ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)

της 12ης Σεπτεμβρίου 2024 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Πολιτική ασύλου και μετανάστευσης – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Πεδίο εφαρμογής – Άρθρα 1, 4 και 7 – Οδηγία 2011/95/ΕΕ – Πεδίο εφαρμογής – Άρθρα 2 και 3 – Εθνική προστασία για ανθρωπιστικούς λόγους – Οδηγία 2008/115/ΕΚ – Άρθρο 14 – Αδυναμία πραγματοποίησης της απομάκρυνσης – Βεβαίωση – Δικαιώματα του παρανόμως διαμένοντος υπηκόου τρίτης χώρας σε περίπτωση αναβολής της απομάκρυνσης – Οδηγία 2013/33/ΕΕ – Πεδίο εφαρμογής – Υλικές συνθήκες υποδοχής»

Στην υπόθεση C‑352/23 [Changu] ( i ),

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Administrativen sad Sofia-grad (διοικητικό πρωτοδικείο Σόφιας, Βουλγαρία) με απόφαση της 29ης Μαΐου 2023, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 Ιουνίου 2023, στο πλαίσιο της δίκης

LF

κατά

Zamestnik-predsedatel na Darzhavna agentsia za bezhantsite,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),

συγκείμενο από τους O. Spineanu-Matei, πρόεδρο τμήματος, Κ. Λυκούργο (εισηγητή), πρόεδρο του τετάρτου τμήματος, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του ενάτου τμήματος, και S. Rodin, δικαστή,

γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

ο LF, εκπροσωπούμενος από την V. B. Ilareva και τον K. Stoyanov, advokati,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις A. Azéma, J. Hottiaux, A. Κατσιμέρου και E. Rousseva,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 1, 4 και 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), του άρθρου 2, στοιχείο ηʹ, και του άρθρου 3 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ΕΕ 2011, L 337, σ. 9), καθώς και του άρθρου 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ 2008, L 348, σ. 98).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του LF και της Darzhavna agentsia za bezhantsite (Εθνικής Υπηρεσίας για τους Πρόσφυγες, Βουλγαρία, στο εξής: DAB), με αντικείμενο απόφαση με την οποία η εν λόγω υπηρεσία αρνήθηκε να χορηγήσει στον LF το καθεστώς πρόσφυγα καθώς και το «καθεστώς ανθρωπιστικής προστασίας».

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

Η οδηγία 2008/115

3

Η αιτιολογική σκέψη 12 της οδηγίας 2008/115 έχει ως εξής:

«Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση των υπηκόων τρίτων χωρών που παραμένουν παράνομα, αλλά δεν μπορούν ακόμη να απομακρυνθούν. Οι βασικές συνθήκες διαβίωσής τους θα πρέπει να ορίζονται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Προκειμένου τα πρόσωπα αυτά να είναι σε θέση να αποδεικνύουν την ειδική τους κατάσταση σε περίπτωση διοικητικών ή άλλων ελέγχων, θα πρέπει να τους παρέχεται γραπτή βεβαίωση σχετικά με την κατάστασή τους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια σχετικά με τον τύπο και τη μορφή της γραπτής βεβαίωσης, και θα πρέπει να μπορούν να την περιλαμβάνουν σε αποφάσεις περί επιστροφής που εκδίδονται βάσει της παρούσας οδηγίας.»

4

Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής προβλέπει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην εφαρμόσουν την παρούσα οδηγία στους υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι:

α)

υπόκεινται σε απαγόρευση εισόδου, σύμφωνα με το άρθρο 13 του [κανονισμού (ΕΚ) 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (Κώδικα Συνόρων του Σένγκεν) (ΕΕ 2006, L 105, σ. 1)], ή συλλαμβάνονται ή παρακολουθούνται από τις αρμόδιες αρχές σε σχέση με παράνομη χερσαία, θαλάσσια ή εναέρια διέλευση των εξωτερικών συνόρων κράτους μέλους και στους οποίους δεν έχει, εν συνεχεία, χορηγηθεί άδεια ή δικαίωμα να παραμείνουν στο εν λόγω κράτος μέλος,

β)

υπόκεινται σε απόφαση επιστροφής ως ποινική κύρωση ή ως συνέπεια ποινικής κύρωσης, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ή υπόκεινται σε διαδικασίες έκδοσης.»

5

Το άρθρο 6, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας ορίζει:

«Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν, ανά πάσα στιγμή, να χορηγήσουν αυτόνομη άδεια διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα παραμονής για λόγους φιλευσπλαχνίας, ανθρωπιστικούς ή άλλους λόγους, σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει παράνομα στο έδαφός τους. Στην περίπτωση αυτή, δεν εκδίδεται απόφαση επιστροφής. Εφόσον η απόφαση επιστροφής έχει ήδη εκδοθεί, τότε αυτή ανακαλείται ή αναστέλλεται για τη διάρκεια ισχύος του τίτλου διαμονής ή άλλης άδειας που παρέχει δικαίωμα παραμονής.»

6

Σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της ως άνω οδηγίας:

«1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εκτελέσουν την απόφαση επιστροφής, εάν δεν έχει χορηγηθεί χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 4 ή εάν ο συγκεκριμένος υπήκοος δεν έχει συμμορφωθεί με την υποχρέωση επιστροφής εντός της προθεσμίας οικειοθελούς αναχώρησης που έχει χορηγηθεί σύμφωνα με το άρθρο 7.

2.   Εάν το κράτος μέλος έχει χορηγήσει χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης σύμφωνα με το άρθρο 7, η απόφαση επιστροφής μπορεί να εκτελείται μόνο μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος, εκτός εάν, κατά τη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος, ανακύψει οιοσδήποτε από τους κινδύνους που ορίζονται στο άρθρο 7, παράγραφος 4.»

7

Το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2008/115 ορίζει τα ακόλουθα:

«1.   Τα κράτη μέλη αναβάλλουν την απομάκρυνση:

α)

όταν αυτή παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης, ή

β)

ενόσω παρέχεται ανασταλτικό αποτέλεσμα σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αναβάλουν την απομάκρυνση για εύλογο χρονικό διάστημα, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν ιδίως υπόψη:

α)

τη φυσική ή διανοητική κατάσταση του υπηκόου τρίτης χώρας,

β)

τεχνικούς λόγους, όπως η απουσία μέσων μεταφοράς ή η έλλειψη δυνατότητας απομάκρυνσης λόγω αδυναμίας διαπίστωσης της ταυτότητας.»

8

Το άρθρο 14 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη, με εξαίρεση την κατάσταση που καλύπτεται από τα άρθρα 16 και 17, μεριμνούν ώστε να λαμβάνονται κατά το δυνατόν υπόψη οι ακόλουθες αρχές σε σχέση με υπηκόους τρίτων χωρών κατά το χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης, το οποίο χορηγείται σύμφωνα με το άρθρο 7 και κατά τα χρονικά διαστήματα για τα οποία αναβάλλεται η απομάκρυνση σύμφωνα με το άρθρο 9:

α)

εξασφαλίζεται η οικογενειακή ενότητα με μέλη της οικογένειας που ευρίσκονται στο έδαφος του κράτους μέλους,

β)

παρέχονται επείγουσα υγειονομική περίθαλψη και η απαραίτητη θεραπευτική αγωγή.

γ)

παρέχεται στους ανηλίκους πρόσβαση στο βασικό εκπαιδευτικό σύστημα, ανάλογα με τη διάρκεια της διαμονής τους,

δ)

λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες ανάγκες των ευάλωτων ατόμων.

2.   Τα κράτη μέλη παρέχουν στα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 πρόσωπα γραπτή βεβαίωση, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ότι η περίοδος οικειοθελούς αναχώρησης έχει παραταθεί σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2 ή ότι η απόφαση επιστροφής δεν θα εκτελεσθεί προσωρινά.»

Η οδηγία 2011/95

9

Οι αιτιολογικές σκέψεις 14 και 15 της οδηγίας 2011/95 έχουν ως εξής:

«(14)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ περισσότερο ευνοϊκές διατάξεις σε σχέση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία για τους υπηκόους τρίτων χωρών ή τους ανιθαγενείς που αιτούνται διεθνή προστασία από κράτος μέλος, οσάκις το εν λόγω αίτημα νοείται ως στηριζόμενο στο γεγονός ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είτε είναι πρόσφυγας κατά την έννοια του άρθρου 1(Α) της [σύμβασης της Γενεύης για το καθεστώς των προσφύγων, της 28ης Ιουλίου 1951, η οποία συμπληρώθηκε από το πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης, της 31ης Ιανουαρίου 1967] είτε πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία

(15)

Οι υπήκοοι τρίτων χωρών ή οι ανιθαγενείς η παραμονή των οποίων στο έδαφος των κρατών μελών επιτρέπεται όχι για λόγους οφειλόμενους στην ανάγκη διεθνούς προστασίας, αλλά βάσει διακριτικής ευχέρειας για ανθρωπιστικούς λόγους ή λόγους συμπόνιας, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.»

10

Κατά το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, της εν λόγω οδηγίας, η «αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας» νοείται, για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας, ως «η αίτηση παροχής προστασίας από κράτος μέλος που υποβάλλει υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ότι αιτείται καθεστώς πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας και ο οποίος δεν αιτείται ρητώς να του παρασχεθεί άλλη μορφή προστασίας, μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, δυναμένη να ζητηθεί αυτοτελώς».

11

Το άρθρο 3 της ίδιας οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ ευνοϊκότερες διατάξεις για να καθορίζουν το ποιος δικαιούται να θεωρηθεί πρόσφυγας ή πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία και το περιεχόμενο της διεθνούς προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι διατάξεις αυτές συνάδουν με την παρούσα οδηγία.»

Η οδηγία 2013/32/ΕΕ

12

Το άρθρο 2 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ΕΕ 2013, L 180, σ. 60 και διορθωτικά ΕΕ 2015, L 29, σ. 16‑19 και ΕΕ 2015, L 114, σ. 25‑26), ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:

[…]

στ)

“αποφαινόμενη αρχή”: κάθε οιονεί δικαστική ή διοικητική αρχή κράτους μέλους υπεύθυνη για την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας και αρμόδια για τη λήψη αποφάσεων πρωτοβαθμίως στις εν λόγω υποθέσεις·

[…]

ιζ)

“μεταγενέστερη αίτηση”: η περαιτέρω αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται μετά τη λήψη [απρόσβλητης] απόφασης επί προηγούμενης αίτησης, περιλαμβανομένων περιπτώσεων όπου ο αιτών ρητά ανακάλεσε την αίτησή του και περιπτώσεων όπου η αποφαινόμενη αρχή απέρριψε αίτηση μετά από τη σιωπηρή της ανάκληση σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 1.»

13

Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προβλέπει τα εξής:

«Στους αιτούντες επιτρέπεται να παραμείνουν στο κράτος μέλος, αποκλειστικά για το σκοπό της διαδικασίας, μέχρις ότου η αποφαινόμενη αρχή λάβει την απόφασή της σύμφωνα με τις πρωτοβάθμιες διαδικασίες που ορίζονται στο κεφάλαιο III. Το εν λόγω δικαίωμα παραμονής δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής.»

14

Το άρθρο 41, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη προβαίνουν σε εξαίρεση από το δικαίωμα παραμονής στο έδαφος όταν ένα πρόσωπο:

α)

έχει καταθέσει πρώτη μεταγενέστερη αίτηση, η οποία δεν εξετάζεται περαιτέρω βάσει του άρθρου 40 παράγραφος 5, απλώς για να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την εκτέλεση απόφασης, η οποία θα οδηγούσε στην άμεση απομάκρυνσή του από το συγκεκριμένο κράτος μέλος· ή

β)

υποβάλλει άλλη μεταγενέστερη αίτηση στο ίδιο κράτος μέλος, μετά την έκδοση [απρόσβλητης] απόφασης με την οποία η πρώτη μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 40 παράγραφος 5, ή μετά την έκδοση [απρόσβλητης] απόφασης με την οποία απορρίπτεται η εν λόγω αίτηση ως αβάσιμη.

Τα κράτη μέλη δύνανται να προβαίνουν σε αυτήν την εξαίρεση, μόνο όταν η αποφαινόμενη αρχή θεωρεί ότι η απόφαση επιστροφής δεν θα οδηγήσει σε άμεση ή έμμεση επαναπροώθηση κατά παράβαση των διεθνών και ενωσιακών υποχρεώσεων του οικείου κράτους μέλους.»

15

Το άρθρο 46, παράγραφοι 5 και 6, της ίδιας οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«5.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, τα κράτη μέλη επιτρέπουν στους αιτούντες να παραμείνουν στο έδαφός τους μέχρι να λήξει η προθεσμία εντός της οποίας μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμά τους σε πραγματική προσφυγή και, σε περίπτωση άσκησης εντός της προθεσμίας του εν λόγω δικαιώματος, εν αναμονή της έκβασης της προσφυγής.

6.   Σε περίπτωση απόφασης:

α)

με την οποία κρίνεται μια αίτηση προδήλως αβάσιμη, σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 2, ή αβάσιμη μετά την εξέταση, σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 8, εξαιρουμένων των περιπτώσεων κατά τις οποίες οι αποφάσεις βασίζονται στις περιστάσεις του άρθρου 31 παράγραφος 8 στοιχείο η)·

[…]

η δυνατότητα παραμονής του αιτούντος στο έδαφος του κράτους μέλους κρίνεται από δικαστήριο είτε με αίτημα του ενδιαφερόμενου αιτούντος είτε αυτεπάγγελτα, εάν η εν λόγω απόφαση έχει ως αποτέλεσμα την παύση ισχύος του δικαιώματος παραμονής του αιτούντος στο κράτος μέλος και εφόσον, σε τέτοιες περιπτώσεις, το δικαίωμα παραμονής στο κράτος μέλος εν αναμονή της έκβασης της προσφυγής δεν προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο.»

Η οδηγία 2013/33

16

Το άρθρο 20, παράγραφοι 1 και 5, της οδηγίας 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (ΕΕ 2013, L 180, σ. 96), προβλέπει τα εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν ή, σε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, να ανακαλούν τις υλικές συνθήκες υποδοχής όταν ο αιτών:

[…]

γ)

έχει υποβάλει μεταγενέστερη αίτηση όπως καθορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο ιζ) της οδηγίας [2013/32].

[…]

5.   Οι αποφάσεις για τον περιορισμό ή την αφαίρεση πρόσβασης στις υλικές συνθήκες υποδοχής ή για κυρώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου λαμβάνονται σε ατομική, αντικειμενική και αμερόληπτη βάση και πρέπει να αιτιολογούνται. Οι αποφάσεις βασίζονται στην ειδική κατάσταση του συγκεκριμένου προσώπου, ιδίως όσον αφορά τα πρόσωπα τα οποία καλύπτονται από το άρθρο 21, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες την πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σύμφωνα με το άρθρο 19 και εξασφαλίζουν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για όλους τους αιτούντες.»

Το βουλγαρικό δίκαιο

Ο ZUB

17

Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του Zakon za ubezhichteto i bezhantsite (νόμου περί ασύλου και προσφύγων, στο εξής: ZUB) ορίζει τα εξής:

«Το καθεστώς πρόσφυγα στη Δημοκρατία της Βουλγαρίας χορηγείται σε αλλοδαπό υπήκοο ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου ότι θα υποστεί διώξεις λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ευρίσκεται εκτός της χώρας καταγωγής του και, λόγω του φόβου αυτού, δεν μπορεί ή δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας ή να επιστρέψει σε αυτήν.»

18

Το άρθρο 9 του νόμου αυτού προβλέπει τα εξής:

«1.   Το καθεστώς ανθρωπιστικής προστασίας χορηγείται σε αλλοδαπό υπήκοο ο οποίος δεν πληροί τις προϋποθέσεις χορήγησης του καθεστώτος του πρόσφυγα και δεν μπορεί ή δεν επιθυμεί να τύχει της προστασίας της χώρας καταγωγής του επειδή ενδέχεται να εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, όπως:

1)

η θανατική ποινή ή η εκτέλεση· ή

2)

τα βασανιστήρια, η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία· ή

3)

η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

[…]

8.   Καθεστώς ανθρωπιστικής προστασίας μπορεί επίσης να χορηγηθεί για άλλους ανθρωπιστικούς λόγους, καθώς και για τους λόγους που αναφέρονται στα συμπεράσματα της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες.»

Ο ZChRB

19

Το άρθρο 44b του Zakon za chuzhdentsite v Republika Balgaria (νόμου περί αλλοδαπών στη Δημοκρατία της Βουλγαρίας, στο εξής: ZChRB) ορίζει:

«1.   Όταν η απέλαση ή η άμεση επιστροφή του αλλοδαπού είναι αδύνατη ή όταν η εκτέλεση των μέτρων αυτών πρέπει να αναβληθεί για νομικούς ή τεχνικούς λόγους, η αρχή που έλαβε το αναγκαστικό διοικητικό μέτρο αναστέλλει την εκτέλεσή του μέχρι να αρθούν τα εμπόδια για την εκτέλεση αυτή.

2.   Όταν, κατά τη λήξη της περιόδου προσωρινής προστασίας που προβλέπει ο [ZUB], η απέλαση ή η επιστροφή του αλλοδαπού είναι αδύνατη ή όταν η εκτέλεση των εν λόγω μέτρων πρέπει να αναβληθεί για υγειονομικούς ή ανθρωπιστικούς λόγους, η αρχή που έλαβε το αναγκαστικό διοικητικό μέτρο αναστέλλει την εκτέλεσή του μέχρι να αρθούν τα εμπόδια για την εκτέλεση αυτή.»

20

Κατά την παράγραφο 1, του σημείου 16 των συμπληρωματικών διατάξεων του ZChRB, «ανθρωπιστικοί λόγοι» συντρέχουν όταν η άρνηση εισόδου ή η αναχώρηση του αλλοδαπού από τη Βουλγαρική Δημοκρατία θα δημιουργούσε σοβαρό κίνδυνο για την υγεία ή τη ζωή του λόγω αντικειμενικών περιστάσεων ή για την ακεραιότητα της οικογένειάς του ή όταν το υπέρτερο συμφέρον της οικογένειας ή του τέκνου επιβάλλει την είσοδο ή την παραμονή του στην επικράτεια.

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

21

Ο LF είναι ενήλικος υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος διαμένει στη Βουλγαρία από το 1996. Έχει υποβάλει, ανεπιτυχώς, πλείονες αιτήσεις διεθνούς προστασίας και εις βάρος του έχουν εκδοθεί πλείονες αποφάσεις επιστροφής, οι οποίες ουδέποτε εκτελέστηκαν.

22

Στις 13 Απριλίου 2021 ο LF υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας για ενδέκατη φορά, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι είχε περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του στη Βουλγαρία και ότι, λόγω του νομικού κενού σχετικά με τη διαμονή του στο εν λόγω κράτος μέλος, δεν είχε πρόσβαση ούτε σε ασφάλιση υγείας ούτε σε ιατρική παρακολούθηση. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η ιδιαιτέρως επιδεινούμενη κατάσταση της υγείας του τον εμπόδιζε να ταξιδέψει κανονικά και ότι μεγάλα ταξίδια μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή του.

23

Με απόφαση της 29ης Απριλίου 2021, η DAB, ήτοι η αποφαινόμενη αρχή στη Βουλγαρία, απέρριψε την αίτηση του LF. Αποφάσισε ότι η επιστροφή του ενδιαφερομένου στη χώρα καταγωγής του θα διασφαλιζόταν μέσω της αρμόδιας για τις επιστροφές εθνικής αρχής ή μέσω του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (ΔΟΜ).

24

Η ως άνω απόφαση ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2021, η οποία απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, με το σκεπτικό, αφενός, ότι ο LF είχε επικαλεστεί την αρχή της μη επαναπροώθησης, η οποία είχε εφαρμογή στην περίπτωσή του λαμβανομένων υπόψη των ισχυρισμών του ότι τα μεγάλα ταξίδια θα έθεταν σε κίνδυνο τη ζωή του, και, αφετέρου, ότι η παραβίαση της εν λόγω αρχής συνιστά λόγο χορήγησης του καθεστώτος ανθρωπιστικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, σημείο 2, του ZUB.

25

Κατόπιν της ακύρωσης της ανωτέρω απόφασης, η αίτηση διεθνούς προστασίας του LF καταχωρίσθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 2021. Ο ίδιος εκδήλωσε την επιθυμία του να στεγαστεί σε κέντρο υποδοχής και ταυτοποίησης της DAB, διότι δεν ήταν σε θέση να καλύψει τις βιοτικές του ανάγκες.

26

Στις 10 Αυγούστου 2022 η DAB εξέδωσε την επίδικη απόφαση, με την οποία αρνήθηκε να χορηγήσει στον LF το καθεστώς πρόσφυγα καθώς και το καθεστώς ανθρωπιστικής προστασίας.

27

Η αρχή αυτή έκρινε ότι οι λόγοι που προέβαλε ο LF, αφενός, δεν δικαιολογούσαν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, και του άρθρου 9, παράγραφος 1, του ZUB, και, αφετέρου, δεν μπορούσαν να συνιστούν λόγους υπαγωγής στο καθεστώς ανθρωπιστικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 8, του ίδιου νόμου. Επιπροσθέτως, η εν λόγω αρχή επισήμανε ότι οι διαφορετικές ποινικές καταδίκες του LF αποδείκνυαν τη μη ενσωμάτωσή του στη βουλγαρική κοινωνία και την υποτροπιάζουσα συμπεριφορά του. Τέλος, έκρινε ότι η παρατεταμένη διαμονή του LF στη Βουλγαρία και η αδυναμία επιστροφής στη χώρα καταγωγής του δεν συνιστούσαν λόγο προστασίας δυνάμει του ZUB, αλλά μπορούσαν να δικαιολογήσουν μόνον αίτηση για την εφαρμογή των μέτρων που προβλέπει ο ZChRB.

28

Ο LF άσκησε προσφυγή κατά της ως άνω απόφασης ενώπιον του Administrativen sad Sofia-grad (διοικητικού πρωτοδικείου Σόφιας, Βουλγαρία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.

29

Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί, πρώτον, ότι ο LF δεν πληροί τις προϋποθέσεις χορήγησης του καθεστώτος πρόσφυγα δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του ZUB ή τις προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς ανθρωπιστικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου. Τούτου λεχθέντος, λαμβανομένης υπόψη της σημαντικής διάρκειας διαμονής του LF στη Βουλγαρία, η οποία ξεπερνά τα 26 έτη και κατά τη διάρκεια της οποίας ο ίδιος δεν διέθετε κανένα έγγραφο ταυτότητας, ενώ πολλές φορές στερήθηκε των αναγκαίων εγγυήσεων για την εξασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης κατά παράβαση του άρθρου 14 της οδηγίας 2008/115, η κατάστασή του είναι συγκρίσιμη, κατά το αιτούν δικαστήριο, με εκείνες που αποτέλεσαν αντικείμενο των αποφάσεων της 19ης Μαρτίου 2019, Jawo (C‑163/17, EU:C:2019:218) και Ibrahim κ.λπ. (C‑297/17, C‑318/17, C‑319/17 και C‑438/17, EU:C:2019:219), καθώς και της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 21ης Ιανουαρίου 2011, M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας (CE:ECHR:2011:0121JUD003069609).

30

Πιο συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι βουλγαρικές αρχές δεν συμμορφώθηκαν προς την απορρέουσα από το άρθρο 8 της οδηγίας 2008/115 υποχρέωσή τους να απομακρύνουν τον LF το συντομότερο δυνατόν.

31

Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, ελλείψει διατάξεως του ZChRB που να παρέχει δυνατότητα χορήγησης δικαιώματος διαμονής στον LF για ανθρωπιστικούς λόγους και ελλείψει υποχρεώσεως των κρατών μελών να εισαγάγουν τέτοια διάταξη βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 2008/115, το γεγονός ότι οι βουλγαρικές αρχές δεν αναγνώρισαν την ιδιαίτερη κατάσταση του LF, εφόσον θεωρηθεί ότι ενέχει παράβαση των άρθρων 1, 4 και 7 του Χάρτη, εμπίπτει στους «επιτακτικούς ανθρωπιστικούς λόγους» οι οποίοι θα δικαιολογούσαν ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 8, του ZUB σύμφωνη προς την αιτιολογική σκέψη 15 και το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2011/95.

32

Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται περαιτέρω αν πρέπει να χορηγηθεί επικουρική προστασία, κατά την έννοια της οδηγίας 2011/95, βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 8, του ZUB, ή δικαίωμα διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 2008/115.

33

Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι καμία διάταξη του ZChRB δεν προβλέπει δικαίωμα του LF να λάβει γραπτή βεβαίωση σχετικά με την κατάστασή του, αντιθέτως προς ό,τι αναφέρει η αιτιολογική σκέψη 12 της οδηγίας 2008/115 και προς όσα προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.

34

Εν προκειμένω, η εφαρμογή του ZChRB και της οδηγίας 2008/115 στην περίπτωση του LF περιορίστηκε στο να του επιβληθούν δύο αποφάσεις επιστροφής, με ημερομηνία 26 Σεπτεμβρίου 2005 και 9 Αυγούστου 2017, οι οποίες δεν εκτελέστηκαν. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι αυτή η μη εκτέλεση εξηγείται από εμπόδια στην εκτέλεση των εν λόγω αποφάσεων ή από υγειονομικούς ή ανθρωπιστικούς λόγους.

35

Κατά το αιτούν δικαστήριο, η οδηγία 2008/115 δεν προσδιορίζει τις συνέπειες που απορρέουν από το γεγονός ότι η εκτέλεση της απομάκρυνσης θα προσέβαλλε το δικαίωμα του υπηκόου τρίτης χώρας στον σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής. Ως εκ τούτου, ελλείψει ανθρωπιστικής ρήτρας στο εθνικό δίκαιο θεσπισθείσας σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 4, της ως άνω οδηγίας, η παράβαση του άρθρου 14, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα της αιτιολογικής της σκέψης 12, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή σε κράτος μέλος της υποχρέωσης να χορηγήσει δικαίωμα διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας.

36

Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι μόνον το άρθρο 9, παράγραφος 8, του ZUB διέπει τη χορήγηση άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους σε υπήκοο τρίτης χώρας. Εντούτοις, διατυπώνει αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία της ως άνω διάταξης υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης, διότι ο Βούλγαρος νομοθέτης εσφαλμένως έκρινε ότι η χορήγηση άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους έπρεπε να ρυθμιστεί από τον ZUB, ο οποίος έχει ως κύριο σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας 2011/95 στο βουλγαρικό δίκαιο.

37

Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, αφενός, μολονότι στο βουλγαρικό δίκαιο η επικουρική προστασία χαρακτηρίζεται επίσης με τον όρο «καθεστώς ανθρωπιστικής προστασίας», εντούτοις οι «ανθρωπιστικοί λόγοι» που μνημονεύονται στο άρθρο 9, παράγραφος 8, του ZUB δεν φαίνεται να είναι κρίσιμοι προκειμένου να εκτιμηθεί αν πρέπει να χορηγηθεί επικουρική προστασία, όπως αυτή διέπεται από το άρθρο 15 της οδηγίας 2011/95 και το άρθρο 9, παράγραφος 1, του ZUB. Αφετέρου, κατά την αιτιολογική σκέψη 12 και το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, της ως άνω οδηγίας, η χορήγηση άδειας διαμονής για τέτοιους ανθρωπιστικούς λόγους αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.

38

Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η κατάσταση του LF επιβάλλει ευρεία ερμηνεία μόνον της δυνατότητας εφαρμογής, στο εθνικό δίκαιο, «ανθρωπιστικής διάταξης» σύμφωνης με τα θεμελιώδη δικαιώματα που προβλέπονται στα άρθρα 1, 4 και 7 του Χάρτη.

39

Αν το άρθρο 9, παράγραφος 8, του ZUB ερμηνευόταν υπό την έννοια ότι δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2011/95, η νομική κατάσταση του LF θα μπορούσε να εκτιμηθεί όχι υπό το πρίσμα της ενδεχόμενης επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, αλλά υπό το πρίσμα της κατάστασής του στη Βουλγαρία, λαμβανομένων επίσης υπόψη της διάρκειας διαμονής του στο εν λόγω κράτος μέλος και του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων του.

40

Επομένως, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, παρά την επιφύλαξη του άρθρου 3 της οδηγίας 2011/95 σχετικά με τη θέσπιση από τα κράτη μέλη ευνοϊκότερων διατάξεων, το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας αυτής επιτρέπει την παροχή προστασίας «για επιτακτικούς ανθρωπιστικούς λόγους» μη συνδεόμενης με τη φύση και τις αιτιολογικές σκέψεις της εν λόγω οδηγίας, σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος, όπως ο LF, διέμεινε σε κράτος μέλος για διάστημα άνω των 26 ετών, χωρίς γραπτή βεβαίωση σχετικά με το νομικό του καθεστώς και χωρίς να έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει άδεια διαμονής «για ανθρωπιστικούς λόγους».

41

Κατά το αιτούν δικαστήριο, τα δικαιώματα στον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στη ζωή, στη σωματική ακεραιότητα και στην υγεία, τα οποία κατοχυρώνονται αντιστοίχως στα άρθρα 1, 2, 3 και 35 του Χάρτη, καθώς και η απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, την οποία προβλέπει το άρθρο 4 του Χάρτη, αποκλείουν, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, να στερηθεί εκ των πραγμάτων ο παρανόμως διαμένων υπήκοος τρίτης χώρας, του οποίου η απομάκρυνση έχει ανασταλεί, την κάλυψη των βασικών του αναγκών εν αναμονή της εξέτασης της προσφυγής του.

42

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Administrativen sad Sofia-grad (διοικητικό πρωτοδικείο Σόφιας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Έχουν η αιτιολογική σκέψη 15, το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, και το άρθρο 3 της οδηγίας [2011/95] την έννοια ότι επιτρέπουν σε κράτος μέλος να θεσπίσει εθνική νομοθετική ρύθμιση που προβλέπει την παροχή διεθνούς προστασίας για ανθρωπιστικούς λόγους ή λόγους συμπόνιας οι οποίοι, με βάση την αιτιολογική σκέψη 15 και το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2011/95 (άλλη μορφή προστασίας), ουδεμία σχέση έχουν με τη λογική και το πνεύμα της οδηγίας 2011/95, ή πρέπει, ακόμη και στην περίπτωση αυτήν, η προβλεπόμενη στο εθνικό δίκαιο δυνατότητα παροχής προστασίας “για ανθρωπιστικούς λόγους” να συνάδει, σύμφωνα με το [εν λόγω] άρθρο 3, με τους κανόνες για τη διεθνή προστασία;

2)

Απορρέει από την αιτιολογική σκέψη 12 και το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας [2008/115], σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 και 4 του [Χάρτη], επιτακτική υποχρέωση κράτους μέλους να χορηγεί σε υπηκόους τρίτων χωρών γραπτή βεβαίωση ότι διαμένουν παράνομα, αλλά ότι δεν μπορούν ακόμα να επιστρέψουν;

3)

Στην περίπτωση εθνικού νομικού πλαισίου του οποίου η μοναδική διάταξη που διέπει το καθεστώς υπηκόου τρίτης χώρας για “ανθρωπιστικούς λόγους” περιλαμβάνεται στο άρθρο 9, παράγραφος 8, του [ZUB], συνάδει με την αιτιολογική σκέψη 15, καθώς και με το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, και το άρθρο 3 της οδηγίας 2011/95 ερμηνεία της εν λόγω εθνικής διάταξης η οποία ουδεμία σχέση έχει με τη φύση και τους σκοπούς της [ίδιας] οδηγίας;

4)

Απαιτούν τα άρθρα 1, 4 και 7 του Χάρτη, στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας 2011/95, να εξετάζεται αν η μακρά διάρκεια διαμονής υπηκόου τρίτης χώρας χωρίς ρυθμισμένο καθεστώς σε κράτος μέλος συνιστά αυτοτελή λόγο παροχής διεθνούς προστασίας επειδή συντρέχουν “σοβαροί ανθρωπιστικοί λόγοι”;

5)

Επιτρέπει η θετική υποχρέωση κράτους μέλους να διασφαλίζει την τήρηση των άρθρων 1 και 4 του Χάρτη μια ευρεία ερμηνεία του προβλεπόμενου στο άρθρο 9, παράγραφος 8, του ZUB εθνικού μέτρου, η οποία υπερβαίνει τη λογική που διαπνέει την οδηγία 2011/95 και τους περιλαμβανόμενους στην οδηγία αυτήν κανόνες για τη διεθνή προστασία, και απαιτεί η υποχρέωση αυτή μια ερμηνεία που να επικεντρώνεται αποκλειστικά στον σεβασμό των απόλυτων θεμελιωδών δικαιωμάτων των [ως άνω] άρθρων του Χάρτη;

6)

Μπορεί η μη παροχή της προβλεπόμενης στο άρθρο 9, παράγραφος 8, του ZUB προστασίας σε υπήκοο τρίτης χώρας που βρίσκεται στην κατάσταση του προσφεύγοντος να έχει ως συνέπεια παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει το κράτος μέλος από τα άρθρα 1, 4 και 7 του Χάρτη;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του πρώτου, του τρίτου και του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος

43

Με το πρώτο, το τρίτο και το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2011/95, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 15 και το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, καθώς και με τα άρθρα 1 και 4 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην εκ μέρους κράτους μέλους χορήγηση σε υπήκοο τρίτης χώρας δικαιώματος διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους οι οποίοι ουδεμία σχέση έχουν με τη φύση, τα θεμέλια και τους σκοπούς της διεθνούς προστασίας την οποία αφορά η εν λόγω οδηγία.

44

Πρώτον, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 2011/95, σε συνδυασμό με την αιτιολογική της σκέψη 14, τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ διατάξεις που καθιστούν πιο ελαστικές τις προϋποθέσεις χορήγησης σε υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή του καθεστώτος πρόσφυγα ή του καθεστώτος επικουρικής προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι διατάξεις αυτές συνάδουν με την ως άνω οδηγία. Ως εκ τούτου, τέτοιες διατάξεις δεν πρέπει να θίγουν τη γενική οικονομία ή τους σκοπούς της οδηγίας. Απαγορεύονται, ειδικότερα, διατάξεις βάσει των οποίων μπορεί να χορηγηθεί καθεστώς πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς ευρισκόμενους σε καταστάσεις που ουδόλως σχετίζονται με τη λογική της διεθνούς προστασίας [πρβλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2021, Bundesrepublik Deutschland (Διατήρηση της οικογενειακής ενότητας),C‑91/20, EU:C:2021:898, σκέψεις 39 και 40].

45

Συγκεκριμένα, σε σχέση με το άρθρο 3 της οδηγίας 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους (ΕΕ 2004, L 304, σ. 12), το γράμμα του οποίου ήταν πανομοιότυπο με εκείνο του άρθρου 3 της οδηγίας 2011/95, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η διάταξη αυτή απαγόρευε σε κράτος μέλος να χορηγήσει το καθεστώς πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας σε υπήκοο τρίτης χώρας ή σε απάτριδα λόγω απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη, η οποία λαμβάνει χώρα στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους, δεδομένου ότι μια τέτοια κατάσταση δεν συνδέεται με τη λογική της διεθνούς προστασίας (πρβλ. απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2014, M’Bodj, C‑542/13, EU:C:2014:2452, σκέψεις 33, 43 και 44).

46

Ως εκ τούτου, η χορήγηση δικαιώματος διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας δεν μπορεί να στηριχθεί στις διατάξεις της οδηγίας 2011/95 όταν ένα τέτοιο δικαίωμα δικαιολογείται από την κατάσταση υλικής στέρησης στην οποία βρίσκεται ο υπήκοος αυτός στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, ακόμη και αν η εν λόγω κατάσταση είναι τόσο σοβαρή ώστε να μπορεί να εξομοιωθεί με απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη.

47

Δεύτερον, επιβάλλεται εντούτοις η επισήμανση ότι, κατά το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2011/95, ως «αίτηση διεθνούς προστασίας» νοείται η αίτηση παροχής προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ότι αιτείται καθεστώς πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας και ο οποίος δεν αιτείται ρητώς να του παρασχεθεί άλλη μορφή προστασίας. Η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας αυτής, η οποία διευκρινίζει ότι οι υπήκοοι τρίτων χωρών ή οι ανιθαγενείς η παραμονή των οποίων στο έδαφος των κρατών μελών επιτρέπεται όχι για λόγους που αφορούν την ανάγκη διεθνούς προστασίας, αλλά βάσει διακριτικής ευχέρειας για λόγους συμπόνιας ή για ανθρωπιστικούς λόγους, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω οδηγίας.

48

Επομένως, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 3, η οδηγία 2011/95 δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να παρέχει εθνική προστασία που να περιλαμβάνει δικαίωμα διαμονής στο έδαφός του για τα πρόσωπα τα οποία δεν έχουν υπαχθεί στο καθεστώς του πρόσφυγα ή δεν είναι δικαιούχοι επικουρικής προστασίας, δεδομένου ότι η παροχή της προστασίας αυτής δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας (πρβλ. αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 2010, B και D, C‑57/09 και C‑101/09, EU:C:2010:661, σκέψεις 116 έως 118, και της 23ης Μαΐου 2019, Bilali, C‑720/17, EU:C:2019:448, σκέψη 61). Συνεπώς, ένα κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να χορηγεί, δυνάμει μόνον του εθνικού του δικαίου, δικαίωμα διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους στους υπηκόους τρίτων χωρών που βρίσκονται σε κατάσταση έσχατης υλικής στέρησης στο έδαφός του.

49

Εντούτοις, η εθνική αυτή προστασία δεν πρέπει να συγχέεται με το καθεστώς του πρόσφυγα ή του δικαιούχου επικουρικής προστασίας, κατά την έννοια της οδηγίας 2011/95, διότι άλλως παραβιάζεται το σύστημα που η οδηγία θεσπίζει. Επομένως, οι διατάξεις που αναγνωρίζουν την εθνική αυτή προστασία πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα σαφούς διάκρισής της από την προστασία που χορηγείται δυνάμει της ως άνω οδηγίας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2010, B και D, C‑57/09 και C‑101/09, EU:C:2010:661, σκέψεις 119 και 120).

50

Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει αν η εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας θα μπορούσε, κατά περίπτωση, να χορηγηθεί δικαίωμα διαμονής για ανθρωπιστικούς σκοπούς σε υπήκοο τρίτης χώρας ευρισκόμενο σε κατάσταση όπως αυτή του προσφεύγοντος της κύριας δίκης παρέχει τη δυνατότητα να διακρίνεται σαφώς το καθεστώς που απορρέει από το εν λόγω δικαίωμα διαμονής από το καθεστώς που χορηγείται δυνάμει της οδηγίας 2011/95.

51

Συναφώς, το γεγονός και μόνον ότι το εθνικό δίκαιο χαρακτηρίζει κατά τον ίδιο τρόπο το καθεστώς που απορρέει από τη χορήγηση της επικουρικής προστασίας, αφενός, και το καθεστώς που απορρέει από την εθνική προστασία, αφετέρου, δεν αρκεί, αφ’ εαυτού, για να γίνει δεκτό ότι τα δύο αυτά καθεστώτα δεν μπορούν να διακριθούν επαρκώς μεταξύ τους (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2010, B και D, C‑57/09 και C‑101/09, EU:C:2010:661, σκέψεις 119 και 120). Ομοίως, το γεγονός ότι η σχετική με την εθνική αυτή προστασία ρύθμιση περιλαμβάνεται μεταξύ των διατάξεων του εθνικού δικαίου που αφορούν, κατ’ αρχήν, την προστασία που απορρέει από την οδηγία 2011/95 δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι τα ως άνω καθεστώτα δεν μπορούν να διακριθούν επαρκώς.

52

Εντούτοις, όταν, όπως φαίνεται να συμβαίνει εν προκειμένω, το καθεστώς που απορρέει από την εθνική προστασία προβλέπεται από την ίδια νομοθεσία με εκείνη που μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη την οδηγία 2011/95 και, περαιτέρω, όταν ο εθνικός νομοθέτης χαρακτηρίζει το καθεστώς αυτό κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο χαρακτηρίζει εκείνο που απορρέει από την επικουρική προστασία, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι διατάξεις δυνάμει των οποίων χορηγείται η εθνική προστασία παρέχουν τη δυνατότητα να διακρίνεται σαφώς η προστασία αυτή από εκείνη που παρέχεται δυνάμει της εν λόγω οδηγίας, αν το ως άνω εθνικό καθεστώς είναι, επιπλέον, κατ’ ουσίαν το ίδιο με το καθεστώς του δικαιούχου επικουρικής προστασίας, όπως αυτό θεσπίσθηκε με την οδηγία 2011/95.

53

Τέλος, το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2011/95 προβλέπει μόνον ότι αίτηση με την οποία υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής ζητεί ρητώς να του παρασχεθεί άλλη μορφή προστασίας δεν αποτελεί αίτηση διεθνούς προστασίας όταν το εθνικό δίκαιο παρέχει τη δυνατότητα να ζητηθεί η παροχή άλλης μορφής προστασίας μέσω χωριστής αίτησης. Τουναντίον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η εν λόγω διάταξη ουδόλως εμποδίζει μια εθνική αρχή, αφού έχει απορρίψει αίτηση διεθνούς προστασίας, να παράσχει δικαίωμα διαμονής βάσει προστασίας απορρέουσας αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο.

54

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο, στο τρίτο και στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2011/95 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην εκ μέρους κράτους μέλους χορήγηση δικαιώματος διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας για λόγους που ουδεμία σχέση έχουν με τη γενική οικονομία και τους σκοπούς της οδηγίας αυτής, εφόσον το εν λόγω δικαίωμα διαμονής διακρίνεται σαφώς από τη διεθνή προστασία που παρέχεται δυνάμει της οδηγίας 2011/95.

Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος

55

Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115, σε συνδυασμό με την αιτιολογική της σκέψη 12 και τα άρθρα 1 και 4 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι κράτος μέλος το οποίο δεν είναι σε θέση να προβεί στην απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας εντός των προθεσμιών που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής οφείλει να του παράσχει γραπτή βεβαίωση ότι, παρόλο που διαμένει παρανόμως στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, η απόφαση επιστροφής που τον αφορά δεν θα εκτελεστεί προσωρινά.

56

Πρώτον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115, η οδηγία αυτή εφαρμόζεται σε κάθε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει παρανόμως σε κράτος μέλος. Εξάλλου, εφόσον ο υπήκοος τρίτης χώρας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω οδηγίας, υπόκειται, κατ’ αρχήν, στους προβλεπόμενους σε αυτήν κοινούς κανόνες και διαδικασίες ενόψει της απομάκρυνσής του, και τούτο για όσο διάστημα δεν έχει, ενδεχομένως, ρυθμιστεί το ζήτημα της παραμονής του [απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Απομάκρυνση – Θεραπευτική κάνναβη), C‑69/21, EU:C:2022:913, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

57

Συνεπώς, εφόσον έχει εκδοθεί απόφαση επιστροφής εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας, τηρουμένων των ουσιαστικών και διαδικαστικών εγγυήσεων που καθιερώνει η οδηγία 2008/115, το οικείο κράτος μέλος υποχρεούται να προβεί στην απομάκρυνση του υπηκόου αυτού, δυνάμει του άρθρου 8 της εν λόγω οδηγίας [πρβλ. αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Επιστροφή ασυνόδευτου ανηλίκου),C‑441/19, EU:C:2021:9, σκέψεις 79 και 80, και της 22ας Νοεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Απομάκρυνση – Θεραπευτική κάνναβη), C‑69/21, EU:C:2022:913, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

58

Δεύτερον, κατά παρέκκλιση από την υποχρέωση απομάκρυνσης του υπηκόου τρίτης χώρας εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση επιστροφής εντός των προθεσμιών που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 2008/115, το άρθρο 9 της ίδιας οδηγίας επιτρέπει, ή και επιβάλλει, στο οικείο κράτος μέλος να αναβάλει την απομάκρυνση σε ορισμένες περιπτώσεις.

59

Επομένως, όπως επιβεβαιώνεται από την αιτιολογική σκέψη 12 της οδηγίας 2008/115, ο παρανόμως διαμένων υπήκοος τρίτης χώρας του οποίου η απομάκρυνση αναβάλλεται εξακολουθεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω οδηγίας. Επιπλέον, από το άρθρο 14 της ίδιας οδηγίας προκύπτει ότι ο υπήκοος αυτός απολαύει ορισμένων προνομίων εν αναμονή της απομάκρυνσής του.

60

Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115 επιβάλλει στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου διαμένει παρανόμως ο ως άνω υπήκοος την υποχρέωση να του παράσχει, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, γραπτή βεβαίωση ότι η απόφαση επιστροφής που τον αφορά δεν θα εκτελεστεί προσωρινά.

61

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115 έχει την έννοια ότι κράτος μέλος το οποίο δεν είναι σε θέση να προβεί στην απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας εντός των προθεσμιών που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής οφείλει να του παράσχει γραπτή βεβαίωση ότι, παρόλο που διαμένει παρανόμως στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, η απόφαση επιστροφής που τον αφορά δεν θα εκτελεστεί προσωρινά.

Επί του τέταρτου και του έκτου προδικαστικού ερωτήματος

62

Με το τέταρτο και το έκτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 1, 4 και 7 του Χάρτη, σε συνδυασμό με την οδηγία 2008/115, έχουν την έννοια ότι κράτος μέλος μπορεί να υποχρεωθεί να χορηγήσει δικαίωμα διαμονής, για επιτακτικούς ανθρωπιστικούς λόγους, ενδεχομένως δυνάμει της διεθνούς προστασίας, σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος έχει διαμείνει επί μακρόν στο έδαφός του χωρίς αναγνωρισμένο καθεστώς και διαμένει επί του παρόντος παρανόμως στο εν λόγω κράτος μέλος.

63

Κατά πρώτον, επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη, όσον αφορά τη δράση των κρατών μελών, ορίζεται στο άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, το οποίο προβλέπει ότι οι διατάξεις του απευθύνονται στα κράτη μέλη μόνον όταν αυτά εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, η δε διάταξη αυτή επιβεβαιώνει την νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην έννομη τάξη της Ένωσης έχουν εφαρμογή σε όλες τις καταστάσεις που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, πλην όμως όχι πέραν αυτών. Αντιθέτως, όταν μια έννομη κατάσταση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί επ’ αυτής και οι διατάξεις του Χάρτη των οποίων ενδεχομένως γίνεται επίκληση δεν μπορούν να θεμελιώσουν, αυτές και μόνον, την εν λόγω αρμοδιότητα [αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 2019, A. K. κ.λπ. (Ανεξαρτησία του πειθαρχικού τμήματος του Ανώτατου Δικαστηρίου),C‑585/18, C‑624/18 και C‑625/18, EU:C:2019:982, σκέψη 78, και της 25ης Ιανουαρίου 2024, Parchetul de pe lângă Curtea de Apel Craiova κ.λπ., C‑58/22, EU:C:2024:70, σκέψη 40].

64

Ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί, κατ’ αρχάς, κατά πόσον κατάσταση υπηκόου τρίτης χώρας όπως αυτή του προσφεύγοντος της κύριας δίκης μπορεί να εμπίπτει στο δίκαιο της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, και στη συνέχεια πρέπει να καθοριστεί αν μια τέτοια κατάσταση συνεπάγεται, δυνάμει των άρθρων 1, 4 ή 7 του Χάρτη, τη χορήγηση δικαιώματος διαμονής στον εν λόγω υπήκοο.

65

Συναφώς, από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει, πρώτον, ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν πληροί τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας κατά την έννοια της οδηγίας 2011/95 και, ως εκ τούτου, η εν λόγω οδηγία δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωσή του.

66

Δεύτερον, ο προσφεύγων της κύριας δίκης, υπό την επιφύλαξη της δυνατότητάς του να επικαλεστεί άλλη άδεια διαμονής στη Βουλγαρία, εμπίπτει, αντιθέτως, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2008/115, διότι διαμένει παρανόμως στο κράτος μέλος αυτό από τον χρόνο έκδοσης της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του διεθνούς προστασίας, κατά της οποίας άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου (πρβλ. απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, Országos Idegenrendézeti Főigazgatóság Dél-alföldi Regionális Igazgatóság,C‑924/19 PPU και C‑925/19 PPU, EU:C:2020:367, σκέψεις 209 και 210). Ως εκ τούτου, η κατάστασή του διέπεται από το δίκαιο της Ένωσης.

67

Τούτου λεχθέντος, καμία διάταξη της οδηγίας 2008/115 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαιτεί από κράτος μέλος να χορηγήσει άδεια διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει παρανόμως στο έδαφός του. Όσον αφορά, ειδικότερα, το άρθρο 6, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας, η διάταξη αυτή απλώς επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρέχουν, για λόγους φιλευσπλαχνίας ή ανθρωπιστικούς λόγους, δικαίωμα διαμονής βάσει του εθνικού τους δικαίου, και όχι βάσει του δικαίου της Ένωσης, σε υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι διαμένουν παρανόμως στο έδαφός τους [πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Απομάκρυνση – Θεραπευτική κάνναβη), C‑69/21, EU:C:2022:913, σκέψεις 85 και 86].

68

Το δε άρθρο 51, παράγραφος 2, του Χάρτη ορίζει ότι οι διατάξεις του δεν διευρύνουν το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι, δυνάμει των άρθρων 1, 4 ή 7 του Χάρτη, κράτος μέλος μπορεί να υποχρεωθεί να παράσχει δικαίωμα διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2008/115 [πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Απομάκρυνση – Θεραπευτική κάνναβη), C‑69/21, EU:C:2022:913, σκέψη 87]. Η κατά το μάλλον ή ήττον μακρά διάρκεια διαμονής του υπηκόου αυτού στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους δεν ασκεί συναφώς επιρροή.

69

Τρίτον, υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος βρίσκεται σε κατάσταση όπως αυτή του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, ακόμη και αν διαμένει παρανόμως στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, εμπίπτει επίσης στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 2013/32 και 2013/33, εφόσον το αιτούν δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί επί της προσφυγής του κατά της απορρίψεως της αιτήσεώς του διεθνούς προστασίας (πρβλ. απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság Dél-alföldi Regionális Igazgatóság,C‑924/19 PPU και C‑925/19 PPU, EU:C:2020:367, σκέψεις 207 και 208).

70

Δυνάμει του άρθρου 46, παράγραφος 5, της οδηγίας 2013/32, οι αιτούντες διεθνή προστασία, υπό την επιφύλαξη των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 41, παράγραφος 1, και στο άρθρο 46, παράγραφος 6, της οδηγίας αυτής, έχουν το δικαίωμα να παραμείνουν στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους εν αναμονή της έκβασης της προσφυγής που έχουν ασκήσει κατά της απόρριψης της αίτησής τους [πρβλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία),C‑808/18, EU:C:2020:1029, σκέψη 282]

71

Επομένως, δεν αποκλείεται εν προκειμένω, παρά το γεγονός ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας του προσφεύγοντος της κύριας δίκης συνιστά μεταγενέστερη αίτηση, ο ίδιος να έχει δικαίωμα παραμονής στο βουλγαρικό έδαφος μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

72

Όπως ρητώς διευκρινίζει το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, ένα τέτοιο δικαίωμα παραμονής στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους δεν θεμελιώνει πάντως δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής. Ως εκ τούτου, και για λόγους ανάλογους με εκείνους που εκτίθενται στη σκέψη 68 της παρούσας απόφασης, καμία διάταξη του Χάρτη δεν μπορεί να υποχρεώσει κράτος μέλος να χορηγήσει δικαίωμα διαμονής σε αιτούντα διεθνή προστασία το οποίο βαίνει πέραν της έκτασης της άδειας παραμονής στη χώρα δυνάμει του άρθρου 46, παράγραφος 5, της εν λόγω οδηγίας.

73

Κατά δεύτερον, πρέπει ωστόσο να προστεθεί, αφενός, ότι, δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και δʹ, της οδηγίας 2008/115, τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν, στο μέτρο του δυνατού, ώστε, ενόσω αναβάλλεται η απομάκρυνση του ενδιαφερομένου υπηκόου τρίτης χώρας, να διασφαλίζεται η παροχή επείγουσας υγειονομικής περίθαλψης και κάθε απαραίτητης θεραπευτικής αγωγής και να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες ανάγκες των ευάλωτων ατόμων.

74

Επιπροσθέτως, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να τηρούν την απαγόρευση της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, όπως αυτή απορρέει από το άρθρο 4 του Χάρτη, όταν εφαρμόζουν την οδηγία 2008/115. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη οφείλουν επίσης να μεριμνούν ώστε ο παρανόμως διαμένων στο έδαφός τους υπήκοος τρίτης χώρας να μη βρίσκεται, ενόσω δεν έχει απομακρυνθεί από το έδαφος αυτό, σε κατάσταση που απαγορεύεται από το άρθρο 4 του Χάρτη.

75

Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το εν λόγω άρθρο 4 παραβιάζεται όταν η αδιαφορία των αρχών ενός κράτους μέλους θα είχε ως συνέπεια να περιέλθει ένα πρόσωπο το οποίο είναι απολύτως εξαρτημένο από την κρατική αρωγή, ανεξαρτήτως της θέλησής του και των προσωπικών του επιλογών, σε κατάσταση έσχατης υλικής στέρησης, η οποία θα τον εμπόδιζε να αντιμετωπίσει τις πλέον στοιχειώδεις ανάγκες του, όπως είναι μεταξύ άλλων η σίτιση, η προσωπική καθαριότητα και η στέγαση, και θα έβλαπτε την ψυχική ή σωματική υγεία του ή θα τον περιήγε σε κατάσταση εξευτελισμού ασυμβίβαστη με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια (πρβλ. αποφάσεις της 19ης Μαρτίου 2019, Jawo,C‑163/17, EU:C:2019:218, σκέψη 92, και της 16ης Ιουλίου 2020, Addis, C‑517/17, EU:C:2020:579, σκέψη 51).

76

Αφετέρου, ο αιτών διεθνή προστασία στον οποίο επετράπη να παραμείνει στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους υπό την ιδιότητα αυτή απολαύει των συνθηκών υποδοχής που προβλέπει η οδηγία 2013/33, μέχρις ότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της αιτήσεώς του [πρβλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία), C‑808/18, EU:C:2020:1029, σκέψεις 284 έως 286].

77

Επομένως, εν προκειμένω, στην περίπτωση που ο LF διέθετε τέτοιο δικαίωμα παραμονής στη βουλγαρική επικράτεια μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής του που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, ο ίδιος θα πρέπει επίσης να απολαύει των συνθηκών υποδοχής που προβλέπει η οδηγία 2013/33, μέχρις ότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της εν λόγω προσφυγής.

78

Επιπλέον, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η παροχή των υλικών συνθηκών υποδοχής περιορίζεται ή ανακαλείται βάσει του άρθρου 20, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2013/33 για τον λόγο ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας που αποτελεί την αιτία της διαφοράς της κύριας δίκης είναι μεταγενέστερη αίτηση, το άρθρο 20, παράγραφος 5, της ίδιας οδηγίας διασφαλίζει, εν πάση περιπτώσει, στον αιτούντα τις ελάχιστες συνθήκες υποδοχής που του επιτρέπουν να ζει αξιοπρεπώς.

79

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο τέταρτο και στο έκτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 1, 4 και 7 του Χάρτη, σε συνδυασμό με την οδηγία 2008/115, έχουν την έννοια ότι κράτος μέλος δεν υποχρεούται να χορηγήσει, για επιτακτικούς ανθρωπιστικούς λόγους, δικαίωμα διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει επί του παρόντος παρανόμως στο έδαφός του, ανεξαρτήτως της διάρκειας διαμονής του στο εν λόγω κράτος μέλος. Εντούτοις, ο υπήκοος αυτός, εφόσον δεν έχει λάβει χώρα η απομάκρυνσή του, μπορεί να επικαλεστεί τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται υπέρ αυτού τόσο στον Χάρτη όσο και στο άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής. Επιπροσθέτως, αν ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας έχει επίσης την ιδιότητα του αιτούντος διεθνή προστασία, στον οποίο έχει επιτραπεί να παραμείνει στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, μπορεί επίσης να επικαλεστεί τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην οδηγία 2013/33.

Επί των δικαστικών εξόδων

80

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφαίνεται:

 

1)

Η οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας,

έχει την έννοια ότι:

δεν αντιτίθεται στην εκ μέρους κράτους μέλους χορήγηση δικαιώματος διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας για λόγους που ουδεμία σχέση έχουν με τη γενική οικονομία και τους σκοπούς της οδηγίας αυτής, εφόσον το εν λόγω δικαίωμα διαμονής διακρίνεται σαφώς από τη διεθνή προστασία που παρέχεται δυνάμει της οδηγίας 2011/95.

 

2)

Το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών,

έχει την έννοια ότι:

κράτος μέλος το οποίο δεν είναι σε θέση να προβεί στην απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας εντός των προθεσμιών που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής οφείλει να του παράσχει γραπτή βεβαίωση ότι, παρόλο που διαμένει παρανόμως στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, η απόφαση επιστροφής που τον αφορά δεν θα εκτελεστεί προσωρινά.

 

3)

Τα άρθρα 1, 4 και 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδυασμό με την οδηγία 2008/115, έχουν την έννοια ότι κράτος μέλος δεν υποχρεούται να χορηγήσει, για επιτακτικούς ανθρωπιστικούς λόγους, δικαίωμα διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει επί του παρόντος παρανόμως στο έδαφός του, ανεξαρτήτως της διάρκειας διαμονής του στο εν λόγω κράτος μέλος. Εντούτοις, ο υπήκοος αυτός, εφόσον δεν έχει λάβει χώρα η απομάκρυνσή του, μπορεί να επικαλεστεί τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται υπέρ αυτού τόσο στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στο άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής. Επιπροσθέτως, αν ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας έχει επίσης την ιδιότητα του αιτούντος διεθνή προστασία, στον οποίο έχει επιτραπεί να παραμείνει στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, μπορεί επίσης να επικαλεστεί τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην οδηγία 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η βουλγαρική.

( i ) Η ονομασία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.