ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JEAN RICHARD DE LA TOUR

της 16ης Νοεμβρίου 2023 ( 1 )

Υπόθεση C‑14/23 [Perle] i

XXX

κατά

État belge, εκπροσωπούμενου από την secrétaire d’État à l’Asile et la Migration (Υφυπουργό Ασύλου και Μετανάστευσης)

[αίτηση του Conseil d’État (Συμβουλίου της Επικρατείας, Βέλγιο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Μεταναστευτική πολιτική – Οδηγία (ΕΕ) 2016/801 – Προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές – Άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ – Προαιρετικός λόγος απόρριψης της αίτησης εισδοχής – Αίτηση με την οποία επιδιώκονται άλλοι σκοποί – Τρόπος εκτίμησης – Συνεκτίμηση της πρόθεσης του αιτούντος να πραγματοποιήσει σπουδές – Μη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο – Άρθρο 34, παράγραφος 5 – Διαδικαστικές εγγυήσεις – Δικονομική αυτονομία των κρατών μελών – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 47 – Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής – Αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας – Έκταση των εξουσιών της διοικητικής ή δικαστικής αρχής που επιλαμβάνεται μέσου έννομης προστασίας – Έλλειψη εξουσίας μεταρρύθμισης»

I. Εισαγωγή

1.

Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να διευκρινίσει τις προϋποθέσεις εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών που επιθυμούν να παρακολουθήσουν σπουδές σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης κράτους μέλους, καθώς και τις διαδικαστικές εγγυήσεις που τους παρέχονται δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2016/801 ( 2 ).

2.

Η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, μιας υπηκόου Καμερούν και, αφετέρου, του État belge (Βελγικού Δημοσίου), εκπροσωπούμενου από την secrétaire d’État à l’Asile et la Migration (Υφυπουργό Ασύλου και Μετανάστευσης), σχετικά με τη νομιμότητα της άρνησής του να της χορηγήσει τη ζητηθείσα θεώρηση με την αιτιολογία ότι δεν είχε την πρόθεση να σπουδάσει στο Βέλγιο. Μολονότι το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να απορρίπτουν μια τέτοια αίτηση εφόσον υπάρχουν αποδείξεις ή λόγοι που καταδεικνύουν ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας θα διαμείνει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους έχει υποβάλει αίτηση εισδοχής, η εφαρμοστέα στη διαφορά της κύριας δίκης βελγική νομοθεσία δεν προέβλεπε ρητώς τέτοιον λόγο άρνησης.

3.

Στην απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2014, Βen Alaya ( 3 ), σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας 2004/14/ΕΚ ( 4 ), το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να απαιτούν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που είναι αναγκαία προς εκτίμηση του συνεπούς χαρακτήρα της αίτησης εισδοχής που υποβάλλει υπήκοος τρίτης χώρας, και τούτο προκειμένου να καταπολεμηθεί η καταχρηστική ή δόλια χρήση της διαδικασίας την οποία θεσπίζει η εν λόγω οδηγία ( 5 ). Η ερμηνεία αυτή στηριζόταν σε εξέταση τόσο του γράμματος των άρθρων 6 και 7 της εν λόγω οδηγίας, σχετικά με τις γενικές και ειδικές προϋποθέσεις εισδοχής υπηκόου τρίτης χώρας με σκοπό τις σπουδές, όσο και της γενικής οικονομίας και του σκοπού της ίδιας οδηγίας.

4.

Η υπό κρίση υπόθεση εισήχθη ενώ η οδηγία 2004/114 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2016/801, η οποία έχει ως σκοπό να βελτιώσει και να απλουστεύσει τις προϋποθέσεις αυτές, να διασφαλίσει την ταχεία διεκπεραίωση της διαδικασίας εισδοχής και να ενισχύσει τα δικονομικά δικαιώματα των υπηκόων τρίτων χωρών.

5.

Το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας, Βέλγιο) ερωτά το Δικαστήριο σχετικά με τρεις πτυχές της διαδικασίας εισδοχής με σκοπό τις σπουδές.

6.

Πρώτον, καλεί το Δικαστήριο να διευκρινίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα κράτος μέλος δύναται να απορρίπτει αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης εισόδου με σκοπό τις σπουδές (στο εξής: άδεια διαμονής ή θεώρηση «σπουδαστή») με την αιτιολογία ότι με τη διαμονή του υπηκόου τρίτης χώρας στην εθνική επικράτεια επιδιώκεται στην πραγματικότητα διαφορετικός σκοπός. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 και να εξετάσει, μεταξύ άλλων, τις στρατηγικές που μπορούν να υιοθετήσουν τα κράτη μέλη, κατά το στάδιο που προηγείται της εισόδου ενός τέτοιου υπηκόου στην εθνική επικράτεια, για την καταπολέμηση των κινδύνων καταστρατήγησης όσον αφορά την άδεια διαμονής ή τη θεώρηση «σπουδαστή». Σύμφωνα με τη μελέτη που διεξήγαγε το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Μετανάστευσης (ΕΔΜ) τον Μάρτιο του 2022, δώδεκα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων και το Βασίλειο του Βελγίου, είχαν υιοθετήσει τέτοιες στρατηγικές ( 6 ).

7.

Στις παρούσες προτάσεις θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους φρονώ ότι η αρμόδια αρχή κράτους μέλους μπορεί να απορρίψει αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή» μόνον εφόσον διαθέτει αποδείξεις ή σοβαρούς και αντικειμενικούς λόγους που καταδεικνύουν ότι η διαμονή του υπηκόου τρίτης χώρας στην εθνική επικράτεια δεν έχει ούτε ως αντικείμενο ούτε ως βασικό σκοπό την παρακολούθηση, ως κύριας δραστηριότητας, προγράμματος σπουδών πλήρους φοίτησης προς απόκτηση τίτλου τριτοβάθμιων σπουδών αναγνωρισμένου από το εν λόγω κράτος μέλος.

8.

Δεύτερον, το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) ερωτά το Δικαστήριο σχετικά με τον τρόπο μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801, το οποίο αποτελεί διάταξη ενδοτικού δικαίου ( 7 ).

9.

Συναφώς, θα εξηγήσω ότι οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της διαφάνειας επιβάλλουν στο κράτος μέλος που προτίθεται να μεταφέρει την εν λόγω διάταξη στην εσωτερική έννομη τάξη του να προβλέπει ρητώς, εντός σαφούς, ακριβούς και προβλέψιμου νομικού πλαισίου, ότι έχει τη δυνατότητα να απορρίψει αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή» με την αιτιολογία ότι διαθέτει αποδείξεις ή σοβαρούς και αντικειμενικούς λόγους που καταδεικνύουν ότι ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας θα διαμείνει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους έχει υποβάλει αίτηση εισδοχής.

10.

Τρίτον και τελευταίον, το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) ερωτά το Δικαστήριο ως προς τις διαδικαστικές λεπτομέρειες που διέπουν το μέσο έννομης προστασίας που ασκείται κατά της απόφασης με την οποία απορρίπτεται η αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή», κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 34, παράγραφος 5, της οδηγίας 2016/801, και, ειδικότερα, ως προς την έκταση των εξουσιών που πρέπει να απονέμονται προς τον σκοπό αυτό στη διοικητική ή δικαστική αρχή που επιλαμβάνεται του εν λόγω μέσου έννομης προστασίας.

11.

Επί του σημείου αυτού, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους εκτιμώ ότι η διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 8 ), έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην εκ μέρους κράτους μέλους απονομή εξουσίας ακύρωσης στη διοικητική ή δικαστική αρχή που επιλαμβάνεται μέσου έννομης προστασίας ασκηθέντος κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή», αποκλειομένης της εξουσίας μεταρρύθμισης, υπό την προϋπόθεση ότι η νέα απόφαση εκδίδεται από την αρμόδια αρχή πριν από την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους του ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο οποίο είναι νομίμως εγγεγραμμένος ο υπήκοος τρίτης χώρας.

II. Το νομικό πλαίσιο

Α.   Το δίκαιο της Ένωσης

12.

Οι αιτιολογικές σκέψεις 41 και 60 της οδηγίας 2016/801 έχουν ως εξής:

«(41)

Σε περίπτωση αμφιβολιών για τους λόγους υποβολής της αίτησης εισδοχής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να διενεργούν κατάλληλους ελέγχους ή να ζητούν αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να αξιολογούν, κατά περίπτωση, τ[ις] σκοπούμεν[ες] από τον αιτούντα […] σπουδές, πρακτική άσκηση, […] και να καταπολεμάται η κατάχρηση ή η κακή χρήση της διαδικασίας που ορίζεται στην παρούσα οδηγία.

[…]

(60)

Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι διατίθενται στο κοινό, ιδίως μέσω του διαδικτύου, κατάλληλες πληροφορίες, που επικαιροποιούνται τακτικά, όσον αφορά τους φορείς υποδοχής που εγκρίνονται για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, καθώς και τους όρους και τις διαδικασίες εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφος των κρατών μελών για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.»

13.

Το άρθρο 3, σημεία 3 και 21, της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι ορισμοί:

[…]

3)

“σπουδαστής”, υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος έχει γίνει δεκτός σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στον οποίον επετράπη η είσοδος στο έδαφος κράτους μέλους για να έχει ως κύρια δραστηριότητα την παρακολούθηση προγράμματος σπουδών πλήρους φοίτησης, με σκοπό την απόκτηση τίτλου τριτοβάθμιων σπουδών αναγνωρισμένου από το εν λόγω κράτος μέλος, ήτοι διπλώματος, πιστοποιητικού ή διδακτορικού σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ενδεχομένως συμπεριλαμβάνει προπαιδευτικό κύκλο για τις εν λόγω σπουδές βάσει του εθνικού δικαίου ή υποχρεωτική πρακτική άσκηση·

[…]

21)

“άδεια”, η άδεια διαμονής ή, εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, η θεώρηση μακράς διαμονής που εκδίδεται για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.»

14.

Το κεφάλαιο II της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εισδοχή», περιλαμβάνει τα άρθρα 5 έως 16. Το άρθρο 5 της ίδιας οδηγίας φέρει τον τίτλο «Αρχές» και ορίζει τα εξής:

«1.   Η εισδοχή υπηκόου τρίτης χώρας δυνάμει της παρούσας οδηγίας υπόκειται σε έλεγχο δικαιολογητικών που αποδεικνύουν ότι ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας πληροί:

α)

τις γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 7· και

β)

τις σχετικές ειδικές προϋποθέσεις των άρθρων 8, 11, 12, 13, 14 ή 16.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τον αιτούντα να παρέχει τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 δικαιολογητικά σε μία από τις επίσημες γλώσσες του οικείου κράτους μέλους ή σε οποιαδήποτε επίσημη γλώσσα της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης που ορίζεται από το εν λόγω κράτος μέλος.

3.   Όταν πληρούνται όλες οι γενικές και ειδικές προϋποθέσεις, οι υπήκοοι τρίτων χωρών δικαιούνται να λάβουν άδεια.

Όταν ένα κράτος μέλος εκδίδει άδεια διαμονής μόνο στο έδαφός του και πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις εισδοχής που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος χορηγεί στον υπήκοο τρίτης χώρας την απαιτούμενη θεώρηση.»

15.

Το άρθρο 7 της οδηγίας 2016/801, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γενικές προϋποθέσεις», προβλέπει τα εξής:

«1.   Όσον αφορά την εισδοχή υπηκόου τρίτης χώρας δυνάμει της παρούσας οδηγίας, ο αιτών:

α)

προσκομίζει έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο, κατά τα οριζόμενα στο εθνικό δίκαιο, και, εφόσον απαιτείται, αίτηση θεώρησης ή ισχύουσα θεώρηση ή, κατά περίπτωση, ισχύουσα άδεια διαμονής ή ισχύουσα θεώρηση μακράς διαμονής· τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν η διάρκεια ισχύος του ταξιδιωτικού εγγράφου να καλύπτει τουλάχιστον τη διάρκεια της προβλεπόμενης διαμονής·

β)

προσκομίζει γονική άδεια ή ισοδύναμο έγγραφο για την προβλεπόμενη διαμονή σε περίπτωση που ο υπήκοος τρίτης χώρας είναι ανήλικος(-η) σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του αντίστοιχου κράτους μέλους·

γ)

προσκομίζει τα αποδεικτικά στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο υπήκοος της τρίτης χώρας διαθέτει ή, εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, ότι έχει υποβάλει αίτηση για ασφάλιση ασθένειας για όλους τους κινδύνους που καλύπτονται συνήθως για τους πολίτες του αντίστοιχου κράτους μέλους. Η ασφάλιση πρέπει να ισχύει για τη διάρκεια της προβλεπόμενης διαμονής·

δ)

προσκομίζει, αν το ζητήσει το κράτος μέλος, την απόδειξη πληρωμής του τέλους για τη διεκπεραίωση της αίτησης που προβλέπεται στο άρθρο 36·

ε)

προσκομίζει τα ζητούμενα από το οικείο κράτος μέλος αποδεικτικά στοιχεία που καταδεικνύουν ότι κατά τη προβλεπόμενη διαμονή του ο υπήκοος τρίτης χώρας θα διαθέτει επαρκείς πόρους για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσής του χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του συγκεκριμένου κράτους μέλους, καθώς και για την κάλυψη των εξόδων ταξιδίου επιστροφής. Η αξιολόγηση των επαρκών πόρων πρέπει να βασίζεται σε εξατομικευμένη εξέταση κάθε περίπτωσης και να λαμβάνει υπόψη τους πόρους που προέρχονται, μεταξύ άλλων, από επιχορήγηση, υποτροφία για σπουδαστές ή άλλη υποτροφία, έγκυρη σύμβαση εργασίας ή δεσμευτική προσφορά εργασίας ή χρηματοδοτική δέσμευση από οργανισμό διαχείρισης προγράμματος ανταλλαγής μαθητών, φορέα υποδοχής ασκουμένων, οργανισμό αρμόδιο για πρόγραμμα εθελοντικής υπηρεσίας, οικογένεια υποδοχής ή οργανισμό που μεσιτεύει εσωτερικούς άμισθους βοηθούς (au pair).

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τον αιτούντα να παράσχει τη διεύθυνση που έχει ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας στο έδαφός τους.

[…]

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν ένα ποσό αναφοράς το οποίο θεωρούν ότι συνιστά “επαρκείς πόρους” όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε). Η αξιολόγηση των επαρκών πόρων πρέπει να βασίζεται σε εξατομικευμένη εξέταση κάθε περίπτωσης.

4.   Η αίτηση υποβάλλεται και εξετάζεται είτε όταν ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας διαμένει εκτός του εδάφους του κράτους μέλους στο οποίο ο υπήκοος τρίτης χώρας επιθυμεί την εισδοχή του είτε όταν ο υπήκοος τρίτης χώρας διαμένει ήδη στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους ως κάτοχος ισχύουσας άδειας διαμονής ή θεώρησης μακράς διαμονής.

Κατ’ εξαίρεση, τα κράτη μέλη μπορούν να δεχτούν, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, αίτηση που υποβάλλεται όταν ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας δεν είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας διαμονής ή θεώρησης μακράς διάρκειας, αλλά βρίσκεται νόμιμα στο έδαφός τους.

5.   Τα κράτη μέλη καθορίζουν αν οι αιτήσεις πρέπει να υποβάλλονται από τον υπήκοο τρίτης χώρας, από τον φορέα υποδοχής ή από οποιονδήποτε από αυτούς.

6.   Οι υπήκοοι τρίτων χωρών που θεωρούνται απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία δεν γίνονται δεκτοί.»

16.

Το άρθρο 11 της οδηγίας αυτής προβλέπει, όπως προκύπτει από τον τίτλο του, τις «[ε]ιδικές προϋποθέσεις για τους σπουδαστές». Το εν λόγω άρθρο ορίζει τα εξής:

«1.   Εκτός από τις γενικές προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 7 όσον αφορά την εισδοχή υπηκόου τρίτης χώρας με σκοπό τις σπουδές, ο αιτών προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία:

α)

ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας έχει γίνει δεκτός σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για να παρακολουθήσει πρόγραμμα σπουδών·

β)

σε περίπτωση που το απαιτεί το κράτος μέλος, ότι έχει καταβάλει τα τέλη εγγραφής που χρεώνει το ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης·

γ)

σε περίπτωση που το απαιτεί το κράτος μέλος, ότι έχει επαρκή γνώση της γλώσσας του προγράμματος σπουδών το οποίο θα παρακολουθήσει·

δ)

σε περίπτωση που το απαιτεί το κράτος μέλος, ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας διαθέτει επαρκείς πόρους για την κάλυψη των εξόδων σπουδών.

2.   Οι υπήκοοι τρίτων χωρών που καλύπτονται αυτομάτως από ασφάλιση ασθένειας για όλους τους κινδύνους για τους οποίους καλύπτονται συνήθως οι πολίτες του αντίστοιχου κράτους μέλους, λόγω της εγγραφής τους σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, θεωρείται ότι πληρούν την προϋπόθεση του άρθρου 7 παράγραφος 1 στοιχείο γ).

3.   Το κράτος μέλος που έχει καθιερώσει διαδικασία έγκρισης για τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σύμφωνα με το άρθρο 15 απαλλάσσει τους αιτούντες από την υποβολή ενός ή περισσότερων εγγράφων ή αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία β), γ) ή δ) του παρόντος άρθρου ή στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο δ) ή στο άρθρο 7 παράγραφος 2 στην περίπτωση που οι υπήκοοι τρίτων χωρών πρόκειται να γίνουν δεκτοί από εγκεκριμένα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.»

17.

Το άρθρο 20, το οποίο περιλαμβάνεται στο τιτλοφορούμενο «Λόγοι απόρριψης, ανάκλησης ή μη ανανέωσης της άδειας» κεφάλαιο IV της εν λόγω οδηγίας και αφορά τους «[λ]όγ[ους] απόρριψης», έχει ως εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη απορρίπτουν αίτηση όταν:

α)

δεν πληρούνται οι γενικοί όροι που προβλέπει το άρθρο 7 ή οι σχετικοί ειδικοί όροι που προβλέπονται στα άρθρα 8, 11, 12, 13, 14 ή 16·

[…]

2.   Τα κράτη μέλη δύνανται να απορρίπτουν αίτηση όταν:

[…]

στ)

το κράτος μέλος έχει αποδείξεις ή σοβαρούς και αντικειμενικούς λόγους που καταδεικνύουν ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας θα διαμείνει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους έχει υποβάλει αίτηση εισδοχής.

[…]

4.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, κάθε απόφαση απόρριψης μιας αίτησης λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης περίπτωσης και σέβεται την αρχή της αναλογικότητας.»

18.

Το εν λόγω κεφάλαιο IV περιλαμβάνει επίσης το άρθρο 21, το οποίο, σύμφωνα με τον τίτλο του, προβλέπει τους «[λ]όγ[ους] ανάκλησης ή μη ανανέωσης της άδειας».

19.

Στο κεφάλαιο VII της οδηγίας 2016/801, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαδικασία και διαφάνεια», περιέχονται τα άρθρα 33 έως 36. Το άρθρο 34 της εν λόγω οδηγίας, σχετικά με τις «[δ]ιαδικαστικές εγγυήσεις και διαφάνεια», προβλέπει τα εξής:

«1.   Οι αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους εκδίδουν απόφαση σχετικά με την αίτηση χορήγησης ή ανανέωσης άδειας και κοινοποιούν την απόφασή τους γραπτώς στον αιτούντα, σύμφωνα με τις διαδικασίες κοινοποίησης που προβλέπονται στην εθνική νομοθεσία, το ταχύτερο δυνατό και το αργότερο εντός 90 ημερών από την ημερομηνία υποβολής της πλήρους αίτησης.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, στην περίπτωση που η διαδικασία εισδοχής αφορά εγκεκριμένο φορέα υποδοχής, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 15, η απόφαση επί της πλήρους αιτήσεως λαμβάνεται το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός 60 ημερών.

3.   Εάν οι πληροφορίες ή τα δικαιολογητικά που παρέχονται προς υποστήριξη της αίτησης είναι ελλιπή, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τον αιτούντα, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, για τις συμπληρωματικές πληροφορίες που απαιτούνται και ορίζουν εύλογη προθεσμία υποβολής τους. Η περίοδος που αναφέρεται στις παραγράφους 1 ή 2 αναστέλλεται μέχρις ότου οι αρμόδιες αρχές λάβουν τις απαιτούμενες συμπληρωματικές πληροφορίες. Εάν οι συμπληρωματικές πληροφορίες ή τα συμπληρωματικά έγγραφα δεν προσκομισθούν εντός της προθεσμίας αυτής, η αίτηση μπορεί να απορριφθεί.

4.   Οι λόγοι της απόφασης με την οποία κρίνεται απαράδεκτη ή απορρίπτεται αίτηση ή με την οποία δεν ανανεώνεται άδεια παρέχονται γραπτώς στον αιτούντα. Οι λόγοι για την απόφαση ανάκλησης αδείας παρέχονται γραπτώς στον υπήκοο τρίτης χώρας. Οι λόγοι για την απόφαση ανάκλησης αδείας μπορούν επίσης να παρέχονται γραπτώς στον φορέα υποδοχής.

5.   Κάθε απόφαση με την οποία κρίνεται απαράδεκτη ή απορρίπτεται αίτηση ή με την οποία δεν ανανεώνεται ή ανακαλείται άδεια υπόκειται σε ένδικα μέσα στο οικείο κράτος μέλος σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Η γραπτή κοινοποίηση προσδιορίζει το δικαστήριο ή τη διοικητική αρχή ενώπιον των οποίων ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προσφύγει, καθώς και την προθεσμία εντός της οποίας μπορεί να ασκήσει την προσφυγή.»

20.

Το άρθρο 35 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαφάνεια και πρόσβαση σε πληροφορίες», ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη καθιστούν εύκολα διαθέσιμες στους αιτούντες τις πληροφορίες σχετικά με όλα τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την υποβολή της αίτησης και πληροφορίες σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων και των διαδικαστικών εγγυήσεων για τους υπηκόους τρίτων χωρών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και, κατά περίπτωση, των μελών της οικογένειάς τους. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, το επίπεδο των επαρκών μηνιαίων πόρων, συμπεριλαμβανομένων των πόρων που απαιτούνται για την κάλυψη του κόστους των σπουδών ή της πρακτικής άσκησης –χωρίς να θίγεται η εξατομικευμένη εξέταση κάθε περίπτωσης– και των σχετικών τελών.

Οι αρμόδιες αρχές σε κάθε κράτος μέλος δημοσιεύουν καταλόγους των εγκεκριμένων φορέων υποδοχής για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. Επικαιροποιημένες εκδόσεις των εν λόγω καταλόγων πρέπει να δημοσιεύονται το συντομότερο δυνατόν μετά από κάθε μεταβολή τους.»

21.

Το άρθρο 40, περιλαμβανόμενο στο τιτλοφορούμενο «Τελικές διατάξεις» κεφάλαιο VIII της οδηγίας 2016/801, το οποίο αφορά τη «[μ]εταφορά», ορίζει τα εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο 23 Μαΐου 2018. Κοινοποιούν αμέσως στην [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω μέτρων.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα εν λόγω μέτρα, αυτά περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την παραπομπή αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι εν λόγω διατάξεις περιλαμβάνουν επίσης δήλωση που διευκρινίζει ότι οι παραπομπές στις οδηγίες που καταργούνται από την παρούσα οδηγία, οι οποίες περιέχονται στις ισχύουσες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, θεωρούνται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία. Ο τρόπος της αναφοράς και η διατύπωση της δήλωσης αποφασίζονται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εθνικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.»

Β.   Το βελγικό δίκαιο

22.

Το άρθρο 3 του loi sur l’accès au territoire, le séjour, l’établissement et l’éloignement des étrangers, du 15 décembre 1980 ( 9 ) (νόμου περί της εισόδου στην επικράτεια, της διαμονής, της εγκαταστάσεως και της απομάκρυνσης των αλλοδαπών, της 15ης Δεκεμβρίου 1980), προέβλεπε τα εξής:

«Υπό την επιφύλαξη παρεκκλίσεων προβλεπομένων σε διεθνή σύμβαση ή νόμο, μπορεί να μην επιτραπεί η είσοδος στον αλλοδαπό ο οποίος εμπίπτει σε μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

εάν διαπιστωθεί ότι βρίσκεται στη ζώνη διέλευσης αερολιμένα χωρίς να διαθέτει τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 2 έγγραφα·

[…]

εάν είναι καταχωρισμένος με σκοπό την απαγόρευση εισόδου και διαμονής στο [Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν ( 10 )] ή στην Εθνική Γενική Τράπεζα Δεδομένων·

εάν θεωρηθεί ότι μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τις διεθνείς σχέσεις του Βελγίου ή κράτους συμβαλλομένου σε διεθνή σύμβαση σχετική με τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων, η οποία δεσμεύει το Βέλγιο·

εάν θεωρηθεί ότι μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια ειρήνη, τη δημόσια τάξη ή την εθνική ασφάλεια·

εάν απομακρύνθηκε ή απελάθηκε από το Βασίλειο του Βελγίου εντός της προηγούμενης δεκαετίας, εφόσον το μέτρο δεν έχει ανασταλεί ή ανακληθεί.»

23.

Το άρθρο 39/2, παράγραφος 2, του νόμου αυτού όριζε τα εξής:

«Tο Conseil [du contentieux des étrangers] (Συμβούλιο [επιλύσεως ενδίκων διαφορών επί υποθέσεων αλλοδαπών, Βέλγιο) ( 11 )] εκδίδει αποφάσεις επί των λοιπών προσφυγών ακυρώσεως λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου ή τύπου του οποίου η μη τήρηση επισύρει ακυρότητα, καθώς και λόγω υπερβάσεως ή καταχρήσεως εξουσίας.»

24.

Το άρθρο 58 του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 όριζε τα ακόλουθα:

«Όταν αλλοδαπός ο οποίος επιθυμεί να πραγματοποιήσει σπουδές στο Βέλγιο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ή να παρακολουθήσει εκεί ένα προπαρασκευαστικό έτος για την τριτοβάθμια εκπαίδευση υποβάλλει σε βελγική διπλωματική ή προξενική αρχή αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής στο Βασίλειο του Βελγίου για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, η άδεια αυτή πρέπει να χορηγείται εφόσον ο ενδιαφερόμενος δεν εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3, πρώτο [εδάφιο, σημεία 5 έως 8], και εφόσον προσκομίζει τα ακόλουθα έγγραφα:

βεβαίωση που χορηγείται από εκπαιδευτικό ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 59·

αποδεικτικά στοιχεία ότι διαθέτει επαρκή μέσα διαβίωσης·

ιατρική βεβαίωση από την οποία προκύπτει ότι δεν έχει προσβληθεί από κάποια από τις ασθένειες ή ότι δεν πάσχει από κάποια από τις αναπηρίες που απαριθμούνται στο παράρτημα του παρόντος νόμου·

πιστοποιητικό που πιστοποιεί την απουσία καταδικών του για κακουργήματα ή πλημμελήματα του κοινού δικαίου, εάν ο ενδιαφερόμενος είναι άνω των 21 ετών.

Εάν δεν προσκομιστεί το πιστοποιητικό που προβλέπεται στο [σημείο 3] και στο [σημείο 4] του πρώτου εδαφίου, ο Υπουργός [ο οποίος είναι αρμόδιος για την είσοδο στην επικράτεια, τη διαμονή, την εγκατάσταση και την απομάκρυνση των αλλοδαπών ( 12 )] ή το εξουσιοδοτημένο από αυτόν πρόσωπο δύναται ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, να χορηγήσει στον αλλοδαπό άδεια διαμονής στο Βέλγιο με σκοπό τις σπουδές.

Ο αλλοδαπός μπορεί να ζητήσει να του χορηγηθεί άδεια διαμονής για διάστημα άνω των τριών μηνών στο Βασίλειο του Βελγίου σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται από τον Βασιλέα κατ’ εκτέλεση του άρθρου 9, δεύτερο εδάφιο.»

25.

Ο loi du 11 juillet 2021 modifiant la loi du 15 décembre 1980 sur l’accès au territoire, le séjour, l’établissement et l’éloignement des étrangers en ce qui concerne les étudiants ( 13 ) (νόμος της 11ης Ιουλίου 2021 για την τροποποίηση του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 περί της εισόδου στην επικράτεια, της διαμονής, της εγκαταστάσεως και της απομάκρυνσης των αλλοδαπών όσον αφορά τους σπουδαστές), μετέφερε εν μέρει στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία 2016/801, μετά την προβλεπόμενη στο άρθρο 40 ημερομηνία λήξης της προθεσμίας για τη μεταφορά της.

III. Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

26.

Στις 6 Αυγούστου 2020 η πρωτοδίκως προσφεύγουσα και αναιρεσείουσα της κύριας δίκης (στο εξής: αναιρεσείουσα της κύριας δίκης), υπήκοος Καμερούν, υπέβαλε στην πρεσβεία του Βελγίου στη Γιαουντέ (Καμερούν) αίτηση για τη χορήγηση θεώρησης «σπουδαστή» βάσει του άρθρου 58 του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980.

27.

Κατόπιν της άρνησης χορήγησης της θεώρησης με απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2020, η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης ζήτησε, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, την ακύρωση της εν λόγω απόφασης ενώπιον του Conseil du contentieux des étrangers (Συμβουλίου επιλύσεως ενδίκων διαφορών επί υποθέσεων αλλοδαπών), το οποίο απέρριψε την προσφυγή της με απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 2020.

28.

Συναφώς, το Conseil du contentieux des étrangers (Συμβούλιο επιλύσεως ενδίκων διαφορών επί υποθέσεων αλλοδαπών) απεφάνθη, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 58 του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 επιβάλλει στο Βασίλειο του Βελγίου να εξακριβώσει τη βούληση της αναιρεσείουσας της κύριας δίκης να σπουδάσει στο Βέλγιο. Εξάλλου, έκρινε ότι το Βασίλειο του Βελγίου μπορούσε να αρνηθεί να χορηγήσει τη θεώρηση που είχε ζητηθεί βάσει του άρθρου 58, έστω και αν το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 δεν είχε μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο, δεδομένου ότι το εν λόγω άρθρο 58 προέβλεπε επίσης τη δυνατότητα απόρριψης μιας τέτοιας αίτησης θεώρησης. Κατά το Conseil du contentieux des étrangers (Συμβούλιο επιλύσεως ενδίκων διαφορών επί υποθέσεων αλλοδαπών), το άρθρο 58 του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 επιβάλλει στο Βασίλειο του Βελγίου να ελέγξει το υποστατό της επιθυμίας του αιτούντος να πραγματοποιήσει σπουδές στο Βέλγιο και του επιτρέπει, επομένως, να απορρίψει την αίτηση αν αποδειχθεί ότι η πραγματική βούληση του υπηκόου τρίτης χώρας δεν συνίσταται στο να σπουδάσει.

29.

Με δικόγραφο της 19ης Ιανουαρίου 2021, η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης άσκησε αναίρεση ενώπιον του Conseil d’État (Συμβουλίου της Επικρατείας, Βέλγιο).

30.

Η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει, πρώτον, ότι το Conseil du contentieux des étrangers (Συμβούλιο επιλύσεως ενδίκων διαφορών επί υποθέσεων αλλοδαπών) δεν εδύνατο, να αποφανθεί, κατ’ ορθή κρίση, ότι η εφαρμογή του άρθρου 58 του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 ήταν σύμφωνη με το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801, παρότι η τελευταία αυτή διάταξη δεν είχε μεταφερθεί στο βελγικό δίκαιο και παρότι, αντιθέτως προς τις υποχρεώσεις διαφάνειας και ασφάλειας δικαίου, το βελγικό δίκαιο δεν προσδιόριζε τους σοβαρούς και αντικειμενικούς λόγους βάσει των οποίων καθίσταται δυνατόν να διαπιστωθεί ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας θα διαμείνει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους είχε υποβάλει αίτηση εισδοχής.

31.

Εξάλλου, ενώ το Βελγικό Δημόσιο υποστηρίζει, κατ’ αντίκρουση, ότι η οδηγία αυτή, ιδίως δε η αιτιολογική της σκέψη 41, επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να ελέγχουν το υποστατό του σχεδίου σπουδών του αιτούντος και την πρόθεσή του να σπουδάσει, οπότε τα κράτη μέλη μπορούν να ζητούν τα αποδεικτικά στοιχεία που είναι αναγκαία προς εκτίμηση του συνεπούς χαρακτήρα της αίτησης εισδοχής, η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης εκτιμά ότι ο ορισμός της έννοιας του «σπουδαστή» που προβλέπεται στο άρθρο 3, σημείο 3, της οδηγίας τους παρέχει μόνον τη δυνατότητα να βεβαιωθούν ότι ο αιτών έχει γίνει δεκτός σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, και όχι να εξακριβώσουν αν επιθυμεί πράγματι να σπουδάσει.

32.

Συγκεκριμένα, το Βελγικό Δημόσιο υποστηρίζει ότι το άρθρο 58 του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980, το οποίο ορίζει ότι η άδεια διαμονής χορηγείται σε αλλοδαπό ο οποίος επιθυμεί να πραγματοποιήσει σπουδές στο Βέλγιο, μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801, πράγμα το οποίο αμφισβητεί η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης.

33.

Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατά συνέπεια, αν η φράση «επιθυμεί να σπουδάσει» αρκεί για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, και αν μια ερμηνεία της οδηγίας υπ’ αυτή την έννοια πληροί τις υποχρεώσεις διαφάνειας και ασφάλειας δικαίου. Επισημαίνει, εξάλλου, ότι ο ορισμός, και δη η απαρίθμηση, των αποδεικτικών στοιχείων ή των σοβαρών και αντικειμενικών λόγων βάσει των οποίων μπορεί να καταδειχθεί ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας θα διαμείνει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους έχει υποβάλει αίτηση εισδοχής δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο 58 του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 και διερωτάται, επομένως, αν πρέπει να προβλέπεται ρητώς στα εθνικά μέτρα μεταφοράς.

34.

Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι το επιχείρημα αυτό της αναιρεσείουσας της κύριας δίκης είναι αβάσιμο, δεδομένου ότι το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 επιτρέπει την απόρριψη της αίτησης εφόσον αποδειχθεί ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας θα διαμείνει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους έχει υποβάλει αίτηση εισδοχής, όπερ σημαίνει ότι τα κράτη μέλη μπορούν κατ’ ανάγκην να εξακριβώνουν ότι ο αιτών έχει πράγματι την πρόθεση να διαμείνει για τον σκοπό που δικαιολογεί την αίτησή του. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι πρέπει να υποβάλει σχετικό ερώτημα στο Δικαστήριο.

35.

Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η σύμφωνη εφαρμογή του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801, τηρουμένων των αρχών της διαφάνειας και της ασφάλειας δικαίου, απαιτεί, αφενός, το εθνικό δίκαιο να προβλέπει ρητώς ότι η αίτηση αυτή μπορεί να απορριφθεί όταν το κράτος μέλος διαθέτει αποδείξεις ή σοβαρούς και αντικειμενικούς λόγους που καταδεικνύουν ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας θα διαμείνει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους έχει υποβάλει αίτηση εισδοχής και, αφετέρου, το εθνικό δίκαιο να διευκρινίζει ποια είναι τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία ή οι σοβαροί και αντικειμενικοί λόγοι που καταδεικνύουν ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας θα διαμείνει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους έχει υποβάλει αίτηση εισδοχής.

36.

Δεύτερον, η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι ο τρόπος με τον οποίο ασκείται ο σχετικός έλεγχος από το Conseil du contentieux des étrangers (Συμβούλιο επιλύσεως ενδίκων διαφορών επί υποθέσεων αλλοδαπών) δεν συνάδει προς τις απαιτήσεις που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης. Δυνάμει του άρθρου 39/2, παράγραφος 2, του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980, ο έλεγχος αυτός είναι έλεγχος νομιμότητας, οπότε, ναι μεν το Conseil du contentieux des étrangers (Συμβούλιο επιλύσεως ενδίκων διαφορών επί υποθέσεων αλλοδαπών) μπορεί να διαπιστώσει την έλλειψη νομιμότητας, πλην όμως δεν διαθέτει εξουσία μεταρρύθμισης. Εντούτοις, σε περίπτωση ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης, η αντίδικος αρχή θα δεσμεύεται από το δεδικασμένο που περιβάλλει το διατακτικό της απόφασης και το σκεπτικό της που αποτελεί το αναγκαίο του στήριγμα.

37.

Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι πρέπει να υποβληθεί σχετικό ερώτημα στο Δικαστήριο προκειμένου να διαπιστωθεί αν, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης, το άρθρο 39/2, παράγραφος 2, του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 πληροί τις απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 34, παράγραφος 5, της οδηγίας 2016/801, από την αρχή της αποτελεσματικότητας και από το άρθρο 47 του Χάρτη.

38.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 288 [ΣΛΕΕ], των άρθρων 14 έως 52 του [Χάρτη], των άρθρων 3, 5, 7, 11, 20, 34, 35 και 40 και των αιτιολογικών σκέψεων 2 και 60 της οδηγίας [2016/801], καθώς και των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της διαφάνειας, πρέπει η δυνατότητα απόρριψης της αίτησης χορήγησης άδειας διαμονής που παρέχεται στο κράτος μέλος βάσει του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας να προβλέπεται ρητώς στη νομοθεσία του εν λόγω κράτους [μέλους] προκειμένου το τελευταίο να κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πρέπει οι σοβαροί και αντικειμενικοί λόγοι να προσδιορίζονται από τη νομοθεσία του;

2)

Υποχρεούται το κράτος μέλος, κατά την εξέταση της αίτησης θεώρησης εισόδου για σπουδές, να εξακριβώσει τη βούληση και την πρόθεση του αλλοδαπού να πραγματοποιήσει σπουδές, μολονότι το άρθρο 3 της οδηγίας [2016/801] ορίζει τον σπουδαστή ως εκείνον ο οποίος έγινε δεκτός σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και οι λόγοι απόρριψης της αίτησης που προβλέπονται στο άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας είναι προαιρετικοί και όχι δεσμευτικοί όπως οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας;

3)

Απαιτείται κατά το άρθρο 47 του [Χάρτη], την αρχή της αποτελεσματικότητας και το άρθρο 34, παράγραφος 5, της οδηγίας 2016/801 η προσφυγή, η οποία προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο και ασκείται κατά απόφασης απορρίπτουσας την αίτηση εισδοχής στην επικράτεια για σκοπούς σπουδών, να παρέχει στον δικαστή τη δυνατότητα να υποκαταστήσει τη διοικητική αρχή στην εκτίμησή της και να μεταρρυθμίσει την απόφασή της ή αρκεί έλεγχος νομιμότητας ο οποίος παρέχει στον δικαστή τη δυνατότητα να διαπιστώσει την οικεία έλλειψη νομιμότητας, μεταξύ άλλων το πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, και να ακυρώσει την απόφαση της διοικητικής αρχής;»

39.

Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης, η Βελγική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή. Οι εν λόγω μετέχοντες στη διαδικασία παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 11 Οκτωβρίου 2023, κατά την οποία η Τσεχική, η Λιθουανική, η Λουξεμβουργιανή, η Ουγγρική και η Ολλανδική Κυβέρνηση υπέβαλαν επίσης προφορικές παρατηρήσεις ( 14 ).

IV. Ανάλυση

40.

Προτείνω στο Δικαστήριο να εξετάσει, σε πρώτο χρόνο, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα κράτος μέλος δύναται να απορρίπτει αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή» για τον λόγο που προβλέπεται στο άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801. Σε δεύτερο χρόνο, θα εξετάσω τον τρόπο που επελέγη για τη μεταφορά της διάταξης αυτής στο εσωτερικό δίκαιο, σημείο στο οποίο εστιάζει το αιτούν δικαστήριο στο πλαίσιο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος. Τέλος, σε τρίτο χρόνο, θα αναλύσω τις διαδικαστικές λεπτομέρειες που διέπουν το μέσο έννομης προστασίας που ασκείται κατά της απόφασης με την οποία απορρίπτεται η αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή», κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 34, παράγραφος 5, της οδηγίας, οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος.

Α.   Επί της εκτάσεως της ευχέρειας που παρέχεται στο κράτος μέλος να απορρίπτει αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή» για τον λόγο που προβλέπεται στο άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 (δεύτερο προδικαστικό ερώτημα)

41.

Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο αν, για τους σκοπούς της εξέτασης αίτησης για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή» υποβληθείσας βάσει της οδηγίας 2016/801, η αρμόδια αρχή υποχρεούται να εξακριβώσει τη βούληση και την πρόθεση του υπηκόου τρίτης χώρας να παρακολουθήσει σπουδές και, εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση, ποιες είναι οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες οφείλει να προβεί στην εξέταση αυτή.

42.

Το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρεται ρητώς στην εξέταση που απαιτείται βάσει του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας, αλλά γενικότερα στην «εξέταση της αίτησης θεώρησης εισόδου για σπουδές». Πάντως, για τους λόγους που θα εκθέσω ευθύς αμέσως, μόνον η διάταξη αυτή συνεπάγεται ότι η αρμόδια αρχή ελέγχει την πρόθεση του υπηκόου τρίτης χώρας να παρακολουθήσει σπουδές στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, προκειμένου να αξιολογήσει μια τέτοια αίτηση.

43.

Πράγματι, από το άρθρο 5 της οδηγίας 2016/801, σε συνδυασμό με την αιτιολογική της σκέψη 30, προκύπτει ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας δικαιούται να λάβει άδεια διαμονής ή θεώρηση «σπουδαστή» αν η αρμόδια αρχή διαπιστώσει ότι η αίτηση πληροί τις γενικές και ειδικές προϋποθέσεις που προβλέπονται αντιστοίχως στα άρθρα 7 και 11 της οδηγίας αυτής ( 15 ).

44.

Καμία από τις προϋποθέσεις αυτές, είτε είναι γενικές είτε ειδικές, δεν συνεπάγεται ότι η αρμόδια αρχή ελέγχει, κατά κυριολεξία, την πρόθεση και τη βούληση του υπηκόου τρίτης χώρας να παρακολουθήσει σπουδές. Η εισαγωγή σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για την παρακολούθηση προγράμματος σπουδών ( 16 ), η καταβολή των σχετικών διδάκτρων ή ακόμη και η επαρκής γνώση της γλώσσας του προγράμματος σπουδών αποτελούν αντικειμενικά κριτήρια βάσει των οποίων καταδεικνύεται συνήθως η πρόθεση του αιτούντος να σπουδάσει. Εντούτοις, οι πραγματικές αυτές διαπιστώσεις δεν αποκλείουν καταστάσεις στις οποίες η αρμόδια αρχή μπορεί να παραπλανηθεί, εκ προθέσεως ή όχι, όσον αφορά τον σκοπό της διαμονής του υπηκόου τρίτης χώρας.

45.

Συνακόλουθα, η αιτιολογική σκέψη 36 της οδηγίας 2016/801 διευκρινίζει ότι «[η] άρνηση εισδοχής […] θα πρέπει να είναι δυνατή [για τα κράτη μέλη] για λόγους δεόντως αιτιολογημένους». Όπως υπενθύμισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι λόγοι αυτοί απαριθμούνται εξαντλητικώς στο άρθρο 20 της εν λόγω οδηγίας και τα κράτη μέλη δεν μπορούν να προσθέσουν άλλους λόγους.

46.

Το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/801 προβλέπει τους λόγους για τους οποίους το κράτος μέλος οφείλει να απορρίπτει την αίτηση εισδοχής. Πρόκειται για λόγους υποχρεωτικής απόρριψης. Αντιθέτως, το άρθρο 20, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τους λόγους για τους οποίους το κράτος μέλος δύναται να απορρίπτει μια τέτοια αίτηση. Όπως μαρτυρεί η χρήση του ρήματος «δύναμαι» από τον νομοθέτη της Ένωσης, οι λόγοι αυτοί είναι προαιρετικοί για το κράτος μέλος.

47.

Πάντως, από το σύνολο των λόγων αυτών, μόνον ο λόγος απόρριψης που προβλέπεται στο άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της εν λόγω οδηγίας αφορά, εξ ορισμού, τον σκοπό της διαμονής του αιτούντος ( 17 ).

48.

Επομένως, πρέπει επί του παρόντος να καθοριστεί ο βαθμός στον οποίο η αρμόδια αρχή κράτους μέλους, ενώπιον της οποίας έχει υποβληθεί αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή», υποχρεούται να εξακριβώσει την πρόθεση του υπηκόου τρίτης χώρας να παρακολουθήσει σπουδές. Προς τούτο, θα αρχίσω την εξέτασή μου με γραμματική ανάλυση του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801, προτού εξετάσω το πλαίσιο και τους σκοπούς που επιδιώκει η νομοθεσία στην οποία εντάσσεται η διάταξη αυτή.

1. Γραμματική ανάλυση του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801

49.

Το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 απονέμει στην αρμόδια αρχή κράτους μέλους την ευχέρεια να απορρίπτει αίτηση εισδοχής επειδή έχει «αποδείξεις ή σοβαρούς και αντικειμενικούς λόγους που καταδεικνύουν ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας θα διαμείνει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους έχει υποβάλει αίτηση εισδοχής».

50.

Πρώτον, η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Πράγματι, επιτρέπει στην αρμόδια αρχή να απορρίπτει αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή» και, ως εκ τούτου, να αρνείται την είσοδο και τη διαμονή υπηκόου τρίτης χώρας με σκοπό τις σπουδές στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, μολονότι καταδεικνύεται ότι η αίτηση αυτή δεν πάσχει κανένα ελάττωμα του άρθρου 20, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/801, δηλαδή πληροί τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας που απαιτούνται από τα άρθρα 7 και 11 της εν λόγω οδηγίας, ότι τα έγγραφα και τα στοιχεία στα οποία στηρίζεται η αίτηση είναι γνήσια και ακριβή και, κατά περίπτωση, ότι ο οικείος φορέας υποδοχής είναι εγκεκριμένος.

51.

Μια στενή ερμηνεία του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο καθόσον ο λόγος απόρριψης της αίτησης εισδοχής που προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη συνιστά, επίσης, λόγο ανάκλησης ή μη ανανέωσης άδειας χορηγηθείσας στον σπουδαστή, σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας, καθώς και λόγο απόρριψης της αίτησης κινητικότητας που ο τελευταίος έχει υποβάλει σε δεύτερο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, της οδηγίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, ένας τέτοιος λόγος ενδέχεται να επιφέρει ακόμη σοβαρότερες συνέπειες όσον αφορά όχι μόνον τον αιτούντα αλλά και τα μέλη της οικογένειάς του ( 18 ).

52.

Δεύτερον, από το γράμμα του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 προκύπτει ότι το άρθρο αυτό αφορά την περίπτωση κατά την οποία η άδεια διαμονής ή η θεώρηση εισόδου έχει «σκοπούς άλλους» από εκείνους για τους οποίους έχει υποβληθεί η αίτηση. Ο νομοθέτης της Ένωσης ανάγει τον σκοπό της διαμονής σε ουσιώδη προϋπόθεση, γεγονός που συνάδει με «το συγκεκριμένο είδος διαμονής της κάθε κατηγορίας υπηκόων τρίτων χωρών» που εμπίπτει στην οδηγία αυτή ( 19 ).

53.

Όσον αφορά την άδεια διαμονής ή τη θεώρηση «σπουδαστή», ο σκοπός της διαμονής απορρέει από τον ορισμό της έννοιας του «σπουδαστή», ο οποίος περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, σημείο 3, της οδηγίας 2016/801, και κατά τον οποίο ως σπουδαστής νοείται «υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος έχει γίνει δεκτός σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στον οποίον επετράπη η είσοδος στο έδαφος κράτους μέλους για να έχει ως κύρια δραστηριότητα την παρακολούθηση προγράμματος σπουδών πλήρους φοίτησης, με σκοπό την απόκτηση τίτλου τριτοβάθμιων σπουδών αναγνωρισμένου από το εν λόγω κράτος μέλος» ( 20 ).

54.

Κατά συνέπεια, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης, υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος έχει γίνει δεκτός σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αλλά του οποίου η αίτηση εισδοχής είναι υπό εξέταση από την αρμόδια αρχή, δεν έχει την ιδιότητα του «σπουδαστή» κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 3, της οδηγίας αυτής.

55.

Συγκεκριμένα, από τον ορισμό αυτόν, και ιδίως από τη χρήση του συμπλεκτικού συνδέσμου «και», προκύπτει ότι η ιδιότητα του «σπουδαστή» απαιτεί να πληρούνται σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις, ήτοι, αφενός, ο υπήκοος τρίτης χώρας να έχει γίνει δεκτός σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και, αφετέρου, να του επετράπη η είσοδος στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, τούτο δε προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του, ως κύρια δραστηριότητά του και υπό καθεστώς πλήρους φοίτησης, στο ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο οποίο έχει εγγραφεί κανονικά. Όπως υπογράμμισε η Βελγική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο σκοπός αυτός εκφράζεται επίσης στο άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2016/801, το οποίο απαιτεί ο υπήκοος αυτός να έχει γίνει δεκτός σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης «για να παρακολουθήσει πρόγραμμα σπουδών». Λαμβανομένου υπόψη του εν λόγω ορισμού, φρονώ ότι η αρμόδια αρχή κράτους μέλους δύναται, ως εκ τούτου, να απορρίπτει αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή» βάσει του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας αυτής οσάκις διαπιστώνει ότι με τη διαμονή του εν λόγω υπηκόου επιδιώκεται διαφορετικός σκοπός.

56.

Μια τέτοια κατάσταση μπορεί να οφείλεται σε εκ παραδρομής σφάλμα. Τούτο μπορεί να συμβαίνει οσάκις η αρμόδια αρχή διαπιστώνει ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας έχει την πρόθεση να ασκήσει έμμισθη δραστηριότητα υπό συνθήκες που δεν του επιτρέπουν να αφιερώσει χρόνο στο «ωράριο σπουδών» –κατά τη διατύπωση του άρθρου 24 της οδηγίας αυτής ( 21 )–, με αποτέλεσμα η διαμονή να στερείται του αντικειμένου της και του ουσιώδους σκοπού της.

57.

Μια τέτοια κατάσταση μπορεί επίσης να οφείλεται σε απόπειρα σκόπιμης καταστρατήγησης της διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή, η αρμόδια αρχή παραπλανάται ως προς τον πραγματικό σκοπό της διαμονής, λόγω της καταχρηστικής ή δόλιας πρόθεσης του φορέα υποδοχής ή του υπηκόου τρίτης χώρας ( 22 ). Ο τελευταίος θα μπορούσε, επομένως, να υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή» με μοναδικό σκοπό να κάνει κατάχρηση των διευκολύνσεων που έχει θεσπίσει το δίκαιο της Ένωσης προς όφελος των αλλοδαπών σπουδαστών, να απολαύει των δικαιωμάτων και των πλεονεκτημάτων που συνδέονται με την ιδιότητα του σπουδαστή ( 23 ), να αποφύγει την εφαρμογή των προϋποθέσεων εισόδου και διαμονής που άλλως θα ήταν εφαρμοστέες στην περίπτωσή του ή ακόμη και να παραμείνει στο κράτος μέλος. Κατά συνέπεια, το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 σκοπεί στο να αποτρέψει καταστάσεις στις οποίες διαπιστώνεται ότι το δικαίωμα διαμονής ή η θεώρηση «σπουδαστή» θα παρέκκλινε του σκοπού του/της, αφήνοντας στα κράτη μέλη τα μέσα για να εντοπίσουν τέτοιες καταστάσεις, όπως και τα μέτρα που μπορούν να λάβουν στις πρεσβείες ή στα προξενεία τους για να εντοπίσουν και να αποτρέψουν, για παράδειγμα, τις καταχρήσεις του δικαιώματος οικογενειακής επανένωσης μέσω εικονικών γάμων ( 24 ).

58.

Η ερμηνεία αυτή του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 επιβεβαιώνεται από την αιτιολογική σκέψη 41 αυτής, η οποία αναφέρει ότι, «[σ]ε περίπτωση αμφιβολιών για τους λόγους υποβολής της αίτησης εισδοχής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να διενεργούν κατάλληλους ελέγχους ή να ζητούν αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να αξιολογούν, κατά περίπτωση, τ[ις] σκοπούμεν[ες] από τον αιτούντα […], σπουδές, πρακτική άσκηση, […] και να καταπολεμάται η κατάχρηση ή η κακή χρήση της διαδικασίας που ορίζεται στην [εν λόγω] οδηγία» ( 25 ).

59.

Τρίτον, η χρήση δυνητικής εγκλίσεως («séjournerait») στο άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 καθιστά δυνατό να διευκρινιστεί η φύση της εκτίμησης στην οποία πρέπει να προβεί η αρμόδια αρχή. Πρόκειται για εκτίμηση ex ante, δεδομένου ότι η αρχή αυτή καλείται να καθορίσει, σε υποθετικό πλαίσιο, τις προθέσεις του αιτούντος όσον αφορά το αντικείμενο και τον σκοπό της διαμονής ( 26 ).

60.

Επομένως, η εν λόγω εκτίμηση διαφέρει από εκείνη στην οποία οφείλει να προβεί η εν λόγω αρχή κατά το άρθρο 21, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2016/801. Δυνάμει της διάταξης αυτής, η αρμόδια αρχή οφείλει να ανακαλεί ή να αρνείται να ανανεώσει προηγουμένως χορηγηθείσα άδεια εφόσον διαπιστώνει ότι «ο υπήκοος τρίτης χώρας διαμένει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους του έχει επιτραπεί να διαμένει» ( 27 ). Στην περίπτωση αυτή, αντικειμενικές περιστάσεις, όπως το γεγονός ότι ο υπήκοος αυτός δεν άρχισε τις σχετικές σπουδές, τις ανέστειλε ή τις εγκατέλειψε πρόωρα ή, ακόμη, το γεγονός ότι ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα υπερβαίνουσα τον μέγιστο επιτρεπόμενο αριθμό ωρών εργασίας, ότι διαμένει μακριά από τον τόπο σπουδών και δη στο έδαφος άλλου κράτους μέλους πέραν των δικαιωμάτων του κινητικότητας εντός της Ένωσης, αποτελούν πραγματικές διαπιστώσεις οι οποίες καθιστούν ευχερέστερο να διαπιστωθούν το αντικείμενο και ο σκοπός της διαμονής του εν λόγω υπηκόου και, ειδικότερα, οι περιπτώσεις καταστρατήγησης της διαδικασίας. Τέτοιες διαπιστώσεις είναι δυσκολότερο να γίνουν όταν η αίτηση υποβάλλεται ενώ ο υπήκοος τρίτης χώρας διαμένει ακόμη εκτός του εδάφους του οικείου κράτους μέλους.

61.

Συναφώς, δεδομένου ότι το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 σιωπά, η απόδειξη είναι ελεύθερη. Ο νομοθέτης της Ένωσης δεν θέτει καμία ειδική απαίτηση ως προς τη μορφή της, δεδομένου ότι η αιτιολογική σκέψη 41 της οδηγίας αναφέρει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να διενεργούν «κατάλληλους ελέγχους» και να ζητούν «αποδεικτικά στοιχεία» ( 28 ) προκειμένου να αξιολογούν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, τις σπουδές ή την πρακτική άσκηση που προτίθεται να πραγματοποιήσει ο υπήκοος τρίτης χώρας καθώς και τον κίνδυνο κατάχρησης ή απάτης. Επιπλέον, από το γράμμα του εν λόγω άρθρου προκύπτει ότι οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η αρμόδια αρχή πρέπει να είναι «αντικειμενικοί και σοβαροί» ( 29 ), πράγμα που σημαίνει ότι η αρχή αυτή πρέπει να διαθέτει εμπεριστατωμένους και βάσιμους λόγους, προερχόμενους από εξατομικευμένη εξέταση της αίτησης, οι οποίοι δικαιολογούν την απόρριψή της.

62.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω γραμματικών ενδείξεων, θα διατυπώσω δύο παρατηρήσεις.

63.

Η πρώτη αφορά το βάρος απόδειξης. Κατά τη γνώμη μου, δεν αρκεί η αρμόδια αρχή να αμφισβητεί το αντικείμενο και τον σκοπό της αίτησης για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή». Τουναντίον, φρονώ ότι είναι αναγκαίο να αποκτήσει η αρμόδια αρχή την πεποίθηση ότι η διαμονή δεν θα έχει ούτε ως αντικείμενο ούτε ως σκοπό την παρακολούθηση σπουδών στο ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που αναγράφεται στην αίτηση. Η εκτίμηση αυτή πρέπει να στηρίζεται σε μια δέσμη τόσο αντικειμενικών όσο και υποκειμενικών ενδείξεων και μπορεί να καθιστά απαραίτητη τη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων, όχι μόνον του αιτούντος, των διπλωματικών αποστολών, των πρεσβειών ή των προξενείων (ανάλογα με την οργάνωση των οικείων εθνικών υπηρεσιών), αλλά και των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή ακόμη και των υπηρεσιών που είναι αρμόδιες σε θέματα μετανάστευσης. Η πρόθεση του υπηκόου τρίτης χώρας αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο, το οποίο κατά κανόνα αποδεικνύεται με αναφορά σε αντικειμενικά κριτήρια, όπως η εγγραφή του σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το κόστος που σχετίζεται με τις σπουδές, η γνώση της γλώσσας του κράτους μέλους υποδοχής, το κατά πόσον διέμενε νομίμως σε κράτος μέλος της Ένωσης σε προγενέστερο χρόνο. Ορισμένα κράτη μέλη μπορούν, στο πλαίσιο αυτό, να δίδουν ιδιαίτερη προσοχή στη λογική συνάφεια του σχεδίου σπουδών του αιτούντος. Στη Γαλλία, οι αιτήσεις που υποβάλλονται από υπηκόους Αιγύπτου πρέπει να συνοδεύονται από αιτιολογημένο σχέδιο, το οποίο να είναι «συνεκτικό και στο μέτρο του δυνατού, να αποτελεί συνέχεια [της] προηγούμενης ακαδημαϊκής πορείας» ( 30 ). Στο Βέλγιο, όπως τούτο προκύπτει από τα παραρτήματα των παρατηρήσεων της αναιρεσείουσας της κύριας δίκης, όπως και από τα στοιχεία που προσκόμισε η Βελγική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η αίτηση εισδοχής που υποβάλλεται ενώπιον των προξενικών αρχών του Καμερούν περιλαμβάνει ερωτηματολόγιο και συνοδεύεται από συνέντευξη, η οποία πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα στον υπήκοο τρίτης χώρας να αποδείξει το πραγματικό της πρόθεσής του να διαμείνει στο Βέλγιο ως σπουδαστής ( 31 ). Στις περιπτώσεις αυτές, η λογική συνάφεια του σχεδίου σπουδών εκτιμάται σε σχέση με τις ικανότητες που έχει αποκτήσει ο υπήκοος τρίτης χώρας, διαμέσου ιδίως της ακαδημαϊκής του πορείας, και σε σχέση με τις επαγγελματικές του επιδιώξεις και φιλοδοξίες. Ο υπήκοος αυτός έχει, επίσης, τη δυνατότητα να αποσαφηνίσει ή να υπερασπιστεί το σχέδιο σπουδών ή πρακτικής άσκησής του κατά τη συνέντευξη με σύμβουλο προσανατολισμού.

64.

Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή στη σημασία της συνεκτίμησης της λογικής συνάφειας του σχεδίου σπουδών του υπηκόου τρίτης χώρας στο πλαίσιο του εντοπισμού και της αποτροπής του ενδεχομένου καταστρατήγησης της διαδικασίας. Πράγματι, μολονότι ο νομοθέτης της Ένωσης αναφερόταν ρητώς στο στοιχείο αυτό στην αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας 2004/114, δεν το επανέλαβε στην αιτιολογική σκέψη 41 της οδηγίας 2016/801, προτιμώντας μια γενικότερη διατύπωση εστιασμένη στις «σπουδές, πρακτική άσκηση» που σχεδιάζει ο υπήκοος τρίτης χώρας. Κατά τη γνώμη μου, τίποτε δεν εμποδίζει την αρμόδια αρχή να λαμβάνει υπόψη τη λογική συνάφεια του σχεδίου σπουδών του υπηκόου αυτού, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι η εκτίμηση αυτή είναι εξατομικευμένη, πραγματοποιείται με σύνεση από ειδικευμένο προσωπικό και σε συνεργασία με τον εν λόγω υπήκοο. Θεωρώ, επίσης, ουσιώδες να λαμβάνει υπόψη τις καταστάσεις στις οποίες ο υπήκοος τρίτης χώρας ενδεχομένως ακολούθησε μια μη συμβατική ακαδημαϊκή πορεία ή σχεδιάζει να επαναπροσδιορίσει την πορεία του. Επομένως, η λογική συνάφεια του σχεδίου σπουδών αποτελεί στοιχείο που μπορεί να λαμβάνεται υπόψη από την αρμόδια αρχή, η βαρύτητα όμως του οποίου θα ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

65.

Εν προκειμένω, από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν ως συνημμένα στις παρατηρήσεις της αναιρεσείουσας της κύριας δίκης προκύπτει ότι οι βελγικές προξενικές αρχές προσέδωσαν μείζονα σημασία στο εν λόγω σχέδιο σπουδών. Πράγματι, βάσει των απαντήσεων που έδωσε η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης στο επισυναφθέν στην αίτηση εισδοχής της ερωτηματολόγιο και μετά το πέρας της συνέντευξής της με σύμβουλο προσανατολισμού, οι αρχές αυτές θεώρησαν ότι το σχέδιο σπουδών της ενείχε «πρόδηλες ανακολουθίες» όχι μόνο σε σχέση με την ακαδημαϊκή της πορεία, αλλά και σε σχέση με το επαγγελματικό της σχέδιο. Κατέληξαν στην απόρριψη της αίτησης για τον λόγο ότι αυτή συνιστούσε απόπειρα καταστρατήγησης της διαδικασίας χορήγησης της θεώρησης «σπουδαστή» για μεταναστευτικούς σκοπούς ( 32 ). Απλώς θα διευκρινίσω στο σημείο αυτό ότι ένα κράτος μέλος μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να απορρίπτει αίτηση εισδοχής με την αιτιολογία ότι το σχέδιο σπουδών του υπηκόου τρίτης χώρας ενέχει ανακολουθίες μόνον υπό την προϋπόθεση, αφενός, ότι παρέχει στον αιτούντα τη δυνατότητα να εκθέσει και να δικαιολογήσει το σχέδιο αυτό ενώπιον ειδικευμένου προσωπικού και, αφετέρου, ότι οι ανακολουθίες αυτές παρίστανται πρόδηλες.

66.

Η δεύτερη παρατήρηση την οποία επιθυμώ να διατυπώσω αφορά τη μεταφορά του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 στην εσωτερική έννομη τάξη. Ουδόλως απαιτείται από το κράτος μέλος να απαριθμεί, στον νόμο για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, τους λόγους που μπορεί να καταδεικνύουν ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας θα διαμείνει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους υποβάλλει την αίτηση εισδοχής του. Οι λόγοι αυτοί εξαρτώνται από την εκτίμηση κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως, μια τέτοια απαρίθμηση θα μπορούσε δε να στερήσει από την αρμόδια αρχή το περιθώριο εκτίμησής της. Αντιθέτως, η εν λόγω αρχή υποχρεούται, σύμφωνα με το άρθρο 34, παράγραφος 4, της οδηγίας, να γνωστοποιήσει εγγράφως τον λόγο για τον οποίο απορρίπτεται η αίτηση, παρέχοντας, ως εκ τούτου, στον υπήκοο τρίτης χώρας τη δυνατότητα να προβάλει το σύνολο των περιστάσεων που πιστοποιούν το πραγματικό ή τη λογική συνάφεια του σχεδίου σπουδών του στο πλαίσιο του μέσου έννομης προστασίας που μπορεί να ασκήσει σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου αυτού.

67.

Ως συμπέρασμα της γραμματικής αυτής ανάλυσης, φρονώ ότι η αρμόδια αρχή κράτους μέλους δύναται να απορρίπτει αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή» βάσει του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 μόνον εφόσον διαπιστώνει, κατόπιν εξατομικευμένης εκτίμησης της αίτησης και βάσει αποδείξεων ή σοβαρών και αντικειμενικών λόγων, ότι η διαμονή του υπηκόου τρίτης χώρας δεν έχει ούτε ως αντικείμενο ούτε ως βασικό σκοπό την παρακολούθηση, ως κύριας δραστηριότητας, προγράμματος σπουδών πλήρους φοίτησης προς απόκτηση τίτλου τριτοβάθμιων σπουδών αναγνωρισμένου από το εν λόγω κράτος. Στο πλαίσιο της εξέτασης αυτής, τίποτε δεν εμποδίζει την αρμόδια αρχή να λαμβάνει υπόψη τη λογική συνάφεια του σχεδίου σπουδών.

68.

Η συστηματική και τελολογική ανάλυση της οδηγίας 2016/801 επιρρωννύει την εν λόγω ερμηνεία.

2. Συστηματική και τελολογική ανάλυση της οδηγίας 2016/801

69.

Όσον αφορά, πρώτον, τη συστηματική ανάλυση της οδηγίας 2016/801, μια τέτοια ερμηνεία καθιστά δυνατόν, κατά τη γνώμη μου, να διασφαλίζεται ο σεβασμός της αρχής της αναλογικότητας καθώς και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ενδιαφερόμενου προσώπου.

70.

Συγκεκριμένα, από την αιτιολογική σκέψη 61 της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι η απόφαση περί απόρριψης αίτησης εισδοχής πρέπει να λαμβάνεται με σεβασμό στα θεμελιώδη δικαιώματα του ενδιαφερομένου, όπως αυτά κατοχυρώνονται στον Χάρτη, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και το δικαίωμα στην εκπαίδευση.

71.

Επιπλέον, το άρθρο 20, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι «κάθε απόφαση απόρριψης μιας αίτησης λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης περίπτωσης και σέβεται την αρχή της αναλογικότητας». Τούτο συνεπάγεται ότι, προτού αποφανθεί επί της αίτησης, η αρμόδια αρχή προβαίνει σε εξατομικευμένη εξέτασή της, στο πλαίσιο της οποίας οφείλει να αξιολογεί εξαντλητικώς τόσο τα αντικειμενικά όσο και τα υποκειμενικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή της και να λαμβάνει υπόψη, ισορροπημένα και λελογισμένα, το σύνολο των διακυβευομένων συμφερόντων ( 33 ).

72.

Η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία δεσμεύει τα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης ( 34 ). Συνακόλουθα, μολονότι η καταπολέμηση της απάτης συνιστά θεμιτό σκοπό που δικαιολογεί τη διενέργεια ελέγχων και, ενδεχομένως, την απόρριψη της αίτησης, υπενθυμίζω ότι, σε περίπτωση όπως η επίμαχη, ο υπήκοος τρίτης χώρας πληροί τόσο τις γενικές όσο και τις ειδικές προϋποθέσεις επιλεξιμότητας που απαιτούνται από τα άρθρα 7 και 11 της οδηγίας 2016/801. Τούτο συνεπάγεται ότι έχει γίνει δεκτός σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ότι έχει, ενδεχομένως, προσκομίσει αποδεικτικό πληρωμής των τελών εγγραφής. Κατά συνέπεια, ο υπήκοος αυτός διατρέχει τον κίνδυνο να απορριφθεί η αίτησή του για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή» και, επομένως, να στερηθεί τη δυνατότητα να παρακολουθήσει σπουδές στο ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο οποίο είναι εγγεγραμμένος. Υπό τις συνθήκες αυτές, και με εξαίρεση τις περιπτώσεις στις οποίες υφίσταται πρόδηλη κατάχρηση δικαιώματος, είναι σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, η αρμόδια αρχή να αξιολογεί κατά περίπτωση αν η απόρριψη της αίτησης δεν είναι δυσανάλογη και δεν ενέχει τον κίνδυνο να θίγονται ορισμένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη.

73.

Όσον αφορά, δεύτερον, την τελολογική ανάλυση της οδηγίας 2016/801, η απόφαση με την οποία η αρμόδια αρχή κράτους μέλους απορρίπτει αίτηση εισδοχής με σκοπό τις σπουδές για τον λόγο ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας δεν θα διαμείνει στην εθνική επικράτεια για να παρακολουθήσει, ως κύρια δραστηριότητα, πρόγραμμα σπουδών πλήρους φοίτησης, με σκοπό την απόκτηση τίτλου τριτοβάθμιων σπουδών αναγνωρισμένου από το εν λόγω κράτος, συμβάλλει στην επίτευξη των σκοπών της οδηγίας αυτής.

74.

Κατ’ αρχάς, η οδηγία 2016/801 αποσκοπεί στον καθορισμό των προϋποθέσεων εισόδου και διαμονής, τόσο στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής όσο και στο έδαφος των λοιπών κρατών μελών, πλειόνων κατηγοριών υπηκόων τρίτων χωρών, οι δε προϋποθέσεις αυτές καθορίζονται σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο είδος διαμονής καθεμιάς από τις κατηγορίες αυτές.

75.

Όσον αφορά περιπτώσεις διαμονής με σκοπό τις σπουδές, η οδηγία 2016/801 αποσκοπεί στο να προωθηθεί η Ευρώπη ως παγκόσμιο κέντρο αριστείας για τις σπουδές βελτιώνοντας και απλουστεύοντας τις «προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής των ατόμων που επιθυμούν να έλθουν στην Ένωση για τους σκοπούς αυτούς» ( 35 ). Επιπλέον, από τις αιτιολογικές της σκέψεις 15 και 44 προκύπτει ότι η οδηγία αποσκοπεί στη διευκόλυνση της κινητικότητας των σπουδαστών στο εσωτερικό της Ένωσης ούτως ώστε να καταστεί ελκυστική και ανταγωνιστική η ευρωπαϊκή τριτοβάθμια εκπαίδευση. Προς τούτο, σκοπός της εν λόγω οδηγίας είναι, σύμφωνα με τις αιτιολογικές της σκέψεις 44 και 48, η θέσπιση ενός «ειδικού καθεστώτος κινητικότητας» των σπουδαστών εντός της Ένωσης, το οποίο περιλαμβάνει αυτόνομους κανόνες για την είσοδο και τη διαμονή με σκοπό τις σπουδές σε άλλα κράτη μέλη πλην του κράτους μέλους υποδοχής. Επομένως, η άδεια διαμονής που χορηγείται από το κράτος μέλος υποδοχής παρέχει στους υπηκόους τρίτων χωρών το δικαίωμα εισόδου και διαμονής στο έδαφος άλλου κράτους μέλους προκειμένου να πραγματοποιήσουν εκεί μέρος των σπουδών τους για μέγιστη διάρκεια 360 ημερών, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν την κινητικότητα βάσει του άρθρου 31 της ίδιας οδηγίας.

76.

Στη συνέχεια, η οδηγία 2016/801 έχει ως αντικείμενο, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτής, να θεσπίσει τα δικαιώματα των υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές τόσο στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής όσο και στο έδαφος των άλλων κρατών μελών. Από την αιτιολογική σκέψη 54 της οδηγίας προκύπτει ότι σκοπός της είναι η προσέγγιση των δικαιωμάτων των υπηκόων αυτών με εκείνα τα οποία απολαύουν οι υπήκοοι του οικείου κράτους μέλους, οπότε η άδεια διαμονής καθιστά δυνατό στον σπουδαστή να απολαύει ίσης μεταχείρισης υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 22, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας.

77.

Πλην όμως, η απόφαση με την οποία αρμόδια αρχή απορρίπτει αίτηση εισδοχής με σκοπό τις σπουδές για τον λόγο ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας δεν θα διαμείνει στο έδαφος του κράτους μέλους για να παρακολουθήσει, ως κύρια δραστηριότητα, πρόγραμμα σπουδών πλήρους φοίτησης, με σκοπό την απόκτηση τίτλου τριτοβάθμιων σπουδών αναγνωρισμένου από το εν λόγω κράτος, συμβάλλει στην αποτροπή καταστάσεων στις οποίες ο εν λόγω υπήκοος θα απολάμβανε απλουστευμένων προϋποθέσεων εισόδου και διαμονής και θα του αναγνωριζόταν το καθεστώς του σπουδαστή καθώς και τα ευρύτερα δικαιώματα που συνδέονται με το καθεστώς αυτό χωρίς θεμιτό λόγο. Μια τέτοια απόφαση καθιστά, επομένως, δυνατόν να διασφαλίζονται ο ειδικός χαρακτήρας των προϋποθέσεων εισόδου και διαμονής των διαφόρων κατηγοριών υπηκόων τρίτων χωρών, στον οποίο στηρίζεται η οδηγία 2016/801, και να αποτρέπεται το ενδεχόμενο ορισμένοι υπήκοοι τρίτων χωρών να αποφεύγουν την εφαρμογή των προϋποθέσεων για τη χορήγηση της άδειας διαμονής που άλλως θα ήταν εφαρμοστέες σε αυτούς.

78.

Τέλος, λαμβανομένων υπόψη των ευρύτερων δικαιωμάτων που συνδέονται με την άδεια διαμονής ή τη θεώρηση «σπουδαστή», το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας αυτής θα πρέπει να καθιστά δυνατό στα κράτη μέλη να καταπολεμούν αποτελεσματικά την απάτη ή την κατάχρηση δικαιώματος παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να αρνούνται την εισδοχή οσάκις αποδεικνύεται ότι ο αιτών τη ζητεί καταχρηστικώς ή δολίως. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, κανείς δεν μπορεί να αξιώσει την απόκτηση ή τη διατήρηση δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν μέσω απάτης, είτε ο δικαιούχος των δικαιωμάτων αυτών διέπραξε –ή γνώριζε– την απάτη αυτή είτε όχι ( 36 ).

79.

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των εκτιμήσεων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 έχει την έννοια ότι η αρμόδια αρχή κράτους μέλους δύναται να απορρίπτει αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή» μόνον εφόσον έχει αποδείξεις ή σοβαρούς και αντικειμενικούς λόγους που καταδεικνύουν ότι η διαμονή του υπηκόου τρίτης χώρας στην εθνική επικράτεια δεν έχει ούτε ως αντικείμενο ούτε ως βασικό σκοπό την παρακολούθηση, ως κύριας δραστηριότητας, προγράμματος σπουδών πλήρους φοίτησης προς απόκτηση τίτλου τριτοβάθμιων σπουδών αναγνωρισμένου από το εν λόγω κράτος. Πριν από την απόφαση περί απόρριψης μιας τέτοιας αίτησης πρέπει να διενεργείται εξατομικευμένη εξέταση της αίτησης αυτής, στο πλαίσιο της οποίας η πρόθεση του υπηκόου τρίτης χώρας να παρακολουθήσει τις σπουδές του στην εθνική επικράτεια πρέπει να αξιολογείται βάσει τόσο αντικειμενικών όσο και υποκειμενικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων μπορεί να περιλαμβάνεται και η λογική συνάφεια του σχεδίου σπουδών του.

Β.   Επί του τρόπου μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 (πρώτο προδικαστικό ερώτημα)

80.

Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινιστεί αν, λαμβανομένων υπόψη του άρθρου 288 ΣΛΕΕ, των άρθρων 14 και 52 του Χάρτη, των άρθρων 3, 5, 7, 11, 20, 34, 35 και 40 και των αιτιολογικών σκέψεων 2 και 60 της οδηγίας 2016/801, καθώς και των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της διαφάνειας, το κράτος μέλος που προτίθεται να απορρίψει αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή» για τον λόγο που προβλέπεται στο άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της εν λόγω οδηγίας υποχρεούται να προβλέπει ρητώς στο εσωτερικό του δίκαιο μια τέτοια δυνατότητα και, εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση, τους λόγους που του επιτρέπουν να διαπιστώνει ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας θα διαμείνει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους έχει υποβάλει την αίτηση εισδοχής του.

81.

Το ερώτημα αυτό τίθεται στο μέτρο που, αντιθέτως προς την ισχύουσα βελγική νομοθεσία, η οποία μεταφέρει τυπικώς στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 προβλέποντας ότι ο Υπουργός ο οποίος είναι αρμόδιος για την είσοδο στην επικράτεια, τη διαμονή, την εγκατάσταση και την απομάκρυνση των αλλοδαπών ή εξουσιοδοτημένο από αυτόν πρόσωπο δύναται να απορρίπτει αίτηση εφόσον υφίστανται «αποδείξεις ή σοβαροί και αντικειμενικοί λόγοι βάσει των οποίων καθίσταται δυνατόν να διαπιστωθεί ότι με τη διαμονή επιδιώκονται άλλοι σκοποί πλην των σπουδών», τούτο δεν ίσχυε ως προς τη νομοθεσία η οποία ήταν εφαρμοστέα στα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης ( 37 ).

82.

Θα αρχίσω την ανάλυσή μου διευκρινίζοντας ότι οι λόγοι απόρριψης των αιτήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 20, παράγραφος 2, της οδηγίας 2016/801 είναι προαιρετικοί για τα κράτη μέλη. Επομένως, η εν λόγω οδηγία επιβάλλει μόνον έναν ορισμένο βαθμό εναρμόνισης όσον αφορά τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής των κατηγοριών υπηκόων τρίτων χωρών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, δεδομένου ότι η μεταφορά της διάταξης αυτής στις εθνικές έννομες τάξεις επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια καθενός από τα κράτη μέλη. Τα τελευταία είναι ελεύθερα να αποφασίζουν, κυριαρχικά, τη μεταφορά τους βάσει εκτιμήσεων πολιτικής, νομικής, οικονομικής ή ακόμη κοινωνικής φύσης. Επομένως, ορισμένα κράτη μέλη, μεταξύ των πλέον εκτεθειμένων στους κινδύνους καταστρατήγησης της διαδικασίας χορήγησης των θεωρήσεων «σπουδαστή», φαίνεται να προβαίνουν σε ενδελεχέστερη εξέταση των αιτήσεων που υποβάλλονται από τους υπηκόους ορισμένων τρίτων χωρών ή αφορούν πρόγραμμα σπουδών σε συγκεκριμένα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ( 38 ).

83.

Αντιθέτως, το γεγονός ότι το άρθρο 20, παράγραφος 2, της οδηγίας 2016/801 είναι διάταξη προαιρετικού χαρακτήρα δεν σημαίνει ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν πλήρη ελευθερία ως προς την εφαρμογή της προκειμένου να αρνούνται, κατά βούληση, τη διαμονή υπηκόων τρίτων χωρών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής.

84.

Πρώτον, τα κράτη μέλη οφείλουν να ασκούν την εξουσία τους τηρώντας τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η αρχή της ασφάλειας του δικαίου ( 39 ). Συναφώς, το Δικαστήριο υπενθύμισε προσφάτως ότι η μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης απαιτεί τη θέση τους σε εφαρμογή μέσω διατάξεων οι οποίες έχουν την εξειδίκευση, την ακρίβεια και τη σαφήνεια που απαιτούνται για την τήρηση της επιταγής της ασφάλειας δικαίου ( 40 ). Η εν λόγω αρχή σκοπεί στην εξασφάλιση της προβλεψιμότητας των εννόμων καταστάσεων και σχέσεων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης και επιτάσσει κάθε πράξη της Διοίκησης η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα να είναι σαφής και ακριβής, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να είναι σε θέση να γνωρίζουν σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να λαμβάνουν, ως εκ τούτου, τα μέτρα τους. Η απαίτηση αυτή επιβάλλεται, ειδικότερα, όταν η επίμαχη πράξη ενδέχεται να έχει δυσμενείς συνέπειες για τους ενδιαφερομένους ( 41 ).

85.

Όσον αφορά, ειδικότερα, το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801, αν αποδεικνυόταν ότι το κράτος μέλος δεν τηρούσε την εν λόγω αρχή, η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί τη διάταξη αυτή για να απορρίψει την αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή».

86.

Δεύτερον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η διακριτική ευχέρεια που διαθέτουν τα κράτη μέλη πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τρόπο συνάδοντα προς τους καθορισμένους από τον νομοθέτη της Ένωσης όρους και να μη θίγει ούτε τον σκοπό της οδηγίας 2016/801 ούτε την πρακτική αποτελεσματικότητά της ( 42 ).

87.

Ωστόσο, με την υιοθέτηση της οδηγίας 2016/801, βούληση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να διορθώσει τα μειονεκτήματα του καθεστώτος που είχε προηγουμένως καθιερωθεί με την οδηγία 2004/114 και να το τελειοποιήσει με σκοπό τη «διασφάλιση περισσότερης διαφάνειας και ασφάλειας δικαίου […] για τις διάφορες κατηγορίες υπηκόων τρίτων χωρών που έρχονται στην Ένωση», όπως διαλαμβάνει ρητώς η αιτιολογική σκέψη 2 της οδηγίας 2016/801 ( 43 ). Συναφώς, το άρθρο 35 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαφάνεια και πρόσβαση σε πληροφορίες», επιβάλλει στα κράτη μέλη να γνωστοποιούν στους αιτούντες τις πληροφορίες σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων και των διαδικαστικών εγγυήσεων που εμπίπτουν στην εν λόγω οδηγία. Στο πλαίσιο αυτό, φρονώ ότι είναι ουσιώδες υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος υποβάλλει αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή» και ο οποίος πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις επιλεξιμότητας να ενημερωθεί ότι η αίτηση αυτή, είτε υποβάλλεται καλόπιστα είτε υποβάλλεται κακόπιστα, μπορεί να απορριφθεί αν με τη διαμονή του επιδιώκεται διαφορετικός σκοπός.

88.

Κατά συνέπεια, τόσο η αρχή της ασφάλειας δικαίου όσο και η αρχή της διαφάνειας επιβάλλουν στο κράτος μέλος που προτίθεται να επικαλεστεί τις διατάξεις του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 να προβλέπει ρητώς, εντός σαφούς, ακριβούς και προβλέψιμου νομικού πλαισίου, ότι έχει τη δυνατότητα να απορρίψει αίτηση εισδοχής για τον λόγο ότι έχει αποδείξεις ή σοβαρούς και αντικειμενικούς λόγους που καταδεικνύουν ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας θα διαμείνει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους έχει υποβάλει την αίτηση εισδοχής του.

89.

Στον αντίποδα, για τους λόγους που εκτίθενται στο σημείο 66 των παρουσών προτάσεων, η μεταφορά του άρθρου αυτού στο εσωτερικό δίκαιο δεν επιβάλλει στο κράτος μέλος να απαριθμεί τους λόγους αυτούς.

90.

Πρέπει να εξεταστεί ευθύς αμέσως το ζήτημα αν το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με το κείμενο που ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης.

91.

Η Βελγική Κυβέρνηση παραδέχθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι δεν υπήρξε θετική πράξη μεταφοράς της διάταξης αυτής στο εσωτερικό δίκαιο. Συναφώς, υπογράμμισε, στο πλαίσιο των γραπτών παρατηρήσεών της, ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι το άρθρο 58 του νόμου της15ης Δεκεμβρίου 1980 συνιστά προϋφιστάμενη εθνική διάταξη η οποία διασφάλιζε επαρκή μεταφορά του δικαίου της Ένωσης στο εσωτερικό δίκαιο ( 44 ). Διαπιστώνεται, επίσης, ότι το κείμενο αυτό ουδεμία αναφορά περιείχε στην οδηγία 2016/801 και δεν συνοδευόταν από τέτοια αναφορά, τούτο δε σε αντίθεση προς τις διατάξεις του άρθρου 40, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας.

92.

Το άρθρο 58 του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 ορίζει ότι, «[ό]ταν αλλοδαπός ο οποίος επιθυμεί να πραγματοποιήσει σπουδές στο Βέλγιο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ή να παρακολουθήσει εκεί ένα προπαρασκευαστικό έτος για την τριτοβάθμια εκπαίδευση υποβάλλει σε βελγική διπλωματική ή προξενική αρχή αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής στο Βασίλειο του Βελγίου για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών» ( 45 ), η άδεια αυτή πρέπει να χορηγείται σε περίπτωση που ο υπήκοος τρίτης χώρας δεν εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, σημεία 5 έως 8, και εφόσον προσκομίσει βεβαίωση χορηγηθείσα από εκπαιδευτικό ίδρυμα, αποδεικτικά στοιχεία ότι διαθέτει επαρκή μέσα διαβίωσης, ιατρική βεβαίωση καθώς και πιστοποιητικό που πιστοποιεί την απουσία καταδικών του για κακουργήματα ή πλημμελήματα του κοινού δικαίου.

93.

Από το εν λόγω άρθρο προκύπτει σαφώς ότι είναι δυνατόν να μη χορηγηθεί η άδεια διαμονής αν ο υπήκοος τρίτης χώρας δεν πληροί ορισμένες από τις γενικές και ειδικές προϋποθέσεις επιλεξιμότητας της αίτησης που προβλέπονται στα άρθρα 7 και 11 της οδηγίας 2016/801.

94.

Εντούτοις, το άρθρο 58 του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 δεν προβλέπει ρητώς ότι είναι δυνατόν να μη χορηγηθεί η θεώρηση «σπουδαστή» στην περίπτωση που διαπιστώνεται, με αποδείξεις ή σοβαρούς και αντικειμενικούς λόγους, ότι με τη διαμονή του υπηκόου τρίτης χώρας επιδιώκεται σκοπός άλλος από αυτόν της πραγματοποίησης σπουδών στο Βέλγιο. Το Conseil du contentieux des étrangers (Συμβούλιο επιλύσεως ενδίκων διαφορών αλλοδαπών) ερμηνεύει την περίπτωση που περιλαμβάνεται στην εν λόγω εθνική διάταξη, κατά την οποία η αίτηση υποβάλλεται από αλλοδαπό ο οποίος «επιθυμεί να πραγματοποιήσει σπουδές στο Βέλγιο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση», υπό την έννοια ότι συνεπάγεται την εξέταση της βούλησης του υπηκόου τρίτης χώρας να πραγματοποιήσει σπουδές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Πρόκειται για συστατικό στοιχείο της αίτησης, οπότε το Βελγικό Δημόσιο έχει τη δυνατότητα να απορρίψει μια αίτηση αν αποδειχθεί ότι ο υπήκοος αυτός δεν έχει τέτοια πρόθεση. Φρονώ ότι μια τέτοια περίσταση δεν μπορεί να νοηθεί υπό την έννοια ότι παραπέμπει στον λόγο απόρριψης αίτησης εισδοχής που προβλέπεται στο άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 και δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι διασφαλίζει τη μεταφορά της διάταξης αυτής στο εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο με τις προαναφερθείσες απαιτήσεις σαφήνειας, ακρίβειας και προβλεψιμότητας.

95.

Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι το άρθρο 58 του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, δεν διασφαλίζει τη μεταφορά του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 στο εσωτερικό δίκαιο υπό συνθήκες που συνάδουν με τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της διαφάνειας.

Γ.   Επί των δικονομικών κανόνων της ένδικης προσφυγής κατά της απόφασης με την οποία απορρίπτεται η αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή» (τρίτο προδικαστικό ερώτημα)

96.

Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινιστεί αν το άρθρο 34, παράγραφος 5, της οδηγίας 2016/801, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι απαιτεί από τα κράτη μέλη να απονέμουν στη διοικητική ή δικαστική αρχή που επιλαμβάνεται μέσου έννομης προστασίας ασκηθέντος κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται η αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή» την εξουσία να μεταρρυθμίσει την απόφαση αυτή και να υποκαταστήσει με τη δική της εκτίμηση εκείνη της αρμόδιας αρχής που την εξέδωσε ( 46 ).

97.

Το άρθρο 34, παράγραφος 5, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2016/801 παρέχει ρητώς στους αιτούντες τη δυνατότητα να ασκήσουν μέσο έννομης προστασίας στο οικείο κράτος μέλος κατά της απόφασης με την οποία απορρίπτεται αίτηση εισδοχής, «σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο». Εντούτοις, η οδηγία αυτή ουδεμία διάταξη περιέχει η οποία να αφορά, αφενός, το περιεχόμενο και τις διαδικαστικές λεπτομέρειες που διέπουν την άσκηση του μέσου έννομης προστασίας, και ιδίως τις προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να ασκηθεί και να κριθεί, αλλά και τις εξουσίες που διαθέτει προς τούτο η επιληφθείσα διοικητική ή δικαστική αρχή και, αφετέρου, τα αποτελέσματα της ακύρωσης της απόφασης που εξέδωσε η αρμόδια αρχή, μεταξύ άλλων, δε, το ζήτημα της προθεσμίας την οποία η αρχή διαθέτει για να εκδώσει νέα απόφαση. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτίμησης. Ο νομοθέτης της Ένωσης διευκρινίζει μόνο στο άρθρο 34, παράγραφος 5, δεύτερη περίοδος, της εν λόγω οδηγίας ότι οι αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους οφείλουν να προσδιορίζουν, με γραπτή κοινοποίηση, το δικαστήριο ή τη διοικητική αρχή ενώπιον των οποίων ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ασκήσει το μέσο έννομης προστασίας, καθώς και την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να ασκηθεί.

98.

Το Δικαστήριο ερμήνευσε το περιεχόμενο του άρθρου 34, παράγραφος 5, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2016/801 με την απόφαση της 10ης Μαρτίου 2021, Konsul Rzeczypospolitej Polskiej w N. ( 47 ), η οποία αφορούσε την απόρριψη, εκ μέρους πολωνικής προξενικής αρχής, αιτήσεως για τη χορήγηση θεώρησης «σπουδαστή» υποβληθείσας από υπήκοο τρίτης χώρας. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, σύμφωνα με την αρχή της δικονομικής αυτονομίας, ο νομοθέτης της Ένωσης ανέθεσε στα κράτη μέλη την ευθύνη να αποφασίσουν σχετικά με τη φύση και τις επιμέρους λεπτομέρειες των μέσων παροχής έννομης προστασίας που έχουν στη διάθεσή τους οι αιτούμενοι τη χορήγηση θεώρησης μακράς διαρκείας που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής. Επομένως, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να απονέμουν στη διοικητική ή δικαστική αρχή που επιλαμβάνεται του μέσου έννομης προστασίας εξουσία ακύρωσης ή μεταρρύθμισης. Τυχόν συγκριτική ανάλυση των διαφόρων εθνικών νομοθεσιών καταδεικνύει, συναφώς, ότι τα κράτη μέλη υιοθέτησαν ποικίλες δικονομικές λύσεις σύμφωνα με τις νομικές τους παραδόσεις ( 48 ).

99.

Ωστόσο, σύμφωνα με πάγια νομολογία του, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι τα χαρακτηριστικά της διαδικασίας προσφυγής του άρθρου 34, παράγραφος 5, της οδηγίας 2016/801 πρέπει να καθορίζονται σύμφωνα, αφενός, με το άρθρο 47 του Χάρτη, το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να διασφαλίζουν την αποτελεσματική δικαστική προστασία των ατομικών δικαιωμάτων που απορρέουν από την έννομη τάξη της Ένωσης ( 49 ), και, αφετέρου, με την αρχή της ισοδυναμίας (οι δικονομικοί κανόνες δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευμενείς από τους διέποντες παρόμοιες καταστάσεις που υπόκεινται στο εσωτερικό δίκαιο) καθώς και με την αρχή της αποτελεσματικότητας (οι δικονομικοί κανόνες δεν πρέπει να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης) ( 50 ).

100.

Στην υπόθεση της κύριας δίκης, τίθεται μόνον το ζήτημα της τήρησης του άρθρου 47 του Χάρτη και της αρχής της αποτελεσματικότητας.

101.

Όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να υπογραμμιστούν τρεις πτυχές.

102.

Η πρώτη πτυχή αφορά την ύπαρξη δικαιώματος προς άσκηση μέσου έννομης προστασίας. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η βελγική νομοθεσία προβλέπει δικαίωμα άσκησης προσφυγής κατά των αποφάσεων με τις οποίες απορρίπτεται αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή». Η προσφυγή αυτή ασκείται ενώπιον του Conseil du contentieux des étrangers (Συμβουλίου επιλύσεως ενδίκων διαφορών επί υποθέσεων αλλοδαπών), το οποίο είναι, σύμφωνα με το άρθρο 39/1, παράγραφος 1, του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980, διοικητικό δικαστήριο και το οποίο είναι το μόνον αρμόδιο να αποφαίνεται επί των προσφυγών που ασκούνται κατά ατομικών αποφάσεων οι οποίες λαμβάνονται κατ’ εφαρμογήν των νόμων περί της εισόδου στην επικράτεια, της διαμονής, της εγκαταστάσεως και της απομάκρυνσης των αλλοδαπών.

103.

Η δεύτερη πτυχή αφορά το εύρος των εξουσιών της διοικητικής ή της δικαστικής αρχής η οποία επιλαμβάνεται του μέσου έννομης προστασίας. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει, συναφώς, ότι, δυνάμει του άρθρου 39/2, παράγραφος 2, του νόμου αυτού, το Conseil du contentieux des étrangers (Συμβούλιο επιλύσεως ενδίκων διαφορών επί υποθέσεων αλλοδαπών) είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί προσφυγών ακυρώσεως ακυρώνοντας απόφαση με την οποία απορρίπτεται αίτηση για τη χορήγηση θεώρησης «σπουδαστή». Ωστόσο, δεν προσδιορίζει σε ποιον βαθμό η αρμόδια αρχή πρέπει να συμμορφώνεται προς τη δικαστική αυτή απόφαση.

104.

Η τρίτη πτυχή αφορά τις προθεσμίες για την έκδοση απόφασης. Μολονότι το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρεται στις εν λόγω προθεσμίες στην αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως, προκύπτει εντούτοις, σε σχέση με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ότι οι προθεσμίες αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία οσάκις η διοικητική ή δικαστική αρχή που επιλαμβάνεται του μέσου έννομης προστασίας έχει μόνον εξουσία ακύρωσης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Βελγίου ( 51 ). Διευκρινίζω, κατά συνέπεια, ότι, δυνάμει του άρθρου 39/82, παράγραφοι 1 και 4, του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980, το Conseil du contentieux des étrangers (Συμβούλιο επιλύσεως ένδικων διαφορών επί υποθέσεων αλλοδαπών) διαθέτει εξουσία να διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης κατά της οποίας ασκείται προσφυγή και αποφαίνεται, προς τούτο, επί μιας τέτοιας αιτήσεως εντός 30 ημερών ( 52 ). Αν διαταχθεί η αναστολή, λαμβάνεται απόφαση επί της προσφυγής ακυρώσεως εντός τεσσάρων μηνών από την έκδοση της απόφασης.

105.

Θα αρχίσω την ανάλυσή μου εξετάζοντας την προϋπόθεση περί της διασφάλισης αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας την οποία επιβάλλει το άρθρο 47 του Χάρτη.

106.

Οι αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2018, Alheto ( 53 ), της 29ης Ιουλίου 2019, Torubarov ( 54 ), και της 19ης Μαρτίου 2020, Bevándorlási és Menekültügyi Hivatal ( 55 ), σχετικά με την εκτίμηση της νομιμότητας αποφάσεων που εκδίδονται επί αιτήσεων περί χορήγησης διεθνούς προστασίας, δίδουν πράγματι χρήσιμες διευκρινίσεις στο πλαίσιο εθνικών ρυθμίσεων που προβλέπουν ότι η αρμόδια διοικητική ή δικαστική αρχή έχει μόνον εξουσία ακύρωσης, αποκλειομένης της εξουσίας μεταρρύθμισης.

107.

Τέτοιες ρυθμίσεις δεν παραβιάζουν, αυτές καθεαυτές, την απαίτηση περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Αντιθέτως, το Δικαστήριο εκτιμά ότι κάθε κράτος μέλος οφείλει να διαμορφώσει το εθνικό δίκαιο κατά τρόπον ώστε, κατόπιν ακύρωσης της αρχικής απόφασης και σε περίπτωση αναπομπής του φακέλου στην αρμόδια αρχή, αφενός, η αρχή αυτή να εκδίδει νέα απόφαση εντός σύντομου χρόνου και, αφετέρου, η απόφαση αυτή να είναι σύμφωνη με την εκτίμηση που περιλαμβάνεται στην ακυρωτική δικαστική απόφαση ( 56 ). Το Δικαστήριο στηρίζει τη συλλογιστική του σε τρεις βασικές εκτιμήσεις: την ανάγκη διασφάλισης της ταχύτερης δυνατής εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, την ανάγκη διασφάλισης της πρακτικής αποτελεσματικότητας των διατάξεων που κατοχυρώνουν την ύπαρξη δικαιώματος προσφυγής και, τέλος, την ανάγκη διασφάλισης πραγματικής προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 47 του Χάρτη.

108.

Για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που διέπουν την έκδοση απόφασης περί χορήγησης διεθνούς προστασίας, η απόφαση σχετικά με τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή» πρέπει να εκδίδεται το συντομότερο δυνατόν, ούτως ώστε να παρέχεται στον υπήκοο τρίτης χώρας η δυνατότητα να αρχίσει το έτος σπουδών του στο ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο οποίο είναι νομίμως εγγεγραμμένος και στο οποίο έχει καταβάλει τα σχετικά τέλη εγγραφής.

109.

Ήδη στο πλαίσιο της οδηγίας 2004/114, ο νομοθέτης της Ένωσης τόνιζε ότι κάθε απόφαση επί αίτησης για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή» πρέπει να εκδίδεται εντός «χρονικού διαστήματος που δεν κωλύει την παρακολούθηση των συγκεκριμένων σπουδών, αφήνει δε ταυτόχρονα στις αρμόδιες αρχές τον χρόνο να διεκπεραιώσουν την αίτηση» ( 57 ).

110.

Η θέσπιση της οδηγίας 2016/801 είχε ως σκοπό τη βελτίωση και διευκόλυνση των προϋποθέσεων εισόδου και διαμονής των υπηκόων τρίτων χωρών που επιθυμούν να έλθουν στην Ευρώπη για να πραγματοποιήσουν τις σπουδές τους, τη διασφάλιση της ταχείας διεκπεραίωσης της διαδικασίας εισδοχής τους και την ενίσχυση των διαδικαστικών και δικονομικών τους δικαιωμάτων ( 58 ). Οι στόχοι αυτοί επιτάσσουν να είναι δυνατόν να χορηγείται στον υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος ικανοποιεί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις επιλεξιμότητας που απαιτούνται για τη χορήγηση της άδειας διαμονής ή της θεώρησης «σπουδαστή» η εν λόγω άδεια ή θεώρηση εντός χρονικού διαστήματος που του επιτρέπει να απολαμβάνει τα δικαιώματα και τα πλεονεκτήματα που σχετίζονται με το εν λόγω καθεστώς.

111.

Επομένως, από το άρθρο 34, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/801 προκύπτει ότι οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να εκδίδουν απόφαση το ταχύτερο δυνατό και το αργότερο εντός 90 ημερών από την ημερομηνία υποβολής της πλήρους αίτησης. Η σημασία των προθεσμιών εκφράζεται επίσης, αφενός, στην αιτιολογική σκέψη 42 της οδηγίας αυτής, στην οποία ο νομοθέτης της Ένωσης επιμένει ότι οι απαιτούμενες συμπληρωματικές πληροφορίες πρέπει να προσκομίζονται από τον αιτούντα εντός «ευλόγου χρονικού διαστήματος», και, αφετέρου, στην αιτιολογική σκέψη 43 της εν λόγω οδηγίας, στην οποία συνιστάται στις αρμόδιες αρχές να κοινοποιούν γραπτώς την απόφαση «το συντομότερο δυνατόν».

112.

Αυτή η απαίτηση ταχείας διεκπεραίωσης είναι σύμφυτη προς την ειδική φύση της διαμονής «σπουδαστή» που προβλέπει η οδηγία 2016/801 υπέρ των υπηκόων τρίτων χωρών.

113.

Η φύση της διαμονής αυτής συνεπάγεται, από την πλευρά του υπηκόου τρίτης χώρας, ότι αυτός πρέπει να επιδεικνύει όλη την απαιτούμενη επιμέλεια για την υποβολή της αίτησής του για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή» εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και, ενδεχομένως, για τη συμπλήρωσή της, ανάλογα με το χρονοδιάγραμμα που έχει εγκρίνει καθένα από τα οικεία ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Από την πλευρά του κράτους μέλους η φύση της διαμονής συνεπάγεται ότι το κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει οριστικά, ενδεχομένως μετά την ακύρωση μιας πρώτης απόφασης από τη διοικητική ή δικαστική αρχή, πριν από την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους, και τούτο κατά τρόπο που να παρέχει στον εν λόγω υπήκοο επαρκή χρόνο για να προβεί στις λοιπές ενέργειες που επιβάλλει η είσοδος και η διαμονή του στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, ιδίως αν διαμένει εκτός του εδάφους αυτού.

114.

Κατά συνέπεια, ναι μεν τα κράτη μέλη δύνανται να απονέμουν, όπως φαίνεται να πράττει το βελγικό δίκαιο εν προκειμένω, εξουσία ακύρωσης στη διοικητική ή δικαστική αρχή που επιλαμβάνεται μέσου έννομης προστασίας ασκηθέντος κατά τέτοιας απόφασης, αποκλειομένης της εξουσίας μεταρρύθμισης, πλην όμως η διαδικασία ασκήσεως του μέσου έννομης προστασίας πρέπει να πληροί την απαίτηση περί ταχύτητας, τούτο δε κατά τρόπο που να διασφαλίζει στους υπηκόους τρίτων χωρών όχι μόνον πραγματική προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 47 του Χάρτη, αλλά και την πλήρη αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων που αυτοί αντλούν από την οδηγία 2016/801. Φρονώ ότι αυτή η επιταγή περί ταχείας διεκπεραίωσης δεν είναι ασυμβίβαστη με τη φύση της εξέτασης που απαιτεί η υποβολή αίτησης για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή», δεδομένου ότι η εξέταση αυτή στερείται, κατά τη γνώμη μου, περίπλοκων εκτιμήσεων επί των πραγματικών περιστατικών.

115.

Επομένως, κατά τη γνώμη μου, κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να διαμορφώνει το εθνικό του δίκαιο ούτως ώστε, μετά την ακύρωση αρχικής απόφασης και σε περίπτωση αναπομπής του φακέλου στην αρμόδια αρχή, η αρχή αυτή να εκδίδει νέα απόφαση η οποία να είναι σύμφωνη με την εκτίμηση που περιέχεται στην ακυρωτική δικαστική απόφαση και, επιπλέον, να εκδίδεται πριν από την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους του ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο οποίο είναι νομίμως εγγεγραμμένος ο υπήκοος τρίτης χώρας.

116.

Προσθέτω ότι, κατά τον καθορισμό των εν λόγω δικονομικών κανόνων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποδίδουν ιδιαίτερη προσοχή στην κατάσταση των αιτούντων οι οποίοι υποβάλλουν την αίτησή τους ενώ διαμένουν εκτός του εδάφους του οικείου κράτους μέλους –παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να ασκήσουν αποτελεσματικά το δικαίωμα άσκησης πραγματικής προσφυγής–, και στην κατάσταση που βιώνουν καθότι, μολονότι βρίσκονται στο έδαφος του κράτους αυτού, διαθέτουν άδεια διαμονής ή θεώρηση που λήγει σύντομα.

117.

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των εκτιμήσεων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι το άρθρο 34, παράγραφος 5, της οδηγίας 2016/801, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην εκ μέρους κράτους μέλους απονομή εξουσίας ακύρωσης στη διοικητική ή δικαστική αρχή που επιλαμβάνεται μέσου έννομης προστασίας κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή», αποκλειομένης της εξουσίας μεταρρύθμισης, υπό την προϋπόθεση ότι η νέα απόφαση εκδίδεται από την αρμόδια αρχή πριν από την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους του ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο οποίο είναι νομίμως εγγεγραμμένος ο υπήκοος τρίτης χώρας.

V. Πρόταση

118.

Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας, Βέλγιο) ως εξής:

1)

Το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας (ΕΕ) 2016/801 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την έρευνα, τις σπουδές, την πρακτική άσκηση, την εθελοντική υπηρεσία, τις ανταλλαγές μαθητών ή τα εκπαιδευτικά προγράμματα και την απασχόληση των εσωτερικών άμισθων βοηθών (au pair),

έχει την έννοια ότι:

οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της διαφάνειας επιβάλλουν στο κράτος μέλος που προτίθεται να μεταφέρει τη διάταξη αυτή στην εσωτερική του έννομη τάξη να προβλέπει ρητώς, εντός σαφούς, ακριβούς και προβλέψιμου νομικού πλαισίου, ότι έχει τη δυνατότητα να απορρίψει αίτηση εισδοχής με την αιτιολογία ότι έχει αποδείξεις ή σοβαρούς και αντικειμενικούς λόγους που καταδεικνύουν ότι ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας θα διαμείνει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους έχει υποβάλει την αίτηση εισδοχής του. Η μεταφορά της εν λόγω διάταξης στο εσωτερικό δίκαιο δεν επιβάλλει στο κράτος μέλος να απαριθμεί τους λόγους αυτούς·

η αρμόδια αρχή κράτους μέλους μπορεί να απορρίψει αίτηση εισδοχής με σκοπό τις σπουδές μόνον εφόσον έχει αποδείξεις ή σοβαρούς και αντικειμενικούς λόγους που καταδεικνύουν ότι η διαμονή του υπηκόου τρίτης χώρας στην εθνική επικράτεια δεν έχει ούτε ως αντικείμενο ούτε ως βασικό σκοπό την παρακολούθηση, ως κύριας δραστηριότητας, προγράμματος σπουδών πλήρους φοίτησης προς απόκτηση τίτλου τριτοβάθμιων σπουδών αναγνωρισμένου από το εν λόγω κράτος.

Πριν από την απόφαση περί απόρριψης της αίτησης αυτής πρέπει να διενεργείται εξατομικευμένη εξέταση, στο πλαίσιο της οποίας η πρόθεση του υπηκόου τρίτης χώρας να παρακολουθήσει σπουδές στην εθνική επικράτεια πρέπει να αξιολογείται βάσει τόσο αντικειμενικών όσο και υποκειμενικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων μπορεί να περιλαμβάνεται και η λογική συνάφεια του σχεδίου σπουδών του.

2)

Το άρθρο 34, παράγραφος 5, της οδηγίας 2016/801, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

έχει την έννοια ότι:

δεν αντιτίθεται στην εκ μέρους κράτους μέλους απονομή εξουσίας ακύρωσης στη διοικητική ή δικαστική αρχή που επιλαμβάνεται μέσου έννομης προστασίας κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται αίτηση εισδοχής με σκοπό τις σπουδές, αποκλειομένης της εξουσίας μεταρρύθμισης, υπό την προϋπόθεση ότι η νέα απόφαση εκδίδεται από την αρμόδια αρχή πριν από την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους του ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο οποίο είναι νομίμως εγγεγραμμένος ο υπήκοος τρίτης χώρας.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την έρευνα, τις σπουδές, την πρακτική άσκηση, την εθελοντική υπηρεσία, τις ανταλλαγές μαθητών ή τα εκπαιδευτικά προγράμματα και την απασχόληση των εσωτερικών άμισθων βοηθών (au pair) (ΕΕ 2016, L 132, σ. 21, και διορθωτικό ΕΕ 2021, L 40, σ. 23).

( 3 ) C‑491/13, EU:C:2014:2187.

( 4 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με τις προϋποθέσεις εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές, την ανταλλαγή μαθητών, την άμισθη πρακτική άσκηση ή την εθελοντική υπηρεσία (ΕΕ 2004, L 375, σ. 12).

( 5 ) Βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2014, Ben Alaya (C‑491/13, EU:C:2014:2187, σκέψη 34).

( 6 ) Βλ. ενημερωτικό σημείωμα του ΕΔΜ με τίτλο «Πρόληψη, ανίχνευση και καταπολέμηση της καταστρατήγησης όσον αφορά τις άδειες διαμονής στην ΕΕ με σκοπό τις σπουδές», Μάρτιος 2022 (στο εξής: ενημερωτικό σημείωμα του ΕΔΜ), σημείο 2.

( 7 ) Πρβλ. απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2019, Μ.Α. κ.λπ. (C‑661/17, EU:C:2019:53, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 8 ) Στο εξής: Χάρτης.

( 9 ) Moniteur belge της 31ης Δεκεμβρίου 1980, σ. 14584, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον νόμο της 5ης Μαΐου 2019 (Moniteur belge της 22ας Αυγούστου 2019, σ. 80425) (στο εξής: νόμος της 15ης Δεκεμβρίου 1980).

( 10 ) Το οποίο προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) 1987/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τη δημιουργία, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II) (ΕΕ 2006, L 381, σ. 4)· από τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1860 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν για την επιστροφή παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ 2018, L 312, σ. 1), και από τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1861 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με την εγκατάσταση, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν (SIS) στον τομέα των συνοριακών ελέγχων, την τροποποίηση της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας Σένγκεν και την τροποποίηση και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1987/2006 (ΕΕ 2018, L 312, σ. 14) (βλ. άρθρο 1, σημείο 17, του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980).

( 11 ) Βλ. άρθρο 39/1 του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980.

( 12 ) Βλ. άρθρο 1, σημείο 2, του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980.

( 13 ) Moniteur belge της 5ης Αυγούστου 2021, σ. 77965.

( 14 ) Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Τσεχική, η Λιθουανική, η Λουξεμβουργιανή, η Ουγγρική και η Ολλανδική Κυβέρνηση εστίασαν τις αγορεύσεις τους στην πρώτη ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο για προφορική απάντηση, σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας 2016/801 στο εσωτερικό δίκαιο.

( 15 ) Η μορφή και η διάρκεια της άδειας διαμονής διευκρινίζονται στα άρθρα 17 έως 19 της εν λόγω οδηγίας.

( 16 ) Υπό την επιφύλαξη ενδελεχέστερης εξέτασης της ειδικής προϋπόθεσης του άρθρου 11, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2016/801, φρονώ ότι η φράση «για να παρακολουθήσει πρόγραμμα σπουδών» δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να θεωρηθεί ότι απαιτείται από το κράτος μέλος να ελέγξει τη βούληση και την πρόθεση του αιτούντος να σπουδάσει. Κατά τη γνώμη μου, η έκφραση αυτή πρέπει να καθιστά δυνατή τη διάκριση μεταξύ του αιτούντος που προτίθεται να παρακολουθήσει πρόγραμμα σπουδών και εκείνου που πραγματοποιεί ανταλλαγή περιορισμένης διάρκειας.

( 17 ) Ο λόγος υποχρεωτικής απόρριψης του άρθρου 20, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2016/801 αφορά την περίπτωση κατά την οποία ο αιτών υπέβαλε πλαστά έγγραφα ή τα απέκτησε δολίως. Υπό την επιφύλαξη της ερμηνείας της διάταξης αυτής, η διαπίστωση απάτης συνεπάγεται επίσης ότι η αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη την πρόθεση του υπηκόου τρίτης χώρας, εν προκειμένω, την πρόθεση να παρακάμψει ή να αποφύγει την εφαρμογή των προϋποθέσεων χορήγησης της άδειας διαμονής προκειμένου να αποκτήσει το εξ αυτής απορρέον πλεονέκτημα. Βλ., συναφώς, τις αρχές που διατύπωσε το Δικαστήριο σχετικά με τη διαπίστωση της απάτης, στην απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2018, Altun κ.λπ. (C‑359/16, EU:C:2018:63). Η διαπίστωση απάτης συνεπάγεται την εξακρίβωση της ύπαρξης δέσμης συγκλινουσών ενδείξεων που αποδεικνύουν τη συνδρομή ενός αντικειμενικού και ενός υποκειμενικού στοιχείου (σκέψη 50 της απόφασης αυτής). Επομένως, μόνο σε απάτη που διαπράχθηκε ουσιαστικά και με πρόθεση από τον υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος υπέβαλε την αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή θεώρησης «σπουδαστή» μπορούν να επιβληθούν κυρώσεις. Όσον αφορά το υποκειμενικό στοιχείο που είναι αναγκαίο για τη διαπίστωση της απάτης, αυτό αντιστοιχεί, σύμφωνα με τον ορισμό που δόθηκε με την απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2018, Altun κ.λπ. (C‑359/16, EU:C:2018:63), και που εφαρμόζεται στις περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης, στην πρόθεση της αιτούσας να παρακάμψει ή να αποφύγει την εφαρμογή των προϋποθέσεων χορήγησης της άδειας διαμονής προκειμένου να αποκτήσει το εξ αυτής απορρέον πλεονέκτημα (σκέψη 52 της απόφασης αυτής).

( 18 ) Πράγματι, η αιτιολογική σκέψη 11 της οδηγίας 2016/801 αναφέρει ότι «θα πρέπει να εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις της οδηγίας 2003/86/ΕΚ [του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης (ΕΕ 2003, L 251, σ. 12)], συμπεριλαμβανομένων των λόγων για την απόρριψη ή την ανάκληση ή τη μη ανανέωση. Κατά συνέπεια, οι άδειες διαμονής για μέλη της οικογένειας μπορούν να ανακαλούνται ή να μην ανανεώνονται, εάν η άδεια για τον ερευνητή που συνοδεύουν λήγει και δεν έχουν αυτοτελές δικαίωμα διαμονής».

( 19 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 32 της οδηγίας 2016/801.

( 20 ) Η υπογράμμιση δική μου.

( 21 ) Το άρθρο 24 της εν λόγω οδηγίας καθορίζει τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς εντός των οποίων ένας σπουδαστής μπορεί, παράλληλα με τη συνέχιση των σπουδών του, να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα.

( 22 ) Βλ., συναφώς, άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2016/801.

( 23 ) Από την αιτιολογική σκέψη 54 της οδηγίας 2016/801 προκύπτει ότι οι σπουδαστές επωφελούνται από τις διατάξεις της οδηγίας 2011/98/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης για τη χορήγηση στους υπηκόους τρίτων χωρών ενιαίας άδειας διαμονής και εργασίας στην επικράτεια κράτους μέλους και σχετικά με κοινό σύνολο δικαιωμάτων για τους εργαζομένους από τρίτες χώρες που διαμένουν νομίμως σε κράτος μέλος (ΕΕ 2011, L 343, σ. 1), η οποία προβλέπει κοινό σύνολο δικαιωμάτων, βασιζόμενο στην ίση μεταχείριση με εκείνη που επιφυλάσσεται στους υπηκόους του κράτους μέλους υποδοχής (αιτιολογική σκέψη 20 και άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2011/98).

( 24 ) Βλ. άρθρο 16, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/86 και, όσον αφορά τη νομολογία, απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, Akrich (C‑109/01, EU:C:2003:491, σκέψη 57).

( 25 ) Οι λοιπές γλωσσικές αποδόσεις της αιτιολογικής αυτής σκέψης, όπως οι αποδόσεις στην ισπανική, την αγγλική ή την ιταλική γλώσσα, δεν χρησιμοποιούν το ζεύγος «d’une part […] d’autre part» («αφενός, […] αφετέρου») που χρησιμοποιείται στη γαλλική γλώσσα, αλλά τον συμπλεκτικό σύνδεσμο «και».

( 26 ) Εξάλλου, η απόδοση στην ιταλική γλώσσα του άρθρου αυτού αναφέρεται ρητώς στην έννοια της «πρόθεσης» («che il cittadino di paese terzo intende soggiornare», η υπογράμμιση δική μου).

( 27 ) Η υπογράμμιση δική μου.

( 28 ) Το άρθρο 34, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας παρέχει στην αρμόδια αρχή τη δυνατότητα να ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες από τον αιτούντα προς τεκμηρίωση της αίτησής του.

( 29 ) Από συγκριτική ανάλυση των διαφορετικών γλωσσικών αποδόσεων του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801 προκύπτει, πρώτον, ότι τα επίθετα «σοβαροί και αντικειμενικοί» αναφέρονται στους «λόγους» και όχι στις «αποδείξεις» [βλ., για παράδειγμα, αποδόσεις στην αγγλική («the Member State has evidence or serious and objective grounds») ή στην ιταλική γλώσσα («lo Stato membro è in possesso di prove o ha motivi seri e oggettivi»)] και, δεύτερον, ότι η έννοια των «σοβαρών λόγων» («motifs sérieux») διακρίνεται από την έννοια των «επιτακτικών λόγων» («motifs graves») που χρησιμοποιεί ο νομοθέτης της Ένωσης σε πολυάριθμα κείμενα του παράγωγου δικαίου σχετικά με τη διαμονή των πολιτών της Ένωσης ή των υπηκόων τρίτων χωρών στην Ένωση, όπως είναι η οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ 2004, L 158, σ. 77, καθώς και διορθωτικό ΕΕ 2004, L 229, σ. 35).

( 30 ) Βλ., για παράδειγμα, τον ιστότοπο Campus France Αιγύπτου: https://www.egypte.campusfrance.org/fr/preparer-un-projet-d-etudes-clair-et-coherent.

( 31 ) Από το ενημερωτικό σημείωμα του ΕΔΜ προκύπτει ότι η επικύρωση των εγγράφων και οι συνεντεύξεις με τους αιτούντες είναι οι δύο συνηθέστερες μέθοδοι που χρησιμοποιούνται κατά το στάδιο που προηγείται της άφιξης στην εθνική επικράτεια (σημείο 2).

( 32 ) Από τα έγγραφα της εθνικής δικογραφίας προκύπτει ότι η αίτηση εισδοχής που υποβάλλεται ενώπιον των βελγικών προξενικών αρχών πρέπει να παρέχει στον υπήκοο τρίτης χώρας τη δυνατότητα να αποδείξει ότι πράγματι έχει την πρόθεση να διαμείνει στο Βέλγιο ως σπουδαστής για να παρακολουθήσει εκεί ανώτατες σπουδές. Το ερωτηματολόγιο πρέπει να παρέχει στον υπήκοο αυτόν τη δυνατότητα να εκθέσει και να αιτιολογήσει το σχέδιο σπουδών του σε σχέση με την ακαδημαϊκή του πορεία και τις επαγγελματικές του φιλοδοξίες, ενώ η συνέντευξη πρέπει να του παρέχει την ευκαιρία να διευκρινίσει ή να υπερασπιστεί το σχέδιο αυτό.

( 33 ) Επισημαίνω, επίσης, ότι στην απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2014, McCarthy κ.λπ. (C‑202/13, EU:C:2014:2450), σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 35 της οδηγίας 2004/38, το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι κράτος μέλος αντιμετωπίζει μεγάλο αριθμό περιπτώσεων κατάχρησης δικαιώματος ή απάτης εκ μέρους υπηκόων τρίτων χωρών δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη λήψη μέτρων που στηρίζονται σε εκτιμήσεις που άπτονται της γενικής πρόληψης, αποκλειομένης οποιασδήποτε ειδικής εκτίμησης της συμπεριφοράς του ιδίου του ενδιαφερομένου (σκέψη 55).

( 34 ) Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 36 της οδηγίας 2016/801, η οποία διευκρινίζει ότι «θα πρέπει να είναι δυνατή η άρνηση εισδοχής όταν ένα κράτος μέλος θεωρεί, βασιζόμενο σε εκτίμηση των δεδομένων σε κάθε περίπτωση χωριστά και λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας, ότι ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας συνιστά δυνητική απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία».

( 35 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 2016/801 (η υπογράμμιση δική μου).

( 36 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2019, Y.Z. κ.λπ. (Απάτη στο πλαίσιο της οικογενειακής επανένωσης) (C‑557/17, EU:C:2019:203, σκέψεις 64 και 65).

( 37 ) Ο νόμος της 11ης Ιουλίου 2021 για την τροποποίηση του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 περί της εισόδου στην επικράτεια, της διαμονής, της εγκαταστάσεως και της απομάκρυνσης των αλλοδαπών όσον αφορά τους σπουδαστές ορίζει, στο άρθρο 2, ότι «μεταφέρει εν μέρει την οδηγία 2016/801» και, στο άρθρο 15, μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο τον λόγο απόρριψης του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας αυτής.

( 38 ) Βλ., συναφώς, ενημερωτικό σημείωμα του ΕΔΜ, σημείο 5.

( 39 ) Βλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2023, DGRFP Cluj (C‑519/21, EU:C:2023:106, σκέψη 105).

( 40 ) Βλ. απόφαση της 29ης Ιουνίου 2023, Stadt Frankfurt am Main και Stadt Offenbach am Main (Ανανέωση άδειας διαμονής στο δεύτερο κράτος μέλος) (C‑829/21 και C‑129/22, EU:C:2023:525, σκέψη 77 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Μολονότι η εκτίμηση αυτή αφορά τις διατάξεις επιτακτικού χαρακτήρα του άρθρου 9, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 22, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες (ΕΕ 2004, L 16, σ. 44), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2011/51/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2011 (ΕΕ 2011, L 132, σ. 1), φρονώ ότι έχει κατ’ αναλογίαν εφαρμογή σε διάταξη μη επιτακτικού χαρακτήρα όπως το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2016/801.

( 41 ) Βλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2023, DGRFP Cluj (C‑519/21, EU:C:2023:106, σκέψη 105).

( 42 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 13ης Μαρτίου 2019, E. (C‑635/17, EU:C:2019:192, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 43 ) Βλ., επίσης, έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, για την εφαρμογή της οδηγίας 2004/114/ΕΚ σχετικά με τις προϋποθέσεις εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές, την ανταλλαγή μαθητών, την άμισθη πρακτική άσκηση ή την εθελοντική υπηρεσία [COM(2011) 587 τελικό], στην οποία η Επιτροπή επισήμανε «το ευρύτερο καθήκον [των κρατών μελών] να ενημερώνουν τους υπηκόους τρίτων χωρών σχετικά με τους κανόνες που εφαρμόζονται για την εισδοχή σπουδαστών, ώστε να εξασφαλίζονται η διαφάνεια και η ασφάλεια δικαίου για μελλοντικούς σπουδαστές και έτσι να ενθαρρύνονται να σπουδάσουν στην ΕΕ» (σ. 4 «Ειδικοί όροι για σπουδαστές»).

( 44 ) Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι στο πεδίο εφαρμογής μιας οδηγίας εμπίπτουν όχι μόνον οι εθνικές διατάξεις των οποίων ρητός σκοπός είναι η μεταφορά της εν λόγω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά και, από της ημερομηνίας έναρξης ισχύος της οδηγίας αυτής, οι προϋφιστάμενες εθνικές διατάξεις, οι οποίες μπορούν να διασφαλίσουν τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο [βλ. απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Alheto (C‑585/16, EU:C:2018:584, σκέψη 77 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία)].

( 45 ) Η υπογράμμιση δική μου.

( 46 ) Προς στήριξη των παρατηρήσεών της, η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης αναφέρεται στο άρθρο 46, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ΕΕ 2013, L 180, σ. 60). Φρονώ, όμως, ότι δεν μπορεί να γίνει ένας τέτοιος παραλληλισμός στο μέτρο που το άρθρο αυτό ορίζει ρητώς ότι η πραγματική προσφυγή κατά απόφασης με την οποία μια αίτηση διεθνούς προστασίας κρίνεται απαράδεκτη ή αβάσιμη προβλέπει πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων.

( 47 ) C‑949/19, EU:C:2021:186, σκέψεις 37 έως 46 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.

( 48 ) Βλ. ενημερωτικό σημείωμα του ΕΔΜ, σημείο 7.

( 49 ) Bλ. απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Αυτεπάγγελτη εξέταση της κράτησης) (C‑704/20 και C‑39/21, EU:C:2022:858, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 50 ) Βλ. απόφαση της 10ης Μαρτίου 2021, Konsul Rzeczypospolitej Polskiej w N. (C‑949/19, EU:C:2021:186, σκέψεις 42 έως 44 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 51 ) Διευκρινίζω ότι η υπόθεση Darvate κ.λπ. (C‑299/23), η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου, αφορά ρητώς τις προθεσμίες για την έκδοση απόφασης που προβλέπει η βελγική νομοθεσία στο πλαίσιο του άρθρου 34, παράγραφος 5, της οδηγίας 2016/801.

( 52 ) Η αίτηση αναστολής κατεπείγοντος χαρακτήρα, η οποία εξετάζεται εντός 48 ωρών, αφορά μόνον τα μέτρα απομάκρυνσης και επαναπροώθησης των οποίων επίκειται η εκτέλεση.

( 53 ) C‑585/16, EU:C:2018:584.

( 54 ) C‑556/17, EU:C:2019:626.

( 55 ) C‑406/18, EU:C:2020:216.

( 56 ) Βλ. απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, Bevándorlási és Menekültügyi Hivatal (C‑406/18, EU:C:2020:216, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 57 ) Άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/114.

( 58 ) Βλ. το έγγραφο εργασίας της Επιτροπής, εκτίμηση επιπτώσεων, που συνοδεύει την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την έρευνα, τις σπουδές, την ανταλλαγή μαθητών, την έμμισθη και την άμισθη πρακτική άσκηση, την εθελοντική υπηρεσία και την απασχόληση ως εσωτερικών άμισθων βοηθών (au pair) [COM(2013) 151 τελικό], διαθέσιμο στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση: https://data.consilium.europa.eu/doc/document/ST‑7869-2013-ADD‑1/en/pdf (σ. 19).