Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ΝΙΚΟΛΑ ΑΙΜΙΛΙΟΥ
της 15ης Μαΐου 2025 (1)
Υπόθεση C‑209/23
FT,
RRC Sports GmbH
κατά
Fédération internationale de football association (FIFA)
[αίτηση του Landgericht Mainz
(περιφερειακού δικαστηρίου του Mainz, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Προδικαστική παραπομπή – Ανταγωνισμός – Εσωτερική αγορά – Κανόνες που θεσπίζουν οι διεθνείς αθλητικές ενώσεις – Επαγγελματικό ποδόσφαιρο – Παγκόσμια αθλητική ένωση – Κανονισμός για τους πράκτορες ποδοσφαιριστών – Άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ – Έννοια του αντίθετου προς τον ανταγωνισμό “αντικειμένου” – Νομολογία Meca-Medina – Άρθρο 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Άρθρο 102 ΣΛΕΕ – Κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως – Καταχρηστική εκμετάλλευση – Καταχρηστικός αποκλεισμός – Άρθρο 56 ΣΛΕΕ – Περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών – Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 »
I. Εισαγωγή
1. Σε ορισμένες πρόσφατες υποθέσεις, επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις ISU (2), Superleague (3), Royal Antwerp (4) και FIFA (5), το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει τη συμβατότητα ορισμένων κανονισμών εκδοθέντων από διεθνείς ή εθνικές αθλητικές ενώσεις, με τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης για τον ανταγωνισμό και την εσωτερική αγορά.
2. Η υπό κρίση υπόθεση αποτελεί φυσική συνέχεια των εν λόγω υποθέσεων. Συγκεκριμένα, η διαφορά της κύριας δίκης αφορά τον κανονισμό εθνικής αθλητικής ένωσης (στο εξής: επίμαχος κανονισμός), ο οποίος διέπει τις δραστηριότητες των πρακτόρων των ποδοσφαιριστών (στο εξής: πράκτορες). Με τα προδικαστικά ερωτήματά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, ουσιαστικά, από το Δικαστήριο να παράσχει περαιτέρω διευκρινίσεις σχετικά με διάφορα ερμηνευτικά ζητήματα που ανακύπτουν από τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης για τον ανταγωνισμό, την εσωτερική αγορά και την προστασία των δεδομένων.
3. Παρόμοια εν πολλοίς ζητήματα εγείρονται επίσης από δύο άλλες αιτήσεις προδικαστικών αποφάσεων –στις υποθέσεις C‑428/23, ROGON κ.λπ. (6), και C‑133/24, CD Tondela κ.λπ. (7)– επί των οποίων θα αναπτύξω τις προτάσεις μου σήμερα. Ως εκ τούτου, οι παρούσες προτάσεις πρέπει να αναγνωσθούν σε συνδυασμό με τις άλλες αυτές προτάσεις. Για λόγους δικονομικής οικονομίας και για να διευκολύνω τους αναγνώστες, θα προσπαθήσω να αποφύγω τις περιττές επαναλήψεις στις τρεις προτάσεις και, για τον σκοπό αυτόν, θα περιλάβω ορισμένες εκατέρωθεν παραπομπές.
II. Νομικό πλαίσιο
4. Το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (στο εξής: ΓΚΠΔ) (8), το οποίο επιγράφεται «Νομιμότητα της επεξεργασίας», ορίζει τα εξής:
«1. Η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον ισχύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
[…]
στ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τρίτος, εκτός εάν έναντι των συμφερόντων αυτών υπερισχύει το συμφέρον ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων που επιβάλλουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα […]
[…]».
III. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
5. Οι ενάγοντες της κύριας δίκης είναι ο FT, ο οποίος είναι πράκτορας ποδοσφαιριστών και αντιπρόεδρος της ένωσης πρακτόρων ποδοσφαιριστών «Football Forum», και η RRC Sports, εταιρία που εδρεύει στη Γερμανία, η οποία δραστηριοποιείται επίσης ως πράκτορας ποδοσφαιριστών και έχει ως διαχειριστή τον FT. Η εναγομένη, Fédération internationale de football association (FIFA), είναι μη κερδοσκοπική ένωση που διέπεται από το ελβετικό δίκαιο και εδρεύει στη Ζυρίχη (Ελβετία). Αποτελεί επίσης το παγκόσμιο διοικητικό όργανο για το ποδόσφαιρο και έχει υπό την εποπτεία της ως μέλη 211 εθνικές ομοσπονδίες, συμπεριλαμβανομένης της Deutscher Fußball-Bund (γερμανικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας).
6. Σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 4, και το άρθρο 14 του καταστατικού της FIFA, οι ομοσπονδίες που είναι μέλη της υποχρεούνται να τηρούν τις κανονιστικές ρυθμίσεις της FIFA και να αναγνωρίζουν τις αποφάσεις της.
7. Στις 16 Δεκεμβρίου 2022 το διοικητικό συμβούλιο της FIFA ψήφισε τον FIFA Football Agent Regulations (κανονισμό της FIFA για τους πράκτορες των ποδοσφαιριστών, στο εξής: FFAR), τον οποίον δημοσίευσε, ακολούθως, στις 6 Ιανουαρίου 2023. Ο κανονισμός αυτός ορίζει το πλαίσιο που διέπει, μεταξύ άλλων, τις αμοιβές, τις δραστηριότητες και τη συμπεριφορά των πρακτόρων των ποδοσφαιριστών. Τα άρθρα 1 έως 10 και 22 έως 27 του FFAR τέθηκαν σε ισχύ στις 9 Ιανουαρίου 2023. Οι λοιπές διατάξεις είχε προγραμματιστεί να τεθούν σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 2023. Με ορισμένες από τις διατάξεις αυτές, ο FFAR επιβάλλει όρια στις αμοιβές των πρακτόρων των ποδοσφαιριστών και θεσπίζει νέους κανόνες σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων και τους συμβατικούς όρους.
8. Οι ενάγοντες της υποθέσεως της κύριας δίκης άσκησαν αγωγή παραλείψεως ενώπιον του Landgericht Mainz (περιφερειακού δικαστηρίου του Mainz, Γερμανία), ζητώντας την απαγόρευση εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του FFAR (9) (στο εξής: επίμαχοι κανόνες) λόγω παραβάσεως του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και του άρθρου 6 του ΓΚΠΔ. Από τη μεριά της, η FIFA διατείνεται ότι οι κανόνες που περιέχονται στον FFAR είναι όχι μόνο νόμιμοι, αλλά και αναγκαίοι για την ακεραιότητα του ποδοσφαίρου, ενισχύουν την αλληλεγγύη μεταξύ επαγγελματικού και ερασιτεχνικού επιπέδου και εξασφαλίζουν τη διαφάνεια και τα ηθικά πρότυπα.
9. Διατηρώντας αμφιβολίες ως προς την ορθή ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, το Landgericht Mainz (περιφερειακό δικαστήριο του Mainz) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχουν το άρθρο 101 [ΣΛΕΕ] (απαγόρευση συμφωνιών που περιορίζουν τον ανταγωνισμό), το άρθρο 102 ΣΛΕΕ (απαγόρευση της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης) και το άρθρο 56 ΣΛΕΕ (ελεύθερη παροχή υπηρεσιών), καθώς και το άρθρο 6 του [ΓΚΠΔ] την έννοια ότι απαγορεύουν κανονιστική ρύθμιση που θεσπίζεται από παγκόσμια αθλητική ένωση (εν προκειμένω: τη FIFA), μέλη της οποίας είναι 211 εθνικές αθλητικές ομοσπονδίες του οικείου αθλήματος (εν προκειμένω: του ποδοσφαίρου) με αποτέλεσμα οι κανονιστικές της ρυθμίσεις να είναι δεσμευτικές για την πλειονότητα των φορέων που δραστηριοποιούνται στα αντίστοιχα εθνικά επαγγελματικά πρωταθλήματα του οικείου αθλήματος [εν προκειμένω: των συλλόγων (συμπεριλαμβανομένων των ποδοσφαιρικών συλλόγων που λειτουργούν ως κεφαλαιουχικές εταιρίες), των ποδοσφαιριστών (μελών του συλλόγου) και των πρακτόρων], με το ακόλουθο περιεχόμενο:
1) απαγορεύεται να συμφωνείται ή να καταβάλλεται αμοιβή σε πράκτορες ποδοσφαιριστών που υπερβαίνει ένα ανώτατο όριο που υπολογίζεται ως ποσοστό του ποσού της μεταγραφής ή των ετήσιων αποδοχών του εν λόγω ποδοσφαιριστή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του [FFAR],
2) απαγορεύεται να καταβάλλουν τρίτοι την αμοιβή που οφείλεται βάσει της σύμβασης πρακτόρευσης ποδοσφαιριστών προς τον αντισυμβαλλόμενο του πράκτορα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφοι 2 και 3, του FFAR,
3) απαγορεύεται στους συλλόγους να καταβάλλουν άνω του 50 % της αμοιβής που οφείλουν συνολικά ο ποδοσφαιριστής και ο σύλλογος για τις υπηρεσίες πρακτόρευσης στις περιπτώσεις που ένας πράκτορας ενεργεί για λογαριασμό του συλλόγου υποδοχής και του ποδοσφαιριστή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 10, του FFAR,
4) προκειμένου να λάβει άδεια πρακτόρευσης ποδοσφαιριστών, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την παροχή υπηρεσιών πρακτόρευσης, ο υποψήφιος απαιτείται να αποδεχθεί τους εσωτερικούς κανονισμούς της παγκόσμιας αθλητικής ένωσης (εν προκειμένω: τον FFAR, το καταστατικό της FIFA, τον πειθαρχικό κανονισμό της FIFA, τον κώδικα δεοντολογίας της FIFA, τον κανονισμό της FIFA σχετικά με το καθεστώς και τις μεταγραφές ποδοσφαιριστών [FIFA RSTP], καθώς και το καταστατικό, τις κανονιστικές ρυθμίσεις, τις κατευθυντήριες γραμμές και τις αποφάσεις των οργάνων και των επιτροπών), όπως επίσης και την πειθαρχική δικαιοδοσία της ένωσης, καθώς και των συνομοσπονδιών και των ομοσπονδιών-μελών, όπως προβλέπεται στα άρθρα 4, παράγραφος 2, 16, παράγραφος 2, στοιχείο b, 20, του FFAR σε συνδυασμό με τα άρθρα 8, παράγραφος 3, 57, παράγραφος 1, 58, παράγραφοι 1 και 2, του καταστατικού της FIFA, τα άρθρα 5, στοιχείο a, 49, 53, παράγραφος 3, του πειθαρχικού κανονισμού της FIFA, τα άρθρα 4, παράγραφος 2, 82, παράγραφος 1, του κώδικα δεοντολογίας,
5) θεσπίζονται προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας πρακτόρευσης ποδοσφαιριστών, σύμφωνα με τις οποίες αποκλείεται οριστικά η χορήγηση άδειας σε περίπτωση καταδίκης ή ποινικού συμβιβασμού ή σε περίπτωση αποκλεισμού τουλάχιστον δύο ετών, αναστολής, ανάκλησης άδειας ή άλλης κύρωσης από αρχή ή αθλητική ομοσπονδία, χωρίς δυνατότητα μεταγενέστερης χορήγησης της αδείας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο a, σημεία ii. και iii., του FFAR,
6) απαγορεύεται στους πράκτορες ποδοσφαιριστών να παρέχουν υπηρεσίες πρακτόρευσης στο πλαίσιο της σύναψης συμφωνίας μεταγραφής ή/και σύμβασης εργασίας και να αμείβονται για τον λόγο αυτό: α) από τον σύλλογο που παραχωρεί και από τον σύλλογο που υποδέχεται τον ποδοσφαιριστή, β) από τον σύλλογο που παραχωρεί και από τον ποδοσφαιριστή, γ) από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη (τον σύλλογο που παραχωρεί, τον σύλλογο που υποδέχεται και τον ποδοσφαιριστή), όπως προβλέπεται στο άρθρο 12, παράγραφοι 8 και 9, του FFAR, και
6α) απαγορεύεται στους πράκτορες ποδοσφαιριστών να παρέχουν, από κοινού με συνδεδεμένο πράκτορα, υπηρεσίες πρακτόρευσης στο πλαίσιο της σύναψης συμφωνίας μεταγραφής ή/και σύμβασης εργασίας και να αμείβονται για τον λόγο αυτό, α) από τον σύλλογο που παραχωρεί και από τον σύλλογο που υποδέχεται τον ποδοσφαιριστή, β) από τον σύλλογο που παραχωρεί και από τον ποδοσφαιριστή, γ) από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη (τον σύλλογο που παραχωρεί, τον σύλλογο που υποδέχεται και τον ποδοσφαιριστή), εφόσον η έννοια του συνδεδεμένου πράκτορα ποδοσφαιριστών περιλαμβάνει τη συνεργασία σύμφωνα με τον ορισμό του “Connected Football Agent” που προβλέπεται στον FFAR (έκτο εδάφιο, σημείο iv., του FFAR), όπως προβλέπεται στο άρθρο 12, παράγραφος 10, του FFAR σε συνδυασμό με τον ορισμό του “connected football agent”, έκτο εδάφιο, σημείο iv., του FFAR,
7) απαγορεύεται στους πράκτορες ποδοσφαιριστών να έρχονται σε επαφή ή να συνάπτουν σύμβαση πρακτόρευσης με σύλλογο, παίκτη, ένωση που είναι μέλος της παγκόσμιας αθλητικής ένωσης ή με νομικό πρόσωπο που διαχειρίζεται μια λεγόμενη Single-entity league, οι οποίοι επιτρέπεται να προσλαμβάνουν πράκτορες ποδοσφαιριστών και οι οποίοι έχουν συνάψει σύμβαση αποκλειστικότητας με άλλο πράκτορα ποδοσφαιριστών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχεία b και c, του FFAR,
8) τα ονόματα και τα λεπτομερή στοιχεία όλων των πρακτόρων ποδοσφαιριστών, τα ονόματα των πελατών που εκπροσωπούν, οι υπηρεσίες πρακτόρευσης ποδοσφαιριστών που παρέχουν σε κάθε ένα πελάτη και/ή οι λεπτομέρειες όλων των συναλλαγών στις οποίες εμπλέκονται πράκτορες ποδοσφαιριστών, συμπεριλαμβανομένου του ποσού της αμοιβής που καταβάλλεται στους πράκτορες ποδοσφαιριστών, πρέπει να αναρτώνται σε πλατφόρμα της παγκόσμιας αθλητικής ένωσης, οι πληροφορίες δε αυτές καθίστανται εν μέρει προσβάσιμες στους άλλους συλλόγους, στους παίκτες ή στους πράκτορες ποδοσφαιριστών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 19 του FFAR,
9) απαγορεύεται να συμφωνείται αμοιβή για τις υπηρεσίες πρακτόρευσης ποδοσφαιριστών με οποιονδήποτε άλλο τρόπο πέραν της συμφωνίας επί τη βάσει της αμοιβής ποδοσφαιριστή ή του ποσού της μεταγραφής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, του FFAR,
10) τεκμαίρεται ότι οι λοιπές υπηρεσίες που παρέχονται από πράκτορα ποδοσφαιριστών ή από συνδεδεμένο με αυτόν πράκτορα ποδοσφαιριστών 24 μήνες πριν ή μετά την παροχή υπηρεσιών πρακτόρευσης ποδοσφαιριστών σε πελάτη που εμπλέκεται στη συναλλαγή σχετικά με την οποία παρασχέθηκαν υπηρεσίες πρακτόρευσης, αποτελούν τμήμα των υπηρεσιών πρακτόρευσης ποδοσφαιριστών και, εφόσον το τεκμήριο δεν μπορεί να ανατραπεί, η αμοιβή για τις λοιπές υπηρεσίες θεωρείται ότι αποτελεί τμήμα της αμοιβής για τις υπηρεσίες πρακτόρευσης ποδοσφαιριστών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 15, παράγραφοι 3 και 4, του FFAR,
11) το ύψος της αμοιβής των πρακτόρων ποδοσφαιριστών που υπολογίζεται [ως ποσοστό] θα πρέπει να στηρίζεται μόνο στον μισθό που πράγματι καταβάλλεται στον ποδοσφαιριστή όπως προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφοι 7 και 12, του FFAR,
12) οι πράκτορες ποδοσφαιριστών υποχρεούνται να κοινολογούν στην παγκόσμια αθλητική ένωση τις ακόλουθες πληροφορίες:
α) εντός 14 ημερών από τη σύναψη: κάθε συμφωνία με πελάτη που δεν συνιστά συμφωνία εκπροσώπησης, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των λοιπών υπηρεσιών, καθώς και τις πληροφορίες που ζητούνται στην πλατφόρμα,
β) εντός 14 ημερών από την καταβολή αμοιβής: τις πληροφορίες που ζητούνται στην πλατφόρμα,
γ) εντός 14 ημερών από την καταβολή της αμοιβής σε σχέση με κάθε συμφωνία με πελάτη που δεν συνιστά συμφωνία εκπροσώπησης: τις πληροφορίες που ζητούνται στην πλατφόρμα,
δ) εντός 14 ημερών από τη σύναψη της συμφωνίας: κάθε συμβατική ή άλλη συμφωνία μεταξύ πρακτόρων ποδοσφαιριστών σχετικά με τη συνεργασία για την παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας ή για τον διαμοιρασμό των εσόδων ή των κερδών από οποιοδήποτε τμήμα των παρεχομένων από αυτούς υπηρεσιών πρακτόρευσης ποδοσφαιριστών,
ε) εφόσον δραστηριοποιούνται μέσω πρακτορείου, εντός 14 ημερών από την πρώτη συναλλαγή στην οποία εμπλέκεται το πρακτορείο: τον αριθμό των πρακτόρων ποδοσφαιριστών που δραστηριοποιούνται μέσω του ιδίου πρακτορείου και τα ονόματα όλων των υπαλλήλων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 16, παράγραφος 2, στοιχείο j, σημεία ii. έως v., στοιχείο k, σημείο ii., του FFAR,
13) απαγορεύεται στους συλλόγους να συμφωνούν με πράκτορες ποδοσφαιριστών αμοιβή ή τμήματα αμοιβής για τη μεταγραφή ποδοσφαιριστή ή να καταβάλλουν σε πράκτορες ποδοσφαιριστών αμοιβή ή τμήματα αμοιβής, η βάση υπολογισμού των οποίων εξαρτάται (επίσης) από μελλοντικές αποζημιώσεις λόγω μεταγραφής τις οποίες λαμβάνει ο σύλλογος από την περαιτέρω μεταγραφή του ποδοσφαιριστή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 18ter, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του [FIFA RSTP], όπως προβλέπεται στο άρθρο 16, παράγραφος 3, στοιχείο e, του FFAR».
10. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο FT, η FIFA, η Ελληνική, η Γαλλική και η Ουγγρική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
11. Με επιστολή που απέστειλε στις 5 Μαρτίου 2024, το Δικαστήριο κάλεσε τους ενδιαφερομένους, βάσει του άρθρου 62, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τον αντίκτυπο των αποφάσεων που εκδόθηκαν στις υποθέσεις ISU, Superleague και Royal Antwerp στην απάντηση που θα δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα στην υπό κρίση υπόθεση. Ο FT, η FIFA, η Ελληνική, η Γαλλική και η Ουγγρική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή συμμορφώθηκαν προς το αίτημα αυτό.
12. Ο FT, η FIFA, η Ουγγρική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ανέπτυξαν επίσης προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 12 Φεβρουαρίου 2025.
IV. Ανάλυση
13. Με το προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να εξετάσει τη συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης ενός κανονισμού, όπως ο FFAR, ο οποίος θεσπίστηκε από παγκόσμια αθλητική ένωση και αφορά τις δραστηριότητες των πρακτόρων ποδοσφαιριστών. Το προδικαστικό ερώτημα αφορά την ορθή ερμηνεία τεσσάρων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης και, ως εκ τούτου, εγείρει πληθώρα νομικών ζητημάτων τα οποία πρέπει να εξεταστούν χωριστά.
14. Πριν ξεκινήσω την εξέταση των εν λόγω ζητημάτων (υπό Γ, Δ, Ε και ΣΤ), θα καταθέσω, αρχικώς, ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις συστημικής (υπό Α) και μεθοδολογικής (υπό Β) φύσεως.
Α. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις (I) – συστημικές
15. Κατ’ αρχάς, φρονώ ότι είναι σκόπιμο να γίνουν τρεις προκαταρκτικές παρατηρήσεις προκειμένου να καθοριστεί το πλαίσιο για τους αναγνώστες των παρουσών προτάσεων (οι οποίες μπορεί να είναι επίσης χρήσιμες και για τους αναγνώστες των δύο άλλων προτάσεων που αναφέρονται στο σημείο 3 των παρουσών προτάσεων).
16. Πρώτον, υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, στο μέτρο που η άσκηση αθλητικών δραστηριοτήτων συνιστά οικονομική δραστηριότητα, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης που διέπουν τις δραστηριότητες αυτές (10). Ως εκ τούτου, οι κανόνες τους οποίους θεσπίζουν οι αθλητικές ενώσεις με σκοπό τη ρύθμιση της μισθωτής εργασίας ή της παροχής υπηρεσιών εκ μέρους επαγγελματιών ή ημιεπαγγελματιών αθλητών και, ευρύτερα, οι κανόνες οι οποίοι, μολονότι δεν ρυθμίζουν τυπικώς την εν λόγω εργασία ή παροχή υπηρεσιών, έχουν άμεσο αντίκτυπο στην εν λόγω εργασία ή παροχή υπηρεσιών μπορούν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία. Επιπλέον, οι κανόνες αυτοί και, γενικότερα, η συμπεριφορά των ενώσεων που τους έχουν θεσπίσει εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Ένωσης περί ανταγωνισμού, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, στο μέτρο που οι συγκεκριμένες ενώσεις μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «ενώσεις επιχειρήσεων» ή οι επίμαχοι κανόνες μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων» κατά την έννοια των άρθρων 101 και/ή 102 ΣΛΕΕ (11).
17. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ορισμένοι ειδικοί κανόνες οι οποίοι, αφενός, έχουν θεσπισθεί αποκλειστικώς για λόγους μη οικονομικής φύσεως και, αφετέρου, αφορούν ζητήματα σχετικά αποκλειστικώς με το άθλημα αυτό καθεαυτό πρέπει να θεωρούνται ξένοι προς οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, στην περίπτωση κανόνων που αφορούν τον αποκλεισμό των αλλοδαπών αθλητών από τη σύνθεση των ομάδων που συμμετέχουν στους αγώνες μεταξύ αντιπροσωπευτικών ομάδων της χώρας τους ή τον καθορισμό των κριτηρίων κατατάξεως που χρησιμοποιούνται για την επιλογή των αθλητών που μετέχουν σε διοργανώσεις ατομικώς (12).
18. Αυτή η «αθλητική εξαίρεση» –η οποία χρονολογείται από την απόφαση‑ορόσημο Walrave (13) και αποτελεί συχνά αντικείμενο κριτικής στη νομική βιβλιογραφία (14)– πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να ερμηνεύεται στενά (15). Το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι το γεγονός ότι ένας κανόνας έχει αμιγώς αθλητικό χαρακτήρα ή εφαρμόζεται αποκλειστικά στον αθλητισμό δεν σημαίνει ότι ο κανόνας αυτός και, κατά μείζονα λόγο, η δραστηριότητα την οποία αφορά εξαιρούνται ευθύς εξαρχής από το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης (16).
19. Στην πραγματικότητα, η «αθλητική εξαίρεση» επ’ ουδενί συνιστά πραγματική εξαίρεση από την εφαρμογή των επίμαχων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, αλλά αποτελεί απλώς την εφαρμογή δύο παγιωμένων αρχών.
20. Η πρώτη από αυτές τις αρχές συνίσταται στο ότι οι διατάξεις της Ένωσης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία και τον ανταγωνισμό αφορούν, γενικώς, τις οικονομικές δραστηριότητες και το εμπόριο εντός της Ένωσης (17). Για παράδειγμα, κατά πάγια νομολογία, οι δραστηριότητες που εμπίπτουν στην άσκηση των προνομίων δημόσιας εξουσίας δεν έχουν οικονομικό χαρακτήρα (18) ή αυτές που παρέχονται λόγω αλληλεγγύης και δεν συνίστανται στην προσφορά αγαθών ή υπηρεσιών στην αγορά έναντι αμοιβής ενδέχεται να μην εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Ένωσης περί ανταγωνισμού (19). Τούτο δε, παρά το γεγονός ότι από τις δραστηριότητες αυτές ενδέχεται να απορρέουν κάποιοι παρεπόμενοι περιορισμοί του ανταγωνισμού (20). Ομοίως, το Δικαστήριο έχει καταστήσει σαφές ότι μέτρα τα οποία θίγουν μόνο μη οικονομικές πτυχές της ζωής των πολιτών της Ένωσης δεν επηρεάζονται, κατά κανόνα, από τις διατάξεις για την εσωτερική αγορά (21).
21. Η δεύτερη αρχή συνίσταται στο ότι, ακόμη και αν δεν μπορεί να αποκλειστεί a priori κάποιο έμμεσο αποτέλεσμα στην άσκηση μιας οικονομικής δραστηριότητας ή στο εμπόριο εντός της Ένωσης, τούτο εξακολουθεί να μην ασκεί ουδεμία επιρροή εφόσον θεωρείται ότι είναι ήσσονος σημασίας. Το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι μέτρα των οποίων οι συνέπειες στο εμπόριο εντός της Ένωσης έχουν πολύ αβέβαιο, έμμεσο, ασαφή, μεμονωμένο ή υποθετικό χαρακτήρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστούν «περιορισμούς» για τους σκοπούς των διατάξεων της Ένωσης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία (22). Η έννοια του «περιορισμού» είναι ασφαλώς ευρεία, αλλά δεν μπορεί να διευρυνθεί τόσο ώστε να καταλαμβάνει την πρόκληση οποιασδήποτε ελάχιστης ενόχλησης στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι επιχειρήσεις (23). Ομοίως, κατά πάγια νομολογία, συμπεριφορές των επιχειρήσεων οι οποίες δεν έχουν αισθητό αποτέλεσμα στην αγορά (24), για παράδειγμα, λόγω του ότι ενδεχόμενη επιρροή τους στις παραμέτρους του ανταγωνισμού είναι περιστασιακή και έμμεση (25), δεν εμπίπτουν στις απαγορεύσεις που καθορίζονται από τους αντιμονοπωλιακούς κανόνες της Ένωσης.
22. Κατά τη γνώμη μου, η «αθλητική εξαίρεση» καταλαμβάνει, σε γενικές γραμμές, τους βασικούς «κανόνες του παιχνιδιού» και ορισμένες οργανωτικές πτυχές μη οικονομικού χαρακτήρα: για παράδειγμα τον τρόπο διεξαγωγής των ποδοσφαιρικών αγώνων (αριθμός ποδοσφαιριστών, διάρκεια του αγώνα, συμπεριφορές που επιτρέπονται ή απαγορεύονται εντός του αγωνιστικού χώρου, απαιτήσεις ενδυμασίας των ποδοσφαιριστών κ.λπ.) και τον τρόπο διάρθρωσης των πρωταθλημάτων (αριθμός των συλλόγων που συμμετέχουν, αριθμός των αγώνων ανά πρωτάθλημα, ημερολόγιο των αγώνων κ.λπ.) (26).
23. Αναμφίβολα, η εφαρμογή των εν λόγω κανόνων μπορεί, θεωρητικώς, να έχει κάποιου είδους αντίκτυπο στο εμπόριο και/ή τον ανταγωνισμό μεταξύ επιχειρήσεων εντός της εσωτερικής αγοράς (27).
24. Συναφώς, παρατίθενται ορισμένα, προφανώς ακραία, παραδείγματα: το γεγονός ότι οι ποδοσφαιρικές ομάδες επιτρέπεται να αγωνίζονται μόνο με 11 ποδοσφαιριστές ανά ομάδα (και όχι, για παράδειγμα, με 12 ή 15) δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ασκεί καμία επιρροή στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η παρουσία περισσότερων ποδοσφαιριστών εντός του αγωνιστικού χώρου δύναται να αυξήσει την εντός της Ένωσης κινητικότητα των ποδοσφαιριστών (28). Ομοίως, θα μπορούσε ακόμη και να υποστηριχθεί ότι η επιβαλλόμενη στους ποδοσφαιριστές απαγόρευση να φέρουν επάνω τους οτιδήποτε επικίνδυνο (όπως κοσμήματα) ή η απαγόρευση στους θεατές των ποδοσφαιρικών αγώνων να εισέρχονται στις αθλητικές εγκαταστάσεις υπό την επήρεια οινοπνεύματος και η απαγόρευση μεταφοράς και χρήσεως πυρσών και πυροτεχνημάτων μπορεί να αποθαρρύνει ορισμένους από την αγορά των εν λόγω αγαθών και, ως εκ τούτου, επηρεάζει δυσμενώς τις εισαγωγές από τα λοιπά κράτη μέλη (29).
25. Με την ίδια λογική, η απόφαση περιορισμού του αριθμού των συλλόγων που συμμετέχουν στα ποδοσφαιρικά πρωταθλήματα σε έναν δεδομένο και προκαθορισμένο αριθμό (για παράδειγμα, 18 ποδοσφαιρικοί σύλλογοι στην Bundesliga) και το γεγονός ότι λίγοι μόνο νέοι σύλλογοι μπορούν να εισέλθουν στην πρώτη κατηγορία κατά το τέλος της αγωνιστικής περιόδου, βάσει ενός συστήματος ανόδου και υποβιβασμού στις κατώτερες κατηγορίες, θέτει, εκ των πραγμάτων, εξαιρετικά υψηλά εμπόδια εισόδου στις αγορές στις οποίες δραστηριοποιούνται οι σύλλογοι αυτοί. Ομοίως, οι κανόνες σχετικά με τον μέγιστο αριθμό των ποδοσφαιριστών που μπορούν να υπογράψουν συμβόλαιο με μια ομάδα (επί του παρόντος, 25 στην Bundesliga) μπορούν, δυνητικώς, να δυσχεράνουν τη θέση ορισμένων συλλόγων (για παράδειγμα, εκείνων που διαθέτουν αυξημένους χρηματοοικονομικούς πόρους ή πιο ανεπτυγμένες ακαδημίες νέων ποδοσφαιριστών) και, συνεπώς, να περιορίσουν τη δυνατότητα ανταγωνισμού τους έναντι των λοιπών συλλόγων. Μπορεί επίσης να υποστηριχθεί ότι ένα τέτοιο μέτρο ενδέχεται να συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων.
26. Ωστόσο, οι διατάξεις της Ένωσης περί ελεύθερης κυκλοφορίας και ανταγωνισμού δεν αφορούν αυτού του είδους τους περιορισμούς (30). Ο σκοπός των διατάξεων αυτών δεν συνίσταται ούτε στην ανεμπόδιστη άσκηση του εμπορίου από τους οικονομικούς φορείς ούτε στη γενική απορρύθμιση των αγορών (31). Αντιθέτως, σκοπός τους είναι να διασφαλίσουν ότι η εσωτερική αγορά λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς, στην οποία η ελεύθερη και ανόθευτη ροή προϊόντων, υπηρεσιών και συντελεστών της παραγωγής διασφαλίζει την αποτελεσματική κατανομή των πόρων (32), συμβάλλοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, στην ευημερία των προσώπων που διαβιούν στην Ένωση (33).
27. Εφόσον δεν διαπιστώνεται σημαντικός αντίκτυπος σε ζητήματα που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης –εν προκειμένω, το εμπόριο εντός της Ένωσης και/ή τον ανταγωνισμό–, δεν δικαιολογείται η επέμβαση του δικαίου της Ένωσης σε κανονιστικές ρυθμίσεις εκδοθείσες από επαγγελματικές ή αθλητικές ενώσεις (34) (συχνά αποκαλούμενες ως lex sportiva) (35), οι οποίες πρέπει να απολαύουν μιας σχετικής εσωτερικής αυτονομίας (36) και προστασίας των δραστηριοτήτων τους δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), στο οποίο κατοχυρώνεται η ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταρίζεσθαι (37).
28. Τούτου λεχθέντος, ο απλός ισχυρισμός ότι ένας κανόνας έχει αμιγώς αθλητικό χαρακτήρα –δηλαδή, έχει θεσπιστεί για σχετικούς με τον αθλητισμό λόγους και ρυθμίζει μη οικονομικές πτυχές της δραστηριότητας– δεν αρκεί, όπως προαναφέρθηκε, για να τον προστατεύσει από τον δικαστικό έλεγχο. Ως εκ τούτου, η πιθανή εφαρμογή των σχετικών κανόνων του δικαίου της Ένωσης για την ελεύθερη κυκλοφορία και τον ανταγωνισμό στους κανόνες αυτούς πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση.
29. Δεύτερον, κατανοώ ότι, σε ορισμένους παρατηρητές, φαίνεται κάπως περίεργο ότι στα ίδια ακριβώς μέτρα εφαρμόζονται, πιθανώς σωρευτικά, τόσο οι διατάξεις της Ένωσης περί ελεύθερης κυκλοφορίας όσο και οι διατάξεις περί ανταγωνισμού. Πράγματι, κατ’ αρχήν τουλάχιστον, οι πρώτες εφαρμόζονται στους περιορισμούς του εμπορίου που οφείλονται σε κρατικές επεμβάσεις, ενώ οι κανόνες περί ανταγωνισμού έχουν ως στόχο τις στρεβλώσεις της αγοράς που οφείλονται στη συμπεριφορά των ιδιωτικών επιχειρήσεων (38).
30. Ωστόσο, η ασυνήθης αυτή κατάσταση είναι το αποτέλεσμα του γεγονότος ότι, σε ορισμένους τομείς, οι (ευρωπαϊκές και/ή εθνικές) αρχές αποφάσισαν, ενδεχομένως, να απόσχουν από τη ρύθμιση κάποιων πτυχών μιας δεδομένης οικονομικής δραστηριότητας και να αναθέσουν στους ενδιαφερόμενους φορείς της αγοράς –οι οποίοι ενεργούν μέσω αυτοδιοικούμενων οργάνων, εμπορικών οργανώσεων ή αντιπροσωπευτικών ενώσεων– να θεσπίσουν τους αναγκαίους κανόνες και, όπου απαιτείται, να τους επιβάλλουν και να επιλύουν τις πιθανές διενέξεις (39). Τούτο συμβαίνει αναγκαστικά στον αθλητισμό: πρέπει να υπάρχει ένα αυτοδιοικούμενο όργανο το οποίο, μεταξύ άλλων, θεσπίζει τους κοινούς κανόνες του αθλητισμού, αποφασίζει για τις ημεροχρονολογίες διεξαγωγής των αθλητικών εκδηλώσεων και τις διοργανώνει. Θα ήταν αδιανόητο ένα κράτος ή μια έννομη τάξη όπως η Ένωση να μπορούν να αποφασίζουν για τις μικρολεπτομέρειες των διαφόρων αθλημάτων, όπως τις λεπτομέρειες του κανόνα του παίκτη εκτός παιχνιδιού (off-side) στο ποδόσφαιρο, το ύψος της στεφάνης στην καλαθόσφαιρα ή το εάν οι πόντοι στην πετοσφαίριση (volley-ball) πρέπει να κατοχυρώνονται χωρίς ή με τη μεσολάβηση αλλαγών.
31. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις αυτές, οι φορείς της αγοράς μπορούν να διαδραματίζουν «διπλό ρόλο»: αυτόν της επιχείρησης (η οποία ανταγωνίζεται με τις λοιπές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αγορά) και εκείνον της ρυθμιστικής αρχής (η οποία διαμορφώνει τους κανόνες υπό τους οποίους λαμβάνει χώρα ο ανταγωνισμός). Σε αυτή την περίπτωση, η συμβατότητα του δικαίου της Ένωσης με τα μέτρα που θεσπίζονται από τους εν λόγω φορείς της αγοράς μπορεί, κατά περίπτωση, να εξετάζεται υπό το διπλό πρίσμα τόσο της εσωτερικής αγοράς όσο και του δικαίου του ανταγωνισμού (40).
32. Τρίτον, με την απόφαση Superleague, το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι το άρθρο 165 ΣΛΕΕ –το οποίο αφορά τη δράση της Ένωσης στον τομέα του αθλητισμού– δεν συνιστά διάταξη της οποίας μπορεί να γίνει επίκληση προκειμένου να δικαιολογηθούν μέτρα τα οποία παραβιάζουν τις διατάξεις της Ένωσης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία ή τον ανταγωνισμό. Ωστόσο, προσέθεσε επίσης ότι οι ιδιαιτερότητες του αθλητισμού, τις οποίες αναγνωρίζει το άρθρο 165 ΣΛΕΕ, «μπορούν ενδεχομένως να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων στοιχείων και εφόσον αποδεικνύονται κρίσιμες, κατά την εφαρμογή των [διατάξεων του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία και τον ανταγωνισμό]» (41).
33. Τούτο σημαίνει ότι το άρθρο 165 ΣΛΕΕ, από μόνο του, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση προκειμένου να γίνει επίκληση εξαίρεσης των εν λόγω διατάξεων του δικαίου της Ένωσης. Ωστόσο, τα συμφέροντα που κατοχυρώνονται στη διάταξη αυτήν μπορούν, ασφαλώς, να λαμβάνονται υπόψη όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται σε άλλες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης εισάγουσες απαλλαγές ή παρεκκλίσεις: για παράδειγμα, εκείνες που αφορούν την αιτιολόγηση των περιορισμών της ελεύθερης κυκλοφορίας, τους θεμιτούς σκοπούς γενικού συμφέροντος κατά την έννοια της νομολογίας Meca-Medina ή τις περιπτώσεις στις οποίες δύναται να χορηγηθεί απαλλαγή δυνάμει του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Σε τελική ανάλυση, εφόσον αυτές είναι οι αξίες τις οποίες πρέπει να προωθεί η δράση της Ένωσης στον τομέα αυτόν, θα ήταν παράλογο να θεωρούνται αλυσιτελείς για τους σκοπούς του δικαίου της Ένωσης όταν το πράττουν οι ίδιες οι αθλητικές ενώσεις.
34. Κατόπιν των ανωτέρω διευκρινίσεων, μπορώ, εν συνεχεία, να εξηγήσω τη μεθοδολογία που θα χρησιμοποιήσω για τη νομική ανάλυση των ζητημάτων που εγείρονται με τα προδικαστικά ερωτήματα στην υπό κρίση υπόθεση. Συναφώς, καταθέτω τρεις παρατηρήσεις.
Β. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις (II) – μεθοδολογικές
35. Πρώτον, στην υπό κρίση υπόθεση, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να του παράσχει διευκρινίσεις σχετικά με την ερμηνεία τεσσάρων διακριτών διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, όσον αφορά ένα σχετικά λεπτομερές σύνολο κανονιστικών ρυθμίσεων που έχουν θεσπιστεί από παγκόσμια αθλητική ένωση, εκ των οποίων επισημαίνονται 14 επιμέρους κανόνες.
36. Λαμβανομένου υπόψη του αρκετά σύνθετου νομικού και οικονομικού πλαισίου στο οποίο στηρίζεται ο εν λόγω κανονισμός, είμαι εξαιρετικά διστακτικός να παράσχω μια απόλυτη και οριστική εκτίμηση σχετικά με τη συμβατότητα των εν λόγω μέτρων με το δίκαιο της Ένωσης. Φρονώ ότι οι μετέχοντες στη διαδικασία θα πρέπει να αποσαφηνίσουν αρκετά νομικά και πραγματικά στοιχεία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου προκειμένου αυτό να αντιληφθεί πλήρως τους νομικούς μηχανισμούς που θεσπίζει ο FFAR και τον αντίκτυπό τους στις οικονομικές δραστηριότητες των εμπλεκομένων φορέων της αγοράς (πρωτίστως, των πρακτόρων των ποδοσφαιριστών και των ποδοσφαιρικών συλλόγων).
37. Συναφώς, υπενθυμίζω ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, η οποία στηρίζεται στον σαφή διαχωρισμό των καθηκόντων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, ο ρόλος του τελευταίου περιορίζεται, κατ’ αρχήν, στην ερμηνεία των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης που άγονται ενώπιόν του. Ως εκ τούτου, εναπόκειται, γενικώς, στο αιτούν δικαστήριο, και όχι στο Δικαστήριο, να εφαρμόσει τις διατάξεις αυτές στη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιόν του.
38. Τούτου λεχθέντος, στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί, ασφαλώς, να παράσχει, βάσει των στοιχείων που έχουν τεθεί στη διάθεσή του, αποσαφηνίσεις οι οποίες σκοπούν στο να παρασχεθούν κατευθύνσεις στο αιτούν δικαστήριο όσον αφορά την ερμηνεία του προκειμένου να του επιτρέψουν να αποφανθεί επί της υποθέσεως που έχει αχθεί ενώπιόν του. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο, σε ορισμένες περιπτώσεις, να ασκήσει την αρμοδιότητά του βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ υιοθετώντας μια διασταλτική προσέγγιση προκειμένου να συνδράμει τα δικαστήρια που υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα (αιτούντα δικαστήρια) όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά ή απλώς διότι διακρίνει την ανάγκη εκδόσεως μιας αποφάσεως ορόσημο και, στο πνεύμα αυτό, δέχεται να παράσχει εξατομικευμένες απαντήσεις προσαρμοσμένες στα πραγματικά περιστατικά της εκάστοτε υπόθεσης δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ενδεικτικό του ότι το Δικαστήριο ενεργεί συνήθως, πολλώ δε μάλλον οφείλει να ενεργεί, κατ’ αυτόν τον τρόπο (42). Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο μπορεί μεν, αλλά δεν χρειάζεται, να παρέχει απαντήσεις όσον αφορά την έκβαση συγκεκριμένων υποθέσεων. Όπως προαναφέρθηκε, η υπό κρίση υπόθεση, κατά τη γνώμη μου, δεν προσφέρεται να λειτουργήσει ως «υπόθεση έκβασης» (43).
39. Δεύτερον, φρονώ ότι, προκειμένου να διευκολυνθεί η νομική ανάλυση, κανόνες όπως αυτοί που αναφέρονται στο προδικαστικό ερώτημα μπορούν να ομαδοποιηθούν στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες με βάση το αντικείμενο και τον σκοπό τους:
– αυτούς που αφορούν τις αμοιβές των πρακτόρων, όπως ο κανόνας «του ανώτατου ορίου για τις αμοιβές των υπηρεσιών», ο κανόνας «ο πελάτης πληρώνει», ο κανόνας του «50 % της αμοιβής», ο κανόνας του «υπολογισμού του ανώτατου ορίου», ο κανόνας του «τεκμηρίου», ο κανόνας των «πραγματικών απολαβών» και ο κανόνας των «μελλοντικών μεταγραφών» (σημεία 1, 2, 3, 9, 10, 11 και 13 του προδικαστικού ερωτήματος),
– αυτούς που αφορούν τη χορήγηση αδειών πρακτόρευσης, όπως ο κανόνας περί «συμμόρφωσης» και ο κανόνας περί «απαιτήσεων» (σημεία 4 και 5 του προδικαστικού ερωτήματος),
– αυτούς που αφορούν την πολλαπλή εκπροσώπηση (σημεία 6 και 6α του προδικαστικού ερωτήματος),
– αυτούς που αφορούν τη δημιουργία επαφών (σημείο 7 του προδικαστικού ερωτήματος) και
– αυτούς που αφορούν την υποβολή και την κοινολόγηση πληροφοριών, όπως ο κανόνας «περί διαφάνειας» και ο κανόνας «περί κοινολόγησης» (σημεία 8 και 12 του προδικαστικού ερωτήματος).
40. Τρίτον, για λόγους δικονομικής οικονομίας, δεν θα υπεισέλθω σε ζητήματα τα οποία, βάσει πάγιας νομολογίας, είναι, κατά τη γνώμη μου, αρκετά σαφή. Πιο συγκεκριμένα, φρονώ ότι ένας κανονισμός όπως ο επίμαχος i) δεν μπορεί, υπό το πρίσμα του αντικειμένου, των σκοπών και των αποτελεσμάτων του στην οικονομική δραστηριότητα των πρακτόρων και των ποδοσφαιριστών, να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην προαναφερθείσα «αθλητική εξαίρεση» (44), ii) συνιστά «απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων» κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (45) και iii) είναι πιθανό να έχει αποτελέσματα στο εμπόριο εντός της Ένωσης για τους σκοπούς των διατάξεων της Ένωσης περί ελεύθερης κυκλοφορίας και ανταγωνισμού (46).
41. Επιπλέον, υπάρχουν ορισμένα ζητήματα αρκετά σύνθετης φύσεως τα οποία προέβαλαν ορισμένοι από τους μετέχοντες στη διαδικασία με τις παρατηρήσεις τους, μολονότι τα ζητήματα αυτά δεν εγείρονται με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και/ή δεν φαίνεται να είναι κεντρικής σημασίας για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Όσον αφορά τα ζητήματα αυτά, θα καταθέσω ορισμένες παρατηρήσεις οι οποίες φρονώ ότι θα είναι χρήσιμες για το αιτούν δικαστήριο χωρίς ωστόσο να υπεισέλθω σε διεξοδική ανάλυση η οποία θα υπερέβαινε το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως.
42. Υπό το πρίσμα των ως άνω παρατηρήσεων, θα εξετάσω ακολούθως τη συμβατότητα κανονιστικών ρυθμίσεων όπως οι επίμαχες με τις αναφερόμενες στο προδικαστικό ερώτημα διατάξεις του δικαίου της Ένωσης.
Γ. Άρθρο 101 ΣΛΕΕ
43. Η πρώτη διάταξη την οποία αναφέρει το αιτούν δικαστήριο στη διάταξή του περί παραπομπής είναι το άρθρο 101 ΣΛΕΕ. Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι ορισμένοι από τους κανόνες του FFAR φαίνονται, εκ πρώτης όψεως, ικανοί να περιορίσουν τον ανταγωνισμό μεταξύ των πρακτόρων ή μεταξύ των ποδοσφαιρικών συλλόγων και, συνεπώς, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως της Συνθήκης.
44. Συμφωνώ. Κατά τη γνώμη μου, είναι αρκετά σαφές ότι αρκετοί από τους κανόνες αυτούς (για παράδειγμα, οι σχετικοί με τις αμοιβές ή τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας) δύνανται, κατ’ αρχήν, να παράγουν ορισμένα περιοριστικά αποτελέσματα στις οικείες αγορές, παρεμποδίζοντας τον ελεύθερο ανταγωνισμό μεταξύ πρακτόρων και/ή ποδοσφαιρικών συλλόγων σε ορισμένους τομείς.
45. Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο, προκειμένου να εξακριβώσει εάν οι κανόνες αυτοί αντιτίθενται στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ, θα πρέπει να εξετάσει, συνοπτικώς, τα ακόλουθα ζητήματα.
1. Διάρθρωση της ανάλυσης
46. Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξακριβώσει εάν οι κανόνες αυτοί παράγουν περιορισμούς του ανταγωνισμού «ως εκ του αντικειμένου» τους. Εάν το δικαστήριο αυτό καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τούτο ισχύει, παρέλκει η εξέταση των πραγματικών ή δυνητικών αποτελεσμάτων των εν λόγω κανόνων στην αγορά. Πράγματι, οι κανόνες αυτοί απαγορεύονται, εκτός εάν τυγχάνουν κάποιας εξαιρέσεως δυνάμει του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
47. Στα σημεία 23 έως 45 των προτάσεών μου στην υπόθεση CD Tondela, εξετάζω διεξοδικώς την έννοια των περιορισμών «ως εκ του αντικειμένου» και τον τρόπο με τον οποίο διαπιστώνονται οι περιορισμοί αυτοί (δηλαδή, τα στοιχεία που είναι κρίσιμα για τη σχετική ανάλυση και την προσέγγιση που πρέπει να ακολουθείται συναφώς). Χάριν δικονομικής οικονομίας, παραπέμπω τους αναγνώστες στα σχετικά αποσπάσματα.
48. Δεύτερον, εάν θεωρηθεί ότι οι επίμαχοι κανόνες δεν έχουν αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αντικείμενο, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει εάν, παρά ταύτα, παράγουν αντίθετα προς τον ανταγωνισμό αποτελέσματα και, εφόσον τούτο ισχύει, εάν τα αποτελέσματα αυτά μπορούν να δικαιολογηθούν με βάση τη «νομολογία Meca-Medina».
49. Υπενθυμίζω ότι αυτή είναι η νομολογία του Δικαστηρίου η οποία, εκκινώντας από την απόφαση Wouters, εφαρμόστηκε ακολούθως στις δραστηριότητες που συνδέονται με τον αθλητισμό, αρχικώς στην απόφαση Meca‑Medina και, ακολούθως, πιο πρόσφατα, στις αποφάσεις ISU, Superleague και Royal Antwerp, καθώς και σε ορισμένες μεταγενέστερες αποφάσεις (47). Κατ’ ουσίαν, με τη νομολογία Meca-Medina καθίσταται απολύτως σαφές ότι συμφωνίες οι οποίες περιορίζουν την ελεύθερη δράση των εμπλεκομένων επιχειρήσεων δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της απαγόρευσης που προβλέπεται από το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ εφόσον: i) δικαιολογούνται από την επιδίωξη θεμιτών σκοπών γενικού συμφέροντος οι οποίοι δεν έχουν αυτοί καθεαυτούς αντίθετο προς τον ανταγωνισμό χαρακτήρα, ii) έχει αποδειχθεί προσηκόντως η αναγκαιότητα των χρησιμοποιούμενων προς τούτο μέσων και, iii) ακόμη και αν αποδειχθεί ότι τα μέσα αυτά έχουν ένα εγγενές αποτέλεσμα, τουλάχιστον εν δυνάμει, στον περιορισμό ή τη στρέβλωση του ανταγωνισμού, το εγγενές αυτό αποτέλεσμα δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου, ιδίως όσον αφορά την εξάλειψη κάθε μορφής ανταγωνισμού.
50. Στα σημεία 21 έως 53 των προτάσεών μου στην υπόθεση ROGON, αναλύω διεξοδικώς την προέλευση, τη λογική και το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω νομολογίας. Χάριν δικονομικής οικονομίας, παραπέμπω, και επί του συγκεκριμένου ζητήματος, τους αναγνώστες στα σχετικά αποσπάσματα.
51. Τρίτον, εφόσον θεωρηθεί ότι οι επίμαχοι κανόνες συνιστούν περιορισμούς «ως εκ του αντικειμένου» ή, επικουρικώς, δεν μπορούν να δικαιολογηθούν βάσει της νομολογίας Meca-Medina, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει εάν στους κανόνες αυτούς εφαρμόζεται, ενδεχομένως, κάποια από τις περιπτώσεις απαλλαγής του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, οι προβλεπόμενες από το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ απαγορεύσεις δύνανται να κηρυχθούν ανεφάρμοστες σε περιπτώσεις συμπεριφορών οι οποίες συμβάλλουν στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, εξασφαλίζοντας συγχρόνως στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει, υπό την προϋπόθεση πληρώσεως ορισμένων προϋποθέσεων.
52. Όπως προαναφέρθηκε στα σημεία 35 έως 37 των παρουσών προτάσεων, οι εκτιμήσεις αυτές επαφίενται στην αξιολογική κρίση του αιτούντος δικαστηρίου. Ωστόσο, προκειμένου να συνδράμω το δικαστήριο αυτό, θα εξετάσω έκαστο των εν λόγω σταδίων της αναλύσεως όσον αφορά τους επίμαχους κανόνες.
2. Κανόνες που αφορούν τις αμοιβές των πρακτόρων
53. Οι πέντε κανόνες σχετικά με τις αμοιβές των πρακτόρων που αναφέρονται στη διάταξη περί παραπομπής θεσπίζουν, κατ’ ουσίαν, ένα σύστημα στο οποίο: i) για τις υπηρεσίες που συνδέονται με τις μεταγραφές των ποδοσφαιριστών, οι πράκτορες δεν μπορούν να λάβουν αμοιβή η οποία υπερβαίνει ένα ανώτατο όριο που υπολογίζεται ως ποσοστό του ποσού της μεταγραφής ή των ετήσιων πραγματικών αποδοχών του ποδοσφαιριστή, ii) οι πράκτορες αμείβονται μόνο από τους ποδοσφαιριστές ή τους συλλόγους υποδοχής για τους οποίους ενεργούν, iii) οι σύλλογοι δεν επιτρέπεται να καταβάλλουν άνω του 50 % της συνολικής αμοιβής που οφείλουν συνολικά ο ποδοσφαιριστής και ο σύλλογος στις περιπτώσεις που ένας πράκτορας ενεργεί για λογαριασμό του συλλόγου υποδοχής και του ποδοσφαιριστή, και iv) τεκμαίρεται (iuris tantum) ότι οι λοιπές υπηρεσίες που παρέχονται από τον ίδιο πράκτορα ποδοσφαιριστών ή από συνδεδεμένο με αυτόν πράκτορα 24 μήνες πριν η μετά την παροχή των βασικών υπηρεσιών αποτελούν τμήμα των βασικών αυτών υπηρεσιών και, συνεπώς, η αμοιβή για τις λοιπές υπηρεσίες θεωρείται ότι αποτελεί τμήμα της αμοιβής που καταβάλλεται για τις βασικές υπηρεσίες πρακτόρευσης.
54. Οφείλω να ομολογήσω εκ προοιμίου ότι, μεταξύ των κανόνων που αναφέρονται στη διάταξη περί παραπομπής, αυτοί που αφορούν τις αμοιβές των πρακτόρων είναι μάλλον εκείνοι που απαιτούν την πλέον προσεκτική και εις βάθος ανάλυση από το αιτούν δικαστήριο. Θα εξηγήσω ακολούθως για ποιον ακριβώς λόγο.
55. Κατ’ αρχάς, θα εξετάσω εάν οι επίμαχοι κανόνες πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι περιοριστικοί «ως εκ του αντικειμένου» τους κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ.
56. Είναι ευρέως γνωστό ότι συμφωνίες μεταξύ ανταγωνιστών (48) οι οποίες αφορούν τις τιμές θεωρούνται γενικώς ως οι πλέον επιβλαβείς από την άποψη του ανταγωνισμού. Ωστόσο, πέραν του προφανούς γεγονότος ότι –όπως καταδεικνύεται με σαφήνεια από αποφάσεις όπως η DLG, η Budapest Bank και η Super Bock (49)– ακόμη και εάν μια συμφωνία εμπίπτει σε αυτή την (αρκετά ευρεία) κατηγορία, επιβάλλεται η συγκεκριμένη εξέτασή της υπό το πρίσμα του περιεχομένου, του νομικού και του πραγματικού πλαισίου της και των σκοπών της προκειμένου να χαρακτηριστεί ως αντίθετη προς τον ανταγωνισμό, στην υπό κρίση υπόθεση πρέπει να συνεκτιμηθούν πλείονα στοιχεία. Πράγματι, μολονότι οι επίμαχοι κανόνες μπορούν να έχουν διττό αντίκτυπο, τόσο στον ανταγωνισμό μεταξύ των πρακτόρων όσο και στον ανταγωνισμό μεταξύ των ποδοσφαιρικών συλλόγων, εντούτοις, σε καμία από τις δύο περιπτώσεις δεν είναι προφανής ούτε ο χαρακτήρας ούτε η έκταση του αντίκτυπου αυτού. Οι λόγοι που συνηγορούν υπέρ της απόψεως αυτής είναι αρκετοί.
57. Κατ’ αρχάς, σχεδόν δεν χρειάζεται να επισημάνω ότι οι συμφωνίες περί καθορισμού των τιμών μεταξύ ανταγωνιστών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν επαρκώς ομοιογενή κατηγορία για τους σκοπούς του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (50). Η ομαδοποίηση αυτή θα ήταν υπερβολικά ευρεία και θα περιελάμβανε πληθώρα συμφωνιών τα αποτελέσματα των οποίων στον ανταγωνισμό επ’ ουδενί είναι παρόμοια. Συναφώς, είναι σημαντικό να υπογραμμισθεί ότι οι επίμαχοι κανόνες δεν καθιερώνουν, δεν προτείνουν ούτε, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αφορούν καθορισμένες ή ελάχιστες τιμές (51). Πράγματι, θεσπίζουν έναν μηχανισμό ο οποίος επηρεάζει τον υπολογισμό του μέγιστου ύψους των αμοιβών που μπορούν να χρεώνουν οι πράκτορες για ορισμένα είδη υπηρεσιών.
58. Τούτο είναι ένα σημαντικό στοιχείο. Ειδικότερα, η βλάβη στους καταναλωτές δεν είναι τόσο προφανής, καθόσον ο ανταγωνισμός μεταξύ των πρακτόρων μέσω της μειώσεως των τιμών (ασφαλώς, μία από τις πλέον αποτελεσματικές μορφές του ανταγωνισμού αυτού) παραμένει πάρα πολύ πιθανός (52). Επιπλέον, ένα σύστημα το οποίο καθιστά εφικτό τον υπολογισμό της μέγιστης οφειλόμενης αμοιβής για δεδομένη υπηρεσία μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να εξισορροπεί καταστάσεις στις οποίες υφίσταται σημαντική ασυμμετρία ειδικών γνώσεων και πληροφοριών μεταξύ των μερών που εμπλέκονται σε μια σύνθετη συμφωνία παροχής υπηρεσιών (53). Για την ακρίβεια, παρατηρώ ότι τόσο στη διοικητική και δικαστική πρακτική (54) όσο και στη νομική και οικονομική βιβλιογραφία (55) επικρατεί διχογνωμία ως προς τον εγγενώς επιζήμιο χαρακτήρα των συμφωνιών που επηρεάζουν τις μέγιστες τιμές.
59. Είναι αληθές ότι υπάρχουν, ενδεχομένως, περιπτώσεις στις οποίες αυτού του είδους οι συμφωνίες είναι πιθανό να οδηγήσουν τους παρόχους των υπηρεσιών στον περιορισμό της παραγωγής τους και/ή των επενδύσεών τους στην έρευνα, την καινοτομία ή την ποιοτική βελτίωση. Επιπλέον, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι συμφωνίες περί καθορισμού μέγιστων τιμών να οδηγήσουν, εκ των πραγμάτων, σε (ρητή ή σιωπηρή) σύμπραξη για τον καθορισμό ελάχιστων ή ενιαίων τιμών. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι τούτο είναι πιθανό συμβεί στις περισσότερες, πολλώ δε μάλλον σε όλες, τις περιπτώσεις. Στην υπό κρίση υπόθεση, αδυνατώ να εντοπίσω οποιοδήποτε στοιχείο της δικογραφίας το οποίο, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, να συνηγορεί υπέρ μιας τέτοιας εκτίμησης όσον αφορά τους πράκτορες.
60. Επιπλέον, είμαι επίσης πολύ διστακτικός να συμφωνήσω με την άποψη της Επιτροπής ότι οι εν λόγω κανόνες ισοδυναμούν με «σύμπραξη αγοραστών» εκ μέρους των ποδοσφαιρικών συλλόγων. Για να είμαι απολύτως σαφής, προφανώς δεν αμφισβητώ ότι ορισμένες συμφωνίες μεταξύ ανταγωνιστών οι οποίοι έχουν σημαντική εξουσία στην αγορά και αποφασίζουν να συνεργαστούν προκειμένου να εκμεταλλευτούν τους (συνήθως μικρότερου μεγέθους ή οικονομικά ασθενέστερους) προμηθευτές τους μπορεί να έχουν αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αντικείμενο. Τούτο συνάγεται από το ίδιο το γράμμα των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ (56). Υπέρ της άποψης αυτής (57) φαίνεται να συνηγορεί και η από μακρού παγιωμένη νομολογία τόσο των ευρωπαϊκών (58) όσο και αλλοδαπών δικαστηρίων.
61. Ωστόσο, τούτο δεν ισχύει οπωσδήποτε στην πλειοψηφία των περιπτώσεων. Για την ακρίβεια, σε ορισμένες περιπτώσεις, η «αντιμονοπωλιακή κοινότητα» (εάν μου επιτρέπεται η χρήση της εκφράσεως αυτής) έκρινε ότι οι συμφωνίες μεταξύ αγοραστών είναι «ωφέλιμες για την κοινωνία [όπως στην περίπτωση] κοινών αγοραστικών ρυθμίσεων μεταξύ μικρότερων αγοραστών [που τους επιτρέπουν] να ωφεληθούν από την εξοικονόμηση δαπανών τις οποίες μεταφέρουν στους καταναλωτές μέσω χαμηλότερων τιμών» (59). Γενικότερα, πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ επί του συγκεκριμένου ζητήματος καταγράφει «έναν [σχετικό] σκεπτικισμό [από τις αρχές επιβολής] ότι [η αγοραστική δύναμη] ζημιώνει τους καταναλωτές ή την οικονομική αποτελεσματικότητα», ότι «υποστηρίζεται, ενίοτε, ότι η αγοραστική δύναμη είναι ευνοϊκή για τον ανταγωνισμό, ιδίως στο πλαίσιο του ελέγχου των συγχωνεύσεων» και ότι «το κατάλληλο επίπεδο επιβολής έναντι της αγοραστικής δύναμης είναι, επί του παρόντος, υπό συζήτηση» (60).
62. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι οι τυπικές «συμπράξεις αγοραστών» –τουλάχιστον αυτές που η Επιτροπή θεωρεί ότι συνιστούν περιορισμό ως εκ του αντικειμένου– αποτελούν συμφωνίες οι οποίες σκοπούν στη «συμπίεση» των προμηθευτών, οι οποίοι διαπραγματεύονται μεμονωμένα με τους διάφορους αγοραστές, αγνοώντας γενικώς ότι οι διαπραγματεύσεις δεν διεξάγονται ανεξάρτητα και καλόπιστα, αλλά έχουν νοθευτεί από τη σύμπραξη των αγοραστών (61). Στην υπό κρίση υπόθεση, οι επίμαχοι κανόνες είναι δημόσιοι και διαφανείς και δεν φαίνεται να αποσκοπούν στην υπονόμευση των μεμονωμένων διαπραγματεύσεων που λαμβάνουν χώρα στην αγορά. Υπ’ αυτή την έννοια, οι επίμαχοι κανόνες φαίνεται, σε ορισμένο βαθμό, να προσομοιάζουν περισσότερο με μια κλασική «συμφωνία από κοινού πραγματοποίησης αγορών» στην οποία «καθίσταται σαφές στους προμηθευτές ότι οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται εξ ονόματος των μελών της και ότι τα μέλη θα δεσμεύονται από τους όρους και τις προϋποθέσεις που έχουν συμφωνηθεί για τις μεμονωμένες αγορές τους» (62). Πράγματι, εξ όσων αντιλαμβάνομαι, στο πλαίσιο της διαδικασίας που κατέληξε στη θέσπιση του FFAR, η FIFA κάλεσε σε ακρόαση μεγάλο αριθμό πρακτόρων και ενώσεων πρακτόρων. Ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις εκάστης υποθέσεως, οι συμφωνίες από κοινού πραγματοποίησης αγορών ενδέχεται είτε να είναι είτε να μην είναι προβληματικές από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού (63).
63. Επιπλέον –και τούτο, κατ’ εμέ, είναι εξόχως σημαντικό– οι επίμαχοι κανόνες δεν καθορίζουν οποιοδήποτε συγκεκριμένο δεσμευτικό μέγιστο ύψος αμοιβής. Για την ακρίβεια, δεν καθορίζεται κανένα ανώτατο όριο το οποίο δεν μπορούν να υπερβούν οι αμοιβές των πρακτόρων. Οι επίμαχοι κανόνες απαιτούν απλώς οι αμοιβές να συνδέονται με το ποσό της μεταγραφής ή τις απολαβές του ποδοσφαιριστή τον οποίον συνδράμει ο πράκτορας, μέσω της επιβολής ενός ποσοστιαίου περιθωρίου επ’ αυτών. Ωστόσο, στο μέτρο που δεν τίθεται οποιοδήποτε μέγιστο όριο ως προς τις δύο αυτές παραμέτρους και οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι μπορούν και ανταγωνίζονται να προβούν στις μεταγραφές νέων παικτών, προσφέροντας υψηλότερα μεταγραφικά ποσά στους συλλόγους προέλευσης και υψηλότερες απολαβές στους εν λόγω ποδοσφαιριστές, οι αμοιβές των πρακτόρων μπορούν επίσης να αυξηθούν χωρίς να τίθεται οποιοδήποτε ανώτατο όριο το οποίο να λειτουργεί περιοριστικά. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, ορισμένοι από τους μετέχοντες στη διαδικασία χαρακτηρίζουν το καθοριζόμενο από τον FFAR ανώτατο όριο ως μια δυναμική μέγιστη τιμή.
64. Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, οι επίμαχοι κανόνες δεν είναι εύκολο να θεωρηθεί ότι έχουν περιοριστικό χαρακτήρα ως εκ του αντικειμένου τους, μέσω της συνδέσεώς τους με συγκεκριμένη κατηγορία συμφωνιών η οποία, βάσει της κοινής πείρας, θεωρείται γενικώς ότι έχει εγγενώς επιζήμιο χαρακτήρα για τον ανταγωνισμό. Το συμπέρασμα αυτό θα απαιτούσε, κατά περίπτωση, μια διεξοδικότερη ανάλυση των ιδιαιτεροτήτων των κανόνων, του νομικού και οικονομικού πλαισίου εντός του οποίου λειτουργούν και –τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό– των ίδιων των στόχων που επιδιώκονται με τους εν λόγω κανόνες (64). Στην περίπτωση που ήταν διαθέσιμα ορισμένα κρίσιμα (δημόσια ή εσωτερικά) έγγραφα από τη FIFA ή τα μέλη της, θα μπορούσαν να διαφωτίσουν περισσότερο την οικονομική λογική στην οποία στηρίζονται οι επίμαχοι κανόνες και την υποκειμενική πρόθεση που επιδιώκεται με αυτούς (65). Πιο συγκεκριμένα, ο στόχος που συνίσταται στην αποφυγή ύπαρξης αμοιβών τις οποίες η FIFA ή τα μέλη της κρίνουν ως άδικες ή παράλογες (66) φαίνεται, αυτοτελώς θεωρούμενος, προβληματικός εκ πρώτης όψεως. Κατ’ αντιδιαστολή, ο πραγματικός σκοπός που συνίσταται στην αποτροπή των συγκρούσεων συμφερόντων ή της καταχρήσεως εκ μέρους των πρακτόρων τείνει να αποκλείσει την ύπαρξη αντίθετου προς τον ανταγωνισμό αντικειμένου.
65. Όσον αφορά τα πραγματικά ή πιθανά αποτελέσματα των κανόνων αυτών, η προκαταρκτική μου άποψη είναι ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η επέλευση ορισμένων αποτελεσμάτων στον ανταγωνισμό μεταξύ των συλλόγων ή των πρακτόρων. Συνεπώς, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε μια ανάλυση με αντιπαραδείγματα: κατ’ ουσίαν, θα πρέπει να εξετάσει εάν, σε περίπτωση απουσίας των επίμαχων κανόνων, ο ανταγωνισμός μεταξύ των πρακτόρων και/ή μεταξύ των ποδοσφαιρικών συλλόγων θα ήταν εντονότερος. Με άλλα λόγια, περιορίζουν αισθητά οι κανόνες αυτοί την ικανότητα και το κίνητρο των εν λόγω φορέων της αγοράς να ανταγωνιστούν τους αντιπάλους τους;
66. Όσον αφορά τον ανταγωνισμό μεταξύ των πρακτόρων, το δικαστήριο αυτό θα χρειαστεί ενδεχομένως να ελέγξει ιδίως εάν είναι πιθανό, λόγω των επίμαχων κανόνων, αρκετοί πράκτορες να ωθηθούν στον περιορισμό των εκ μέρους τους παρεχομένων υπηρεσιών (για παράδειγμα, αποφεύγοντας την εκπροσώπηση ποδοσφαιριστών οι οποίοι δεν είναι αρκούντως επικερδείς λόγω χαμηλότερων ποσών μεταγραφής ή αμοιβών) ή να μειώσουν τις επενδύσεις τους στις δραστηριότητες έρευνας και καινοτομίας που είναι ενδεχομένως συναφείς προς το επάγγελμά τους. Στο πλαίσιο αυτό, φρονώ ότι είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη ότι οι επίμαχοι κανόνες έχουν εφαρμογή σε ένα μόνο είδος υπηρεσιών που παρέχονται από τους πράκτορες, Πράγματι, οι αμοιβές για τις υπηρεσίες που αφορούν τις λοιπές δραστηριότητες παροχής συμβουλών και εκπροσώπησης που παρέχονται από τους πράκτορες εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο ελεύθερης διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, καθόσον δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του FFAR. Ο κανόνας σχετικά με το τεκμήριο που θεσπίζει το άρθρο 15, παράγραφοι 3 και 4, του FFAR φρονώ ότι δεν αποτελεί πραγματικό εμπόδιο συναφώς, καθόσον, υπό το πρίσμα των διευκρινίσεων που παρασχέθηκαν από τη FIFA, το σχετικό τεκμήριο φαίνεται να είναι εύκολα μαχητό.
67. Σε σχέση με τον ανταγωνισμό μεταξύ των ποδοσφαιρικών συλλόγων, το αιτούν δικαστήριο ενδέχεται να χρειαστεί να εξετάσει εάν το γεγονός ότι, λόγω των επίμαχων κανόνων, οι σύλλογοι δεν μπορούν, για παράδειγμα, i) να προσφέρουν υψηλότερες αμοιβές στους πράκτορες των ποδοσφαιριστών ή, ii) στην περίπτωση που ο πράκτορας εκπροσωπεί τόσο τον σύλλογο όσο και τον ποδοσφαιριστή, να προσφερθούν να καταβάλλουν τμήμα της αμοιβής του πέραν του 50 % αποτελούν στοιχεία ικανά να έχουν αισθητά αποτελέσματα στον ανταγωνισμό (67).
68. Εφόσον το δικαστήριο αυτό κρίνει ότι οι εν λόγω κανόνες έχουν πραγματικό ή δυνητικό αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αποτέλεσμα στον ανταγωνισμό μεταξύ των ποδοσφαιρικών συλλόγων ή μεταξύ των πρακτόρων, θα πρέπει ακολούθως να εξετάσει εάν οι κανόνες αυτοί δικαιολογούνται με βάση τη νομολογία Meca-Medina. Πράγματι, για τους λόγους που εξηγώ στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως ROGON, φρονώ ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι μια εθνική ή διεθνής αθλητική ένωση (όπως η FIFA) έχει, κατ’ αρχήν, το δικαίωμα να θεσπίζει κανονιστικές ρυθμίσεις οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν τις δραστηριότητες των πρακτόρων, υπό την προϋπόθεση ότι με τις ρυθμίσεις αυτές επιδιώκονται σκοποί γενικού συμφέροντος (68). Τούτου λεχθέντος, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει, ασφαλώς, να εξετάσει εάν οι προϋποθέσεις που τάσσει η συγκεκριμένη νομολογία πληρούνται, στην υπό κρίση υπόθεση, για κάθε κανόνα ή σύνολο κανόνων.
69. Κατά το πρώτο στάδιο του σχετικού ελέγχου, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εξακριβώσει, ιδίως, ποιοι ακριβώς είναι οι συγκεκριμένοι σκοποί που επιδιώκονται με τους επίμαχους κανόνες και κατά πόσον οι σκοποί αυτοί χρήζουν προστασίας δυνάμει του δικαίου της Ένωσης. Συναφώς, οφείλω να παρατηρήσω ότι, στην υπό κρίση διαδικασία, η FIFA επικαλείται πληθώρα συμφερόντων τα οποία φέρονται να προστατεύονται από τον FFAR. Ωστόσο, αυτό το οποίο έχει σημασία είναι η πραγματική συνεισφορά εκάστου κανόνα ή συνόλου κανόνων στην προστασία ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων συμφερόντων μεταξύ των επικαλούμενων.
70. Επιπλέον, μολονότι ορισμένα από τα συμφέροντα των οποίων γίνεται επίκληση εμπίπτουν σαφώς στην έννοια των «θεμιτών σκοπών γενικού συμφέροντος», για άλλα η εικόνα δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, τόσο σαφής. Απλώς και μόνο το οικονομικό συμφέρον των φορέων της αγοράς (της ίδιας της ένωσης, των ποδοσφαιρικών συλλόγων, των ποδοσφαιριστών ή των πρακτόρων) δεν μπορεί, από μόνο του, να δικαιολογήσει οποιονδήποτε περιορισμό του ανταγωνισμού δυνάμει της νομολογίας Meca-Medina. Πρέπει να υφίσταται κάποιο δημόσιο, μη οικονομικό συμφέρον το οποίο είτε ταυτίζεται με το ιδιωτικό οικονομικό συμφέρον των φορέων της αγοράς είτε προστατεύεται σε συνδυασμό με το τελευταίο. Για παράδειγμα, η διατήρηση της υγείας των ποδοσφαιριστών ή η αποτροπή επίδειξης καταχρηστικών, απατηλών ή ανήθικων πρακτικών (συμπεριλαμβανομένης της συγκρούσεως συμφερόντων) έναντι των ποδοσφαιριστών (ιδίως των νέων ποδοσφαιριστών) αποτελούν αναμφίβολα σκοπούς γενικού συμφέροντος.
71. Επιπλέον, στον βαθμό που τα φερόμενα ως προστατευόμενα συμφέροντα παρέχουν στο «οικοσύστημα» του αθλητισμού τη δυνατότητα να λειτουργήσει σύμφωνα με τις αρχές που κατοχυρώνονται στο άρθρο 165 ΣΛΕΕ, μπορεί επίσης να αναγνωριστεί η ύπαρξη σκοπού γενικού συμφέροντος. Για παράδειγμα, η διατήρηση της συμβατικής σταθερότητας μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να αποτελεί έναν τέτοιο σκοπό (69). Ωστόσο, απαιτείται πιθανότατα μια λεπτομερής εξήγηση όσον αφορά το για ποιους ακριβώς λόγους σκοποί οι οποίοι είναι διατυπωμένοι σχετικά ασαφώς (όπως «η διασφάλιση της ποιότητας των υπηρεσιών που παρέχονται από τους πράκτορες των ποδοσφαιριστών στους πελάτες τους») ή θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι προβληματικοί υπό ορισμένες απόψεις (όπως «η βελτίωση της χρηματοοικονομικής και διοικητικής διαφάνειας» (70)) πρέπει να αναγνωρίζονται ως σκοποί γενικού συμφέροντος.
72. Κατά το δεύτερο σκέλος του ελέγχου, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξακριβώσει, ιδίως, εάν οι επίμαχοι κανόνες είναι πραγματικά απαραίτητοι για την προστασία του επικαλούμενου γενικού συμφέροντος. Τούτο συνεπάγεται τον έλεγχο, κυρίως, τριών πτυχών οι οποίες είναι στενά συνδεδεμένες, δηλαδή το κατά πόσον οι επίμαχοι κανόνες i) θεσπίστηκαν ως απάντηση σε μια αντικειμενική ανάγκη επίτευξης συγκεκριμένων σκοπών, ii) αντικατοπτρίζουν πραγματικά το ενδιαφέρον να διασφαλιστεί η επίτευξη των σκοπών αυτών κατά τρόπο συνεκτικό και iii) είναι κατάλληλοι για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών, υπό την έννοια ότι φαίνονται ικανοί να συμβάλλουν αποφασιστικά προς την επίτευξή τους.
73. Για παράδειγμα, εάν οι επίμαχοι κανόνες είναι ευλόγως αναγκαίοι (71) προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι πράκτορες παρέχουν τις υπηρεσίες τους προς το βέλτιστο συμφέρον των πελατών τους (και, συνεπώς, δεν επηρεάζονται αθέμιτα από προσφορές οι οποίες είναι οικονομικώς συμφέρουσες για τους ίδιους, αλλά όχι κατ’ ανάγκην προς το συμφέρον των πελατών τους) ή προκειμένου να διασφαλιστεί ένα επίπεδο ισότιμων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των συλλόγων για τη σύναψη συμβολαίων με νέους ποδοσφαιριστές (αποτρέποντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την υπέρμετρη «αγοραστική» δύναμη των πλουσιότερων ποδοσφαιρικών συλλόγων), οι επίμαχοι κανόνες είναι, κατά τη γνώμη μου, αποδεκτοί. Τούτο, ασφαλώς, δεν ισχύει εάν οι κανόνες αυτοί σκοπούν, πρωτίστως, στον περιορισμό των δαπανών στις οποίες πρέπει να υποβάλλονται οι σύλλογοι όσον αφορά τις υπηρεσίες των πρακτόρων.
74. Κατά την εφαρμογή του τρίτου και τελικού σταδίου του ελέγχου βάσει της νομολογίας Meca-Medina, το αιτούν δικαστήριο θα χρειαστεί, ενδεχομένως, να εστιάσει το ενδιαφέρον του, ιδίως, σε δύο πτυχές, δηλαδή εάν i) υπάρχουν άλλα μέτρα τα οποία, μολονότι είναι εξίσου ικανά να επιτύχουν τους επιδιωκόμενους στόχους, είναι επίσης λιγότερο περιοριστικά για τον ανταγωνισμό και ii) εάν οι επίμαχοι κανόνες έχουν υπερβολικές επιπτώσεις στις οικονομικές ελευθερίες των πρακτόρων.
75. Εφόσον το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι οι επίμαχοι κανόνες είτε επιδιώκουν αντίθετο προς τον ανταγωνισμό σκοπό είτε επιφέρουν περιοριστικά αποτελέσματα και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του ελέγχου με βάση τη νομολογία Meca-Medina, εγείρεται ζήτημα ως προς το εάν για ορισμένους ή όλους αυτούς τους κανόνες μπορεί να χορηγηθεί κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ απαλλαγές. Σύμφωνα με το άρθρο 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, πρέπει να πληρούνται τέσσερις σωρευτικές προϋποθέσεις (72).
76. Πρώτον, πρέπει να πιθανολογείται επαρκώς ότι η επίμαχη συμφωνία καθιστά δυνατή τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας, συμβάλλοντας είτε στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών είτε στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου. Δεύτερον, πρέπει να πιθανολογείται, στον ίδιο βαθμό, ότι εξασφαλίζεται στους χρήστες δίκαιο μέρος από το όφελος που προκύπτει από την εν λόγω βελτίωση της αποτελεσματικότητας. Τρίτον, η επίμαχη συμφωνία δεν πρέπει να επιβάλλει στις συμμετέχουσες επιχειρήσεις περιορισμούς που δεν είναι απαραίτητοι για την επίτευξη τέτοιας βελτιώσεως της αποτελεσματικότητας. Τέταρτον, η εν λόγω συμφωνία δεν πρέπει να παρέχει στις συμμετέχουσες επιχειρήσεις τη δυνατότητα να εξαλείψουν πλήρως τον ουσιαστικό ανταγωνισμό όσον αφορά σημαντικό μέρος των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών.
77. Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο δεν προβάλλει οποιοδήποτε συγκεκριμένο ζήτημα δυνάμει του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, θα το εξετάσω συνοπτικώς, καταθέτοντας δύο παρατηρήσεις.
78. Η πρώτη μου παρατήρηση αφορά τις διάφορες προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί μια συμφωνία κατά τη νομολογία Meca-Medina και το άρθρο 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Η εξαντλητική συζήτηση του εν λόγω συναρπαστικού, πλην όμως σύνθετου, ζητήματος θα απαιτούσε μια διεξοδική ανάλυση η οποία, στην υπό κρίση υπόθεση, φαίνεται περιττή. Ως εκ τούτου, θα εκθέσω μόνο τις ακόλουθες σκέψεις.
79. Αφενός, το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της νομολογίας Meca-Medina είναι πιο περιορισμένο από αυτό του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ: ενώ βάσει της πρώτης μπορούν να δικαιολογηθούν συμφωνίες μόνο στο μέτρο που επιδιώκουν θεμιτούς σκοπούς γενικού συμφέροντος και έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο επαγγελματικών ή αθλητικών ενώσεων των οποίων οι αυτορυθμιστικές αρμοδιότητες αναγνωρίζονται από τις δημόσιες αρχές, οι προϋποθέσεις αυτές δεν υπάρχουν στο άρθρο 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, η διάταξη αυτή είναι επίσης εφαρμοστέα και σε συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων οι οποίες επιδιώκουν σκοπούς αμιγώς οικονομικής και ιδιωτικής φύσεως (73).
80. Τούτο εξηγεί για ποιον λόγο, αφετέρου, οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται δυνάμει του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ είναι αυστηρότερες και οι σχετικές απαιτήσεις απόδειξης είναι, υπό ορισμένες απόψεις, υψηλότερες (74). Στο μέτρο που η εκάστοτε επίμαχη συμφωνία δεν συνδέεται με κάποιο γενικό συμφέρον, η αποδυνάμωση του ανταγωνισμού σε μια αγορά δεν μπορεί να δικαιολογηθεί εκτός εάν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις αποδείξουν επαρκώς, ιδίως, ότι υπάρχει βελτίωση της αποτελεσματικότητας και ότι τμήμα του οφέλους που παράγεται κατ’ αυτόν τον τρόπο μεταφέρεται στους χρήστες.
81. Στην υπό κρίση υπόθεση, τα ανωτέρω σημαίνουν ότι η FIFA μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ σε σχέση με εκείνους τους κανόνες του FFAR οι οποίοι –όπως διευκρινίζεται στο σημείο 70 των παρουσών προτάσεων– δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως που προκύπτει από τη νομολογία Meca-Medina, διότι οι επιδιωκόμενοι σκοποί είναι απλώς προς το συμφέρον των ενδιαφερόμενων φορέων της αγοράς.
82. Η δεύτερη παρατήρησή μου αφορά ορισμένες προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, σε σχέση με τις οποίες δεν μπορώ να συμφωνήσω πλήρως με τις απόψεις της Επιτροπής.
83. Πρώτον, η εν λόγω διάταξη ορίζει ότι μπορεί να χορηγηθεί απαλλαγή όταν η συμφωνία «συμβάλλει στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου». Στην υπό κρίση υπόθεση, τούτο σημαίνει ότι το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εξακριβώσει εάν οι επίμαχοι κανόνες i) συμβάλλουν στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας στην αγορά παρέχοντας, για παράδειγμα, τη δυνατότητα στους ποδοσφαιρικούς συλλόγους να δημιουργήσουν συνεργασίες ή να προβούν στην εξοικονόμηση δαπανών, δίκαιο μέρος των οποίων μεταφέρεται ακολούθως στους χρήστες, ή ii) διασφαλίζουν την ορθή διεξαγωγή των ποδοσφαιρικών πρωταθλημάτων και αγώνων, προς άμεσο όφελος των καταναλωτών, οι οποίοι μπορούν να απολαμβάνουν αθλητικές εκδηλώσεις υψηλότερης ποιότητας (75).
84. Η Επιτροπή, ωστόσο, εκφράζει ορισμένες αμφιβολίες ως προς το εάν η βελτίωση της αποτελεσματικότητας που μπορούν να επιφέρουν οι επίμαχοι κανόνες μπορεί να ληφθεί υπόψη δυνάμει του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, στο μέτρο που οι κανόνες αυτοί δεν είναι «ποσοτικώς μετρήσιμοι», όπως απαιτείται από τη σκέψη 196 της απόφασης Superleague. Συναφώς, η Επιτροπή παραπέμπει επίσης στις κατευθυντήριες γραμμές του 2004, οι οποίες σηματοδοτούν μια μεταστροφή στην ερμηνεία του εν λόγω θεσμικού οργάνου όσον αφορά τα είδη των οφελών που μπορούν να δικαιολογήσουν απαλλαγή δυνάμει του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Ενώ πριν από τον «εκμοντερνισμό» των δικονομικών κανόνων περί ανταγωνισμού η Επιτροπή δεχόταν παγίως ότι η συγκεκριμένη διάταξη μπορεί να καλύπτει τα μη οικονομικά οφέλη (76), το 2004 αποφάσισε ότι αυτό δεν είναι πλέον δυνατό και ότι –εξ όσων αντιλαμβάνομαι– αποδεκτά γίνονται πλέον μόνο τα άμεσα οικονομικά οφέλη.
85. Συναφώς, η γνώμη μου είναι ότι i) η Επιτροπή ερμηνεύει εσφαλμένα τη σκέψη 196 της αποφάσεως Superleague και ii) ότι η προσέγγιση που υιοθετήθηκε στις κατευθυντήριες γραμμές του 2004 είναι, ενδεχομένως, πολύ αυστηρή.
86. Πρώτον, φρονώ ότι η Επιτροπή ερμηνεύει τον όρο «ποσοτικώς μετρήσιμοι» απομονωμένο από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται. Το συγκεκριμένο απόσπασμα της αποφάσεως δεν υπονοεί ότι οι επιχειρήσεις που επικαλούνται τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας πρέπει να είναι σε θέση να της αποδώσουν κάποιον ακριβή αριθμό (υπό τη μορφή, για παράδειγμα, χρηματικής αξίας). Αυτό είναι συχνά δύσκολο, εάν όχι αδύνατον. Πράγματι, η αποτίμηση της μελλοντικής οικονομικής αξίας μιας συγκεκριμένης βελτίωσης στην παραγωγή ή τη διανομή προϊόντων μπορεί, ενίοτε, να είναι δύσκολα προβλέψιμη και, ως εκ τούτου, υποθετική. Κατά μείζονα δε λόγο, όταν η βελτίωση της αποτελεσματικότητας προκύπτει από μέτρα τα οποία προωθούν την τεχνική ή οικονομική πρόοδο, η πρόοδος αυτή είναι εντελώς αδύνατον να μεταφραστεί σε ακριβή χρηματική αξία.
87. Κατά τη δική μου ερμηνεία, στο συγκεκριμένο απόσπασμα της αποφάσεως Superleague, το Δικαστήριο εννοεί ότι δεν μπορούν να γίνονται δεκτοί ασαφείς, ατεκμηρίωτοι ή απλώς υποθετικοί ισχυρισμοί περί βελτίωσης της αποτελεσματικότητας. Τα μέρη οφείλουν να καθορίζουν το είδος της βελτίωσης με μια σχετική ακρίβεια, να εξηγούν με ποιον τρόπο πρόκειται να βελτιώσουν την αγορά και να αποδεικνύουν, μέσω της προσήκουσας αιτιολογίας και/ή αποδεικτικών στοιχείων, ότι η βελτίωση αυτή είναι πραγματική και σημαντικού μεγέθους (77). Για την ακρίβεια, υπάρχει πάγια νομολογία επί του συγκεκριμένου ζητήματος (78) και η ίδια η Επιτροπή αναφέρει στις κατευθυντήριες γραμμές της ότι απόκειται στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να αποδεικνύουν ότι η επικαλούμενη βελτίωση της αποτελεσματικότητας είναι «αντικειμενική, συγκεκριμένη και επαληθεύσιμη» (79). Ειδάλλως, αδυνατώ να διακρίνω με ποιον τρόπο θα μπορούσαν οι αρμόδιες αρχές να προβούν στη στάθμιση που απαιτείται από το άρθρο 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Μολονότι η στάθμιση αυτή δεν είναι αμιγώς αριθμητική ή λογιστική, εντούτοις, απαιτεί τη συνεκτίμηση διαφόρων οφελών τα οποία έχουν –σε γενικές γραμμές– ορισμένα στοιχεία οικονομικού χαρακτήρα.
88. Δεν έχω επίσης πειστεί από τη θέση της Επιτροπής σε σχέση με το είδος των οφελών που μπορούν να γίνουν δεκτά δυνάμει του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Η προσέγγιση αυτή μου φαίνεται ότι έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με την προηγούμενη πρακτική της, αλλά –το σημαντικότερο– με το γράμμα της Συνθήκης και την πάγια νομολογιακή πρακτική του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού.
89. Πράγματι, το άρθρο 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ διακρίνει μεταξύ της «[βελτίωσης της] παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων» και της «[προώθησης της] τεχνικής ή οικονομικής προόδου». Ο όρος «οικονομική πρόοδος» στο άρθρο 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως συνώνυμο της «οικονομικής ανάπτυξης» ή του «πλούτου». Το άρθρο 3, παράγραφος 3, ΣΕΕ αναφέρεται στον στόχο της Ένωσης να «εγκαθιδρύσει εσωτερική αγορά [η οποία] εργάζεται για την αειφόρο ανάπτυξη της Ευρώπης με γνώμονα την ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη και τη σταθερότητα των τιμών, την κοινωνική οικονομία της αγοράς με υψηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας, με στόχο την πλήρη απασχόληση και την κοινωνική πρόοδο, και το υψηλό επίπεδο προστασίας και βελτίωσης της ποιότητας του περιβάλλοντος. Προάγει την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο» (80). Χρησιμοποιώντας μια ευρέως διαδεδομένη μεταφορά, θα έλεγα ότι η «πρόοδος» –από την άποψη της εσωτερικής αγοράς και του ανταγωνισμού– σημαίνει ότι δεν αυξάνεται απλώς το μέγεθος της πίτας αλλά ότι βελτιώνεται και η ποιότητα της πίτας, ότι η πίτα μοιράζεται πιο δίκαια ή ότι διασφαλίζεται ότι στο άμεσο μέλλον θα μπορεί επίσης να φτιαχτεί μια εξίσου γευστική πίτα.
90. Επιπλέον, η προσέγγιση της Επιτροπής φαίνεται ότι αντιτίθεται τόσο σε αυτήν που έχουν υιοθετήσει οι συντάκτες των Συνθηκών όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία (81) όσο και στην ερμηνεία που αποδίδει στις εν λόγω διατάξεις το Δικαστήριο (82). Ενώ οι περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία, οι οποίοι, κατ’ αρχήν, απαγορεύονται, μπορούν να δικαιολογηθούν για μη οικονομικούς λόγους, θα ήταν εντελώς παράλογο να μην μπορούν επ’ ουδενί να δικαιολογηθούν οι περιορισμοί του ανταγωνισμού για τους ίδιους λόγους. Συναφώς, δεν πρέπει να παραβλεφθεί ότι, όπως αναφέρεται στο πρωτόκολλο (αριθ. 27) για την εσωτερική αγορά και τον ανταγωνισμό, η εσωτερική αγορά που ορίζεται στο άρθρο 3 ΣΕΕ περιλαμβάνει ένα σύστημα που εξασφαλίζει ότι δεν στρεβλώνεται ο ανταγωνισμός. Συνεπώς, μολονότι κάθε μία από τις δύο αυτές ομάδες κανόνων επιδιώκει τους δικούς της σκοπούς και έχει τις δικές της προϋποθέσεις εφαρμογής (83), αποτελούν τα δύο συστατικά στοιχεία των ίδιων νομικών εξελίξεων (84) και, συνεπώς, είναι λογικό να έχουν παρεμφερές πλαίσιο ανάλυσης ώστε, σε συγκεκριμένες υποθέσεις, να αποφευχθεί η επέλευση παράδοξων αποτελεσμάτων (85).
91. Συμφωνώ απολύτως με όσους υποστηρίζουν ότι η ανάλυση του δικαίου του ανταγωνισμού δεν πρέπει να μεθοδεύεται για την επίτευξη πολιτικών σκοπών (για παράδειγμα, στόχων βιομηχανικής πολιτικής) ούτε να μολύνεται με εκτιμήσεις μη οικονομικού χαρακτήρα (για παράδειγμα, τον δίκαιο χαρακτήρα των συμπεριφορών των επιχειρήσεων). Τούτο θα παρέβλεπε τη λογική της συγκεκριμένης νομοθεσίας και θα καθιστούσε απρόβλεπτη, ανεφάρμοστη και αδιαφανή, εάν όχι απολύτως μεροληπτική, τη νομική ανάλυση. Ωστόσο, η αποδοχή ότι ο στόχος διασφάλισης ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού συνυπάρχει και πρέπει να συμβιβάζεται με τους υπόλοιπους στόχους παρεμφερούς αξίας στην έννομη τάξη της Ένωσης απέχει παρασάγγας από αυτό. Εφόσον πληρούνται οι αυστηρές προϋποθέσεις που καθορίζονται από το άρθρο 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ –μία εκ των οποίων απαιτεί, όπως προαναφέρθηκε, την επέλευση ορισμένων θετικών οικονομικών επιπτώσεων στην οικεία αγορά (ή στις συνδεδεμένες αγορές)–, οι αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να διενεργούν τη σχετική στάθμιση, ανεξαρτήτως της φύσεως του επίμαχου οφέλους.
92. Η περιοριστική προσέγγιση της Επιτροπής φαίνεται επίσης ασύμβατη με την πάγια νομολογία. Στην ευρέως γνωστή υπόθεση Metro, το Δικαστήριο έκρινε, με αρκετή σαφήνεια, ότι «οι αρμοδιότητες που παρέχονται στην Επιτροπή με το [άρθρο 101, παράγραφος 3] δείχνουν ότι οι αξιώσεις διατήρησης αποτελεσματικού ανταγωνισμού μπορούν να συμβιβαστούν με τη διαφύλαξη διαφορετικής φύσεως σκοπών και ότι για το σκοπό αυτό είναι θεμιτοί ορισμένοι περιορισμοί στον ανταγωνισμό […]» (86). Αδυνατώ να εντοπίσω πιο πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου η οποία να ανατρέπει τη σαφή αυτή δήλωση αρχών (87).
93. Επαναλαμβάνω ότι η λεπτομερής συζήτηση του συγκεκριμένου ζητήματος φαίνεται ότι παρέλκει για τους σκοπούς των παρουσών προτάσεων. Ο στόχος των προπαρατιθέμενων παρατηρήσεων συνίσταται στο να διευκρινιστεί για ποιους λόγους φρονώ ότι και τα μη οικονομικού χαρακτήρα οφέλη, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν μετρήσιμες θετικές επιπτώσεις στις οικείες αγορές ή στις αγορές που είναι στενά συνδεδεμένες με αυτές (88), μπορούν επίσης να είναι λυσιτελή κατά το άρθρο 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
94. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι, για παράδειγμα, οι στόχοι που συνίστανται στην αποτροπή της απάτης, της συγκρούσεως συμφερόντων ή της καταχρηστικής εκμετάλλευσης των νεαρών ποδοσφαιριστών συμβάλλουν αναμφίβολα στη συνολική βελτίωση του οικοσυστήματος του ποδοσφαίρου, με θετικές επιπτώσεις στις οικείες αγορές προϊόντων ή υπηρεσιών. Είναι αρκετά σαφές ότι η ακεραιότητα και η λογοδοσία έχουν καταστεί προσφάτως σοβαρές ανησυχίες για την αθλητική βιομηχανία (89) και ότι πολυάριθμα σκάνδαλα έχουν πλήξει την εικόνα των αθλητικών ενώσεων (90). Θα ήταν αφελές να θεωρείται ότι τα περιστατικά αυτά δεν έχουν κανέναν αντίκτυπο στο ενδιαφέρον και τη βούληση των καταναλωτών, των φιλάθλων και των ραδιοτηλεοπτικών φορέων όσον αφορά τη χρηματοδότηση του αθλητισμού (91).
95. Τέλος, όσον αφορά τον όρο «καταναλωτές» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, στην υπό κρίση υπόθεση, ο όρος αυτός αντιστοιχεί, ασφαλώς, κατά πρώτο και κύριο λόγο, στους φιλάθλους: αυτούς που σε τελική ανάλυση χρηματοδοτούν το σύστημα μέσω, ιδίως, της αγοράς των εισιτηρίων των αγώνων, των επίσημων εμπορευμάτων ή των λοιπών υπηρεσιών που παρέχονται από τους ποδοσφαιρικούς συλλόγους καθώς και τις ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες. Ωστόσο, ο όρος αυτός δεν μπορεί να ερμηνεύεται τόσο στενά ώστε να παραπέμπει μόνο στους τελικούς καταναλωτές (92). Για την ακρίβεια, στη νομολογία του επί του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο αναφέρεται συχνά σε «χρήστες», όταν, για παράδειγμα, υπογραμμίζει ότι τα μέρη που επικαλούνται την εν λόγω διάταξη πρέπει να αποδείξουν ότι τα επίμαχα μέτρα οδηγούν σε σημαντικά αντικειμενικά πλεονεκτήματα για τις διάφορες κατηγορίες εμπλεκομένων χρηστών, αντισταθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τα προβλήματα που προκαλούνται σε επίπεδο ανταγωνισμού στις οικείες αγορές. Για παράδειγμα, στην απόφαση Superleague, το Δικαστήριο έκρινε ότι στους χρήστες «καταλέγονται, μεταξύ άλλων, οι εθνικές ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες, οι επαγγελματικοί ή ερασιτεχνικοί σύλλογοι, οι επαγγελματίες ή ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές, οι νέοι σε ηλικία ποδοσφαιριστές καθώς και, κατ’ επέκταση, οι καταναλωτές, είτε είναι θεατές εντός του γηπέδου είτε τηλεθεατές» (93). Προς τούτο, τα πλεονεκτήματα για τους διαφόρους τύπους χρηστών μπορούν να εκτιμώνται συνδυαστικά κατά τη στάθμισή τους έναντι των παραγόμενων περιοριστικών αποτελεσμάτων (94).
3. Οι κανόνες για την άδεια πρακτόρευσης ποδοσφαιριστών
96. Στρεφόμενος τώρα στην εξέταση των κανόνων σχετικά με την άδεια πρακτόρευσης ποδοσφαιριστών δυνάμει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, οι παρατηρήσεις μου είναι οι ακόλουθες.
97. Κατ’ αρχάς, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι, στη σημερινή κοινωνία, αρκετά διαφορετικά επαγγέλματα απαιτούν από τους παρόχους υπηρεσιών την απόκτηση άδειας ή πιστοποίησης (συνήθως) από το οικείο αυτοδιοικούμενο επαγγελματικό όργανο (το οποίο μπορεί να έχει είτε δημόσιο είτε ιδιωτικό χαρακτήρα). Προς τούτο, ο υποψήφιος καλείται να αποδείξει ότι πληροί ορισμένα κριτήρια και/ή να υποβληθεί σε κάποια ad hoc εκπαίδευση και/ή να επιτύχει σε συγκεκριμένες εξετάσεις ή δοκιμασίες. Είναι επίσης αρκετά σύνηθες, στο πλαίσιο αυτό, ο πάροχος της υπηρεσίας να αναλαμβάνει την υποχρέωση να συμμορφωθεί προς τους κανόνες που θεσπίζονται από την ένωση και να αποδέχεται να υπόκειται σε ορισμένες κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμορφώσεως προς τους κανόνες αυτούς (95). Τούτο ισχύει, υπό την προϋπόθεση ότι οι ως άνω κυρώσεις έχουν αντικειμενικό, αναλογικό και αμερόληπτο χαρακτήρα και η επιβολή τους υπόκειται σε πραγματικό δικαστικό έλεγχο (96).
98. Πρόσφατο έγγραφο πολιτικής του ΟΟΣΑ υπογραμμίζει ότι το φάσμα των επαγγελμάτων για τα οποία απαιτείται προηγούμενη άδεια διευρύνθηκε προσφάτως και σε ορισμένες έννομες τάξεις ενδέχεται να αντιστοιχεί σε ποσοστό μεγαλύτερο του 30 % της συνολικής απασχόλησης. Σε πολλές περιπτώσεις, οι απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας θεσπίζονται μέσω της νομοθεσίας ή άλλων δημόσιων κανονιστικών πράξεων. Ωστόσο, η αυτορυθμιστική δραστηριότητα των ίδιων των ιδιωτικού χαρακτήρα ενώσεων διαδραματίζει επίσης σημαντικό ρόλο στον τομέα αυτόν. Οι λόγοι που δικαιολογούν την ύπαρξη των εν λόγω συστημάτων συνδέονται, κυρίως, με τις ασυμμετρίες στην ενημέρωση (δηλαδή, το γεγονός ότι οι πελάτες αδυνατούν, ως επί το πλείστον, να αξιολογήσουν την ποιότητα των υπηρεσιών που ζητούν από τους παρόχους), τις παρενέργειες (δηλαδή, το ότι η παροχή των επίμαχων υπηρεσιών μπορεί να επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις σε τρίτους οι οποίες πρέπει να αποφευχθούν ή να ελαχιστοποιηθούν) ή την προστασία των δημοσίων αγαθών (δηλαδή, το ότι οι υπηρεσίες παράγουν ή θίγουν κάποιο δημόσιο συμφέρον, γεγονός το οποίο απαιτεί τη διασφάλιση ορισμένου βαθμού ποιότητας και ποσότητας των παρεχομένων υπηρεσιών) (97).
99. Στο μέτρο που οι απαιτήσεις χορήγησης άδειας οφείλονται σε κανονιστικές ρυθμίσεις εκδοθείσες από επαγγελματικές ή αθλητικές ενώσεις ιδιωτικού χαρακτήρα (και, συνεπώς, δεν μπορούν να καταλογιστούν στο κράτος), είναι, κατά τη γνώμη μου, αρκετά σαφές ότι οι απαιτήσεις αυτές μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να παράγουν περιοριστικά αποτελέσματα για τον ανταγωνισμό, καθόσον περιορίζουν την είσοδο στην αγορά. Τούτο ισχύει εκτός εάν οι σχετικές ρυθμίσεις απαιτούν την ελάχιστη προσπάθεια και δαπάνες για την απόκτηση της άδειας και εφαρμόζονται κατά τρόπο ανοικτό, διαφανή και αμερόληπτο. Πράγματι, στις περιπτώσεις αυτές, μπορεί να υποστηριχθεί ότι το αποτέλεσμα στον ανταγωνισμό δεν είναι σημαντικό.
100. Τούτου λεχθέντος, μπορεί να θεωρηθεί επίσης ότι παρόμοιες κανονιστικές ρυθμίσεις έχουν αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αντικείμενο; Το ζήτημα αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, πιο σύνθετο για δύο κυρίως λόγους: i) όπως προαναφέρθηκε, η λογική των ρυθμίσεων αυτών συνίσταται, συχνά, στη διόρθωση ορισμένων αστοχιών της αγοράς, με στόχο την προστασία των καταναλωτών, τη δημόσια ασφάλεια ή ορισμένα κοινά αγαθά, και ii) η ικανότητά τους να έχουν αισθητό αντίκτυπο στην πρόσβαση στην αγορά (και ο βαθμός στον οποίον συμβαίνει αυτό) διαφοροποιείται σημαντικά, σε συνάρτηση, κυρίως, με το ποιες ακριβώς είναι οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της άδειας και με ποιον τρόπο λειτουργεί η διαδικασία απόκτησής της (98).
101. Στην έκθεσή της του 2004 σχετικά με τον ανταγωνισμό στον τομέα των επαγγελματικών υπηρεσιών, η Επιτροπή αναφέρει, μεταξύ άλλων: i) «οι ποιοτικοί περιορισμοί εισόδου, σε συνδυασμό με ειδικά δικαιώματα, εξασφαλίζουν ότι μόνο οι επαγγελματίες με τα κατάλληλα προσόντα και ικανότητες μπορούν να ασκήσουν ορισμένες δραστηριότητες [και] με τον τρόπο αυτό, συμβάλλουν σημαντικά στην εξασφάλιση της ποιότητας των επαγγελματικών υπηρεσιών», ii) «οι υπερβολικές ρυθμίσεις για την έκδοση αδειών άσκησης επαγγέλματος είναι πιθανό να μειώσουν την προσφορά των παρόχων υπηρεσιών, με αρνητικές επιπτώσεις για τον ανταγωνισμό και την ποιότητα των υπηρεσιών», iii) «οι κανονισμοί όσον αφορά τη χορήγηση αδειών ενδέχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να είναι υπερβολικά περιοριστικοί και […] μία χαλάρωση των υφιστάμενων κανόνων μπορεί να αποβεί επωφελής για τους καταναλωτές» και iv) «ενδέχεται να είναι σκόπιμη η μείωση των απαιτήσεων εισόδου σε ένα επάγγελμα στις περιπτώσεις που φαίνεται ότι είναι δυσανάλογες με την πολυπλοκότητα των επαγγελματικών δραστηριοτήτων» (99).
102. Φρονώ ότι οι ανωτέρω διαπιστώσεις –οι οποίες, κατά τα φαινόμενα, είναι αρκετά εύλογες– αντιστοιχούν, σε μεγάλο βαθμό, στα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν τα δικαστήρια της Ένωσης οσάκις κλήθηκαν να εξετάσουν ιδιωτικού χαρακτήρα ρυθμίσεις οι οποίες, μέσω των απαιτήσεων χορήγησης άδειας ή άλλων ισοδύναμων μέτρων, μπορούν να περιορίσουν την πρόσβαση σε μια αγορά υπηρεσιών (100). Από τη νομολογία συνάγεται ότι ο αντίθετος προς τον ανταγωνισμό χαρακτήρας των συστημάτων αυτών εξαρτάται κυρίως από τον ιδιαίτερο σκοπό και σχεδιασμό τους. Υπάρχει κάποιος πραγματικός και αντικειμενικός (και όχι per se αντίθετος προς τον ανταγωνισμό) λόγος για τον οποίον το σύστημα χορήγησης άδειας είναι αναγκαίο για την άσκηση ενός συγκεκριμένου επαγγέλματος; Λειτουργεί το σύστημα αυτό κατά τρόπο ανοικτό, διαφανή και αμερόληπτο; Υπερβαίνει προδήλως το αναγκαίο μέτρο προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντα που διακυβεύονται; Αυτά είναι τα ζητήματα στα οποία επικεντρώθηκαν κατά κύριο λόγο τα δικαστήρια της Ένωσης στις εν λόγω υποθέσεις. Ασφαλώς, απαιτείται μεγαλύτερη προσοχή κατά την εξέταση στις περιπτώσεις που η ίδια η ένωση παρέχει προϊόντα ή υπηρεσίες στην αγορά στην οποία λειτουργεί ως ρυθμιστής. Στην περίπτωση αυτή, οι κανονιστικές ρυθμίσεις των ενώσεων ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα τη διατήρηση σημαντικού τμήματος της αγοράς για τις ίδιες ή την εισαγωγή διακρίσεων εις βάρος των πραγματικών ή δυνητικών ανταγωνιστών, προστατεύοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το, εκ των πραγμάτων, μονοπώλιό τους (101).
103. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι, εκ πρώτης όψεως, δεν μπορεί να θεωρείται ότι κάθε σύνολο ιδιωτικού χαρακτήρα ρυθμίσεων που επιτάσσει την απόκτηση άδειας για την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος έχει αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αντικείμενο. Με άλλα λόγια, αδυνατώ να εντοπίσω κάποια ξεκάθαρη και σαφώς καθορισμένη κατηγορία ρυθμίσεων αδειοδότησης της οποίας ο επιζήμιος χαρακτήρας είναι ευρέως γνωστός ή γενικώς αποδεκτός. Ή, εν πάση περιπτώσει, δεν δύναμαι να εντάξω τους επίμαχους κανόνες σε μια ειδική και ομοιογενή κατηγορία συμπεριφορών για τις οποίες η κοινή πείρα υποδηλώνει ότι είναι εγγενώς αντίθετες προς τον ανταγωνισμό. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, η προκαταρκτική μου θέση είναι ότι οι επίμαχοι κανόνες δεν έχουν αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αντικείμενο.
104. Τα πράγματα, ωστόσο, θα είναι διαφορετικά εάν το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι οι κανόνες αυτοί είναι προδήλως περιττοί, καθόσον δεν συντρέχει οποιοδήποτε γενικό συμφέρον το οποίο να επιτάσσει πραγματικά αυτό το επίπεδο προστασίας (102) και ότι η θέσπισή τους οφείλεται (αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο) στη βούληση των εμπλεκομένων φορέων της αγοράς (ποδοσφαιρικών συλλόγων και/ή των ίδιων των πρακτόρων) να περιορίσουν τον αριθμό των επαγγελματιών που δραστηριοποιούνται στην αγορά των υπηρεσιών πρακτόρευσης.
105. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, εάν το αιτούν δικαστήριο αχθεί στο συμπέρασμα ότι οι επίμαχοι κανόνες δεν έχουν αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αντικείμενο, αλλά ενδέχεται να παράγουν ορισμένα περιοριστικά αποτελέσματα στην οικεία αγορά, το δικαστήριο αυτό θα πρέπει ακολούθως να ελέγξει εάν οι συγκεκριμένοι κανόνες μπορούν να δικαιολογηθούν με βάση τη νομολογία Meca‑Medina. Ανεξαρτήτως αυτού, οι επίμαχοι κανόνες μπορούν επίσης να αξιολογηθούν δυνάμει του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
106. Όσον αφορά τα δύο αυτά στάδια της ανάλυσης, δεν έχω να προσθέσω πολλά περισσότερα από τα προαναφερθέντα. Υπενθυμίζω απλώς ότι, σύμφωνα με τους κανόνες του (τότε ισχύοντος) FIFA Players’ Agents Regulations (κανονισμού της FIFA σχετικά με τη δραστηριότητα του πράκτορα ποδοσφαιριστών) τους οποίους κλήθηκε να ελέγξει το Γενικό Δικαστήριο στην απόφαση Piau, οι πράκτορες έπρεπε να διαθέτουν άδεια εκδοθείσα από την αρμόδια εθνική ομοσπονδία. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι i) ο κανόνας αυτός προκαλεί περιορισμό του ανταγωνισμού «ως εκ του αποτελέσματος», σύμφωνα με το (νυν) άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, και ότι ii) η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κρίνοντας ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις προκειμένου να τύχει απαλλαγής βάσει του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο ανταγωνισμός στην οικεία αγορά δεν καταργείται με το σύστημα της άδειας. Το σύστημα αυτό θέτει σε εφαρμογή έναν μηχανισμό ο οποίος, κατά το Γενικό Δικαστήριο, «συνεπάγεται μάλλον μεγαλύτερη ποιοτική επιλογή, δυνάμενη να πληροί τον σκοπό του επαγγελματισμού της δραστηριότητος του πράκτορα ποδοσφαιριστών, από ό,τι ένας ποσοτικός περιορισμός στην πρόσβαση του επαγγέλματος αυτού» (103). Βάσει των στοιχείων που περιλαμβάνονται στη δικογραφία, ουδόλως αποκλείω το ενδεχόμενο παρόμοιες εκτιμήσεις να ισχύουν, κατ’ αναλογίαν, και στην υπό κρίση υπόθεση.
4. Οι κανόνες περί πολλαπλής εκπροσώπησης
107. Οι κανόνες περί πολλαπλής εκπροσώπησης –οι οποίοι απαγορεύουν στους πράκτορες την τριπλή εκπροσώπηση (ποδοσφαιριστής, σύλλογος που υποδέχεται και σύλλογος που παραχωρεί) και ορισμένες διπλές εκπροσωπήσεις (ποδοσφαιριστής και σύλλογος που παραχωρεί ή σύλλογος που παραχωρεί και σύλλογος που υποδέχεται) στις συναλλαγές– φαίνεται, εξ όσων αντιλαμβάνομαι, ότι σκοπούν στην αποτροπή των συγκρούσεων συμφερόντων, οι οποίες ενδέχεται να είναι επιζήμιες για τα εμπλεκόμενα μέρη, και ιδίως για τους ποδοσφαιριστές, οι οποίοι μπορεί να είναι λιγότερο ενημερωμένοι και υποψιασμένοι σε σχέση με τους ποδοσφαιρικούς συλλόγους. Τούτο σημαίνει ότι οι επίμαχοι κανόνες δεν είναι, εκ πρώτης όψεως, περιοριστικοί για τον ανταγωνισμό ως εκ του αντικειμένου τους και –στην περίπτωση που είναι περιοριστικοί ως εκ του αποτελέσματος, το οποίο είναι πράγματι πιθανό (104)– μπορούν, πιθανότατα, να δικαιολογηθούν με βάση τη νομολογία Meca-Medina ή να τύχουν εξαίρεσης δυνάμει του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, εφόσον πληρούνται οι αντίστοιχες προϋποθέσεις.
108. Φρονώ ότι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, το βασικό ζήτημα που καλείται να ελέγξει το αιτούν δικαστήριο είναι εάν υπάρχουν εναλλακτικά μέτρα τα οποία είναι λιγότερο περιοριστικά για τον ανταγωνισμό (όπως η επιβολή των υποχρεώσεων διαφάνειας και παροχής πληροφοριών στους πράκτορες και της υποχρέωσης προσκόμισης γραπτής συγκατάθεσης από τα εμπλεκόμενα μέρη), αλλά, ταυτόχρονα, εξίσου αποτελεσματικά (105). Εφόσον θεωρηθεί ότι τα επιχειρήματα των δύο πλευρών είναι, σε γενικές γραμμές, εξίσου ισχυρά, θα έτεινα να χορηγήσω ένα σχετικό περιθώριο ευελιξίας στις αθλητικές ενώσεις για τους λόγους που παρατίθενται στα σημεία 35 έως 37 των προτάσεών μου στην υπόθεση ROGON (όσον αφορά τη νομολογία Meca-Medina) και στα σημεία 83 έως 94 των παρουσών προτάσεων (όσον αφορά το άρθρο 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ).
5. Ο κανόνας σχετικά με τις προσεγγίσεις
109. Όσον αφορά τον κανόνα σχετικά με τις προσεγγίσεις, φρονώ ότι –όπως υποστηρίζουν τόσο οι ενάγοντες της κύριας δίκης όσο και η Επιτροπή– είναι εγγενώς αντίθετος προς τον ανταγωνισμό. Πράγματι, ο σκοπός του συνίσταται στο να μην επιτρέπει στους πράκτορες να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε ορισμένες κατηγορίες πιθανών νέων πελατών: σε αυτούς που έχουν συνάψει ήδη σύμβαση αποκλειστικότητας με άλλον πράκτορα, εκτός εάν διανύουν τους δύο τελευταίους μήνες της ισχύουσας σύμβασης.
110. Φρονώ ότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί κατά τρόπο πειστικό ότι τόσο το αντικείμενο όσο και το αποτέλεσμα του κανόνα αυτού είναι αντίθετα προς τον ανταγωνισμό. Επίσης, οι μετέχοντες στη διαδικασία δεν προέβαλαν καμία πειστική εξήγηση ως προς το για ποιον λόγο ο κανόνας αυτός θα μπορούσε να δικαιολογηθεί με βάση τη νομολογία Meca-Medina ή να τύχει εξαιρέσεως δυνάμει του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
111. Εν πάση περιπτώσει, αδυνατώ να διακρίνω οποιονδήποτε θεμιτό σκοπό γενικού συμφέροντος τον οποίο να επιδιώκει ο επίμαχος κανόνας. Προκειμένου να αιτιολογήσει τον κανόνα αυτόν, η FIFA επικαλείται την ανάγκη ενίσχυσης της συμβατικής σταθερότητας. Ωστόσο, φρονώ ότι αυτό είναι ένα συμφέρον οικονομικής και αμιγώς ιδιωτικής φύσεως. Μολονότι η σταθερότητα των συμβάσεων μεταξύ των ποδοσφαιριστών και των συλλόγων είναι καθοριστικής σημασίας για την εξασφάλιση της κανονικότητας των πρωταθλημάτων (106), αμφιβάλλω ότι η ίδια αυτή λογική μπορεί να εφαρμοστεί και όσον αφορά τις συμβάσεις μεταξύ των πρακτόρων και των ποδοσφαιριστών ή των συλλόγων. Στο ίδιο πνεύμα, δεν μου είναι καθόλου σαφές ποια ακριβώς είναι η βελτίωση της αποτελεσματικότητας που προσφέρει ο επίμαχος κανόνας στην αγορά, η οποία θα μπορούσε να αντισταθμίσει τα παραγόμενα αντίθετα προς τον ανταγωνισμό αποτελέσματα.
6. Οι κανόνες σχετικά με την υποβολή πληροφοριών και την κοινολόγηση
112. Από μόνοι τους, οι κανόνες σχετικά με την υποβολή πληροφοριών και την κοινολόγηση δεν φαίνεται να είναι ιδιαιτέρως προβληματικοί από την άποψη του ανταγωνισμού, εκτός εάν το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει –όπως διευκρινίζεται στα σημεία 171 και 187 των παρουσών προτάσεων– ότι, λόγω της φύσεως των εμπορικών πληροφοριών που διαμοιράζονται μεταξύ πρακτόρων οι οποίοι είναι πραγματικοί ή δυνητικοί ανταγωνιστές, τούτο μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία κάποιας αθέμιτης σύμπραξης μεταξύ τους (107).
113. Συμπερασματικά επί του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το εάν οι επίμαχοι κανόνες συνάδουν με την εν λόγω διάταξη εξαρτάται κυρίως από το εάν τα ενδεχόμενα αισθητά αντίθετα προς τον ανταγωνισμό αποτελέσματα των κανόνων αυτών μπορούν να δικαιολογηθούν με βάση τη νομολογία Meca-Medina ή να τύχουν των εξαιρέσεων του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
Δ. Άρθρο 102 ΣΛΕΕ
114. Το δεύτερο ζήτημα που εγείρεται με το προδικαστικό ερώτημα αφορά τη συμβατότητα κανονιστικών ρυθμίσεων όπως ο FFAR με το άρθρο 102 ΣΛΕΕ.
115. Στην απόφαση Superleague, το Δικαστήριο υπενθύμισε πάγια νομολογία κατά την οποία το άρθρο 102 ΣΛΕΕ «έχ[ει] εφαρμογή στην περίπτωση κάθε φορέα ο οποίος ασκεί οικονομική δραστηριότητα και πρέπει, ως τέτοιος, να χαρακτηρίζεται ως επιχείρηση, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής και του τρόπου χρηματοδοτήσεώς του». Κατά συνέπεια, η διάταξη αυτή έχει επίσης εφαρμογή «στην περίπτωση φορέων που έχουν συσταθεί ως ενώσεις με σκοπό, σύμφωνα με τα καταστατικά τους, την οργάνωση και τον έλεγχο συγκεκριμένου αθλήματος, στο μέτρο που οι συγκεκριμένοι φορείς ασκούν οικονομική δραστηριότητα σε σχέση με το άθλημα αυτό, προσφέροντας αγαθά ή παρέχοντας υπηρεσίες, και στον βαθμό που πρέπει, ως εκ τούτου, να χαρακτηρισθούν ως “επιχειρήσεις”» (108). Ακολούθως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η FIFA «[κατέχει] δεσπόζουσα θέση στην αγορά διεξαγωγής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως διασυλλογικών ποδοσφαιρικών διοργανώσεων εντός της Ένωσης, καθώς και εκμεταλλεύσεως των διαφόρων δικαιωμάτων που συνδέονται με τις συγκεκριμένες διοργανώσεις» (στο εξής: δεσποζόμενες αγορές) (109).
116. Από την απόφαση Superleague, καθώς και από την πάγια νομολογία, συνάγεται επίσης ότι το άρθρο 102 ΣΛΕΕ δεν απαγορεύει απλώς στις επιχειρήσεις να ασκήσουν κατά τρόπο καταχρηστικό την ισχύ τους στις δεσποζόμενες αγορές ή στις λοιπές αγορές στις οποίες ενδεχομένως δραστηριοποιούνται αλλά και σε συναφείς ή συγγενείς αγορές στις οποίες δεν δραστηριοποιούνται (110), όπως αυτές του προηγούμενου ή του επόμενου σταδίου από τις δεσποζόμενες αγορές (111).
117. Στο πλαίσιο αυτό, φρονώ ότι είναι αρκετά σαφές ότι, μέσω της θέσπισης κανονισμών όπως ο FFAR, η FIFA καθίσταται ικανή να εκμεταλλευτεί την ισχύ της στις δεσποζόμενες αγορές προκειμένου να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνει χώρα ο ανταγωνισμός σε δύο συνδεδεμένες προς αυτήν αγορές: την αγορά των υπηρεσιών πρακτόρευσης (στο πλαίσιο της οποίας ανταγωνίζονται οι πράκτορες) και την αγορά των μεταγραφών των ποδοσφαιριστών (στην οποία ανταγωνίζονται οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι) (στο εξής: συνδεδεμένες αγορές).
118. Ειδικότερα, ο FFAR καθορίζει τα πρόσωπα που έχουν δικαίωμα εισόδου στην αγορά των υπηρεσιών πρακτόρευσης (μέσω των κανόνων για την άδεια) και με ποιον τρόπο μπορούν ή δεν μπορούν οι πράκτορες να ανταγωνιστούν μεταξύ τους (για παράδειγμα, όταν κάνουν προσεγγίσεις προκειμένου να προσελκύσουν νέους πελάτες). Επιπλέον, η ρύθμιση της δραστηριότητας των πρακτόρων επηρεάζει κατ’ ανάγκην την αγορά του επόμενου σταδίου με αντικείμενο τις μεταγραφές των ποδοσφαιριστών, καθόσον οι πράκτορες διαδραματίζουν πρωταρχικό ρόλο στην αγορά αυτή, δεδομένου ότι έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν σημαντική επιρροή στο εάν και με ποιον τρόπο θα μετακινηθούν οι ποδοσφαιριστές από τον έναν σύλλογο στον άλλον.
119. Παρά ταύτα, μπορούν να θεμελιωθούν οι φερόμενες καταχρήσεις στους επίμαχους κανόνες; Κατά τη γνώμη μου, απόκειται, κατ’ αρχήν, στο αιτούν δικαστήριο να δώσει μια τελική απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα. Εντούτοις, προκειμένου να συνδράμω το δικαστήριο αυτό στην εξέτασή του, καταθέτω ακολούθως ορισμένες παρατηρήσεις επί του ζητήματος αυτού.
120. Κατ’ αρχάς, πρέπει να επισημάνω ότι φρονώ ότι είναι κάπως δύσκολο να διενεργηθεί μια σχετικώς λεπτομερής εξέταση ως προς το εάν οι διάφοροι επίμαχοι κανόνες συνεπάγονται κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, καθόσον η θεωρία της βλάβης που προκαλείται από τις φερόμενες καταχρηστικές συμπεριφορές παραμένει, μέχρι και σήμερα, σχετικά ασαφής. Κατ’ ουσίαν, τα ζητήματα που εγείρονται δυνάμει του άρθρου 102 ΣΛΕΕ στη διάταξη περί παραπομπής και αυτά που συζητήθηκαν από τους μετέχοντες στη διαδικασία με τις γραπτές και προφορικές τους παρατηρήσεις αντιστοιχούν σε αυτά που εγείρονται και συζητήθηκαν δυνάμει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ. Τούτο με κάνει επίσης να διερωτώμαι σχετικά με την προστιθέμενη αξία της εξέτασης των επίμαχων κανόνων δυνάμει του άρθρου 102 ΣΛΕΕ.
121. Σε κάθε περίπτωση, φρονώ ότι οι ενάγοντες της κύριας δίκης θεωρούν ότι οι επίμαχοι κανόνες έχουν τόσο καταχρηστικές επιπτώσεις όσο και αποτελέσματα αποκλεισμού. Εάν αντιλαμβάνομαι ορθώς την επιχειρηματολογία τους, τα φερόμενα αντίθετα προς τον ανταγωνισμό αποτελέσματα των επίμαχων κανόνων, από την άποψη του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, συνίστανται στα ακόλουθα.
122. Τα καταχρηστικά αποτελέσματα απορρέουν από το γεγονός ότι ορισμένοι από τους επίμαχους κανόνες (όπως αυτοί σχετικά με τις αμοιβές και την υποβολή πληροφοριών και κοινολόγηση) τούς επιβάλλουν αθέμιτους όρους εμπορικών συναλλαγών. Πιο συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι, εάν τα πράγματα παρέμεναν ως είχαν υπό τις συνήθεις συνθήκες ανταγωνισμού, οι πράκτορες θα ήταν ελεύθεροι να επιβάλλουν υψηλότερες αμοιβές στους πελάτες τους ή να υπολογίζουν τις αμοιβές αυτές επί τη βάσει διαφορετικών παραμέτρων. Κατά τη γνώμη τους, οι επίμαχοι κανόνες είναι υπερβολικά αυστηροί για τους πράκτορες, καθόσον δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη την ποιότητα και τη σημασία των εκ μέρους τους παρεχομένων υπηρεσιών.
123. Αντιθέτως, τα αποτελέσματα αποκλεισμού αποτελούν συνέπεια του γεγονότος ότι ορισμένοι από τους επίμαχους κανόνες περιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι πράκτορες μπορούν να έχουν πρόσβαση στην αγορά για τις υπηρεσίες τους και, ακολούθως, τον εκεί ανταγωνισμό τους (όπως αυτοί σχετικά με την άδεια, την πολλαπλή εκπροσώπηση και τη δημιουργία επαφών), ενώ άλλοι κανόνες περιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο ανταγωνίζονται οι σύλλογοι στην αγορά μεταγραφών (όπως οι κανόνες σχετικά με τις αμοιβές των πρακτόρων).
124. Οι καταχρηστικές απαγορεύσεις και αποκλεισμοί διαφέρουν κάπως όσον αφορά τον χαρακτήρα και τον τρόπο με τον οποίο ζημιώνουν τους καταναλωτές.
1. Καταχρηστικές εκμεταλλεύσεις
125. Όσον αφορά την καταχρηστική εκμετάλλευση, υπογραμμίζω αρχικώς ότι απαιτεί μια ιδιαιτέρως προσεκτική ανάλυση (112). Πράγματι, στις αγορές που είναι ελεύθερες και ανοικτές, η παρουσία τέτοιου είδους καταχρηστικών συμπεριφορών είναι αρκετά απίθανη, καθόσον, συνήθως, αυτές αυτοδιορθώνονται. Τα πράγματα όμως ενδέχεται να είναι διαφορετικά στην περίπτωση ύπαρξης υψηλότερων εμποδίων εισόδου στην αγορά ή όταν η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση λειτουργεί υπό καθεστώς de jure ή de facto μονοπωλίου (113).
126. Με βάση την υφιστάμενη νομολογία του Δικαστηρίου, φρονώ ότι το βασικό κριτήριο όσον αφορά την καταχρηστική εκμετάλλευση συνίσταται στο κατά πόσον η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση επιβάλλει, είτε στους πελάτες είτε στους προμηθευτές της, εμπορικούς όρους οι οποίοι ουδεμία λογική σχέση έχουν με τη φύση της συναλλαγής και/ή την αξία του εμπορευόμενου προϊόντος ή υπηρεσίας (114). Η σχετική εξέταση συνίσταται σε δύο βασικά στάδια αναλύσεως.
127. Στο πρώτο στάδιο, πρέπει να ελεγχθεί εάν οι επιβαλλόμενοι από την κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση εμπορικοί όροι είναι διαφορετικοί από αυτούς που θα επιβάλλονταν εάν στην αγορά υπήρχε αποτελεσματικός ανταγωνισμός. Η διαφορά αυτή πρέπει να είναι αρκούντως σημαντική και να επηρεάζει αρνητικά τους θιγόμενους πελάτες ή προμηθευτές (115).
128. Εφόσον τούτο ισχύει, το δεύτερο στάδιο της αναλύσεως είναι να καθοριστεί ακολούθως εάν οι επιβληθέντες από την κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση εμπορικοί όροι είναι «μη δίκαιοι», είτε αφ’ εαυτού τους είτε συγκρινόμενοι με τα ανταγωνιστικά προϊόντα ή υπηρεσίες που διατίθενται στο εμπόριο. Σε αυτό ακριβώς το δεύτερο στάδιο της αναλύσεως, αποκτά το πλήρες νόημά της η ανάγκη να εξακριβωθεί εάν υπάρχει οποιαδήποτε εύλογη οικονομική σχέση μεταξύ των επίμαχων εμπορικών όρων και της υποκείμενης συναλλαγής. Είναι απαραίτητο (ή λογικό) να συμπεριλάβει η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση τον συγκεκριμένο όρο προκειμένου να επιτύχει κάποιο θεμιτό εμπορικό συμφέρον; Είναι ο εν λόγω όρος δίκαιος, υπό την έννοια ότι ο αντίκτυπός του στην κατάσταση του ενδιαφερόμενου πελάτη ή προμηθευτή είναι ανάλογος προς τον σκοπό που επιδιώκει η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση; Αυτά είναι, συνήθως, ορισμένα από τα ζητήματα που εξετάζονται στο πλαίσιο αυτό (116). Εντελώς απλουστευμένα, εφόσον δεν μπορεί να παρασχεθεί καμία νόμιμη και λογική εξήγηση για τη συμπερίληψη των εμπορικών όρων που φαίνονται υπερβολικοί ή υπέρμετρα επαχθείς για τους πελάτες ή τους προμηθευτές της κατέχουσας δεσπόζουσας θέσης επιχειρήσεως, οι όροι αυτοί μπορούν να χαρακτηριστούν ως «μη δίκαιοι» και, κατά συνέπεια, καταχρηστικοί δυνάμει του άρθρου 102 ΣΛΕΕ (117).
129. Όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, επιθυμώ να καταθέσω δύο παρατηρήσεις.
130. Αφενός, δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η επίμαχη κατάσταση στην υπόθεση της κύριας δίκης διακρίνεται από δύο χαρακτηριστικά τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, θεωρείται, γενικώς, ότι καθιστούν πιθανή την ύπαρξη καταχρηστικής εκμετάλλευσης (118). Κατ’ αρχάς, τίθενται εξαιρετικά υψηλοί φραγμοί για την είσοδο στις αγορές εντός των οποίων δραστηριοποιούνται οι αθλητικές ενώσεις (όπως η FIFA) (119). Επιπλέον, το de facto μονοπωλιακό καθεστώς στις αγορές αυτές οφείλεται σε περιορισμένο μόνο βαθμό στην υψηλότερη αποτελεσματικότητα, τις επενδύσεις ή την καινοτομία. Πράγματι, απορρέει κυρίως από την πυραμιδική διάρθρωση της αθλητικής βιομηχανίας στην Ένωση. Το μονοπωλιακό αυτό καθεστώς ενισχύεται έτι περαιτέρω από τον ρόλο του de facto ρυθμιστή του συνολικού οικοσυστήματος (στο επίκεντρο του οποίου βρίσκονται οι δεσποζόμενες αγορές (120)), τον οποίον διαδραματίζουν οι ενώσεις, κατάσταση η οποία καθίσταται εφικτή λόγω της ρητής ή σιωπηρής αποδοχής της από τις ευρωπαϊκές και εθνικές αρχές (121).
131. Αφετέρου ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη του εξαιρετικού χαρακτήρα της καταχρηστικής εκμετάλλευσης, ο πήχης προκειμένου να χαρακτηριστούν οι συμβατικοί όροι που επιβάλλονται από την κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση ως μη δίκαιοι, κατά την έννοια του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, πρέπει να τίθεται σχετικώς ψηλά. Ένας όρος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μη δίκαιος απλώς και μόνο διότι οι πελάτες ή οι προμηθευτές της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχείρησης δεν θα τον αποδέχονταν εάν η τελευταία δεν μπορούσε να τον επιβάλλει λόγω της μονοπωλιακής της θέσεως. Ούτε μπορεί να χαρακτηρίζεται ως αντίθετος προς τον ανταγωνισμό κάθε περιορισμός της συμβατικής ελευθερίας. Όπως διευκρινίζεται ανωτέρω, απαιτείται κάτι περισσότερο από αυτό. Βάσει των (περιορισμένων) πληροφοριακών στοιχείων που περιλαμβάνονται στη δικογραφία, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι κάποιος από τους επίμαχους κανόνες είναι προδήλως υπερβολικός ή υπέρμετρα επαχθής για τους πράκτορες, λαμβανομένης υπόψη της λογικής στην οποία στηρίζονται. Εν πάση περιπτώσει, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί επί του συγκεκριμένου ζητήματος.
2. Καταχρηστικοί αποκλεισμοί
132. Με την απόφαση Superleague (122), σε συνδυασμό με άλλες αποφάσεις που εκδόθηκαν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα (όπως, ιδίως, οι αποφάσεις SEN, Unilever, Google Shopping και Alphabet (123)), αποσαφηνίστηκε επίσης ακόμη περισσότερο η έννοια του «καταχρηστικού αποκλεισμού» για τους σκοπούς του άρθρου 102 ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, το Δικαστήριο απέδωσε έμφαση σε δύο στοιχεία της ανάλυσης, τα οποία σχετίζονται με τη συμπεριφορά της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχείρησης: εάν η συμπεριφορά αυτή ευθυγραμμίζεται με τον «υγιή ανταγωνισμό» (ή «[μετέρχεται] διαφορετικών μέσων από εκείνα που διέπουν τον κανονικό/υγιή ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων») και εάν έχει τη δυνατότητα να παράγει αποτελέσματα αποκλεισμού.
133. Η λεπτομερής ανάλυση σχετικά με τον ακριβή χαρακτήρα των στοιχείων αυτών και τη μεταξύ τους σχέση βαίνει πέραν του αντικειμένου των παρουσών προτάσεων. Για τους σκοπούς της υπό κρίση υποθέσεως, αρκεί να επισημανθεί ότι η εξουσία των αθλητικών ενώσεων να θεσπίζουν κανόνες οι οποίοι επηρεάζουν τον ανταγωνισμό σε ορισμένες συναφείς αγορές δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά έκφραση «υγιούς ανταγωνισμού». Πράγματι, όπως προαναφέρθηκε, η εξουσία αυτή οφείλεται κυρίως στο καθεστώς του de facto μονοπωλίου των αθλητικών ενώσεων στις δεσποζόμενες αγορές και στον ρόλο τους ως de facto ρυθμιστών του συνολικού οικοσυστήματος στο επίκεντρο του οποίου βρίσκονται οι εν λόγω αγορές.
134. Προφανώς, τούτο δεν σημαίνει ότι οι κανονιστικές ρυθμίσεις που θεσπίζονται από αθλητικές ενώσεις πρέπει να θεωρούνται ύποπτες, πολλώ δε μάλλον να τεκμαίρονται ως καταχρηστικές. Σημαίνει απλώς ότι η συμβατότητά τους με το άρθρο 102 ΣΛΕΕ πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση, όπως και στα λοιπά είδη (μονομερών) συμπεριφορών των επιχειρήσεων που κατέχουν δεσπόζουσα θέση. Όπως και στην περίπτωση των πολυμερών συμπεριφορών που καλύπτονται από το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, έτσι και σε ό,τι αφορά τις μονομερείς συμπεριφορές ο ενδεχόμενος αντίθετος προς τον ανταγωνισμό χαρακτήρας τους μπορεί να διαπιστωθεί μέσω της εξέτασης του αντικειμένου και των αποτελεσμάτων της συμπεριφοράς (124).
135. Είναι αληθές ότι, σε αντίθεση με την απόφαση Superleague, ρυθμίζοντας τις συνδεδεμένες αγορές, η αθλητική ένωση δεν ενεργεί στο πλαίσιο μιας κατάστασης δυνητικής συγκρούσεως συμφερόντων. Σαφέστατα, οι κανόνες του FFAR δεν παρέχουν οποιοδήποτε πλεονέκτημα στη FIFA έναντι πραγματικών ή πιθανών ανταγωνιστικών της επιχειρήσεων.
136. Ωστόσο, το γεγονός ότι η FIFA δεν δραστηριοποιείται (ούτε σκοπεύει να δραστηριοποιηθεί) σε οποιαδήποτε από τις συνδεδεμένες αγορές (125) και είναι ένας μη κερδοσκοπικός φορέας (126) ουδεμία επιρροή ασκεί στην υπό κρίση υπόθεση. Ούτε είναι ακριβές να υποστηριχθεί ότι η FIFA δεν έχει κανένα οικονομικό συμφέρον. Πράγματι, η FIFA ενδέχεται να έχει έμμεσο συμφέρον για τη ρύθμιση του ανταγωνισμού στις εν λόγω αγορές, καθόσον αποτελεί ένωση που έχει ως μέλη της τις εθνικές ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες, οι οποίες, με τη σειρά τους, έχουν ως μέλη ή συνεργάτες τους οντότητες όπως οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι (127). Οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούν τις επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται σε μία από τις συνδεδεμένες αγορές και τους αγοραστές στην άλλη συνδεδεμένη αγορά.
137. Κατ’ εμέ, όταν μια επιχείρηση έχει τη δυνατότητα, de jure ή de facto, να ασκεί ρυθμιστικό ρόλο, καθορίζοντας τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι επιχειρήσεις αποκτούν πρόσβαση σε δεδομένη αγορά και διαμορφώνοντας τις συνθήκες υπό τις οποίες οι επιχειρήσεις αυτές μπορούν ακολούθως να ανταγωνιστούν, η ισχύς αυτή πρέπει να οριοθετείται αυστηρά και να ασκείται προσεκτικά, ανεξαρτήτως εάν η ίδια αυτή επιχείρηση δραστηριοποιείται ή όχι στην οικεία αγορά (128).
138. Κατόπιν διευκρινίσεως των ανωτέρω, δεδομένου ότι –όπως αναφέρεται στο σημείο 120 των παρουσών προτάσεων– τα ζητήματα που εγείρονται δυνάμει του άρθρου 102 ΣΛΕΕ στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και αυτά που συζητήθηκαν από τους μετέχοντες στη διαδικασία με τις γραπτές και προφορικές τους παρατηρήσεις αντιστοιχούν, κατ’ ουσίαν, σε αυτά που εγείρονται και αναλύθηκαν δυνάμει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, οι εκτιμήσεις που αναπτύσσονται στο πλαίσιο των παρουσών προτάσεων σε σχέση με την τελευταία αυτή διάταξη είναι, τηρουμένων των αναλογιών, λυσιτελείς για την εξέταση δυνάμει της πρώτης διατάξεως.
139. Όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο στην απόφαση Superleague, η ίδια συμπεριφορά είναι δυνατό να συνιστά παράβαση τόσο του άρθρου 101 όσο και του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, παρά το γεγονός ότι οι διατάξεις αυτές επιδιώκουν συμπληρωματικούς σκοπούς και έχουν διαφορετικό πεδίο εφαρμογής. Συνεπώς, τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ μπορούν να τύχουν ταυτοχρόνως εφαρμογής σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι αντίστοιχες προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Τούτου λεχθέντος, το Δικαστήριο υπογράμμισε επίσης ότι οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τρόπο συνεπή, τηρουμένων, πάντως, των ιδιαιτεροτήτων εκάστου (129).
140. Συναφώς, θα προσέθετα ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο: στις σκέψεις 182 έως 209 και 231 έως 240 της αποφάσεως Superleague, το Δικαστήριο καθιστά σαφές ότι οι διάφορες δικαιολογήσεις και απαλλαγές από τις απαγορεύσεις που θέτει το άρθρο 101, παράγραφος 1, και το άρθρο 102 ΣΛΕΕ πρέπει, κατά το μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύονται αρμονικά. Σε τελική ανάλυση, το αντίθετο θα ήταν παράλογο τόσο από νομικής όσο και από οικονομικής απόψεως. Ως εκ τούτου, εάν το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι ορισμένοι από τους επίμαχους κανόνες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (διότι, για παράδειγμα, τυγχάνει εφαρμογής η νομολογία Meca-Medina) ή μπορούν να τύχουν των εξαιρέσεων που προβλέπονται από το άρθρο 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, θα πρέπει να το λάβει υπόψη του και να αντλήσει από αυτό τα κατάλληλα συμπεράσματα κατά την εξέταση του ζητήματος εάν η ίδια συμπεριφορά μπορεί να δικαιολογηθεί δυνάμει του άρθρου 102 ΣΛΕΕ.
141. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση μπορεί να δικαιολογήσει συμπεριφορές οι οποίες ενδέχεται να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως του άρθρου 102 ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, προς τούτο, μια τέτοια επιχείρηση δύναται να καταδείξει είτε ότι η συμπεριφορά της είναι αντικειμενικώς αναγκαία είτε ότι το αποτέλεσμα αποκλεισμού που συνεπάγεται μπορεί να αντισταθμισθεί ή ακόμη και να υπερκερασθεί με πλεονεκτήματα ως προς την αποτελεσματικότητα τα οποία ωφελούν και τους καταναλωτές (130).
142. Κατά συνέπεια, όσον αφορά τη συμβατότητα των επίμαχων κανόνων με το άρθρο 102 ΣΛΕΕ, ένα από τα βασικά ζητήματα της εξέτασης που θα κληθεί να διενεργήσει το αιτούν δικαστήριο είναι εάν οι κανόνες αυτοί επιδιώκουν πράγματι την επίτευξη θεμιτού σκοπού και έχουν αναγκαίο και αναλογικό χαρακτήρα προς τούτο ή εάν τα παραγόμενα αντίθετα προς τον ανταγωνισμό αποτελέσματα ισοσταθμίζονται ή υπερκεράζονται με πλεονεκτήματα ως προς την αποτελεσματικότητα στις θιγόμενες αγορές, τα οποία ωφελούν και τους καταναλωτές.
Ε. Άρθρο 56 ΣΛΕΕ
143. Το τρίτο ζήτημα που εγείρεται με το προδικαστικό ερώτημα αφορά τη συμβατότητα κανονιστικών ρυθμίσεων όπως ο FFAR με το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.
144. Η εν λόγω διάταξη κατοχυρώνει την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών τόσο υπέρ των παρόχων όσο και υπέρ των αποδεκτών των υπηρεσιών. Συναφώς, αντιτίθεται σε κάθε εθνικό μέτρο, ακόμη και εάν αυτό εφαρμόζεται χωρίς διακρίσεις, το οποίο δύναται να παρεμποδίσει την άσκηση της ελευθερίας αυτής απαγορεύοντας, παρακωλύοντας ή καθιστώντας λιγότερο ελκυστική τη δραστηριότητα των εν λόγω παρόχων υπηρεσιών εντός κρατών μελών διαφορετικών από εκείνα στα οποία είναι εγκατεστημένοι (131).
145. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η απαγόρευση αυτή εφαρμόζεται επίσης όταν μια ένωση ή ένας οργανισμός ασκεί κάποιου είδους εξουσία επί ιδιωτών και είναι σε θέση να τους επιβάλλει όρους που θίγουν την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη (132). Συναφώς, η απαγόρευση εφαρμόζεται όχι μόνο σε εθνικά μέτρα, αλλά και σε εσωτερικούς κανόνες ή πρακτικές, συμπεριλαμβανομένων αυτών που θεσπίζονται από αθλητικές ομοσπονδίες (133).
146. Πάντως, οι εσωτερικοί κανόνες μπορούν να επιτρέπονται ακόμη και εάν περιορίζουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, εφόσον αποδεικνύεται ότι η θέσπισή τους δικαιολογείται από θεμιτούς σκοπούς γενικού συμφέροντος, οι οποίοι δεν είναι αμιγώς οικονομικής φύσεως και τηρούν την αρχή της αναλογικότητας, στοιχείο που συνεπάγεται ότι πρέπει να είναι κατάλληλοι για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού και να μη βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού μέτρου. Απόκειται σε αυτόν που έλαβε τα μέτρα να αποδείξει ότι πληρούνται οι ως άνω προϋποθέσεις (134).
147. Κατ’ αρχήν, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί εάν οι επίμαχοι στην υπόθεση της κύριας δίκης κανόνες περιορίζουν το εμπόριο εντός της Ένωσης και, εφόσον τούτο ισχύει, εάν μπορούν να δικαιολογηθούν υπό το πρίσμα των επιχειρημάτων και των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζονται από τους μετέχοντες στη διαδικασία (135). Τούτου λεχθέντος, έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα.
148. Πρώτον, είναι αληθές ότι, ως έναν βαθμό, οι επίμαχοι κανόνες συνεπάγονται την εναρμόνιση, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, των απαιτήσεων για την άσκηση της δραστηριότητας του πράκτορα. Κατά μία έννοια, αυτό το σύνολο κανόνων ευνοεί την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών, καθόσον πράκτορες οι οποίο εδρεύουν σε ένα κράτος μέλος μπορούν, σχεδόν αυτομάτως, να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος (136). Πράγματι, μολονότι ορισμένα κράτη μέλη έχουν όντως νομοθετικές ρυθμίσεις οι οποίες παρεκκλίνουν από τον FFAR (και οι οποίες, συνεπώς, υποχρεώνουν τις εθνικές ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες να θεσπίζουν κανόνες που συμπληρώνουν ή αντικαθιστούν εν μέρει τον FFAR) (137), φρονώ ότι οι βασικοί κανόνες του FFAR τυγχάνουν εφαρμογής σε ολόκληρη την Ένωση.
149. Εντούτοις, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η θέσπιση ορισμένων από τους επίμαχους κανόνες κατέστησε δυσκολότερη για τους πράκτορες που έχουν την έδρα τους σε ένα κράτος μέλος (στο οποίο οι δραστηριότητες των πρακτόρων δεν ήταν ρυθμισμένες ή ήταν ρυθμισμένες κατ’ ελάχιστον) τη λειτουργία τους στην αλλοδαπή. Πράγματι, οι πράκτορες αυτοί καλούνται πλέον να αποκτήσουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και να συμμορφωθούν προς αρκετούς κανόνες (οι οποίοι ρυθμίζουν, μεταξύ άλλων, ποια πρόσωπα επιτρέπεται να εκπροσωπούν και με ποιους τρόπους μπορούν να προσελκύουν νέους πελάτες) υπό την απειλή κυρώσεων.
150. Ως εκ τούτου, κανόνες αθλητικής ένωσης όπως οι επίμαχοι, σχετικά με την άδεια, την πολλαπλή εκπροσώπηση και τη δημιουργία επαφών, φρονώ ότι είναι πολύ πιθανό να συνιστούν περιορισμούς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 56 ΣΛΕΕ.
151. Αντιθέτως, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι μπορεί να εξαχθεί παρόμοιο συμπέρασμα όσον αφορά τους κανόνες σχετικά με τις αμοιβές των πρακτόρων και την υποβολή και κοινολόγηση πληροφοριών. Όσον αφορά την κατηγορία αυτή, φρονώ ότι τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο σχετικά με την ιταλική νομοθεσία περί των ανώτατων ορίων αμοιβών των δικηγόρων είναι, κατ’ αναλογίαν, εφαρμοστέα στην επίδικη διαφορά της κύριας δίκης (138). Όσον αφορά τους κανόνες σχετικά με την παροχή πληροφοριών, η προκαταρκτική μου άποψη είναι ότι οι ενδεχόμενες αρνητικές επιπτώσεις που μπορεί να έχουν οι κανόνες αυτοί στη δυνατότητα και το κίνητρο των πρακτόρων να ασκήσουν τις δραστηριότητές τους διασυνοριακώς είναι πολύ ασαφείς και έμμεσες ώστε να προκαλέσουν την εφαρμογή του άρθρου 56 ΣΛΕΕ (139).
152. Όσον αφορά την αιτιολόγηση, έχω ήδη εξηγήσει για ποιους λόγους ορισμένοι από τους σκοπούς που προβάλλει η FIFA μπορούν, κατ’ αρχήν, να θεωρηθούν θεμιτοί και προς το δημόσιο συμφέρον. Η κατάσταση ωστόσο είναι λιγότερο ξεκάθαρη όσον αφορά τους λοιπούς επικαλούμενους σκοπούς. Οι παρατηρήσεις μου επί του συγκεκριμένου ζητήματος ισχύουν επίσης και στο πλαίσιο αυτό.
153. Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να κρίνει εάν οι επίμαχοι κανόνες είναι ικανοί για την επίτευξη των δηλωθέντων στόχων. Ειδικότερα, θα πρέπει να εξετάσει εάν οι κανόνες αυτοί υπαγορεύονται πράγματι από μέριμνα για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό (140).
154. Τούτο, κατά τη γνώμη μου, είναι ένα ιδιαιτέρως σημαντικό στάδιο της αναλύσεως. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εξακριβώσει εάν οι επίμαχοι κανόνες όντως σκοπούν στην επίτευξη των στόχων που επικαλείται η FIFA και, ως εκ τούτου, ότι η θέσπισή τους δεν υποκρύπτει κάποιο άλλο κίνητρο. Πράγματι, όπως επισημαίνω στο σημείο 50 των προτάσεών μου στην υπόθεση ROGON, έχω την υποψία ότι, για σχεδόν κάθε μέτρο που θεσπίζεται από τις αθλητικές ενώσεις, μπορεί να επινοηθεί εκ των υστέρων κάποιο συμφέρον γενικού χαρακτήρα που θεωρητικώς επιδιώκεται με αυτό, όταν ανακύπτει ανάγκη δικαιολόγησης του μέτρου. Επιπλέον, είναι αυτονόητο ότι ένα μέτρο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιδιώκει πράγματι την επίτευξη σκοπού γενικού συμφέροντος, εκτός εάν συμβάλλει ουσιαστικά στην προώθηση του συμφέροντος αυτού.
155. Τέλος, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εξετάσει εάν οι επίμαχοι κανόνες βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη των επίμαχων σκοπών μέτρου. Το στάδιο αυτό προϋποθέτει, πρωτίστως, ότι θα πρέπει να εξακριβωθεί ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί το ίδιο επίπεδο προστασίας του συμφέροντος που διακυβεύεται μέσω μέτρων τα οποία είναι λιγότερο περιοριστικά για τις οικονομικές ελευθερίες των πρακτόρων. Εν κατακλείδι, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει επίσης να διασφαλίσει ότι οι επίμαχοι κανόνες είναι αναλογικοί stricto sensu, υπό την έννοια ότι επιτυγχάνουν μια δίκαιη εξισορρόπηση μεταξύ των συμφερόντων που η FIFA επιθυμεί να προστατεύσει και των συμφερόντων των πρακτόρων που θίγονται από τους κανόνες αυτούς. Τούτο δεν συμβαίνει, για παράδειγμα, στην περίπτωση που ένας κανόνας επιδιώκει πράγματι την επίτευξη ενός θεμιτού και νόμιμου συμφέροντος, αλλά, ανεξαρτήτως της υπάρξεως άλλων μέτρων, η επιβάρυνση που επιβάλλεται στους πράκτορες προς τούτο είναι, σε κάθε περίπτωση, παράλογη και υπερβολική.
156. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, το αιτούν δικαστήριο θα κληθεί να ελέγξει εάν κανόνες οι οποίοι είναι ικανοί να περιορίσουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών δικαιολογούνται από θεμιτούς σκοπούς γενικού συμφέροντος που δεν έχουν αμιγώς οικονομικό χαρακτήρα και εάν συμμορφώνονται προς την αρχή της αναλογικότητας, υπό την έννοια ότι οι κανόνες αυτοί είναι κατάλληλοι για τη διασφάλιση της επίτευξης του εν λόγω σκοπού και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο προς τούτο μέτρο.
ΣΤ. Άρθρο 6 του ΓΚΠΔ
157. Το τέταρτο και τελικό ζήτημα που εγείρεται με το προδικαστικό ερώτημα αφορά τη συμβατότητα κανονισμού όπως ο FFAR με το άρθρο 6 του ΓΚΠΔ. Στη διάταξη περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στην επεξεργασία των δεδομένων που προβλέπεται από το άρθρο 16, παράγραφος 2, στοιχείο j, σημεία ii έως v, και στοιχείο k, σημείο ii, του FFAR και το άρθρο 19 του FFAR.
158. Κατ’ ουσίαν, το άρθρο 16, παράγραφος 2, στοιχείο j, σημεία ii έως v, και στοιχείο k, σημείο ii, του FFAR απαιτεί από τους πράκτορες να μεταφορτώνουν, εντός 14 ημερών, λεπτομέρειες σχετικά με τις συμφωνίες τους με πελάτες, τις αμοιβές και τις συνεργασίες τους σε μια ηλεκτρονική πλατφόρμα την οποία διαχειρίζεται η FIFA. Περαιτέρω, το άρθρο 19 του FFAR ορίζει ότι οι πράκτορες υποχρεούνται να κοινολογούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στη FIFA, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικών με τους πελάτες τους, υπηρεσιών και συναλλαγών, οι οποίες, ακολούθως, καθίστανται προσβάσιμες σε ορισμένους ενδιαφερόμενους για τους σκοπούς του ελέγχου συμμόρφωσης προς τις ουσιαστικές διατάξεις του FFAR.
159. Στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, παρατίθεται ένας εξαντλητικός και περιοριστικός κατάλογος των περιπτώσεων στις οποίες η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να θεωρείται σύννομη. Μολονότι το αιτούν δικαστήριο δεν αποσαφηνίζει ποια από τις περιπτώσεις επεξεργασίας θεωρεί ότι είναι κρίσιμη για την υπόθεση της κύριας δίκης, από τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη διάταξη περί παραπομπής και τον χαρακτήρα των επίμαχων κανόνων του FFAR συνάγεται ότι κρίσιμο, στο πλαίσιο αυτό, είναι το σημείο στʹ.
160. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, σημείο στʹ, του ΓΚΠΔ ορίζει ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι σύννομη εφόσον «είναι απαραίτητη για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τρίτος, εκτός εάν έναντι των συμφερόντων αυτών υπερισχύει το συμφέρον ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων που επιβάλλουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα […]».
161. Κατά πάγια νομολογία, η διάταξη αυτή προβλέπει τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να είναι σύννομες οι επεξεργασίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στις οποίες αναφέρεται. Πρώτον, την επιδίωξη έννομου συμφέροντος εκ μέρους του υπευθύνου επεξεργασίας ή τρίτου. Δεύτερον, την αναγκαιότητα της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος αυτού. Τρίτον, την απαίτηση να μην υπερισχύουν του εννόμου συμφέροντος του υπευθύνου επεξεργασίας ή του τρίτου τα συμφέροντα ή οι ελευθερίες και τα θεμελιώδη δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομένων (141).
162. Μολονότι, εν τέλει, επαφίεται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει εάν, όσον αφορά την επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, πληρούνται οι τρεις ως άνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί προδικαστικής παραπομπής, έχει τη δυνατότητα να παράσχει διευκρινίσεις προκειμένου να το καθοδηγήσει στην εκτίμησή του αυτή (142). Ως εκ τούτου, στα επόμενα τμήματα των παρουσών προτάσεων, θα προσπαθήσω να παράσχω ορισμένες κατευθύνσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει το αιτούν δικαστήριο να εξετάσει εάν μπορούν οι τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις που αναφέρονται στο προηγούμενο σημείο να εφαρμοστούν σε έναν κανονισμό όπως ο FFAR.
163. Πριν από αυτό ωστόσο, επιβάλλεται να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο εξής: σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, ο κανονισμός αυτός παρέχει προστασία έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν μόνο τα φυσικά πρόσωπα. Συνεπώς, όπως καθίσταται σαφές με την αιτιολογική σκέψη 14 τυ εν λόγω κανονισμού, ο ΓΚΠΔ δεν εφαρμόζεται στην «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν νομικά πρόσωπα και ιδίως επιχειρήσεις συσταθείσες ως νομικά πρόσωπα, περιλαμβανομένων της επωνυμίας, του τύπου και των στοιχείων επικοινωνίας του νομικού προσώπου». Επομένως, εάν το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι επίμαχες κανονιστικές ρυθμίσεις δεν συνάδουν με το άρθρο 6 του ΓΚΠΔ, το συμπέρασμα αυτό θα ισχύει μόνο για τα (προσωπικού χαρακτήρα) δεδομένα που αφορούν τους πράκτορες που είναι φυσικά πρόσωπα και τους ποδοσφαιριστές ή –κατά περίπτωση– άλλους ιδιώτες (όπως το προσωπικό των εμπλεκόμενων ποδοσφαιρικών συλλόγων ή των πρακτορείων μέσω των οποίων οι πράκτορες ασκούν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες).
1. Ο FFAR και τα έννομα συμφέροντα
164. Όσον φορά την πρώτη προϋπόθεση, η οποία αφορά την επιδίωξη εννόμου συμφέροντος, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του ΓΚΠΔ, αποτελεί ευθύνη του υπευθύνου της επεξεργασίας, όταν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν υποκείμενο των δεδομένων συλλέγονται από το υποκείμενο των δεδομένων, να ενημερώσει το πρόσωπο αυτό σχετικά με τα έννομα συμφέροντα που επιδιώκονται εάν η επεξεργασία βασίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του εν λόγω κανονισμού. Ως εκ τούτου, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει, κατ’ αρχάς, εάν η FIFA συμμορφώνεται προς την ως άνω υποχρέωση ενημερώνοντας απευθείας τους πράκτορες σχετικά με το έννομο συμφέρον που επιδιώκεται κατά τον χρόνο συλλογής των δεδομένων.
165. Σε περίπτωση μη πληρώσεως της συγκεκριμένης υποχρέωσης, η συλλογή των δεδομένων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με βάση το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του ΓΚΠΔ.
166. Τούτου λεχθέντος, πρέπει να επισημανθεί ότι, ελλείψει ορισμού της έννοιας «έννομο συμφέρον» στον ΓΚΠΔ, το φάσμα των συμφερόντων που θα μπορούσαν, κατ’ αρχήν, να χαρακτηριστούν ως έννομα είναι ευρύ. Όπως καθίσταται προφανές από την αιτιολογική σκέψη 47 του ΓΚΠΔ, η έννοια αυτή δεν περιορίζεται μόνο σε συμφέροντα τα οποία κατοχυρώνονται και καθορίζονται εκ του νόμου, καθόσον και συμφέροντα οικονομικού χαρακτήρα μπορούν επίσης να χαρακτηριστούν ως έννομα. Έννομο συμφέρον μπορεί να υπάρχει, για παράδειγμα, όταν υφίσταται σχετική και κατάλληλη σχέση μεταξύ του υποκειμένου των δεδομένων και του υπευθύνου επεξεργασίας, όπως στην περίπτωση που το υποκείμενο των δεδομένων είναι πελάτης του υπευθύνου επεξεργασίας ή βρίσκεται στην υπηρεσία του ή ακόμη και στο πλαίσιο της απευθείας εμπορικής προώθησης (143).
167. Στην υπό κρίση υπόθεση, η σχέση μεταξύ της FIFA και των πρακτόρων δεν προσομοιάζει με την κλασική σχέση πελάτη‑παρόχου υπηρεσίας που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 47 του ΓΚΠΔ. Ωστόσο, οι δραστηριότητες των πρακτόρων είναι –όπως διευκρινίζεται επίσης στα σημεία 57, 58 και 65 των προτάσεών μου στην υπόθεση ROGON– στενά συνδεδεμένες με το ρυθμιστικό πλαίσιο της FIFA. Πράγματι, οι πράκτορες είναι διαπιστευμένοι επαγγελματίες, εγγεγραμμένοι στη FIFA και εξουσιοδοτημένοι να εκπροσωπούν και να παρέχουν συμβουλές στους εμπλεκόμενους φορείς εντός του οικοσυστήματος της βιομηχανίας του ποδοσφαίρου και υπόκεινται στους κανόνες που θεσπίζει το εν λόγω ρυθμιστικό όργανο. Συνεπώς, φαίνεται ότι μεταξύ των δύο υπάρχει μια σχετική και κατάλληλη σχέση.
168. Επιπλέον, και όσον αφορά ιδίως την υπό κρίση υπόθεση, το άρθρο 1, παράγραφος 2, του FFAR αποσαφηνίζει ότι οι κανόνες του έχουν ως στόχο να εξασφαλιστεί ότι η συμπεριφορά των πρακτόρων συνάδει με τους κύριους σκοπούς του συστήματος των ποδοσφαιρικών μεταγραφών και τους λοιπούς σκοπούς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται –όπως υποστηρίζει η FIFA– η διατήρηση της ποιότητας των υπηρεσιών που παρέχουν οι πράκτορες στους πελάτες τους έναντι δίκαιων και εύλογων αμοιβών, ο περιορισμός των συγκρούσεων συμφερόντων, η ενίσχυση της οικονομικής και διοικητικής διαφάνειας και η πρόληψη των καταχρηστικών πρακτικών. Στις γραπτές παρατηρήσεις της, η FIFA διευκρινίζει περαιτέρω ότι το άρθρο 16, παράγραφος 2, στοιχείο j, σημεία ii έως v, και στοιχείο k, σημείο ii, του FFAR και το άρθρο 19 του FFAR εγγυώνται πρωτίστως τη διαφάνεια, διασφαλίζουν τον έλεγχο και ενισχύουν τη συμμόρφωση προς τις προς τις ουσιαστικές διατάξεις του FFAR.
169. Συναφώς, έχω να καταθέσω τρεις παρατηρήσεις.
170. Πρώτον, κατ’ εμέ, ο περιορισμός των συγκρούσεων συμφερόντων και η πρόληψη εμφάνισης καταχρηστικών πρακτικών αποτελούν σαφώς συμφέροντα τα οποία μπορούν να χαρακτηριστούν ως έννομα κατά την έννοια του άρθρου 6 του ΓΚΠΔ. Ομοίως, η παροχή στη FIFA της δυνατότητας να εποπτεύει και να επιβάλει την τήρηση των ουσιαστικών κανόνων του FFAR αποτελεί επίσης, κατ’ αρχήν, αποδεκτό σκοπό, υπό την προϋπόθεση –περιττό να προσθέσω– ότι οι επίμαχοι ουσιαστικοί κανόνες δεν παραβιάζουν διατάξεις του δικαίου της Ένωσης.
171. Δεύτερον, οφείλω να σημειώσω ότι η «διαφάνεια» μπορεί κάλλιστα να χαρακτηρισθεί ως αξία η οποία χρήζει προστασίας από μόνη της όσον αφορά τις δραστηριότητες των δημοσίων αρχών, καθόσον υπάρχει ένας προφανής δεσμός μεταξύ της δημοκρατίας και της διαφάνειας (ή του ανοιχτού χαρακτήρα) στο πλαίσιο της δημόσιας διοίκησης (144). Ωστόσο, όσον αφορά τις οικονομικές δραστηριότητες ιδιωτών, η κατάσταση δεν είναι τόσο ξεκάθαρη. Πράγματι, η διαφάνεια πρέπει να συμβαδίζει με την ιδιωτική ζωή. Επιπλέον, η διαφάνεια όσον αφορά τις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές πληροφορίες ενός προσώπου ενδέχεται να έχει ορισμένες αρνητικές επιπτώσεις –ζήτημα στο οποίο θα επανέλθω σε επόμενο σημείο των παρουσών προτάσεων– όπως το να ευνοεί τη σύμπραξη μεταξύ ανταγωνιστών ή το να επιτρέπει τη διενέργεια πράξεων αθέμιτου ανταγωνισμού. Ως εκ τούτου, φρονώ, συναφώς, ότι το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να θέσει το ακόλουθο ερώτημα για κάθε είδος πληροφοριών που ζητείται να υποβληθούν για (φερόμενους) λόγους διαφάνειας: για ποιον σκοπό πρέπει να εξασφαλιστεί η διαφάνεια;
172. Τρίτον, διατηρώ επίσης κάποιες επιφυλάξεις όσον αφορά τον στόχο «διατήρησης της ποιότητας των υπηρεσιών που παρέχονται από τους πράκτορες στους πελάτες τους έναντι δίκαιων και εύλογων αμοιβών» (145). Το «δίκαιος» και το «εύλογος» είναι δύο επίθετα τα οποία, αναμφιβόλως, απαιτούν τη διενέργεια μιας υποκειμενικής αξιολόγησης. Το ζήτημα εάν κάποιες αμοιβές είναι «δίκαιες και εύλογες» ή όχι, εξαρτάται, προφανώς, από την οπτική γωνία υπό την οποία εξετάζονται οι αμοιβές αυτές. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι και οι πράκτορες ενδέχεται συχνά να διαφωνούν ως προς το ζήτημα αυτό. Επιπλέον, διερωτώμαι κατά πόσον μια ένωση ή μια επιχείρηση (εν προκειμένω, η FIFA) μπορεί να ισχυριστεί βασίμως ότι επιδιώκει την επίτευξη εννόμου συμφέροντος όταν ζητεί από ορισμένους εμπορικούς εταίρους της (εν προκειμένω, τους πράκτορες) να κοινολογήσουν οικονομικές και χρηματοπιστωτικές πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα, προκειμένου να αποκτήσει τη δυνατότητα να «επιτύχει καλύτερη συμφωνία» (εν προκειμένω, χαμηλότερες αμοιβές) με αυτούς, σε σχέση με το πώς θα είχαν τα πράγματα εάν εξακολουθούσαν να ισχύουν οι συνήθεις συνθήκες ανταγωνισμού. Η κατάσταση ωστόσο θα είναι διαφορετική εάν –όπως προαναφέρθηκε– κριθεί απαραίτητη η ύπαρξη ενός μηχανισμού καθορισμού των αμοιβών προκειμένου να διασφαλιστεί ένας ελάχιστος βαθμός ανταγωνιστικότητας και δικαιοσύνης στις αθλητικές διοργανώσεις ή η προστασία των λοιπών εμπλεκομένων φορέων της αγοράς (όπως οι ποδοσφαιριστές και, ιδίως, οι νεότεροι σε ηλικία ποδοσφαιριστές) από συγκρούσεις συμφερόντων ή καταχρηστικές και δόλιες πρακτικές.
2. Ο FFAR και η αναγκαιότητα
173. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση της αναγκαιότητας της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για την ικανοποίηση του επιδιωκόμενου εννόμου συμφέροντος, απαιτείται από το αιτούν δικαστήριο να βεβαιωθεί ότι το έννομο συμφέρον το οποίο επιδιώκεται με την επεξεργασία των δεδομένων δεν είναι ευλόγως δυνατόν να πραγματωθεί κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό με άλλα μέσα που να θίγουν λιγότερο τις θεμελιώδεις ελευθερίες και τα θεμελιώδη δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων, ιδίως τα δικαιώματα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη (146).
174. Επιβάλλεται επίσης να υπενθυμιστεί ότι η προϋπόθεση της αναγκαιότητας της επεξεργασίας πρέπει να εξετάζεται από κοινού με τη λεγόμενη αρχή της «ελαχιστοποίησης των δεδομένων», την οποία καθιερώνει το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, κατά το οποίο τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι «κατάλληλα, συναφή και [να] περιορίζονται στο αναγκαίο για τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία» (147).
175. Υπ’ αυτό το πρίσμα, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν μια επεξεργασία δεδομένων είναι «αναγκαία» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του ΓΚΠΔ, απαιτείται, ιδίως, να αποσαφηνιστεί εάν τα μέτρα που προβλέπουν την επεξεργασία αυτή: i) προστατεύουν πραγματικά το επικαλούμενο δημόσιο συμφέρον (υπό την έννοια ότι πίσω από αυτά δεν υποκρύπτεται άλλο κίνητρο), ii) έχουν θεσπιστεί για την αντιμετώπιση της αντικειμενικής ανάγκης επιδίωξης των επίμαχων σκοπών, iii) είναι κατάλληλα για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών (υπό την έννοια ότι φαίνονται ικανά να συμβάλλουν σημαντικά προς την επίτευξή τους) και iv) μπορούν να αντικατασταθούν από εναλλακτικά μέτρα τα οποία θίγουν λιγότερο την ιδιωτική ζωή των εμπλεκομένων φυσικών προσώπων.
176. Στην υπό κρίση υπόθεση, η FIFA προβάλλει ότι οι εν λόγω διατάξεις απαιτούν την υποβολή μόνο των αναγκαίων πληροφοριακών στοιχείων και εγγυάται ότι είναι διαθέσιμα στα μέρη στα οποία η πρόσβαση στα δεδομένα αυτά είναι ζωτικής σημασίας για την άσκηση των οικονομικών τους δραστηριοτήτων.
177. Ωστόσο, επισημαίνω ότι οι επίμαχες διατάξεις του FFAR απαιτούν από τους πράκτορες να υποβάλουν στη FIFA έναν αρκετά σημαντικό όγκο δεδομένων (τόσο σε είδος όσο και σε ποσότητα) (148). Σε αυτά περιλαμβάνονται όχι μόνο προσωπικές πληροφορίες σχετικά με το προφίλ κάθε πράκτορα, το πελατολόγιο και τις παρεχόμενες εκ μέρους του υπηρεσίες, αλλά και λεπτομέρειες των συμβατικών συμφωνιών, των συναλλαγών και των αμοιβών τους. Οι διατάξεις αυτές ορίζουν επίσης ότι τμήμα των πληροφοριακών αυτών στοιχείων καθίσταται διαθέσιμο, δυνητικώς, σε αρκετά μεγάλο αριθμό φυσικών και νομικών προσώπων: σε άλλους συλλόγους, σε ποδοσφαιριστές και σε πράκτορες ποδοσφαιριστών.
178. Εφόσον τούτο ισχύει, ένα από τα βασικά ζητήματα που θα κληθεί να εξετάσει το αιτούν δικαστήριο συνίσταται, κατά τη γνώμη μου, στο εάν η έκταση των δεδομένων που πρέπει να υποβληθούν στη FIFA και των δεδομένων που θα κοινολογηθούν σε τρίτους είναι δυνατόν να περιοριστεί και/ή εάν είναι διαθέσιμες άλλες εναλλακτικές λύσεις οι οποίες είναι το ίδιο αποτελεσματικές και λιγότερο παρεμβατικές.
179. Προς τούτο, φρονώ ότι η FIFA θα πρέπει να εξηγήσει στο αιτούν δικαστήριο για ποιον λόγο, όσον αφορά κάθε είδος πληροφοριών, δεν μπορεί να αποφευχθεί η απόκτησή τους από τους πράκτορες και, κατά περίπτωση, η κοινολόγησή τους στους εμπλεκόμενους φορείς, καθόσον αυτό θα καθιστούσε αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή για τη FIFA την προστασία των εννόμων συμφερόντων που διακυβεύονται.
3. Ο FFAR και τα επιτακτικά συμφέροντα των υποκειμένων των δεδομένων
180. Όσον αφορά, τέλος, την τρίτη προϋπόθεση, πρέπει να καθοριστεί εάν τα συμφέροντα ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων υπερέχουν των εννόμων συμφερόντων του υπευθύνου της επεξεργασίας ή τρίτου. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η προϋπόθεση αυτή συνεπάγεται τη στάθμιση των επίμαχων αντικρουόμενων δικαιωμάτων και συμφερόντων, η οποία εξαρτάται, κατ’ αρχήν, από τις ειδικές περιστάσεις εκάστης υποθέσεως.
181. Καίτοι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προβεί στη σχετική στάθμιση –για την οποία απαιτείται η σχετικώς λεπτομερής γνώση των αντικρουόμενων συμφερόντων (149)–, καταθέτω τις ακόλουθες παρατηρήσεις προκειμένου να συνδράμω το δικαστήριο αυτό.
182. Κατ’ ουσίαν, η προϋπόθεση αυτή συνοψίζεται στον έλεγχο των ακόλουθων στοιχείων: εάν υποτεθεί ότι η επεξεργασία των δεδομένων επιδιώκει έννομο συμφέρον και είναι αναγκαία για τον σκοπό αυτόν, μήπως, παρά ταύτα, η επεξεργασία αυτή βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου διότι επιβάλλει αφόρητη επιβάρυνση στα υποκείμενα των δεδομένων; Με άλλα λόγια, μήπως η θυσία των συμφερόντων των υποκειμένων των δεδομένων είναι απλώς υπερβολική, υπό το πρίσμα των λόγων για τους οποίους και του τρόπου υπό τον οποίον διενεργείται η συγκεκριμένη επεξεργασία;
183. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, κατά τη στάθμιση των επίμαχων αντιπαρατιθέμενων δικαιωμάτων, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ιδίως οι εύλογες προσδοκίες του υποκειμένου των δεδομένων, η έκταση της επίμαχης επεξεργασίας και ο αντίκτυπός της στο υποκείμενο των δεδομένων (150). Πράγματι, από την αιτιολογική σκέψη 47 του ΓΚΠΔ συνάγεται ότι τα συμφέροντα και τα θεμελιώδη δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομένων θα μπορούσαν να υπερισχύουν των συμφερόντων του υπευθύνου επεξεργασίας, όταν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται σε επεξεργασία σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το υποκείμενο των δεδομένων δεν αναμένει ευλόγως την επεξεργασία αυτή.
184. Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, όπου οι πράκτορες λειτουργούν εντός ενός ρυθμιστικού πλαισίου όπως ο FFAR, φαίνεται εύλογο να αναμένεται ότι ο ρυθμιστικός φορέας που έχει θεσπίσει το πλαίσιο αυτό θα προβαίνει σε επεξεργασία των δεδομένων τους. Ειδικότερα, ο αποτελεσματικός έλεγχος και η επιβολή συμμόρφωσης από τη FIFA δεν θα ήταν εφικτά χωρίς πρόσβαση στις κρίσιμες πληροφορίες σχετικά με τους πράκτορες και τις παρεχόμενες από αυτούς υπηρεσίες.
185. Ωστόσο, στο πλαίσιο αυτό ενδέχεται επίσης να ανακύψουν ζητήματα ως προς το εάν οι πράκτορες μπορούν να αναμένουν ευλόγως ότι το σύνολο ή πτυχές των δεδομένων αυτών θα κοινολογούνται σε μέρη άλλα από τον ρυθμιστικό φορέα του ποδοσφαίρου. Πράγματι, δεν είναι σαφές με ποιον τρόπο η κοινολόγηση των δεδομένων των πρακτόρων σε συλλόγους, ποδοσφαιριστές και άλλους πράκτορες συνάδει με το έννομο συμφέρον για το οποίο η FIFA προβαίνει στην επεξεργασία των δεδομένων –δηλαδή, την άσκηση της ρυθμιστικής της εξουσίας με στόχο την επίτευξη των σκοπών του FFAR.
186. Οι πράκτορες δραστηριοποιούνται εντός μιας άκρως ανταγωνιστικής αγοράς, στην οποία οι πληροφορίες σχετικά με την πελατειακή τους βάση και τις συμβατικές διευθετήσεις αποτελούν πολύτιμα εμπορικά δεδομένα. Εάν οι πληροφορίες αυτές καταστούν προσιτές στους ανταγωνιστές (αντίπαλους πράκτορες) ή τους δυνητικούς πελάτες (ποδοσφαιριστές και συλλόγους), τούτο μπορεί, αφενός, να επηρεάσει την ανταγωνιστική διάρθρωση της αγοράς και, αφετέρου, να προκαλέσει επίσης σοβαρή οικονομική ζημία στους πράκτορες.
187. Όπως προαναφέρθηκε στο σημείο 171 των παρουσών προτάσεων, η κοινολόγηση των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών δεδομένων των πρακτόρων σε ανταγωνιστές ενδέχεται να ευνοήσει τη δημιουργία συμπράξεων στην αγορά. Μπορεί επίσης να οδηγήσει σε αθέμιτες πρακτικές ανταγωνισμού, επιτρέποντας στους πράκτορες να επέμβουν σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις. Επιπλέον, μπορεί να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στις σχέσεις μεταξύ πρακτόρων και πελατών, καθόσον ο κίνδυνος αποκάλυψης ευαίσθητων συμβατικών και χρηματοοικονομικών λεπτομερειών ενδέχεται να αποθαρρύνει τις διαφανείς διαπραγματεύσεις και, εν τέλει, να κλονίσει την εμπιστοσύνη στο ρυθμιστικό πλαίσιο. Στο μέτρο που η FIFA ασκεί ρυθμιστική εξουσία όσον αφορά τους πράκτορες, αυτοί θα πρέπει να έχουν μια σχετική εμπιστοσύνη στον φορέα αυτόν ότι είναι σε θέση να λάβει υπόψη του τα έννομα συμφέροντά τους σε σχέση με την ιδιωτική ζωή και την εμπιστευτικότητα. Το νομικό πλαίσιο δεν είναι δυνατόν να επικεντρώνεται αποκλειστικά στα συμφέροντα των συλλόγων και των ποδοσφαιριστών, όσο θεμιτά και εάν είναι τα συμφέροντα αυτά.
188. Ως εκ τούτου, η εκτεταμένη υποχρέωση υποβολής δεδομένων και η δυνατότητα προσβάσεως τρίτων στα δεδομένα αυτά ενδέχεται να θίγει όχι μόνο τα δικαιώματα των πρακτόρων για σεβασμό της ιδιωτικής τους ζωής και προστασίας των προσωπικών τους δεδομένων (άρθρα 7 και 8 του Χάρτη), αλλά, πιθανώς, και την επιχειρηματική τους ελευθερία (άρθρο 16 του Χάρτη).
189. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω παρατηρήσεων, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η επεξεργασία των επίμαχων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην υπόθεση της κύριας δίκης να μην μπορεί, τουλάχιστον εν μέρει, να δικαιολογηθεί όπως απαιτείται για τους σκοπούς των εννόμων συμφερόντων κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του ΓΚΠΔ, στον βαθμό, ιδίως, που ορισμένες πληροφορίες οικονομικού και χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα καθίστανται προσιτές σε μέρη διαφορετικά από τη FIFA και τα όργανά της.
190. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο τέταρτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος είναι ότι κανονιστικές ρυθμίσεις εκδοθείσες από αθλητικές ενώσεις οι οποίες αφορούν την υποβολή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα φυσικών προσώπων και την κοινολόγησή τους σε τρίτους συνάδουν με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ εφόσον, μεταξύ άλλων, οι ρυθμίσεις αυτές i) επιδιώκουν πραγματικά την επίτευξη συμφερόντων που χρήζουν προστασίας, ii) περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο προς τούτο μέτρο και iii) δεν επιβάλλουν αφόρητη επιβάρυνση στα υποκείμενα των δεδομένων όσον αφορά το δικαίωμά τους στην ιδιωτική ζωή και τα οικονομικά τους συμφέροντα.
V. Πρόταση
191. Εν κατακλείδι, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που του υποβλήθηκε από το Landgericht Mainz (περιφερειακό δικαστήριο του Mainz, Γερμανία) ότι κανόνες οι οποίοι περιλαμβάνονται σε κανονισμούς εκδοθέντες από αθλητικές ενώσεις οι οποίοι αφορούν τη δραστηριότητα των πρακτόρων ποδοσφαιριστών δεν απαγορεύονται:
– από το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, εφόσον πιθανό αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αποτέλεσμα το οποίο οφείλεται ενδεχομένως στους κανόνες αυτούς μπορεί να δικαιολογηθεί με βάση τη νομολογία Meca-Medina ή τυγχάνει των εξαιρέσεων που προβλέπονται από το άρθρο 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ·
– από το άρθρο 102 ΣΛΕΕ, εφόσον οι εν λόγω κανόνες επιδιώκουν πραγματικά την επίτευξη θεμιτού σκοπού και έχουν αναγκαίο και αναλογικό χαρακτήρα προς τον σκοπό αυτόν ή εάν τα παραγόμενα αντίθετα προς τον ανταγωνισμό αποτελέσματα μπορούν να αντισταθμιστούν ή ακόμη και να υπερκερασθούν με πλεονεκτήματα ως προς την αποτελεσματικότητα στις θιγόμενες αγορές, τα οποία ωφελούν και τους καταναλωτές·
– από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, εφόσον οι κανόνες αυτοί, όταν συνεπάγονται περιορισμούς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, δικαιολογούνται από θεμιτούς σκοπούς γενικού συμφέροντος που δεν είναι αμιγώς οικονομικής φύσεως και συμμορφώνονται προς την αρχή της αναλογικότητας, υπό την έννοια ότι είναι κατάλληλοι για την επίτευξη του σκοπού αυτού και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο προς τούτο μέτρο, και
– από το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων), εφόσον οι κανόνες που αφορούν την υποβολή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα φυσικών προσώπων και την κοινολόγησή τους σε τρίτους επιδιώκουν πράγματι συμφέροντα που χρήζουν προστασίας, αφορούν μόνο δεδομένα τα οποία είναι απολύτως αναγκαία προς τούτο και δεν επιβάλλουν αφόρητη επιβάρυνση στα υποκείμενα των δεδομένων όσον αφορά το δικαίωμά τους στην ιδιωτική ζωή και τα χρηματοοικονομικά τους συμφέροντα.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, International Skating Union κατά Επιτροπής (C‑124/21 P, στο εξής: απόφαση ISU, EU:C:2023:1012).
3 Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, European Superleague Company (C‑333/21, στο εξής: απόφαση Superleague, EU:C:2023:1011).
4 Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Royal Antwerp Football Club (C‑680/21, στο εξής: απόφαση Royal Antwerp, EU:C:2023:1010).
5 Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, FIFA (C‑650/22, στο εξής: απόφαση FIFA, EU:C:2024:824).
6 C‑428/23 (στο εξής: προτάσεις στην υπόθεση ROGON).
7 C‑133/24 (στο εξής: προτάσεις στην υπόθεση CD Tondela).
8 ΕΕ 2016, L 119, σ. 1.
9 Κατά περίπτωση, όπως εφαρμόζονται σε συνδυασμό με λοιπούς κανόνες εκδοθέντες από τη FIFA όπως το άρθρο 18ter του FIFA Regulations on the Status and Transfer of Players (κανονισμού της FIFA σχετικά με το καθεστώς και τις μεταγραφές ποδοσφαιριστών, στο εξής; FIFA RSTP), το άρθρο 7 του FIFA Regulations on Working with Intermediaries (κανονισμού της FIFA σχετικά με τη συνεργασία με πράκτορες), τα άρθρα 8, 14, 57 και 58 του FIFA Statutes 2021 (καταστατικού της FIFA του έτους 2021), τα άρθρα 5, 49 και 53 του FIFA Code of Conduct 2019 (πειθαρχικού κανονισμού της FIFA του έτους 2019) και τα άρθρα 4 και 82 του FIFA Code of Ethics 2020 (κώδικα δεοντολογίας της FIFA του έτους 2020).
10 Βλ. απόφαση Superleague (σκέψη 83 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
11 Όπ.π. (σκέψεις 85 έως 87 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
12 Όπ.π. (σκέψη 84).
13 Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1974, Walrave και Koch (36/74, στο εξής: απόφαση Walrave, EU:C:1974:140, σκέψη 8). Η ως άνω απόφαση επικυρώθηκε, ακολούθως, μεταξύ άλλων, με τις αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, Bosman (C‑415/93, στο εξής: απόφαση Bosman, EU:C:1995:463, σκέψη 76), και της 11ης Απριλίου 2000, Deliège (C‑51/96 και C‑191/97, στο εξής: απόφαση Dèliege, EU:C:2000:199, σκέψη 43).
14 Βλ., με περαιτέρω παραπομπές, Parrish, R., και Miettinen, S., The Sporting Exception in European Union Law, TMC Asser Press, 2008, και Weatherill, S., «The impact of the rulings of 21 December 2023 on the structure of EU sports law», The International Sports Law Journal, τεύχος 23, 2023, σ. 414.
15 Βλ., για παράδειγμα, απόφαση Walrave (σκέψη 9) και αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1976, Donà (13/76, EU:C:1976:115, σκέψη 15), της 8ης Μαΐου 2003, Deutscher Handballbund (C‑438/00, EU:C:2003:255, σκέψεις 54 έως 56), και της 18ης Ιουλίου 2006, Meca-Medina και Majcen κατά Επιτροπής (C‑519/04 P, στο εξής: απόφαση Meca-Medina, EU:C:2006:492, σκέψη 26). Βλ. επίσης, στη θεωρία, Ibáñez Colomo, P., «Competition law and sports governance: Disentangling a complex relationship», World Competition, τόμος 45, τεύχος 3, 2022, σ. 331 έως 334.
16 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 13ης Ιουνίου 2019, TopFit και Biffi (C‑22/18, στο εξής: απόφαση TopFit, EU:C:2019:497, σκέψεις 49 και 53), και απόφαση FIFA (σκέψη 79).
17 Πρβλ. απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2002, Wouters κ.λπ. (C‑309/99, στο εξής: απόφαση Wouters, EU:C:2002:98, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ. επίσης, γενικότερα, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Poiares Maduro στην υπόθεση FENIN κατά Επιτροπής (C‑205/03 P, EU:C:2005:666, σημείο 15 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
18 Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 2008, MOTOE (C‑49/07, στο εξής: απόφαση MOTOE, EU:C:2008:376, σκέψη 24), και της 18ης Ιανουαρίου 2024, Lietuvos notarų rūmai κ.λπ. (C‑128/21, EU:C:2024:49, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
19 Βλ., μεταξύ άλλων, Επιτροπή και Σλοβακική Δημοκρατία κατά Dôvera zdravotná poist’ovňa (C‑262/18 P και C‑271/18 P, EU:C:2020:450, σκέψεις 26 έως 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
20 Βλ., ιδίως, απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, Albany (C‑67/96, EU:C:1999:430, σκέψεις 59 και 60). Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. Jacobs στην υπόθεση Albany (C‑67/96, EU:C:1999:28, σημείο 182) και του γενικού εισαγγελέα N. Wahl στην υπόθεση FNV Kunsten Informatie en Media (C‑413/13, EU:C:2014:2215, σημεία 31 έως 35).
21 Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1988, Steymann (196/87, EU:C:1988:475, σκέψη 9), και της 31ης Μαΐου 1989, Bettray (344/87, EU:C:1989:226, σκέψεις 17 έως 20).
22 Βλ., μεταξύ πολλών, αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 1990, Krantz (C‑69/88, EU:C:1990:97, σκέψη 11), της 16ης Δεκεμβρίου 1992, B & Q (C‑169/91, EU:C:1992:519, σκέψη 15), της 14ης Ιουλίου 1994, Peralta (C‑379/92, EU:C:1994:296, σκέψη 24), και της 26ης Μαΐου 2005, Burmanjer κ.λπ. (C‑20/03, EU:C:2005:307, σκέψη 31).
23 Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Fastweb κ.λπ. (Συχνότητα χρεώσεων) (C‑468/20, EU:C:2022:996, σημείο 50).
24 Πρβλ., προσφάτως, απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2024, Tallinna Kaubamaja Grupp και KIA Auto (C‑606/23, EU:C:2024:1004, σκέψεις 28 και 32 έως 34), και απόφαση ISU (σκέψη 109). Βλ., επίσης, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Expedia (C‑226/11, EU:C:2012:795, σκέψεις 16 και 17).
25 Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2000, Pavlov κ.λπ. (C‑180/98 έως C‑184/98, EU:C:2000:428, σκέψεις 90 έως 97).
26 Επί του συγκεκριμένου ζητήματος, βλ. έκθεση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με στόχο τη διαφύλαξη των σημερινών δομών του αθλητισμού και τη διατήρηση της κοινωνικής λειτουργίας του στο κοινοτικό πλαίσιο, της 10ης Δεκεμβρίου 1999 (Έκθεση του Ελσίνκι για τον αθλητισμό) [COM(1999) 644 τελικό], σημείο 4.2.1.1.
27 Ακριβώς όπως η κλήση και/ή η επιλογή να αγωνιστούν στην εθνική ομάδα μπορεί να έχει κάποιον αντίκτυπο στις σταδιοδρομίες των ποδοσφαιριστών και, κατ’ επέκταση, στη δημόσια εικόνα των ποδοσφαιρικών τους συλλόγων.
28 Βλ., για παράδειγμα, την επιχειρηματολογία που παρατίθεται στην απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1989, B & Q (C‑145/88, EU:C:1989:593, σκέψη 7).
29 Βλ., κατ’ αναλογίαν, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Mickelsson και Roos (C‑142/05, EU:C:2006:782, σημείο 45).
30 Βλ., ομοίως, απόφαση Deliège (σκέψεις 64 έως 66), στην οποία το Δικαστήριο αναφέρεται σε κανόνες των αθλητικών ενώσεων οι οποίοι «έχουν αναπόφευκτα ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του αριθμού των συμμετεχόντων σε ένα τουρνουά», αλλά ο περιορισμός αυτός «είναι συμφυής με τη διεξαγωγή διεθνούς αθλητικού αγώνα υψηλού επιπέδου, η οποία προϋποθέτει αναγκαστικά τη θέσπιση ορισμένων κανόνων ή ορισμένων κριτηρίων επιλογής». Η υπογράμμιση δική μου.
31 Βλ., για παράδειγμα, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Tesauro στην υπόθεση Hünermund κ.λπ. (C‑292/92, EU:C:1993:863, σημεία 1 και 28) και του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano στην υπόθεση CaixaBank France (C‑442/02, EU:C:2004:187, σημείο 63).
32 Βλ. άρθρα 199 και 120 ΣΛΕΕ και πρωτόκολλο (αριθ. 27) σχετικά με την εσωτερική αγορά και τον ανταγωνισμό. Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα C. C. Gulmann στην υπόθεση Schindler (C‑275/92, EU:C:1993:944, σημείο 123) και του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις X και Visser (C‑360/15 και C‑31/16, EU:C:2017:397, σημείο 1).
33 Βλ., ιδίως, άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, ΣΛΕΕ. Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Wahl στην υπόθεση AC-Treuhand κατά Επιτροπής (C‑194/14 P, EU:C:2015:350, σημείο 45).
34 Πρβλ. αποφάσεις Deliège (σκέψεις 67 και 68) και TopFit (σκέψη 60).
35 Σχετικά με την έννοια της «lex sportive», βλ., για παράδειγμα, Anderson, J., Modern Sports Law: A Textbook, Hart, 2010, σ. 20 έως 23, και Parrish, R., «Lex Sportiva and EU Sports Law», European Law Review, 2012, 37, σ. 716.
36 Βλ., για παράδειγμα, άρθρο 4 του αναθεωρημένου χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης για τον αθλητισμό (2022): «Οι οργανισμοί του αθλητικού κινήματος απολαμβάνουν πλήρως την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι που κατοχυρώνεται στη Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών [(στο εξής: ΕΣΔΑ)]. Ακολουθούν ανεξάρτητες διαδικασίες λήψεως αποφάσεων και πρέπει να επιλέγουν τους ηγέτες τους κατά τρόπο δημοκρατικό σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διακυβέρνησης».
37 Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, το άρθρο 12, παράγραφος 1, του Χάρτη, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 11, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, «αποτελεί ένα από τα βασικά θεμέλια μιας δημοκρατικής και πλουραλιστικής κοινωνίας, καθόσον παρέχει στους πολίτες τη δυνατότητα να ενεργούν συλλογικά σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος και να συμβάλλουν, με τον τρόπο αυτό, στην εύρυθμη λειτουργία του δημόσιου βίου». Το δικαίωμα αυτό δεν περιλαμβάνει μόνον την ευχέρεια δημιουργίας ή λύσεως μιας ενώσεως αλλά περιλαμβάνει και τη δυνατότητα της ενώσεως αυτής να δρα στο μεσοδιάστημα, πράγμα που σημαίνει, μεταξύ άλλων, να μπορεί να συνεχίζει τις δραστηριότητές της και να λειτουργεί χωρίς αδικαιολόγητη κρατική ανάμειξη. Βλ., με παραπομπές στη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, απόφαση της 18ης Ιουνίου 2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Διαφάνεια των οργανώσεων) (C‑78/18, EU:C:2020:476, σκέψεις 110 έως 113).
38 Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 5ης Απριλίου 1984, van de Haar και Kaveka De Meern (177/82 και 178/82, EU:C:1984:144, σκέψεις 11 και 12).
39 Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2002, Arduino (C‑35/99, EU:C:2002:97, σκέψη 43).
40 Επί του συγκεκριμένου ζητήματος, βλ., επίσης, ορισμένες συμπληρωματικές παρατηρήσεις στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar στην υπόθεση FIFA (C‑650/22, EU:C:2024:375, σημεία 31 έως 34).
41 Βλ. απόφαση Superleague (σκέψεις 95 έως 106 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
42 Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση KUBERA (C‑144/23, EU:C:2024:522, σημεία 104 και 105 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
43 Για τη συγκεκριμένη έκφραση στη νομική θεωρία βλ., για παράδειγμα, Tridimas, Τ., «Constitutional review of member state action: The virtues and vices of an incomplete jurisdiction», International Journal of Constitutional Law, 2011, σ. 737 έως 756.
44 Πρβλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2005, Piau κατά Επιτροπής (T‑193/02, στο εξής: απόφαση Piau, EU:T:2005:22, σκέψη 73).
45 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Piau (σκέψεις 69 έως 75) και FIFA (σκέψεις 117 έως 120). Βλ., επίσης, σημείο 16 των παρουσών προτάσεων.
46 Πρβλ. απόφαση FIFA (σκέψεις 122 και 123 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
47 Βλ. αποφάσεις της 18ης Ιανουαρίου 2024, Lietuvos notarų rūmai κ.λπ. (C‑128/21, EU:C:2024:49, σκέψεις 97 έως 105), και της 25ης Ιανουαρίου 2024, Em akaunt BG (C‑438/22, EU:C:2024:71, σκέψεις 21 έως 35 και 42 έως 54).
48 Με τον όρο «συμφωνίες» αναφέρομαι στο σύνολο των συμπεριφορών που καλύπτονται από το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ: «συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική».
49 Αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1994, DLG (C‑250/92, EU:C:1994:413), της 2ας Απριλίου 2020, Budapest Bank κ.λπ. (C‑228/18, EU:C:2020:265), και της 29ης Ιουνίου 2023, Super Bock Bebidas (C‑211/22, EU:C:2023:529).
50 Πρβλ. σημεία 41 και 42 των προτάσεών μου στην υπόθεση CD Tondela.
51 Όσον αφορά τις συμφωνίες αυτές, βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 18ης Ιανουαρίου 2024, Lietuvos notarų rūmai κ.λπ. (C‑128/21, EU:C:2024:49, σκέψη 91 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 25ης Ιανουαρίου 2024, Em akaunt BG (C‑438/22, EU:C:2024:71, σκέψεις 50 έως 53).
52 Από μια αμιγώς εστιασμένη στην ευημερία των καταναλωτών οπτική, οι κανόνες περί ανωτάτων τιμών στις αγορές προηγούμενου σταδίου μπορούν να είναι ακόμη και επωφελείς, καθόσον ο ανταγωνισμός για την προσφορά προϊόντων ή υπηρεσιών σε τιμές κατώτερες της ανώτατης θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του συνολικού κόστους του προϊόντος ή της υπηρεσίας που παρέχεται στην αγορά του επόμενου σταδίου. Εν προκειμένω, καταβάλλοντας χαμηλότερες αμοιβές στους πράκτορες, οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι θα μπορούσαν, θεωρητικώς, να κατανείμουν μεγαλύτερους πόρους σε άλλους τομείς και να επιτύχουν εξοικονόμηση πόρων η οποία, εν συνεχεία, θα μπορούσε να μεταφερθεί εν μέρει στους καταναλωτές (για παράδειγμα, μέσω της μείωσης της τιμής των εισιτηρίων των ποδοσφαιρικών αγώνων). Συναφώς, επισημαίνω ότι, στην ανακοίνωση – έκθεσή της σχετικά με τον ανταγωνισμό στον τομέα των επαγγελματιών υπηρεσιών [COM(2004) 83 τελικό], η Επιτροπή αναφέρει ότι: i) «[ο]ι προκαθορισμένες τιμές ή οι ελάχιστες τιμές αποτελούν τα κανονιστικά μέσα που είναι πιθανό να έχουν τις μεγαλύτερες αρνητικές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό, διαβρώνοντας ή περιορίζοντας σοβαρά τα οφέλη που προσφέρουν στους καταναλωτές οι ανταγωνιστικές αγορές» (σημείο 31) και ii) «[ε]ίναι πιθανό ότι οι μέγιστες τιμές προστατεύουν τους καταναλωτές από την επιβολή υπερβολικών επιβαρύνσεων σε αγορές με υψηλούς φραγμούς εισόδου και έλλειψη αποτελεσματικού ανταγωνισμού. Ωστόσο, αυτό δεν φαίνεται να ισχύει για το μεγαλύτερο μέρος των ελεύθερων επαγγελμάτων της ΕΕ» (σημείο 35). Η υπογράμμιση δική μου.
53 Πρβλ. απόφαση της 4ης Ιουλίου 2019, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑377/17, EU:C:2019:562, σκέψη 49), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Mazák στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑565/08, EU:C:2010:403, σημείο 34).
54 Βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρουσα τη νομολογία ορισμένων δικαστηρίων των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Για παράδειγμα, στην απόφαση State Oil Co. κατά Khan (522 U.S. 3, 1997), το U.S. Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής), ανατρέποντας προηγούμενο δεδικασμένο, έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι ο καθορισμός μέγιστης τιμής δεν πρέπει να θεωρείται παράνομος per se και, συνεπώς, πρέπει να εξετάζεται με βάση τον «κανόνα της λογικής», ο οποίος προϋποθέτει την ανάλυση των πραγματικών αποτελεσμάτων της πρακτικής στον ανταγωνισμό στο πλαίσιο της ειδικής αγοράς της. Επιπλέον, στην απόφαση NCAA κατά Alston κ.λπ. (375, F. Supp.3d 1058, District Court, 2019), το United States Court of Appeals for the Ninth Circuit (εφετείο της ένατης περιφέρειας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής) εξέτασε τα όρια της αποζημιώσεως που είχε επιβάλλει για τους φοιτητές-αθλητές η National Collegiate Athletic Association (εθνική ένωση κολεγιακού αθλητισμού), η οποία έπρεπε να εφαρμοστεί από τα σχολεία μέλη της. Ως εκ τούτου, οι κανόνες καθόρισαν τις τιμές στην αγορά εργασίας από τη σκοπιά του αγοραστή, συμπιέζοντας την αποζημίωση ορισμένων τουλάχιστον φοιτητών-αθλητών σε ποσά κατώτερα από αυτά που θα απέδιδε μια ανταγωνιστική αγορά. Εντούτοις, το δικαστήριο αυτό εξέτασε τους περιορισμούς με βάση τον κανόνα της λογικής για τον λόγο, μεταξύ άλλων, ότι στην οικεία αγορά απαιτείται ένας ορισμένος βαθμός συνεργασίας.
55 Βλ., με περαιτέρω παραπομπές, Easterbrook, F. H., «Maximum price fixing», The University of Chicago Law Review, τόμος 48, τεύχος 4, 1981, σ. 886 έως 910, και Whish, R., και Bailey, D., Horizontal guidelines on purchasing agreements: Delineation between by object and by effect restrictions – Final Report, δημοσιευθείσα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2022.
56 Το άρθρο 101, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και γʹ, ΣΛΕΕ αναφέρει ως παραδείγματα απαγορευμένων συμφωνιών εκείνες που συνίστανται «στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής» και εκείνες που συνίστανται «στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού». Επίσης, στις καταχρήσεις περιλαμβάνονται, κατά το άρθρο 102 ΣΛΕΕ, ιδίως, οι συμπεριφορές που συνίστανται «στην άμεση ή έμμεση επιβολή μη δικαίων τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής». Η υπογράμμιση δική μου.
57 Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση του Supreme Court of the United States (Ανωτάτου Αμερικανικού Δικαστηρίου), Mandeville Island Farms, Inc. κατά American Crystal Sugar Co., 334 U.S. 219 (1948).
58 Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 2009, T-Mobile Netherlands κ.λπ. (C‑8/08, EU:C:2009:343, σκέψη 37), και της 7ης Νοεμβρίου 2019, Campine και Campine Recycling κατά Επιτροπής (T‑240/17, EU:T:2019:778, σκέψη 297).
59 Βλ. ΟΟΣΑ, «Purchasing power and buyers’ cartels», OECD competition policy roundtable background note, Παρίσι, 2022, σ. 6 και 7.
60 Όπ.π. Βλ., επίσης, ΟΟΣΑ «Purchasing power and buyers vartels – Summaries of contributions», Παρίσι, 20 Ιουνίου 2022, και Khemani, R. S., Διάσκεψη των Ηνωμένων εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη, «Application of competition law: Exemptions and exceptions», 2002, σ. 29.
61 Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνω, παρεμπιπτόντως, ότι τα δικαστήρια των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής απορρίπτουν γενικώς την άποψη ότι τα αθλητικά πρωταθλήματα πρέπει να θεωρούνται «συμπράξεις». Ωστόσο, οι απόψεις στην αμερικανική θεωρία είναι ανάμεικτες ως προς τον πλέον πρόσφορο τρόπο θεώρησης των πράξεων των αθλητικών ενώσεων με βάση την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία. Βλ., με παραπομπές στη νομολογία και τη θεωρία, Roberts, G. R., «The Antitrust Status of Sports Leagues Revisited», Tulane Law Review, 1989, σ. 117, Ross, S. F., και Szymanski, S., «Antitrust and Inefficient Joint Ventures: Why Sports Leagues Should Look More Like McDonald’s and Less Like the United Nations», Marquette Sports Law Review, 2006, σ. 213, και Dabscheck, B., «The Sporting Cartel in History», Sport in History, 2008, σ. 329.
62 Ανακοίνωση της Επιτροπής, κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 101 της [ΣΛΕΕ] στις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας (ΕΕ 2023, C 259, σ. 1) (σκέψεις 278 έως 304).
63 Βλ. απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1994, DLG (C‑250/92, EU:C:1994:413, σκέψεις 28 έως 45).
64 Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση CD Tondela (σημεία 43 έως 45).
65 Όπ.π. (σημεία 29 και 38).
66 Πρβλ. άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο b, του FFAR.
67 Πρέπει να προσθέσω, παρεμπιπτόντως, ότι εάν, και στον βαθμό που, οι εν λόγω κανόνες αποσκοπούν στο να διασφαλιστεί ότι οι πράκτορες ενεργούν προς το βέλτιστο συμφέρον των πελατών τους, αποτρέποντας τις συγκρούσεις συμφερόντων, οι κανόνες αυτοί μπορούν, πιθανότατα, να δικαιολογηθούν με βάση τη νομολογία Meca-Medina ή να τύχουν κάποιας από τις εξαιρέσεις του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Βλ. περισσότερα στη συνέχεια των παρουσών προτάσεων.
68 Βλ. σημεία 56 έως 74 των παρουσών προτάσεων.
69 Βλ. απόφαση FIFA (σκέψεις 100 έως 102 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
70 Πρβλ. σημείο 171 των παρουσών προτάσεων.
71 Πρβλ. προτάσεις μου στην υπόθεση ROGON (σημεία 35 έως 37).
72 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση FIFA (σκέψεις 154 και 155 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
73 Επί του συγκεκριμένου ζητήματος, βλ., γενικώς, Monti, G., «Article 81 EC and public policy», Common Market Law Review, τόμος 39, τεύχος 5, 2002, σ. 1057.
74 Πρβλ. απόφαση FIFA (σκέψη 153 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
75 Πρβλ. ανακοίνωση της Επιτροπής – Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 81, παράγραφος 3, της συνθήκης [ΕΚ] (ΕΕ 2004, C 101, σ. 97, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές του 2004) (σκέψεις 102 έως 104).
76 Βλ., εν εκτάσει, Brook, O., «Struggling with Article 101(3) TFEU: Diverging approaches of the Commission, EU Courts, and five competition authorities», Common Market Law Review, τόμος 56, τεύχος 1, 2019, σ. 121 έως 156.
77 Βλ., για παράδειγμα, απόφαση Superleague (σκέψεις 237 και 238).
78 Βλ. απόφαση Royal Antwerp (σκέψη 120 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
79 Βλ., για παράδειγμα, σκέψεις 341 και 559 των κατευθυντηρίων γραμμών που αναφέρονται στην υποσημείωση 62 των παρουσών προτάσεων και σκέψη 56 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2004.
80 Η υπογράμμιση δική μου.
81 Βλ., ιδίως, άρθρο 36, άρθρο 45, παράγραφος 3, άρθρο 52, παράγραφος 1, και άρθρο 65, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
82 Συναφώς, δεν χρειάζεται καν να παραπέμψω στην πάγια νομολογία περί «υποχρεωτικών απαιτήσεων» ή «επιτακτικών λόγων» δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμούς των κανόνων περί ελεύθερης κυκλοφορίας και ανάγονται στην απόφαση – ορόσημο Cassis de Dijon: απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, Rewe-Zentral (120/78, EU:C:1979:42, σκέψη 8).
83 Βλ. απόφαση FIFA (σκέψη 83).
84 Πρβλ., για παράδειγμα, απόφαση της 12ης Μαΐου 2022, Servizio Elettrico Nazionale κ.λπ. (C‑377/20, στο εξής: απόφαση SEN, EU:C:2022:379, σκέψεις 42 και 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
85 Βλ. το παράδειγμα που παρατίθεται στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar στην υπόθεση FIFA (C‑650/22, EU:C:2024:375, σημείο 35).
86 Βλ., ιδίως, απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1977, Metro SB-Großmärkte κατά Επιτροπής (26/76, EU:C:1977:167, σκέψη 21) (η υπογράμμιση δική μου). Στη θεωρία, βλ., μεταξύ άλλων, Lugard, P., και Hancher, L., «Honey, I shrunk the article! A critical assessment of the Commission’s Notice on Article 81(3) of the EC Treaty», European Competition Law Review, τόμος 25, τεύχος 7, 2004, σ. 410, και Bourgeois, J. H. J., και Bocken, J., «Guidelines on the application of Article 81(3) of the EC Treaty of how to restrict a restriction», Legal Issues of Economic Integration, τόμος 32, τεύχος 2, 2005, σ. 111 έως 121.
87 Ομολογουμένως, η νομολογία για το άρθρο 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν υπήρξε πλούσια κατά τα πρόσφατα έτη. Φρονώ ότι οι βασικές υποθέσεις επί του συγκεκριμένου ζητήματος είναι οι αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2009, GlaxoSmithKline Services κ.λπ. κατά Επιτροπής κ.λπ. (C‑501/06 P, C‑513/06 P, C‑515/06 P και C‑519/06 P, στο εξής: απόφαση GlaxoSmithKline, EU:C:2009:610), και της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, MasterCard κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑382/12 P, στο εξής: απόφαση MasterCard, EU:C:2014:2201).
88 Στο οικοσύστημα του ποδοσφαίρου, όπου η παροχή διαφόρων υπηρεσιών είναι αλληλένδετη, κατά την εξέταση των παραγόμενων οφελών πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συνολικό σύστημα στο οποίο εντάσσονται οι επίμαχοι κανόνες, περιλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του συνόλου των αντικειμενικών πλεονεκτημάτων που απορρέουν από αυτούς, όχι μόνο στην αγορά στην οποία διαπιστώθηκε ο περιορισμός (εν προκειμένω, σε εκείνες στις οποίες ανταγωνίζονται οι πράκτορες και/ή οι σύλλογοι), αλλά και σε άλλες αγορές με τις οποίες αλληλεπιδρά η πρώτη. Πρβλ. απόφαση MasterCard (σκέψεις 236 και 237).
89 Βλ., για παράδειγμα, ανακοίνωση της Επιτροπής «Ανάπτυξη της ευρωπαϊκής διάστασης στον αθλητισμό», της 18ης Ιανουαρίου 2011 [COM(2011) 12 τελικό], τμήμα 41.1.
90 Βλ., για παράδειγμα, Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τον Έλεγχο των Ναρκωτικών και την Πρόληψη του Εγκλήματος, «Global report on corruption in sport», 2022 (διαθέσιμη στο διαδίκτυο), σ. 3.
91 Βλ., επίσης, προτάσεις μου στην υπόθεση ROGON (σημείο 49).
92 Βλ., ιδίως απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2006, Asnef-Equifax και Administración del Estado (C‑238/05, EU:C:2006:734, σκέψεις 64 έως 71).
93 Σκέψη 195 της αποφάσεως. Βλ., επίσης, αποφάσεις GlaxoSmithKline (σκέψη 92), Royal Antwerp (σκέψεις 121 και 122) και FIFA (σκέψη 154).
94 Πρβλ. απόφαση MasterCard (σκέψη 241).
95 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Superleague (σκέψεις 144 έως 146). Βλ., επίσης, απόφαση Piau (σκέψη 92).
96 Πρβλ. αποφάσεις ISU (σκέψεις 133 έως 139), Superleague (σκέψεις 146 έως 152) και FIFA (σκέψη 111).
97 Βλ., γενικώς, ανακοίνωση της Επιτροπής με βάση την έκθεση σχετικά με τον ανταγωνισμό στον τομέα των επαγγελματικών υπηρεσιών, η οποία παρατίθεται στην υποσημείωση 52 των παρουσών προτάσεων, ιδίως σ. 9 και 10· «Ανακοίνωση για τις επαγγελματικές υπηρεσίες-Συνέχιση της μεταρρύθμισης-Παρακολούθηση βάσει της έκθεσης σχετικά με τον ανταγωνισμό στον τομέα των επαγγελματικών υπηρεσιών» [COM(2005) 405 τελικό], ιδίως σκέψεις 10 έως 13 και 33· και ΟΟΣΑ «Competition and regulation in professions and occupations», OECD roundtables on competition policy papers, 2024, ιδίως σ. 6, 13, 14, 29, 31 και 47.
98 Βλ. τα έγγραφα που μνημονεύονται στις προηγούμενες υποσημειώσεις. Βλ. επίσης, σε άλλες έννομες τάξεις, Καναδικό Γραφείο Ανταγωνισμού, «Self-regulated professions, balancing competition and regulation», έκθεση της 11ης Δεκεμβρίου 2007, και Επιτροπή Ανταγωνισμού και Καταναλωτών της Αυστραλίας, «Regulation, competition and the professions», 13 Ιουλίου 2001. Αμφότερες διαθέσιμες στο διαδίκτυο.
99 Η οποία παρατίθεται στις υποσημειώσεις 52 και 97 των παρουσών προτάσεων (σκέψεις 49 έως 53).
100 Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2013, Ordem dos Técnicos Oficiais de Contas (C‑1/12, στο εξής; απόφαση OTOC, EU:C:2013:127, σκέψεις 68, 69 και 82).
101 Πρβλ. αποφάσεις MOTOE (σκέψεις 51 και 52), OTOC (σκέψεις 62 και 88), ISU (σκέψεις 144 έως 146) και Superleague (σκέψη 176). Βλ., επίσης, διάταξη της 23ης Φεβρουαρίου 2006, Piau κατά Επιτροπής (C‑171/05 P, EU:C:2006:149, σκέψη 38).
102 Επί του συγκεκριμένου ζητήματος, έχει, ενδεχομένως, ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι ορισμένες εκθέσεις που πραγματοποιήθηκαν με πρωτοβουλία της Επιτροπής κατά τα προηγούμενα έτη φαίνεται να καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η ύπαρξη συστήματος χορήγησης αδειών πρακτόρευσης είναι μάλλον απαραίτητη για τη διασφάλιση της χρηστής διακυβέρνησης στον κλάδο των πρακτόρων ποδοσφαιριστών. Βλ., για παράδειγμα, «Study on sports agents in the European Union», November 2009, σ. 7, 84 έως 91 και 107 έως 132, και Parrish, R., κ.λπ., «Promoting and Supporting Good Governance in the European Football Agents Industry – Final Report», 2019, σ. 56 έως 70 (στο εξής: έκθεση Parrish). Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του της 17ης Ιουνίου 2010 σχετικά με τους πράκτορες των παικτών στον αθλητισμό (2011/C 236 E/14), εξέφρασε επίσης την άποψη ότι είναι απαραίτητο ένα σύστημα χορήγησης αδειών για τους πράκτορες των ποδοσφαιριστών.
103 Βλ. σκέψεις 100 έως 104 της αποφάσεως Piau. Κατ’ αναίρεση, βλ. διάταξη της 23ης Φεβρουαρίου 2006, Piau κατά Επιτροπής (C‑171/05 P, EU:C:2006:149, σκέψη 138).
104 Για παράδειγμα, χωρίς τους επίμαχους κανόνες, οι πράκτορες θα είχαν τη δυνατότητα να προτείνουν στα μέρη την εφαρμογή χαμηλότερων αμοιβών pro quota, εφόσον επιλεγούν για να εκπροσωπήσουν περισσότερα από ένα μέρη στη συναλλαγή.
105 Πρβλ. έκθεση Parrish, σ. 78 έως 84.
106 Πρβλ., και με παραπομπές στη νομολογία, προτάσεις μου στην υπόθεση CD Tondela (σημεία 58 και 79).
107 Για τις παγιωμένες αρχές επί του συγκεκριμένου ζητήματος, βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, HSBC Holdings κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑883/19 P, EU:C:2023:11, σκέψεις 113 και 114 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
108 Σκέψεις 112 και 113 της αποφάσεως Superleague.
109 Όπ.π. (σκέψη 117).
110 Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις Superleague (σκέψη 129) και, πλέον προσφάτως, απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2025, Alphabet κ.λπ. (C‑233/23, στο εξής: απόφαση Alphabet, EU:C:2025:110, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
111 Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 19ης Απριλίου 2018, MEO – Serviços de Comunicações e Multimédia (C‑525/16, EU:C:2018:270, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
112 Βλ., για παράδειγμα. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Wahl στην υπόθεση Autortiesību un komunicēšanās konsultāciju aģentūra – Latvijas Autoru apvienība (C‑177/16, στο εξής: προτάσεις στην υπόθεση AKKA-LAA, EU:C:2017:286, σημεία 36 έως 54).
113 Όπ.π. (σημεία 3 και 4). Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Pitruzzella στην υπόθεση SABAM (C‑372/19, EU:C:2020:598, σημεία 23 έως 25).
114 Πρβλ. αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1978, United Brands και United Brands Continentaal κατά Επιτροπής (27/76, EU:C:1978:22), της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, Autortiesību un komunicēšanās konsultāciju aģentūra/Latvijas Autoru apvienība (C‑177/16, στο εξής: απόφαση AKKA-LAA, EU:C:2017:689, σκέψη 35), και της 25ης Νοεμβρίου 2020, SABAM (C‑372/19, στο εξής: απόφαση SABAM, EU:C:2020:959, σκέψη 28).
115 Πρβλ. σκέψεις 56 έως 58 της αποφάσεως AKKA-LAA.
116 Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 1974, BRT και Société belge des auteurs, compositeurs et éditeurs (127/73, EU:C:1974:6, σκέψεις 10 έως 15), της 6ης Οκτωβρίου 1994, Tetra Pak κατά Επιτροπής (T‑83/91, EU:T:1994:246, σκέψη 140), και της 22ας Νοεμβρίου 2001, AAMS κατά Επιτροπής (T‑139/98, EU:T:2001:272, σκέψη 79).
117 Πρβλ. απόφαση AKKA-LAA (σκέψη 36), απόφαση SABAM (σκέψη 31) και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Wahl στην υπόθεση AKKA-LAA (σημείο 131).
118 Στη βιβλιογραφία, βλ., με περαιτέρω παραπομπές, Lianos, I., Korah, V., και Siciliani, P., «Competition Law – Analysis, Cases, & Materials», Oxford University Press, 2019, σ. 1228, και O’Donoghue, R. και Padilla, J., «The Law and Economics of Article 102 TFEU», 3η έκδ., εκδόσεις Hart, 2020, σ. 294 έως 315.
119 Βλ. σκέψη 36 της αποφάσεως Superleague.
120 Πρβλ. σκέψη 149 της αποφάσεως Superleague.
121 Βλ., επίσης, σημείο 80 των προτάσεών μου στην υπόθεση CD Tondela.
122 Βλ., ιδίως, σκέψεις 124 έως 126 και 131 της εν λόγω αποφάσεως.
123 Απόφαση SEN (σκέψεις 44 έως 48 και 65 έως 77), αποφάσεις της 19ης Ιανουαρίου 2023, Unilever Italia Mkt. Operations (C‑680/20, EU:C:2023:33, σκέψη 39), και της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, Google και Alphabet κατά Επιτροπής (Google Shopping) (C‑48/22 P, στο εξής: απόφαση Google Shopping, EU:C:2024:726, σκέψεις 165 έως 167), και απόφαση Alphabet (σκέψεις 37, 38 και 54 έως 58).
124 Πρβλ. αποφάσεις Superleague (σκέψη 131) και Google Shopping (σκέψη 167). Βλ., επίσης, προτάσεις μου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Illumina και Grail κατά Επιτροπής (C‑611/22 P και C‑625/22 P, EU:C:2024:264, σημείο 230).
125 Τούτο απορρέει από τη νομολογία που παρατίθεται στο σημείο 116 των παρουσών προτάσεων. Βλ., επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2015, AC-Treuhand κατά Επιτροπής (C‑194/14 P, EU:C:2015:717, σκέψεις 27 και 34 έως 36).
126 Τούτο είναι ένα ακόμη στοιχείο το οποίο ουδεμία επιρροή ασκεί. Πρβλ. αποφάσεις MOTOE (σκέψη 27) και OTOC (σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
127 Βλ. απόφαση FIFA (σκέψη 118 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
128 Πρβλ. απόφαση Superleague (σκέψεις 135 έως 137 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
129 Σκέψη 119 της εν λόγω αποφάσεως.
130 Βλ., προσφάτως, απόφαση Alphabet (σκέψεις 70 και 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
131 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Superleague (σκέψη 247 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
132 Βλ., για παράδειγμα, απόφαση TopFit (σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
133 Όπ.π. (σκέψη 49).
134 Βλ. απόφαση Superleague (σκέψεις 251 και 252 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
135 Πρβλ. απόφαση Royal Antwerp (σκέψη 143).
136 Βλ., ιδίως, άρθρο 2 του FFAR.
137 Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 3, του FFAR.
138 Απόφαση της 29ης Μαρτίου 2011, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑565/08, EU:C:2011:188, σκέψεις 47 έως 54).
139 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2022, Airbnb Ireland και Airbnb Payments UK (C‑83/21, EU:C:2022:1018, σκέψεις 45, 50 και 51).
140 Πρβλ. απόφαση FIFA (σκέψη 95 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
141 Απόφαση της 9ης Μαρτίου 2025, Mousse (C‑394/23, στο εξής: απόφαση Mousse, EU:C:2025:2, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
142 Όπ.π. (σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
143 Όπ.π. (σκέψεις 46 και 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 47 του ΓΚΠΔ.
144 Βλ., ιδίως, άρθρο 15, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το οποίο ορίζει ότι, «[π]ροκειμένου να προωθήσουν τη χρηστή διακυβέρνηση και να διασφαλίσουν τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης διεξάγουν τις εργασίες τους όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά» (η υπογράμμιση δική μου). Βλ., επίσης, άρθρο 15, παράγραφοι 2 και 3, ΣΛΕΕ και άρθρο 11, παράγραφοι 1 έως 3, ΣΕΕ.
145 Η υπογράμμιση δική μου.
146 Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Koninklijke Nederlandse Lawn Tennisbond (C‑621/22, EU:C:2024:858, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
147 Όπ.π. (σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
148 Παρεμπιπτόντως, επισημαίνω ότι, σύμφωνα με τη FIFA Football Agent Report 2024 (έκθεση της FIFA για τους πράκτορες ποδοσφαιριστών του 2024), μέχρι τις 5 Δεκεμβρίου 2024, συνολικά 7 558 άτομα διέθεταν άδεια ως πράκτορες ποδοσφαιριστών. Τούτο συνεπάγεται σημαντικό όγκο δυνητικών δεδομένων υπό επεξεργασία, ο οποίος συνάδει με την έννοια της «μεγάλης κλίμακας» δυνάμει της αιτιολογικής σκέψης 91 του ΓΚΠΔ, η οποία κάνει λόγο για επεξεργασία «σημαντικής ποσότητας» δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που θα μπορούσε να επηρεάσει μεγάλο αριθμό υποκειμένων των δεδομένων. Η κατηγοριοποίηση αυτή έχει ορισμένες επιπτώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του ΓΚΠΔ.
149 Απόφαση Mousse (σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
150 Βλ., ιδίως, απόφαση της 4ης Ιουλίου 2023, Meta Platforms κ.λπ. (Γενικοί όροι χρήσης κοινωνικού δικτύου) (C‑252/21, EU:C:2023:537, σκέψη 116).