ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΡΑΝΤΟΥ

της 27ης Μαρτίου 2025 ( 1 )

Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑764/23 έως C‑766/23

Cairo Network Srl (C‑764/23)

Persidera SpA (C‑766/23)

κατά

Ministero delle Imprese e del Made in Italy,

Autorità per le Garanzie nelle Comunicazioni (C‑764/23 και C‑766/23)

παρισταμένων των

Radiotelevisione italiana SpA (RAI),

Persidera SpA,

Mediaset SpA,

Elettronica Industriale SpA,

Premiata Ditta Borghini e Stocchetti di Torino Srl,

Europa Way Srl,

Prima TV SpA,

Associazione di Categoria Aeranti-Corallo,

Radiotelevisione italiana SpA (RAI),

Elettronica Industriale SpA,

3lettronica Industriale SpA,

Espansione Srl,

Prima TV SpA,

Cairo Network Srl,

Premiata Ditta Borghini e Stocchetti di Torino Srl,

Europa Way Srl

και

Europa Way Srl (C‑765/23)

κατά

Autorità per le Garanzie nelle Comunicazioni,

Presidenza del Consiglio dei Ministri,

Ministero dell’Economia e delle Finanze

παρισταμένων των

Radiotelevisione italiana SpA (RAI),

Persidera SpA,

Cairo Network Srl,

Premiata Ditta Borghini e Stocchetti di Torino Srl,

Prima TV SpA,

3lettronica Industriale SpA,

Mediaset SpA,

Elettronica Industriale SpA

[αιτήσεις του Consiglio di Stato (Συμβουλίου της Επικρατείας, Ιταλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών – Οδηγίες 2002/20/ΕΚ, 2002/21/ΕΚ και 2002/77/ΕΚ – Δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων επίγειας ψηφιακής ραδιοφωνικής ή τηλεοπτικής εκπομπής – Μετατροπή των δικαιωμάτων χρήσης – Παραχώρηση των δικαιωμάτων χρήσης – Διαδικασία επιλογής μέσω δημοπρασίας – Λήψη υπόψη των παρανόμως χρησιμοποιουμένων αναλογικών ραδιοσυχνοτήτων – Ανεξαρτησία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 47 – Αποτελεσματική δικαστική προστασία – Εθνική ρύθμιση περιορίζουσα τα αποτελέσματα των προσφυγών ακυρώσεως»

Εισαγωγή

1.

Οι υπό κρίση αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν τη διαδικασία ανακατανομής των δικαιωμάτων χρήσης των συχνοτήτων της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης (στο εξής: ανακατανομή συχνοτήτων), μέσω της μετάβασης από το σύστημα μετάδοσης DVB‑T στο (πιο προηγμένο) σύστημα μετάδοσης DVB‑T2 ( 2 ), μετά τη διάθεση της ζώνης συχνοτήτων 694-790 MHz (στο εξής: ζώνη συχνοτήτων 700 MHz) προς όφελος του δικτύου τηλεπικοινωνιών πέμπτης γενιάς (στο εξής: δίκτυο 5G) ( 3 ).

2.

Οι υπό κρίση αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκαν στο πλαίσιο ένδικων διαφορών μεταξύ, αφενός, εταιριών που εκμεταλλεύονται δίκτυα επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης και, αφετέρου, της Autorità per le Garanzie nelle Comunicazioni (ρυθμιστικής αρχής τηλεπικοινωνιών, Ιταλία, στο εξής: AGCOM) και άλλων δημόσιων αρχών ( 4 ), σχετικά με τη διαδικασία μετατροπής των δικαιωμάτων χρήσης των συχνοτήτων τεχνολογίας DVB‑T σε δικαιώματα χρήσης της δυναμικότητας μετάδοσης σε πολυπλέκτες εθνικής εμβέλειας τεχνολογίας DVB‑T2 ( 5 ) και τη διαδικασία παραχώρησης των δικαιωμάτων χρήσης της επιπλέον δυναμικότητας μετάδοσης που προκύπτει από τη μετάβαση από την τεχνολογία DVB‑T στην τεχνολογία DVB‑T2 (στο εξής: επιπλέον δυναμικότητα μετάδοσης).

3.

Στο πλαίσιο αυτό, τίθεται το ζήτημα της ερμηνείας πλειόνων διατάξεων του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ( 6 ) και του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) όσον αφορά, κατ’ ουσίαν, την αποτελεσματικότητα των μέσων ένδικης προστασίας κατά των πράξεων που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της ανακατανομής των συχνοτήτων και βάσει των σχετικών αρμοδιοτήτων της AGCOM καθώς και όσον αφορά την προσβολή των δικαιωμάτων των εκκαλουσών των κύριων δικών στο πλαίσιο της εν λόγω ανακατανομής σε σχέση, μεταξύ άλλων, με την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, λαμβανομένης επίσης υπόψη της ιστορικής εξέλιξης του οπτικοακουστικού τομέα στην Ιταλία.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

Η οδηγία για την αδειοδότηση

4.

Το άρθρο 3 της οδηγίας για την αδειοδότηση, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γενική άδεια δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών», ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ελευθερία παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, με την επιφύλαξη των όρων που θέτει η παρούσα οδηγία. Προς τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη δεν εμποδίζουν μια επιχείρηση να παρέχει δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εκτός εάν τούτο είναι απαραίτητο για τους λόγους που εκτίθενται στο άρθρο [52, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ].

2.   Η παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή η παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών επιτρέπεται, με την επιφύλαξη […] των δικαιωμάτων χρήσης που αναφέρονται στο άρθρο 5, μόνον έπειτα από χορήγηση γενικής άδειας. Είναι δυνατόν να απαιτηθεί από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση η υποβολή κοινοποίησης, αλλά δεν προϋποτίθεται η έκδοση ρητής απόφασης ή άλλης διοικητικής πράξης από την εθνική κανονιστική αρχή, πριν από την άσκηση των εκ της αδείας δικαιωμάτων. Μετά την κοινοποίηση, εφόσον απαιτείται, μια επιχείρηση δύναται να εκκινήσει δραστηριότητα, ενδεχομένως με την επιφύλαξη των άρθρων 5, 6 και 7 σχετικά με τα δικαιώματα χρήσης.

[…]»

5.

Το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και αριθμών», ορίζει στην παράγραφο 2 τα εξής:

«Όταν είναι απαραίτητη η χορήγηση ατομικών δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και αριθμών, τα κράτη μέλη χορηγούν τα δικαιώματα αυτά, κατόπιν αιτήματος, σε κάθε επιχείρηση για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών βάσει της γενικής άδειας κατά το άρθρο 3, με την επιφύλαξη των άρθρων 6 και 7 και του άρθρου 11 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της παρούσας οδηγίας και των άλλων κανόνων που διασφαλίζουν την αποδοτική χρήση των εν λόγω πόρων σύμφωνα με την [οδηγία-πλαίσιο].

Με την επιφύλαξη ειδικών κριτηρίων που ορίζονται εκ των προτέρων από τα κράτη μέλη για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων σε παρόχους υπηρεσιών περιεχομένου ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών προς επίτευξη στόχων γενικού συμφέροντος σύμφωνα με την [ενωσιακή] νομοθεσία, τα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και αριθμών χορηγούνται μέσω ανοικτών, αντικειμενικών, διαφανών, αμερόληπτων και αναλογικών διαδικασιών και, στην περίπτωση των ραδιοσυχνοτήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 της [οδηγίας-πλαισίου]. Μια εξαίρεση από την απαίτηση για ανοικτές διαδικασίες θα μπορούσε να ισχύει στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων σε φορείς παροχής υπηρεσιών περιεχομένου ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών είναι απαραίτητη για την επίτευξη στόχου γενικού συμφέροντος όπως ορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τη [ενωσιακή] νομοθεσία.

[…]»

6.

Το άρθρο 7 της ίδιας οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Διαδικασία για τον περιορισμό του αριθμού των προς παροχή δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων», προβλέπει στην παράγραφο 3 τα εξής:

«Εάν απαιτείται περιορισμός της παροχής δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων, τα κράτη μέλη παρέχουν τα εν λόγω δικαιώματα βάσει αντικειμενικών, διαφανών, αμερόληπτων και αναλογικών κριτηρίων επιλογής. Όλα τα εν λόγω κριτήρια επιλογής πρέπει να σταθμίζουν δεόντως την επίτευξη των στόχων του άρθρου 8 της [οδηγίας-πλαισίου] και των απαιτήσεων του άρθρου 9 της εν λόγω οδηγίας.»

7.

Το άρθρο 14 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Τροποποίηση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων», ορίζει τα εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα δικαιώματα, οι όροι και οι διαδικασίες που αφορούν γενικές άδειες και δικαιώματα χρήσης ή δικαιώματα για εγκατάσταση ευκολιών μπορούν να τροποποιηθούν μόνο σε αντικειμενικά αιτιολογημένες περιπτώσεις και κατά αναλογικό τρόπο, συνεκτιμώντας, κατά περίπτωση, τις ειδικές συνθήκες που ισχύουν για μεταβιβάσιμα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων. […]

2.   Τα κράτη μέλη δεν περιορίζουν ούτε καταργούν δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών ή δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων πριν από τη λήξη της χρονικής περιόδου για την οποία αυτά έχουν χορηγηθεί, εκτός αιτιολογημένων περιπτώσεων και, κατά περίπτωση, σύμφωνα με το παράρτημα και τις σχετικές εθνικές διατάξεις όσον αφορά την παροχή αντισταθμιστικού ανταλλάγματος λόγω ανακλήσεως δικαιώματος.»

Η οδηγία-πλαίσιο

8.

Το άρθρο 3 της οδηγίας-πλαισίου, με τίτλο «Εθνικές [ρυθμιστικές] αρχές» ( 7 ), έχει ως εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι καθένα από τα καθήκοντα που ανατίθενται στις [ΕΡΑ] βάσει της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών αναλαμβάνεται από αρμόδιο φορέα.

2.   Τα κράτη μέλη εγγυώνται την ανεξαρτησία των [ΕΡΑ,] ότι οι [ΕΡΑ] είναι νομικά διακριτές και λειτουργικά ανεξάρτητες από όλους τους οργανισμούς παροχής δικτύων, εξοπλισμού ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Τα κράτη μέλη τα οποία διατηρούν την κυριότητα ή τον έλεγχο επιχειρήσεων παροχής δικτύων ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εξασφαλίζουν τον αποτελεσματικό διαρθρωτικό διαχωρισμό της κανονιστικής λειτουργίας από τις δραστηριότητες που έχουν σχέση με την κυριότητα ή τον έλεγχο.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την αμεροληψία, τη διαφάνεια και την έγκαιρη δράση των [ΕΡΑ] κατά την άσκηση των εξουσιών τους. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι [ΕΡΑ] να διαθέτουν επαρκείς χρηματοδοτικούς και ανθρώπινους πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί.

3α.   Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 4 και 5, οι [ΕΡΑ] που είναι υπεύθυνες για την εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση των αγορών […] ενεργούν ανεξάρτητα και δεν ζητούν ούτε λαμβάνουν οδηγίες από κανέναν άλλον φορέα σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών που τους έχουν ανατεθεί βάσει εθνικών νομοθετικών ρυθμίσεων που υλοποιούν την [ενωσιακή] νομοθεσία. Αυτό δεν εμποδίζει την επιτήρηση σύμφωνα με το εθνικό συνταγματικό δίκαιο. Εξουσία αναστολής ή ακύρωσης αποφάσεων των [ΕΡΑ] διαθέτουν αποκλειστικά τα όργανα προσφυγής που έχουν συγκροτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 4.

[…]» ( 8 ).

9.

Το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας-πλαισίου, με τίτλο «Δικαίωμα προσφυγής», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την ύπαρξη αποτελεσματικών μηχανισμών σε εθνικό επίπεδο, βάσει των οποίων κάθε χρήστης ή επιχείρηση που παρέχει δίκτυα ή/και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχει, όταν θίγεται από απόφαση εθνικής ρυθμιστικής αρχής, δικαίωμα προσφυγής κατά της αποφάσεως ενώπιον οργάνου προσφυγής ανεξάρτητου από τους διαδίκους. Το εν λόγω όργανο προσφυγής, το οποίο μπορεί να είναι δικαστήριο, διαθέτει την απαιτούμενη εμπειρία για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων του. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπόθεσης και ότι υπάρχει πραγματικός μηχανισμός προσφυγής.

Έως την ολοκλήρωση της προσφυγής ισχύει η απόφαση της εθνικής ρυθμιστικής αρχής, εκτός εάν ληφθούν προσωρινά μέτρα σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.»

10.

Το άρθρο 8 της οδηγίας-πλαισίου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Στόχοι πολιτικής και κανονιστικές αρχές», ορίζει τα εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, κατά την άσκηση των κανονιστικών καθηκόντων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και τις ειδικές οδηγίες, οι [ΕΡΑ] λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο που στοχεύει στην επίτευξη των στόχων των παραγράφων 2, 3 και 4. Τα εν λόγω μέτρα είναι ανάλογα προς τους στόχους αυτούς.

[…]

2.   Οι [ΕΡΑ] προάγουν τον ανταγωνισμό στην παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών ευκολιών και υπηρεσιών […]

3.   Οι [EΡA] συμβάλλουν στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς […]

4.   Οι [ΕΡΑ] προάγουν τα συμφέροντα των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης […]».

11.

Το άρθρο 9 της οδηγίας-πλαισίου, το οποίο επιγράφεται «Διαχείριση ραδιοφάσματος για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τους το γεγονός ότι οι ραδιοσυχνότητες αποτελούν δημόσιο αγαθό με σημαντική κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική αξία, εξασφαλίζουν την ουσιαστική διαχείριση των ραδιοσυχνοτήτων για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην επικράτειά τους σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 8α. Εξασφαλίζουν ότι η κατανομή του ραδιοφάσματος που χρησιμοποιείται για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και η χορήγηση γενικών αδειών ή μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων αυτών από τις αρμόδιες εθνικές αρχές βασίζονται σε αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά κριτήρια.

Εφαρμόζοντας το παρόν άρθρο, τα κράτη μέλη τηρούν τις σχετικές διεθνείς συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένων των κανονισμών της [Διεθνούς Ενώσεως Τηλεπικοινωνιών (ITU)], και μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τους στόχους δημόσιας ασφάλειας.»

Η οδηγία για τον ανταγωνισμό

12.

Το άρθρο 2 της οδηγίας για τον ανταγωνισμό, με τίτλο «Αποκλειστικά και ειδικά δικαιώματα για δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών», ορίζει τα εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη δεν χορηγούν ή διατηρούν σε ισχύ αποκλειστικά ή ειδικά δικαιώματα για τη δημιουργία ή/και τη λειτουργία δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή για την παροχή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

2.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίσουν σε κάθε επιχείρηση το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή εγκατάστασης ή επέκτασης ή λειτουργίας δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

3.   Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε να μην επιβάλλονται ή να μη διατηρούνται περιορισμοί όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που έχουν εγκαταστήσει οι φορείς παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μέσω υποδομών που διαθέτουν τρίτοι ή μέσω κοινών δικτύων, άλλων εγκαταστάσεων ή θέσεων, με την επιφύλαξη των διατάξεων [της οδηγίας 2002/19/ΕΚ ( 9 ), της οδηγίας για την αδειοδότηση, της οδηγίας-πλαισίου και της οδηγίας 2002/22/ΕΚ ( 10 )].

4.   Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε η γενική άδεια που έχει χορηγηθεί σε μια επιχείρηση για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή για την εγκατάσταση ή/και τη λειτουργία δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών καθώς και οι όροι χορήγησής της να βασίζονται σε αντικειμενικά, αμερόληπτα, αναλογικά και διαφανή κριτήρια.

5.   Οποιαδήποτε απόφαση, η οποία λαμβάνεται με βάση τους λόγους που καθορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 της οδηγίας [για την αδειοδότηση], και εμποδίζει κάποια επιχείρηση να διαθέτει υπηρεσίες ή δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρέπει να είναι αιτιολογημένη.

Όποιος πιστεύει ότι έχει αδικηθεί θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα προσβολής αυτής της απόφασης ενώπιον οργάνου, ανεξάρτητου από τα εμπλεκόμενα μέρη, ή τελικά ενώπιον δικαστηρίου.»

13.

Το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Δικαιώματα χρήσης συχνοτήτων», ορίζει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη των ειδικών κριτηρίων και διαδικασιών που θέσπισαν τα κράτη μέλη για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων σε φορείς παροχής υπηρεσιών μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικού περιεχομένου προκειμένου να επιτευχθούν στόχοι γενικού συμφέροντος σύμφωνα με το […] δίκαιο [της Ένωσης]:

1.

Τα κράτη μέλη δεν χορηγούν αποκλειστικά ή ειδικά δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

2.

Η εκχώρηση ραδιοσυχνοτήτων για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών βασίζεται σε αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά κριτήρια.»

Η απόφαση 2017/899

14.

Η απόφαση 2017/899 ρυθμίζει τη χρήση της ζώνης συχνοτήτων 700 MHz. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της εν λόγω απόφασης:

«Έως τις 30 Ιουνίου 2020 τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη χρήση της ζώνης συχνοτήτων των [700 MHz] για επίγεια συστήματα παροχής υπηρεσιών ασύρματων ευρυζωνικών ηλεκτρονικών επικοινωνιών […].

Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να καθυστερήσουν να επιτρέψουν τη χρήση της ζώνης συχνοτήτων των 700 MHz για έως και δύο έτη, για έναν ή περισσότερους από τους δεόντως τεκμηριωμένους λόγους που παρατίθενται στο παράρτημα της παρούσας απόφασης. […] Εφόσον είναι απαραίτητο, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τη διαδικασία αδειοδότησης ή τροποποιούν σχετικά υφιστάμενα δικαιώματα χρήσης του ραδιοφάσματος σύμφωνα με την οδηγία [για την αδειοδότηση] ώστε να επιτρέπουν την εν λόγω χρήση.

[…]»

15.

Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της εν λόγω απόφασης έχει ως εξής:

«Το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο έως την 30ή Ιουνίου 2018, τα κράτη μέλη εκδίδουν και δημοσιεύουν εθνικό σχέδιο και χρονοδιάγραμμα (“εθνικός χάρτης πορείας”), που περιλαμβάνουν λεπτομερή μέτρα για να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει των άρθρων 1 έως 4. Τα κράτη μέλη καταρτίζουν τους εθνικούς αυτούς χάρτες πορείας τους αφού διαβουλευτούν με όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς.»

Το ιταλικό δίκαιο

16.

Οι επίμαχες στις υποθέσεις των κύριων δικών διατάξεις θεσπίστηκαν με το άρθρο 1, παράγραφοι 1030 έως 1037, του νόμου 205/2017 ( 11 ).

17.

Το άρθρο 1, παράγραφος 1031, του εν λόγω νόμου ορίζει τα εξής:

«Σύμφωνα με τους στόχους της ευρωπαϊκής και εθνικής πολιτικής στον οπτικοακουστικό τομέα για κοινωνική συνοχή, πολυφωνία των μέσων επικοινωνίας και πολιτισμική πολυμορφία και με σκοπό την αποτελεσματικότερη διαχείριση του φάσματος με τη χρήση των πλέον προηγμένων τεχνολογιών, όλες οι συχνότητες που παραχωρούνται σε εθνικό και τοπικό επίπεδο για την υπηρεσία επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης και κατανέμονται στη ζώνη VHF-III και στη ζώνη 470-694 MHz αποδεσμεύονται βάσει του χρονοδιαγράμματος της παραγράφου 1032. Για τους ίδιους σκοπούς που μνημονεύονται στην προηγούμενη περίοδο, τα δικαιώματα χρήσης των συχνοτήτων που κατέχουν, κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, οι φορείς εκμετάλλευσης εθνικών δικτύων μετατρέπονται σε δικαιώματα χρήσης δυναμικότητας μετάδοσης σε πολυπλέκτες εθνικής εμβέλειας της νέας τεχνολογίας DVB‑T2, βάσει των κριτηρίων που η [AGCOM] καθορίζει έως την 31η Μαρτίου 2019 για σκοπούς παραχώρησης των δικαιωμάτων χρήσης των συχνοτήτων. Έως την 31η Μαρτίου 2019 η [AGCOM] καθορίζει τα κριτήρια για την παραχώρηση, σε εθνικό επίπεδο, στους φορείς εκμετάλλευσης εθνικών δικτύων των δικαιωμάτων χρήσης των συχνοτήτων που μνημονεύονται στο σχέδιο της παραγράφου 1030 για την υπηρεσία επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη διασφάλισης του περιορισμού του ενδεχόμενου κόστους μετατροπής και δημιουργίας των δικτύων, μείωσης των χρόνων της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται στην παράγραφο 1032 και ελαχιστοποίησης του κόστους και των συνεπειών για τους τελικούς χρήστες. Έως την 30ή Ιουνίου 2019 το [Ministero dello sviluppo economico (Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης, Ιταλία) παραχωρεί τα δικαιώματα χρήσης των συχνοτήτων που μνημονεύονται στην τρίτη περίοδο σε φορείς εκμετάλλευσης εθνικών δικτύων βάσει των κριτηρίων που καθορίζει η [AGCOM] στην ίδια τρίτη περίοδο. […]»

18.

Το άρθρο 1, παράγραφος 1031 bis, του εν λόγω νόμου προβλέπει τα εξής:

«Η παραχώρηση, στους φορείς εκμετάλλευσης εθνικών δικτύων και στον φορέα της ραδιοτηλεοπτικής και πολυμεσικής δημόσιας υπηρεσίας, της επιπλέον δυναμικότητας μετάδοσης που είναι διαθέσιμη σε εθνικό επίπεδο και των επίγειων συχνοτήτων, επιπλέον εκείνων που προορίζονται για τη μετατροπή των δικαιωμάτων χρήσης που μνημονεύονται στην παράγραφο 1031 και περιλαμβάνονται στον σχεδιασμό της [AGCOM] στο πλαίσιο του [εθνικού προγράμματος διανομής συχνοτήτων], για την υπηρεσία επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης, πραγματοποιείται με διαδικασία επιλογής μέσω δημοπρασίας, χωρίς υποβολή περαιτέρω ανταγωνιστικών προσφορών, την οποία το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης προκηρύσσει έως την 30ή Νοεμβρίου 2019, κατ’ εφαρμογήν των διαδικασιών που η [AGCOM] θεσπίζει έως την 30ή Σεπτεμβρίου 2019 […], βάσει των ακόλουθων αρχών και κριτηρίων: a) παραχώρηση της δυναμικότητας μετάδοσης και των συχνοτήτων βάσει μεριδίων ίσων με το ήμισυ ενός πολυπλέκτη· b) καθορισμός ελάχιστης αξίας των προσφορών βάσει των αξιών της αγοράς που έχει προσδιορίσει η [AGCOM]· c) εξέταση της αξίας των υποβληθεισών οικονομικών προσφορών· d) διασφάλιση της συνέχειας της υπηρεσίας, της ταχύτητας της τεχνολογικής μετάβασης, καθώς και της ποιότητας των τεχνολογικών υποδομών που τίθενται στη διάθεση των φορέων εκμετάλλευσης εθνικών δικτύων οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον τομέα, περιλαμβανομένου του φορέα της ραδιοτηλεοπτικής και πολυμεσικής δημόσιας υπηρεσίας· e) αξιοποίηση της αποκτηθείσας πείρας των φορέων εκμετάλλευσης εθνικών δικτύων στον τομέα, ειδικότερα σε σχέση με τη δημιουργία δικτύων ψηφιακής ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης· f) αξιοποίηση της διαρθρωτικής ικανότητας διασφάλισης της αποδοτικότητας του φάσματος, των επαγγελματικών δεξιοτήτων και της αποκτηθείσας πείρας στον τομέα, της τεχνολογικής καινοτομίας και της βέλτιστης, αποτελεσματικής και ταχείας εκμετάλλευσης της δυναμικότητας μετάδοσης και των επιπλέον συχνοτήτων· g) διασφάλιση της καλύτερης εκμετάλλευσης του φάσματος, λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα μετάδοση περιεχομένων καλής ποιότητας με τεχνολογία επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης στο κατά το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του ιταλικού πληθυσμού. […]»

19.

Το άρθρο 1, παράγραφος 1037, του ίδιου νόμου ορίζει τα εξής:

«Οι διαφορές σχετικά με την παραχώρηση δικαιωμάτων χρήσης των συχνοτήτων, τις διαγωνιστικές και άλλες διαδικασίες των παραγράφων 1026 έως 1036, και ειδικότερα τις διαδικασίες αποδέσμευσης των συχνοτήτων για την υπηρεσία επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης, υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων […]. Λόγω του υπέρτερου εθνικού συμφέροντος για ταχεία αποδέσμευση και παραχώρηση των συχνοτήτων, η ακύρωση πράξεων και αποφάσεων που εκδίδονται στο πλαίσιο των διαδικασιών των παραγράφων 1026 έως 1036 δεν συνεπάγεται επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ή αυτούσια αποκατάσταση, τυχόν δε οφειλόμενη αποζημίωση καταβάλλεται μόνον σε χρήμα. Η προσωρινή προστασία περιορίζεται στην καταβολή προσωρινής αποζημίωσης.»

Οι διαφορές των κύριων δικών, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

20.

Οι εκκαλούσες των κύριων δικών, ήτοι οι Cairo Network Srl, Europa Way Srl και Persidera SpA, είναι εταιρίες οι οποίες εκμεταλλεύονται δίκτυα επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης και ήταν κάτοχοι δυναμικότητας μετάδοσης DVB‑T μέσω πολυπλεκτών ( 12 ).

21.

Στο πλαίσιο της ανακατανομής των συχνοτήτων ( 13 ), ο Ιταλός νομοθέτης ανέθεσε στην AGCOM την αρμοδιότητα να εγκρίνει νέο εθνικό πρόγραμμα διανομής των συχνοτήτων που προορίζονται για την υπηρεσία επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης και να καθορίσει τα κριτήρια μετατροπής των δικαιωμάτων μετάδοσης (στο εξής: κριτήρια μετατροπής), καθώς και να παραχωρήσει τα δικαιώματα χρήσης της επιπλέον δυναμικότητας μετάδοσης μέσω δημοπρασίας, χωρίς υποβολή περαιτέρω ανταγωνιστικών προσφορών, βάσει ορισμένων αρχών και κριτηρίων ( 14 ).

22.

Ασκώντας την αρμοδιότητα αυτή, η AGCOM εξέδωσε, πρώτον, την απόφαση υπ’ αριθ. 39/19/CONS, με την οποία κατάρτισε νέο εθνικό πρόγραμμα διανομής των συχνοτήτων που προορίζονται για την επίγεια ψηφιακή τηλεόραση ( 15 ) · δεύτερον, την απόφαση υπ’ αριθ. 129/19/CONS, με την οποία η AGCOM, αφενός, καθόρισε τα κριτήρια μετατροπής ( 16 ) και, αφετέρου, προέβλεψε την παραχώρηση των δικαιωμάτων χρήσης της επιπλέον δυναμικότητας μετάδοσης· και, τρίτον, την απόφαση υπ’ αριθ. 562/20/CONS, με την οποία η AGCOM καθόρισε τις λεπτομέρειες της διαδικασίας επιλογής μέσω δημοπρασίας για την παραχώρηση των δικαιωμάτων χρήσης της επιπλέον δυναμικότητας μετάδοσης (στο εξής: διαδικασία παραχώρησης), διαδικασία η οποία δρομολογήθηκε τελικώς με την απόφαση υπ’ αριθ. 564/20/CONS.

23.

Στο πλαίσιο αυτό, οι εκκαλούσες των κύριων δικών έλαβαν δικαιώματα χρήσης της δυναμικότητας μετάδοσης στους εθνικούς πολυπλέκτες τεχνολογίας DVB‑T2 κατ’ εφαρμογήν των κριτηρίων μετατροπής ( 17 ) και απέκτησαν δικαιώματα χρήσης της επιπλέον δυναμικότητας μετάδοσης κατόπιν διαδικασίας παραχώρησης ( 18 ). Παρά ταύτα, οι εκκαλούσες των κύριων δικών άσκησαν ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (διοικητικού πρωτοδικείου Περιφέρειας Λατίου, Ιταλία) προσφυγές ακυρώσεως κατά πλειόνων πράξεων που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της ανωτέρω διαδικασίας και, μετά την απόρριψη των εν λόγω προσφυγών, άσκησαν έφεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ήτοι του Consiglio di Stato (Συμβουλίου της Επικρατείας, Ιταλία).

24.

Ενόψει της εκδίκασης των ένδικων διαφορών που υποβλήθηκαν στην κρίση του, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι βρίσκεται αντιμέτωπο με πλείονα ζητήματα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης σε σχέση με την εθνική νομοθεσία η οποία, κατ’ ουσίαν, περιορίζει τη δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ή την αυτούσια αποκατάσταση σε περίπτωση άσκησης μέσου ένδικης προστασίας, θίγει την ανεξαρτησία της AGCOM, περιάγει τις εκκαλούσες της κύριας δίκης σε μειονεκτική θέση, δεν λαμβάνει υπόψη την ιστορική εξέλιξη του ιταλικού οπτικοακουστικού τομέα και παραβιάζει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης όσον αφορά την Cairo Network, η οποία φέρεται ότι είχε αποκτήσει στο παρελθόν τα δικαιώματα χρήσης στο πλαίσιο διαδικασίας επιλογής μέσω δημοπρασίας.

25.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο, στην υπόθεση C‑764/23, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, στο άρθρο 6 και στο άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του [Χάρτη], στο άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της [οδηγίας-πλαισίου] και στο άρθρο 31 [του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (στο εξής: ΕΚΗΕ) ( 19 )], εθνική νομοθεσία, όπως η θεσπισθείσα στην ιταλική έννομη τάξη [άρθρο 1, παράγραφος 1037, του Legge n. 205/2017 (νόμου 205/2017)], η οποία, σε περίπτωση εμπίπτουσα στο δίκαιο της Ένωσης, περιορίζει τα αποτελέσματα των προσφυγών ακυρώσεως, αποκλείοντας την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ή την αυτούσια αποκατάσταση, και περιορίζει την προσωρινή προστασία στην καταβολή προσωρινής αποζημίωσης, με αποτέλεσμα να θίγεται η αποτελεσματική δικαστική προστασία;

2)

Αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, στο άρθρο 3, παράγραφοι 3 και 3α, και στα άρθρα 8 και 9 της [οδηγίας-πλαισίου] […], καθώς και στα άρθρα 5, 6, 8, 9 και 45 [του ΕΚΗΕ], σύστημα όπως αυτό που θέσπισε η Ιταλική Δημοκρατία με το άρθρο 1, παράγραφος 1031 bis, του Legge di Bilancio 2018 (νόμου περί προϋπολογισμού του 2018), όπως θεσπίστηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 1105, του Legge di Bilancio 2019 (νόμου περί προϋπολογισμού του 2019), το οποίο στερεί από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή τις ρυθμιστικές αρμοδιότητές της (ή, εν πάση περιπτώσει, περιορίζει σημαντικά τις εν λόγω αρμοδιότητες), στο μέτρο που προβλέπει την παραχώρηση επιπλέον δυναμικότητας μετάδοσης με διαδικασία επιλογής μέσω δημοπρασίας, με ανάθεση στην υψηλότερη οικονομική προσφορά και με τη συμμετοχή των κατεστημένων φορέων εκμετάλλευσης;

3)

Αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, στα άρθρα 8 και 9 της [οδηγίας-πλαισίου], στα άρθρα 3, 5, 7 και 14 της [οδηγίας για την αδειοδότηση], στα άρθρα 2 και 4 της οδηγίας [για τον ανταγωνισμό] και στις αιτιολογικές σκέψεις 11 και 20 της απόφασης [2017/899] και παραβιάζει τις αρχές της ισότητας, της απαγόρευσης των διακρίσεων, της προστασίας του ανταγωνισμού και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, σύστημα όπως αυτό που θεσπίστηκε με τη σχετική εθνική νομοθεσία [άρθρο 1, παράγραφοι 1030, 1031, 1031 bis, 1031 ter και 1032, του Legge n. 205/2017 (νόμου 205/2017)], καθώς και με τις αποφάσεις υπ’ αριθ. 39/19/CONS, υπ’ αριθ. 128/19/CONS και υπ’ αριθ. 564/2020/CONS της [AGCOM] και τις σχετικές αποφάσεις παραχώρησης των δικαιωμάτων χρήσης των συχνοτήτων για την υπηρεσία ψηφιακής τηλεόρασης, το οποίο, για τη μετατροπή “των δικαιωμάτων χρήσης των συχνοτήτων” σε “δικαιώματα χρήσης της δυναμικότητας μετάδοσης”, δεν προβλέπει μετατροπή βάσει ισοδυναμίας αλλά την παραχώρηση μέρους της δυναμικότητας με διαδικασία επιλογής μέσω δημοπρασίας, υποχρεώνοντας τον φορέα εκμετάλλευσης να υποβληθεί σε επιπλέον έξοδα προκειμένου να διασφαλίσει τη διατήρηση των δικαιωμάτων που απέκτησε νομίμως με την πάροδο του χρόνου;

4)

Αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, στα άρθρα 8 και 9 της [οδηγίας-πλαισίου], στα άρθρα 3, 5, 7 και 14 της [οδηγίας για την αδειοδότηση], στα άρθρα 2 και 4 της οδηγίας [για τον ανταγωνισμό] και στις αιτιολογικές σκέψεις 11 και 20 της απόφασης [2017/899] και παραβιάζει τις αρχές της ισότητας, της απαγόρευσης των διακρίσεων, της προστασίας του ανταγωνισμού και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και τις αρχές της αναλογικότητας και της καταλληλότητας, σύστημα όπως αυτό που θεσπίστηκε με τη σχετική εθνική νομοθεσία [άρθρο 1, παράγραφοι 1030, 1031, 1031 bis, 1031 ter και 1032, του Legge n. 205/2017 (νόμου 205/2017)], καθώς και με τις αποφάσεις υπ’ αριθ. 39/19/CONS, υπ’ αριθ. 128/19/CONS και υπ’ αριθ. 564/2020/CONS της AGCOM και τις σχετικές αποφάσεις παραχώρησης των δικαιωμάτων χρήσης των συχνοτήτων για την υπηρεσία ψηφιακής τηλεόρασης, το οποίο δεν προβλέπει μέτρα διαρθρωτικού χαρακτήρα για την εξάλειψη της υφιστάμενης άνισης μεταχείρισης, λαμβανομένων επίσης υπόψη των παρανομιών που διαπιστώθηκαν με την εθνική και υπερεθνική νομολογία, και δεν διαφοροποιεί τη θέση του φορέα εκμετάλλευσης που απέκτησε συχνότητα στο πλαίσιο ανταγωνιστικής διαδικασίας επιλογής μέσω δημοπρασίας προβλέπουσας δικαίωμα διατήρησης της εν λόγω συχνότητας, ή πρέπει, αντιθέτως, να γίνει δεκτό ότι τα μη διαρθρωτικά μέτρα που η AGCOM έλαβε έναντι κατεστημένων φορέων εκμετάλλευσης, οι οποίοι δεσπόζουν στην αγορά και διαθέτουν δίκτυα κατ’ υπέρβαση των ορίων που θέτουν οι κανόνες περί ανταγωνισμού, αποτελούν μέτρα κατάλληλα και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας;

5)

Αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, στα άρθρα 8 και 9 της [οδηγίας-πλαισίου], στα άρθρα 3, 5, 7 και 14 της [οδηγίας για την αδειοδότηση], στα άρθρα 2 και 4 της οδηγίας [για τον ανταγωνισμό] και στις αιτιολογικές σκέψεις 11 και 20 της απόφασης [2017/899] και παραβιάζει τις αρχές της ισότητας, της απαγόρευσης των διακρίσεων, της προστασίας του ανταγωνισμού και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και τις αρχές της αναλογικότητας και της καταλληλότητας, σύστημα όπως αυτό που θεσπίστηκε με τη σχετική εθνική νομοθεσία [άρθρο 1, παράγραφοι 1030, 1031, 1031 bis, 1031 ter και 1032, του Legge n. 205/2017 (νόμου 205/2017)], καθώς και με τις αποφάσεις υπ’ αριθ. 39/19/CONS, υπ’ αριθ. 128/19/CONS και υπ’ αριθ. 564/2020/CONS της AGCOM και τις σχετικές αποφάσεις παραχώρησης των δικαιωμάτων χρήσης των συχνοτήτων για την υπηρεσία ψηφιακής τηλεόρασης, το οποίο δεν λαμβάνει υπόψη τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη φορέα εκμετάλλευσης ο οποίος απέκτησε δικαίωμα χρήσης των συχνοτήτων στο πλαίσιο ανταγωνιστικής διαδικασίας επιλογής μέσω δημοπρασίας, στην οποία προβλεπόταν ρητώς δικαίωμα σε συχνότητα ανάλογης κάλυψης, με διάρκεια ισοδύναμη με το δικαίωμα χρήσης;»

26.

Το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε επίσης να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο, στην υπόθεση C‑765/23, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα αντίστοιχα με το πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑764/23, και, στην υπόθεση C‑766/23, τρία προδικαστικά ερωτήματα, τα δύο εκ των οποίων είναι αντίστοιχα με το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑764/23, το δε τρίτο προδικαστικό ερώτημα έχει διατύπωση παρόμοια με εκείνη του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος στις εν λόγω υποθέσεις ( 20 ).

27.

Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν στο Δικαστήριο οι Cairo Network, Europa Way, Persidera, Elettronica Industriale και Mediaset SpA, η RAI, η Ιταλική και η Κροατική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Ανάλυση

28.

Τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο μπορούν κατ’ ουσίαν να διαιρεθούν σε τρεις κατηγορίες:

η πρώτη αφορά ενδεχόμενη παραβίαση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (πρώτο προδικαστικό ερώτημα στις υποθέσεις C‑764/23 και C‑765/23)·

η δεύτερη αφορά ενδεχόμενη παραβίαση των αποκλειστικών αρμοδιοτήτων της AGCOM (δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στις υποθέσεις C‑764/23 και C‑765/23 και πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑766/23)·

η τρίτη αφορά, κατ’ ουσίαν, ενδεχόμενη ασυμβατότητα της διαδικασίας ανακατανομής των συχνοτήτων με το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών όσον αφορά, πρώτον, τη μη μετατροπή βάσει ισοδυναμίας (τρίτο προδικαστικό ερώτημα στις υποθέσεις C‑764/23 και C‑765/23 και δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑766/23), δεύτερον, την απουσία διαρθρωτικών μέτρων για την αντιστάθμιση των παρανομιών που απορρέουν από την εξέλιξη του ιταλικού οπτικοακουστικού τομέα (τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στις υποθέσεις C‑764/23 και C‑765/23 και τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑766/23) και, τρίτον, την παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης όσον αφορά τη διατήρηση των δικαιωμάτων χρήσης που αποκτήθηκαν στο παρελθόν στο πλαίσιο διαδικασίας επιλογής μέσω δημοπρασίας ( 21 ) (πέμπτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑764/23) ( 22 ).

Επί της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο των προσφυγών που αφορούν την ανακατανομή των συχνοτήτων

29.

Με την πρώτη ομάδα προδικαστικών ερωτημάτων, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το δίκαιο της Ένωσης ( 23 ) έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία ( 24 ) η οποία, αφενός, περιορίζει τα αποτελέσματα των προσφυγών κατά των πράξεων που αφορούν την παραχώρηση των συχνοτήτων στο πλαίσιο της ανακατανομής των συχνοτήτων στην επιδίκαση χρηματικής αποζημίωσης και, αφετέρου, περιορίζει την προσωρινή προστασία στην καταβολή προσωρινής αποζημίωσης, εμποδίζοντας την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ή την αυτούσια αποκατάσταση, με συνέπεια να θίγεται η αποτελεσματική δικαστική προστασία.

30.

Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου επιτάσσει, μεταξύ άλλων, τη θέσπιση σε εθνικό επίπεδο αποτελεσματικών μηχανισμών, βάσει των οποίων κάθε χρήστης ή επιχείρηση που παρέχει δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχει, όταν θίγεται από απόφαση ΕΡΑ, δικαίωμα προσφυγής κατά της απόφασης ενώπιον ανεξάρτητου οργάνου προσφυγής, το οποίο διαθέτει τις προσήκουσες αρμοδιότητες για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων του. Συναφώς, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπόθεσης και ότι υπάρχει αποτελεσματικός μηχανισμός προσφυγής. Το παρόν προδικαστικό ερώτημα ( 25 ) πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της ως άνω διάταξης, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, χωρίς να είναι αναγκαίο, υπό τις συνθήκες της υποθέσεως, η εκτίμηση να επεκταθεί στις λοιπές διατάξεις που μνημόνευσε το αιτούν δικαστήριο, όπως το άρθρο 6 και το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ ( 26 ).

31.

Τούτου λεχθέντος, επισημαίνω ότι το άρθρο 4 της οδηγίας-πλαισίου δεν καθορίζει τα συγκεκριμένα μέτρα τα οποία πρέπει να έχει τη δυνατότητα να λάβει το αρμόδιο δικαστήριο στο πλαίσιο τέτοιας προσφυγής ( 27 ). Επομένως, ελλείψει ρύθμισης της Ένωσης, απόκειται, κατ’ αρχήν, στα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της δικονομικής αυτονομίας τους και υπό την επιφύλαξη των απαιτήσεων που απορρέουν από τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, να προβλέψουν τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες που έχουν εφαρμογή σε προσφυγές όπως αυτές των κύριων δικών ( 28 ).

32.

Μολονότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, η αρχή της ισοδυναμίας δεν δημιουργεί σημαντικές δυσχέρειες, δεδομένου ότι, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, οι κρίσιμες εθνικές διατάξεις εφαρμόζονται χωρίς διαφοροποίηση τόσο στις προσφυγές που βασίζονται στο εθνικό δίκαιο όσο και στις προσφυγές που βασίζονται στο δίκαιο της Ένωσης, δεν ισχύει το ίδιο όσον αφορά την εφαρμογή της αρχής της αποτελεσματικότητας ( 29 ).

33.

Συναφώς, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο αναγνωρίζει, κατ’ αρχήν, στα κράτη μέλη το δικαίωμα να καθορίζουν ελεύθερα τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες τους και, κατά συνέπεια, το δικαίωμα να μην παρέχουν άμεση προστασία αλλά μόνον προστασία υπό μορφή αποζημίωσης ( 30 ). Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι εθνικό δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης της ΕΡΑ πρέπει να μπορεί να την ακυρώσει αναδρομικώς, εάν κρίνει ότι τούτο είναι απαραίτητο για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων της επιχείρησης η οποία άσκησε την προσφυγή ( 31 ).

34.

Εν προκειμένω, όσον αφορά, κατά πρώτον, την έλλειψη δυνατότητας του εθνικού δικαστηρίου να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ή την αυτούσια επανόρθωση των παρανομιών που διαπιστώθηκαν, είναι αληθές ότι, σε περίπτωση παράνομης παραχώρησης των δικαιωμάτων χρήσης των συχνοτήτων, η επιδίκαση αποζημίωσης και μόνον θα μπορούσε να μην είναι ικανοποιητική για τον ενδιαφερόμενο, δεδομένου ότι η παρανομία θα συνεχιζόταν και θα θίγονταν οι σκοποί της προστασίας του ανταγωνισμού, της πολυφωνίας ή της συνέχειας των υπηρεσιών επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης ( 32 ). Τούτου λεχθέντος, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στο πλαίσιο της διάθεσης της ζώνης συχνοτήτων των 700 MHz, διορθωτικά μέτρα όπως η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ή η αυτούσια αποκατάσταση δεν είναι εύκολο, από τεχνικής απόψεως, να προβλεφθούν, μπορεί δε ακόμη και να παραβιάζουν την απόφαση 2017/899 ( 33 ), με συνέπεια τη δημιουργία προβλημάτων στη λειτουργία του δικτύου 5G και, ενδεχομένως, την πρόκληση παρεμβολών στα γειτονικά κράτη ( 34 ).

35.

Υπό τις συνθήκες αυτές, μολονότι δεν είναι κατ’ αρχήν επιθυμητό η εθνική νομοθεσία να επιβάλλει περιορισμούς στα εθνικά δικαστήρια όσον αφορά τα μέσα ένδικης προστασίας που έχουν στη διάθεσή τους οι ιδιώτες, εκτιμώ ότι ο περιορισμός των μέσων ένδικης προστασίας στα οικονομικά αντισταθμιστικά μέτρα δεν αρκεί αφ’ εαυτού για να στοιχειοθετηθεί παραβίαση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 47 του Χάρτη ( 35 ). Για να στοιχειοθετηθεί παραβίαση της αρχής αυτής, είναι αναγκαίο να καταδειχθεί ότι η απαγόρευση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ή αυτούσιας αποκατάστασης, λαμβανομένων υπόψη των δημόσιων συμφερόντων που διακυβεύονται (στα οποία αντιτάσσονται ιδιωτικά συμφέροντα), δεν καθιστά δυνατή την εφαρμογή αποτελεσματικού μηχανισμού προσφυγής, όπερ απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

36.

Εν πάση περιπτώσει, εάν το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι η επιδίκαση αποζημίωσης μπορεί να διασφαλίσει, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, τον σεβασμό του δικαιώματος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, η ενδεχόμενη αποζημίωση θα πρέπει να είναι σύμφωνη προς την αρχή της αποτελεσματικότητας και, επομένως, να καλύπτει το σύνολο της ζημίας που υπέστησαν οι ενδιαφερόμενοι, ώστε να επαναφέρει, τουλάχιστον από περιουσιακής απόψεως, την κατάσταση που θα υπήρχε χωρίς την παραβίαση του δικαίου της Ένωσης.

37.

Το ίδιο ισχύει, κατά δεύτερον, όσον αφορά τον περιορισμό της προσωρινής προστασίας στην καταβολή προσωρινής αποζημίωσης. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο εκτιμήσει ότι η χρηματική αποζημίωση δεν αρκεί για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των ενδιαφερομένων, είναι πρόδηλο ότι ο περιορισμός της προσωρινής προστασίας στην καταβολή προσωρινής αποζημίωσης δεν μπορεί να διασφαλίσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ή την αυτούσια αποκατάσταση και, επομένως, μπορεί να θίγει την πραγματική αποτελεσματικότητα των εν λόγω δικαιωμάτων ( 36 ). Αντιθέτως, σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι η χρηματική αποζημίωση αρκεί για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των ενδιαφερομένων, προσωρινή προστασία η οποία περιορίζεται στην καταβολή προσωρινής αποζημίωσης είναι επίσης κατάλληλη για τη διασφάλιση της εν λόγω προστασίας.

38.

Συμπερασματικά, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα στις υποθέσεις C‑764/23 και C‑765/23, ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία περιορίζει τα αποτελέσματα των προσφυγών κατά των πράξεων παραχώρησης συχνοτήτων κατά την ανακατανομή των συχνοτήτων στην επιδίκαση χρηματικής αποζημίωσης και η οποία περιορίζει την προσωρινή προστασία στην καταβολή προσωρινής αποζημίωσης, εφόσον η χορηγούμενη αποζημίωση μπορεί να καλύψει το σύνολο της ζημίας που υπέστησαν οι ενδιαφερόμενοι, ώστε να επαναφέρει, από περιουσιακής απόψεως, την κατάσταση που θα υπήρχε χωρίς την παραβίαση του δικαίου της Ένωσης.

Επί της παραβιάσεως των αποκλειστικών αρμοδιοτήτων της AGCOM

39.

Με τη δεύτερη ομάδα προδικαστικών ερωτημάτων, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το δίκαιο της Ένωσης ( 37 ) έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση ( 38 ) η οποία προβλέπει ότι η παραχώρηση επιπλέον δυναμικότητας μετάδοσης πρέπει να πραγματοποιηθεί με διαδικασία επιλογής μέσω δημοπρασίας, της οποίας τα γενικά χαρακτηριστικά καθορίζει η ίδια η ρύθμιση, θίγοντας με τον τρόπο αυτόν την ανεξαρτησία της AGCOM ως ΕΡΑ.

40.

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η οδηγία-πλαίσιο επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση σύστασης ανεξάρτητης και αμερόληπτης ΕΡΑ, στην οποία ανατίθενται, κατ’ ουσίαν, καθήκοντα ρύθμισης, επίλυσης διαφορών και επιβολής κυρώσεων.

41.

Όσον αφορά, κατά πρώτον, την έννοια της «ανεξαρτησίας», το άρθρο 3 της οδηγίας-πλαισίου προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι τα καθήκοντα που ανατίθενται στις ΕΡΑ αναλαμβάνονται από αρμόδιο φορέα και ότι οι ΕΡΑ ενεργούν ανεξάρτητα και δεν ζητούν ούτε λαμβάνουν οδηγίες από κανέναν άλλον φορέα σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών που τους έχουν ανατεθεί βάσει εθνικών νομοθετικών ρυθμίσεων που μεταφέρουν την ενωσιακή νομοθεσία, με τη διευκρίνιση, πάντως, ότι τούτο δεν εμποδίζει την εποπτεία σύμφωνα με το εθνικό συνταγματικό δίκαιο ( 39 ). Ωστόσο, η οδηγία-πλαίσιο δεν ορίζει την έννοια της «ανεξαρτησίας». Το Δικαστήριο, όμως, με τη νομολογία του σχετικά με τις ΕΡΑ στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς ενέργειας, έχει οριοθετήσει την εν λόγω έννοια ( 40 ), επισημαίνοντας, ιδίως, ότι η αποκλειστική αρμοδιότητα και η ανεξαρτησία των ΕΡΑ πρέπει να διασφαλίζονται επίσης έναντι του εθνικού νομοθέτη ( 41 ). Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει ότι οι αρμοδιότητες που ανατίθενται στις ΕΡΑ έχουν εκτελεστικό χαρακτήρα και ασκούνται βάσει εξειδικευμένης τεχνικής εκτίμησης των περιστάσεων, διευκρινίζοντας ότι, κατά την άσκηση των εν λόγω αρμοδιοτήτων, οι ΕΡΑ υπόκεινται σε αρχές και κανόνες που θεσπίζονται από εξίσου λεπτομερές κανονιστικό πλαίσιο σε επίπεδο Ένωσης, οι οποίοι περιορίζουν το περιθώριο εκτίμησής τους και τις εμποδίζουν να προβούν σε επιλογές πολιτικής φύσεως ( 42 ).

42.

Όσον αφορά, κατά δεύτερον, τα καθήκοντα που ανατίθενται στις ΕΡΑ, τα οποία μνημονεύονται στο κεφάλαιο III της οδηγίας-πλαισίου, το άρθρο 9, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας αναθέτει στις «αρμόδιες εθνικές αρχές» ( 43 ) την κατανομή του ραδιοφάσματος που χρησιμοποιείται για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τη χορήγηση γενικών αδειών ή μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων αυτών. Εντούτοις, κατά την εν λόγω διάταξη, τα κράτη μέλη οφείλουν να εξασφαλίζουν ότι η άσκηση των προμνησθέντων καθηκόντων βασίζεται σε αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά κριτήρια ( 44 ). Συναφώς, το Δικαστήριο, αφενός, έχει κρίνει ότι η οργάνωση διαδικασίας επιλογής για την παραχώρηση ψηφιακών ραδιοσυχνοτήτων εμπίπτει στην άσκηση κανονιστικών καθηκόντων, κατά την έννοια της οδηγίας-πλαισίου ( 45 ), και, αφετέρου, έχει διαπιστώσει ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν ελευθερία να επιλέξουν μεταξύ διαδικασιών ανταγωνιστικής ή συγκριτικής φύσεως, ανεξαρτήτως του δωρεάν ή μη χαρακτήρα τους ( 46 ).

43.

Συναφώς, μολονότι δεν θεωρώ ευχερή, βάσει των σχετικών διατάξεων της οδηγίας-πλαισίου, τον κατά περίπτωση διαχωρισμό των συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην ΕΡΑ κατ’ αποκλειστικότητα ( 47 ), από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει ωστόσο ότι η παρέμβαση του εθνικού νομοθέτη στον καθορισμό ορισμένων ζητημάτων των διαδικασιών παραχώρησης των δικαιωμάτων χρήσης δεν μπορεί μεν να αποκλειστεί, πλην όμως πρέπει να είναι σαφώς οριοθετημένη. Βεβαίως, τα κράτη μέλη, αφενός, μπορούν να θεσπίζουν τους κανόνες που τους παρέχουν τη δυνατότητα να επιδιώκουν, τηρουμένου του δικαίου της Ένωσης, τις πολιτικές τους όσον αφορά το ραδιοφάσμα και, αφετέρου, οφείλουν να θεσπίζουν κανόνες που καθιστούν δυνατή την εκπλήρωση, από τις ΕΡΑ, των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 8 της οδηγίας-πλαισίου. Αντιθέτως, τα κράτη μέλη δεν πρέπει να λαμβάνουν μέτρα τα οποία υπάγονται στην τεχνική αρμοδιότητα των ΕΡΑ ή θίγουν την αρμοδιότητα αυτή. Κατά τη γνώμη μου, ο περιορισμός αυτός απορρέει όχι μόνον από τις ειδικές διατάξεις που αναθέτουν ορισμένες αρμοδιότητες στις ΕΡΑ, αλλά και από τους σκοπούς και τις θεμελιώδεις αρχές της εν λόγω ρύθμισης, όπως είναι ο σκοπός της προαγωγής του ανταγωνισμού και η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων.

44.

Εν προκειμένω, βάσει της κατανομής των αρμοδιοτήτων που θέσπισε ο Ιταλός νομοθέτης, η μεν AGCOM ήταν αρμόδια να εγκρίνει νέο εθνικό πρόγραμμα διανομής των συχνοτήτων που προορίζονται για την υπηρεσία επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης και να καθορίσει κριτήρια μετατροπής, το δε Υπουργείο Επιχειρήσεων και Made in Italy ήταν υπεύθυνο να καταρτίσει τονοδικό χάρτη για την εφαρμογή της απόφασης 2017/899 ( 48 ) και να δρομολογήσει διαδικασία επιλογής μέσω δημοπρασίας, χωρίς υποβολή περαιτέρω ανταγωνιστικών προσφορών, για την παραχώρηση της εναπομένουσας δυναμικότητας μετάδοσης. Επιπλέον, στο μέτρο που έχει σημασία στις υπό κρίση υποθέσεις, ο ίδιος ο Ιταλός νομοθέτης προέβλεψε ότι η παραχώρηση της επιπλέον δυναμικότητας μετάδοσης «πραγματοποιείται με διαδικασία επιλογής μέσω δημοπρασίας» και περιέλαβε στα κριτήρια ανάθεσης στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας το κριτήριο που συνίσταται στην παραχώρηση της δυναμικότητας «βάσει μεριδίων ίσων με το ήμισυ ενός πολυπλέκτη» ( 49 ), στοιχείο το οποίο δημιουργεί αμφιβολίες ως προς το εάν συνιστά παρέμβαση του Ιταλού νομοθέτη στις αρμοδιότητες της AGCOM.

45.

Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, με την ανωτέρω ρύθμιση, ο Ιταλός νομοθέτης στέρησε από την AGCOM τη δυνατότητα να καθορίσει τον συντελεστή μετατροπής κατά την ανακατανομή, να προσδιορίσει τα κριτήρια και τις αρχές της διαδικασίας επιλογής μέσω δημοπρασίας (όσον αφορά τόσο το μέγεθος των μεριδίων όσο και τους διαδικαστικούς κανόνες) και να αποφασίσει εάν θα επιτρέψει ή όχι τη συμμετοχή των κατεστημένων φορέων στην εν λόγω διαδικασία. Αντιθέτως, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η AGCOM καθόρισε το κριτήριο μετατροπής με απόλυτη ανεξαρτησία και με γνώμονα αμιγώς τεχνικούς λόγους ( 50 ), ενώ ο Ιταλός νομοθέτης επέλεξε την παραχώρηση της επιπλέον δυναμικότητας μετάδοσης μέσω διαδικασίας η οποία, αφενός, είναι ανταγωνιστική, δεδομένου ότι το δίκαιο της Ένωσης επιτάσσει να εξακριβώνεται η δυνατότητα εισόδου νεοεισερχόμενων επιχειρήσεων στην αγορά όταν είναι διαθέσιμοι νέοι πόροι ( 51 ), και, αφετέρου, προβλέπει την καταβολή τιμήματος, τηρουμένων των αρχών του δικαίου της Ένωσης, όπως η αποτελεσματικότερη χρήση του φάσματος.

46.

Κατά τη γνώμη μου, η επιλογή του Ιταλού νομοθέτη να επιβάλει διαδικαστικούς κανόνες για την παραχώρηση της επιπλέον δυναμικότητας μετάδοσης, και ειδικότερα η πρόβλεψη περί καταβολής τιμήματος για την παραχώρηση, δεν θίγει τις αποκλειστικές αρμοδιότητες της AGCOM ( 52 ), στο μέτρο που οι όροι που συνδέονται με την εν λόγω διαδικασία δεν συνιστούν στοιχεία που εμπίπτουν στην ανεξάρτητη τεχνική εκτίμηση της AGCOM αλλά στοιχεία που απορρέουν από θεμιτή πολιτική επιλογή του Ιταλού νομοθέτη, όπερ απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει ( 53 ). Ειδικότερα, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει, μεταξύ άλλων, τον βαθμό στον οποίον οι όροι που έθεσε ο Ιταλός νομοθέτης στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας ήταν όντως δεσμευτικοί για την AGCOM κατά την κατάρτιση των τεχνικών κανόνων που διέπουν τη διαδικασία ανακατανομής των συχνοτήτων και αν, ενδεχομένως, οι εν λόγω όροι δεν συνιστούν παρά μόνον εφαρμογή αρχών που είχε διατυπώσει η AGCOM ( 54 ).

47.

Εν κατακλείδι, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑764/23, στο τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑765/23 και στο δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑766/23 ότι το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ( 55 ), ορθώς ερμηνευόμενο, δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία θεσπίζει διαδικαστικούς κανόνες για την ανακατανομή των συχνοτήτων, στο μέτρο που οι εν λόγω κανόνες δεν περιλαμβάνουν τεχνικούς όρους που εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των ΕΡΑ.

Επί της συμβατότητας της διαδικασίας ανακατανομής των συχνοτήτων με το δίκαιο της Ένωσης

48.

Η τρίτη ομάδα προδικαστικών ερωτημάτων αφορά, κατ’ ουσίαν, τη συμβατότητα των εθνικών μέτρων ανακατανομής των συχνοτήτων με το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το δίκαιο της Ένωσης ( 56 ) έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία και εθνική ρύθμιση ( 57 ) οι οποίες, κατά την ανακατανομή των συχνοτήτων, κατ’ αρχάς, δεν προβλέπουν τη μετατροπή βάσει ισοδυναμίας, και παραφυλάσσουν μέρος της δυναμικότητας μετάδοσης για παραχώρηση με διαδικασία επιλογής μέσω δημοπρασίας, εν συνεχεία, δεν προβλέπουν διαρθρωτικά μέτρα για την αντιστάθμιση παλαιότερων παρανομιών στην ιταλική αγορά υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης και, τέλος, δεν λαμβάνουν υπόψη τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη φορέα εκμετάλλευσης ο οποίος απέκτησε δικαιώματα χρήσης συχνοτήτων στο πλαίσιο παλαιότερης ανταγωνιστικής διαδικασίας επιλογής μέσω δημοπρασίας.

49.

Υπενθυμίζω, εν συνόψει, ότι, σύμφωνα με τις κρίσιμες διατάξεις του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στους γενικούς σκοπούς της ρύθμισης συγκαταλέγονται η προαγωγή και η προστασία του ανταγωνισμού καθώς και η ενθάρρυνση της χρήσης και της αποτελεσματικής διαχείρισης ραδιοσυχνοτήτων ( 58 ), τα δε δικαιώματα χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων πρέπει να παραχωρούνται βάσει αντικειμενικών, διαφανών, αμερόληπτων και αναλογικών κριτηρίων ( 59 ). Τα εν λόγω κριτήρια πρέπει να τηρούνται όχι μόνο κατά την αρχική παραχώρηση των ραδιοσυχνοτήτων, αλλά και στο πλαίσιο τυχόν μεταγενέστερης παραχώρησης, ανανέωσης ή μετατροπής των ραδιοσυχνοτήτων ( 60 ). Επομένως, τα δικαιώματα χρήσης μπορούν να τροποποιηθούν μόνο σε αντικειμενικά δικαιολογημένες περιπτώσεις και σε εύλογες αναλογίες ( 61 ). Όσον αφορά, ειδικότερα, τη διαδικασία ανακατανομής των συχνοτήτων μετά τη διάθεση της ζώνης συχνοτήτων των 700 MHz, το άρθρο 1, παράγραφος 1, της απόφασης 2017/899 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι, εάν είναι απαραίτητο, τα κράτη μέλη τροποποιούν σχετικά υφιστάμενα δικαιώματα χρήσης του ραδιοφάσματος σύμφωνα με την οδηγία για την αδειοδότηση.

50.

Φρονώ, επομένως, ότι το δίκαιο της Ένωσης επιτρέπει –και, σε ορισμένες περιπτώσεις, προβλέπει– την τροποποίηση των υφιστάμενων δικαιωμάτων χρήσης και ότι, κατ’ αρχήν, καμία από τις σχετικές διατάξεις δεν επιτάσσει, στο πλαίσιο τεχνολογικής μετάβασης, τη μετατροπή βάσει ισοδυναμίας των δικαιωμάτων χρήσης των συχνοτήτων που χρησιμοποιούνταν προηγουμένως ή τη δωρεάν παραχώρηση των νέων συχνοτήτων που δημιουργούνται από τη μετάβαση μέσω δημόσιων διαγωνισμών ( 62 ). Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη διαθέτουν σημαντικό περιθώριο εκτίμησης όσον αφορά τις διαδικασίες παραχώρησης ή εκ νέου παραχώρησης των συχνοτήτων, οφείλοντας, ωστόσο, να εφαρμόζουν αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά κριτήρια, οι δε κανόνες που διέπουν τις εν λόγω διαδικασίες δεν επιτρέπεται να καθορίζονται εκ των υστέρων.

51.

Με τη μέχρι σήμερα νομολογία του που βασίζεται στις προμνησθείσες διατάξεις, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι αντιβαίνει προς το δίκαιο της Ένωσης η λήψη εθνικών μέτρων με τα οποία χορηγείται γενική άδεια λειτουργίας στην αγορά των υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων υπέρ μόνων των υφιστάμενων δικτύων ( 63 ) και η εφαρμογή διαφορετικών συντελεστών μετατροπής σε φορείς εκμετάλλευσης που τελούσαν σε παρεμφερή κατάσταση ( 64 ), έχει δε αποφανθεί ότι ο δωρεάν χαρακτήρας της παραχώρησης των ραδιοσυχνοτήτων δεν συγκαταλέγεται στις αρχές του δικαίου της Ένωσης βάσει των οποίων πρέπει να διεξάγονται οι διαδικασίες επιλογής ( 65 ).

52.

Εν προκειμένω, στο πλαίσιο της διαδικασίας ανακατανομής των συχνοτήτων, οι ιταλικές αρχές, αφενός, εφάρμοσαν στο σύνολο των υφιστάμενων φορέων εκμετάλλευσης κοινό συντελεστή μετατροπής, ο οποίος καθορίστηκε σε 0,5, και, αφετέρου, παραχώρησαν την επιπλέον δυναμικότητα μετάδοσης με διαδικασία επιλογής μέσω δημοπρασίας βασισμένη σε ασύμμετρα κριτήρια προκειμένου να ευνοηθούν οι φορείς εκμετάλλευσης «ενός δικτύου» και οι νεοεισερχόμενοι φορείς ( 66 ). Επομένως, το αιτούν δικαστήριο καλείται να εξακριβώσει αν τα νέα δικαιώματα χρήσης της δυναμικότητας μετάδοσης χορηγήθηκαν βάσει, μεταξύ άλλων, αμερόληπτων και αναλογικών κριτηρίων, σύμφωνα με τις αρχές που μνημονεύθηκαν στο σημείο 49 των παρουσών προτάσεων ( 67 ). Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, τα χαρακτηριστικά και τους τεχνολογικούς περιορισμούς της ανακατανομής των συχνοτήτων ( 68 ), καθώς και την ιστορική εξέλιξη της ιταλικής αγοράς υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παραχώρησης των συχνοτήτων στον φορέα εκμετάλλευσης Cairo Network.

53.

Επί των ανωτέρω, κατεξοχήν τεχνικών ζητημάτων θα αποφανθεί βεβαίως το αιτούν δικαστήριο βάσει των πραγματικών περιστατικών των υποθέσεων των κύριων δικών, το Δικαστήριο, όμως, πρέπει να του παράσχει συναφώς χρήσιμες κατευθύνσεις. Προς τούτο, θα εξετάσω, πρώτον, την αναγκαιότητα μετατροπής βάσει ισοδυναμίας, δεύτερον, την αναγκαιότητα λήψης ασύμμετρων διαρθρωτικών μέτρων για την αντιστάθμιση των παρανομιών που εξακολουθούν να υφίστανται στην ιταλική αγορά υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης και, τρίτον, την εφαρμογή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης όσον αφορά τον φορέα εκμετάλλευσης Cairo Network, ο οποίος είχε αποκτήσει τα δικαιώματα χρήσης των συχνοτήτων μέσω παλαιότερης διαδικασίας επιλογής μέσω δημοπρασίας.

Επί της αναγκαιότητας μετατροπής βάσει ισοδυναμίας

54.

Όσον αφορά, κατά πρώτον, την αναγκαιότητα μετατροπής βάσει ισοδυναμίας, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η επιλογή κοινού συντελεστή μετατροπής 0,5 προβληματίζει, διότι οι μικρού μεγέθους φορείς εκμετάλλευσης ( 69 ) δεν τελούν στην ίδια κατάσταση με τους κατεστημένους φορείς, οι οποίοι διέθεταν πλείονες πολυπλέκτες τεχνολογίας DVB‑T.

55.

Συναφώς, επισημαίνω ότι, εν προκειμένω, η ανακατανομή των συχνοτήτων πραγματοποιήθηκε όχι με την παραχώρηση νέων πόρων αλλά, κατ’ ουσίαν, με την «επικαιροποίηση» των υφιστάμενων δικαιωμάτων χρήσης σε ένα νέο και πιο αποδοτικό σύστημα μετάδοσης. Υπό τις συνθήκες αυτές, εκτιμώ ότι, πριν από την παραχώρηση νέων δικαιωμάτων χρήσης, οι εθνικές αρχές όφειλαν, κατ’ αρχήν, να διασφαλίσουν για τους κατόχους των εν λόγω υφιστάμενων δικαιωμάτων χρήσης ισοδύναμα δικαιώματα ή, όταν τούτο δεν ήταν δυνατό, να αποζημιώσουν τους ενδιαφερομένους για τη ζημία που υπέστησαν ( 70 ). Δεν αποκλείεται, επομένως, προκειμένου να διασφαλίσουν τη διατήρηση της υφιστάμενης δυναμικότητας μετάδοσης, οι εθνικές αρχές να είχαν την ευχέρεια να θεσπίσουν ένα κριτήριο μετατροπής βάσει ισοδυναμίας. Εντούτοις, προκειμένου να εξακριβωθεί αν οι εν λόγω αρχές όφειλαν να ενεργήσουν κατ’ αυτόν τον τρόπο, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες περιστάσεις.

56.

Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξακριβώσει αν, και σε ποιο μέτρο, η εφαρμογή διαφορετικού συντελεστή μετατροπής ήταν εφικτή από τεχνικής απόψεως, λαμβανομένου υπόψη του περιορισμένου αριθμού των διαθέσιμων πολυπλεκτών ( 71 ).

57.

Δεύτερον, δεδομένου ότι οι πολυπλέκτες τεχνολογίας DVB‑T2 είναι πιο αποδοτικοί από τους πολυπλέκτες τεχνολογίας DVB‑T, η μετατροπή βάσει ισοδυναμίας μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνον τη διατήρηση της υφιστάμενης δυναμικότητας μετάδοσης των οικείων φορέων εκμετάλλευσης αλλά και την αύξησή της ( 72 ).

58.

Τρίτον, πρέπει να εξακριβωθεί ο τρόπος με τον οποίο η διαδικασία παραχώρησης των συχνοτήτων μέσω δημοπρασίας, η οποία περιελάμβανε ασύμμετρες προϋποθέσεις με σκοπό την αντιστάθμιση των διαρθρωτικών μειονεκτημάτων για τους μικρότερου μεγέθους (μη κατεστημένους) φορείς εκμετάλλευσης, έδωσε στους φορείς αυτούς τη δυνατότητα να αντισταθμίσουν, σε κάποιον βαθμό, τη μειονεκτική θέση τους στη σχετική αγορά ( 73 ).

59.

Τέταρτον, πρέπει να εξεταστεί αν το γεγονός ότι κάθε πολυπλέκτης πρέπει να αποτελεί αντικείμενο συνεκμετάλλευσης μπορεί να συνεπάγεται διαφορετική μεταχείριση, καθόσον οι φορείς εκμετάλλευσης «ενός δικτύου» στους οποίους παραχωρήθηκε δικαίωμα χρήσης του ημίσεος ενός πολυπλέκτη δεν θα είναι σε θέση να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους κατά τρόπο ανεξάρτητο, ενώ οι κατεστημένοι φορείς, οι οποίοι έλαβαν δικαιώματα χρήσης για 2,5 πολυπλέκτες, μπορούν να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους κατά τρόπο ανεξάρτητο ( 74 ).

60.

Πέμπτον, πρέπει να εξακριβωθεί αν η θέσπιση κριτηρίου μετατροπής βασισμένου όχι στον αριθμό των φορέων εκμετάλλευσης αλλά στα δικαιώματα χρήσης που χρησιμοποιούνταν μπορεί να ευνοεί τους φορείς εκμετάλλευσης «πολλαπλών δικτύων» ( 75 ).

Επί της αναγκαιότητας λήψης ασύμμετρων μέτρων

61.

Όσον αφορά, κατά δεύτερον, την αναγκαιότητα λήψης περαιτέρω ασύμμετρων μέτρων, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι οι παρανομίες που διαπιστώθηκαν στο παρελθόν στην ιταλική αγορά υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης ( 76 ) εξακολουθούν να έχουν συνέπειες στην εν λόγω αγορά, στο μέτρο που η παραχώρηση των πολυπλεκτών τεχνολογίας DVB‑T2 στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην παραχώρηση των πολυπλεκτών τεχνολογίας DVB‑T, η οποία ήταν επίσης, εν μέρει, αποτέλεσμα μετατροπής των δικαιωμάτων χρήσης των αναλογικών δικτύων.

62.

Συναφώς, εκτιμώ ότι, κατ’ αρχήν, στο μέτρο που, ιδίως μετά τις αποφάσεις του Δικαστηρίου ( 77 ), τα εθνικά δικαστήρια διαπίστωσαν ότι οι ιταλικές αρχές είχαν παραβιάσει το δίκαιο της Ένωσης παραχωρώντας και διατηρώντας παρανόμως τηλεοπτικές συχνότητες προς όφελος ορισμένων φορέων εκμετάλλευσης, οι εν λόγω παραβάσεις πρέπει να θεραπευθούν ( 78 ). Εντούτοις, ούτε το Δικαστήριο με τις προμνησθείσες αποφάσεις ούτε το αιτούν δικαστήριο, στο πλαίσιο των αποφάσεων που εκδόθηκαν μετά τις εν λόγω αποφάσεις, παρείχαν ακριβή στοιχεία σχετικά με τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν για τη θεραπεία των παρανομιών που διαπιστώθηκαν. Επιπλέον, από τις αποφάσεις περί παραπομπής δεν προκύπτει σαφώς αν, και σε ποιον βαθμό, τα μέτρα που λήφθηκαν εν συνεχεία παρέτειναν την παράνομη κατάσταση ( 79 ), της οποίας τα τρέχοντα αποτελέσματα επηρεάζουν, εν πάση περιπτώσει, με πολύ διαφορετικό τρόπο καθεμία από τις εκκαλούσες των κύριων δικών ( 80 ).

63.

Επομένως, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν τα ασύμμετρα μέτρα που οι ιταλικές αρχές έλαβαν στο πλαίσιο της διαδικασίας παραχώρησης μέσω δημοπρασίας που προέβλεψε ο Ιταλός νομοθέτης κατέστησαν δυνατή την εκ νέου εξισορρόπηση της παράνομης κατάστασης ( 81 ) ή αν απαιτούνταν, όπως εκτιμά το ίδιο, περαιτέρω διαρθρωτικά μέτρα.

64.

Χωρίς να θέλω να υπεισέλθω στις αρμοδιότητες του αιτούντος δικαστηρίου, επισημαίνω ότι, για την προμνησθείσα εξακρίβωση, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να ελέγξει αν η λήψη περαιτέρω ασύμμετρων μέτρων ήταν αναγκαία σε σχέση με τον σκοπό της προαγωγής και της προστασίας του ανταγωνισμού, τούτο δε απαιτεί να εξεταστούν οι ενδεχόμενες τρέχουσες συνέπειες των ανωτέρω παρανομιών στην αγορά υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης στην Ιταλία. Προς τούτο, θα πρέπει επίσης να ελεγχθεί αν η λήψη πρόσθετων ασύμμετρων μέτρων ήταν εφικτή από τεχνικής απόψεως ( 82 ).

Επί της εφαρμογής της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

65.

Τέλος, κατά τρίτον, όσον αφορά την εφαρμογή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης σε σχέση με την κατάσταση της Cairo Network, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος φορέας εκμετάλλευσης είχε εξασφαλίσει το δικαίωμα χρήσης της συχνότητας στο πλαίσιο ανταγωνιστικής διαδικασίας επιλογής μέσω δημοπρασίας με ρητή πρόβλεψη της χορήγησης –κατά την ανακατανομή των συχνοτήτων– δικαιώματος το οποίο θα παρείχε πρόσβαση σε συχνότητα παρόμοιας κάλυψης και θα είχε αντίστοιχη διάρκεια με το δικαίωμα χρήσης δημιούργησε στον φορέα εκμετάλλευσης δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όσον αφορά τη διατήρηση της δυναμικότητας μετάδοσης κατά την ανακατανομή των συχνοτήτων ( 83 ).

66.

Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, δικαίωμα επίκλησης της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης –η οποία καταλέγεται στις θεμελιώδεις αρχές της Ένωσης και πρέπει να τηρείται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης αλλά και από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της άσκησης των εξουσιών που τους απονέμουν οι οδηγίες της Ένωσης– έχουν όλοι οι πολίτες στους οποίους μια διοικητική αρχή έχει δημιουργήσει βάσιμες προσδοκίες, παρέχοντάς τους συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις. Διαβεβαιώσεις ικανές να δημιουργήσουν τέτοιες προσδοκίες αποτελούν οι ακριβείς, απαλλαγμένες αιρέσεων και συγκλίνουσες πληροφορίες που προέρχονται από αρμόδιες και αξιόπιστες πηγές, όποια και αν είναι η μορφή υπό την οποία γνωστοποιούνται ( 84 ). Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ένας οικονομικός φορέας δεν μπορεί να προσδοκά ότι δεν θα επέλθει καμία νομοθετική μεταβολή, αλλά μπορεί μόνο να προβάλλει αντιρρήσεις κατά του τρόπου εφαρμογής της μεταβολής αυτής ( 85 ), όπως συμβαίνει εν προκειμένω, δεδομένου ότι η ανακατανομή των συχνοτήτων απαιτούνταν, εξάλλου, από το δίκαιο της Ένωσης, καθότι η διάθεση της ζώνης συχνοτήτων των 700 MHz, η οποία επέβαλε την υποχρέωση ανακατανομής των συχνοτήτων, είχε προβλεφθεί με την απόφαση 2017/899.

67.

Υπό το πρίσμα της προμνησθείσας νομολογίας, επισημαίνεται ότι το γεγονός και μόνον ότι ένας φορέας εκμετάλλευσης είναι κάτοχος των δικαιωμάτων χρήσης δικτύου επικοινωνιών δεν μπορεί, βεβαίως, να θεμελιώσει αφ’ εαυτού δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς το ότι, κατά την ανακατανομή των συχνοτήτων, τα δικαιώματά του θα διασφαλιστούν ή θα μετατραπούν σε δικαιώματα χρήσης ισοδύναμης δυναμικότητας μετάδοσης. Εντούτοις, δεν συμβαίνει το ίδιο εάν οι αρμόδιες αρχές του έχουν παράσχει ακριβείς και ανεπιφύλακτες διαβεβαιώσεις για τη διατήρηση των δικαιωμάτων χρήσης που κατέχει ή για την παραχώρηση ισοδύναμων δικαιωμάτων σε περίπτωση επέλευσης τέτοιας κατάστασης.

68.

Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που το αιτούν δικαστήριο διαβίβασε στο Δικαστήριο, φαίνεται ότι οι διαβεβαιώσεις που παρείχαν εν προκειμένω οι ιταλικές αρχές ήταν ικανές να δημιουργήσουν στον συγκεκριμένο φορέα εκμετάλλευσης δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, όπερ απόκειται, εν πάση περιπτώσει, στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Επιπλέον, εάν διαπιστωθεί κάτι τέτοιο, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει επίσης αν, λαμβανομένης υπόψη της βελτίωσης του συστήματος μετάδοσης, η παραχώρηση των νέων δικαιωμάτων χρήσης στο πλαίσιο της διαδικασίας ανακατανομής των συχνοτήτων έδωσε στον συγκεκριμένο οικονομικό φορέα, παρά την εφαρμογή συντελεστή μετατροπής 0,5, τη δυνατότητα να διατηρήσει δυναμικότητα μετάδοσης ισοδύναμη με εκείνη που διέθετε προηγουμένως, με αποτέλεσμα να ικανοποιηθούν οι προσδοκίες του ( 86 ).

69.

Εν κατακλείδι, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑764/23, στο τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑765/23 και στο δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑766/23 ότι το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ( 87 ) έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία και εθνική ρύθμιση οι οποίες, στο πλαίσιο της διαδικασίας ανακατανομής των συχνοτήτων, δεν προβλέπουν τη μετατροπή βάσει ισοδυναμίας των υφιστάμενων δικαιωμάτων χρήσης των συχνοτήτων σε δικαιώματα χρήσης της δυναμικότητας μετάδοσης, αλλά προορίζουν μέρος της δυναμικότητας μετάδοσης για παραχώρηση με διαδικασία επιλογής μέσω δημοπρασίας, εφόσον τα εν λόγω μέτρα τηρούν τις αρχές της απαγόρευσης των διακρίσεων και της αναλογικότητας, λαμβανομένων υπόψη των τρεχόντων αποτελεσμάτων των παραβιάσεων του δικαίου της Ένωσης κατά το παρελθόν, και εφόσον τα κριτήρια μετατροπής λαμβάνουν υπόψη τις ακριβείς και ανεπιφύλακτες διαβεβαιώσεις που παρείχαν οι αρμόδιες αρχές όσον αφορά τη διατήρηση των δικαιωμάτων χρήσης ή την παραχώρηση ισοδύναμων δικαιωμάτων χρήσης κατά την προαναφερθείσα ανακατανομή των συχνοτήτων.

Πρόταση

70.

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Consiglio di Stato (Συμβουλίου της Επικρατείας, Ιταλία) ότι το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μεταξύ άλλων, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία-πλαίσιο), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/140/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης· το άρθρο 3, παράγραφοι 3 και 3α, και τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας 2002/21, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/140· τα άρθρα 3, 5, 7 και 14 της οδηγίας 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/140· τα άρθρα 2 και 4 της οδηγίας 2002/77/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και οι αιτιολογικές σκέψεις 11 και 20 της απόφασης (ΕΕ) 2017/899 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2017, σχετικά με τη χρήση της ζώνης συχνοτήτων των 470-790 MHz στην Ένωση,

έχει την έννοια ότι:

δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία, στο πλαίσιο της διαδικασίας ανακατανομής των δικαιωμάτων χρήσης των συχνοτήτων της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης:

περιορίζει τα αποτέλεσμα των προσφυγών κατά των πράξεων που αφορούν την παραχώρηση συχνοτήτων στην επιδίκαση χρηματικής αποζημίωσης και περιορίζει την προσωρινή προστασία στην καταβολή προσωρινής αποζημίωσης, στο μέτρο που η χορηγούμενη αποζημίωση μπορεί να καλύψει το σύνολο της ζημίας που υπέστησαν οι ενδιαφερόμενοι, ώστε να επαναφέρει, από περιουσιακής απόψεως, την κατάσταση που θα υπήρχε χωρίς την παραβίαση του δικαίου της Ένωσης·

επιβάλλει τους διαδικαστικούς κανόνες που πρέπει να εφαρμοστούν για την ανακατανομή των συχνοτήτων, στο μέτρο που οι εν λόγω κανόνες δεν περιλαμβάνουν τεχνικές προϋποθέσεις που υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της εθνικής ρυθμιστικής αρχής·

δεν προβλέπει τη μετατροπή βάσει ισοδυναμίας των υφιστάμενων δικαιωμάτων χρήσης των συχνοτήτων σε δικαιώματα χρήσης της δυναμικότητας μετάδοσης, αλλά προορίζει μέρος της δυναμικότητας μετάδοσης για παραχώρηση με διαδικασία επιλογής μέσω δημοπρασίας, εφόσον τα εν λόγω μέτρα τηρούν τις αρχές της απαγόρευσης των διακρίσεων και της αναλογικότητας, λαμβανομένων υπόψη των τρεχόντων αποτελεσμάτων των παραβιάσεων του δικαίου της Ένωσης κατά το παρελθόν, και εφόσον τα κριτήρια μετατροπής λαμβάνουν υπόψη τις ακριβείς και ανεπιφύλακτες διαβεβαιώσεις που παρείχαν οι αρμόδιες αρχές όσον αφορά τη διατήρηση των δικαιωμάτων χρήσης ή την παραχώρηση ισοδύναμων δικαιωμάτων χρήσης κατά την προμνησθείσα ανακατανομή των συχνοτήτων.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) Όπως διευκρίνισε η Ιταλική Κυβέρνηση με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η μετάβαση στο πρότυπο μετάδοσης DVB‑T2 διασφαλίζει αφ’ εαυτής σημαντική αύξηση, έως και κατά 100 %, της διαθέσιμης δυναμικότητας μετάδοσης. Ειδικότερα, καθένα από τα εθνικά δίκτυα DVB‑T2 απελευθερώνει δυναμικότητα η οποία εκτιμάται σε 37 Mbit/s και η οποία μπορεί να ανέλθει σε 40 Mbit/s, χωρίς σημαντικές απώλειες κάλυψης, ενώ το προϋπάρχον σύστημα DVB‑T απελευθέρωνε μέση δυναμικότητα 19,9 Mbit/s.

( 3 ) Η εν λόγω διάθεση προβλεπόταν στο άρθρο 1 της απόφασης (ΕΕ) 2017/899 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2017, σχετικά με τη χρήση της ζώνης συχνοτήτων των 470-790 MHz στην Ένωση (ΕΕ 2017, L 138, σ. 131). Η διάθεση της ζώνης συχνοτήτων των 700 MHz στο δίκτυο 5G είχε ως αποτέλεσμα σημαντική μείωση του φάσματος που διατίθεται στην τηλεοπτική μετάδοση (κατά 30 % σε σχέση με την προηγούμενη χρησιμοποιούμενη ζώνη).

( 4 ) Πρόκειται, συγκεκριμένα, για το Ministero delle Imprese e del Made in Italy (Υπουργείο Επιχειρήσεων και Made in Italy, Ιταλία) στις υποθέσεις C‑764/23 και C‑766/23, καθώς και την Presidenza del Consiglio dei Ministri (Προεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου, Ιταλία) και το Ministero dell’Economia e delle Finanze (Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, Ιταλία) στην υπόθεση C‑765/23.

( 5 ) Από τεχνικής απόψεως, η εν λόγω μετατροπή προέβλεπε τη μετάβαση από τους πολυπλέκτες εθνικής εμβέλειας τεχνολογίας DVB‑T σε νέους πολυπλέκτες εθνικής εμβέλειας τεχνολογίας DVB‑T2. Πολυπλέκτης είναι το σήμα που μεταφέρει με συνδυασμένο τρόπο πλείονες υπηρεσίες επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης· κάθε πολυπλέκτης καθιστά δυνατή τη μετάδοση ενός αριθμού τηλεοπτικών ή ραδιοφωνικών προγραμμάτων.

( 6 ) Το εν λόγω κανονιστικό πλαίσιο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία-πλαίσιο) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/140/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 337, σ. 37) (στο εξής: οδηγία-πλαίσιο)· την οδηγία 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 21), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/140 (στο εξής: οδηγία για την αδειοδότηση), και την οδηγία 2002/77/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (ΕΕ 2002, L 249, σ. 21, στο εξής: οδηγία για τον ανταγωνισμό).

( 7 ) Κατά το άρθρο 2, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας-πλαισίου, ως «εθνική [ρυθμιστική] αρχή» (στο εξής: ΕΡΑ) νοούνται «ο ή οι φορείς στους οποίους ένα κράτος μέλος έχει αναθέσει οποιαδήποτε από τα κανονιστικά καθήκοντα που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία και τις ειδικές οδηγίες».

( 8 ) Το άρθρο 3, παράγραφοι 3 και 3α, της οδηγίας-πλαισίου τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/140. Συναφώς, κατά την αιτιολογική σκέψη 13 της εν λόγω οδηγίας, «[η] ανεξαρτησία των [ΕΡΑ] θα πρέπει να ενισχυθεί ώστε να εξασφαλισθεί αποτελεσματικότερη εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου και να αυξηθεί το κύρος τους και η προβλεψιμότητα των αποφάσεών τους. Για τον σκοπό αυτό θα πρέπει να υπάρξει ρητή πρόβλεψη στην εθνική νομοθεσία που θα εξασφαλίσει ότι, κατά την άσκηση των καθηκόντων της, μια [ΕΡΑ] υπεύθυνη για την εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση των αγορών ή για την επίλυση των διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων προστατεύεται έναντι εξωτερικών παρεμβάσεων ή πολιτικών πιέσεων που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξάρτητη αξιολόγησή της στα θέματα των οποίων επιλαμβάνεται. [Λόγω της εξωτερικής αυτής επιρροής, τα εθνικά νομοθετικά σώματα δεν πρέπει να ενεργούν ως [ΕΡΑ] εντός του ρυθμιστικού πλαισίου.]».

( 9 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 7).

( 10 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία καθολικής υπηρεσίας) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 51).

( 11 ) Legge n. 205 – Bilancio di previsione dello Stato per l’anno finanziario 2018 e bilancio pluriennale per il triennio 2018-2020 (νόμος 205 περί προϋπολογισμού του κράτους για το έτος 2018 και περί πολυετούς προϋπολογισμού για την τριετία 2018-2020), της 27ης Δεκεμβρίου 2017 (GURI αριθ. 302 της 29ης Δεκεμβρίου 2017, τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 62), όπως τροποποιήθηκε με τον legge n. 145 – Bilancio di previsione dello Stato per l’anno finanziario 2019 e bilancio pluriennale per il triennio 2019-2021 (νόμο 145 περί προϋπολογισμού του κράτους για το έτος 2019 και περί πολυετούς προϋπολογισμού για την περίοδο 2019-2021), της 30ής Δεκεμβρίου 2018 (τακτικό συμπλήρωμα αριθ. 62 στην GURI αριθ. 302, της 31ης Δεκεμβρίου 2018) (στο εξής: νόμος 205/2017).

( 12 ) Συγκεκριμένα, η Cairo Network και η Europa Way κατείχαν, εκάστη, τα δικαιώματα χρήσης ενός πολυπλέκτη, η δε Persidera κατείχε τα δικαιώματα χρήσης πέντε πολυπλεκτών.

( 13 ) Βλ. σημείο 1 των παρουσών προτάσεων.

( 14 ) Ειδικότερα, η εν λόγω αρμοδιότητα ανατέθηκε στην AGCOM δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφοι 1030 έως 1037, του νόμου 205/2017. Εξάλλου, ο Ιταλός νομοθέτης ανάθεσε στο Υπουργείο Επιχειρήσεων και Made in Italy την κατάρτιση του «χάρτη πορείας» για την εφαρμογή της απόφασης 2017/899 και την κίνηση της διαδικασίας παραχώρησης της επιπλέον δυναμικότητας μετάδοσης.

( 15 ) Το εν λόγω πρόγραμμα προέβλεπε συνολικά δώδεκα εθνικές συχνότητες τεχνολογίας DVB‑T2 και καθόριζε κριτήρια μετατροπής βάσει των οποίων τα 20 εθνικά δίκτυα τεχνολογίας DVB‑T μετατρέπονταν σε δέκα πολυπλέκτες τεχνολογίας DVB‑T2, ενώ οι δύο άλλοι πολυπλέκτες επρόκειτο να παραχωρηθούν κατά τη διαδικασία επιλογής μέσω δημοπρασίας.

( 16 ) Ο συντελεστής μετατροπής μεταξύ των παλαιών δικτύων DVB‑T και των προβλεπόμενων νέων δικτύων τεχνολογίας DVB‑T2 ορίστηκε σε 0,5. Επομένως, κατ’ εφαρμογήν του συγκεκριμένου κριτηρίου, οι φορείς εκμετάλλευσης που κατείχαν πέντε δίκτυα ή πολυπλέκτες τεχνολογίας DVB‑T [ήτοι οι Radiotelevisione italiana SpA (RAI), Elettronica Industriale SpA και Persidera] έλαβαν πέντε «γενικά δικαιώματα χρήσης για το ήμισυ ενός πολυπλέκτη» τεχνολογίας DVB‑T2, ενώ οι φορείς εκμετάλλευσης που κατείχαν έναν πολυπλέκτη τεχνολογίας DVB‑T (περιλαμβανομένων των Cairo Network και Europa Way) έλαβαν έκαστος ένα γενικό δικαίωμα χρήσης για το ήμισυ ενός πολυπλέκτη τεχνολογίας DVB‑T2.

( 17 ) Οι εκκαλούσες των κύριων δικών έλαβαν δυναμικότητα μετάδοσης 2,5 πολυπλεκτών (στην περίπτωση της Persidera) και 0,5 πολυπλέκτη (στην περίπτωση των Cairo Network και Europa Way).

( 18 ) Καθεμία 0,5 πολυπλέκτη.

( 19 ) Οδηγία (ΕΕ) 2018/1972 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (ΕΕ 2018, L 321, σ. 36).

( 20 ) Το συγκεκριμένο προδικαστικό ερώτημα έχει ως εξής: «3) Πρέπει να γίνει δεκτό, αφενός, ότι αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, στα άρθρα 8 και 9 της [οδηγίας-πλαισίου], στα άρθρα 3, 5, 7 και 14 της [οδηγίας για την αδειοδότηση], στα άρθρα 2 και 4 της οδηγίας [για τον ανταγωνισμό] και στις αιτιολογικές σκέψεις 11 και 20 της απόφασης [2017/899], καθώς και ότι παραβιάζει τις αρχές της ισότητας, της απαγόρευσης των διακρίσεων, της προστασίας του ανταγωνισμού και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αναλογικότητας και της καταλληλότητας, σύστημα όπως αυτό που θέσπισε η Ιταλική Δημοκρατία με το άρθρο 1, παράγραφοι 1101 έως 1108, του Legge di Bilancio 2019 (νόμου περί προϋπολογισμού του 2019), το άρθρο 1, παράγραφοι 1030, 1031, 1031 bis, 1031 quater, 1032, 1033, 1034 και 1037, του Legge di Bilancio 2018 (νόμου περί προϋπολογισμού του 2018), τις αποφάσεις υπ’ αριθ. 39/19/CONS […], υπ’ αριθ. 128/19/CONS και υπ’ αριθ. 129/19/CONS της AGCOM και τις σχετικές αποφάσεις για την παραχώρηση των δικαιωμάτων χρήσης των συχνοτήτων για την υπηρεσία ψηφιακής τηλεόρασης, το οποίο δεν προβλέπει μέτρα διαρθρωτικού χαρακτήρα, αλλά θεσπίζει, προς τον σκοπό της εξάλειψης της υφιστάμενης άνισης μεταχείρισης και παρά την ύπαρξη μη διαρθρωτικών αντισταθμιστικών ή/και εξισορροπητικών μέτρων, διαδικασία επιλογής μέσω δημοπρασίας η οποία υποχρεώνει τον φορέα εκμετάλλευσης να υποβληθεί σε επιπλέον έξοδα και δαπάνες, και πρέπει επίσης να γίνει δεκτό, αφετέρου, ότι σύστημα όπως το προεκτεθέν αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης, ειδικότερα υπό το πρίσμα των αρχών της αναλογικότητας και της καταλληλότητας, καθώς και των αρχών που διαμορφώθηκαν με την απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Persidera (C‑112/16, στο εξής: απόφαση Persidera, EU:C:2017:597) επίσης λόγω της συνολικής εξέλιξης του συστήματος και λόγω των “προβλημάτων”, “κενών” και “παρανομιών” που ενέχει, όπως έχει διαπιστωθεί με την εθνική και υπερεθνική νομολογία που μνημονεύεται στο σκεπτικό της παρούσας [απόφασης], ή πρέπει, αντιθέτως, να γίνει δεκτό ότι τα μη διαρθρωτικά μέτρα που η AGCOM έλαβε για την εξισορρόπηση του συστήματος είναι επαρκή;»

( 21 ) Το ζήτημα αυτό αφορά ειδικότερα την Cairo Network.

( 22 ) Πριν από την εξέταση των προπαρατεθέντων ερωτημάτων, διευκρινίζω, πρώτον, ότι, μολονότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί, εν μέρει, από το Δικαστήριο διευκρινίσεις σχετικά με την ερμηνεία του ΕΚΗΕ, είναι προφανές ότι ο ΕΚΗΕ δεν εφαρμόζεται ratione temporis στις διαφορές των κύριων δικών, δεδομένου ότι οι διατάξεις περί μεταφοράς του στο εθνικό δίκαιο εφαρμόζονται από την 21η Δεκεμβρίου 2020, ήτοι ημερομηνία μεταγενέστερη του χρόνου των επίμαχων πραγματικών περιστατικών στις κύριες δίκες (βλ. άρθρο 124, παράγραφος 1, του ΕΚΗΕ). Τούτου λεχθέντος, η διαπίστωση αυτή στερείται σε μεγάλο βαθμό πρακτικών συνεπειών, στο μέτρο που ο ΕΚΗΕ περιορίζεται, κατ’ ουσίαν, σε κωδικοποίηση των νομοθετικών πράξεων που απαρτίζουν το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Κατά δεύτερον, εκτιμώ ότι, για τον σκοπό των παρουσών προτάσεων, παρέλκει η διεξοδική εξέταση των επιχειρημάτων που προέβαλαν η RAI και η Mediaset όσον αφορά το απαράδεκτο των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως. Συγκεκριμένα, είναι προφανές, κατ’ αρχάς, ότι στις αποφάσεις περί παραπομπής εκτίθενται λεπτομερώς το εθνικό νομικό πλαίσιο και οι λόγοι για τους οποίους το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες όσον αφορά τη συμβατότητα της επίμαχης στις κύριες δίκες ιταλικής ρύθμισης με το δίκαιο της Ένωσης, εν συνεχεία, ότι, μολονότι τα προδικαστικά ερωτήματα μνημονεύουν με μάλλον ευρύ τρόπο το ιταλικό δίκαιο, το Δικαστήριο είναι σε θέση να δώσει απάντηση εντός των ορίων της αρμοδιότητάς του και, τέλος, δεν είναι πρόδηλο ότι τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα δεν έχουν καμία σχέση με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς των κύριων δικών.

( 23 ) Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 και το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας-πλαισίου και το άρθρο 31 του ΕΚΗΕ.

( 24 ) Εν προκειμένω, το άρθρο 1, παράγραφος 1037, του νόμου 205/2017.

( 25 ) Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 4 της οδηγίας-πλαισίου αποτελεί έκφραση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, που κατοχυρώνεται στις διατάξεις του άρθρου 47 του Χάρτη, δυνάμει της οποίας απόκειται στα δικαστήρια των κρατών μελών να διασφαλίζουν την ένδικη προστασία των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης (βλ. απόφαση της 20ής Απριλίου 2023, DIGI Communications, C‑329/21, EU:C:2023:303, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Συναφώς, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει επίσης ότι η ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη σημασία του εν λόγω θεμελιώδους δικαιώματος, όπως αυτή προκύπτει από την όλη οικονομία του συστήματος που καθιερώνει ο Χάρτης. Μεταξύ άλλων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι, μολονότι το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη επιτρέπει περιορισμούς κατά την άσκηση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει ο Χάρτης, η διάταξη αυτή απαιτεί πάντως κάθε περιορισμός να σέβεται το βασικό περιεχόμενο του επίμαχου θεμελιώδους δικαιώματος και, συμφώνως προς την αρχή της αναλογικότητας, να επιβάλλεται εφόσον είναι αναγκαίος και εξυπηρετεί πραγματικά σκοπούς γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση (βλ. απόφαση της 20ής Απριλίου 2023, DIGI Communications, C‑329/21, EU:C:2023:303, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 26 ) Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 ΣΕΕ συνιστά γενική διάταξη με την οποία η Ένωση αναγνωρίζει ότι ο Χάρτης έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες, διευκρινίζεται ότι οι διατάξεις του Χάρτη δεν συνεπάγονται καμία επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, όπως αυτές ορίζονται στις Συνθήκες, και αποσαφηνίζεται η μέθοδος ερμηνείας των δικαιωμάτων, των ελευθεριών και των αρχών που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, υπό τις περιστάσεις δε αυτές, η εν λόγω διάταξη δεν είναι λυσιτελής για τους σκοπούς των επίμαχων προδικαστικών ερωτημάτων [πρβλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2021, IS (Μη σύννομο της διατάξεως περί παραπομπής) (C‑564/19, EU:C:2021:949, σκέψη 98)]. Το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται ο σεβασμός του δικαιώματος των ιδιωτών σε αποτελεσματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, πλην όμως, εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται η ύπαρξη διαδικασίας προσφυγής ενώπιον ανεξάρτητων δικαστηρίων στην Ιταλία, η δε αντιδικία δεν αφορά τη θέσπιση μέσου ένδικης προστασίας, αλλά τη φύση των επανορθωτικών μέτρων που έχουν στη διάθεσή τους τα αρμόδια δικαστήρια (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Randstad Italia, C‑497/20, EU:C:2021:1037, σκέψεις 56 και 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., μεταξύ άλλων, στη θεωρία, Scarcello, O., «Effective judicial protection and procedural autonomy beyond rule of law judgments: Randstad Italia», Common Market Law Review, τόμος 59, αριθ. 5, 2022, σ. 1461.

( 27 ) Πρβλ. απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2016, Prezes Urzędu Komunikacji Elektronicznej και Petrotel (C‑231/15, EU:C:2016:769, σκέψη 22).

( 28 ) Βλ. απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2016, Prezes Urzędu Komunikacji Elektronicznej και Petrotel (C‑231/15, EU:C:2016:769, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 29 ) Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την αρχή της αποτελεσματικότητας, κάθε περίπτωση στην οποία τίθεται το ζήτημα αν εθνική δικονομική διάταξη καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης πρέπει να εξετάζεται λαμβανομένων υπόψη της θέσης της διάταξης αυτής στην όλη διαδικασία ενώπιον των διαφόρων εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων, της εξέλιξης της διαδικασίας και των ιδιαιτεροτήτων της. Υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, εφόσον παρίσταται ανάγκη, οι αρχές που αποτελούν τη βάση του εθνικού δικαιοδοτικού συστήματος, όπως η προστασία των δικαιωμάτων άμυνας, η αρχή της ασφάλειας δικαίου και η εύρυθμη διεξαγωγή της διαδικασίας [βλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2024, Caixabank (Παραγραφή της αξιώσεως επιστροφής των εξόδων εγγραφής υποθήκης) (C‑810/21 έως C‑813/21, EU:C:2024:81, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

( 30 ) Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το δίκαιο της Ένωσης δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να καθιερώνουν άλλα μέσα ένδικης προστασίας από εκείνα που προβλέπει το εσωτερικό δίκαιο, εκτός και αν από την οικονομία της επίμαχης εθνικής έννομης τάξης προκύπτει ότι δεν υφίσταται κανένα μέσο ένδικης προστασίας το οποίο να καθιστά δυνατή, έστω και παρεμπιπτόντως, τη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης ή αν το μόνο μέσο πρόσβασης των πολιτών στη δικαιοσύνη είναι η παραβίαση του νόμου (βλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Randstad Italia, C‑497/20, EU:C:2021:1037, σκέψη 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει επίσης κατ’ ουσίαν ότι οι ιδιώτες που υπέστησαν ζημία από την προσβολή του δικαιώματός τους αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, εξαιτίας απόφασης δικαστηρίου κράτους μέλους αποφαινόμενου σε τελευταίο βαθμό, έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν τη διαπίστωση της ευθύνης του εν λόγω κράτους μέλους, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της παράβασης ως κατάφωρης και την ύπαρξη άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράβασης και της ζημίας που υπέστη ο ζημιωθείς (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Randstad Italia, C‑497/20, EU:C:2021:1037, σκέψη 80 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 31 ) Βλ. απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2016, Prezes Urzędu Komunikacji Elektronicznej και Petrotel (C‑231/15, EU:C:2016:769, σκέψεις 24 και 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η οποία αφορούσε προσαρμογή των τιμών κατόπιν ανάλυσης αγοράς, το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί σχετικά με την επιλογή μεταξύ ακύρωσης με αποτελέσματα μόνο για το μέλλον ή ακύρωσης με αναδρομική ισχύ.

( 32 ) Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά επίσης ότι ο περιορισμός των αποτελεσμάτων των επίμαχων προσφυγών δεν δικαιολογείται από την απαίτηση για ταχεία παραχώρηση των συχνοτήτων, δεδομένου ότι η εν λόγω απαίτηση μπορούσε να ικανοποιηθεί με τη χρήση ταχείας διαδικασίας, τούτο δε κατά μείζονα λόγο δεδομένου ότι η ιταλική τηλεοπτική αγορά μαστίζεται παλαιόθεν από δυσλειτουργίες και παράνομες πρακτικές.

( 33 ) Συγκεκριμένα, το άρθρο 1, παράγραφος 1, της απόφασης 2017/899 επέτασσε, κατ’ ουσίαν, τη διάθεση της ζώνης συχνοτήτων των 700 MHz το αργότερο έως τις 30 Ιουνίου 2020 ή δύο έτη αργότερα για τους τεκμηριωμένους λόγους που παρατίθενται στο παράρτημα της απόφασης. Συναφώς, το άρθρο 1, παράγραφος 1037, του νόμου 205/2017 θέσπισε περιορισμούς στο επίμαχο δικαίωμα προσφυγής «λόγω του επιτακτικού εθνικού συμφέροντος που σχετίζεται με την ταχεία απελευθέρωση και παραχώρηση των συχνοτήτων».

( 34 ) Επιπλέον, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, στις υποθέσεις των κύριων δικών, δεν διευκρινίζεται σε τι θα συνίστατο η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ή η αυτούσια αποκατάσταση την οποία επιθυμούν οι εκκαλούσες των κύριων δικών και ότι, εν πάση περιπτώσει, οι εν λόγω εταιρίες έλαβαν, μέσω της διαδικασίας παραχώρησης, δυναμικότητα μετάδοσης ισοδύναμη εκείνης στην οποία απέβλεπαν, έως και με πρόσθετο κόστος. Πάντως, η Europa Way υπογραμμίζει ότι το δίκτυο που έλαβε στο πλαίσιο της διαδικασίας παραχώρησης δεν δύναται να καλύψει σημαντικό μέρος του εδάφους και του πληθυσμού της χώρας. Πρόκειται περί στοιχείων τα οποία το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη κατά την εκτίμηση των περιστάσεων της υπόθεσης.

( 35 ) Εξάλλου, όπως επισήμανε η Mediaset με τις γραπτές παρατηρήσεις της, στην ιταλική νομοθεσία υπάρχουν και άλλα παραδείγματα μέτρων τα οποία κρίθηκαν θεμιτά από τα εθνικά δικαστήρια και τα οποία επιβάλλουν υποχρέωση αυτούσιας αποκατάστασης της ζημίας σε περιπτώσεις κατά τις οποίες διακυβεύεται σημαντικό δημόσιο συμφέρον, όπου ο παράγοντας του χρόνου είναι καθοριστικής σημασίας.

( 36 ) Βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 1990, Factortame κ.λπ. (C‑213/89, EU:C:1990:257, σκέψη 21).

( 37 ) Συγκεκριμένα, το άρθρο 3, παράγραφοι 3 και 3α, και τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας-πλαισίου καθώς και τα άρθρα 5, 6, 8, 9 και 45 του ΕΚΗΕ.

( 38 ) Εν προκειμένω, το άρθρο 1, παράγραφος 1031 bis, του νόμου περί προϋπολογισμού του 2018, το οποίο θεσπίστηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 1105, του νόμου περί προϋπολογισμού του 2019.

( 39 ) Βλ. άρθρο 3, παράγραφοι 1, 3 και 3α, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας-πλαισίου. Όπως έχει υπενθυμίσει το Δικαστήριο, με την οδηγία 2009/140 ο νομοθέτης της Ένωσης τροποποίησε την παράγραφο 3 του άρθρου 3 και προσέθεσε στο άρθρο αυτό την παράγραφο 3α, με σκοπό να ενισχύσει την ανεξαρτησία των ΕΡΑ, ώστε να εξασφαλιστεί αποτελεσματικότερη εφαρμογή του νομικού πλαισίου και να αυξηθεί το κύρος τους και η προβλεψιμότητα των αποφάσεών τους, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 13 της οδηγίας [πρβλ. αποφάσεις της 28ης Ιουλίου 2016, Autorità per le Garanzie nelle Comunicazioni (C‑240/15, EU:C:2016:608, σκέψεις 34 και 35), και της 26ης Ιουλίου 2017, Europa Way και Persidera (C‑560/15, στο εξής: απόφαση Europa Way και Persidera, EU:C:2017:593, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία)].

( 40 ) Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι η εν λόγω έννοια προσδιορίζει, σύμφωνα με το σύνηθες περιεχόμενό της, ένα καθεστώς που διασφαλίζει στον φορέα τη δυνατότητα να ενεργεί με απόλυτη ελευθερία σε σχέση με τους οργανισμούς έναντι των οποίων πρέπει να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία του, χωρίς να υπόκειται σε οδηγίες και σε πιέσεις, και ότι η εν λόγω ανεξαρτησία κατά τη λήψη αποφάσεων συνεπάγεται ότι, στο πλαίσιο των ρυθμιστικών καθηκόντων και αρμοδιοτήτων, η ΕΡΑ λαμβάνει τις αποφάσεις της αυτόνομα, μόνο με βάση το δημόσιο συμφέρον, ώστε να εξασφαλίζεται η επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει η νομοθεσία της Ένωσης, χωρίς να υπόκειται σε εξωτερικές οδηγίες προερχόμενες από άλλους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς [πρβλ. απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών 2009/72 και 2009/73), C‑718/18, στο εξής: απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών 2009/72 και 2009/73), EU:C:2021:662, σκέψεις 108 και 109 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία)]. Βλ., επίσης, προτάσεις μου της 5ης Σεπτεμβρίου 2024 στην υπόθεση Alajärven Sähkö Oy κ.λπ. και Elenia Verkko (C‑48/23, EU:C:2024:695, σημεία 35 έως 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 41 ) Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι εξουσίες τις οποίες απονέμουν αποκλειστικά στις ΕΡΑ οι οδηγίες 2009/72 και 2009/73 και η ανεξαρτησία των εν λόγω αρχών πρέπει να διασφαλίζονται έναντι κάθε πολιτικού οργάνου, συνεπώς, όχι μόνον έναντι της κυβέρνησης, αλλά και έναντι του εθνικού νομοθέτη, ο οποίος δεν μπορεί να αφαιρεί μέρος των εξουσιών αυτών από τις ΕΡΑ και να τις αναθέτει σε άλλους δημόσιους φορείς [βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών 2009/72 και 2009/73), σκέψη 130]. Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει μεταγενεστέρως ότι η πλήρης ανεξαρτησία των ΕΡΑ έναντι των οικονομικών και των δημόσιων οντοτήτων, είτε πρόκειται για διοικητικά όργανα είτε για πολιτικούς οργανισμούς, και συγκεκριμένα, στη δεύτερη περίπτωση, για φορείς της εκτελεστικής ή της νομοθετικής εξουσίας, είναι αναγκαία προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι αποφάσεις των ΕΡΑ είναι πράγματι αμερόληπτες και δεν εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις και ότι αποκλείεται το ενδεχόμενο προνομιακής μεταχείρισης των επιχειρήσεων και των οικονομικών συμφερόντων που συνδέονται με την κυβέρνηση, με την κοινοβουλευτική πλειοψηφία ή, εν πάση περιπτώσει, με την πολιτική εξουσία. Επιπλέον, ο αυστηρός διαχωρισμός από την πολιτική εξουσία παρέχει στις ΕΡΑ τη δυνατότητα να εντάξουν τη δράση τους σε μακροπρόθεσμη προοπτική, η οποία είναι αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών των οδηγιών 2009/72 και 2009/73 [βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών 2009/72 και 2009/73), σκέψη 112].

( 42 ) Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών 2009/72 και 2009/73) (σκέψη 132).

( 43 ) Παρατηρώ ότι, μολονότι το αρχικό κείμενο της προμνησθείσας διάταξης έκανε λόγο για «εθνικές [ρυθμιστικές] αρχές», στο κείμενο που προέκυψε μετά την τροποποίηση από την οδηγία 2009/140 γίνεται λόγος γενικότερα για τις «αρμόδιες εθνικές αρχές», ενώ η αιτιολογική σκέψη 19, η οποία αντιστοιχεί στη συγκεκριμένη διάταξη, δεν τροποποιήθηκε και εξακολουθεί να αναφέρεται σε «εθνικές [ρυθμιστικές] αρχές». Μολονότι η έννοια της εν λόγω τροποποίησης, η οποία δεν προβλεπόταν στην πρόταση της Επιτροπής για την τροποποίηση της οδηγίας-πλαισίου [COM(2007) 697 τελικό], δεν προκύπτει σαφώς από τις προπαρασκευαστικές εργασίες, φρονώ εντούτοις ότι βούληση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να αφήσει κάποια ευελιξία στα κράτη μέλη όσον αφορά την επιλογή της αρμόδιας αρχής στον συγκεκριμένο τομέα, χωρίς όμως τούτο να επηρεάζει την ανάγκη ορισμένα καθήκοντα να ασκούνται από ανεξάρτητες αρχές.

( 44 ) Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου, κατ’ ουσίαν, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, κατά την άσκηση των κανονιστικών καθηκόντων, οι ΕΡΑ λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο για την επίτευξη των σκοπών που καθορίζονται στις παραγράφους 2 έως 4 του ίδιου άρθρου, οι οποίοι συνίστανται, μεταξύ άλλων, στην προαγωγή του ανταγωνισμού στην παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στη συμβολή στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς και στην προώθηση των συμφερόντων των πολιτών της Ένωσης (πρβλ. απόφαση Europa Way και Persidera, σκέψη 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), ενθαρρύνοντας, μεταξύ άλλων, την αποτελεσματική χρήση των ραδιοσυχνοτήτων και αποκλείοντας κάθε δυσμενή διάκριση κατά την αντιμετώπιση των επιχειρήσεων που παρέχουν τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, και παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της εν λόγω οδηγίας.

( 45 ) Βλ. απόφαση Europa Way και Persidera (σκέψη 55). Ειδικότερα, στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ανεξαρτησία της αρχής αυτής θα διακυβευόταν εάν επιτρεπόταν σε εξωτερικούς φορείς –στην περίπτωση εκείνη στο Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης και στον Ιταλό νομοθέτη– να αναστείλουν ή ακόμη να ακυρώσουν, πλην των περιπτώσεων άσκησης εποπτείας ή προσφυγής που διαλαμβάνονται στο άρθρο 3, παράγραφος 3α, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας-πλαισίου, μια εν εξελίξει διαδικασία επιλογής για την παραχώρηση ραδιοσυχνοτήτων η οποία διεξάγεται υπό την ευθύνη της εν λόγω αρχής (απόφαση Europa Way και Persidera, σκέψη 56).

( 46 ) Βλ. απόφαση Europa Way και Persidera (σκέψη 65), με την οποία το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η μη δωρεάν παραχώρηση μπορεί να αποδειχθεί δικαιολογημένη λαμβανομένων υπόψη της ανάγκης να διασφαλιστεί η αποτελεσματική διαχείριση των ραδιοσυχνοτήτων και της σημαντικής κοινωνικής, πολιτιστικής και οικονομικής αξίας τους, την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου, καθώς και δεδομένου ότι το φάσμα των εν λόγω ραδιοσυχνοτήτων αποτελεί πόρο εν ανεπαρκεία. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι αρμόδια να προβαίνει σε στάθμιση των ρυθμιστικών σκοπών του άρθρου 8 της εν λόγω οδηγίας, κατά τον καθορισμό και την ανάλυση της οικείας αγοράς που ενδέχεται να υπαχθεί σε ρύθμιση, είναι η ΕΡΑ και όχι ο εθνικός νομοθέτης [πρβλ. απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑424/07, EU:C:2009:749, σκέψη 91)]. Επιπλέον, στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς ενέργειας, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει την αρμοδιότητα της κυβέρνησης όχι μόνο να καθορίζει τους όρους πρόσβασης στο δίκτυο, αλλά και να αποφασίζει σε ποιες περιπτώσεις και υπό ποιο πλαίσιο μπορεί η ΕΡΑ να καθορίζει ή να εγκρίνει τους εν λόγω όρους ή τις εν λόγω μεθόδους, κατόπιν αιτήματος του διαχειριστή δικτύου, καθώς και σε ποιες ειδικές περιπτώσεις χρήσης του δικτύου και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί η ΕΡΑ να εγκρίνει ή να μην εγκρίνει, σε κάθε επιμέρους περίπτωση, τα τέλη πρόσβασης στο συγκεκριμένο δίκτυο [βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών 2009/72 και 2009/73), σκέψη 114]. Με την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η επιφύλαξη της αρμοδιότητας υπέρ της ΕΡΑ παραβιάζεται όταν η εθνική νομοθεσία απονέμει απευθείας στην κυβέρνηση ορισμένες αρμοδιότητες οι οποίες ανατίθενται αποκλειστικώς στην ΕΡΑ, καθώς και όταν απονέμει στην κυβέρνηση την εξουσία να εξουσιοδοτεί την ΕΡΑ να ασκεί τις αρμοδιότητες αυτές (σκέψη 115).

( 47 ) Πρβλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Europa Way και Persidera (C‑560/15, EU:C:2017:251, σημεία 67 και 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 48 ) Σκοπός των οδικών χαρτών, οι οποίοι προβλέπονται στο άρθρο 5 της απόφασης 2017/899, είναι, κατά την αιτιολογική σκέψη 20 απόφασης, να «διευκολύνουν τη χρήση της ζώνης συχνοτήτων των 700 MHz για υπηρεσίες επίγειων ασύρματων ευρυζωνικών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εξασφαλίζοντας παράλληλα τη συνέχιση της παροχής των υπηρεσιών τηλεοπτικής μετάδοσης που αποσύρονται από τη ζώνη».

( 49 ) Το εν λόγω κριτήριο προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1031 bis, στοιχείο a, του νόμου 205/2017. Η Cairo Network υποστηρίζει ότι ένα ακόμη κριτήριο, αυτό της αξιοποίησης της «αποκτηθείσας πείρας των φορέων εκμετάλλευσης εθνικών δικτύων στον τομέα», το οποίο προβλέπεται στο στοιχείο e της ίδιας διάταξης και κατά το οποίο πρέπει να λαμβάνεται ειδικότερα υπόψη η «δημιουργία δικτύων ψηφιακής ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης», θα μπορούσε επίσης να συνεπάγεται δυσχέρειες. Εκτιμώ, εντούτοις, ότι, εκ πρώτης όψεως, το συγκεκριμένο κριτήριο είναι επαρκώς ευρύ, ώστε να μη θίγει τις αρμοδιότητες της AGCOM, όπερ απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

( 50 ) Τούτο προκύπτει, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, από το σχέδιο που υποβλήθηκε σε δημόσια διαβούλευση με την απόφαση υπ’ αριθ. 474/18/CONS, της 27ης Σεπτεμβρίου 2018, της AGCOM, το οποίο καταρτίστηκε πριν από την έκδοση του νόμου 145/2018, ο οποίος, επομένως, με τη θέσπιση του άρθρου 1, παράγραφος 1031 bis, του νόμου 205/2017, επανέλαβε, απλώς και μόνον, το κριτήριο μετατροπής που είχε προβλέψει η AGCOM.

( 51 ) Εξάλλου, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας επισημάνσεων, η ίδια η AGCOM εξέφρασε στην Ιταλική Κυβέρνηση την ανάγκη παρέμβασης του νομοθέτη με σκοπό την ανακατανομή του αποθέματος του ενός τρίτου της δυναμικότητας μετάδοσης που προοριζόταν για τους τοπικούς ραδιοτηλεοπτικούς φορείς, ώστε να διατεθεί στη διαδικασία αναδιοργάνωσης της εθνικής ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης, όπως προκύπτει από την απόφαση υπ’ αριθ. 480/14/CONS, η οποία εκδόθηκε πολύ πριν από τον νόμο 205/2017.

( 52 ) Βλ. υποσημείωση 46 των παρουσών προτάσεων.

( 53 ) Βλ. υποσημειώσεις 50 και 51 των παρουσών προτάσεων. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξακριβώσει αν, σύμφωνα με τις κρίσιμες διατάξεις της οδηγίας-πλαισίου, η οργάνωση διαδικασίας επιλογής για την εκ νέου παραχώρηση των ραδιοσυχνοτήτων και, κυρίως, η κατάρτιση των τεχνικών κριτηρίων της εν λόγω διαδικασίας συνιστούν ειδικά ρυθμιστικά καθήκοντα τα οποία έχουν ανατεθεί στις ΕΡΑ στο πλαίσιο της τεχνικής και αμερόληπτης αρμοδιότητάς τους για την άσκηση, μεταξύ άλλων, των ειδικών καθηκόντων που τους ανατίθενται με το άρθρο 8 της οδηγίας-πλαισίου, αποκλειομένης κάθε αδικαιολόγητης παρέμβασης των εθνικών νομοθετών, οι οποίοι πρέπει να περιορίζονται στην έκδοση νομοθετικών πράξεων που καθορίζουν τις αρχές και τους γενικούς κανόνες που συνδέονται με την παραχώρηση των ψηφιακών ραδιοσυχνοτήτων, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία της Ένωσης.

( 54 ) Επ’ αυτού, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η ίδια η AGCOM αναγνώρισε ότι η εξέταση που διενήργησε επηρεάστηκε σε σημαντικό βαθμό από τις διατάξεις του νόμου 205/2017 και, ειδικότερα, από την αναγκαιότητα προσδιορισμού της επιπλέον δυναμικότητας μετάδοσης που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1031 bis, του εν λόγω νόμου.

( 55 ) Συγκεκριμένα, το άρθρο 3, παράγραφοι 3 και 3α, και τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας-πλαισίου.

( 56 ) Ειδικότερα, τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας-πλαισίου, τα άρθρα 3, 5, 7 και 14 της οδηγίας για την αδειοδότηση, τα άρθρα 2 και 4 της οδηγίας για τον ανταγωνισμό, οι αιτιολογικές σκέψεις 11 και 20 της απόφασης 2017/899, καθώς και οι αρχές της ισότητας, της απαγόρευσης των διακρίσεων, της προστασίας του ανταγωνισμού, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αναλογικότητας και της καταλληλότητας.

( 57 ) Εν προκειμένω, το άρθρο 1, παράγραφοι 1030, 1031, 1031 bis, 1031 ter, 1031 quater, 1032, 1033, 1034, 1037 και 1101 έως 1108, του νόμου 205/2017, οι αποφάσεις υπ’ αριθ. 39/19/CONS, 128/19/CONS, 129/19/CONS και 564/2020/CONS της AGCOM καθώς και οι αποφάσεις για την παραχώρηση των δικαιωμάτων χρήσης των συχνοτήτων.

( 58 ) Βλ., μεταξύ άλλων, άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και δʹ, της οδηγίας-πλαισίου.

( 59 ) Βλ., μεταξύ άλλων, άρθρο 5, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας για την αδειοδότηση, άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου και άρθρο 4, σημείο 2, της οδηγίας για τον ανταγωνισμό. Στις αιτιολογικές σκέψεις 11 και 20 της απόφασης 2017/899 διευκρινίζεται, επιπλέον, ότι, στο πλαίσιο της διάθεσης της ζώνης συχνοτήτων των 700 MHz, οι χρήστες της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης πρέπει να απολαμβάνουν μιας μακροπρόθεσμης ρυθμιστικής προβλεψιμότητας, ώστε να μπορούν να εξασφαλίζουν την παροχή και την ανάπτυξη των υπηρεσιών τους και ότι τα κράτη μέλη που σκοπεύουν να διατηρήσουν την επίγεια ψηφιακή τηλεόραση θα πρέπει να εξετάσουν τη δυνατότητα να διευκολύνουν τη μετάβαση σε τεχνολογίες πιο αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος, όπως, για παράδειγμα, την τεχνολογία DVB‑T2.

( 60 ) Πρβλ. απόφαση Persidera (σκέψη 40). Στην υπόθεση εκείνη επρόκειτο για τη μετατροπή των ραδιοσυχνοτήτων στο πλαίσιο της ψηφιακής μετάβασης.

( 61 ) Βλ. άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αδειοδότηση. Επιπλέον, στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου διευκρινίζεται ότι τα κράτη μέλη δεν περιορίζουν ούτε αίρουν δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών ή δικαιώματα χρήσης πριν από τη λήξη της χρονικής περιόδου για την οποία αυτά έχουν χορηγηθεί, εκτός δικαιολογημένων περιπτώσεων.

( 62 ) Αντιθέτως, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, το άρθρο 6 της απόφασης 2017/899 καταλείπει ευρύ περιθώριο εκτίμησης στα κράτη μέλη, καθόσον προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν, κατά περίπτωση και σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, να διασφαλίζουν ότι το άμεσο κόστος της μετάβασης ή της εκ νέου παραχώρησης της χρήσης ραδιοφάσματος αντισταθμίζεται κατάλληλα. Επιπλέον, στο παράρτημα της εν λόγω απόφασης, επισημαίνεται ότι ένας από τους λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν καθυστέρηση της ανακατανομής για διάστημα δύο ετών μπορεί να είναι ότι «το οικονομικό κόστος της μετάβασης υπερβαίνει τα αναμενόμενα έσοδα από τις διαδικασίες ανάθεσης», τούτο δε υποδηλώνει ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα διεξαγωγής διαγωνισμών με αντάλλαγμα.

( 63 ) Πρβλ. απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2008, Centro Europa 7 (C‑380/05, στο εξής: απόφαση Centro Europa 7, EU:C:2008:59, σκέψεις 96 έως 98). Το Δικαστήριο έκρινε ότι τέτοια μέτρα μπορούσαν να παγιώσουν το περιοριστικό αποτέλεσμα για τις επιχειρήσεις που δεν διέθεταν ραδιοσυχνότητες εκπομπής, δεδομένου ότι, περιορίζοντας de facto τον αριθμό των επιχειρήσεων που μπορούσαν να εκπέμπουν στην επίμαχη αγορά, αφενός, τα μέτρα αυτά ήταν ικανά να αποτελέσουν τροχοπέδη στην παροχή υπηρεσιών στον τομέα των τηλεοπτικών μεταδόσεων και, αφετέρου, είχαν ως αποτέλεσμα την παγιοποίηση των δομών της εθνικής αγοράς και την προστασία της θέσης των ημεδαπών επιχειρήσεων που ήδη δραστηριοποιούνταν στην εν λόγω αγορά.

( 64 ) Πρβλ. απόφαση Persidera (σκέψεις 47 έως 49).

( 65 ) Πρβλ. απόφαση Europa Way και Persidera (σκέψη 64). Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν αντιτίθεται επίσης στη δυνατότητα κράτους μέλους, το οποίο σε προγενέστερο χρόνο προέβη σε δωρεάν παραχώρηση των αναλογικών ραδιοσυχνοτήτων, να διενεργήσει διαδικασία επιλογής μέσω δημοπρασίας για την παραχώρηση νέων ψηφιακών ραδιοσυχνοτήτων, δεδομένου ότι, λόγω των διαφορών τεχνολογικής φύσεως μεταξύ, αφενός, των αναλογικών ραδιοσυχνοτήτων και, αφετέρου, των ψηφιακών ραδιοσυχνοτήτων, η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν επιβάλλει πανομοιότυπη μεταχείριση ως προς την παραχώρηση των συχνοτήτων αυτών (πρβλ. απόφαση Europa Way και Persidera, σκέψεις 70 και 71).

( 66 ) Όπως υπογραμμίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, οι συχνότητες που επρόκειτο να παραχωρηθούν υποδιαιρέθηκαν σε τέσσερα μερίδια, καθένα από τα οποία αντιστοιχούσε σε ένα δικαίωμα χρήσης ίσο με το ήμισυ ενός πολυπλέκτη, και διαιρούνταν σε τρεις κατηγορίες: η πρώτη (η οποία περιελάμβανε ένα μερίδιο) προοριζόταν για τη συμμετοχή των νεοεισερχόμενων φορέων και των φορέων εκμετάλλευσης που κατείχαν προηγουμένως ένα μόνο δίκτυο DVB‑T, η δεύτερη (η οποία περιελάμβανε ένα μερίδιο) προοριζόταν για τη συμμετοχή των προμνησθέντων φορέων εκμετάλλευσης και της Persidera (για τους φορείς των δύο πρώτων κατηγοριών εφαρμοζόταν συντελεστής μείωσης κατά 50 % της ελάχιστης τιμής που καθορίστηκε για κάθε μερίδιο) και η τρίτη (η οποία περιελάμβανε τα δύο εναπομένοντα μερίδια) ήταν ανοικτή σε συμμετοχή όλων των παραγόντων της αγοράς. Επιπλέον, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η AGCOM καθόρισε εκ νέου το ανώτατο όριο των δικαιωμάτων χρήσης που μπορούσαν να παραχωρηθούν σε κάθε φορέα εκμετάλλευσης, με αποτέλεσμα τη μείωση από πέντε πολυπλέκτες κατά μέγιστο επί συνόλου 20 στο σύστημα DVB‑T σε τρεις πολυπλέκτες κατά μέγιστο επί συνόλου 12 στο σύστημα DVB‑T2. Η RAI υπογραμμίζει επίσης ότι, με την απόφαση υπ’ αριθ. 25/23/CONS, η AGCOM εφάρμοσε για τους φορείς εκμετάλλευσης που δεν είχαν λάβει μέρος στη διαδικασία έναντι τιμήματος (μεταξύ άλλων, την Europa Way) διαφορετική, δωρεάν, διαδικασία για την παραχώρηση του πολυπλέκτη αριθ. 12.

( 67 ) Αντιθέτως, εκτιμώ ότι, κατ’ αρχήν, η εφαρμογή αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση εν προκειμένω, δεδομένου ότι η διαδικασία ανακατανομής των συχνοτήτων βασίστηκε σε κριτήρια τα οποία δεν καταλείπουν κανένα περιθώριο εκτίμησης στη διοίκηση και προσδιορίζονται σαφώς με τον νόμο και τα μέτρα εφαρμογής του νόμου, τα οποία έλαβαν η AGCOM ή το Υπουργείο Επιχειρήσεων και Made in Italy.

( 68 ) Πρβλ. απόφαση Persidera (σκέψη 55).

( 69 ) Το αιτούν δικαστήριο κάνει επανειλημμένως λόγο για «μικρού μεγέθους φορείς εκμετάλλευσης», φράση η οποία καταλαμβάνει το σύνολο των φορέων «ενός δικτύου».

( 70 ) Βλ., μεταξύ άλλων, υποσημείωση 61 των παρουσών προτάσεων.

( 71 ) Συναφώς, από τις αποφάσεις περί παραπομπής προκύπτει ότι η AGCOM θεώρησε, κατ’ ουσίαν, ότι ο μαθηματικός συντελεστής μετατροπής 0,54 ήταν τεχνικώς εφικτός, αλλά δεν τον εφάρμοσε διότι θα συνεπαγόταν τη διάθεση και των 12 νέων δικτύων DVB‑T2 βάσει δωρεάν μετατροπής, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κανένα δίκτυο προς παραχώρηση με τη διαδικασία βάσει δημοπρασίας που προέβλεψε ο εθνικός νομοθέτης.

( 72 ) Υπό τις περιστάσεις αυτές, κριτήριο μετατροπής το οποίο είναι ευνοϊκότερο για τους μικρού μεγέθους φορείς εκμετάλλευσης δεν θα εδικαιολογείτο βάσει του κριτηρίου της αναλογικότητας, αλλά μπορεί ενδεχομένως να δικαιολογείται βάσει του κριτηρίου της απαγόρευσης των διακρίσεων, σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει την αναγκαιότητα λήψης ασύμμετρων μέτρων υπέρ των μικρού μεγέθους φορέων εκμετάλλευσης. Για παράδειγμα, η Europa Way υποστηρίζει ότι έτυχε δυσμενούς μεταχείρισης, επειδή έλαβε δικαιώματα μετάδοσης σε δίκτυο (τον πολυπλέκτη αριθ. 12) το οποίο δεν έχει τη δυνατότητα να καλύψει σημαντικό μέρος του εδάφους και του πληθυσμού της χώρας, καθώς και ότι είναι ο μόνος φορέας εκμετάλλευσης ο οποίος εξέπεμπε πάντοτε σε τεχνολογία DVB‑T2, με αποτέλεσμα η εφαρμογή του συντελεστή μετατροπής 0,5 να της προκαλέσει απώλεια μεγαλύτερη από εκείνη που υπέστησαν οι λοιποί φορείς εκμετάλλευσης.

( 73 ) Η Ιταλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι οι φορείς εκμετάλλευσης που ενδεχομένως βρέθηκαν σε μειονεκτική θέση μπορούσαν επίσης να αντισταθμίσουν τα μειονεκτήματα επιλέγοντας, αντί της συμμετοχής στη διαδικασία παραχώρησης μέσω δημοπρασίας, τον μηχανισμό της εμπορικής συμφωνίας με άλλους φορείς εκμετάλλευσης κατόχους παρόμοιων δικαιωμάτων χρήσης. Εντούτοις, η Europa Way υπογραμμίζει ότι η αύξηση του αριθμού των πολυπλεκτών που είναι διαθέσιμοι στο ακέραιο για τους φορείς εκμετάλλευσης «πολλαπλών δικτύων» αντιστοιχεί, για τους φορείς εκμετάλλευσης «ενός δικτύου», στην παραχώρηση του ημίσεος ενός πολυπλέκτη, με αποτέλεσμα να επιβάλλεται υποχρέωση «αναγκαστικής συγκατοίκησης», για τη διαχείριση ενός πολυπλέκτη, σε δύο φορείς εκμετάλλευσης, οι οποίοι ασκούσαν προηγουμένως τη δραστηριότητά τους με πλήρη αυτονομία και ανεξαρτησία, και να δημιουργείται ανισορροπία μεταξύ των διαφόρων φορέων εκμετάλλευσης.

( 74 ) Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της μετάβασης από τα αναλογικά στα ψηφιακά δίκτυα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η τεχνική αδυναμία διαίρεσης των ραδιοσυχνοτήτων μπορεί να δικαιολογήσει, προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν κατακερματισμός, την παραχώρηση αριθμού ψηφιακών δικτύων μικρότερου ή μεγαλύτερου από τον αριθμό των ήδη λειτουργούντων αναλογικών τηλεοπτικών δικτύων (πρβλ. απόφαση Persidera, σκέψη 54). Εν προκειμένω, οι εκκαλούσες των κύριων δικών υπογραμμίζουν ότι ο συντελεστής μετατροπής 0,5 περιάγει σε μειονεκτική θέση τους μικρού μεγέθους φορείς εκμετάλλευσης λόγω της τεχνικής αδυναμίας διαίρεσης των συχνοτήτων, στοιχείο το οποίο συνεπάγεται την αναγκαιότητα, για τους φορείς εκμετάλλευσης που διαθέτουν το ήμισυ ενός πολυπλέκτη, να συνάψουν συμφωνίες με άλλους φορείς εκμετάλλευσης, με αποτέλεσμα να εμποδίζονται να διαχειριστούν τις συχνότητες κατά τρόπο ανεξάρτητο.

( 75 ) Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει επικρίνει την εφαρμογή συντελεστή μετατροπής ο οποίος, μολονότι τυπικώς ενιαίος, κατέληγε εντούτοις σε δυσανάλογα αποτελέσματα μεταξύ, αφενός, της RAI και της Mediaset και, αφετέρου, της Persidera (απόφαση Persidera, σκέψεις 48 και 49). Μολονότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στις υποθέσεις των κύριων δικών, διερωτώμαι αν ένα αυστηρό κριτήριο αναλογικότητας κατά την παραχώρηση των δικτύων DVB‑T2 (κατά το οποίο κάθε πολυπλέκτης που χρησιμοποιούνταν προηγουμένως αντιστοιχεί στο ήμισυ ενός νέου πολυπλέκτη) αρκεί για τη διασφάλιση του σκοπού της προαγωγής του ανταγωνισμού και της τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, δεδομένου ότι το εν λόγω κριτήριο παρέχει στους μεγάλου μεγέθους φορείς εκμετάλλευσης τη δυνατότητα να διατηρήσουν, σε απόλυτους όρους, τη θέση τους στην αγορά.

( 76 ) Το αιτούν δικαστήριο προσδιορίζει κατ’ ουσίαν τρία είδη παρανομιών που επηρέασαν τη ρύθμιση της ιταλικής αγοράς υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης: κατ’ αρχάς, πριν από τη μετάβαση στην επίγεια ψηφιακή τηλεόραση, η RAI και η Mediaset διέθεταν, παρανόμως, αναλογικά τηλεοπτικά δίκτυα καθ’ υπέρβαση των ορίων που θέτει το εθνικό δίκαιο περί ανταγωνισμού· εν συνεχεία, η Europa 7 (νυν Europa Way) κατέστη παραχωρησιούχος χωρίς να λάβει, στην πράξη, κάποια συχνότητα που θα της παρείχε πραγματική δυνατότητα εκπομπής (η κατάσταση αυτή αποτέλεσε αντικείμενο της απόφασης Centro Europa 7 και της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 7ης Ιουνίου 2012, Centro Europa 7 και Di Stefano κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2012:0607JUD003843309) και, τέλος, κατά τη μετάβαση προς την επίγεια ψηφιακή τηλεόραση, αφενός, η διαδικασία για τη δωρεάν παραχώρηση των νέων συχνοτήτων αρχικώς ανεστάλη και εν συνεχεία ακυρώθηκε από τον Ιταλό νομοθέτη και, αφετέρου, οι συντελεστές μετατροπής που χρησιμοποιήθηκαν για την ψηφιακή μετάβαση είχαν περιαγάγει την Persidera σε μειονεκτική θέση σε σχέση με την RAI και τη Mediaset (οι συγκεκριμένες παρανομίες αποτέλεσαν αντικείμενο των αποφάσεων Europa Way και Persidera και Persidera, αντιστοίχως).

( 77 ) Συγκεκριμένα, αποφάσεις Centro Europa 7, Europa Way και Persidera και Persidera.

( 78 ) Με την απόφαση Persidera, για παράδειγμα, το Δικαστήριο έκρινε ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης, ένας και μόνο πολυπλέκτης θα αρκούσε ώστε να μπορέσουν φορείς εκμετάλλευσης όπως η RAI και η Mediaset να διασφαλίσουν, με ανάλογη ποιότητα, τη συνέχεια του προγράμματος των τριών αναλογικών τηλεοπτικών δικτύων τους και ότι η παραχώρηση, στους εν λόγω φορείς εκμετάλλευσης, δεύτερου πολυπλέκτη έβαινε πέραν αυτού που ήταν αναγκαίο προς τον σκοπό αυτό (απόφαση Persidera, σκέψη 55).

( 79 ) Επ’ αυτού, υπενθυμίζεται ότι οι ιταλικές αρχές είχαν λάβει μέτρα για την αντιστάθμιση των προβλημάτων της ιταλικής αγοράς αναλογικής τηλεόρασης, τα οποία συνίσταντο, μεταξύ άλλων, στην επιβολή προσωρινών συγκεκριμένων υποχρεώσεων στην RAI και στη Mediaset ή στην προτιμησιακή μεταχείριση των ανταγωνιστών τους στο πλαίσιο των διαδικασιών παραχώρησης νέων δικαιωμάτων χρήσης. Εντούτοις, τα εν λόγω αντισταθμιστικά μέτρα δεν αφορούσαν την Persidera, δεδομένου ότι η παρανομία που την αφορά εμφανίστηκε αργότερα και δεδομένου ότι η Persidera διαθέτει, εν πάση περιπτώσει, τον ανώτατο αριθμό δικαιωμάτων χρήσης που επιτρέπεται από τους ιταλικούς κανόνες κατά των συγκεντρώσεων.

( 80 ) Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, και όπως απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, κατ’ αρχάς, η Europa Way έλαβε τελικώς έναν πολυπλέκτη τεχνολογίας DVB‑T, ο οποίος αντιστοιχεί στα δικαιώματα χρήσης που μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να λάβει κατά την ψηφιακή μετάβαση (εντούτοις, η Europa Way υποστηρίζει ότι ο συγκεκριμένος πολυπλέκτης είναι ανεπαρκής)· εν συνεχεία, η Persidera κατείχε, πριν από τη διάθεση της ζώνης συχνοτήτων των 700 MHz, τον ανώτατο αριθμό πολυπλεκτών τεχνολογίας DVB‑T τον οποίο ένας φορέας εκμετάλλευσης μπορούσε να κατέχει σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία και διατήρησε τη θέση αυτή μετά τη μετάβαση στην τεχνολογία DVB‑T2 και, τέλος, η Cairo Network δεν επηρεάζεται άμεσα από τις ανωτέρω παρανομίες, δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος φορέας εκμετάλλευσης εισήλθε στην αγορά μεταγενέστερα, στο πλαίσιο της διαγωνιστικής διαδικασίας που προκηρύχθηκε το 2014 στην οποία απέκτησε τα δικαιώματα χρήσης των συχνοτήτων που κατέχει.

( 81 ) Επ’ αυτού, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η AGCOM είχε αναγνωρίσει ότι, για τη συμμόρφωση προς τις εθνικές και ενωσιακές δικαστικές αποφάσεις, δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν περαιτέρω μέτρα διαρθρωτικής φύσης, τα οποία εν τέλει θα αλληλεπικαλύπτονταν και θα σωρεύονταν με τα μέτρα που λήφθηκαν στο διάστημα από το 2005 έως το 2012.

( 82 ) Για παράδειγμα, λαμβανομένου υπόψη του περιορισμένου αριθμό διαθέσιμων πολυπλεκτών, η αύξηση του συντελεστή μετατροπής για τους μικρού μεγέθους φορείς εκμετάλλευσης, ιδίως μέσω της μετατροπής βάσει ισοδυναμίας, θα είχε υποχρεωτικώς ως αποτέλεσμα τη μείωση του συντελεστή μετατροπής για τους φορείς εκμετάλλευσης «πολλαπλών δικτύων», κάτι το οποίο ενδεχομένως θα ήταν, από τεχνικής απόψεως, περίπλοκο ή ακόμη και ανέφικτο.

( 83 ) Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει, πρώτον, ότι η Cairo Network είχε εξασφαλίσει την παραχώρηση δικαιωμάτων χρήσης των συχνοτήτων για τα συστήματα DVB (DVB‑T ή τις μεταγενέστερες τεχνολογικές εξελίξεις του) στο πλαίσιο διαδικασίας επιλογής μέσω δημοπρασίας η οποία διεξήχθη το 2014, ενώ ήταν ήδη γνωστό ότι μέρος των συχνοτήτων που αποτελούσαν αντικείμενο της εν λόγω διαδικασίας επρόκειτο να αποτελέσει μεταγενέστερα αντικείμενο της διάθεσης της ζώνης συχνοτήτων των 700 MHz, και, δεύτερον, ότι η πρόσκληση υποβολής υποψηφιότητας προέβλεπε ρητώς ότι, κατά τον χρόνο αποδέσμευσης των συχνοτήτων, ο ανάδοχος θα λάμβανε ισοδύναμη (από απόψεως κάλυψης και διάρκειας) συχνότητα με εκείνη που του είχε παραχωρηθεί.

( 84 ) Βλ. απόφαση Europa Way και Persidera (σκέψεις 79 και 80 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 85 ) Βλ. απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Global Starnet (C‑322/16, EU:C:2017:985, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Υπό διαφορετικές συνθήκες, αλλά στο ίδιο πνεύμα, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι το πεδίο εφαρμογής της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν μπορεί να διευρυνθεί τόσο ώστε να παρακωλύεται γενικά η εφαρμογή των νέων ρυθμίσεων επί των μελλοντικών αποτελεσμάτων των καταστάσεων που έχουν δημιουργηθεί υπό το κράτος προγενέστερης ρύθμισης (απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2015, A2A,C‑89/14, EU:C:2015:537, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία) και ότι, όταν ένας συνετός και επιμελής επιχειρηματίας είναι σε θέση να προβλέψει τη θέσπιση μέτρου ικανού να βλάψει τα συμφέροντά του, δεν μπορεί να επικαλεστεί την αρχή αυτή μετά τη λήψη ενός τέτοιου μέτρου και ότι, επιπροσθέτως, οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να τρέφουν δικαιολογημένα προσδοκίες ως προς τη διατήρηση υφισταμένης κατάστασης, η οποία μπορεί να μεταβληθεί στο πλαίσιο της άσκησης της εξουσίας εκτίμησης που διαθέτουν τα εθνικά όργανα (απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Plantanol,C‑201/08, EU:C:2009:539, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ επίσης, τις πρόσφατες προτάσεις μου στην υπόθεση Secab (C‑423/23, EU:C:2025:63, σημεία 52 και 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 86 ) Εάν, αντιθέτως, η εξέταση που θα διενεργήσει το αιτούν δικαστήριο το οδηγήσει στη διαπίστωση ότι η Cairo Network έλαβε ισοδύναμη δυναμικότητα διαβίβασης μόνον στο πλαίσιο της διαδικασίας παραχώρησης έναντι τιμήματος, θα πρέπει να εξεταστεί η αναγκαιότητα αποζημίωσης του εν λόγω φορέα εκμετάλλευσης για τα έξοδα που ενδεχομένως πραγματοποίησε προκειμένου να διατηρήσει την εν λόγω δυναμικότητα μετάδοσης.

( 87 ) Ειδικότερα, τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας-πλαισίου, τα άρθρα 3, 5, 7 και 14 της οδηγίας για την αδειοδότηση, τα άρθρα 2 και 4 της οδηγίας για τον ανταγωνισμό καθώς και οι αιτιολογικές σκέψεις 11 και 20 της απόφασης 2017/899.