Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΡΑΝΤΟΥ

της 21ης Μαΐου 2026 (1)

Υπόθεση C‑730/23

Δημοκρατία της Πολωνίας

κατά

Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

« Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρο 259 ΣΛΕΕ – Κανονισμός (ΕΚ) 1013/2006 – Μεταφορές αποβλήτων – Άρθρο 24, παράγραφος 2 – Παραλαβή κατόπιν επιστροφής αποβλήτων από την αρμόδια αρχή αποστολής σε περίπτωση παράνομης μεταφοράς – Άρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να διασφαλίσει, εντός προθεσμίας 30 ημερών, την παραλαβή κατόπιν επιστροφής αποβλήτων που μεταφέρθηκαν από τη Γερμανία προς την Πολωνία – Άρθρο 28 – Διαφωνία ως προς την ταξινόμηση – Υποχρέωση του οικείου κράτους μέλους να θεωρήσει τα επίμαχα απόβλητα ως απόβλητα του παραρτήματος ΙV του εν λόγω κανονισμού – Άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ – Αρχή της καλόπιστης συνεργασίας »






I.      Εισαγωγή

1.        Με την προσφυγή της, η Δημοκρατία της Πολωνίας, υποστηριζόμενη εν μέρει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, από τον κανονισμό (ΕΚ) 1013/2006 (2), καθώς και από το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, στο πλαίσιο πλειόνων μεταφορών αποβλήτων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από τη Γερμανία προς έξι τοποθεσίες στην Πολωνία.

2.        Το κύριο επίδικο ζήτημα στην υπό κρίση υπόθεση έγκειται στην εφαρμογή των αρχών της ελεύθερης διεξαγωγής και της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων στο πλαίσιο του εν λόγω κανονισμού, επ’ αφορμή μίας εκ των σπανίων διαδικασιών προσφυγής λόγω παραβάσεως που έχουν κινηθεί από κράτος μέλος.

II.    Το νομικό πλαίσιο

3.        Το άρθρο 24 του κανονισμού 1013/2006, το οποίο φέρει τον τίτλο «Παραλαβή κατόπιν επιστροφής σε περίπτωση που η μεταφορά είναι παράνομη», ορίζει στις παραγράφους 1 έως 3 τα εξής:

«1.      Σε περίπτωση που αρμόδια αρχή ανακαλύπτει μεταφορά που κρίνει ότι είναι παράνομη μεταφορά, ενημερώνει αμέσως τις λοιπές οικείες αρμόδιες αρχές.

2.      Εάν, για την παράνομη μεταφορά, υπεύθυνος είναι ο κοινοποιών, η αρμόδια αρχή αποστολής μεριμνά ώστε τα εν λόγω απόβλητα:

α)      να παραλαμβάνονται κατόπιν επιστροφής από τον de facto κοινοποιούντα· ή, εάν δεν έχει πραγματοποιηθεί κοινοποίηση,

β)      να παραλαμβάνονται κατόπιν επιστροφής από τον de jure κοινοποιούντα· ή, εάν αυτό δεν είναι πρακτικά δυνατόν,

γ)      να παραλαμβάνονται κατόπιν επιστροφής από την ίδια την αρμοδία αρχή αποστολής ή από φυσικό η νομικό πρόσωπο για λογαριασμό της· ή, εάν αυτό δεν είναι πρακτικά δυνατόν,

δ)      εναλλακτικά, να αξιοποιούνται ή να διατίθενται στη χώρα προορισμού ή αποστολής από την ίδια την αρμόδια αρχή αποστολής ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό της· ή, εάν αυτό δεν είναι πρακτικά δυνατόν,

ε)      εναλλακτικά, να αξιοποιούνται ή να διατίθενται σε άλλη χώρα από την ίδια την αρμόδια αρχή αποστολής ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό της, εάν συμφωνούν όλες οι οικείες αρμόδιες αρχές.

Αυτή η παραλαβή κατόπιν επιστροφής, αξιοποίηση ή διάθεση πρέπει να γίνεται εντός 30 ημερών ή εντός κάθε άλλης προθεσμίας, η οποία ενδεχομένως συμφωνείται από τις οικείες αρμόδιες αρχές, αφότου η αρμόδια αρχή αποστολής αντιληφθεί την παράνομη μεταφορά, ή ενημερωθεί εγγράφως από τις αρμόδιες αρχές προορισμού ή διαμετακόμισης σχετικά με αυτή και ενημερωθεί για τον (τους) σχετικό(-ούς) λόγο(-ους). Τέτοιου είδους ενημέρωση μπορεί να προέρχεται από πληροφορίες που έχουν υποβληθεί στις αρμόδιες αρχές προορισμού ή διαμετακόμισης, μεταξύ άλλων, από άλλες αρμόδιες αρχές.

[...]

3.      Εάν, για την παράνομη μεταφορά, υπεύθυνος είναι ο παραλήπτης, η αρμόδια αρχή προορισμού διασφαλίζει ότι τα εν λόγω απόβλητα αξιοποιούνται ή διατίθενται με περιβαλλοντικά ορθό τρόπο:

α)      από τον παραλήπτη· ή, εάν αυτό δεν είναι πρακτικά δυνατόν,

β)      από την ίδια την αρμόδια αρχή ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό της.

[...]»

4.        Το άρθρο 28 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαφωνία σε θέματα ταξινόμησης», ορίζει στην παράγραφο 2 τα εξής:

«Εάν οι αρμόδιες αρχές αποστολής και προορισμού δεν μπορούν να συμφωνήσουν σχετικά με την ταξινόμηση των κοινοποιημένων αποβλήτων, όπως αυτά απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ, ΙΙΙΑ, ΙΙΙΒ ή IV, τα απόβλητα θεωρείται ότι απαριθμούνται στο παράρτημα IV.»

III. Το ιστορικό της διαφοράς και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

5.        Κατά τα έτη 2015 έως 2019, οι πολωνικές αρχές διαπίστωσαν την παρουσία αποβλήτων τα οποία, κατά την εκτίμησή τους, είχαν μεταφερθεί στο πλαίσιο «παράνομης μεταφοράς», κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 35, του κανονισμού 1013/2006, από τη Γερμανία προς έξι τοποθεσίες κείμενες στην Πολωνία, και συγκεκριμένα: την τοποθεσία υπ’ αριθ. 1 (Tuplice), την τοποθεσία υπ’ αριθ. 2 (Stary Jawor), την τοποθεσία υπ’ αριθ. 3 (Sobolew), την τοποθεσία υπ’ αριθ. 4 (Gliwice), την τοποθεσία υπ’ αριθ. 5 (Sarbia) και την τοποθεσία υπ’ αριθ. 6 (Bzowo).

6.        Μετά από άγονα αιτήματα των πολωνικών αρχών προς τις γερμανικές αρχές για την παραλαβή κατόπιν επιστροφής των επίμαχων αποβλήτων, η Δημοκρατία της Πολωνίας υπέβαλε, στις 26 Ιουλίου 2023, καταγγελία στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 259, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, αιτούμενη την έκδοση αιτιολογημένης γνώμης για τον λόγο ότι η άρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να παραλάβει κατόπιν επιστροφής τα εν λόγω απόβλητα συνιστούσε παραβίαση του δικαίου της Ένωσης (3).

7.        Η Επιτροπή, αφού εξέτασε τις γραπτές παρατηρήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και αφού τόσο η τελευταία όσο και η Δημοκρατία της Πολωνίας διατύπωσαν τις απόψεις τους ενώπιόν της, εξέδωσε στις 18 Οκτωβρίου 2023 αιτιολογημένη γνώμη με την οποία:

–        πρώτον, έκρινε ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είχε, αφενός, παραβεί την υποχρέωσή της να παραλάβει κατόπιν επιστροφής, εντός προθεσμίας 30 ημερών, τα απόβλητα που είχαν μεταφερθεί παρανόμως στην τοποθεσία υπ’ αριθ. 1 (4) και, αφετέρου, είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπείχε όσον αφορά την αξιοποίηση αποβλήτων υπαγόμενων στην καταχώριση 17 08 02, σε σχέση με τη μεταφορά που διοργανώθηκε από δύο γερμανικές επιχειρήσεις προς την τοποθεσία υπ’ αριθ. 2 (5),

–        δεύτερον, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσει παραβίαση του δικαίου της Ένωσης ως προς τις λοιπές αιτιάσεις που αφορούσαν τις τοποθεσίες υπ’ αριθ. 2 έως 6, και,

–        τρίτον, απέρριψε τις αιτιάσεις περί παραβάσεως του άρθρου 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 1013/2006 και του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ.

IV.    Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

8.        Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Νοεμβρίου 2023, η Δημοκρατία της Πολωνίας άσκησε την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 259 ΣΛΕΕ. Ζητεί από το Δικαστήριο, αφενός, να διαπιστώσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης στο πλαίσιο παράνομων μεταφορών αποβλήτων προς την Πολωνία και, αφετέρου, να καταδικάσει το εν λόγω κράτος μέλος στα δικαστικά έξοδα.

9.        Με απόφαση της 18ης Απριλίου 2024, επετράπη στην Επιτροπή να παρέμβει υπέρ της Δημοκρατίας της Πολωνίας (6).

10.      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Πολωνίας στα δικαστικά έξοδα.

V.      Ανάλυση

11.      Η Δημοκρατία της Πολωνίας προβάλλει τρεις αιτιάσεις κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, υποστηρίζοντας ότι η τελευταία, πρώτον, παρέβη την υποχρέωση που υπέχει για παραλαβή κατόπιν επιστροφής των παρανόμως μεταφερθέντων αποβλήτων σύμφωνα με τον κανονισμό 1013/2006 (7), δεύτερον, παρέβη την υποχρέωση να θεωρήσει τα συγκεκριμένα απόβλητα ως απόβλητα απαριθμούμενα στο παράρτημα IV του εν λόγω κανονισμού (8), και, τρίτον, παρέβη την υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας που υπέχει, καθόσον παρέλειψε να λάβει μέτρα προς διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών σε σχέση με την παράνομη μεταφορά αποβλήτων (9).

Α.      Επί της πρώτης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται παράβαση της υποχρέωσης παραλαβής κατόπιν επιστροφής των παρανόμως μεταφερθέντων αποβλήτων

1.      Εισαγωγικές παρατηρήσεις

12.      Με την πρώτη αιτίασή της, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 1013/2006, παραλείποντας να προβεί στην παραλαβή κατόπιν επιστροφής των επίμαχων αποβλήτων (10).

13.      Συναφώς, κατά πρώτον, θα ήθελα να επισημάνω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 191, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και λαμβάνει υπόψη την ποικιλομορφία καταστάσεων στις διάφορες περιοχές της Ένωσης. Η πολιτική αυτή στηρίζεται στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, στην αρχή της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος κατά προτεραιότητα στην πηγή, καθώς και στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» (11). Από τις αρχές αυτές συνάγεται, κατά τη γνώμη μου, ότι οι επιχειρήσεις που παράγουν απόβλητα υπέχουν αυξημένη ευθύνη όταν οργανώνουν τη μεταφορά των αποβλήτων εκτός του κράτους μέλους στο οποίο αυτά παρήχθησαν.

14.      Επ’ αυτής της βάσεως, ο κανονισμός 1013/2006 επιδιώκει, μεταξύ άλλων, τον σκοπό της περιβαλλοντικά ορθολογικής διαχείρισης των αποβλήτων, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 8, του κανονισμού (12), όπερ συνεπάγεται επίσης, όπως προκύπτει από το άρθρο 2, σημείο 34, ότι η μεταφορά των αποβλήτων πρέπει να πραγματοποιείται αποκλειστικά με σκοπό την αξιοποίηση ή τη διάθεσή τους (13).

15.      Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 3 του κανονισμού, το οποίο διέπει, κατά κύριο λόγο, τις διαδικασίες μεταφοράς, προβλέπει, στην παράγραφο 1, τη «διαδικασία της προηγούμενης γραπτής κοινοποίησης και συγκατάθεσης» για τις μεταφορές αποβλήτων που προορίζονται για εργασίες διάθεσης και για πολυάριθμες κατηγορίες αποβλήτων που προορίζονται για εργασίες αξιοποίησης, καθώς και, στην παράγραφο 2, τη «διαδικασία ενημέρωσης», η οποία διέπεται από το άρθρο 18 του κανονισμού και περιορίζεται, όσον αφορά τις λοιπές μεταφορές αποβλήτων (ποσότητας άνω των 20 κιλών) που περιλαμβάνονται στον «πράσινο» κατάλογο αποβλήτων (14), στην υποχρέωση συμπλήρωσης ενός εντύπου και στη σύναψη σύμβασης μεταξύ του προσώπου που διοργανώνει τη μεταφορά και του παραλήπτη, σχετικά με την αξιοποίηση των αποβλήτων (15), τα δε έγγραφα αυτά πρέπει να συντάσσονται σύμφωνα με τις οδηγίες του εντύπου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα VII του κανονισμού (στο εξής: έντυπο του παραρτήματος VII).

16.      Σε περίπτωση παράνομης μεταφοράς αποβλήτων, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 35, του κανονισμού 1013/2006 (16), το άρθρο 24, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι, εάν για την παράνομη μεταφορά υπεύθυνος είναι ο κοινοποιών, η αρμόδια αρχή αποστολής μεριμνά ώστε τα απόβλητα να παραλαμβάνονται κατόπιν επιστροφής κατ’ αρχήν εντός 30 ημερών ή εντός κάθε άλλης προθεσμίας η οποία ενδεχομένως συμφωνείται από τις οικείες αρμόδιες αρχές και τρέχει από την ημέρα κατά την οποία η αρμόδια αρχή αποστολής αντιλήφθηκε τη μεταφορά ή ενημερώθηκε σχετικά από τις αρμόδιες αρχές προορισμού.

17.      Κατά δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη της προβαλλόμενης παραβάσεως και να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εκ μέρους του διαπίστωση της παραβάσεως, χωρίς η Επιτροπή να μπορεί να στηριχθεί σε οποιοδήποτε τεκμήριο (17). Οι ίδιες αρχές εφαρμόζονται και όταν η προσφυγή λόγω παραβάσεως ασκείται από κράτος μέλος κατά την έννοια του άρθρου 259 ΣΛΕΕ (18). Συνεπώς, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Δημοκρατία της Πολωνίας πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα ακριβώς των ανωτέρω σκέψεων, καθώς και υπό το πρίσμα των αρχών της ελεύθερης διεξαγωγής των αποδείξεων και της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων, όπως αυτές έχουν κατοχυρωθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου (19).

18.      Εν προκειμένω, κατά τους ισχυρισμούς της Δημοκρατίας της Πολωνίας, τα επίμαχα απόβλητα μεταφέρθηκαν από τη Γερμανία στην Πολωνία στο πλαίσιο της διαδικασίας ενημέρωσης, κατά παρέκκλιση από τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο κανονισμός 1013/2006 τόσο ως προς την κατηγορία των αποβλήτων που μπορούσαν να μεταφερθούν σύμφωνα με την εν λόγω διαδικασία όσο και ως προς τις άδειες που διέθεταν οι επιφορτισμένες με την επεξεργασία τους επιχειρήσεις. Όσον αφορά την τοποθεσία υπ’ αριθ. 1, δεδομένου ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αναγνωρίζει την ύπαρξη παράνομων μεταφορών, η ένδικη διαφορά αφορά αποκλειστικά το ζήτημα εάν το εν λόγω κράτος μέλος παρέβη την προθεσμία για την παραλαβή κατόπιν επιστροφής των εν λόγω αποβλήτων, ενώ, όσον αφορά τις τοποθεσίες υπ’ αριθ. 2 έως 6, πρέπει να εξεταστεί η ίδια η ύπαρξη των φερόμενων ως παράνομων μεταφορών που καταλογίζονται στις εμπλεκόμενες γερμανικές επιχειρήσεις. Θα αναλύσω χωριστά τις δύο αυτές περιπτώσεις.

2.      Σχετικά με την τοποθεσία υπ’ αριθ. 1 (Tuplice)

19.      Η Δημοκρατία της Πολωνίας προσάπτει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ότι παρέβη την υποχρέωσή της να παραλάβει κατόπιν επιστροφής, εντός της προθεσμίας των 30 ημερών, περίπου 20 000 τόνους αποβλήτων σκωρίας ψευδαργύρου που είχαν μεταφερθεί παρανόμως (20).

20.      Οι διάδικοι, καθώς και η Επιτροπή, αναγνωρίζουν ότι τα επίμαχα απόβλητα αποτέλεσαν αντικείμενο παράνομης μεταφοράς (21) και συμφωνούν στο ότι η παραλαβή των αποβλήτων ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 2024 (22).

21.      Εκτιμώ εκ προοιμίου ότι πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σύμφωνα με τα οποία η προσφυγή είναι απαράδεκτη ή έχει καταστεί άνευ αντικειμένου για τον λόγο ότι η παραλαβή κατόπιν επιστροφής των αποβλήτων έχει εν τω μεταξύ ολοκληρωθεί. Πράγματι, στο πλαίσιο διακρατικής προσφυγής λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 259 ΣΛΕΕ, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα της καταστάσεως του καθού κράτους μέλους όπως αυτή είχε κατά τον χρόνο που η Επιτροπή επελήφθη της υποθέσεως, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 259 ΣΛΕΕ (23). Εν προκειμένω, κατά τον χρόνο εκείνον, η προθεσμία για την παραλαβή κατόπιν επιστροφής είχε προ πολλού παρέλθει (24).

22.      Κατά πρώτον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι οι αποφάσεις των αρμόδιων εθνικών αρχών δυνάμει των οποίων επιβλήθηκε στην εταιρία που πραγματοποίησε τις μεταφορές η υποχρέωση να παραλάβει κατόπιν επιστροφής τα επίμαχα απόβλητα αποτέλεσαν αντικείμενο ένδικης διαδικασίας. Υποστηρίζει επίσης ότι η παραλαβή μιας τόσο μεγάλης ποσότητας αποβλήτων απαιτούσε διάστημα αρκετών μηνών, λόγω υλικοτεχνικών περιορισμών και λόγω της ανάγκης να διοργανωθεί διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης σύμφωνα με τους κανόνες της Ένωσης. Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων αυτών, η προθεσμία των 30 ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 24, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1013/2006 δεν θα μπορούσε, κατά την ίδια, να έχει εφαρμογή.

23.      Συναφώς, σημειώνεται ότι το άρθρο 24, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού δεν προβλέπει καμία εξαίρεση ούτε λόγους που να επιτρέπουν την αναστολή της επίμαχης προθεσμίας, περιλαμβανομένων τυχόν λόγων σχετικών με τον όγκο των αποβλήτων, η μόνη δε παρεχόμενη συναφώς δυνατότητα συνίσταται στον καθορισμό εναλλακτικής προθεσμίας από τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές (25). Εν πάση περιπτώσει, η μη τήρηση προθεσμίας στο πλαίσιο καθυστέρησης η οποία, όπως εν προκειμένω, αγγίζει τα δέκα έτη, δεν δύναται να δικαιολογηθεί ούτε από λόγους υλικοτεχνικής υποστήριξης ούτε από το επιχείρημα ότι το μέγεθος της ποσότητας των αποβλήτων επέβαλε τη διοργάνωση ευρωπαϊκής διαδικασίας δημόσιου διαγωνισμού (26).

24.      Κατά δεύτερον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει ότι, κατά το στάδιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, υφίστατο συμφωνία μεταξύ των μερών, δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 1013/2006, ως προς το αν ήταν σκόπιμο να αναμένουν την έκβαση της ένδικης διαδικασίας πριν από την παραλαβή κατόπιν επιστροφής των επίμαχων αποβλήτων, ισχυρισμός ο οποίος, ωστόσο, αμφισβητείται από τις πολωνικές αρχές (27). Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επικαλείται συναφώς την ανταλλαγείσα μεταξύ των πολωνικών και των γερμανικών αρχών αλληλογραφία, στο πλαίσιο της οποίας οι πολωνικές αρχές φέρεται να συντάχθηκαν με την απόφαση να αναμείνουν την έκβαση της εκκρεμούς ένδικης διαδικασίας και να μην αξιώσουν από τις γερμανικές αρχές την παραλαβή κατόπιν επιστροφής των αποβλήτων πριν από την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας (28).

25.      Από την αλληλογραφία αυτή προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, ότι οι πολωνικές αρχές δεν είχαν εκδηλώσει την πρόθεση να παραπέμψουν αμέσως το ζήτημα ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα μπορούσε επομένως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, οι πολωνικές αρχές ανέμεναν την έκβαση της εκκρεμούς στη Γερμανία ένδικης διαδικασίας. Εντούτοις, από την ως άνω αλληλογραφία δεν προκύπτει κατά τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο ότι οι πολωνικές αρχές είχαν συμφωνήσει να αναμείνουν έως το πέρας της εν λόγω διαδικασίας. Εξάλλου, συνομολογείται από τους διαδίκους ότι, το αργότερο κατά την ακρόασή τους ενώπιον της Επιτροπής στις 20 Σεπτεμβρίου 2023, οι πολωνικές αρχές είχαν δηλώσει ρητώς ότι τέτοια συμφωνία δεν υφίστατο. Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι η ύπαρξη συμφωνίας ως προς τη σκοπιμότητα αναμονής της έκβασης της ένδικης διαδικασίας, όπως προβάλλεται από τη Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν αποδείχθηκε επαρκώς κατά νόμον.

26.      Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω να γίνει δεκτή η πρώτη αιτίαση όσον αφορά την τοποθεσία υπ’ αριθ. 1 (Tuplice).

3.      Σχετικά με τις τοποθεσίες υπ’ αριθ. 2 έως 6

27.      Όσον αφορά τις τοποθεσίες υπ’ αριθ. 2 έως 6, η Δημοκρατία της Πολωνίας προσάπτει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ότι παρέβη τις διατάξεις περί παραλαβής κατόπιν επιστροφής των παρανόμως μεταφερθέντων αποβλήτων (29), ενώ η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αμφισβητεί την κατηγορία αυτή αρνούμενη την ίδια την ύπαρξη παράνομων μεταφορών καταλογιστέων στις εμπλεκόμενες γερμανικές εταιρίες (30).

28.      Θα εξετάσω στη συνέχεια από κοινού τις περιπτώσεις που παρουσιάζουν ομοιότητες, ιδίως ως προς την κατηγορία των μεταφερθέντων αποβλήτων.

α)      Σχετικά με τις τοποθεσίες υπ’ αριθ. 2 (Stary Jawor) και υπ’ αριθ. 3 (Sobolew)

29.      Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι μεταξύ Απριλίου 2018 και Σεπτεμβρίου 2018 οι πολωνικές αρχές διαπίστωσαν, κατά τη διενέργεια ελέγχων στις τοποθεσίες υπ’ αριθ. 2 και 3 (31), την παρουσία, αντιστοίχως, 1 156 και 1 039 τόνων αποβλήτων (32) που είχαν μεταφερθεί παρανόμως (33) από γερμανικές εταιρίες (34). Αντί των δηλωθέντων στα έντυπα του παραρτήματος VII αποβλήτων σκυροδέματος (καταχώριση 17 01 01 (35)) (στο εξής: απόβλητα σκυροδέματος), οι εν λόγω επιχειρήσεις φέρονται να μετέφεραν, κατά τη διαδικασία ενημέρωσης, σύμμεικτα απόβλητα δομικών κατασκευών που περιείχαν γύψο (στο εξής: απόβλητα γύψου) (36), μη υπαγόμενα στον «πράσινο κατάλογο», προς διενέργεια εργασιών αξιοποίησης για τις οποίες οι παραλήπτριες επιχειρήσεις δεν διέθεταν επίσης τις απαιτούμενες άδειες (37). Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα επίδικα απόβλητα, παρότι είχαν ταξινομηθεί από τις αποστέλλουσες γερμανικές εταιρίες ως απόβλητα γύψου, εντούτοις μεταφέρθηκαν σε πολωνικές επιχειρήσεις οι οποίες δεν διέθεταν άδεια για την αξιοποίησή τους (38).

30.      Συναφώς, κρίνεται σκόπιμο να διακριθεί το ζήτημα της ύπαρξης των επίμαχων μεταφορών αποβλήτων από εκείνο της ευθύνης των εμπλεκόμενων γερμανικών επιχειρήσεων.

31.      Όσον αφορά την ύπαρξη των μεταφορών (παράνομων ή μη) των επίμαχων αποβλήτων, θα πρέπει στη συνέχεια να γίνει διάκριση μεταξύ των μεταφορών αποβλήτων που έχουν ταξινομηθεί ως απόβλητα σκυροδέματος και εκείνων που έχουν ταξινομηθεί ως απόβλητα γύψου.

32.      Κατά πρώτον, δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι στα περισσότερα έγγραφα που αφορούν τις εν λόγω εταιρίες –ιδίως στις συμβάσεις μεταφοράς και στα έντυπα του παραρτήματος VII– μνημονεύονται μεταφορές αποβλήτων σκυροδέματος (39). Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ωστόσο ότι οι μεταφορές αυτές υπέκρυπταν, στην πραγματικότητα, μεταφορές αποβλήτων γύψου, όπερ αποδεικνύεται κυρίως από τα αποτελέσματα των ελέγχων που διενήργησαν οι πολωνικές αρχές, οι οποίες διαπίστωσαν στις οικείες τοποθεσίες την ύπαρξη αποβλήτων γύψου, επιπλέον των αποβλήτων σκυροδέματος, ή μείγματος αμφοτέρων.

33.      Φρονώ ότι ο απλός εντοπισμός αποβλήτων γύψου στις εγκαταστάσεις που ελέγχθηκαν από τις πολωνικές αρχές συνιστά μεν ένδειξη ότι στις επίμαχες τοποθεσίες είχαν μεταφερθεί απόβλητα διαφορετικά από εκείνα που καλύπτονταν από την άδεια αξιοποίησης. Εντούτοις, τούτο και μόνον το γεγονός δεν αποδεικνύει ότι τα απόβλητα αυτά προέρχονταν όντως από τις επίμαχες μεταφορές. Πράγματι, οι εν λόγω μεταφορές συνοδεύονταν από έντυπα του παραρτήματος VII και συνημμένα έγγραφα μεταφοράς από τα οποία προκύπτει ότι τα εν λόγω απόβλητα απεστάλησαν και παραλήφθηκαν ως απόβλητα σκυροδέματος. Κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύει ότι οι εν λόγω μεταφορές υπέκρυπταν άλλες κατηγορίες αποβλήτων, δεδομένου μάλιστα ότι, όπως αναγνωρίζει και η Δημοκρατία της Πολωνίας, στις επίμαχες τοποθεσίες ανευρέθησαν επίσης απόβλητα σκυροδέματος.

34.      Κατά δεύτερον, ομοίως δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι ορισμένες μεταφορές αποβλήτων είχαν ταξινομηθεί από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ως απόβλητα γύψου.

35.      Όσον αφορά την τοποθεσία υπ’ αριθ. 2, πρόκειται, πρώτον, για μεταφορές μεταξύ, αφενός, των γερμανικών εταιριών αποστολής ALBA Seehausen και Altmärkische και, αφετέρου, της πολωνικής παραλήπτριας εταιρίας Bravet. Ωστόσο, δεν αποδεικνύεται ότι για τις συγκεκριμένες μεταφορές είχε υποβληθεί αίτημα παραλαβής κατόπιν επιστροφής. Πράγματι, τα έγγραφα που σχετίζονται με τα αιτήματα παραλαβής κατόπιν επιστροφής των αποβλήτων, τα οποία επικαλείται η Δημοκρατία της Πολωνίας, δεν μνημονεύουν μεταφορές  αυτού του είδους (40).

36.      Δεύτερον, συνομολογείται από τους διαδίκους η ύπαρξη σύμβασης μεταφοράς αποβλήτων γύψου μεταξύ της γερμανικής εταιρίας αποστολής Parentin και της πολωνικής παραλήπτριας εταιρίας Bravet. Ωστόσο, ούτε στα έντυπα του παραρτήματος VII που έχουν υπογραφεί από τα ενδιαφερόμενα μέρη ούτε σε άλλα σχετικά με αυτά έγγραφα μνημονεύονται τέτοιου είδους μεταφορές. Συνεπώς, δεν αποδεικνύεται η εκτέλεση της εν λόγω σύμβασης (41).

37.      Τρίτον, οι διάδικοι αναγνωρίζουν επίσης την ύπαρξη μεταφορών αποβλήτων, καταχωρισμένων ως αποβλήτων γύψου, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από τις γερμανικές εταιρίες αποστολής Drekopf και Recom προς τις εγκαταστάσεις της πολωνικής παραλήπτριας εταιρίας Bravet. Εντούτοις, σύμφωνα με τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Δημοκρατία της Πολωνίας, οι πολωνικές αρχές δεν υπέβαλαν αίτημα παραλαβής κατόπιν επιστροφής, δεδομένου ότι τα εν λόγω απόβλητα είχαν αναμιχθεί με άλλα απόβλητα στην τοποθεσία υπ’ αριθ. 2, οπότε δεν ήταν πλέον δυνατό, κατά τη γνώμη τους, να προσδιοριστεί η προέλευση των αποβλήτων ανά επιχείρηση (42).

38.      Όσον αφορά την τοποθεσία υπ’ αριθ. 3, οι μεταφορές αποβλήτων που δηλώθηκαν ως απόβλητα γύψου αφορούσαν μεταφορές μεταξύ της γερμανικής εταιρίας αποστολής Parentin και της πολωνικής παραλήπτριας εταιρίας PPH LWN, οι οποίες ωστόσο δεν είχαν μνημονευθεί σε στάδιο προγενέστερο της άσκησης της προσφυγής από τη Δημοκρατία της Πολωνίας και, όπως προβάλλει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο αιτήματος παραλαβής κατόπιν επιστροφής εκ μέρους των πολωνικών αρχών (43).

39.      Εν κατακλείδι, φρονώ ότι η ύπαρξη παράνομων μεταφορών αποβλήτων, για τις οποίες η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θα υποχρεούνταν να διασφαλίσει την παραλαβή κατόπιν επιστροφής τους, δεν αποδεικνύεται επαρκώς κατά νόμον και, ως εκ τούτου, η πρώτη αιτίαση όσον αφορά τις τοποθεσίες υπ’ αριθ. 2 και 3 πρέπει να απορριφθεί.

40.      Τούτου δοθέντος, θα εξετάσω επίσης, χάριν πληρότητας, και το ζήτημα της ευθύνης των εμπλεκόμενων γερμανικών επιχειρήσεων όσον αφορά τις μεταφορές αποβλήτων που είχαν δηλωθεί ως απόβλητα γύψου προς εγκαταστάσεις που δεν διέθεταν τις απαιτούμενες άδειες για την αξιοποίησή τους.

41.      Συναφώς, οι διάδικοι δεν συμφωνούν ως προς την ευθύνη του παραγωγού των αποβλήτων ή του διοργανωτή της μεταφοράς τους όσον αφορά τη νομιμότητα των εργασιών αξιοποίησης που διενεργούνται στις χώρες προορισμού των αποβλήτων, όταν, αφενός, η επιχείρηση που παραλαμβάνει τα απόβλητα ή διαχειρίζεται την εγκατάσταση αξιοποίησης δεν διαθέτει έγκυρη άδεια για την επεξεργασία των εν λόγω αποβλήτων ή, αφετέρου, απόβλητα που έχουν μεταφερθεί νομίμως δεν αξιοποιούνται προσηκόντως στη χώρα προορισμού. Το ζήτημα αφορά, ειδικότερα, τη δεσμευτικότητα της υπογραφής της παραλήπτριας επιχείρησης στο έντυπο του παραρτήματος VII ή της δήλωσης της εν λόγω επιχείρησης στη σύμβαση με τον διοργανωτή της μεταφοράς όσον αφορά την κατοχή των απαιτούμενων αδειών.

42.      Εν προκειμένω, οι διάδικοι αναγνωρίζουν ότι οι παραλήπτριες επιχειρήσεις των αποβλήτων δεν διέθεταν την απαιτούμενη άδεια για την αξιοποίηση αποβλήτων γύψου (44). Επιπλέον, όσον αφορά την τοποθεσία υπ’ αριθ. 2, εκτιμώ, συμφωνώντας με τη Δημοκρατία της Πολωνίας, ότι ούτε η άδεια της πολωνικής παραλήπτριας εταιρίας Bravet για τη «συλλογή» αποβλήτων γύψου, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 3, σημείο 10 της οδηγίας 2008/98 (45), συνεπάγεται τη δυνατότητα «προκαταρκτικής αποθήκευσης» των εν λόγω αποβλήτων, όπως προβλέπεται στο πλαίσιο της εργασίας αξιοποίησης R 13 (46). Πράγματι, μολονότι η διατύπωση των ορισμών αυτών θα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση, ο ορισμός της έννοιας «αποθήκευση αποβλήτων», που αντιστοιχεί στην εργασία αξιοποίησης R 13 του παραρτήματος ΙI της εν λόγω οδηγίας, εξαιρεί ρητά την «προσωρινή αποθήκευση» κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείου 10, της ίδιας οδηγίας.

43.      Επομένως, στον βαθμό που οι επίμαχες άδειες δεν καλύπτουν τις εργασίες αξιοποίησης (R 5 ή R 13) για τις οποίες μεταφέρθηκαν τα απόβλητα, πρέπει να εξεταστεί εάν οι γερμανικές επιχειρήσεις που διοργάνωσαν τη μεταφορά μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνες για τις εν λόγω μεταφορές, ιδίως ενόψει του ότι η παραλήπτρια εταιρία έχει δηλώσει, στο έντυπο του παραρτήματος VII (πεδία 13 και 14) στο πλαίσιο της σύμβασης με τον διοργανωτή της μεταφοράς, ότι διαθέτει τις απαιτούμενες άδειες (47).

44.      Συναφώς, είναι προφανές ότι, εάν αποδειχθεί ότι οι επιχειρήσεις τελούσαν εν γνώσει της έλλειψης των απαιτούμενων αδειών εκ μέρους των παραληπτριών επιχειρήσεων ή της παράνομης εκτροπής των αποβλήτων προς άλλες τοποθεσίες, θα πρέπει να θεωρηθούν υπεύθυνες για τις παράνομες μεταφορές. Αντιθέτως, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων για τέτοια γνώση, πρέπει να προσδιοριστεί η έκταση της υποχρέωσης επιμέλειας που υπέχουν σε σχέση με τις επίμαχες παρανομίες.

45.      Γενικότερα, φρονώ ότι ο αποστολέας των αποβλήτων, λαμβανομένης υπόψη της αυξημένης υποχρέωσης επιμέλειας που υπέχει στο πλαίσιο μεταφοράς τους εκτός του κράτους μέλους παραγωγής τους (48), δεν δύναται να τηρεί παθητική στάση ως προς την ύπαρξη των απαιτούμενων αδειών στο πρόσωπο του παραλήπτη. Με άλλα λόγια, αντιθέτως προς την άποψη που υποστηρίζει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ο αποστολέας των αποβλήτων δεν μπορεί να περιορίζεται απλώς στη σύναψη μιας σύμβασης μεταφοράς αποβλήτων και στη συμπλήρωση του εντύπου του παραρτήματος VII. Χωρίς να του επιβάλλονται υπέρμετρα επαχθείς υποχρεώσεις, πρέπει ωστόσο να αναμένεται από εκείνον να ζητεί την κοινοποίηση αντιγράφου των σχετικών αδειών, χωρίς όμως να υποχρεούται να προβαίνει σε ενδελεχείς εξακριβώσεις, όπως έρευνες ή ελέγχους σχετικά με την εγκυρότητα των εγγράφων αυτών, αρμοδιότητα η οποία ανήκει αποκλειστικά στις δημόσιες αρχές (49).

46.      Εν προκειμένω, όσον αφορά τα απόβλητα που μεταφέρθηκαν στην τοποθεσία υπ’ αριθ. 2, επισημαίνεται ότι η Bravet, η πολωνική εταιρία που διαχειρίζεται τη συγκεκριμένη τοποθεσία, είχε προσκομίσει στις γερμανικές επιχειρήσεις αποστολής, αφενός, τις ALBA Seehausen και Altmärkische (50) και, αφετέρου, τις Drekopf και Recom (51), τις άδειές της για τη συλλογή αποβλήτων που εμπίπτουν στις καταχωρίσεις 17 01 01 και 17 08 02, καθώς και για την αξιοποίηση αποβλήτων που εμπίπτουν αποκλειστικά στην καταχώριση 17 01 01 (και όχι στην καταχώριση 17 08 02). Παρά τα στοιχεία αυτά, οι εν λόγω επιχειρήσεις διοργάνωσαν μεταφορές αποβλήτων της καταχώρισης 17 08 02 για εργασίες αξιοποίησης R 13.

47.      Ως εκ τούτου, και με την επιφύλαξη των διευκρινίσεων που παρασχέθηκαν στα σημεία 35 και 37 των παρουσών προτάσεων, φαίνεται να στοιχειοθετείται ευθύνη των εμπλεκόμενων γερμανικών επιχειρήσεων, στο βαθμό που τελούσαν εν γνώσει της κατάστασης της παραλήπτριας επιχείρησης κατά τον χρόνο συμπλήρωσης του εντύπου του παραρτήματος VII.

48.      Αντιθέτως, αφενός, δεν συμμερίζομαι το επιχείρημα που προέβαλε η Δημοκρατία της Πολωνίας, κατά το οποίο ευθύνη των γερμανικών εταιριών στοιχειοθετείται και για τον λόγο ότι οι γερμανικές εταιρίες αποστολής ALBA Seehausen και Altmärkische ανέφεραν, ως εγκατάσταση αξιοποίησης στο πεδίο 7 των εντύπων τους του παραρτήματος VII, μόνον την παραλήπτρια πολωνική εταιρία Bravet, ενώ, καθόσον επρόκειτο για μεταφορά με προορισμό μια ενδιάμεση εγκατάσταση, θα έπρεπε επίσης να αναφέρουν και την τελική (μη ενδιάμεση) εγκατάσταση αξιοποίησης.  Πράγματι, δεδομένου ότι το πεδίο 7 του εντύπου του παραρτήματος VII αφορά μόνον την «εγκατάσταση αξιοποίησης», αρκεί η μνεία της εγκατάστασης η οποία, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο πεδίο 8, υποχρεούται να διενεργήσει εργασία αξιοποίησης R 13, ακόμη και αν η τελευταία αυτή εργασία συνεπάγεται αποθήκευση αποβλήτων εν αναμονή υποβολής σε κάποια άλλη εργασία αξιοποίησης (εκτός από προσωρινή αποθήκευση, εν αναμονή συλλογής, στον τόπο παραγωγής των αποβλήτων) (52).

49.      Αφετέρου, δεν συμμερίζομαι ούτε την άποψη που υποστηρίζει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κατά την οποία η ρητή υποχρέωση αναγραφής των μη ενδιάμεσων εγκαταστάσεων που προβλέπεται στον νέο κανονισμό για τις μεταφορές αποβλήτων αποδεικνύει ότι η εν λόγω αναγραφή απαιτείται μόνον από την έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού και εφεξής (53).

50.      Όσον αφορά τα απόβλητα που μεταφέρθηκαν στην τοποθεσία υπ’ αριθ. 3, δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι η PPH LWN, η πολωνική εταιρία που διαχειρίζεται την εν λόγω τοποθεσία, δεν διέθετε τις απαιτούμενες άδειες όσον αφορά τα συγκεκριμένα γεωτεμάχια όπου φέρονται να εκφορτώθηκαν τα απόβλητα.

51.      Συναφώς, φρονώ ότι, μολονότι πρέπει να αναγνωριστεί η ύπαρξη αυξημένης υποχρέωσης επιμέλειας εκ μέρους της επιχείρησης που παράγει ή αποστέλλει τα απόβλητα (54), δεν μπορεί εντούτοις να απαιτείται από την επιχείρηση αυτή να είναι ενήμερη ή να φέρει ευθύνη για το ακριβές σημείο εκφόρτωσης όπου θα εναποτεθούν τα απόβλητα εντός της εγκατάστασης επεξεργασίας που προσδιορίζεται δεόντως στα σχετικά έγγραφα. Μια τέτοια απαίτηση θα εξέφευγε του πεδίου ελέγχου της, καθόσον το ζήτημα αυτό εμπίπτει αποκλειστικά στη σφαίρα ευθύνης του φορέα εκμετάλλευσης της εγκατάστασης επεξεργασίας (55).

β)      Σχετικά με τις τοποθεσίες υπ’ αριθ. 4 (Gliwice) και υπ’ αριθ. 5 (Sarbia)

52.      Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι μεταξύ Φεβρουαρίου 2018 και Μαΐου 2018 οι αρχές της ανακάλυψαν κατά τη διάρκεια ελέγχων που διενεργήθηκαν στις τοποθεσίες υπ’ αριθ. 4 και υπ’ αριθ. 5 (56), αντιστοίχως, 1 300 και 8 700 τόνους αποβλήτων, τα οποία είχαν μεταφερθεί παρανόμως (57) από γερμανικές εταιρίες (58). Σε αντίθεση με όσα αναγράφονταν στα έντυπα του παραρτήματος VII, στα οποία δηλώνονταν απόβλητα πλαστικών υλών και καουτσούκ (υπό τον κωδικό καταχώρισης 19 12 04) (στο εξής: πλαστικά απόβλητα), οι επιχειρήσεις αυτές φέρονται να μετέφεραν, στο πλαίσιο της διαδικασίας ενημέρωσης, απόβλητα μη υπαγόμενα στον «πράσινο κατάλογο» προς διενέργεια εργασιών αξιοποίησης.

53.      Πιο συγκεκριμένα, τα απόβλητα που ανακαλύφθηκαν στην τοποθεσία υπ’ αριθ. 4 συνίσταντο σε σύνθετες συσκευασίες τροφίμων από πλαστικό και άλλα υλικά (στο εξής: σύμμεικτα αστικά απόβλητα) (59), τα οποία είχαν παραχθεί από τη γερμανική επιχείρηση Wurzer και μεταφέρθηκαν στο Gliwice δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων (60). Τα απόβλητα που ανακαλύφθηκαν στην τοποθεσία υπ’ αριθ. 5 συνίσταντο σε απόβλητα συμπιεσμένα σε δέματα περιδεμένα με σύρμα, τα οποία δεν υπάγονταν σε κανέναν προσδιορίσιμο κωδικό καταχώρισης (61), σημαντικό δε μέρος αυτών έφερε επιγραφές και γραμμωτούς κώδικες (barcodes) που πιστοποιούσαν την προέλευσή τους από τη Γερμανία, καθόσον είχαν παραχθεί από τις εταιρίες Lobbe και Böhme (62), και τα οποία, παρότι τυπικά προορίζονταν για την περιοχή του Chełmek, μεταφέρθηκαν στην πραγματικότητα στη Sarbia, κατόπιν «παραποίησης» των εγγράφων μεταφοράς (63). Επιπλέον, η παραλήπτρια επιχείρηση των αποβλήτων που μεταφέρθηκαν στην τοποθεσία υπ’ αριθ. 4 προβάλλεται ότι ενήργησε αποκλειστικά υπό την ιδιότητα του μεσίτη (64), διέθετε δε άδεια μόνο για τη συλλογή πλαστικών αποβλήτων, ενώ η παραλήπτρια επιχείρηση των αποβλήτων που μεταφέρθηκαν στην τοποθεσία υπ’ αριθ. 5 δεν διέθετε άδεια για την αξιοποίηση τους (65).

54.      Ωστόσο, όσον αφορά την τοποθεσία υπ’ αριθ. 4, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Δημοκρατία της Πολωνίας (έντυπα του παραρτήματος VII, έγγραφα για τη μεταφορά –τα επονομαζόμενα «έγγραφα CMR»– και δελτία ζύγισης) προκύπτει ότι τα απόβλητα που παρήχθησαν από την εταιρία Wurzer είχαν ταξινομηθεί ως πλαστικά απόβλητα υπαγόμενα στον «πράσινο κατάλογο» και είχαν μεταφερθεί στην πολωνική επιχείρηση Marko, η οποία διέθετε άδεια για τη διενέργεια εργασιών αξιοποίησής τους και βεβαίωσε την παραλαβή τους στην εγκατάσταση του Jawiszowice (και όχι σε εκείνη του Gliwice) (66). Τα έγγραφα μεταφοράς που προσκόμισε η Δημοκρατία της Πολωνίας σχετικά με τις μεταφορές προς το Gliwice αφορούν αποκλειστικά εργασίες στις οποίες εμπλέκονται οι πολωνικές εταιρίες Marko, υπό την ιδιότητα του αποστολέα, και A&P, υπό την ιδιότητα του παραλήπτη (67). Ακόμη και αν υποτεθεί, όπως υποστηρίζει η Δημοκρατία της Πολωνίας, ότι η παραλαβή των προερχόμενων από τη Γερμανία αποβλήτων από την εταιρία Marko ήταν εικονική, καθόσον τα φορτία είχαν προωθηθεί απευθείας από την εταιρία Wurzer στο Gliwice (68), η περίσταση αυτή δεν προκύπτει από τα έγγραφα που συνέταξαν οι γερμανικές εταιρίες από τις οποίες δρομολογήθηκαν οι μεταφορές και, κυρίως, δεν μπορεί να αποδοθεί άμεσα σε αυτές. Μια τέτοια περίσταση θα ενέπιπτε, ενδεχομένως, στην ευθύνη των εμπλεκόμενων πολωνικών επιχειρήσεων. Επιπλέον, ούτε τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέσθηκε η Δημοκρατία της Πολωνίας έχουν κατά τούτο αποφασιστικό χαρακτήρα (69). Εξάλλου, το δικόγραφο της προσφυγής παραμένει αόριστο ως προς την ποσότητα των αποβλήτων που μπορούν να καταλογιστούν στις δύο εν λόγω γερμανικές εταιρίες.

55.      Όσον αφορά την τοποθεσία υπ’ αριθ. 5, το σύνολο των εγγράφων (ιδίως τα έντυπα του παραρτήματος VII) που μπορούν να συσχετιστούν με τις εταιρίες Lobbe και Böhme αφορούσαν μεταφορές πλαστικών αποβλήτων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν προς τις πολωνικές επιχειρήσεις Havel (από τις Lobbe και Böhme) και Recovery (από την Böhme) στο Chełmek (70). Τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκόμισε η Δημοκρατία της Πολωνίας (71) αποδεικνύουν μεν την παρουσία, στην τοποθεσία της Sarbia, αποβλήτων που μπορούν να συσχετιστούν με τις γερμανικές επιχειρήσεις Lobbe και Böhme, των οποίων ο επίσημος προορισμός θα μπορούσε να έχει μεταβληθεί και να έχουν μεταφερθεί απευθείας από τη Γερμανία στη Sarbia. Εντούτοις, τα στοιχεία αυτά δεν αρκούν για να στοιχειοθετηθεί ότι οι εν λόγω μεταφορές διοργανώθηκαν ή εγκρίθηκαν από τις εμπλεκόμενες γερμανικές εταιρίες ή έστω ότι οι εταιρίες τελούσαν εν γνώσει τους. Πράγματι, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των εντολών μεταφοράς οι οποίες αντηλλάγησαν μεταξύ των πολωνικών επιχειρήσεων και περιλάμβαναν «εντολή εξουδετέρωσης  στοιχείων μεταφοράς» (72), δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η μεταβολή του προορισμού των αποβλήτων αυτών να μη γνωστοποιήθηκε στις εν λόγω γερμανικές εταιρίες και να εμπίπτει στην αποκλειστική ευθύνη των συγκεκριμένων πολωνικών εταιριών (73). Επιπλέον, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν από τη Δημοκρατία της Πολωνίας δεν μπορεί να προσδιοριστεί με επαρκή ακρίβεια η ποσότητα των αποβλήτων που φέρονται να μεταφέρθηκαν από τις εμπλεκόμενες γερμανικές εταιρίες στην επίμαχη τοποθεσία, στην οποία επιβεβαιώνεται επίσης η παρουσία αποβλήτων προερχόμενων από την Πολωνία και από άλλες χώρες. Οι περιστάσεις αυτές καθιστούν αδύνατη την εξατομίκευση των επίμαχων αποβλήτων και κωλύουν την παραλαβή τους κατόπιν επιστροφής στο πλαίσιο των προβαλλόμενων ως παράνομων μεταφορών (74).

3)      Σχετικά με την τοποθεσία υπ’ αριθ. 6 (Bzowo)

56.      Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι μεταξύ Απριλίου 2017 και Σεπτεμβρίου του 2017 οι αρχές της ανακάλυψαν, κατά τη διάρκεια ελέγχων που διενεργήθηκαν στην τοποθεσία υπ’ αριθ. 6 (75), 600 τόνους σύμμεικτων αστικών αποβλήτων (76) τα οποία είχαν μεταφερθεί παρανόμως (77) από γερμανικές εταιρίες (78). Κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, τα απόβλητα αυτά δεν υπάγονται στον «πράσινο κατάλογο», η δε παραλήπτρια πολωνική επιχείρηση δεν διέθετε άδεια για την αξιοποίησή τους.

57.      Συναφώς, φρονώ ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Δημοκρατία της Πολωνίας (79) αποδεικνύουν, αφενός, την πιθανή παρουσία, στην αποθήκη, σύμμεικτων αστικών αποβλήτων προερχόμενων από τη Γερμανία και, αφετέρου, την έλλειψη άδειας για την αξιοποίηση των εν λόγω αποβλήτων, καθώς και την έλλειψη κατάλληλης εγκατάστασης στην τοποθεσία του Bzowo (80).

58.      Εντούτοις, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν στοιχειοθετείται άμεση εμπλοκή των οικείων γερμανικών επιχειρήσεων στις εν λόγω μεταφορές (81). Ειδικότερα, τα έγγραφα μεταφοράς που μπορούν να συσχετισθούν με τις οικείες γερμανικές εταιρίες δεν αναφέρουν τις συγκεκριμένες μεταφορές (82). Μολονότι είναι αληθές ότι ένα από τα έντυπα του παραρτήματος VII, το οποίο συμπληρώθηκε από την εταιρία Vorberg, δεν περιείχε καμία ένδειξη ως προς την εγκατάσταση αξιοποίησης (83), φρονώ ότι το συγκεκριμένο στοιχείο δεν αρκεί, αφ’ εαυτού, για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη της εν λόγω εταιρίας, λαμβανομένου επίσης υπόψη ότι το έγγραφο αυτό πιστοποιεί την αποστολή πλαστικών αποβλήτων (και όχι σύμμεικτων αστικών αποβλήτων, όπως διαπιστώθηκε από τις πολωνικές αρχές στην επίμαχη τοποθεσία), καθώς και την έλλειψη πληροφοριών σχετικά με τη φύση των αποβλήτων που ευρίσκονταν στην τοποθεσία αυτή (84).

4.      Συμπέρασμα επί της πρώτης αιτιάσεως

59.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω να γίνει δεκτή η πρώτη αιτίαση καθόσον αφορά την καθυστέρηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να παραλάβει κατόπιν επιστροφής τα σχετικά με την τοποθεσία υπ’ αριθ. 1 απόβλητα. Αντιθέτως, προτείνω να απορριφθεί η αιτίαση καθόσον αφορά την ευθύνη του εν λόγω κράτους μέλους για την παραλαβή κατόπιν επιστροφής των αποβλήτων που μεταφέρθηκαν στις τοποθεσίες υπ’ αριθ. 2 έως 6.

Β.      Επί της δεύτερης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται παράβαση της υποχρέωσης επεξεργασίας των αποβλήτων

60.      Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν συμμορφώθηκε προς την υποχρέωση να θεωρήσει τα απόβλητα που εντοπίστηκαν στις τοποθεσίες υπ’ αριθ. 3 έως 6 ως απόβλητα του παραρτήματος ΙV του κανονισμού 1013/2006, τούτο δε παρά την ύπαρξη διαφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών αποστολής και προορισμού ως προς την ταξινόμησή τους. Εξ αυτού συνάγει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη το άρθρο 28, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού.

61.      Όσον αφορά το παραδεκτό της δεύτερης αιτιάσεως, είναι σαφές ότι, σύμφωνα με την καταγγελία που υποβλήθηκε στην Επιτροπή, η Δημοκρατία της Πολωνίας προέβαλε την αιτίαση αυτή μόνον όσον αφορά την τοποθεσία υπ’ αριθ. 5 (85). Επομένως, φρονώ ότι η εν λόγω αιτίαση είναι απαράδεκτη όσον αφορά τις τοποθεσίες υπ’ αριθ. 3, 4 και 6.

62.      Εν πάση περιπτώσει, όπως θα αναπτύξω στη συνέχεια των παρουσών προτάσεων, η δεύτερη αιτίαση είναι αβάσιμη και όσον αφορά το σύνολο των τοποθεσιών που αναφέρει η Δημοκρατία της Πολωνίας στο πλαίσιο αυτό.

63.      Όσον αφορά το βάσιμο της δεύτερης αιτιάσεως, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 1013/2006, αν οι αρμόδιες αρχές αποστολής και προορισμού δεν μπορούν να συμφωνήσουν σχετικά με την ταξινόμηση των κοινοποιημένων αποβλήτων (86), δηλαδή ως αποβλήτων περιλαμβανομένων στον «πράσινο» κατάλογο (παραρτήματα ΙΙΙ, ΙΙΙ Α και ΙΙΙ Β) ή στο παράρτημα IV, τα απόβλητα αυτά θεωρούνται ως απόβλητα περιλαμβανόμενα στο παράρτημα IV (87).

64.      Κατ’ αρχάς, από το γράμμα της εν λόγω διάταξης προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, ότι η επίμαχη διαφωνία μπορεί να αφορά μόνον την «ταξινόμηση» των αποβλήτων και όχι την ίδια την ύπαρξη μιας παράνομης μεταφοράς αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού του υπαιτίου μιας τέτοιας μεταφοράς.

65.      Εν συνεχεία, όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η εν λόγω διάταξη, προκύπτει ότι το άρθρο 28 του κανονισμού 1013/2006, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαφωνία σε θέματα ταξινόμησης», ρυθμίζει, στις παραγράφους 1 έως 3, τρεις συγκεκριμένες περιπτώσεις, ήτοι, πρώτον, διαφωνία σχετικά με την ταξινόμηση όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ αποβλήτων και μη αποβλήτων, δεύτερον, διαφωνία, όπως εν προκειμένω, σχετικά με την ταξινόμηση των κοινοποιημένων αποβλήτων ως αποβλήτων περιλαμβανόμενων στον «πράσινο» κατάλογο ή μη και, τρίτον, διαφωνία σχετικά με την ταξινόμηση της κοινοποιημένης εργασίας επεξεργασίας των αποβλήτων. Συνεπώς, το ζήτημα της ύπαρξης παράνομης μεταφοράς δεν θίγεται σε κανένα σημείο.

66.      Τέλος, όσον αφορά τον επιδιωκόμενο από την εν λόγω διάταξη σκοπό, φρονώ ότι αυτή αποσκοπεί στην επίλυση ενός διαδικαστικού αδιεξόδου σχετικού με τη διαχείριση του υλικού που μεταφέρεται και όχι στην επίλυση του προκαταρκτικού ζητήματος εάν υφίσταται τέτοια μεταφορά.

67.      Κατά συνέπεια, το ζήτημα της ύπαρξης μεταφοράς, ήτοι το ζήτημα που απασχολεί εν προκειμένω το Δικαστήριο, διέπεται από τους γενικούς κανόνες περί διεξαγωγής και εκτίμησης των αποδείξεων και όχι από τα ειδικά τεκμήρια του άρθρου 28 του κανονισμού 1013/2006. Στο πλαίσιο αυτό, από τη νομολογία του Δικαστηρίου που μνημονεύεται στο σημείο 17 των παρουσών προτάσεων προκύπτει ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως, εναπόκειται στην Επιτροπή ή στο κράτος μέλος που άσκησε την προσφυγή να αποδείξει την ύπαρξη της προβαλλόμενης παράβασης και να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου εκείνο να διαπιστώσει ότι συντρέχει η παράβαση, χωρίς το Δικαστήριο να δύναται να στηριχθεί σε οποιοδήποτε τεκμήριο.

68.      Επομένως, η Επιτροπή, ή το προσφεύγον κράτος μέλος, δεν μπορεί να αρκείται στην επίκληση του τεκμηρίου του άρθρου 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 1013/2006, ούτε να στηρίζεται αποκλειστικά στη διαπίστωση διαφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών αποστολής και προορισμού ως προς την ύπαρξη παράνομης μεταφοράς αποβλήτων, προκειμένου να συναγάγει εξ αυτού ότι η μεταφορά αποβλήτων πρέπει να υπαχθεί στη διαδικασία προηγούμενης γραπτής κοινοποίησης και συγκατάθεσης.

69.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω να απορριφθεί η δεύτερη αιτίαση.

Γ.      Επί της τρίτης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται παράβαση της υποχρέωσης καλόπιστης συνεργασίας

70.      Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη την υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, καθόσον παρέλειψε να λάβει μέτρα προκειμένου να διακριβωθούν τα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις παράνομες μεταφορές αποβλήτων προς τις οικείες τοποθεσίες και, ως εκ τούτου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η τήρηση των επίμαχων διατάξεων του κανονισμού 1013/2006. Η Δημοκρατία της Πολωνίας προσάπτει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, πρώτον, ότι τήρησε αμιγώς παθητική στάση κατά τις επαφές μεταξύ των αρχών, όπως προκύπτει, κατά τη γνώμη της, από την παράλειψη απάντησης ή την καθυστερημένη απάντηση εκ μέρους των γερμανικών αρχών σε ορισμένες επιστολές που απέστειλαν οι πολωνικές αρχές, δεύτερον, ότι απλώς παρέπεμψε τον φάκελο σε περιφερειακό επίπεδο όταν κλήθηκαν να παρέμβουν οι ομοσπονδιακές αρχές λόγω της παράλειψης απάντησης εκ μέρους των αρμόδιων περιφερειακών αρχών, τρίτον, ότι αρνήθηκε να μετάσχει σε από κοινού ελέγχους και, τέταρτον, ότι παρέλειψε επί οκτώ έτη να προβεί στην παραλαβή κατόπιν επιστροφής των αποβλήτων που αφορούσαν την τοποθεσία υπ’ αριθ. 1 (Tuplice).

71.      Όσον αφορά το παραδεκτό της τρίτης αιτιάσεως, επί της οποίας η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διατυπώνει επιφυλάξεις, θα περιοριστώ απλώς στη διαπίστωση ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας, στην καταγγελία της ενώπιον της Επιτροπής, προέβαλε, καίτοι με πολύ γενικό τρόπο, αιτίαση ερειδόμενη σε παράβαση της υποχρέωσης καλόπιστης συνεργασίας.

72.      Όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, η οποία αμφισβητείται από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας λόγω της ύπαρξης ειδικών διατάξεων εφαρμοστέων στη διαδικασία μεταφοράς αποβλήτων (88), φρονώ ότι η ύπαρξη αυτών των συγκεκριμένων ειδικών διατάξεων περί συνεργασίας μεταξύ των οικείων κρατών μελών στο πλαίσιο του κανονισμού 1013/2006 δεν κωλύει την εφαρμογή της γενικής αρχής της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, η οποία κατοχυρώνεται στην εν λόγω διάταξη της ΣΕΕ, όσον αφορά πτυχές που δεν ρυθμίζονται ρητώς στον εν λόγω κανονισμό (89).

73.      Συναφώς, όσον αφορά την τοποθεσία υπ’ αριθ. 1 (Tuplice), επισημαίνεται ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας, με την τρίτη αιτίασή της, η οποία αφορά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, βάλλει, κατ’ ουσίαν, κατά της ίδιας συμπεριφοράς που συνιστά και την παράβαση της προθεσμίας για την παραλαβή κατόπιν επιστροφής των αποβλήτων που προβλέπεται στο άρθρο 24, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1013/2006. Πλην όμως, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη παράβαση προβλήθηκε και διαπιστώθηκε στο πλαίσιο της πρώτης αιτιάσεως, το εν λόγω κράτος μέλος δεν δύναται να επικαλείται επιπροσθέτως παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ το οποίο αποτελεί διάταξη γενικότερου χαρακτήρα (90).

74.      Όσον αφορά το βάσιμο της τρίτης αιτιάσεως, η οποία σχετίζεται με την προβαλλόμενη έλλειψη συνεργασίας των γερμανικών αρχών έναντι των πολωνικών αρχών, διαπιστώνεται ότι, παρά την πολυπλοκότητα των υποθέσεων που αφορούν τις οικείες τοποθεσίες και τις έντονες διαφωνίες μεταξύ των μερών ως προς το μεγαλύτερο μέρος των πληροφοριών και των αποδεικτικών στοιχείων που αντηλλάγησαν στο πλαίσιο της διαδικασίας, οι εν λόγω αρχές συνεργάστηκαν εντούτοις προς εξεύρεση λύσεων, έστω και αν, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι σχετικές προσπάθειες δεν τελεσφόρησαν.

75.      Κατ’ αρχάς, φρονώ ότι οι γερμανικές αρχές, παραλείποντας να ανταποκριθούν στα πολλαπλά αιτήματα παραλαβής κατόπιν επιστροφής εκ μέρους των πολωνικών αρχών, δεν παρέβησαν το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι, αφενός, οι γερμανικές αρχές συνεργάστηκαν με τις πολωνικές αρχές διενεργώντας, μεταξύ άλλων, ελέγχους στις εταιρίες για τις οποίες υπήρχαν, κατά την γνώμη τους, υπόνοιες ότι ευθύνονταν για παράνομες μεταφορές αποβλήτων (91), και, αφετέρου, τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν ήταν επαρκή για να δικαιολογήσουν την έκδοση εντολών παραλαβής κατόπιν επιστροφής (92).

76.      Εν συνεχεία, η περίσταση την οποία επισημαίνει η Δημοκρατία της Πολωνίας σύμφωνα με την οποία, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι γερμανικές ομοσπονδιακές αρχές παρέπεμψαν την υπόθεση στις οικείες περιφερειακές αρχές δεν συνιστά, αφ’ εαυτής, απόδειξη παράβασης της υποχρέωσης συνεργασίας εκ μέρους των ομοσπονδιακών αρχών, λαμβανομένων υπόψη των αρμοδιοτήτων των περιφερειακών αρχών στον τομέα της διαχείρισης αποβλήτων (93).

77.      Τέλος, η προβαλλόμενη έλλειψη βούλησης των γερμανικών αρχών να συμμετάσχουν σε από κοινού ελέγχους, όσον αφορά τις τοποθεσίες υπ’ αριθ. 5 και 6, δικαιολογείτο από την έλλειψη επαρκών πληροφοριών ως προς τη φύση και την προέλευση των αποβλήτων. Η κατάσταση αυτή θα μπορούσε, κατά τη γνώμη μου, να εξηγήσει εύλογα μια διαφωνία με τις πολωνικές αρχές, πλην όμως δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί παράβαση της υποχρέωσης καλόπιστης συνεργασίας.

78.      Εν κατακλείδι, προκύπτει ότι οι γερμανικές αρχές ανταποκρίθηκαν στα αιτήματα και τις οχλήσεις των πολωνικών αρχών και διεξήγαγαν τις δικές τους έρευνες στους παραγωγούς αποβλήτων στη Γερμανία που οι πολωνικές αρχές τους είχαν υποδείξει. Μολονότι είναι αληθές ότι σημειώθηκαν επανειλημμένως καθυστερήσεις στις απαντήσεις επί των ως άνω αιτημάτων και οχλήσεων, οι καθυστερήσεις αυτές επηρέασαν αμφότερα τα μέρη, οπότε δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας οποιαδήποτε «παθητική» στάση.

79.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω να απορριφθεί η τρίτη αιτίαση.

VI.    Πρόταση

80.      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

–        να κάνει δεκτή την πρώτη αιτίαση της προσφυγής σχετικά με την τοποθεσία υπ’ αριθ. 1 (Tuplice) και

–        να απορρίψει την προσφυγή κατά τα λοιπά.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για τις μεταφορές αποβλήτων (ΕΕ 2006, L 190, σ. 1).


3      Συγκεκριμένα, του άρθρου 24, παράγραφος 2, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 1013/2006, καθώς και του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ. Κατά το δικόγραφο της προσφυγής, η καταγγελία αφορούσε επίσης τις μεταφορές αποβλήτων προς την τοποθεσία υπ’ αριθ. 7 (Babin), οι οποίες όμως δεν αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής λόγω παραβάσεως.


4      Άρθρο 24, παράγραφος 2, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, σημείο 35, στοιχεία εʹ και ζʹ, περίπτωση iii, του κανονισμού 1013/2006.


5      Άρθρο 24, παράγραφος 2, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, σημείο 35, στοιχείο ζʹ, περίπτωση iii, του κανονισμού 1013/2006.


6      Η Επιτροπή υποστηρίζει τα αιτήματα του δικογράφου της προσφυγής κατά το μέτρο που αφορούν τις παραβάσεις τις οποίες διαπίστωσε με την αιτιολογημένη γνώμη της.


7      Άρθρο 24, παράγραφος 2, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, σημείο 35, στοιχεία αʹ, βʹ, εʹ και ζʹ, περιπτώσεις i και iii, του κανονισμού 1013/2006.


8      Άρθρο 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 1013/2006.


9      Άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ.


10      Άρθρο 24, παράγραφος 2, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, σημείο 35, στοιχεία αʹ, βʹ, εʹ και ζʹ, περιπτώσεις i και iii, του κανονισμού 1013/2006.


11      Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος στην πηγή ή πλησίον αυτής, η νομοθεσία της Ένωσης ενθαρρύνει τη διάθεση ή την αξιοποίηση των αποβλήτων όσο το δυνατόν πλησιέστερα στον τόπο παραγωγής τους, με συνέπεια ότι οι κανόνες που αφορούν τη μεταφορά αποβλήτων έχουν, κατά τούτο, εξαιρετικό χαρακτήρα, ο οποίος επιβάλλει στενή ερμηνεία. Βλ., ιδίως, άρθρο 16, παράγραφος 3 της οδηγίας 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών (ΕΕ 2008, L 312, σ. 3), και αιτιολογική σκέψη 20 του κανονισμού 1013/2006. Βλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Μαρτίου 2010, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑297/08, EU:C:2010:115, σκέψεις 64 έως 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


12      Κατά την αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού 1013/2006, είναι σημαντικό να οργανωθούν και να ρυθμισθούν η παρακολούθηση και ο έλεγχος των μεταφορών αποβλήτων κατά τρόπον ώστε να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη διατηρήσεως, προστασίας και βελτιώσεως της ποιότητας του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας (βλ. απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016, Nutrivet, C‑69/15, EU:C:2016:425, σκέψη 32).


13      Βλ. απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2025, Naturvårdsverket (Επεξεργασία αποβλήτων μετά από παραλαβή κατόπιν επιστροφής) (C‑221/24 και C‑222/24, EU:C:2025:818, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


14      Ο κατάλογος αποβλήτων που υπόκεινται στις γενικές απαιτήσεις ενημέρωσης του άρθρου 18 του κανονισμού 1013/2006 παρατίθεται στο παράρτημα III του εν λόγω κανονισμού και επιγράφεται «“πράσινος” κατάλογος αποβλήτων».


15      Σύμφωνα με το άρθρο 3, σημείο 15, της οδηγίας 2008/98, ως «ανάκτηση» (όρος χρησιμοποιούμενος στο κείμενο της οδηγίας στην ελληνική γλώσσα ως συνώνυμος του όρου «αξιοποίηση» του κανονισμού 1013/2006) νοείται οιαδήποτε εργασία της οποίας το κύριο αποτέλεσμα είναι ότι απόβλητα εξυπηρετούν ένα χρήσιμο σκοπό αντικαθιστώντας άλλα υλικά τα οποία, υπό άλλες συνθήκες, θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για την πραγματοποίηση συγκεκριμένης λειτουργίας, ή ότι απόβλητα υφίστανται προετοιμασία για την πραγματοποίηση αυτής της λειτουργίας, είτε στην εγκατάσταση είτε στο γενικότερο πλαίσιο της οικονομίας». Το παράρτημα II της εν λόγω οδηγίας περιέχει μη εξαντλητικό κατάλογο εργασιών ανάκτησης, περιλαμβανομένων των εργασιών R 5 («Ανακύκλωση/ανάκτηση άλλων ανόργανων ουσιών») και R 13 [«Αποθήκευση αποβλήτων εν αναμονή υποβολής σε κάποια από τις εργασίες R 1 ως R 12 (εκτός από προσωρινή αποθήκευση, εν αναμονή συλλογής, στον τόπο παραγωγής των αποβλήτων)»].


16      Κατ’ ουσίαν, η διάταξη αυτή ορίζει, μεταξύ άλλων, ως «παράνομη μεταφορά» κάθε μεταφορά αποβλήτων η οποία πραγματοποιείται χωρίς να υποβληθεί σε διαδικασία προηγούμενης έγγραφης κοινοποίησης και συγκατάθεσης (περιπτώσεις που προβλέπονται στα στοιχεία αʹ και βʹ), με τρόπο ο οποίος οδηγεί σε αξιοποίηση ή διάθεση κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας (περίπτωση του στοιχείου εʹ), ή η οποία έχει υποβληθεί στη διαδικασία ενημέρωσης για απόβλητα που δεν απαριθμούνται στα παραρτήματα III, IIIA ή B, ή πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο που δεν προσδιορίζεται ειδικά στο έντυπο του παραρτήματος VII (περίπτωση ζʹ, σημεία i και iii).


17      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2019, Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (C‑399/17, EU:C:2019:200, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


18      Βλ., συναφώς, μεταξύ άλλων, Prete, L., Infringement Proceedings in EU Law, Wolters Kluwer, Alphen-sur-le-Rhin, 2017, σ. 191.


19      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Hamoudi κατά Frontex (C‑136/24 P, EU:C:2025:977, σκέψη 114 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


20      Κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 35, στοιχεία εʹ και ζʹ, σημείο iii, του κανονισμού 1013/2006.


21      Τα απόβλητα που παρήγαγε η γερμανική εταιρία Befesa Zinc Freiberg GmbH απεστάλησαν στην Πολωνία, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Νοεμβρίου 2013 και Ιουνίου 2015, από μια άλλη γερμανική εταιρία, τη Mineral Projekt Gesellschaft fur Planung und Konstruktion GmbH, υπό την καταχώριση 10 05 01, προκειμένου να υποβληθούν στις εργασίες αξιοποίησης R 13 και R 5. Τα απόβλητα αυτά απεστάλησαν στην πολωνική εταιρία POO RYNIED S.C., η οποία αναγραφόταν στο έντυπο του παραρτήματος VII του κανονισμού 1013/2006 ως παραλήπτρια των αποβλήτων για εργασίες αξιοποίησής τους. Εντούτοις, η εν λόγω εταιρία δεν διέθετε άδεια για τη διενέργεια της αξιοποίησης και στη συνέχεια μετέφερε τα απόβλητα στην εταιρία EURO-TOR RECYCLING sp. z o.o. Η τελευταία διέθετε άδεια για την αξιοποίηση μέρους μόνον του φορτίου και, επιπλέον, δεν μνημονευόταν στο έντυπο του παραρτήματος VII.


22      Οι γερμανικές αρχές είχαν αρχικώς επιβάλει την παραλαβή κατόπιν επιστροφής των αποβλήτων στην υπεύθυνη για τη διοργάνωση της μεταφοράς εταιρία και στη συνέχεια, κατόπιν της πτώχευσης της εν λόγω εταιρίας, κάλεσαν τον παραγωγό των αποβλήτων να αναλάβει το κόστος παραλαβής κατόπιν επιστροφής.


23      Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Pikamäe στην υπόθεση Τσεχική Δημοκρατία κατά Πολωνίας (Ορυχείο του Turów) (C‑121/21, EU:C:2022:74, σημείο 49). Πράγματι, η κατάσταση διαφέρει από την περίπτωση προσφυγής λόγω παραβάσεως ασκηθείσας δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, για την οποία από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του καθού κράτους μέλους όπως αυτή είχε κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, χωρίς να μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο οι επελθούσες στη συνέχεια μεταβολές [βλ. απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία των τακτικών δικαστηρίων), C‑192/18, EU:C:2019:924, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].


24      Επικουρικώς, επισημαίνεται ότι η προθεσμία αυτή θα είχε επίσης παρέλθει ακόμη και εάν ως ημερομηνία έναρξης της προθεσμίας λαμβανόταν υπόψη η ημερομηνία της αιτιολογημένης γνώμης της Επιτροπής, όπως υποστηρίζει η τελευταία στις γραπτές παρατηρήσεις της.


25      Εξάλλου, η προϊσχύσασα του κανονισμού 1013/2006 νομοθεσία, ήτοι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους (ΕΕ 1993, L 30, σ. 1), προέβλεπε, στο άρθρο 26, παράγραφος 2, την ίδια προθεσμία με σχεδόν πανομοιότυπη διατύπωση, ήτοι «εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η αρμόδια αρχή ενημερώθηκε για την παράνομη μεταφορά ή εντός άλλης προθεσμίας την οποία τυχόν συμφωνούν οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές» [βλ. επίσης, με παρεμφερή διατύπωση, άρθρο 14, παράγραφος 2, της πρότασης κανονισμού (ΕΟΚ) του Συμβουλίου της Επιτροπής σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο της μεταφοράς αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας, καθώς και κατά την είσοδο και την έξοδό τους, της 10ης Οκτωβρίου 1990, COM(90) 415 τελικό].


26      Κατά το άρθρο 32, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις δημόσιες προμήθειες και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ 2014, L 94, σ. 65), η διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση μπορεί να χρησιμοποιείται για δημόσιες συμβάσεις έργων, δημόσιες συμβάσεις αγαθών και δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών «στο μέτρο που είναι απολύτως αναγκαίο, εάν λόγω κατεπείγουσας ανάγκης οφειλόμενης σε γεγονότα τα οποία η αναθέτουσα αρχή δεν θα μπορούσε να προβλέψει, δεν είναι δυνατή η τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται για τις ανοικτές, κλειστές ή ανταγωνιστικές διαδικασίες με διαπραγμάτευση».


27      Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 1013/2006, η σύναψη μιας τέτοιας συμφωνίας δεν εξαρτάται από την τήρηση συγκεκριμένου τύπου.


28      Πρόκειται για αποσπάσματα από επιστολή της 19ης Ιανουαρίου 2021 (παράρτημα Β.6) και από ηλεκτρονικό μήνυμα της 2ας Μαΐου 2023 (παράρτημα Β.7) που απέστειλαν οι πολωνικές αρχές στις γερμανικές αρχές. Η πρώτη ανέφερε τα εξής: «[p]lease inform the Chief Inspector of Environmental Protection what measures have been taken and whether the approximate date of return the waste to Germany is already known» [«[π]αρακαλείσθε να ενημερώσετε τον Γενικό Επιθεωρητή Περιβαλλοντικής Προστασίας σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί και κατά πόσον είναι ήδη γνωστή η κατά προσέγγιση ημερομηνία επιστροφής των αποβλήτων στη Γερμανία» (ελεύθερη μετάφραση)]. Το δεύτερο ανέφερε τα εξής: «[...] could you provide current stage of the case? Has the court already issued a ruling on the case?» [«[...] θα μπορούσατε να παράσχετε πληροφορίες σχετικά με το τρέχον στάδιο της υπόθεσης; Έχει ήδη εκδώσει απόφαση το δικαστήριο επί της υπόθεσης;» (ελεύθερη μετάφραση)]. Συναφώς, το Δικαστήριο καλείται να προβεί σε εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών βάσει της αρχής της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων, σύμφωνα με τις αρχές που υπομνήσθηκαν στο σημείο 17 των παρουσών προτάσεων.


29      Κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, η παραλαβή κατόπιν επιστροφής των εν λόγω αποβλήτων, κατά την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 1013/2006, απαιτούνταν, σε ορισμένες περιπτώσεις, λόγω του ότι γερμανικές επιχειρήσεις φέρονται να είχαν μεταφέρει τα εν λόγω απόβλητα ως απόβλητα περιλαμβανόμενα στον «πράσινο κατάλογο» (βλ. υποσημείωση 14 των παρουσών προτάσεων), κάνοντας χρήση της διαδικασίας ενημέρωσης, ενώ τα απόβλητα αυτά, καθώς δεν εμπίπτουν στον εν λόγω κατάλογο, θα έπρεπε να είχαν μεταφερθεί σύμφωνα με τη διαδικασία προηγούμενης γραπτής κοινοποίησης και συγκατάθεσης (βλ. σημείο 13 των παρουσών προτάσεων). Σε άλλες περιπτώσεις, η παραλαβή κατόπιν επιστροφής ήταν αναγκαία, κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, λόγω του ότι οι πολωνικές επιχειρήσεις που ήταν παραλήπτες των αποβλήτων δεν διέθεταν τις απαιτούμενες για την επεξεργασία άδειες.


30      Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν αποδεικνύεται ούτε ότι πραγματοποιήθηκαν παράνομες μεταφορές ούτε ότι τυχόν παράνομες μεταφορές μπορούν να καταλογιστούν στις εμπλεκόμενες γερμανικές εταιρίες. Η Επιτροπή συμφωνεί με τη θέση αυτή, με εξαίρεση μέρος των μεταφορών που αφορούν την τοποθεσία υπ’ αριθ. 2.


31      Βλ., αντιστοίχως, παραρτήματα A.14 και A.29 (πρακτικά των ελέγχων που διενήργησαν οι πολωνικές αρχές στις εν λόγω τοποθεσίες).


32      Όσον αφορά την τοποθεσία υπ’ αριθ. 3, η Δημοκρατία της Πολωνίας αναφέρει στο δικόγραφο της προσφυγής ποσότητα 3 360 τόνων, στο δε υπόμνημα απαντήσεως ποσότητα 1 039 τόνων (βλ. παράρτημα C.2). Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση διευκρίνισε ότι επρόκειτο για κατά προσέγγιση εκτίμηση.


33      Κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 35, στοιχεία εʹ και ζʹ, περίπτωση iii, του κανονισμού 1013/2006 όσον αφορά την τοποθεσία υπ’ αριθ. 2, καθώς και κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 35, στοιχεία αʹ, βʹ, εʹ και ζʹ, σημεία i και iii, του εν λόγω κανονισμού, όσον αφορά την τοποθεσία υπ’ αριθ. 3.


34      Οι μεταφορές αποβλήτων στην τοποθεσία υπ’ αριθ. 2 αφορούσαν, αφενός, τις γερμανικές εταιρίες παραγωγής ή αποστολής ALBA Niedersachsen-Anhalt GmbH (με έδρα το Braunschweig, Γερμανία), ALBA Niedersachsen-Anhalt GmbH (με έδρα το Seehausen, Γερμανία, στο εξής: ALBA Seehausen), Altmärkische Entsorgung und Transport GmbH (στο εξής: Altmärkische), Schutt-Karl GmbH, Parentin GmbΗ, Drekopf Recyclingzentrum Leipzig GmbH (στο εξής: Drekopf), καθώς και Recom Entsorgung (στο εξής: Recom), και, αφετέρου, την πολωνική παραλήπτρια εταιρία Bravet sp. z o.o. Οι μεταφορές αποβλήτων στην τοποθεσία υπ’ αριθ. 3 αφορούν τη γερμανική εταιρία αποστολής Parentin και την πολωνική παραλήπτρια εταιρία PPH LWN sp. z o.o.


35      Παραπέμπω στον ευρωπαϊκό κατάλογο αποβλήτων (ΕΚΑ) και στην ταξινόμηση που θεσπίζει, όπως προβλέπονται στην απόφαση 2000/532/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Μαΐου 2000, για αντικατάσταση της απόφασης 94/3/ΕΚ για τη θέσπιση καταλόγου αποβλήτων σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της απόφασης 94/904/ΕΚ του Συμβουλίου για την κατάρτιση καταλόγου επικίνδυνων αποβλήτων κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τα επικίνδυνα απόβλητα (ΕΕ 2000, L 226, σ. 3). Η πλέον πρόσφατη τροποποίηση της αποφάσεως αυτής επήλθε με την απόφαση 2014/955/ΕΕ της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2014 (ΕΕ 2014, L 370, σ. 44).


36      Ειδικότερα, απόβλητα που εμπίπτουν στην καταχώριση 17 08 02, ήτοι «υλικά δομικών κατασκευών με βάση τον γύψο, εκτός εκείνων που αναφέρονται στο 17 08 01» (η τελευταία αυτή καταχώριση αφορά «υλικά δομικών κατασκευών με βάση τον γύψο μολυσμένα από επικίνδυνες ουσίες»).


37      Η πολωνική εταιρία Bravet, παραλήπτρια των αποβλήτων που μεταφέρθηκαν στην τοποθεσία υπ’ αριθ. 2, διαθέτει άδεια για την αξιοποίηση (εργασίες R 5) αποβλήτων σκυροδέματος, καθώς και για τη συλλογή τους, αλλά όχι για την αξιοποίηση αποβλήτων γύψου. Αντιθέτως, η πολωνική εταιρία PPH LWN, παραλήπτρια των αποβλήτων που μεταφέρθηκαν στην τοποθεσία υπ’ αριθ. 3, δεν διαθέτει άδεια ούτε για τη συλλογή ούτε για την αξιοποίηση (εργασίες R 5) των εν λόγω αποβλήτων, τουλάχιστον στα γεωτεμάχια στα οποία έλαβε χώρα η εκφόρτωσή τους.


38      Τελώντας εν γνώσει της ελλείψεως αυτής, οι εμπλεκόμενες γερμανικές επιχειρήσεις είναι, κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, υπεύθυνες για τις εν λόγω παράνομες μεταφορές.


39      Τούτο ισχύει, αφενός, για όλες τις μεταφορές αποβλήτων που η Δημοκρατία της Πολωνίας αποδίδει στις επιχειρήσεις ALBA Niedersachsen-Anhalt και Schutt-Karl, καθώς και, αφετέρου, για μέρος των μεταφορών αποβλήτων που το εν λόγω κράτος μέλος αποδίδει στις επιχειρήσεις ALBA Seehausen, Altmärkische, Parentin, Drekopf και Recom.


40      Βλ. ηλεκτρονικό μήνυμα της 11ης Ιανουαρίου 2019 (παράρτημα A.24) και επιστολή της 5ης Μαρτίου 2019 (παράρτημα A.25). Συναφώς, η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν διατύπωσε καμία πρόσθετη παρατήρηση με το υπόμνημα απαντήσεως.


41      Εξάλλου, αντιθέτως προς την άποψη που υποστηρίζει η Δημοκρατία της Πολωνίας, το γεγονός και μόνον ότι απόβλητα γύψου ευρέθησαν στην τοποθεσία υπ’ αριθ. 2 δεν αποδεικνύει επαρκώς κατά νόμον ότι τα απόβλητα αυτά προέρχονταν από τη γερμανική εταιρία αποστολής Parentin.


42      Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο των ανακοινώσεών τους προς τις γερμανικές αρχές σχετικά με τις εν λόγω μεταφορές, οι πολωνικές αρχές διευκρίνισαν, με το από 11 Ιανουαρίου 2019 ηλεκτρονικό τους μήνυμα (παράρτημα A.24), το οποίο είχε συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα, τα εξής: «Normally in this situation we would request for take back but the waste has been mixed together with other plasterboard waste that was already deposited on the land. Therefore it is impossible to distinguish which waste came from which company. I do not know whether take‑back in this situation is possible» [«Υπό κανονικές συνθήκες, στην περίπτωση αυτή θα υποβάλλαμε αίτημα παραλαβής κατόπιν επιστροφής, πλην όμως τα απόβλητα έχουν αναμειχθεί με άλλα απόβλητα γυψοσανίδων που βρίσκονταν ήδη εναποτεθειμένα στο έδαφος. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να διακριθεί ποια απόβλητα προέρχονται από ποια επιχείρηση. Δεν γνωρίζω εάν η παραλαβή είναι εφικτή στην περίπτωση αυτή» (ελεύθερη μετάφραση)]. Οι εν λόγω αρχές ζήτησαν επίσης τη γνώμη των συνομιλητών τους σχετικά με την κατάσταση αυτή («[p]lease let me know your views on this») [«παρακαλώ να μου κοινοποιήσετε τις απόψεις σας επ’ αυτού» (ελεύθερη μετάφραση)] και κάλεσαν τους συνομιλητές τους να ενημερώσουν τις εμπλεκόμενες γερμανικές εταιρίες (ήτοι τις Drekopf και Recom) ότι η πολωνική παραλήπτρια εταιρία Bravet δεν είχε τη δυνατότητα να επεξεργαστεί απόβλητα υπό την καταχώριση 17 08 02 και ότι οι περαιτέρω μεταφορές των αποβλήτων αυτών έπρεπε να παρεμποδιστούν. Η επιστολή της 5ης Μαρτίου 2019 (παράρτημα A.25), στην αγγλική μετάφρασή της που συντάχθηκε από τις εν λόγω αρχές, επαναλάμβανε το γεγονός ότι οι εν λόγω μεταφορές «were mixed with each other and with the waste already on the site, which made it impossible to distinguish between them and take‑back was not possible» [«αναμείχθηκαν μεταξύ τους καθώς και με τα απόβλητα που προϋπήρχαν στην τοποθεσία, γεγονός που κατέστησε αδύνατη τη διάκρισή τους και την παραλαβή τους κατόπιν επιστροφής» (ελεύθερη μετάφραση)]. Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Δημοκρατία της Πολωνίας διευκρίνισε ότι τα απόβλητα εκφορτώθηκαν και διασκορπίστηκαν στην τοποθεσία υπ’ αριθ. 2 με τη χρήση μπουλντόζας.


43      Πράγματι, οι μεταφορές αυτές, οι οποίες είχαν δηλωθεί ως μεταφορές αποβλήτων γύψου στα έντυπα του παραρτήματος VII, δεν μνημονεύονταν ούτε στην πρώτη αίτηση παραλαβής κατόπιν επιστροφής των αποβλήτων που απέστειλαν οι πολωνικές αρχές (παράρτημα A.35), ούτε κατά την επακολουθήσασα αλληλογραφία (παραρτήματα A.36 έως A.44). Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Δημοκρατία της Πολωνίας διευκρίνισε ότι το γεγονός αυτό προβλήθηκε προκειμένου να αποδειχθεί ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της γερμανικής εταιρίας αποστολής Parentin, η τελευταία δεν απέστελλε αποκλειστικά απόβλητα σκυροδέματος, αλλά και απόβλητα γύψου. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέπεμψε στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 11ης Ιανουαρίου 2024 (παράρτημα Α.24) (βλ. υποσημείωση 42 των παρουσών προτάσεων).


44      Ειδικότερα, από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι η πολωνική εταιρεία Bravet, επιχείρηση παραλήπτρια των αποβλήτων που μεταφέρθηκαν στην τοποθεσία υπ’ αριθ. 2, διέθετε άδεια για τη συλλογή και την αξιοποίηση (εργασίες R 5) αποβλήτων σκυροδέματος, καθώς και για τη συλλογή, αλλά όχι για την αξιοποίηση, αποβλήτων γύψου (βλ. παραρτήματα Α.15, Α.17 και Β.12), και ότι η πολωνική εταιρεία PPH LWN, παραλήπτρια των αποβλήτων που μεταφέρθηκαν στην τοποθεσία υπ’ αριθ. 3, διέθετε άδεια για τη συλλογή αποβλήτων σκυροδέματος (σε ορισμένα γεωτεμάχια), αλλά όχι για την αξιοποίησή τους (παράρτημα Α.30).


45      Για τους σκοπούς της διατάξεως αυτής, ως «συλλογή» ορίζεται «η συγκέντρωση αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένης της προκαταρκτικής διαλογής και της προκαταρκτικής αποθήκευσης αποβλήτων με σκοπό τη μεταφορά τους σε εγκατάσταση επεξεργασίας αποβλήτων». Η αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας 2008/98 τονίζει ότι «[ε]ίναι αναγκαίο να γίνεται διάκριση μεταξύ της προκαταρκτικής αποθήκευσης αποβλήτων εν αναμονή της συλλογής τους και της συλλογής και της αποθήκευσης αποβλήτων εν αναμονή της επεξεργασίας τους» και ότι «[ο]ι οργανισμοί ή οι επιχειρήσεις που παράγουν απόβλητα κατά τη διάρκεια των δραστηριοτήτων τους δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι ασχολούνται με τη διαχείριση αποβλήτων και δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε άδεια για την αποθήκευση των αποβλήτων τους εν αναμονή της συλλογής τους». Στην αιτιολογική σκέψη 16 της ίδιας οδηγίας διευκρινίζεται, μεταξύ άλλων, ότι «[η] προκαταρκτική αποθήκευση των αποβλήτων περιλαμβάνεται στον ορισμό της συλλογής με την έννοια της δραστηριότητας αποθήκευσης εν αναμονή της συλλογής σε εγκαταστάσεις στις οποίες εκφορτώνονται τα απόβλητα με σκοπό την προετοιμασία τους για περαιτέρω μεταφορά τους προς ανάκτηση ή διάθεση αλλού». Στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη αναφέρεται επιπροσθέτως ότι «[ε]ν όψει του στόχου της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ, αφενός, της προκαταρκτικής αποθήκευσης αποβλήτων εν αναμονή της συλλογής, και, αφετέρου, της αποθήκευσης εν αναμονή επεξεργασίας, ανάλογα με τον τύπο αποβλήτων, το μέγεθος και τη διάρκεια αποθήκευσης και τον στόχο της συλλογής».


46      Στο παράρτημα II της οδηγίας  2008/98, η «εργασία [αξιοποίησης] R 13» ορίζεται ως «[α]ποθήκευση αποβλήτων εν αναμονή υποβολής σε κάποια από τις εργασίες R 1 ως R 12 (εκτός από προσωρινή αποθήκευση, εν αναμονή συλλογής, στον τόπο παραγωγής των αποβλήτων)». Επιπλέον, στην υποσημείωση σχετικά με τον ορισμό αυτόν διευκρινίζεται ότι «ως “προσωρινή αποθήκευση” νοείται η προκαταρκτική αποθήκευση σύμφωνα με το άρθρο 3, σημείο 10» της εν λόγω οδηγίας (βλ. υποσημείωση 45 των παρουσών προτάσεων). Στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ότι η άδεια που εκδόθηκε στην παραλήπτρια πολωνική εταιρία Bravet για τη «συλλογή» των αποβλήτων (παραρτήματα A.17 και B.12) δεν μνημονεύει τις εργασίες αξιοποίησης R 13 και, εν πάση περιπτώσει, περιγράφει τη μέθοδο συλλογής, στο σημείο 2, 3) a), ως εργασία μέσω της οποίας τα απόβλητα, μεταξύ άλλων, «αποθηκεύονται για ορισμένο χρονικό διάστημα έως ότου συγκεντρωθεί επαρκής ποσότητα και, στη συνέχεια, μεταφέρονται με μεταφορικά μέσα σε άλλον κάτοχο αποβλήτων που διαθέτει την κατάλληλη άδεια για τη διαχείριση των αποβλήτων». Ο ορισμός αυτός αντιστοιχεί, κατά τη γνώμη μου, στον ορισμό της «συλλογής» κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 10, της οδηγίας 2008/98 και αποκλίνει από τον ορισμό της «αποθήκευσης», όπως αυτή νοείται στο πλαίσιο της εργασίας αξιοποίησης R 13.


47      Ανακύπτει, επομένως, το ζήτημα της κατανομής του κινδύνου μεταξύ, αφενός, των επιχειρήσεων που παράγουν ή αποστέλλουν τα απόβλητα και, αφετέρου, των επιχειρήσεων που τα παραλαμβάνουν, σε περίπτωση ανακριβών πληροφοριών που αναγράφονται στο έντυπο του παραρτήματος VII ή στα λοιπά έγγραφα που σχετίζονται με τη μεταφορά των αποβλήτων.


48      Βλ. υποσημείωση 11 των παρουσών προτάσεων.


49      Συναφώς, δεν συμμερίζομαι πλήρως την άποψη που διατύπωσε η Επιτροπή στην αιτιολογημένη γνώμη της, κατά την οποία οι διοργανωτές υπέχουν, κατ’ ουσίαν, ευθύνη μόνον όταν έχουν «ευχερή πρόσβαση» στις πληροφορίες σχετικά με τις άδειες κατά τη συμπλήρωση του εντύπου του παραρτήματος VII. Φρονώ ότι η προσέγγιση αυτή είναι υπέρμετρα ασαφής και περιοριστική όσον αφορά την ευθύνη του παραγωγού ή του αποστολέα των αποβλήτων, ο οποίος, μολονότι δεν υποχρεούται να διενεργεί ελέγχους ως προς την αυθεντικότητα των απαιτούμενων εγγράφων (καθόσον μια ενδεχόμενη παραποίηση των εγγράφων αυτών εμπίπτει, προφανώς, στην αποκλειστική ευθύνη της επιχείρησης που τα προσκόμισε), εντούτοις δεν μπορεί να αρκείται μόνον στις δηλώσεις του παραλήπτη, αλλά οφείλει να τηρεί μια προληπτική προσέγγιση, η οποία συνίσταται, κατ’ ελάχιστον, στο να ζητήσει αντίγραφο της άδειας που διαθέτει ο παραλήπτης (εκτός αν, για παράδειγμα, του έχει ήδη παρασχεθεί αντίγραφο στο πλαίσιο προγενέστερων μεταφορών). Εξάλλου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει τις συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες μια επιχείρηση θα μπορούσε να έχει «ευχερή πρόσβαση» στις σχετικές με τις άδειες πληροφορίες, πράγμα το οποίο εξαρτάται από πραγματικές περιστάσεις συχνά ανεξάρτητες από τη βούληση της εν λόγω επιχείρησης και οι οποίες, ως εκ τούτου, δεν είναι καθοριστικές για την εκτίμηση της επιμελείας που αυτή επέδειξε. Η σχετικά αυστηρή αυτή προσέγγιση έναντι του παραγωγού ή του αποστολέα των αποβλήτων βρίσκει επίσης έρεισμα, κατά τη γνώμη μου, αφενός, στο άρθρο 15, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/98, κατά το οποίο, όταν τα απόβλητα μεταφέρονται για προκαταρκτική επεξεργασία, από τον αρχικό παραγωγό ή κάτοχο σε έμπορο, σε οργανισμό ή σε επιχείρηση που εκτελεί εργασίες επεξεργασίας αποβλήτων ή μέσω διακανονισμού με οργανισμό συλλογής αποβλήτων, αυτό δεν συνεπάγεται, κατά γενικό κανόνα, απαλλαγή από την ευθύνη για τη διεξαγωγή μιας εργασίας πλήρους ανάκτησης ή διάθεσης, και, αφετέρου, στην αιτιολογική σκέψη 18 του κανονισμού 1013/2006, κατά την οποία, λαμβανομένης υπόψη της ευθύνης των παραγωγών αποβλήτων για την περιβαλλοντικά ορθή διαχείριση των αποβλήτων, τα έγγραφα κοινοποίησης και μεταφοράς για τις μεταφορές αποβλήτων θα πρέπει, όπου είναι πρακτικά δυνατόν, να συμπληρώνονται από τους παραγωγούς αποβλήτων. Πρβλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Brady (C‑113/12, EU:C:2013:627, σκέψη 78).


50      Βλ. σημείο 35 των παρουσών προτάσεων.


51      Βλ. σημείο 37 των παρουσών προτάσεων.


52      Είναι αληθές ότι το έντυπο του παραρτήματος VII παραπέμπει στις οδηγίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΓ του κανονισμού 1013/2006 και ότι στο σημείο 21 του εν λόγω παραρτήματος διευκρινίζεται, μεταξύ άλλων, ότι, όσον αφορά το πεδίο που αφορά την εγκατάσταση αξιοποίησης «παρέχονται στο παράρτημα οι αντίστοιχες πληροφορίες για την επακόλουθη εγκατάσταση ή τις επακόλουθες εγκαταστάσεις, όπου λαμβάνουν χώρα ή ενδέχεται να λάβουν χώρα οιεσδήποτε εργασίες R 12/R 13 [...]». Εντούτοις, επισημαίνω, αφενός, ότι οι εν λόγω οδηγίες αφορούν τα έγγραφα κοινοποίησης και εφαρμόζονται μόνον δευτερευόντως στα έγγραφα της διαδικασίας κοινοποίησης. Η απαίτηση αναγραφής των μη ενδιάμεσων εγκαταστάσεων αξιοποίησης προβλέπεται μόνο στο άρθρο 15, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού, που αποτελεί μέρος του κεφαλαίου I του κανονισμού, το οποίο εφαρμόζεται στη διαδικασία προηγούμενης γραπτής κοινοποίησης και συγκατάθεσης και όχι στη διαδικασία ενημέρωσης (στη συγκεκριμένη διάταξη διευκρινίζεται ότι: «[ε]άν η μεταφορά αποβλήτων προορίζεται για ενδιάμεση εργασία αξιοποίησης ή διάθεσης, όλες οι εγκαταστάσεις στις οποίες μελετάται να λάβουν χώρα οι επακόλουθες και μη ενδιάμεσες εργασίες αξιοποίησης και διάθεσης σημειώνονται επίσης στο έγγραφο κοινοποίησης, επιπλέον της αρχικής ενδιάμεσης εργασίας αξιοποίησης ή διάθεσης»). Αφετέρου, παρατηρώ ότι οι οδηγίες σχετικά με τη διαδικασία ενημέρωσης δεν περιέχουν τη διευκρίνιση που περιλαμβάνεται στο σημείο 5, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος ΙI του εν λόγω κανονισμού, που αφορά τις πληροφορίες σχετικά με την κοινοποίηση, κατά την οποία «[ε]άν τα απόβλητα προορίζονται για μεταβατικές εργασίες αξιοποίησης ή διάθεσης, αναφέρονται αντίστοιχες πληροφορίες για όλες τις εγκαταστάσεις στις οποίες προβλέπεται να λάβουν χώρα οι επακόλουθες ενδιάμεσες και μη εργασίες αξιοποίησης ή διάθεσης». Η απουσία αυτής της διευκρίνισης στις οδηγίες για τη διαδικασία ενημέρωσης με ωθεί στο συμπέρασμα ότι οι σχετικές με τη συγκεκριμένη διαδικασία απαιτήσεις είναι λιγότερο αυστηρές από εκείνες που αφορούν τη διαδικασία προηγούμενης γραπτής κοινοποίησης και συγκατάθεσης ως προς την αναγραφή των εγκαταστάσεων αξιοποίησης.


53      Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1157 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Απριλίου 2024, για τις μεταφορές αποβλήτων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1257/2013 και (ΕΕ) 2020/1056 και την κατάργηση του [κανονισμού 1013/2006] (ΕΕ 2024, L 1157). Στο άρθρο 18, παράγραφος 7, του νέου αυτού κανονισμού προβλέπεται, κατά τρόπο καινοφανή και ρητό, ότι «[ό]ταν η αποστολή προορίζεται για ενδιάμεση ανάκτηση, η εγκατάσταση όπου αναμένεται να γίνει η ενδιάμεση ή μη ενδιάμεση ανάκτηση αμέσως μετά την αρχική ενδιάμεση ανάκτηση, και οι κωδικοί R των εν λόγω εργασιών, αναφέρονται επίσης στο έγγραφο [...] παραρτήματος VII επιπλέον της αρχικής ενδιάμεσης ανάκτησης, όπως επίσης, όπου είναι εφικτό, οι εγκαταστάσεις όπου προβλέπεται μεταγενέστερη ενδιάμεση ή μη ενδιάμεση ανάκτηση και οι κωδικοί R των συναφών εργασιών ανάκτησης». Κατά τη γνώμη μου, από τη διάταξη αυτή δεν συνάγεται κατ’ ανάγκην ότι η αναγραφή των επακόλουθων εγκαταστάσεων, όταν μια μεταφορά προορίζεται για ενδιάμεση ανάκτηση (η οποία προβλέπεται «όπου είναι εφικτό»), δεν ήταν υποχρεωτική πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού, ήτοι πριν από την 21η Μαΐου 2026. Ελλείψει οποιασδήποτε ένδειξης προς αυτή την κατεύθυνση στις αιτιολογικές σκέψεις ή στις προπαρασκευαστικές εργασίες που οδήγησαν στην έκδοση του ίδιου κανονισμού, η εν λόγω διάταξη θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι διευκρινίζει μια ήδη προβλεπόμενη υποχρέωση, έστω και αν αυτή δεν προσδιοριζόταν ρητά στον κανονισμό 1013/2006.


54      Βλ. υποσημείωση 11 και σημείο 45 των παρουσών προτάσεων.


55      Εξάλλου, ακόμη και από αμιγώς πραγματικής απόψεως, διερωτώμαι με ποιον τρόπο ο αποστολέας, ο οποίος κατά κανόνα απευθύνεται σε τρίτη μεταφορική επιχείρηση για την πραγματοποίηση της μεταφοράς προς την εγκατάσταση αξιοποίησης, θα μπορούσε να έχει οποιονδήποτε έλεγχο του ακριβούς σημείου, εντός της εγκατάστασης αξιοποίησης, όπου εκφορτώνονται τα απόβλητα, ή έστω και απλή γνώση αυτού.


56      Βλ., αντιστοίχως, παραρτήματα Α.48 και Α.61 (εκθέσεις για τους διενεργηθέντες στις εν λόγω τοποθεσίες ελέγχους από τις πολωνικές αρχές).


57      Κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 35, στοιχεία αʹ, βʹ, εʹ και ζʹ, περιπτώσεις i και iii, του κανονισμού 1013/2006.


58      Οι μεταφορές αποβλήτων στην τοποθεσία υπ’ αριθ. 4 αφορούσαν, αφενός, τη γερμανική παραγωγό εταιρεία Wurzer Wertstoff GmbH (στο εξής: Wurzer) και τη γερμανική εξαγωγική εταιρία Trade & Service GmbH και, αφετέρου, τις ενδιάμεσες πολωνικές εταιρίες Inter-Nicco sp. z o.o. sp. k. και F.H.U. Marko (στο εξής: Marko), καθώς και τις πολωνικές παραλήπτριες εταιρίες Ekobiopell Invest sp. z o.o. (στο εξής: Ekobiopell) και A&P sp. z o.o., ενώ οι μεταφορές αποβλήτων προς την τοποθεσία υπ’ αριθ. 5 αφορούσαν, αφενός, τις γερμανικές εταιρίες αποστολής Böhme GmbH και Lobbe RSW GmbH (στο εξής: Lobbe) και, αφετέρου, τις πολωνικές παραλήπτριες εταιρίες Havel Investment sp. z o.o. (στο εξής: Havel) και Recovery Green Recycling sp. z o.o. (στο εξής: Recovery), εντός των εκτάσεων της RS Robert Szymkowicz. Στο δικόγραφο της προσφυγής της, η Δημοκρατία της Πολωνίας μνημονεύει τον κωδικό μιας άλλης γερμανικής επιχείρησης που δεν κατονομάζεται, αλλά ζητεί την παραλαβή κατόπιν επιστροφής μόνον των αποβλήτων που αφορούν τις εταιρίες Lobbe και Böhme. Επίσης, στο υπόμνημα απαντήσεως, αναφέρεται σε φερόμενες ως παράνομες μεταφορές αποβλήτων από τις γερμανικές εταιρίες PB Solutions GmbH, Borchers Kreislaufwirtschaft GmbH και ALBA Recycling GmbH, χωρίς ωστόσο να προσκομίζει επαρκείς αποδείξεις περί της εμπλοκής των εταιριών αυτών στις μεταφορές αποβλήτων προς την τοποθεσία υπ’ αριθ. 5. Εξάλλου, οι μεταφορές αποβλήτων που φέρονται ως καταλογιστέες στις εν λόγω εταιρίες δεν μνημονεύονται καν στο παράρτημα C.2, το οποίο περιέχει σύνοψη των πληροφοριών και των αποδεικτικών στοιχείων που περιλαμβάνονται στην καταγγελία σχετικά με τις φερόμενες ως παράνομες μεταφορές αποβλήτων, ακόμη και προς την τοποθεσία υπ’ αριθ. 4.


59      Ειδικότερα, απόβλητα που εμπίπτουν στην καταχώριση 19 12 12, ήτοι «άλλα απόβλητα (συμπεριλαμβανομένων των μειγμάτων υλικών) από τη μηχανική κατεργασία αποβλήτων, εκτός εκείνων που αναφέρονται στο 19 12 11 [η τελευταία αυτή καταχώριση αφορά “άλλα απόβλητα (συμπεριλαμβανομένων των μειγμάτων υλικών) από τη μηχανική κατεργασία αποβλήτων που περιέχουν επικίνδυνες ουσίες”]».


60      Η εταιρία Würzer φέρεται να μετέφερε τα απόβλητα μέσω της διοργανώτριας εταιρίας Trade & Service, η οποία φέρεται να είχε συνάψει σύμβαση μεταφοράς αποβλήτων με την εταιρία Inter‑Nicco. Στη συνέχεια, η τελευταία φέρεται να τα μετέφερε, βάσει σύμβασης μεσιτείας με την εταιρία Marko, σε εγκατάσταση στο Gliwice, την οποία εκμεταλλεύονται οι εταιρίες Ekobiopell και A & P, με τις οποίες η Marko είχε συνάψει συμβάσεις μεταφοράς αποβλήτων.


61      Συγκεκριμένα, τα πλαστικά αυτά απόβλητα φέρεται να είναι μολυσμένα από άλλα υλικά και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτουν στην καταχώριση των πλαστικών αποβλήτων.


62      Βλ., σχετικά με την παρουσία άλλων εταιριών, την οποία ανέφερε η Δημοκρατία της Πολωνίας, υποσημείωση 58 των παρουσών προτάσεων.


63      Μόλις τα φορτία εισήλθαν στο πολωνικό έδαφος, τα αρχικά έντυπα του παραρτήματος VII φέρονται να αντικαταστάθηκαν από νέα έντυπα του παραρτήματος VII στα οποία αναγράφονταν η «Spółdzielnia socjalna „PLUS” Żagań» ως υπεύθυνη για τη μεταφορά εταιρία και η «Sarbia 36» ως παραλήπτης. Επιπλέον, από τις εντολές μεταφοράς και τα τιμολόγια φέρεται να προκύπτει ότι ως τόπος φόρτωσης αναγράφονταν οι τοποθεσίες στη Γερμανία όπου εδρεύουν οι εταιρίες Lobbe και Böhme και ως τόπος εκφόρτωσης η Sarbia.


64      Τα εν λόγω απόβλητα φέρεται να μεταφέρθηκαν αρχικά στην εν λόγω επιχείρηση στο Jawiszowice και στη συνέχεια σε άλλους παραλήπτες στο Gliwice.


65      Εξάλλου, τα εν λόγω απόβλητα φέρονται να μη μεταφέρθηκαν στην εγκατάσταση αξιοποίησης που προσδιοριζόταν στα έγγραφα μεταφοράς και στα έντυπα του παραρτήματος VII, αλλά απευθείας στη Sarbia, όπου δεν υπήρχε καμία εγκατάσταση αξιοποίησης, με τη χρησιμοποίηση, επιπροσθέτως, πλαστογραφημένων εγγράφων μεταφοράς.


66      Βλ. παράρτημα Β.20.


67      Βλ. παράρτημα A.59 (έγγραφα σχετικά με την παράδοση αποβλήτων από τη Γερμανία στο Gliwice).


68      Πράγματι, σύμφωνα με τα έγγραφα που προσκόμισε η Δημοκρατία της Πολωνίας (όπως τιμολόγια, εντολές μεταφοράς, έγγραφα CMR, αποδείξεις ζυγίσεως και έντυπα του παραρτήματος VII – βλ., συναφώς, παράρτημα A.59), φαίνεται πιθανό ορισμένες μεταφορές αποβλήτων να πραγματοποιήθηκαν απευθείας από τη Γερμανία προς το Gliwice.


69      Συγκεκριμένα, οι μαρτυρικές καταθέσεις που ελήφθησαν από τους οδηγούς στο πλαίσιο ποινικής έρευνας (παράρτημα A.58) και η κατάθεση του εκπροσώπου της Marko (παράρτημα A.56). Ομοίως, οι φωτογραφίες που ελήφθησαν κατά τον έλεγχο και οι οποίες απεικονίζουν απόβλητα γερμανικών (και αυστριακών) προϊόντων δεν αρκούν, αφ’ εαυτών, για τον καταλογισμό της ευθύνης για τα απόβλητα αυτά στις εμπλεκόμενες γερμανικές εταιρίες (παράρτημα Α.48). Εξάλλου, το γεγονός ότι οι εταιρίες A & P και Ekobiopell δεν διαθέτουν καμία άδεια για την επεξεργασία αποβλήτων δεν μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη των γερμανικών εταιριών από τις οποίες προήλθαν τα απόβλητα αυτά, καθόσον δεν υφίσταται άμεση σύνδεση μεταξύ των εν λόγω πολωνικών και γερμανικών εταιριών.


70      Τα έντυπα του παραρτήματος VII, τα οποία συμπληρώθηκαν από τις δύο εμπλεκόμενες γερμανικές εταιρίες, ταξινομούν τα απόβλητα ως πλαστικά απόβλητα που εμπίπτουν στον «πράσινο» κατάλογο και αναγράφουν, αφενός, την εταιρία Lobbe ως διοργανώτρια της μεταφοράς και τη Havel στο Chełmek ως παραλήπτρια και ως εγκατάσταση αξιοποίησης, καθώς και, αφετέρου, την Böhme ως διοργανώτρια της μεταφοράς, τη Recovery ως παραλήπτρια και τη Havel ως εγκατάσταση αξιοποίησης.


71      Πρέπει, μεταξύ άλλων, να μνημονευθούν ο έλεγχος που διενήργησαν οι πολωνικές αρχές (παράρτημα A.61) και τα συμπεράσματα που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο έρευνας την οποία διεξήγαγε η περιφερειακή εισαγγελία του Tarnów (παράρτημα A.67).


72      Η εν λόγω «εντολή εξουδετέρωσης στοιχείων μεταφοράς» συνίστατο, κατ’ ουσίαν, στην αντικατάσταση των αρχικών εγγράφων (ιδίως των εντύπων του παραρτήματος VII) με πλαστογραφημένα έγγραφα. Για παράδειγμα, η Δημοκρατία της Πολωνίας επισημαίνει μια πρόσθετη μνεία στη σύμβαση μεταφοράς που συνήφθη μεταξύ των πολωνικών εταιριών Karol και Hunters Investment, σύμφωνα με την οποία «είναι σημαντικό ο οδηγός να μην προσδιορίζει τον προορισμό των εμπορευμάτων κατά τη φόρτωση» (βλ. παράρτημα Α.66).


73      Πράγματι, δεν υφίσταται κανένα αποδεικτικό στοιχείο βάσει του οποίου να μπορεί να στοιχειοθετηθεί ότι οι γερμανικές εταιρίες θα μπορούσαν να είχαν ενημερωθεί για την εν λόγω μεταβολή του προορισμού των αποβλήτων, η οποία εμπίπτει κυρίως στην ευθύνη των πολωνικών εταιριών. Συναφώς, η Δημοκρατία της Πολωνίας επικαλείται ένα έντυπο του παραρτήματος VII (παράρτημα Α.70), το οποίο φέρεται να αποδεικνύει την ύπαρξη συνεργασίας μεταξύ της Lobbe και της Logistics Hunters, εταιρίας η οποία εικάζεται ότι είχε αναλάβει τη μεταφορά των αποβλήτων απευθείας από τη Γερμανία έως τη Sarbia. Εντούτοις, το έγγραφο αυτό, όπως και τα λοιπά διαθέσιμα έντυπα του παραρτήματος VII, αφορά στην πραγματικότητα μεταφορά αποβλήτων προς την εγκατάσταση της Havel στο Chełmek. Υπό τις συνθήκες αυτές, το ζήτημα κατά πόσον τα επίμαχα απόβλητα μπορούσαν να ταξινομηθούν στην καταχώριση 19 12 04 [που αντιστοιχεί στην καταχώριση Β 3010 της Σύμβασης της Βασιλείας για τον έλεγχο των διασυνοριακών κινήσεων επικίνδυνων αποβλήτων και της επεξεργασίας τους, η οποία υπεγράφη στις 22 Μαρτίου 1989 και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας με την απόφαση 93/98/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993 (ΕΕ 1993, L 39, σ. 1)], λαμβανομένου υπόψη του επιπέδου των προσμείξεών τους, δεν είναι καθοριστικής σημασίας. Εν πάση περιπτώσει, φρονώ ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα εν λόγω απόβλητα υπερέβησαν το επίπεδο προσμείξεων που επιτρέπεται από τον ορισμό της καταχώρισης Β 3010 της Σύμβασης της Βασιλείας, όπως αυτός ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του εγγράφου της Επιτροπής με τίτλο «Frequently Asked Questions (FAQs) on Regulation (EC) 1013/2006 on shipments of waste», το οποίο είναι διαθέσιμο στην αγγλική γλώσσα στη διεύθυνση: https://ec.europa.eu/environment/pdf/waste/shipments/faq.pdf.


74      Συναφώς, η Δημοκρατία της Πολωνίας, στο υπόμνημά της απαντήσεως, επαναλαμβάνει απλώς ότι η ποσότητα αποβλήτων που υπήρχαν στη Sarbia εκτιμήθηκε περίπου σε 8 700 τόνους, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων φέρεται να είναι γερμανικής προέλευσης.


75      Βλ. παραρτήματα A.72 (πρακτικά του επιτόπιου ελέγχου που διενήργησαν οι πολωνικές αρχές) και A.73 (φωτογραφίες που ελήφθησαν στην εν λόγω τοποθεσία).


76      Σύμμεικτα αστικά απόβλητα, υπαγόμενα στην καταχώριση 19 12 12 (περίπου το 70 % των εν λόγω αποβλήτων), μολυσμένα με οργανικές ύλες, καθώς και λοιπά πλαστικά απόβλητα, υπαγόμενα στην καταχώριση 19 12 04 (περίπου το 30 % των εν λόγω αποβλήτων), τα οποία περιέχουν ανόργανες προσμείξεις.


77      Κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 35, στοιχεία αʹ, βʹ, εʹ και ζʹ, σημεία i και iii, του κανονισμού 1013/2006.


78      Οι μεταφορές αποβλήτων προς την επίμαχη τοποθεσία αφορούν, αφενός, τις γερμανικές επιχειρήσεις Lobbe, Vorberg Recycling GmbH, WAZ Werstoff-Aufberentulgs-Zentrum GmbH και TAK GmbH, καθώς και, αφετέρου, την πολωνική επιχείρηση ECOMED Adam Macech, η οποία είναι μισθωτής αποθήκης στο Bzowo.


79      Μεταξύ άλλων, ο έλεγχος που διενεργήθηκε από τις πολωνικές αρχές καθώς και τα πορίσματα στα οποία κατέληξε η ποινική έρευνα της Περιφερειακής Εισαγγελίας του Tarnów (βλ. παράρτημα Α.74, έγγραφο της Περιφερειακής Εισαγγελίας του Tarnów).


80      Βλ. άδεια που χορηγήθηκε στην εταιρία Ecomed Adam Macech για τη συλλογή πλαστικών αποβλήτων (παράρτημα A.72, σ. 3042).


81      Για παράδειγμα, οι φωτογραφίες που ελήφθησαν στην τοποθεσία υπ’ αριθ. 6 (παραρτήματα Α.72 και Α.73), στις οποίες εμφανίζονται απόβλητα που φέρουν ετικέτες με τον αριθμό ταυτοποίησης της Lobbe (10999), αποδεικνύουν μεν ότι στην εν λόγω τοποθεσία υπήρχαν απόβλητα προερχόμενα από τη συγκεκριμένη επιχείρηση, δεν επιτρέπουν όμως να αποδειχθεί επαρκώς κατά νόμον ότι η εν λόγω επιχείρηση ενεπλάκη στη μεταφορά τους. Μολονότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η εν λόγω επιχείρηση να είχε ενημερωθεί για τη μεταφορά, είναι εξίσου πιθανό οι οικείες πολωνικές εταιρίες να διοργάνωσαν τις παράνομες μεταφορές χωρίς καμία ανάμειξη της ίδιας της επιχείρησης.


82      Για παράδειγμα, τα στοιχεία στα έντυπα του Παραρτήματος VII που μπορούν να συσχετιστούν με την εταιρία Lobbe αφορούσαν αποκλειστικά μεταφορές πλαστικών αποβλήτων της καταχώρισης 19 12 04 οι οποίες πραγματοποιήθηκαν προς την Havel στο Chełmek (βλ. παράρτημα Β.33).


83      Βλ. παράρτημα A.74 (έγγραφα της εισαγγελίας Tarnów), ιδίως σ. 3146.


84      Εξάλλου, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Δημοκρατία της Πολωνίας, δεν θεωρώ ότι η απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016, Nutrivet (C‑69/15, EU:C:2016:425, σκέψεις 37 και 38), είναι κρίσιμη εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση εκείνη είχε αποδειχθεί ότι στα επίμαχα στην κύρια δίκη συνοδευτικά έγγραφα αναφερόταν εταιρία διαφορετική από εκείνη για την οποία προορίζονταν πράγματι οι επίμαχες στην κύρια δίκη μεταφορές αποβλήτων, εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, και η οποία μνημονευόταν ως εγκατάσταση αξιοποίησης, μολονότι δεν ευρισκόταν στην αναγραφόμενη στα έγγραφα αυτά χώρα προορισμού.


85      Βλ. σημείο 214 της καταγγελίας (παραρτήματα A.81 και B.5). Για τον λόγο αυτόν, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της δεύτερης αιτιάσεως στο μέτρο που αυτή προβάλλεται σε σχέση με τις τοποθεσίες υπ’ αριθ. 3, 4 και 6, ενώ η Δημοκρατία της Πολωνίας, μολονότι αναγνωρίζει ότι η καταγγελία της αφορούσε μόνον την τοποθεσία υπ’ αριθ. 5, υποστηρίζει ότι η μνεία των τοποθεσιών υπ’ αριθ. 3, 4 και 6 στο δικόγραφο της προσφυγής δεν συνιστά διεύρυνση της δεύτερης αιτιάσεως, αλλά απλώς διευκρίνιση αυτής. Πρβλ. Prete, L., Infringement Proceedings in EU Law, Wolters Kluwer, Alphen-sur-le-Rhin, 2017, σ. 203.


86      Μολονότι το γράμμα του άρθρου 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 1013/2006 χρησιμοποιεί τον όρο «“κοινοποιημένα” απόβλητα», φρονώ ότι ο όρος αυτός ισχύει και για τα απόβλητα που υποβλήθηκαν αρχικώς στη διαδικασία ενημέρωσης. Πράγματι, τυχόν διαφορετική ερμηνεία θα οδηγούσε στο παράδοξο αποτέλεσμα η διάταξη αυτή να έχει εφαρμογή (και, επομένως, να γεννά υποχρέωση κοινοποίησης) μόνον στην περίπτωση που τα απόβλητα έχουν ήδη κοινοποιηθεί. Αντιθέτως, η ερμηνεία που προτείνω συνάδει με το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η συγκεκριμένη διάταξη, η οποία περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 5 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γενικές διοικητικές διατάξεις», καθώς και με τον σκοπό της, ο οποίος συνίσταται ακριβώς στην επίλυση των διαφωνιών μεταξύ των αρχών όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 3 του εν λόγω κανονισμού.


87      Με άλλα λόγια, το άρθρο 28, παράγραφος 2, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων θεσπίζει μια επικουρική ταξινόμηση των αποβλήτων σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των εμπλεκόμενων αρχών, η οποία οδηγεί στην εφαρμογή της διαδικασίας προηγούμενης γραπτής κοινοποίησης και συγκατάθεσης που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με τις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, στον βαθμό που διασφαλίζει το υψηλότερο επίπεδο εποπτείας και ελέγχου βάσει του εν λόγω κανονισμού. Επομένως, η διαδικασία προηγούμενης γραπτής κοινοποίησης και συγκατάθεσης πρέπει να θεωρείται ως η εξ ορισμού διαδικασία για τη διασφάλιση της βέλτιστης εποπτείας και του ελέγχου των μεταφορών αποβλήτων εντός της Ένωσης για την προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας. Αντιθέτως, η διαδικασία ενημέρωσης ενδείκνυται μόνο για τα απόβλητα που απαιτούν χαμηλότερο επίπεδο εποπτείας και ελέγχου.


88      Το εν λόγω κράτος μέλος διατηρεί αμφιβολίες όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής εν προκειμένω του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, με το σκεπτικό ότι ο κανονισμός 1013/2006 περιέχει ειδικές διατάξεις σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, οι οποίες συνιστούν, ως εκ τούτου, lex specialis.


89      Πράγματι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η παράβαση της γενικής υποχρέωσης καλόπιστης συνεργασίας που απορρέει από το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ διακρίνεται από την παράβαση των υποχρεώσεων εκείνων οι οποίες αποτελούν ειδική έκφανση της υποχρεώσεως αυτής. Επομένως, μια τέτοια παράβαση μπορεί να διαπιστώνεται μόνον εφόσον αφορά ενέργειες διαφορετικές από εκείνες που συνιστούν παράβαση των ως άνω ειδικών υποχρεώσεων [απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Επιτροπή κατά Σλοβενίας (Αρχεία της ΕΚΤ), C‑316/19, EU:C:2020:1030, σκέψη 121 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].


90      Βλ. νομολογία που μνημονεύεται στην προηγούμενη υποσημείωση των παρουσών προτάσεων. Βλ. επίσης απόφαση της 30ής Απριλίου 2024, Λεττονία κατά Σουηδίας (Συστήματα εγγύησης των καταθέσεων) (C‑822/21, EU:C:2024:373, σκέψεις 99 και 100 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


91      Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο προσφυγών λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η Επιτροπή, η οποία δεν διαθέτει ιδία εξουσία έρευνας στο συγκεκριμένο τομέα, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα στοιχεία που παρέχουν τυχόν καταγγέλλοντες, ιδιωτικοί ή δημόσιοι οργανισμοί που δραστηριοποιούνται στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, καθώς και από το ίδιο το κράτος μέλος, και ότι εναπόκειται πρωτίστως στις εθνικές αρχές να προβαίνουν στους αναγκαίους επιτόπιους ελέγχους, σε πνεύμα καλόπιστης συνεργασίας, σύμφωνα με το καθήκον κάθε κράτους μέλους να διευκολύνει τη γενική αποστολή της Επιτροπής (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Επιτροπή κατά Σλοβενίας, C‑140/14, EU:C:2015:501, σκέψεις 40 έως 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Η ίδια αρχή ισχύει, κατ’ αναλογίαν, και στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 259 ΣΛΕΕ.


92      Βλ. την ανάλυσή μου στο πλαίσιο της πρώτης αιτιάσεως όσον αφορά τις τοποθεσίες υπ’ αριθ. 2 έως 6.


93      Πράγματι, μολονότι το Δικαστήριο έχει κρίνει παγίως ότι ένα κράτος μέλος δεν δύναται να προβάλει διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απορρέουν από την ομοσπονδιακή του οργάνωση, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 14ης Μαΐου 2002, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C‑383/00, EU:C:2002:289, σκέψη 20), η μοναδική περίπτωση την οποία επικαλέστηκαν συναφώς οι πολωνικές αρχές, η οποία αφορά την τοποθεσία υπ’ αριθ. 3, κατέληξε, κατόπιν εκτενούς αλληλογραφίας (παραρτήματα Α.37, Α.39 και Α.40), σε απορριπτική απάντηση εκ μέρους των αρμόδιων αρχών (παράρτημα Α.44).