ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
LAILA MEDINA
της 14ης Νοεμβρίου 2024 ( 1 )
Υπόθεση C‑351/23
GR REAL s. r. o.
κατά
PO,
RT
[αίτηση του Krajský súd v Prešove
(περιφερειακού δικαστηρίου Prešov, Σλοβακία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Σύμβαση καταναλωτικής πίστης – Σύμβαση της οποίας η εκπλήρωση εξασφαλίζεται με τη σύσταση εμπράγματης ασφάλειας – Ακίνητο που αποτελεί την οικογενειακή κατοικία του καταναλωτή – Ρήτρα περί πρόωρης λύσης της σύμβασης και υποχρέωσης καταβολής του υπολοίπου της οφειλής – Εξωδικαστικός πλειστηριασμός της κατοικίας του καταναλωτή»
I. Εισαγωγή
|
1. |
Η απόφαση‑ορόσημο Aziz ( 2 ) ανέδειξε τη στενή σύνδεση μεταξύ των «συμπλεκόμενων» διατάξεων του δικαίου προστασίας των καταναλωτών, της νομοθεσίας περί υποθηκών και του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ( 3 ). Έκτοτε, η νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά την οδηγία 93/13/ΕΟΚ ( 4 ) σε σχέση με τη διαδικασία εκτέλεσης συμβάσεων ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων ισχυροποίησε τις δικονομικές εγγυήσεις υπέρ των καταναλωτών. Ο τρόπος με τον οποίο το Δικαστήριο ερμηνεύει την οδηγία 93/13 υπό το πρίσμα του άρθρου 7 και του άρθρου 47, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) έχει συμβάλει στην ανάδυση ενός «κραταιού συστήματος ένδικης προστασίας» ( 5 ) κατά των κατασχέσεων. |
|
2. |
Η υπό κρίση υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να αναπτύξει περαιτέρω τις δικονομικές εγγυήσεις κατά των καταχρηστικών ρητρών στο πλαίσιο εξωδικαστικής διαδικασίας εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης και να εμβαθύνει στο ζήτημα του αντίκτυπου που μπορεί να έχουν προβαλλόμενες δικονομικές πλημμέλειες επί της δυνατότητας του καταναλωτή να προσβάλει την έξωσή του μετά την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω πλειστηριασμού. |
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Η οδηγία 93/13
|
3. |
Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13: «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές». |
Β. Το σλοβακικό δίκαιο
1. Ο αστικός κώδικας
|
4. |
Κατά το άρθρο 151j, παράγραφος 1, του zákon č. 40/1964 Zb. Občiansky zákonník (νόμου 40/1964 περί αστικού κώδικα), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: αστικός κώδικας): «Αν απαίτηση που έχει εξασφαλισθεί με εμπράγματη ασφάλεια δεν ικανοποιηθεί ολοσχερώς και εμπροθέσμως, ο ενέγγυος πιστωτής δύναται να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση επί του βεβαρημένου πράγματος. Στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης επί του βεβαρημένου πράγματος, ο ενέγγυος πιστωτής δύναται να ικανοποιηθεί κατά τον τρόπο που προβλέπεται στη σύμβαση ή με την πώληση του βεβαρημένου πράγματος σε πλειστηριασμό, σύμφωνα με ειδικό νόμο […], ή να απαιτήσει να ικανοποιηθεί με την πώληση του βεβαρημένου πράγματος σύμφωνα με ειδικές νομοθετικές διατάξεις […], εφόσον δεν προβλέπεται άλλως από τον παρόντα κώδικα ή από ειδικό νόμο». |
|
5. |
Το άρθρο 565 του αστικού κώδικα έχει ως εξής: «Σε περίπτωση εξόφλησης σε δόσεις, ο πιστωτής δύναται να ζητήσει την καταβολή του συνολικού ποσού της απαίτησης, λόγω μη εκπλήρωσης της υποχρέωσης καταβολής μίας εκ των μηνιαίων δόσεων, μόνον εφόσον τούτο έχει συμφωνηθεί μεταξύ των μερών ή έχει οριστεί με δικαστική απόφαση. Ωστόσο, ο πιστωτής δύναται να ασκήσει το δικαίωμα αυτό το αργότερο έως την ημερομηνία κατά την οποία καθίσταται ληξιπρόθεσμη η πρώτη επόμενη δόση». |
2. Ο νόμος περί εκούσιων πλειστηριασμών
|
6. |
Το άρθρο 16, παράγραφος 1, του zákon č. 527/2002 Z. z. o dobrovol’ných dražbách (νόμου 527/2002 περί εκούσιων πλειστηριασμών, όπως τροποποιήθηκε· στο εξής: νόμος περί εκούσιων πλειστηριασμών) ορίζει ότι πώληση μέσω πλειστηριασμού δύναται να πραγματοποιηθεί μόνον βάσει γραπτής συμφωνίας υπογραφείσας μεταξύ του επισπεύδοντος την εκτέλεση και του υπαλλήλου του πλειστηριασμού. |
|
7. |
Το άρθρο 19, παράγραφος 1, του νόμου περί εκούσιων πλειστηριασμών έχει ως εξής: «Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού υποχρεούται να αναστείλει τον πλειστηριασμό το αργότερο πριν από την έναρξή του α) κατόπιν γραπτού αιτήματος του επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό, β) εφόσον υποβληθεί στον υπάλληλο του πλειστηριασμού εκτελεστή απόφαση βάσει της οποίας αποδεικνύεται ότι ο επισπεύδων τον πλειστηριασμό δεν δικαιούται να επισπεύσει την εκτέλεση με πλειστηριασμό· σε περίπτωση λήψης προσωρινών μέτρων από δικαστήριο, αρκεί να υποβληθεί στον υπάλληλο του πλειστηριασμού απόδειξη περί του ότι διατάχθηκε τέτοιο μέτρο από δικαστήριο […]». |
|
8. |
Το άρθρο 21, παράγραφος 2, του νόμου περί εκούσιων πλειστηριασμών ορίζει τα εξής: «Σε περίπτωση που η ισχύς της σύμβασης περί σύστασης εμπράγματης ασφάλειας αμφισβητείται ή υπάρχει παράβαση του παρόντος νόμου, το πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι λόγω της παράβασης αυτής θίγονται τα δικαιώματά του δύναται να ζητήσει από το δικαστήριο την κήρυξη της ακυρότητας του πλειστηριασμού. Εντούτοις, το δικαίωμα δικαστικής προσφυγής αποσβέννυται εάν δεν ασκηθεί εντός τριών μηνών από τη διενέργεια του πλειστηριασμού, εκτός εάν οι λόγοι ακύρωσης του πλειστηριασμού αφορούν την τέλεση αξιόποινης πράξης και αν το αντικείμενο του πλειστηριασμού είναι οικία ή διαμέρισμα όπου, κατά την ημερομηνία κατακύρωσης, ο προηγούμενος ιδιοκτήτης είχε τη μόνιμη κατοικία του δυνάμει ειδικής κανονιστικής ρύθμισης· στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητηθεί η κήρυξη ακυρότητας του πλειστηριασμού και μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας». |
3. Ο κώδικας πολιτικής δικονομίας
|
9. |
Κατά το άρθρο 325, παράγραφος 1, του zákon 160/2015 Z. z. Civilný sporový poriadok (νόμου 160/2015 περί κώδικα πολιτικής δικονομίας): «Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη λήψη προσωρινών μέτρων εφόσον είναι αναγκαία η άμεση διόρθωση κατάστασης ή εφόσον υφίσταται κίνδυνος μη εκτέλεσης της δικαστικής αποφάσεως». |
III. Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
|
10. |
Στις 7 Απριλίου 2011 οι PO και RT, εφεσίβλητοι της κύριας δίκης, έλαβαν καταναλωτικό δάνειο ύψους 63000 ευρώ από τη Slovenská Sporiteľňa, a.s. (στο εξής: τράπεζα). Το δάνειο αυτό έπρεπε να αποπληρωθεί σε μηνιαίες δόσεις ύψους 424,41 ευρώ, αρχής γενομένης από τις 20 Ιουνίου 2011, με την τελευταία δόση να είναι καταβλητέα στις 20 Ιανουαρίου 2030. Επιπλέον, οι εφεσίβλητοι συνήψαν αυθημερόν και σύμβαση σύστασης υποθήκης για την εξασφάλιση του δανείου. Το αντικείμενο της σύμβασης σύστασης της υποθήκης ήταν η οικία στην οποία κατοικούσαν οι PO και RT με τα τρία παιδιά τους. |
|
11. |
Με επιστολή της 3ης Νοεμβρίου 2016, η τράπεζα κατήγγειλε τη σύμβαση με άμεση ισχύ και κάλεσε τους PO και RT να καταβάλουν ολόκληρο το υπόλοιπο της οφειλής, ανερχόμενο σε 56888,08 ευρώ ( 6 ). Σύμφωνα με τη σλοβακική νομοθεσία, ο επισπεύδων ενυπόθηκος δανειστής δικαιούται να ζητήσει την εκούσια πώληση μέσω πλειστηριασμού του βεβαρημένου με υποθήκη ακινήτου, εφόσον τα μέρη συμφώνησαν προς τούτο. |
|
12. |
Στις 21 Απριλίου 2017 οι PO και RT άσκησαν ανακοπή ενώπιον του Okresný súd Prešov (πρωτοδικείου Prešov, Σλοβακία) με αίτημα να υποχρεωθεί η τράπεζα να απόσχει από την εκτέλεση της σύμβασης ενυπόθηκου δανείου μέσω εκούσιου πλειστηριασμού. Στην ανακοπή τους, οι PO και RT ισχυρίστηκαν ότι η τράπεζα δεν είχε το δικαίωμα να απαιτήσει πρόωρα ολόκληρο το υπόλοιπο της οφειλής, καθώς τα μέρη της δανειακής σύμβασης δεν είχαν συνάψει σχετική συμφωνία. Ζήτησαν επίσης να ληφθούν προσωρινά μέτρα ώστε η τράπεζα να υποχρεωθεί να μην προχωρήσει στην εκτέλεση μέχρι το πέρας της διαγνωστικής δίκης. |
|
13. |
Στις 25 Απριλίου 2017 διεξήχθη ο πρώτος γύρος του πλειστηριασμού, στον οποίο ο PO προέβαλε ένσταση κατά της διαδικασίας του πλειστηριασμού, επικαλούμενος την εκκρεμή δίκη. Ο πρώτος γύρος του εκούσιου πλειστηριασμού απέβη άκαρπος, καθώς δεν υποβλήθηκαν προσφορές. |
|
14. |
Με διάταξη της 26ης Μαΐου 2017, το Okresný súd Prešov (πρωτοδικείο Prešov) απέρριψε την αίτηση προσωρινών μέτρων, χωρίς να εξετάσει τους ισχυρισμούς των εναγόντων ότι η τράπεζα προσέβαλε τα δικαιώματά τους απαιτώντας να καταβληθεί ολόκληρο το υπόλοιπο της οφειλής. Οι PO και RT άσκησαν έφεση κατά της διατάξεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Krajský súd v Prešove (περιφερειακού δικαστηρίου Prešov, Σλοβακία). |
|
15. |
Ενώ εκκρεμούσε η εφετειακή δίκη, διεξήχθη ο δεύτερος γύρος του πλειστηριασμού, στις 18 Ιουλίου 2017. Κατά τη διάρκειά του, ο PO επισήμανε στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και στον συμβολαιογράφο ότι εκκρεμούσε ένδικη διαδικασία για την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης. Εντούτοις, ούτε ο συμβολαιογράφος ούτε ο υπάλληλος του πλειστηριασμού έλαβαν υπόψη τη δήλωση του PO. |
|
16. |
Ο υπερθεματιστής στον πλειστηριασμό ήταν η GR REAL, εταιρία η οποία, μεταξύ άλλων, παρέχει πιστώσεις και δάνεια, ενώ διαθέτει ακίνητα οικιστικής και μη οικιστικής χρήσης. Σύμφωνα με τη σλοβακική νομοθεσία, κατόπιν της πλειοδοσίας, το δικαίωμα της κυριότητας επί της περιουσίας μεταβιβάζεται στον υπερθεματιστή. |
|
17. |
Με απόφαση της 9ης Αυγούστου 2017, το Krajský súd v Prešove (περιφερειακό δικαστήριο Prešov) αποφάνθηκε επί της έφεσης των PO και RT, εξαφάνισε την απόφαση του Okresný súd Prešov (πρωτοδικείου Prešov) και ανέπεμψε την υπόθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Κατά το Krajský súd v Prešove (περιφερειακό δικαστήριο Prešov), το δικαστήριο του πρώτου βαθμού όφειλε να λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό των PO και RT ότι δεν είχαν συνάψει με την τράπεζα συμφωνία δυνάμει της οποίας η τελευταία θα μπορούσε να απαιτήσει να καταβληθεί πρόωρα ολόκληρο το υπόλοιπο της οφειλής ( 7 ). Επιπλέον, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όφειλε να εφαρμόσει την αρχή της αναλογικότητας και να εξετάσει εάν ο εκούσιος πλειστηριασμός συνιστά κατάλληλο μέτρο, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τη φύση του εκπλειστηριαζόμενου ακινήτου ως οικογενειακής κατοικίας των PO και RT, καθώς και τη διαθεσιμότητα εναλλακτικών μέσων για την ικανοποίηση της απαίτησης του πιστωτή. |
|
18. |
Στις 19 Δεκεμβρίου 2017 οι PO και RT παραιτήθηκαν από την ανακοπή τους με αίτημα την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης μέσω εκούσιου πλειστηριασμού, διότι ο πλειστηριασμός είχε ήδη διεξαχθεί, συνεπώς η ανακοπή τους κατέστη άνευ αντικειμένου. Με απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2018, το Okresný súd Prešov (πρωτοδικείο Prešov) κατάργησε τη δίκη και καταδίκασε τους PO και RT στο σύνολο των δικαστικών εξόδων στα οποία είχε υποβληθεί η τράπεζα. |
|
19. |
Κατόπιν του πλειστηριασμού, η GR REAL καταχωρίστηκε στο κτηματολόγιο ως ιδιοκτήτρια της οικίας και κάλεσε τους PO και RT να εκκενώσουν την οικογενειακή κατοικία. |
|
20. |
Οι PO και RT αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν την οικία τους, όπου ζουν με τα τρία παιδιά τους, δύο εκ των οποίων είναι ανήλικα και πάσχουν από σοβαρή ψυχολογική διαταραχή. Επιπλέον, ο PO υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και χρήζει καθημερινής φροντίδας. |
|
21. |
Η GR REAL διέκοψε την πρόσβαση της οικίας σε υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, όπως το νερό και το ηλεκτρικό ρεύμα. Άσκησε επίσης εξωστική αγωγή με αίτημα οι εναγόμενοι να εκκενώσουν το ακίνητο. Η εξωστική αγωγή απορρίφθηκε από το Okresný súd Prešov (πρωτοδικείο Prešov), καθώς και σε δεύτερο βαθμό από το Krajský súd v Prešove (περιφερειακό δικαστήριο Prešov). Αμφότερα τα δικαστήρια έλαβαν υπόψη το γεγονός ότι το επίμαχο ακίνητο αποτελούσε την κατοικία των PO και RT και των τριών παιδιών τους και ότι η έξωση θα ήταν αντίθετη στα χρηστά ήθη. Το Najvyšší súd Slovenskej republiky (Ανώτατο Δικαστήριο της Σλοβακικής Δημοκρατίας) με απόφαση της 8ης Απριλίου 2021 αναίρεσε και τις δύο αποφάσεις και έκρινε ότι τα δικαστήρια της ουσίας θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους το δικαίωμα κυριότητας της εταιρίας GR REAL. |
|
22. |
Με τη δεύτερη απόφασή του, το Okresný súd Prešov (πρωτοδικείο Prešov), υποχρέωσε τους PO και RT να εκκενώσουν το ακίνητο. Επιπλέον, απέρριψε την ανταγωγή τους με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητάς τους επί της οικίας. Κρίθηκε ότι το ακίνητο πωλήθηκε μέσω εκούσιου πλειστηριασμού, ο πλειστηριασμός αυτός δεν κηρύχθηκε άκυρος και το επιληφθέν δικαστήριο ήταν αναρμόδιο να αποφανθεί επί της εγκυρότητας του πλειστηριασμού. |
|
23. |
Η GR REAL άσκησε έφεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά του μέρους της πρωτόδικης αποφάσεως με το οποίο δεν της επιδικάστηκε αποζημίωση για τα δικαστικά έξοδα. Οι PO και RT άσκησαν επίσης έφεση κατά της αποφάσεως αυτής κατά το μέρος που υποχρεώθηκαν να εκκενώσουν το ακίνητο και απορρίφθηκε η ανταγωγή τους. |
|
24. |
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι το κεντρικό ζήτημα που τίθεται στην κύρια δίκη είναι κατά πόσον οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης οι οποίες διέπουν την προστασία των καταναλωτών εφαρμόζονται σε περίπτωση που ο πλειστηριασμός διεξήχθη παρά το γεγονός ότι οι καταναλωτές είχαν κινήσει ένδικη διαδικασία και επισήμαναν την εκκρεμή δίκη στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. |
|
25. |
Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει τη σημασία που έχει στη σλοβακική έννομη τάξη η αρχή της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της καλής πίστης του υπερθεματιστή που αποκτά το ακίνητο. Ωστόσο, η καλή πίστη δεν προστατεύεται όταν οι περιστάσεις που σχετίζονται με την απόκτηση του ακινήτου είναι «προβληματικές». Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί «προβληματικό» το γεγονός ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, το πρόσωπο που απέκτησε το ακίνητο ενημερώθηκε για την ύπαρξη εκκρεμούς ένδικης διαδικασίας. |
|
26. |
Όσον αφορά τη δυνατότητα του καταναλωτή να ζητήσει εκ των υστέρων δικαστική προστασία, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το άρθρο 21, παράγραφος 2, του νόμου περί εκούσιων πλειστηριασμών προβλέπει μόνον τρεις λόγους ακύρωσης του πλειστηριασμού, κανένας εκ των οποίων δεν παρέχει στον καταναλωτή τη δυνατότητα να επικαλεστεί την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών. Ειδικότερα, κατά το αιτούν δικαστήριο, ο καταχρηστικός χαρακτήρας της επίμαχης ρήτρας περί πρόωρης λύσης της σύμβασης και υποχρέωσης καταβολής του υπολοίπου της οφειλής δεν εμπίπτει στον δεύτερο από τους λόγους αυτούς, ήτοι την ακυρότητα της σύμβασης σύστασης της ασφάλειας. Και τούτο διότι η ρήτρα πρόωρης λύσης αφορά το ποσό της πίστωσης και την προθεσμία εξόφλησής της, και όχι την εξασφάλιση της πίστωσης και την εκτέλεσή της. |
|
27. |
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι πρέπει να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχουν εφαρμογή σε διαδικασία όπως η επίμαχη της κύριας δίκης, στην οποία ο καταναλωτής χρησιμοποίησε τα νόμιμα μέσα για να αναστείλει την αναγκαστική εκτέλεση, πλην όμως η εκτέλεση πραγματοποιήθηκε. Διερωτάται επίσης εάν η σλοβακική νομοθεσία περί εξωδικαστικών πλειστηριασμών αντιβαίνει στην οδηγία 93/13, καθόσον δεν προβλέπει αποτελεσματικά μέσα ώστε ο καταναλωτής να αναστείλει την αναγκαστική εκτέλεση. |
|
28. |
Τέλος, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν η οδηγία 2005/29/ΕΚ ( 8 ) ασκεί επιρροή στην υπόθεση της κύριας δίκης όσον αφορά την πρακτική του υπαλλήλου του πλειστηριασμού. |
|
29. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Krajský súd v Prešove (περιφερειακό δικαστήριο Prešov) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
|
30. |
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η GR REAL, η Σλοβακική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το Δικαστήριο απηύθυνε στο αιτούν δικαστήριο αίτημα παροχής πληροφοριών, καθώς και αίτημα παροχής διευκρινίσεων. Το αιτούν δικαστήριο απάντησε στα εν λόγω αιτήματα στις 20 Ιουλίου 2023 και στις 13 Μαΐου 2024, αντίστοιχα. Έθεσα ερωτήσεις προς γραπτή απάντηση στους διαδίκους της κύριας δίκης καθώς και στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδιαφερομένους, σύμφωνα με το άρθρο 62 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Οι διάδικοι της κύριας δίκης, η Σλοβακική Κυβέρνηση και η Επιτροπή απάντησαν στις ερωτήσεις μου. Το αιτούν δικαστήριο έλαβε επίσης θέση επί των ζητημάτων αυτών. |
IV. Ανάλυση
Α. Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
|
31. |
Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου την οποία θεσπίζει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, στο Δικαστήριο εναπόκειται να δώσει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα επιλύσεως της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το ως άνω πρίσμα, το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώσει, εφόσον είναι αναγκαίο, τα προδικαστικά ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί ( 9 ). |
|
32. |
Στην υπό κρίση υπόθεση, μολονότι, από τυπικής απόψεως, το αιτούν δικαστήριο περιόρισε το δεύτερο ερώτημά του στην ερμηνεία της οδηγίας 93/13, το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που μπορούν να είναι χρήσιμα για την εκδίκαση της υπόθεσης της κύριας δίκης, συνάγοντας από το σύνολο των στοιχείων που του παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, και ιδίως από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που χρήζουν ερμηνείας, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς ( 10 ). |
|
33. |
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία, ειδικότερα, του άρθρου 6, παράγραφος 1, και του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13. Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα ουσιαστικά αφορά επίσης τα άρθρα 7 και 47 του Χάρτη, τα οποία συγκαταλέγει μεταξύ των κρίσιμων στοιχείων του δικαίου της Ένωσης.. Πράγματι, το ερώτημα αυτό εγείρει αμφιβολίες ως προς τις δικονομικές εγγυήσεις που παρέχει στους καταναλωτές το εθνικό δικονομικό δίκαιο περί εξωδικαστικής αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν η εκτέλεση αυτή αφορά την κατοικία καταναλωτή. Οι διατάξεις αυτές, επομένως, πρέπει να συμπεριληφθούν στις ρυθμίσεις της Ένωσης των οποίων την ερμηνεία ζητεί το αιτούν δικαστήριο. |
|
34. |
Επιπλέον, μολονότι με τη διατύπωση του ερωτήματός του το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στην έλλειψη δυνατότητας του καταναλωτή να προβάλει αντιρρήσεις ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι οι αμφιβολίες του αφορούν, γενικότερα, την έλλειψη διαδικαστικών εγγυήσεων που να συνεπάγονται την έκδοση δικαστικής αποφάσεως περί αναστολής της διαδικασίας εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης. |
|
35. |
Ως εκ τούτου, με το δεύτερο ερώτημά του, το οποίο ενδείκνυται να εξεταστεί πρώτο, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 47 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αποκλείουν εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία, στο πλαίσιο εξωδικαστικής εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης επί ακινήτου που αποτελεί την οικογενειακή κατοικία του καταναλωτή, αφενός, επιτρέπει τη διενέργεια πλειστηριασμού του ακινήτου αυτού πριν από την έκδοση αποφάσεως του δικαστηρίου που είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης και να κηρύξει καταχρηστική τη ρήτρα στην οποία βασίστηκε η εκτέλεση, μολονότι ο καταναλωτής επιδίωξε την αναστολή του πλειστηριασμού, αφετέρου, δεν παρέχει οποιαδήποτε δυνατότητα ακύρωσης του πλειστηριασμού λόγω της ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στη σύμβαση της οποίας ζητείται η εκτέλεση. |
|
36. |
Επισημαίνεται ότι το εν λόγω ερώτημα τίθεται στο πλαίσιο συγκεκριμένης διαδικασίας εξωδικαστικής εκτέλεσης, η οποία διέπεται από τον νόμο περί εκουσίων πλειστηριασμών ( 11 ). Η διαδικασία αυτή επιτρέπει σε πιστωτή να εκτελέσει εμπράγματη ασφάλεια και να πωλήσει μέσω πλειστηριασμού το ακίνητο οφειλέτη (που μπορεί να είναι και καταναλωτής) βάσει της σύμβασης πίστωσης, χωρίς προηγούμενη παρέμβαση των δικαστηρίων ως προς τον έλεγχο της απαίτησης ( 12 ). |
|
37. |
Επιπλέον, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, η διαδικασία αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εκτέλεση απαίτησης από υποθήκη επί οικιστικού ακινήτου, η οποία εξασφαλίζεται από ακίνητο το οποίο εξυπηρετεί βασικές ανάγκες του καταναλωτή, όπως είναι για παράδειγμα η κατοικία ( 13 ). |
|
38. |
Υπενθυμίζεται ότι με την απόφαση Kušionová ( 14 ) το Δικαστήριο έκρινε ότι η οδηγία 93/13 δεν αντιτίθεται στο σλοβακικό σύστημα εξωδικαστικής πώλησης μέσω πλειστηριασμού. Όπως επισήμανα στις προτάσεις μου στην υπόθεση Všeobecná úverová banka ( 15 ), ωστόσο, το συμπέρασμα αυτό τελούσε υπό την προϋπόθεση της διαθεσιμότητας αποτελεσματικών μέσων προς αμφισβήτηση της αναγκαστικής εκτέλεσης βασιζόμενης σε τυχόν καταχρηστικές ρήτρες. |
|
39. |
Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αναδεικνύει στοιχεία που δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την αποτελεσματικότητα των διαθέσιμων μέσων δικαστικού ελέγχου. Ειδικότερα, οι καταναλωτές αμφισβήτησαν ενεργά την εκτέλεση, πλην όμως, παρά την ενεργό στάση τους, ο πλειστηριασμός πραγματοποιήθηκε. |
|
40. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να διευκρινιστεί εάν η οδηγία 93/13 αντιτίθεται σε σύστημα εξωδικαστικής εκτέλεσης το οποίο i) δεν προβλέπει αποτελεσματικά μέσα που να παρέχουν στον καταναλωτή τη δυνατότητα να αποτρέψει την πώληση μέσω πλειστηριασμού ενόσω εκκρεμεί η ανακοπή του κατά της εκτέλεσης και ii) δεν προβλέπει μέσα που να καθιστούν δυνατή την ακύρωση του πλειστηριασμού λόγω καταχρηστικών ρητρών. |
1. Το ζήτημα των αποτελεσματικών μέσων αναστολής της εξωδικαστικής εκτέλεσης
|
41. |
Η πρώτη πτυχή του δεύτερου ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου αφορά, κατ’ ουσίαν, την έλλειψη αποτελεσματικών μέσων που να παρέχουν στον καταναλωτή τη δυνατότητα να αποτρέψει τον πλειστηριασμό του ακινήτου ενόσω εκκρεμεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου η εκδίκαση του ενδίκου βοηθήματός του κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης λόγω της ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στη σύμβαση της οποίας ζητείται η εκτέλεση. |
α) Η απαίτηση αποτελεσματικού ελέγχου των καταχρηστικών ρητρών
|
42. |
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η οδηγία 93/13 βασίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία, τόσο ως προς τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης όσο και ως προς το επίπεδο της πληροφόρησης ( 16 ). |
|
43. |
Ακριβώς λόγω της ασθενέστερης θέσης στην οποία βρίσκονται οι καταναλωτές, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας προβλέπει ότι αυτοί δεν δεσμεύονται από τις καταχρηστικές ρήτρες. Πρόκειται για διάταξη αναγκαστικού δικαίου η οποία έχει ως σκοπό να αντικαταστήσει την τυπική ισορροπία που εισάγει η σύμβαση μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων με μια ουσιαστική ισορροπία, ικανή να αποκαταστήσει τη μεταξύ τους ισότητα ( 17 ). |
|
44. |
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι ο εθνικός δικαστής οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/13 και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να επανορθώνει την υφιστάμενη μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία έλλειψη ισορροπίας, εφόσον έχει στη διάθεσή του τα απαραίτητα προς τούτο νομικά και πραγματικά στοιχεία ( 18 ). |
|
45. |
Εξάλλου, δεδομένης της φύσης και της σπουδαιότητας του δημοσίου συμφέροντος το οποίο συνίσταται στην προστασία των καταναλωτών, η οδηγία 93/13 επιβάλλει στα κράτη μέλη, όπως προκύπτει από το άρθρο της 7, παράγραφος 1, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με την εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη της, την υποχρέωση να προβλέπουν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα «προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές» ( 19 ). |
|
46. |
Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίσουν την αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων που οι ιδιώτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης συνεπάγεται, ιδίως όσον αφορά τα δικαιώματα που απορρέουν από την οδηγία 93/13, ύπαρξη απαίτησης περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, η οποία επιβεβαιώνεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής και κατοχυρώνεται επίσης στο άρθρο 47 του Χάρτη, ισχύει δε, μεταξύ άλλων, ως προς τον καθορισμό των δικονομικών προϋποθέσεων των ενδίκων βοηθημάτων που βασίζονται σε τέτοια δικαιώματα ( 20 ). |
|
47. |
Συναφώς, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι, όταν δεν ασκείται αποτελεσματικός έλεγχος του δυνητικά καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών της οικείας συμβάσεως, δεν είναι δυνατόν να διασφαλιστεί ο σεβασμός των δικαιωμάτων που παρέχει η οδηγία 93/13 ( 21 ). |
|
48. |
Σημειωτέον ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στην οδηγία πρέπει να διασφαλίζεται, εφόσον παρίσταται αναγκαίο, και στο πλαίσιο διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης ( 22 ) και, πιο συγκεκριμένα, στο πλαίσιο διαδικασιών εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης ( 23 ). |
β) Η αποτελεσματική προστασία των καταναλωτών στο πλαίσιο διαδικασίας εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης
|
49. |
Όσον αφορά τις διαδικασίες εκτέλεσης ενυπόθηκων απαιτήσεων, το Δικαστήριο έχει διαμορφώσει ολοκληρωμένες απαιτήσεις αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας έναντι των καταχρηστικών ρητρών που περιέχονται στη σύμβαση της οποίας ζητείται η εκτέλεση. |
|
50. |
Ειδικότερα, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να εκτιμούν τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικών ρητρών πριν από τη διενέργεια πλειστηριασμού που οδηγεί στην έξωση του καταναλωτή από την κατοικία του. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επ’ αυτού ότι, σε περίπτωση που η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης ολοκληρωθεί πριν από την έκδοση της αποφάσεως του δικαστή της ουσίας με την οποία κρίνεται καταχρηστική η συμβατική ρήτρα στην οποία στηρίζεται η εν λόγω αναγκαστική εκτέλεση και, κατά συνέπεια, κηρύσσεται άκυρη η διαδικασία αυτή, η απόφαση αυτή εξασφαλίζει στον καταναλωτή μόνον εκ των υστέρων προστασία συνιστάμενη στην καταβολή αποζημιώσεως, η οποία είναι ελλιπής και ανεπαρκής και δεν αποτελεί ούτε κατάλληλο ούτε αποτελεσματικό μέσο για την παύση της χρησιμοποιήσεως της ίδιας αυτής ρήτρας, αντιθέτως προς τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 ( 24 ). |
|
51. |
Επιπλέον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες πρέπει να παρέχουν στο εθνικό δικαστήριο τη δυνατότητα λήψης προσωρινών μέτρων δυνάμενων να αναστείλουν παράνομη διαδικασία εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης ή να τη διακόψουν, όταν η λήψη τέτοιων μέτρων αποβαίνει αναγκαία για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της αποφάσεώς του ( 25 ). |
|
52. |
Συνακόλουθα, η πλήρης αποτελεσματικότητα της προστασίας του καταναλωτή την οποία επιδιώκει η οδηγία 93/13 επιβάλλει, περαιτέρω, την αναστολή της διαδικασίας εκτέλεσης, κατά περίπτωση βάσει κανόνων οι οποίοι να μην αποθαρρύνουν τον καταναλωτή από το να ασκήσει μέσο ένδικης προστασίας και να εμμείνει στην εκδίκασή του, έως ότου το αρμόδιο δικαστήριο εξετάσει τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών της οικείας συμβάσεως ( 26 ). |
|
53. |
Η νομολογία αυτή εφαρμόζεται κατά μείζονα λόγο σε περίπτωση που, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν προηγείται δικαστικός έλεγχος της διαδικασίας εξωδικαστικής εκτέλεσης και της σύμβασης της οποίας ζητείται η εκτέλεση, παρότι η διαδικασία εκτέλεσης αφορά την κατοικία του καταναλωτή και της οικογένειάς του, που περιλαμβάνει ανήλικα τέκνα. |
γ) Η αποτελεσματική προστασία της οικογενειακής κατοικίας του καταναλωτή
|
54. |
Η νομολογία του Δικαστηρίου αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι το ενυπόθηκο ακίνητο αποτελεί την κατοικία του καταναλωτή, καθώς το Δικαστήριο κρίνει ότι το δικαίωμα στον σεβασμό της κατοικίας είναι κατοχυρωμένο στο άρθρο 7 του Χάρτη θεμελιώδες δικαίωμα, το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το εθνικό δικαστήριο κατά την εφαρμογή της οδηγίας 93/13 ( 27 ). Όπως επισημαίνεται στη θεωρία, η ερμηνεία της οδηγίας 93/13 από το Δικαστήριο «κινείται προς την κατεύθυνση της αναγνώρισης του δικαιώματος στην κατοικία ως αναπόσπαστου στοιχείου της προστασίας των καταναλωτών» ( 28 ). |
|
55. |
Λαμβανομένης υπόψη της επέμβασης στα θεμελιώδη δικαιώματα του καταναλωτή, η διαδικασία εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης που αφορά την κατοικία του καταναλωτή πρέπει να διασφαλίζει «τον υψηλότερο βαθμό δικονομικής αυστηρότητας» ( 29 ). |
|
56. |
Οι «δικονομικές συνέπειες» ( 30 ) του άρθρου 7 του Χάρτη αντικατοπτρίζονται επίσης και στην ένταση του δικαστικού ελέγχου των ρητρών που καθορίζουν τη δυνατότητα κίνησης της διαδικασίας εκτέλεσης, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη ρήτρα, η οποία παρέχει στον δανειστή τη δυνατότητα να λύσει πρόωρα τη σύμβαση, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή του υπολοίπου της οφειλής, και να κατάσχει την κατοικία του καταναλωτή. |
|
57. |
Ειδικότερα, στην απόφαση Všeobecná úverová banka ( 31 ) το Δικαστήριο έκρινε ότι, λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων που μπορεί να έχει μια ρήτρα περί πρόωρης λύσεως ( 32 ) σύμβασης καταναλωτικής πίστης εξασφαλισμένης με εμπράγματη ασφάλεια επί της οικογενειακής κατοικίας, ο εθνικός δικαστής οφείλει, μεταξύ άλλων, να εξετάσει τον αναλογικό χαρακτήρα της ευχέρειας που παρέχεται στον πιστωτή να απαιτήσει, δυνάμει της ρήτρας αυτής, το σύνολο των οφειλόμενων ποσών κατά την εκτίμηση του ενδεχομένως καταχρηστικού χαρακτήρα της. |
|
58. |
Συναφώς, στο πλαίσιο της εκτίμησης των μέσων που παρέχουν στον καταναλωτή τη δυνατότητα να άρει τις συνέπειες της απαίτησης καταβολής του συνόλου των ποσών που οφείλονται βάσει της δανειακής σύμβασης, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη τις επιπτώσεις της έξωσης του καταναλωτή και της οικογενείας του από τη στέγη η οποία αποτελεί την κύρια κατοικία τους, υπό το πρίσμα του άρθρου 7 του Χάρτη ( 33 ). |
|
59. |
Επισημαίνεται ότι το άρθρο 7 του Χάρτη, το οποίο αναγνωρίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του, αντιστοιχεί στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), ενώ το άρθρο 47 του Χάρτη, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου, αντιστοιχεί στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ ( 34 ). |
|
60. |
Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, το οποίο αποσκοπεί στη διασφάλιση της αναγκαίας συνοχής μεταξύ των δικαιωμάτων που περιλαμβάνονται σε αυτόν και των αντίστοιχων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ χωρίς να θίγεται η αυτονομία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη, όταν ερμηνεύει τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 47 του Χάρτη, τα αντίστοιχα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, και στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύονται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), ως όριο ελάχιστης προστασίας ( 35 ). |
|
61. |
Όσον αφορά τις διαδικασίες κατάσχεσης, κατά πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, η απώλεια της κατοικίας αποτελεί την πιο σοβαρή προσβολή του δικαιώματος σεβασμού της κατοικίας ( 36 ). |
|
62. |
Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Rousk κατά Σουηδίας ( 37 ), η εκτέλεση έλαβε χώρα πριν από την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως επί της έφεσης. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι η διαδικασία λήψης αποφάσεων που οδηγεί σε τόσο σημαντική προσβολή όσο η απώλεια της κατοικίας πρέπει να είναι δίκαιη ( 38 ). Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα ένδικα βοηθήματα και οι δικονομικές εγγυήσεις που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο είναι «πράγματι διαθέσιμα και επαρκή, όχι μόνον θεωρητικώς, αλλά και στην πράξη, […] η έξωση θα έπρεπε να είχε αναβληθεί έως ότου επιλυθούν τα υποκείμενα επίδικα ζητήματα» ( 39 ). |
|
63. |
Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου και του ΕΔΔΑ, ο καταναλωτής πρέπει να έχει αποτελεσματική και ουσιαστική δυνατότητα δικαστικού ελέγχου των καταχρηστικών ρητρών που περιέχονται στη σύμβαση της οποίας ζητείται η εκτέλεση πριν από την πώληση της κατοικίας του μέσω πλειστηριασμού. Ο πλειστηριασμός δεν επιτρέπεται να ολοκληρωθεί μέχρι το αρμόδιο δικαστήριο να προβεί στον σχετικό έλεγχο και να αποφανθεί επί του ζητήματος εάν οι ρήτρες της σύμβασης είναι καταχρηστικές. Συνεπώς, τα μέσα δικαστικού ελέγχου των καταχρηστικών ρητρών δεν μπορούν να θεωρηθούν αποτελεσματικά εάν ο πλειστηριασμός μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά το γεγονός ότι εκκρεμεί ένδικη διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας ο καταναλωτής προσβάλλει την αναγκαστική εκτέλεση και επιδιώκει να επιτύχει την αναστολή ή την παύση της. |
δ) Η εφαρμογή των ανωτέρω στην υπόθεση της κύριας δίκης
|
64. |
Εν προκειμένω, οι καταναλωτές άσκησαν έφεση κατά της διατάξεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή τους για τη λήψη προσωρινών μέτρων χωρίς να εξεταστεί ο ισχυρισμός τους ότι η τράπεζα δεν είχε δικαίωμα να ζητήσει να καταβληθεί πρόωρα ολόκληρο το υπόλοιπο της οφειλής ( 40 ). Ενώ εκκρεμούσε η έφεση, έλαβε χώρα ο πλειστηριασμός, μολονότι οι καταναλωτές είχαν ενημερώσει τον υπάλληλο του πλειστηριασμού για την εκκρεμή δίκη. |
|
65. |
Μολονότι η εθνική νομοθεσία προβλέπει ορισμένα μέσα έννομης προστασίας με σκοπό να καταστεί δυνατή η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης ( 41 ), από τις περιστάσεις της κύριας δίκης προκύπτει ότι στην πράξη τα διαθέσιμα μέσα δεν είναι επαρκώς συντονισμένα ώστε να διασφαλίζεται ότι ο πλειστηριασμός δεν θα υπερισχύσει της ένδικης διαδικασίας. Το αιτούν δικαστήριο επισήμανε ότι οι καταναλωτές ουδόλως δύνανται να επηρεάσουν τον χρόνο που θα χρειαστεί το δικαστήριο για την έκδοση της οριστικής του αποφάσεως ή της αποφάσεως λήψης προσωρινών μέτρων. Έτσι, ακόμη και ένας καταναλωτής που προασπίζεται ενεργά τα δικαιώματά του ενδέχεται να μην είναι σε θέση να επιτύχει την αναστολή της εκτέλεσης. |
|
66. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, τα υφιστάμενα μέσα έννομης προστασίας τα οποία τίθενται στη διάθεση των καταναλωτών στο πλαίσιο της εξωδικαστικής διαδικασίας εκτέλεσης δεν φαίνεται να παρέχουν σε αυτούς αποτελεσματική και ουσιαστική δυνατότητα δικαστικού ελέγχου των καταχρηστικών ρητρών και αποτροπής του πλειστηριασμού πριν από τη διενέργειά του. |
|
67. |
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, φρονώ ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 47 του Χάρτη, αντιτίθενται στην επίμαχη εν προκειμένω εθνική νομοθετική ρύθμιση σχετικά με την εξωδικαστική εκτέλεση, στον βαθμό που δεν φαίνεται να παρέχει στους καταναλωτές αποτελεσματικές δικονομικές εγγυήσεις έναντι της αναγκαστικής εκτέλεσης και της πώλησης της κατοικίας τους μέσω πλειστηριασμού. |
2. Η ακύρωση του πλειστηριασμού λόγω ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών
|
68. |
Η δεύτερη πτυχή του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου αφορά την έλλειψη δυνατότητας των καταναλωτών να άρουν εκ των υστέρων τις συνέπειες της εκούσιας πώλησης μέσω πλειστηριασμού. Το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι κανένας από τους τρεις λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 21, παράγραφος 2, του νόμου περί εκούσιων πλειστηριασμών δεν παρέχει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να επικαλεστούν την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών στη σύμβαση βάσει της οποίας ζητήθηκε η εκτέλεση. |
|
69. |
Η Σλοβακική Κυβέρνηση, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, υποστηρίζει ότι η ερμηνεία της επίμαχης εθνικής ρύθμισης από το αιτούν δικαστήριο δεν είναι ορθή. Παραπέμπει στην πρόσφατη νομολογία του Najvyšší súd Slovenskej republiky (Ανωτάτου Δικαστηρίου της Σλοβακικής Δημοκρατίας) ( 42 ), το οποίο υιοθετεί ευρεία ερμηνεία της σχετικής νομοθετικής διατάξεως, βάσει της οποίας η ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών στη σύμβαση πίστωσης συνιστά λόγο κήρυξης ακυρότητας του πλειστηριασμού. Κατά τη νομολογία αυτήν, όπως παρατίθεται από τη Σλοβακική Κυβέρνηση, πρέπει να παρέχεται αυτή η δυνατότητα, δεδομένου ότι του πλειστηριασμού δεν προηγείται οποιοσδήποτε προκαταρκτικός έλεγχος ή εξέταση της οφειλής και επαλήθευση της τήρησης των όρων του πλειστηριασμού. Επιπλέον, από την ίδια νομολογία προκύπτει ότι ο οφειλέτης πρέπει να μπορεί να επικαλεστεί την παράβαση κάθε δικονομικής ή ουσιαστικής προϋπόθεσης που επηρεάζει την εκτέλεση της εμπράγματης ασφάλειας και της πώλησης μέσω πλειστηριασμού, καθώς και να έχει τη δυνατότητα να προσβάλει το κύρος της σύμβασης πίστωσης ή της εμπράγματης ασφάλειας, όπως και το ύψος και τον χαρακτήρα της απαίτησης. |
|
70. |
Η νομολογία του Najvyšší súd Slovenskej republiky (Ανωτάτου Δικαστηρίου της Σλοβακικής Δημοκρατίας) ενισχύει το συμπέρασμα ότι ο καταναλωτής πρέπει να είναι σε θέση να επιτύχει την ακύρωση του πλειστηριασμού λόγω της ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στη σύμβαση πίστωσης που αποτελεί τη βάση της αναγκαστικής εκτέλεσης όταν η εκτέλεση αυτή κινήθηκε χωρίς να προηγηθεί δικαστικός έλεγχος της απαίτησης. |
|
71. |
Το Δικαστήριο απηύθυνε στο αιτούν δικαστήριο αίτημα παροχής διευκρινίσεων ως προς το εάν, κατόπιν των οικείων παρατηρήσεων της Σλοβακικής Κυβέρνησης, εξακολουθεί να είναι αναγκαία η απάντηση στο σκέλος του ερωτήματός του που αφορούσε τους λόγους για τους οποίους μπορεί να κηρυχθεί η ακυρότητα πλειστηριασμού. |
|
72. |
Το αιτούν δικαστήριο, με την απάντησή του στο αίτημα παροχής διευκρινίσεων, ενέμεινε στο ερώτημά του. Επισήμανε ότι, κατά τον χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού το 2017, δεν υπήρχε νομολογία που να αναγνωρίζει ότι οι καταχρηστικές ρήτρες συνιστούν ενδεχόμενο λόγο ακύρωσης του πλειστηριασμού. Παρατήρησε επίσης ότι οι πρόσφατες αποφάσεις του Najvyšší súd Slovenskej republiky (Ανωτάτου Δικαστηρίου της Σλοβακικής Δημοκρατίας) δεν αποτυπώνουν πάγια νομολογία επί του ζητήματος. |
|
73. |
Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι, πρώτον, σύμφωνα με πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η οποία στηρίζεται σε σαφή διάκριση των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, η διαπίστωση και η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού δικαστή, όπως και η ερμηνεία και εφαρμογή του εθνικού δικαίου ( 43 ). |
|
74. |
Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου είναι εγγενής στο σύστημα των Συνθηκών, δεδομένου ότι παρέχει στα εθνικά δικαστήρια τη δυνατότητα να διασφαλίζουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, την πλήρη αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης οσάκις αποφαίνονται επί των διαφορών των οποίων έχουν επιληφθεί ( 44 ). |
|
75. |
Δυνάμει της αρχής αυτής, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να κρίνουν, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους κανόνες του εθνικού δικαίου και κατ’ εφαρμογή των μεθόδων ερμηνείας που το δίκαιο αυτό αναγνωρίζει, να κρίνουν αν και σε ποιον βαθμό μια διάταξη του εθνικού δικαίου μπορεί να ερμηνευθεί σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης ( 45 ). |
|
76. |
Η εν λόγω αρχή έχει κάποια όρια. Συγκεκριμένα, η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να ανατρέχει στο περιεχόμενο του δικαίου της Ένωσης όταν ερμηνεύει και εφαρμόζει τους σχετικούς κανόνες του εθνικού δικαίου οριοθετείται από τις γενικές αρχές του δικαίου και δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου ( 46 ). |
|
77. |
Λαμβανομένου υπόψη ότι η ερμηνεία του εθνικού δικαίου εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στο σημείο 73 των παρουσών προτάσεων, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει εάν το άρθρο 21, παράγραφος 2, του νόμου περί εκούσιων πλειστηριασμών μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών στη σύμβαση συνιστά λόγο κήρυξης ακυρότητας του πλειστηριασμού. |
|
78. |
Η νομολογία του Najvyšší súd Slovenskej republiky (Ανωτάτου Δικαστηρίου της Σλοβακικής Δημοκρατίας) υποδηλώνει, κατά τα φαινόμενα, ότι είναι δυνατή μια ερμηνεία σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης. Το γεγονός ότι, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, πρόκειται για νομολογία που δεν έχει ακόμη παγιωθεί δεν εμποδίζει το εθνικό δικαστήριο να υιοθετήσει ερμηνεία σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, δεν θα ήταν ορθή η κρίση εθνικού δικαστηρίου ότι αδυνατεί να ερμηνεύσει διάταξη του εθνικού δικαίου σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης για τον λόγο και μόνον ότι η διάταξη αυτή έχει ερμηνευθεί παγίως κατά τρόπο που δεν συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης ( 47 ). |
|
79. |
Εντούτοις, πρέπει να σημειωθεί ότι ερμηνεία κατά την οποία το εθνικό δίκαιο παρέχει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να ζητήσουν την ακύρωση πλειστηριασμού λόγω καταχρηστικών ρητρών τελεί υπό την επιφύλαξη του ζητήματος εάν, κατά τον χρόνο διεξαγωγής του πλειστηριασμού, οι PO και RT θα μπορούσαν να κάνουν χρήση της δυνατότητας αυτής. Όπως προαναφέρθηκε, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι οι νομολογιακές εξελίξεις κατόπιν των οποίων η ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών αναγνωρίζεται ως λόγος κήρυξης ακυρότητας του πλειστηριασμού είναι πρόσφατες. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει επίσης ότι, κατά τον χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού, δεν είχε εκδοθεί απόφαση με την οποία να έχει κηρυχθεί πλειστηριασμός άκυρος για τέτοιους λόγους. |
|
80. |
Λαμβανομένης υπόψη της αβεβαιότητας που περιγράφει το αιτούν δικαστήριο ως προς την ερμηνεία του άρθρου 21, παράγραφος 2, του νόμου περί εκούσιων πλειστηριασμών, δεν μπορεί να αναμένεται από τον μέσο καταναλωτή, ο οποίος ορίζεται ως αυτός ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος ( 48 ), να γνωρίζει ότι η διάταξη αυτή παρέχει τη δυνατότητα να ζητήσει την ακύρωση πλειστηριασμού λόγω καταχρηστικών ρητρών. Όπως το έθεσε εύγλωττα ένας σχολιαστής, «ο μέσος καταναλωτής δεν είναι δικηγόρος» ( 49 ). Ο μέσος καταναλωτής δεν μπορεί επίσης να αναμένεται να είναι ακτιβιστής που θα επιδιώξει να ανοίξει νέους δρόμους στη νομολογία. |
|
81. |
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 47 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία και πρακτική όπως οι επίμαχες εν προκειμένω, βάσει των οποίων, στο πλαίσιο εξωδικαστικής εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης επί ακινήτου, αφενός, επιτρέπεται η διενέργεια πλειστηριασμού του ακινήτου αυτού πριν από την έκδοση αποφάσεως του δικαστηρίου που είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης και να κηρύξει καταχρηστική τη ρήτρα στην οποία βασίστηκε η εκτέλεση, μολονότι ο καταναλωτής επιδίωξε την αναστολή του πλειστηριασμού, και, αφετέρου, δεν παρέχεται οποιαδήποτε δυνατότητα ακύρωσης του πλειστηριασμού κατ’ επίκληση του λόγου της ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στη σύμβαση της οποίας ζητείται η εκτέλεση. |
Β. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
|
82. |
Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχουν εφαρμογή σε διαδικασία κατά την οποία ο υπερθεματιστής σε πλειστηριασμό ακινήτου, ο οποίος αναδείχθηκε μέσω εξωδικαστικής διαδικασίας εκτέλεσης, επιδιώκει να επιβάλει το δικαίωμα κυριότητάς του, σε περίπτωση που ο πλειστηριασμός πραγματοποιήθηκε μολονότι εκκρεμούσε ένδικη διαδικασία κινηθείσα από τον καταναλωτή για την αποτροπή του πλειστηριασμού και μολονότι ο υπερθεματιστής είχε ενημερωθεί για την ένδικη αυτή διαδικασία. |
|
83. |
Προκαταρκτικώς, θα εξετάσω την ένσταση που προέβαλε η GR REAL όσον αφορά το παραδεκτό του ερωτήματος. Η GR REAL υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το ερώτημα αυτό δεν την αφορά, δεδομένου ότι είναι υπερθεματιστής και όχι επαγγελματίας κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 93/13. Δηλώνει ότι ουδόλως εμπλέκεται στο ζήτημα του ενδεχόμενου καταχρηστικού χαρακτήρα των συμβατικών ρητρών που περιλαμβάνονται στη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου. |
|
84. |
Συναφώς, υπενθυμίζεται ( 50 ) ότι η διαφορά της κύριας δίκης ανέκυψε στο πλαίσιο εξωστικής αγωγής ασκηθείσας από τον υπερθεματιστή, καθώς και ανταγωγής ασκηθείσας από τους καταναλωτές με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητάς τους έναντι του υπερθεματιστή. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η GR REAL, η οποία καταχωρίστηκε στο κτηματολόγιο ως ιδιοκτήτρια του ακινήτου, νομιμοποιείται ως διάδικος στο πλαίσιο της δίκης αυτής. Όπως διευκρινίζει το αιτούν δικαστήριο, οι καταναλωτές υποστηρίζουν ότι έχουν δικαίωμα κυριότητας επί της οικίας, διότι η τράπεζα δεν είχε δικαίωμα να κινήσει τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία οδήγησε στην πώληση μέσω πλειστηριασμού. Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως επισήμανε η Επιτροπή, το ζήτημα δεν αφορά την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών που περιλαμβάνονται στη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου, αλλά τη δικονομική προστασία που παρέχεται στους καταναλωτές στο πλαίσιο της εξωδικαστικής διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και τις συνέπειες των ενδεχόμενων ελαττωμάτων της διαδικασίας αυτής στην πώληση μέσω πλειστηριασμού. |
|
85. |
Επί της ουσίας, το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά τα όρια της εφαρμογής της οδηγίας 93/13 στο πλαίσιο διαδικασίας έξωσης ( 51 ). Ειδικότερα, το κύριο ζήτημα είναι εάν η μεταβίβαση του ακινήτου στον υπερθεματιστή εμποδίζει τον καταναλωτή να επικαλεστεί την οδηγία 93/13 προκειμένου να προσβάλει την έξωση, σε περίπτωση κατά την οποία η πώληση της κατοικίας μέσω πλειστηριασμού πραγματοποιήθηκε πριν από την ολοκλήρωση της ένδικης διαδικασίας που αφορά τον έλεγχο των καταχρηστικών ρητρών. |
|
86. |
Όπως θα εξηγήσω αμέσως κατωτέρω, προκειμένου να διαφυλάσσεται η ασφάλεια δικαίου όσον αφορά τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου προς τρίτο, δεν απαιτείται, κατ’ αρχήν, προς διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας της οδηγίας 93/13 να εξετάζεται η καταχρηστικότητα συμβατικών ρητρών στις περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει περατωθεί η διαδικασία εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης και η κυριότητα επί του επίμαχου ακινήτου μεταβιβάστηκε σε τρίτο πρόσωπο. |
|
87. |
Εντούτοις, οι περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης ενδέχεται, κατά τη γνώμη μου, να δικαιολογούν διαφορετική στάθμιση των διαφόρων εμπλεκομένων συμφερόντων. |
1. Οι περιορισμοί στην εφαρμογή της οδηγίας 93/13 μετά τη μεταβίβαση της κυριότητας
|
88. |
Η απόφαση στην υπόθεση Banco Santander ( 52 ) έθεσε, για πρώτη φορά, όρια στην εφαρμογή της οδηγίας 93/13 μετά τη νόμιμη απόκτηση ακινήτου από υπερθεματιστή. Το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφαση, απέκλεισε ουσιαστικά την εφαρμογή της οδηγίας 93/13 στο πλαίσιο δίκης που κινήθηκε από τον υπερθεματιστή για την προστασία των εμπραγμάτων δικαιωμάτων που νομίμως απέκτησε κατόπιν πλειστηριασμού ακινήτου επί του οποίου ο καταναλωτής παραχώρησε υποθήκη. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η δυνατότητα του οφειλέτη, που παραχώρησε υποθήκη επί του ακινήτου, να αντιτάξει στον αποκτώντα υπερθεματιστή τις εξαιρέσεις που προβλέπει η σύμβαση ενυπόθηκου δανείου, ως προς την οποία, ωστόσο, ο εν λόγω υπερθεματιστής ενδέχεται να έχει την ιδιότητα τρίτου, θα μπορούσε να επηρεάσει την ασφάλεια δικαίου παγιωμένων σχέσεων ιδιοκτησίας ( 53 ). |
|
89. |
Εντούτοις, μία από τις προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται η αναγνώριση ορίων στην εφαρμογή της οδηγίας 93/13 ήταν η διαθεσιμότητα μέσων έννομης προστασίας, μεταξύ των οποίων η δυνατότητα του καταναλωτή να προβάλει αντιρρήσεις επί της διαδικασίας ή να αιτηθεί την αναστολή της λόγω της ύπαρξης καταχρηστικής ρήτρας στη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου, ζητώντας συγχρόνως και τη λήψη προσωρινών μέτρων ( 54 ). Στην υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση Banco Santander, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι ο καταναλωτής δεν έκανε χρήση των υφιστάμενων μέσων έννομης προστασίας ( 55 ). |
|
90. |
Σε μεταγενέστερη νομολογία, στην απόφαση Ibercaja Banco ( 56 ), το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου επιβεβαίωσε τη σημασία της αρχής της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας των εμπραγμάτων δικαιωμάτων του κυρίου του ακινήτου μετά τη διενέργεια πλειστηριασμού. Η υπόθεση αυτή ανέκυψε στο πλαίσιο διαδικασίας εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης που επετράπη με δικαστική απόφαση. Εξετάστηκαν δυο κύρια ζητήματα. Το πρώτο ζήτημα ήταν κατά πόσον ο δικαστής της εκτέλεσης είχε τη δυνατότητα να εξετάζει τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικών ρητρών, παρά τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες για την εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου σε σχέση με δικαστική απόφαση η οποία δεν διαλαμβάνει ρητώς την εξέταση του ζητήματος αυτού. Το δεύτερο ζήτημα ήταν από ποιο χρονικό σημείο αποκλείεται, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτέλεσης για την ικανοποίηση ενυπόθηκης απαίτησης, η εξέταση της καταχρηστικότητας συμβατικών ρητρών. |
|
91. |
Επί του πρώτου ζητήματος, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο αποτελεσματικός έλεγχος της ενδεχόμενης καταχρηστικότητας των συμβατικών ρητρών δεν μπορεί να διασφαλιστεί αν αποκτούν ισχύ δεδικασμένου και οι δικαστικές αποφάσεις από τις οποίες δεν προκύπτει η διενέργεια τέτοιου ελέγχου ( 57 ). Έτσι στον καταναλωτή πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα να επικαλεστεί την οδηγία 93/13 ακόμη και στα τελευταία στάδια της διαδικασίας εκτέλεσης ή σε μια επακόλουθη διαγνωστική δίκη ( 58 ). |
|
92. |
Επί του δεύτερου ζητήματος, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, σε περίπτωση όπου η διαδικασία εκτέλεσης για την ικανοποίηση ενυπόθηκης απαίτησης έχει περατωθεί και τα δικαιώματα κυριότητας επί του ακινήτου έχουν μεταβιβαστεί σε τρίτο, ο δικαστής, είτε ενεργεί αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήματος του καταναλωτή, δεν μπορεί πλέον να προβεί σε εξέταση της ενδεχόμενης καταχρηστικότητας συμβατικών ρητρών η οποία θα συνεπαγόταν την ακύρωση των πράξεων μεταβίβασης της κυριότητας και να διακυβεύσει την ασφάλεια δικαίου ως προς την ήδη πραγματοποιηθείσα μεταβίβαση της κυριότητας προς τρίτο ( 59 ). |
|
93. |
Εντούτοις, το Δικαστήριο έκρινε ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, ο καταναλωτής πρέπει να είναι σε θέση, συμφώνως προς το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας, να επικαλεστεί στο πλαίσιο μεταγενέστερης αυτοτελούς διαδικασίας την καταχρηστικότητα των ρητρών της σύμβασης ενυπόθηκου δανείου, προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να ασκήσει αποτελεσματικά και πλήρως τα δικαιώματα τα οποία αντλεί από την ως άνω οδηγία, ούτως ώστε να επιτύχει την αποκατάσταση της οικονομικής ζημίας που προκλήθηκε από την εφαρμογή των εν λόγω ρητρών ( 60 ). |
2. Οι περιστάσεις που μπορούν να δικαιολογήσουν απόκλιση από τους περιορισμούς στην εφαρμογή της οδηγίας 93/13 μετά τον πλειστηριασμό
|
94. |
Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η σλοβακική έννομη τάξη προστατεύει τους τρίτους που αποκτούν ακίνητο σε δημόσιο πλειστηριασμό και αναγνωρίζει την ανάγκη τήρησης της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Εντούτοις, εκτιμά ότι η υπόθεση της κύριας δίκης δικαιολογεί διαφορετική στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων και απόκλιση από τον κανόνα προστασίας του υπερθεματιστή. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η απόκλιση δικαιολογείται κατ’ ουσίαν από το γεγονός ότι ο πλειστηριασμός ολοκληρώθηκε πριν το αρμόδιο δικαστήριο προβεί σε έλεγχο του ενδεχόμενου καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών που περιλαμβάνονται στη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου και στη γνώση του υπερθεματιστή όσον αφορά την εκκρεμή δίκη ( 61 ). |
|
95. |
Πρέπει, επομένως, να κριθεί εάν τα στοιχεία αυτά μπορούν να δικαιολογήσουν την εφαρμογή της οδηγίας 93/13 μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού και τη μεταβίβαση του ακινήτου στον υπερθεματιστή. |
|
96. |
Όπως προκύπτει από την προηγηθείσα ανάλυση ( 62 ), η νομολογία του Δικαστηρίου, εμπνεόμενη από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ύπαρξη δικονομικών εγγυήσεων στο πλαίσιο διαδικασιών κατάσχεσης, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρής προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της κατοικίας. |
|
97. |
Συνεπώς, τα μέτρα εκτέλεσης πρέπει να διασφαλίζουν ότι το δικαίωμα του καταναλωτή στην κατοικία του λαμβάνεται δεόντως υπόψη και προστατεύεται και ότι ο καταναλωτής έχει στη διάθεσή του αποτελεσματικά δικονομικά μέσα ώστε να μπορεί να προβάλει τα δικαιώματα που αντλεί από την οδηγία 93/13 και να εξασφαλίσει τον δικαστικό έλεγχο τυχόν καταχρηστικών ρητρών πριν από τη διενέργεια της πώλησης μέσω πλειστηριασμού ( 63 ). Επιπλέον, στους καταναλωτές πρέπει να παρέχονται αποτελεσματικά μέσα προς εξασφάλιση της αναστολής της εκτέλεσης έως ότου εκτιμηθεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας των ρητρών ( 64 ). |
|
98. |
Η έλλειψη αποτελεσματικής και ουσιαστικής δυνατότητας δικαστικού ελέγχου των καταχρηστικών ρητρών από δικαστή πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού συνιστά σοβαρή παραβίαση της απαίτησης αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας του καταναλωτή την οποία εγγυάται το άρθρο 47 του Χάρτη, καθώς και του δικαιώματος σεβασμού της κατοικίας δυνάμει του άρθρου 7 του Χάρτη. Ο καταναλωτής που στερήθηκε της δυνατότητας αυτής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκτέλεσης πρέπει κατ’ εξαίρεση να είναι σε θέση να επικαλεστεί την οδηγία 93/13 μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού. |
|
99. |
Ούτε η προστασία του καλόπιστου αγοραστή ούτε το γενικό συμφέρον της διαφύλαξης της ασφάλειας δικαίου επαρκούν για να αντισταθμίσουν το γεγονός ότι ένα πρόσωπο στερείται την κατοικία του χωρίς να έχει προηγηθεί δικαστικός έλεγχος στην υπόθεσή του ( 65 ). Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν η οικογένεια του προσώπου αυτού περιλαμβάνει ανήλικα τέκνα. |
|
100. |
Στην υπόθεση της κύριας δίκης, η κατοικία του καταναλωτή εκπλειστηριάστηκε χωρίς η σύμβαση βάσει της οποίας ζητήθηκε η εκτέλεση να υποβληθεί σε δικαστικό έλεγχο προκειμένου να εξεταστεί ο ενδεχόμενος καταχρηστικός χαρακτήρας των ρητρών της και ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η δίκη για την κήρυξη των συμβατικών αυτών ρητρών ως καταχρηστικών. Το εκπλειστηριασθέν ακίνητο είναι η κατοικία όπου ζουν οι καταναλωτές με τα παιδιά τους, δύο εκ των οποίων είναι ανήλικα και πάσχουν από σοβαρή ψυχολογική διαταραχή. Ο πλειστηριασμός πραγματοποιήθηκε παρά την έλλειψη δικαστικής επαλήθευσης της απαίτησης και την απουσία ελέγχου αναλογικότητας της δυνατότητας που είχε ο πιστωτής να απαιτήσει πρόωρα την ολοσχερή εξόφληση του δανείου. |
|
101. |
Ένα επιπλέον στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει τη διαφορετική στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων στην υπόθεση της κύριας δίκης, σε σύγκριση με την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Ibercaja Banco, είναι η γνώση, εκ μέρους του υπερθεματιστή, της εκκρεμούς δίκης σχετικά με τον καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας βάσει της οποίας ο πιστωτής κίνησε την αναγκαστική εκτέλεση. Το αιτούν δικαστήριο περιέγραψε τη γνώση του υπερθεματιστή ως «προβληματικές περιστάσεις» υπό τις οποίες έλαβε χώρα η μεταβίβαση του ακινήτου. |
|
102. |
Όπως παρατήρησε κατ’ ουσίαν η Επιτροπή, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει, βάσει του εθνικού του δικαίου, κατά πόσον οι περιστάσεις αυτές συνιστούν ελαττώματα ως προς την κτήση της κυριότητας, καθώς και τις ενδεχόμενες συνέπειες επί της μεταβίβασης του ακινήτου ( 66 ). Στο πλαίσιο της απαιτούμενης εκτιμήσεως, η γνώση, εκ μέρους του υπερθεματιστή, της εκκρεμούς δίκης μπορεί να ληφθεί υπόψη ως παράγοντας που ενδέχεται να συνηγορεί υπέρ της υποβάθμισης της ανάγκης προστασίας του υπερθεματιστή. |
|
103. |
Βεβαίως, όπως επισημαίνει η GR REÁ, η προσβολή και μόνον ρητρών της σύμβασης βάσει της οποίας ζητείται η εκτέλεση δεν προδικάζει την έκβαση της δίκης. Εντούτοις, ο υπερθεματιστής που αποκτά ακίνητο παρά το γεγονός ότι εκκρεμεί, κατά της σύμβασης βάσει της οποίας ζητείται η εκτέλεση, ένδικη διαδικασία πρέπει να έχει επίγνωση ότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ακύρωσης του πλειστηριασμού και ότι το νομικό καθεστώς του ακινήτου είναι αβέβαιο ( 67 ). |
|
104. |
Το αβέβαιο καθεστώς των περιουσιακών δικαιωμάτων που απέκτησε ο υπερθεματιστής στο πλαίσιο του συστήματος της εξωδικαστικής διαδικασίας εκτέλεσης φαίνεται να υποστηρίζεται από τη νομολογία του Najvyšší súd Slovenskej republiky (Ανωτάτου Δικαστηρίου της Σλοβακίας), υπό την επιφύλαξη της επιβεβαίωσης από το αιτούν δικαστήριο. Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω ( 68 ), από τη νομολογία αυτήν προκύπτει ότι ο καταναλωτής πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει το κύρος του πλειστηριασμού όταν, πριν από την εκούσια πώληση μέσω πλειστηριασμού, δεν προηγείται δικαστικός έλεγχος ή οποιαδήποτε δικαστική επαλήθευση της οφειλής και των όρων της πώλησης. |
|
105. |
Ένα στοιχείο που εντείνει την πολυπλοκότητα της υπό κρίση υπόθεσης είναι ότι οι καταναλωτές δεν άσκησαν αγωγή ακύρωσης του πλειστηριασμού. Το Δικαστήριο έχει κρίνει συναφώς ότι η απαίτηση τήρησης της αρχής της αποτελεσματικότητας δεν μπορεί να φτάσει μέχρι του σημείου να πρέπει να αντισταθμίσει την πλήρη αδράνεια του ενδιαφερόμενου καταναλωτή ( 69 ). Εντούτοις, όπως εξήγησε το αιτούν δικαστήριο με την απάντησή του στο αίτημα παροχής διευκρινίσεων, η νομολογία του Najvyšší súd Slovenskej republiky (Ανωτάτου Δικαστηρίου της Σλοβακίας) δεν υφίστατο κατά τον χρόνο κίνησης της κύριας δίκης ( 70 ) και δεν μπορούσε να αναμένεται να γνωρίζουν οι PO και RT την ευρεία ερμηνεία του νόμου, βάσει της οποίας ήταν δυνατή η άσκηση αγωγής ακύρωσης. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι καταναλωτές αυτοί επέδειξαν πλήρη αδράνεια ( 71 ).. |
|
106. |
Οι περιστάσεις της υπόθεσης καταδεικνύουν σοβαρές πλημμέλειες ως προς τις δικονομικές εγγυήσεις που έχουν στη διάθεσή τους οι καταναλωτές στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος εξωδικαστικής εκτέλεσης, τουλάχιστον όπως εφαρμόζεται στην πράξη. Όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν η Επιτροπή, εγείρονται αμφιβολίες ως προς την αποτελεσματικότητα, συνολικά, των δικονομικών εγγυήσεων που παρέχονται στους καταναλωτές στο πλαίσιο της εκούσιας πώλησης μέσω πλειστηριασμού. Η γνώση, εκ μέρους του υπερθεματιστή, των κινδύνων που ενέχει ένας πλειστηριασμός στον οποίο δεν έχουν επιλυθεί τα υποκείμενα ζητήματα επιτείνει τα ελαττώματα αυτά. |
|
107. |
Το σωρευτικό αποτέλεσμα της έλλειψης δικονομικών εγγυήσεων στο σύστημα εξωδικαστικής εκτέλεσης και των περιστάσεων της υπό κρίση υπόθεσης επί του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας δυνάμει της οδηγίας 93/13 είναι ικανό να δικαιολογήσει απόκλιση από τον γενικό κανόνα που διατυπώθηκε με την απόφαση Ibercaja Banco. Κατά συνέπεια, οι καταναλωτές θα πρέπει να μπορούν να στηριχθούν στο δικαίωμά τους για αποτελεσματική δικαστική προστασία βάσει της οδηγίας 93/13 στο πλαίσιο της διαδικασίας έξωσης. Εναπόκειται στην εθνική έννομη τάξη να προβλέψει στο εσωτερικό δικονομικό δίκαιο ακριβείς ρυθμίσεις ώστε ο καταναλωτής να έχει τη δυνατότητα να εξασφαλίσει δικαστικό έλεγχο των ρητρών της συμβάσεως στην οποία βασίστηκε η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης και να μπορεί ο δικαστικός αυτός έλεγχος να παράγει τα αποτελέσματά του. |
|
108. |
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, φρονώ ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 7 και του άρθρου 47 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι τυγχάνουν εφαρμογής σε διαδικασία κατά την οποία ο υπερθεματιστής σε πλειστηριασμό ακινήτου, ο οποίος αναδείχθηκε μέσω εξωδικαστικής διαδικασίας εκτέλεσης, επιδιώκει να επιβάλει το δικαίωμα κυριότητάς του, σε περίπτωση που ο πλειστηριασμός πραγματοποιήθηκε μολονότι εκκρεμούσε ένδικη διαδικασία κινηθείσα από τον καταναλωτή για την αποτροπή του πλειστηριασμού και μολονότι ο υπερθεματιστής είχε ενημερωθεί για την ένδικη αυτή διαδικασία, εφόσον τα διαθέσιμα δικονομικά μέσα δεν παρείχαν στον καταναλωτή αποτελεσματική και ουσιαστική δυνατότητα να εξασφαλίσει τον δικαστικό έλεγχο των καταχρηστικών ρητρών και την αναστολή της διαδικασίας πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού ή τη μετέπειτα ακύρωση του πλειστηριασμού. |
Γ. Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
|
109. |
Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 5 της οδηγίας 2005/29 έχει την έννοια ότι η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης βάσει καταχρηστικής συμβατικής ρήτρας περί πρόωρης λύσης της σύμβασης και υποχρέωσης καταβολής του υπολοίπου της οφειλής ενδέχεται να αποτελεί αθέμιτη εμπορική πρακτική που επισύρει την ευθύνη του υπαλλήλου του πλειστηριασμού. |
|
110. |
Όσοι μετέχοντες στη διαδικασία υπέβαλαν παρατηρήσεις ζητούν να κριθεί απαράδεκτο το ερώτημα. |
|
111. |
Κατά πάγια νομολογία, τα σχετικά με το δίκαιο της Ένωσης ερωτήματα τα οποία υποβάλλει ο εθνικός δικαστής θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβληθεί από εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία τα οποία είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί ( 72 ). |
|
112. |
Στην υπό κρίση υπόθεση, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν προκύπτει σαφώς πώς σχετίζεται το ερώτημα με τα πραγματικά περιστατικά ή τον σκοπό της κύριας δίκης. Ειδικότερα, όπως επισήμανε η Σλοβακική Κυβέρνηση, ούτε η τράπεζα ούτε ο υπάλληλος του πλειστηριασμού είναι διάδικοι της κύριας δίκης. Επομένως, δεν προκύπτει ότι η ερμηνεία της οδηγίας 2005/29 θα μπορούσε να ασκήσει επιρροή στην υπόθεση της κύριας δίκης. |
|
113. |
Εξάλλου, όπως παρατήρησε η Επιτροπή, αθέμιτη εμπορική πρακτική, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2005/29, είναι η συμπεριφορά που «στρεβλώνει ουσιωδώς ή ενδέχεται να στρεβλώσει ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή στον οποίο φθάνει ή στον οποίο απευθύνεται το προϊόν». Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο δεν παρέχει λεπτομέρειες σχετικά με το ποια εμπορική απόφαση του καταναλωτή φέρονται να είχαν την πρόθεση να στρεβλώσουν η τράπεζα ή ο υπάλληλος του πλειστηριασμού. |
|
114. |
Για τους λόγους αυτούς, φρονώ ότι το τρίτο ερώτημα είναι απαράδεκτο. |
V. Πρόταση
|
115. |
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Krajský súd v Prešove (περιφερειακό δικαστήριο Prešov, Σλοβακία) ως εξής:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013 (C‑415/11, EU:C:2013:164).
( 3 ) Kenna, P., «Introduction», σε Kenna, P., κ.ά., Loss of Homes and Evictions Across Europe, A Comparative Legal and Policy Examination, Edward Elgar, Cheltenham, Ηνωμένο Βασίλειο και Northampton, Massachusetts, Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, 2018, σ. 1 έως 65, σε σ. 41.
( 4 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29).
( 5 ) Collins, H., «Building European contract law on charter rights», σε Collins, H. (επιμ.), European Contract Law and the Charter of Fundamental Rights, Intersentia, Κέιμπριτζ, 2017, σ. 1 έως 32, σε σ. 17.
( 6 ) Από το σκεπτικό της απόφασης περί παραπομπής προκύπτει ότι η τράπεζα ζήτησε την πρόωρη αποπληρωμή λόγω μη εξόφλησης ορισμένων δόσεων του δανείου από τους καταναλωτές.
( 7 ) Το αιτούν δικαστήριο επισήμανε ότι η επίμαχη συμβατική ρήτρα περί πρόωρης λύσης της σύμβασης και υποχρέωσης καταβολής του υπολοίπου της οφειλής ενδέχεται να θεωρηθεί ανυπόστατη λόγω έλλειψης διαφάνειας. Η ρήτρα αυτή περιλαμβανόταν στους γενικούς όρους της τράπεζας, πλην όμως δεν επισημάνθηκε στους καταναλωτές.
( 8 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (στο εξής: οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές) (ΕΕ 2005, L 149, σ. 22).
( 9 ) Απόφαση της 22ας Απριλίου 2021, Profi Credit Slovakia (C‑485/19, EU:C:2021:313, σκέψη 49).
( 10 ) Όπ.π. (σκέψη 50).
( 11 ) Βλ. σημεία 6 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 12 ) Ο τίτλος του νομοθετήματος αυτού κάνει λόγο για «εκούσια» πώληση. Εντούτοις, τα χαρακτηριστικά της οικείας διαδικασίας παραπέμπουν σε αναγκαστική πώληση μέσω πλειστηριασμού.
( 13 ) Πρβλ. απόφαση της 17ης Ιουλίου 2014, Sánchez Morcillo και Abril García (C‑169/14, EU:C:2014:2099, σκέψη 38).
( 14 ) Απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2014 (C‑34/13, EU:C:2014:2189, σκέψη 68).
( 15 ) Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα L. Medina στην υπόθεση Všeobecná úverová banka (C‑598/21, EU:C:2023:22, σημείο 83).
( 16 ) Απόφαση της 17ης Μαΐου 2022, Ibercaja Banco (C‑600/19, EU:C:2022:394, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 17 ) Όπ.π. (σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 18 ) Όπ.π. (σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 19 ) Απόφαση της 9ης Απριλίου 2024, Profi Credit Polska (Επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τελεσίδικη απόφαση) (C‑582/21, EU:C:2024:282, σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 20 ) Απόφαση της 17ης Μαΐου 2022, Impuls Leasing România (C‑725/19, EU:C:2022:396, σκέψη 46).
( 21 ) Απόφαση της 17ης Μαΐου 2022, Impuls Leasing România (C‑725/19, EU:C:2022:396, σκέψη 47).
( 22 ) Πρβλ. απόφαση της 9ης Απριλίου 2024, Profi Credit Polska (Επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τελεσίδικη απόφαση) (C‑582/21, EU:C:2024:282, σκέψη 79).
( 23 ) Απόφαση της 17ης Ιουλίου 2014, Sánchez Morcillo και Abril García (C‑169/14, EU:C:2014:2099, σκέψη 25).
( 24 ) Απόφαση της 17ης Μαΐου 2022, Impuls Leasing România (C‑725/19, EU:C:2022:396, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 25 ) Πρβλ. αποφάσεις της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz (C‑415/11, EU:C:2013:164, σκέψη 59), της 17ης Μαΐου 2022, Impuls Leasing România (C‑725/19, EU:C:2022:396, σκέψη 56), και της 9ης Νοεμβρίου 2023, Všeobecná úverová banka (C‑598/21, EU:C:2023:845, σκέψη 85).
( 26 ) Πρβλ. απόφαση της 9ης Απριλίου 2024, Profi Credit Polska (Επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τελεσίδικη απόφαση) (C‑582/21, EU:C:2024:282, σκέψη 82).
( 27 ) Πρβλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2023, Všeobecná úverová banka (C‑598/21, EU:C:2023:845, σκέψη 85).
( 28 ) Kenna, P., και Simón-Moreno, H., «Towards a common standard of protection of the right to housing in Europe through the Charter of Fundamental Rights», European Law Journal, τόμος 25, 2019, σ. 608 έως 622, σε σ. 608.
( 29 ) Whitehouse, L., «The home-owner: Citizen or consumer?», σε Bright, S., και Dewar, J., Land Law Themes and Perspectives, Oxford University Press, Οξφόρδη, 1998, σ. 183 έως 205, σε σ. 183 (η υπογράμμιση δική μου).
( 30 ) Kenna, P., και Simón-Moreno, H. (όπ.π., υποσημείωση 28, σ. 614).
( 31 ) Πρβλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2023, Všeobecná úverová banka (C‑598/21, EU:C:2023:845, σκέψεις 82 και 84).
( 32 ) Δυνάμει της οποίας ο πιστωτής δύναται να απαιτήσει την πρόωρη καταβολή του υπολοίπου της οφειλής.
( 33 ) Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2023, Všeobecná úverová banka (C‑598/21, EU:C:2023:845, σκέψη 85).
( 34 ) Πρβλ. απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2022, Orde van Vlaamse Balies κ.λπ. (C‑694/20, EU:C:2022:963, σκέψη 25).
( 35 ) Όπ.π. (σκέψη 26).
( 36 ) Απόφαση του ΕΔΔΑ της 25ης Οκτωβρίου 2013, Rousk κατά Σουηδίας, CE:ECHR:2013:0725JUD002718304, § 137 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία (η υπογράμμιση δική μου).
( 37 ) Όπ.π. (σκέψεις 120 και 139).
( 38 ) Όπ.π. (σκέψη 137).
( 39 ) Όπ.π. [σκέψη 139 (η υπογράμμιση δική μου)].
( 40 ) Βλ. σημείο 14 των παρουσών προτάσεων.
( 41 ) Ο εθνικός δικαστής δύναται να λάβει μέτρα προσωρινής προστασίας δυνάμει του άρθρου 325 του κώδικα πολιτικής δικονομίας. Επιπλέον, από το άρθρο 19, παράγραφος 1, του νόμου περί εκούσιων πλειστηριασμών προκύπτει ότι ο υπάλληλος του πλειστηριασμού υποχρεούται να αναστείλει τον πλειστηριασμό εφόσον διατάχθηκε η λήψη προσωρινών μέτρων από δικαστήριο.
( 42 ) Η Σλοβακική Κυβέρνηση παραπέμπει, ειδικότερα, στις αποφάσεις του Najvyšší súd Slovenskej republiky (Ανωτάτου Δικαστηρίου της Σλοβακικής Δημοκρατίας) της 7ης Δεκεμβρίου 2022, αριθ. αναφοράς 6Cdo/159/2020, και της 23ης Φεβρουαρίου 2022, αριθ. αναφοράς 4Cdo/149/2020.
( 43 ) Απόφαση της 9ης Απριλίου 2024, Profi Credit Polska (Επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τελεσίδικη απόφαση) (C‑582/21, EU:C:2024:282, σκέψη 31).
( 44 ) Όπ.π. (σκέψη 61).
( 45 ) Όπ.π. (σκέψη 62).
( 46 ) Όπ.π. (σκέψη 63).
( 47 ) Πρβλ. απόφαση της 9ης Απριλίου 2024, Profi Credit Polska (Επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τελεσίδικη απόφαση) (C‑582/21, EU:C:2024:282, σκέψη 65).
( 48 ) Σχετικά με την έννοια του μέσου καταναλωτή, βλ. απόφαση της 4ης Ιουλίου 2024, Caixabank κ.λπ. (Έλεγχος διαφάνειας στο πλαίσιο συλλογικών αγωγών) (C‑450/22, EU:C:2024:577, σκέψη 48).
( 49 ) Rott, P., «The average consumer is not a lawyer! Case C‑66/19 JC v Kreissparkasse Saarlouis», Maastricht Journal of European and Comparative Law, τόμος 27(3), σ. 379 έως 386, σχολιασμός της απόφασης του Δικαστηρίου, της 26ης Μαρτίου 2020, Kreissparkasse Saarlouis (C‑66/19, EU:C:2020:242).
( 50 ) Βλ. σημεία 21 και 22 των παρουσών προτάσεων.
( 51 ) Βλ. Faber, W., και Martinson, C., «Can ownership limit the effectiveness of EU consumer contract law directives? – A suggestion to employ a “functional approach”», Austrian Law Journal (ALJ), 2019, σ. 85 έως 123.
( 52 ) Απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2017 (C‑598/15, στο εξής: απόφαση Banco Santander, EU:C:2017:945, σκέψη 50).
( 53 ) Όπ.π. (σκέψη 45).
( 54 ) Όπ.π. (σκέψη 49).
( 55 ) Όπ.π. (σκέψη 50).
( 56 ) Απόφαση της 17ης Μαΐου 2022 (C‑600/19, στο εξής: απόφαση Ibercaja Banco, EU:C:2022:394).
( 57 ) Απόφαση Ibercaja Banco (σκέψη 50).
( 58 ) Όπ.π. (σκέψη 56).
( 59 ) Όπ.π. (σκέψη 57).
( 60 ) Απόφαση Ibercaja Banco (σκέψη 58) και απόφαση της της 9ης Απριλίου 2024, Profi Credit Polska (Επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τελεσίδικη απόφαση) (C‑582/21, EU:C:2024:282, σκέψη 83).
( 61 ) Η GR REÁL, στις γραπτές παρατηρήσεις της, αρνείται ότι τελούσε σε γνώση της ανακοπής που είχαν ασκήσει οι καταναλωτές κατά της διαδικασίας εκτέλεσης. Εντούτοις, σύμφωνα με πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των εθνικών δικαστηρίων, το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη το πραγματικό και νομοθετικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα, όπως το εξειδικεύει η απόφαση περί παραπομπής. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο προσδιόρισε το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ελέγξει την ακρίβεια του πλαισίου αυτού [πρβλ. απόφαση της 29ης Ιουνίου 2023, International Protection Appeals Tribunal κ.λπ. (Επίθεση στο Πακιστάν) (C‑756/21, EU:C:2023:523, σκέψεις 37 και 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία)].
( 62 ) Βλ. σημεία 54 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 63 ) Βλ. σημείο 63 των παρουσών προτάσεων.
( 64 ) Βλ. Rutgers, J.W., «The Right to housing (Article 7 of the Charter) and unfair terms in general conditions», σε Collins, H. (επιμ.), υποσημείωση 5, όπ.π., σ. 125 έως 137, σε σ. 134.
( 65 ) Πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 16ης Ιουλίου 2009, Zehentner κατά Αυστρίας, CE:ECHR:2009:0716JUD002008202, § 62 και 65.
( 66 ) Για μια επισκόπηση, βλ. Martínez Valencoso, L.M., κ.λπ. (επιμ.), Transfer of Immovables in European Private Law, Cambridge University Press, 2017.
( 67 ) Πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 1ης Ιουλίου 2014, Buceaş και Buciaş κατά Ρουμανίας, CE:ECHR:2014:0701JUD003218504, § 43.
( 68 ) Βλ. σημείο 69 των παρουσών προτάσεων.
( 69 ) Απόφαση της 17ης Μαΐου 2022, Unicaja Banco (C‑869/19, EU:C:2022:397, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 70 ) Βλ. σημείο 79 των παρουσών προτάσεων.
( 71 ) Πρβλ. απόφαση της 17ης Μαΐου 2022, Unicaja Banco (C‑869/19, EU:C:2022:397, σκέψη 38).
( 72 ) Απόφαση της 13ης Ιουλίου 2023, Banco Santander (Παραπομπή σε επίσημο δείκτη) (C‑265/22, EU:C:2023:578, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).