Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 26ης Φεβρουαρίου 2026 (*)
Περιεχόμενα
I. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Η οδηγία για την αδειοδότηση
2. Η οδηγία-πλαίσιο
3. Η οδηγία για τον ανταγωνισμό
4. Η οδηγία 2018/1972
Β. Το ουγγρικό δίκαιο
II. Το ιστορικό της προσφυγής λόγω παραβάσεως
III. Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
IV. Επί της προσφυγής
Α. Επί της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης
1. Επί της εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και του Χάρτη
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
1) Επί του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες
2) Επί του Χάρτη
2. Επί της εφαρμογής ratione temporis της οδηγίας 2018/1972
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Β. Επί του παραδεκτού
1. Επί του παραδεκτού των αιτιάσεων που προβάλλονται κατά των επίμαχων αποφάσεων
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
2. Επί του παραδεκτού της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται παραβίαση της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας
Γ. Επί της ουσίας
1. Επί των αιτιάσεων που αφορούν το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης και την απορριπτική απόφαση
α) Επί της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
1) Επιχειρήματα των διαδίκων
2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
i) Επί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 10 της οδηγίας για την αδειοδότηση
ii) Επί του περιεχομένου του άρθρου 48, παράγραφος 7, στοιχείο a, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης
iii) Επί της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας από το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης
β) Επί της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
1) Επιχειρήματα των διαδίκων
2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
γ) Επί της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται μη έγκαιρη έκδοση της απορριπτικής απόφασης
1) Επιχειρήματα των διαδίκων
2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
δ) Συμπέρασμα
2. Επί των αιτιάσεων που αφορούν την επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού και την απόφαση περί ακυρότητας
α) Επί των αιτιάσεων με τις οποίες προβάλλεται παραβίαση των αρχών της διαφάνειας και της αναλογικότητας
1) Επιχειρήματα των διαδίκων
2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
i) Επί των λόγων ακυρότητας που αφορούν τις εκπομπές «Reggeli Gyors ismétlés» και «Kovátsműhely»
ii) Επί του λόγου ακυρότητας που αφορά το επιχειρηματικό και χρηματοοικονομικό σχέδιο του Klubrádió
β) Επί της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται μη εμπρόθεσμη έκδοση της αποφάσεως περί ακυρότητας
1) Επιχειρήματα των διαδίκων
2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
γ) Συμπέρασμα
3. Επί των αιτιάσεων που αφορούν το άρθρο 65, παράγραφος 11, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
1) Επί της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
2) Επί της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
3) Επί της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται παράβαση της υποχρέωσης διασφάλισης της αποτελεσματικής διαχείρισης του ραδιοφάσματος
4) Συμπέρασμα
4. Επί των αιτιάσεων με τις οποίες προβάλλεται παράβαση του άρθρου 11 του Χάρτη
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Επί των δικαστικών εξόδων
« Παράβαση κράτους μέλους – Δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών – Ραδιοφάσμα – Οδηγίες 2002/20/ΕΚ, 2002/21/ΕΚ, 2002/77/ΕΚ και (ΕΕ) 2018/1972 – Μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης – Εθνική νομοθεσία και εθνικές διοικητικές αποφάσεις με τις οποίες εμπορικός ραδιοφωνικός σταθμός στερείται της δυνατότητας να μεταδίδει το πρόγραμμά του σε αναλογική επίγεια ραδιοσυχνότητα FM – Αρχές της αναλογικότητας, της διαφάνειας, της απαγόρευσης των διακρίσεων και της χρηστής διοίκησης – Άρθρο 11 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης – Ελευθερία των μέσων ενημέρωσης »
Στην υπόθεση C‑92/23,
με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2023,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον A. de Gregorio Merino, την U. Małecka και τους L. Malferrari και A. Tokár,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από τα:
Βασίλειο του Βελγίου, εκπροσωπούμενο αρχικώς από τις C. Jacob, M. Jacobs, C. Pochet, L. Van den Broeck και M. Van Regemorter, στη συνέχεια, από τις C. Jacob, M. Jacobs, C. Pochet και M. Van Regemorter,
Βασίλειο της Δανίας, εκπροσωπούμενο αρχικώς από τις D. Elkan, J. F. Kronborg και C. A.‑S. Maertens, στη συνέχεια, από τις D. Elkan και C. A.‑S. Maertens και τέλος από τις C. A.‑S. Maertens και J. Sandvik Loft,
Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τις M. K. Bulterman και C. S. Schillemans,
παρεμβαίνοντα,
κατά
Ουγγαρίας, εκπροσωπούμενης από τους M. Z. Fehér και G. Koós, επικουρούμενους από τον G. Trinn, ügyvéd,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, T. von Danwitz, Αντιπρόεδρο, K. Jürimäe, Κ. Λυκούργο, M. L. Arastey Sahún (εισηγήτρια), προέδρους τμήματος, S. Rodin, E. Regan, N. Piçarra, Δ. Γρατσία, M. Gavalec, S. Gervasoni, N. Fenger και R. Frendo, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Α. Ράντος
γραμματέας: I. Illéssy, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 2ας Δεκεμβρίου 2024,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Απριλίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ουγγαρία:
– παρέβη της υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 5, 7 και 10 της οδηγίας 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 21), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/140/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 337, σ. 37) (στο εξής: οδηγία για την αδειοδότηση), από το άρθρο 4, σημείο 2, της οδηγίας 2002/77/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (ΕΕ 2002, L 249, σ. 21, στο εξής: οδηγία για τον ανταγωνισμό), από το άρθρο 9 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία-πλαίσιο) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 21), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/140 (στο εξής: οδηγία-πλαίσιο), και από το άρθρο 11 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης):
– λόγω της έκδοσης από το Médiatanács (συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, Ουγγαρία), στις 8 Σεπτεμβρίου 2020, της αποφάσεως αριθ. 830/2020 (IX. 8), με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του Klubrádió για την ανανέωση των δικαιωμάτων του χρήσης του ραδιοφάσματος·
– λόγω της θέσπισης του άρθρου 48, παράγραφος 7, του médiaszolgáltatásokról és a tömegkommunikációról szóló 2010. évi CLXXXV. törvény [νόμου CLXXXV του 2010 για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης και για τα μέσα μαζικής επικοινωνίας (Magyar Közlöny 2010/202., στο εξής: νόμος περί μέσων ενημέρωσης)], βάσει του οποίου, σε περίπτωση καθ’ υποτροπήν παράβασης, αποκλείεται αυτομάτως η ανανέωση των δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος για ραδιοφωνικές εκπομπές, ακόμη και όταν η παράβαση δεν είναι ιδιαιτέρως σοβαρή και έχει αμιγώς τυπικό χαρακτήρα, και
– λόγω της επακόλουθης αδυναμίας του Klubrádió, κατά τρόπο δυσανάλογο και εισάγοντα δυσμενή διάκριση σε βάρος του, να εξακολουθήσει να ασκεί τις δραστηριότητές του στον τομέα των υπηρεσιών ραδιοφωνικής μετάδοσης,
– παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας-πλαισίου και από το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας για την αδειοδότηση, καθώς και από την αρχή της χρηστής διοικήσεως:
– λόγω της μη έκδοσης, εντός της προθεσμίας των έξι εβδομάδων που προβλέπεται από το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας για την αδειοδότηση, αποφάσεως επί της αιτήσεως του Klubrádió για την ανανέωση των δικαιωμάτων του χρήσης του ραδιοφάσματος και
– λόγω της μη έγκαιρης διεξαγωγής διαδικασίας για την παραχώρηση της ραδιοσυχνότητας την οποία χρησιμοποιούσε προηγουμένως το Klubrádió, κατά τρόπον ώστε να καταστεί δυνατή η έκδοση αποφάσεως πριν από τη λήξη της ισχύος των δικαιωμάτων χρήσης του Klubrádió·
– παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας για την αδειοδότηση, από το άρθρο 45 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (ΕΕ 2018, L 321, σ. 36), και από το άρθρο 11 του Χάρτη, λόγω του ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, στην προκήρυξη του διαγωνισμού σχετικά με τη δυνατότητα παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης στη συχνότητα 92,9 Mhz, την οποία δημοσίευσε στις 4 Νοεμβρίου 2020, και στην απόφαση αριθ. 180/2021 (III. 10.), την οποία εξέδωσε στις 10 Μαρτίου 2021, εξάρτησε τη χορήγηση των δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος από μη αναλογικές προϋποθέσεις, δεν καθόρισε εκ των προτέρων τα κριτήρια χορήγησης των δικαιωμάτων χρήσης του εν λόγω ραδιοφάσματος, δεν προέβλεψε κανένα περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την εκτίμηση της σοβαρότητας και της σημασίας των σφαλμάτων τα οποία ενδεχομένως ενείχαν οι υποβληθέντες από τους υποψηφίους φάκελοι και τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον αποκλεισμό των εν λόγω υποψηφίων από τον διαγωνισμό και δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι τα σφάλματα ήταν ήσσονος σημασίας, και
– παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 45, παράγραφος 1, της οδηγίας 2018/1972 καθώς και από τις αρχές της αναλογικότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω της θέσπισης του άρθρου 65, παράγραφος 11, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, το οποίο αποκλείει τη δυνατότητα υποβολής αίτησης για τη χορήγηση προσωρινών δικαιωμάτων χρήσης στην περίπτωση που τα δικαιώματα χρήσης ενός παρόχου υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης δεν έχουν ανανεωθεί προηγουμένως, ενώ παρέχει τη δυνατότητα αυτή στους παρόχους υπηρεσιών των οποίων τα δικαιώματα χρήσης έχουν ήδη ανανεωθεί μία φορά, χωρίς να αιτιολογεί αυτή τη διαφορετική μεταχείριση, αν και οι λόγοι που αποκλείουν την ανανέωση δεν εμποδίζουν τη χορήγηση νέου δικαιώματος χρήσης.
I. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
2 Το κοινό κανονιστικό πλαίσιο για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, για τα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών καθώς και για τις συναφείς ευκολίες και υπηρεσίες, το οποίο ίσχυε έως τις 21 Δεκεμβρίου 2020, απαρτιζόταν από την οδηγία-πλαίσιο καθώς και από τις τέσσερις ειδικές οδηγίες που τη συνόδευαν, μεταξύ των οποίων η οδηγία για την αδειοδότηση, οι οποίες συμπληρώνονταν από την οδηγία για τον ανταγωνισμό. Η οδηγία-πλαίσιο και η οδηγία για την αδειοδότηση καταργήθηκαν με την οδηγία 2018/1972 (στο εξής, από κοινού με την οδηγία για τον ανταγωνισμό: το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες).
1. Η οδηγία για την αδειοδότηση
3 Το άρθρο 5 της οδηγίας για την αδειοδότηση προέβλεπε τα εξής:
«[...]
2. Όταν είναι απαραίτητη η χορήγηση ατομικών δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και αριθμών, τα κράτη μέλη χορηγούν τα δικαιώματα αυτά, κατόπιν αιτήματος, σε κάθε επιχείρηση για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών βάσει της γενικής άδειας κατά το άρθρο 3, με την επιφύλαξη των άρθρων 6 και 7 και του άρθρου 11 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της παρούσας οδηγίας και των άλλων κανόνων που διασφαλίζουν την αποδοτική χρήση των εν λόγω πόρων σύμφωνα με την οδηγία [2002/21].
Με την επιφύλαξη ειδικών κριτηρίων που ορίζονται εκ των προτέρων από τα κράτη μέλη για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων σε παρόχους υπηρεσιών περιεχομένου ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών προς επίτευξη στόχων γενικού συμφέροντος σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, τα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και αριθμών χορηγούνται μέσω ανοικτών, αντικειμενικών, διαφανών, αμερόληπτων και αναλογικών διαδικασιών και, στην περίπτωση των ραδιοσυχνοτήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 της οδηγίας [2002/21]. Μια εξαίρεση από την απαίτηση για ανοικτές διαδικασίες θα μπορούσε να ισχύει στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων σε φορείς παροχής υπηρεσιών περιεχομένου ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών είναι απαραίτητη για την επίτευξη στόχου γενικού συμφέροντος όπως ορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία.
[...]
3. Οι αποφάσεις για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης λαμβάνονται, ανακοινώνονται και δημοσιοποιούνται το συντομότερο δυνατόν μετά την παραλαβή της πλήρους αίτησης από την εθνική ρυθμιστική αρχή, εντός τριών εβδομάδων στην περίπτωση αριθμών που έχουν χορηγηθεί για συγκεκριμένους σκοπούς στο πλαίσιο του εθνικού σχεδίου αριθμοδότησης και εντός έξι εβδομάδων στην περίπτωση ραδιοσυχνοτήτων που έχουν κατανεμηθεί για χρήση από υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στο πλαίσιο του εθνικού προγράμματος συχνοτήτων. Η εν λόγω τελευταία προθεσμία ισχύει με την επιφύλαξη ισχυουσών διεθνών συμφωνιών που αφορούν τη χρήση των ραδιοσυχνοτήτων ή των τροχιακών θέσεων.
[...]»
4 Το άρθρο 7 της οδηγίας για την αδειοδότηση όριζε τα εξής:
«[...]
3. Εάν απαιτείται περιορισμός της παροχής δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων, τα κράτη μέλη παρέχουν τα εν λόγω δικαιώματα βάσει αντικειμενικών, διαφανών, αμερόληπτων και αναλογικών κριτηρίων επιλογής. Όλα τα εν λόγω κριτήρια επιλογής πρέπει να σταθμίζουν δεόντως την επίτευξη των στόχων του άρθρου 8 της οδηγίας [2002/21] και των απαιτήσεων του άρθρου 9 της εν λόγω οδηγίας.
4. Εάν χρησιμοποιούνται διαδικασίες συγκριτικής ή ανταγωνιστικής επιλογής, τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν τη μέγιστη περίοδο των έξι εβδομάδων που αναφέρεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, για το χρονικό διάστημα που κρίνεται απαραίτητο προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω διαδικασίες είναι δίκαιες, εύλογες, ανοικτές και διαφανείς για όλους τους ενδιαφερόμενους, αλλά όχι περισσότερο από οκτώ μήνες.
[...]»
5 Το άρθρο 10 της οδηγίας για την αδειοδότηση όριζε τα ακόλουθα:
«1. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές παρακολουθούν και επιβλέπουν τη συμμόρφωση με τους όρους της γενικής άδειας ή των δικαιωμάτων χρήσης και με τις ειδικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2, σύμφωνα με το άρθρο 11.
[...]
3. Η αρμόδια αρχή έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει την παύση της παράβασης στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 2, είτε αμέσως είτε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, και λαμβάνει κατάλληλα και αναλογικά μέτρα που αποβλέπουν στην εξασφάλιση της συμμόρφωσης.
[...]
5. Σε περιπτώσεις σοβαρών ή επανειλημμένων παραβάσεων των όρων της γενικής άδειας ή των δικαιωμάτων χρήσης ή των ειδικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2, εάν τα μέτρα για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου δεν φέρουν αποτέλεσμα, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να εμποδίζουν την περαιτέρω παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών από μια επιχείρηση ή να αναστέλλουν ή να αποσύρουν τα δικαιώματα χρήσης. Μπορούν να επιβληθούν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις και ποινές που θα καλύπτουν τη χρονική περίοδο κάθε παράβασης, ακόμη και εάν η παράβαση έχει στη συνέχεια διορθωθεί.
[...]»
2. Η οδηγία-πλαίσιο
6 Η αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας-πλαισίου είχε ως εξής:
«Η σύγκλιση στους κλάδους των τηλεπικοινωνιών, των μέσων επικοινωνίας και της τεχνολογίας των πληροφοριών σημαίνει ότι όλα τα δίκτυα και οι υπηρεσίες μετάδοσης θα πρέπει να διέπονται από ενιαίο κανονιστικό πλαίσιο. Αυτό το κανονιστικό πλαίσιο αποτελείται από την παρούσα οδηγία και από τέσσερις ειδικές οδηγίες: οδηγία [2002/20], οδηγία 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και για τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση) [(ΕΕ 2002, L 108, σ. 7)], οδηγία 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την καθολική υπηρεσία) [(ΕΕ 2002, L 108, σ. 7),] οδηγία 97/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, περί επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και προστασίας της ιδιωτικής ζωής στον τηλεπικοινωνιακό τομέα [(ΕΕ 1998, L 24, σ. 1)] (εφεξής αποκαλούμενες “ειδικές οδηγίες”). Είναι απαραίτητο να διαχωριστεί η ρύθμιση της μετάδοσης από τη ρύθμιση του περιεχομένου. Το πλαίσιο αυτό δεν καλύπτει, επομένως, το περιεχόμενο υπηρεσιών που παρέχονται μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούν υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως το ραδιοτηλεοπτικά εκπεμπόμενο περιεχόμενο, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και ορισμένες υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας και, για τον λόγο αυτό, δεν συνιστά εμπόδιο για μέτρα που λαμβάνονται, σε κοινοτικό ή εθνικό επίπεδο, σχετικά με τις εν λόγω υπηρεσίες, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, με σκοπό την προώθηση της πολιτισμικής και γλωσσικής πολυμορφίας και τη διασφάλιση της υπεράσπισης του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης. Το περιεχόμενο των τηλεοπτικών προγραμμάτων καλύπτεται από την οδηγία 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων [(ΕΕ 1989, L 298, σ. 23)]. Η διάκριση μεταξύ της ρύθμισης της μετάδοσης και της ρύθμισης του περιεχομένου δεν εμποδίζει να λαμβάνονται υπόψη οι δεσμοί που υπάρχουν μεταξύ τους, ιδίως όσον αφορά τη διασφάλιση του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης, της πολιτισμικής πολυμορφίας και της προστασίας του καταναλωτή.»
7 Το άρθρο 1 της οδηγίας-πλαισίου προέβλεπε τα ακόλουθα:
«1. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει εναρμονισμένο πλαίσιο για τη ρύθμιση υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συναφών ευκολιών και συναφών υπηρεσιών, καθώς και ορισμένων πτυχών του τερματικού εξοπλισμού ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση των χρηστών με αναπηρία. Καθορίζει τα καθήκοντα των εθνικών κανονιστικών αρχών και θεσπίζει σύνολο διαδικασιών για την εξασφάλιση της εναρμονισμένης εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου σε ολόκληρη την Κοινότητα.
2. Η παρούσα οδηγία καθώς και οι ειδικές οδηγίες ισχύουν υπό την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται [από] το εθνικό δίκαιο σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, ή από το κοινοτικό δίκαιο σε σχέση με τις υπηρεσίες που παρέχονται μέσω δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
3. Η παρούσα οδηγία, καθώς και οι ειδικές οδηγίες, ισχύουν υπό την επιφύλαξη των μέτρων που λαμβάνονται, σε κοινοτικό ή εθνικό επίπεδο, τηρουμένου του κοινοτικού δικαίου, για την επιδίωξη στόχων γενικού συμφέροντος, ιδίως σχετικά με τη ρύθμιση του περιεχομένου και την πολιτική στον οπτικοακουστικό τομέα.
[...]»
8 Το άρθρο 2 της ως άνω οδηγίας-πλαισίου όριζε τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
α) “Δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών”: τα συστήματα μετάδοσης και, κατά περίπτωση, ο εξοπλισμός μεταγωγής ή δρομολόγησης και οι λοιποί πόροι, περιλαμβανομένων μη ενεργών στοιχείων δικτύου, που επιτρέπουν τη μεταφορά σημάτων, με τη χρήση καλωδίου, ραδιοσημάτων, οπτικού ή άλλου ηλεκτρομαγνητικού μέσου, περιλαμβανομένων των δορυφορικών δικτύων, των σταθερών (μεταγωγής δεδομένων μέσω κυκλωμάτων και πακετομεταγωγής, περιλαμβανομένου του Διαδικτύου) και κινητών επίγειων δικτύων, των συστημάτων ηλεκτρικών καλωδίων, εφόσον χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση σημάτων, των δικτύων που χρησιμοποιούνται για ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, καθώς και των δικτύων καλωδιακής τηλεόρασης, ανεξάρτητα από το είδος των μεταφερόμενων πληροφοριών.
[...]
γ) ‟Υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών”: οι υπηρεσίες που παρέχονται συνήθως έναντι αμοιβής και των οποίων η παροχή συνίσταται, εν όλω ή [κατά κύριο μέρος], στη μεταφορά σημάτων σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών και των υπηρεσιών μετάδοσης σε δίκτυα που χρησιμοποιούνται για ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις, αλλά εξαιρουμένων των υπηρεσιών που παρέχουν περιεχόμενο μεταδιδόμενο με χρήση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή που ασκούν έλεγχο επί του περιεχομένου· δεν περιλαμβάνουν επίσης τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 1 της οδηγίας 98/34/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (ΕΕ 1998, L 204, σ. 37), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998 (ΕΕ 1998, L 217, σ. 18),], οι οποίες δεν συνίστανται, εν όλω ή [κατά κύριο μέρος], στη μεταφορά σημάτων σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
[...]»
9 Το άρθρο 8 της οδηγίας-πλαισίου όριζε τα ακόλουθα:
«1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, κατά την άσκηση των κανονιστικών καθηκόντων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και τις ειδικές οδηγίες, οι εθνικές κανονιστικές αρχές λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο που στοχεύει στην επίτευξη των στόχων των παραγράφων 2, 3 και 4. Τα εν λόγω μέτρα είναι ανάλογα προς τους στόχους αυτούς.
[...]
Οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να συμβάλλουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, στην εξασφάλιση της εφαρμογής πολιτικών που αποσκοπούν στην προαγωγή της πολιτιστικής και γλωσσικής πολυμορφίας, καθώς και στον πλουραλισμό των μέσων ενημέρωσης.
2. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές προάγουν τον ανταγωνισμό στην παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών ευκολιών και υπηρεσιών, μεταξύ άλλων:
α) μεριμνώντας ώστε οι χρήστες, περιλαμβανομένων των μειονεκτούντων χρηστών, των ηλικιωμένων χρηστών και των χρηστών με ειδικές κοινωνικές ανάγκες να αποκομίζουν το μέγιστο όφελος όσον αφορά την επιλογή, την τιμή και την ποιότητα·
[...]
δ) ενθαρρύνοντας την αποτελεσματική χρήση και εξασφαλίζοντας την ουσιαστική διαχείριση των ραδιοσυχνοτήτων και των πόρων αριθμοδότησης.
[...]»
10 Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας-πλαισίου προέβλεπε τα εξής:
«Τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τους το γεγονός ότι οι ραδιοσυχνότητες αποτελούν δημόσιο αγαθό με σημαντική κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική αξία, εξασφαλίζουν την ουσιαστική διαχείριση των ραδιοσυχνοτήτων για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην επικράτειά τους σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 8α. Εξασφαλίζουν ότι η κατανομή του ραδιοφάσματος που χρησιμοποιείται για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και η χορήγηση γενικών αδειών ή μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων αυτών από τις αρμόδιες εθνικές αρχές βασίζονται σε αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά κριτήρια.
[...]»
3. Η οδηγία για τον ανταγωνισμό
11 Το άρθρο 4 της οδηγίας για τον ανταγωνισμό προβλέπει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη των ειδικών κριτηρίων και διαδικασιών που θέσπισαν τα κράτη μέλη για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων σε φορείς παροχής υπηρεσιών μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικού περιεχομένου προκειμένου να επιτευχθούν στόχοι γενικού συμφέροντος σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο:
1) Τα κράτη μέλη δεν χορηγούν αποκλειστικά ή ειδικά δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
2) Η εκχώρηση ραδιοσυχνοτήτων για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών βασίζεται σε αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά κριτήρια.»
4. Η οδηγία 2018/1972
12 Η αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας 2018/1972 έχει ως εξής:
«Οι οδηγίες [2002/20 και 2002/21] έχουν τροποποιηθεί ουσιωδώς. Με την ευκαιρία περαιτέρω τροποποιήσεων, οι οδηγίες αυτές θα πρέπει να αναδιατυπωθούν για λόγους σαφήνειας.»
13 Το άρθρο 2, σημείο 4, της οδηγίας 2018/1972 ορίζει τα ακόλουθα:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
[...]
4) “υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών”: οι υπηρεσίες που παρέχονται συνήθως έναντι αμοιβής μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των οποίων η παροχή περιλαμβάνει, με εξαίρεση τις υπηρεσίες που παρέχουν περιεχόμενο μεταδιδόμενο με χρήση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή που ασκούν έλεγχο επί του περιεχομένου, τις ακόλουθες υπηρεσίες:
α) “υπηρεσία πρόσβασης στο διαδίκτυο” [...]·
β) υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών και
γ) υπηρεσίες που συνίστανται, εν όλω ή [κατά κύριο μέρος], στη μεταφορά σημάτων όπως οι υπηρεσίες μετάδοσης που χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών μεταξύ μηχανών και για την ευρυεκπομπή».
14 Το άρθρο 45 της ως άνω οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το γεγονός ότι το ραδιοφάσμα αποτελεί δημόσιο αγαθό με σημαντική κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική αξία, εξασφαλίζουν την αποτελεσματική διαχείριση του ραδιοφάσματος για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην επικράτειά τους σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 4. Διασφαλίζουν ότι η κατανομή του ραδιοφάσματος, η χορήγηση γενικών αδειών σχετικά με αυτό και η χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης αυτού για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών από τις αρμόδιες αρχές βασίζονται σε αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά κριτήρια που προάγουν τον ανταγωνισμό.
[...]
2. Τα κράτη μέλη προάγουν την εναρμόνιση της χρήσης του ραδιοφάσματος από δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ολόκληρη την Ένωση, σύμφωνα με την ανάγκη εξασφάλισης αποτελεσματικής και αποδοτικής χρήσης του και επιδιώκοντας οφέλη για τον καταναλωτή, όπως ο ανταγωνισμός, οι οικονομίες κλίμακας και η διαλειτουργικότητα των δικτύων και των υπηρεσιών. Εν προκειμένω, ενεργούν σύμφωνα με το άρθρο 4 της παρούσας οδηγίας και με την απόφαση αριθ. 676/2002/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με ένα κανονιστικό πλαίσιο για την πολιτική του ραδιοφάσματος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (απόφαση ραδιοφάσματος) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 1)], μεταξύ άλλων:
[...]
γ) διασφαλίζοντας την προβλεψιμότητα και τη συνέπεια όσον αφορά τη χορήγηση, την ανανέωση, την τροποποίηση, τον περιορισμό και την ανάκληση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος προκειμένου να προωθηθούν μακροπρόθεσμες επενδύσεις,
[...]
ζ) εφαρμόζοντας κανόνες για τη χορήγηση, τη μεταβίβαση, την ανανέωση, την τροποποίηση και την ανάκληση δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος που καθορίζονται με σαφήνεια και διαφάνεια, ώστε να διασφαλίζεται η κανονιστική ασφάλεια, συνοχή και προβλεψιμότητα,
[...]».
15 Το άρθρο 48, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα ακόλουθα:
«Μια εξαίρεση από την απαίτηση για ανοικτές διαδικασίες μπορεί να ισχύει σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος σε παρόχους υπηρεσιών περιεχομένου ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών είναι απαραίτητη για την επίτευξη στόχου γενικού συμφέροντος όπως καθορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο.»
16 Το άρθρο 124, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, έως τις 21 Δεκεμβρίου 2020, τις αναγκαίες νομοθετικές, ρυθμιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία. Κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.»
17 Το άρθρο 125 της οδηγίας 2018/1972 προβλέπει τα ακόλουθα:
«Οι οδηγίες [2002/20 και 2002/21] καταργούνται με ισχύ από τις 21 Δεκεμβρίου 2020, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών σχετικά με τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και τις ημερομηνίες εφαρμογής των οδηγιών που αναφέρονται στο παράρτημα XIΙ μέρος Β.
[...]
Οι παραπομπές στις καταργούμενες οδηγίες νοούνται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος XIIΙ.»
Β. Το ουγγρικό δίκαιο
18 Το άρθρο 22, παράγραφος 8, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως των αποφάσεων του συμβουλίου μέσων ενημέρωσης αριθ. 354/2017 (IV. 19.) (στο εξής: απόφαση αριθ. 354/2017) και αριθ. 1224/2017 (XI. 14.) (στο εξής: απόφαση αριθ. 1224/2017), προέβλεπε τα εξής:
«Οι πάροχοι υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης οφείλουν να διαβιβάζουν κάθε μήνα στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης στοιχεία που να καθιστούν δυνατό τον έλεγχο της τήρησης των ποσοστώσεων μετάδοσης. [...]»
19 Το άρθρο 22, παράγραφος 8, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, όπως ισχύει επί του παρόντος, ορίζει τα εξής:
«Οι πάροχοι γραμμικών υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης και οι πάροχοι υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης κατά παραγγελία οφείλουν κάθε μήνα, οι μεν το αργότερο έως την τελευταία ημέρα του μήνα που έπεται του εν λόγω μήνα, οι δε το αργότερο έως τις 31 Ιανουαρίου του έτους που έπεται του έτους αναφοράς, να υποβάλλουν στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης στοιχεία τα οποία να καθιστούν δυνατό τον έλεγχο της τήρησης των ποσοστώσεων μετάδοσης. [...]»
20 Το άρθρο 48 του ως άνω νόμου ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Εκτός εάν ορίζεται άλλως στον παρόντα νόμο, μια αναλογική γραμμική υπηρεσία μέσων ενημέρωσης που χρησιμοποιεί περιορισμένους δημόσιους πόρους μπορεί να παρέχεται βάσει διοικητικής σύμβασης που ανατίθεται στο πλαίσιο διαγωνισμού ο οποίος προκηρύσσεται και οργανώνεται από το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης.
[...]
5. Το δικαίωμα παροχής αναλογικών γραμμικών υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης διά της χρήσης περιορισμένων δημόσιων πόρων έχει μέγιστη διάρκεια ισχύος δέκα ετών όσον αφορά τη ραδιοφωνική μετάδοση και δέκα ετών όσον αφορά τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων· κατά τη λήξη της ισχύος του, μπορεί να ανανεωθεί άπαξ χωρίς διαγωνισμό, κατόπιν αιτήσεως του παρόχου υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, για μέγιστη διάρκεια επτά ετών και με δεδομένο ότι οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων ενημέρωσης λήγουν κατά τον χρόνο που προβλέπεται στο άρθρο 38, παράγραφος 1, του műsorterjesztés és a digitális átállás szabályairól szóló 2007. évi LXXIV. törvény [(νόμου LXXIV του 2007 περί κανόνων ραδιοφωνικής μετάδοσης και ψηφιακής μετάβασης) (Magyar Közlöny 2007/80.)]
[...] Η αίτηση ανανέωσης πρέπει να κοινοποιείται στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης δεκατέσσερις μήνες πριν από την ημερομηνία λήξης. Σε περίπτωση μη τήρησης της εν λόγω προθεσμίας, δεν χωρεί ανανέωση. Στο πλαίσιο της άσκησης περιουσιακών δικαιωμάτων για λογαριασμό του Δημοσίου, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης πληροφορεί τον πάροχο υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης για την ανανέωση, ή μη, του δικαιώματός του το νωρίτερο έξι μήνες και το αργότερο τέσσερις μήνες πριν από τη λήξη της ισχύος των δικαιωμάτων. Ο πάροχος υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης δεν μπορεί να αξιώσει την ανανέωση του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, ενώ τυχόν ενέργειές του με σκοπό την ανανέωσή του ουδόλως συνεπάγονται υποχρέωση του συμβουλίου μέσων ενημέρωσης να συνάψει σύμβαση.
[...]
7. Η ισχύς του δικαιώματος δεν μπορεί να ανανεωθεί:
a) εάν, με οριστική απόφαση του συμβουλίου μέσων ενημέρωσης, έχουν καταλογιστεί στον πάροχο υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης επανειλημμένες ή σοβαρές παραβάσεις των συμβατικών όρων ή των διατάξεων του a sajtószabadságról és a médiatartalmak Alapvető szabályairól szóló 2010. évi Civ. törvény [(νόμου CIV του 2010 για την ελευθερία του Τύπου και τους θεμελιώδεις κανόνες σχετικά με το περιεχόμενο των μέσων ενημέρωσης) (Magyar Közlöny 2010/170., στο εξής: νόμος περί ελευθερίας του Τύπου)] ή του παρόντος νόμου, ή
b) εάν, κατά τον χρόνο της υποβολής ή της εξέτασης της αιτήσεως, ο πάροχος υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης έχει ανεξόφλητη οφειλή τέλους υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης.
[...]»
21 Το άρθρο 55, παράγραφος 1, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης ορίζει τα εξής:
«Στη διαδικασία του διαγωνισμού μπορεί να λάβει μέρος κάθε επιχείρηση:
a) η οποία δεν βαρύνεται με οφειλές που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες από χρονικού σημείου υπερβαίνοντος τις 60 ημέρες σχετικά με δασμούς ή εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα μητρώα της κεντρικής φορολογικής αρχής ή ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις πληρωμής προς ειδικό κρατικό ταμείο, εκτός εάν ο πιστωτής έχει παράσχει εγγράφως δυνατότητα αναστολής της πληρωμής·
b) ως προς την οποία δεν έχει κινηθεί διαδικασία αφερεγγυότητας, εκκαθάρισης λόγω παύσης πληρωμών, εκούσιας εκκαθάρισης, ή άλλη διαδικασία η οποία αποσκοπεί στη λύση της, και
c) για την οποία, κατά τη διάρκεια των πέντε τελευταίων ετών πριν από τη δημοσίευση της προκήρυξης του διαγωνισμού,
ca) δεν έχει εκδοθεί οριστική διοικητική απόφαση με την οποία να διαπιστώνεται σοβαρή παράβαση λόγω της μη τήρησης των όρων της διοικητικής σύμβασης, ή
cb) δεν έχει γίνει καταγγελία της διοικητικής σύμβασής της από το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης,
d) η οποία δεν έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης.»
22 Το άρθρο 59 του ως άνω νόμου προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Κατά τον έλεγχο της ουσιαστικής εγκυρότητας της προσφοράς, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης αξιολογεί την προσφορά που υπέβαλε ο συμμετέχων στο διαγωνισμό υποψήφιος στο σύνολό της και ως προς καθένα από τα επιμέρους στοιχεία της και εξετάζει το βάσιμό της.
[...]
3. Η προσφορά είναι άκυρη επί της ουσίας
[...]
c) εάν, λόγω ελλιπούς τεκμηρίωσης, δεν είναι κατάλληλη για την επίτευξη των σκοπών που ορίζονται στον παρόντα νόμο ή στην προκήρυξη του διαγωνισμού, ή
[...]».
23 Το άρθρο 63 του εν λόγω νόμου ορίζει τα εξής:
«1. Κατά την κοινοποίηση της απόφασης που μνημονεύεται στο άρθρο 62, παράγραφος 1, στοιχείο b), στον επιλεγέντα υποψήφιο, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης κινεί αυτεπαγγέλτως διοικητική διαδικασία με σκοπό τη σύναψη διοικητικής σύμβασης με τον εν λόγω υποψήφιο. Η διοικητική διαδικασία πρέπει να ολοκληρώνεται εντός προθεσμίας 45 ημερών.
[...]
12. Ο πάροχος υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης έχει δικαίωμα και υποχρέωση να μεταδίδει προγράμματα σύμφωνα με τους όρους της διοικητικής σύμβασης, χρησιμοποιώντας το δικό του δίκτυο, τον εξοπλισμό και τις εγκαταστάσεις του ή χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες (ραδιοφωνικής μετάδοσης) ενός παρόχου υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Για τις δραστηριότητες ραδιοφωνικής μετάδοσης και διανομής που ασκούνται από τον πάροχο υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης με δικό του εξοπλισμό δεν απαιτείται άδεια παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, με την επιφύλαξη των αδειών που απαιτούνται δυνάμει άλλων νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων.
[...]»
24 Το άρθρο 65 του νόμου περί μέσων ενημέρωσης ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Κατόπιν σχετικής αιτήσεως, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης δύναται, λαμβάνοντας υπόψη εκτιμήσεις σχετιζόμενες με την αγορά και την πολιτική των μέσων ενημέρωσης, να συνάπτει προσωρινή διοικητική σύμβαση μέγιστης διάρκειας 180 ημερών για την εκμετάλλευση της δυνατότητας παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης:
[...]
c) για την οποία η [Nemzeti Média- és Hírközlési Hatóság (εθνική αρχή επικοινωνιών και μέσων ενημέρωσης, Ουγγαρία) (στο εξής: NMHH)] αποδεικνύει ότι είναι δυνατή η παροχή των υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης χωρίς να προκαλούνται παρεμβολές εις βάρος τρίτων και χωρίς να παραβιάζονται τα διεθνή πρότυπα.
[...]
11. Εάν το δικαίωμα παροχής γραμμικών υπηρεσιών ραδιοφωνικών μέσων λήξει έχοντας ανανεωθεί άπαξ από το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης και έχει ήδη κινηθεί η διαδικασία διαγωνισμού με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης δύναται να συνάψει με τον πάροχο υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης που υπήρξε δικαιούχος του δικαιώματος, και κατόπιν αιτήσεως του παρόχου, μία ή περισσότερες προσωρινές διοικητικές συμβάσεις μέγιστης διάρκειας 60 ημερών. Βάσει της παρούσας παραγράφου, προσωρινή διοικητική σύμβαση μπορεί να συναφθεί μόνο μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας του διαγωνισμού ή, εάν έχει ασκηθεί διοικητική προσφυγή κατά της αποφάσεως που περατώνει τη διαδικασία διαγωνισμού, μέχρι την έκδοση απρόσβλητης αποφάσεως. Η προσωρινή διοικητική σύμβαση λήγει κατά τον χρόνο σύναψης της διοικητικής σύμβασης με τον επιλεγέντα υποψήφιο.
[...]»
25 Το άρθρο 66, παράγραφος 4, του ως άνω νόμου ορίζει τα εξής:
«Η απευθυνόμενη σε ορισμένη κοινότητα γραμμική υπηρεσία μέσων ενημέρωσης:
[...]
g) μεταδίδει, για περισσότερο από τα δύο τρίτα του εβδομαδιαίου χρόνου εκπομπής της, προγράμματα τα οποία ανταποκρίνονται στους σκοπούς δημόσιας υπηρεσίας που μνημονεύονται στο άρθρο 83, μεταξύ των οποίων ενημερωτικά προγράμματα που αφορούν τη συγκεκριμένη κοινότητα στην οποία απευθύνονται, πολιτικά ενημερωτικά προγράμματα, πολιτιστικά προγράμματα και άλλα προγράμματα παρόμοιου περιεχομένου που δεν απευθύνονται πρωτίστως σε μια συγκεκριμένη κοινότητα,
h) εφόσον πρόκειται για ραδιοφωνική υπηρεσία, αφιερώνει τουλάχιστον το 50 % του ετήσιου χρόνου εκπομπής της που αφορά μουσικά προγράμματα στην παρουσίαση ουγγρικών μουσικών προγραμμάτων.»
26 Το άρθρο 185 του εν λόγω νόμου ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης ή η υπηρεσία [της NMHH (στο εξής: υπηρεσία)] μπορούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 186 έως 189, να επιβάλλουν νομικές κυρώσεις στους παραβάτες των κανόνων που αφορούν τη διαχείριση των μέσων ενημέρωσης.
2. Κατά την επιβολή των νομικών κυρώσεων, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης και η υπηρεσία ενεργούν σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, λαμβανομένων υπόψη των αρχών της προοδευτικότητας και της αναλογικότητας· εφαρμόζουν την αρχή της προοδευτικότητας σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα και τον καθ’ υποτροπήν χαρακτήρα της παράβασης και επιβάλλουν νομική κύρωση η οποία είναι αναλογική, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ειδικών περιστάσεων και του επιδιωκόμενου με την εν λόγω κύρωση σκοπού.
[...]»
27 Το άρθρο 187 του ίδιου νόμου προβλέπει τα εξής:
«1. Σε περίπτωση καθ’ υποτροπήν παράβασης, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης και η υπηρεσία επιβάλλουν, ανάλογα με τη σοβαρότητα και τη φύση της παράβασης καθώς και με τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης περίπτωσης, πρόστιμο ύψους έως 2 000 000 [ουγγρικά φιορίνια (HUF) (περίπου 5 240 ευρώ)] στον υπεύθυνο του παραβαίνοντος φορέα.
2. Το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης και η υπηρεσία καθορίζουν τις νομικές κυρώσεις λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια αξιολόγησης που προβλέπονται από τον a közigazgatási szabályszegések szankcióiról szóló 2017. évi CXXV. törvény [(νόμο CXXV του 2017 περί των εφαρμοστέων κυρώσεων σε περίπτωση διοικητικών παραβάσεων) (Magyar Közlöny 2017/171.)] και, ανάλογα με τη φύση, τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης, τη βλάβη που προκάλεσε η παράβαση στα συμφέροντα και στο δικαίωμα στην προσωπικότητα, καθώς και τον αντίκτυπο της παράβασης στην αγορά.
[...]
5. Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 έως 4, η παράβαση θεωρείται ότι τελείται καθ’ υποτροπήν όταν ο παραβάτης επαναλαμβάνει, εντός χρονικού διαστήματος 365 ημερών, την ίδια παράνομη συμπεριφορά –σχετιζόμενη με την ίδια νομική βάση, την ίδια νομική διάταξη και τον ίδιο τομέα– με εκείνη που έχει διαπιστωθεί με οριστική διοικητική απόφαση, εξαιρουμένων των παραβάσεων ήσσονος σημασίας. Σε περίπτωση παράβασης των άρθρων 20 και 21, του άρθρου 22, παράγραφος 2, του άρθρου 22, παράγραφος 3, του άρθρου 22, παράγραφος 5, και του άρθρου 22, παράγραφος 6, η παράβαση θεωρείται ότι τελείται καθ’ υποτροπήν όταν ο παραβάτης υποπίπτει εκ νέου, εντός χρονικού διαστήματος τριών ετών, στην ίδια παράνομη συμπεριφορά –σχετιζόμενη με την ίδια νομική βάση, την ίδια νομική διάταξη και τον ίδιο τομέα– με εκείνη που έχει διαπιστωθεί με οριστική διοικητική απόφαση, εξαιρουμένων των παραβάσεων ήσσονος σημασίας.
[...]»
28 Το άρθρο 187, παράγραφος 4, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως των αποφάσεων αριθ. 354/2017 και αριθ. 1224/2017, όριζε τα εξής:
«Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 έως 3, η παράβαση θεωρείται ότι τελείται καθ’ υποτροπήν όταν ο παραβάτης επαναλαμβάνει, εντός χρονικού διαστήματος 365 ημερών, την ίδια παράνομη συμπεριφορά –σχετιζόμενη με την ίδια νομική βάση, την ίδια νομική διάταξη και τον ίδιο τομέα– με εκείνη που έχει διαπιστωθεί με οριστική διοικητική απόφαση, εξαιρουμένων των παραβάσεων ήσσονος σημασίας. Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων των άρθρων 20 και 21, του άρθρου 22, παράγραφος 2, του άρθρου 22, παράγραφος 3, του άρθρου 22, παράγραφος 5, και του άρθρου 22, παράγραφος 6, η παράβαση θεωρείται ότι τελείται καθ’ υποτροπήν όταν ο παραβάτης υποπίπτει εκ νέου, εντός χρονικού διαστήματος, στην ίδια παράνομη συμπεριφορά –σχετιζόμενη με την ίδια νομική βάση, την ίδια νομική διάταξη και τον ίδιο τομέα– με εκείνη που έχει διαπιστωθεί με οριστική διοικητική απόφαση.»
II. Το ιστορικό της προσφυγής λόγω παραβάσεως
29 Το Klubrádió είναι ουγγρικός εμπορικός ραδιοφωνικός σταθμός ο οποίος, από το 1999, εξέπεμπε τα προγράμματά του στη συχνότητα 95,3 Mhz στην περιοχή εκπομπής Βουδαπέστης (Ουγγαρία).
30 Στις 13 Φεβρουαρίου 2014 το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης και το Klubrádió έλυσαν τη σχετική με την εν λόγω συχνότητα σύμβαση ραδιοφωνικής μετάδοσης και συνήψαν σύμβαση η οποία αφορούσε το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης στη συχνότητα 92,9 Mhz, στην περιοχή εκπομπής Βουδαπέστης (στο εξής: συχνότητα 92,9 Mhz), για το χρονικό διάστημα από τις 14 Φεβρουαρίου 2014 έως τις 14 Φεβρουαρίου 2021 (στο εξής: σύμβαση ραδιοφωνικής μετάδοσης του Klubrádió). Η σύμβαση αυτή μπορούσε να ανανεωθεί για περίοδο πέντε ετών.
31 Στις 8 Νοεμβρίου 2019 το Klubrádió ζήτησε την ανανέωση της εν λόγω σύμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 48, παράγραφος 5, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης.
32 Με την απόφαση αριθ. 830/2020 (IX. 8) της 8ης Σεπτεμβρίου 2020, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης απέρριψε την ως άνω αίτηση (στο εξής: απορριπτική απόφαση).
33 Το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης στηρίχθηκε στο γεγονός ότι, με την απόφασή του αριθ. 1224/2017, είχε διαπιστώσει ότι το Klubrádió είχε παραβεί την υποχρέωση μηνιαίας πληροφόρησης σχετικά με τις ποσοστώσεις μετάδοσης, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 22, παράγραφος 8, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης (στο εξής: υποχρέωση διαβίβασης στοιχείων σχετικών με τις ποσοστώσεις μετάδοσης), ότι η παράβαση αυτή δεν ήταν ήσσονος σημασίας και ότι, σύμφωνα με το άρθρο 187, παράγραφος 4, του εν λόγω νόμου, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της ως άνω αποφάσεως, επρόκειτο για καθ’ υποτροπήν παράβαση, δεδομένου ότι ο ραδιοφωνικός σταθμός είχε ήδη παραβεί την εν λόγω υποχρέωση σε διάστημα 365 ημερών, όπως είχε ήδη διαπιστώσει το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης με την απόφασή του αριθ. 354/2017. Το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 48, παράγραφος 7, του εν λόγω νόμου, η σύμβαση ραδιοφωνικής μετάδοσης του Klubrádió δεν μπορούσε να ανανεωθεί.
34 Στις 4 Νοεμβρίου 2020 το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης δημοσίευσε προκήρυξη διαγωνισμού σχετικά με τη δυνατότητα παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης στη συχνότητα 92,9 Mhz (στο εξής: επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού). Το Klubrádió και άλλοι δύο πάροχοι υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, ήτοι η Közösségi Rádiózásért Egyesület και η LBK Médiaszolgáltató 2020 Kft., υπέβαλαν προσφορές στον εν λόγω διαγωνισμό.
35 Με δύο αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2020, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης διαπίστωσε ότι οι υποψηφιότητες που υπέβαλαν οι τελευταίοι δύο πάροχοι ήταν τυπικώς άκυρες.
36 Εξάλλου, με την απόφαση αριθ. 180/2021 (III. 10.), της 10ης Μαρτίου 2021, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης διαπίστωσε ότι η προσφορά του Klubrádió ήταν ουσιαστικά άκυρη και, ως εκ τούτου, κήρυξε άγονο τον επίμαχο διαγωνισμό (στο εξής: απόφαση περί ακυρότητας).
37 Η απόφαση αυτή στηριζόταν σε τρεις λόγους, ήτοι, πρώτον, στην απουσία περιγραφής, στο σημείο III.3 του εντύπου που υπέβαλε το Klubrádió με την προσφορά του, μιας εκπομπής περιλαμβανόμενης στον εβδομαδιαίο κατάλογο προγραμμάτων ο οποίος παρατίθετο στο σημείο III.2 του εν λόγω εντύπου, δεύτερον, στην ύπαρξη, σε σχέση με άλλη εκπομπή, διαφοράς πέντε λεπτών μεταξύ της αναγραφόμενης στο σημείο III.2 του εν λόγω εντύπου και της αναγραφόμενης στο σημείο III.3 του ίδιου εντύπου διάρκειας καθώς και, τρίτον, στην ύπαρξη αρνητικών ιδίων κεφαλαίων στους λογαριασμούς του Klubrádió κατά τη διάρκεια των πέντε τελευταίων ετών που προηγήθηκαν της ημερομηνίας υποβολής της προσφοράς του και στην αδυναμία του εν λόγω ραδιοφωνικού σταθμού να καλύψει τις δαπάνες του μόνο με τον καθαρό κύκλο εργασιών του.
38 Κατά το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, σύμφωνα με τον νόμο περί μέσων ενημέρωσης και τους όρους της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού, τα ελαττώματα του καταλόγου προγραμμάτων δεν μπορούσαν να διορθωθούν μετά την ημερομηνία υποβολής της προσφοράς. Όσον αφορά την ύπαρξη αρνητικών ιδίων κεφαλαίων, το γεγονός αυτό δεν καθιστούσε δυνατή την επίτευξη του σκοπού του σημείου 1.2 της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού, ήτοι τη διασφάλιση της παρουσίας στις αγορές των μέσων ενημέρωσης ενός ραδιοφωνικού σταθμού σταθερού και προβλέψιμου ως προς τη λειτουργία του.
39 Στις 30 Μαρτίου 2021 το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης και η Közösségi Rádiózásért Egyesület συνήψαν, δυνάμει του άρθρου 65 του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, προσωρινή διοικητική σύμβαση για την εκμετάλλευση της συχνότητας 92,9 Mhz κατά το χρονικό διάστημα από τις 3 Μαΐου έως τις 29 Οκτωβρίου 2021.
40 Τόσο η απορριπτική απόφαση όσο και η απόφαση περί ακυρότητας (στο εξής από κοινού: επίμαχες αποφάσεις) προσβλήθηκαν δικαστικώς από το Klubrádió. Αμφότερες οι ανωτέρω αποφάσεις επικυρώθηκαν, αρχικώς, από το Fővárosi Törvényszék (δικαστήριο περιφέρειας Βουδαπέστης, Ουγγαρία) και, στη συνέχεια, από το Kúria (Ανώτατο Δικαστήριο, Ουγγαρία). Επιπλέον, το Klubrádió προέβαλε ενώπιον του Alkotmánybíróság (Συνταγματικού Δικαστηρίου, Ουγγαρία) ένσταση αντισυνταγματικότητας, η οποία απορρίφθηκε από το εν λόγω δικαστήριο.
III. Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
41 Στις 22 Οκτωβρίου 2020 η Επιτροπή απέστειλε επιστολή στις ουγγρικές αρχές ζητώντας διευκρινίσεις σχετικά με τους λόγους στους οποίους βασίστηκε η απορριπτική απόφαση και με την εφαρμοστέα ουγγρική νομοθεσία.
42 Σε απάντηση στην ανωτέρω επιστολή, στις 12 Νοεμβρίου 2020 η πρόεδρος της NMHH επισήμανε ότι το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης δεν παρέχει στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης περιθώριο εκτιμήσεως το οποίο να του επιτρέπει, κατά την αξιολόγηση αίτησης ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, να εξετάσει αν το δικαίωμα αυτό μπορεί να ανανεωθεί σε περίπτωση λιγότερο σοβαρής, πλην όμως τελεσθείσας καθ’ υποτροπήν παράβασης. Διευκρίνισε ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω νόμου, το εν λόγω δικαίωμα δεν μπορεί να ανανεωθεί σε περίπτωση κατά την οποία έχει διαπιστωθεί, με απρόσβλητη απόφαση του συμβουλίου μέσων ενημέρωσης, ότι ο οικείος πάροχος τέλεσε καθ’ υποτροπήν παράβαση ή διέπραξε σοβαρή παράβαση.
43 Στις 12 Φεβρουαρίου 2021 η Επιτροπή απηύθυνε νέα επιστολή στις ουγγρικές αρχές, με την οποία εξέφρασε τις ανησυχίες της σχετικά με τις καθυστερήσεις στην παραχώρηση ραδιοσυχνοτήτων για σκοπούς ραδιοφωνικής μετάδοσης και αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον η απορριπτική απόφαση ήταν σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του δικαιώματος στην ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη.
44 Σε απάντηση στην ανωτέρω επιστολή, στις 19 Φεβρουαρίου 2021 η πρόεδρος της NMHH επισήμανε ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν υπήρχε κατά τον νόμο δυνατότητα για το Klubrádió να παράσχει υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης σε προσωρινή βάση. Επιπλέον, επανέλαβε τις διευκρινίσεις που περιέχονταν στην από 12 Νοεμβρίου 2020 απάντησή της.
45 Στις 9 Ιουνίου 2021 η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι οι επίμαχες αποφάσεις και οι εθνικοί κανόνες που αποτέλεσαν τη βάση για την έκδοσή τους ενείχαν παράβαση πλειόνων διατάξεων του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και του άρθρου 11 του Χάρτη, απηύθυνε προειδοποιητική επιστολή στην Ουγγαρία.
46 Η Ουγγαρία απάντησε στην ως άνω επιστολή με έγγραφο της 9ης Αυγούστου 2021, με το οποίο υποστήριξε ότι η επίμαχη εθνική ρύθμιση και η έκβαση των δύο διοικητικών διαδικασιών που κινήθηκαν βάσει της εν λόγω εθνικής ρύθμισης δεν ήταν αντίθετες προς το δίκαιο της Ένωσης.
47 Στις 21 Δεκεμβρίου 2021 η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη με την οποία, κατά πρώτον, διαπίστωσε ότι η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπείχε από τα άρθρα 5, 7 και 10 της οδηγίας για την αδειοδότηση, από το άρθρο 4, σημείο 2, της οδηγίας για τον ανταγωνισμό, από το άρθρο 5, παράγραφος 2, και από το άρθρο 9 της οδηγίας-πλαισίου, από τις αρχές της αναλογικότητας, της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της καλόπιστης συνεργασίας, καθώς και από το άρθρο 11 του Χάρτη. Κατά την Επιτροπή, οι παραβάσεις αυτές απορρέουν, πρώτον, από την έκδοση, από το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, της απορριπτικής απόφασης, δεύτερον, εφόσον η ερμηνεία του ουγγρικού δικαίου από το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης είναι ορθή, από τη θέσπιση νόμου βάσει του οποίου, σε περίπτωση καθ’ υποτροπήν παράβασης, αποκλείεται αυτομάτως η ανανέωση των δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος, ακόμη και όταν η παράβαση δεν είναι ιδιαιτέρως σοβαρή και έχει αμιγώς τυπικό χαρακτήρα, τρίτον, από τη μη διαβίβαση των πληροφοριών που ζήτησε η Επιτροπή προκειμένου να διαπιστώσει αν η απόρριψη της αίτησης ανανέωσης που είχε υποβάλει το Klubrádió ήταν σύμφωνη με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και, τέταρτον, από το γεγονός ότι, ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, κατέστη αδύνατο στον ραδιοφωνικό αυτό σταθμό, κατά τρόπο δυσανάλογο και ενέχοντα δυσμενή διάκριση, να συνεχίσει τις δραστηριότητές του στον τομέα της ραδιοφωνικής μετάδοσης.
48 Κατά δεύτερον, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Ουγγαρία παρέβη τα άρθρα 4, 8 και 9 της οδηγίας-πλαισίου και το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας για την αδειοδότηση και παραβίασε την αρχή της χρηστής διοικήσεως, λόγω, πρώτον, της μη εκδόσεως αποφάσεως, εντός της προθεσμίας των έξι εβδομάδων που προβλέπει η οδηγία για την αδειοδότηση, επί της αιτήσεως του Klubrádió για την ανανέωση των δικαιωμάτων του χρήσης του ραδιοφάσματος, δεύτερον, της μη έγκαιρης διεξαγωγής διαδικασίας για την παραχώρηση της ραδιοσυχνότητας που χρησιμοποιούσε προηγουμένως το Klubrádió, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η έκδοση αποφάσεως πριν από τη λήξη των δικαιωμάτων χρήσης του Klubrádió και, τρίτον, της αναστολής της διαδικασίας διαγωνισμού εξαιτίας της άσκησης από το Klubrádió του δικαιώματός του προσφυγής.
49 Κατά τρίτον, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η Ουγγαρία παρέβη το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας για την αδειοδότηση, το άρθρο 45 της οδηγίας 2018/1972 και το άρθρο 11 του Χάρτη, διότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης είχε εξαρτήσει τη χορήγηση των δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος από δυσανάλογους όρους, δεν είχε καθορίσει εκ των προτέρων τα κριτήρια για τη χορήγηση των εν λόγω δικαιωμάτων, δεν είχε προβλέψει περιθώριο εκτιμήσεως που να επιτρέπει την αξιολόγηση της σοβαρότητας και της σημασίας των σφαλμάτων τα οποία ενδεχομένως ενείχαν οι υποβληθέντες από τους υποψηφίους φάκελοι και τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον αποκλεισμό των εν λόγω υποψηφίων από τον διαγωνισμό και δεν είχε λάβει υπόψη ότι οι πλημμέλειες που ενείχε η προσφορά του Klubrádió ήταν ήσσονος σημασίας.
50 Κατά τέταρτον, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η Ουγγαρία, αποκλείοντας τη δυνατότητα των παρόχων υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, των οποίων τα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων δεν είχαν ανανεωθεί, να συνάψουν προσωρινή διοικητική σύμβαση για την εκμετάλλευση ραδιοσυχνότητας και, παράλληλα, παρέχοντας τη δυνατότητα αυτή στους παρόχους υπηρεσιών των οποίων τα δικαιώματα χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων είχαν ήδη ανανεωθεί άπαξ, χωρίς να αιτιολογεί τη διαφορετική αυτή μεταχείριση, παρέβη το άρθρο 45, παράγραφος 1, της οδηγίας 2018/1972 και παραβίασε τις αρχές της αναλογικότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
51 Η Επιτροπή κάλεσε την Ουγγαρία να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της.
52 Στις 2 Φεβρουαρίου 2022 η Ουγγαρία απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη, αφενός, αμφισβητώντας την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση των διατάξεων και των αρχών του δικαίου της Ένωσης που επικαλέστηκε η Επιτροπή και, αφετέρου, υποστηρίζοντας ότι ούτε οι εφαρμοστέοι κανόνες του ουγγρικού δικαίου ούτε οι επίμαχες αποφάσεις παραβίαζαν το δίκαιο της Ένωσης.
53 Η Επιτροπή, μην έχοντας πεισθεί από την απάντηση της Ουγγαρίας, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
54 Με αποφάσεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 17ης Αυγούστου 2023, επετράπη στο Βασίλειο του Βελγίου, στο Βασίλειο της Δανίας και στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών να παρέμβουν υπέρ της Επιτροπής.
IV. Επί της προσφυγής
Α. Επί της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης
1. Επί της εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και του Χάρτη
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
55 Η Ουγγαρία υποστηρίζει, κατά πρώτον, ότι το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες δεν έχει εφαρμογή ούτε στις επίμαχες αποφάσεις ούτε στις διαδικασίες βάσει των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις αυτές, για τον λόγο ότι οι ως άνω διαδικασίες και αποφάσεις δεν αφορούν τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων, αλλά το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης.
56 Συναφώς, το εν λόγω κράτος μέλος επικαλείται, κατ’ αρχάς, την αιτιολογική σκέψη 5, το άρθρο 1, παράγραφοι 2 και 3, καθώς και το άρθρο 2, στοιχεία αʹ και γʹ, της οδηγίας-πλαισίου, τα οποία αντικατοπτρίζουν τη διάκριση μεταξύ, αφενός, του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, που αφορά την παροχή περιεχομένου και εμπίπτει στο δίκαιο των μέσων ενημέρωσης, και, αφετέρου, του δικαιώματος χρήσης ραδιοσυχνοτήτων, που αφορά την παραχώρηση ραδιοσυχνοτήτων σε σχέση με το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης και εμπίπτει στους κανόνες για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η παροχή υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης και, κατά συνέπεια, οι σχετικές άδειες και διαδικασίες εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες.
57 Στο ανωτέρω πλαίσιο, η Ουγγαρία υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με το ουγγρικό δίκαιο, οι άδειες για την παροχή υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του συμβουλίου μέσων ενημέρωσης και διέπονται από τον νόμο περί μέσων ενημέρωσης, ενώ οι άδειες για τη χρήση ραδιοσυχνοτήτων εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της NMHH και διέπονται από την a nemzeti frekvenciafelosztásról, valamint a frekvenciasávok felhasználási szabályairól szóló 7/2015. (XI. 13.) NMHH rendelet [κανονιστική απόφαση 7/2015. (XI. 13.) της εθνικής αρχής μέσων ενημέρωσης και τηλεπικοινωνιών, για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με την κατανομή των εθνικών συχνοτήτων και τη χρήση των συχνοτήτων], καθώς και από την a polgári frekvenciagazdálkodás egyes hatósági eljárásairól szóló 7/2012. (I. 26.) NMHH rendelet [κανονιστική απόφαση 7/2012. (I. 26.) της εθνικής αρχής μέσων ενημέρωσης και τηλεπικοινωνιών, σχετικά με ορισμένες διαδικασίες διαχείρισης συχνοτήτων για μη στρατιωτικούς σκοπούς].
58 Επιπλέον, οι διαδικασίες που καταλήγουν στη χορήγηση αδειών των ως άνω δύο κατηγοριών είναι διαφορετικές και αυτοτελείς.
59 Συγκεκριμένα, όσον αφορά, αφενός, τη διαδικασία που οδηγεί στη χορήγηση άδειας για την παροχή υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης προκηρύσσει, σύμφωνα με τον νόμο περί μέσων ενημέρωσης, διαδικασία διαγωνισμού, στο πλαίσιο της οποίας αποφασίζει μόνον επί των προσφορών που έχουν υποβληθεί με σκοπό την απόκτηση της δυνατότητας παροχής των εν λόγω υπηρεσιών. Μετά την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας διαγωνισμού, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης κινεί διαδικασία για τη σύναψη διοικητικής σύμβασης με τον επιλεγέντα υποψήφιο, ο οποίος θα αποκτήσει το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης σε περίπτωση που η σύμβαση αυτή τελικά συναφθεί (στο εξής: σύμβαση ραδιοφωνικής μετάδοσης). Η εν λόγω σύμβαση δεν περιέχει όρους σχετικά με τη χρήση ραδιοσυχνοτήτων ή τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, δεδομένου ότι το πεδίο εφαρμογής της καλύπτει μόνον τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που συνδέονται με το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης.
60 Όσον αφορά, αφετέρου, τη διαδικασία χορήγησης άδειας για τη χρήση ραδιοσυχνοτήτων σε σχέση με τη δυνατότητα παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, τα δικαιώματα χρήσης των συχνοτήτων στις ζώνες συχνοτήτων που παραχωρούνται για ραδιοφωνική μετάδοση μπορούν, σύμφωνα με τις κανονιστικές αποφάσεις που μνημονεύονται στη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως, να αποκτηθούν μόνον από πάροχο υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης ο οποίος επελέγη κατόπιν διαδικασίας διαγωνισμού που προκήρυξε το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης και στον οποίο χορηγήθηκε, μέσω της σύναψης σύμβασης ραδιοφωνικής μετάδοσης, άδεια για την παροχή υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης ή από ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό ο οποίος έχει συνάψει σύμβαση με τέτοιο πάροχο υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης. Κατόπιν αιτήσεως, η NMHH χορηγεί ατομικές άδειες ραδιοφωνικής μετάδοσης, εξετάζοντας προς τούτο μόνον την τήρηση των τεχνικών προϋποθέσεων.
61 Εν συνεχεία, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι οι όροι σχετικά με τις άδειες παροχής υπηρεσιών ραδιοφωνικών μέσων και οι κανόνες που διέπουν τις σχετικές διαδικασίες έχουν καθοριστεί κατά τρόπον ώστε να επιτυγχάνονται σκοποί γενικού συμφέροντος, όπως η προώθηση του δικαιώματος στην ενημέρωση και στην πληροφόρηση σχετικά με δημόσια θέματα, καθώς και η προώθηση του πολιτισμού.
62 Από το άρθρο 5, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας για την αδειοδότηση και από το άρθρο 4 της οδηγίας για τον ανταγωνισμό προκύπτει ότι το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες δεν έχει εφαρμογή στις εν λόγω διαδικασίες.
63 Τέλος, η Ουγγαρία υπογραμμίζει ότι, στο παρόν στάδιο εξέλιξης του δικαίου της Ένωσης, οι όροι και οι διαδικασίες που συνδέονται με τη χορήγηση δικαιωμάτων παροχής ραδιοφωνικού περιεχομένου εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών.
64 Επομένως, κατά την Ουγγαρία, η Επιτροπή, με την προσφυγή της, επιχειρεί να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης σχετικά με τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες σε ζητήματα σχετικά με τη διάρθρωση του συστήματος των μέσων ενημέρωσης στα κράτη μέλη, τα οποία εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.
65 Κατά δεύτερον, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι, καθόσον οι επίμαχες αποφάσεις και οι διαδικασίες βάσει των οποίων αυτές εκδόθηκαν δεν συνιστούν εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, ο Χάρτης δεν έχει εφαρμογή στις εν λόγω αποφάσεις και διαδικασίες. Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Ουγγαρία διευκρινίζει ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, το ζήτημα αν χωρεί επίκληση του Χάρτη σε συγκεκριμένη υπόθεση δεν εξαρτάται από τις ειδικές περιστάσεις και το συγκεκριμένο πλαίσιο εντός του οποίου θεσπίστηκαν τα επίμαχα εθνικά μέτρα, αλλά από το αν έχει εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης, εν προκειμένω από το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες.
66 Η Επιτροπή, κατά πρώτον, αν και παραδέχεται ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της ρύθμισης που αφορά το περιεχόμενο των υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης και εκείνης που αφορά τη μετάδοση, υποστηρίζει εντούτοις ότι οι επίμαχες αποφάσεις και οι εθνικοί κανόνες που αποτέλεσαν τη βάση για την έκδοσή τους αφορούν τις διαδικασίες σχετικά με τη χρήση, από το Klubrádió, της συχνότητας 92,9 Mhz και, ως εκ τούτου, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες.
67 Συγκεκριμένα, το πλαίσιο αυτό έχει εφαρμογή σε όλες τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη εγγυώνται δικαιώματα χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων στους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς μετάδοσης ηχητικού και τηλεοπτικού περιεχομένου. Οι αποφάσεις της 31ης Ιανουαρίου 2008, Centro Europa 7 (C‑380/05, EU:C:2008:59), και της 26ης Ιουλίου 2017, Persidera (C‑112/16, EU:C:2017:597), καταδεικνύουν ότι το εν λόγω πλαίσιο έχει εφαρμογή σε παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών οι οποίοι είναι ταυτόχρονα πάροχοι υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης.
68 Αφενός, από το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης προκύπτει ότι το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης περιλαμβάνει το δικαίωμα χρήσης του ραδιοφάσματος, ήτοι των ραδιοσυχνοτήτων. Αφετέρου, ακόμη και αν, κατά την Ουγγαρία, στο ουγγρικό δίκαιο, η παραχώρηση ραδιοσυχνοτήτων πραγματοποιείται με διαδικασία διαφορετική από εκείνη που αφορά τη χορήγηση του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης και βάσει εθνικής ρύθμισης διαφορετικής από τον νόμο περί μέσων ενημέρωσης, εντούτοις από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, είχε κινηθεί διαδικασία διαφορετική από την επίμαχη διαδικασία διαγωνισμού για την επιλογή του φορέα που θα είχε δικαίωμα να χρησιμοποιεί τη συχνότητα 92,9 Mhz.
69 Επιπλέον, το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας για την αδειοδότηση, όπως και το άρθρο 48, παράγραφος 3, της οδηγίας 2018/1972, προβλέπουν μόνο μία παρέκκλιση, η οποία αποσκοπεί στην επίτευξη σκοπού γενικού συμφέροντος, από την αρχή κατά την οποία τα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων πρέπει να χορηγούνται μέσω ανοικτών διαδικασιών. Κατά συνέπεια, η διαδικασία χορήγησης μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να είναι αντικειμενική, διαφανής, αμερόληπτη και αναλογική, γεγονός το οποίο επιρρωννύεται από την απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Persidera (C‑112/16, EU:C:2017:597).
70 Περαιτέρω, η Επιτροπή αμφισβητεί το επιχείρημα της Ουγγαρίας ότι, στο παρόν στάδιο εξέλιξης, το δίκαιο της Ένωσης δεν έχει εφαρμογή στις επίμαχες αποφάσεις και στους εθνικούς κανόνες που αποτέλεσαν τη βάση για την έκδοσή τους. Συγκεκριμένα, αφενός, η παραχώρηση ραδιοσυχνοτήτων δεν εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών. Αφετέρου, το γεγονός ότι στο πλαίσιο της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού ελήφθησαν επίσης υπόψη κριτήρια σχετικά με το περιεχόμενο των υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, όπως ο κατάλογος προγραμμάτων, δεν καθιστά μη εφαρμοστέο το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή, στηριζόμενη στην απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2020, Vivendi (C‑719/18, EU:C:2020:627), υπογραμμίζει ότι οι εθνικές αρμοδιότητες στον τομέα της ρύθμισης των μέσων ενημέρωσης πρέπει να ασκούνται τηρουμένου του δικαίου της Ένωσης.
71 Τέλος, το επιχείρημα της Ουγγαρίας ότι η Επιτροπή επιχειρεί να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες είναι αβάσιμο, δεδομένου ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο βάλλει κατά των επίμαχων αποφάσεων και των εθνικών κανόνων στους οποίους στηρίχθηκε η έκδοσή τους μόνο στο μέτρο που αφορούν τα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τα δικαιώματα χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων.
72 Κατά δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, καθόσον το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, με την έκδοση των επίμαχων αποφάσεων, εφάρμοσε κανόνες του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, όφειλε να τηρήσει τον Χάρτη και, ιδίως, να σεβαστεί το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 αυτού.
73 Το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζουν τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
β) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
1) Επί του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες
74 Όπως προκύπτει ήδη από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου, το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες θεσπίζει ένα εναρμονισμένο καθεστώς στον τομέα των δικτύων και των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών με σκοπό τη διασφάλιση της δημιουργίας εσωτερικής αγοράς στον τομέα αυτόν. Προς τον σκοπό αυτόν, το εν λόγω κανονιστικό πλαίσιο καθορίζει, μεταξύ άλλων, τους κανόνες που αφορούν τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων.
75 Συναφώς, τα άρθρα 5 και 7 της οδηγίας για την αδειοδότηση, το άρθρο 9 της οδηγίας-πλαισίου, το άρθρο 4 της οδηγίας για τον ανταγωνισμό και το άρθρο 45 της οδηγίας 2018/1972, των οποίων παράβαση προβάλλει η Επιτροπή, προβλέπουν ότι τα εν λόγω δικαιώματα πρέπει να χορηγούνται βάσει αντικειμενικών, διαφανών, αμερόληπτων και αναλογικών κριτηρίων. Όπως έχει διευκρινίσει το Δικαστήριο, τα κριτήρια αυτά πρέπει να τηρούνται όχι μόνον κατά την αρχική παραχώρηση των ραδιοσυχνοτήτων, αλλά και στο πλαίσιο τυχόν μεταγενέστερης παραχωρήσεως (απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Persidera, C‑112/16, EU:C:2017:597, σκέψη 40). Κατά συνέπεια, τα εν λόγω κριτήρια πρέπει επίσης να τηρούνται κατά την ανανέωση των εν λόγω δικαιωμάτων.
76 Εν προκειμένω, μολονότι οι επίμαχες αποφάσεις, οι διαδικασίες που οδήγησαν στην έκδοση των εν λόγω αποφάσεων και οι επίμαχοι εθνικοί κανόνες (στο εξής: επίμαχα εθνικά μέτρα) αφορούν την παροχή υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, εντούτοις, όπως επισήμανε και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 31 των προτάσεών του, από τα στοιχεία της υποβληθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφίας συνάγεται ότι τα επίμαχα εθνικά μέτρα αφορούν επίσης τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων.
77 Πράγματι, πρώτον, από τη διατύπωση του εισαγωγικού μέρους και της αιτιολογίας της απορριπτικής απόφασης, η οποία επισυνάπτεται στο δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής, προκύπτει ότι αντικείμενο της εν λόγω απόφασης είναι η μη ανανέωση του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης «στη συχνότητα 92,9 Mhz». Εν συνεχεία, από τον τίτλο της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού, η οποία επίσης επισυνάπτεται στο δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής, προκύπτει ότι η εν λόγω προκήρυξη αφορούσε τη χρήση της δυνατότητας παροχής ραδιοφωνικών υπηρεσιών στην περιοχή εκπομπής «Βουδαπέστη 92,9 Mhz». Η εν λόγω ραδιοσυχνότητα μνημονεύεται επίσης στον πίνακα με τις πληροφορίες ο οποίος περιλαμβάνεται στην επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού. Εξάλλου, το σημείο 1.2.1 της εν λόγω προκήρυξης διαγωνισμού προβλέπει ότι σκοπός του διαγωνισμού είναι να διασφαλιστεί «ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης εγγυάται την υπεύθυνη, ορθή και αποτελεσματική διαχείριση της δυνατότητας παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης για τη συχνότητα Βουδαπέστη 92,9 Mhz, η οποία αποτελεί ιδιοκτησία του Δημοσίου [...]». Επιπλέον, στο άρθρο 48 του νόμου περί μέσων ενημέρωσης μνημονεύεται «μια αναλογική γραμμική υπηρεσία μέσων ενημέρωσης που χρησιμοποιεί περιορισμένους δημόσιους πόρους» και το «δικαίωμα παροχής αναλογικών γραμμικών υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης διά της χρήσης περιορισμένων δημόσιων πόρων». Τέλος, το άρθρο 65 του ως άνω νόμου αφορά τη σύναψη προσωρινής διοικητικής σύμβασης για την εκμετάλλευση της δυνατότητας παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, για τις οποίες η NMHH αποδεικνύει ότι η παροχή των υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης είναι δυνατή «χωρίς να προκαλούνται παρεμβολές εις βάρος τρίτων».
78 Επομένως, από το ίδιο το γράμμα της απορριπτικής απόφασης, της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού και του άρθρου 48 του νόμου περί μέσων ενημέρωσης προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση, η εν λόγω προκήρυξη διαγωνισμού και το εν λόγω άρθρο αφορούν όχι μόνον την παροχή υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, αλλά και την παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης ραδιοσυχνότητας, εν προκειμένω, της συχνότητας 92,9 Mhz. Από το γράμμα του άρθρου 65 του νόμου περί μέσων ενημέρωσης προκύπτει επίσης ότι η προσωρινή διοικητική σύμβαση που μπορεί να συναφθεί βάσει της τελευταίας αυτής διατάξεως αφορά όχι μόνον την παροχή υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, αλλά και τη χρήση των ραδιοσυχνοτήτων.
79 Δεύτερον, από το γράμμα της αποφάσεως της NMHH, της 13ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τη χορήγηση στο Klubrádió της άδειας χρήσης της συχνότητας 92,9 Mhz, η οποία επισυνάπτεται στο υπόμνημα ανταπαντήσεως της Ουγγαρίας, προκύπτει ότι η διάρκεια ισχύος της εν λόγω άδειας ήταν η ίδια με εκείνη της σύμβασης ραδιοφωνικής μετάδοσης του Klubrádió, ήτοι το χρονικό διάστημα από τις 14 Φεβρουαρίου 2014 έως τις 14 Φεβρουαρίου 2021. Επιπλέον, στην εν λόγω απόφαση μνημονευόταν ότι η άδεια έληγε κατά την ημερομηνία λήξης της περιόδου που οριζόταν στη σύμβαση ή, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης, είτε κατόπιν κοινής συμφωνίας είτε από το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, κατά την ημερομηνία της εν λόγω καταγγελίας, χωρίς να απαιτείται ειδική διοικητική διαδικασία για την πραγματική ανάκληση ή διοικητική απόφαση.
80 Επομένως, από το γράμμα της ως άνω αποφάσεως προκύπτει ότι η ισχύς της οικείας άδειας εξαρτιόταν από την ισχύ του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, με αποτέλεσμα η απώλεια του εν λόγω δικαιώματος να συνεπάγεται αυτομάτως την απώλεια του δικαιώματος χρήσης της συχνότητας 92,9 Mhz.
81 Τρίτον, οι διευκρινίσεις που παρέσχε η Ουγγαρία, τόσο κατά την έγγραφη διαδικασία όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σχετικά με τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής των διαδικασιών χορήγησης δικαιωμάτων παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης και δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων, αποτελούν επίσης ένδειξη για την ύπαρξη άμεσης σχέσης, στην Ουγγαρία, μεταξύ του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης και του δικαιώματος χρήσης ραδιοσυχνότητας.
82 Πράγματι, από τις εν λόγω διευκρινίσεις προκύπτει ότι, για την παραχώρηση ραδιοσυχνοτήτων, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης πρέπει προηγουμένως να προκηρύξει διαγωνισμό για την παροχή υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης σε συγκεκριμένη ραδιοσυχνότητα. Στον ανάδοχο του εν λόγω διαγωνισμού χορηγείται το δικαίωμα παροχής των υπηρεσιών αυτών, βάσει διοικητικής σύμβασης που συνάπτεται με το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, ήτοι της σύμβασης ραδιοφωνικής μετάδοσης. Εν συνεχεία, κατόπιν αιτήσεως, η NMHH, μετά από έλεγχο των τεχνικών όρων, επιτρέπει τη χρήση της εν λόγω ραδιοσυχνότητας από τον ανάδοχο ή από τον ραδιοτηλεοπτικό φορέα με τον οποίο ο εν λόγω ανάδοχος συνάπτει σύμβαση για τη μετάδοση του ραδιοφωνικού περιεχομένου του.
83 Εντεύθεν προκύπτει ότι, στην Ουγγαρία, η πρόσβαση στις ραδιοσυχνότητες με σκοπό τη μετάδοση ραδιοφωνικού περιεχομένου περιορίζεται, στην πράξη, αποκλειστικώς στους δικαιούχους του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, ανεξαρτήτως αν αυτοί μεταδίδουν οι ίδιοι το περιεχόμενό τους στην επίμαχη ραδιοσυχνότητα ή αν η μετάδοση πραγματοποιείται από ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό ο οποίος έχει συνάψει σύμβαση προς τον σκοπό αυτό με τους εν λόγω δικαιούχους.
84 Επομένως, στην Ουγγαρία, οι αποφάσεις που, όπως η απόφαση περί ακυρότητας, εκδίδονται στο πλαίσιο διαγωνισμού όπως ο επίμαχος αφορούν, εν τέλει, την παραχώρηση δικαιωμάτων χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων.
85 Από το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων προκύπτει ότι το ουγγρικό σύστημα χορήγησης δικαιωμάτων σχετικά με την παροχή υπηρεσιών ραδιοφωνικών μέσων και τη χρήση ραδιοσυχνοτήτων έχει σχεδιαστεί και διαμορφωθεί κατά τρόπον ώστε τα εν λόγω δικαιώματα να συνδέονται άμεσα μεταξύ τους. Επομένως, κάθε εθνικό μέτρο που αφορά τη χορήγηση δικαιωμάτων παροχής τέτοιων υπηρεσιών, όπως τα επίμαχα εθνικά μέτρα, έχει κατ’ ανάγκην επιπτώσεις στα δικαιώματα χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων και, ως εκ τούτου, εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες.
86 Κατά συνέπεια, τα επίμαχα εθνικά μέτρα εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες.
87 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι τα εν λόγω εθνικά μέτρα αφορούν επίσης την παροχή υπηρεσιών ραδιοφωνικών μέσων και ότι, όπως υποστήριξε η Ουγγαρία, η ρύθμιση σχετικά με την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας-πλαισίου και από το άρθρο 2, σημείο 4, της οδηγίας 2018/1972.
88 Πράγματι, αρκεί η διαπίστωση ότι, όταν ένα κράτος μέλος, όπως η Ουγγαρία, κατά την άσκηση του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτει όσον αφορά τη φύση και τους λεπτομερείς κανόνες που διέπουν τις διαδικασίες παραχώρησης ραδιοσυχνοτήτων τις οποίες οργανώνει, αποφασίζει ότι η επιλογή των χρηστών των εν λόγω ραδιοσυχνοτήτων πρέπει να πραγματοποιείται βάσει κριτηρίων που συνδέονται με την παροχή υπηρεσιών ραδιοφωνικού περιεχομένου, το εν λόγω κράτος μέλος δεν μπορεί να παρεκκλίνει από τις απαιτήσεις που προβλέπονται από το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες με σκοπό την κατανομή του ραδιοφάσματος και, ιδίως, από την αρχή της χορήγησης δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων βάσει αντικειμενικών, διαφανών, αμερόληπτων και αναλογικών κριτηρίων (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 20ής Απριλίου 2023, DIGI Communications, C‑329/21, EU:C:2023:303, σκέψη 31).
89 Όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 33 των προτάσεών του, σε αντίθετη περίπτωση, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν ευχερώς να παρακάμψουν τους κανόνες του εν λόγω πλαισίου σχετικά με τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και, ως εκ τούτου, να θέσουν σε κίνδυνο τους σκοπούς που επιδιώκει το εν λόγω πλαίσιο, όπως αυτοί ορίζονται στο άρθρο 8, παράγραφοι 2, 3 και 4, της οδηγίας-πλαισίου, και ιδίως τον σκοπό που αφορά την προώθηση του ανταγωνισμού στο πλαίσιο της παροχής δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών ευκολιών και υπηρεσιών, καθώς και την αποτελεσματική χρήση και διαχείριση των ραδιοσυχνοτήτων. Επομένως, οι κανόνες αυτοί θα στερούνταν πρακτικής αποτελεσματικότητας.
90 Εξάλλου, δεδομένου ότι το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες έχει εφαρμογή στα επίμαχα εθνικά μέτρα μόνον κατά το μέρος που αυτά αφορούν την παραχώρηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι εθίγησαν οι αρμοδιότητες των κρατών μελών στον τομέα της ρύθμισης των μέσων ενημέρωσης.
91 Τέλος, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε το επιχείρημα της Ουγγαρίας ότι οι διαδικασίες που οδήγησαν στην έκδοση των επίμαχων αποφάσεων εμπίπτουν στην παρέκκλιση από την εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας για την αδειοδότηση.
92 Πράγματι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η εν λόγω διάταξη, όπως και το άρθρο 48, παράγραφος 3, της οδηγίας 2018/1972, προβλέπει μόνον τη δυνατότητα παρέκκλισης από την αρχή κατά την οποία τα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων πρέπει να χορηγούνται μέσω ανοικτών διαδικασιών, όταν η χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος στους παρόχους υπηρεσιών ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού περιεχομένου είναι απαραίτητη για την επίτευξη σκοπού γενικού συμφέροντος που καθορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης.
93 Εν προκειμένω, όμως, όπως προκύπτει ιδίως από τη σκέψη 34 της παρούσας αποφάσεως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η επίμαχη διαδικασία διαγωνισμού δεν ήταν «ανοικτή» κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας για την αδειοδότηση και του άρθρου 48, παράγραφος 3, της οδηγίας 2018/1972.
94 Εν πάση περιπτώσει, η παρέκκλιση που προβλέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις δεν συνεπάγεται τη μη εφαρμογή του συνόλου του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Ειδικότερα, ακόμη και όταν ισχύει η εν λόγω παρέκκλιση, τα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων πρέπει να χορηγούνται, σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας-πλαισίου βάσει αντικειμενικών, διαφανών, αμερόληπτων και αναλογικών κριτηρίων (πρβλ. απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2008, Centro Europa 7, C‑380/05, EU:C:2008:59, σκέψη 125).
2) Επί του Χάρτη
95 Υπενθυμίζεται ότι το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη, όσον αφορά τη δράση των κρατών μελών, ορίζεται στο άρθρο του 51, παράγραφος 1, το οποίο προβλέπει ότι οι διατάξεις του Χάρτη απευθύνονται στα κράτη μέλη «όταν αυτά εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης», η διάταξη δε αυτή επιβεβαιώνει την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην έννομη τάξη της Ένωσης έχουν εφαρμογή σε όλες τις καταστάσεις που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, πλην όμως όχι πέραν αυτών [απόφαση της 19ής Νοεμβρίου 2019, A. K. κ.λπ. (Ανεξαρτησία του πειθαρχικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου), C‑585/18, C‑624/18 και C‑625/18, EU:C:2019:982, σκέψη 78 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
96 Εν προκειμένω, δεδομένου ότι τα επίμαχα εθνικά μέτρα συνιστούν εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ουγγαρία, κατά τη θέσπιση των εν λόγω μέτρων, όφειλε να σεβαστεί τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, ιδίως δε το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 11, το οποίο επικαλείται η Επιτροπή.
97 Επομένως, τα επίμαχα εθνικά μέτρα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου τόσο υπό το πρίσμα του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες όσο και υπό το πρίσμα του Χάρτη.
98 Κατά συνέπεια, το επιχείρημα της Ουγγαρίας ότι το εν λόγω κανονιστικό πλαίσιο και ο Χάρτης δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση των επίμαχων εθνικών μέτρων πρέπει να απορριφθεί.
2. Επί της εφαρμογής ratione temporis της οδηγίας 2018/1972
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
99 Η Επιτροπή, στηριζόμενη στην αρχή tempus regit actum, υποστηρίζει ότι η οδηγία για την αδειοδότηση και η οδηγία-πλαίσιο έχουν εφαρμογή στην απορριπτική απόφαση και στην επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού, ενώ η οδηγία 2018/1972 έχει εφαρμογή στην απόφαση περί ακυρότητας.
100 Αντιθέτως, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι η ανωτέρω αρχή δεν έχει εφαρμογή σε ήδη εκκρεμή διοικητική διαδικασία. Κατά το εν λόγω κράτος μέλος, μια τέτοια διαδικασία διέπεται από τους κανόνες που ίσχυαν κατά τον χρόνο κινήσεώς της. Επομένως, εν προκειμένω, δεδομένου ότι η επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού δημοσιεύθηκε πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της οδηγίας 2018/1972, τόσο η εν λόγω προκήρυξη όσο και η απόφαση περί ακυρότητας διέπονται από τις οδηγίες για την αδειοδότηση και την οδηγία-πλαίσιο, μολονότι η απόφαση περί ακυρότητας εκδόθηκε μετά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 2018/1972 στο εσωτερικό δίκαιο. Επομένως, όσον αφορά την εν λόγω απόφαση, η Επιτροπή δεν μπορεί να στηρίξει την προσφυγή της σε παράβαση της οδηγίας 2018/1972.
101 Το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζουν τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
β) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
102 Διευκρινίζεται ότι η διάσταση απόψεων μεταξύ της Επιτροπής και της Ουγγαρίας ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής ratione temporis της οδηγίας 2018/1972 αφορά αποκλειστικώς τις αιτιάσεις που σχετίζονται με την επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού και την απόφαση περί ακυρότητας. Συναφώς, η Επιτροπή προέβαλε, ειδικότερα, παράβαση, εκ μέρους της Ουγγαρίας, της υποχρέωσης που υπέχουν τα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε η χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος να στηρίζεται, μεταξύ άλλων, σε διαφανή και αναλογικά κριτήρια, υποχρέωση η οποία απορρέει από το άρθρο 5, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας για την αδειοδότηση και, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της οδηγίας 2018/1972, από το άρθρο 45, παράγραφος 1, αυτής.
103 Εξάλλου, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας 2018/1972, η εν λόγω οδηγία συνιστά αναδιατύπωση διαφόρων οδηγιών, μεταξύ των οποίων, ιδίως, της οδηγίας για την αδειοδότηση και της οδηγίας-πλαισίου. Συναφώς, το άρθρο 125 της οδηγίας 2018/1972 διευκρινίζει, αφενός, ότι οι ανωτέρω οδηγίες καταργούνται με ισχύ από τις 21 Δεκεμβρίου 2020 και, αφετέρου, ότι οι παραπομπές στις καταργούμενες οδηγίες νοούνται ως παραπομπές στην οδηγία 2018/1972. Το άρθρο 45, παράγραφος 1, της οδηγίας 2018/1972 αντιστοιχεί στο άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου, το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση των κρατών μελών να εξασφαλίζουν ότι η κατανομή του ραδιοφάσματος που χρησιμοποιείται για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών βασίζεται σε διαφανή και αναλογικά κριτήρια.
104 Η ως άνω υποχρέωση, η οποία μνημονεύεται και στο άρθρο 5, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας για την αδειοδότηση, αντιστοιχεί στην υποχρέωση τηρήσεως, κατά την παραχώρηση των ραδιοσυχνοτήτων, των αρχών της διαφάνειας και της αναλογικότητας, την οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 45, παράγραφος 1, της οδηγίας 2018/1972.
105 Υπό τις συνθήκες αυτές, τα επιχειρήματα της Ουγγαρίας σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής ratione temporis της οδηγίας 2018/1972 πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να απορριφθούν.
Β. Επί του παραδεκτού
1. Επί του παραδεκτού των αιτιάσεων που προβάλλονται κατά των επίμαχων αποφάσεων
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
106 Η Ουγγαρία αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής κατά το μέρος που αφορά τις επίμαχες αποφάσεις.
107 Κατά πρώτον, κατά το εν λόγω κράτος μέλος, μολονότι η Επιτροπή, τυπικώς, προβάλλει παράβαση διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, στην πραγματικότητα αμφισβητεί ότι οι εν λόγω αποφάσεις είναι σύμφωνες με τις διατάξεις του νόμου περί μέσων ενημέρωσης ή με τους όρους της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού.
108 Κατά την Ουγγαρία, ωστόσο, το ζήτημα αν μια απόφαση του συμβουλίου μέσων ενημέρωσης είναι σύμφωνη με ορισμένες διατάξεις του νόμου περί μέσων ενημέρωσης ή με την επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού υπερβαίνει κατά πολύ το αντικείμενο της προσφυγής λόγω παραβάσεως, μοναδικός σκοπός της οποίας είναι να επιτρέψει στο Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι ένα κράτος μέλος παρέβη υποχρέωση που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης και να θέσει τέλος στην εν λόγω παράβαση.
109 Κατά δεύτερον, η Ουγγαρία, υποστηρίζοντας ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μόνο μια πάγια, διαρκή και γενική διοικητική πρακτική μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής λόγω παραβάσεως, αμφισβητεί το παραδεκτό της υπό κρίση προσφυγής στο μέτρο που αυτή αφορά δύο ατομικές διοικητικές αποφάσεις, οι οποίες, επιπλέον, επικυρώθηκαν, κατόπιν προσφυγών που ασκήθηκαν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, με δικαστικές αποφάσεις οι οποίες έχουν αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.
110 Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Ουγγαρία διευκρινίζει ότι, αντιθέτως προς τις αποφάσεις τις οποίες αφορούν οι αποφάσεις του Δικαστηρίου στις οποίες παραπέμπει η Επιτροπή, οι επίμαχες αποφάσεις δεν είναι αποφάσεις γενικού χαρακτήρα οι οποίες αφορούν μια ομάδα μη επακριβώς προσδιοριζόμενων φορέων και από τις οποίες προκύπτει μια συνεκτική και ομοιογενής πρακτική, αλλά αποφάσεις που αφορούν έναν πολύ συγκεκριμένο φορέα.
111 Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατά πρώτον, ότι, με την προσφυγή της, επικαλείται αποκλειστικώς παραβίαση του δικαίου της Ένωσης. Συναφώς, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, εξετάσθηκαν δύο πιθανές περιπτώσεις. Η πρώτη περίπτωση στηρίζεται στους ισχυρισμούς της Ουγγαρίας ότι, βάσει του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης δεν διέθετε κανένα περιθώριο εκτιμήσεως κατά την έκδοση των επίμαχων αποφάσεων. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο νόμος περί μέσων ενημέρωσης αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης, δεδομένου ότι επιβάλλει στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης την υποχρέωση να εκδίδει αποφάσεις οι οποίες δεν συνάδουν με τον εν λόγω δίκαιο. Η δεύτερη περίπτωση στηρίζεται στην ερμηνεία η οποία, κατά την άποψη της Επιτροπής, προκύπτει από το γράμμα του νόμου περί μέσων ενημέρωσης και κατά την οποία το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως κατά την έκδοση των επίμαχων αποφάσεων. Σε μια τέτοια περίπτωση, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, κατά την έκδοση των επίμαχων αποφάσεων, άσκησε το εν λόγω περιθώριο εκτιμήσεως κατά τρόπο μη σύμφωνο προς το δίκαιο της Ένωσης.
112 Κατά δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, δύναται να κινήσει διαδικασία λόγω παραβάσεως όχι μόνο σε σχέση με διοικητική πρακτική, αλλά και σε μεμονωμένες περιπτώσεις εσφαλμένης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.
113 Εξάλλου, το γεγονός ότι μια απόφαση αποτέλεσε αντικείμενο προσφυγής σε εθνικό επίπεδο δεν εμποδίζει την Επιτροπή να επικαλεστεί, στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως, τη μη συμβατότητα μιας τέτοιας αποφάσεως με το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως όταν, όπως εν προκειμένω, τα οικεία εθνικά δικαστήρια δεν έχουν υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
114 Το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζουν τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
β) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
115 Όσον αφορά, κατά πρώτον, τον λόγο απαραδέκτου που μνημονεύεται στις σκέψεις 107 και 108 της παρούσας αποφάσεως, μολονότι είναι αληθές ότι η Επιτροπή, σε ορισμένα τμήματα του δικογράφου της προσφυγής της, προβάλλει το ενδεχόμενο αντίφασης μεταξύ των επίμαχων αποφάσεων και των εθνικών κανόνων που αποτέλεσαν τη βάση για την έκδοσή τους, ιδίως όσον αφορά την απορριπτική απόφαση, εντούτοις, από το δικόγραφο της προσφυγής προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή επιδιώκει αποκλειστικώς να διαπιστωθεί ότι οι επίμαχες αποφάσεις ή οι ως άνω κανόνες δεν συνάδουν με πλείονες διατάξεις του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης σχετικά με τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και με το άρθρο 11 του Χάρτη.
116 Όσον αφορά, κατά δεύτερον, τον λόγο απαραδέκτου που στηρίζεται στο ότι ατομικές αποφάσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής λόγω παραβάσεως, επισημαίνεται, κατ’ αρχάς, ότι τα άρθρα 258 και 259 ΣΛΕΕ δεν περιορίζουν τον έλεγχο τον οποίο το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως στις διατάξεις γενικής ισχύος που θεσπίζουν ή στις πράξεις γενικής ισχύος που εκδίδουν τα κράτη μέλη. Επομένως, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ατομικές αποφάσεις και ατομικές πράξεις που εκδίδονται από τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής λόγω παραβάσεως, όταν η Επιτροπή εκτιμά ότι εκδόθηκαν κατά παράβαση του δικαίου της Ένωσης.
117 Εν συνεχεία, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, ενόψει του ρόλου της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών, η Επιτροπή είναι η μόνη αρμόδια να αποφασίζει αν είναι σκόπιμο να κινήσει τη διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως κράτους μέλους και κατά ποιας πράξεως ή παραλείψεως καταλογιστέας στο οικείο κράτος μέλος πρέπει να κινηθεί η διαδικασία αυτή. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η Επιτροπή μπορεί, μεταξύ άλλων, να ζητήσει από αυτό να διαπιστώσει παράβαση η οποία συνίσταται στο ότι δεν επιτεύχθηκε, σε συγκεκριμένη περίπτωση, το επιδιωκόμενο με την οδηγία αποτέλεσμα (απόφαση της 10ης Απριλίου 2003, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C‑20/01 και C‑28/01, EU:C:2003:220, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
118 Συναφώς, επισημαίνεται ότι από το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου προκύπτει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εξασφαλίζουν ότι η κατανομή και η παραχώρηση του φάσματος ραδιοσυχνοτήτων από τις εθνικές κανονιστικές αρχές βασίζονται σε αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά κριτήρια. Η εν λόγω διάταξη διευκρινίζει ότι η υποχρέωση αυτή ισχύει τόσο για τη χορήγηση γενικών αδειών όσο και για τη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης τέτοιων ραδιοσυχνοτήτων.
119 Επομένως, με την επιφύλαξη της υποχρεώσεως της Επιτροπής να ανταποκριθεί στο βάρος αποδείξεως το οποίο φέρει, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι η προσφυγή λόγω παραβάσεως μπορεί να αφορά ατομική πράξη ή ατομική απόφαση.
120 Εξάλλου, το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της νομολογίας του σχετικά με τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής λόγω παραβάσεως κατά διοικητικής πρακτικής, περιορίστηκε στη θέσπιση των προϋποθέσεων που πρέπει να πληροί μια τέτοια πρακτική προκειμένου να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής λόγω παραβάσεως, χωρίς να αποφανθεί επί της δυνατότητας ή μη ασκήσεως τέτοιας προσφυγής κατά ατομικής πράξεως ή ατομικής αποφάσεως.
121 Τέλος, από κανένα στοιχείο των άρθρων 258 και 259 ΣΛΕΕ ή της νομολογίας του Δικαστηρίου δεν μπορεί να συναχθεί ότι η απόρριψη των εθνικών προσφυγών, που ασκήθηκαν κατά ατομικής αποφάσεως, με εθνικές δικαστικές αποφάσεις οι οποίες έχουν αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, αποκλείει την άσκηση προσφυγής λόγω παραβάσεως κατά μιας τέτοιας ατομικής αποφάσεως.
122 Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι απαραδέκτου που προέβαλε η Ουγγαρία όσον αφορά τις αιτιάσεις κατά των επίμαχων αποφάσεων.
2. Επί του παραδεκτού της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται παραβίαση της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας
123 Στο πλαίσιο του πρώτου αιτήματος του δικογράφου της προσφυγής της, η Επιτροπή επικαλείται παραβίαση, από την Ουγγαρία, της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας.
124 Πλην όμως, το ως άνω θεσμικό όργανο δεν μνημονεύει την εν λόγω αρχή ούτε κατά τη διατύπωση των αιτιάσεων στις οποίες στηρίζεται η υπό κρίση προσφυγή ούτε κατά την ανάπτυξη των επιχειρημάτων που προβάλλει προς στήριξη των εν λόγω αιτιάσεων.
125 Κατά συνέπεια, η προσφυγή είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που με αυτή ζητείται να διαπιστωθεί παραβίαση, από την Ουγγαρία, της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας.
Γ. Επί της ουσίας
126 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή προβάλλει τέσσερις κατηγορίες αιτιάσεων.
127 Η πρώτη κατηγορία αιτιάσεων, η οποία αφορά το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης και την απορριπτική απόφαση, στηρίζεται σε παράβαση των άρθρων 5, 7 και 10 της οδηγίας για την αδειοδότηση, του άρθρου 4 της οδηγίας για τον ανταγωνισμό και του άρθρου 9 της οδηγίας-πλαισίου καθώς και σε παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας, της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της χρηστής διοικήσεως. Η δεύτερη κατηγορία αιτιάσεων, η οποία αφορά την επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού και την απόφαση περί ακυρότητας, στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 5, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας για την αδειοδότηση, των άρθρων 8 και 9 της οδηγίας-πλαισίου και του άρθρου 45 της οδηγίας 2018/1972. Η τρίτη κατηγορία αιτιάσεων, η οποία αφορά το άρθρο 65, παράγραφος 11, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 45, παράγραφος 1, της οδηγίας 2018/1972 καθώς και σε παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Η τέταρτη κατηγορία αιτιάσεων αφορά παράβαση του άρθρου 11 του Χάρτη.
1. Επί των αιτιάσεων που αφορούν το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης και την απορριπτική απόφαση
128 Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 5, 7 και 10 της οδηγίας για την αδειοδότηση, από το άρθρο 4 της οδηγίας για τον ανταγωνισμό και από το άρθρο 9 της οδηγίας-πλαισίου καθώς και από τις αρχές της αναλογικότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Οι παραβάσεις αυτές απορρέουν, πρώτον, από την έκδοση εκ μέρους του συμβουλίου μέσων ενημέρωσης της απορριπτικής απόφασης, δεύτερον, από τη θέσπιση του άρθρου 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης βάσει του οποίου αποκλείεται αυτομάτως η ανανέωση των δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος για ραδιοφωνικές μεταδόσεις στη ζώνη συχνότητας FM σε περίπτωση καθ’ υποτροπήν παράβασης, εκ μέρους του δικαιούχου των εν λόγω δικαιωμάτων, της υποχρέωσης διαβίβασης στοιχείων σχετικών με τις ποσοστώσεις μετάδοσης, ακόμη και όταν η παράβαση δεν είναι ιδιαιτέρως σοβαρή, έχει αμιγώς τυπικό χαρακτήρα και έχει ήδη τιμωρηθεί με πρόστιμα τα οποία κατέληξαν, στη συνέχεια, σε πλήρη συμμόρφωση, καθώς και, τρίτον, από το γεγονός ότι, ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, κατέστη αδύνατο στο Klubrádió, κατά τρόπο δυσανάλογο και εισάγοντα δυσμενή διάκριση, να συνεχίσει τις δραστηριότητές του στον τομέα της ραδιοφωνικής μετάδοσης.
129 Επιπλέον, η Επιτροπή προσάπτει στην Ουγγαρία παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας για την αδειοδότηση και από την αρχή της χρηστής διοικήσεως λόγω μη εκδόσεως αποφάσεως επί της αιτήσεως του Klubrádió για ανανέωση των δικαιωμάτων του χρήσης του ραδιοφάσματος εντός της προθεσμίας των έξι εβδομάδων που προβλέπει η εν λόγω διάταξη.
α) Επί της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
1) Επιχειρήματα των διαδίκων
130 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης ή, τουλάχιστον, ο τρόπος με τον οποίο το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης εφάρμοσε την εν λόγω διάταξη ως προς το Klubrádió δεν συνάδει με τα άρθρα 5, 7 και 10 της οδηγίας για την αδειοδότηση, το άρθρο 4 της οδηγίας για τον ανταγωνισμό και το άρθρο 9 της οδηγίας-πλαισίου και, ειδικότερα, με την αρχή της αναλογικότητας η οποία προβλέπεται από τα εν λόγω άρθρα.
131 Κατά πρώτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απορριπτική απόφαση αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας για τον λόγο ότι η άρνηση ανανέωσης του δικαιώματος του Klubrádió στην παροχή υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης στηρίζεται αποκλειστικώς στο γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια των επτά ετών ισχύος της σύμβασης ραδιοφωνικής μετάδοσης του Klubrádió, ο ραδιοφωνικός σταθμός παρέβη δύο φορές την υποχρέωσή του περί διαβίβασης στοιχείων σχετικών με τις ποσοστώσεις μετάδοσης.
132 Κατά την Επιτροπή, η άρνηση ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης ισοδυναμεί με κύρωση. Η Επιτροπή στηρίζεται, συναφώς, στη σοβαρότητα των συνεπειών που, σύμφωνα με την ουγγρική νομοθεσία, απορρέουν, για έναν πάροχο υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, από μια τέτοια άρνηση, ήτοι, αφενός, στην αδυναμία εξακολούθησης παροχής του περιεχομένου του από ορισμένη ραδιοσυχνότητα, εκτός εάν αναδειχθεί ανάδοχος σε νέο διαγωνισμό, και, αφετέρου, σε περίπτωση που ο εν λόγω διαγωνισμός κηρυχθεί άγονος, στην αδυναμία συνάψεως προσωρινής διοικητικής σύμβασης για την εξακολούθηση παροχής του περιεχομένου αυτού στην επίμαχη ραδιοσυχνότητα έως την ολοκλήρωση άλλου νέου διαγωνισμού.
133 Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή παραπέμπει στη νομολογία του Δικαστηρίου, από την οποία προκύπτει, αφενός, ότι, για την εκτίμηση της αναλογικότητας μιας κυρώσεως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση και η σοβαρότητα της παράβασης για την οποία προβλέπεται η εν λόγω κύρωση και, αφετέρου, ότι η κύρωση πρέπει να προσαρμόζεται επαρκώς ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης.
134 Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, η άρνηση ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης είναι παρεμφερής με την ανάκληση ή την αναστολή του εν λόγω δικαιώματος. Ωστόσο, μια τέτοια ανάκληση ή αναστολή συνιστά μία από τις σοβαρότερες κυρώσεις, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 5, της οδηγίας για την αδειοδότηση, μπορούν να επιβάλλονται μόνον υπό την προϋπόθεση της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας και μόνο σε περίπτωση σοβαρών ή τελούμενων καθ’ υποτροπήν παραβάσεων, μεταξύ άλλων, των όρων των δικαιωμάτων χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων.
135 Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η άρνηση ανανέωσης του δικαιώματος του Klubrádió να παρέχει υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης δεν αποτελεί έννομη συνέπεια ανάλογη προς τη σοβαρότητα των παραβάσεων τις οποίες διέπραξε ο εν λόγω ραδιοφωνικός σταθμός.
136 Συγκεκριμένα, πρώτον, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν τις επίμαχες παραβάσεις, το άρθρο 22, παράγραφος 8, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης δεν όριζε προθεσμία για τη συμμόρφωση με την υποχρέωση διαβίβασης στοιχείων σχετικών με τις ποσοστώσεις μετάδοσης. Δεύτερον, στις δύο περιπτώσεις τις οποίες αφορούν οι αποφάσεις αριθ. 354/2017 και αριθ. 1224/2017, το Klubrádió συμμορφώθηκε προς την ανωτέρω υποχρέωση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επιβολής κυρώσεων. Τρίτον, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης δεν διαπίστωσε, βάσει των στοιχείων που παρέσχε το Klubrádió σε συμμόρφωση προς την εν λόγω υποχρέωση, ότι οι εκπομπές που μετέδιδε το Klubrádió δεν ήταν σύμφωνες με τις υποχρεώσεις του ραδιοφωνικού σταθμού σχετικά με τις ποσοστώσεις μετάδοσης. Τέταρτον, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης επέβαλε πρόστιμο ύψους μεταξύ 30 000 HUF (περίπου 75 ευρώ) και 36 000 HUF (περίπου 90 ευρώ) για καθεμία από τις δύο παραβάσεις που διαπιστώθηκαν με τις ως άνω αποφάσεις, ενώ, κατά το άρθρο 187, παράγραφος 1, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, το ανώτατο πρόστιμο που προβλέπεται σε περίπτωση καθ’ υποτροπήν παράβασης ανέρχεται σε 2 000 000 HUF (5 420 ευρώ), γεγονός που αποδεικνύει ότι οι εν λόγω παραβάσεις συνιστούν ήσσονος σημασίας παραβάσεις. Πέμπτον, το Klubrádió κατέβαλε τα επιβληθέντα πρόστιμα και ο σκοπός της επιβληθείσας κυρώσεως επετεύχθη, δεδομένου ότι, μετά την έκδοση των εν λόγω αποφάσεων, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης δεν διαπίστωσε την τέλεση άλλων παραβάσεων από το Klubrádió.
137 Κατά δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, σε περίπτωση που το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει αυτομάτως την ανανέωση του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες ο οικείος πάροχος έχει διαπράξει καθ’ υποτροπήν παράβαση, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης στην οποία έχει επανειλημμένως καθυστερήσει να συμμορφωθεί με την υποχρέωση διαβίβασης στοιχείων σχετικών με τις ποσοστώσεις μετάδοσης, η διάταξη αυτή θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας.
138 Συγκεκριμένα, μια τέτοια ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως δεν θα κατέλειπε στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης κανένα περιθώριο εκτιμήσεως ως προς το αν η οικεία παράβαση είναι ασήμαντη ή μη αρκούντως σοβαρή και αν οι αποφάσεις σχετικά με την ανανέωση του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης είναι σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας και θα σήμαινε, επομένως, ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης υποχρεούται να εκδίδει αποφάσεις οι οποίες δεν συνάδουν με την εν λόγω αρχή.
139 Αντιθέτως, αν το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, σε συνδυασμό με το άρθρο 185, παράγραφος 2, του εν λόγω νόμου, ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως κατά την έκδοση αποφάσεων σχετικά με την ανανέωση του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, τούτο θα σήμαινε ότι, κατά την έκδοση της απορριπτικής απόφασης, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης χρησιμοποίησε, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που εκτίθενται στη σκέψη 136 της παρούσας αποφάσεως, το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει κατά τρόπο μη σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας. Σε μια τέτοια περίπτωση, μόνον η απορριπτική απόφαση θα είναι αντίθετη προς την ανωτέρω αρχή.
140 Προς αντίκρουση των ανωτέρω, η Ουγγαρία υποστηρίζει, κατά πρώτον, ότι η άρνηση ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης δεν αποσκοπεί στην επιβολή κυρώσεων για τη συμπεριφορά παρόχου ο οποίος ζήτησε την ανανέωση του εν λόγω δικαιώματος, αλλά αποτελεί συνέπεια της μη συμμόρφωσης του εν λόγω παρόχου με προϋπόθεση η οποία έχει καθοριστεί εκ των προτέρων προκειμένου αυτός να έχει δικαίωμα σε μια τέτοια ανανέωση. Η άρνηση ανανέωσης δεν μπορεί, ιδίως, να εξομοιωθεί με την κύρωση της ανάκλησης, την οποία προβλέπει το άρθρο 10, παράγραφος 5, της οδηγίας για την αδειοδότηση, δεδομένου ότι η εν λόγω κύρωση θέτει τέλος στην οικεία σύμβαση ραδιοφωνικής μετάδοσης πριν από τη λήξη της διάρκειας ισχύος της. Η άρνηση ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης παράγει αποτελέσματα μόνο για το χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της εν λόγω συμβάσεως.
141 Επομένως, ούτε οι απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 10, παράγραφος 5, της οδηγίας για την αδειοδότηση ούτε η νομολογία σχετικά με την αρχή της αναλογικότητας όσον αφορά τις κυρώσεις ασκούν επιρροή εν προκειμένω.
142 Κατά δεύτερον, η Ουγγαρία υποστηρίζει, όσον αφορά την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας από το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση που καθορίζει προϋποθέσεις βάσει των οποίων αποκλείεται η δυνατότητα ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης χωρίς να υφίσταται σχετικά περιθώριο εκτιμήσεως, δεδομένου ότι οι αντικειμενικές προϋποθέσεις που καθορίζονται εκ των προτέρων με νόμο αποκλείουν το ενδεχόμενο το δικαίωμα να εφαρμοστεί κατά τρόπο αυθαίρετο και εισάγοντα διακρίσεις.
143 Τα κριτήρια για την άρνηση ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης που καθορίζονται στον νόμο περί μέσων ενημέρωσης είναι αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά, δεδομένου ότι η ανανέωση αυτή αποκλείεται μόνο σε περίπτωση σοβαρών ή καθ’ υποτροπήν παραβάσεων, οι οποίες έχουν διαπιστωθεί με απρόσβλητες αποφάσεις.
144 Κατά την Ουγγαρία, η αναλογικότητα διασφαλίζεται από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 187, παράγραφος 5, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, οι ήσσονος σημασίας παραβάσεις δεν μπορούν να συνιστούν καθ’ υποτροπήν παραβάσεις. Ομοίως, ο καθορισμός στον νόμο των σωρευτικών προϋποθέσεων που καθιστούν δυνατό τον χαρακτηρισμό μιας παράβασης ως «καθ’ υποτροπήν παράβασης» διασφαλίζει, μέσω της αρχής της προοδευτικότητας, ότι η άρνηση ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης είναι δυνατή μόνο στις περιπτώσεις των πλέον σοβαρών και κατάφωρων παραβάσεων.
145 Επιπλέον, η Ουγγαρία διευκρινίζει ότι η σοβαρότητα της οικείας παράβασης δεν αξιολογείται στο πλαίσιο της διαδικασίας ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, δεδομένου ότι η εν λόγω διαδικασία δεν συνιστά διαδικασία επιβολής κυρώσεων. Η σοβαρότητα μιας συγκεκριμένης παράβασης αξιολογείται στο πλαίσιο διαδικασίας επιβολής κυρώσεων από το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, το οποίο οφείλει, μεταξύ άλλων, να διαπιστώσει αν η παράβαση είναι σοβαρή ή τελείται καθ’ υποτροπήν, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι οφείλει να εξετάσει, ειδικότερα, εάν η εν λόγω παράβαση δεν είναι ήσσονος σημασίας.
146 Τέλος, η Ουγγαρία προσθέτει ότι η αναγνώριση περιθωρίου εκτιμήσεως στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης θα σήμαινε ότι αυτό πρέπει, όταν αποφαίνεται επί της ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, να επανεξετάζει εάν πρόκειται για σοβαρή ή καθ’ υποτροπήν παράβαση, διαπιστωθείσα με απρόσβλητη απόφαση, όπερ θα αντέβαινε στις αρχές του κράτους δικαίου, της ασφάλειας δικαίου και της ίσης μεταχειρίσεως.
147 Κατά τρίτον, όσον αφορά την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας με την απορριπτική απόφαση, η Ουγγαρία επισημαίνει ότι η άρνηση ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης του Klubrádió δεν οφείλεται στην εφαρμογή δυσανάλογων διατάξεων της ουγγρικής νομοθεσίας ή σε αυθαίρετη απόφαση του συμβουλίου μέσων ενημέρωσης, αλλά αποκλειστικά στο γεγονός ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης διαπίστωσε, με απρόσβλητες αποφάσεις, ότι το Klubrádió διέπραξε σειρά παραβάσεων καθ’ υποτροπήν.
148 Συναφώς, η Ουγγαρία αμφισβητεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι οι παραβάσεις που διαπιστώθηκαν με τις αποφάσεις αριθ. 354/2017 και αριθ. 1224/2017 συνιστούν ήσσονος σημασίας παραβάσεις.
149 Συγκεκριμένα, πρώτον, το γεγονός ότι τα επιβληθέντα πρόστιμα είναι χαμηλά δεν αποτελεί, κατά την Ουγγαρία, απόδειξη του ότι πρόκειται για ήσσονος σημασίας παραβάσεις. Αφενός, το ύψος των εν λόγω προστίμων δεν παρέχει καμία ένδειξη ως προς τη σοβαρότητα των οικείων παραβάσεων, ελλείψει, ιδίως, συγκριτικών στοιχείων. Αφετέρου, κατά τον καθορισμό του ύψους των εν λόγω προστίμων, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης έλαβε υπόψη την οικονομική κατάσταση του Klubrádió, προκειμένου να μην επιβάλει κύρωση η οποία θα καθιστούσε αδύνατη ή δυσχερή τη λειτουργία του εν λόγω ραδιοφωνικού σταθμού, σύμφωνα όχι μόνο με τις αρχές της αναλογικότητας και της προοδευτικότητας, αλλά και με τον κώδικα διαδικασίας που ίσχυε κατά την ημερομηνία εκδόσεως των αποφάσεων αριθ. 354/2017 και αριθ. 1224/2017.
150 Δεύτερον, κατά την Ουγγαρία, είναι εσφαλμένος ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν τις επίμαχες παραβάσεις, το άρθρο 22, παράγραφος 8, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης δεν όριζε προθεσμία για τη συμμόρφωση προς την υποχρέωση διαβίβασης στοιχείων σχετικών με τις ποσοστώσεις μετάδοσης. Συγκεκριμένα, ο εθνικός νομοθέτης τροποποίησε την ανωτέρω διάταξη με ισχύ από τις 3 Αυγούστου 2011, προβλέποντας ότι «[ο]ι πάροχοι υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης υποχρεούνται να παρέχουν στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης κάθε μήνα στοιχεία που καθιστούν δυνατό τον έλεγχο της τήρησης των ποσοστώσεων μετάδοσης». Το γεγονός ότι το Klubrádió, στο πλαίσιο των διαδικασιών που οδήγησαν στην έκδοση των αποφάσεων αριθ. 354/2017 και αριθ. 1224/2017, δεν υπέβαλε καμία δήλωση ή ένσταση σχετικά με την προβαλλόμενη απουσία προθεσμίας για τη συμμόρφωση προς την εν λόγω υποχρέωση ούτε άσκησε προσφυγή κατά των ως άνω αποφάσεων αποδεικνύει ότι είχε γνώση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονταν όσον αφορά τη διαβίβαση στοιχείων σχετικών με τις ποσοστώσεις μετάδοσης καθώς και της πρακτικής του συμβουλίου μέσων ενημέρωσης όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων ως προς το ζήτημα αυτό.
151 Τρίτον, η σημασία της υποχρέωσης διαβίβασης στοιχείων σχετικών με τις ποσοστώσεις μετάδοσης δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι οι παραβάσεις που διέπραξε το Klubrádió δεν είναι ήσσονος σημασίας. Συναφώς, η Ουγγαρία επισημαίνει ότι η μη διαβίβαση ή η καθυστερημένη διαβίβαση των εν λόγω στοιχείων εμποδίζει τον έλεγχο από το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης της τήρησης των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στον οικείο πάροχο όσον αφορά τις ποσοστώσεις μετάδοσης και, ως εκ τούτου, καθιστά δυνατό στον εν λόγω πάροχο να αποφύγει ευκολότερα τη διαπίστωση τυχόν άλλης παράβασης.
152 Τέταρτον, κατά την Ουγγαρία, το γεγονός ότι το Klubrádió συμμορφώθηκε, στο πλαίσιο των διαδικασιών που οδήγησαν στην έκδοση των αποφάσεων αριθ. 354/2017 και αριθ. 1224/2017, προς την υποχρέωση διαβίβασης των σχετικών με τις ποσοστώσεις μετάδοσης στοιχείων, όπως και το γεγονός ότι στη συνέχεια κατέβαλε τα επιβληθέντα πρόστιμα, δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο εν λόγω ραδιοφωνικός σταθμός παρέβη την εν λόγω υποχρέωση.
153 Το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζουν τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
i) Επί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 10 της οδηγίας για την αδειοδότηση
154 Με την αιτίαση με την οποία προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απορριπτική απόφαση και, ενδεχομένως, το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης δεν συνάδουν με την αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή αποτυπώνεται όχι μόνο στα άρθρα 5 και 7 της οδηγίας για την αδειοδότηση, στο άρθρο 9 της οδηγίας-πλαισίου και στο άρθρο 4 της οδηγίας για τον ανταγωνισμό, αλλά και στο άρθρο 10 της οδηγίας για την αδειοδότηση.
155 Όπως εκτίθεται στις σκέψεις 74 και 75 της παρούσας αποφάσεως, τα άρθρα 5 και 7 της οδηγίας για την αδειοδότηση, το άρθρο 9 της οδηγίας-πλαισίου και το άρθρο 4 της οδηγίας για τον ανταγωνισμό καθορίζουν τους κανόνες σχετικά με την παραχώρηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων.
156 Το άρθρο 10 της οδηγίας για την αδειοδότηση προβλέπει κανόνες σχετικά με την υποχρέωση των κρατών μελών να ελέγχουν και να επιβλέπουν τη συμμόρφωση προς τους όρους οι οποίοι ενδέχεται να συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων και, ιδίως, σχετικά με τα μέτρα που τα κράτη μέλη δύνανται να λαμβάνουν προκειμένου να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση με τους όρους αυτούς.
157 Από την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της εξέτασης του ζητήματος της εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες στα επίμαχα εθνικά μέτρα και, ιδίως, από τη σκέψη 76 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης και η απορριπτική απόφαση συνιστούν εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω κανονιστικού πλαισίου όσον αφορά την παραχώρηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων.
158 Κατά συνέπεια, η συμβατότητα της απορριπτικής απόφασης και του άρθρου 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης με το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να εξετασθεί αποκλειστικώς υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, όπως αυτή διατυπώνεται στα άρθρα 5 και 7 της οδηγίας για την αδειοδότηση, στο άρθρο 9 της οδηγίας-πλαισίου και στο άρθρο 4 της οδηγίας για τον ανταγωνισμό.
ii) Επί του περιεχομένου του άρθρου 48, παράγραφος 7, στοιχείο a, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης
159 Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 137 έως 139 της παρούσας αποφάσεως, η αιτίαση με την οποία προβάλλεται ότι η Ουγγαρία παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας στηρίζεται σε επιχειρήματα της Επιτροπής που βασίζονται σε δύο εναλλακτικώς εξεταζόμενες περιπτώσεις. Σύμφωνα με την πρώτη, το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης παρέχει στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, κατά την έκδοση αποφάσεων σχετικά με αιτήσεις ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τη σοβαρότητα και τον καθ’ υποτροπήν χαρακτήρα των παραβάσεων που διέπραξε ο εν λόγω πάροχος, όπερ θα σήμαινε ότι μόνον η απορριπτική απόφαση αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που μνημονεύονται στο σημείο 136 της παρούσας αποφάσεως, παραβίασε την εν λόγω αρχή κατά την άσκηση του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτει. Σύμφωνα με τη δεύτερη, η ανωτέρω διάταξη δεν παρέχει στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης τέτοιο περιθώριο εκτιμήσεως, όπερ θα σήμαινε ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διάταξη αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι οδηγεί στην έκδοση αποφάσεων αντίθετων προς την εν λόγω αρχή.
160 Κατά συνέπεια, πρέπει προηγουμένως να προσδιοριστεί, υπό το πρίσμα των στοιχείων της ενώπιον του Δικαστηρίου υποβληθείσας δικογραφίας, το περιεχόμενο που αναγνωρίζεται, κατά το ουγγρικό δίκαιο, στο άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης.
161 Η εν λόγω διάταξη προβλέπει ότι η ανανέωση του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης δεν είναι δυνατή, μεταξύ άλλων, όταν, με απρόσβλητη απόφαση του συμβουλίου μέσων ενημέρωσης, ο οικείος πάροχος έχει κριθεί ότι υπέπεσε σε σοβαρές ή καθ’ υποτροπήν παραβάσεις της σχετικής σύμβασης ή των διατάξεων του νόμου περί ελευθερίας του Τύπου ή του νόμου περί μέσων ενημέρωσης.
162 Σύμφωνα με το άρθρο 187, παράγραφος 5, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, η παράβαση θεωρείται ότι τελείται καθ’ υποτροπήν όταν ο παραβάτης υποπίπτει εκ νέου, εντός χρονικού διαστήματος 365 ημερών, στην ίδια παράνομη συμπεριφορά –σχετιζόμενη με την ίδια νομική βάση, την ίδια νομική διάταξη και τον ίδιο τομέα– με εκείνη η οποία έχει διαπιστωθεί με οριστική διοικητική απόφαση, εξαιρουμένων των παραβάσεων ήσσονος σημασίας.
163 Από τις διευκρινίσεις που παρέσχε η Ουγγαρία κατά την έγγραφη διαδικασία προκύπτει ότι το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης έχει την έννοια ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, κατά την έκδοση αποφάσεων επί αιτήσεων ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, όπως η απορριπτική απόφαση, δεν διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τη σοβαρότητα των παραβάσεων που διέπραξε ο οικείος πάροχος και τον καθ’ υποτροπήν χαρακτήρα τους. Το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης περιορίζεται να εξακριβώσει αν, κατά τη διάρκεια ισχύος του δικαιώματος του οποίου ζητείται η ανανέωση, εξέδωσε, έναντι του εν λόγω παρόχου, απρόσβλητη απόφαση με την οποία διαπιστώνεται η διάπραξη σοβαρής ή καθ’ υποτροπήν παράβασης. Σε περίπτωση που τούτο ισχύει, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης υποχρεούται, κατ’ εφαρμογήν της ανωτέρω διατάξεως, να αρνηθεί την ανανέωση της ισχύος του δικαιώματος. Από τις εν λόγω διευκρινίσεις προκύπτει επίσης ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης εξετάζει, και ενδεχομένως διαπιστώνει, τον σοβαρό ή καθ’ υποτροπήν χαρακτήρα των παραβάσεων που διέπραξε ο οικείος πάροχος κατά την έκδοση ακριβώς αποφάσεων σχετικά με τις διαδικασίες επιβολής κυρώσεων, όπως είναι οι αποφάσεις αριθ. 354/2017 και αριθ. 1224/2017.
164 Από τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι επιβεβαιώνεται ότι το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης ερμηνεύεται και εφαρμόζεται υπό την έννοια που εκτίθεται στην προηγούμενη σκέψη.
165 Πράγματι, κατ’ αρχάς, στην απορριπτική απόφαση, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης περιορίζεται σε απαρίθμηση των απρόσβλητων αποφάσεων που εκδόθηκαν στο πλαίσιο των διαδικασιών επιβολής κυρώσεων οι οποίες είχαν κινηθεί κατά του Klubrádió και επισημαίνει ότι, με την απόφαση αριθ. 1224/2017, είχε διαπιστώσει την παράβαση, από τον εν λόγω ραδιοφωνικό σταθμό, της υποχρέωσης διαβίβασης στοιχείων σχετικών με τις ποσοστώσεις μετάδοσης και τον καθ’ υποτροπήν χαρακτήρα της παράβασης αυτής.
166 Εν συνεχεία, από τον πίνακα σχετικά με τους λόγους απόρριψης που παρατίθενται στις αποφάσεις με τις οποίες απορρίφθηκαν αιτήσεις ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, ο οποίος πίνακας υποβλήθηκε από την Ουγγαρία κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και επισυνάφθηκε στο δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής (στο εξής: πίνακας σχετικά με τους λόγους απόρριψης), προκύπτει ότι η αξιολόγηση του σοβαρού ή καθ’ υποτροπήν χαρακτήρα των παραβάσεων που διέπραξαν οι οικείοι πάροχοι δεν πραγματοποιείται με τις αποφάσεις περί άρνησης ανανέωσης του εν λόγω δικαιώματος, αλλά με τις απρόσβλητες αποφάσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο των διαδικασιών επιβολής κυρώσεων.
167 Τέλος, η απόφαση αριθ. 265/18 (III. 29), της 27ης Μαρτίου 2018, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας επιβολής κυρώσεων κινηθείσας κατά του ραδιοφωνικού σταθμού Kun-Média και επισυνάπτεται ως παράρτημα στο υπόμνημα απαντήσεως της Επιτροπής, επιβεβαιώνει ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης αξιολογεί τόσο τη σοβαρότητα της παράβασης όσο και, εφόσον από την αξιολόγηση προκύπτει ότι η παράβαση δεν είναι ήσσονος σημασίας, τον καθ’ υποτροπήν ή μη χαρακτήρα της κατά την έκδοση ακριβώς αποφάσεων σχετικά με τις διαδικασίες επιβολής κυρώσεων.
168 Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι ο νόμος περί μέσων ενημέρωσης δεν παρέχει στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης περιθώριο εκτιμήσεως, η εξέταση της αιτιάσεως που αφορά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας επιβάλλει να εξετασθεί κατά πόσον είναι βάσιμο το επιχείρημα της Επιτροπής περί παραβιάσεως της εν λόγω αρχής από το άρθρο 48, παράγραφος 7, του ως άνω νόμου και όχι από το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης.
iii) Επί της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας από το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης
169 Όπως προκύπτει από το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου, λαμβανομένου υπόψη ότι οι ραδιοσυχνότητες αποτελούν δημόσιο αγαθό με σημαντική κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική αξία, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ουσιαστική διαχείριση των ραδιοσυχνοτήτων αυτών για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην επικράτειά τους, σύμφωνα με τα ρυθμιστικά καθήκοντα που καθορίζονται στο κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και με σκοπό την επίτευξη των στόχων που καθορίζονται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας.
170 Δυνάμει του άρθρου 4, σημείο 2, της οδηγίας για τον ανταγωνισμό, του άρθρου 5, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας για την αδειοδότηση καθώς και του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου, η χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων πρέπει να διενεργείται βάσει αντικειμενικών, διαφανών, αμερόληπτων και αναλογικών κριτηρίων (απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Persidera, C‑112/16, EU:C:2017:597, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Τα κριτήρια αυτά, τα οποία, όπως επισημαίνεται στη σκέψη 75 της παρούσας αποφάσεως, έχουν εφαρμογή κατά την ανανέωση των ως άνω δικαιωμάτων, πρέπει επιπλέον να λαμβάνουν δεόντως υπόψη την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 8 της οδηγίας-πλαισίου (πρβλ. απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Europa Way και Persidera, C‑560/15, EU:C:2017:593, σκέψη 72).
171 Από τις σκέψεις 161 έως 163 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης έχει ως αποτέλεσμα να στερεί αυτομάτως ορισμένους παρόχους, ήτοι εκείνους σε σχέση με τους οποίους το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης έχει διαπιστώσει, με απρόσβλητη απόφαση, σοβαρή ή καθ’ υποτροπήν παράβαση της οικείας σύμβασης ραδιοφωνικής μετάδοσης ή των διατάξεων του νόμου περί ελευθερίας του Τύπου ή του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, από τη δυνατότητα ανανέωσης του δικαιώματός τους παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, το οποίο, όπως διαπιστώθηκε στο πλαίσιο της ανάλυσης σχετικά με την εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες επί των επίμαχων εθνικών μέτρων, αφορά επίσης τη χρήση ραδιοσυχνότητας.
172 Επομένως, το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης πρέπει να θεωρηθεί ότι συμβάλλει στον καθορισμό των κριτηρίων που εφαρμόζονται, κατά το ουγγρικό δίκαιο, στην παραχώρηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων, με αποτέλεσμα ότι πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης που μνημονεύονται στη σκέψη 170 της παρούσας αποφάσεως και, ειδικότερα, την απαίτηση περί αναλογικότητας των εν λόγω κριτηρίων.
173 Συναφώς, επισημαίνεται ότι η τήρηση των όρων που συνδέονται με τα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων είναι ουσιαστικής σημασίας για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής χρήσης και διαχείρισης των συχνοτήτων αυτών. Επομένως, λόγος άρνησης ανανέωσης των εν λόγω δικαιωμάτων, ο οποίος στηρίζεται στο γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια ισχύος τους, ο οικείος πάροχος δεν συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις του, μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά κριτήριο επιλογής των χρηστών ραδιοσυχνοτήτων το οποίο συνδέεται με τον σκοπό της ενίσχυσης του ανταγωνισμού διά της ενθάρρυνσης της αποτελεσματικής χρήσης και διαχείρισης των ραδιοσυχνοτήτων, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας-πλαισίου.
174 Εντούτοις, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η απαίτηση αναλογικότητας, που υπομνήσθηκε στη σκέψη 170 της παρούσας αποφάσεως, συνεπάγεται ότι τα κριτήρια για την παραχώρηση δικαιωμάτων χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων πρέπει να είναι ικανά να διασφαλίσουν την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτά σκοπού και να μην υπερβαίνουν το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο (απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Persidera, C‑112/16, EU:C:2017:597, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
175 Μολονότι είναι αληθές ότι η συνεκτίμηση, κατά την εξέταση αιτήσεως ανανέωσης των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων, προηγούμενων παραβάσεων της σύμβασης ή της ισχύουσας νομοθεσίας σχετικά με τη χρήση των ραδιοσυχνοτήτων μπορεί να συμβάλει στην επίτευξη του σκοπού της αποτελεσματικής χρήσης και διαχείρισης των ραδιοσυχνοτήτων αυτών, εντούτοις, το κατά πόσον οι παραβάσεις μπορούν να υπονομεύσουν τον εν λόγω σκοπό εξαρτάται από τη σοβαρότητά τους. Συνεπώς, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η συνεκτίμηση των εν λόγω παραβάσεων δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του ως άνω σκοπού, πρέπει να υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ της σοβαρότητας της προηγουμένως διαπραχθείσας παράβασης και της απόφασης σχετικά με την ανανέωση της ισχύος των εν λόγω δικαιωμάτων χρήσης.
176 Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης δεν προβλέπει ότι η ύπαρξη στο παρελθόν παραβάσεων της οικείας σύμβασης ραδιοφωνικής μετάδοσης, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης ή του νόμου περί ελευθερίας του Τύπου συνιστά ένα από τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση αιτήσεως ανανέωσης δικαιωμάτων παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, αλλά ότι η ανανέωση αυτή αποκλείεται αυτομάτως για τους φορείς που έχουν διαπράξει καθ’ υποτροπήν παράβαση της σύμβασης ή των ως άνω νόμων, με αποτέλεσμα, όπως επισήμανε η Επιτροπή, η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης να εμποδίζει τους παρόχους να συνεχίσουν να μεταδίδουν το περιεχόμενό τους μέσω ραδιοσυχνότητας.
177 Επομένως, η άρνηση ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης ενός παρόχου ο οποίος έχει υποπέσει σε καθ’ υποτροπήν παράβαση μπορεί να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας μόνον εφόσον διαπιστωθεί, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας της παράβασης, ότι η άρνηση αυτή είναι απαραίτητη για την επίτευξη του σκοπού που συνίσταται στην αποτελεσματική χρήση και διαχείριση των ραδιοσυχνοτήτων.
178 Ως εκ τούτου, η εκτίμηση αυτή πρέπει να διενεργείται κατά περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, της φύσεως της καθ’ υποτροπήν παράβασης που διέπραξε ο οικείος πάροχος και των ιδιαίτερων περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης οι οποίες ασκούν επιρροή για τον καθορισμό, κατά την εξέταση αιτήσεως ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, της σοβαρότητας της παράβασης και των συνεπειών αυτής για την πρόσβαση του οικείου παρόχου στις ραδιοσυχνότητες με σκοπό τη μετάδοση περιεχομένου.
179 Επιπροσθέτως επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από την προηγούμενη σκέψη, η εκτίμηση στην οποία οφείλει να προβεί το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης κατά την εξέταση των αιτήσεων ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης διαφέρει από την εξέταση την οποία καλείται να διενεργήσει στο πλαίσιο των διαδικασιών επιβολής κυρώσεων, κατά τις οποίες οφείλει, μεταξύ άλλων, να ελέγχει, αποκλειστικά για τους σκοπούς των εν λόγω διαδικασιών, αν η κύρωση που πρέπει να επιβληθεί για την τιμωρία ορισμένης παράβασης είναι αντίστοιχη της σοβαρότητάς της.
180 Ως εκ τούτου, είναι αβάσιμο το επιχείρημα της Ουγγαρίας ότι η παροχή στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης περιθωρίου εκτιμήσεως κατά την εξέταση των αιτήσεων ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης θα παραβίαζε τις αρχές του κράτους δικαίου, της ασφάλειας δικαίου και της ίσης μεταχείρισης, διότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης θα έπρεπε να επανεξετάσει τον σοβαρό ή καθ’ υποτροπήν χαρακτήρα των παραβάσεων, ο οποίος έχει διαπιστωθεί με απρόσβλητη απόφαση.
181 Κατά συνέπεια, το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, κατά το μέρος που επιβάλλει στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης την υποχρέωση να αρνείται, αυτομάτως και σε κάθε περίπτωση, την ανανέωση του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης όταν ο οικείος πάροχος έχει υποπέσει καθ’ υποτροπήν σε παράβαση, χωρίς να παρέχει στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης κανένα περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου, κατά την εξέταση των αιτήσεων ανανέωσης του εν λόγω δικαιώματος, να ελέγξει αν υφίσταται αντιστοιχία μεταξύ της σοβαρότητας της επίμαχης παράβασης και της σοβαρότητας των συνεπειών της άρνησης ανανέωσης για την πρόσβαση του παρόχου στις ραδιοσυχνότητες, δεν πληροί την απαίτηση που απορρέει από το άρθρο 4, σημείο 2, της οδηγίας για τον ανταγωνισμό, από το άρθρο 5, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και από το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας για την αδειοδότηση καθώς και από το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου, κατά την οποία η ανανέωση των δικαιωμάτων χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων πρέπει να βασίζεται σε αναλογικά κριτήρια.
182 Ως εκ τούτου, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστούν τα επιχειρήματα της Επιτροπής που εκτίθενται στη σκέψη 136 της παρούσας αποφάσεως, διαπιστώνεται ότι η απορριπτική απόφαση, στο μέτρο που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης και, ως εκ τούτου, βάσει εθνικού καθεστώτος σχετικά με τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων το οποίο δεν πληροί την απαίτηση αναλογικότητας η οποία επιβάλλεται από τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως, δεν πληροί ομοίως την απαίτηση αυτή.
183 Επομένως, η αιτίαση με την οποία προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, όπως η εν λόγω αρχή αποτυπώνεται στα άρθρα 5 και 7 της οδηγίας για την αδειοδότηση, στο άρθρο 4 της οδηγίας για τον ανταγωνισμό και στο άρθρο 9 της οδηγίας-πλαισίου, είναι βάσιμη.
β) Επί της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
1) Επιχειρήματα των διαδίκων
184 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης ή, τουλάχιστον, ο τρόπος με τον οποίο το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης εφάρμοσε την ως άνω διάταξη ως προς το Klubrádió δεν συνάδει με τα άρθρα 5 και 7 της οδηγίας για την αδειοδότηση, το άρθρο 4 της οδηγίας για τον ανταγωνισμό και το άρθρο 9 της οδηγίας-πλαισίου και, ειδικότερα, με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που προβλέπεται στα εν λόγω άρθρα.
185 Ειδικότερα, η Επιτροπή παραπέμπει στα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον πίνακα σχετικά με τους λόγους απόρριψης, από τον οποίο προκύπτει ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, με εξαίρεση την περίπτωση του Klubrádió, ουδέποτε άλλοτε αρνήθηκε την ανανέωση της ισχύος του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης για τον λόγο, αποκλειστικώς και μόνον, ότι ο πάροχος δεν είχε τηρήσει την υποχρέωση διαβίβασης στοιχείων σχετικών με τις ποσοστώσεις μετάδοσης.
186 Εξάλλου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ορισμένοι ραδιοφωνικοί σταθμοί, και συγκεκριμένα οι Inforádio, Rádió Smile και Kun-Média, επέτυχαν την ανανέωση του δικαιώματός τους παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης παρά το γεγονός ότι είχαν διαπράξει παραβάσεις παρόμοιες με εκείνες τις οποίες διέπραξε το Klubrádió ή και σοβαρότερες.
187 Η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι οι ουγγρικές διατάξεις διασφαλίζουν τη διαφάνεια, την αντικειμενικότητα και την απαγόρευση των διακρίσεων θεσπίζοντας αντικειμενικά κριτήρια που ισχύουν για όλους τους παρόχους υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης όσον αφορά την ανανέωση του δικαιώματός τους παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης.
188 Στο πλαίσιο αυτό, η Ουγγαρία αμφισβητεί, ειδικότερα, τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι, με εξαίρεση την περίπτωση του Klubrádió, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης ουδέποτε άλλοτε αρνήθηκε να ανανεώσει το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης απλώς και μόνον επειδή ο οικείος πάροχος δεν είχε τηρήσει την υποχρέωση διαβίβασης στοιχείων σχετικών με τις ποσοστώσεις μετάδοσης. Συγκεκριμένα, από τον πίνακα σχετικά με τους λόγους άρνησης προκύπτει ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης δεν ανανέωσε το δικαίωμα του Fehérvár Mediacentrum Kft. να παρέχει υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης για τον λόγο ότι είχε προηγουμένως διαπιστώσει, με απρόσβλητη απόφαση, ότι ο εν λόγω πάροχος είχε παραβεί καθ’ υποτροπήν την εν λόγω υποχρέωση.
189 Όσον αφορά τις αποφάσεις σχετικά με τους Inforádió, Rádió Smile και Kun-Média, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στις εν λόγω αποφάσεις διαφέρουν από εκείνα που αφορούν το Klubrádió και ότι οι διαδικασίες που οδήγησαν στην έκδοση των εν λόγω αποφάσεων διεξήχθησαν εντός διαφορετικού νομικού πλαισίου, οπότε δεν είναι παρεμφερείς με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στο πλαίσιο της ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης του Klubrádió. Επιπλέον, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν διευκρίνισε εάν εξέτασε όλες τις αποφάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για τη διαπίστωση δυσμενούς διακρίσεως ή εάν μόνον οι αποφάσεις τις οποίες παρέθεσε μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς αυτούς, οι αποφάσεις σχετικά με τους Inforádió, Rádió Smile και Kun-Média αποτελούν απλώς παραδείγματα. Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι η Επιτροπή επισύναψε στο δικόγραφο της προσφυγής της μία μόνον από τις τελευταίες αυτές αποφάσεις, ήτοι την απόφαση σχετικά με το Kun-Média, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εξακριβώσει αν οι σχετικές καταστάσεις είναι παρεμφερείς. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η πρακτική του συμβουλίου μέσων ενημέρωσης σχετικά με τη λήψη αποφάσεων εισήγαγε πράγματι δυσμενή διάκριση.
190 Το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζουν τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
191 Κατά το άρθρο 4, σημείο 2, της οδηγίας για τον ανταγωνισμό, το άρθρο 5, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας για την αδειοδότηση καθώς και το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου, τα κριτήρια για την παραχώρηση δικαιωμάτων χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων πρέπει να τηρούν την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
192 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, ειδική έκφραση της οποίας αποτελεί η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, επιβάλλει να μην επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση σε παρεμφερείς καταστάσεις ούτε η ίδια μεταχείριση σε ανόμοιες καταστάσεις, εκτός αν μια τέτοια μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικά. Η απαίτηση να είναι οι καταστάσεις παρεμφερείς προκειμένου να διαπιστωθεί παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων που τις χαρακτηρίζουν, ιδίως δε υπό το πρίσμα του αντικειμένου και του σκοπού της πράξης που εισάγει την επίμαχη διάκριση, εξυπακουομένου ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, προς τούτο, οι αρχές και οι σκοποί του τομέα στον οποίο εμπίπτει η πράξη αυτή (πρβλ. απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Europa Way και Persidera, C‑560/15, EU:C:2017:593, σκέψη 69 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
193 Εν προκειμένω, από τον πίνακα σχετικά με τους λόγους απόρριψης προκύπτει ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, με την απόφαση αριθ. 1203/2019 (X. 8), απέρριψε την αίτηση του Mediacentrum περί ανανέωσης του δικαιώματός του παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης για τον λόγο και μόνον ότι, με την απόφαση αριθ. 1115/2016, είχε διαπιστώσει ότι, μεταξύ 23ης και 31ης Μαΐου 2016, ο εν λόγω πάροχος δεν είχε συμμορφωθεί προς την υποχρέωση διαβίβασης στοιχείων σχετικών με τις ποσοστώσεις μετάδοσης και ότι η παράβαση είχε τελεσθεί καθ’ υποτροπήν.
194 Επιπλέον, οι αποφάσεις που εκδόθηκαν όσον αφορά τους ραδιοφωνικούς σταθμούς Inforádio, Radio Smile και Kun-Média εκδόθηκαν εντός νομικού και πραγματικού πλαισίου διαφορετικού από εκείνο στο οποίο στηρίχθηκε η έκδοση της απορριπτικής απόφασης.
195 Κατά συνέπεια, όπως διαπίστωσε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 65 των προτάσεών του, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή δεν αρκούσαν για να στοιχειοθετηθεί ότι η απορριπτική απόφαση συνεπαγόταν δυσμενή διάκριση εις βάρος του Klubrádió.
196 Επομένως, η αιτίαση με την οποία προβάλλεται παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όπως η αρχή αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 5 και 7 της οδηγίας για την αδειοδότηση, στο άρθρο 4 της οδηγίας για τον ανταγωνισμό και στο άρθρο 9 της οδηγίας-πλαισίου, πρέπει να απορριφθεί.
γ) Επί της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται μη έγκαιρη έκδοση της απορριπτικής απόφασης
1) Επιχειρήματα των διαδίκων
197 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απορριπτικής απόφασης ξεκίνησε στις 8 Νοεμβρίου 2019, ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως του Klubrádió περί ανανέωσης, και ολοκληρώθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 2020, ημερομηνία εκδόσεως της απορριπτικής απόφασης, ήτοι διήρκεσε δέκα μήνες.
198 Επομένως, κατά την έκδοση της απορριπτικής απόφασης, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης παρέβη το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας για την αδειοδότηση, το οποίο προβλέπει προθεσμία έξι εβδομάδων για την έκδοση αποφάσεων σχετικά με τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης στην περίπτωση ραδιοσυχνοτήτων που έχουν κατανεμηθεί για χρήση από υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στο πλαίσιο του εθνικού προγράμματος συχνοτήτων, εκτός εάν τα δικαιώματα αυτά χορηγούνται μέσω διαδικασιών ανταγωνιστικής ή συγκριτικής επιλογής όπερ, κατά την Επιτροπή, δεν ίσχυε όσον αφορά την απορριπτική απόφαση.
199 Επιπλέον, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης παραβίασε και την αρχή της χρηστής διοικήσεως, δεδομένου ότι η τήρηση των προθεσμιών αποτελεί έκφραση της εν λόγω αρχής.
200 Η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι η διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απορριπτικής απόφασης δεν είναι διαδικασία παραχώρησης ραδιοσυχνοτήτων, αλλά διαδικασία ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης. Ωστόσο, καμία διάταξη του δικαίου της Ένωσης δεν καθορίζει προθεσμία για την ανανέωση του εν λόγω δικαιώματος.
201 Ως εκ περισσού, η Ουγγαρία διευκρινίζει ότι το άρθρο 48, παράγραφος 5, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης ορίζει συγκεκριμένες προθεσμίες τόσο για την υποβολή αίτησης ανανέωσης του εν λόγω δικαιώματος όσο και για την έκδοση αποφάσεων σχετικά με την ως άνω αίτηση. Οι προθεσμίες αυτές διασφαλίζουν όχι μόνον την έγκαιρη έκδοση των ως άνω αποφάσεων, αλλά και ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει καμία περίπτωση στην οποία το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης θα έκανε δεκτή την αίτηση πριν από την ημερομηνία λήξης της επίμαχης σύμβασης ραδιοφωνικής μετάδοσης και, στη συνέχεια, θα διαπιστωνόταν ότι ο οικείος πάροχος υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης είχε διαπράξει παράβαση η οποία αποκλείει την ανανέωση.
202 Το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζουν τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
203 Στο μέτρο που, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 74 έως 94 της παρούσας αποφάσεως, η διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απορριπτικής απόφασης αφορά τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων, διαπιστώνεται ότι η εν λόγω διαδικασία υπόκειται στις διατάξεις που αποτελούν μέρος του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται ιδίως η διάταξη που αφορά τις προθεσμίες για την έκδοση αποφάσεων σχετικά με τη χορήγηση των εν λόγω δικαιωμάτων, ήτοι το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας για την αδειοδότηση.
204 Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, η απορριπτική απόφαση έπρεπε να εκδοθεί εντός προθεσμίας έξι εβδομάδων από την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους αιτήσεως του Klubrádió για ανανέωση του δικαιώματός του παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης.
205 Δεδομένου ότι, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως, το Klubrádió υπέβαλε την ως άνω αίτηση στις 8 Νοεμβρίου 2019 και η απορριπτική απόφαση εκδόθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 2020, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε δέκα μήνες μετά την υποβολή της αιτήσεως και, ως εκ τούτου, πολύ μετά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας για την αδειοδότηση.
206 Επιπροσθέτως, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου του άρθρου 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης και του τρόπου με τον οποίο η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στην Ουγγαρία, επισημαίνεται ότι, κατά την έκδοση της απορριπτικής απόφασης, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης όφειλε απλώς να εξακριβώσει εάν αυτό, κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης ραδιοφωνικής μετάδοσης του Klubrádió, είχε εκδώσει οριστική απόφαση σχετικά με τον εν λόγω ραδιοφωνικό σταθμό, με την οποία να διαπιστώνεται ότι ο εν λόγω σταθμός είχε διαπράξει σοβαρή ή καθ’ υποτροπήν παράβαση. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν υπάρχει εύλογη εξήγηση για την καθυστέρηση περίπου οκτώμισι μηνών στην έκδοση της απορριπτικής απόφασης.
207 Στο πλαίσιο αυτό υπενθυμίζεται ότι, όπως έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο, όταν κράτος μέλος εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης, οι απαιτήσεις που απορρέουν από την αρχή της χρηστής διοικήσεως, ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, ιδίως δε το δικαίωμα κάθε προσώπου στην αμερόληπτη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του, έχουν εφαρμογή στο πλαίσιο της διαδικασίας που διεξάγει η αρμόδια εθνική αρχή (απόφαση της 6ης Μαρτίου 2025, Obshtina Veliko Tarnovo και Obshtina Belovo, C‑471/23 και C‑477/23, EU:C:2025:155, σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
208 Επομένως, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, εκδίδοντας την απορριπτική απόφαση πολύ μετά τη λήξη της προθεσμίας των έξι εβδομάδων από την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους αίτησης του Klubrádió για ανανέωση του δικαιώματός του παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, παρέβη το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας για την αδειοδότηση και παραβίασε την αρχή της χρηστής διοικήσεως.
δ) Συμπέρασμα
209 Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές οι αιτιάσεις που αφορούν το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης καθώς και την απορριπτική απόφαση και να διαπιστωθεί ότι η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει:
– από τα άρθρα 5 και 7 της οδηγίας για την αδειοδότηση, από το άρθρο 4 της οδηγίας για τον ανταγωνισμό, από το άρθρο 9 της οδηγίας-πλαισίου και από την αρχή της αναλογικότητας, πρώτον, λόγω της έκδοσης από το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης της απορριπτικής απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του Klubrádió για την ανανέωση των δικαιωμάτων του χρήσης του ραδιοφάσματος, δεύτερον, λόγω της θέσπισης του άρθρου 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, βάσει του οποίου αποκλείεται αυτομάτως η ανανέωση των δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος που αφορά ραδιοφωνική μετάδοση στη ζώνη συχνότητας FM σε περίπτωση καθ’ υποτροπήν παράβασης, εκ μέρους του δικαιούχου των εν λόγω δικαιωμάτων, της υποχρέωσης διαβίβασης στοιχείων σχετικών με τις ποσοστώσεις μετάδοσης, ακόμη και όταν οι διαπραχθείσες παραβάσεις είναι ήσσονος σημασίας, αμιγώς τυπικές και έχουν ήδη τιμωρηθεί με πρόστιμα τα οποία κατέληξαν, στη συνέχεια, σε πλήρη συμμόρφωση, καθώς και, τρίτον, λόγω της επακόλουθης αδυναμίας για το Klubrádió, κατά τρόπο δυσανάλογο, να συνεχίσει τη δραστηριότητά του στον τομέα της ραδιοφωνικής μετάδοσης, και
– από το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας για την αδειοδότηση και από την αρχή της χρηστής διοικήσεως, λόγω της έκδοσης της απορριπτικής απόφασης πολύ μετά τη λήξη της προθεσμίας των έξι εβδομάδων που προβλέπει η εν λόγω διάταξη.
2. Επί των αιτιάσεων που αφορούν την επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού και την απόφαση περί ακυρότητας
210 Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας για την αδειοδότηση και από το άρθρο 45 της οδηγίας 2018/1972, λόγω του ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, με την επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού και την απόφαση περί ακυρότητας, έθεσε δυσανάλογους όρους για τη χορήγηση των δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος, δεν καθόρισε εκ των προτέρων τα κριτήρια για τη χορήγηση των εν λόγω δικαιωμάτων, δεν προέβλεψε κανένα περιθώριο εκτιμήσεως για την αξιολόγηση της σοβαρότητας και της σημασίας των σφαλμάτων τα οποία ενδεχομένως ενείχαν οι υποβληθέντες από τους υποψηφίους φάκελοι και τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον αποκλεισμό των εν λόγω υποψηφίων από τον διαγωνισμό και δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι τα σφάλματα τα οποία ενείχε η προσφορά του Klubrádió ήταν ήσσονος σημασίας.
211 Επιπλέον, η Επιτροπή ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας-πλαισίου καθώς και από την αρχή της χρηστής διοικήσεως, λόγω μη έγκαιρης διεξαγωγής διαδικασίας για την παραχώρηση της συχνότητας 92,9 Mhz, ώστε να καταστεί δυνατή η έκδοση αποφάσεως πριν από την ημερομηνία λήξεως των δικαιωμάτων του Klubrádió για χρήση της εν λόγω ραδιοσυχνότητας.
α) Επί των αιτιάσεων με τις οποίες προβάλλεται παραβίαση των αρχών της διαφάνειας και της αναλογικότητας
1) Επιχειρήματα των διαδίκων
212 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφαση περί κηρύξεως ακυρότητας, η οποία στηρίζεται σε τρεις λόγους, αντιβαίνει στις αρχές της διαφάνειας και της αναλογικότητας, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας για την αδειοδότηση και στο άρθρο 45 της οδηγίας 2018/1972.
213 Συγκεκριμένα, όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρότητας, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού, οι υποψήφιοι όφειλαν να επισυνάψουν στις προσφορές τους το έντυπο που περιλάμβανε, στο σημείο III.2, τον προβλεπόμενο εβδομαδιαίο κατάλογο προγραμμάτων, στον οποίο προσδιοριζόταν η διάρκεια κάθε εκπομπής, και στο σημείο III.3, σε σχέση με κάθε εκπομπή, τον τίτλο, μια συνοπτική περιγραφή και τη διάρκεια της εκπομπής.
214 Κατά την Επιτροπή, από την απόφαση περί ακυρότητας προκύπτει ότι, στον εβδομαδιαίο κατάλογο προγραμμάτων του σημείου III.2 του εντύπου που υπέβαλε το Klubrádió, περιλαμβάνονταν, αφενός, η εκπομπή «Reggeli Gyors», η μετάδοση της οποίας προβλεπόταν κάθε ημέρα της εβδομάδας, μεταξύ 6:10 και 10:00, και, αφετέρου, μια εκπομπή διάρκειας 55 λεπτών, με τίτλο «Reggeli Gyors ismétlés», η μετάδοση της οποίας προβλεπόταν το Σαββατοκύριακο. Ωστόσο, για την τελευταία αυτή εκπομπή, η οποία συνίστατο σε μια επιλογή από σημαντικά και ενδιαφέροντα στιγμιότυπα των εκπομπών «Reggeli Gyors» που είχαν μεταδοθεί στη διάρκεια της εβδομάδας, το Klubrádió δεν είχε συμπληρώσει το σημείο III.3 του εντύπου.
215 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, με την απόφαση περί ακυρότητας, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης διαπίστωσε ότι, όταν μια εκπομπή έχει αποτελέσει αντικείμενο τεχνικής παρέμβασης ή όταν τμήματα της εκπομπής αποκόπτονται από αυτήν, η εκπομπή που προκύπτει αποτελεί νέα «εκπομπή», κατά την έννοια της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού, και πρέπει, ως εκ τούτου, να περιγράφεται στο σημείο III.3 του εντύπου. Στηριζόμενο στο σημείο 1.11.10.3 της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού, το οποίο απέκλειε τη δυνατότητα συμπλήρωσης των στοιχείων της προσφοράς που έπρεπε να αξιολογηθούν, όπως ο κατάλογος προγραμμάτων, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης δεν ζήτησε πληροφορίες σχετικά με την εκπομπή «Reggeli Gyors ismétlés» προς συμπλήρωση του σημείου III.3 του εντύπου που υπέβαλε το Klubrádio.
216 Κατά την άποψη της Επιτροπής, ωστόσο, δεδομένου ότι η έννοια της «αναμετάδοσης» που περιλαμβάνεται στην επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού αφορά την αναμετάδοση «ηχογραφημένου υλικού», το Klubrádió μπορούσε εύλογα να θεωρήσει ότι η εκπομπή «Reggeli Gyors ismétlés», καθόσον συνιστούσε αναμετάδοση ηχητικού υλικού επιλεγμένων αποσπασμάτων ήδη μεταδοθείσας εκπομπής, ενέπιπτε στην ως άνω έννοια και, επομένως, δεν συνέτρεχε λόγος η περιγραφή της αναμετάδοσης να περιληφθεί στο σημείο III.3 του εντύπου.
217 Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η εκπομπή «Reggeli Gyors ismétlés» δεν μπορούσε να εξομοιωθεί με αναμετάδοση, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης θα μπορούσε να ζητήσει από το Klubrádió να συμπληρώσει την περιγραφή που έλειπε. Η έλλειψη δυνατότητας συμπλήρωσης των στοιχείων σχετικά με τον κατάλογο προγραμματισμού, η οποία, κατά το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, προκύπτει από το σημείο 1.11.10.3 της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι εμποδίζει τους υποψηφίους να διορθώσουν ανακρίβειες, ακόμη και ήσσονος σημασίας και αμιγώς τυπικού χαρακτήρα, ή να διευκρινίσουν σημεία για τα οποία το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης έχει εκφράσει αμφιβολίες.
218 Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο ακυρότητας, κατά την Επιτροπή, από την απόφαση περί ακυρότητας προκύπτει ότι, στον εβδομαδιαίο κατάλογο προγραμμάτων του σημείου III.2 του εντύπου που υπέβαλε το Klubrádió περιλαμβανόταν εκπομπή με τίτλο «Kovátsműhely» της οποίας η διάρκεια προσδιοριζόταν σε 45 λεπτά, ενώ στο σημείο III.3 του εν λόγω εντύπου η διάρκεια της ίδιας αυτής εκπομπής προσδιοριζόταν σε 50 λεπτά. Το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης διαπίστωσε ότι, σύμφωνα με το σημείο 1.11.10.3 της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού, η εν λόγω ασυμφωνία δεν μπορούσε να διορθωθεί.
219 Κατά την άποψη της Επιτροπής, η μνεία δύο διαφορετικών χρονικών διαρκειών σε σχέση με την εν λόγω εκπομπή συνιστά απλώς εκ παραδρομής σφάλμα στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας, η διόρθωση του οποίου δεν θα είχε καμία επίπτωση στα ουσιαστικά στοιχεία της προσφοράς του Klubrádió. Η κήρυξη, ωστόσο, μιας προσφοράς άκυρης λόγω ενός τέτοιου σφάλματος, αντί να ζητηθεί από τον υποψήφιο να παράσχει διευκρινίσεις, είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας.
220 Όσον αφορά τον τρίτο λόγο ακυρότητας, ο οποίος αφορά το επιχειρηματικό και χρηματοοικονομικό σχέδιο του Klubrádió, στηρίζεται στη διαπίστωση του συμβουλίου μέσων ενημέρωσης ότι το Klubrádió, του οποίου τα ίδια κεφάλαια ήταν αρνητικά κατά τα έτη που προηγήθηκαν της ημερομηνίας υποβολής της προσφοράς του, δεν ήταν σε θέση να καλύψει τις δαπάνες του μόνο με τον καθαρό κύκλο εργασιών του.
221 Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης δεν επικαλέστηκε παράβαση των όρων σχετικά με την οικονομική βιωσιμότητα του υποψηφίου, οι οποίοι προβλέπονται στο σημείο 1.8.2 της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού, οπότε δεν αμφισβητείται ότι το Klubrádió πληρούσε τους εν λόγω όρους.
222 Η απόφαση περί ακυρότητας στηρίχθηκε στο σημείο 1.11.9.2, στοιχείο c, της επίμαχης προκήρυξης του διαγωνισμού, κατά το οποίο η υποψηφιότητα πάσχει ουσιαστική ακυρότητα εάν, λόγω ελλιπούς θεμελίωσής της, η προσφορά είναι ακατάλληλη για την επίτευξη των σκοπών που καθορίζονται στον νόμο περί μέσων ενημέρωσης ή στην προκήρυξη του διαγωνισμού. Κατά το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, η προσφορά του Klubrádió δεν καθιστούσε δυνατή την επίτευξη του σκοπού που ορίζεται στο σημείο 1.2 της εν λόγω προκήρυξης διαγωνισμού, ήτοι τη διασφάλιση της παρουσίας στην αγορά των μέσων ενημέρωσης ενός ραδιοφωνικού σταθμού με σταθερή και προβλέψιμη λειτουργία.
223 Κατά την άποψη της Επιτροπής, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, εκδίδοντας την απόφαση περί ακυρότητας βάσει του λόγου που μνημονεύεται στη σκέψη 220 της παρούσας αποφάσεως, κατά πρώτον, παρέβη την απαίτηση διαφάνειας που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας για την αδειοδότηση και το άρθρο 45, παράγραφος 1, της οδηγίας 2018/1972, δεδομένου ότι στηρίχθηκε σε κριτήρια αξιολόγησης του περιεχομένου των υποψηφιοτήτων που δεν περιλαμβάνονταν στην επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού. Συγκεκριμένα, οι προϋποθέσεις παραδεκτού των προσφορών δεν μνημόνευαν ειδική απαίτηση οικονομικής βιωσιμότητας σχετιζόμενη με την κατάσταση των ιδίων κεφαλαίων της οικείας επιχείρησης.
224 Κατά δεύτερον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η απόρριψη της προσφοράς του Klubrádió στερείται αναλογικότητας, δεδομένου ότι στηρίχθηκε σε υποθετικά επιχειρήματα. Συγκεκριμένα, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης έκρινε ότι η σταθερή λειτουργία του Klubrádió δεν ήταν εγγυημένη διότι, δυνάμει της ισχύουσας ουγγρικής νομοθεσίας, μια εταιρία με αρνητικά ίδια κεφάλαια μπορεί να διαγραφεί αυτεπαγγέλτως από το μητρώο εταιριών. Κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι το Klubrádió παρουσίαζε ζημίες κατά τη διάρκεια των πέντε ετών που προηγήθηκαν της ημερομηνίας υποβολής της προσφοράς του δεν σημαίνει, αφ’ εαυτού, ότι ο εν λόγω υποψήφιος δεν θα είναι οικονομικώς βιώσιμος στο μέλλον, δεδομένου ότι ο εν λόγω ραδιοφωνικός σταθμός δεν αναγκάστηκε να διακόψει τις εκπομπές του και δεν διαγράφηκε από το μητρώο εταιριών.
225 Επιπλέον, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης δεν έλαβε υπόψη τα μέτρα που έλαβε το Klubrádió προς τακτοποίηση της κατάστασης των ιδίων κεφαλαίων του. Συναφώς, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης απέρριψε το σύστημα που προέβλεπε κάλυψη των εξόδων του Klubrádió από τον ιδιοκτήτη του εν λόγω ραδιοφωνικού σταθμού και από χορηγούς, υποστηρίζοντας ότι, στο παρελθόν, το Klubrádió δεν ήταν σε θέση να καλύψει το λειτουργικά έξοδά του με τον καθαρό κύκλο εργασιών του.
226 Η Επιτροπή επισημαίνει, ωστόσο, ότι η προσφυγή σε χορηγούς ή σε συλλογική χρηματοδότηση (crowdfunding) αποτελεί νόμιμο μέσο χρηματοδότησης των μέσων ενημέρωσης. Ως εκ τούτου, κατά το εν λόγω θεσμικό όργανο, η απόφαση περί ακυρότητας δεν συνδέεται με τον δεδηλωμένο δημόσιο σκοπό, δεν είναι κατάλληλη και υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού.
227 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το κριτήριο κατά το οποίο το Klubrádió θα έπρεπε να καλύπτει τα λειτουργικά έξοδά του αποκλειστικά από τον καθαρό κύκλο εργασιών του δεν μπορεί, κατά την Επιτροπή, να θεωρηθεί ότι συνιστά αντικειμενική, διαφανή και αναλογική απαίτηση βάσει του δικαίου της Ένωσης.
228 Προς αντίκρουση των ανωτέρω, η Ουγγαρία επισημαίνει, όσον αφορά, κατά πρώτον, τους λόγους ακυρότητας που αφορούν τις εκπομπές «Reggeli Gyors ismétlés» και «Kovátsműhely», ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί ο δίκαιος και αμερόληπτος χαρακτήρας μιας διαδικασίας διαγωνισμού, τόσο ο νόμος περί μέσων ενημέρωσης όσο και η επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού στηρίζονται στην αρχή ότι η οικεία προσφορά μπορεί να τροποποιηθεί, να διορθωθεί ή να συμπληρωθεί μόνον όταν πρόκειται για ελαττώματα που μπορούν να θεραπευθούν ή είναι επουσιώδη ή όταν μια τέτοια διόρθωση δεν παραβιάζει την απαίτηση περί δίκαιης, διαφανούς και αμερόληπτης διαδικασίας. Στο πλαίσιο αυτό, η Ουγγαρία επικαλείται τις διατάξεις του νόμου περί μέσων ενημέρωσης και τους όρους της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού, οι οποίοι προσδιορίζουν τα ελαττώματα ή τις ελλείψεις που δεν μπορούν να διορθωθούν μετά την ημερομηνία υποβολής της προσφοράς και συνεπάγονται την ακυρότητα αυτής, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι διαπιστωθείσες παρατυπίες όσον αφορά τις προαναφερθείσες εκπομπές.
229 Κατά την Ουγγαρία, προκειμένου περί ελαττώματος το οποίο έχει καθοριστεί εκ των προτέρων κατά τρόπο δεσμευτικό και συνεπάγεται την ακυρότητα της οικείας προσφοράς, η παροχή στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης της δυνατότητας να αποφασίζει, ανάλογα με τη φύση του ελαττώματος και με βάση τη δική του υποκειμενική αξιολόγηση, εάν πρέπει να εφαρμοστούν οι έννομες συνέπειες της ακυρότητας, θα αντέβαινε στις αρχές του κράτους δικαίου και της ασφάλειας δικαίου, καθώς και στην απαίτηση διαφανούς, αντικειμενικής και αμερόληπτης αξιολόγησης.
230 Επιπλέον, η Ουγγαρία αμφισβητεί τα επιχειρήματα της Επιτροπής ότι τα ελαττώματα που αφορούσαν τις εκπομπές «Reggeli Gyors ismétlés» και «Kovátsműhely» ήταν ήσσονος σημασίας, καθώς επίσης τυπικού και διοικητικού χαρακτήρα.
231 Συγκεκριμένα, όσον αφορά, αφενός, την εκπομπή «Reggeli Gyors ismétlés», το Klubrádió δεν τήρησε τον όρο εγκυρότητας που προβλέπεται στο σημείο 2.5.5.2 της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού και αφορά την υποχρέωση περιγραφής όλων των προγραμμάτων που περιλαμβάνονται στον εβδομαδιαίο κατάλογο προγραμμάτων. Συναφώς, η Ουγγαρία υπογραμμίζει ότι η εν λόγω εκπομπή δεν πρέπει να θεωρηθεί ως αναμετάδοση της εκπομπής «Reggeli Gyors», αλλά ως διαφορετική εκπομπή, κατά την έννοια της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού, δεδομένου ότι υπάρχει συνολική διαφορά 825 λεπτών μεταξύ των δύο εκπομπών και ότι, σε περίπτωση απλής αναμετάδοσης, η αναμεταδιδόμενη εκπομπή θα πρέπει να είναι εξ ολοκλήρου πανομοιότυπη με την αρχική εκπομπή. Ωστόσο, ελλείψει διευκρινίσεων στην οικεία προσφορά όσον αφορά μια εκπομπή η οποία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αναμετάδοση, δεν είναι δυνατή η ουσιαστική αξιολόγηση της εν λόγω προσφοράς, δεδομένου ότι δεν μπορεί να επαληθευτεί η τήρηση των δεσμεύσεων όσον αφορά τις ποσοστώσεις μετάδοσης.
232 Όσον αφορά, αφετέρου, την εκπομπή «Kovátsműhely», κατά την Ουγγαρία, η διαφορετική διάρκεια της εν λόγω εκπομπής κατά το σημείο III.2 και κατά το σημείο III.3 του εντύπου που υπέβαλε το Klubrádió συνιστά ανυπέρβλητη αντίφαση, με αποτέλεσμα το σημείο III.2, το οποίο περιέχει τον εβδομαδιαίο κατάλογο προγραμμάτων, και το σημείο III.3, το οποίο περιλαμβάνει την περιγραφή της εν λόγω εκπομπής, να είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους. Ως εκ τούτου, η προσφορά που υπέβαλε το Klubrádió δεν πληροί τον όρο εγκυρότητας που προβλέπεται στο σημείο 2.5.5.6 της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού. Η διόρθωση της διάρκειας των προγραμμάτων θα είχε κατ’ ανάγκην ως συνέπεια την τροποποίηση των δεσμεύσεων και των βασικών δηλώσεων που περιλαμβάνονταν στην προσφορά που υπέβαλε το Klubrádió, κάτι που θα αντέβαινε στην προκήρυξη του επίμαχου διαγωνισμού.
233 Κατά δεύτερον, όσον αφορά τον λόγο ακυρότητας σχετικά με το επιχειρηματικό και χρηματοοικονομικό σχέδιο του Klubrádió, πρώτον, η Ουγγαρία υπογραμμίζει ότι οι τυπικές και ουσιαστικές απαιτήσεις στις οποίες υπόκεινται οι προσφορές προβλέπονται τόσο στον νόμο περί μέσων ενημέρωσης όσο και στις αντίστοιχες προκηρύξεις διαγωνισμών, εν προκειμένω, στα σημεία 1.11.7 και 1.11.9.2 της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού.
234 Κατά την Ουγγαρία, η εξέταση της ουσιαστικής εγκυρότητας μιας προσφοράς απαιτεί τη διενέργεια σύνθετης ανάλυσης του περιεχομένου της εν λόγω προσφοράς στο σύνολό της, στο πλαίσιο της οποίας το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 59 του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, να εξακριβώσει, ειδικότερα, αν η εν λόγω προσφορά καθιστά δυνατή τη διασφάλιση της επίτευξης του σκοπού δημοσίου συμφέροντος που επιδιώκεται με τη σχετική προκήρυξη διαγωνισμού, εν προκειμένω, τη διασφάλιση της παρουσίας στην αγορά των μέσων ενημέρωσης ενός ραδιοφωνικού σταθμού σταθερού και προβλέψιμου ως προς τη λειτουργία του.
235 Η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι η παρουσίαση της χρηματοοικονομικής και οικονομικής κατάστασης του υποψηφίου καθώς και η παρουσίαση του οικονομικού, χρηματοοικονομικού και μελλοντικού σχεδίου του αποτελούν απαιτήσεις που ορίζονται προς τον σκοπό αυτό στην επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο λόγος ακυρότητας που αφορά το επιχειρηματικό και χρηματοοικονομικό σχέδιο του Klubrádió και τα κριτήρια εκτιμήσεώς του δεν χαρακτηρίζονται από διαφάνεια.
236 Δεύτερον, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης έλαβε υπόψη κριτήρια εκτιμήσεως τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στην επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού είναι παντελώς αβάσιμος, δεδομένου ότι η εν λόγω προκήρυξη διαγωνισμού, επαναλαμβάνοντας κατά λέξη τις διατάξεις του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, καθορίζει, αντιστοίχως, στα σημεία 1.11.6, 1.11.9, 2.1.4 έως 2.1.6, 2.2, 2.5.4 και 2.5.8, τα κριτήρια αξιολόγησης των προσφορών, τους κανόνες σχετικά με την ουσιαστική ακυρότητα των προσφορών, τα κριτήρια καταλληλότητας των προσφορών, τις προϋποθέσεις ελέγχου της τυπικής ακυρότητάς τους, τις απαιτήσεις σχετικά με το επιχειρηματικό και το χρηματοοικονομικό σχέδιο, καθώς και τις απαιτήσεις σχετικά με τις δηλώσεις των υποψηφίων.
237 Τρίτον, κατά την Ουγγαρία, κακώς υποστηρίζει η Επιτροπή ότι οι εκτιμήσεις τις οποίες διατύπωσε το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης με την απόφαση περί ακυρότητας όσον αφορά την οικονομική κατάσταση του Klubrádió είναι δυσανάλογες.
238 Κατ’ αρχάς, η Ουγγαρία διευκρινίζει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης κήρυξε άκυρη την προσφορά του εν λόγω ραδιοφωνικού σταθμού όχι επειδή η κατάσταση των ιδίων κεφαλαίων του Klubrádió ήταν επί πολλά έτη αρνητική, αλλά επειδή η αρνητική αυτή κατάσταση των ιδίων κεφαλαίων θα επηρέαζε κατ’ ανάγκην τη μελλοντική σταθερότητα του ραδιοφωνικού σταθμού. Επιπλέον, οι δηλώσεις που περιέχονταν στην προσφορά σχετικά με την τακτοποίηση της εν λόγω κατάστασης ήταν αποκλίνουσες και αντιφατικές, ενώ καμία από τις αναληφθείσες δεσμεύσεις δεν τηρήθηκε.
239 Εν συνεχεία, κατά την Ουγγαρία, δεν είναι δυσανάλογο να απαιτείται από τον ραδιοφωνικό σταθμό που πρόκειται να λάβει άδεια για την παροχή υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης να είναι οικονομικά βιώσιμος, διότι υφίσταται θεμελιώδες δημόσιο συμφέρον ο εν λόγω ραδιοφωνικός σταθμός, ο οποίος χρησιμοποιεί, δωρεάν και επί δέκα έτη, μια αποκλειστική συχνότητα που ανήκει στο κράτος, να έχει σταθερή και προβλέψιμη λειτουργία.
240 Ωστόσο, ένας ραδιοφωνικός σταθμός ο οποίος δεν πληροί τις πλέον βασικές νομικές απαιτήσεις όσον αφορά τη μορφή και τη διαχείριση μιας εταιρίας δεν πληροί τις προϋποθέσεις σταθερότητας και προβλεψιμότητας οι οποίες καθιστούν δυνατή την επίτευξη των στόχων που επιδιώκονται με τον επίμαχο διαγωνισμό, διότι μια επί μακρόν μη νομότυπη διαχείριση θα είχε προφανείς επιπτώσεις στη μελλοντική διαχείριση του εν λόγω ραδιοφωνικού σταθμού ή, τουλάχιστον, πιθανές επιπτώσεις στη διαχείριση αυτή, στη συνέχιση της δραστηριότητας του εν λόγω ραδιοφωνικού σταθμού και στη συνέχεια της λειτουργίας του («going concern»). Κατά την Ουγγαρία, τούτο συνέβαινε στην περίπτωση του Klubrádió, δεδομένου ότι η κατάσταση των ιδίων κεφαλαίων του ήταν προφανώς μη νομότυπη, γεγονός το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναγκαστική εκκαθάρισή του και, ενδεχομένως, σε διαγραφή του αυτεπαγγέλτως από το μητρώο εταιριών.
241 Επιπλέον, όπως υποστηρίζει το καθού κράτος μέλος, η κατάσταση των ιδίων κεφαλαίων δεν αποτελεί ζήτημα υποκειμενικής εκτίμησης, αλλά αντικειμενικό ζήτημα, ως προς το οποίο μπορεί να αποδειχθεί ότι το Klubrádió διέπραξε εν γνώσει του, επί σειρά ετών, παραβάσεις του νόμου καταλογιστέες αποκλειστικώς σε αυτό, όπως προκύπτει από τη δήλωση ελέγχου που επισυνάπτεται στους ετήσιους λογαριασμούς του Klubrádió. Ωστόσο, από το επιχειρηματικό σχέδιο, το χρηματοοικονομικό σχέδιο και τον ισολογισμό που ο ραδιοφωνικός σταθμός ήταν υποχρεωμένος να υποβάλει σύμφωνα με την επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού, δεν προκύπτει ότι το Klubrádió θα τακτοποιούσε τα εν λόγω ζητήματα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
242 Τέλος, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι οι ιδιοκτήτες του Klubrádió είχαν λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της κατάστασης των αρνητικών ιδίων κεφαλαίων του εν λόγω ραδιοφωνικού σταθμού είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, οι δηλώσεις σχετικά με τα ίδια κεφάλαια, τη χρηματοδότηση και την είσπραξη απαιτήσεων στις οποίες προέβη το φυσικό πρόσωπο το οποίο φέρεται να μίλησε εξ ονόματος του εν λόγω ραδιοφωνικού σταθμού ενέχουν αντιφάσεις, έχουν υποθετικό χαρακτήρα και εξαρτώνται από τη συνδρομή προϋποθέσεων, με αποτέλεσμα να μην πληρούν τις νομικές απαιτήσεις και τα κριτήρια αξιολόγησης που καθορίζονται στους όρους της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού.
243 Το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζουν τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
244 Υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας για την αδειοδότηση, τα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων χορηγούνται μέσω ανοικτών, αντικειμενικών, διαφανών, αμερόληπτων και αναλογικών διαδικασιών και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 της οδηγίας-πλαισίου. Το εν λόγω άρθρο 9, παράγραφος 1, το οποίο, όπως επισημαίνεται στη σκέψη 103 της παρούσας αποφάσεως, αντιστοιχεί στο άρθρο 45, παράγραφος 1, της οδηγίας 2018/1972, προβλέπει επίσης ότι τα δικαιώματα αυτά χορηγούνται βάσει αντικειμενικών, διαφανών, αμερόληπτων και αναλογικών κριτηρίων.
245 Υπενθυμίζεται επίσης ότι η αρχή της αναλογικότητας απαιτεί οι κανόνες τους οποίους θεσπίζουν τα κράτη μέλη ή οι αναθέτουσες αρχές στο πλαίσιο της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων να μη βαίνουν πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών τους οποίους επιδιώκουν οι οδηγίες των οποίων αποτελούν μέρος (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2024, Luxone και Sofein, C‑403/23 και C‑404/23, EU:C:2024:805, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
246 Εξάλλου, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας διαγωνισμού, σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όλοι οι προσφέροντες έχουν τις ίδιες ευκαιρίες κατά τη διατύπωση των όρων των προσφορών τους και, ως εκ τούτου, οι προσφορές αυτές υπόκεινται στις ίδιες προϋποθέσεις για όλους τους προσφέροντες. Η συνακόλουθη υποχρέωση διαφάνειας έχει ως σκοπό να αποκλείσει τον κίνδυνο ευνοιοκρατίας και αυθαιρεσίας εκ μέρους της δημόσιας αρχής. Η εν λόγω υποχρέωση συνεπάγεται ότι όλοι οι όροι και κανόνες διεξαγωγής της διαδικασίας αναθέσεως πρέπει να είναι διατυπωμένοι με σαφήνεια, ακρίβεια και χωρίς αμφισημία στην προκήρυξη του διαγωνισμού, κατά τρόπο ώστε, πρώτον, να παρέχουν σε όλους τους ευλόγως ενημερωμένους και επιδεικνύοντες τη συνήθη επιμέλεια υποψηφίους τη δυνατότητα να κατανοούν το ακριβές περιεχόμενο των εν λόγω όρων και κανόνων και να τους ερμηνεύουν με τον ίδιο τρόπο και, δεύτερον, να καθιστούν δυνατό τον εκ μέρους της αρμόδιας αρχής αποτελεσματικό έλεγχο τού αν οι προσφορές που υποβάλλονται σε αυτήν ανταποκρίνονται στα κριτήρια που διέπουν τη χορήγηση τέτοιων δικαιωμάτων (πρβλ. απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2024, Luxone και Sofein, C‑403/23 και C‑404/23, EU:C:2024:805, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
247 Τέλος, οι αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχειρίσεως που διέπουν όλες τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων επιτάσσουν οι ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις συμμετοχής σε διαγωνισμό να καθορίζονται σαφώς εκ των προτέρων και να δημοσιοποιούνται, έτσι ώστε οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν να γνωρίζουν επακριβώς τις απαιτήσεις της διαδικασίας και να έχουν την πεποίθηση ότι οι ίδιες απαιτήσεις ισχύουν για όλους τους διαγωνιζομένους (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2024, Luxone και Sofein, C‑403/23 και C‑404/23, EU:C:2024:805, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
248 Υπό το πρίσμα ακριβώς της ανωτέρω νομολογίας πρέπει να εξεταστεί αν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, οι τρεις λόγοι ακυρότητας βάσει των οποίων απορρίφθηκε η προσφορά του Klubrádió αντιβαίνουν στις αρχές της αναλογικότητας και της διαφάνειας, υπό την έννοια που εξέθεσε η Επιτροπή, με αποτέλεσμα τόσο η απόφαση περί ακυρότητας όσο και, ενδεχομένως, οι όροι της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού οι οποίοι αποτέλεσαν τη βάση για την έκδοση της εν λόγω απόφασης, να είναι επίσης αντίθετοι προς τις ανωτέρω αρχές.
i) Επί των λόγων ακυρότητας που αφορούν τις εκπομπές «Reggeli Gyors ismétlés» και «Kovátsműhely»
249 Όπως προκύπτει από το γράμμα του σημείου 1.11.10.3 της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού και από την απόφαση περί ακυρότητας, οι οποίες επισυνάπτονται στο δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής, δεν επιτρέπεται καμία διόρθωση όσον αφορά τα στοιχεία της προσφοράς που υποβάλλονται σε αξιολόγηση. Μεταξύ των στοιχείων αυτών περιλαμβάνεται, σύμφωνα με το σημείο 1.12.2.1 της εν λόγω προκήρυξης διαγωνισμού, ο κατάλογος προγραμμάτων του υποψηφίου, όπως αυτός περιγράφεται στα σημεία III.2 και III.3 του εντύπου που υπέβαλε ο τελευταίος.
250 Ωστόσο, σε περίπτωση κατά την οποία ένας υποψήφιος έχει υποπέσει σε σφάλματα ήσσονος σημασίας όσον αφορά τα εν λόγω στοιχεία, η διόρθωση των οποίων δεν θα επηρέαζε τα ουσιαστικά στοιχεία της προσφοράς του και, επομένως, δεν θα έθιγε την απαίτηση περί δίκαιης και αμερόληπτης αξιολόγησης των υποψηφίων, το γεγονός ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης δεν έχει, βάσει των όρων της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού, τη δυνατότητα να καλέσει τον εν λόγω υποψήφιο να διορθώσει τα σφάλματα αυτά αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας.
251 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι τα σημεία III.2 και III.3 του εντύπου που υπέβαλε το Klubrádió ενείχαν δύο παρατυπίες όσον αφορά τις εκπομπές «Reggeli Gyors ismétlés» και «Kovátsműhely».
252 Όσον αφορά, κατά πρώτον, την εκπομπή «Reggeli Gyors ismétlés», η διαπιστωθείσα παρατυπία οφειλόταν στο γεγονός ότι το Klubrádió, θεωρώντας ότι η εκπομπή αυτή συνιστούσε «αναμετάδοση», κατά την έννοια της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού, της εκπομπής «Reggeli Gyors», δεν είχε συμπληρώσει, για την πρώτη εκπομπή, το σημείο III.3 του εντύπου, περιλαμβάνοντας σε αυτό, μεταξύ άλλων, την περιγραφή και τη διάρκειά της. Το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, αφού διαπίστωσε, κατ’ ουσίαν, ότι η εκπομπή «Reggeli Gyors ismétlés» δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «αναμετάδοση», κατά την έννοια του επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού, της εκπομπής «Reggeli Gyors», ότι έπρεπε, ως εκ τούτου, να περιγραφεί στο σημείο III.3 του εν λόγω εντύπου και ότι η έλλειψη τέτοιας περιγραφής, καθόσον αφορούσε ένα από τα στοιχεία που υποβάλλονται σε αξιολόγηση και μνημονεύονται στο σημείο 1.12.2.1 της εν λόγω προκήρυξης διαγωνισμού, δεν μπορούσε, σύμφωνα με τις διατάξεις του σημείου 1.11.10.3 της εν λόγω προκήρυξης, να διορθωθεί ή να θεραπευθεί, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη παρατυπία συνεπαγόταν την ακυρότητα της προσφοράς του Klubrádió.
253 Ωστόσο, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση περί ακυρότητας, σύμφωνα με τους όρους της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού, η έννοια της «αναμετάδοσης» ορίζεται ως «ηχογραφημένο υλικό που έχει ήδη μεταδοθεί στο πλαίσιο της εκπομπής και μπορεί να αναμεταδοθεί χωρίς ιδιαίτερη τεχνική παρέμβαση», ενώ η έννοια της «εκπομπής» ορίζεται ως «μια σειρά από ήχους ή από κινούμενες ή σταθερές εικόνες, σε συνδυασμό ή όχι με ήχο, που αποτελούν, ανεξαρτήτως της διάρκειάς τους, ξεχωριστή ενότητα σε ένα πρόγραμμα ή έναν κατάλογο προγραμμάτων που καταρτίζεται από έναν πάροχο υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης».
254 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω ορισμών και ελλείψει, στην επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού, άλλων κανόνων για την ερμηνεία των εν λόγω εννοιών, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η προταθείσα από το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης ερμηνεία της έννοιας της «αναμετάδοσης», κατά την οποία μια εκπομπή θεωρείται ότι συνιστά αναμετάδοση αν μεταδίδεται εκ νέου στο σύνολό της και για ολόκληρη τη διάρκειά της χωρίς καμία ιδιαίτερη τεχνική παρέμβαση, προκύπτει κατά τρόπο σαφή, ακριβή και μη διφορούμενο από την εν λόγω προκήρυξη διαγωνισμού, ούτως ώστε όλοι οι ευλόγως ενημερωμένοι και επιδεικνύοντες τη συνήθη επιμέλεια προσφέροντες να πρέπει να ερμηνεύσουν με τον τρόπο αυτό την εν λόγω έννοια.
255 Αντιθέτως, λαμβανομένου υπόψη ότι η εν λόγω έννοια στηρίζεται στη μετάδοση όχι προγενέστερης «εκπομπής», αλλά «ηχογραφημένου υλικού», το οποίο είχε προηγουμένως μεταδοθεί «στο πλαίσιο της εκπομπής», όπως υποστήριξε η Επιτροπή, το Klubrádió μπορούσε ευλόγως να θεωρήσει ότι η εκπομπή «Reggeli Gyors ismétlés», καθόσον συνίστατο στη μετάδοση αποσπασμάτων εκπομπής που είχε ήδη μεταδοθεί, ήτοι της «Reggeli Gyors», συνιστούσε «αναμετάδοση» της δεύτερης εκπομπής, κατά την έννοια της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός, το οποίο προβάλλει η Ουγγαρία, ότι μεταξύ των δύο εκπομπών υπήρχε συνολική διαφορά 825 λεπτών, δεν ασκεί επιρροή.
256 Όσον αφορά, κατά δεύτερον, την εκπομπή «Kovátsműhely», η παρατυπία την οποία ενείχαν τα σημεία III.2 και III.3 του εντύπου που υπέβαλε το Klubrádió οφειλόταν στο γεγονός ότι, ενώ στον κατάλογο προγραμμάτων που περιλαμβανόταν στο σημείο III.2 του εν λόγω εντύπου, ο εν λόγω ραδιοφωνικός σταθμός είχε συμπεριλάβει την ως άνω εκπομπή αναφέροντας ότι η μετάδοση είχε προβλεφθεί για την Κυριακή μεταξύ 17:05 και 17:50, οπότε, σύμφωνα με το ως άνω σημείο, η διάρκεια της εκπομπής ήταν 45 λεπτά, αντιθέτως, η διάρκεια της ίδιας εκπομπής, σύμφωνα με το σημείο III.3 του εν λόγω εντύπου, ήταν 50 λεπτά.
257 Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, όπως επισήμανε το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης με την απόφαση περί ακυρότητας, το Klubrádió δεν υπέπεσε σε σφάλμα όσον αφορά τις λοιπές εκπομπές που περιλαμβάνονται στα σημεία III.2 και III.3 του εντύπου που υπέβαλε ο εν λόγω ραδιοφωνικός σταθμός, ιδίως όσον αφορά τη διάρκειά τους. Επομένως, η διαφορά πέντε λεπτών όσον αφορά τη διάρκεια της εκπομπής «Kovátsműhely», η οποία προκύπτει από τα εν λόγω σημεία, δεν φαίνεται να επηρεάζει τις λοιπές εκπομπές που περιλαμβάνονται στον κατάλογο προγραμμάτων τον οποίο υπέβαλε το Klubrádió.
258 Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι μια τέτοια διαφορά ισοδυναμεί με τυπογραφικό σφάλμα, το οποίο μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στα επουσιώδη και δυνάμενα να διορθωθούν σφάλματα περί των οποίων γίνεται λόγος στη σκέψη 228 της παρούσας αποφάσεως.
259 Κατά συνέπεια, λαμβανομένης υπόψη της εκτιμήσεως που παρατίθεται στη σκέψη 250 της παρούσας αποφάσεως, διαπιστώνεται ότι οι παρατυπίες που αφορούν τις εκπομπές «Reggeli Gyors ismétlés» και «Kovátsműhely» θα έπρεπε να μπορούν να διορθωθούν.
260 Υπό τις ως άνω περιστάσεις, η απόφαση περί ακυρότητας με την οποία διαπιστώθηκε, βάσει των όρων της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού, ότι η προσφορά του Klubrádió ήταν άκυρη λόγω των ανωτέρω παρατυπιών αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας.
ii) Επί του λόγου ακυρότητας που αφορά το επιχειρηματικό και χρηματοοικονομικό σχέδιο του Klubrádió
261 Παρατηρείται ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση περί ακυρότητας, ο λόγος ακυρότητας που αφορά το επιχειρηματικό και χρηματοοικονομικό σχέδιο του Klubrádió στηρίζεται στα αρνητικά ίδια κεφάλαια του ραδιοφωνικού σταθμού κατά τη διάρκεια των πέντε ετών που προηγήθηκαν της ημερομηνίας υποβολής της προσφοράς του, καθώς και στην αδυναμία κάλυψης των εξόδων του μόνο με τον καθαρό κύκλο εργασιών του. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω στοιχείων, τα οποία διαπιστώθηκαν με βάση, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία των ετήσιων λογαριασμών του Klubrádió για τα οικονομικά έτη που προηγήθηκαν εκείνου κατά το οποίο ο ραδιοφωνικός σταθμός υπέβαλε την προσφορά του, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης έκρινε ότι η εν λόγω προσφορά δεν μπορούσε, λαμβανομένης υπόψη της «ελλιπούς θεμελίωσης», να διασφαλίσει την επίτευξη του σκοπού που προβλέπεται στο σημείο 1.2 του επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού, ήτοι να διασφαλίσει την παρουσία στην αγορά των μέσων ενημέρωσης ενός ραδιοφωνικού σταθμού με σταθερή και προβλέψιμη λειτουργία. Ως εκ τούτου, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσφορά που υπέβαλε το Klubrádió έπασχε ουσιαστική ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 59, παράγραφος 3, στοιχείο c, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης και του σημείου 1.11.9.2, στοιχείο c, της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού, κατά το οποίο «η προσφορά πάσχει ουσιαστική ακυρότητα [...] εάν, λόγω ελλιπούς θεμελίωσης, [αυτή] είναι ακατάλληλη για την επίτευξη των σκοπών που καθορίζονται στον νόμο περί μέσων ενημέρωσης ή στην προκήρυξη του διαγωνισμού».
262 Επισημαίνεται ότι τόσο η κατάσταση των ιδίων κεφαλαίων όσο και τα στοιχεία σχετικά με τον καθαρό κύκλο εργασιών αποτελούν στοιχεία τα οποία σχετίζονται με την οικονομική βιωσιμότητα μιας επιχείρησης.
263 Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι, ασφαλώς, στο σημείο 1.8.2, η επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού περιείχε τους όρους σχετικά με τις προϋποθέσεις οικονομικής βιωσιμότητας των υποψηφίων, η μη τήρηση των οποίων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας του διαγωνισμού συνεπαγόταν την ακυρότητα της προσφοράς, σύμφωνα με το σημείο 1.11.7, στοιχείο a, της εν λόγω προκήρυξης.
264 Εντούτοις, το εν λόγω σημείο 1.8.2 επέβαλλε στους υποψηφίους, πρώτον, να μην έχουν οφειλές που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες από χρονικού σημείου υπερβαίνοντος τις 60 ημέρες σχετικά με δασμούς ή εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, ούτε ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές οι οποίες να έχουν καταχωρισθεί στα μητρώα της κεντρικής φορολογικής αρχής ή ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς ειδικό κρατικό ταμείο, δεύτερον, να μην έχουν υπαχθεί σε διαδικασία πτώχευσης, εκκαθάρισης ή οποιαδήποτε άλλη διαδικασία με σκοπό τη διάλυσή τους, τρίτον, να μην έχει εκδοθεί έναντι αυτών, κατά τη διάρκεια των πέντε ετών που προηγήθηκαν της δημοσίευσης της προκήρυξης διαγωνισμού, απρόσβλητη διοικητική απόφαση με την οποία να διαπιστώθηκε σοβαρή παράβαση συνιστάμενη στη μη τήρηση της σύμβασης ραδιοφωνικής μετάδοσης ή να μην έχουν γίνει αποδέκτες καταγγελίας της εν λόγω σύμβασης εκ μέρους του συμβουλίου μέσων ενημέρωσης και, τέταρτον, να μην έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης.
265 Επομένως, διαπιστώνεται ότι, μεταξύ των σχετικών με την οικονομική βιωσιμότητα προϋποθέσεων που επιβάλλονταν στους υποψηφίους με την επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού, δεν περιλαμβανόταν καμία απαίτηση σχετικά με την κατάσταση των ιδίων κεφαλαίων των υποψηφίων ή την ανάγκη κάλυψης των δαπανών τους μόνο με τον καθαρό κύκλο εργασιών τους.
266 Ασφαλώς, όπως υποστήριξε η Ουγγαρία, η προκήρυξη του διαγωνισμού απαιτούσε από τους υποψηφίους να υποβάλουν επιχειρηματικό και χρηματοοικονομικό σχέδιο το οποίο να καλύπτει την περίοδο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024 και στο οποίο να αναφέρονται τα στοιχεία που περιλαμβάνονταν στο σημείο 2.5.4 της εν λόγω προκήρυξης. Εντούτοις, από τα στοιχεία αυτά ουδόλως προκύπτει ότι το εν λόγω σχέδιο έπρεπε, επί ποινή ακυρότητας της οικείας προσφοράς, να αναφέρεται σε θετικά ίδια κεφάλαια κατά τα έτη που προηγούνταν της ημερομηνίας υποβολής των υποψηφιοτήτων και σε καθαρό κύκλο εργασιών επαρκή, αφ’ εαυτού, για την κάλυψη των δαπανών κατά τα έτη αυτά.
267 Εξάλλου, όσον αφορά τα οικονομικά και ιστορικά στοιχεία που έπρεπε να υποβληθούν στο πλαίσιο του επιχειρηματικού και χρηματοοικονομικού σχεδίου, σύμφωνα με το σημείο 2.5.4.3.5 της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού, οι υποψήφιοι είχαν την υποχρέωση να υποβάλουν μόνον τις «τελευταίες εγκεκριμένες οικονομικές καταστάσεις τους (ισολογισμό, λογαριασμό αποτελεσμάτων και παραρτήματα [...])», ήτοι, εν τέλει, όπως προκύπτει από την ανάγνωση του εν λόγω σημείου στο σύνολό του, τους ετήσιους λογαριασμούς για το οικονομικό έτος που προηγείτο εκείνου κατά το οποίο υποβλήθηκε η σχετική προσφορά.
268 Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 79 των προτάσεών του, η επίκληση, ως λόγου ακυρότητας στηριζόμενου στην ακαταλληλότητα του υποψηφίου για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με τον επίμαχο διαγωνισμό, ενός κριτηρίου το οποίο συνδέεται με τη χρηματοοικονομική βιωσιμότητα των υποψηφίων, μολονότι το κριτήριο αυτό δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ των προβλεπόμενων από την προκήρυξη του διαγωνισμού κριτηρίων και δεν μπορούσε ευλόγως να συναχθεί από κανέναν όρο της προκήρυξης, δεν πληροί τις απαιτήσεις που σχετίζονται με την αρχή της διαφάνειας, όπως αυτές διατυπώνονται στη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 246 και 247 της παρούσας αποφάσεως.
269 Επιπλέον, ανεξαρτήτως των ανωτέρω, υπό συνθήκες στις οποίες η βιωσιμότητα του οικείου επιχειρηματικού φορέα δεν αμφισβητείται, θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας η πρόβλεψη όρου ο οποίος επιτρέπει στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης να κηρύξει άκυρη την προσφορά ενός υποψηφίου λόγω της αρνητικής κατάστασης των ιδίων κεφαλαίων του και της αδυναμίας του να καλύψει τις δαπάνες του μόνο με τον καθαρό κύκλο εργασιών του. Πράγματι, λαμβανομένης υπόψη της ποικιλομορφίας των πηγών πιθανής χρηματοδότησης ενός ραδιοφωνικού σταθμού, ο συγκεκριμένος όρος βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για τη διασφάλιση της παρουσίας στην αγορά των μέσων ενημέρωσης ενός ραδιοφωνικού σταθμού με σταθερή και προβλέψιμη λειτουργία.
270 Εν προκειμένω, λαμβανομένου υπόψη ότι το Klubrádió δραστηριοποιείται στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ότι μεταδίδει το περιεχόμενό του σε ραδιοσυχνότητες από το 1999 και ότι, παρά τον αρνητικό χαρακτήρα των ιδίων κεφαλαίων του εν λόγω ραδιοφωνικού σταθμού, ο οποίος διαπιστώθηκε με την απόφαση περί ακυρότητας, ο εν λόγω σταθμός ουδέποτε αναγκάσθηκε να διακόψει τη δραστηριότητά του, δεν μπορεί ευλόγως να γίνει δεκτό ότι η απόρριψη της προσφοράς του Klubrádió λόγω των αρνητικών ιδίων κεφαλαίων του ήταν αναγκαία για τη διασφάλιση της παρουσίας στην αγορά των μέσων επικοινωνίας ενός ραδιοφωνικού σταθμού με σταθερή και προβλέψιμη λειτουργία.
271 Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Ουγγαρίας ότι η κατάσταση των ιδίων κεφαλαίων του Klubrádió δεν καθιστούσε δυνατή την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, δεδομένου ότι η αρνητική αυτή κατάσταση μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την αναγκαστική εκκαθάριση του εν λόγω ραδιοφωνικού σταθμού και, ενδεχομένως, την αυτεπάγγελτη διαγραφή του από το μητρώο εταιριών.
272 Πράγματι, όχι μόνον κατά την ημερομηνία υποβολής της προσφοράς του Klubrádió και κατά την ημερομηνία εξέτασης αυτής δεν είχαν κινηθεί διαδικασίες εκκαθάρισης ή διαγραφής κατά του εν λόγω ραδιοφωνικού σταθμού, όπερ θα είχε ως συνέπεια, όπως επισημαίνεται στις σκέψεις 263 και 264 της παρούσας αποφάσεως, την ακυρότητα της προσφοράς του, αλλά, ακόμη και μετά τις ημερομηνίες αυτές, δεν κινήθηκαν τέτοιες διαδικασίες κατά του Klubrádió, ο δε εν λόγω σταθμός εξακολούθησε να λειτουργεί.
273 Επιπλέον, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ευλόγως ούτε ότι το γεγονός ότι το Klubrádió δεν ήταν σε θέση να καλύψει τις δαπάνες του μόνο με τον καθαρό κύκλο εργασιών του και έπρεπε να καταφύγει σε χορηγίες και επιδοτήσεις εμπόδιζε την επίτευξη του σκοπού που εκτίθεται στο σημείο 1.2 της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού και υπενθυμίζεται, μεταξύ άλλων, στις σκέψεις 261 και 270 της παρούσας αποφάσεως. Όπως επισήμανε η Επιτροπή, χωρίς να αντικρουσθεί από την Ουγγαρία, το επιχειρηματικό μοντέλο του Klubrádio στηριζόταν σε τέτοια μέσα χρηματοδότησης, τα οποία του είχαν επιτρέψει, στο παρελθόν, να αντιμετωπίσει αρνητικές οικονομικές καταστάσεις, χωρίς τούτο να το εμποδίσει να ασκεί τη δραστηριότητά του κατά τρόπο σταθερό και να τηρεί τους όρους σχετικά με τα δικαιώματα χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων στους οποίους υπόκειτο.
274 Επομένως, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστούν υπό το πρίσμα των αποφάσεων που είχαν εκδοθεί στο παρελθόν έναντι άλλων υποψηφίων τα λοιπά επιχειρήματα της Επιτροπής, μεταξύ των οποίων, ιδίως, το επιχείρημα περί αυθαίρετου χαρακτήρα του επίμαχου λόγου ακυρότητας και της αποφάσεως περί ακυρότητας, διαπιστώνεται ότι η επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού αντιβαίνει στις αρχές της διαφάνειας και της αναλογικότητας, καθόσον παρέχει στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης τη δυνατότητα, βάσει του σημείου 1.11.9.2, στοιχείο c, να διαπιστώσει την ακυρότητα της προσφοράς ενός υποψηφίου λόγω της αρνητικής κατάστασης των ιδίων κεφαλαίων του και της αδυναμίας του να καλύψει τις δαπάνες του μόνο με τον καθαρό κύκλο εργασιών του. Το ίδιο ισχύει και για την απόφαση περί ακυρότητας, υπό το πρίσμα ιδίως των προεκτεθέντων στοιχείων σχετικά με την κατάσταση του Klubrádió.
275 Από το σύνολο των προεκτεθέντων συνάγεται ότι η αιτίαση με την οποία προβάλλεται παραβίαση των αρχών της διαφάνειας και της αναλογικότητας, όπως αυτές διατυπώνονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας για την αδειοδότηση και στο άρθρο 45, παράγραφος 1, της οδηγίας 2018/1972, είναι βάσιμη.
β) Επί της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται μη εμπρόθεσμη έκδοση της αποφάσεως περί ακυρότητας
1) Επιχειρήματα των διαδίκων
276 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, στο μέτρο που η απορριπτική απόφαση εκδόθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 2020, κατόπιν μιας διαδικασίας η οποία, κατά παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 3, της οδηγίας για την αδειοδότηση, διήρκεσε δέκα μήνες, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης προκήρυξε τον επίμαχο διαγωνισμό μόλις στις 4 Νοεμβρίου 2020, αφήνοντας έτσι ελάχιστο χρονικό διάστημα για την ολοκλήρωση της διαδικασίας του διαγωνισμού πριν από τις 14 Φεβρουαρίου 2021, ημερομηνία κατά την οποία έληγε η σύμβαση ραδιοφωνικής μετάδοσης του Klubrádió. Λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με το σημείο 1.11.3.1 της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού, η προθεσμία υποβολής των προσφορών οριζόταν σε 40 ημέρες από την ημερομηνία δημοσίευσης της εν λόγω προκήρυξης, οπότε η προθεσμία έληγε στις 14 Δεκεμβρίου 2020, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης είχε στη διάθεσή του μόνο δύο μήνες για να αξιολογήσει τις προσφορές και να συνάψει νέα σύμβαση ραδιοφωνικής μετάδοσης. Τέλος, στις 10 Μαρτίου 2021 το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, με την απόφαση περί ακυρότητας, κήρυξε άγονο τον διαγωνισμό και, στις 30 Μαρτίου 2021, συνήψε προσωρινή διοικητική σύμβαση για τη χρήση της συχνότητας 92,9 Mhz κατά το χρονικό διάστημα από τις 3 Μαΐου έως τις 29 Οκτωβρίου 2021.
277 Κατά την Επιτροπή, ενεργώντας κατά τα ανωτέρω, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης δεν διασφάλισε την ουσιαστική διαχείριση των συχνοτήτων, κατά παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας-πλαισίου, ούτε ενθάρρυνε την αποτελεσματική χρήση του ραδιοφάσματος, κατά παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας. Εξάλλου, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης δεν διασφάλισε ούτε το δικαίωμα του Klubrádió σε δίκαιη και ταχεία διαδικασία σύμφωνα με τη γενική αρχή της χρηστής διοικήσεως. Επιπλέον, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης δεν έλαβε υπόψη τις ανάγκες των μειονεκτούντων χρηστών, των ηλικιωμένων χρηστών και των χρηστών με ειδικές κοινωνικές ανάγκες, όπως απαιτεί το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας, δεδομένου ότι οι τελικοί χρήστες οι οποίοι ανήκουν στις ανωτέρω κατηγορίες ήταν πιθανό να εξαρτώνται περισσότερους από άλλους χρήστες από την επίγεια μετάδοση των προγραμμάτων του Klubrádió και να αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες κατά τη μετάβαση στην ακρόαση των εν λόγω προγραμμάτων μέσω διαδικτύου.
278 Προς αντίκρουση των ανωτέρω, η Ουγγαρία υποστηρίζει, κατ’ αρχάς, ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο επίμαχος διαγωνισμός εμπίπτει στο κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, το επιχείρημα της Επιτροπής είναι αβάσιμο, δεδομένου ότι η προθεσμία των έξι εβδομάδων που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας για την αδειοδότηση μπορεί, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 4, αυτής, να παραταθεί για χρονικό διάστημα έως και οκτώ μήνες στο πλαίσιο διαδικασιών συγκριτικής ή ανταγωνιστικής επιλογής.
279 Εν συνεχεία, η Ουγγαρία υπογραμμίζει ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης διεξήγαγε την επίμαχη διαδικασία διαγωνισμού κατά το χρονικό διάστημα από τις 4 Νοεμβρίου 2020 έως τις 10 Μαρτίου 2021, ήτοι σε διάστημα κατά τι μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, παρά τη διόρθωση και την αναστολή της διαδικασίας, το οποίο αντιστοιχεί στο ήμισυ της διάρκειας της διαδικασίας διαγωνισμού που προβλέπει η οδηγία 2018/1972.
280 Επιπλέον, η Ουγγαρία υπενθυμίζει ότι η επίμαχη διαδικασία διαγωνισμού αφορούσε δικαίωμα για το οποίο το Klubrádió είχε υποβάλει αίτηση ανανέωσης, με αποτέλεσμα η διοργάνωση διαδικασίας διαγωνισμού για τη χορήγηση του εν λόγω δικαιώματος να μην είναι δυνατή πριν από την εξέταση της εν λόγω αιτήσεως και την έκδοση της σχετικής αποφάσεως. Ωστόσο, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης ξεκίνησε να προετοιμάζει την επίμαχη διαδικασία διαγωνισμού αμέσως μετά την έκδοση της απορριπτικής απόφασης.
281 Τέλος, τα δικαιώματα των τελικών χρηστών με αναπηρία, των ηλικιωμένων χρηστών ή των χρηστών που βρίσκονται σε ιδιαίτερη κοινωνική κατάσταση ουδόλως εθίγησαν, δεδομένου ότι το Klubrádió, μετά τη λήξη του δικαιώματός του για παροχή υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, είχε στη διάθεσή του διάστημα άνω των πέντε μηνών για τη μετάβασή του στην ψηφιακή τεχνολογία, το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί σύντομο χρονικό διάστημα.
282 Το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζουν τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
283 Όσον αφορά, κατά πρώτον, το επιχείρημα σχετικά με την αποτελεσματική διαχείριση και χρήση των ραδιοσυχνοτήτων, διευκρινίζεται ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ουγγαρία, από το δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής προκύπτει ότι το θεσμικό όργανο δεν προσάπτει στο εν λόγω κράτος μέλος ότι εξέδωσε την απόφαση περί ακυρότητας εντός προθεσμίας που υπερβαίνει εκείνη την οποία επιβάλλει το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, ήτοι προθεσμία οκτώ μηνών, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας για την αδειοδότηση.
284 Πράγματι, η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, λόγω της καθυστέρησης στην έκδοση της απορριπτικής απόφασης, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης δημοσίευσε την επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού μόλις στις 4 Νοεμβρίου 2020, με αποτέλεσμα να διαθέτει ελάχιστο χρόνο για την ολοκλήρωση της διαδικασίας του διαγωνισμού πριν από την ημερομηνία λήξης της σύμβασης ραδιοφωνικής μετάδοσης του Klubrádió, ήτοι στις 14 Φεβρουαρίου 2021. Επομένως, η Ουγγαρία δεν ενθάρρυνε την αποτελεσματική χρήση του ραδιοφάσματος ούτε εξασφάλισε την ουσιαστική διαχείριση των ραδιοσυχνοτήτων, κατά παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, και του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου, και κατά παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως.
285 Το επιχείρημα αυτό της Επιτροπής αφορά, εν τέλει, την έλλειψη επιμέλειας των εθνικών αρχών κατά τη διαχείριση της συχνότητας 92,9 Mhz, κατά παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διατάξεις και την αρχή που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως.
286 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας-πλαισίου επιβάλλει στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές την υποχρέωση να προάγουν τον ανταγωνισμό στην παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών ευκολιών και υπηρεσιών, ενθαρρύνοντας την αποτελεσματική χρήση και εξασφαλίζοντας την ουσιαστική διαχείριση των ραδιοσυχνοτήτων και των πόρων αριθμοδότησης.
287 Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι, λαμβανομένου υπόψη του ότι οι ραδιοσυχνότητες αποτελούν δημόσιο αγαθό με σημαντική κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική αξία, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ουσιαστική διαχείριση των ραδιοσυχνοτήτων για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην επικράτειά τους σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας.
288 Επομένως, η υποχρέωση διασφάλισης της αποτελεσματικής διαχείρισης και χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων, ως δημόσιου αγαθού με σημαντική κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική αξία, αποτελεί έναν από τους γενικούς σκοπούς του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης, την τήρηση του οποίου οφείλουν να διασφαλίζουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοικήσεως.
289 Η αδράνεια ή η βραδύτητα όσον αφορά την οργάνωση των διαδικασιών για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων είναι ικανές να θέσουν σε κίνδυνο την αποτελεσματική διαχείριση και χρήση του ραδιοφάσματος.
290 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι στις 8 Νοεμβρίου 2019 το Klubrádió υπέβαλε αίτηση ανανέωσης της σύμβασής του ραδιοφωνικής μετάδοσης, ότι η απορριπτική απόφαση εκδόθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 2020, ότι η επίμαχη διαδικασία διαγωνισμού προκηρύχθηκε στις 4 Νοεμβρίου 2020, ότι η ισχύς της σύμβασης ραδιοφωνικής μετάδοσης που είχε συνάψει το Klubrádió έληξε στις 14 Φεβρουαρίου 2021, ότι η απόφαση περί ακυρότητας, με την οποία ο επίμαχος διαγωνισμός κηρύχθηκε άγονος, εκδόθηκε στις 10 Μαρτίου 2021 και ότι οι προσωρινές διοικητικές συμβάσεις συνήφθησαν στις 30 Μαρτίου 2021 με την Közösségi Rádiózásért Egyesület για την παροχή υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης στη συχνότητα 92,9 Mhz όσον αφορά το χρονικό διάστημα από τις 3 Μαΐου έως τις 29 Οκτωβρίου 2021. Επομένως, η ανωτέρω συχνότητα δεν κατέστη δυνατό να χρησιμοποιηθεί κατά το χρονικό διάστημα από τις 15 Φεβρουαρίου έως τις 3 Μαΐου 2021.
291 Όπως διαπιστώθηκε με τη σκέψη 205 της παρούσας αποφάσεως, η απορριπτική απόφαση εκδόθηκε εντός προθεσμίας δέκα μηνών, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας για την αδειοδότηση, θα έπρεπε να είχε εκδοθεί εντός προθεσμίας έξι εβδομάδων από την παραλαβή της αιτήσεως από το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης. Επομένως, η απορριπτική απόφαση εκδόθηκε με καθυστέρηση περίπου οκτώμισι μηνών, χωρίς να υφίσταται καμία εύλογη εξήγηση για την εν λόγω καθυστέρηση, όπως επίσης διαπιστώθηκε με τη σκέψη 206 της παρούσας αποφάσεως.
292 Ωστόσο, εάν η απορριπτική απόφαση είχε εκδοθεί εντός της προθεσμίας των έξι εβδομάδων που προβλέπεται από το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης θα μπορούσε να είχε προκηρύξει τη διαδικασία διαγωνισμού σχετικά με το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης στη συχνότητα 92,9 Mhz οκτώ μήνες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία αυτή τελικώς προκηρύχθηκε και να είχε ολοκληρώσει την εν λόγω διαδικασία διαγωνισμού πριν από τη λήξη της σύμβασης ραδιοφωνικής μετάδοσης του Klubrádió, διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό τη συνεχή χρήση της ανωτέρω ραδιοσυχνότητας.
293 Επομένως, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, εκδίδοντας την απορριπτική απόφαση οκτώμισι μήνες μετά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας για την αδειοδότηση, καθυστέρησε αδικαιολόγητα, κατά παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, να προβεί στην προκήρυξη και τη διεξαγωγή της επίμαχης διαδικασίας διαγωνισμού, με αποτέλεσμα μια ραδιοσυχνότητα, ήτοι η συχνότητα 92,9 Mhz, να παραμείνει αχρησιμοποίητη για διάστημα μεγαλύτερο των δύο μηνών.
294 Κατά συνέπεια, η έλλειψη επιμέλειας που επέδειξε το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης κατά τη θέσπιση των μέτρων για την παραχώρηση της συχνότητας 92,9 Mhz έθεσε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της διαχείρισης και της χρήσης του ραδιοφάσματος, την οποία το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης είχε την υποχρέωση να διασφαλίσει.
295 Επομένως, το επιχείρημα της Επιτροπής που στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, και του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου καθώς και σε παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως είναι βάσιμο.
296 Όσον αφορά, κατά δεύτερον, το επιχείρημα σχετικά με τις ανάγκες των μειονεκτούντων χρηστών, των ηλικιωμένων χρηστών και των χρηστών με ειδικές κοινωνικές ανάγκες, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας-πλαισίου επιβάλλει στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές την υποχρέωση να προάγουν τον ανταγωνισμό στην παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών ευκολιών και υπηρεσιών, μεριμνώντας ώστε οι χρήστες, περιλαμβανομένων των μειονεκτούντων χρηστών, των ηλικιωμένων χρηστών και των χρηστών με ειδικές κοινωνικές ανάγκες, να αποκομίζουν το μέγιστο όφελος όσον αφορά την επιλογή, την τιμή και την ποιότητα.
297 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, στο μέτρο που, εξαιτίας της αδικαιολόγητης υπέρβασης της προθεσμίας του άρθρου 5, παράγραφος 3, της οδηγίας για την αδειοδότηση όσον αφορά την έκδοση αποφάσεων σχετικά με τη χορήγηση των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων, καθυστέρησε αδικαιολόγητα να προκηρύξει την επίμαχη διαδικασία διαγωνισμού, με αποτέλεσμα η εν λόγω διαδικασία να μην καταστεί δυνατό να περατωθεί πριν από την ημερομηνία λήξης της σύμβασης του Klubrádió, δεν έλαβε υπόψη τις ανάγκες των μειονεκτούντων χρηστών, των ηλικιωμένων χρηστών και των χρηστών με ειδικές κοινωνικές ανάγκες.
298 Εντούτοις, η Επιτροπή δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να καταδεικνύει ότι η καθυστέρηση λήψης από το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης μέτρων σχετικά με την παραχώρηση της συχνότητας 92,9 Mhz είχε αρνητικές συνέπειες όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τις ανάγκες των κατηγοριών χρηστών που μνημονεύονται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας-πλαισίου.
299 Κατά συνέπεια, το επιχείρημα της Επιτροπής που στηρίζεται σε παράβαση συναφώς του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας-πλαισίου πρέπει να απορριφθεί.
300 Επομένως, η αιτίαση με την οποία προβάλλεται η μη έγκαιρη έκδοση της αποφάσεως περί ακυρότητας είναι βάσιμη κατά το μέρος που αφορά παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, και του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου, καθώς και παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως.
γ) Συμπέρασμα
301 Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η δεύτερη κατηγορία αιτιάσεων σχετικά με την επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού και την απόφαση περί ακυρότητας και να διαπιστωθεί ότι η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει:
– από το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας για την αδειοδότηση και από το άρθρο 45, παράγραφος 1, της οδηγίας 2018/1972, λόγω του ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, με την επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού και την απόφαση περί ακυρότητας, εξάρτησε τη χορήγηση των δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος από μη αναλογικές προϋποθέσεις, δεν καθόρισε εκ των προτέρων τα κριτήρια για τη χορήγηση των εν λόγω δικαιωμάτων, δεν προέβλεψε κανένα περιθώριο εκτιμήσεως για την εκτίμηση της σοβαρότητας και της σημασίας των σφαλμάτων τα οποία ενδεχομένως ενείχαν οι υποβληθέντες από τους υποψηφίους φάκελοι και τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον αποκλεισμό των εν λόγω υποψηφίων από τον διαγωνισμό και δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι τα σφάλματα τα οποία ενείχε η προσφορά του Klubrádió ήταν ήσσονος σημασίας, και
– από το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, και το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου καθώς και από την αρχή της χρηστής διοικήσεως, λόγω μη έγκαιρης διεξαγωγής διαδικασίας για την παραχώρηση της συχνότητας 92,9 Mhz, ώστε να καταστεί δυνατή η έκδοση αποφάσεως πριν από την ημερομηνία λήξεως των δικαιωμάτων του Klubrádió για χρήση της εν λόγω ραδιοσυχνότητας.
3. Επί των αιτιάσεων που αφορούν το άρθρο 65, παράγραφος 11, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης
302 Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η Ουγγαρία, θεσπίζοντας το άρθρο 65, παράγραφος 11, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, βάσει του οποίου δεν δύνανται να υποβάλουν αίτηση για προσωρινά δικαιώματα χρήσης οι πάροχοι υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης των οποίων το δικαίωμα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων δεν έχει ανανεωθεί, μολονότι, αφενός, η δυνατότητα αυτή υφίσταται για τους παρόχους τέτοιων υπηρεσιών των οποίων το δικαίωμα χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων έχει ανανεωθεί μια φορά και, αφετέρου, οι λόγοι για τους οποίους απορρίφθηκε η ανανέωση δεν εμποδίζουν την παραχώρηση νέου δικαιώματος χρήσης ραδιοσυχνοτήτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 45, παράγραφος 1, της οδηγίας 2018/1972 καθώς και από τις αρχές της αναλογικότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
303 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το άρθρο 65, παράγραφος 11, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης δεν επιτρέπει στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης να συνάπτει προσωρινή διοικητική σύμβαση με επιχειρήσεις οι οποίες, λόγω παραβάσεων ήσσονος σημασίας, πλην όμως τελούμενων καθ’ υποτροπήν, έχουν στερηθεί τη δυνατότητα ανανέωσης του δικαιώματός τους χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων. Αντιθέτως, το άρθρο 55, παράγραφος 1, στοιχείο c, του ως άνω νόμου απαγορεύει τη συμμετοχή σε νέα διαδικασία διαγωνισμού μόνο στις επιχειρήσεις οι οποίες, κατά τα πέντε έτη που προηγήθηκαν της δημοσίευσης της προκήρυξης του εν λόγω διαγωνισμού, διέπραξαν σοβαρή παράβαση κατά την εκτέλεση της σύμβασής τους ραδιοφωνικής μετάδοσης ή των οποίων η σύμβαση ραδιοφωνικής μετάδοσης καταγγέλθηκε από το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης. Επομένως, η καθ’ υποτροπήν τέλεση παραβάσεων δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά τη συμμετοχή σε μια τέτοια διαδικασία.
304 Κατ’ αρχάς, η Επιτροπή φρονεί ότι η άνιση μεταχείριση την οποία καθιερώνουν το άρθρο 65, παράγραφος 11, και το άρθρο 55, παράγραφος 1, στοιχείο c, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης σε σχέση με τους παρόχους υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης αναλόγως του αν το δικαίωμά τους παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης έχει ανανεωθεί ή μη στο παρελθόν δεν δικαιολογείται από αντικειμενικούς παράγοντες και συνιστά, ως εκ τούτου, δυσμενή διάκριση.
305 Εν συνεχεία, κατά την Επιτροπή, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι το άρθρο 65, παράγραφος 11, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης σκοπεί να αποτρέψει την παραχώρηση ραδιοσυχνότητας σε πάροχο υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης ως προς τον οποίο υφίσταται κίνδυνος να διαπράξει περαιτέρω παραβάσεις, ωστόσο, η εν λόγω διάταξη, εφαρμοζόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 48, παράγραφος 7, του ως άνω νόμου –το οποίο, σε περίπτωση παραβάσεων ήσσονος σημασίας, πλην όμως τελούμενων καθ’ υποτροπήν, συνεπάγεται αυτομάτως την απόρριψη των αιτήσεων ανανέωσης–, στερείται αναλογικότητας, διότι βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
306 Συγκεκριμένα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η συνδυασμένη εφαρμογή των δύο αυτών διατάξεων έχει ως αποτέλεσμα να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης οι επιχειρήσεις που έχουν διαπράξει ήσσονος σημασίας παραβάσεις στο παρελθόν, οι οποίες μπορούν να συνεχίσουν να παρέχουν υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης χωρίς κανένα πρόβλημα, και οι επιχειρήσεις που έχουν διαπράξει σοβαρές παραβάσεις, ως προς τις οποίες μπορεί ευλόγως να αμφισβητηθεί η ικανότητα να συνεχίσουν να παρέχουν υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης σύμφωνα με τη νομοθεσία και τους όρους της σύμβασης ραδιοφωνικής μετάδοσης.
307 Εξάλλου, κατά την Επιτροπή, ο νόμος περί μέσων ενημέρωσης δεν επιδιώκει κατά τρόπο συνεκτικό τον σκοπό που μνημονεύεται στη σκέψη 305 της παρούσας αποφάσεως, δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις για τη σύναψη προσωρινής διοικητικής σύμβασης είναι αυστηρότερες από τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή σε νέο διαγωνισμό, μολονότι αμφότερες οι διαδικασίες καταλήγουν σε παρόμοιο αποτέλεσμα, ήτοι στη χρήση ραδιοσυχνότητας.
308 Τέλος, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, λόγω της επίμαχης εθνικής ρύθμισης, το Klubrádió δεν μπόρεσε να συνάψει προσωρινή διοικητική σύμβαση και η συχνότητά του παρέμεινε αχρησιμοποίητη από τις 15 Φεβρουαρίου έως τις 3 Μαΐου 2021. Η χορήγηση, ωστόσο, δικαιώματος προσωρινής χρήσης θα ήταν σύμφωνη με την υποχρέωση διασφάλισης αποτελεσματικής διαχείρισης του ραδιοφάσματος και με τις απαιτήσεις περί προβλεψιμότητας και συνέπειας όσον αφορά την ανανέωση και την τροποποίηση των δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος καθώς και με τις απαιτήσεις περί κανονιστικής ασφάλειας, συνοχής και προβλεψιμότητας, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 45, παράγραφος 1, και στο άρθρο 45, παράγραφος 2, στοιχεία γʹ και ζʹ, της οδηγίας 2018/1972.
309 Η Ουγγαρία επισημαίνει, κατ’ αρχάς, ότι, στο μέτρο που το Klubrádió δεν υπέβαλε στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης αίτηση για τη σύναψη προσωρινής διοικητικής σύμβασης, δεν μπορεί να υπέστη ζημία. Επομένως, δεν μπορεί να διαπιστωθεί καμία δυσμενής διάκριση.
310 Εν συνεχεία, κατά την Ουγγαρία, η ύπαρξη δυσμενούς διάκρισης μπορεί να εξεταστεί μόνο σε σχέση με παρεμφερούς χαρακτήρα υποκείμενα δικαίου, νομικές καταστάσεις και πραγματικά περιστατικά. Ωστόσο, τούτο δεν ισχύει όσον αφορά τις περιπτώσεις που μνημονεύονται στο άρθρο 65, παράγραφος 11, και στο άρθρο 55, παράγραφος 1, στοιχείο c, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης.
311 Συγκεκριμένα, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι το άρθρο 65, παράγραφος 11, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης παρέχει στον προηγούμενο δικαιούχο του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης προσωρινό δικαίωμα παροχής των εν λόγω υπηρεσιών, κατ’ ανώτατο όριο μέχρι την περάτωση της διαδικασίας του διαγωνισμού. Αντιθέτως, το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης που χορηγείται στο πλαίσιο του διαγωνισμού έχει διάρκεια δέκα ετών. Επομένως, η περίπτωση που αφορά τη σύναψη προσωρινής διοικητικής σύμβασης έχουσας ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 65, παράγραφος 11, του ως άνω νόμου, και η περίπτωση που αφορά τις προϋποθέσεις απόκτησης του δικαιώματος παροχής τέτοιων υπηρεσιών στο πλαίσιο διαγωνισμού, σύμφωνα με το άρθρο 55, παράγραφος 1, στοιχείο c, του εν λόγω νόμου, δεν είναι παρεμφερείς.
312 Εξάλλου, κατά την Ουγγαρία, το άρθρο 65, παράγραφος 11, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογο, ανεξαρτήτως του αν εξετάζεται μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με το άρθρο 48, παράγραφος 7, του εν λόγω νόμου. Συγκεκριμένα, το άρθρο 65, παράγραφος 11, αφορά μια εν εξελίξει διαδικασία διαγωνισμού, το δε δικαίωμα ή το πλεονέκτημα που προβλέπει η τελευταία αυτή διάταξη χορηγείται μόνον αν το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης έχει ήδη ανανεωθεί μία φορά.
313 Στο πλαίσιο αυτό, η Ουγγαρία υπενθυμίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 187, παράγραφος 5, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, οι ήσσονος σημασίας παραβάσεις δεν λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη καθ’ υποτροπήν παραβάσεων και ότι, ως εκ τούτου, οι παραβάσεις αυτές δεν αποκλείουν ούτε την ανανέωση ούτε, κατά συνέπεια, τη δυνατότητα χορήγησης προσωρινού δικαιώματος. Επομένως, δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της Επιτροπής περί ίσης μεταχείρισης των επιχειρήσεων που έχουν διαπράξει ήσσονος σημασίας παραβάσεις στο παρελθόν, οι οποίες είναι σε θέση να συνεχίσουν να παρέχουν υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης χωρίς κανένα πρόβλημα, και των επιχειρήσεων που έχουν διαπράξει σοβαρές παραβάσεις.
314 Επιπλέον, η Ουγγαρία επισημαίνει ότι δεν είναι δυνατή η σύγκριση ή η συνδυασμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης και των προϋποθέσεων χορήγησης προσωρινού δικαιώματος, διότι η περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 65, παράγραφος 11, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης μπορεί να ανακύψει μόνον εάν το δικαίωμα έχει ήδη ανανεωθεί. Εάν ένας πάροχος υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης λειτουργεί υπό συνθήκες που αποκλείουν την ανανέωση του δικαιώματός του παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, η ισχύς του δικαιώματος αυτού θα λήξει και ο εν λόγω πάροχος θα μπορεί να αποκτήσει νέο δικαίωμα στο πλαίσιο διαδικασίας διαγωνισμού. Ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο σε όλους τους παρόχους υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται δυσμενής διάκριση και ο εν λόγω κανόνας να μην είναι δυσανάλογος.
315 Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι, λόγω της επίμαχης εθνικής ρύθμισης, η συχνότητα 92,9 Mhz παρέμεινε αχρησιμοποίητη, η Ουγγαρία επισημαίνει ότι προσωρινό δικαίωμα μπορεί να χορηγηθεί έως την περάτωση της διαδικασίας του διαγωνισμού. Επομένως, ο λόγος για τον οποίο η ανωτέρω συχνότητα δεν χρησιμοποιήθηκε μεταξύ 15ης Φεβρουαρίου και 3ης Μαΐου 2021 ήταν ότι η επίμαχη διαδικασία διαγωνισμού κηρύχθηκε άγονη και ότι το Klubrádió δεν υπέβαλε αίτηση για τη σύναψη προσωρινής διοικητικής σύμβασης.
316 Το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζουν τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
β) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
317 Σύμφωνα με το άρθρο 65, παράγραφος 11, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, εάν η ισχύς του δικαιώματος παροχής γραμμικών υπηρεσιών ραδιοφωνικών μέσων λήξει έχοντας ανανεωθεί άπαξ από το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης και έχει ήδη κινηθεί η διαδικασία διαγωνισμού με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης δύναται να συνάψει με τον πάροχο υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης που υπήρξε δικαιούχος του δικαιώματος, και κατόπιν αιτήσεως του παρόχου, μία ή περισσότερες προσωρινές διοικητικές συμβάσεις μέγιστης διάρκειας 60 ημερών.
318 Επομένως, η διάταξη αυτή έχει ως αποτέλεσμα να στερούνται της δυνατότητας σύναψης προσωρινής διοικητικής σύμβασης πάροχοι, όπως το Klubrádió, των οποίων το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης δεν ανανεώθηκε, βάσει του άρθρου 48 παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, λόγω της ύπαρξης απρόσβλητης αποφάσεως του συμβουλίου μέσων ενημέρωσης με την οποία διαπιστώνεται η τέλεση καθ’ υποτροπήν παράβασης, όταν, όπως εν προκειμένω, το δικαίωμα που δεν ανανεώθηκε λήγει ενώ η διαδικασία του διαγωνισμού σχετικά με τη δυνατότητα παροχής τέτοιων υπηρεσιών έχει ήδη κινηθεί, αλλά δεν έχει περατωθεί.
1) Επί της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
319 Όπως υπομνήσθηκε με τη σκέψη 192 της παρούσας αποφάσεως, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, ειδική έκφραση της οποίας αποτελεί η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, επιβάλλει, μεταξύ άλλων, να μην επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση σε παρεμφερείς καταστάσεις.
320 Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που παρέσχε η Επιτροπή με τα υπομνήματά της, η προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων απορρέει από το γεγονός ότι το άρθρο 65, παράγραφος 11, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης στερεί από τους παρόχους υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, όπως το Klubrádió, των οποίων το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης δεν ανανεώθηκε λόγω καθ’ υποτροπήν παράβασης, τη δυνατότητα σύναψης προσωρινής διοικητικής σύμβασης με σκοπό τη χορήγηση ενός τέτοιου δικαιώματος για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις 60 ημέρες, ενώ το άρθρο 55, παράγραφος 1, του ως άνω νόμου επιτρέπει στους εν λόγω παρόχους να συμμετάσχουν σε διαγωνισμό για τη χορήγηση του εν λόγω δικαιώματος για χρονικό διάστημα δέκα ετών.
321 Επιπλέον, η Επιτροπή, απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, υποστήριξε ότι η παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων απορρέει από το γεγονός ότι, αφενός, ο νόμος περί μέσων ενημέρωσης επιφυλάσσει διαφορετική μεταχείριση στις επιχειρήσεις οι οποίες έχουν ήδη παράσχει υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης στο παρελθόν και τις επιχειρήσεις οι οποίες ουδέποτε, στο παρελθόν, είχαν παράσχει τέτοιες υπηρεσίες, στο μέτρο που, σύμφωνα με το άρθρο 65, παράγραφος 11, του εν λόγω νόμου, μόνον οι πάροχοι υπηρεσιών οι οποίοι έχουν συνάψει σύμβαση ραδιοφωνικής μετάδοσης και των οποίων η σύμβαση έχει ανανεωθεί έχουν δικαίωμα να συνάψουν προσωρινή διοικητική σύμβαση, ενώ, όσον αφορά τους παρόχους υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης οι οποίοι δεν έχουν παράσχει τέτοιες υπηρεσίες στο παρελθόν, το άρθρο 65, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου επιτρέπει στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης να συνάψει μαζί τους προσωρινή διοικητική σύμβαση λαμβάνοντας υπόψη παραμέτρους που αφορούν την αγορά των μέσων ενημέρωσης.
322 Αφετέρου, ο νόμος περί μέσων ενημέρωσης επιφυλάσσει διαφορετική μεταχείριση στους παρόχους υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, όπως το Klubrádió, των οποίων το δικαίωμα παροχής τέτοιων υπηρεσιών δεν ανανεώθηκε λόγω καθ’ υποτροπήν τελεσθείσας παράβασης και στους παρόχους οι οποίοι, κατόπιν της ανανέωσης του δικαιώματός τους παροχής των εν λόγω υπηρεσιών, υποπίπτουν καθ’ υποτροπήν σε παράβαση, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 65, παράγραφος 11, του ως άνω νόμου, οι πρώτοι δεν έχουν τη δυνατότητα να συνάψουν προσωρινή διοικητική σύμβαση, ενώ οι δεύτεροι έχουν τη δυνατότητα αυτή, στο μέτρο που οι συμβάσεις τους έχουν ήδη ανανεωθεί.
323 Όσον αφορά, πρώτον, το επιχείρημα της Επιτροπής που εκτίθεται στη σκέψη 320 της παρούσας αποφάσεως, αυτό στηρίζεται στην παραδοχή ότι το καθεστώς που αφορά τη χορήγηση του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης βάσει προσωρινής διοικητικής σύμβασης και το καθεστώς που αφορά τη χορήγηση του εν λόγω δικαιώματος βάσει σύμβασης ραδιοφωνικής μετάδοσης συναφθείσας κατόπιν διαγωνισμού είναι παρεμφερή, με αποτέλεσμα η επιβολή αυστηρότερων όρων για την προσωρινή χορήγηση του εν λόγω δικαιώματος να παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης.
324 Εντούτοις, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 65, παράγραφος 11, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, η σύναψη προσωρινής διοικητικής σύμβασης βάσει της εν λόγω διάταξης περιορίζεται σε μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση στην οποία το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης σε μια ραδιοσυχνότητα έχει λήξει, ενώ η διαδικασία διαγωνισμού για τη χορήγηση νέου δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης στην εν λόγω ραδιοσυχνότητα δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Σε μια τέτοια περίπτωση, το άρθρο 65, παράγραφος 11, αποσκοπεί στη διασφάλιση της αδιάλειπτης χρήσης της εν λόγω ραδιοσυχνότητας έως ότου περατωθεί η διαδικασία διαγωνισμού και το δικαίωμα χρήσης της ίδιας ραδιοσυχνότητας ανατεθεί στον πάροχο που επελέγη κατόπιν του εν λόγω διαγωνισμού. Η περίπτωση αυτή, η οποία έχει προσωρινό και επείγοντα χαρακτήρα διαφέρει, επομένως, από εκείνη στην οποία το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης χορηγείται στο πλαίσιο διαδικασίας διαγωνισμού, η οποία δεν έχει τέτοιο χαρακτήρα.
325 Επομένως, δεδομένου ότι το άρθρο 65, παράγραφος 11, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης και το άρθρο 55, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου δεν αφορούν παρεμφερείς καταστάσεις, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι οι εν λόγω διατάξεις παραβιάζουν την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων είναι αβάσιμο.
326 Όσον αφορά, δεύτερον, τα επιχειρήματα που παρατίθενται στις σκέψεις 321 και 322 της παρούσας αποφάσεως, στο μέτρο που τα εν λόγω επιχειρήματα δεν προκύπτουν από τα δικόγραφα της Επιτροπής και προβλήθηκαν μόνον κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα.
327 Κατά συνέπεια, η αιτίαση με την οποία προβάλλεται παραβίαση, από το άρθρο 65, παράγραφος 11, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όπως αυτή αποτυπώνεται στο άρθρο 45, παράγραφος 1, της οδηγίας 2018/1972, είναι αβάσιμη.
2) Επί της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
328 Όπως διαπιστώθηκε στο πλαίσιο της ανάλυσης της πρώτης σειράς αιτιάσεων, το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή αποτυπώνεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου, δεδομένου ότι στερεί, αυτομάτως και σε κάθε περίπτωση, από τους παρόχους που έχουν διαπράξει καθ’ υποτροπήν παράβαση τη δυνατότητα ανανέωσης του δικαιώματός παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης.
329 Κατά συνέπεια, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, κατά το μέρος που το άρθρο 65, παράγραφος 11, του εν λόγω νόμου στερεί από τους παρόχους των οποίων το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης δεν ανανεώθηκε, βάσει του άρθρου 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, λόγω καθ’ υποτροπήν παράβασης, τη δυνατότητα σύναψης προσωρινής διοικητικής σύμβασης, παραβιάζει επίσης την αρχή της αναλογικότητας.
330 Επομένως, η αιτίαση με την οποία προβάλλεται παραβίαση, από το άρθρο 65, παράγραφος 11, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όπως η αρχή αυτή αποτυπώνεται στο άρθρο 45, παράγραφος 1, της οδηγίας 2018/1972, είναι βάσιμη.
3) Επί της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται παράβαση της υποχρέωσης διασφάλισης της αποτελεσματικής διαχείρισης του ραδιοφάσματος
331 Η Επιτροπή προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στην Ουγγαρία ότι παρέβη την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 45, παράγραφος 1, και το άρθρο 45, παράγραφος 2, στοιχεία γʹ και ζʹ, της οδηγίας 2018/1972 να εξασφαλίζει την αποτελεσματική διαχείριση του ραδιοφάσματος, κατά το μέρος που, λόγω της επίμαχης εθνικής ρύθμισης, το Klubrádió δεν μπόρεσε να συνάψει προσωρινή διοικητική σύμβαση, με αποτέλεσμα η συχνότητα 92,9 Mhz να παραμείνει αχρησιμοποίητη από τις 15 Φεβρουαρίου έως τις 3 Μαΐου 2021.
332 Συναφώς, η εν λόγω αιτίαση πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι, αφενός, στηρίζεται στο γεγονός ότι το Klubrádió δεν μπόρεσε να συνάψει προσωρινή διοικητική σύμβαση, ενώ δεν αμφισβητείται ότι ο εν λόγω ραδιοφωνικός σταθμός ούτε ζήτησε τη σύναψη τέτοιας συμβάσεως ούτε, συνακόλουθα, αρνήθηκε να συνάψει τη σύμβαση αυτή και, αφετέρου, ουδόλως προκύπτει από το τέταρτο αίτημα της προσφυγής της Επιτροπής.
4) Συμπέρασμα
333 Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η τρίτη κατηγορία αιτιάσεων σχετικά με το άρθρο 65, παράγραφος 11, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης και να διαπιστωθεί ότι η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 45, παράγραφος 1, της οδηγίας 2018/1972 και από την αρχή της αναλογικότητας, λόγω της θέσπισης του άρθρου 65, παράγραφος 11, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, βάσει του οποίου αποκλείεται η δυνατότητα των παρόχων υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, των οποίων το δικαίωμα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων δεν έχει ανανεωθεί λόγω καθ’ υποτροπήν παράβασης, να υποβάλουν αίτηση για προσωρινά δικαιώματα χρήσης.
4. Επί των αιτιάσεων με τις οποίες προβάλλεται παράβαση του άρθρου 11 του Χάρτη
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
334 Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 11 του Χάρτη λόγω, αφενός, της έκδοσης της απορριπτικής απόφασης και της θέσπισης του άρθρου 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης και, αφετέρου, λόγω της έκδοσης της αποφάσεως περί ακυρότητας και της δημοσίευσης της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού.
335 Κατά πρώτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απορριπτική απόφαση και οι εθνικοί κανόνες που αποτέλεσαν τη βάση για την έκδοσή της εμπόδισαν το Klubrádió να μεταδίδει τα προγράμματά του σε αναλογική συχνότητα. Κατά την άποψη της Επιτροπής, πρόκειται για τη σοβαρότερη μορφή προσβολής της ελευθερίας έκφρασης και της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης, η οποία μπορεί να εξομοιωθεί με αποφασιζόμενη από τις εθνικές αρχές παύση λειτουργίας ενός μέσου ενημέρωσης. Λαμβανομένης υπόψη της σημασίας του ραδιοφώνου και, ιδίως, του αντικτύπου που το εν λόγω μέσο ενημέρωσης μπορεί να έχει στον κοινό σε σύγκριση με άλλα μέσα ενημέρωσης, όπως έχει αναγνωρίσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η Επιτροπή φρονεί ότι το γεγονός ότι το Klubrádió δεν μπορεί να μεταδίδει το πρόγραμμά του σε αναλογικές ραδιοσυχνότητες συνιστά σαφή επέμβαση στην ελευθερία έκφρασης, έστω και αν το πρόγραμμά του είναι διαθέσιμο στο διαδίκτυο.
336 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί η ελευθερία και η πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης, είναι απαραίτητο η παραχώρηση των ραδιοσυχνοτήτων που χρησιμοποιούνται για τη ραδιοφωνική μετάδοση να πραγματοποιείται βάσει κριτηρίων τα οποία δεν εισάγουν διακρίσεις και είναι αναλογικά.
337 Μολονότι η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η ελευθερία έκφρασης και η ελευθερία των μέσων ενημέρωσης δεν αποτελούν απόλυτα δικαιώματα, υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι κάθε περιορισμός των εν λόγω ελευθεριών πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 52 του Χάρτη.
338 Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι σκοποί τους οποίους επιδιώκει ο νόμος περί μέσων ενημέρωσης, ήτοι η ενίσχυση της εθνικής και πολιτιστικής ταυτότητας, λαμβανομένων υπόψη των τεχνολογικών εξελίξεων, με παράλληλη διασφάλιση της ελευθερίας της έκφρασης και του λόγου, καθώς και της ελευθερίας του Τύπου και με αναγνώριση της πολιτιστικής, κοινωνικής και οικονομικής βαρύτητας των υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης και της σημασίας της διασφάλισης του ανταγωνισμού στην αγορά των μέσων ενημέρωσης, συνιστούν σκοπούς γενικού συμφέροντος οι οποίοι είναι ικανοί να δικαιολογήσουν περιορισμό των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που κατοχυρώνονται στο άρθρο 11 του Χάρτη. Εντούτοις, κατά το εν λόγω θεσμικό όργανο, η απορριπτική απόφαση βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών.
339 Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, η απορριπτική απόφαση εκδόθηκε από το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης όχι λόγω της μη τηρήσεως του χρόνου μετάδοσης ουγγρικών μουσικών έργων, αλλά αποκλειστικώς λόγω της παράβασης της υποχρέωσης διαβίβασης στοιχείων σχετικών με τις ποσοστώσεις μετάδοσης, παράβαση για την οποία είχε ήδη επιβληθεί πρόστιμο και η οποία δεν επαναλήφθηκε μετά την καταβολή του εν λόγω προστίμου. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή, στηριζόμενη στα στοιχεία που υποβλήθηκαν για την περιγραφή του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται οι επίμαχες αποφάσεις, επισημαίνει ότι, σε περίπτωση στην οποία ένας πάροχος υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης ο οποίος είναι ανεξάρτητος και ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, όπως το Klubrádió, στερείται του δικαιώματος χρήσης ραδιοσυχνοτήτων για καθαρά τυπικούς λόγους, γεγονός το οποίο δυσχεραίνει την πρόσβασή του στην αγορά, ο δικαστικός έλεγχος πρέπει να είναι πολύ εμπεριστατωμένος. Συγκεκριμένα, σε μια τέτοια περίπτωση, ο κίνδυνος αυθαιρεσίας και δυσμενών διακρίσεων είναι ιδιαιτέρως υψηλός.
340 Κατά δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφαση περί ακυρότητας συνιστά επίσης δυσανάλογη επέμβαση στην ελευθερία και την πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης, καθόσον η εν λόγω απόφαση δεν είναι κατάλληλη για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών και υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξή τους μέτρο. Ως εκ τούτου, οι προϋποθέσεις του άρθρου 52 του Χάρτη, που καθιστούν δυνατή τη δικαιολόγηση μιας τέτοιας επέμβασης, δεν πληρούνται.
341 Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, όσον αφορά, αφενός, τους δύο λόγους ακυρότητας οι οποίοι στηρίζονται σε ανακρίβειες της προσφοράς του Klubrádió σχετικά με τον κατάλογο προγραμμάτων του, το εν λόγω θεσμικό όργανο υπενθυμίζει ότι οι λόγοι αυτοί αφορούσαν τυπικές ανακρίβειες ήσσονος σημασίας, οι οποίες θα μπορούσαν εύκολα να διευκρινιστούν και οι οποίες δεν αφορούσαν ουσιώδη στοιχεία της υποψηφιότητας του Klubrádió και, ως εκ τούτου, δεν έθεταν σε κίνδυνο τον θεμιτό ανταγωνισμό.
342 Αφετέρου, όσον αφορά τον λόγο ακυρότητας που αφορά το επιχειρηματικό και χρηματοοικονομικό σχέδιο του Klubrádió, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, εκτιμώντας ότι ο καθαρός κύκλος εργασιών του οικείου ραδιοφωνικού σταθμού αποτελεί τον μοναδικό έγκυρο δείκτη της οικονομικής βιωσιμότητάς του, όχι μόνον προβαίνει σε διάκριση σε βάρος σταθμών που συνειδητά επιλέγουν να στηριχθούν σε άλλα μοντέλα χρηματοδότησης, αλλά και αγνοεί ένα απολύτως θεμιτό επιχειρηματικό μοντέλο.
343 Επιπλέον, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι επιδιωκόμενοι σκοποί θα μπορούσαν να επιτευχθούν με λιγότερο παρεμβατικά μέσα. Συγκεκριμένα, το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης θα μπορούσε, ιδίως, σε περίπτωση κατά την οποία δεν υπάρχει περιγραφή ενός συγκεκριμένου προγράμματος, να ζητήσει διευκρινίσεις σχετικά με αυτό και, εάν οι πόροι είναι ανεπαρκείς, να ανακαλέσει τα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων σε περίπτωση που η οικεία επιχείρηση τεθεί υπό εκκαθάριση ή κηρυχθεί σε πτώχευση.
344 Ως εκ τούτου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τόσο η απόφαση περί ακυρότητας όσο και οι όροι της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού επί των οποίων στηρίχθηκε η έκδοσή της πρέπει να θεωρηθούν αδικαιολόγητοι και δυσανάλογοι λόγω των συνεπειών τους επί του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης, δεδομένου ότι η εφαρμογή τους ισοδυναμεί με αποκλεισμό του Klubrádió από τον τομέα της ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης και με φίμωση του εν λόγω ραδιοφωνικού σταθμού στο ουγγρικό περιβάλλον μέσων ενημέρωσης, ενώ θα αρκούσαν λιγότερο περιοριστικά μέτρα τα οποία θα επέτρεπαν στο Klubrádió να συνεχίσει να εκπέμπει.
345 Η Ουγγαρία υποστηρίζει, κατά πρώτον, ότι η απορριπτική απόφαση και οι εθνικοί κανόνες επί των οποίων στηρίχθηκε η έκδοσή της δεν αντιβαίνουν στο άρθρο 11 του Χάρτη.
346 Το εν λόγω κράτος μέλος υπογραμμίζει ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης δεν αφαίρεσε τα δικαιώματα μετάδοσης του Klubrádió ούτε απέκλεισε τον εν λόγω σταθμό από τον τομέα των ραδιοφωνικών μεταδόσεων, δεδομένου ότι ο εν λόγω ραδιοφωνικός σταθμός, αφενός, μπορούσε να μεταδίδει το πρόγραμμά του σε ραδιοσυχνότητα συνεχώς και χωρίς διακοπή καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης ραδιοφωνικής μετάδοσης και, αφετέρου, εξακολουθεί να είναι σε θέση να παρέχει τις ραδιοφωνικές υπηρεσίες του μέσω άλλων συστημάτων μετάδοσης. Στο πλαίσιο αυτό, η Ουγγαρία επισημαίνει ότι το Klubrádió παρέχει επί του παρόντος τις ως άνω υπηρεσίες μέσω του διαδικτύου, γεγονός που αποδεικνύει ότι η απορριπτική απόφαση δεν το εμπόδισε να παρέχει τέτοιου είδους υπηρεσίες.
347 Κατά την Ουγγαρία, το γεγονός ότι ο νόμος περί μέσων ενημέρωσης καθορίζει αντικειμενικές προϋποθέσεις για την ανανέωση του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης και ότι το συμβούλιο μέσων ενημέρωσης αρνείται την ανανέωση σε περίπτωση κατά την οποία δεν πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις δεν συνιστά δυσανάλογη και αδικαιολόγητη επέμβαση στην ελευθερία του Τύπου και στο δικαίωμα μετάδοσης πληροφοριών.
348 Συγκεκριμένα, σε περίπτωση μη τήρησης των απαιτήσεων που προβλέπει ο ως άνω νόμος, η Ουγγαρία δεν αφαιρεί από τον οικείο πάροχο υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης το δικαίωμα να εκπέμπει ή τη δυνατότητα να παρέχει υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, αλλά περιορίζεται στην εφαρμογή των προϋποθέσεων του συστήματος χορήγησης άδειας. Επομένως, η άρνηση ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης δεν μπορεί να εξομοιωθεί με την αναγκαστική παύση λειτουργίας ενός μέσου ενημέρωσης, διότι η εν λόγω άρνηση δεν έχει ως αποτέλεσμα την ανάκληση του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, δεδομένου ότι η άδεια άσκησης του δικαιώματος λήγει κατά την ημερομηνία και με τον τρόπο που προβλέπει ο νόμος ή η σύμβαση ραδιοφωνικής μετάδοσης.
349 Στο πλαίσιο αυτό, η Ουγγαρία επισημαίνει ότι το γεγονός και μόνον ότι μια επιχείρηση δεν έχει δικαίωμα να παρέχει υπηρεσία μέσων ενημέρωσης σε μια συγκεκριμένη πλατφόρμα μετάδοσης δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην προσβολή των δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνονται στο άρθρο 11 του Χάρτη. Το ζήτημα αν η απορριπτική απόφαση και οι εθνικοί κανόνες στους οποίους στηρίχθηκε η έκδοσή της θίγουν τα εν λόγω δικαιώματα και τις εν λόγω ελευθερίες δεν εξαρτάται από το αν το Klubrádió ασκεί ή όχι κριτική στην Ουγγρική Κυβέρνηση ή από τα συμπεράσματα τα οποία η Επιτροπή μπορεί να συναγάγει από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η εν λόγω απόφαση, αλλά από το αν η απόφαση αυτή είναι αναλογική προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
350 Κατά δεύτερον, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι ούτε η υπό κρίση υπόθεση ούτε το κανονιστικό πλαίσιό της θίγουν τις απαιτήσεις περί ισορροπημένης πληροφόρησης και την αρχή της ελευθερίας του Τύπου και της πολυφωνίας των μέσων ενημέρωσης. Το ουγγρικό σύστημα αδειοδότησης εγγυάται ίσες ευκαιρίες για όλους τους υποψηφίους, στο πλαίσιο διαδικασίας διαγωνισμού, όσον αφορά την πρόσβαση στις δυνατότητες παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης και διασφαλίζει την παραχώρηση συχνοτήτων σε όλους τους επιλεγέντες παρόχους υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, τούτο δε κατά τρόπο απολύτως σύμφωνο με τις αρχές της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), και του Χάρτη.
351 Όσον αφορά, ειδικότερα, τον λόγο ακυρότητας που αφορά το επιχειρηματικό και χρηματοοικονομικό σχέδιο του Klubrádió, το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει ότι τόσο η αξιολόγηση της καταλληλότητας της προσφοράς του Klubrádió σε σχέση με την επίμαχη διαδικασία διαγωνισμού, ιδίως δε της οικονομικής και χρηματοοικονομικής κατάστασης του εν λόγω ραδιοφωνικού σταθμού, όσο και η ενδεχόμενη επέμβαση στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης την οποία θα συνεπαγόταν, λόγω αρνητικής αξιολόγησης, η ακυρότητα της προσφοράς αυτής προκύπτουν από τον νόμο περί μέσων ενημέρωσης.
352 Κατά την Ουγγαρία, η αξιολόγηση αυτή πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο διαφανή και αντικειμενικό, καθώς επίσης βάσει απαιτήσεων οι οποίες δεν εισάγουν διακρίσεις και περιλαμβάνονται στον εν λόγω νόμο και στην επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού, με αποτέλεσμα η επακόλουθη έννομη συνέπεια, ήτοι η ακυρότητα της εν λόγω προσφοράς, να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας και δικαιολογημένη.
353 Τέλος, η Ουγγαρία εμμένει στο ότι το Klubrádió παρέχει επί του παρόντος ραδιοφωνικές υπηρεσίες μέσω διαδικτύου, οπότε η απόφαση περί ακυρότητας δεν είχε ως αποτέλεσμα τη φίμωση του εν λόγω ραδιοφωνικού σταθμού.
354 Το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζουν τα επιχειρήματα της Επιτροπής, υπογραμμίζοντας, μεταξύ άλλων, τη σημασία του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης σε μια δημοκρατική και πλουραλιστική κοινωνία, καθώς και την ανάγκη να ληφθεί υπόψη, κατά την εκτίμηση της προβαλλόμενης παράβασης από την Ουγγαρία του άρθρου 11 του Χάρτη, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα επίμαχα εθνικά μέτρα. Συναφώς, το Βασίλειο του Βελγίου επισημαίνει, βάσει διαφόρων εκθέσεων σχετικά με την ελευθερία και την πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης στην Ουγγαρία, οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ των ετών 2019 και 2023 από το Κέντρο για την Πολυφωνία και την Ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης, το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο του Οπτικοακουστικού Τομέα, τον Επίτροπο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης και την ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ για την προώθηση και την προστασία του δικαιώματος της ελευθερίας της γνώμης και της έκφρασης, διάφορα ζητήματα που συνδέονται με την υπό κρίση προσφυγή και αρνητικές γνωμοδοτήσεις τις οποίες έχουν εκδώσει οι εν λόγω διεθνείς οργανισμοί όσον αφορά την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης στην Ουγγαρία.
β) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
355 Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του Χάρτη, «[κ]άθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης», το δικαίωμα δε αυτό περιλαμβάνει «την ελευθερία γνώμης και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς την ανάμειξη δημοσίων αρχών και αδιακρίτως συνόρων». Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 11, παράγραφος 2, «[η] ελευθερία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και η πολυφωνία τους είναι σεβαστές».
356 Όσον αφορά τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, όπως οι ραδιοφωνικοί σταθμοί, η επέμβαση στην ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης λαμβάνει την ιδιαίτερη μορφή της επέμβασης στην ελευθερία των μέσων ενημέρωσης ή στην ελευθερία της ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης, η οποία προστατεύεται ειδικώς από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του Χάρτη (πρβλ. απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2021, Fussl Modestraße Mayr, C‑555/19, EU:C:2021:89, σκέψη 83).
357 Η ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, η οποία συνδέεται με την ελευθερία της ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης, περιλαμβάνει όχι μόνον το δικαίωμα μετάδοσης πληροφοριών, αλλά επίσης, ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, το δικαίωμα χρήσης κάθε κατάλληλου μέσου για τη μετάδοση πληροφοριών και τη διάδοσή τους στον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό αποδεκτών.
358 Μεταξύ των ανωτέρω μέσων μετάδοσης περιλαμβάνεται το ραδιοφάσμα, το οποίο, λαμβανομένου υπόψη του ουσιώδους ρόλου που διαδραματίζουν τα οπτικοακουστικά μέσα, όπως το ραδιόφωνο και η τηλεόραση, στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, αποτελεί βασικό δίαυλο για την άσκηση του δικαιώματος στην ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης.
359 Η χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων έχει, επομένως, άμεσο αντίκτυπο στο δικαίωμα στην ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, η οποία συνδέεται με την ελευθερία της ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης και στις δύο διαστάσεις της, ήτοι στο δικαίωμα της ελεύθερης παροχής πληροφοριών και στο δικαίωμα της λήψης πληροφοριών.
360 Ως εκ τούτου, όσον αφορά το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 11 του Χάρτη και του οποίου η ερμηνεία από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία του εν λόγω άρθρου 11, το ως άνω δικαστήριο έχει επισημάνει ότι το εν λόγω άρθρο 10 εγγυάται σε κάθε πρόσωπο την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης και αφορά όχι μόνον το περιεχόμενο των πληροφοριών, αλλά και τα μέσα μετάδοσής τους, κάθε δε περιορισμός των μέσων αυτών θίγει το δικαίωμα λήψης και μετάδοσης πληροφοριών (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 28ης Σεπτεμβρίου 1999, Öztürk κατά Τουρκίας, CE:ECHR:1999:0928JUD002247993, § 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
361 Επομένως, όπως προκύπτει από τις επεξηγήσεις σχετικά με το άρθρο 11 του Χάρτη, οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την ερμηνεία του εν λόγω άρθρου, οι περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στο δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης δεν μπορούν να βαίνουν πέραν εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ. Οι νόμιμοι λόγοι επέμβασης στην άσκηση του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο 10, παράγραφος 2, και αφορούν την εθνική ασφάλεια, την εδαφική ακεραιότητα ή τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, την προστασία της φήμης ή των δικαιωμάτων τρίτων καθώς και την ανάγκη αποτροπής της αποκάλυψης εμπιστευτικών πληροφοριών ή την ανάγκη διασφάλισης του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας. Η απαρίθμηση αυτή έχει εξαντλητικό χαρακτήρα (απόφαση του ΕΔΔΑ της 15ης Μαρτίου 2022, OOO Memo κατά Ρωσίας, CE:ECHR:2022:0315JUD000284010, § 37). Επιπλέον, οι περιορισμοί τους οποίους τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν όσον αφορά το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης δεν θίγουν εκείνους οι οποίοι μπορούν να επιβληθούν, βάσει του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης, στην ευχέρεια των κρατών μελών να θεσπίζουν τους κανονισμούς εκδόσεως αδειών λειτουργίας που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο 10, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος.
362 Ως εκ τούτου, κάθε εθνικό μέτρο που περιορίζει ή περιστέλλει την πρόσβαση των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών στις ραδιοσυχνότητες ενδέχεται να συνεπάγεται επέμβαση στο δικαίωμά τους στην ελευθερία των μέσων ενημέρωσης το οποίο συνδέεται με την ελευθερία της ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης και εμπίπτει, ως εκ τούτου, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11 του Χάρτη.
363 Εν προκειμένω, το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, στο μέτρο που έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της πρόσβασης των ραδιοτηλεοπτικών φορέων, εν προκειμένω του Klubrádió, στις ραδιοσυχνότητες, εμποδίζοντάς τους, με τον τρόπο αυτό, να εξακολουθήσουν να μεταδίδουν το ραδιοφωνικό περιεχόμενό τους σε ραδιοσυχνότητα, συνεπάγεται επέμβαση στο δικαίωμα των οικείων φορέων στην άσκηση της ελευθερίας ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης, η οποία αποτελεί συνιστώσα της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη.
364 Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ουγγαρία, το γεγονός ότι οι εν λόγω φορείς μπορούν να μεταδίδουν το περιεχόμενό τους μέσω διαδικτύου δεν είναι ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση την ύπαρξη της επέμβασης. Συγκεκριμένα, ανεξαρτήτως αν η ραδιοτηλεοπτική μετάδοση μέσω διαδικτύου συνιστά μέσο επικοινωνίας ισοδύναμο με τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση σε αναλογικές συχνότητες, οι ως άνω φορείς εμποδίζονται να συνεχίσουν δοκιμασμένες επιχειρησιακές και εμπορικές στρατηγικές και οφείλουν, εν πάση περιπτώσει, να συγκροτήσουν εκ νέου το ακροατήριό τους.
365 Ασφαλώς, τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που κατοχυρώνονται στο άρθρο 11 του Χάρτη δεν αποτελούν απόλυτα προνόμια, αλλά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία τους εντός της κοινωνίας (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Real Madrid Club de Fútbol, C‑633/22, EU:C:2024:843, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
366 Το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, στο μέτρο που επιτρέπει τον περιορισμό της χορήγησης δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική διαχείριση του ραδιοφάσματος, αντικατοπτρίζει ακριβώς το γεγονός ότι τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που αναγνωρίζονται στο άρθρο 11 δεν έχουν απόλυτο χαρακτήρα όσον αφορά τους όρους χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων.
367 Εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, οι περιορισμοί στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον Χάρτη πρέπει να προβλέπονται από τον νόμο και να σέβονται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών, επιτρέπεται δε να επιβάλλονται, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πράγματι σε σκοπούς γενικού συμφέροντος αναγνωριζόμενους από την Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.
368 Όπως υπομνήσθηκε με τη σκέψη 361 της παρούσας αποφάσεως, οι περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στο δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης δεν μπορούν, επομένως, να υπερβαίνουν τους περιορισμούς που προβλέπονται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών τους οποίους το δίκαιο ανταγωνισμού της Ένωσης μπορεί να επιβάλλει στην ευχέρεια των κρατών μελών να θεσπίζουν τους κανονισμούς εκδόσεως αδειών λειτουργίας που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο 10, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος.
369 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 11 του Χάρτη συνιστά ένα από τα βασικά θεμέλια μιας δημοκρατικής και πλουραλιστικής κοινωνίας και περιλαμβάνεται στις αξίες επί των οποίων στηρίζεται, κατά το άρθρο 2 ΣΕΕ, η Ένωση. Οι επεμβάσεις στα δικαιώματα και στις ελευθερίες που κατοχυρώνονται στο ως άνω άρθρο 11 πρέπει, στο συγκεκριμένο πλαίσιο, να περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Real Madrid Club de Fútbol, C‑633/22, EU:C:2024:843, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), όπερ σημαίνει ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί ευλόγως να επιτευχθεί κατά τρόπον εξίσου αποτελεσματικό με άλλα μέσα τα οποία να θίγουν λιγότερο τα εν λόγω δικαιώματα και τις εν λόγω ελευθερίες (πρβλ. απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2023, Nordic Info, C‑128/22, EU:C:2023:951, σκέψη 77 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
370 Στο πλαίσιο αυτό, όπως διαπιστώθηκε με τη σκέψη 173 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης προβλέπει έναν λόγο άρνησης ανανέωσης των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ο οποίος αποτελεί κριτήριο επιλογής των χρηστών ραδιοσυχνοτήτων που συνδέεται με τον προβλεπόμενο στο άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας-πλαισίου σκοπό της προαγωγής του ανταγωνισμού διά της ενθάρρυνσης της αποτελεσματικής χρήσης και της εξασφάλισης της ουσιαστικής διαχείρισης των ραδιοσυχνοτήτων. Στο μέτρο που η άρνηση ανανέωσης των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα των παρόχων στην ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, μια τέτοια επέμβαση μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον εφόσον, μεταξύ άλλων, η άρνηση δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η εν λόγω διάταξη του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, περιορίζεται δε στο απολύτως αναγκαίο.
371 Δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις εκτιμήσεις που διατυπώνονται στις σκέψεις 177 και 181 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με την εν λόγω διάταξη σκοπού γενικού συμφέροντος, υπό το πρίσμα των απαιτήσεων των εφαρμοστέων οδηγιών, η συνακόλουθη επέμβαση στο δικαίωμα των ενδιαφερόμενων φορέων εκμετάλλευσης να ασκούν την ελευθερία ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας υπό το πρίσμα του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη.
372 Κατά συνέπεια, το άρθρο 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, στο μέτρο που δεν παρέχει στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης κανένα περιθώριο να εκτιμήσει, κατά την εξέταση των αιτήσεων ανανέωσης της ισχύος του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης που υποβάλλουν οι πάροχοι οι οποίοι έχουν διαπράξει καθ’ υποτροπήν παράβαση, τη σοβαρότητα της εν λόγω παράβασης και το κατά πόσον υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ αυτής και της επέμβασης στα δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται στο άρθρο 11 του Χάρτη, την οποία συνεπάγεται η άρνηση ανανέωσης του εν λόγω δικαιώματος, ενδέχεται να οδηγήσει στην έκδοση αποφάσεων οι οποίες αντιβαίνουν στο άρθρο 11, παράδειγμα των οποίων αποτελεί η απορριπτική απόφαση.
373 Πράγματι, πρώτον, η καθ’ υποτροπήν παράβαση στην οποία στηρίζεται η απορριπτική απόφαση δεν οφείλεται σε παράβαση των υποχρεώσεων του Klubrádió όσον αφορά τις ποσοστώσεις μετάδοσης που επιβάλλει το ουγγρικό δίκαιο, αλλά αποκλειστικώς σε παράβαση της υποχρέωσης διαβίβασης στοιχείων σχετικών με τις ποσοστώσεις αυτές. Δεύτερον, κατά τη διάρκεια των διαδικασιών επιβολής κυρώσεων που οδήγησαν στην έκδοση των αποφάσεων αριθ. 354/2017 και αριθ. 1224/2017 και, επομένως, πριν από την έκδοση των τελευταίων αυτών αποφάσεων, το Klubrádió συμμορφώθηκε προς την ανωτέρω υποχρέωση παρέχοντας στο συμβούλιο μέσων ενημέρωσης όλα τα σχετικά στοιχεία. Τρίτον, από τα στοιχεία αυτά δεν προέκυψε ότι το Klubrádió δεν τήρησε τις εν λόγω ποσοστώσεις. Τέταρτον, ο ραδιοφωνικός αυτός σταθμός κατέβαλε τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν με τις αποφάσεις αριθ. 354/2017 και αριθ. 1224/2017. Πέμπτον, από τις 31 Μαΐου 2017, ημερομηνία κατά την οποία τελέστηκε καθ’ υποτροπήν η παράβαση που είχε ως αποτέλεσμα την άρνηση ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης του Klubrádió έως την ημερομηνία έκδοσης της απορριπτικής απόφασης, ήτοι στις 8 Σεπτεμβρίου 2020, ο ραδιοφωνικός σταθμός δεν παρέβη ούτε την εν λόγω υποχρέωση ούτε τις υποχρεώσεις σχετικά με τις ποσοστώσεις μετάδοσης που επιβάλλει το ουγγρικό δίκαιο. Εξάλλου, από την υποβληθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία δεν προκύπτει ότι το Klubrádió διέπραξε οποιαδήποτε παράβαση μετά τις 31 Μαΐου 2017.
374 Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι η διαπιστωθείσα με την απόφαση αριθ. 1224/2017 παράβαση είναι τόσο σοβαρή ώστε η άρνηση ανανέωσης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης του Klubrádió να είναι αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού που προσδιορίζεται στη σκέψη 370 της παρούσας αποφάσεως.
375 Κατά συνέπεια, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η απορριπτική απόφαση δεν έχει αναλογικό χαρακτήρα σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και τη σοβαρότητα της επέμβασης στο δικαίωμα του Klubrádió στην ελευθερία των μέσων ενημέρωσης που η απόφαση αυτή συνεπάγεται, με συνέπεια, ανεξαρτήτως του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, να αντιβαίνει στο άρθρο 11 του Χάρτη.
376 Η ως άνω διαπίστωση επιβάλλεται επίσης όσον αφορά την απόφαση περί ακυρότητας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να στερήσει από το Klubrádió τη δυνατότητα απόκτησης δικαιωμάτων χρήσης της συχνότητας 92,9 Mhz και, ως εκ τούτου, να περιορίσει την πρόσβασή του στις ραδιοσυχνότητες, εμποδίζοντάς το, με τον τρόπο αυτό, να συνεχίσει να μεταδίδει το περιεχόμενό του σε ραδιοσυχνότητα.
377 Ασφαλώς, οι τρεις λόγοι ακυρότητας στους οποίους στηρίζεται η απόφαση περί ακυρότητας μπορούν να δικαιολογηθούν υπό το πρίσμα του σκοπού της προαγωγής του ανταγωνισμού διά της ενθάρρυνσης της αποτελεσματικής χρήσης και διά της εξασφάλισης της ουσιαστικής διαχείρισης των ραδιοσυχνοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας-πλαισίου. Συγκεκριμένα, αφενός, οι δύο λόγοι που αφορούν τις παρατυπίες των σημείων III.2 και III.3 του εντύπου που προσκόμισε το Klubrádió αποσκοπούν στη διασφάλιση του θεμιτού ανταγωνισμού και, αφετέρου, ο λόγος ακυρότητας που αφορά το επιχειρηματικό και χρηματοοικονομικό σχέδιο του εν λόγω ραδιοφωνικού σταθμού αποσκοπεί στη διασφάλιση της παρουσίας στην αγορά των μέσων ενημέρωσης ενός ραδιοφωνικού σταθμού ο οποίος να είναι σταθερός και προβλέψιμος ως προς τη λειτουργία του.
378 Εντούτοις, λαμβανομένων υπόψη των όσων διαπιστώθηκαν στο πλαίσιο της αιτιάσεως περί παραβίασης, από την απόφαση περί ακυρότητας και από τους όρους της προκήρυξης διαγωνισμού επί των οποίων στηρίχθηκε η έκδοση της εν λόγω απόφασης, των αρχών της διαφάνειας και της αναλογικότητας επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, οι προϋποθέσεις του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη δεν πληρούνται εν προκειμένω.
379 Πράγματι, τόσο οι λόγοι ακυρότητας που αφορούν τις παρατυπίες των σημείων III.2 και III.3 του εντύπου που προσκόμισε το Klubrádió όσο και ο λόγος ακυρότητας που αφορά το επιχειρηματικό και χρηματοοικονομικό σχέδιο του εν λόγω ραδιοφωνικού σταθμού είναι δυσανάλογοι σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και, επομένως, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την επέμβαση, την οποία συνεπάγεται η απόφαση περί ακυρότητας, στο δικαίωμα του Klubrádió στην ελευθερία των μέσων ενημέρωσης.
380 Επιβάλλεται επίσης η διαπίστωση ότι οι παραβάσεις και οι πλημμέλειες που προσάπτονται στο Klubrádió εν προκειμένω, οι οποίες αποτελούν τη βάση τόσο της απορριπτικής απόφασης όσο και της απόφασης περί ακυρότητας και οι οποίες εμπόδισαν ουσιαστικά τον εν λόγω ραδιοφωνικό σταθμό να συνεχίσει τη δραστηριότητά του στον τομέα της ραδιοφωνικής μετάδοσης, αφορούν είτε ανακρίβειες ήσσονος σημασίας και τυπικής φύσεως είτε πτυχές οι οποίες, αφ’ εαυτών, δεν θα έπρεπε να καθιστούν αδύνατο σε έναν ραδιοφωνικό σταθμό να συνεχίσει τη δραστηριότητά του.
381 Επομένως, οι αιτιάσεις με τις οποίες προβάλλεται παράβαση του άρθρου 11 του Χάρτη είναι βάσιμες.
382 Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνουν δεκτές οι εν λόγω αιτιάσεις και να διαπιστωθεί ότι η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 11 του Χάρτη λόγω, αφενός, της έκδοσης της απορριπτικής απόφασης και της θέσπισης του άρθρου 48, παράγραφος 7, του νόμου περί μέσων ενημέρωσης και, αφετέρου, της έκδοσης της αποφάσεως περί ακυρότητας και της δημοσίευσης της επίμαχης προκήρυξης διαγωνισμού.
Επί των δικαστικών εξόδων
383 Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δυνάμει του άρθρου 138, παράγραφος 3, του ως άνω Κανονισμού Διαδικασίας, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του, εκτός εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι δικαιολογείται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης ένας διάδικος να φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, και μέρος των εξόδων του αντιδίκου.
384 Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ουγγαρίας στα δικαστικά έξοδα και η Ουγγαρία ηττήθηκε ως προς το κύριο μέρος των αιτημάτων της, το εν λόγω κράτος μέλος πρέπει, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπό κρίση υπόθεσης, να φέρει, πέραν των δικών του δικαστικών εξόδων, τα τέσσερα πέμπτα των δικαστικών εξόδων της Επιτροπής. Η Επιτροπή θα φέρει το ένα πέμπτο των δικαστικών εξόδων της.
385 Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, κατά το οποίο τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους, το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:
1) Η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει:
– από τα άρθρα 5 και 7 της οδηγίας 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/140/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, από το άρθρο 4, σημείο 2, της οδηγίας 2002/77/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, από το άρθρο 9 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία-πλαίσιο), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/140, και από την αρχή της αναλογικότητας, πρώτον, λόγω της έκδοσης από το Médiatanács (συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, Ουγγαρία), στις 8 Σεπτεμβρίου 2020, της αποφάσεως αριθ. 830/2020 (IX. 8), με την οποία απέρριψε την αίτηση του Klubrádió για την ανανέωση των δικαιωμάτων του χρήσης του ραδιοφάσματος, δεύτερον, λόγω της θέσπισης του άρθρου 48, παράγραφος 7, του a médiaszolgáltatásokról és a tömegkommunikációról szóló 2010. évi CLXXXV. Törvény (νόμου CLXXXV του 2010 για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης και για τα μέσα μαζικής επικοινωνίας), βάσει του οποίου αποκλείεται αυτομάτως η ανανέωση των δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος που αφορά ραδιοφωνική μετάδοση στη ζώνη συχνότητας FM σε περίπτωση κατά την οποία ο δικαιούχος των εν λόγω δικαιωμάτων παρέβη καθ’ υποτροπήν την υποχρέωση διαβίβασης στοιχείων σχετικών με τις ποσοστώσεις μετάδοσης, ακόμη και όταν οι παραβάσεις είναι ήσσονος σημασίας, αμιγώς τυπικές και έχουν ήδη τιμωρηθεί με πρόστιμα τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα, στη συνέχεια, την πλήρη συμμόρφωση, καθώς και, τρίτον, λόγω της επακόλουθης αδυναμίας για το Klubrádió, κατά τρόπο δυσανάλογο, να συνεχίσει τη δραστηριότητά του στον τομέα της ραδιοφωνικής μετάδοσης·
– από το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/20, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/140, και από την αρχή της χρηστής διοικήσεως, λόγω της έκδοσης της απορριπτικής απόφασης πολύ μετά τη λήξη της προθεσμίας των έξι εβδομάδων που προβλέπει η εν λόγω διάταξη·
– από το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/20, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/140, και από το άρθρο 45, παράγραφος 1, της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, λόγω του ότι το Médiatanács (συμβούλιο μέσων ενημέρωσης, Ουγγαρία), στην προκήρυξη του διαγωνισμού σχετικά με τη δυνατότητα παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης στη συχνότητα 92,9 Mhz, την οποία δημοσίευσε στις 4 Νοεμβρίου 2020, και στην απόφαση αριθ. 180/2021 (III. 10.), την οποία εξέδωσε στις 10 Μαρτίου 2021, εξάρτησε τη χορήγηση των δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος από μη αναλογικές προϋποθέσεις, δεν καθόρισε εκ των προτέρων τα κριτήρια χορήγησης των εν λόγω δικαιωμάτων, δεν προέβλεψε κανένα περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την εκτίμηση της σοβαρότητας και της σημασίας των σφαλμάτων τα οποία ενδεχομένως ενείχαν οι υποβληθέντες από τους υποψηφίους φάκελοι και τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον αποκλεισμό των εν λόγω υποψηφίων από τον διαγωνισμό και δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι τα σφάλματα τα οποία ενείχε η προσφορά του Klubrádió ήταν ήσσονος σημασίας·
– από το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, και από το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/21, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/140, καθώς και από την αρχή της χρηστής διοικήσεως, λόγω μη έγκαιρης διεξαγωγής διαδικασίας για την παραχώρηση της συχνότητας 92,9 Mhz, ώστε να καταστεί δυνατή η έκδοση αποφάσεως πριν από την ημερομηνία λήξεως των δικαιωμάτων του Klubrádió για χρήση της εν λόγω ραδιοσυχνότητας·
– από το άρθρο 45, παράγραφος 1, της οδηγίας 2018/1972 και από την αρχή της αναλογικότητας, λόγω της θέσπισης του άρθρου 65, παράγραφος 11, του a médiaszolgáltatásokról és a tömegkommunikációról szóló 2010. évi CLXXXV. Törvény (νόμου CLXXXV του 2010 για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης και για τα μέσα μαζικής επικοινωνίας), βάσει του οποίου αποκλείεται η δυνατότητα υποβολής αίτησης για τη χορήγηση προσωρινών δικαιωμάτων χρήσης από παρόχους υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης των οποίων το δικαίωμα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων δεν ανανεώθηκε λόγω καθ’ υποτροπήν παράβασης, και
– από το άρθρο 11 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω, αφενός, της έκδοσης της αποφάσεως αριθ. 830/2020 (IX. 8) και της θέσπισης του άρθρου 48, παράγραφος 7, του a médiaszolgáltatásokról és a tömegkommunikációról szóló 2010. évi CLXXXV. Törvény (νόμου CLXXXV του 2010 για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης και για τα μέσα μαζικής επικοινωνίας) και, αφετέρου, της έκδοσης της αποφάσεως αριθ. 180/2021 (III. 10.) και της δημοσίευσης, στις 4 Νοεμβρίου 2020, της προκήρυξης διαγωνισμού σχετικά με τη δυνατότητα παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης στη συχνότητα 92,9 Mhz.
2) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3) Η Ουγγαρία φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, τα τέσσερα πέμπτα των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
4) Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει το ένα πέμπτο των δικαστικών εξόδων της.
5) Το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική.