ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
LΑILA MEDINA
της 30ής Μαΐου 2024 ( 1 )
Υπόθεση C‑200/23
Agentsia po vpisvaniyata
κατά
OL,
παρισταμένης της
Varhovna administrativna prokuratura
[αίτηση του Varhoven administrativen sad
(Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Βουλγαρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 – Δημοσίευση, στο εμπορικό μητρώο, εταιρικής σύμβασης που περιλαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα – Οδηγία (ΕΕ) 2017/1132 – Υπεύθυνος επεξεργασίας – Δικαίωμα διαγραφής των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα»
I. Εισαγωγή
|
1. |
Με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το Varhoven administrativen sad (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Βουλγαρία) υποβάλλει στο Δικαστήριο σειρά ερωτημάτων που αφορούν, κατ’ ουσίαν, τη σχέση μεταξύ των διατάξεων περί δημοσιότητας των εταιρικών πράξεων, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο συντονισμού στο επίπεδο της Ένωσης ( 2 ), και του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 ( 3 ). |
|
2. |
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Agentsia po vpisvaniyata (υπηρεσίας καταχωρίσεων, Βουλγαρία, στο εξής: υπηρεσία) και της OL, σχετικά με την άρνηση της εν λόγω υπηρεσίας να διαγράψει ορισμένα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αφορούν την OL και περιλαμβάνονται σε πράξη που κατέστη δημοσίως προσβάσιμη στο εμπορικό μητρώο. |
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
|
3. |
Για τους σκοπούς των παρουσών προτάσεων, είναι κρίσιμα, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 14 και 16 της οδηγίας 2017/1132, η οποία αντικατέστησε την οδηγία 2009/101, καθώς και τα άρθρα 4 έως 6 και 17 του ΓΚΠΔ. Για λόγους μεγαλύτερης σαφήνειας, θα γίνει αναφορά στο γράμμα των σχετικών διατάξεων των άρθρων αυτών στο πλαίσιο της παρούσας ανάλυσης. |
Β. Το βουλγαρικό δίκαιο
|
4. |
Το άρθρο 2 του Zakon za targovskia registar i registara na yuridicheskite litsa s nestopanska tsel (νόμου περί εμπορικού μητρώου και περί μητρώου νομικών προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα) ( 4 ), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος περί μητρώων), ορίζει τα εξής: «(1) Το εμπορικό μητρώο και το μητρώο νομικών προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα [στο εξής: μητρώα] αποτελούν μία κοινή ηλεκτρονική βάση δεδομένων, η οποία περιλαμβάνει τις περιστάσεις που καταχωρίζονται βάσει νόμου, καθώς και τις πράξεις που καθίστανται δημοσίως προσβάσιμες βάσει νόμου και οι οποίες αφορούν τους εμπόρους και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών εμπόρων, τα νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών νομικών προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. (2) Οι περιστάσεις και οι πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δημοσιοποιούνται χωρίς τις πληροφορίες που συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του [ΓΚΠΔ], με εξαίρεση τις πληροφορίες που πρέπει να είναι δημοσίως προσβάσιμες βάσει νόμου.» |
|
5. |
Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του νόμου περί μητρώων, κάθε έμπορος και κάθε νομικό πρόσωπο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα υποχρεούται να υποβάλει αίτηση καταχώρισης στα μητρώα, δηλώνοντας τις περιστάσεις των οποίων απαιτείται η καταχώριση και προσκομίζοντας τις πράξεις που πρέπει να είναι δημοσίως προσβάσιμες. |
|
6. |
Το άρθρο 11 του εν λόγω νόμου έχει ως εξής: «(1) [Τα μητρώα] είναι δημόσια. Καθένας έχει δικαίωμα ελεύθερης και δωρεάν πρόσβασης στη βάση δεδομένων που αποτελεί τα μητρώα. (2) Η [υπηρεσία] παρέχει πρόσβαση στον φάκελο του εμπόρου ή του νομικού προσώπου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, η οποία καταχωρείται.» |
|
7. |
Το άρθρο 13, παράγραφοι 1, 2, 6 και 9, του εν λόγω νόμου προβλέπει τα εξής: «(1) Η καταχώριση και η διαγραφή πραγματοποιούνται και η πρόσβαση στο κοινό παρέχεται βάσει εντύπου αίτησης. (2) Η αίτηση περιλαμβάνει:
[…]
[…] (6) [Η] αίτηση συνοδεύεται από τα έγγραφα ή, κατά περίπτωση, από την πράξη που απαιτείται να καταστούν δημοσίως προσβάσιμα, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του νόμου. Τα έγγραφα προσκομίζονται υπό τη μορφή πρωτοτύπου, αντιγράφου επικυρωμένου εκ μέρους του αιτούντος ή συμβολαιογραφικώς επικυρωμένου αντιγράφου. Ο αιτών προσκομίζει επίσης επικυρωμένα αντίγραφα των πράξεων οι οποίες πρέπει να καταστούν δημοσίως προσβάσιμες στο εμπορικό μητρώο και από τις οποίες έχουν απαλειφθεί τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πέραν των δεδομένων που απαιτούνται εκ του νόμου. […] (9) Όταν η αίτηση ή τα συνημμένα σε αυτήν έγγραφα αναφέρουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που δεν απαιτούνται εκ του νόμου, τα πρόσωπα που τα προσκόμισαν τεκμαίρεται ότι έχουν συναινέσει στην επεξεργασία τους από την [υπηρεσία] και στη διάθεσή τους στο κοινό.» |
|
8. |
Το άρθρο 101, σημείο 3, του Targovski zakon (εμπορικού νόμου) ( 5 ), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: εμπορικός νόμος), ορίζει ότι η εταιρική σύμβαση πρέπει να περιλαμβάνει «το όνομα, την εταιρική επωνυμία και τον μοναδικό κωδικό αναγνώρισης των εταίρων». |
|
9. |
Σύμφωνα με το άρθρο 119, παράγραφος 1, του εμπορικού νόμου, για την καταχώριση μιας εταιρίας στο εμπορικό μητρώο απαιτείται, μεταξύ άλλων, η προσκόμιση της εταιρικής σύμβασης που είναι δημοσίως προσβάσιμη. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου, «για την τροποποίηση ή συμπλήρωση της εταιρικής σύμβασης στο εμπορικό μητρώο, προσκομίζεται αντίγραφο της εν λόγω σύμβασης που περιλαμβάνει όλες τις τροποποιήσεις και όλες τις προσθήκες, επικυρωμένο από το όργανο που εκπροσωπεί την εταιρία, προκειμένου να τεθεί στη διάθεση του κοινού». |
III. Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
|
10. |
Η OL είναι εταίρος μιας «OOD», εταιρίας περιορισμένης ευθύνης βουλγαρικού δικαίου, η οποία καταχωρίστηκε στο εμπορικό μητρώο στις 14 Ιανουαρίου 2021. Η αίτηση καταχώρισης συνοδευόταν από την εταιρική σύμβαση, της 30ής Δεκεμβρίου 2020, υπογεγραμμένη από τους εταίρους (στο εξής: εταιρική σύμβαση του 2020). Η σύμβαση αυτή, η οποία περιελάμβανε το ονοματεπώνυμο της OL, τον αριθμό μητρώου της, τον αριθμό του δελτίου ταυτότητάς της, την ημερομηνία και τον τόπο έκδοσης της ταυτότητας και τη μόνιμη διεύθυνσή της, καταχωρίστηκε και κατέστη δημοσίως προσβάσιμη υπό τη μορφή που είχε προσκομιστεί. Στις 8 Ιουλίου 2021 η OL ζήτησε από την υπηρεσία τη διαγραφή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που την αφορούν και τα οποία περιλαμβάνονταν στην εταιρική σύμβαση του 2020, διευκρινίζοντας ότι, αν η επεξεργασία των δεδομένων της στηρίζεται στη συγκατάθεσή της, την ανακαλεί. Ελλείψει απαντήσεως εκ μέρους της υπηρεσίας, η OL προσέφυγε ενώπιον του Administrativen sad Dobrich (διοικητικού πρωτοδικείου Dobrich, Βουλγαρία), το οποίο ακύρωσε τη σιωπηρή άρνηση της υπηρεσίας να κάνει δεκτό το αίτημα της OL και ανέπεμψε την υπόθεση σε αυτήν προκειμένου να εκδώσει νέα απόφαση. Σε εκτέλεση της δικαστικής αυτής αποφάσεως, και μίας παρόμοιας αποφάσεως σχετικά με τον έτερο εταίρο που προέβη στην ίδια ενέργεια, με έγγραφο της 26ης Ιανουαρίου 2022, η υπηρεσία επισήμανε ότι, προκειμένου να γίνει δεκτό το αίτημα διαγραφής, έπρεπε να της διαβιβασθεί επικυρωμένο αντίγραφο της εταιρικής σύμβασης του 2020, στο οποίο να έχουν απαλειφθεί τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των εταίρων, εξαιρουμένων των δεδομένων που απαιτούνται εκ του νόμου (στο εξής: έγγραφο της 26ης Ιανουαρίου 2022). Στις 31 Ιανουαρίου 2022 η OL προσέφυγε εκ νέου ενώπιον του Administrativen sad Dobrich (διοικητικού πρωτοδικείου Dobrich) με αίτημα να ακυρωθεί το έγγραφο της 26ης Ιανουαρίου 2022 και να υποχρεωθεί η υπηρεσία να της καταβάλει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη εξαιτίας του εγγράφου αυτού, το οποίο προσέβαλε τα δικαιώματα που παρέχονται από τον ΓΚΠΔ. Την 1η Φεβρουαρίου 2022, πριν της κοινοποιηθεί η εν λόγω προσφυγή‑αγωγή, η υπηρεσία διέγραψε αυτεπαγγέλτως τον αριθμό μητρώου, τα δεδομένα που αφορούν το δελτίο ταυτότητας και τη διεύθυνση της OL, όχι όμως το επώνυμο, το όνομα και την υπογραφή της. Με απόφαση της 5ης Μαΐου 2022, το Administrativen sad Dobrich (διοικητικό πρωτοδικείο Dobrich) ακύρωσε το έγγραφο της 26ης Ιανουαρίου 2022 και υποχρέωσε την υπηρεσία να καταβάλει στην OL ποσό ύψους 500 βουλγαρικών λεβ (BGN) (περίπου 255 ευρώ), πλέον των νομίμων τόκων, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, δυνάμει του άρθρου 82 του ΓΚΠΔ. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, η εν λόγω ηθική βλάβη συνίστατο σε αρνητικά συναισθήματα και βιώματα ως απόρροια του εγγράφου αυτού, το οποίο προσέβαλε το δικαίωμα στη διαγραφή που κατοχυρώνεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ και είχε ως αποτέλεσμα την παράνομη επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αφορούν την OL και περιλαμβάνονταν στην εταιρική σύμβαση που κατέστη δημοσίως προσβάσιμη. Η υπηρεσία άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι είναι υπεύθυνη επεξεργασίας αλλά και αποδέκτης των δεδομένων που διαβιβάστηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας καταχώρισης και ότι, μολονότι υπέβαλε σχετικό αίτημα πριν από την καταχώριση της εταιρίας στην οποία ήταν εταίρος η OL, δεν έλαβε κανένα αντίγραφο της εταιρικής σύμβασης από το οποίο να έχουν απαλειφθεί τα δεδομένα που δεν έπρεπε να καταστούν δημοσίως προσβάσιμα. Ωστόσο, η καταχώριση μιας εμπορικής εταιρίας δεν μπορούσε να απορριφθεί για τον λόγο αυτόν και μόνον. Η υπηρεσία επικαλείται γνώμη του 2021 της εθνικής αρχής ελέγχου, ήτοι της Komisia za zashtita na lichnite danni (επιτροπής για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, Βουλγαρία), η οποία υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 58, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του ΓΚΠΔ (στο εξής: γνώμη του 2021) ( 6 ) και στην οποία επισημαίνεται ότι η υπηρεσία δεν δύναται να τροποποιεί το περιεχόμενο των πράξεων που λαμβάνει προς καταχώριση στο μητρώο. Από την πλευρά της, η OL υποστηρίζει ότι, ως υπεύθυνη επεξεργασίας, η υπηρεσία δεν δύναται να επιβάλει σε άλλα πρόσωπα τις υποχρεώσεις διαγραφής που υπέχει η ίδια. Επικαλείται εθνική νομολογία σύμφωνα με την οποία η γνώμη του 2021 δεν συνάδει με τις διατάξεις του ΓΚΠΔ. |
|
11. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Varhoven administrativen sad (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
|
12. |
Οι διάδικοι της κύριας δίκης, η Βουλγαρική, η Γερμανική, η Ιρλανδική, η Ιταλική, η Πολωνική και η Φινλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις, δυνάμει του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε επί του συνόλου είτε επί μέρους των προδικαστικών ερωτημάτων. Οι διάδικοι της κύριας δίκης, η Βουλγαρική και η Ιρλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή ανέπτυξαν επίσης προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 7ης Μαρτίου 2024. |
Α. Ανάλυση
|
13. |
Κατόπιν αιτήματος του Δικαστηρίου, οι παρούσες προτάσεις θα επικεντρωθούν στο τέταρτο και στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία προτείνω να εξεταστούν από κοινού. Πριν προχωρήσω στην ανάλυσή μου, θεωρώ αναγκαίο να προβώ σε ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο σύνολό της. |
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
|
14. |
Επισημαίνεται κατ’ αρχάς –όπως επισήμαναν οι διάδικοι της κύριας δίκης, η Επιτροπή και τα περισσότερα κράτη μέλη που υπέβαλαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου– ότι το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, καθώς και η διατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων –συμπεριλαμβανομένου, ιδίως, του τέταρτου ερωτήματος– παραπέμπουν στις διατάξεις της οδηγίας 2009/101. Ωστόσο, η εν λόγω οδηγία καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε, από τις 20 Ιουλίου 2017, από την οδηγία 2017/1132, η οποία εφαρμόζεται ratione temporis στα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης. Συνεπώς, στη συνέχεια της ανάλυσής μου θα αναφερθώ μόνο στην τελευταία αυτή οδηγία. |
|
15. |
Εν συνεχεία, υπενθυμίζεται ότι η οδηγία 2017/1132 και ιδίως τα άρθρα 16 και 161 αυτής, στο μέτρο που είναι κρίσιμα για την εξέταση της υπό κρίση προδικαστικής αποφάσεως, τροποποιήθηκαν με την οδηγία (ΕΕ) 2019/1151 ( 7 ), η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 31 Ιουλίου 2019. Μολονότι είναι αληθές, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, ότι η καταχώριση στο εμπορικό μητρώο της εταιρικής σύμβασης του 2020 που περιελάμβανε τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της OL πραγματοποιήθηκε πριν από την 1η Αυγούστου 2021, ημερομηνία κατά την οποία έληξε η προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας 2019/1151 ( 8 ), ορισμένα από τα πραγματικά περιστατικά έλαβαν χώρα μετά την ημερομηνία αυτή, συμπεριλαμβανομένης της αποστολής από την υπηρεσία του εγγράφου της 26ης Ιανουαρίου 2022, της αυτεπάγγελτης διαγραφής από την υπηρεσία ορισμένων από τα δεδομένα αυτά, καθώς και της εκ νέου δημοσιοποίησής τους στο μητρώο, στα οποία αναφέρεται η αναιρεσίβλητη στην κύρια δίκη στις γραπτές παρατηρήσεις της. Επομένως, δεν αποκλείεται να έχει ratione temporis εφαρμογή στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης η οδηγία 2017/1132 όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2019/1151, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Για τον λόγο αυτό, θα αναφερθώ, στη συνέχεια της ανάλυσής μου, στην κατά τα ανωτέρω τροποποιημένη οδηγία. |
|
16. |
Διευκρινίζω, ωστόσο, εξαρχής ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε η οδηγία 2019/1151 έχουν, αυτές καθαυτές, περιορισμένο μόνον αντίκτυπο στο ζήτημα του τρόπου με τον οποίο η αρχή κράτους μέλους που είναι επιφορτισμένη με την τήρηση του μητρώου εταιριών οφείλει να διασφαλίζει την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την άσκηση των καθηκόντων της. Αντιθέτως, υπογραμμίζεται, σε ένα γενικότερο πλαίσιο, ότι η οδηγία αυτή αποσκοπεί στην ενίσχυση και εδραίωση της χρήσης ψηφιακών εργαλείων και διαδικασιών κατά τη συλλογή και διαχείριση της ροής των πληροφοριών που αφορούν τις εταιρίες, όπερ συνεπάγεται αυξημένη πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται σε αυτές και αυξάνει τον κίνδυνο περιπτώσεων προσβολής του δικαιώματος προστασίας τέτοιων δεδομένων όπως και τον επιζήμιο χαρακτήρα των εν λόγω προσβολών ( 9 ). Μία τέτοια διαδικασία ψηφιοποίησης ( 10 ), σε συνδυασμό με την εντατικοποίηση της διασυνοριακής πρόσβασης στις εν λόγω πληροφορίες, η οποία επίσης αποτελεί σκοπό του νομοθέτη της Ένωσης ( 11 ), απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή κατά τη στάθμιση μεταξύ, αφενός, των σκοπών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας των δικαιωμάτων τρίτων που διέπουν, όπως θα εκτεθεί, τους κανόνες περί δημοσιότητας των εταιριών και, αφετέρου, των θεμελιωδών δικαιωμάτων του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ( 12 ). |
|
17. |
Προκαταρκτικώς πάντοτε, επισημαίνω ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά τη διαγραφή, από το εμπορικό μητρώο κράτους μέλους, δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η διάθεση των οποίων στο κοινό δεν απαιτείται ούτε από την οδηγία 2017/1132 ούτε από το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους, καθώς και την ευθύνη της εθνικής αρχής που είναι επιφορτισμένη με την τήρηση του εν λόγω μητρώου για την ηθική βλάβη που προκλήθηκε από την άρνηση άμεσης και ανεπιφύλακτης ικανοποίησης του αιτήματος διαγραφής τέτοιων δεδομένων. Αντιθέτως, η διαφορά της κύριας δίκης δεν αφορά άμεσα το ζήτημα των υποχρεώσεων που υπέχει μια τέτοια αρχή στο πλαίσιο της προστασίας των δεδομένων προσωπικού κατά την καταχώριση στο εμπορικό μητρώο των ιδρυτικών πράξεων μιας εταιρίας που περιέχουν δεδομένα των οποίων η δημοσίευση δεν είναι υποχρεωτική. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό εγείρεται εμμέσως, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι πολλά από τα κράτη μέλη που μετέχουν στη διαδικασία αφιέρωσαν μεγάλο μέρος των παρατηρήσεών τους σε αυτό, προτείνοντας ριζική αναδιατύπωση των τεσσάρων πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων ή ορισμένων εξ αυτών. Στη συνέχεια της αναλύσεώς μου, θα εξετάσω ορισμένες πτυχές του ζητήματος αυτού, παραμένοντας ωστόσο εντός των ορίων που τίθενται από το αντικείμενο της κύριας δίκης και από τα προδικαστικά ερωτήματα επί των οποίων επικεντρώνονται οι παρούσες προτάσεις. |
2. Επί του τετάρτου και του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος
|
18. |
Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το παραδεκτό του οποίου αμφισβητείται από τη Βουλγαρική Κυβέρνηση, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η οδηγία 2017/1132 έχει την έννοια ότι επιτρέπει την επιβολή συγκεκριμένων διαδικαστικών προϋποθέσεων στο δικαίωμα φυσικού προσώπου, εν προκειμένω των εταίρων εταιρίας περιορισμένης ευθύνης που εμπίπτει στην εν λόγω οδηγία ( 13 ), σε διαγραφή από το εμπορικό μητρώο των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τους αφορούν, τα οποία, μολονότι δεν συγκαταλέγονται μεταξύ των πληροφοριών που υπόκεινται σε υποχρεωτική δημοσιότητα δυνάμει του εθνικού δικαίου, περιλαμβάνονται στην ιδρυτική πράξη της εταιρίας αυτής, η οποία κατέστη δημοσίως προσβάσιμη στο πλαίσιο της καταχώρισης της εταιρίας στο εν λόγω μητρώο. Με το δε πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν, όσον αφορά τα δεδομένα αυτά, η αρχή που είναι επιφορτισμένη με την τήρηση του εμπορικού μητρώου ενεργεί ως «υπεύθυνος επεξεργασίας» κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 7, του ΓΚΠΔ ή αν είναι επίσης «αποδέκτης» των δεδομένων που επεξεργάζεται, κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 9, του κανονισμού αυτού, δεδομένου ότι ο σκοπός της επεξεργασίας τους είχε καθοριστεί σε προγενέστερο στάδιο από τρίτο πρόσωπο. |
|
19. |
Όπως ανέφερα προηγουμένως, φρονώ ότι τα δύο αυτά ερωτήματα πρέπει να εξεταστούν από κοινού. Προς τούτο, θα εξετάσω τα διάφορα ζητήματα που εγείρονται με την ακόλουθη σειρά. Μετά από μια σύντομη επισκόπηση του περιεχομένου των υποχρεώσεων δημοσιότητας των εταιριών που αναφέρονται στο παράρτημα II της οδηγίας 2017/1132, θα εξετάσω, πρώτον, το ζήτημα ποιος είναι ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται σε πράξεις που υπόκεινται σε υποχρεωτική δημοσιότητα στο πλαίσιο της καταχώρισης εταιρίας στο εμπορικό μητρώο κράτους μέλους όταν, όπως εν προκειμένω, η δημοσιοποίηση των οικείων δεδομένων δεν απαιτείται ούτε από εναρμονισμένη ρύθμιση του δικαίου της Ένωσης ούτε από το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους. Δεύτερον, θα εξετάσω το ζήτημα ποια είναι, εν προκειμένω, η νομική βάση για την επεξεργασία τέτοιων δεδομένων. Τρίτον, θα εξετάσω το ζήτημα κατά πόσον, αφ’ ης στιγμής τα εν λόγω δεδομένα δημοσιοποιήθηκαν κατόπιν της διάθεσης στο κοινό της πράξεως στην οποία περιλαμβάνονταν, οι ενδιαφερόμενοι έχουν δικαίωμα διαγραφής σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΓΚΠΔ. Τέλος, τέταρτον, θα ασχοληθώ με το ζήτημα κατά πόσον ένα τέτοιο δικαίωμα δύναται να υπόκειται σε διαδικαστικές προϋποθέσεις όπως αυτές στις οποίες αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο. |
|
20. |
Πριν προχωρήσω στην ανάλυση αυτή, πρέπει να απαντηθούν οι αιτιάσεις που προβάλλει η Βουλγαρική Κυβέρνηση όσον αφορά το παραδεκτό του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος. Η εν λόγω κυβέρνηση εκτιμά ότι το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα αφορά κατ’ ουσίαν τη συμβατότητα με το άρθρο 16, παράγραφος 7, της οδηγίας 2017/1132 –ως είχε πριν από τις τροποποιήσεις που επέφερε η οδηγία 2019/1151– εθνικής νομοθεσίας η οποία δεν έχει ακόμη θεσπιστεί. Το ερώτημα έχει επομένως, κατά τη Βουλγαρική Κυβέρνηση, υποθετικό χαρακτήρα. Συναφώς, επισημαίνω ότι το αιτούν δικαστήριο καλείται να αποφανθεί, σε τελευταίο βαθμό, επί της νομιμότητας της άρνησης της υπηρεσίας να προβεί στη διαγραφή ορισμένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της αναιρεσίβλητης τα οποία περιλαμβάνονταν σε πράξη που κατέστη δημοσίως προσβάσιμη κατόπιν της καταχώρισης της αναιρεσίβλητης στο εμπορικό μητρώο, καθώς και επί των συνεπειών της αρνήσεως αυτής. Προς τούτο, το αιτούν δικαστήριο καλείται, μεταξύ άλλων, να εκτιμήσει, υπό το πρίσμα των διατάξεων της οδηγίας 2017/1132 και του ΓΚΠΔ, αν η άρνηση αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί, μεταξύ άλλων, από το γεγονός ότι το επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω πράξης, από το οποίο έχουν απαλειφθεί τα επίμαχα προσωπικά δεδομένα, δεν είχε συμπεριληφθεί στον φάκελο. Επομένως, η αιτούμενη προδικαστική απόφαση είναι αναγκαία προκειμένου να μπορέσει το αιτούν δικαστήριο να εκδώσει την απόφασή του επί της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Εξάλλου, παρά τη διφορούμενη διατύπωση του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει σαφώς ότι με το ερώτημα αυτό δεν ζητείται γνωμοδότηση σχετικά με τη συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης εθνικής νομοθεσίας που δεν έχει ακόμη θεσπισθεί, αλλά ζητείται από το Δικαστήριο να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς επί της οποίας καλείται να αποφανθεί. Επομένως, το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα είναι, κατά τη γνώμη μου, παραδεκτό. |
3. Σύντομη επισκόπηση του περιεχομένου των υποχρεώσεων δημοσιότητας των πράξεων και των στοιχείων που αφορούν τις εταιρίες του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 2017/1132
|
21. |
Το άρθρο 14 της οδηγίας 2017/1132 προβλέπει ότι, για τις μορφές εταιριών που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη οφείλουν να δημοσιεύουν «τουλάχιστον» τις πράξεις και τα στοιχεία που απαριθμούνται σε αυτό. Μεταξύ των πράξεων που υπόκεινται σε υποχρεωτική δημοσιότητα, το άρθρο 14 της εν λόγω οδηγίας αναφέρει, στα στοιχεία αʹ έως γʹ, «την ιδρυτική πράξη και το καταστατικό εφόσον αυτό αποτελεί αντικείμενο ιδιαιτέρας πράξεως», καθώς και τις τροποποιήσεις τους. Σύμφωνα με το άρθρο 4, στοιχείο θʹ, της ίδιας οδηγίας, οι πληροφορίες που πρέπει υποχρεωτικώς να παρέχονται στο καταστατικό ή στη συστατική πράξη ή σε χωριστό έγγραφο, το οποίο δημοσιεύεται, περιλαμβάνουν τα ατομικά στοιχεία των φυσικών ή νομικών προσώπων ή των εταιριών που υπέγραψαν ή στο όνομα των οποίων έχουν υπογραφεί τα καταστατικά ή η συστατική πράξη. Μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να δημοσιεύονται, το άρθρο 14 αναφέρει, στο στοιχείο δʹ, «τον διορισμό, την αποχώρηση καθώς και τα ατομικά στοιχεία των προσώπων τα οποία, είτε ως όργανο προβλεπόμενο από τον νόμο, είτε ως μέλη τέτοιου οργάνου[,] έχουν την εξουσία να δεσμεύουν την εταιρεία έναντι τρίτων και να την εκπροσωπούν ενώπιον δικαστηρίου» και/ή «συμμετέχουν στη διοίκηση, στην εποπτεία, ή στον έλεγχο της εταιρείας». Σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 2017/1132, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2019/1151, όλες οι πράξεις και τα στοιχεία που υπόκεινται σε δημοσιοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 14 τηρούνται στον φάκελο της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, ο οποίος ανοίγεται σε κεντρικό μητρώο ή εμπορικό μητρώο ή σε μητρώο εταιριών, ή εισάγονται απευθείας στο μητρώο ( 14 ). Κατά το άρθρο 16, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας αυτής, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2019/1151, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η δημοσιοποίηση των πράξεων και των στοιχείων του άρθρου 14 αυτής πραγματοποιείται καθισταμένων των εν λόγω πράξεων και στοιχείων διαθέσιμων για το κοινό στο μητρώο. Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να απαιτούν τη δημοσίευση μέρους ή όλων των εν λόγω πράξεων και στοιχείων σε εθνική επίσημη εφημερίδα ειδικά οριζόμενη για τον σκοπό αυτόν ή με άλλα, εξίσου αποτελεσματικά μέσα. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την αποφυγή κάθε ασυμφωνίας μεταξύ του μητρώου και του φακέλου και μεταξύ των στοιχείων που δημοσιοποιούνται στο μητρώο και των στοιχείων που δημοσιεύονται στην επίσημη εφημερίδα. |
|
22. |
Σε σχέση με τις προαναφερθείσες απαιτήσεις της οδηγίας 2017/1132 μπορούν να γίνουν οι ακόλουθες παρατηρήσεις. |
|
23. |
Πρώτον, η οδηγία 2017/1132 προβλέπει την υποχρεωτική δημοσιότητα και την πρόσβαση μέσω του μητρώου στο σύνολο της συστατικής πράξεως της εταιρίας, καθώς και των τροποποιήσεών της ( 15 ). |
|
24. |
Δεύτερον, όσον αφορά τις εταιρίες που μνημονεύονται στο παράρτημα II, η οδηγία αυτή προβλέπει τη δημοσιότητα και την πρόσβαση μέσω του μητρώου μόνο για πληροφορίες που αφορούν ορισμένες κατηγορίες προσώπων, ήτοι, μεταξύ άλλων, αυτών που έχουν την εξουσία να δεσμεύουν την εταιρία ή συμμετέχουν στη διοίκηση, στην εποπτεία ή στον έλεγχό της. Σύμφωνα με το άρθρο 4, στοιχείο θʹ, της εν λόγω οδηγίας, τα ατομικά στοιχεία των φυσικών προσώπων που υπέγραψαν τη συστατική πράξη της εταιρίας πρέπει επίσης να δημοσιεύονται. |
|
25. |
Τρίτον, οι πληροφορίες αυτές, οι οποίες αφορούν ταυτοποιημένα ή ταυτοποιήσιμα φυσικά πρόσωπα, συνιστούν «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ ( 16 ). |
|
26. |
Τέταρτον, οι προαναφερθείσες διατάξεις της οδηγίας 2017/1132 περιέχουν απλώς ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά τη δημοσιοποίηση πράξεων και πληροφοριών σχετικά με τις εταιρίες. Συνεπώς, εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν, μεταξύ άλλων, ποιες κατηγορίες πληροφοριών σχετικά με τα ατομικά στοιχεία των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 4, στοιχείο θʹ, και στο άρθρο 14, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής υπόκεινται σε υποχρεωτική δημοσιότητα. Τα κράτη μέλη είναι επίσης ελεύθερα να υποβάλλουν σε τέτοια δημοσιότητα και άλλες πράξεις ή άλλα στοιχεία, που αφορούν, κατά περίπτωση, άλλες κατηγορίες προσώπων. Είναι αυτονόητο ότι, στο πλαίσιο αυτό, οφείλουν να τηρούν όλες τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης και, ιδίως, τις αρχές που κατοχυρώνονται στο άρθρο 8 και στο άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και τις διατάξεις του ΓΚΠΔ. |
4. Επί του υπευθύνου επεξεργασίας
|
27. |
Το άρθρο 4, σημείο 7, του ΓΚΠΔ ορίζει ευρέως τον «υπεύθυνο επεξεργασίας» ως το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, τη δημόσια αρχή, την υπηρεσία ή άλλο φορέα που, μόνα ή από κοινού με άλλα, «καθορίζουν τους σκοπούς και τον τρόπο της επεξεργασίας» δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ο σκοπός του ευρέος αυτού ορισμού συνίσταται, σε συμφωνία με τον σκοπό του εν λόγω κανονισμού, στη διασφάλιση αποτελεσματικής προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων καθώς και, μεταξύ άλλων, στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του δικαιώματος κάθε προσώπου στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν ( 17 ). Η έννοια της «επεξεργασίας» ορίζεται επίσης ευρέως ( 18 ). Κατά το άρθρο 4, σημείο 2, του ΓΚΠΔ, ως «επεξεργασία» νοείται «κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή». |
|
28. |
Από την απόφαση Manni προκύπτει ότι, καταχωρίζοντας και διατηρώντας στο εμπορικό μητρώο τις πληροφορίες που αφορούν την ταυτότητα των προσώπων που μνημονεύονται στο άρθρο 14, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2017/1132 και ανακοινώνοντας τις πληροφορίες αυτές, η αρχή που είναι επιφορτισμένη με την τήρηση του ως άνω μητρώου προβαίνει σε «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», για την οποία η ίδια είναι ο «υπεύθυνος», σύμφωνα με τους ορισμούς στο άρθρο 4, σημεία 2 και 7, του ΓΚΠΔ. Είναι προφανές ότι το ίδιο ισχύει στην περίπτωση που η καταχώριση στο μητρώο αυτό, η διατήρηση και η ανακοίνωση έχουν ως αντικείμενο δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διαφορετικά από εκείνα που ρητώς αναφέρει η οδηγία αυτή, όταν η δημοσιοποίηση των δεδομένων αυτών επιβάλλεται από το δίκαιο κράτους μέλους. |
|
29. |
Εντούτοις, το ζήτημα που τίθεται στην υπό κρίση υπόθεση είναι αν μια τέτοια αρχή, εν προκειμένω η υπηρεσία, είναι υπεύθυνη για τη διάθεση στο κοινό δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των οποίων η δημοσιοποίηση δεν απαιτείται ούτε από την οδηγία 2017/1132 ούτε από το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους, εν προκειμένω του βουλγαρικού δικαίου, αλλά τα οποία περιλαμβάνονται σε πράξη της οποίας η καταχώριση και η δημοσιοποίηση είναι υποχρεωτικές. |
|
30. |
Φρονώ ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. |
|
31. |
Πράγματι, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της OL κατέστησαν δημοσίως προσβάσιμα στο εμπορικό μητρώο στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί στην υπηρεσία ως αρχή επιφορτισμένη με την τήρηση του μητρώου αυτού. Όπως προαναφέρθηκε, η βουλγαρική νομοθεσία προβλέπει ότι η αίτηση για την καταχώριση μιας εταιρίας στο εν λόγω μητρώο συνοδεύεται από το πρωτότυπο ή επικυρωμένο αντίγραφο των πράξεων που υπόκεινται σε δημοσιότητα, συμπεριλαμβανομένης της εταιρικής σύμβασης, την οποία η υπηρεσία υποχρεούται να θέσει στη διάθεση του κοινού. Οι σκοποί και ο τρόπος επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα την οποία πραγματοποιεί η υπηρεσία κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων της καθορίζονται επίσης από το βουλγαρικό δίκαιο και από το δίκαιο της Ένωσης, το οποίο, όπως εκτέθηκε, έχει προβεί σε μία προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί δημοσιότητας των εταιριών. Ως αρχή επιφορτισμένη με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στις πράξεις που καταχωρίζονται στο εμπορικό μητρώο σύμφωνα με τους σκοπούς και τον τρόπο που καθορίζονται από τη βουλγαρική νομοθεσία και τη νομοθεσία της Ένωσης, η υπηρεσία πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί ως «υπεύθυνος επεξεργασίας» κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 7, του ΓΚΠΔ. Επισημαίνω ότι το Δικαστήριο κατέληξε πρόσφατα σε παρόμοιο συμπέρασμα, όσον αφορά εθνικό φορέα ο οποίος είναι κατά νόμο επιφορτισμένος με την τήρηση της επίσημης εφημερίδας κράτους μέλους, στην απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2024, État belge (Επεξεργασία δεδομένων από επίσημη εφημερίδα) ( 19 ). |
|
32. |
Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, εν προκειμένω, τα δεδομένα που περιλαμβάνονται στην εταιρική σύμβαση του 2020 δεν συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων που πρέπει να τεθούν στη διάθεση του κοινού δυνάμει του βουλγαρικού δικαίου. Αφενός, το γεγονός ότι μια τέτοια περίσταση δεν επηρεάζει τον προσδιορισμό του υπευθύνου επεξεργασίας έγινε δεκτό σιωπηρώς από το Δικαστήριο στην απόφαση État belge. Πράγματι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή, όπως και στην υπόθεση της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, η διαφορά αφορούσε δεδομένα των οποίων η διάθεση στο κοινό δεν απαιτείτο από τη νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους. Αφετέρου, το άρθρο 13, παράγραφος 9, του νόμου περί μητρώων προβλέπει ρητά ότι, σε περίπτωση που ο αιτών δεν προσκομίσει επικυρωμένο αντίγραφο της πράξης που υπόκειται σε δημοσιότητα, από το οποίο έχουν απαλειφθεί τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που δεν απαιτούνται εκ του νόμου, η υπηρεσία τα επεξεργάζεται και τα καθιστά προσβάσιμα στο κοινό βάσει τεκμαιρόμενης σιωπηρής συγκατάθεσης. Ως εκ τούτου, ακόμη και υπό τέτοιες περιστάσεις, το βουλγαρικό δίκαιο ορίζει ρητά την υπηρεσία ως υπεύθυνο επεξεργασίας. |
|
33. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορώ να συμφωνήσω με την άποψη που διατύπωσε η υπηρεσία στις γραπτές παρατηρήσεις της, κατά την οποία, αν ο αιτών δεν απαλείψει τις μη απαιτούμενες εκ του νόμου πληροφορίες που περιλαμβάνονται στα έγγραφα τα οποία αποστέλλει προς καταχώριση στο μητρώο, καθίσταται ο ίδιος υπεύθυνος για την επεξεργασία που συνίσταται στην ηλεκτρονική καταχώρισή τους στο εν λόγω μητρώο. Πράγματι –ανεξάρτητα από το ζήτημα κατά πόσον η συγκατάθεση για τη δημοσίευση των πληροφοριών αυτών μπορεί να δοθεί έγκυρα με επίκληση του τεκμηρίου που προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 9, του νόμου περί μητρώων–, η ύπαρξη της εν λόγω συγκατάθεσης δεν μπορεί να επηρεάσει τον προσδιορισμό του υπευθύνου της επεξεργασίας, αλλά μόνο τη νομιμότητα της επεξεργασίας. |
|
34. |
Ομοίως, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός, το οποίο τόνισε επίσης η υπηρεσία, ότι τα έγγραφα που κατατίθενται στο πλαίσιο αίτησης καταχώρισης στο εμπορικό μητρώο δεν είναι δομημένα ή μηχανικώς αναγνώσιμα δεδομένα, σε αντίθεση με τα ψηφιακά πεδία του μητρώου αυτού, τα οποία συμπληρώνονται από τον υπάλληλο που προβαίνει στην καταχώριση και αντιστοιχούν στον νομικό ορισμό του «μητρώου» κατά το βουλγαρικό δίκαιο. Πράγματι, η υπηρεσία είναι η αρχή που κατά τη βουλγαρική νομοθεσία είναι επιφορτισμένη με την τήρηση του εμπορικού μητρώου και είναι, κατά συνέπεια, υπεύθυνη για κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που δημοσιεύονται σε αυτό, ανεξαρτήτως του αν τα δεδομένα αυτά περιλαμβάνονται σε έγγραφο που συνοδεύει την αίτηση ή έχουν κωδικοποιηθεί από υπάλληλο της υπηρεσίας. Επομένως, ακόμη και όταν δεν προβαίνει η ίδια σε ψηφιοποίηση των εγγράφων που λαμβάνει, είναι εντούτοις υπεύθυνη για τη δημοσιοποίηση των εγγράφων αυτών και των δεδομένων που περιέχουν μέσω του μητρώου. Γενικότερα, στο πλαίσιο της εκπλήρωσης του καθήκοντος που εκτελεί προς το δημόσιο συμφέρον, η υπηρεσία συλλέγει, καταχωρίζει, διατηρεί, οργανώνει και διατάσσει το σύνολο των δεδομένων, των πράξεων και των εγγράφων που λαμβάνει σε μια δομημένη βάση δεδομένων, η οποία αναγνωρίζεται ως αξιόπιστη και αυθεντική πηγή πληροφοριών. |
|
35. |
Τέλος, ο χαρακτηρισμός της υπηρεσίας ως «υπεύθυνου επεξεργασίας» κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 7, του ΓΚΠΔ δεν αναιρείται από το γεγονός ότι δεν ελέγχει, πριν από την ανάρτησή τους στο διαδίκτυο, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στις ηλεκτρονικές εικόνες ή στα πρωτότυπα έντυπα έγγραφα που διαβιβάζονται για τους σκοπούς της καταχώρισης, ούτε από το γεγονός ότι δεν μπορεί να τροποποιήσει ή να διορθώσει τα δεδομένα αυτά. Συναφώς, υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να απορρίψει επιχειρηματολογία με ανάλογο περιεχόμενο στην απόφαση État Belge, όσον αφορά τη δημοσίευση στην επίσημη εφημερίδα κράτους μέλους πράξεων και εγγράφων που καταρτίζονται από τρίτους, τα οποία, στη συνέχεια, κατατίθενται σε δικαστική αρχή και διαβιβάζονται στον αρμόδιο για την εν λόγω εφημερίδα φορέα με σκοπό τη δημοσιοποίησή τους. Στη σκέψη 38 της εν λόγω αποφάσεως, το Δικαστήριο παρατήρησε, αφενός, ότι η δημοσίευση τέτοιων πράξεων και εγγράφων χωρίς δυνατότητα ελέγχου ή τροποποίησης του περιεχομένου τους συνδεόταν άρρηκτα με τον ρόλο επίσημης εφημερίδας, ο οποίος περιορίζεται στην ενημέρωση του κοινού για την ύπαρξη τους σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, ώστε να καταστούν αντιτάξιμα έναντι τρίτων. Αφετέρου, διευκρίνισε ότι ο αποκλεισμός της επίσημης εφημερίδας κράτους μέλους από την έννοια του «υπευθύνου επεξεργασίας», για τον λόγο ότι δεν ασκεί έλεγχο επί τέτοιων δεδομένων, θα ήταν αντίθετος προς τον σκοπό του άρθρου 4, σημείο 7, του ΓΚΠΔ, ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση αποτελεσματικής και πλήρους προστασίας των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν. Ανάλογες εκτιμήσεις ισχύουν, mutatis mutandis, και για τη δημοσίευση πράξεων και εγγράφων στα μητρώα εταιριών των κρατών μελών. Πράγματι, όπως συνέβη και στην περίπτωση της Moniteur belge στην προαναφερθείσα απόφαση, μολονότι αληθεύει ότι η υπηρεσία πρέπει να δημοσιεύει κάθε πράξη ως έχει, εντούτοις μόνη αυτή αναλαμβάνει το συγκεκριμένο καθήκον και προβαίνει, εν συνεχεία, στη διάδοση της πράξης ( 20 ). |
|
36. |
Στο στάδιο αυτό τίθεται το ερώτημα αν η υπηρεσία πρέπει να θεωρηθεί ως η μόνη υπεύθυνη για την επεξεργασία των επίδικων δεδομένων και, ως εκ τούτου, για τη διασφάλιση της τήρησης των αρχών του άρθρου 5, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ ή αν μοιράζεται την ευθύνη αυτή με τον αιτούντα, ο οποίος ενεργεί για λογαριασμό της εταιρίας, λόγω του ότι αυτός δεν απέστειλε στην υπηρεσία αντίγραφο της εταιρικής σύμβασης του 2020 από το οποίο να έχουν απαλειφθεί τα εν λόγω δεδομένα. |
|
37. |
Συναφώς, υπενθυμίζω, προκαταρκτικώς, ότι το άρθρο 26, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ προβλέπει ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα μπορούν να ευθύνονται από κοινού για την επεξεργασία και ότι οι αντίστοιχες ευθύνες τους μπορούν να καθορίζονται μέσω συμφωνίας ή από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υπόκεινται ( 21 ). Συναφώς, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι ο χαρακτηρισμός ως «από κοινού υπευθύνων επεξεργασίας» προκύπτει από το γεγονός ότι περισσότερες από μία οντότητες συμμετείχαν στον καθορισμό των σκοπών και των μέσων της επεξεργασίας ( 22 ). Ελλείψει τέτοιας συμμετοχής, η κοινή ευθύνη επεξεργασίας θα πρέπει να αποκλειστεί και οι διάφοροι φορείς θα πρέπει να αντιμετωπιστούν ως διαδοχικοί ανεξάρτητοι υπεύθυνοι επεξεργασίας. Όπως ανέφερε το ΕΣΠΔ, η ανταλλαγή των ίδιων δεδομένων ή συνόλων δεδομένων μεταξύ δύο οντοτήτων χωρίς αυτές να έχουν καθορίσει από κοινού τους σκοπούς ή τα μέσα της επεξεργασίας θα πρέπει να θεωρηθεί ως διαβίβαση δεδομένων μεταξύ χωριστών υπευθύνων επεξεργασίας ( 23 ). |
|
38. |
Επομένως, το γεγονός και μόνον ότι η υπηρεσία είναι ταυτόχρονα «υπεύθυνη επεξεργασίας» βάσει του άρθρου 4, σημείο 7, του ΓΚΠΔ και «αποδέκτης» κατά την έννοια του σημείου 9 του άρθρου αυτού, για τον λόγο ότι της κοινοποιούνται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στις πράξεις και στα έγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση καταχώρισης στο εμπορικό μητρώο δεν αποκλείει το ότι είναι η μόνη υπεύθυνη για τη διάθεση των δεδομένων αυτών στο κοινό. Πράγματι, μια τέτοια διάθεση στο κοινό, όπως και η ψηφιοποίηση, εφόσον πραγματοποιείται, των δεδομένων που περιλαμβάνονται στις πράξεις που υποβάλλονται σε αυτήν, καθώς και η διατήρησή τους, συνιστά διαφορετική και μεταγενέστερη επεξεργασία σε σχέση με τη διαβίβαση των δεδομένων που πραγματοποιείται από τον αιτούντα για τους σκοπούς της καταχώρισης της εταιρίας. Η υπηρεσία προβαίνει μόνη της σε κάθε τέτοια επεξεργασία, στο πλαίσιο του καθήκοντος δημοσίας τάξεως που της έχει ανατεθεί και σύμφωνα με τους σκοπούς και τις διαδικασίες που προβλέπει η βουλγαρική νομοθεσία ( 24 ). |
|
39. |
Βεβαίως, αφενός, το Δικαστήριο διευκρίνισε, στην απόφαση État belge ( 25 ), ότι, προκειμένου ορισμένο πρόσωπο να μπορεί να θεωρηθεί ως από κοινού υπεύθυνο για ορισμένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αρκεί να ασκεί επιρροή, για δικούς του σκοπούς, στην επεξεργασία και να συμμετέχει ως εκ τούτου στον καθορισμό των σκοπών και του τρόπου της επεξεργασίας ( 26 ). Εντούτοις, εν προκειμένω, προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο ότι οι σκοποί και ο τρόπος επεξεργασίας των δεδομένων που περιλαμβάνονται στα έγγραφα που πρέπει να τεθούν στη διάθεση του κοινού μέσω του εμπορικού μητρώου καθορίζονται αποκλειστικά από τον νόμο. Τα υποκείμενα που, για λογαριασμό της εταιρίας, φορτώνουν τα έγγραφα και τις πληροφορίες των οποίων η δημοσιοποίηση απαιτείται εκ του νόμου στη βάση δεδομένων του εν λόγω μητρώου ( 27 ) δεν ασκούν καμία επιρροή επί του καθορισμού αυτού και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνα –όπως δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη ούτε και η ίδια η εταιρία– για τις μεταγενέστερες επεξεργασίες των δεδομένων που κοινοποιούν στην υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένης της δημοσιοποίησης των εν λόγω δεδομένων μέσω της ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων του μητρώου. Επιπλέον, με τη διαβίβαση στην υπηρεσία των πράξεων που υπόκεινται σε δημοσιότητα και με την επεξεργασία των δεδομένων που περιλαμβάνονται σε αυτές, τα εν λόγω υποκείμενα επιδιώκουν τους δικούς τους σκοπούς, ήτοι την εκπλήρωση των αναγκαίων για την καταχώριση της εταιρίας διατυπώσεων, οι οποίοι διαφέρουν από τους δημόσιους σκοπούς του μητρώου και επιδιώκονται από την υπηρεσία όταν διασφαλίζει τη διάθεση των πράξεων αυτών στο κοινό ( 28 ). |
|
40. |
Αφετέρου, στην απόφαση État belge, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι, στο πλαίσιο αλυσίδας πράξεων επεξεργασίας, εκ μέρους διαφορετικών προσώπων ή οντοτήτων, των ίδιων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το εθνικό δίκαιο μπορεί να καθορίσει τους σκοπούς και τον τρόπο όλων των πράξεων επεξεργασίας τις οποίες πραγματοποιούν διαδοχικά τα διαφορετικά αυτά πρόσωπα ή οντότητες, κατά τέτοιο τρόπο ώστε αυτά να θεωρούνται ως από κοινού υπεύθυνα για την επεξεργασία ( 29 ). Συνεπώς, δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 26, παράγραφος 1, και του άρθρου 4, σημείο 7, του ΓΚΠΔ, η από κοινού ευθύνη περισσότερων συμμετεχόντων σε αλυσίδα πράξεων επεξεργασίας των ίδιων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, εφόσον, αφενός, τις διάφορες πράξεις επεξεργασίας συνδέουν σκοποί και τρόπος επεξεργασίας που έχουν καθοριστεί από το εθνικό δίκαιο και, αφετέρου, το εθνικό δίκαιο ορίζει, άμεσα ή έμμεσα, τις αντίστοιχες ευθύνες καθενός από τους από κοινού υπευθύνους επεξεργασίας ( 30 ). Τούτο δεν συμβαίνει, κατά τη γνώμη μου, στην περίπτωση του άρθρου 13, παράγραφοι 6 και 9, του νόμου περί μητρώων, ο οποίος περιορίζεται απλώς να καθορίσει υπό ποιες συνθήκες, κατά τη βουλγαρική νομοθεσία, έχει δοθεί εγκύρως η συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων για τη δημοσίευση στο εμπορικό μητρώο των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που δεν υπόκεινται σε δημοσιότητα. Πράγματι, σκοπός της διάταξης αυτής δεν είναι να θεμελιώσει κοινή ευθύνη του αιτούντος για τη μεταγενέστερη επεξεργασία των δεδομένων αυτών, αλλά να διευκρινίσει τη βάση της νομιμότητας της επεξεργασίας που πραγματοποιεί η υπηρεσία. Εξάλλου, όπως έχει ήδη υπογραμμιστεί, οι ιδιωτικοί σκοποί που επιδιώκει η εταιρία διαφέρουν από τους δημόσιους σκοπούς που επιδιώκει η υπηρεσία, με αποτέλεσμα να μην πληρούνται, κατά τη γνώμη μου, οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από την απόφαση État belge προκειμένου να μπορεί να θεωρηθεί ότι στοιχειοθετείται κατά το βουλγαρικό δίκαιο κοινή ευθύνη τους, ως φορέων μιας «αλυσίδας πράξεων επεξεργασίας των ίδιων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα». |
|
41. |
Βάσει του συνόλου των προεκτεθέντων, φρονώ ότι το άρθρο 4, σημείο 7, και το άρθρο 26, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ έχουν την έννοια ότι η αρχή που είναι επιφορτισμένη με την τήρηση του εμπορικού μητρώου κράτους μέλους, η οποία, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους αυτού, οφείλει να διασφαλίζει τη δημοσιότητα των πράξεων που της διαβιβάζονται στο πλαίσιο αίτησης καταχώρισης εταιρίας στο εν λόγω μητρώο, είναι η μόνη υπεύθυνη για τη διάθεση στο κοινό των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στις πράξεις αυτές, ακόμη και όταν πρόκειται για δεδομένα των οποίων δεν απαιτείται η δημοσίευση και τα οποία, σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτήν, έπρεπε να έχουν απαλειφθεί από τις πράξεις αυτές πριν από τη διαβίβασή τους στην εν λόγω αρχή. |
5. Επί της βάσεως της νομιμότητας της επεξεργασίας
|
42. |
Κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να συνάδει με τις αρχές σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ και να πληροί τις προϋποθέσεις νομιμότητας της επεξεργασίας που απαριθμούνται στο άρθρο 6 του κανονισμού αυτού ( 31 ), το οποίο περιέχει εξαντλητικό και περιοριστικό κατάλογο των περιπτώσεων στις οποίες μία τέτοια επεξεργασία μπορεί να θεωρηθεί σύννομη ( 32 ). Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι νόμιμη εάν και στον βαθμό που το υποκείμενο των δεδομένων έχει παράσχει τη συγκατάθεσή του για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους σκοπούς. Ελλείψει τέτοιας συγκατάθεσης ή όταν δεν έχει δοθεί ελεύθερη, συγκεκριμένη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει συγκατάθεση, με δήλωση ή με σαφή θετική ενέργεια, κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 11, του ΓΚΠΔ, η επεξεργασία δικαιολογείται παρά ταύτα εφόσον πληροί κάποια από τις απαιτήσεις αναγκαιότητας στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχεία βʹ έως στʹ, του κανονισμού αυτού, οι οποίες πρέπει να ερμηνεύονται στενά ( 33 ). |
|
43. |
Εν προκειμένω, το τεκμήριο περί συγκατάθεσης που καθιερώνει το άρθρο 13, παράγραφος 9, του νόμου περί μητρώων προφανώς δεν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, σημείο 11, του εν λόγω κανονισμού ( 34 ). Συνεπώς, πρέπει να διακριβωθεί αν μια επεξεργασία δεδομένων όπως η επίμαχη στη διαδικασία της κύριας δίκης πληροί έναν από τους λοιπούς δικαιολογητικούς λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού. |
|
44. |
Από την απόφαση Manni προκύπτει ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα την οποία πραγματοποιεί η αρχή που είναι επιφορτισμένη με την τήρηση του μητρώου κατ’ εφαρμογήν πράξεων της Ένωσης που αφορούν τον συντονισμό των εθνικών διατάξεων σχετικά με τη δημοσιότητα των εταιρικών πράξεων πληροί, ιδίως, τους λόγους νομιμότητας που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχεία γʹ και εʹ, του ΓΚΠΔ, οι οποίοι αφορούν, ο πρώτος, τη συμμόρφωση με έννομη υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας και, ο δεύτερος, την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας. Συνεπώς, η ανάλυσή μου θα βασιστεί σε αυτούς τους δύο λόγους. |
|
45. |
Όσον αφορά, πρώτον, τον λόγο που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, πρέπει, κατ’ αρχάς, να εξεταστεί αν η δημοσιοποίηση στο εμπορικό μητρώο των επίμαχων στην κύρια δίκη δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία δεν συγκαταλέγονται μεταξύ των πληροφοριών που υπόκεινται σε δημοσιότητα δυνάμει της οδηγίας 2017/1132 ή του βουλγαρικού δικαίου, δικαιολογούνταν από την απαίτηση διασφάλισης δημοσιότητας των πράξεων που μνημονεύονται στο άρθρο 14 της οδηγίας αυτής και ήταν, ως εκ τούτου, αναγκαία για τη συμμόρφωση με έννομη υποχρέωση που απορρέει από το δίκαιο της Ένωσης. |
|
46. |
Σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πράξεις αυτές καθίστανται διαθέσιμες για το κοινό στο μητρώο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, του άρθρου αυτού. Η Γερμανική, η Ιρλανδική και η Πολωνική Κυβέρνηση θεωρούν, εν συνόψει, ότι, δυνάμει του εν λόγω άρθρου, σε συνδυασμό με το προαναφερθέν άρθρο 14, οι αρχές που είναι επιφορτισμένες με την τήρηση του μητρώου οφείλουν να δημοσιεύουν τις εν λόγω πράξεις όπως τις παραλαμβάνουν. Επομένως, υποχρεούνται να επεξεργάζονται όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται σε αυτές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν απαιτούνται από το δίκαιο της Ένωσης ή το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο. |
|
47. |
Δεν συμμερίζομαι την ερμηνεία αυτή. Η οδηγία 2017/1132 προβλέπει πράγματι ότι ορισμένες ουσιώδεις εταιρικές πράξεις υπόκεινται υποχρεωτικώς σε δημοσιότητα και ότι αυτή πραγματοποιείται μέσω του μητρώου, αλλά δεν απαιτεί τη συστηματική επεξεργασία όλων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στις πράξεις αυτές, ακόμη και αν η επεξεργασία αυτή θα ήταν αντίθετη προς τις διατάξεις του ΓΚΠΔ. Αντιθέτως, όπως υπενθυμίστηκε ανωτέρω, το άρθρο 161 της οδηγίας αυτής, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2019/1151, προβλέπει ότι η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της εν λόγω οδηγίας υπόκειται στον ΓΚΠΔ. Συνεπώς, εναπόκειται στα κράτη μέλη να επιτύχουν την κατάλληλη ισορροπία μεταξύ, αφενός, του σκοπού της ασφάλειας δικαίου και του σκοπού της προστασίας των συμφερόντων των τρίτων, οι οποίοι, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια, αποτελούν τη βάση των κανόνων περί δημοσιότητας των εταιρικών πράξεων, και, αφετέρου, του θεμελιώδους δικαιώματος σεβασμού των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. |
|
48. |
Στη συνέχεια πρέπει να εξακριβωθεί αν η δημοσίευση στο εμπορικό μητρώο των επίμαχων στην κύρια δίκη δεδομένων ήταν αναγκαία για τη συμμόρφωση με έννομη υποχρέωση που απορρέει από το βουλγαρικό δίκαιο. Συναφώς, υπενθυμίζω ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, του νόμου περί μητρώων προβλέπει ότι οι πράξεις που πρέπει να περιλαμβάνονται στο εμπορικό μητρώο «δημοσιοποιούνται χωρίς τις πληροφορίες που συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του [ΓΚΠΔ], με εξαίρεση τις πληροφορίες που πρέπει να είναι δημοσίως προσβάσιμες βάσει νόμου». Επομένως, η νομιμότητα της επίμαχης στην κύρια δίκη επεξεργασίας δεδομένων δεν φαίνεται να μπορεί να στηριχθεί σε «έννομη υποχρέωση» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, την οποία υπέχει η υπηρεσία δυνάμει του βουλγαρικού δικαίου, όπερ φαίνεται εξάλλου να επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο περί συγκατάθεσης που εισάγει το άρθρο 13, παράγραφος 9, του νόμου περί μητρώων. Εντούτοις, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο, να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού. Στο σημείο αυτό, διευκρινίζω απλώς ότι το γεγονός και μόνον ότι η υπηρεσία οφείλει, όπως επικαλείται, ελλείψει αντιγράφου στο οποίο έχουν απαλειφθεί τα μη απαιτούμενα εκ του νόμου δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, να προβεί στη δημοσίευση της πράξεως όπως αυτή της διαβιβάσθηκε δεν αρκεί, κατά τη γνώμη μου, για να στοιχειοθετηθεί «έννομη υποχρέωση» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, δεδομένου ότι μια τέτοια δημοσίευση αποκλείεται a priori από τον νόμο και πραγματοποιείται από την υπηρεσία μόνο βάσει τεκμαιρόμενης συγκατάθεσης ( 35 ). Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι εναπόκειται στον υπεύθυνο επεξεργασίας να βεβαιώνεται για τον «σύννομο» χαρακτήρα της επεξεργασίας των δεδομένων την οποία πραγματοποιεί όσον αφορά τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχεία αʹ έως στʹ, του κανονισμού αυτού ( 36 ). |
|
49. |
Όσον αφορά, δεύτερον, τον δικαιολογητικό λόγο που αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ, στο οποίο παραπέμπει τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και η πλειοψηφία των κρατών μελών που υπέβαλαν παρατηρήσεις στην παρούσα διαδικασία, υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να κρίνει ότι η δραστηριότητα μιας δημόσιας αρχής που συνίσταται στην καταχώριση, σε βάση δεδομένων, στοιχείων τα οποία οι εταιρίες υποχρεούνται να γνωστοποιούν βάσει εκ του νόμου υποχρεώσεων, στην παροχή της δυνατότητας στους ενδιαφερόμενους να συμβουλεύονται τα στοιχεία αυτά και στη χορήγηση αντιγράφων τους εμπίπτει στην άσκηση προνομίων δημοσίας εξουσίας ( 37 ) και συνιστά έργο δημοσίου συμφέροντος, κατά την έννοια της διάταξης αυτής ( 38 ). Όπως επιβεβαίωσε ο γενικός εισαγγελέας Υ. Bot στις προτάσεις του στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Manni, η εγγραφή και η δημοσίευση στα εμπορικά μητρώα και στα μητρώα εταιριών ουσιωδών πληροφοριακών στοιχείων σχετικών με τις εταιρίες αποσκοπεί στο να δημιουργήσει μια αξιόπιστη πηγή πληροφοριών και, με τον τρόπο αυτόν, να διαφυλάξει την ασφάλεια δικαίου που είναι αναγκαία για την προστασία των συμφερόντων των τρίτων, ιδίως των δανειστών, τη θεμιτή άσκηση του εμπορίου και, επομένως, την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς ( 39 ). Εξάλλου, όπως έχει υπογραμμίσει το Δικαστήριο, η αποθήκευση στα εν λόγω μητρώα του συνόλου των σχετικών δεδομένων και η δυνατότητα πρόσβασης τρίτων σε αυτά συμβάλλουν στην ενίσχυση των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών, υπό την προοπτική επίσης της ανάπτυξης της εσωτερικής αγοράς ( 40 ). |
|
50. |
Εν προκειμένω, τίθεται το ζήτημα αν οι σκοποί αυτοί και ο λόγος νομιμότητας που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ μπορούν να προβληθούν σε σχέση με τη διάθεση στο κοινό, εκ μέρους της υπηρεσίας, των επίμαχων στην κύρια δίκη δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία δεν συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων που, κατά το δίκαιο της Ένωσης ή το βουλγαρικό δίκαιο, υπόκεινται σε υποχρεωτική δημοσιότητα. |
|
51. |
Συναφώς, υπενθυμίζω ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 45 αυτού, ορίζει, ιδίως όσον αφορά την προϋπόθεση νόμιμης επεξεργασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, του άρθρου αυτού, ότι βάση της επεξεργασίας πρέπει να είναι το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται ο υπεύθυνος επεξεργασίας και ότι η νομική αυτή βάση πρέπει να ανταποκρίνεται σε σκοπό δημόσιου συμφέροντος και να είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό ( 41 ). Εντούτοις, καμία από τις απαιτήσεις αυτές –ως προς τις οποίες το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι αποτελούν έκφραση των απαιτήσεων του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη ( 42 )– δεν φαίνεται να πληρούται στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης που αφορά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία, μολονότι πραγματοποιείται κατά την άσκηση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ, δεν θεωρείται a priori απαραίτητη για την εκτέλεση του εν λόγω καθήκοντος δυνάμει της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας, ούτε για την επίτευξη των σκοπών που συνάπτονται με το εμπορικό μητρώο, και η οποία δεν επιτρέπεται παρά μόνο βάσει τεκμαιρόμενης συγκατάθεσης του υποκειμένου των δεδομένων. |
|
52. |
Γενικότερα, υπογραμμίζεται ότι η δημοσίευση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που δεν απαιτούνται από το δίκαιο της Ένωσης ή από το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους δεν εξυπηρετεί κανέναν από του σκοπούς που αναφέρονται στο σημείο 49 των παρουσών προτάσεων ( 43 ), βάσει των οποίων και μόνο δικαιολογείται επέμβαση στο δικαίωμα των υποκειμένων των δεδομένων στο σεβασμό του ιδιωτικού βίου και στο δικαίωμά τους στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που διασφαλίζονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη ( 44 ). Εξάλλου, όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο στην υπόθεση Manni, μια τέτοια επέμβαση δεν θεωρείται ως δυσανάλογη ιδίως λόγω του ότι, κατ’ αρχήν, η δημοσιότητα επιβάλλεται μόνο για συγκεκριμένα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα –ήτοι για εκείνα που αφορούν την ταυτότητα και τις αρμοδιότητες των ατόμων που μπορούν να δεσμεύουν την εταιρία και είναι, ως εκ τούτου, απαραίτητα για την προστασία των συμφερόντων των τρίτων ( 45 ). |
|
53. |
Η Βουλγαρική Κυβέρνηση και η υπηρεσία ισχυρίζονται, εν συνόψει, ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη επεξεργασία βασίζεται, κατά το βουλγαρικό δίκαιο, στην απαίτηση να διασφαλίζεται η δημοσιότητα των ουσιωδών εταιρικών πράξεων, να διαφυλάσσεται η ακεραιότητα και η αξιοπιστία τους και να μην παρεμποδίζεται η υπηρεσία στην άσκηση του καθήκοντος που εκτελεί προς το δημόσιο συμφέρον. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι το αιτούν δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα, οφείλει επιπλέον να βεβαιωθεί ότι τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Βάσει της εν λόγω αρχής, περιορισμοί στο θεμελιώδες δικαίωμα σεβασμού των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο ( 46 ), πράγμα που δεν συμβαίνει εφόσον ο σκοπός θα μπορούσε ευλόγως να επιτευχθεί κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό με άλλα μέσα τα οποία θίγουν λιγότερο το εν λόγω δικαίωμα ( 47 ). Πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ προβλέπει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι κατάλληλα, συναφή και όχι υπερβολικά σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία και επιτάσσει στα κράτη μέλη να σέβονται την αρχή της «ελαχιστοποίησης των δεδομένων», η οποία αποτελεί έκφραση της αρχής της αναλογικότητας ( 48 ). |
|
54. |
Φρονώ ότι ο σκοπός της διασφάλισης της δημοσιότητας των ουσιωδών εταιρικών πράξεων μπορεί ευλόγως να επιτευχθεί με τη θέσπιση διαδικασιών που καθιστούν δυνατή την απάλειψη, πριν από τη δημοσίευσή τους, των προσωπικών δεδομένων που δεν απαιτείται να καταστούν δημοσίως προσβάσιμα. Οι διαδικασίες αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση της υπηρεσίας να αναστείλει την καταχώριση της εταιρίας προκειμένου να καταστεί δυνατή η τροποποίηση των πράξεων που περιέχουν τέτοια δεδομένα ή να προβεί, ενδεχομένως αυτεπαγγέλτως, στη διαγραφή τους. |
|
55. |
Τα επιχειρήματα που προέβαλαν ορισμένα κράτη μέλη τα οποία υπέβαλαν παρατηρήσεις στην παρούσα διαδικασία, κατά τα οποία η θέσπιση τέτοιων διαδικασιών ενέχει τον κίνδυνο να καθυστερήσει η επεξεργασία των αιτήσεων καταχώρισης στο μητρώο εταιριών, εις βάρος ιδίως των συμφερόντων των εταίρων, ή να επιβαρύνει υπερβολικά τις εθνικές αρχές, δεν μου φαίνεται ότι μπορούν να γίνουν δεκτά. Πράγματι, αφενός, οι διαδικασίες αυτές είναι αναγκαίες προκειμένου να συμβιβαστούν τα συμφέροντα που επιδιώκονται με τη δημοσιότητα των εταιρικών πράξεων με το θεμελιώδες δικαίωμα στον σεβασμό των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως όταν, όπως υπογραμμίστηκε στο σημείο 16 των παρουσών προτάσεων, τα επίμαχα προσωπικά δεδομένα προορίζονται να τεθούν στη διάθεση του κοινού χωρίς περιορισμούς σε ένα ψηφιακό περιβάλλον. Αφετέρου, στις διαδικασίες αυτές θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εργαλεία αναζήτησης και εντοπισμού δεδομένων τα οποία θα διευκόλυναν το έργο των εθνικών αρχών και θα μπορούσαν να σχεδιαστούν κατά τρόπον ώστε να επιρρίπτουν κατ’ αρχάς στους αιτούντες το βάρος της απάλειψης προσωπικών δεδομένων που δεν πρέπει να δημοσιοποιηθούν, όπως προβλέπει εξάλλου το βουλγαρικό δίκαιο. |
|
56. |
Όσον αφορά την απαίτηση διαφύλαξης της ακεραιότητας και της αξιοπιστίας των εταιρικών πράξεων που υπόκεινται σε υποχρεωτική δημοσιότητα και διαβιβάζονται προς τον σκοπό της καταχώρισής τους στο εμπορικό μητρώο –την οποία επίσης μνημονεύουν η Βουλγαρική Κυβέρνηση και η υπηρεσία, καθώς και τα περισσότερα από τα κράτη μέλη που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας– η οποία επιβάλλει τη δημοσίευση των πράξεων αυτών, όπως αυτές διαβιβάζονται στις αρμόδιες για την τήρηση του μητρώου αρχές, η απαίτηση αυτή δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να υπερισχύει κατά τρόπο συστηματικό του θεμελιώδους δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, διότι άλλως η προστασία αυτή θα καθίστατο άνευ περιεχομένου. |
|
57. |
Πράγματι, τείνω να πιστεύω ότι η απαίτηση αυτή μπορεί, το πολύ, να δικαιολογήσει μόνον τη διατήρηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που δεν υπόκεινται σε υποχρεωτική δημοσιότητα και περιλαμβάνονται σε τέτοιες πράξεις, αλλά όχι τη δημοσίευσή τους, χωρίς κανένα περιορισμό, στη βάση δεδομένων του μητρώου που είναι ανοικτή στο κοινό. Ειδικότερα, εκτιμώ ότι με τη διάθεση στο κοινό αντιγράφου των πράξεων αυτών από το οποίο έχουν απαλειφθεί τα μη απαιτούμενα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και τη διατήρηση του πρωτοτύπου στο φάκελο θα επιτυγχανόταν δίκαιη ισορροπία μεταξύ της απαίτησης αυτής και της προστασίας των δεδομένων των υποκειμένων των δεδομένων. Η ενδεχόμενη πρόσβαση στο πρωτότυπο της πράξεως και στο σύνολο των δεδομένων που περιλαμβάνει θα επιτρέπεται, συνακόλουθα, μόνο κατά περίπτωση, εφόσον υφίσταται έννομο συμφέρον που να τη δικαιολογεί –συμπεριλαμβανομένου εκείνου που συνίσταται στην επαλήθευση της γνησιότητας της πράξης– και σύμφωνα με τις διατάξεις του ΓΚΠΔ. |
|
58. |
Συναφώς, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, η Ιρλανδική Κυβέρνηση, έχω τη γνώμη ότι το άρθρο 16α της οδηγίας 2017/1132, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2019/1151, καθόσον προβλέπει ότι «[τ]α κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι αντίγραφα όλων ή οποιουδήποτε μέρους των πράξεων […] του άρθρου 14 μπορούν να ληφθούν από το μητρώο», δεν συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να επιτρέπουν την απεριόριστη πρόσβαση στο σύνολο των πράξεων αυτών. Αντιθέτως, όπως ήδη επισήμανα, το άρθρο 161 της οδηγίας 2017/1132, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2019/1151, υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν διαδικασίες που να διασφαλίζουν ότι, κατά την άσκηση του καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον, το οποίο τους έχει ανατεθεί, οι αρχές που είναι επιφορτισμένες με την τήρηση του μητρώου εταιριών τηρούν το σύνολο των διατάξεων του ΓΚΠΔ. |
|
59. |
Βάσει του συνόλου των προεκτεθέντων, φρονώ ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη επεξεργασία δεδομένων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στηρίζεται στη συγκατάθεση της αναιρεσίβλητης στην κύρια δίκη, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, σημείο 11, του κανονισμού αυτού. Με την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες πρέπει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, η επεξεργασία αυτή δεν φαίνεται να πληροί ούτε τις προϋποθέσεις νομιμότητας που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ ούτε εκείνες που προβλέπονται στο στοιχείο εʹ του άρθρου αυτού, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού. Χάριν πληρότητας, προσθέτω ότι η εν λόγω επεξεργασία είναι επίσης αδύνατον να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο στʹ, του ΓΚΠΔ, σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που είναι αναγκαία για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας. Πράγματι, όπως έχει διευκρινίσει το Δικαστήριο, από το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του ΓΚΠΔ προκύπτει σαφώς ότι επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διενεργείται από δημόσια αρχή κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων της δεν μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο στʹ, του ΓΚΠΔ, με αποτέλεσμα η εφαρμογή της διάταξης αυτής και εκείνη του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, του κανονισμού αυτού να αλληλοαποκλείονται ( 49 ). Εν προκειμένω, η επίμαχη στη διαδικασία της κύριας δίκης επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πραγματοποιείται από την υπηρεσία κατά την άσκηση του καθήκοντος που εκτελεί προς το δημόσιο συμφέρον, το οποίο της έχει ανατεθεί, πράγμα που αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο στʹ, του ΓΚΠΔ, ανεξαρτήτως του ζητήματος εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ. |
|
60. |
Επομένως, δεν αποκλείεται το αιτούν δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη επεξεργασία δεδομένων, καθόσον δεν πληροί κάποιον από τους δικαιολογητικούς λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, ήταν παράνομη. |
6. Δικαίωμα διαγραφής
|
61. |
Το άρθρο 17 του ΓΚΠΔ καθιερώνει το δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων για διαγραφή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν εάν ισχύει ένας από τους λόγους που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου και επιβάλλει, αντίστοιχα, υποχρέωση στον υπεύθυνο επεξεργασίας να προβεί στη διαγραφή αυτή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. |
|
62. |
Το άρθρο 17, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ διευκρινίζει, ωστόσο, ότι η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζεται στον βαθμό που η επίμαχη επεξεργασία είναι απαραίτητη για έναν από τους λόγους που απαριθμούνται στην πρώτη αυτή διάταξη. Μεταξύ των λόγων αυτών περιλαμβάνονται, στο άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αυτού, η τήρηση νομικής υποχρέωσης που επιβάλλει την επεξεργασία βάσει του δικαίου της Ένωσης ή του δικαίου κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή η εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο της επεξεργασίας. |
|
63. |
Στο μέτρο που οι εν λόγω εξαιρέσεις από το δικαίωμα διαγραφής αντικατοπτρίζουν τους δικαιολογητικούς λόγους της επεξεργασίας που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχεία γʹ και εʹ, του ΓΚΠΔ, παραπέμπω, όσον αφορά τη δυνατότητα επικλήσεώς τους υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, στην ανάλυση που παρατίθεται στα σημεία 45 έως 58 των παρουσών προτάσεων ( 50 ). |
|
64. |
Επομένως, στην περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι η δημοσιοποίηση στο εμπορικό μητρώο των επίμαχων στην κύρια δίκη δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν εμπίπτει, κατά το βουλγαρικό δίκαιο, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ ή εʹ, του ΓΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, και, ως εκ τούτου, του άρθρου 17, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του ΓΚΠΔ, η αναιρεσίβλητη στην κύρια δίκη έχει δικαίωμα διαγραφής, το οποίο συνίσταται στην παύση της διάθεσης των δεδομένων αυτών στο κοινό, και η υπηρεσία, ως υπεύθυνη επεξεργασίας, υποχρεούται να προβεί στη διαγραφή αυτήν. Πράγματι, το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του ΓΚΠΔ προβλέπει απόλυτο δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων για διαγραφή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν όταν υποβλήθηκαν σε επεξεργασία παράνομα ( 51 ). |
|
65. |
Αντιθέτως, στην περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη επεξεργασία δεδομένων ήταν σύμφωνη με το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ ή στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ, έχει a priori εφαρμογή το άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του ΓΚΠΔ. Ωστόσο, είναι αναγκαίες δύο διευκρινίσεις. |
|
66. |
Αφενός, σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η διάθεση στο κοινό των επίμαχων στην κύρια δίκη προσωπικών δεδομένων ήταν αναγκαία για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον, το οποίο ανατέθηκε στην υπηρεσία, προκειμένου να μην καθυστερήσει η καταχώριση της εταιρίας στο εμπορικό μητρώο, δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να γίνει επίκληση του λόγου αυτού και μόνον προκειμένου να δικαιολογηθεί η διατήρηση των δεδομένων αυτών στο μητρώο μετά την καταχώριση της εταιρίας και, ως εκ τούτου, προκειμένου να αποκλειστεί, βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του ΓΚΠΔ, το δικαίωμα διαγραφής της αναιρεσίβλητης στην κύρια δίκη. Το δικαίωμα αυτό διασφαλίζεται, στην περίπτωση αυτή, από το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού, το οποίο εφαρμόζεται όταν το υποκείμενο των δεδομένων αντιτάσσεται, δυνάμει του άρθρου 21, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, για λόγους που σχετίζονται με την ιδιαίτερη κατάστασή του, στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, η οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, του ίδιου κανονισμού και δεν υπάρχει «επιτακτικός και νόμιμος λόγος για την επεξεργασία», όπερ απόκειται στον υπεύθυνο επεξεργασίας να καταδείξει ( 52 ). Ωστόσο, για τους ίδιους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί στο σημείο 56 των παρουσών προτάσεων, φρονώ ότι η απαίτηση διατήρησης της ακεραιότητας και της αξιοπιστίας των πράξεων στις οποίες βασίζεται η καταχώριση της εταιρίας στο μητρώο δεν μπορεί να αποτελέσει τέτοιο επιτακτικό και νόμιμο λόγο. Πράγματι, όπως επισήμανα, η απαίτηση αυτή μπορεί να ικανοποιηθεί με τη χρήση άλλων μέσων που θίγουν λιγότερο το θεμελιώδες δικαίωμα στον σεβασμό των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. |
|
67. |
Αφετέρου, από την απόφαση Manni προκύπτει ότι περιορισμός της πρόσβασης μόνο σε τρίτους που αποδεικνύουν ότι έχουν ειδικό συμφέρον μπορεί, κατά περίπτωση, να δικαιολογείται, για επιτακτικούς και νόμιμους λόγους σχετικούς με την ιδιαίτερη κατάσταση των υποκειμένων των δεδομένων, ακόμη και όταν πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία υπόκεινται σε υποχρεωτική δημοσιότητα κατά την οδηγία 2017/1132 και, επομένως, ακόμη και στην περίπτωση που η διάθεση στο κοινό απορρέει από έννομη υποχρέωση κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ. Ένας τέτοιος περιορισμός θα έπρεπε, κατά μείζονα λόγο, να γίνει δεκτός στην περίπτωση προσωπικών δεδομένων τα οποία δεν υπόκεινται σε δημοσιότητα ούτε βάσει του δικαίου της Ένωσης ούτε βάσει του εθνικού δικαίου. Εξάλλου, σε μια τέτοια περίπτωση, η προϋπόθεση που έθεσε το Δικαστήριο, με την απόφαση Manni, ως προς τον περιορισμό της πρόσβασης στις πληροφορίες που αφορούν την ταυτότητα του εκκαθαριστή της εταιρίας, ήτοι η παρέλευση αρκούντως μεγάλου χρονικού διαστήματος μετά τη λύση της εταιρίας, δεν μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω και ο περιορισμός της πρόσβασης σε τέτοια δεδομένα πρέπει, επομένως, να εφαρμοστεί χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. |
7. Επί της εξαρτήσεως της ασκήσεως του δικαιώματος διαγραφής από ειδικές διαδικαστικές προϋποθέσεις
|
68. |
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η υπηρεσία εξάρτησε το αίτημα της OL για διαγραφή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που την αφορούν, η δημοσίευση των οποίων δεν απαιτείται από το βουλγαρικό δίκαιο, από την τήρηση ειδικών διαδικαστικών προϋποθέσεων που απαιτούν την προσκόμιση αντιγράφου της πράξεως που περιλαμβάνει τα δεδομένα αυτά από το οποίο να έχουν απαλειφθεί τα σχετικά δεδομένα. Ελλείψει προσκομίσεως τέτοιου αντιγράφου, το αίτημα αυτό απορρίφθηκε ή η εξέτασή του αναβλήθηκε επ’ αόριστον. Σύμφωνα με τις εξηγήσεις που παρέσχε η υπηρεσία, η τήρηση των διαδικαστικών αυτών προϋποθέσεων είναι αναγκαία, διότι η υπηρεσία δεν έχει την εξουσία να τροποποιήσει την επίμαχη πράξη, δεδομένου ότι η τροποποίηση αυτή εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των οργάνων της εταιρίας. |
|
69. |
Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, το δίκαιο της Ένωσης ή το εθνικό δίκαιο «μπορεί να περιορίζει μέσω νομοθετικού μέτρου το πεδίο εφαρμογής των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων που προβλέπονται στα άρθρα 12 έως 22 […], όταν ένας τέτοιος περιορισμός σέβεται την ουσία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών και συνιστά αναγκαίο και αναλογικό μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία για τη διασφάλιση» ενός από τους σκοπούς που απαριθμούνται στη διάταξη αυτή. Στο μέτρο που έχουν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της άσκησης του δικαιώματος διαγραφής, καθώς και της άσκησης του δικαιώματος εναντίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 21 του ΓΚΠΔ, ή ακόμη και τον αποκλεισμό τους, σε περίπτωση που το υποκείμενο των δεδομένων δεν κατορθώσει να εξασφαλίσει από την εταιρία τις απαιτούμενες τροποποιήσεις της επίμαχης πράξης, οι διαδικαστικές προϋποθέσεις που εφαρμόζει η υπηρεσία ενδέχεται να εμπίπτουν στο άρθρο 23, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ ( 53 ). Επομένως, πρέπει να εξακριβωθεί αν πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις που προβλέπει η διάταξη αυτή, τούτο δε ακόμη και αν το αιτούν δικαστήριο δεν ζητεί ρητώς από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού. |
|
70. |
Συναφώς, σημειώνω, κατ’ αρχάς, ότι οι εν λόγω διαδικαστικές προϋποθέσεις φαίνεται ότι αποτελούν μια απλή εσωτερική πρακτική της υπηρεσίας ( 54 ). Ως εκ τούτου, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, δεν φαίνεται, ήδη για τον λόγο αυτόν, να συνάδουν με το άρθρο 23, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, το οποίο προβλέπει ότι οι περιορισμοί των δικαιωμάτων που απαριθμούνται στη διάταξη αυτήν πρέπει να αποτελούν αντικείμενο «νομοθετικού μέτρου». |
|
71. |
Αυτές οι διαδικαστικές προϋποθέσεις εγείρουν επίσης ερωτήματα ως προς την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας. |
|
72. |
Πράγματι, μολονότι φρονώ ότι η απαίτηση διασφάλισης της αξιοπιστίας και της γνησιότητας των πράξεων που καταχωρίζονται στο εμπορικό μητρώο και, ευρύτερα, της διαφάνειας και της ασφάλειας δικαίου κατά την εκπλήρωση του καθήκοντος που του έχει ανατεθεί μπορεί να ανταποκρίνεται σε «σημαντικό στόχο γενικού δημοσίου συμφέροντος της Ένωσης ή κράτους μέλους», κατά την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ, η απαίτηση αυτή δεν δικαιολογεί, κατά τη γνώμη μου, τον περιορισμό, ή μάλιστα τον αποκλεισμό, του δικαιώματος διαγραφής ή του δικαιώματος εναντίωσης υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, δεδομένου ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν άλλα μέσα τα οποία θίγουν λιγότερο το θεμελιώδες δικαίωμα στον σεβασμό των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. |
|
73. |
Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή, ενώ θεωρεί δικαιολογημένη την αναμονή μέχρις ότου η εταιρία τροποποιήσει την πράξη απαλείφοντας τα δεδομένα των οποίων ζητείται η διαγραφή, προτείνει η υπηρεσία να προβεί η ίδια στη διαγραφή των δεδομένων αυτών μετά από εύλογο χρονικό διάστημα, εάν αποδειχθεί ότι το υποκείμενο των δεδομένων δεν κατορθώνει να εξασφαλίσει από την εταιρία μια τέτοια τροποποίηση. |
|
74. |
Δεν είμαι πεπεισμένη ότι μια τέτοια λύση εξασφαλίζει δίκαιη ισορροπία μεταξύ των διαφόρων δικαιωμάτων και συμφερόντων που διακυβεύονται, δεδομένου ότι έχει ως αποτέλεσμα να διατηρούνται, για αόριστο χρονικό διάστημα, στη διάθεση του κοινού, σε ψηφιακό περιβάλλον, δεδομένα τα οποία δεν προορίζονταν για δημοσιοποίηση. Κατά τη γνώμη μου, μια τέτοια ισορροπία θα μπορούσε, αντιθέτως, να διασφαλιστεί με την αναγνώριση στην υπηρεσία της εξουσίας να προβεί η ίδια, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την παραλαβή του αιτήματος διαγραφής, στην απάλειψη των επίμαχων δεδομένων στο αντίγραφο της πράξεως που τέθηκε στη διάθεση του κοινού, διατηρώντας στον φάκελο το πρωτότυπο της πράξεως αυτής και απαιτώντας από την εταιρία να υποβάλει τροποποίηση της πράξεως, στην οποία να έχουν απαλειφθεί τα εν λόγω δεδομένα, τροποποίηση η οποία επίσης δημοσιεύεται στο μητρώο. |
|
75. |
Βεβαίως, το άρθρο 16, παράγραφος 4, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2017/1132 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την αποφυγή κάθε ασυμφωνίας μεταξύ του μητρώου και του φακέλου και μεταξύ των στοιχείων που δημοσιοποιούνται στο μητρώο και των στοιχείων που δημοσιεύονται στην εθνική επίσημη εφημερίδα. Εντούτοις, η απαίτηση διατήρησης συνοχής μεταξύ των διαφόρων τμημάτων του μητρώου και με την εθνική επίσημη εφημερίδα, καθώς και ο σκοπός της ασφάλειας δικαίου τον οποίο εξυπηρετεί μια τέτοια απαίτηση, δεν μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να δικαιολογήσουν τη διατήρηση στη διάθεση του κοινού, χωρίς περιορισμούς και χωρίς χρονικά όρια, σε πράξεις δημοσιευθείσες στο μητρώο, προσωπικών δεδομένων των οποίων η δημοσιοποίηση δεν είναι υποχρεωτική, όταν το υποκείμενο των δεδομένων ζητεί τη διαγραφή τους. Συγκεκριμένα, πρώτον, οι τροποποιήσεις των πράξεων αυτών οι οποίες είναι αναγκαίες προκειμένου να απαλειφθούν τα εν λόγω δεδομένα είναι προσδιορίσιμες και ανιχνεύσιμες και πραγματοποιούνται με διαφάνεια. Δεύτερον, οι τροποποιήσεις αυτές αφορούν στοιχεία των εν λόγω πράξεων των οποίων η δημοσιοποίηση δεν είναι αναγκαία για την εκπλήρωση του ανατεθέντος στο μητρώο καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον. Τρίτον, η ακεραιότητα και η γνησιότητα των πράξεων αυτών μπορούν να διαφυλαχθούν με τη διατήρηση στο φάκελο του πρωτοτύπου, στο οποίο οι τρίτοι που αποδεικνύουν ότι έχουν έννομο συμφέρον διαθέτουν ρυθμιζόμενη πρόσβαση. |
|
76. |
Βάσει των προεκτεθέντων, φρονώ ότι διαδικαστικές προϋποθέσεις όπως αυτές που εφαρμόζει εν προκειμένω η υπηρεσία δεν συνάδουν με το άρθρο 23, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ. |
V. Πρόταση
|
77. |
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τέταρτο και στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Varhoven administrativen sad (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Βουλγαρία) ως εξής:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Ειδικότερα, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά τις διατάξεις της οδηγίας 2009/101/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 48 δεύτερο εδάφιο της συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες (ΕΕ 2009, L 258, σ. 11). Ωστόσο, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, στα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης εφαρμόζεται ratione temporis η οδηγία (ΕΕ) 2017/1132 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, σχετικά με ορισμένες πτυχές του εταιρικού δίκαιου (ΕΕ 2017, L 169, σ. 46).
( 3 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1, στο εξής: ΓΚΠΔ).
( 4 ) DV αριθ. 34, της 25ης Απριλίου 2006.
( 5 ) DV αριθ. 48, της 18ης Ιουνίου 1991.
( 6 ) Πρόκειται για τη γνώμη αριθ. 01-116(20)/01.02.2021.
( 7 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για την τροποποίηση της οδηγίας 2017/1132 (ΕΕ 2019, L 186, σ. 80).
( 8 ) Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2019/1151. Όσον αφορά τις τροποποιήσεις που επέφερε το άρθρο 1, σημείο 6, της οδηγίας αυτής, στο άρθρο 16, παράγραφος 6, της οδηγίας 2017/1132, η προθεσμία για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο ήταν η 1η Αυγούστου 2023.
( 9 ) Πρβλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση État belge (Επεξεργασία δεδομένων από επίσημη εφημερίδα) (C‑231/22, EU:C:2023:468, σημείο 80).
( 10 ) Επισημαίνω ότι η Επιτροπή εξέδωσε, στις 29 Μαρτίου 2023, πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση των οδηγιών 2009/102/ΕΚ και (ΕΕ) 2017/1132 όσον αφορά την περαιτέρω επέκταση και αναβάθμιση της χρήσης ψηφιακών εργαλείων και διαδικασιών στον τομέα του εταιρικού δικαίου (COM/2023/177 final).
( 11 ) Βλ. σύστημα διασύνδεσης των επαγγελματικών μητρώων, το οποίο θεσπίστηκε από τις 8 Ιουνίου 2017 με την οδηγία 2012/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2012, για την τροποποίηση της οδηγίας 89/666/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 2005/56/ΕΚ και 2009/101/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τη διασύνδεση των κεντρικών και των εμπορικών μητρώων καθώς και των μητρώων εταιρειών (ΕΕ 2012, L 156, σ. 1), και το οποίο διέπεται επί του παρόντος από την οδηγία 2017/1132. Το σύστημα αυτό συνδέει τα εθνικά επαγγελματικά μητρώα με μια κεντρική ευρωπαϊκή πλατφόρμα και παρέχει ένα ενιαίο σημείο πρόσβασης μέσω της ευρωπαϊκής πύλης ηλεκτρονικής δικαιοσύνης, στην οποία οι πολίτες, οι εταιρίες και οι φορείς δημόσιας διοίκησης δύνανται να αναζητούν πληροφορίες σχετικά με εταιρίες και τα υποκαταστήματά τους που έχουν ανοίξει σε άλλα κράτη μέλη.
( 12 ) Στη γνωμοδότησή του σχετικά με την πρόταση για την τροποποίηση της οδηγίας 2017/1132, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ) επέστησε την προσοχή στην ανάγκη «να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση όσον αφορά τους κινδύνους που εγκυμονεί η προσβασιμότητα των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία θα καταστούν ευρέως διαθέσιμα στο διαδίκτυο σε ψηφιακή μορφή και σε πολλές γλώσσες μέσω μιας εύκολα προσβάσιμης ευρωπαϊκής πλατφόρμας/σημείου πρόσβασης» (γνωμοδότηση της 26ης Ιουλίου 2018, διαθέσιμη στη διεύθυνση https://edps.europa.eu/data-protection/our-work/publications/opinions/digital-tools-and-processed-company-law_fr).
( 13 ) Η OOD μνημονεύεται στο παράρτημα II της οδηγίας 2017/1132, καθώς και στο παράρτημα ΙΙα της εν λόγω οδηγίας, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την οδηγία 2019/1151.
( 14 ) Στην περίπτωση αυτή, το αντικείμενο των εγγραφών στο μητρώο καταγράφεται στον φάκελο· βλ. άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 2017/1132.
( 15 ) Βλ. άρθρο 16, παράγραφος 3, της οδηγίας 2017/1132, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα δημοσίευσης αποσπασμάτων των πράξεων του άρθρου 14 της οδηγίας αυτής μόνο στην επίσημη εφημερίδα του οικείου κράτους μέλους.
( 16 ) Βλ., όσον αφορά την πρώτη οδηγία 68/151/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1968, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 58 δεύτερη παράγραφος της συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 80), απόφαση της 9ης Μαρτίου 2017, Manni (C‑398/15, στο εξής: απόφαση Manni, EU:C:2017:197, σκέψη 34).
( 17 ) Απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2023, Nacionalinis visuomenės sveikatos centras (C‑683/21, EU:C:2023:949, σκέψεις 28 και 29).
( 18 ) Πρβλ. απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2023, Ministerstvo zdravotnictví (Εφαρμογή για κινητά τηλέφωνα Covid-19) (C‑659/22, EU:C:2023:745, σκέψη 28).
( 19 ) C‑231/22 (στο εξής: απόφαση État belge, EU:C:2024:7, σκέψη 35). Βλ., επίσης, τις προτάσεις μου στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή (C‑231/22, EU:C:2023:468, σημεία 34 έως 75).
( 20 ) Πρβλ. απόφαση État belge (σκέψη 38).
( 21 ) Πρβλ. απόφαση État belge (σκέψεις 46 και 47).
( 22 ) Πρβλ. απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2023, Nacionalinis visuomenės sveikatos centras (C‑683/21, EU:C:2023:949, σκέψεις 44 και 45).
( 23 ) Πρβλ. «Κατευθυντήριες γραμμές 07/2020 σχετικά με τις έννοιες του υπευθύνου επεξεργασίας και του εκτελούντος την επεξεργασία στον ΓΚΠΔ» του ΕΣΠΔ, έκδοση 2.0, η οποία εγκρίθηκε στις 7 Ιουλίου 2021, διαθέσιμη στη γαλλική γλώσσα στη διεύθυνση https://edpb.europa.eu/system/files/2022-02/eppb_guidelines_202007_controllerprocessor_final_fr.pdf), σημεία 70 και 72. Βλ., επίσης, τις προτάσεις μου στην υπόθεση État belge (Επεξεργασία δεδομένων από επίσημη εφημερίδα) (C‑231/22, EU:C:2023:468, σημείο 48 και υποσημείωση 55).
( 24 ) Πρβλ. απόφαση État belge (σκέψη 42).
( 25 ) Βλ. απόφαση État belge (σκέψη 48).
( 26 ) Υπενθυμίζω, εντούτοις, ότι η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση État belge αφορούσε τη δημοσίευση εγγράφων στην επίσημη εφημερίδα κράτους μέλους, η οποία αποτελούσε το τελικό στάδιο μιας διαδικασίας επεξεργασίας στην οποία εμπλέκονταν διαφορετικές δημόσιες αρχές. Επομένως, η πραγματική κατάσταση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή ήταν διαφορετική από την επίμαχη κατάσταση στην υπό κρίση υπόθεση.
( 27 ) Στις παρατηρήσεις της, η υπηρεσία εξηγεί ότι, σε περίπτωση ηλεκτρονικής αίτησης, ο αιτών μεταφορτώνει στο σύστημα του εμπορικού μητρώου ηλεκτρονικές εικόνες των υπογεγραμμένων έντυπων εγγράφων που απαιτούνται για την καταχώριση.
( 28 ) Οι σκοποί αυτοί αναφέρονται στο σημείο 49 των παρουσών προτάσεων.
( 29 ) Βλ. απόφαση État belge (σκέψη 45).
( 30 ) Βλ. απόφαση État belge (σκέψεις 49 και 50).
( 31 ) Βλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Krankenversicherung Nordrhein (C‑667/21, EU:C:2023:1022, σκέψη 76 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 32 ) Βλ. απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2023, SCHUFA Holding (Πτωχευτική απαλλαγή) (C‑26/22 και C‑64/22, EU:C:2023:958, σκέψεις 72 και 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 33 ) Βλ. απόφαση της 4ης Ιουλίου 2023, Meta Platforms κ.λπ. (Γενικοί όροι χρήσης κοινωνικού δικτύου) (C‑252/21, EU:C:2023:537, σκέψεις 91 έως 93).
( 34 ) Υπενθυμίζω ότι το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τη συμβατότητα αυτή στο πλαίσιο του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος.
( 35 ) Όπως υπογραμμίζει η ομάδα εργασίας του άρθρου 29 στη γνώμη της 6/2014, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ είναι «αυστηρά οριοθετημένο». Για να μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή, η έννομη υποχρέωση πρέπει να είναι επαρκώς σαφής και να συμμορφώνεται με την εφαρμοστέα νομοθεσία περί προστασίας δεδομένων. Φρονώ ότι τούτο δεν συμβαίνει στην περίπτωση νόμου ο οποίος, αφενός, αποκλείει την επίμαχη επεξεργασία δεδομένων και, αφετέρου, την επιτρέπει, ή ακόμη και την επιβάλλει, βάσει τεκμαιρόμενης συγκατάθεσης.
( 36 ) Βλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 2023, Bundesrepublik Deutschland (Ηλεκτρονική ταχυδρομική θυρίδα δικαστηρίου) (C‑60/22, EU:C:2023:373, σκέψεις 54 και 55).
( 37 ) Βλ. απόφαση της 12ης Ιουλίου 2012, Compass-Datenbank (C‑138/11, EU:C:2012:449, σκέψεις 40 και 41), και απόφαση Manni (σκέψη 43).
( 38 ) Βλ. απόφαση Manni (σκέψη 43).
( 39 ) C‑398/15 (EU:C:2016:652, σημείο 54).
( 40 ) Πρβλ. απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1974, Haaga (32/74, EU:C:1974:116, σκέψη 6), και απόφαση Manni (σκέψη 50).
( 41 ) Πρβλ. απόφαση της 2ας Μαρτίου 2023, Norra Stockholm Bygg (C‑268/21, EU:C:2023:145, σκέψη 31).
( 42 ) Πρβλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2022, Vyriausioji tarnybinės etikos komisija (C‑184/20, EU:C:2022:601, σκέψη 69).
( 43 ) Ειδικότερα, η κατοικία του εκπροσώπου της εταιρίας ή των εταίρων δεν συνιστά ατομικό στοιχείο και η γνώση της, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας Μ. Szpunar στις προτάσεις του στην υπόθεση All in One Star (C‑469/19, EU:C:2020:822, σημείο 51), δεν συμβάλλει στην προστασία των τρίτων.
( 44 ) Βλ. απόφαση Manni (σκέψη 57).
( 45 ) Βλ. απόφαση Manni (σκέψη 58).
( 46 ) Βλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2022, Vyriausioji tarnybinės etikos komisija (C‑184/20, EU:C:2022:601, σκέψη 70).
( 47 ) Πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2022, Luxembourg Business Registers (C‑37/20 και C‑601/20, EU:C:2022:912, σκέψη 66).
( 48 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2024, Direktor na Glavna direktsia «Natsionalna politsia» pri MVR – Sofia (C‑118/22, EU:C:2024:97, σκέψη 41).
( 49 ) Βλ. απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2022, Inspektor v Inspektorata kam Visshia sadeben savet (Σκοποί της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Ποινική έρευνα) (C‑180/21, EU:C:2022:967, σκέψη 85).
( 50 ) Μολονότι το Δικαστήριο, σε obiter dictum που περιέχεται στη σκέψη 51 της αποφάσεως État belge, αναφέρθηκε στη δυνατότητα εφαρμογής των εξαιρέσεων του άρθρου 17, παράγραφος 3, στοιχεία βʹ και δʹ, του ΓΚΠΔ στην αίτηση διαγραφής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που δημοσιεύθηκαν στην επίσημη εφημερίδα του οικείου κράτους μέλους, δεν αποφάνθηκε, εντούτοις, επί του ζητήματος αυτού, το οποίο δεν είχε τεθεί από το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση.
( 51 ) Πρβλ. απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2023, SCHUFA Holding (Πτωχευτική απαλλαγή) (C‑26/22 και C‑64/22, EU:C:2023:958, σκέψη 108)· βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Pikamäe στην υπόθεση αυτή (C‑26/22 και C‑64/22, EU:C:2023:222, σημείο 91).
( 52 ) Πρβλ. απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2023, SCHUFA Holding (Πτωχευτική απαλλαγή) (C‑26/22 και C‑64/22, EU:C:2023:958, σκέψεις 111 και 112).
( 53 ) Πρβλ. απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2023, FT (Αντίγραφα του ιατρικού φακέλου) (C‑307/22, EU:C:2023:811, σκέψεις 53 έως 69). Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Αιμιλίου στην υπόθεση αυτή (C‑307/22, EU:C:2023:315, σημείο 37).
( 54 ) Μολονότι η εν λόγω διαδικασία αντικατοπτρίζει τη διαδικασία του άρθρου 13, παράγραφος 6, του νόμου περί μητρώου, η τελευταία αυτή διάταξη δεν φαίνεται να διέπει το δικαίωμα διαγραφής ή το δικαίωμα εναντίωσης των υποκειμένων των δεδομένων.