γνωστοποίησε στον καταναλωτή επαρκή στοιχεία ώστε αυτός να λάβει γνώση του περιεχομένου και της λειτουργίας της ρήτρας που του επιβάλλει την καταβολή προμήθειας για τα έξοδα φακέλου, καθώς και τον ρόλο της στη σύμβαση δανείου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο καταναλωτής θα έχει επίγνωση των λόγων που δικαιολογούν την αμοιβή που αντιστοιχεί στην επίμαχη προμήθεια και, επομένως, θα δύναται να εκτιμήσει την έκταση της δεσμεύσεως που αναλαμβάνει και, ιδίως, το συνολικό κόστος της εν λόγω συμβάσεως [απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, Caixabank (Προμήθεια για τα έξοδα φακέλου), C‑565/21, EU:C:2023:212, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

37

Το ζήτημα κατά πόσον μια ρήτρα, όπως είναι η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης, είναι σαφής και κατανοητή πρέπει να εκτιμάται από τον αρμόδιο δικαστή υπό το πρίσμα του συνόλου των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και, ιδίως, του γράμματος της υπό εξέταση ρήτρας, των πληροφοριών που παρέσχε το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα στον δανειολήπτη, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που υποχρεούται να παράσχει σύμφωνα με τη σχετική εθνική νομοθεσία, καθώς και της διαφήμισης που πραγματοποίησε το ίδρυμα αυτό σχετικά με το είδος της συναφθείσας συμβάσεως, τούτο δε λαμβανομένου υπόψη του επιπέδου προσοχής που δύναται να αναμένεται από τον μέσο καταναλωτή ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος [απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, Caixabank (Προμήθεια για τα έξοδα φακέλου), C‑565/21, EU:C:2023:212, σκέψη 40].

38

Όσον αφορά το χρονικό σημείο κατά το οποίο πρέπει να ενημερώνεται ο καταναλωτής, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η παροχή, πριν από τη σύναψη της συμβάσεως, της πληροφορήσεως σχετικά με τους συμβατικούς όρους και τις συνέπειες της συνάψεως αυτής είναι ουσιώδους σημασίας για τους καταναλωτές. Βάσει ιδίως της πληροφορήσεως αυτής ο καταναλωτής αποφασίζει αν επιθυμεί να δεσμευθεί από τους όρους που έχει διατυπώσει προηγουμένως ο επαγγελματίας [αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 2020, Ibercaja Banco, C‑452/18, EU:C:2020:536, σκέψη 47, και της 12ης Ιανουαρίου 2023, D. V. (Δικηγορική αμοιβή – Αρχή της ωριαίας χρεώσεως), C‑395/21, EU:C:2023:14, σκέψη 39].

39

Το αν οι συμβατικές ρήτρες αφορούν ή όχι το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως δεν ασκεί συναφώς επιρροή. Πράγματι, για να μπορεί ο καταναλωτής, σύμφωνα με τον σκοπό που επιδιώκεται με την εν λόγω απαίτηση περί διαφάνειας, να αποφασίζει με πλήρη επίγνωση αν επιθυμεί να δεσμευθεί από τους όρους που έχει διατυπώσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας, πρέπει κατ’ ανάγκην, πριν λάβει μια τέτοια απόφαση, να έχει λάβει γνώση του συνόλου της συμβάσεως, δεδομένου ότι το σύνολο των ρητρών της συμβάσεως είναι εκείνο που θα καθορίσει, μεταξύ άλλων, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που υπέχει ο καταναλωτής από τη σύμβαση (απόφαση της 20ής Απριλίου 2023, Occidental – Companhia Portuguesa de Seguros de Vida, C‑263/22, EU:C:2023:311, σκέψη 30).

40

Όσον αφορά την περίπτωση σύμβασης παροχής νομικών υπηρεσιών οι οποίες τιμολογούνται με ωριαία χρέωση, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, καίτοι δεν μπορεί να απαιτηθεί από έναν επαγγελματία να ενημερώσει τον καταναλωτή για τις τελικές οικονομικές συνέπειες της δεσμεύσεώς του, οι οποίες εξαρτώνται από μελλοντικά, απρόβλεπτα και ανεξάρτητα από τη θέληση του επαγγελματία γεγονότα, οι πληροφορίες τις οποίες υποχρεούται να γνωστοποιεί πριν από τη σύναψη της συμβάσεως πρέπει να παρέχουν στον καταναλωτή τη δυνατότητα να λάβει την απόφασή του με σύνεση και με πλήρη επίγνωση, αφενός, της πιθανότητας να προκύψουν τέτοια γεγονότα και, αφετέρου, των συνεπειών που ενδέχεται να προκύψουν από αυτά όσον αφορά τη διάρκεια της επίμαχης παροχής νομικών υπηρεσιών [απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, D. V. (Δικηγορική αμοιβή – Αρχή της ωριαίας χρεώσεως), C‑395/21, EU:C:2023:14, σκέψη 43].

41

Εν προκειμένω, παρατηρείται ότι η ρήτρα που επιβάλλει στον δανειολήπτη προμήθεια για τα έξοδα φακέλου ύψους 588,70 ευρώ, η οποία ανέρχεται στο 0,35 % του ποσού του χορηγούμενου δανείου, ήτοι στο ποσό των 168200 ευρώ, πρέπει δε να αποπληρωθεί σε χρονικό διάστημα 30 ετών, ορίζεται στην εθνική ρύθμιση ως αμοιβή για υπηρεσίες που σχετίζονται με τη μελέτη, τη χορήγηση ή τη διεκπεραίωση του ενυπόθηκου δανείου ή της ενυπόθηκης πίστωσης ή για άλλες παρεμφερείς υπηρεσίες. Η απαίτηση περί διαφάνειας, η οποία σκοπεί κυρίως να διασφαλίσει τη δυνατότητα του καταναλωτή να εκτιμήσει τις οικονομικές συνέπειες μιας ρήτρας, όπως είναι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν συνεπάγεται υποχρέωση του τραπεζικού ιδρύματος να περιγράφει λεπτομερώς ούτε τη φύση του συνόλου των υπηρεσιών που παρέχονται ως αντιπαροχή για την προμήθεια για τα έξοδα φακέλου ούτε τον αριθμό των ωρών που δαπανήθηκαν για την παροχή καθεμιάς από αυτές, δεδομένου ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν επηρεάζουν το συνολικό ποσό της αμοιβής που πρέπει να καταβληθεί σε σχέση με την προμήθεια και τη δυνατότητα του καταναλωτή να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους πρέπει να καταβάλει την αμοιβή.

42

Δεν προκύπτει επίσης από την οδηγία 93/13 υποχρέωση του τραπεζικού ιδρύματος να παρέχει στον καταναλωτή τιμολόγια τα οποία να περιέχουν αναλυτική περιγραφή όλων των παρεχόμενων υπηρεσιών και να αναφέρουν την ωριαία χρέωση για καθεμία από αυτές. Πέραν του ότι δεν επιβάλλεται από τη μνημονευόμενη στις σκέψεις 35 και 36 της παρούσας αποφάσεως νομολογία, μια τέτοια υποχρέωση δεν θα μπορούσε εξ ορισμού να διευκολύνει τον καταναλωτή όσον αφορά το ζήτημα της κατανόησης πριν από τη σύναψη της σύμβασης. Πράγματι, η προμήθεια για τα έξοδα δανείου καταβάλλεται άπαξ, κατά τη χορήγηση του δανείου, ενώ το τιμολόγιο εκδίδεται μετά την υπογραφή της σύμβασης.

43

Υπενθυμίζεται ότι η εκτίμηση του «σαφούς και κατανοητού» χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 5 της οδηγίας 93/13, πρέπει να πραγματοποιείται από τον εθνικό δικαστή υπό το πρίσμα του συνόλου των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων που περιβάλλουν τη σύναψη της σύμβασης. Στο πλαίσιο της εκτίμησης αυτής πρέπει, μεταξύ άλλων, να λαμβάνονται υπόψη οι πληροφορίες που παρέσχε το ίδρυμα στον δανειολήπτη κατά τα διάφορα στάδια που προηγούνται της σύναψης της σύμβασης δανείου, ιδίως κατά την ανακοίνωση του προτεινόμενου επιτοκίου, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών τις οποίες υποχρεούται το εν λόγω ίδρυμα να παράσχει σύμφωνα με την εθνική ρύθμιση. Μια τέτοια εξατομικευμένη εξέταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία διότι η διαφάνεια συμβατικής ρήτρας, την οποία απαιτεί το άρθρο 5 της οδηγίας 93/13, αποτελεί ένα από τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα της ρήτρας αυτής η οποία πρέπει να διενεργείται από το εθνικό δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής. (απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Kiss και CIB Bank, C‑621/17, EU:C:2019:820, σκέψη 49). Επομένως δεν είναι, κατ’ αρχήν, δυνατόν να τεκμαίρεται ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας ρήτρας, δεδομένου ότι ένας τέτοιος χαρακτηρισμός εξαρτάται από περιστάσεις οι οποίες αφορούν αποκλειστικά τη σύναψη της εκάστοτε σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων των συγκεκριμένων πληροφοριών που κάθε επαγγελματίας παρέχει σε κάθε καταναλωτή καθώς και του υποστατού των υπηρεσιών.

44

Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο, στο δεύτερο, στο τέταρτο και στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5 της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομολογία η οποία, λαμβανομένης υπόψη εθνικής ρύθμισης προβλέπουσας ότι η προμήθεια για τα έξοδα φακέλου ενυπόθηκου δανείου αποτελεί αμοιβή για τις υπηρεσίες που σχετίζονται με τη μελέτη, τη χορήγηση ή τη διεκπεραίωση του ενυπόθηκου δανείου ή της ενυπόθηκης πίστωσης ή για άλλες παρεμφερείς υπηρεσίες, δέχεται ότι πληροί την απορρέουσα από το άρθρο 5 της οδηγίας 93/13 απαίτηση περί διαφάνειας ρήτρα η οποία επιβάλλει στον καταναλωτή μια τέτοια προμήθεια, χωρίς να μνημονεύει αναλυτικά όλες τις υπηρεσίες που παρέχονται ως αντιπαροχή για την προμήθεια κατά την ανακοίνωση του προσφερόμενου επιτοκίου ή να αναφέρει ωριαίες χρεώσεις και χωρίς το τραπεζικό ίδρυμα να παρέχει στον καταναλωτή λεπτομερή τιμολόγια τα οποία να διαλαμβάνουν ανάλυση των εν λόγω υπηρεσιών και τους αντιστοιχούντες σε αυτές φόρους, υπό την προϋπόθεση ότι ο καταναλωτής ήταν όντως σε θέση να εκτιμήσει τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν εντεύθεν για τον ίδιο, να κατανοήσει τη φύση των υπηρεσιών που παρέχονται ως αντιπαροχή για τα προβλεπόμενα από την επίμαχη ρήτρα έξοδα και να επαληθεύσει ότι δεν υπάρχει αλληλεπικάλυψη μεταξύ των διαφόρων εξόδων που προβλέπει η σύμβαση ή μεταξύ των υπηρεσιών τις οποίες καλύπτουν τα έξοδα αυτά.

Επί του έκτου προδικαστικού ερωτήματος

45

Με το έκτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 3 έως 5 της οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν τον υπολογισμό του ποσού της προμήθειας για τα έξοδα φακέλου ως ποσοστού επί του συνολικού ποσού του χορηγούμενου δανείου.

46

Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, συμβατική ρήτρα η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης θεωρείται καταχρηστική όταν, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία μεταξύ των απορρεόντων από τη σύμβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών.

47

Κατά πάγια νομολογία, ο έλεγχος περί της ύπαρξης σημαντικής ανισορροπίας δεν μπορεί να περιορίζεται μόνον σε μια ποσοτικού χαρακτήρα οικονομική εκτίμηση, βασιζόμενη σε σύγκριση μεταξύ του συνολικού ποσού της συναλλαγής η οποία αποτέλεσε αντικείμενο της σύμβασης, αφενός, και των δαπανών που βάσει της επίμαχης συμβατικής ρήτρας βαρύνουν τον καταναλωτή, αφετέρου. Πράγματι, σημαντική ανισορροπία μπορεί να προκύψει από μόνη την αρκούντως σοβαρή επιδείνωση της νομικής καταστάσεως στην οποία περιάγουν οι εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις τον καταναλωτή, ως συμβαλλόμενο στην επίμαχη σύμβαση, είτε αυτή λαμβάνει τη μορφή περιορισμού του περιεχομένου των δικαιωμάτων που αντλεί σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές από τη σύμβαση, είτε τη μορφή εμποδίου στην άσκησή τους, είτε ακόμη τη μορφή επιβαρύνσεώς του με πρόσθετη υποχρέωση, την οποία δεν προβλέπουν οι εθνικοί κανόνες [αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 2019, Kiss και CIB Bank, C‑621/17, EU:C:2019:820, σκέψη 51, και της 16ης Μαρτίου 2023, Caixabank (Προμήθεια για τα έξοδα φακέλου), C‑565/21, EU:C:2023:212, σκέψη 51].

48

Από την ανωτέρω νομολογία συνάγεται ότι το εθνικό δικαστήριο, όταν διαπιστώνει ότι από μια ποσοτικού χαρακτήρα οικονομική εκτίμηση δεν προκύπτει σημαντική ανισορροπία, δεν μπορεί να περιορίσει την εξέτασή του στην εκτίμηση αυτή. Σε μια τέτοια περίπτωση, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν τέτοια ανισορροπία προκύπτει από άλλο στοιχείο, όπως είναι ο περιορισμός δικαιώματος που απορρέει από το εθνικό δίκαιο ή μια πρόσθετη υποχρέωση που δεν προβλέπεται από το δίκαιο αυτό (απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2023, Provident Polska, C‑321/22, EU:C:2023:911, σκέψη 46).

49

Αντιθέτως, όταν από μια ποσοτικού χαρακτήρα οικονομική εκτίμηση προκύπτει σημαντική ανισορροπία, η ανισορροπία αυτή μπορεί να διαπιστωθεί χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστούν άλλα στοιχεία. Στην περίπτωση σύμβασης πίστωσης, μπορεί να χωρήσει τέτοια διαπίστωση ιδίως όταν οι υπηρεσίες που παρέχονται ως αντιπαροχή για τα έξοδα εκτός τόκων δεν εμπίπτουν ευλόγως στις υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιο της σύναψης ή της διαχείρισης της σύμβασης αυτής ή αν τα ποσά με τα οποία επιβαρύνεται ο καταναλωτής για έξοδα χορήγησης και διαχείρισης του δανείου παρίστανται προδήλως δυσανάλογα σε σχέση με το ποσό του δανείου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να λάβει υπόψη, ως προς το ζήτημα αυτό, τις συνέπειες των λοιπών συμβατικών ρητρών προκειμένου να κρίνει αν οι εν λόγω ρήτρες δημιουργούν σημαντική ανισορροπία εις βάρος του δανειολήπτη (πρβλ. απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2020, Profi Credit Polska, C‑84/19, C‑222/19 και C‑252/19, EU:C:2020:631, σκέψη 95).

50

Το εθνικό δικαστήριο οφείλει προηγουμένως να εξακριβώσει αν η εξέταση του τυχόν καταχρηστικού χαρακτήρα των συμβατικών ρητρών σχετικά με το κόστος της πίστωσης εκτός των τόκων αποκλείεται βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 (πρβλ. απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2023, Provident Polska, C‑321/22, EU:C:2023:911, σκέψη 49).

51

Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη αυτή, και υπό την επιφύλαξη του άρθρου 8 της οδηγίας 93/13, η εκτίμηση περί του καταχρηστικού χαρακτήρα των συμβατικών ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ του τιμήματος και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό (απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2023, Provident Polska, C‑321/22, EU:C:2023:911, σκέψη 50).

52

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι προμήθεια η οποία καλύπτει την αμοιβή για τις υπηρεσίες που σχετίζονται με τη μελέτη, τη χορήγηση ή τη διεκπεραίωση του δανείου ή της πίστωσης ή για παρεμφερείς υπηρεσίες σύμφυτες με τη δραστηριότητα του πιστωτικού φορέα που παρέχονται στο πλαίσιο της χορήγησης του δανείου ή της πιστώσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στις κύριες υποχρεώσεις που απορρέουν από σύμβαση πιστώσεως [πρβλ. απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, Caixabank (Προμήθεια για τα έξοδα φακέλου), C‑565/21, EU:C:2023:212, σκέψεις 22 και 23].

53

Αντιθέτως, οι ρήτρες που αφορούν την αντιπαροχή την οποία οφείλει ο καταναλωτής στον δανειστή ή επηρεάζουν το πραγματικό τίμημα που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής στον δανειστή εμπίπτουν, κατ’ αρχήν, στη δεύτερη κατηγορία ρητρών, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 και η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 50 της παρούσας αποφάσεως, όσον αφορά το ζήτημα αν το ποσό της αντιπαροχής ή του τιμήματος όπως ορίσθηκε με τη σύμβαση είναι ανάλογο της υπηρεσίας που παρέχει ο δανειστής ως αντάλλαγμα (πρβλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Kiss και CIB Bank, C‑621/17, EU:C:2019:820, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

54

Εν προκειμένω, η μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης συναφθείσα σύμβαση περιέχει ρήτρα επιβάλλουσα στον δανειολήπτη προμήθεια για τα έξοδα δανείου η οποία ανέρχεται στο 0,35 % του συνολικού ποσού του χορηγούμενου δανείου, ήτοι στο ποσό των 588,70 ευρώ. Ωστόσο, το γεγονός ότι το κόστος μιας τέτοιας προμήθειας υπολογίζεται ως ποσοστό του συνολικού ποσού του χορηγούμενου δανείου δεν μπορεί αφ’ εαυτού να αποτελέσει απόδειξη της ύπαρξης σημαντικής ανισορροπίας μεταξύ των απορρεόντων από τη σύμβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών υπό τις συνθήκες που μνημονεύονται στις σκέψεις 46 έως 49 της παρούσας απόφασης. Επομένως, στο μέτρο που η ανωτέρω αναφερόμενη ρήτρα συνάδει προς την απαίτηση περί διαφάνειας, το άρθρο 3 της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στον υπολογισμό του ποσού της προμήθειας για τα έξοδα φακέλου ως ποσοστού του συνολικού ποσού του δανείου.

55

Όσον αφορά το κατά πόσον ένας τέτοιος τρόπος υπολογισμού της τιμής χρέωσης των υπηρεσιών που καλύπτονται από την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης ρήτρα συνάδει προς την απαίτηση περί διαφάνειας του άρθρου 5 της οδηγίας 93/13, υπενθυμίζεται, λαμβανομένης υπόψη της απάντησης που δόθηκε στο πρώτο, στο δεύτερο, στο τέταρτο και στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, ότι το ζήτημα του κατά πόσον μια τέτοια ρήτρα είναι «σαφής και κατανοητή», κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης, πρέπει να εξεταστεί από το αιτούν δικαστήριο υπό το πρίσμα του συνόλου των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων που περιβάλλουν τη σύναψη της σύμβασης. Συναφώς, το γεγονός ότι το ποσό που ζητείται ως προμήθεια για τα έξοδα φακέλου, το οποίο καταβάλλεται εφάπαξ προκειμένου να καλύψει ένα σύνολο υπηρεσιών, καθορίζεται ως ποσοστό επί του ποσού του χορηγούμενου δανείου δεν φαίνεται, κατ’ αρχήν, να έρχεται σε αντίθεση με την απαίτηση περί διαφάνειας που προβλέπεται στο άρθρο 5 της οδηγίας 93/13. Απόκειται, εντούτοις, στο αιτούν δικαστήριο να διασφαλίσει, με βάση το σύνολο των στοιχείων που περιβάλλουν τη σύναψη της σύμβασης, ότι ένας ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος καταναλωτής μπορεί να αξιολογήσει τις απορρέουσες από την εν λόγω ρήτρα οικονομικές συνέπειες.

56

Επομένως, αν το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι η επίμαχη ρήτρα δεν είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, θα πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να εκτιμηθεί ο τυχόν καταχρηστικός χαρακτήρας της, ακόμη και αν στην πραγματικότητα η εν λόγω ρήτρα αμφισβητείται υπό το πρίσμα του ανάλογου ή μη χαρακτήρα του τιμήματος ή της αμοιβής σε σχέση με τις υπηρεσίες που παρέχονται ως αντιπαροχή (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Matei, C‑143/13, EU:C:2015:127, σκέψη 72 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 23ης Νοεμβρίου 2023, Provident Polska, C‑321/22, EU:C:2023:911, σκέψη 58).

57

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο έκτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 3 έως 5 της οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στο να υπολογίζεται ως ποσοστό επί του ποσού του χορηγούμενου δανείου η τιμή χρέωσης των υπηρεσιών που καλύπτονται από συμβατική ρήτρα προβλέπουσα προμήθεια για τα έξοδα φακέλου η οποία ορίζεται, κατά την εθνική ρύθμιση, ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που σχετίζονται με τη μελέτη, τη χορήγηση ή τη διεκπεραίωση του ενυπόθηκου δανείου ή της ενυπόθηκης πίστωσης ή για άλλες παρεμφερείς υπηρεσίες, υπό την προϋπόθεση ότι ο καταναλωτής ήταν όντως σε θέση να εκτιμήσει τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν για τον ίδιο από την εν λόγω ρήτρα, να κατανοήσει τη φύση των υπηρεσιών που παρέχονται ως αντιπαροχή για τα προβλεπόμενα από την επίμαχη ρήτρα έξοδα και να επαληθεύσει ότι δεν υπάρχει αλληλεπικάλυψη μεταξύ των διαφόρων εξόδων που προβλέπει η σύμβαση. Στην περίπτωση αυτή, μια ρήτρα αυτού του είδους δεν δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία μεταξύ των απορρεόντων από τη σύμβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών.

Επί του εβδόμου, του ογδόου και του δεκάτου προδικαστικού ερωτήματος

58

Με το έβδομο, το όγδοο και το δέκατο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 3 και 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομολογία κατά την οποία, λαμβανομένης υπόψη εθνικής ρύθμισης προβλέπουσας ότι η προμήθεια για τα έξοδα φακέλου αποτελεί αμοιβή για τις υπηρεσίες που σχετίζονται με τη μελέτη, τη χορήγηση ή τη διεκπεραίωση του ενυπόθηκου δανείου ή της ενυπόθηκης σύμβασης ή για άλλες παρεμφερείς υπηρεσίες, εξακριβώνεται μόνον ότι η ρήτρα που προβλέπει την εν λόγω προμήθεια αναφέρει κατά τρόπο σαφή το οφειλόμενο για τις υπηρεσίες αυτές ποσό και ότι το ποσό αυτό δεν υπερβαίνει ένα κατώτατο όριο το οποίο αντιστοιχεί στο μέσο κόστος των προμηθειών για τα έξοδα φακέλου που προκύπτει από εθνικά στατιστικά στοιχεία, παρά την απουσία διευκρινίσεων σχετικά με τις καλυπτόμενες υπηρεσίες και την τιμή χρέωσης των υπηρεσιών αυτών.

59

Υπενθυμίζεται ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου αφορά τόσο την ερμηνεία της έννοιας «καταχρηστική ρήτρα» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, όσο και τα κριτήρια που το εθνικό δικαστήριο μπορεί ή πρέπει να εφαρμόζει κατά την εξέταση συμβατικής ρήτρας υπό το πρίσμα των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας, εξυπακουομένου ότι στο εν λόγω δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια αυτά, επί του συγκεκριμένου χαρακτηρισμού ορισμένης συμβατικής ρήτρας βάσει των ιδιαίτερων περιστάσεων της κρινόμενης υποθέσεως. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο πρέπει να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο απλώς και μόνον ενδεικτικά στοιχεία τα οποία το τελευταίο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της επίμαχης ρήτρας [αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2020, Caixabank και Banco Bilbao Vizcaya Argentaria, C‑224/19 και C‑259/19, EU:C:2020:578, σκέψη 73, και της 16ης Μαρτίου 2023, Caixabank (Προμήθεια για τα έξοδα φακέλου),C‑565/21, EU:C:2023:212, σκέψη 49].

60

Κατά την ως άνω διάταξη, ρήτρα σύμβασης η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης θεωρείται καταχρηστική όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία μεταξύ των απορρεόντων από τη σύμβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών.

61

Όσον αφορά το ζήτημα εάν υπάρχει συμμόρφωση προς την απαίτηση καλής πίστης κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, διαπιστώνεται ότι, βάσει της δέκατης έκτης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας αυτής, το εθνικό δικαστήριο πρέπει, προς τον σκοπό αυτόν, να εξακριβώσει αν ο επαγγελματίας, συναλλασσόμενος με έντιμο και δίκαιο τρόπο με τον καταναλωτή, μπορούσε ευλόγως να αναμένει ότι ο καταναλωτής θα δεχθεί μια τέτοια ρήτρα κατόπιν ατομικής διαπραγματεύσεως (απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Caixabank και Banco Bilbao Vizcaya Argentaria, C‑224/19 και C‑259/19, EU:C:2020:578, σκέψη 74).

62

Ο έλεγχος περί της υπάρξεως ενδεχόμενης σημαντικής ανισορροπίας δεν μπορεί να περιορίζεται μόνον σε μια ποσοτικού χαρακτήρα οικονομική εκτίμηση, βασιζόμενη σε σύγκριση μεταξύ του συνολικού ποσού της συναλλαγής η οποία αποτέλεσε αντικείμενο της συμβάσεως, αφενός, και των δαπανών που βάσει της ως άνω ρήτρας βαρύνουν τον καταναλωτή, αφετέρου. Πράγματι, σημαντική ανισορροπία μπορεί να προκύψει από μόνη την αρκούντως σοβαρή επιδείνωση της νομικής καταστάσεως στην οποία περιάγουν οι εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις τον καταναλωτή, ως συμβαλλόμενο στην επίμαχη σύμβαση, είτε αυτή λαμβάνει τη μορφή περιορισμού του περιεχομένου των δικαιωμάτων που αντλεί σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές από τη σύμβαση, είτε τη μορφή εμποδίου στην άσκησή τους, είτε ακόμη τη μορφή επιβαρύνσεώς του με πρόσθετη υποχρέωση, την οποία δεν προβλέπουν οι εθνικοί κανόνες (απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Kiss και CIB Bank, C‑621/17, EU:C:2019:820, σκέψη 51).

63

Εξάλλου, από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 συνάγεται ότι ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση και όλες οι κατά τον χρόνο της συνάψεως της συμβάσεως περιστάσεις που περιέβαλαν την εν λόγω σύναψη, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται.

64

Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι συμβατική ρήτρα διεπόμενη από το εθνικό δίκαιο και προβλέπουσα προμήθεια για τα έξοδα φακέλου, η οποία έχει ως αντικείμενο την αμοιβή υπηρεσιών σχετικών με την εξατομικευμένη μελέτη, κατάρτιση και επεξεργασία αιτήσεως ενυπόθηκου δανείου ή ενυπόθηκης πιστώσεως που είναι αναγκαίες για τη χορήγηση τέτοιου δανείου ή πιστώσεως, δεν φαίνεται, υπό την επιφύλαξη εξακριβώσεως από το αρμόδιο δικαστήριο, ικανή να επηρεάσει δυσμενώς τη νομική θέση του καταναλωτή όπως αυτή προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, εκτός αν οι υπηρεσίες που παρέχονται ως αντιπαροχή δεν εμπίπτουν ευλόγως στις παροχές που περιγράφηκαν αμέσως ανωτέρω ή αν το ποσό με το οποίο επιβαρύνεται ο καταναλωτής λόγω της επίμαχης προμήθειας είναι δυσανάλογο σε σχέση με το ύψος του δανείου [απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, Caixabank (Προμήθεια για τα έξοδα φακέλου),C‑565/21, EU:C:2023:212, σκέψη 59].

65

Μολονότι μεταξύ των κριτηρίων που εφαρμόζει ο αρμόδιος δικαστής προκειμένου να εκτιμήσει την ύπαρξη τυχόν σημαντικής ανισορροπίας, σύμφωνα με τη μνημονευόμενη στη σκέψη 62 της παρούσας αποφάσεως νομολογία, είναι πιθανόν να λάβει υπόψη και εθνικά στατιστικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει το μέσο κόστος των προμηθειών για τα έξοδα φακέλου σε μια δεδομένη χρονική περίοδο, η εξέταση της παραμέτρου αυτής και μόνον δεν αρκεί. Στην περίπτωση που ο εθνικός δικαστής περιοριστεί στη σύγκριση μεταξύ, αφενός, του ποσού της προμήθειας για τα έξοδα φακέλου που προβλέπεται σε ρήτρα της οποίας τον τυχόν καταχρηστικό χαρακτήρα εξετάζει και, αφετέρου, του εν λόγω μέσου κόστους, μια τέτοια σύγκριση θα είχε σημασία μόνον εφόσον στηριζόταν στα πλέον πρόσφατα δεδομένα που καλύπτουν οπωσδήποτε ένα χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχε εφαρμογή η οδηγία 93/13.

66

Στο μέτρο που από τη μνημονευόμενη στη σκέψη 36 της παρούσας αποφάσεως νομολογία προκύπτει ότι η απαίτηση περί διαφάνειας του άρθρου 5 της οδηγίας 93/13 δεν συνεπάγεται υποχρέωση του τραπεζικού ιδρύματος να περιγράφει αναλυτικά στην εκάστοτε σύμβαση πιστώσεως τη φύση των υπηρεσιών που παρέχονται ως αντιπαροχή για την αμοιβή που προβλέπεται στη ρήτρα με την οποία ορίζεται προμήθεια για τα έξοδα φακέλου, διαπιστώνεται ότι και για την τήρηση του άρθρου 3 της εν λόγω οδηγίας επίσης δεν απαιτείται να μνημονεύεται στην εν λόγω ρήτρα το ακριβές περιεχόμενο των καλυπτόμενων από την προμήθεια υπηρεσιών και η τιμή χρέωσης των υπηρεσιών αυτών. Εν πάση περιπτώσει, στον αρμόδιο δικαστή απόκειται να διασφαλίσει ότι τηρείται η απαίτηση της καλής πίστεως και ότι η εν λόγω ρήτρα δεν δημιουργεί σημαντική ανισορροπία μεταξύ των απορρεόντων από τη σύμβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών, εξακριβώνοντας μεταξύ άλλων ότι, σύμφωνα με την εθνική ρύθμιση, τα έξοδα που μετακυλίονται στον καταναλωτή αντιστοιχούν σε υπηρεσίες οι οποίες παρασχέθηκαν πράγματι από το τραπεζικό ίδρυμα και συνεπάγονται δαπάνες τις οποίες πραγματοποίησε το εν λόγω ίδρυμα.

67

Για τους λόγους αυτούς, στο έβδομο, στο όγδοο και στο δέκατο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3 και το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική νομολογία κατά την οποία συμβατική ρήτρα προβλέπουσα, σύμφωνα με την εθνική ρύθμιση, ότι ο καταναλωτής καταβάλλει προμήθεια για τα έξοδα φακέλου, η οποία αποτελεί αμοιβή για τις υπηρεσίες που σχετίζονται με τη μελέτη, την κατάρτιση και την εξατομικευμένη επεξεργασία αιτήσεως χορηγήσεως ενυπόθηκου δανείου ή ενυπόθηκης πιστώσεως, ενδέχεται να μη δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία μεταξύ των απορρεόντων από τη σύμβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών, και δη χωρίς ο επαγγελματίας να υποχρεούται να περιγράφει αναλυτικά τη φύση των υπηρεσιών για τις οποίες η εν λόγω προμήθεια αποτελεί αμοιβή ούτε και το κόστος καθεμιάς από τις υπηρεσίες αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι ο αρμόδιος δικαστής δύναται να ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο, σύμφωνα με τα κριτήρια που απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου, ως προς το κατά πόσον υφίσταται τέτοια ανισορροπία, συγκρίνοντας, εφόσον παρίσταται ανάγκη, το ποσό της επιβληθείσας στον δανειολήπτη προμήθειας για τα έξοδα φακέλου με το μέσο κόστος των προμηθειών για τα έξοδα φακέλου που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια πρόσφατης χρονικής περιόδου.

Επί των δικαστικών εξόδων

68

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφαίνεται:

 

1)

Το άρθρο 5 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές,

έχει την έννοια ότι:

δεν αντιτίθεται σε εθνική νομολογία η οποία, λαμβανομένης υπόψη εθνικής ρύθμισης προβλέπουσας ότι η προμήθεια για τα έξοδα φακέλου ενυπόθηκου δανείου αποτελεί αμοιβή για τις υπηρεσίες που σχετίζονται με τη μελέτη, τη χορήγηση ή τη διεκπεραίωση του ενυπόθηκου δανείου ή της ενυπόθηκης πίστωσης ή για άλλες παρεμφερείς υπηρεσίες, δέχεται ότι πληροί την απορρέουσα από το εν λόγω άρθρο 5 απαίτηση περί διαφάνειας ρήτρα η οποία επιβάλλει στον καταναλωτή μια τέτοια προμήθεια, χωρίς να μνημονεύει αναλυτικά όλες τις υπηρεσίες που παρέχονται ως αντιπαροχή για την προμήθεια κατά την ανακοίνωση του προσφερόμενου επιτοκίου ή να αναφέρει ωριαίες χρεώσεις και χωρίς το τραπεζικό ίδρυμα να παρέχει στον καταναλωτή λεπτομερή τιμολόγια τα οποία να διαλαμβάνουν ανάλυση των εν λόγω υπηρεσιών και τους αντιστοιχούντες σε αυτές φόρους, υπό την προϋπόθεση ότι ο καταναλωτής ήταν όντως σε θέση να εκτιμήσει τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν εντεύθεν για τον ίδιο, να κατανοήσει τη φύση των υπηρεσιών που παρέχονται ως αντιπαροχή για τα προβλεπόμενα από την επίμαχη ρήτρα έξοδα και να επαληθεύσει ότι δεν υπάρχει αλληλεπικάλυψη μεταξύ των διαφόρων εξόδων που προβλέπει η σύμβαση ή μεταξύ των υπηρεσιών τις οποίες καλύπτουν τα έξοδα αυτά.

 

2)

Τα άρθρα 3 έως 5 της οδηγίας 93/13

έχουν την έννοια ότι:

δεν αντιτίθενται στο να υπολογίζεται ως ποσοστό επί του ποσού του χορηγούμενου δανείου η τιμή χρέωσης των υπηρεσιών που καλύπτονται από συμβατική ρήτρα προβλέπουσα προμήθεια για τα έξοδα φακέλου η οποία ορίζεται, κατά την εθνική ρύθμιση, ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που σχετίζονται με τη μελέτη, τη χορήγηση ή τη διεκπεραίωση του ενυπόθηκου δανείου ή της ενυπόθηκης πίστωσης ή για άλλες παρεμφερείς υπηρεσίες, υπό την προϋπόθεση ότι ο καταναλωτής ήταν όντως σε θέση να εκτιμήσει τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν για τον ίδιο από την εν λόγω ρήτρα, να κατανοήσει τη φύση των υπηρεσιών που παρέχονται ως αντιπαροχή για τα προβλεπόμενα από την επίμαχη ρήτρα έξοδα και να επαληθεύσει ότι δεν υπάρχει αλληλεπικάλυψη μεταξύ των διαφόρων εξόδων που προβλέπει η σύμβαση. Στην περίπτωση αυτή, μια ρήτρα αυτού του είδους δεν δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία μεταξύ των απορρεόντων από τη σύμβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών.

 

3)

Το άρθρο 3 και το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13

έχουν την έννοια ότι:

δεν αντιτίθενται σε εθνική νομολογία κατά την οποία συμβατική ρήτρα προβλέπουσα, σύμφωνα με την εθνική ρύθμιση, ότι ο καταναλωτής καταβάλλει προμήθεια για τα έξοδα φακέλου, η οποία αποτελεί αμοιβή για τις υπηρεσίες που σχετίζονται με τη μελέτη, την κατάρτιση και την εξατομικευμένη επεξεργασία αιτήσεως χορηγήσεως ενυπόθηκου δανείου ή ενυπόθηκης πιστώσεως, ενδέχεται να μη δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία μεταξύ των απορρεόντων από τη σύμβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών, και δη χωρίς ο επαγγελματίας να υποχρεούται να περιγράφει αναλυτικά τη φύση των υπηρεσιών για τις οποίες η εν λόγω προμήθεια αποτελεί αμοιβή ούτε και το κόστος καθεμιάς από τις υπηρεσίες αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι ο αρμόδιος δικαστής δύναται να ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο, σύμφωνα με τα κριτήρια που απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου, ως προς το κατά πόσον υφίσταται τέτοια ανισορροπία, συγκρίνοντας, εφόσον παρίσταται ανάγκη, το ποσό της επιβληθείσας στον δανειολήπτη προμήθειας για τα έξοδα φακέλου με το μέσο κόστος των προμηθειών για τα έξοδα φακέλου που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια πρόσφατης χρονικής περιόδου.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.