ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
LAILA MEDINA
της 9ης Ιανουαρίου 2025 ( 1 )
Υπόθεση C‑581/23
Beevers Kaas BV
κατά
Albert Heijn België NV,
Koninklijke Ahold Delhaize NV,
Albert Heijn BV
Ahold België BV,
παρισταμένης της:
B.A. Coöperatieve Zuivelonderneming Cono
[αίτηση του Hof van beroep te Antwerpen
(εφετείου Αμβέρσας, Βέλγιο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Ανταγωνισμός – Συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές – Άρθρο 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Κάθετες συμφωνίες – Κανονισμός (ΕΕ) 330/2010 – Απαλλαγή – Άρθρο 4, στοιχείο βʹ, σημείο i – Περιορισμοί ιδιαίτερης σοβαρότητας – Εξαιρέσεις – Συμφωνίες αποκλειστικής διανομής – Προϋποθέσεις – Απαγόρευση των ενεργητικών πωλήσεων στην κατ’ αποκλειστικότητα παραχωρηθείσα περιοχή – Απαίτηση παράλληλης επιβολής – Έννοια της “συμφωνίας” – Απόδειξη της σύμπτωσης των βουλήσεων προμηθευτή και αγοραστών του – Μη πραγματοποίηση ενεργητικών πωλήσεων από άλλους αγοραστές στην κατ’ αποκλειστικότητα παραχωρηθείσα περιοχή του αποκλειστικού διανομέα»
|
1. |
Η υπό εξέταση αίτηση του Hof van beroep te Antwerpen (εφετείου Αμβέρσας, Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού (ΕΕ) 330/2010 της Επιτροπής (που είναι γνωστός και ως «κανονισμός απαλλαγής κατά κατηγορία των κάθετων συμφωνιών») ( 2 ). Η εν λόγω αίτηση έχει υποβληθεί στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Beevers Kaas BV και, αφετέρου, των Albert Heijn België NV, Koninklijke Ahold Delhaize NV, Albert Heijn BV και Ahold België BV (στο εξής, από κοινού: εταιρίες Albert Heijn). |
|
2. |
Η υπό κρίση υπόθεση αφορά την προβαλλόμενη παραβίαση εκ μέρους των εταιριών Albert Heijn μιας συμφωνίας αποκλειστικής διανομής που έχει συναφθεί μεταξύ της Beevers Kaas και της B.A. Coöperatieve Zuivelonderneming Cono (συνεταιριστικής γαλακτοβιομηχανίας, στο εξής: Cono), με αντικείμενο τη διανομή του φημισμένου τυριού Beemster ( 3 ) στο Βέλγιο και στο Λουξεμβούργο. |
I. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
|
3. |
Ο κανονισμός 330/2010, ο οποίος, κατά το αιτούν δικαστήριο, έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης, διαδέχθηκε, με ισχύ από την 1η Ιουνίου 2010, τον κανονισμό (ΕΚ) 2790/1999 της Επιτροπής ( 4 ). Βάσει του άρθρου 10, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 330/2010, η ισχύς του εν λόγω κανονισμού έληξε στις 31 Μαΐου 2022. |
|
4. |
Το άρθρο 2 του κανονισμού 330/2010 καθιέρωσε μια απαλλαγή δυνάμει του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ όσον αφορά τις κάθετες συμφωνίες που περιέχουν κάθετους περιορισμούς (στο εξής: απαλλαγή κατά κατηγορία). |
|
5. |
Το άρθρο 4 του κανονισμού 330/2010 αφορούσε τους «περιορισμούς ιδιαίτερης σοβαρότητας» οι οποίοι, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, δεν μπορούσαν να τύχουν της απαλλαγής κατά κατηγορία που προβλεπόταν στο άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού. Συγκεκριμένα, το άρθρο 4 προέβλεπε τα εξής: «Η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 2 δεν ισχύει για τις κάθετες συμφωνίες οι οποίες, άμεσα ή έμμεσα, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες που υπόκεινται στον έλεγχο των μερών, έχουν ως αντικείμενο: […]
[…]». |
|
6. |
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2022/720 της Επιτροπής ( 5 ), ο οποίος διαδέχθηκε τον κανονισμό 330/2010, τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 2022 και λήγει στις 31 Μαΐου 2034, σύμφωνα με τα άρθρα του 10 και 11. |
|
7. |
Οι κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τους κάθετους περιορισμούς ( 6 ) δημοσιεύθηκαν ταυτόχρονα με την έκδοση του κανονισμού 330/2010. |
|
8. |
Το σημείο 25 των κατευθυντήριων γραμμών του 2010 προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «[…]
|
|
9. |
Το σημείο 51 των κατευθυντήριων γραμμών του 2010 είχε ως εξής: «Υπάρχουν τέσσερις εξαιρέσεις στον ιδιαίτερης σοβαρότητας περιορισμό του άρθρου 4 στοιχείο β) του [κανονισμού 330/2010]. Η πρώτη εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 4 στοιχείο β) περίπτωση i) επιτρέπει στον προμηθευτή να περιορίζει τις ενεργητικές πωλήσεις εκ μέρους συμβαλλόμενου αγοραστή σε ορισμένη περιοχή ή πελατεία που έχει παραχωρηθεί αποκλειστικά σε άλλον αγοραστή ή που έχει κρατήσει ο ίδιος ο προμηθευτής για τον εαυτό του. Μια περιοχή ή μια ομάδα πελατών έχει παραχωρηθεί αποκλειστικά όταν ο προμηθευτής συμφωνεί να πωλεί τα προϊόντα του σε έναν μόνο διανομέα προς διανομή σε μια συγκεκριμένη περιοχή ή σε μια συγκεκριμένη ομάδα πελατών, και ο αποκλειστικός διανομέας προστατεύεται απέναντι σε ενεργητικές πωλήσεις στην περιοχή του ή στην ομάδα πελατών του από όλους τους άλλους αγοραστές του προμηθευτή εντός της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης, ανεξαρτήτως των πωλήσεων του προμηθευτή. Ο προμηθευτής επιτρέπεται να συνδυάσει την παραχώρηση αποκλειστικότητας σε μια συγκεκριμένη περιοχή και σε μια συγκεκριμένη πελατεία, ορίζοντας για παράδειγμα έναν αποκλειστικό διανομέα για μια συγκεκριμένη πελατεία σε ορισμένη περιοχή. Ωστόσο, η προστασία αυτή των αποκλειστικών περιοχών ή της αποκλειστικής πελατείας πρέπει να επιτρέπει τις παθητικές πωλήσεις στις εν λόγω περιοχές ή πελατείες. Στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 4 στοιχείο β) του [κανονισμού 330/2010], η Επιτροπή ερμηνεύει τις “ενεργητικές” […] πωλήσεις ως ακολούθως:
[…]» |
Β. Το βελγικό δίκαιο
|
10. |
Το άρθρο VI.104 του Wetboek van economisch recht (κώδικα οικονομικού δικαίου, στο εξής: WER), της 28ης Φεβρουαρίου 2013, ορίζει τα εξής: «Απαγορεύεται κάθε αντίθετη προς τα συναλλακτικά ήθη πράξη με την οποία μια επιχείρηση βλάπτει ή ενδέχεται να βλάψει τα επαγγελματικά συμφέροντα μίας ή περισσοτέρων επιχειρήσεων.» |
II. Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
|
11. |
Η Beevers Kaas, εκκαλούσα της κύριας δίκης, είναι, στο Βέλγιο, ο αποκλειστικός διανομέας του τυριού Beemster, το οποίο προμηθεύεται από την παραγωγό Cono, εταιρία εγκατεστημένη στις Κάτω Χώρες. |
|
12. |
Από την 1η Ιανουαρίου 1993 υφίσταται συμφωνία αποκλειστικής διανομής μεταξύ της Cono και της Beevers Kaas, με αντικείμενο τη διανομή του τυριού Beemster στο Βέλγιο και στο Λουξεμβούργο (στο εξής: συμφωνία αποκλειστικής διανομής). |
|
13. |
Οι εταιρίες Albert Heijn δραστηριοποιούνται στον κλάδο των πολυκαταστημάτων λιανικής πώλησης στο Βέλγιο και στις Κάτω Χώρες. Πρόκειται για αγοράστριες ( 7 ) τυριού Beemster που παρασκευάζεται από την Cono για αγορές εκτός Βελγίου και Λουξεμβούργου. |
|
14. |
Η Beevers Kaas προσάπτει στις εταιρίες Albert Heijn ότι παραβιάζουν τα συναλλακτικά ήθη ασκώντας στο Βέλγιο δραστηριότητες οι οποίες έχουν ως άμεση ή έμμεση συνέπεια την προσβολή των περί αποκλειστικότητας δικαιωμάτων της, τα οποία αντλεί από τη συμφωνία αποκλειστικής διανομής, μολονότι γνωρίζουν ότι η Cono δεσμεύεται από την εν λόγω συμφωνία. |
|
15. |
Κατά τις εταιρίες Albert Heijn, η Beevers Kaas και η Cono επιχειρούν να τους επιβάλουν απαγόρευση ενεργητικών πωλήσεων, μολονότι τούτο απαγορεύεται. Θεωρούν ότι η συμφωνία αποκλειστικής διανομής δεν υποχρεώνει την Cono να προστατεύει την Beevers Kaas από τις ενεργητικές πωλήσεις άλλων αγοραστών και ότι δεν πληροί τις αυστηρές προϋποθέσεις του δικαίου του ανταγωνισμού για να δικαιολογεί την απαγόρευση μεταπώλησης. |
|
16. |
Με απόφαση της 9ης Ιουλίου 2021, ο πρόεδρος του ondernemingsrechtbank Antwerpen (δικαστηρίου επιχειρήσεων Αμβέρσας, Βέλγιο) απέρριψε την αγωγή της Beevers Kaas ως αβάσιμη, με το σκεπτικό ότι «από καμία συμβατική ή νομοθετική διάταξη δεν προκύπτει ότι απαγορεύεται στις επιχειρήσεις να προμηθεύονται τα προϊόντα τους απευθείας, στις Κάτω Χώρες, από την Cono και να [τα] διανέμουν στο Βέλγιο». Ειδικότερα, ο πρόεδρος του εν λόγω δικαστηρίου υπογράμμισε ότι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής προβλέπει μόνον ότι η Cono δεν μπορεί να πωλεί η ίδια σε Βέλγους διανομείς. Η υποστηριζόμενη από την Beevers Kaas ερμηνεία θα σήμαινε ότι όλες οι επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασής τους, οφείλουν να τηρούν την εν λόγω συμφωνία και να απέχουν από την πώληση του τυριού της Cono στο Βέλγιο. Ομοίως, η Beevers Kaas δεν απολαύει καμίας συμβατικής προστασίας στην αποκλειστική περιοχή της στο Βέλγιο έναντι των ενεργητικών πωλήσεων άλλων αγοραστών που προμηθεύονται τα προϊόντα τους από την Cono. |
|
17. |
Η Beevers Kaas άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω απόφασης ενώπιον του Hof van beroep te Antwerpen (εφετείου Αμβέρσας), το οποίο είναι και το αιτούν δικαστήριο. |
|
18. |
Ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου, αντικείμενο αντιδικίας αποτελεί το ζήτημα αν η συμφωνία αποκλειστικής διανομής πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010 και, ειδικότερα, την προϋπόθεση που είναι γνωστή ως «απαίτηση παράλληλης επιβολής». Η προϋπόθεση αυτή υποχρεώνει τον προμηθευτή να προστατεύει τον αποκλειστικό διανομέα του από τις ενεργητικές πωλήσεις που πραγματοποιούνται στην αποκλειστική περιοχή του από όλους τους υπόλοιπους διανομείς/αγοραστές του προμηθευτή εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ). |
|
19. |
Με παρεμπίπτουσα απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε στις 27 Απριλίου 2022, η διαφορά σχετικά με το περιεχόμενο και την εμβέλεια της συμφωνίας αποκλειστικής διανομής επιλύθηκε υπέρ της Beevers Kaas. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι η Beevers Kaas είχε αποδείξει ότι οι εταιρίες Albert Heijn είχαν, τουλάχιστον σιωπηρά, συναινέσει στην απαγόρευση ενεργητικών πωλήσεων. Ωστόσο, κατά το αιτούν δικαστήριο, η Beevers Kaas πρέπει επίσης να αποδείξει ότι όλοι οι λοιποί διανομείς/αγοραστές, πέραν των εταιριών Albert Heijn, αποδέχθηκαν την εν λόγω απαγόρευση. |
|
20. |
Το αιτούν δικαστήριο συμφωνεί με μια παρατήρηση της βελγικής εθνικής αρχής ανταγωνισμού (στο εξής: ΕΑΑ), από την οποία ζητήθηκε από το εν λόγω δικαστήριο να παρέμβει ως amicus curiae, ότι, για να είναι νόμιμη μια απαγόρευση ενεργητικών πωλήσεων, πρέπει να πληρούται η απαίτηση παράλληλης επιβολής. Η εν λόγω απαίτηση πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του όρου «συμφωνία» κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου IV.1 του WER. |
|
21. |
Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο κανονισμός 330/2010 και οι κατευθυντήριες γραμμές του 2010 δεν διευκρινίζουν τον τρόπο με τον οποίο ο προμηθευτής πρέπει να προστατεύει τους αποκλειστικούς διανομείς του από την πραγματοποίηση ενεργητικών πωλήσεων στην αποκλειστική περιοχή από τους λοιπούς αγοραστές του προμηθευτή. Ειδικότερα, οι πράξεις αυτές δεν διευκρινίζουν τον τρόπο με τον οποίο ο προμηθευτής οφείλει να γνωστοποιεί στους λοιπούς αγοραστές του την απαγόρευση ενεργητικών πωλήσεων ούτε τον τρόπο με τον οποίο οι τελευταίοι οφείλουν να συναινούν στην απαγόρευση αυτή. |
|
22. |
Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν υπάρχουν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η ρητή αποδοχή της απαγόρευσης ενεργητικών πωλήσεων από όλους τους λοιπούς αγοραστές της Cono. Η ΕΑΑ θεωρεί ότι το αιτούν δικαστήριο μπορεί να συναγάγει σιωπηρή συναίνεση στην εν λόγω απαγόρευση από το γεγονός και μόνον ότι, επί του παρόντος, ουδείς εκ των ως άνω αγοραστών πωλεί αγορασθέντα από την Cono προϊόντα στο Βέλγιο. Η Beevers Kaas συμμερίζεται την εν λόγω άποψη και, ως εκ τούτου, θεωρεί ότι απέδειξε επαρκώς ότι όλοι οι αγοραστές της Cono έχουν αποδεχθεί την απαγόρευση ενεργητικών πωλήσεων. |
|
23. |
Αντιθέτως, οι εταιρίες Albert Heijn θεωρούν ότι, για να υπάρχει σιωπηρή συναίνεση, η Beevers Kaas πρέπει να αποδείξει ότι έχει γνωστοποιηθεί σε όλους τους αγοραστές της Cono η στρατηγική της, ήτοι ότι κανένα προϊόν Beemster που αγοράζεται στις Κάτω Χώρες δεν επιτρέπεται να πωλείται ενεργητικά στο Βέλγιο. |
|
24. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Hof van beroep te Antwerpen (εφετείο Αμβέρσας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
III. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
|
25. |
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Beevers Kaas, οι εταιρίες Albert Heijn, η Cono, η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Στις 16 Οκτωβρίου 2024 διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά την οποία εκπροσωπήθηκαν οι εν λόγω μετέχοντες στη διαδικασία. |
IV. Εκτίμηση
Α. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
|
26. |
Με το εν λόγω προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ένας προμηθευτής έχει παραχωρήσει σε συγκεκριμένο διανομέα μια αποκλειστική περιοχή, η διαπίστωση και μόνον ότι οι λοιποί αγοραστές του (ήτοι οι αγοραστές που δεν απολαύουν του εν λόγω ειδικού καθεστώτος αποκλειστικότητας) δεν πραγματοποιούν ενεργητικές πωλήσεις στην περιοχή αυτή αρκεί για να διαπιστωθεί η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του εν λόγω προμηθευτή και των λοιπών αυτών αγοραστών όσον αφορά την απαγόρευση των ενεργητικών πωλήσεων στην εν λόγω περιοχή. |
1. Επί του ζητήματος αν η απαίτηση παράλληλης επιβολής περιλαμβάνεται στο άρθρο 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010
|
27. |
Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα αφορά την απαίτηση παράλληλης επιβολής. Προκειμένου να απαντηθεί το εν λόγω ερώτημα, σκόπιμο είναι να εξεταστεί αν το άρθρο 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010 περιέχει στοιχεία από τα οποία το Δικαστήριο μπορεί να συναγάγει, για πρώτη φορά στη νομολογία του, ότι το εν λόγω άρθρο περιλαμβάνει μια απαίτηση παράλληλης επιβολής, παρά το γεγονός ότι το άρθρο αυτό δεν μνημονεύει ρητώς τέτοια απαίτηση. |
|
28. |
Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, για τον προσδιορισμό του περιεχομένου μιας διάταξης του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να συνεκτιμώνται το γράμμα της, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί της ( 8 ). |
|
29. |
Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω καταρχάς το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010. |
|
30. |
Το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, απαλλαγή κατά κατηγορία των κάθετων συμφωνιών από την απαγόρευση του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, δημιουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο έναν ασφαλή λιμένα για τις εν λόγω συμφωνίες. |
|
31. |
Ταυτόχρονα, αποκλείει από το ευεργέτημα της απαλλαγής κατά κατηγορία ορισμένα είδη κάθετων συμφωνιών οι οποίες, ανεξάρτητα από το μερίδιο αγοράς των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων, περιέχουν ορισμένα είδη σοβαρών περιορισμών του ανταγωνισμού. Πρόκειται για συμφωνίες που περιέχουν περιορισμούς ιδιαίτερης σοβαρότητας κατά την έννοια του άρθρου 4 του εν λόγω κανονισμού. |
|
32. |
Συγκεκριμένα, βάσει του άρθρου 4, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 330/2010, η προβλεπόμενη απαλλαγή κατά κατηγορία δεν εφαρμόζεται στις κάθετες συμφωνίες οι οποίες, άμεσα ή έμμεσα, έχουν ως αντικείμενο τον περιορισμό της περιοχής στην οποία –ή των πελατών στους οποίους– ένας αγοραστής που είναι συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας δύναται να πωλεί τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες, με την επιφύλαξη περιορισμού ως προς τον τόπο εγκατάστασής του. |
|
33. |
Εντούτοις, το άρθρο 4, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 330/2010 προβλέπει τέσσερις εξαιρέσεις. Οι περιορισμοί που εμπίπτουν στις εξαιρέσεις αυτές δεν θεωρούνται από τον εν λόγω κανονισμό ως περιορισμοί ιδιαίτερης σοβαρότητας και, ως εκ τούτου, δεν συνεπάγονται την άρση του ευεργετήματος της απαλλαγής κατά κατηγορία για την οικεία συμφωνία. Με άλλα λόγια, η εν λόγω διάταξη επιτρέπει σε τέσσερα είδη περιορισμών να εξακολουθούν να εμπίπτουν στην απαλλαγή κατά κατηγορία. |
|
34. |
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το εν λόγω άρθρο προβλέπει τέσσερις εξαιρέσεις (από μία εξαίρεση), οι δε εξαιρέσεις από τον κανόνα πρέπει να ερμηνεύονται στενά ( 9 ). |
|
35. |
Στη συνέχεια, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τον σκοπό του άρθρου 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010. Σκοπός της εν λόγω διάταξης, όπως προκύπτει από τη διατύπωσή της, ήταν να εξαιρέσει τους περιορισμούς των ενεργητικών πωλήσεων που πραγματοποιούνται στην αποκλειστική περιοχή ενός διανομέα/αγοραστή (στο εξής: απαγόρευση ενεργητικών πωλήσεων) ( 10 ), όταν οι περιορισμοί αυτοί περιλαμβάνονται σε δεσμευτική συμφωνία μεταξύ του προμηθευτή και των λοιπών αγοραστών του ( 11 ). |
|
36. |
Ως εκ τούτου, στην υπό κρίση υπόθεση, η εξαίρεση που προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη θα πρέπει να θεωρηθεί ότι επιτρέπει στον προμηθευτή (Cono) –εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της διάταξης αυτής– να παραχωρήσει μια περιοχή κατ’ αποκλειστικότητα σε έναν από τους διανομείς/αγοραστές του (Beevers Kaas) και, ταυτόχρονα, να περιορίσει τις ενεργητικές πωλήσεις των λοιπών αγοραστών του στην εν λόγω περιοχή. |
|
37. |
Όσον αφορά δε το γράμμα του άρθρου 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010, όπως ήδη επισήμανα ανωτέρω ( 12 ) και όπως επίσης διευκρινίστηκε ορθώς στην έκθεση εμπειρογνωμόνων σχετικά με την επανεξέταση του κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία για τις κάθετες πωλήσεις ( 13 ), η απαίτηση παράλληλης επιβολής (ήτοι μια «απαίτηση να καταστεί δυνατό ένας περιορισμός ενεργητικών πωλήσεων να τύχει της απαλλαγής κατά κατηγορία»), η οποία προβάλλεται ως χαρακτηριστικό της σχέσης μεταξύ του προμηθευτή (Cono) και του συνόλου των διανομέων/αγοραστών του στην προκειμένη περίπτωση, «δεν προβλέπεται ρητά στο (γράμμα του) άρθρο(υ) 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010, αλλά [συναρτάται], στο σημείο 51 των κατευθυντήριων γραμμών [του 2010], με την έννοια της “αποκλειστικής παραχώρησης”». Επομένως, πρέπει να εξακριβωθεί αν η εν λόγω απαίτηση περιλαμβάνεται στο άρθρο 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, και αν, ως εκ τούτου, συνιστά προϋπόθεση η οποία πρέπει να πληρούται, προκειμένου το εν λόγω άρθρο να έχει εφαρμογή σε μια υπόθεση όπως αυτή της κύριας δίκης. |
|
38. |
Αν διαπιστωθεί ότι συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση παράλληλης επιβολής θα σημαίνει ότι η παραχώρηση εδαφικής αποκλειστικότητας σε συγκεκριμένο διανομέα/αγοραστή (Beevers Kaas) και η εφαρμογή της απαγόρευσης ενεργητικών πωλήσεων σε όλους τους λοιπούς αγοραστές συνοδεύονται από υποχρέωση του προμηθευτή (Cono) να προστατεύει τα δικαιώματα αποκλειστικής διανομής του εν λόγω αγοραστή έναντι όλων των λοιπών αγοραστών του. |
|
39. |
Η έννοια της «αποκλειστικής διανομής» αναφέρεται σε μια κατάσταση κατά την οποία μια περιοχή ή μια ομάδα πελατών «έχει παραχωρηθεί αποκλειστικά», ήτοι όταν ο προμηθευτής συμφωνεί να πωλεί τα προϊόντα του σε έναν μόνο αγοραστή προς διανομή σε μια συγκεκριμένη περιοχή (ή σε μια συγκεκριμένη ομάδα πελατών) ( 14 ). |
|
40. |
Πρώτον, κατά τη γνώμη μου, από το γράμμα του άρθρου 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010, και ειδικότερα από τον όρο «αποκλειστική περιοχή», συνάγεται εμμέσως ( 15 ) ότι επιτρέπεται στον προμηθευτή να παραχωρεί μια αποκλειστική περιοχή σε έναν από τους αγοραστές του. Ο καθορισμός μιας αποκλειστικής περιοχής συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ότι μόνο σε συγκεκριμένο αγοραστή παρέχεται το δικαίωμα διανομής του προϊόντος στη συγκεκριμένη αυτήν περιοχή. Για να έχει νόημα η αποκλειστικότητα, η άσκηση του δικαιώματος που παραχωρείται στον εν λόγω αγοραστή πρέπει να προστατεύεται από κάθε ενδεχόμενη προσβολή. Ως εκ τούτου, αν ένας προμηθευτής αποφασίζει να κάνει χρήση της εξαίρεσης από τους περιορισμούς ιδιαίτερης σοβαρότητας, ο προμηθευτής αυτός υπέχει την αντίστοιχη υποχρέωση να διασφαλίσει την αποτελεσματικότητα της εν λόγω κατ’ αποκλειστικότητα παραχώρησης μιας περιοχής, μεταξύ άλλων προστατεύοντας τον αγοραστή από τις ενεργητικές πωλήσεις στην εν λόγω περιοχή από όλους τους λοιπούς αγοραστές του προμηθευτή. |
|
41. |
Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν το αιτούν δικαστήριο, η δυνατότητα ενός προμηθευτή να παραχωρεί, σε αποκλειστική βάση, συγκεκριμένη περιοχή σε έναν από τους διανομείς/αγοραστές του θα στερούνταν κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας αν ο αποκλειστικός διανομέας/αγοραστής δεν προστατευόταν από την εκ μέρους των λοιπών αγοραστών του προμηθευτή πραγματοποίηση ενεργητικών πωλήσεων στην εν λόγω περιοχή ( 16 ). Συναφώς, υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οσάκις μια διάταξη του δικαίου της Ένωσης επιδέχεται πλείονες ερμηνείες, πρέπει να προτιμάται η ερμηνεία η οποία διασφαλίζει την πρακτική της αποτελεσματικότητα ( 17 ). |
|
42. |
Δεύτερον, από το γράμμα του άρθρου 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010 προκύπτει ρητά ότι ο προμηθευτής επιτρέπεται να περιορίζει τις ενεργητικές πωλήσεις άλλων αγοραστών στην αποκλειστική περιοχή. Η δυνατότητα αυτή θα ήταν άνευ περιεχομένου και θα αποτελούσε απλώς κενό γράμμα αν δεν συνοδευόταν από υποχρέωση του προμηθευτή να διασφαλίζει ότι ο περιορισμός των ενεργητικών πωλήσεων τηρείται στην πράξη από τους άλλους αυτούς αγοραστές. Ταυτόχρονα, πρέπει να σημειωθεί ότι τέτοια υποχρέωση γεννάται μόνον αν ο προμηθευτής είχε την πρόθεση να κάνει –και έκανε πράγματι– χρήση της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, στοιχείο βʹ, σημείο i. |
|
43. |
Επομένως, επιτρέποντας τους περιορισμούς των ενεργητικών πωλήσεων εντός μιας «αποκλειστικής περιοχής», ο κανονισμός 330/2010 περιλαμβάνει την απαίτηση παράλληλης επιβολής στο πλαίσιο του καθεστώτος του άρθρου 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του εν λόγω κανονισμού. |
|
44. |
Η αιτιολογική σκέψη 5 του κανονισμού 330/2010 διευκρινίζει ότι «[τ]ο ευεργέτημα της απαλλαγής κατά κατηγορία που θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό πρέπει να περιορισθεί στις κάθετες εκείνες συμφωνίες για τις οποίες μπορεί να θεωρηθεί με επαρκή βαθμό βεβαιότητας ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 101 παράγραφος 3 [ΣΛΕΕ]». |
|
45. |
Οι αιτιολογικές σκέψεις 6 και 7 του εν λόγω κανονισμού διευκρινίζουν ότι ορισμένοι τύποι κάθετων συμφωνιών μπορούν να βελτιώσουν την οικονομική αποδοτικότητα, να μειώσουν το κόστος των συναλλαγών και να βελτιστοποιήσουν τα επίπεδα πωλήσεων και επενδύσεων. Από τις ανωτέρω αιτιολογικές σκέψεις προκύπτει ότι τέτοια αποτελέσματα ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας ενδέχεται να υπερισχύουν των ενδεχόμενων αντίθετων προς τον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι απαιτήσεις του εν λόγω κανονισμού. |
|
46. |
Τέλος, η αιτιολογική σκέψη 10 του κανονισμού 330/2010 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «[ο] παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να απαλλάσσει κάθετες συμφωνίες οι οποίες περιέχουν περιορισμούς που κατά πάσα πιθανότητα θα περιορίσουν τον ανταγωνισμό και θα ζημιώσουν τους καταναλωτές ή που δεν είναι απαραίτητοι για την επίτευξη καλλίτερης αποτελεσματικότητας». |
|
47. |
Επομένως, συμφωνίες όπως αυτές της υπό κρίση υπόθεσης μπορούν, καταρχήν, να θεωρηθούν ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Ωστόσο, προκειμένου η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010 να έχει αυτά τα αποτελέσματα ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας, οι προϋποθέσεις της εν λόγω εξαίρεσης πρέπει να πληρούνται και να εφαρμόζονται αποτελεσματικά από τα ενδιαφερόμενα μέρη. Με άλλα λόγια, μια συγκεκριμένη συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική θα εξαιρείται από τη γενική απαγόρευση μόνον εφόσον οι προϋποθέσεις που θέτει ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζονται πράγματι και είναι ικανές να παραγάγουν τέτοια αποτελέσματα ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας. Όταν εφαρμόζεται στην εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010, ο εν λόγω σκοπός μπορεί να επιτευχθεί μόνον εφόσον η αποκλειστικότητα και η απαγόρευση ενεργητικών πωλήσεων συνδυάζονται με την αποτελεσματική προστασία της αποκλειστικότητας που παρέχεται από τον προμηθευτή. |
|
48. |
Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της απαλλαγής κατά κατηγορία ο οποίος προβλέπεται στον κανονισμό 330/2010, όπως επισημαίνεται στις αιτιολογικές σκέψεις του, ο λόγος για τον οποίο η απαίτηση παράλληλης επιβολής αποτελεί προϋπόθεση είναι ότι το άρθρο 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010 έχει εφαρμογή μόνο στις συμφωνίες αποκλειστικής διανομής οι οποίες ενθαρρύνουν πραγματικά τον αποκλειστικό διανομέα να επενδύσει στις εμπορικές δραστηριότητές του στην αποκλειστική περιοχή ( 18 ). |
|
49. |
Στις περιπτώσεις αυτές, για τη διασφάλιση του εν λόγω κινήτρου απαιτείται ο εκ μέρους του προμηθευτή αποτελεσματικός περιορισμός των ενεργητικών πωλήσεων στην αποκλειστική περιοχή από όλους τους λοιπούς αγοραστές εντός του ΕΟΧ ( 19 ). |
|
50. |
Η ανωτέρω ερμηνεία του γράμματος του κανονισμού 330/2010 έχει περιληφθεί στις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής του 2010, οι οποίες συνόδευαν τον εν λόγω κανονισμό. Συναφώς, θα ήθελα να επισημάνω ότι, μολονότι οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, ως ήπιο δίκαιο, δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο, εντούτοις, γεγονός παραμένει ότι η Επιτροπή είναι ο συντάκτης του εν λόγω κανονισμού και ότι, ως εκ τούτου, οι κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες έχει εκδώσει η ίδια συνιστούν, καταρχήν, λυσιτελές εργαλείο για την ορθή ερμηνεία της βούλησης του νομοθέτη (εν προκειμένω της Επιτροπής). Πράγματι, το Δικαστήριο έχει, κατά το παρελθόν, στηρίξει στις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές την εκ μέρους του ερμηνεία του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ( 20 ). Η ερμηνεία αυτή του άρθρου 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010, υπό το πρίσμα των κατευθυντήριων γραμμών που τον συνοδεύουν, συνάδει με τους σκοπούς του εν λόγω κανονισμού, ο οποίος, σε συνδυασμό με τις κατευθυντήριες γραμμές, αποσκοπεί στην κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου και της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου του ανταγωνισμού, ιδίως του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, στην Ευρωπαϊκή Ένωση. |
|
51. |
Συγκεκριμένα, στο σημείο 51 των κατευθυντήριων γραμμών του 2010 διευκρινίζεται ότι «(μ)ια περιοχή ή μια ομάδα πελατών έχει παραχωρηθεί αποκλειστικά όταν ο προμηθευτής συμφωνεί να πωλεί τα προϊόντα του σε έναν μόνο διανομέα προς διανομή σε μια συγκεκριμένη περιοχή ή σε μια συγκεκριμένη ομάδα πελατών, και ο αποκλειστικός διανομέας προστατεύεται απέναντι σε ενεργητικές πωλήσεις στην περιοχή του ή στην ομάδα πελατών του από όλους τους άλλους αγοραστές του προμηθευτή εντός της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης, ανεξαρτήτως των πωλήσεων του προμηθευτή» (η υπογράμμιση δική μου). Επομένως, η εξήγηση την οποία έχει παράσχει η Επιτροπή με τις κατευθυντήριες γραμμές της συνδυάζει την αποκλειστικότητα και τον περιορισμό των ενεργητικών πωλήσεων με την ανάγκη διασφάλισης της προστασίας των δικαιωμάτων που αντλούνται από τις εν λόγω συμφωνίες. |
|
52. |
Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει ότι η απαίτηση παράλληλης επιβολής αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του καθεστώτος του άρθρου 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010 και ότι, στο πλαίσιο αυτό, οι κατευθυντήριες γραμμές του 2010 αποβλέπουν στη διευκρίνιση του τρόπου με τον οποίο πρέπει να εφαρμόζονται στην πράξη οι προϋποθέσεις της εν λόγω διάταξης. |
|
53. |
Φρονώ ότι η ανωτέρω ερμηνεία επιβεβαιώνεται από τον νέο κανονισμό, ήτοι τον κανονισμό 2022/720, ο οποίος αντικατέστησε τον κανονισμό 330/2010 και ο οποίος, όπως διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού 2022/720, στηρίζεται στη συνολικά θετική εμπειρία από την εφαρμογή του κανονισμού 330/2010. |
|
54. |
Όπως διευκρίνισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο κανονισμός 2022/720, ο οποίος εκδόθηκε με σκοπό την αποσαφήνιση ορισμένων στοιχείων, προβλέπει πλέον ρητώς έναν ορισμό της έννοιας του «συστήματος αποκλειστικής διανομής». Συγκεκριμένα, προκειμένου να διευκρινισθούν καλύτερα οι κανόνες και να υπάρξει ασφάλεια δικαίου για τους φορείς εκμετάλλευσης που στηρίζονται στον κανονισμό απαλλαγής κατά κατηγορία των κάθετων συμφωνιών, ο νέος κανονισμός περιλαμβάνει –στον ορισμό του συστήματος αποκλειστικής διανομής– την απαίτηση παράλληλης επιβολής. Με άλλα λόγια, ο εν λόγω κανονισμός περιέχει πλέον ρητό ορισμό των προϋποθέσεων που αφορούν το εν λόγω σύστημα διανομής, τις οποίες ο προηγούμενος κανονισμός προέβλεπε, κατά τη γνώμη μου, εμμέσως. Είναι σαφές ότι ο νέος κανονισμός επιδιώκει να συνδέσει την απαίτηση παράλληλης επιβολής με την αποκλειστικότητα ( 21 ). |
|
55. |
Συναφώς, στις κατευθυντήριες γραμμές του 2022 για τους κάθετους περιορισμούς ( 22 ) διευκρινίζεται ότι, «[γ]ια να διατηρηθούν τα επενδυτικά κίνητρα των αποκλειστικών διανομέων, ο προμηθευτής πρέπει να προστατεύει τους αποκλειστικούς διανομείς του από τις ενεργητικές πωλήσεις όλων των άλλων αγοραστών του προμηθευτή, συμπεριλαμβανομένης της στοχευμένης επιγραμμικής διαφήμισης, στην αποκλειστική γεωγραφική τους περιοχή ή στην αποκλειστική τους ομάδα πελατών». |
2. Πώς μπορεί να τηρηθεί η απαίτηση παράλληλης επιβολής;
|
56. |
Από την προεκτεθείσα ανάλυση προκύπτει ότι, προκειμένου να θεωρηθεί ότι η απαίτηση παράλληλης επιβολής πληρούται στην υπό κρίση υπόθεση, πρέπει καταρχάς να καταδειχθεί ότι υπήρξε ή ότι υφίσταται συμφωνία μεταξύ του προμηθευτή (Cono) και όλων των αγοραστών του. Συγκεκριμένα, από τη λογική του καθεστώτος απαλλαγής που προβλέπεται στο άρθρο 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010 προκύπτει ότι η εξαίρεση από τους «περιορισμ[ούς] που οδηγούν στην άρση του ευεργετήματος της απαλλαγής κατά κατηγορία – περιορισμ[ούς] ιδιαίτερης σοβαρότητας» εφαρμόζεται μόνον εφόσον τα μέρη (ο προμηθευτής και οι αγοραστές του) έχουν συμφωνήσει να τηρούν τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου. |
|
57. |
Φρονώ ότι, με βάση το πνεύμα του άρθρου 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010, ο πλέον προφανής τρόπος απόδειξης της τήρησης της απαίτησης παράλληλης επιβολής θα ήταν με την προσθήκη ρητής ρήτρας στις δεσμευτικές γραπτές συμφωνίες μεταξύ του προμηθευτή και όλων των λοιπών αγοραστών του, η οποία θα περιορίζει τις ενεργητικές πωλήσεις ( 23 ). Μια τέτοια λύση θα ήταν η προτιμότερη με βάση την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Συναφώς, επισημαίνω ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, έχει ήδη κριθεί, με απόφαση που έχει καταστεί αμετάκλητη, ότι η αποκλειστικότητα που παραχωρήθηκε στην Beevers Kaas συνεπαγόταν κατ’ ανάγκην υποχρέωση της Cono να προστατεύει την Beevers Kaas από τις ενεργητικές πωλήσεις όλων των λοιπών αγοραστών στο Βέλγιο και στο Λουξεμβούργο ( 24 ). |
|
58. |
Δεδομένου ότι στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν φαίνεται να υπάρχουν ούτε τέτοιες ρητές ρήτρες ( 25 ) ούτε γραπτές συμφωνίες, τα κύρια ζητήματα που πρέπει να εξεταστούν στην εν λόγω υπόθεση είναι i) ο νομικός χαρακτηρισμός της σχέσης μεταξύ του προμηθευτή (Cono) και των λοιπών αγοραστών του· και ii) ο προσδιορισμός των συνεπειών που πρέπει να συναχθούν από τη σχέση αυτή. |
|
59. |
Δεδομένου ότι ο κανονισμός 330/2010 δεν καθορίζει επακριβώς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να τηρείται η απαίτηση παράλληλης επιβολής, ιδίως προκειμένου να καταδειχθεί ότι τα μέρη έχουν αποδεχθεί τις προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται η εν λόγω απαγόρευση, πρέπει να γίνει αναφορά στην έννοια της συμφωνίας κατά το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. |
|
60. |
Ως εκ τούτου πρέπει, όπως προτείνει το αιτούν δικαστήριο με τη διάταξη περί παραπομπής, να εξεταστεί αν, παράλληλα με τη συμφωνία αποκλειστικής διανομής που συνήφθη μεταξύ της Cono και της Beevers Kaas, υπήρχε συμφωνία, κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου, μεταξύ του προμηθευτή Cono και των λοιπών αγοραστών του σχετικά με απαγόρευση ενεργητικών πωλήσεων εντός της αποκλειστικής περιοχής που παραχωρήθηκε στην Beevers Kaas. |
|
61. |
Στη νομολογία του Δικαστηρίου διευκρινίζεται, ειδικότερα, ότι, «για να αποτελεί μια κατά φαινόμενο μονομερής πράξη ή συμπεριφορά συμφωνία κατά την έννοια του [άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ], αρκεί να συνιστά αυτή έκφραση της συμπτώσεως βουλήσεων δύο τουλάχιστον μερών, ενώ η μορφή με την οποία εκδηλώνεται η σύμπτωση αυτή δεν αποτελεί καθοριστικό παράγοντα» ( 26 ). |
|
62. |
Επιπλέον, η εν λόγω νομολογία επισημαίνει ότι «η βούληση των μερών μπορεί να προκύπτει τόσο από τις ρήτρες της επίμαχης συμβάσεως αντιπροσωπείας όσο και από τη συμπεριφορά των μερών, και ιδίως από τη δυνατότητα σιωπηρής συναινέσεως των αντιπροσώπων σε σύσταση του κατασκευαστή» ( 27 ). Η συλλογιστική αυτή έχει επίσης εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ ενός προμηθευτή και των διανομέων/αγοραστών του, όπως είναι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης σχέση. |
|
63. |
Κατά την απόφαση Bayer ( 28 ), μια τέτοια συμφωνία δεν μπορεί να βασίζεται σε αυτό που αποτελεί απλώς εκδήλωση μιας μονομερούς πολιτικής ενός εκ των συμβαλλομένων, η οποία μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς τη συνδρομή του ετέρου. Προκειμένου να θεωρηθεί ότι μια συμφωνία κατά το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έχει συναφθεί διά σιωπηρής αποδοχής, «απαιτείται η σκοπούσα σε αποτέλεσμα στρεφόμενο κατά του ανταγωνισμού δήλωση βουλήσεως του ενός εκ των συμβαλλομένων να συνιστά πρόσκληση, ρητή ή έμμεση, στον έτερο συμβαλλόμενο προς πραγμάτωση από κοινού του σκοπού αυτού» ( 29 ). |
|
64. |
Προκειμένου να γίνει δεκτό ότι υπήρξε συμφωνία για τους σκοπούς του άρθρου 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010 και της εξαίρεσης που προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη, πρέπει να γίνει επίκληση της ανωτέρω νομολογίας, ήτοι πρέπει, ως εκ τούτου, να αποδειχθεί i) ότι ο προμηθευτής απηύθυνε πρόσκληση στους αγοραστές του για χρήση της εν λόγω εξαίρεσης και ii) ότι αυτοί αποδέχθηκαν, τουλάχιστον σιωπηρά, την εν λόγω πρόσκληση. |
|
65. |
Η σχετική νομολογία αποτυπώνεται επίσης στις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής του 2010 ( 30 ). Από τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές προκύπτει ότι, όταν η πρόθεση δεν αποδεικνύεται με ρητή συμφωνία, πρέπει να καταδεικνύεται ότι η μονομερής στρατηγική του ενός μέρους έχει τη συναίνεση του ετέρου. Σιωπηρή συναίνεση υφίσταται όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή πρόσκληση με την οποία το ένα μέρος καλεί το έτερο μέρος να συνεργαστεί για την εφαρμογή της μονομερούς αυτής στρατηγικής και το έτερο αυτό μέρος ακολούθως συναινεί εφαρμόζοντας την εν λόγω στρατηγική. |
|
66. |
Η πρόσφατη απόφαση Super Bock ( 31 ) αποσαφηνίζει και κωδικοποιεί την ανωτέρω νομολογία. Από την εν λόγω απόφαση μπορεί να συναχθεί ότι, για την εφαρμογή της απαίτησης παράλληλης επιβολής (ήτοι προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του προμηθευτή και των λοιπών αγοραστών του), πρέπει να εξετάζεται αν υπήρξε σύμπτωση βουλήσεων μεταξύ των μερών, η οποία μπορεί να απορρέει από τις ρήτρες της συμφωνίας διανομής και από τη συμπεριφορά των μερών και, ειδικότερα, από την ενδεχόμενη ύπαρξη ρητής ή σιωπηρής συναίνεσης εκ μέρους των διανομέων ( 32 ). |
|
67. |
Με την εν λόγω απόφαση ( 33 ), η οποία εκδόθηκε σε υπόθεση στην οποία ένας προμηθευτής επέβαλε ορισμένους περιορισμούς στους διανομείς του, μεταξύ των οποίων ελάχιστες τιμές μεταπώλησης, διευκρινίζεται ότι, «για να υφίσταται “συμφωνία”, κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, αρκεί οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις να έχουν εκφράσει την κοινή βούλησή τους να συμπεριφερθούν στην αγορά κατά καθορισμένο τρόπο». |
|
68. |
Στη συνέχεια της εν λόγω απόφασης ( 34 ), το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, «[ε]πομένως, μια συμφωνία δεν μπορεί να βασίζεται σε εκδήλωση μιας αμιγώς μονομερούς πολιτικής ενός εκ των συμβαλλομένων σε σύμβαση διανομής». |
|
69. |
Ωστόσο, το Δικαστήριο επισημαίνει, στην ίδια απόφαση ( 35 ), ότι «μια κατά φαινόμενο μονομερής πράξη ή συμπεριφορά αποτελεί συμφωνία, κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, όταν συνιστά την έκφραση της σύμπτωσης βουλήσεων δύο τουλάχιστον μερών, ενώ η μορφή με την οποία εκδηλώνεται η σύμπτωση αυτή δεν αποτελεί καθοριστικό παράγοντα». |
|
70. |
Συγκεκριμένα, η εν λόγω σύμπτωση των βουλήσεων των μερών μπορεί να συνάγεται «από ρήτρες της οικείας σύμβασης διανομής […] και, ιδίως, από την ενδεχόμενη ύπαρξη συναίνεσης, ρητής ή σιωπηρής, των διανομέων σε πρόσκληση για τήρηση [της οικείας απαίτησης]» ( 36 ). |
|
71. |
Επομένως, προκειμένου να αποδειχθεί ότι στην υπόθεση της κύριας δίκης πληρούται η απαίτηση παράλληλης επιβολής όσον αφορά τους λοιπούς διανομείς/αγοραστές της Cono, υπάρχουν διάφορες εναλλακτικές δυνατότητες προς απόδειξη του ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010. |
|
72. |
Πρώτον, η απαγόρευση των ενεργητικών πωλήσεων μπορεί να προβλέπεται ρητά στη συμφωνία διανομής που συνάπτεται με τον κάθε διανομέα/αγοραστή, περίπτωση η οποία δεν φαίνεται να συντρέχει στην υπόθεση της κύριας δίκης. |
|
73. |
Δεύτερον, η ρητή συναίνεση των λοιπών αγοραστών πλην της Beevers Kaas θα μπορούσε, υπό ορισμένες περιστάσεις, να συνάγεται από τα δικαιώματα που απονέμονται στα μέρη δυνάμει της συμφωνίας την οποία συνήψαν ( 37 ). Τέτοια περίπτωση θα συνέτρεχε αν οι συμφωνίες που συνήφθησαν μεταξύ της Cono και των λοιπών αγοραστών της παρείχαν στην Cono το δικαίωμα να επιβάλλει απαγορεύσεις ενεργητικών πωλήσεων σε σχέση με τις εκτάσεις που έχει παραχωρήσει –ή θα παραχωρήσει– κατ’ αποκλειστικότητα σε συγκεκριμένο αγοραστή ή αγοραστές. |
|
74. |
Τρίτον, είναι δυνατή η επίκληση της νομολογίας του Δικαστηρίου, όπως αυτή αποτυπώνεται στο σημείο 25 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2010, για να υποστηριχθεί ότι, ελλείψει ρητής συναίνεσης, πρέπει να αποδεικνύεται η ύπαρξη σιωπηρής συναίνεσης. Προς τούτο, πρέπει να αποδεικνύεται, πρώτον, ότι ο ένας από τους συμβαλλόμενους ζητεί ρητά ή σιωπηρά τη συνεργασία του άλλου για την εφαρμογή της μονομερούς πολιτικής του και, δεύτερον, ότι ο αντισυμβαλλόμενος συμμορφώνεται με την απαίτηση αυτή εφαρμόζοντας την εν λόγω μονομερή πολιτική. |
|
75. |
Επιπλέον, η σκέψη 57 της απόφασης Super Bock αναφέρεται σε ένα περαιτέρω κρίσιμο στοιχείο, στο μέτρο που «η ύπαρξη “συμφωνίας”, κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, […] μπορεί να αποδειχθεί όχι μόνο με άμεσες αποδείξεις, αλλά και με βάση συγκλίνουσες συμπτώσεις και ενδείξεις, εφόσον μπορεί να συναχθεί εξ αυτών ότι ο μεν προμηθευτής κάλεσε τους διανομείς του να τηρήσουν [μια συγκεκριμένη απαίτηση], οι δε διανομείς τήρησαν, στην πράξη, τ[ην] υποδειχθείσ[α] από τον προμηθευτή [απαίτηση]» (η υπογράμμιση δική μου). |
|
76. |
Επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση, στην οποία φαίνεται να μην υφίστανται άμεσοι ή ρητοί συμβατικοί όροι ή άμεσες αποδείξεις περί συμφωνίας μεταξύ της Cono και των αγοραστών της, είναι σκόπιμο να εξεταστεί τι θα μπορούσε να συνιστά «συγκλίνουσες συμπτώσεις και ενδείξεις», από τις οποίες μπορεί να συναχθεί, σε περίπτωση απαγόρευσης ενεργητικών πωλήσεων σε αποκλειστική περιοχή, ότι ο προμηθευτής (Cono) έχει καλέσει τους λοιπούς διανομείς/αγοραστές του να τηρήσουν την εν λόγω απαγόρευση και ότι οι τελευταίοι έχουν συμμορφωθεί, στην πράξη, με την απαγόρευση αυτή. |
|
77. |
Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν δύο αλληλένδετα και σωρευτικά στοιχεία, υπό την έννοια ότι, εφόσον συντρέχουν τα στοιχεία αυτά, θα μαρτυρούν από κοινού την ύπαρξη σύμπτωσης βουλήσεων και, ως εκ τούτου, συμφωνίας κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. |
|
78. |
Το πρώτο στοιχείο είναι η «πρόσκληση», ήτοι το ζήτημα αν ο προμηθευτής (Cono) έχει καλέσει ρητά ή σιωπηρά τους λοιπούς αγοραστές να απέχουν από ενεργητικές πωλήσεις στην αποκλειστική περιοχή. Μια τέτοια πρόσκληση μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να είχε πραγματοποιηθεί μέσω ειδικής γνωστοποίησης προς τους λοιπούς αυτούς αγοραστές (μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, επιστολών, συμβατικών ρητρών, οχλήσεων, αντιποίνων ή άλλων παρόμοιων ενεργειών), με την οποία η Cono θα τους καλούσε, επ’ απειλή αντιποίνων, να τηρήσουν την αποκλειστικότητα της σχετικής περιοχής και την απαγόρευση των ενεργητικών πωλήσεων. Μια πρόσκληση μπορεί επίσης να πραγματοποιηθεί με άλλον τρόπο, ήτοι με την προσθήκη ειδικών ενδείξεων ή όρων στους γενικούς όρους του προμηθευτή, οι οποίοι θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να επισυνάπτονται στο τιμολόγιο που αποστέλλεται στους διανομείς/αγοραστές του ή να διατίθενται με άλλον τρόπο. |
|
79. |
Φρονώ ότι εν προκειμένω μπορεί να γίνει ένας παραλληλισμός με τη σκέψη 52 της απόφασης Super Bock, η οποία φαίνεται να υπονοεί ότι ο προμηθευτής πρέπει να ενημερώνει προληπτικά και με σαφήνεια τους διανομείς/αγοραστές του σχετικά με την εκ μέρους του χρήση του συστήματος αποκλειστικής διανομής και σχετικά με την απαγόρευση ενεργητικών πωλήσεων, καθώς και να παρακολουθεί τη συμμόρφωσή τους με το εν λόγω σύστημα ( 38 ). Για παράδειγμα, ο προμηθευτής πρέπει να ενημερώνει όλους τους αγοραστές του κατά τον χρόνο παραχώρησης της αποκλειστικότητας και κατά τον ορισμό κάθε νέου διανομέα/αγοραστή, και πρέπει να τους καθιστά σαφές ότι καθένας από αυτούς υποχρεούται να συμμορφώνεται με το εν λόγω σύστημα. |
|
80. |
Επομένως, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι υπήρξε «πρόσκληση», θα έπρεπε, στο πλαίσιο της εκτίμησης, να καταδεικνύεται η σαφής πρόθεση της Cono να προστατεύσει την Beevers Kaas στην αποκλειστική έκταση καθώς επίσης θα έπρεπε να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη συμπεριφορά την οποία η Cono ανέμενε από τους λοιπούς αγοραστές της. |
|
81. |
Το δεύτερο στοιχείο είναι η «αποδοχή» ή η συναίνεση των άλλων αγοραστών στην ανωτέρω απαγόρευση των ενεργητικών πωλήσεων. Η συναίνεση αυτή μπορεί επίσης να προκύπτει από διάφορα στοιχεία, όπως από τη ρητή αναγνώριση της εν λόγω απαγόρευσης (μέσω της ανταλλαγής επιστολών, εσωτερικών σημειωμάτων στο πλαίσιο συμβατικών διαπραγματεύσεων) ή από μια σιωπηρή μορφή αναγνώρισης. Η σιωπηρή αναγνώριση μπορεί να εκφράζεται, για παράδειγμα, με την παύση ή τη μη πραγματοποίηση ενεργητικών πωλήσεων από τους λοιπούς αγοραστές στην αποκλειστική περιοχή ή με τη μεταστροφή της βούλησης των αγοραστών να πραγματοποιήσουν τέτοιες πωλήσεις μετά τη γνωστοποίηση εκ μέρους του προμηθευτή. Μπορεί επίσης να προκύπτει από το ότι οι αγοραστές αυτοί δεν έχουν αμφισβητήσει την απαγόρευση των ενεργητικών πωλήσεων στην εν λόγω περιοχή ή από την αποδοχή των γενικών όρων που μνημονεύουν την εν λόγω απαγόρευση. |
|
82. |
Προκειμένου να αποδειχθεί σιωπηρή αναγνώριση, οι προαναφερθείσες «συγκλίνουσες συμπτώσεις και ενδείξεις» πρέπει να καταδεικνύουν σαφώς τη βούληση των λοιπών διανομέων/αγοραστών να αποδεχθούν την πρόσκληση του προμηθευτή για τήρηση του συστήματος αποκλειστικής διανομής και για συμμόρφωση προς αυτό. Τέτοια περίπτωση θα συντρέχει αν οι διανομείς/αγοραστές ενημερώθηκαν, αλλά επέλεξαν να μην αντιταχθούν στο εν λόγω σύστημα και συναίνεσαν. |
|
83. |
Από τη διάταξη περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι οποιοσδήποτε άλλος αγοραστής (πλην των εταιριών Albert Heijn) έχει παραβιάσει ή αμφισβητήσει την απαγόρευση των ενεργητικών πωλήσεων. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το γεγονός αυτό αρκεί αφ’ εαυτού για να αποδειχθεί ότι οι λοιποί αγοραστές συνήνεσαν στην ενδεχόμενη πρόσκληση της Cono. |
|
84. |
Συναφώς, όπως επισήμανε η Επιτροπή, το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία που έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο, ουδείς από τους λοιπούς αγοραστές της Cono δεν πραγματοποίησε ενεργητικές πωλήσεις τυριού Beemster στο Βέλγιο αποτελεί κρίσιμο στοιχείο, το οποίο το αιτούν δικαστήριο μπορεί να κρίνει σκόπιμο να λάβει υπόψη κατά την εκτίμησή του, ως μία από τις συμπτώσεις και ενδείξεις. |
|
85. |
Εντούτοις, το γεγονός αυτό δεν είναι, αφ’ εαυτού, αρκετό ή αναγκαίο για τον σκοπό αυτόν ( 39 ). Προκειμένου να εξακριβωθεί η ύπαρξη συμφωνίας κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, δεν αρκεί η διαπίστωση αδράνειας εκ μέρους των λοιπών αγοραστών. Αντιθέτως, πρέπει να αποδεικνύεται η βούλησή τους να συναινέσουν. Συναφώς, θα μπορούσε να συνεκτιμηθεί το κατά πόσον ένας διανομέας/αγοραστής είναι πράγματι σε θέση να εισέλθει στην αγορά της αποκλειστικής περιοχής. |
|
86. |
Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να εξετασθεί το αν οι λοιποί αγοραστές του προμηθευτή έχουν διαμαρτυρηθεί ή αμφισβητήσει την απαγόρευση ενεργητικών πωλήσεων στην αποκλειστική περιοχή ( 40 ) και αν έχουν, ως εκ τούτου, μεταβάλει τη συμπεριφορά τους. Ωστόσο, ακόμη και αν ένας ή περισσότεροι αγοραστές διαμαρτυρήθηκαν ή αμφισβήτησαν την εν λόγω απαγόρευση, το στοιχείο αυτό δεν θα είναι, αφ’ εαυτού, ενδεικτικό της έλλειψης σιωπηρής συναίνεσης, εφόσον μολαταύτα εξακολούθησαν να τηρούν την απαγόρευση ενεργητικών πωλήσεων ( 41 ). |
|
87. |
Με άλλα λόγια, φρονώ ότι απλώς και μόνον η μη πραγματοποίηση πωλήσεων εκ μέρους των λοιπών αγοραστών στην αποκλειστική περιοχή δεν αρκεί για να αποδειχθεί η ύπαρξη συναίνεσης των αγοραστών σε πρόσκληση της Cono. |
|
88. |
Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει ότι για την τήρηση της απαίτησης παράλληλης επιβολής πρέπει να μπορεί να αποδειχθεί ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ του προμηθευτή και των λοιπών αγοραστών του, ήτοι, πρώτον, ότι ο προμηθευτής κάλεσε ρητά ή σιωπηρά τους λοιπούς αγοραστές να αποδεχθούν την απαγόρευση ενεργητικών πωλήσεων στην αποκλειστική περιοχή και, δεύτερον, ότι οι λοιποί αγοραστές εξέφρασαν, τουλάχιστον σιωπηρά, τη βούληση να συναινέσουν στην εν λόγω απαγόρευση, όπερ πρέπει να διαπιστώνεται βάσει συγκλινουσών συμπτώσεων ή ενδείξεων. |
3. Απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα
|
89. |
Συνεπώς, το άρθρο 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010 έχει την έννοια ότι η απαίτηση παράλληλης επιβολής αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εν λόγω άρθρου και ότι η διαπίστωση και μόνον ότι άλλοι αγοραστές δεν πραγματοποιούν ενεργητικές πωλήσεις στην περιοχή που έχει παραχωρηθεί κατ’ αποκλειστικότητα σε συγκεκριμένο αγοραστή δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι υπάρχει συμφωνία μεταξύ ενός προμηθευτή και των αγοραστών του σχετικά με απαγόρευση των ενεργητικών πωλήσεων στην εν λόγω περιοχή. Προκειμένου να θεωρηθεί ότι υπάρχει τέτοια συμφωνία, είναι απαραίτητο, πρώτον, ο προμηθευτής να έχει ρητά ή σιωπηρά καλέσει τους λοιπούς αυτούς αγοραστές να συμπεριφέρονται κατά τρόπο σαφώς προσδιορισμένο στην αγορά, ήτοι να μην πραγματοποιούν ενεργητικές πωλήσεις εντός της αποκλειστικής περιοχής, και, δεύτερον, οι αγοραστές να έχουν, τουλάχιστον σιωπηρά, εκφράσει τη βούληση να συναινέσουν στην εν λόγω απαγόρευση, όπερ πρέπει να διαπιστώνεται βάσει συγκλινουσών συμπτώσεων ή ενδείξεων. |
Β. Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
1. Εξέταση του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
|
90. |
Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα θέτει το ζήτημα του κρίσιμου χρονικού σημείου για τη δήλωση της συναίνεσης των λοιπών αγοραστών, υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με την έννοια της συμφωνίας κατά το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν αρκεί να αποδείξει ο προμηθευτής ότι οι λοιποί αγοραστές του αποδέχθηκαν την απαγόρευση ενεργητικών πωλήσεων μόνον εάν και εφόσον οι εν λόγω αγοραστές εκδηλώνουν την πρόθεση να πραγματοποιήσουν ενεργητικές πωλήσεις εντός της αποκλειστικής περιοχής. |
|
91. |
Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το εν λόγω ζήτημα τίθεται σε μια περίπτωση στην οποία, πλην των εταιριών Albert Heijn, οι διανομείς/αγοραστές της Cono δεν φαίνεται να ήταν ποτέ διατεθειμένοι να πραγματοποιήσουν ενεργητικές πωλήσεις στο Βέλγιο. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010, αρκεί η Cono να προστατεύει την Beevers Kaas από τις ενεργητικές πωλήσεις των εν λόγω διανομέων/αγοραστών μόνον εφόσον και στον βαθμό που αυτοί είναι διατεθειμένοι να το πράξουν στο μέλλον ή αν η προστασία αυτή πρέπει να διασφαλίζεται από τη στιγμή της σύναψης συμφωνίας μεταξύ της Cono και των λοιπών αυτών διανομέων/αγοραστών. |
|
92. |
Όπως εκτέθηκε στο σημείο 51 των παρουσών προτάσεων, η απαίτηση παράλληλης επιβολής επιτάσσει την προστασία του αποκλειστικού διανομέα από την πραγματοποίηση ενεργητικών πωλήσεων στο έδαφός του εκ μέρους όλων των λοιπών αγοραστών του προμηθευτή εντός της Ένωσης. |
|
93. |
Από την απάντηση που προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα προκύπτει ότι η προϋπόθεση αυτή πληρούται μόνο στο μέτρο που οι λοιποί αγοραστές συναινούν, ρητά ή σιωπηρά, στην απαγόρευση ενεργητικών πωλήσεων στην αποκλειστική περιοχή. Για λόγους προβλεψιμότητας, και λαμβανομένης υπόψη της αρχής της ασφάλειας δικαίου, πρέπει να υπάρχει επαρκής σύμπτωση του χρόνου κατά τον οποίο ο προμηθευτής επιβάλλει την απαγόρευση ενεργητικών πωλήσεων και του χρόνου κατά τον οποίο οι λοιποί αγοραστές συναινούν σε αυτή. |
|
94. |
Για τον σκοπό αυτόν, πρέπει να καταδεικνύεται, από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων (όπως εκτέθηκε στα σημεία 76 έως 83 των παρουσών προτάσεων), ότι υπήρξε συμφωνία σχετικά με την απαγόρευση ενεργητικών πωλήσεων. Όπως εξήγησα στο σημείο 34 των παρουσών προτάσεων, το άρθρο 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010 προβλέπει εξαίρεση (από μια εξαίρεση) και, ως εκ τούτου, πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Επιπλέον, μια υπερβολικά επιεικής προσέγγιση όσον αφορά την απαίτηση παράλληλης επιβολής και τις απαγορεύσεις ενεργητικών πωλήσεων δεν δικαιολογείται, δεδομένου ότι η επίμαχη πρακτική θα συνιστά ειδάλλως ιδιαίτερης σοβαρότητας περιορισμό του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης. |
|
95. |
Επομένως, για την τήρηση της απαίτησης παράλληλης επιβολής, δεν αρκεί –προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη συμφωνίας κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ– το να είναι ο προμηθευτής σε θέση να αποδείξει ότι οι λοιποί αγοραστές του έχουν συναινέσει στην απαγόρευση ενεργητικών πωλήσεων μόνον εφόσον και όταν προτίθενται να πραγματοποιήσουν τέτοιες πωλήσεις εντός της αποκλειστικής περιοχής. |
|
96. |
Επομένως, μέχρι ο προμηθευτής να λάβει τέτοια συναίνεση από τους λοιπούς αγοραστές, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010 για να εμπίπτει η συμφωνία στην απαλλαγή κατά κατηγορία. |
|
97. |
Με άλλα λόγια, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, οι εν λόγω προϋποθέσεις θα πληρούνται μόνον εφόσον και από τη στιγμή που οι λοιποί αγοραστές θα έχουν συναινέσει στην απαγόρευση ενεργητικών πωλήσεων εντός της αποκλειστικής περιοχής, και όχι κατά τη διάρκεια προγενέστερης περιόδου. Κατά συνέπεια, εάν ο προμηθευτής λαμβάνει την εν λόγω συναίνεση μόνον κατά τη χρονική στιγμή «Χ», κατά την οποία ένας επιχειρηματίας προτίθεται να πραγματοποιήσει ενεργητικές πωλήσεις στην αποκλειστική περιοχή, το ευεργέτημα της απαλλαγής κατά κατηγορία που προβλέπεται στον κανονισμό 330/2010 δεν εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια της περιόδου που προηγείται της χρονικής στιγμής «Χ». |
|
98. |
Συναφώς, είναι σημαντικό να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, της ύπαρξης τέτοιας συναίνεσης και, αφετέρου, των στοιχείων που απαιτούνται για την απόδειξή της. |
|
99. |
Το τελευταίο αυτό ζήτημα αποτελεί πραγματικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων. |
|
100. |
Επομένως, εναπόκειται στον προμηθευτή να αποδεικνύει ότι η προϋπόθεση αυτή πληρούται όσον αφορά όλους τους λοιπούς αγοραστές του, καταρχήν, καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου για την οποία ζητεί το ευεργέτημα της απαλλαγής κατά κατηγορία που προβλέπει ο κανονισμός 330/2010 ( 42 ). |
2. Απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
|
101. |
Συνεπώς, το άρθρο 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010 έχει την έννοια ότι, όταν ένας προμηθευτής έχει παραχωρήσει μια περιοχή αποκλειστικά σε συγκεκριμένο αγοραστή, δεν αρκεί, για τους σκοπούς της εφαρμογής της εν λόγω διάταξης, το να είναι ο προμηθευτής σε θέση να αποδείξει ότι οι λοιποί αγοραστές του συναινούν στον περιορισμό των ενεργητικών πωλήσεων στην κατ’ αποκλειστικότητα παραχωρηθείσα περιοχή μόνον εάν και όταν οι εν λόγω αγοραστές προτίθενται να πραγματοποιήσουν ενεργητικές πωλήσεις στην εν λόγω περιοχή. Αντιθέτως, για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, ο προμηθευτής πρέπει να αποδείξει ότι η απαίτηση παράλληλης επιβολής πληρούται όσον αφορά όλους τους λοιπούς αγοραστές του εντός του ΕΟΧ καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου για την οποία ζητεί το ευεργέτημα της απαλλαγής κατά κατηγορία που προβλέπεται στον κανονισμό 330/2010. |
Γ. Καταληκτικές παρατηρήσεις
|
102. |
Χάριν πληρότητας, κρίνω σκόπιμο να διατυπώσω ορισμένες καταληκτικές παρατηρήσεις. |
|
103. |
Εναπόκειται αποκλειστικά στο αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά με τον νομικό χαρακτηρισμό των επίμαχων στην κύρια δίκη συμφωνιών υπό το πρίσμα του συνόλου των ανωτέρω διευκρινίσεων. |
|
104. |
Στη συνέχεια, εφόσον το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 4, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 330/2010 δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση, θα πρέπει να κρίνει αν η συμφωνία αποκλειστικής διανομής περιορίζει τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις της εξαίρεσης που προβλέπονται στο άρθρο 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ( 43 ). |
|
105. |
Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε εξατομικευμένη εκτίμηση της επίμαχης κάθετης συμφωνίας, προκειμένου να κρίνει αν αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, αν περιορίζει τον ανταγωνισμό ως εκ του αντικειμένου ή ως εκ του αποτελέσματος, σύμφωνα με τα κριτήρια που έχουν διατυπωθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου ( 44 ). |
|
106. |
Δεύτερον, σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο αποφανθεί ότι η συμφωνία περιορίζει τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η συμφωνία αυτή θα μπορεί μολαταύτα να συνάδει με το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, εφόσον τα μέρη αποδείξουν ότι πληροί τις τέσσερις σωρευτικές προϋποθέσεις του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ( 45 ). |
|
107. |
Όπως επισήμανε η Επιτροπή, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει τότε να σταθμίσει τις ευνοϊκές για τον ανταγωνισμό και τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό πτυχές της συμφωνίας, στο συγκεκριμένο πλαίσιο εκτίμησης που απορρέει από το άρθρο 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις κρίσιμες περιστάσεις. |
|
108. |
Το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εκτιμήσει, μεταξύ άλλων, τη θέση των ανταγωνιστών της Cono, την αγοραστική δύναμη, τη δυναμική της αγοράς, τη φύση του προϊόντος και το επιχειρηματικό επίπεδο στο οποίο δραστηριοποιούνται τα μέρη. Θα πρέπει, επίσης, να κρίνει αν η συμφωνία που απαγορεύει σε ορισμένους διανομείς να πραγματοποιούν ενεργητικές πωλήσεις σε περιοχή που έχει παραχωρηθεί κατ’ αποκλειστικότητα σε άλλον διανομέα (την Beevers Kaas) συνεπάγεται βελτίωση της αποτελεσματικότητας, υπό την έννοια ότι ο εν λόγω διανομέας πρέπει να πραγματοποιήσει επενδύσεις (για παράδειγμα, σε ειδικό εξοπλισμό, δεξιότητες ή τεχνογνωσία) προκειμένου να αναπτύξει τις πωλήσεις του διανεμόμενου στην περιοχή αυτή προϊόντος, και αν είναι αναγκαία η προστασία από την πραγματοποίηση ενεργητικών πωλήσεων από άλλους διανομείς στην εν λόγω περιοχή, προκειμένου να παρασχεθούν κίνητρα για τέτοιες επενδύσεις. |
V. Πρόταση
|
109. |
Προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που του υπέβαλε το Hof van beroep te Antwerpen (εφετείο Αμβέρσας, Βέλγιο) ως εξής:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Κανονισμός, της 20ής Απριλίου 2010, για την εφαρμογή του άρθρου 101 παράγραφος 3 [ΣΛΕΕ] σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών (ΕΕ 2010, L 102, σ. 1).
( 3 ) Το τυρί Beemster είναι σκληρό τυρί από αγελαδινό γάλα. Η ιδιαίτερη γεύση του οφείλεται στα συστατικά του [γάλα προερχόμενο από χλόη που καλλιεργείται σε θαλάσσιο άργιλο μέσα σε βαθύπεδο (πόλντερ), που βρίσκεται τέσσερα μέτρα κάτω από τη στάθμη της θάλασσας στις Κάτω Χώρες], καθώς και στο γεγονός ότι μέρος της διαδικασίας παραγωγής (η ανάδευση του τυροπήγματος) πραγματοποιείται με το χέρι και ότι τα τυριά ωριμάζουν υπό μεταβαλλόμενες συνθήκες.
( 4 ) Κανονισμός, της 22ας Δεκεμβρίου 1999, για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 [ΣΕΕ] σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών (ΕΕ 1999, L 336, σ. 21).
( 5 ) Κανονισμός, της 10ης Μαΐου 2022, για την εφαρμογή του άρθρου 101 παράγραφος 3 [ΣΛΕΕ] σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών (ΕΕ 2022, L 134, σ. 4).
( 6 ) ΕΕ 2010, C 130, σ. 1 (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές του 2010).
( 7 ) Κατά κανόνα, ένας «αγοραστής» προσφέρει τα προϊόντα του απευθείας στον καταναλωτή, ενώ ένας «διανομέας» προσφέρει τα προϊόντα του σε άλλες εταιρίες. Θα χρησιμοποιώ αμφότερους τους όρους εναλλακτικά, δεδομένου ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν εξαρτάται από τη μεταξύ τους διάκριση.
( 8 ) Απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2005, Jyske Finans (C‑280/04, EU:C:2005:753, σκέψη 34). Συναφώς, βλ. Lenaerts, K., «Interpretation and the Court of Justice: A basis for comparative reflection», International Lawyer, τόμος 41, αριθ. 4, 2007, σ. 1011.
( 9 ) Βλ. απόφαση της 4ης Μαρτίου 2020, Marine Harvest κατά Επιτροπής (C‑10/18 P, EU:C:2020:149, σκέψη 58). Πρβλ., επίσης, απόφαση της 9ης Ιουλίου 2020, Land Hessen (C‑272/19, EU:C:2020:535, σκέψη 68).
( 10 ) Οι «ενεργητικές πωλήσεις» επεξηγούνται στο σημείο 9 των παρουσών προτάσεων. Πρέπει να αντιδιαστέλλονται προς τις «παθητικές πωλήσεις», οι οποίες αποτελούν ανταπόκριση στη ζήτηση που εκφράζεται αυτοβούλως από μεμονωμένους πελάτες, περιλαμβανομένης της παράδοσης αγαθών ή υπηρεσιών σ’ αυτούς.
( 11 ) Ωστόσο, η εν λόγω απαγόρευση δεν πρέπει να περιορίζει τις πωλήσεις που πραγματοποιούν οι πελάτες του αποκλειστικού αγοραστή εντός της αποκλειστικής περιοχής.
( 12 ) Βλ. σημείο 27 των παρουσών προτάσεων.
( 13 ) Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Wijckmans, F., και Jaques, S., Expert report on the review of the Vertical Block Exemption Regulation – Active sales restrictions in different distribution models and combinations of distribution models – Final report, Υπηρεσία Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Λουξεμβούργο, 2021, σ. 27 (στο εξής: έκθεση εμπειρογνωμόνων)· η υπογράμμιση δική μου.
( 14 ) Βλ. σημείο 51 των κατευθυντήριων γραμμών του 2010.
( 15 ) Η ερμηνεία αυτή μπορεί να συναχθεί επίσης από την έκθεση εμπειρογνωμόνων, υποσημείωση 13, όπ.π., σ. 27 και 28.
( 16 ) Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να παραχωρείται μια αποκλειστική περιοχή σε έναν διανομέα/αγοραστή, όπως την Beevers Kaas, αλλά πρέπει και να προστατεύεται ο εν λόγω διανομέας/αγοραστής από την πραγματοποίηση ενεργητικών πωλήσεων στην περιοχή αυτή από άλλους αγοραστές. Ελλείψει τέτοιας προστασίας, θα ήταν στην πράξη αδύνατη η παραχώρηση αποκλειστικής περιοχής, δεδομένου ότι, ελλείψει απαγόρευσης ενεργητικών πωλήσεων η οποία θα ισχύει για τους λοιπούς αγοραστές και ελλείψει τήρησης της απαγόρευσης αυτής, η εν λόγω περιοχή θα στερούνταν οιασδήποτε αποκλειστικότητας.
( 17 ) Απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2000, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑434/97, EU:C:2000:98, σκέψη 21).
( 18 ) Βλ. σημείο 164 των κατευθυντήριων γραμμών του 2010: «Η αποκλειστική διανομή μπορεί να οδηγήσει σε βελτίωση της αποτελεσματικότητας, ιδίως στην περίπτωση που απαιτούνται επενδύσεις από διανομείς για την προστασία ή τη διαμόρφωση της εικόνας του σήματος. Εν γένει, το επιχείρημα της αύξησης της αποτελεσματικότητας ευσταθεί ιδίως για τα νέα προϊόντα, τα σύνθετα προϊόντα, για προϊόντα οι ιδιότητες των οποίων είναι δύσκολο να εκτιμηθούν πριν την κατανάλωση [(...) «προϊόντα εμπειρίας»] ή ακόμη και μετά την κατανάλωση [(...) «προϊόντα εμπιστοσύνης»]. […]».
( 19 ) Αναφέρομαι σε όλους τους λοιπούς αγοραστές «εντός του ΕΟΧ» και όχι «εντός της Ένωσης», στο μέτρο που η διάταξη περί παραπομπής κάνει λόγο για «[…] ενεργητικές πωλήσεις στην αποκλειστική περιοχή του τελευταίου πραγματοποιούμενες από όλους τους υπόλοιπους αγοραστές του προμηθευτή εντός του [ΕΟΧ]» (η υπογράμμιση δική μου).
( 20 ) Βλ. απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2023, EDP – Energias de Portugal κ.λπ. (C‑331/21, EU:C:2023:812, σκέψεις 82 επ.). Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl στην υπόθεση Coty Germany (C‑230/16, EU:C:2017:603, σημείο 57), σχετικά με τον ίδιο κανονισμό και τις ίδιες κατευθυντήριες γραμμές που είναι υπό εξέταση εν προκειμένω: «δεν αποκλείεται να υιοθετήσει το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ερμηνευτικής του δικαίου της Ένωσης αποστολής του, τις κατευθύνσεις και νομικές εκτιμήσεις που περιέχονται στις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές». Βλ., επίσης, απόφαση της 28ης Ιουνίου 2005, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑208/02 P έως C‑213/02 P και C‑205/02 P, EU:C:2005:408, σκέψεις 210 επ.) (το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι ανακοινώσεις της Επιτροπής, όπως οι κατευθυντήριες γραμμές της, οι οποίες αφορούν τους επιχειρηματίες, αποβλέπουν στην παραγωγή εξωτερικών αποτελεσμάτων, είναι γενικής ισχύος και μπορούν να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα).
( 21 ) Κατά το άρθρο 1, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 2022/720, ως «σύστημα αποκλειστικής διανομής» νοείται «το σύστημα διανομής στο οποίο ο προμηθευτής κατανέμει γεωγραφική περιοχή ή ομάδα πελατών αποκλειστικά στον ίδιο ή σε πέντε αγοραστές κατ’ ανώτατο όριο και θέτει σε όλους τους άλλους αγοραστές του περιορισμούς ως προς την ενεργητική πώληση στην αποκλειστική γεωγραφική περιοχή ή στην αποκλειστική ομάδα πελατών» (η υπογράμμιση δική μου).
( 22 ) ΕΕ 2022, C 248, σ. 1, σημείο 219 (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές του 2022).
( 23 ) Βλ., επίσης, Wijckmans, F., και Tuytschaever, F., «Active sales restrictions revisited», European Competition Law Review, τόμος 25(2), 2004, σ. 110.
( 24 ) Βλ. διάταξη περί παραπομπής (απόδοση στη γλώσσα του πρωτοτύπου), σ. 19 και 20, σημείο 2, δεύτερη περίπτωση.
( 25 ) Η έκθεση εμπειρογνωμόνων, υποσημείωση 13 όπ.π., σ. 37, αναφέρει ένα γενικό παράδειγμα ρήτρας απαγόρευσης ενεργητικών πωλήσεων: «Ο [αγοραστής] θα ασκεί τις δραστηριότητές του εντός [των περιοχών]. Ο [αγοραστής] δεν θα πραγματοποιεί ενεργητικές πωλήσεις σε περιοχές που προορίζονται αποκλειστικά για τον [προμηθευτή] ούτε σε περιοχή που έχει παραχωρηθεί αποκλειστικά σε άλλον αγοραστή ο οποίος ορίζεται από τον προμηθευτή».
( 26 ) Απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, Επιτροπή κατά Volkswagen (C‑74/04 P, EU:C:2006:460, σκέψη 37).
( 27 ) Όπ.π. (σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 28 ) Απόφαση της 6ης Ιανουαρίου 2004, BAI και Επιτροπή κατά Bayer (C‑2/01 P και C‑3/01 P, EU:C:2004:2, σκέψεις 100 έως 102).
( 29 ) Όπ.π. (σκέψη 102).
( 30 ) Βλ. σημείο 25 των κατευθυντήριων γραμμών του 2010.
( 31 ) Απόφαση της 29ης Ιουνίου 2023, Super Bock Bebidas (C‑211/22, στο εξής: απόφαση Super Bock, EU:C:2023:529).
( 32 ) Βλ. απόφαση Super Bock (σκέψεις 47 έως 50).
( 33 ) Όπ.π. (σκέψη 47).
( 34 ) Όπ.π. (σκέψη 48).
( 35 ) Όπ.π. (σκέψη 49).
( 36 ) Όπ.π. (σκέψη 50).
( 37 ) Βλ. σημείο 25, στοιχείο αʹ, των κατευθυντήριων γραμμών του 2010.
( 38 ) Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το γεγονός ότι ο προμηθευτής διαβιβάζει στους διανομείς καταλόγους με τις ελάχιστες τιμές μεταπώλησης (ΕΤΜ) τις οποίες έχει καθορίσει ο ίδιος, ότι τους καλεί να τηρούν, υπό την εποπτεία του, τις τιμές αυτές, επ’ απειλή επιβολής αντιποίνων και ότι μπορεί να εφαρμόσει αρνητικά περιθώρια διανομής σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους παύει να απηχεί μονομερή συμπεριφορά, όταν οι διανομείς τηρούν τις υποδειχθείσες τιμές. Το Δικαστήριο διευκρινίζει, επίσης, ότι η τήρηση, στην πράξη, των εν λόγω τιμών από τους διανομείς ή το αίτημα υπόδειξης των τιμών που υποβάλλεται από τους διανομείς, οι οποίοι δηλώνουν μεν στον προμηθευτή τη δυσαρέσκειά τους για τις υποδεικνυόμενες τιμές, πλην όμως δεν εφαρμόζουν άλλες τιμές με δική τους πρωτοβουλία, συνιστούν περιστάσεις που θα μπορούσαν να απηχούν τη συναίνεση των διανομέων στον εκ μέρους του προμηθευτή καθορισμό των ΕΤΜ.
( 39 ) Βλ. απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2011, Activision Blizzard Germany κατά Επιτροπής (C‑260/09 P, EU:C:2011:62, σκέψη 82).
( 40 ) Βλ. απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 1990, Sandoz Prodotti Farmaceutici κατά Επιτροπής (C‑277/87, EU:C:1990:6, σκέψη 11).
( 41 ) Βλ. απόφαση Super Bock (σκέψη 52).
( 42 ) Ωστόσο, επισημαίνεται ότι, κατά τις κατευθυντήριες γραμμές του 2022 (σημείο 122), «[ό]ταν, για πρακτικούς λόγους και όχι με σκοπό την παρεμπόδιση του παράλληλου εμπορίου, η αποκλειστική γεωγραφική περιοχή ή πελατεία δεν προστατεύεται από τις ενεργητικές πωλήσεις ορισμένων αγοραστών για προσωρινή περίοδο, για παράδειγμα όταν ο προμηθευτής τροποποιεί το σύστημα αποκλειστικής διανομής και ζητεί χρόνο για την αναδιαπραγμάτευση των περιορισμών των ενεργητικών πωλήσεων με ορισμένους αγοραστές, το σύστημα αποκλειστικής διανομής μπορεί να εξακολουθήσει να επωφελείται από την απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του [κανονισμού 2022/720]». Από το ανωτέρω σημείο των κατευθυντήριων γραμμών του 2022 συνάγεται ότι η εν λόγω περίοδος θεωρείται ότι περιορίζεται στο χρονικό διάστημα που απαιτείται προκειμένου να πληρωθεί η απαίτηση παράλληλης επιβολής.
( 43 ) Βλ. σημείο 47 των κατευθυντήριων γραμμών του 2010.
( 44 ) Βλ. απόφαση Super Bock (σκέψεις 37 έως 42) και απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2021, Visma Enterprise (C‑306/20, EU:C:2021:935, σκέψεις 54 έως 82).
( 45 ) Βλ. κατευθυντήριες γραμμές του 2022, σημεία 125 έως 140.