ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

LAILA MEDINA

της 5ης Ιουνίου 2025 ( 1 )

Υπόθεση C‑696/23 P

Dmitry Alexandrovich Pumpyanskiy

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

«Αναίρεση – Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας – Περιοριστικά μέτρα σχετικά με δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας – Δέσμευση κεφαλαίων – Συμπερίληψη του ονόματος του αναιρεσείοντος στον κατάλογο των θιγόμενων προσώπων, οντοτήτων και φορέων – Άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145/ΚΕΠΠΑ – Ερμηνεία – Έννοια του “εξέχοντος επιχειρηματία” – Συγκεκριμένη ατομική συμπεριφορά όσον αφορά την επιρροή στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας – Έννοια των “οικονομικών τομέων οι οποίοι παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας”»

I. Εισαγωγή

1.

Οι υπό κρίση προτάσεις αφορούν την αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε από τον Dmitry Alexandrovich Pumpyanskiy ( 2 ), με την οποία ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως της 6ης Σεπτεμβρίου 2023, Pumpyanskiy κατά Συμβουλίου (T‑270/22, EU:T:2023:490) ( 3 ). Με την απόφαση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή που ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, κατά:

της αποφάσεως (ΚΕΠΠΑ) 2022/397 του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2022, για την τροποποίηση της απόφασης 2014/145/ΚΕΠΠΑ, σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2022, L 80, σ. 31) και

του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2022/396 του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2022, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 269/2014 σχετικά με περιοριστικά μέτρα για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2022, L 80, σ. 1) ( 4 ),

κατά το μέτρο που με τις προσβαλλόμενες πράξεις προστέθηκε το όνομα του αναιρεσείοντος στους προσαρτώμενους σε αυτές καταλόγους. Με τις εν λόγω πράξεις, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαγορεύει στον αναιρεσείοντα την είσοδο ή τη διέλευση από τις επικράτειες των κρατών μελών και δεσμεύει το σύνολο των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων του στις εν λόγω επικράτειες.

2.

Η υπό κρίση υπόθεση είναι μία από τις πρώτες αιτήσεις αναιρέσεως που άγονται ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά με τα περιοριστικά μέτρα που θέσπισε το Συμβούλιο το 2022 κατόπιν της εισβολής των ενόπλων δυνάμεων της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Ουκρανία ( 5 ). Παρέχει στο τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου τη δυνατότητα να αποφανθεί επί της ερμηνείας και να εξετάσει τη νομιμότητα του κριτηρίου που παρατίθεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, και το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145/ΚΕΠΠΑ ( 6 ), όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2022/329 ( 7 ), και το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 269/2014 ( 8 ), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/330 ( 9 ). Το κριτήριο αυτό, το οποίο αναφέρεται συνήθως ως «κριτήριο του στοιχείου ζʹ», προβλέπει την καταχώριση των εξεχόντων επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνται σε οικονομικούς τομείς οι οποίοι παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

3.

Ο αναιρεσείων υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε ( 10 ), κρίνοντας, κατ’ ουσίαν, ότι για την πλήρωση του κριτηρίου που περιέχεται στη διάταξη αυτή δεν απαιτείται το Συμβούλιο να αποδείξει την ύπαρξη οποιασδήποτε συγκεκριμένης συμπεριφοράς ή συμβολής εκ μέρους του καταχωρισθέντος προσώπου, ιδίως όσον αφορά την επιρροή του στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ούτε να διαπιστώσει την ύπαρξη δεσμού με το καθεστώς της εν λόγω χώρας. Περαιτέρω, αμφισβητεί την καταλληλότητα του εν λόγω κριτηρίου ως μέσου για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε.

4.

Η υπό κρίση υπόθεση συνδέεται με τις υποθέσεις C‑704/23 P, C‑711/23 P, C‑35/24 P και C‑111/24 P, οι οποίες ανέκυψαν στο πλαίσιο των αιτήσεων αναιρέσεως που ασκήθηκαν, αντιστοίχως, από τον Tigran Khudaverdyan, τον Viktor Filippovich Rashnikov, τον Dmitry Arkadievich Mazepin και τον German Khan κατά των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου με τις οποίες επικυρώθηκε η συμπερίληψη των ονομάτων τους στους καταλόγους των προσώπων που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε. Στις προτάσεις επί των υποθέσεων αυτών, οι οποίες αναπτύσσονται επίσης σήμερα, εστιάζω την προσοχή μου στα συγκεκριμένα ζητήματα που μου ζητήθηκε από το Δικαστήριο να εξετάσω σχετικά με την ερμηνεία και το κύρος του κριτηρίου καταχωρίσεως που περιέχεται στην εν λόγω διάταξη, υπό το πρίσμα, ιδίως, των βασικών κοινών επιχειρημάτων που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες.

II. Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία

Α.   Ιστορικό της διαφοράς

5.

Το ιστορικό της διαφοράς περιγράφεται στις σκέψεις 2 έως 17 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Για τους σκοπούς των παρουσών προτάσεων, το ιστορικό αυτό μπορεί να συνοψισθεί στα ακόλουθα αδιαμφισβήτητα πραγματικά περιστατικά.

6.

Ο αναιρεσείων είναι επιχειρηματίας ρωσικής ιθαγένειας.

7.

Στις 17 Μαρτίου 2014, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε, βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ, την απόφαση 2014/145. Κατά την ίδια ημερομηνία, το Συμβούλιο, ενεργώντας βάσει του άρθρου 215, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, εξέδωσε τον κανονισμό 269/2014. Αμφότερες οι εν λόγω πράξεις αφορούν περιοριστικά μέτρα σχετικά με δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας.

8.

Στις 25 Φεβρουαρίου 2022, το Συμβούλιο εξέδωσε τόσο την απόφαση 2022/329, η οποία τροποποίησε την απόφαση 2014/145, όσο και τον κανονισμό 2022/330, ο οποίος τροποποίησε τον κανονισμό 269/2014, πράξεις οι οποίες τροποποίησαν, μεταξύ άλλων, τα κριτήρια βάσει των οποίων φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς υπόκεινται στα επίμαχα περιοριστικά μέτρα.

9.

Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2022/329 ( 11 ), δεν επιτρέπει την είσοδο στην επικράτεια ή τη διέλευση μέσω της επικράτειας των κρατών μελών φυσικών προσώπων που πληρούν ένα κριτήριο το οποίο είναι κατ’ ουσίαν πανομοιότυπο με αυτό που παρατίθεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της ίδιας αποφάσεως. Η τελευταία αυτή διάταξη προβλέπει, με τη σειρά της, τη δέσμευση των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων, μεταξύ άλλων, των φυσικών προσώπων που πληρούν το εν λόγω κριτήριο.

10.

Ειδικότερα, το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, ορίζει τα εξής:

«1.   Δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι που τελούν υπό την κυριότητα, την κατοχή ή τον έλεγχο:

[…]

ζ)

εξεχόντων επιχειρηματιών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή φορέων που δραστηριοποιούνται σε οικονομικούς τομείς οι οποίοι παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η οποία είναι υπεύθυνη για την προσάρτηση της Κριμαίας και την αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας,

[…]».

11.

Ο κανονισμός 269/2014, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2022/330 ( 12 ), επιτάσσει τη λήψη μέτρων για τη δέσμευση κεφαλαίων και θεσπίζει τους λεπτομερείς κανόνες που τη διέπουν με διατύπωση πανομοιότυπη με αυτή που χρησιμοποιείται στην απόφαση 2014/145, όπως έχει τροποποιηθεί. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού 269/2014, όπως τροποποιήθηκε, επαναλαμβάνει, ουσιαστικά, το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως αυτής.

12.

Στις 9 Μαρτίου 2022, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας της κατάστασης στην Ουκρανία, το Συμβούλιο εξέδωσε τις επίμαχες πράξεις. Το όνομα του αναιρεσείοντος προστέθηκε στον κατάλογο που προσαρτάται στην απόφαση 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, και στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 269/2014, όπως τροποποιήθηκε, για τους ακόλουθους λόγους:

«[Ο αναιρεσείων] είναι ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της PJSC Pipe Metallurgic Company και ο πρόεδρος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ομίλου Sinara. Ως εκ τούτου, υποστηρίζει τις αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας και τις κρατικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ρωσικών σιδηροδρόμων, της Gazprom και της Rosneft, και επωφελείται από τη συνεργασία με αυτές. Ως εκ τούτου, δραστηριοποιείται σε οικονομικούς τομείς οι οποίοι παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η οποία είναι υπεύθυνη για την προσάρτηση της Κριμαίας και την αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας.

Στις 24 Φεβρουαρίου 2022, στον απόηχο των αρχικών σταδίων της ρωσικής επίθεσης κατά της Ουκρανίας, ο [αναιρεσείων], μαζί με άλλους 36 επιχειρηματίες, συναντήθηκε με τον Πρόεδρο […] Putin και άλλα μέλη της ρωσικής κυβέρνησης για να συζητήσουν τον αντίκτυπο της πορείας δράσης μετά τις κυρώσεις που επέβαλε η Δύση. Το γεγονός ότι προσκλήθηκε να παραστεί στη συνεδρίαση αυτή αποδεικνύει ότι είναι μέλος του στενότερου περιβάλλοντος του [Προέδρου] Putin και ότι υποστηρίζει ή υλοποιεί δράσεις ή πολιτικές που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, καθώς και τη σταθερότητα και την ασφάλεια στην Ουκρανία. Αποδεικνύει επίσης ότι είναι ένας από τους εξέχοντες επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται σε οικονομικούς τομείς οι οποίοι παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η οποία είναι υπεύθυνη για την προσάρτηση της Κριμαίας και την αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας.»

13.

Στις 10 Μαρτίου 2022, το Συμβούλιο δημοσίευσε, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανακοίνωση υπόψη των προσώπων που υπόκεινται στα περιοριστικά μέτρα τα οποία προβλέπονται στις επίμαχες πράξεις (ΕΕ 2022, C 114 I, σ. 1).

14.

Στις 19 Απριλίου 2022, ο αναιρεσείων ζήτησε από το Συμβούλιο να του χορηγήσει πρόσβαση στα έγγραφα τα οποία αποτέλεσαν τη βάση για τη λήψη των περιοριστικών μέτρων που τον θίγουν. Το Συμβούλιο συμμορφώθηκε προς το αίτημα αυτό στις 28 Απριλίου 2022.

Β.   Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

15.

Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 Μαΐου 2022, ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή ακυρώσεως των επίμαχων πράξεων.

16.

Προς στήριξη της προσφυγής του, ο αναιρεσείων προέβαλε δύο λόγους ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται, κατ’ ουσίαν, πρώτον, πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και, δεύτερον, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

17.

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή του αναιρεσείοντος.

18.

Πρώτον, όσον αφορά το βάσιμο των λόγων καταχώρισης του αναιρεσείοντος στους καταλόγους που παρατίθενται στις επίμαχες πράξεις, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το Συμβούλιο νομιμοποιούνταν πλήρως να κρίνει ότι ο αναιρεσείων συνιστά εξέχοντα επιχειρηματία, διαπίστωση η οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τον ίδιο και μπορεί επίσης να συναχθεί από την οικονομική σημασία τόσο της εταιρίας TMK όσο και του ομίλου Sinara, των οποίων είναι, αντιστοίχως, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και πρόεδρος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου ( 13 ). Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το Συμβούλιο προσκόμισε δέσμη επαρκώς συγκεκριμένων, σαφών και συγκλινουσών ενδείξεων, ικανών να καταδείξουν ότι ο αναιρεσείων δραστηριοποιείται σε πολυάριθμους οικονομικούς τομείς, ήτοι στον πετρελαϊκό τομέα, τον τομέα του φυσικού αερίου, τον τομέα του σιδηροδρομικού εξοπλισμού, τον χρηματοπιστωτικό και τον κατασκευαστικό τομέα, οι οποίοι παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας ( 14 ).

19.

Δεύτερον, όσον αφορά την παραβίαση της αρχής αναλογικότητας και την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, παρά το γεγονός ότι οι επίμαχες πράξεις συνιστούν περιορισμό του δικαιώματος του αναιρεσείοντος στην ιδιοκτησία και επηρεάζουν αρνητικά την ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή, την κατοικία και τις επικοινωνίες του, εντούτοις, οι απορρέοντες από αυτές περιορισμοί των θεμελιωδών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος συμμορφώνονται προς τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη ( 15 ).

III. Αιτήματα των διαδίκων και διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

20.

Με την αίτηση αναιρέσεως που κατατέθηκε στο Δικαστήριο στις 16 Νοεμβρίου 2023, ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,

να ακυρώσει τις επίμαχες πράξεις,

επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, και

να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

21.

Με το υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε στις 26 Ιανουαρίου 2024, το Συμβούλιο ζήτησε από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.

22.

Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 11 Φεβρουαρίου 2025, ο αναιρεσείων και το Συμβούλιο απάντησαν προφορικώς στα ερωτήματα που τους έθεσε το Δικαστήριο, ιδίως όσον αφορά την ερμηνεία της φράσεως «εξέχοντες επιχειρηματίες» στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε.

IV. Ανάλυση

23.

Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζει, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, και στην εκτίμησή του ως προς το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Συμβούλιο στις επίμαχες πράξεις και, δεύτερον, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εξέταση των ισχυρισμών του σχετικά με την προσβολή των θεμελιωδών του δικαιωμάτων και την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.

24.

Το Δικαστήριο ζήτησε να εξεταστούν τα επιμέρους επιχειρήματα που απορρέουν από τον πρώτο λόγο αναιρέσεως σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, καθώς και η επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος σχετικά με την καταλληλότητα του κριτηρίου που περιέχεται στην οικεία διάταξη ως μέσου για την επίτευξη των σκοπών της. Τα τελευταία αυτά επιχειρήματα περιλαμβάνονται στο δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως. Ως εκ τούτου, η ανάλυσή μου θα επικεντρωθεί σε αυτά τα βασικά ζητήματα, στα οποία επικεντρώθηκε και η επιχειρηματολογία των μερών που μετέχουν στη διαδικασία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, όπως ζητήθηκε από το Δικαστήριο.

Α.   Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως

25.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως το κριτήριο που περιέχεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε. Κατ’ ουσίαν, προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι έκρινε ότι η διάταξη αυτή δεν απαιτεί από το Συμβούλιο να αποδείξει την ύπαρξη οποιασδήποτε συγκεκριμένης συμπεριφοράς εκ μέρους του καταχωρισθέντος προσώπου, ιδίως όσον αφορά την επιρροή του στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ούτε την ύπαρξη ενδεχόμενου δεσμού με το καθεστώς της εν λόγω χώρας.

26.

Όπως καθίσταται σαφές από το σημείο 10 των παρουσών προτάσεων, το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει τη δέσμευση του συνόλου των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων που τελούν υπό την κυριότητα, την κατοχή ή τον έλεγχο «εξεχόντων επιχειρηματιών […] που δραστηριοποιούνται σε οικονομικούς τομείς οι οποίοι παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η οποία είναι υπεύθυνη για την προσάρτηση της Κριμαίας και την αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας».

27.

Ο αναιρεσείων διαχωρίζει τη βασική του αιτίαση σε δύο δέσμες επιχειρημάτων, τα οποία αμφισβητούν την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, από το Γενικό Δικαστήριο, όσον αφορά, πρώτον, τη φράση «εξέχοντες επιχειρηματίες» και, δεύτερον, τη φράση «που δραστηριοποιούνται σε οικονομικούς τομείς οι οποίοι παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας».

1. Η ερμηνεία της φράσεως «εξέχοντες επιχειρηματίες»

28.

Κατ’ αρχάς, όσον αφορά την έννοια «εξέχοντες επιχειρηματίες», ο αναιρεσείων, υποστηρίζει ότι η εν λόγω φράση έχει την έννοια ότι το θιγόμενο πρόσωπο πρέπει να ασκεί επιρροή στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Κατά τη γνώμη του, καθίσταται προφανές από ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε –όπως στην περίπτωση της απόδοσής του στη γαλλική γλώσσα, στην οποία χρησιμοποιείται η φράση «femmes et hommes d’affaires influents»– ότι η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει την ύπαρξη συμπεριφοράς δυνάμενης να ασκήσει επιρροή στην οικεία κυβέρνηση ή την ύπαρξη δεσμού με αυτήν προκειμένου να είναι δυνατή η άσκηση της εν λόγω επιρροής.

29.

Το Συμβούλιο αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά.

30.

Κατά πάγια νομολογία, κατά την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, επιβάλλεται η εξέταση όχι μόνο του γράμματός της αλλά και του πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται καθώς και των σκοπών που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος. Τούτο ισχύει ιδίως όταν οι όροι της σχετικής διατάξεως του δικαίου της Ένωσης δεν παραπέμπουν ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό του νοήματος και του περιεχομένου της, όπως συμβαίνει εν προκειμένω όσον αφορά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε ( 16 ).

31.

Πρώτον, όσον αφορά την κατά γράμμα ερμηνεία της φράσεως «εξέχοντες επιχειρηματίες», είναι γνωστό ότι η λέξη «επιχειρηματίας» παραπέμπει σε πρόσωπα τα οποία εργάζονται σε επιχειρήσεις, συνήθως στο διευθυντικό επίπεδο μιας εταιρίας. Επιπλέον, η λέξη «επιχείρηση» παραπέμπει στην άσκηση οικονομικής ή εμπορικής δραστηριότητας. Ως εκ τούτου, ο όρος «επιχειρηματίες» στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, αναφέρεται σε πρόσωπα τα οποία ασκούν οικονομική ή εμπορική δραστηριότητα σε εταιρία που τους ανήκει ή στην οποία κατέχουν σημαντική θέση ( 17 ).

32.

Η δε λέξη «εξέχων» (leading) αποτελεί επίθετο το οποίο στην αγγλική γλώσσα ορίζεται ως συνώνυμο του «πολύ σημαντικός ή ο πλέον σημαντικός» ( 18 ). Λαμβανομένου υπόψη ότι στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, η φράση «εξέχοντες επιχειρηματίες» ακολουθείται από τη φράση «που δραστηριοποιούνται σε οικονομικούς τομείς», ο όρος «εξέχων» πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια της σημασίας που έχει ο οικείος επιχειρηματίας στον τομέα που δραστηριοποιείται και της ενδεχόμενης επιρροής που είναι ικανό να ασκήσει το πρόσωπο αυτό εντός του εν λόγω τομέα, το οποίο, κατ’ ουσίαν, είναι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 66 της αποφάσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 2023, Rashnikov κατά Συμβουλίου (T‑305/22, EU:T:2023:530) και στη σκέψη 79 της αποφάσεως της 6ης Σεπτεμβρίου 2023, Khudaverdyan κατά Συμβουλίου (T‑335/22, EU:T:2023:500), οι οποίες, αμφότερες, παρατίθενται από τον αναιρεσείοντα. Επιπλέον, όπως αναφέρεται στις ως άνω αποφάσεις, το αν ένας επιχειρηματίας μπορεί να χαρακτηριστεί ως «εξέχων» μπορεί να διαπιστωθεί βάσει, μεταξύ άλλων, της επαγγελματικής του κατάστασης, του κύκλου των οικονομικών δραστηριοτήτων του, του ύψους των κεφαλαιακών συμμετοχών του ή του ρόλου του σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις στις οποίες ασκεί τέτοιες δραστηριότητες. Η εκτίμηση αυτή δεν αμφισβητείται ειδικώς από τον αναιρεσείοντα με την αίτηση αναιρέσεως.

33.

Εξ αυτού συνάγεται ότι, από γραμματικής απόψεως, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε κανένα σφάλμα κρίνοντας, κατ’ ουσίαν, ότι το μοναδικό που χρειάζεται να αποδείξει το Συμβούλιο προκειμένου ένα πρόσωπο να χαρακτηριστεί ως «εξέχων επιχειρηματίας» για τον σκοπό του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, είναι ότι το πρόσωπο αυτό ασκεί οικονομική ή εμπορική δραστηριότητα στο πλαίσιο μιας εταιρίας και θεωρείται πολύ σημαντικός ή ο πλέον σημαντικός επιχειρηματίας στον οικονομικό τομέα που δραστηριοποιείται, ώστε να είναι ικανό να ασκήσει επιρροή στο πλαίσιο του τομέα αυτού.

34.

Είναι αληθές ότι σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, το ουσιαστικό «επιχειρηματίας» χρησιμοποιείται συνοδευόμενο από μια λέξη αντίστοιχη του επιθέτου «σημαίνων» στην αγγλική γλώσσα, αντί του «εξέχοντος». Ο αναιρεσείων επικαλείται το γεγονός αυτό προβάλλοντας ότι οι επιχειρηματίες τους οποίους αφορά η εν λόγω διάταξη πρέπει να έχουν τη δυνατότητα άσκησης επιρροής όχι απλώς εντός του οικονομικού τομέα στον οποίον δραστηριοποιούνται, αλλά, ειδικώς, στην ίδια την κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

35.

Ωστόσο, υπενθυμίζω συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η διατύπωση που χρησιμοποιείται σε μία από τις γλωσσικές αποδόσεις διατάξεως του δικαίου της Ένωσης δεν μπορεί να αποτελεί τη μοναδική βάση για την ερμηνεία της διάταξης αυτής. Οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τρόπο ομοιόμορφο, λαμβανομένων υπόψη των αποδόσεών τους σε όλες τις γλώσσες της Ένωσης ( 19 ).

36.

Στην υπό κρίση υπόθεση, παρατηρώ, σύμφωνα και με τις διευκρινίσεις που παρασχέθηκαν από το Συμβούλιο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι σε 12 γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, χρησιμοποιείται, κατ’ ουσίαν, το ουσιαστικό «επιχειρηματίας» συνοδευόμενο από μια λέξη η οποία αντιστοιχεί στο επίθετο «εξέχων» στην αγγλική γλώσσα ( 20 ). Πέραν αυτών των αποδόσεων, σε ορισμένες άλλες προκρίνεται μια άλλη λέξη η οποία μπορεί να μεταφραστεί ως «διακεκριμένος» ή «κύριος» στην αγγλική γλώσσα, η οποία, από σημασιολογικής άποψης, είναι συνώνυμη της λέξεως «εξέχων» ( 21 ). Ως εκ τούτου, οι εκτιμήσεις που παρατίθενται στο σημείο 32 των παρουσών προτάσεων σχετικά με την ερμηνεία της φράσεως «εξέχοντες επιχειρηματίες» στην αγγλική γλώσσα, ισχύουν πλήρως για όλες αυτές τις αποδόσεις.

37.

Κατ’ αντιδιαστολή, μόνον οι αποδόσεις στη γαλλική, τη λεττονική και τη λιθουανική γλώσσα χρησιμοποιούν το ουσιαστικό «επιχειρηματίες» στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, συνοδευόμενο από ένα επίθετο το οποίο στην αγγλική γλώσσα μεταφράζεται ως «σημαίνων». Τούτου λεχθέντος, ακόμη και σε αυτές τις γλωσσικές αποδόσεις, ένα από τα βασικά νοήματα της λέξης «σημαίνων» είναι η ιδιότητα του να είναι κανείς «σημαντικός» ( 22 ). Κατά συνέπεια, προκειμένου να διασφαλιστεί η ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, όπως απαιτείται από τη μνημονευόμενη στο σημείο 35 των παρουσών προτάσεων νομολογία, η γαλλική, η λεττονική και η λιθουανική γλωσσική απόδοση θα πρέπει να ερμηνεύονται κατά τον ίδιο τρόπο με την πλειονότητα των γλωσσικών αποδόσεων της εν λόγω διατάξεως, δηλαδή υπό την έννοια ότι παραπέμπουν στη σημασία που έχει ο θιγόμενος επιχειρηματίας στον οικονομικό τομέα που δραστηριοποιείται και εντός του οποίου είναι ικανός να ασκήσει επιρροή.

38.

Από τις ανωτέρω παρατηρήσεις συνάγεται ότι, από γραμματικής απόψεως, δεν ευσταθεί το επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι η φράση «εξέχοντες επιχειρηματίες» όπως απαντά στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, απαιτεί από το Συμβούλιο να αποδείξει την ύπαρξη συγκεκριμένης συμπεριφοράς εκ μέρους του καταχωρισθέντος προσώπου, ιδίως όσον αφορά την επιρροή του στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας ή την ύπαρξη δεσμού με το καθεστώς της εν λόγω χώρας.

39.

Δεύτερον, όσον αφορά τη συστηματική ερμηνεία, υπενθυμίζω, κατ’ αρχάς, ότι το κριτήριο καταχώρισης το οποίο καταλαμβάνει τους «εξέχοντες επιχειρηματίες» και προβλέπεται από το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, προστέθηκε για πρώτη φορά με την απόφαση 2022/329. Η τελευταία αυτή απόφαση εκδόθηκε στις 25 Φεβρουαρίου 2022, δηλαδή την επομένη της ημέρας κατά την οποία ο Πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας εξήγγειλε τη διεξαγωγή στρατιωτικής επιχείρησης στην Ουκρανία και οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις εξαπέλυσαν επίθεση στη χώρα αυτή ( 23 ).

40.

Επιπλέον, είναι σημαντικό να υπογραμμισθεί ότι, πριν από την τροποποίησή του από την απόφαση 2022/329, το άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2014/145 περιείχε ήδη ένα κριτήριο καταχώρισης το οποίο, κατ’ ουσίαν, καθιστούσε εφικτή τη στόχευση προσώπων ικανών να ασκήσουν ατομική επιρροή στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Αυτό ισχύει, ιδίως, όσον αφορά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της αποφάσεως 2014/145, το οποίο, κατ’ ουσίαν, παραπέμπει στα φυσικά πρόσωπα που παρέχουν υλική ή οικονομική στήριξη ή αποκομίζουν όφελος από Ρώσους ιθύνοντες οι οποίοι υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Το κριτήριο αυτό διατηρήθηκε και στην απόφαση 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, γεγονός το οποίο υποδηλώνει, κατά τη γνώμη μου, ότι η ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της εν λόγω αποφάσεως, υπό την έννοια ότι απαιτείται η απόδειξη συμπεριφοράς δυνάμενης να ασκήσει επιρροή στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας και η ύπαρξη δεσμού με το καθεστώς που κυβερνά την εν λόγω χώρα, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, είναι απλώς περιττή και, ως εκ τούτου, δεν ευσταθεί από συστηματικής απόψεως.

41.

Ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη μου, και υπό την επιφύλαξη των πρόσθετων εκτιμήσεων που παρατίθενται σε επόμενα σημεία των παρουσών προτάσεων, φρονώ ότι η συστηματική ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, δεν συνηγορεί υπέρ των επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος.

42.

Τρίτον, όσον αφορά την τελολογική ερμηνεία, το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, αποτελεί μέρος ενός νομικού πλαισίου με το οποίο θεσπίστηκε μια άνευ προηγουμένου δέσμη περιοριστικών μέτρων τα οποία αποβλέπουν στην άσκηση της μέγιστης δυνατής πίεσης στη Ρωσική Ομοσπονδία μέσω της αύξησης του κόστους των ενεργειών της τελευταίας που αποσκοπούν στην υπονόμευση της εδαφικής ακεραιότητας, της κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας.

43.

Πράγματι, αυτοί είναι οι στόχοι των περιοριστικών μέτρων που θεσπίστηκαν κατά της Ρωσίας όπως αποτυπώνονται, κατ’ ουσίαν, στην απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιουνίου 2020, VTB Bank κατά Συμβουλίου (C‑729/18 P, EU:C:2020:499, σκέψη 59) ( 24 ), η οποία παραπέμπει επίσης στην απόφαση της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft (C‑72/15, EU:C:2017:236, σκέψη 123) ( 25 ). Αμφότερες οι εν λόγω αποφάσεις αφορούν την ερμηνεία τομεακών περιοριστικών μέτρων που θεσπίστηκαν λαμβανομένων υπόψη των ενεργειών αποσταθεροποίησης της κατάστασης στην Ουκρανία, η οποία προηγήθηκε της επίθεσης που δέχθηκε η χώρα αυτή από τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις στις 24 Φεβρουαρίου 2022 ( 26 ). Ωστόσο, οι σκοποί που καθορίστηκαν από το Δικαστήριο με τις αποφάσεις αυτές εξακολουθούν να παραμένουν σε ισχύ όσον αφορά την ερμηνεία των επίμαχων στην υπό κρίση υπόθεση ατομικών περιοριστικών μέτρων, λαμβανομένου υπόψη ότι τόσο τα τομεακά όσο και τα ατομικά περιοριστικά μέτρα ελήφθησαν στο πλαίσιο της κοινής αντίδρασης σε μια κατάσταση που επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο μετά τη ρωσική επίθεση, όπως αναφέρουν ρητώς οι αιτιολογικές σκέψεις 10 και 11 της αποφάσεως 2022/329, η οποία τροποποίησε την απόφαση 2014/145 ( 27 ).

44.

Με αυτά τα δεδομένα κατά νου, φρονώ ότι η λήψη περιοριστικών μέτρων όσον αφορά τους εξέχοντες επιχειρηματίες που καταλαμβάνει το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, μπορεί ευλόγως να αναμένεται ότι θα μεγιστοποιήσει την πίεση στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας να τερματίσει τη στρατιωτική της επίθεση στην ουκρανική επικράτεια. Σε τελική ανάλυση, οι εξέχοντες αυτοί επιχειρηματίες διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στη διατήρηση της κερδοφορίας των οικονομικών τομέων στους οποίους δραστηριοποιούνται και, εν τέλει, ενισχύουν τους χρηματοοικονομικούς πόρους που έχει στη διάθεσή της η κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας προκειμένου να επιδιώξει τις δράσεις και πολιτικές της. Συνεπώς, πλήττοντας τη δραστηριότητα των οικείων εξεχόντων επιχειρηματιών, τα επίμαχα στην υπό κρίση υπόθεση περιοριστικά μέτρα, είναι πιθανό να περιορίσουν τα έσοδα που αποκτά η κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας από τους σχετικούς τομείς της οικονομίας της, αυξάνοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το κόστος των στρατιωτικών της δράσεων και περιορίζοντας την ικανότητά της να υπονομεύσει την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας.

45.

Εξ αυτού συνάγεται ότι υπάρχει μια λογική σχέση μεταξύ, αφενός, της στοχοποίησης των εξεχόντων επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνται σε οικονομικούς τομείς οι οποίοι παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας και, αφετέρου, του σκοπού των επίμαχων στην υπό κρίση υπόθεση περιοριστικών μέτρων. Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, η σχέση αυτή υφίσταται ακόμη και στην περίπτωση που δεν διαπιστώνεται συγκεκριμένη συμπεριφορά εκ μέρους του καταχωρισθέντος προσώπου, ιδίως όσον αφορά την επιρροή του στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ή ακόμη και εάν δεν υπάρχει δεσμός μεταξύ του προσώπου αυτού και του καθεστώτος που κυβερνά την εν λόγω χώρα.

46.

Ως εκ τούτου, η τελολογική ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, δεν απαιτεί την επανεξέταση της γραμματικής και εννοιολογικής ερμηνείας της εν λόγω διατάξεως, όπως αυτές παρατίθενται στα σημεία 38 και 41 των παρουσών προτάσεων. Για την ακρίβεια, η ερμηνεία αυτή ενισχύει την άποψη ότι από τη φράση «εξέχοντες επιχειρηματίες» στην εν λόγω διάταξη φράση συνάγεται ότι το Συμβούλιο οφείλει απλώς να αποδείξει ότι το θιγόμενο πρόσωπο ασκεί οικονομική ή εμπορική δραστηριότητα στο πλαίσιο μιας εταιρίας και ότι θεωρείται, τουλάχιστον, πολύ σημαντικός επιχειρηματίας στον τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται και, συνεπώς, δύναται να ασκήσει επιρροή εντός του τομέα αυτού.

47.

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω παρατηρήσεων, καμία από τις ερμηνευτικές μεθόδους που καθορίζονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου για την αποσαφήνιση του νοήματος των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης δεν απαιτεί, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, την ύπαρξη συμπεριφοράς ικανής να ασκήσει επιρροή εκ μέρους του στοχοποιούμενου προσώπου προς την κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας ή την ύπαρξη δεσμού με αυτήν προκειμένου το πρόσωπο αυτό να χαρακτηριστεί ως «εξέχων επιχειρηματίας» για τους σκοπούς του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε.

48.

Συνεπώς, κατ’ εμέ, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία της φράσεως «εξέχοντες επιχειρηματίες» για τους σκοπούς του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε.

49.

Ως εκ τούτου, η πρώτη δέσμη των προβαλλόμενων από τον αναιρεσείοντα επιχειρημάτων πρέπει να απορριφθεί.

2. Η ερμηνεία της φράσεως «που δραστηριοποιούνται σε οικονομικούς τομείς οι οποίοι παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων»

50.

Δεύτερον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στον βαθμό που έκρινε ότι η φράση «οι οποίοι παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας» που περιέχεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, έχει την έννοια ότι παραπέμπει στη φράση «που δραστηριοποιούνται σε οικονομικούς τομείς» στην ίδια διάταξη και όχι στους όρους «εξέχοντες επιχειρηματίες».

51.

Το Συμβούλιο αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά.

52.

Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζω ότι, στη σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι, η φράση «παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας» που περιέχεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, παραπέμπει στους οικονομικούς τομείς στους οποίους δραστηριοποιούνται οι εξέχοντες επιχειρηματίες και όχι στους ίδιους τους επιχειρηματίες. Τούτο σημαίνει ότι για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, το Συμβούλιο χρειάζεται απλώς να αποδείξει ότι οι συγκεκριμένοι οικονομικοί τομείς παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας· δεν συντρέχει καμία επιπλέον απαίτηση να διαπιστωθεί η ύπαρξη συμπεριφοράς εκ μέρους του θιγόμενου προσώπου ή η ύπαρξη δεσμού μεταξύ του προσώπου αυτού και του ρωσικού καθεστώτος. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, η ερμηνεία αυτή συνάδει με τους σκοπούς που επιδιώκουν τα επίμαχα στην υπό κρίση υπόθεση περιοριστικά μέτρα.

53.

Υπό το πρίσμα της νομολογίας που παρατίθεται στο σημείο 35 των παρουσών προτάσεων, υπογραμμίζω, αρχικώς, ότι το γράμμα της πλειονότητας των γλωσσικών αποδόσεων του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, δεν συνηγορεί υπέρ των επιχειρημάτων που προβάλλει ο αναιρεσείων.

54.

Τούτο ισχύει όσον αφορά την απόδοση στην αγγλική γλώσσα, στην οποία η σειρά με την οποία παρατίθενται τα διάφορα στοιχεία του κειμένου του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, υποδηλώνει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ορθώς ότι η φράση «παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων» αναφέρεται στην αμέσως προηγούμενη φράση «που δραστηριοποιούνται σε οικονομικούς τομείς». Εάν το Συμβούλιο επιθυμούσε να ορίσει ότι τα έσοδα αυτά πρέπει να προέρχονται από τους ίδιους τους εξέχοντες επιχειρηματίες, θα μπορούσε, λογικά, να είχε αντιστρέψει τη σειρά των δύο αυτών φράσεων προκειμένου να είναι αυτονόητο, δεδομένου ότι δεν συντρέχει κανένας απαγορευτικός προς τούτο γλωσσικός λόγος.

55.

Επιπλέον, στην πλειονότητα των γλωσσικών αποδόσεων του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, μεταξύ των φράσεων «που δραστηριοποιούνται σε οικονομικούς τομείς» και «παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας» παρεμβάλλεται μια αναφορική αντωνυμία ( 28 ). Σε αυτές τις περιπτώσεις, η σύνδεση μεταξύ των δύο στοιχείων είναι ακόμη πιο προφανής, καθόσον η φράση «οι οποίοι παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας» λειτουργεί, εκ των πραγμάτων, ως δευτερεύουσα αναφορική πρόταση η οποία αναφέρεται στον όρο της κύριας πρότασης «οικονομικο[ί] τομείς».

56.

Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά τις διφορούμενες, κατά τον αναιρεσείοντα, γλωσσικές αποδόσεις επιβάλλεται να επισημανθεί, από συστηματικής απόψεως, ότι στο μέτρο που το άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, συνδέει τον όρο «έσοδα» με μια εθνική κυβέρνηση ως δικαιούχο των εν λόγω εσόδων, η ακριβέστερη ερμηνεία του οικείου όρου είναι ότι τα έσοδα αυτά πρέπει να προέρχονται από κάποιον οικονομικό τομέα και όχι από μεμονωμένους επιχειρηματίες ( 29 ). Από μακροοικονομικής άποψης, αυτή είναι η συνήθης ερμηνεία του όρου όσον αφορά τα δημόσια οικονομικά των κρατών. Επιπλέον, είναι προφανές ότι, εάν το Συμβούλιο επιθυμούσε η σημαντική πηγή των εσόδων να προέρχεται από εξέχοντες επιχειρηματίες, η φράση «που δραστηριοποιούνται σε οικονομικούς τομείς» θα ήταν περιττή και δεν θα είχε προστεθεί στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, καθόσον όλοι οι επιχειρηματίες, εξ ορισμού, δραστηριοποιούνται, άμεσα ή έμμεσα, σε κάποιον οικονομικό τομέα.

57.

Επιπλέον, φρονώ ότι η τελολογική ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, συνηγορεί επίσης υπέρ της ως άνω συστηματικής ερμηνείας. Σε τελική ανάλυση, λαμβανομένου υπόψη ότι η θέσπιση των περιοριστικών μέτρων αποβλέπει, όπως προαναφέρθηκε ( 30 ), στον περιορισμό των χρηματοοικονομικών μέσων που έχει στη διάθεσή της η κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, προκειμένου να τερματίσει την πολιτική αποσταθεροποίησης και επιθετικότητας σε σχέση με την Ουκρανία, ο σκοπός αυτός μπορεί να επιτευχθεί πολύ πιο αποτελεσματικά μέσω της μείωσης των εσόδων που προέρχονται από έναν ολόκληρο οικονομικό τομέα παρά από την ατομικές συνεισφορές εξεχόντων επιχειρηματιών.

58.

Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε κανένα σφάλμα στη σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο μέτρο που έκρινε ότι, υπό το πρίσμα του σκοπού των επίμαχων στην υπό κρίση υπόθεση περιοριστικών μέτρων, η σημαντική πηγή εσόδων για την κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας πρέπει να προέρχεται από τους τομείς στους οποίους δραστηριοποιούνται οι καταχωρισθέντες εξέχοντες επιχειρηματίες και όχι από τους ίδιους τους επιχειρηματίες.

59.

Είναι αληθές ότι η αιτιολογική σκέψη 11 της αποφάσεως 2022/329 αναφέρει ότι «[λ]όγω της σοβαρότητας της κατάστασης, το Συμβούλιο θεωρεί ότι τα κριτήρια για την καταχώριση θα πρέπει να τροποποιηθούν, ώστε να περιληφθούν […] πρόσωπα και οντότητες που παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων [στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας]». Κατά τη γνώμη μου, απλώς και μόνον το γεγονός ότι η εν λόγω αιτιολογική σκέψη δεν παραπέμπει μόνον σε πρόσωπα, αλλά και σε οντότητες, καθιστά σαφές ότι δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται αποκλειστικώς στους «εξέχοντες επιχειρηματίες» αλλά σε μια ευρύτερη έννοια, δηλαδή σε έναν ολόκληρο οικονομικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων όλων των προσώπων και οντοτήτων που δραστηριοποιούνται στο πλαίσιό του.

60.

Επιπλέον, είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι αιτιολογικές σκέψεις μιας πράξης του δικαίου της Ένωσης, μολονότι αποτελούν σημαντικά στοιχεία για τους σκοπούς της ερμηνείας της, καθόσον ενδέχεται να αποσαφηνίζουν τη βούληση του συντάκτη της εν λόγω πράξεως, εντούτοις δεν έχουν δεσμευτική νομική ισχύ και δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την παρέκκλιση από αυτές καθαυτές τις διατάξεις της επίμαχης πράξεως ούτε την ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων κατά τρόπο καταφανώς αντίθετο προς το γράμμα τους ( 31 ).

61.

Στην υπό κρίση υπόθεση, λαμβανομένου υπόψη ότι οι ερμηνευτικές μέθοδοι που καθορίζονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκειμένου να αποσαφηνιστεί το νόημα διατάξεως του δικαίου της Ένωσης οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η φράση «σημαντική πηγή εσόδων» πρέπει να συνδεθεί με τη φράση «[οι οποίοι] δραστηριοποιούνται σε οικονομικούς τομές» και όχι με τη φράση «εξέχοντες επιχειρηματίες», το περιεχόμενο της αιτιολογικής σκέψης 11 της αποφάσεως 2022/329 δεν είναι, από μόνο του, ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση την εν λόγω ερμηνεία.

62.

Τέλος, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η ερμηνεία, από το Γενικό Δικαστήριο, του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, όσον αφορά, ιδίως, τη φράση «σημαντική πηγή εσόδων», σημαίνει ότι η ατομική συμπεριφορά ή συνεισφορά του ενδιαφερόμενου επιχειρηματία δεν έχει απολύτως καμία σημασία. Ωστόσο, αρκεί να υπενθυμιστεί συναφώς, ότι η ερμηνεία των διαφόρων στοιχείων της συγκεκριμένης διατάξεως καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το Συμβούλιο δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτε άλλο πέραν του ότι το καταχωρισθέν πρόσωπο ασκεί οικονομική ή εμπορική δραστηριότητα και θεωρείται, τουλάχιστον, πολύ σημαντικός επιχειρηματίας στον τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται και, ως εκ τούτου, δύναται να ασκήσει επιρροή εντός του τομέα αυτού.

63.

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω παρατηρήσεων, φρονώ ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ερμηνεύοντας τη φράση «[οι οποίοι] παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, κατά τον τρόπο που ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.

64.

Ως εκ τούτου, η δεύτερη δέσμη επιχειρημάτων που προβάλλει ο αναιρεσείων πρέπει να απορριφθεί.

65.

Υπό το πρίσμα των συμπερασμάτων που εκτίθενται στα σημεία 49 και 64 των παρουσών προτάσεων, τα επιχειρήματα που απορρέουν ειδικώς από τον πρώτο λόγο αναιρέσεως σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, πρέπει να απορριφθούν.

Β.   Το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως

66.

Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα κατά την εκτίμηση της καταλληλότητας του κριτηρίου που περιέχεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, ως μέσου για την επίτευξη των σκοπών της εν λόγω διατάξεως. Διατείνεται ότι η ερμηνεία που αποδίδει το Γενικό Δικαστήριο στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, έχει ως αποτέλεσμα μια κατάσταση στην οποία επιβάλλονται κυρώσεις σε ορισμένα πρόσωπα για αυτό που είναι και όχι με βάση αυτό που πράττουν ή θα όφειλαν να πράττουν. Όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, διερωτάται με ποιον τρόπο η εφαρμογή του περιεχόμενου στην εν λόγω διάταξη κριτηρίου δύναται να επηρεάσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο το ρωσικό κράτος.

67.

Το Συμβούλιο αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά.

68.

Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα δικαστήρια της Ένωσης οφείλουν, κατά τον δικαστικό έλεγχο των περιοριστικών μέτρων, να παρέχουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως στο Συμβούλιο για τον καθορισμό των γενικών κριτηρίων που ορίζουν τις κατηγορίες των προσώπων που υπόκεινται, ενδεχομένως, στα μέτρα αυτά ( 32 ). Τούτο εξηγείται συνήθως από το γεγονός ότι μολονότι το άρθρο 24, παράγραφος 1, ΣΕΕ και το άρθρο 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, απονέμουν, κατά παρέκκλιση, στα δικαστήρια της Ένωσης δικαιοδοσία στον συγκεκριμένο τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ), τα δικαστήρια αυτά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις πολιτικές ή στρατηγικές επιλογές στις οποίες προβαίνει το Συμβούλιο κατά τη λήψη περιοριστικών μέτρων ( 33 ). Ως εκ τούτου, το επίπεδο ελέγχου που μπορούν να εφαρμόσουν τα δικαστήρια της Ένωσης κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής τους κρίσης είναι περιορισμένο ( 34 ).

69.

Ωστόσο, τούτο δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται στο Συμβούλιο να ενεργεί κατά τρόπο αυθαίρετο. Ειδάλλως, η προβλεπόμενη από το άρθρο 24, παράγραφος 1, ΣΕΕ, και το άρθρο 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, παρέκκλιση θα στερούνταν της πρακτικής αποτελεσματικότητάς της ( 35 ). Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η νομιμότητα ενός μέτρου πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας ( 36 ), όπερ, κατ’ ουσίαν, σημαίνει ότι η νομιμότητά του θίγεται μόνον εάν το μέτρο είναι προδήλως απρόσφορο σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκει το αρμόδιο θεσμικό όργανο ( 37 ).

70.

Συναφώς, υπενθυμίζω, κατ’ αρχάς, ότι, στη νομολογία του, το Δικαστήριο έχει ήδη επικυρώσει κριτήριο διατυπωμένο υπό όρους παρόμοιους με το επίμαχο εν προκειμένω. Αναφέρομαι στην απόφαση της 9ης Ιουλίου 2020, Haswani κατά Συμβουλίου (C‑241/19 P, EU:C:2020:545) ( 38 ), η οποία αφορά τα κριτήρια που προβλέπονται από το άρθρο 27, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως 2013/255/ΚΕΠΠΑ ( 39 ), υπό τη μορφή της μετά την τροποποίηση από την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2015/1836 ( 40 ). Με τις εν λόγω διατάξεις, το Συμβούλιο απαγόρευσε την είσοδο στις επικράτειες των κρατών μελών και δέσμευσε το σύνολο των κεφαλαίων και οικονομικών πόρων που τελούν υπό την κυριότητα «εξεχόντων επιχειρηματιών που ασκούν τις δραστηριότητές τους στη Συρία», λόγω της βίαιης καταστολής που υπέστη ο άμαχος πληθυσμός της εν λόγω χώρας.

71.

Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι, στην απόφασή του, το Δικαστήριο υπογραμμίζει, υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 5 της αποφάσεως 2013/255, όπως τροποποιήθηκε ( 41 ), ότι το συριακό καθεστώς ασκούσε στενό έλεγχο στην οικονομία και είχε αναπτυχθεί σχέση αλληλεξάρτησης μεταξύ των επιχειρηματικών κύκλων και του καθεστώτος. Στο πλαίσιο αυτό, ο περιορισμένος κύκλος εξεχόντων επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνταν στη Συρία μπορούσε να διατηρεί τη θέση του μόνον χάρη στους στενούς δεσμούς του με το συριακό καθεστώς. Κατά συνέπεια, απλώς και μόνον το γεγονός ότι ορισμένα πρόσωπα ανήκαν στην ως άνω κατηγορία αρκούσε για να επιτραπεί η λήψη των αναγκαίων μέτρων, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί η ύπαρξη δεσμού μεταξύ των εν λόγω εξεχόντων επιχειρηματιών και του συριακού καθεστώτος ( 42 ).

72.

Παρατηρώ ωστόσο, ότι, παρά την παρεμφερή διατύπωσή τους, η εφαρμογή του κριτηρίου που προβλέπεται από το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, χαρακτηρίζεται από μια σημαντική διαφορά σε σχέση με το κριτήριο που περιέχεται στην απόφαση 2013/255, όπως τροποποιήθηκε. Πράγματι, στην περίπτωση των περιοριστικών μέτρων που λήφθηκαν μετά την επίθεση των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων στην Ουκρανία, για την καταχώριση των εξεχόντων επιχειρηματιών δεν λαμβάνεται υπόψη η ύπαρξη σχέσης αλληλεξάρτησης μεταξύ της επιχειρηματικής κοινότητας της Ρωσικής Ομοσπονδίας και του καθεστώτος της χώρας αυτής. Στην πραγματικότητα, οι επιχειρηματίες αυτοί δεν στοχοποιούνται λόγω της στενής σχέσης τους με την πολιτική ηγεσία της Ρωσίας, αλλά, αντιθέτως, λόγω της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας σε οικονομικούς τομείς οι οποίοι παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας ( 43 ).

73.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί εάν το κριτήριο που περιέχεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, μπορεί να γίνει δεκτό υπ’ αυτές τις περιστάσεις. Ειδικότερα, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει εάν το εν λόγω κριτήριο μπορεί να θεωρηθεί νόμιμο παρά την απουσία υποχρεώσεως εκ μέρους του Συμβουλίου να αποδείξει, πρώτον, την ύπαρξη άμεσου ή έμμεσου δεσμού μεταξύ του στοχοποιηθέντος προσώπου και των ενεργειών και πολιτικών της κυβέρνησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας σε σχέση με την Ουκρανία και, δεύτερον, την ύπαρξη συγκεκριμένης συμπεριφοράς εκ μέρους του θιγόμενου εξέχοντος επιχειρηματία, πέραν της απλής επιρροής που ενδέχεται να ασκεί η επαγγελματική του δραστηριότητα στην οικονομία της Ρωσικής Ομοσπονδίας και, συνεπώς, στα έσοδα που αποκτά η κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

74.

Όσον αφορά το πρώτο εξ αυτών των ζητημάτων, εφιστώ την προσοχή του Δικαστηρίου στην απόφασή του της 1ης Μαρτίου 2016, National Iranian Oil Company κατά Συμβουλίου (C‑440/14 P, EU:C:2016:128), με την οποία δέχθηκε ως νόμιμο κριτήριο καταχώρισης το οποίο καταλάμβανε πρόσωπα ή οντότητες και δεν απαιτούσε να αποδειχθεί η ύπαρξη πραγματικού άμεσου ή έμμεσου δεσμού με τη διάδοση των πυρηνικών, όπως προέβλεπε η σχετική δέσμη περιοριστικών μέτρων. Με την απόφασή του, το Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι παρά την απουσία του συγκεκριμένου δεσμού, τα εν λόγω πρόσωπα και οντότητες μπορούσαν να καταχωριστούν, καθόσον ήταν ικανά να ευνοήσουν τη διάδοση των πυρηνικών, παρέχοντας στην Ιρανική Κυβέρνηση πόρους ή διευκολύνσεις υλικής, οικονομικής ή λογιστικής φύσεως ( 44 ).

75.

Κατά τη γνώμη μου, συντρέχουν βάσιμοι λόγοι μεταφοράς των προηγούμενων εκτιμήσεων του Δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση. Σε τελική ανάλυση, όπως υποστηρίζω στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Timchenko κατά Συμβουλίου (C‑703/23 P, EU:C:2025:274, σημείο 52), η ratio decidendi στην οποία στηρίζεται η οικεία νομολογία συνίσταται στον τερματισμό των ενεργειών που αποτελούν τους στόχους των εν λόγω μέτρων μέσω της μειώσεως των διαθέσιμων για τις ενέργειες αυτές οικονομικών πόρων, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους και, ιδίως, από το εάν υπάρχει σύνδεση μεταξύ του προσώπου που στοχοποιείται και των δράσεων και πολιτικών της οικείας κυβέρνησης. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι οικονομικές δραστηριότητες των εξεχόντων επιχειρηματιών που καταλαμβάνονται από τα επίμαχα εν προκειμένω περιοριστικά μέτρα συμβάλλουν αποφασιστικά στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού της κυβέρνησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Ως εκ τούτου, ουδεμία επιρροή ασκεί εάν οι συγκεκριμένοι επιχειρηματίες συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την κυβέρνηση αυτή ή με τις ενέργειες και τις πολιτικές της τελευταίας σε σχέση με την Ουκρανία.

76.

Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, το επιχείρημα του αναιρεσείοντος στηρίζεται στην παραδοχή ότι η μέχρι τούδε νομολογία του Δικαστηρίου αφορούσε υποθέσεις στις οποίες η συμπερίληψη του στοχοποιηθέντος προσώπου στους καταλόγους προσώπων ή οντοτήτων που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα οφείλεται στην ατομική συμπεριφορά του προσώπου αυτού και συνιστά αναγκαία προϋπόθεση προκειμένου να του καταλογιστεί η κατάσταση που επιδιώκεται να αντιμετωπιστεί με τα εν λόγω μέτρα. Ο αναιρεσείων προέβαλε, κατ’ ουσίαν, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι το Δικαστήριο ουδέποτε έχει δεχθεί ως νόμιμο κριτήριο καταχώρισης απλώς και μόνο την επαγγελματική ιδιότητα του θιγομένου προσώπου, δηλαδή την ιδιότητα του επιχειρηματία σε έναν κερδοφόρο οικονομικό τομέα.

77.

Επιβάλλεται να υπογραμμισθεί ότι, ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι οι παρατηρήσεις του αναιρεσείοντος είναι ορθές, τούτο, από μόνο του, ουδόλως σημαίνει ότι κριτήρια καταχώρισης τα οποία δεν προϋποθέτουν την επίδειξη συγκεκριμένης ατομικής συμπεριφοράς εκ μέρους των στοχοποιούμενων προσώπων για την καταχώρισή τους, πρέπει να χαρακτηρίζονται per se ως μη νόμιμα. Σε τελική ανάλυση, όπως υπενθυμίζεται στο σημείο 68 των παρουσών προτάσεων, το Συμβούλιο διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης όσον αφορά τον γενικό και αόριστο καθορισμό των νομικών κριτηρίων και διαδικασιών για τη λήψη περιοριστικών μέτρων, όπερ σημαίνει ότι μόνο τα προδήλως απρόσφορα σε σχέση με τον επιδιωκόμενο από το Συμβούλιο σκοπό μέτρα μπορούν να ανατραπούν.

78.

Συναφώς, υπογραμμίζω, ως προκαταρκτική παρατήρηση, ότι ο αναιρεσείων δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα του σκοπού που επιδιώκεται από το κριτήριο που θεσπίζει το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, ο οποίος, όπως προκύπτει με σαφήνεια από τη σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και δέχθηκε και ο ίδιος ο αναιρεσείων, αποσκοπεί στην ένταση της πιέσεως στη Ρωσική Ομοσπονδία και στην αύξηση του κόστους των ενεργειών της που αποσκοπούν στην υπονόμευση της εδαφικής ακεραιότητας, της κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας ( 45 ). Ωστόσο, αμφισβητεί το αν η καταχώριση των εξεχόντων επιχειρηματιών που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως έχει τροποποιηθεί, αποτελεί πρόσφορο μέσο για την επίτευξη των σκοπών αυτών.

79.

Εντούτοις, φρονώ ότι το επιχείρημα του αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί για τους ακόλουθους λόγους.

80.

Κατ’ αρχάς, όπως διευκρίνισα ήδη στο πρώτο μέρος των παρουσών προτάσεων, οι εξέχοντες επιχειρηματίες μπορούν να αποτελέσουν στόχους λόγω της επαγγελματικής τους δραστηριότητας σε βασικούς τομείς της ρωσικής οικονομίας, στο μέτρο που το αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων αυτών συνδέεται στενά με τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού της κυβέρνησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Κατ’ ουσίαν, η επιβολή περιοριστικών μέτρων καθιστά δυσχερέστερη την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, γεγονός το οποίο είναι ικανό να πλήξει την οικονομία της Ρωσίας ( 46 ) και, ως εκ τούτου, συμβάλλει στην αύξηση των δαπανών της στρατιωτικής επίθεσης κατά της Ουκρανίας. Συνεπώς, μπορεί να γίνει δεκτό ότι υπάρχει μια λογική σχέση μεταξύ της στοχοποίησης των εξεχόντων επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνται σε οικονομικούς τομείς οι οποίοι παρέχουν σημαντικά έσοδα στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας και του σκοπού των επίμαχων περιοριστικών μέτρων, δηλαδή την άσκηση πίεσης στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας προκειμένου να τερματίσει την επίθεση αυτή.

81.

Επιπλέον, ως απάντηση στην αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, δεν προσδιορίζει επακριβώς ποιοι είναι οι τομείς που παρέχουν σημαντικά έσοδα στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, πρέπει να επισημανθεί ότι η διατύπωση της εν λόγω φράσεως εμπίπτει επίσης στο ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως που απολαύει το Συμβούλιο κατά τον καθορισμό των γενικών κριτηρίων που εφαρμόζονται σε ένα καθεστώς περιοριστικών μέτρων. Η εφαρμογή της έννοιας που περιέχεται στην εν λόγω φράση σε κάθε επιμέρους υπόθεση μπορεί να καθορίζεται κατά περίπτωση, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω εκτίμηση υπόκειται στον δικαιοδοτικό έλεγχο των δικαστηρίων της Ένωσης ( 47 ). Επιπλέον, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, φρονώ ότι η απουσία προσδιορισμού στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, των οικονομικών τομέων που θίγει η εν λόγω διάταξη, ουδόλως παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Σε τελική ανάλυση, με τη χρήση της φράσεως «τομείς οι οποίοι παρέχουν σημαντική πηγή εσόδων στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας», το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, καθορίζει επαρκώς συγκεκριμένα στοιχεία για την αναγνώριση των περιπτώσεων στις οποίες δύναται να τύχει εφαρμογής η εν λόγω φράση, και, ως εκ τούτου, συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις που έχουν καθοριστεί από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( 48 ).

82.

Κατά δεύτερον, όπως επιτάσσει η νομολογία του Δικαστηρίου ( 49 ), κατά την αξιολόγηση της καταλληλότητας του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, πρέπει να ληφθεί δεόντως υπόψη το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε η συγκεκριμένη απόφαση. Συναφώς, καλώ το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του όχι μόνον τις έκτακτες και εξελισσόμενες συνθήκες υπό τις οποίες θεσπίστηκαν τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα, αλλά και τα συνολικά σωρευτικά αποτελέσματα στα οποία σκοπεί η θέσπιση του συνόλου των μέτρων αυτών κατά της Ρωσικής Ομοσπονδίας μετά την επίθεσή της στην Ουκρανία.

83.

Συναφώς, επισημαίνεται, πρώτον, ότι τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα ελήφθησαν στο έκτακτο πλαίσιο μιας εξαιρετικά επείγουσας κατάστασης, για την οποία γίνεται λόγος στις αιτιολογικές σκέψεις 3 έως 10 της αποφάσεως 2022/329. Τα μέτρα αυτά αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα μιας δέσμης μέτρων άνευ προηγουμένου εκτάσεως, που ελήφθησαν από το Συμβούλιο κατά ταχύ, ενιαίο, κλιμακούμενο και συντονισμένο τρόπο ( 50 ). Όπως ορθώς επισήμανε το Συμβούλιο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ένωση αντέδρασε σθεναρά σε μια παραβίαση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από το διεθνές δίκαιο erga omnes, προκειμένου να αντιμετωπίσει τη στρατιωτική επίθεση που εξαπέλυσε η Ρωσική Ομοσπονδία κατά της Ουκρανίας ( 51 ), χρησιμοποιώντας προς τούτο όλα τα μέτρα που είχε στη διάθεσή της και δεν συνεπάγονται χρήση βίας.

84.

Δεύτερον, από την αιτιολογική σκέψη 5 της αποφάσεως 2022/329 καθίσταται σαφές ότι, κατά το Συμβούλιο, οποιαδήποτε στρατιωτική επίθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας κατά της Ουκρανίας θα έχει τεράστιες συνέπειες και βαρύ κόστος, μεταξύ άλλων ένα ευρύ φάσμα τομεακών και ατομικών περιοριστικών μέτρων που θα ληφθούν σε συντονισμό με τους εταίρους. Συνεπώς, είναι σημαντικό να συνεκτιμηθεί ότι η καταλληλότητα των επίμαχων περιοριστικών μέτρων δεν εξαρτάται αποκλειστικώς από τα αποτελέσματά τους σε μία μόνο κατηγορία ιδιωτών, όπως οι εξέχοντες επιχειρηματίες που θίγονται από το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, αλλά και από το σωρευτικό αποτέλεσμα του συνόλου των ληφθέντων από το Συμβούλιο μέτρων με στόχο την αποδυνάμωση της οικονομικής βάσεως της Ρωσίας και την υπονόμευση της ικανότητας της Ρωσικής Ομοσπονδίας να συνεχίσει τη χρηματοδότηση και τη διεξαγωγή του πολέμου.

85.

Εξ αυτού συνάγεται ότι το κριτήριο που περιέχεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, σε συνδυασμό με το πλαίσιο εντός του οποίου ελήφθησαν τα μέτρα αυτά και την ιδιαίτερη σοβαρότητα της καταστάσεως όπως τονίζεται από το Συμβούλιο στην απόφαση 2022/329, συνηγορούν υπέρ του συμπεράσματος ότι τα περιοριστικά μέτρα που ελήφθησαν εις βάρος εξεχόντων επιχειρηματιών δεν είναι προδήλως απρόσφορα σε σχέση με τον σκοπό τους.

86.

Κατά τα λοιπά, στο μέτρο που ο αναιρεσείων προβάλλει ότι δεν είναι εύκολο να εξακριβωθεί ποια θα πρέπει να είναι η συμπεριφορά των καταχωρισθέντων προσώπων προκειμένου να μην καταχωριστούν ή προκειμένου να αφαιρεθούν από τον κατάλογο, είναι σημαντικό να υπογραμμισθεί ότι οι εξέχοντες επιχειρηματίες μπορούν να αφαιρεθούν από τον κατάλογο εφόσον είναι σε θέση να αποδείξουν ότι δεν τελούν πλέον στην κατάσταση λόγω της οποίας καταχωρίστηκαν. Επαναλαμβάνεται ότι η κατάσταση αυτή ενδέχεται να δικαιολογούσε πράγματι την αρχική καταχώριση, πλην όμως δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας μόνιμης κατάστασης για το θιγόμενο πρόσωπο και την αποστέρηση κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας από τη διενέργεια περιοδικών επανεξετάσεων, εκτός εάν το Συμβούλιο εξακολουθεί να μπορεί να αποδείξει κίνδυνο καταστρατήγησης, ζήτημα το οποίο δεν εγείρεται ειδικώς στην υπό κρίση υπόθεση.

87.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ότι από κανένα από τα επιχειρήματα που προβάλλει ο αναιρεσείων δεν προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα κατά την εξέταση της καταλληλότητας του κριτηρίου που περιέχεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, ως μέσου για την επίτευξη των σκοπών της εν λόγω διατάξεως

88.

Ως εκ τούτου, το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί όσον αφορά τα εν λόγω επιχειρήματα.

V. Πρόταση

89.

Υπό το πρίσμα της αναλύσεως που εκτίθεται στις παρούσες προτάσεις, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, και όσον αφορά τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος σχετικά με την καταλληλότητα του κριτηρίου που περιέχεται στη διάταξη αυτή ως μέσου για την επίτευξη των σκοπών της.

90.

Δεν θα διατυπώσω πρόταση όσον αφορά τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως που προέβαλε ο αναιρεσείων, ούτε επί του ζητήματος ποιος διάδικος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.

( 2 ) Στο εξής: αναιρεσείων

( 3 ) Στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

( 4 ) Στο εξής, από κοινού: επίμαχες πράξεις.

( 5 ) Βλ. επίσης απόφαση της 13ης Μαρτίου 2025, Shuvalov κατά Συμβουλίου (C‑271/24 P, EU:C:2025:180), και προτάσεις μου επί των υποθέσεων Timchenko κατά Συμβουλίου (C‑702/23 P, EU:C:2025:273) και Timchenko κατά Συμβουλίου (C‑703/23 P, EU:C:2025:274).

( 6 ) Απόφαση του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2014, L 78, σ. 16).

( 7 ) Απόφαση του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 2022, για την τροποποίηση της αποφάσεως 2014/145 (ΕΕ 2022, L 50, σ. 1).

( 8 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2014, L 78, σ. 6).

( 9 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 2022, για την τροποποίηση του κανονισμού 269/2014 (ΕΕ 2022, L 51, σ. 1).

( 10 ) Χάριν συντομίας, οι αναφορές στο κριτήριο που προβλέπεται από το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε, έχουν την έννοια ότι παραπέμπουν επίσης στο κριτήριο του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της αποφάσεως αυτής και στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού 269/2014, όπως τροποποιήθηκε. Βλ. σημεία 9 και 11 των παρουσών προτάσεων.

( 11 ) Στο εξής: απόφαση 2014/145, όπως τροποποιήθηκε.

( 12 ) Στο εξής: κανονισμός 269/2014, όπως τροποποιήθηκε.

( 13 ) Αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (σκέψη 47, 49 και 56).

( 14 ) Αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (σκέψεις 56 έως 58).

( 15 ) Αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (σκέψεις 75 έως 95).

( 16 ) Απόφαση της 20ής Μαρτίου 2025, DL (C‑61/24, EU:C:2025:197, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 17 ) Πρβλ. τον ορισμό που παραθέτει το Cambridge Dictionary, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: https://dictionary.cambridge.org/dictionary/english/businessperson.

( 18 ) Βλ., μεταξύ άλλων, τον ορισμό που παραθέτει το Cambridge Dictionary, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: https://dictionary.cambridge.org/dictionary/learner-english/leading.

( 19 ) Βλ. απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2024, Másdi (C‑169/23, EU:C:2024:988, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 20 ) Βλ. βουλγαρική, τσεχική, γερμανική, εσθονική, κροατική, ιταλική, ουγγρική, πολωνική, σλοβακική, σλοβενική, φινλανδική και σουηδική γλωσσική απόδοση του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε.

( 21 ) Βλ. ολλανδική, πορτογαλική, ισπανική, ιρλανδική και ρουμανική γλωσσική απόδοση του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε.

( 22 ) Βλ., μεταξύ άλλων, τον ορισμό που παραθέτει το LeRobert, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: https://dictionnaire.lerobert.com/definition/influent.

( 23 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 9 της αποφάσεως 2022/329.

( 24 ) Βλ. επίσης απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2020, Rosneft κ.λπ. κατά Συμβουλίου (C‑732/18 P, EU:C:2020:727, σκέψη 85).

( 25 ) Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Timchenko κατά Συμβουλίου (C‑703/23 P, EU:C:2025:274, σημείο 52).

( 26 ) Βλ. απόφαση 2014/512/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 31ης Ιουλίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω ενεργειών της Ρωσίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία (ΕΕ 2014, L 229, σ. 13), όπως τροποποιήθηκε, και κανονισμό (ΕΕ) 833/2014 του Συμβουλίου, της 31ης Ιουλίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω ενεργειών της Ρωσίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία (ΕΕ 2014, L 229, σ. 1).

( 27 ) Εφιστώ επίσης την προσοχή του Δικαστηρίου στις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 4 της αποφάσεως 2022/329, οι οποίες διακηρύσσουν ότι η Ένωση εξακολουθεί «να υποστηρίζει ακλόνητα την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας» και παραπέμπουν στην ανάγκη θέσπισης πρόσθετων περιοριστικών μέτρων με τεράστιες συνέπειες και βαρύ κόστος στη Ρωσία για την στρατιωτική της επίθεση. Επιπλέον, η αιτιολογική σκέψη 10 της αποφάσεως 2022/329 αναφέρει ότι η αντίδραση της Ένωσης «[θα] περιλαμβάνει τόσο τομεακά όσο και ατομικά περιοριστικά μέτρα» ως αντίδραση στην «απρόκλητη εισβολή στην Ουκρανία από τις ένοπλες δυνάμεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας». Από την ως άνω δήλωση προκύπτει με βεβαιότητα ότι τα δύο αυτά είδη μέτρων αποτελούν αλληλένδετα στοιχεία που επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό.

( 28 ) Βλ., ιδίως, την ιταλική, γερμανική, ολλανδική, πορτογαλική, δανική, ισπανική, εσθονική, φινλανδική, λεττονική και σλοβακική γλωσσική απόδοση του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως 2014/145, όπως τροποποιήθηκε.

( 29 ) Βλ. τον ορισμό του όρου «έσοδα» που παραθέτει το Cambridge Dictionary –ο οποίος παραπέμπει στο εισόδημα που εισπράττει τακτικώς μια κυβέρνηση από τους φόρους–, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: https://dictionary.cambridge.org/dictionary/english/revenue.

( 30 ) Βλ. σημεία 44 και 45 των παρουσών προτάσεων.

( 31 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 7ης Μαρτίου 2024, Roheline Kogukond κ.λπ. (C‑234/22, EU:C:2024:211, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 32 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 7ης Απριλίου 2016, Akhras κατά Συμβουλίου (C‑193/15 P, EU:C:2016:219, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 33 ) Πρβλ. απόφαση της 25ης Ιουνίου 2020, VTB Bank κατά Συμβουλίου (C‑729/18 P, EU:C:2020:499, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Πρβλ. επίσης απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, KS κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ. (C‑29/22 P και C‑44/22 P, EU:C:2024:725, σκέψεις 115 έως 118).

( 34 ) Βλ. απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi (C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518, σκέψη 119), από την οποία καθίσταται σαφές ότι πλήρης έλεγχος μπορεί να διενεργηθεί μόνον όσον αφορά τα ατομικά κριτήρια καταχώρισης.

( 35 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, KS κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ. (C‑29/22 P και C‑44/22 P, EU:C:2024:725, σκέψη 73).

( 36 ) Πρβλ. απόφαση της 13ης Μαρτίου 2025, PKK κατά Συμβουλίου (C‑44/23 P, EU:C:2025:181, σκέψη 134).

( 37 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 1ης Μαρτίου 2016, National Iranian Oil Company κατά Συμβουλίου (C‑440/14 P, EU:C:2016:128, σκέψη 77).

( 38 ) Στο εξής: απόφαση Haswani.

( 39 ) Απόφαση του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2013, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά της Συρίας (ΕΕ 2013, L 147, σ. 14).

( 40 ) Απόφαση του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2015, για την τροποποίηση της απόφασης 2013/255/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά της Συρίας (ΕΕ 2015, L 266, σ. 75).

( 41 ) Το περιεχόμενο της αιτιολογικής σκέψης 5 της αποφάσεως 2013/255, όπως τροποποιήθηκε, είναι ακριβώς ίδιο με αυτό της αιτιολογικής σκέψεως 6 της αποφάσεως 2015/1836.

( 42 ) Απόφαση Haswani (σκέψεις 66, 69 και 70).

( 43 ) Το κριτήριο καταχώρισης με βάση τη σχέση αμοιβαίου οφέλους και στήριξης μεταξύ εξεχόντων επιχειρηματιών και της κυβέρνησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας προστέθηκε μόνον κατόπιν της τροποποίησης της αποφάσεως 2014/145 από την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2023/1094 του Συμβουλίου της 5ης Ιουνίου 2023 (ΕΕ 2023, L 146, σ. 20). Ασφαλώς, το κριτήριο αυτό δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση ratione temporis.

( 44 ) Απόφαση της 1ης Μαρτίου 2016, National Iranian Oil Company κατά Συμβουλίου (C‑440/14 P, EU:C:2016:128, σκέψεις 80 και 81).

( 45 ) Βλ. επίσης σημείο 44 των παρουσών προτάσεων.

( 46 ) Πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2024, GM και ON (C‑109/23, EU:C:2024:681, σκέψη 54) και προτάσεις μου επί της υποθέσεως εκείνης (C‑109/23, EU:C:2024:307, σημείο 76).

( 47 ) Συναφώς, επιβάλλεται να επισημανθεί ότι, στο πλαίσιο του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, στην πραγματικότητα, αρνείται ότι ο οικονομικός τομέας στον οποίο δραστηριοποιείται παρέχει σημαντική πηγή εσόδων στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Ωστόσο, η συγκεκριμένη αυτή εκτίμηση δεν εμπίπτει στο πεδίο του αιτήματος του Δικαστηρίου όσον αφορά τις παρούσες προτάσεις και, συνεπώς, δεν καλύπτεται από την ανάλυσή μου.

( 48 ) Πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Λιθουανία κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Δέσμη μέτρων για την κινητικότητα) (C‑541/20 έως C‑555/20, EU:C:2024:818, σκέψη 159 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 49 ) Βλ., απόφαση της 1ης Μαρτίου 2016, National Iranian Oil Company κατά Συμβουλίου (C‑440/14 P, EU:C:2016:128, σκέψη 78).

( 50 ) Βλ. απόφαση της 27ης Ιουλίου 2022, RT France κατά Συμβουλίου (T‑125/22, EU:T:2022:483, σκέψη 87), στην οποία το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Γενικού Δικαστηρίου κατέληξε σε παρόμοιο συμπέρασμα.

( 51 ) Όσον αφορά την ύπαρξη αυτής της παραβάσεως, βλ. ψήφισμα της 2ας Μαρτίου 2022, με τίτλο «Aggression against Ukraine» (A/ES‑11/L.1), της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών.