ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΡΑΝΤΟΥ
της 10ης Ιουλίου 2025 ( 1 )
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑722/23 [Rugu] και C‑91/24 [Aucroix] ( i )
AR
παρισταμένου του
Procureur général (C‑722/23)
και
Procureur général de Mons
κατά
HL (C‑91/24)
[αιτήσεις του Cour de cassation
(Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Βέλγιο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Απόφαση‑πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ – Άρθρο 1, παράγραφος 3 – Διαδικασία παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών – Λόγοι μη εκτέλεσης – Σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων – Συνθήκες κράτησης στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος – Άρθρο 4, σημείο 6 – Λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης – Σκοπός κοινωνικής επανένταξης – Υπήκοος κράτους μέλους ο οποίος είναι κάτοικος του κράτους μέλους εκτέλεσης – Καταπολέμηση της ατιμωρησίας – Αναγνώριση αποφάσεων που επιβάλλουν στερητικές της ελευθερίας ποινές ή στερητικά της ελευθερίας μέτρα για τον σκοπό της εκτέλεσής τους σε άλλο κράτος μέλος – Απόφαση‑πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ – Άρθρο 25 – Εκτέλεση ποινής στο πλαίσιο του άρθρου 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584»
I. Εισαγωγή
|
1. |
Εις βάρος του AR, Ρουμάνου υπηκόου, και του HL, Βέλγου υπηκόου, αμφοτέρων κατοίκων Βελγίου, εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (στο εξής: ΕΕΣ), αντιστοίχως, από τις ρουμανικές και τις ελληνικές δικαστικές αρχές προς τον σκοπό εκτέλεσης στερητικών της ελευθερίας ποινών. Τα επιληφθέντα βελγικά δευτεροβάθμια δικαστήρια αρνήθηκαν την εκτέλεση των εν λόγω ΕΕΣ με την αιτιολογία ότι, σε περίπτωση παράδοσής τους, οι συνθήκες κράτησης στα κράτη μέλη έκδοσης των ενταλμάτων θα είχαν ως αποτέλεσμα να εκτεθούν οι AR και HL στον κίνδυνο προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. |
|
2. |
Στο πλαίσιο αυτό, το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Βέλγιο) ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει εάν, στην περίπτωση που τα δικαστήρια του κράτους μέλους εκτέλεσης αρνούνται να εκτελέσουν ΕΕΣ βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ ( 2 ), τα εν λόγω δικαστήρια δύνανται ή και οφείλουν να εφαρμόσουν τον λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 6, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου για την εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής στο κράτος μέλος εκτέλεσης εφόσον τα εκζητούμενα πρόσωπα είναι υπήκοοι του εν λόγω κράτους μέλους ή κατοικούν σε αυτό. |
|
3. |
Οι υπό κρίση συνεκδικαζόμενες υποθέσεις εντάσσονται στο νομολογιακό πλαίσιο που διαμορφώθηκε κατόπιν της αποφάσεως Aranyosi και Căldăraru ( 3 ), με την οποία το Δικαστήριο για πρώτη φορά έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι, εάν, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, η δικαστική αρχή εκτέλεσης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση παράδοσής του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, ο εκζητούμενος θα διατρέξει κίνδυνο προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του και ότι ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί να αποκλειστεί εντός εύλογης προθεσμίας, η εν λόγω δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν μπορεί να εκτελέσει το ΕΕΣ, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης). Ειδικότερα, στις υπό κρίση υποθέσεις εγείρεται το καινοφανές ζήτημα των συνεπειών που συνεπάγεται η άρνηση εκτέλεσης ΕΕΣ λόγω των συνθηκών κράτησης στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος για την κατάσταση των εκζητουμένων, ήτοι εάν η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει να τους απολύσει ή αν, προκειμένου να αποφευχθεί η ατιμωρησία τους, η εν λόγω αρχή δύναται ή υποχρεούται να εκτελέσει την ποινή τους στο έδαφος του κράτους μέλους εκτέλεσης, βάσει του άρθρου 4, σημείο 6, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπει η διάταξη αυτή. |
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Απόφαση‑πλαίσιο 2002/584
|
4. |
Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 5, 6 και 12 της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584:
[…]
|
|
5. |
Το άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμός και υποχρέωση εκτέλεσης του [ΕΕΣ]», ορίζει τα εξής: «1. Το [ΕΕΣ] είναι [απόφαση δικαστικής αρχής] η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς το σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας. 2. Τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε [ΕΕΣ] βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης‑πλαίσιο. 3. H παρούσα απόφαση‑πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 [ΣΕΕ].» |
|
6. |
Το άρθρο 3 της ως άνω αποφάσεως‑πλαισίου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Λόγοι υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του [ΕΕΣ]», προβλέπει τα εξής: «Η δικαστική αρχή εκτέλεσης του κράτους μέλους εκτέλεσης (εφεξής καλούμενη “δικαστική αρχή εκτέλεσης”) αρνείται την εκτέλεση του [ΕΕΣ] στις ακόλουθες περιπτώσεις:
|
|
7. |
Το άρθρο 4 της ίδιας αποφάσεως‑πλαισίου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Λόγοι προαιρετικής μη εκτέλεσης του [ΕΕΣ]», ορίζει στο σημείο 6 τα εξής: «Η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του [ΕΕΣ]: […]
|
|
8. |
Το άρθρο 4α της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 αφορά τις αποφάσεις που εκδίδονται σε δίκες κατά τις οποίες ο ενδιαφερόμενος δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως. |
2. Η απόφαση‑πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ
|
9. |
Οι αιτιολογικές σκέψεις 9 και 12 της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909/ΔΕΥ ( 4 ) έχουν ως εξής:
[…]
|
|
10. |
Το άρθρο 3 της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909, το οποίο φέρει τον τίτλο «Σκοπός και πεδίο εφαρμογής», ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής: «1. Σκοπός της παρούσας απόφασης‑πλαίσιο είναι η θέσπιση των κανόνων σύμφωνα με τους οποίους ένα κράτος μέλος, προκειμένου να διευκολύνει την κοινωνική επανένταξη του καταδίκου, αναγνωρίζει καταδικαστική απόφαση και εκτελεί την ποινή. 2. Η παρούσα απόφαση‑πλαίσιο εφαρμόζεται εφόσον ο κατάδικος ευρίσκεται στο κράτος έκδοσης ή στο κράτος εκτέλεσης.» |
|
11. |
Το άρθρο 4 της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, με τίτλο «Κριτήρια για τη διαβίβαση καταδικαστικής απόφασης και πιστοποιητικού σε άλλο κράτος μέλος», προβλέπει τα εξής: «1. Εφόσον ο κατάδικος ευρίσκεται στο κράτος έκδοσης ή στο κράτος εκτέλεσης και εφόσον έχει δώσει τη συναίνεσή του όπου απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο [6], μια καταδικαστική απόφαση, συνοδευόμενη από το πιστοποιητικό, τυποποιημένο έντυπο του οποίου περιέχεται στο παράρτημα Ι, […] μπορεί να διαβιβασθεί σε ένα από τα εξής κράτη μέλη:
2. Η διαβίβαση της απόφασης και του πιστοποιητικού μπορεί να πραγματοποιηθεί εφόσον η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης, εν ανάγκη κατόπιν διαβουλεύσεων μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών έκδοσης και εκτέλεσης, πεισθεί ότι η εκτέλεση της ποινής από το κράτος εκτέλεσης διευκολύνει την κοινωνική επανένταξη του καταδίκου. 3. Η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης, πριν διαβιβάσει την καταδικαστική απόφαση και το πιστοποιητικό, μπορεί να διαβουλευθεί, με κάθε πρόσφορο μέσο, με την αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης. Η διαβούλευση είναι υποχρεωτική στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ). Στις περιπτώσεις αυτές, η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης ενημερώνει αμέσως το κράτος έκδοσης για την απόφασή της εάν θα συναινέσει ή όχι στη διαβίβαση της απόφασης. […] 5. Το κράτος εκτέλεσης δύναται με δική του πρωτοβουλία να ζητήσει από το κράτος έκδοσης να διαβιβάσει την καταδικαστική απόφαση μαζί με το πιστοποιητικό. […] Οι αιτήσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο δεν γεννούν υποχρέωση του κράτους έκδοσης να διαβιβάσει την καταδικαστική απόφαση μαζί με το πιστοποιητικό. 6. Κατά την εφαρμογή της παρούσας απόφασης‑πλαίσιο, τα κράτη μέλη θεσπίζουν μέτρα στα οποία λαμβάνεται ιδίως υπόψη ο σκοπός της κοινωνικής επανένταξης του καταδίκου, ο οποίος συνιστά τη βάση προκειμένου να αποφασίζουν οι αρμόδιες αρχές τους εάν πρέπει να συναινέσουν στη διαβίβαση της απόφασης και του πιστοποιητικού στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 στοιχείο γ). […]» |
|
12. |
Το άρθρο 8 της ως άνω αποφάσεως‑πλαισίου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αναγνώριση της καταδικαστικής απόφασης και εκτέλεση της ποινής», ορίζει τα εξής: «1. Η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης αναγνωρίζει την καταδικαστική απόφαση η οποία διαβιβάζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 και κατά τη διαδικασία του άρθρου 5 και λαμβάνει πάραυτα κάθε απαραίτητο μέτρο για την εκτέλεση της ποινής, εκτός εάν η αρμόδια αρχή αποφασίσει να προβάλει κάποιον από τους λόγους μη αναγνώρισης και εκτέλεσης που προβλέπει το άρθρο 9. 2. Αν η ποινή δεν συνάδει ως προς τη διάρκειά της με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης μπορεί να αποφασίσει να προσαρμόσει την ποινή μόνον όταν [η] ποινή αυτή υπερβαίνει το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται για παρόμοια αδικήματα δυνάμει του εθνικού δικαίου. Η προσαρμοσμένη ποινή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται για παρόμοια αδικήματα δυνάμει του δικαίου του κράτους εκτέλεσης. 3. Αν η ποινή δεν συνάδει ως προς τη φύση της με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης μπορεί να την προσαρμόσει σε ποινή ή μέτρο που προβλέπεται για παρόμοια αδικήματα δυνάμει του εθνικού της δικαίου. Η ποινή ή το μέτρο αυτό πρέπει να ανταποκρίνονται κατά το δυνατόν περισσότερο προς την ποινή που επιβλήθηκε από το κράτος έκδοσης της απόφασης, και ως εκ τούτου η ποινή δεν μπορεί να μετατραπεί σε χρηματική. 4. Η προσαρμοσμένη ποινή δεν είναι βαρύτερη από την ποινή που επιβλήθηκε στο κράτος έκδοσης ως προς τη φύση ή τη διάρκειά της.» |
|
13. |
Το άρθρο 25 της ίδιας αποφάσεως‑πλαισίου, με τίτλο «Εκτέλεση ποινών βάσει [ΕΕΣ]», έχει ως εξής: «Με την επιφύλαξη της απόφασης‑πλαίσιο [2002/584], οι διατάξεις της παρούσας απόφασης‑πλαίσιο εφαρμόζονται κατ’ αναλογία, στο μέτρο που συνάδουν με τις διατάξεις της ανωτέρω απόφασης‑πλαίσιο, στην εκτέλεση όταν ένα κράτος μέλος αναλαμβάνει να εκτελέσει την ποινή σε περιπτώσεις του άρθρου 4 παράγραφος 6 της απόφασης‑πλαίσιο [2002/584] ή εάν, ενεργώντας βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 3 της απόφασης‑πλαίσιο [2002/584], έχει επιβάλει τον όρο ότι ο κατάδικος πρέπει να επιστρέψει στο εν λόγω κράτος μέλος προκειμένου να εκτίσει την ποινή, ούτως ώστε να αποφευχθεί η ατιμωρησία του.» |
Β. Το βελγικό δίκαιο
|
14. |
Ο loi relative au mandat d’arrêt européen, du 19 décembre 2003 (νόμος περί του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, της 19ης Δεκεμβρίου 2003, στο εξής: νόμος της 19ης Δεκεμβρίου 2003) ( 5 ), ορίζει στο άρθρο 4 τα εξής: «Το [ΕΕΣ] δεν εκτελείται στις ακόλουθες περιπτώσεις: […] 5° εάν συντρέχουν σοβαροί λόγοι για να θεωρηθεί ότι η εκτέλεση του [ΕΕΣ] θα είχε ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.» |
|
15. |
Κατά το άρθρο 6, σημείο 4, του εν λόγω νόμου: «Μπορεί να χωρήσει άρνηση εκτέλεσης στις ακόλουθες περιπτώσεις: […] 4o εάν το [ΕΕΣ] έχει εκδοθεί προς τον σκοπό εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, όταν το πρόσωπο εις βάρος του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα είναι Βέλγος υπήκοος ή κάτοικος Βελγίου και οι αρμόδιες βελγικές αρχές δεσμεύονται να εκτελέσουν την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τη βελγική νομοθεσία.» |
III. Οι διαφορές των κύριων δικών, τα προδικαστικά ερωτήματα και οι διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου
Α. Η υπόθεση C‑722/23
|
16. |
Την 1η Αυγούστου 2023 εκδόθηκε από τη ρουμανική δικαστική αρχή ΕΕΣ εις βάρος του AR, Ρουμάνου υπηκόου, κατοίκου Βελγίου, προς τον σκοπό εκτέλεσης ποινής φυλάκισης τεσσάρων ετών. Με διάταξή του, το chambre du conseil du tribunal de première instance francophone de Bruxelles (δικαστικό συμβούλιο του γαλλόφωνου πλημμελειοδικείου Βρυξελλών, Βέλγιο) αρνήθηκε την εκτέλεση του εν λόγω ΕΕΣ, βάσει του άρθρου 4, σημείο 5, του νόμου της 19ης Δεκεμβρίου 2003, με την αιτιολογία ότι οι συνθήκες κράτησης στη Ρουμανία θα είχαν ως αποτέλεσμα να εκτεθεί ο AR στον κίνδυνο προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του, εν προκειμένω των δικαιωμάτων που προβλέπονται στο άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ) ( 6 ). |
|
17. |
Με απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 2023, το chambre des mises en accusation de la cour d’appel de Bruxelles (δικαστικό συμβούλιο του εφετείου Βρυξελλών, Βέλγιο), κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της εισαγγελικής αρχής, επικύρωσε μεν την ως άνω διάταξη, πλην όμως έκρινε, επιπλέον, ότι η εν λόγω ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών «θα μπορεί να εκτελεστεί στο Βέλγιο», σύμφωνα με το άρθρο 6, σημείο 4, του νόμου της 19ης Δεκεμβρίου 2003, καθόσον ο κίνδυνος προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του AR δεν αφορά τη διαδικασία που κατέληξε στην καταδίκη του ή αυτή καθεαυτήν την καταδίκη, αλλά τον τρόπο εκτέλεσης της επιβληθείσας στη Ρουμανία ποινής. |
|
18. |
Ο AR άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Cour de cassation (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, προβάλλοντας λόγο αναιρέσεως περί παραβάσεως του άρθρου 25 της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909, του άρθρου 4, σημείο 5, του νόμου της 19ης Δεκεμβρίου 2003, καθώς και του άρθρου 38, παράγραφος 1, του νόμου της 15ης Μαΐου 2012 περί εφαρμογής της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις στερητικές της ελευθερίας ποινές ή στα στερητικά της ελευθερίας μέτρα που επιβάλλονται σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 7 ). Συναφώς, ο AR υποστήριξε ότι το δευτεροβάθμιο δικαστικό όργανο, αφού διαπίστωσε την εφαρμογή του λόγου υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ΕΕΣ που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 5, του νόμου της 19ης Δεκεμβρίου 2003, δεν μπορούσε ούτε να εφαρμόσει τα αποτελέσματα του λόγου προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 6, σημείο 4, του νόμου αυτού ούτε, δεδομένου ότι ήταν κάτοικος Βελγίου, να διατάξει την εκτέλεση στο εν λόγω κράτος μέλος της ποινής φυλάκισης που του είχε επιβληθεί στη Ρουμανία. |
|
19. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι από την απόφαση Openbaar Ministerie (Ανεξαρτησία της δικαστικής αρχής εκδόσεως του εντάλματος) ( 8 ) προκύπτει ότι ο μηχανισμός του ΕΕΣ έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, την καταπολέμηση της ατιμωρησίας εκζητουμένου ο οποίος ευρίσκεται εντός επικράτειας διαφορετικής από εκείνη στην οποία φέρεται να τέλεσε αξιόποινη πράξη. Το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει επίσης στην απόφαση Popławski I ( 9 ), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι, σε περίπτωση αρνήσεως εκτελέσεως ΕΕΣ εκδοθέντος για την παράδοση προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί, στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος, αμετάκλητη δικαστική απόφαση που το καταδικάζει σε στερητική της ελευθερίας ποινή, η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως έχει την υποχρέωση να διασφαλίσει η ίδια την πραγματική εκτέλεση της ποινής που έχει επιβληθεί στο εν λόγω πρόσωπο. |
|
20. |
Κατά το αιτούν δικαστήριο, με τον λόγο αναιρέσεως που προβάλλει ο AR εγείρεται το ζήτημα κατά πόσον, όταν τα δικαστήρια του κράτους μέλους εκτέλεσης του ΕΕΣ έχουν διαπιστώσει ότι, σε περίπτωση παράδοσης του εκζητουμένου στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, υφίσταται κίνδυνος προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του και ότι ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί να αποκλειστεί εντός εύλογης προθεσμίας, με αποτέλεσμα να είναι υποχρεωμένα να αρνηθούν την εκτέλεση του εν λόγω ΕΕΣ, τα εν λόγω δικαστήρια δύνανται εντούτοις, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ατιμωρησίας του προσώπου αυτού όταν κατοικεί σε επικράτεια διαφορετική από εκείνη στην οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι διέπραξε αξιόποινη πράξη, να διατάξουν, σύμφωνα με την εθνική διάταξη που μεταφέρει στην εθνική έννομη τάξη το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, την εκτέλεση, στο κράτος μέλος εκτέλεσης, της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στο πρόσωπο αυτό στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος και η οποία αποτελεί το αντικείμενο του εν λόγω ΕΕΣ. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν η διαπίστωση ότι συντρέχει λόγος υποχρεωτικής άρνησης εκτέλεσης ΕΕΣ αποκλείει τη δυνατότητα εφαρμογής των αποτελεσμάτων του λόγου προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 6, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου. Το εν λόγω δικαστήριο διευκρινίζει ότι, σε αντίθεση με την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Popławski I, η υπό κρίση υπόθεση χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος είναι κάτοικος του κράτους μέλους εκτέλεσης και ότι τυγχάνει εφαρμοστέος ο λόγος υποχρεωτικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 5, του νόμου της 19ης Δεκεμβρίου 2003. |
|
21. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Εάν τα δικαστήρια του κράτους μέλους εκτέλεσης [ΕΕΣ] έχουν διαπιστώσει ότι, σε περίπτωση παράδοσης του εκζητουμένου στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, συντρέχει κίνδυνος προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσώπου αυτού, που συνδέεται με την εκτέλεση της αλλοδαπής ποινής, με αποτέλεσμα να πρέπει να αρνηθούν την εκτέλεση του [ΕΕΣ], επιτρέπει το άρθρο 4[, σημείο 6,] της απόφασης‑πλαισίου [2002/584] στα ως άνω δικαστήρια του κράτους μέλους εκτέλεσης, τα οποία διαπιστώνουν ότι ο εκζητούμενος είναι κάτοικος του κράτους εκτέλεσης, να αποφασίσουν εν συνεχεία ότι, σύμφωνα με τη διάταξη που μεταφέρει το άρθρο 4[, σημείο 6,] της [εν λόγω] απόφασης‑πλαισίου στην εθνική έννομη τάξη, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του [ΕΕΣ], την οποία αφορά το ένταλμα αυτό, πρέπει να εκτελεσθεί στο κράτος μέλος εκτέλεσης;» |
|
22. |
Το αιτούν δικαστήριο ζήτησε την εκδίκαση της υποθέσεως C‑722/23 με την επείγουσα προδικαστική διαδικασία του άρθρου 107 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Με απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2023, το πρώτο τμήμα του Δικαστηρίου αποφάσισε, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να μην κάνει δεκτό το αίτημα αυτό. |
Β. Η υπόθεση C‑91/24
|
23. |
Στις 9 Μαρτίου 2016 εκδόθηκε από την ελληνική δικαστική αρχή ΕΕΣ εις βάρος του HL, Βέλγου υπηκόου, κατοίκου Βελγίου, προς τον σκοπό εκτέλεσης ποινής φυλάκισης πέντε ετών. |
|
24. |
Με απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2024, το chambre des mises en accusation de la cour d’appel de Mons (δικαστικό συμβούλιο του εφετείου της Mons, Βέλγιο) αρνήθηκε την εκτέλεση του εν λόγω ΕΕΣ, βάσει του άρθρου 4, σημείο 5, του νόμου της 19ης Δεκεμβρίου 2003, με την αιτιολογία ότι η νοητική υστέρηση από την οποία πάσχει ο HL, σε συνδυασμό με τις συνθήκες κράτησης στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, καθιστούσαν αδύνατη την τήρηση των εγγυήσεων που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 5 ( 10 ) της ΕΣΔΑ, καθόσον ο HL θα εξετίθετο στον κίνδυνο να κρατηθεί σε φυλακή με υπεράριθμους κρατούμενους, στην οποία δεν θα μπορούσε να τύχει της κατάλληλης για την κατάσταση της υγείας του φροντίδας. |
|
25. |
Ο procureur général près la cour d’appel de Mons (γενικός εισαγγελέας του εφετείου της Mons) άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Cour de cassation (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι το δικαστικό συμβούλιο, αφού αρνήθηκε να εκτελέσει το ΕΕΣ λόγω των συνθηκών εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, όφειλε να εξετάσει τη δυνατότητα εφαρμογής του λόγου προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 6, σημείο 4, του νόμου της 19ης Δεκεμβρίου 2003. Συναφώς, υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη διάταξη αποσκοπεί στην αποφυγή της ατιμωρησίας του προσώπου του οποίου η παράδοση δεν γίνεται δεκτή. |
|
26. |
Το αιτούν δικαστήριο, για τους ίδιους, κατ’ ουσίαν, λόγους με τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση περί παραπομπής στην υπόθεση C‑722/23, ζητεί να διευκρινιστεί κατά πόσον, όταν τα δικαστήρια του κράτους μέλους εκτέλεσης του ΕΕΣ έχουν διαπιστώσει ότι υφίσταται κίνδυνος προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του εκζητουμένου σε περίπτωση παράδοσής του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 επιβάλλει στα εν λόγω δικαστήρια, προκειμένου να αποφευχθεί η ατιμωρησία του εν λόγω προσώπου όταν είναι υπήκοος του κράτους μέλους εκτέλεσης ή κάτοικος αυτού, την υποχρέωση να εξετάσουν αν πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη αυτήν, η εκτέλεση, εντός του κράτους μέλους εκτέλεσης, της στερητικής της ελευθερίας ποινής που έχει επιβληθεί στο πρόσωπο αυτό στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος και η οποία αποτελεί το αντικείμενο του οικείου ΕΕΣ. |
|
27. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Εάν τα δικαστήρια του κράτους μέλους εκτέλεσης [ΕΕΣ] έχουν διαπιστώσει ότι, σε περίπτωση παράδοσης του εκζητουμένου στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, συντρέχει κίνδυνος προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσώπου αυτού, που συνδέεται με την εκτέλεση της αλλοδαπής ποινής, με αποτέλεσμα να πρέπει να αρνηθούν την εκτέλεση του [ΕΕΣ], έχει το άρθρο 4[, σημείο 6], της απόφασης‑πλαισίου [2002/584] την έννοια ότι επιβάλλει στα ίδια δικαστήρια του κράτους εκτέλεσης την υποχρέωση να εξετάσουν, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ατιμωρησίας του εκζητουμένου που είναι υπήκοος ή κάτοικος του κράτους αυτού, αν πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη που μεταφέρει το προμνησθέν άρθρο 4[, σημείο 6,] στην εθνική έννομη τάξη, η εκτέλεση, στο κράτος μέλος εκτέλεσης, της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον ενδιαφερόμενο στο κράτος μέλος έκδοσης του [ΕΕΣ], την οποία ποινή αφορά το επίμαχο ένταλμα;» |
|
28. |
Με απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Ιανουαρίου 2025, αποφασίσθηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑722/23 και C‑91/24 προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως. |
|
29. |
Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν στο Δικαστήριο η Βελγική, η Γαλλική και η Ρουμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε καθεμία από τις δύο υποθέσεις. Η Ολλανδική Κυβέρνηση κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις μόνο στην υπόθεση C‑91/24, η δε Πολωνική Κυβέρνηση μόνο στην υπόθεση C‑722/23. Πλην της Πολωνικής Κυβερνήσεως, οι ως άνω μετέχοντες στη διαδικασία, καθώς και ο AR, ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία διεξήχθη στις 18 Μαρτίου 2025. |
IV. Ανάλυση
|
30. |
Με τα προδικαστικά ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης, εφόσον αρνείται την εκτέλεση ΕΕΣ βάσει του λόγου μη εκτέλεσης του άρθρου 1, παράγραφος 3, της ως άνω αποφάσεως‑πλαισίου, επικαλούμενη την ύπαρξη κινδύνου, σε περίπτωση παράδοσης του εκζητουμένου στη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος, να προσβληθούν τα θεμελιώδη δικαιώματά του λόγω των συνθηκών κράτησης στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, έχει τη δυνατότητα ή υποχρεούται, προκειμένου να αποφευχθεί η ατιμωρησία του εν λόγω προσώπου, να εξετάσει εάν πρέπει να διατάξει την εκτέλεση της ποινής στο κράτος μέλος εκτέλεσης, εφόσον διαπιστώνει ότι το πρόσωπο αυτό είναι υπήκοος ή κάτοικος του εν λόγω κράτους μέλους. |
Α. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
|
31. |
Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζω ότι η απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 κατατείνει, μέσω της καθιέρωσης ενός απλουστευμένου και αποτελεσματικού συστήματος παράδοσης των καταδικασθέντων ή υπόπτων για παραβάσεις της ποινικής νομοθεσίας, στη διευκόλυνση και στην επιτάχυνση της δικαστικής συνεργασίας, συμβάλλοντας στην επίτευξη του σκοπού τον οποίο έχει θέσει η Ένωση, να συγκροτήσει δηλαδή χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης επί τη βάσει του υψηλού βαθμού εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών. Στον τομέα που διέπεται από τη συγκεκριμένη απόφαση‑πλαίσιο, η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία αποτελεί, όπως προκύπτει ειδικότερα από την αιτιολογική σκέψη 6, τον «ακρογωνιαίο λίθο» της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, αποτυπώνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, το οποίο θεσπίζει τον κανόνα κατά τον οποίο τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ΕΕΣ βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της ίδιας αποφάσεως‑πλαισίου. Συνεπώς, αφενός, οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης μπορούν να αρνηθούν την εκτέλεση ΕΕΣ μόνο για λόγους που απορρέουν από την απόφαση‑πλαίσιο 2002/584, όπως αυτή έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο. Αφετέρου, ενώ η εκτέλεση του ΕΕΣ συνιστά τον κανόνα, η άρνηση εκτέλεσης έχει προβλεφθεί ως εξαίρεση, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενά ( 11 ). Η εν λόγω απόφαση‑πλαίσιο προβλέπει, στο άρθρο 3, τους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ΕΕΣ και, στα άρθρα της 4 και 4α, τους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης αυτού ( 12 ). |
|
32. |
Επιπλέον, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τόσο η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών όσο και η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία εδράζεται με τη σειρά της στην αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών, έχουν θεμελιώδη σημασία στο δίκαιο της Ένωσης, δεδομένου ότι καθιστούν δυνατή τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα. Ειδικότερα, η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, όσον αφορά μεταξύ άλλων τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, επιβάλλει σε κάθε κράτος μέλος να δέχεται, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ότι όλα τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως δε ότι σέβονται τα αναγνωρισμένα από το δίκαιο της Ένωσης θεμελιώδη δικαιώματα. Επομένως, τα κράτη μέλη, όταν θέτουν σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης, υποχρεούνται να θεωρήσουν δεδομένο τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων από τα λοιπά κράτη μέλη, με αποτέλεσμα να μην έχουν τη δυνατότητα όχι μόνο να απαιτήσουν από κάποιο άλλο κράτος μέλος να εφαρμόσει εθνικό επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων υψηλότερο από το επίπεδο προστασίας που εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης, αλλά ούτε και, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, να ελέγξουν αν το άλλο κράτος μέλος έχει πράγματι σεβαστεί, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Ένωση ( 13 ). |
|
33. |
Πάντοτε κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μολονότι κάθε κράτος μέλος πρωτίστως οφείλει, προκειμένου να διασφαλίζει την πλήρη εφαρμογή των αρχών της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της αμοιβαίας αναγνώρισης στις οποίες στηρίζεται η λειτουργία του μηχανισμού του ΕΕΣ, να εγγυάται, υπό τον τελικό έλεγχο του Δικαστηρίου, την τήρηση των επιταγών οι οποίες είναι σύμφυτες με τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, απέχοντας από κάθε μέτρο δυνάμενο να τα προσβάλει, εντούτοις, η ύπαρξη πραγματικού κινδύνου να προσβληθούν τα ως άνω θεμελιώδη δικαιώματα του προσώπου σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ΕΕΣ, σε περίπτωση παράδοσής του στην εκδούσα το ένταλμα δικαστική αρχή, επιτρέπει στη δικαστική αρχή εκτέλεσης την κατ’ εξαίρεση άρνηση εκτέλεσης του ΕΕΣ, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 ( 14 ), κατά το οποίο η απόφαση‑πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 ΣΕΕ. |
|
34. |
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την εν λόγω απόφαση‑πλαίσιο προκύπτει επίσης ότι η εκτίμηση, στο πλαίσιο διαδικασίας εκτέλεσης ΕΕΣ, του αν υφίσταται όντως κίνδυνος προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη πρέπει, κατ’ αρχήν, να διενεργείται μέσω ενός ελέγχου σε δύο χωριστά στάδια, τα οποία δεν πρέπει να συγχέονται, καθόσον απαιτούν ανάλυση βάσει διαφορετικών κριτηρίων, και τα οποία πρέπει, επομένως, να διεξάγονται διαδοχικώς. Προς τον σκοπό αυτόν, η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει, κατά το πρώτο στάδιο, να εξετάσει αν υφίστανται αντικειμενικά, αξιόπιστα, συγκεκριμένα και δεόντως επικαιροποιημένα στοιχεία καταδεικνύοντα την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου προσβολής, στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, ενός εκ των εν λόγω θεμελιωδών δικαιωμάτων λόγω είτε συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών είτε πλημμελειών που επηρεάζουν ειδικότερα μια αντικειμενικώς προσδιορίσιμη ομάδα ατόμων. Κατά το δεύτερο στάδιο, η δικαστική αρχή εκτέλεσης πρέπει να διακριβώσει, κατά τρόπο συγκεκριμένο και ακριβή, σε ποιον βαθμό οι διαπιστωθείσες κατά το πρώτο στάδιο της εξέτασης πλημμέλειες είναι δυνατόν να έχουν επιπτώσεις για το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ΕΕΣ και εάν, λαμβανομένης υπόψη της προσωπικής του κατάστασης, υφίστανται σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο αυτό θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο προσβολής των εν λόγω θεμελιωδών δικαιωμάτων του σε περίπτωση παράδοσής του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος ( 15 ). Εάν η δικαστική αρχή εκτέλεσης κρίνει ότι δεν διαθέτει όλα τα αναγκαία στοιχεία για την έκδοση απόφασης σχετικά με την παράδοση του ενδιαφερομένου, οφείλει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2 ( 16 ), της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, να ζητήσει από τη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος την κατεπείγουσα παροχή κάθε συμπληρωματικής πληροφορίας που κρίνει αναγκαία όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες πρόκειται να κρατηθεί το πρόσωπο αυτό ( 17 ). |
|
35. |
Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας M. Campos Sánchez‑Bordona, η μνημονευόμενη στα σημεία 32 έως 34 των παρουσών προτάσεων νομολογία, η οποία καθιερώθηκε με την απόφαση Aranyosi και Căldăraru, αποτελεί παράδειγμα πραιτωρικής νομολογίας του Δικαστηρίου, η οποία δικαιολογείται από την αναγκαιότητα ευρέσεως τρόπου προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσώπου σε περιπτώσεις που δεν προβλέφθηκαν ρητώς από τον νομοθέτη στο πλαίσιο του ΕΕΣ ( 18 ). Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι η απαίτηση διασφάλισης της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του εκζητουμένου, υπό τις προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία αυτή, συνιστά νέο λόγο υποχρεωτικής μη εκτέλεσης ΕΕΣ, ο οποίος προστίθεται στους ήδη προβλεπόμενους στο άρθρο 3 της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. |
Β. Επί του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων
|
36. |
Η Γαλλική Κυβέρνηση, χωρίς να προβάλει ρητώς ένσταση απαραδέκτου, ισχυρίζεται στις γραπτές παρατηρήσεις της ότι στο πλαίσιο και στη διατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων γίνεται αναφορά μόνο σε κίνδυνο προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε περίπτωση παράδοσης των εκζητουμένων, συνδεόμενο με την εκτέλεση της αλλοδαπής ποινής, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση ή απόδειξη σχετικά με τη διενέργεια του ελέγχου σε δύο στάδια που απαιτείται από τη νομολογία του Δικαστηρίου και μνημονεύεται στο σημείο 34 των παρουσών προτάσεων. Επομένως, είναι αμφίβολο κατά πόσον τα ερωτήματα αυτά ανταποκρίνονται στην ανάγκη αποτελεσματικής επίλυσης των διαφορών των κύριων δικών ( 19 ). |
|
37. |
Υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που έχει υποβάλει το εθνικό δικαστήριο εντός του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου το οποίο έχει προσδιορίσει με δική του ευθύνη και του οποίου την ακρίβεια δεν είναι αρμόδιο να ελέγξει το Δικαστήριο τεκμαίρονται λυσιτελή. Εντούτοις, κατά πάγια επίσης νομολογία, η διαδικασία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ αποτελεί μέσο συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, με την οποία το Δικαστήριο παρέχει στα εθνικά δικαστήρια τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που τους είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς επί της οποίας καλούνται να αποφανθούν. Ο δικαιολογητικός λόγος της προδικαστικής παραπομπής δεν έγκειται στη διατύπωση συμβουλευτικής γνώμης επί γενικών ή υποθετικών ζητημάτων, αλλά στην ανάγκη αποτελεσματικής επιλύσεως μιας ένδικης διαφοράς ( 20 ). Όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η ζητούμενη προδικαστική απόφαση πρέπει να είναι «αναγκαία» για να καταστεί δυνατή η εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου «έκδοση της δικής του απόφασης» επί της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί ( 21 ). |
|
38. |
Συναφώς, από τις αποφάσεις περί παραπομπής προκύπτει ότι τα επιληφθέντα δευτεροβάθμια βελγικά δικαστήρια αρνήθηκαν την εκτέλεση των ΕΕΣ που αφορούσαν τους AR και HL, βάσει του άρθρου 4, σημείο 5, του νόμου της 19ης Δεκεμβρίου 2003, το οποίο ορίζει ότι το ΕΕΣ δεν εκτελείται εάν συντρέχουν σοβαροί λόγοι για να θεωρηθεί ότι η εκτέλεση θα είχε ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου, τα οποία κατοχυρώνονται στο δίκαιο της Ένωσης. |
|
39. |
Όπως έκρινε το Δικαστήριο, μια τέτοια διάταξη, εφόσον ερμηνευθεί ως έχουσα το ίδιο περιεχόμενο με το άρθρο 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, επιτρέπει την άρνηση εκτέλεσης ΕΕΣ μόνον εντός του πλαισίου που περιγράφεται στο σημείο 33 των παρουσών προτάσεων και, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θεσπίζει λόγο μη εκτέλεσης ο οποίος δεν απορρέει από την εν λόγω απόφαση‑πλαίσιο. Εξ αυτού το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω απόφαση‑πλαίσιο έχει την έννοια ότι δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί την εκτέλεση ΕΕΣ στηριζόμενη σε λόγο μη εκτελέσεως ο οποίος δεν απορρέει από την ίδια αυτή απόφαση‑πλαίσιο, αλλά αποκλειστικά από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης, και ότι, αντιθέτως, η εν λόγω δικαστική αρχή μπορεί να εφαρμόσει εθνική διάταξη η οποία προβλέπει ότι το ΕΕΣ δεν εκτελείται όταν η εκτέλεσή του θα συνεπαγόταν προσβολή κατοχυρωμένου στο δίκαιο της Ένωσης θεμελιώδους δικαιώματος, εφόσον το περιεχόμενο της συγκεκριμένης διάταξης δεν βαίνει πέραν του περιεχομένου του άρθρου 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο ( 22 ). |
|
40. |
Εν προκειμένω, από τις αποφάσεις περί παραπομπής προκύπτει ότι τα βελγικά δικαστήρια έκριναν ότι συνέτρεχαν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση παράδοσής τους στα κράτη μέλη έκδοσης των ενταλμάτων, οι εκζητούμενοι θα διέτρεχαν κίνδυνο προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους και ότι ο κίνδυνος αυτός δεν μπορούσε να αποκλειστεί εντός εύλογης προθεσμίας. Επομένως, στις αποφάσεις αυτές, το αιτούν δικαστήριο εκκινεί από την παραδοχή, η οποία απορρέει από την εξέταση των πραγματικών περιστατικών των υποθέσεων των κύριων δικών, ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του λόγου μη εκτέλεσης που στηρίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. Η εν λόγω παραδοχή, για την οποία το αιτούν δικαστήριο δεν ζητεί από το Δικαστήριο να επιβεβαιώσει τη βασιμότητά της, δεν αποτελεί αντικείμενο συζήτησης στο πλαίσιο των υπό κρίση αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως. Πράγματι, με τα προδικαστικά ερωτήματά του, το αιτούν δικαστήριο δεν διερωτάται ως προς τη νομιμότητα των προϋποθέσεων μη εκτέλεσης των ΕΕΣ, αλλά ως προς τις συνέπειες που συνεπάγεται η κατάσταση αυτή για την εκτέλεση των ποινών που επιβλήθηκαν στα εν λόγω πρόσωπα, βάσει της ως άνω αποφάσεως‑πλαισίου. |
|
41. |
Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και ότι η απάντηση σε αυτά είναι αναγκαία και κρίσιμη προκειμένου το αιτούν δικαστήριο να είναι σε θέση να εκδώσει τις δικές του αποφάσεις. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι παραδεκτά. |
Γ. Επί της ουσίας
1. Επί της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584
|
42. |
Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον η δικαστική αρχή εκτέλεσης, σε περίπτωση που αρνείται να εκτελέσει ΕΕΣ βάσει του λόγου μη εκτέλεσης του άρθρου 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, υποχρεούται, προκειμένου να αποφευχθεί η ατιμωρησία του εκζητουμένου, να εφαρμόσει συμπληρωματικώς τον λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 6, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, όταν διαπιστώνει ότι το πρόσωπο αυτό είναι υπήκοος ή κάτοικος του κράτους μέλους εκτελέσεως, ώστε να εκτελεστεί στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος η ποινή που του έχει επιβληθεί στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος. |
|
43. |
Κατά το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, η εφαρμογή του προβλεπόμενου στη διάταξη αυτή λόγου προαιρετικής μη εκτέλεσης του ΕΕΣ εξαρτάται από τη συνδρομή δύο προϋποθέσεων, ήτοι, αφενός, ο εκζητούμενος να διαμένει στο κράτος μέλος εκτέλεσης, να είναι υπήκοός του ή να κατοικεί σε αυτό και, αφετέρου, το εν λόγω κράτος να δεσμεύεται να εκτελέσει, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας για τα οποία έχει εκδοθεί το ΕΕΣ. Όσον αφορά την πρώτη από τις προϋποθέσεις αυτές, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι ο εκζητούμενος είναι «κάτοικος» του κράτους μέλους εκτέλεσης εφόσον έχει εκεί την πραγματική κατοικία του και «διαμένει» σε αυτό εφόσον, μετά από σταθερή παραμονή ορισμένης διάρκειας στο εν λόγω κράτος μέλος, δημιούργησε δεσμούς με το κράτος αυτό παρόμοιους προς εκείνους που δημιουργεί ένας κάτοικος ( 23 ). Όσον αφορά τη δεύτερη από τις εν λόγω προϋποθέσεις, από το γράμμα του άρθρου 4, σημείο 6, της ως άνω αποφάσεως‑πλαισίου προκύπτει ότι κάθε άρνηση εκτέλεσης του ΕΕΣ προϋποθέτει πραγματική δέσμευση του κράτους μέλους εκτέλεσης να εκτελέσει τη στερητική της ελευθερίας ποινή που έχει επιβληθεί στον εκζητούμενο ( 24 ). |
|
44. |
Εφόσον η δικαστική αρχή εκτέλεσης διαπιστώνει ότι πληρούνται οι ως άνω δύο προϋποθέσεις, οφείλει ακόμη να εκτιμήσει αν υφίσταται θεμιτό συμφέρον το οποίο να δικαιολογεί την εκτέλεση, εντός του κράτους μέλους εκτέλεσης, της ποινής που επιβλήθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος. Η εκτίμηση αυτή παρέχει στην εν λόγω αρχή τη δυνατότητα να λάβει υπόψη τον σκοπό που επιδιώκει το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, ο οποίος συνίσταται, κατά πάγια νομολογία, στην αύξηση των πιθανοτήτων κοινωνικής επανένταξης του εκζητουμένου μετά την έκτιση της ποινής στην οποία αυτός έχει καταδικαστεί ( 25 ). |
|
45. |
Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, στις υποθέσεις των κύριων δικών, το άρθρο 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 εφαρμόστηκε λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών κράτησης στα κράτη μέλη έκδοσης του εντάλματος. Δεν υποστηρίχθηκε ότι δεν παρασχέθηκε στους AR και HL, μεταξύ άλλων, το θεμελιώδες δικαίωμα σε δίκαιη δίκη ενώπιον δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι ποινές στις οποίες καταδικάστηκαν, αντιστοίχως, στη Ρουμανία και στην Ελλάδα δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση και πρέπει να εκτελεστούν υπό τους όρους που προβλέπει η εν λόγω απόφαση‑πλαίσιο. Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι ο HL είναι Βέλγος υπήκοος και ότι ο AR, Ρουμάνος υπήκοος, είναι «κάτοικος» Βελγίου κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 6, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου και, επομένως, πληρούται γι’ αυτούς η πρώτη προϋπόθεση εφαρμογής του λόγου προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπει η διάταξη αυτή, η οποία μνημονεύεται στο σημείο 43 των παρουσών προτάσεων. |
|
46. |
Υπό τις ως άνω περιστάσεις, εκτιμώ ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης, εφόσον αρνείται να εκτελέσει ΕΕΣ βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, οφείλει να εφαρμόσει, συμπληρωματικώς, τον λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 6, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου και υποχρεούται να διατάξει την εκτέλεση, στο κράτος μέλος εκτέλεσης, της στερητικής της ελευθερίας ποινής που έχει επιβληθεί στον εκζητούμενο, υπό την προϋπόθεση ότι τούτο δικαιολογείται από θεμιτό συμφέρον. |
|
47. |
Συγκεκριμένα, πρώτον, όσον αφορά το γράμμα της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, καμία διάταξη αυτής δεν προβλέπει ότι μπορεί να γίνει επίκληση μόνον ενός λόγου μη εκτέλεσης ΕΕΣ, ούτε ότι κάποιος εκ των λόγων αυτών υπερτερεί των άλλων. Επομένως, όταν η δικαστική αρχή εκτέλεσης στηρίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, της ως άνω αποφάσεως‑πλαισίου για να αρνηθεί την εκτέλεση ΕΕΣ, δικαιούται να εφαρμόσει παραλλήλως και τον προαιρετικό λόγο μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου, υπό τις προϋποθέσεις που θέτει η διάταξη αυτή. |
|
48. |
Συναφώς, η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστήριξε στις γραπτές παρατηρήσεις της ότι η απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 χαρακτηρίζεται από μια «διαστρωμάτωση» ( 26 ). Από την πλευρά της, η Επιτροπή ισχυρίστηκε στις γραπτές παρατηρήσεις της στην υπόθεση C‑722/23 ότι, ενώ οι δύο αυτοί λόγοι μη εκτέλεσης συνυπάρχουν και η δυνατότητα επικλήσεώς τους εξαρτάται από τη συνδρομή των κριτηρίων καθενός εξ αυτών, δεν υφίσταται ιεραρχική σχέση μεταξύ τους, όπερ σημαίνει ότι, εάν η δικαστική αρχή εκτέλεσης κρίνει, κατόπιν της απαιτούμενης από τη νομολογία του Δικαστηρίου εξέτασης σε δύο στάδια, ότι υφίσταται κίνδυνος προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου, οφείλει να αρνηθεί την παράδοση βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, δύναται δε, επιπλέον, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 4, σημείο 6, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, να δεσμευθεί ότι θα εκτελέσει την ποινή σύμφωνα με το εσωτερικό της δίκαιο και να αρνηθεί την παράδοση βάσει της τελευταίας αυτής διατάξεως. Κατά τη γνώμη μου, μεταξύ των δύο αυτών λόγων μη εκτέλεσης υφίσταται βεβαίως μια ιεραρχική σχέση, η οποία απορρέει από την ίδια τη φύση τους, καθόσον ο ένας λόγος έχει υποχρεωτικό και ο άλλος προαιρετικό χαρακτήρα, χωρίς ωστόσο η μεταξύ τους ιεραρχική σχέση να υποχρεώνει τη δικαστική αρχή εκτέλεσης να ακολουθήσει συγκεκριμένη σειρά κατά την επίκλησή τους. |
|
49. |
Δεύτερον, υπό τις περιστάσεις των υποθέσεων των κύριων δικών, από τους διάφορους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης του ΕΕΣ που μνημονεύονται στο άρθρο 4 της απόφασης‑πλαισίου 2002/584, μόνον ο προβλεπόμενος στο σημείο 6 καθιστά δυνατή την εκτέλεση στο κράτος μέλος εκτέλεσης της ποινής που έχει επιβληθεί στο πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ΕΕΣ. Επομένως, σε περίπτωση μη εφαρμογής της διατάξεως αυτής, το εν λόγω πρόσωπο θα έπρεπε να απολυθεί ενώ έχει καταδικαστεί αμετακλήτως και ενδέχεται, ανάλογα με τη διαπραχθείσα αξιόποινη πράξη, να παρουσιάζει υψηλό βαθμό επικινδυνότητας για την κοινωνία, περιλαμβανομένης και εκείνης του κράτους μέλους εκτέλεσης. |
|
50. |
Όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο μηχανισμός του ΕΕΣ έχει ως σκοπό την καταπολέμηση της ατιμωρησίας εκζητουμένου ο οποίος ευρίσκεται εντός επικράτειας διαφορετικής από εκείνη στην οποία φέρεται να τέλεσε αξιόποινη πράξη ( 27 ). Τυχόν αποδοχή της ατιμωρησίας αυτής, η οποία θα προσέβαλε τα δικαιώματα των θυμάτων των αξιόποινων πράξεων, δεν θα ήταν συμβατή προς τον σκοπό που επιδιώκει τόσο η απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 όσο και το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΕΕ, κατά το οποίο η Ένωση παρέχει στους πολίτες της χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης χωρίς εσωτερικά σύνορα, μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων σε συνδυασμό με κατάλληλα μέτρα όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τους ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα, την πρόληψη και την καταστολή της εγκληματικότητας ( 28 ). Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι διατάξεις της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα, αλλά το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο υποχρεούται εντούτοις, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το δίκαιο αυτό ερμηνευτικές μεθόδους, να ερμηνεύει, στο μέτρο του δυνατού, τις επίμαχες εθνικές διατάξεις υπό το πρίσμα του γράμματος και του σκοπού της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, πράγμα που σημαίνει ότι, σε περίπτωση αρνήσεως εκτελέσεως ΕΕΣ εκδοθέντος για την παράδοση προσώπου κατά του οποίου έχει εκδοθεί, στο κράτος μέλος εκδόσεως, αμετάκλητη δικαστική απόφαση που το καταδικάζει σε στερητική της ελευθερίας ποινή, η δικαστική αρχή εκτέλεσης έχει την υποχρέωση να διασφαλίσει η ίδια την πραγματική εκτέλεση της ποινής που έχει επιβληθεί στο εν λόγω πρόσωπο ( 29 ). Από τη νομολογία αυτήν προκύπτει ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης πρέπει να είναι σε θέση να διασφαλίσει την εκτέλεση, στην οικεία επικράτεια, της ποινής που έχει επιβληθεί στον εκζητούμενο ώστε αυτός να εκτίσει την ποινή στην οποία έχει αμετακλήτως καταδικαστεί, βάσει του άρθρου 4, σημείο 6, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου. |
|
51. |
Τρίτον, επίσης κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο σκοπός που επιδιώκεται με τον λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπει το άρθρο 4, σημείο 6, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου συνίσταται στην παροχή στη δικαστική αρχή εκτέλεσης της δυνατότητας να μεριμνήσει ιδιαίτερα ώστε να αυξηθούν οι πιθανότητες «κοινωνικής επανεντάξεως» του εκζητουμένου ( 30 ). Η κοινωνική επανένταξη προϋποθέτει, εξ ορισμού, την πραγματική εκτέλεση της ποινής και, μετά την έκτισή της, την παροχή συνδρομής στον καταδικασθέντα στο πλαίσιο της διαδικασίας επανεντάξεώς του στην κοινωνία. Ο αμετακλήτως καταδικασθείς ο οποίος δεν εκτίει την ποινή του όχι μόνο δεν μπορεί να επανενταχθεί κοινωνικά, αλλά μπορεί επίσης να αναπτύξει αίσθημα ατιμωρησίας, το οποίο ενδέχεται να ενθαρρύνει την υποτροπή. |
|
52. |
Τέταρτον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπον ώστε να διασφαλίζεται ότι συνάδει προς τις απαιτήσεις σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων, χωρίς ωστόσο να θίγεται η αποτελεσματικότητα του συστήματος δικαστικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, ένα από τα ουσιώδη στοιχεία του οποίου αποτελεί το ΕΕΣ, όπως αυτό προβλέπεται από τον νομοθέτη της Ένωσης ( 31 ). |
|
53. |
Επομένως, το άρθρο 1, παράγραφος 3, και το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς οι οποίοι δεν είναι ανταγωνιστικοί, αλλά συμπληρωματικοί προς το συμφέρον του προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ΕΕΣ. Ενώ η πρώτη διάταξη αποσκοπεί στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο δίκαιο της Ένωσης ως προς τον εκζητούμενο, η δεύτερη διάταξη, όπως επισήμανε και η Βελγική Κυβέρνηση στις γραπτές παρατηρήσεις της, αποσκοπεί στην αύξηση των πιθανοτήτων κοινωνικής επανεντάξεως του προσώπου αυτού μετά την έκτιση της ποινής του. Το γεγονός ότι δικαστική αρχή εκτέλεσης αρνείται την εκτέλεση ΕΕΣ λόγω του κινδύνου προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του εκζητουμένου ουδόλως αποκλείει τη δυνατότητα της εν λόγω αρχής να κρίνει, συγχρόνως, ότι η επιβληθείσα ποινή πρέπει να εκτελεστεί στο κράτος μέλος εκτέλεσης εφόσον το πρόσωπο αυτό είναι υπήκοος ή κάτοικος του εν λόγω κράτους και υφίσταται θεμιτό συμφέρον που να δικαιολογεί την εκτέλεση της ποινής στο κράτος αυτό. Με άλλα λόγια, όπως υποστήριξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή, η άρνηση παράδοσης βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, λόγω των συνθηκών κράτησης στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την καταδίκη, ενώ ο λόγος μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου, χωρίς ούτε αυτός να θέτει υπό αμφισβήτηση την καταδίκη, εγείρει το ζήτημα του τόπου που είναι ο καταλληλότερος για την εκτέλεση της ποινής αυτής. |
|
54. |
Περαιτέρω, επισημαίνω ότι, όσον αφορά τους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης του ΕΕΣ που απαριθμούνται στο άρθρο 4 της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της μεταφοράς της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου στο εσωτερικό τους δίκαιο, τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο εκτίμησης. Επομένως, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να μεταφέρουν ή να μη μεταφέρουν τους λόγους αυτούς στο εσωτερικό τους δίκαιο. Μπορούν επίσης να επιλέξουν να περιορίσουν τις περιπτώσεις στις οποίες η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση ΕΕΣ, διευκολύνοντας έτσι την παράδοση των εκζητουμένων, συμφώνως προς την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης που καθιερώνει το άρθρο 1, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου. Τούτο ισχύει, ειδικότερα, και για το άρθρο 4, σημείο 6, της ίδιας αποφάσεως‑πλαισίου ( 32 ). |
|
55. |
Πάντως, οφείλω να παρατηρήσω ότι η απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 προβλέπει, στο άρθρο 3, μόνον τρεις λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης ΕΕΣ, ήτοι την αμνηστία, την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem και την ηλικία του προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί το ΕΕΣ. Οι λόγοι αυτοί συνδέονται, στην πραγματικότητα, με την έλλειψη ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου, στις περιπτώσεις δε αυτές, η μη εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής, είτε στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος είτε στο κράτος μέλος εκτέλεσης, φαίνεται απολύτως εύλογη και συνάδουσα με τον μηχανισμό του ΕΕΣ. |
|
56. |
Εξάλλου, όπως επισήμανα στο σημείο 35 των παρουσών προτάσεων, η απόφαση Aranyosi και Căldăraru συνιστά πραιτωρική νομολογία του Δικαστηρίου με την οποία προστέθηκε ένας ακόμη λόγος υποχρεωτικής μη εκτέλεσης ΕΕΣ, ο οποίος στηρίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου και αφορά τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων του εκζητουμένου, ιδίως από την άποψη των συνθηκών κράτησης στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος. Ο συγκεκριμένος λόγος υποχρεωτικής μη εκτέλεσης δεν στηρίζεται στην έλλειψη ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου. Η προαιρετική εφαρμογή του λόγου μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 6, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου ενδέχεται όμως να έχει ως αποτέλεσμα ένα πρόσωπο το οποίο έχει καταδικαστεί αμετακλήτως στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος να μην εκτίσει καμία ποινή απλώς και μόνον διότι μπόρεσε, διαφεύγοντας, να γίνει κάτοικος κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο διέπραξε την αξιόποινη πράξη, ακόμη και αν το πρόσωπο αυτό παρουσιάζει μεγάλο βαθμό επικινδυνότητας. |
|
57. |
Εντός του νομολογιακού αυτού πλαισίου, θα ήταν ασύμβατο προς τον μηχανισμό του ΕΕΣ να παρέχεται στη δικαστική αρχή εκτέλεσης απλώς και μόνον η ευχέρεια εφαρμογής του λόγου μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 6, της ίδιας αποφάσεως‑πλαισίου. Εάν η εν λόγω αρχή αρνείται την παράδοση του εκζητουμένου βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, ο προαιρετικός χαρακτήρας του άρθρου 4, σημείο 6, θα πρέπει, κατόπιν της πραιτωρικής νομολογίας του Δικαστηρίου που καθιερώθηκε με την απόφαση Aranyosi και Căldăraru, στην οποία διατυπώθηκε ένας νέος λόγος υποχρεωτικής μη εκτέλεσης ΕΕΣ, να τραπεί, ομοίως μέσω πραιτωρικής νομολογίας, σε υποχρέωση, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής, πράγμα που θα καταστήσει δυνατή την εναρμόνιση των πρακτικών των κρατών μελών στο πλαίσιο της καταπολέμησης της ατιμωρησίας. |
|
58. |
Η θέσπιση της υποχρέωσης εφαρμογής του ως άνω άρθρου 4, σημείο 6, είναι σύμφωνη προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία, σε περίπτωση αρνήσεως εκτελέσεως ΕΕΣ εκδοθέντος για την παράδοση προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί, στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος, αμετάκλητη δικαστική απόφαση που το καταδικάζει σε στερητική της ελευθερίας ποινή, η δικαστική αρχή εκτέλεσης έχει την υποχρέωση να διασφαλίσει η ίδια την πραγματική εκτέλεση της ποινής αυτής ( 33 ). Στο ίδιο πνεύμα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η εν λόγω αρχή δύναται να αρνηθεί να εκτελέσει το ΕΕΣ μόνον υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται η πραγματική εκτέλεση στο κράτος μέλος εκτέλεσης της ποινής που έχει επιβληθεί από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος στον εκζητούμενο και, ως εκ τούτου, επιτυγχάνεται λύση σύμφωνη με τον σκοπό που επιδιώκει η απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 ( 34 ), ήτοι την καταπολέμηση της ατιμωρησίας του εκζητουμένου ( 35 ). |
|
59. |
Με τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις τους, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι το να υποχρεωθεί το κράτος μέλος εκτέλεσης να αναλάβει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος ισοδυναμεί με απαλλαγή του κράτους έκδοσης από τις υποχρεώσεις του, εις βάρος του κράτους εκτέλεσης, ενώ συντελεί στο να μην έχουν τα υστερούντα κράτη μέλη κίνητρο για να διορθώσουν τις ελλείψεις τους. Η Γαλλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι ανάληψη της υποχρέωσης αυτής έχει «σοβαρές λειτουργικές συνέπειες» για το κράτος μέλος εκτέλεσης. |
|
60. |
Ωστόσο, επισημαίνω ότι, εφόσον το κράτος μέλος εκτέλεσης αποφασίζει να εφαρμόσει το άρθρο 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, η απόφαση αυτή έχει κατ’ ανάγκην συνέπειες τις οποίες το κράτος αυτό πρέπει να είναι σε θέση να αναλάβει σε σχέση με τη μεταχείριση του καταδικασθέντος στην επικράτειά του. Είναι δε προς το συμφέρον και του ίδιου του εν λόγω κράτους μέλους να μεριμνήσει για τη μεταχείριση αυτή προκειμένου να διαφυλάξει την εθνική ασφάλεια και τη δημόσια τάξη του. Εξάλλου, το επιχείρημα που αφορά την έλλειψη κινήτρου των «υστερούντων» κρατών μελών να βελτιώσουν την κατάσταση του σωφρονιστικού τους συστήματος δεν είναι πειστικό. Πράγματι, το ισχυρότερο κίνητρο προέρχεται από την ίδια τη διαπίστωση, εκ μέρους διεθνών οργάνων και δικαστηρίων, ότι οι συνθήκες κράτησης στα κράτη αυτά δεν ανταποκρίνονται στο επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, με το άρθρο 4 του Χάρτη ( 36 ). Επιπλέον, δεδομένου ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπως έχει επισημάνει το Δικαστήριο, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό με ποιον τρόπο η ανάληψη της υποχρεώσεως αυτής θα μπορούσε να έχει «σοβαρές λειτουργικές συνέπειες» για το κράτος μέλος εκτέλεσης. |
|
61. |
Παρά το γεγονός ότι το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 έχει προαιρετικό χαρακτήρα και ο τρόπος μεταφοράς της διατάξεως αυτής στις εθνικές έννομες τάξεις διαφέρει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο ( 37 ), φρονώ ότι είναι χρήσιμο να διευκρινιστεί ότι λίγα μόνο κράτη μέλη έχουν μεταφέρει στο εσωτερικό τους δίκαιο τη διάταξη αυτήν ως προαιρετικό λόγο μη εκτέλεσης, ενώ η πλειονότητα των κρατών μελών έχουν καταστήσει τον συγκεκριμένο λόγο μη εκτέλεσης υποχρεωτικό ή εν μέρει υποχρεωτικό ( 38 ). Επίσης, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 1, παράγραφος 3, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης ενδέχεται να στερούνται νομικής βάσης η οποία να τους παρέχει τη δυνατότητα να διατάξουν την εκτέλεση της ποινής που έχει επιβληθεί στο πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ΕΕΣ ( 39 ). Επομένως, το να καταστεί υποχρεωτικός ο συγκεκριμένος λόγος μη εκτέλεσης θα αποτελούσε κατάλληλη λύση για την αντιμετώπιση των πρακτικών δυσχερειών που αντιμετωπίζουν οι αρχές αυτές κατά την εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 3, της εν λόγω αποφάσεως πλαισίου ( 40 ). |
|
62. |
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι δικαστική αρχή εκτέλεσης η οποία αρνείται την εκτέλεση ΕΕΣ βάσει του λόγου μη εκτέλεσης του άρθρου 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 υποχρεούται, εφόσον διαπιστώνει ότι ο εκζητούμενος είναι υπήκοος ή κάτοικος του κράτους μέλους εκτέλεσης, να εφαρμόσει το άρθρο 4, σημείο 6, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου και, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των προϋποθέσεων εφαρμογής της διατάξεως αυτής, να διατάξει την εκτέλεση, εντός του κράτους μέλους εκτέλεσης, της στερητικής της ελευθερίας ποινής που έχει επιβληθεί από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, προκειμένου να αποφευχθεί η ατιμωρησία του προσώπου αυτού. |
|
63. |
Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι το Βασίλειο του Βελγίου έχει μεταφέρει στο εθνικό του δίκαιο τον λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 6, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου με το άρθρο 6, σημείο 4, του νόμου της 19ης Δεκεμβρίου 2003. Επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε, στις υπό κρίση υποθέσεις, πληρούται η πρώτη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 4, σημείο 6, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου ( 41 ). Η δεύτερη προϋπόθεση, η οποία αφορά τη δέσμευση του κράτους μέλους εκτέλεσης να εκτελέσει την ποινή «σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο», συνεπάγεται ότι τα μέτρα για την εκτέλεση της ποινής που έχει επιβληθεί από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος πρέπει να διέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης και να μπορούν να διασφαλίσουν την εκτέλεση της ποινής στην πράξη καθώς και την κοινωνική επανένταξη του καταδικασθέντος. |
2. Επί της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909
|
64. |
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η απόφαση‑πλαίσιο 2008/909, όπως και η απόφαση‑πλαίσιο 2002/584, συγκεκριμενοποιεί, στον ποινικό τομέα, τις αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της αμοιβαίας αναγνώρισης. Η απόφαση‑πλαίσιο αυτή, όπως υπογραμμίζεται στην αιτιολογική της σκέψη 5, ενισχύει τη δικαστική συνεργασία σε θέματα αναγνώρισης και εκτέλεσης ποινικών αποφάσεων όταν πολίτες της Ένωσης έχουν καταδικαστεί σε ποινές στερητικές της ελευθερίας ή σε μέτρα στερητικά της ελευθερίας σε άλλο κράτος μέλος, προκειμένου να διευκολυνθεί η κοινωνική επανένταξή τους ( 42 ). Κατά το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909, η οποία εφαρμόζεται εφόσον ο καταδικασθείς ευρίσκεται στο κράτος μέλος έκδοσης ή στο κράτος μέλος εκτέλεσης, σκοπός αυτής είναι η θέσπιση των κανόνων βάσει των οποίων ένα κράτος μέλος μπορεί να αναγνωρίσει καταδικαστική απόφαση και να εκτελέσει την ποινή που έχει επιβάλει άλλο κράτος μέλος, προκειμένου να διευκολύνει την κοινωνική επανένταξη του καταδικασθέντος. Από το άρθρο 25 της ίδιας αποφάσεως‑πλαισίου προκύπτει ότι οι διατάξεις της εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν στην εκτέλεση καταδικαστικών αποφάσεων, στο μέτρο που συνάδουν με εκείνες της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, οσάκις κράτος μέλος δεσμεύεται να εκτελέσει την ποινή σύμφωνα με το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 ( 43 ). |
|
65. |
Επομένως, η προβλεπόμενη από τον νομοθέτη της Ένωσης συνδυαστική εφαρμογή της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 και της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 πρέπει να συμβάλλει στην επίτευξη του σκοπού που συνίσταται στη διευκόλυνση της κοινωνικής επανεντάξεως του καταδικασθέντος. Κατά τα λοιπά, η επανένταξη είναι προς το συμφέρον όχι μόνον του καταδικασθέντος, αλλά και της Ένωσης εν γένει ( 44 ). |
|
66. |
Κατά συνέπεια, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας J. Richard de la Tour στις προτάσεις του της 13ης Ιουνίου 2024 στην υπόθεση C. J. (Εκτέλεση καταδικαστικής αποφάσεως κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ) ( 45 ), από το άρθρο 25 της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 προκύπτει ότι η εφαρμογή από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης του λόγου προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 προϋποθέτει την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που προβλέπονται στην απόφαση‑πλαίσιο 2008/909 για την αναγνώριση και την εκτέλεση ποινικής αποφάσεως σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος ( 46 ). Με άλλα λόγια, για να μπορεί να δεσμευθεί να εκτελέσει τη στερητική της ελευθερίας ποινή που έχει επιβληθεί στον εκζητούμενο, εξακριβώνοντας τη δυνατότητα πραγματικής εκτέλεσης της ποινής αυτής σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, όπως απαιτεί το εν λόγω άρθρο 4, σημείο 6, και να αποφύγει με τον τρόπο αυτόν κάθε κίνδυνο ατιμωρησίας, το κράτος μέλος εκτέλεσης πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αναλάβει την εκτέλεση της εν λόγω ποινής τηρώντας τους κανόνες που προβλέπει η απόφαση‑πλαίσιο 2008/909. |
|
67. |
Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι στους κανόνες αυτούς περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, αφενός, το άρθρο 8, παράγραφος 1, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909, κατά το οποίο η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης υποχρεούται, εν γένει, να κάνει δεκτή την αίτηση για την αναγνώριση καταδικαστικής απόφασης και για την εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας που επιβλήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος, η οποία της έχει διαβιβαστεί σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου. Η αρχή αυτή δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να απορρίψει τέτοια αίτηση παρά μόνον για τους λόγους μη αναγνώρισης και μη εκτέλεσης που απαριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο 9 της ίδιας αποφάσεως‑πλαισίου ( 47 ). Επιπλέον, το άρθρο 8, παράγραφοι 2 έως 4, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 ορίζει, κατ’ ουσίαν, αυστηρές προϋποθέσεις για την προσαρμογή, από την αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης, της ποινής που επιβλήθηκε στο κράτος έκδοσης, οι οποίες συνιστούν τις μόνες εξαιρέσεις από την κατ’ αρχήν επιβαλλόμενη στην αρμόδια αρχή υποχρέωση, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, να αναγνωρίσει την καταδικαστική απόφαση που της διαβιβάσθηκε και να λάβει πάραυτα κάθε απαραίτητο μέτρο για την εκτέλεση της ποινής, της οποίας η διάρκεια και η φύση αντιστοιχούν προς εκείνες που προβλέπονται στην απόφαση που εκδόθηκε στο κράτος έκδοσης ( 48 ). |
|
68. |
Αφετέρου, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου προβλέπει, κατ’ ουσίαν, τη δυνατότητα του κράτους μέλους έκδοσης, εφόσον ο καταδικασθείς έχει δώσει τη συναίνεσή του όταν τούτο απαιτείται βάσει του άρθρου 6 της ίδιας αποφάσεως‑πλαισίου, να διαβιβάσει στο εν λόγω άλλο κράτος μέλος τέτοια δικαστική απόφαση συνοδευόμενη από το πιστοποιητικό, τυποποιημένο έντυπο το οποίο περιέχεται στο παράρτημα I της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου. Βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909, η διαβίβαση της απόφασης και του πιστοποιητικού μπορεί να πραγματοποιηθεί εφόσον η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης, εν ανάγκη κατόπιν διαβουλεύσεων μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών έκδοσης και εκτέλεσης, πεισθεί ότι η εκτέλεση της ποινής από το κράτος εκτέλεσης θα συμβάλει στην επίτευξη του σκοπού που έγκειται στη διευκόλυνση της κοινωνικής επανένταξης του καταδικασθέντος. Επιπροσθέτως, το άρθρο 4, παράγραφος 5, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 ορίζει ότι το κράτος εκτέλεσης δύναται, με δική του πρωτοβουλία, να ζητήσει από το κράτος έκδοσης να διαβιβάσει την καταδικαστική απόφαση μαζί με το πιστοποιητικό και ότι οι αιτήσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο αυτή δεν γεννούν υποχρέωση του κράτους έκδοσης να διαβιβάσει την καταδικαστική απόφαση μαζί με το πιστοποιητικό. |
|
69. |
Όπως προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909, η διαβίβαση από το κράτος μέλος έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης και του πιστοποιητικού που προβλέπει η εν λόγω απόφαση‑πλαίσιο είναι αναγκαία για την αναγνώριση της καταδικαστικής απόφασης και την εκτέλεση της ποινής, η διαβίβαση δε αυτή εκφράζει τη συναίνεση του εν λόγω κράτους μέλους για την ανάληψη της εκτέλεσης της ποινής από το κράτος μέλος εκτέλεσης. Στην περίπτωση αυτή, η αναγνώριση της καταδικαστικής απόφασης και η εκτέλεση της ποινής πραγματοποιούνται βάσει των πληροφοριών που περιέχονται στο πιστοποιητικό, το οποίο μπορεί, άλλωστε, να ανακληθεί από το κράτος μέλος έκδοσης ( 49 ), ιδίως εάν, κατά την εκτίμησή του, η σχεδιαζόμενη προσαρμογή της ποινής δεν είναι κατάλληλη. Επομένως, σε περίπτωση μη διαβίβασης της καταδικαστικής απόφασης συνοδευόμενης από το πιστοποιητικό που προβλέπει η εν λόγω απόφαση‑πλαίσιο, το κράτος μέλος εκτέλεσης δεν έχει την εξουσία να εκτελέσει εντός της επικράτειάς του την ποινή που έχει επιβληθεί στο κράτος μέλος έκδοσης, δεδομένου ότι το κράτος μέλος έκδοσης δεν έχει συναινέσει προς τούτο. Συνεπώς, όπως υποστήριξαν η Ρουμανική και η Γαλλική Κυβέρνηση στις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις τους, φρονώ ότι το κράτος μέλος εκτέλεσης μπορεί να αναλάβει την εκτέλεση της ποινής μόνον εντός του πλαισίου που θεσπίζει η απόφαση‑πλαίσιο 2008/909, το οποίο απαιτεί στενή συνεργασία με το κράτος μέλος έκδοσης και, ειδικότερα, τη συναίνεσή του για την εκτέλεση της ποινής στο κράτος μέλος εκτέλεσης. |
|
70. |
Στο πλαίσιο των υποθέσεων των κύριων δικών, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει κατά πόσον τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που προβλέπει η απόφαση‑πλαίσιο 2008/909 για να αναλάβει το Βασίλειο του Βελγίου την εκτέλεση των ποινών που επιβλήθηκαν στους AR και HL. |
|
71. |
Εν προκειμένω, από τις γραπτές παρατηρήσεις της Ρουμανικής Κυβερνήσεως στην υπόθεση C‑722/23 προκύπτει ότι η βελγική δικαστική αρχή ζήτησε από τη ρουμανική δικαστική αρχή να της παράσχει τα έγγραφα που απαιτούνται προκειμένου να αναλάβει να εκτελέσει στο Βέλγιο την ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών που επιβλήθηκε στον AR, συμπεριλαμβανομένου του πιστοποιητικού που εκφράζει τη συναίνεση της τελευταίας, όπως απαιτεί το άρθρο 4, παράγραφος 5, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909, έγγραφα τα οποία και έλαβε. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, δεδομένου ότι η βελγική δικαστική αρχή είναι σε θέση να εκτελέσει στην πράξη την ποινή σύμφωνα με το εσωτερικό της δίκαιο, ήτοι σύμφωνα με το άρθρο 38, παράγραφος 1, του νόμου της 15ης Μαΐου 2012. Η βελγική δικαστική αρχή πρέπει ακόμη να εκτιμήσει εάν υφίσταται θεμιτό συμφέρον που να δικαιολογεί την εκτέλεση, στο κράτος μέλος εκτέλεσης, της ποινής που επιβλήθηκε στον AR στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος. Γενικώς, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προβεί σε συνολική εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την περίπτωση του AR, από τα οποία είναι δυνατόν να προκύψει ότι μεταξύ αυτού και του Βασιλείου του Βελγίου υφίστανται δεσμοί βάσει των οποίων να μπορεί να διαπιστωθεί η επαρκής ένταξη του AR σε αυτό και ότι η εκτέλεση στο εν λόγω κράτος μέλος της ποινής που επιβλήθηκε εις βάρος του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος θα συμβάλει στην υλοποίηση του σκοπού κοινωνικής επανένταξης που επιδιώκει το εν λόγω άρθρο 4, σημείο 6. Ωστόσο, στην ειδική περίπτωση, όπως εν προκειμένω, που η ποινή δεν μπορεί να εκτελεστεί στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, φρονώ ότι, εκ του γεγονότος αυτού και μόνον, υφίσταται θεμιτό συμφέρον το οποίο δικαιολογεί την εκτέλεση της ποινής αυτής στο κράτος μέλος εκτέλεσης. |
|
72. |
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, είμαι της γνώμης ότι το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης, εφόσον αρνείται την εκτέλεση ΕΕΣ βάσει του λόγου μη εκτέλεσης του άρθρου 1, παράγραφος 3, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, επικαλούμενη την ύπαρξη κινδύνου, σε περίπτωση παράδοσης του εκζητουμένου στη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος, να προσβληθούν τα θεμελιώδη δικαιώματά του λόγω των συνθηκών κράτησης στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, υποχρεούται, προκειμένου να αποφευχθεί η ατιμωρησία του προσώπου αυτού, να διατάξει την εκτέλεση της ποινής στο κράτος μέλος εκτέλεσης, σε περίπτωση που διαπιστώνει ότι πρόκειται για υπήκοο ή κάτοικο του κράτους μέλους αυτού, υπό τον όρο ότι τηρούνται η διαδικασία και οι προϋποθέσεις τις οποίες προβλέπει η απόφαση‑πλαίσιο 2008/909 για να αναλάβει το κράτος μέλος εκτέλεσης την πραγματική εκτέλεση της ποινής στο έδαφός του. |
Δ. Συμπληρωματικές παρατηρήσεις
|
73. |
Προς συμπλήρωση της αναλύσεώς μου, θα ήθελα να διατυπώσω ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με περιπτώσεις στις οποίες, σε αντίθεση με τις υπό κρίση συνεκδικαζόμενες υποθέσεις, το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. |
|
74. |
Συγκεκριμένα, κατά τη μεταφορά της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου στο εσωτερικό τους δίκαιο, τα κράτη μέλη, τα οποία διαθέτουν περιθώριο εκτίμησης, ενδέχεται να έχουν επιλέξει να μη μεταφέρουν στο εθνικό τους δίκαιο τον λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπει το ως άνω άρθρο 4, σημείο 6 ( 50 ). Επιπλέον, ο εκζητούμενος ενδέχεται να μην είναι υπήκοος του κράτους μέλους εκτέλεσης, ούτε να διαμένει ή να κατοικεί σε αυτό ( 51 ). Σε τέτοιες περιπτώσεις, τίθεται το ζήτημα μήπως το πρόσωπο αυτό παραμείνει ατιμώρητο εφόσον κάνει χρήση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας προκειμένου να μεταβεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο έχει εκδοθεί η εις βάρος του καταδικαστική ποινική απόφαση και υπάρξει άρνηση εκτέλεσης του ΕΕΣ βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου ( 52 ). |
|
75. |
Οι αποφάσεις‑πλαίσια 2002/584 και 2008/909 δεν είναι δυνατόν να έχουν ως αποτέλεσμα το να μπορέσει ο εκζητούμενος να αποφύγει την εκτέλεση της εις βάρος του αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης. Συγκεκριμένα, αφενός, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, προκειμένου ιδίως να διασφαλιστεί ότι δεν θα παρακωλυθεί πλήρως η λειτουργία του μηχανισμού του ΕΕΣ, η υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας, η οποία καθιερώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ, πρέπει να αποτελεί τη βάση της συνεργασίας μεταξύ των δικαστικών αρχών εκτέλεσης και των δικαστικών αρχών έκδοσης. Η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τα εκ των Συνθηκών καθήκοντα βάσει αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας ( 53 ). Αφετέρου, οι εν λόγω αποφάσεις‑πλαίσια παρέχουν στις δικαστικές αρχές έκδοσης και εκτέλεσης τα μέσα που οφείλουν να χρησιμοποιήσουν προκειμένου η επιβληθείσα στο κράτος μέλος έκδοσης ποινή να εκτελεστεί πραγματικά στο μόνο κράτος στο οποίο η εκτέλεση εξακολουθεί να είναι δυνατή, ήτοι στο κράτος μέλος εκτέλεσης, ώστε να συμμορφωθούν προς τον σκοπό καταπολέμησης της ατιμωρησίας που επιδιώκει η απόφαση‑πλαίσιο 2002/584. |
|
76. |
Συναφώς, όπως προκύπτει από το άρθρο 4, παράγραφος 5, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909, το κράτος μέλος εκτέλεσης δύναται, με δική του πρωτοβουλία, να ζητήσει από το κράτος μέλος έκδοσης να του διαβιβάσει την καταδικαστική απόφαση συνοδευόμενη από το πιστοποιητικό ( 54 ). Εκτιμώ ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης υποχρεούται να προβεί στο αίτημα αυτό. Πράγματι, όπως υποστήριξε η Ρουμανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στο πλαίσιο του σκοπού τον οποίο έχει θέσει η Ένωση να καταστεί ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, η αυτοτελής εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 5, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου συμβάλλει στην καταπολέμηση της ατιμωρησίας και στην κοινωνική επανένταξη του καταδικασθέντος. Εντούτοις, οι αιτήσεις που υποβάλλονται δυνάμει της εν λόγω παραγράφου 5 δεν συνεπάγονται την υποχρέωση του κράτους μέλους έκδοσης να διαβιβάσει την καταδικαστική απόφαση συνοδευόμενη από το πιστοποιητικό. Κατά συνέπεια, είναι απαραίτητη η λήψη της συναίνεσης του κράτους μέλους έκδοσης. Κατά τη γνώμη μου, όπως υποστήριξε και η Γαλλική Κυβέρνηση στις προφορικές παρατηρήσεις της, εάν η δικαστική αρχή εκτέλεσης κινήσει διαδικασία αμοιβαίας αναγνώρισης της καταδικαστικής αποφάσεως βάσει της ως άνω αποφάσεως‑πλαισίου, χωρίς να θίξει δυσανάλογα την ποινή που έχει επιβληθεί από τη δικαστική αρχή έκδοσης, η τελευταία θα είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί την αμοιβαία αυτή αναγνώριση. Επιπλέον, φρονώ ότι είναι συνεπές με τον μηχανισμό του ΕΕΣ να θεωρηθεί ότι το κράτος μέλος έκδοσης, σε περίπτωση μη παράδοσης του καταδικασθέντος, θα τείνει, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος ατιμωρησίας του εν λόγω προσώπου, προς το να αποδεχθεί την εκτέλεσης της ποινής, με τη συναίνεσή του, στο κράτος μέλος εκτέλεσης. |
V. Πρόταση
|
77. |
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Βέλγιο) ως εξής: Το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση‑πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, έχει την έννοια ότι: η δικαστική αρχή εκτέλεσης, εφόσον αρνείται την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης βάσει του λόγου μη εκτέλεσης του άρθρου 1, παράγραφος 3, της ως άνω αποφάσεως‑πλαισίου, επικαλούμενη την ύπαρξη κινδύνου, σε περίπτωση παράδοσης του εκζητουμένου στη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος, να προσβληθούν τα θεμελιώδη δικαιώματά του λόγω των συνθηκών κράτησης στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, υποχρεούται, προκειμένου να αποφευχθεί η ατιμωρησία του προσώπου αυτού, να διατάξει την εκτέλεση της ποινής στο κράτος μέλος εκτέλεσης, σε περίπτωση που διαπιστώνει ότι πρόκειται για υπήκοο ή κάτοικο του κράτους μέλους αυτού, υπό τον όρο ότι τηρούνται η διαδικασία και οι προϋποθέσεις τις οποίες προβλέπει η απόφαση‑πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για το σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για να αναλάβει το κράτος μέλος εκτέλεσης την πραγματική εκτέλεση της ποινής στο έδαφός του. |
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( i ) Οι ονομασίες των υπό κρίση υποθέσεων είναι πλασματικές. Δεν αντιστοιχούν στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.
( 2 ) Απόφαση‑πλαίσιο του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ 2002, L 190, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση‑πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 81, σ. 24) (στο εξής: απόφαση‑πλαίσιο 2002/584).
( 3 ) Απόφαση της 5ης Απριλίου 2016 (C‑404/15 και C‑659/15 PPU, στο εξής: απόφαση Aranyosi και Căldăraru, EU:C:2016:198).
( 4 ) Απόφαση‑πλαίσιο του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για το σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2008, L 327, σ. 27).
( 5 ) Moniteur belge της 22ας Δεκεμβρίου 2003, σ. 60075.
( 6 ) Το εν λόγω άρθρο 3 αφορά την απαγόρευση των βασανιστηρίων.
( 7 ) Moniteur belge της 8ης Ιουνίου 2012, σ. 32117. Κατά την εν λόγω διάταξη, «[ό]ταν το δικαστικό συμβούλιο εφαρμόζει το άρθρο 6, σημείο 4, του [νόμου της 19ης Δεκεμβρίου 2003], η απόφασή του συνεπάγεται την αναγνώριση και την εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής ή του στερητικού της ελευθερίας μέτρου που διαλαμβάνεται στη δικαστική απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο του [ΕΕΣ]. Εν συνεχεία, η ποινή εκτελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ο αρμόδιος κατά τόπον εισαγγελέας ζητεί από την αρχή έκδοσης του [ΕΕΣ] την απόφαση, συνοδευόμενη από το πιστοποιητικό, και προβαίνει, εάν είναι αναγκαίο, στην προσαρμογή της ποινής σύμφωνα με το άρθρο 18».
( 8 ) Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020 (C‑354/20 PPU και C‑412/20 PPU, EU:C:2020:1033, σκέψη 62).
( 9 ) Απόφαση της 29ης Ιουνίου 2017 (C‑579/15, στο εξής: απόφαση Popławski I, EU:C:2017:503, σκέψη 43).
( 10 ) Το εν λόγω άρθρο 5 αφορά το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια.
( 11 ) Βλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, GN (Λόγος άρνησης στηριζόμενος στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού) (C‑261/22, στο εξής: απόφαση GN, EU:C:2023:1017, σκέψεις 35 έως 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 12 ) Απόφαση της 6ης Ιουνίου 2023, Ο. G. (Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κατά υπηκόου τρίτης χώρας) (C‑700/21, στο εξής: απόφαση Ο. G., EU:C:2023:444, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 13 ) Βλ. απόφαση GN (σκέψεις 33 και 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 14 ) Πρβλ. απόφαση GN (σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 15 ) Πρβλ. απόφαση της 29ης Ιουλίου 2024, Alchaster (C‑202/24, EU:C:2024:649, σκέψεις 52 έως 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 16 ) Κατά τη διάταξη αυτήν, «[ε]άν η δικαστική αρχή εκτέλεσης κρίνει ότι οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος δεν αρκούν ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την παράδοση, ζητεί την κατεπείγουσα προσκόμιση των απαραίτητων συμπληρωματικών πληροφοριών, ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 3 έως 5 και το άρθρο 8, και μπορεί να τάξει προθεσμία για την παραλαβή τους, λαμβάνοντας υπόψη της ότι είναι αναγκαίο να τηρηθούν οι προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 17».
( 17 ) Πρβλ. απόφαση GN (σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 18 ) Προτάσεις στην υπόθεση E. D. L. (Λόγος άρνησης στηριζόμενος στην ασθένεια) (C‑699/21, EU:C:2022:955, σημείο 60).
( 19 ) Στις γραπτές παρατηρήσεις της στην υπόθεση C‑91/24, η Γαλλική Κυβέρνηση αναφέρει επιπλέον ότι από την απόφαση περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι η παράδοση ανεστάλη προσωρινά, βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 4, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, κατά το οποίο «[η] παράδοση μπορεί κατ’ εξαίρεση να αναστέλλεται προσωρινά για σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους, εφόσον λ.χ. ευλόγως πιστεύεται ότι θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή ή την υγεία του καταζητουμένου», ούτε ότι υπήρξε αποτελεσματική συνεργασία με πλήρη χρήση των μέσων που προβλέπει η εν λόγω απόφαση‑πλαίσιο για την παροχή εγγυήσεων.
( 20 ) Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2023, Všeobecná úverová banka (C‑598/21, EU:C:2023:845, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 21 ) Απόφαση της 8ης Μαΐου 2025, Zimir (C‑662/23, EU:C:2025:326, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 22 ) Βλ. απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2023, Puig Gordi κ.λπ. (C‑158/21, EU:C:2023:57, σκέψεις 78 και 79).
( 23 ) Πρβλ. απόφαση O. G. (σκέψεις 46 και 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 24 ) Βλ. απόφαση O. G. (σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 25 ) Βλ. απόφαση O. G. (σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 26 ) Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, η «διαστρωμάτωση» αυτή προκύπτει από το ότι το ΕΕΣ εκτελείται σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, εκτός εάν: i) συντρέχει λόγος υποχρεωτικής ή προαιρετικής μη εκτέλεσης βάσει, αντιστοίχως, του άρθρου 3 ή του άρθρου 4 της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, ή ii) η μη εκτέλεση επιβάλλεται βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως‑πλαισίου.
( 27 ) Βλ. απόφαση της 18ης Απριλίου 2023, E. D. L. (Λόγος άρνησης στηριζόμενος στην ασθένεια) (C‑699/21, EU:C:2023:295, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 28 ) Πρβλ. απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Popławski (C‑573/17, στο εξής: απόφαση Popławski II, EU:C:2019:530, σκέψη 82 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 29 ) Βλ. απόφαση Popławski I (σκέψη 43).
( 30 ) Βλ. απόφαση Popławski II (σκέψη 99 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 31 ) Βλ. απόφαση της της 29ης Απριλίου 2021, X (Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Ne bis in idem) (C‑665/20 PPU, EU:C:2021:339, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 32 ) Βλ. απόφαση O. G. (σκέψεις 34 έως 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 33 ) Βλ. σημείο 50 των παρουσών προτάσεων.
( 34 ) Πρβλ. απόφαση Popławski II (σκέψη 92 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 35 ) Η ευθύνη αυτή των δικαστικών αρχών εκτέλεσης, όσον αφορά την εκτέλεση της ποινής που έχει επιβληθεί από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, απηχεί τη γνωστή αρχή του διεθνούς δικαίου «aut dedere, aut punire/judicare» («είτε έκδοση είτε τιμωρία/δίωξη»), η οποία απορρέει από τις παραδοσιακές συμβάσεις περί εκδόσεως τις οποίες υποκατέστησε ο μηχανισμός του ΕΕΣ. Βλ. ειδικότερα, σχετικά με την αρχή αυτή, Costa, M. J., «Aut Dedere Aut Judicare», σε Caeiro, P. κ.λπ. (επιμ.), Elgar Encyclopedia of Crime and Criminal Justice, 2024, σ. 178 έως 192, ιδίως σ. 185 έως 187.
( 36 ) Πρβλ. απόφαση της 29ης Ιουλίου 2024, Breian (C‑318/24 PPU, EU:C:2024:658, σκέψεις 102 και 103 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 37 ) Βλ., όσον αφορά την ποικιλομορφία στη μεταφορά των λόγων προαιρετικής μη εκτέλεσης της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 στις εθνικές έννομες τάξεις, Bot, S., «Section 2. Une transposition délicate par l’autonomie procédurale conservée aux États membres», Le mandat d’arrêt européen, Larcier, Βρυξέλλες, 2009, σ. 233 έως 246.
( 38 ) Πρβλ. έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της απόφασης‑πλαισίου του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών [COM(2020) 270 final, ιδίως σ. 18].
( 39 ) Βλ., όσον αφορά τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι δικαστικές αρχές κατά την εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, Weyembergh, A., και Pinelli, L., «Detention Conditions in the Issuing Member State as a Ground for Non‑Execution of the European Arrest Warrant: State of Play and Challenges Ahead», European Criminal Law Review, τόμ. 12, αριθ. 1, 2022, σ. 25 έως 52, ιδίως σ. 37 έως 39.
( 40 ) Επισημαίνω, εξάλλου, ότι η λύση που συνίσταται στο να επιβάλλεται στη δικαστική αρχή εκτέλεσης η ρητή υποχρέωση να εκτελέσει η ίδια την ποινή έχει ήδη εξεταστεί με σκοπό να αντιμετωπιστούν τα εμπόδια που ανέκυψαν στην πράξη κατά την εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. Πρβλ. «The EAW and Prison Condition: Outcome Report of the College Thematic Discussion», Eurojust, Μάιος 2017, διαθέσιμο μόνο στην αγγλική γλώσσα στην ακόλουθη διεύθυνση: https://op.europa.eu/fr/publication‑detail/‑/publication/9c1ffe17‑8c64‑11e7‑b5c6‑01aa75ed71a1.
( 41 ) Βλ. σημείο 45 των παρουσών προτάσεων.
( 42 ) Βλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2023, Staatsanwaltschaft Aachen (C‑819/21, EU:C:2023:841, σκέψη 19 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 43 ) Βλ. απόφαση Popławski II (σκέψη 36).
( 44 ) Απόφαση της 11ης Μαρτίου 2020, SF (Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως – Εγγύηση διαμεταγωγής στο κράτος μέλος εκτελέσεως) (C‑314/18, EU:C:2020:191, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 45 ) C‑305/22 (EU:C:2024:508, σημεία 41 έως 48) (η απόφαση δεν είχε ακόμη εκδοθεί κατά τον χρόνο συντάξεως των παρουσών προτάσεων).
( 46 ) Βλ., επίσης, ανακοίνωση της Επιτροπής – Εγχειρίδιο για τον τρόπο έκδοσης και εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (ΕΕ C, C/2023/1270), ιδίως σημεία 2.5.2 και 5.5.2.
( 47 ) Πρβλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2023, Staatsanwaltschaft Aachen (C‑819/21, EU:C:2023:841, σκέψη 20).
( 48 ) Βλ. απόφαση της 15ης Απριλίου 2021, AV (Απόφαση καθορισμού συνολικής ποινής) (C‑221/19, EU:C:2021:278, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 49 ) Ειδικότερα, κατά το άρθρο 13 της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909, «[ε]φόσον η εκτέλεση της ποινής στο κράτος εκτέλεσης δεν έχει αρχίσει, το κράτος έκδοσης δύναται να ανακαλέσει την απόφαση και το πιστοποιητικό από αυτό το κράτος, αιτιολογώντας τη σχετική απόφασή του. Με την ανάκληση της απόφασης και του πιστοποιητικού, το κράτος εκτέλεσης δεν υποχρεούται πλέον να εκτελέσει την ποινή».
( 50 ) Βλ. σημείο 54 των παρουσών προτάσεων.
( 51 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, Lopes Da Silva Jorge (C‑42/11, EU:C:2012:517, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 52 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Generalstaatsanwaltschaft (Συνθήκες κρατήσεως στην Ουγγαρία) (C‑220/18 PPU, EU:C:2018:589, σκέψη 85).
( 53 ) Βλ. απόφαση της 29ης Ιουλίου 2024, Breian (C‑318/24 PPU, EU:C:2024:658, σκέψη 93 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει καθιερώσει, στο πλαίσιο του ΕΕΣ, μια «θετική διαδικαστική υποχρέωση συνεργασίας» μεταξύ των κρατών μελών, παραπέμποντας στο άρθρο 2 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 2 του Χάρτη. Βλ. κοινό θεματικό δελτίο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA), με τίτλο «Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και θεμελιώδη δικαιώματα – Νομολογία του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ», επικαιροποιημένο στις 28 Φεβρουαρίου 2025, διαθέσιμο στην αγγλική και στη γαλλική γλώσσα στην ακόλουθη διεύθυνση: https://ks.echr.coe.int/documents/d/echr‑ks/mandat‑d‑arret‑europeen‑et‑droits‑fondamentaux. Το εν λόγω δελτίο αναφέρει ότι το περιεχόμενό του δεν δεσμεύει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
( 54 ) Η δικαστική αρχή έκδοσης μπορεί επίσης να υποβάλει τέτοιο αίτημα βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909.