Υπόθεση T‑579/22

ClientEarth AISBL

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (έκτο πενταμελές τμήμα)
της 10ης Σεπτεμβρίου 2025

«Περιβάλλον – Σύμβαση του Aarhus – Απόρριψη αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης – Άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΚ) 1367/2006 – Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2021/2139 – Δραστηριότητες βιοενέργειας – Δασική βιομάζα – Παραγωγή οργανικών βασικών χημικών ουσιών – Παραγωγή πλαστικών σε πρωτογενείς μορφές – Ταξινομία – Απαιτήσεις σχετικά με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου – Άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852 – Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής – Άρθρο 10 του κανονισμού 2020/852 – Δραστηριότητες που συμβάλλουν στη μετάβαση– Ποσοτικό κατώτατο όριο – Αδιάσειστα επιστημονικά στοιχεία – Κύκλος ζωής – Αρχή της προφύλαξης – Αρχή της μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης στους περιβαλλοντικούς στόχους – Άρθρο 17 του κανονισμού 2020/852 – Κυκλική οικονομία – Υδάτινοι και θαλάσσιοι πόροι – Ρύπανση»

  1. Περιβάλλον – Σύμβαση του Aarhus – Εφαρμογή στα όργανα της Ένωσης – Δυνατότητα των μη κυβερνητικών οργανώσεων να ζητούν την εσωτερική επανεξέταση διοικητικών πράξεων στον τομέα του περιβάλλοντος – Διευκρίνιση των λόγων επανεξέτασης – Πρέπει να εκτίθενται στοιχεία τα οποία μπορούν να δημιουργήσουν αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της επίμαχης πράξης

    (Κανονισμός 1367/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 10 § 1)

    (βλ. σκέψεις 27, 28)

  2. Περιβάλλον – Σύμβαση του Aarhus – Εφαρμογή στα όργανα της Ένωσης – Δυνατότητα των μη κυβερνητικών οργανώσεων να ζητούν την εσωτερική επανεξέταση διοικητικών πράξεων στον τομέα του περιβάλλοντος – Απόρριψη αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης ως αβάσιμης – Δικαστικός έλεγχος – Όρια – Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως – Δεν συντρέχει

    (Κανονισμοί του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 1367/2006, άρθρο 10, και 2020/852, άρθρο 19 § 1)

    (βλ. σκέψεις 29-33, 87, 104-108, 122, 143-147, 151, 152)

  3. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Πλαίσιο για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων – Προσδιορισμός του βαθμού στον οποίο οικονομικές δραστηριότητες είναι περιβαλλοντικά βιώσιμες – Τεχνικά κριτήρια ελέγχου – Θέσπιση από την Επιτροπή – Στάθμιση από την Επιτροπή των διαφόρων εφαρμοστέων απαιτήσεων – Επιτρέπεται

    (Κανονισμός 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 10 §§ 3 και 5, 11 §§ 3 και 5, και 19 § 1, στοιχείο στʹ)

    (βλ. σκέψεις 52-57, 94)

  4. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Πλαίσιο για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων – Προσδιορισμός του βαθμού στον οποίο οικονομικές δραστηριότητες είναι περιβαλλοντικά βιώσιμες – Τεχνικά κριτήρια ελέγχου – Θέσπιση από την Επιτροπή – Συνεκτίμηση της συναφούς ισχύουσας νομοθεσίας της Ένωσης – Επιτρέπεται

    (Κανονισμοί του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2018/841 και 2020/852, άρθρα 10 § 1, στοιχείο αʹ, και 19 § 1, στοιχείο δʹ· οδηγία 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου)

    (βλ. σκέψεις 61-71, 95-100)

  5. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Πλαίσιο για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων – Προσδιορισμός της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των οικονομικών δραστηριοτήτων – Τεχνικά κριτήρια ελέγχου – Θέσπιση από την Επιτροπή – Υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη ο κύκλος ζωής των προϊόντων και των υπηρεσιών – Περιεχόμενο

    (Κανονισμός 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, αιτιολογικές σκέψεις 34, 40 και 47 και άρθρο 19 §§ 1, στοιχείο ζʹ, και 5· οδηγία 2003/87 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου)

    (βλ. σκέψεις 75-86, 139-142)

  6. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Πλαίσιο για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων – Τεχνικά κριτήρια ελέγχου – Προσδιορισμός της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των οικονομικών δραστηριοτήτων – Θέσπιση από την Επιτροπή – Κριτήρια για τις δραστηριότητες βιοενέργειας – Δεν περιλαμβάνεται κριτήριο σχετικό με την αρχή της αλυσιδωτής χρήσης της δασικής βιομάζας – Ανεπαρκή επιστημονικά στοιχεία – Χρήση της σταδιακής προσέγγισης – Επιτρέπεται

    (Κανονισμός 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 19 §§ 1 και 5· οδηγία 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου)

    (βλ. σκέψεις 114-128)

  7. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Πλαίσιο για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων – Προσδιορισμός της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των οικονομικών δραστηριοτήτων – Τεχνικά κριτήρια ελέγχου – Θέσπιση από την Επιτροπή – Κριτήρια για την παραγωγή οργανικών βασικών χημικών ουσιών – Συνεκτίμηση οικονομικών δραστηριοτήτων που ασκούνται σε μεταγενέστερο στάδιο – Αποκλείεται

    (Κανονισμός 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 3, στοιχείο βʹ, 9, στοιχείο γʹ, 10 § 3, στοιχείο βʹ, 17 §§ 1, στοιχείο γʹ, σημεία i και ii, και 2, και 19 § 1, στοιχείο ζʹ· οδηγία 2000/60 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου)

    (βλ. σκέψεις 156-172)

  8. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Πλαίσιο για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων – Προσδιορισμός της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των οικονομικών δραστηριοτήτων – Τεχνικά κριτήρια ελέγχου – Θέσπιση από την Επιτροπή – Κριτήρια για την παραγωγή οργανικών βασικών χημικών ουσιών – Χαρακτηρισμός δραστηριότητας ως δραστηριότητας που συμβάλλει στη μετάβαση – Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως – Δεν συντρέχει

    (Κανονισμοί του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 1907/2006, 1272/2008 και 2020/852, άρθρα 9, στοιχείο εʹ, 10 § 3, στοιχείο βʹ, και 17 § 1, στοιχείο εʹ)

    (βλ. σκέψεις 177-191)

  9. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Πλαίσιο για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων – Προσδιορισμός της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των οικονομικών δραστηριοτήτων – Τεχνικά κριτήρια ελέγχου – Θέσπιση από την Επιτροπή – Κριτήρια για την παραγωγή πλαστικών σε πρωτογενείς μορφές – Απουσία ποσοτικού κατώτατου ορίου όσον αφορά τη χρήση ανανεώσιμων υλών – Επιτρέπεται

    (Κανονισμός 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 19 § 1, στοιχεία γʹ και ιαʹ)

    (βλ. σκέψεις 201-207)

  10. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Πλαίσιο για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων – Προσδιορισμός της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των οικονομικών δραστηριοτήτων – Τεχνικά κριτήρια ελέγχου – Θέσπιση από την Επιτροπή – Κριτήρια για την παραγωγή πλαστικών σε πρωτογενείς μορφές – Χαρακτηρισμός δραστηριότητας ως δραστηριότητας που συμβάλλει στη μετάβαση – Επιτρέπεται – Δεν περιλαμβάνεται κριτήριο βάσει του οποίου μπορεί να διαπιστωθεί αν δεδομένη οικονομική δραστηριότητα βλάπτει σημαντικά τον στόχο της μετάβασης σε κυκλική οικονομία – Ανεπαρκή επιστημονικά στοιχεία – Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως – Δεν συντρέχει

    (Κανονισμός 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 9, στοιχείο δʹ, 10 § 3, στοιχείο βʹ, 17 § 1, στοιχείο δʹ, και 19 §§ 1, στοιχεία ζʹ και ιαʹ, και 5)

    (βλ. σκέψεις 220-231)

Σύνοψη

Το Γενικό Δικαστήριο επικυρώνει την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την οποία απορρίφθηκε αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2021/2139 ( 1 ) για τη συμπλήρωση του κανονισμού 2020/852 σχετικά με τη θέσπιση πλαισίου για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων ( 2 ) (στο εξής: κανονισμός για την ταξινομία). Στο πλαίσιο αυτό, αποφαίνεται για πρώτη φορά επί ορισμένων διατάξεων του κανονισμού για την ταξινομία οι οποίες αφορούν τις οικονομικές δραστηριότητες που σχετίζονται με τη βιοενέργεια, την παραγωγή οργανικών βασικών χημικών ουσιών και την παραγωγή πλαστικών σε πρωτογενείς μορφές.

Ο κανονισμός για την ταξινομία θεσπίζει ένα ενιαίο σύστημα ταξινόμησης προκειμένου να εναρμονιστούν σε επίπεδο Ένωσης τα κριτήρια βάσει των οποίων προσδιορίζεται κατά πόσον μια οικονομική δραστηριότητα είναι περιβαλλοντικά βιώσιμη με γνώμονα διάφορους περιβαλλοντικούς στόχους όπως ο μετριασμός της κλιματικής αλλαγής ( 3 ).

Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή εξέδωσε τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό για τη συμπλήρωση του κανονισμού για την ταξινομία. Στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό θεσπίζονται τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μπορεί να θεωρηθεί ότι ορισμένες οικονομικές δραστηριότητες που σχετίζονται με τη βιονέργεια, την παραγωγή οργανικών βασικών χημικών ουσιών και την παραγωγή πλαστικών σε πρωτογενείς μορφές συμβάλλουν σημαντικά στον στόχο του μετριασμού της κλιματικής αλλαγής και ότι δεν βλάπτουν σημαντικά οποιονδήποτε από τους άλλους περιβαλλοντικούς στόχους που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό.

Η ClientEarth, μη κερδοσκοπική οργάνωση βελγικού δικαίου στους σκοπούς της οποίας συγκαταλέγεται η προστασία του περιβάλλοντος, υπέβαλε στην Επιτροπή, δυνάμει του κανονισμού Aarhus ( 4 ), αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, ο οποίος, κατά την άποψή της, αντιβαίνει στον κανονισμό για την ταξινομία.

Η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης με απόφαση της 6ης Ιουλίου 2022 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η οποία αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.

Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

Το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει, κατά πρώτον, τον λόγο ακυρώσεως με τον οποίο η ClientEarth προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τις απαιτήσεις που ισχύουν για τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού για την ταξινομία.

Κατά την παράγραφο 1, στοιχείο στʹ, της εν λόγω διάταξης, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου βασίζονται σε αδιάσειστα επιστημονικά στοιχεία και στην αρχή της προφύλαξης που προβλέπεται στο άρθρο 191 ΣΛΕΕ.

Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει, πρώτον, την αιτίαση με την οποία προβάλλεται ότι η Επιτροπή ερμήνευσε υπερβολικά στενά την έννοια των «αδιάσειστων επιστημονικών στοιχείων» ως αντιστοιχούσα στα «επιστημονικά στοιχεία από τα οποία μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα».

Κατ’ αρχάς, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι η ClientEarth δεν εξηγεί ούτε για ποιον λόγο η ερμηνεία της Επιτροπής καθιστά παράνομη την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε γιατί δεν αντιστοιχεί στα «βέλτιστα διαθέσιμα στοιχεία» ή στα «πλέον πρόσφατα και πλέον αξιόπιστα επιστημονικά στοιχεία».

Εν συνεχεία, απορρίπτει το επιχείρημα της ClientEarth ότι η Επιτροπή έκρινε ότι μπορούσε να αγνοήσει τα βέλτιστα και πλέον πρόσφατα επιστημονικά στοιχεία για τον λόγο ότι ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός ενημερώνεται τακτικά. Συγκεκριμένα, το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία αναφέρει μόνον ότι μια υπερβολικά στενή ερμηνεία της απαίτησης να λαμβάνονται υπόψη τέτοια στοιχεία θα υπονόμευε τους σκοπούς του κανονισμού για την ταξινομία και θα καθιστούσε άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας την υποχρέωση της Επιτροπής να επανεξετάζει τακτικά τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου σύμφωνα με τις επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις.

Τέλος, η ClientEarth δεν απέδειξε ούτε παραβίαση της αρχής της προφύλαξης, στο μέτρο που δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία που έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή αυτή. Εν προκειμένω, υποστηρίζει απλώς ότι, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υφίστανται επιστημονικά στοιχεία, η Επιτροπή κωλύεται να κατατάξει συγκεκριμένη δραστηριότητα βάσει του εν λόγω κανονισμού.

Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει την άποψη ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη κατά την ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία, κρίνοντας ότι έπρεπε να σταθμίσει τις διάφορες απαιτήσεις τις οποίες προβλέπει η διάταξη αυτή. Συναφώς, επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη διάταξη θέτει ένα σύνολο απαιτήσεων οι οποίες αφορούν τόσο το περιεχόμενο όσο και τη μορφή των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου. Επιπλέον, τα εν λόγω κριτήρια πρέπει να λαμβάνουν υπόψη πλήθος παραγόντων, οι οποίοι επιδιώκουν διαφορετικούς στόχους, ήτοι, μεταξύ άλλων, περιβαλλοντικούς, επιστημονικούς, οικονομικούς στόχους και στόχους σκοπιμότητας. Επομένως, κατά τον καθορισμό των κριτηρίων, η Επιτροπή οφείλει να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των απαιτήσεων του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία, επιτυγχάνοντας, κατά περίπτωση, την κατάλληλη ισορροπία ή πρακτική αντιστοιχία μεταξύ τους.

Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται επί της πλάνης περί το δίκαιο στην οποία προβάλλεται ότι υπέπεσε η Επιτροπή καθόσον στηρίχθηκε αποκλειστικά στην ισχύουσα νομοθεσία της Ένωσης και ειδικότερα στην οδηγία RED II ( 5 ) και στον κανονισμό LULUCF ( 6 ). Κατά την ClientEarth, οι εν λόγω νομοθετικές πράξεις, τις οποίες η Επιτροπή έλαβε υπόψη προκειμένου να καθορίσει τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τις δραστηριότητες βιοενέργειας, επιτελούν διαφορετικές λειτουργίες από εκείνες του κανονισμού για την ταξινομία και στηρίζονται σε παρωχημένα επιστημονικά στοιχεία τα οποία δεν πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.

Το Γενικό Δικαστήριο παρατηρεί κατ’ αρχάς ότι, σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό, η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη «οποιαδήποτε συναφή ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία» κατά τον καθορισμό των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου και, επομένως, δεν μπορεί να της προσαφθεί ότι έλαβε υπόψη την ισχύουσα νομοθεσία της Ένωσης.

Όσον αφορά, ειδικότερα, τον φερόμενο παρωχημένο χαρακτήρα των κριτηρίων που καθορίζονται στην οδηγία RED II και στον κανονισμό LULUCF, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι η ημερομηνία θέσπισης της νομοθεσίας δεν είναι αφ’ εαυτής ικανή να αποδείξει μη συμφωνία προς τις απαιτήσεις του κανονισμού για την ταξινομία. Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου τους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εν λόγω οδηγία και ο εν λόγω κανονισμός στερούνται συνάφειας προς τους σκοπούς του καθορισμού των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου όσον αφορά τις δραστηριότητες βιοενέργειας. Υπό την έννοια αυτή, το Γενικό Δικαστήριο προσθέτει ότι ο κανονισμός για την ταξινομία παραπέμπει ρητώς στην οδηγία RED II και έμμεσα στον κανονισμό LULUCF και ότι τα κριτήρια που θεσπίζονται με τις δύο αυτές πράξεις συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους όσον αφορά τα καύσιμα βιομάζας, τα βιορευστά και τα παραγόμενα από δασική βιομάζα καύσιμα.

Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η ClientEarth, η Επιτροπή δεν παρέβη την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού για την ταξινομία να λαμβάνει υπόψη τον κύκλο ζωής όσον αφορά τις δραστηριότητες παραγωγής οργανικών βασικών χημικών ουσιών και παραγωγής πλαστικών σε πρωτογενείς μορφές.

Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο παρατηρεί ότι η Επιτροπή εξέθεσε βεβαίως με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η καθολική ενσωμάτωση των εκτιμήσεων σχετικά με τον κύκλο ζωής στα τεχνικά κριτήρια ελέγχου αποδεικνυόταν δυσχερής λόγω της έλλειψης δεδομένων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και να συγκριθούν μεταξύ τους. Εντούτοις, όσον αφορά την παραγωγή οργανικών βασικών χημικών ουσιών, η Επιτροπή έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, τις άμεσες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου και, όσον αφορά την παραγωγή πλαστικών σε πρωτογενείς μορφές, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου βασίστηκαν σε γνωμοδοτήσεις εμπειρογνωμόνων καθώς και σε αξιολόγηση του κύκλου ζωής.

Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού για την ταξινομία δεν απαιτεί ούτε να προβλέπονται τεχνικά κριτήρια ελέγχου τα οποία να αφορούν ειδικά τον κύκλο ζωής ούτε να διενεργείται αξιολόγηση του κύκλου ζωής σε όλες τις περιπτώσεις. Αυτό που απαιτείται, αντιθέτως, είναι η Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη κατά την έγκριση των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου τον εν λόγω κύκλο ζωής και δη τις ήδη υφιστάμενες αξιολογήσεις του.

Κατά δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει τον λόγο ακυρώσεως με τον οποίο η ClientEarth προβάλλει πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως όσον αφορά τις δραστηριότητες βιοενέργειας.

Αφενός, η προσφεύγουσα προέβαλε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθόσον η Επιτροπή είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η καύση δασικής βιομάζας συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και δεν προκαλεί σημαντική βλάβη στους περιβαλλοντικούς στόχους. Ειδικότερα, προσήψε στην Επιτροπή ότι αντιμετώπισε κατά τρόπο ομοιόμορφο όλες τις πρώτες ύλες δασικής προέλευσης χωρίς να ακολουθήσει τις συστάσεις της ομάδας τεχνικών εμπειρογνωμόνων για τη βιώσιμη χρηματοδότηση. Επί του σημείου αυτού, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι οι λόγοι τους οποίους επικαλέστηκε η Επιτροπή προκειμένου να μην ακολουθήσει τις συστάσεις αυτές ενείχαν πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία τους. Το Γενικό Δικαστήριο προσθέτει ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της ClientEarth, λήφθηκε υπόψη και η εισαγόμενη ξυλεία κατά τον καθορισμό των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου για τις οικονομικές δραστηριότητες βιοενέργειας, υπό το πρίσμα του άρθρου 29, παράγραφοι 6 και 7, της οδηγίας RED II.

Αφετέρου, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή κακώς έκρινε ότι δεν υπήρχαν επαρκή επιστημονικά στοιχεία για τον καθορισμό τεχνικών κριτηρίων ελέγχου ως προς την αρχή της μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης στον στόχο της μετάβασης σε κυκλική οικονομία όσον αφορά τη χρήση δασικής βιομάζας σε δραστηριότητες βιοενέργειας, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η αρχή της αλυσιδωτής χρήσης της δασικής βιομάζας.

Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο παρατηρεί ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η αρχή αυτή είναι εξαιρετικά περίπλοκη και ότι είναι απαραίτητα επαρκή επιστημονικά στοιχεία για τον καθορισμό των κατάλληλων κριτηρίων. Η Επιτροπή έκρινε ότι είχε τη δυνατότητα, στο πλαίσιο αυτό, να εφαρμόσει μια σταδιακή προσέγγιση, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 5, του κανονισμού για την ταξινομία. Ειδικότερα, η Επιτροπή έκρινε ότι η οδηγία RED II επέβαλλε ήδη στους φορείς εκμετάλλευσης υποχρεώσεις σχετικά με την ιεράρχηση των αποβλήτων και την κυκλική οικονομία και ότι η πρόταση οδηγίας για την τροποποίηση της οδηγίας RED II προέβλεπε ότι τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η ενέργεια από βιομάζα παράγεται κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη την ιεράρχηση των αποβλήτων και την αρχή της αλυσιδωτής χρήσης.

Η προσφεύγουσα όμως δεν προέβαλε συγκεκριμένα επιχειρήματα ικανά να αντικρούσουν το συμπέρασμα της Επιτροπής περί ανεπαρκών επιστημονικών στοιχείων ούτε απέδειξε ότι η ανάλυση επί της οποίας στηρίχθηκε η υιοθέτηση της προαναφερθείσας σταδιακής προσέγγισης ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

Κατά τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει τον λόγο ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλονται πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως όσον αφορά την παραγωγή οργανικών βασικών χημικών ουσιών, την οποία η Επιτροπή εσφαλμένως χαρακτήρισε ως δραστηριότητα που συμβάλλει στη μετάβαση κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 2, του κανονισμού για την ταξινομία ( 7 ).

Στο πλαίσιο αυτό, η ClientEarth υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τον αντίκτυπο του κύκλου ζωής των προϊόντων. Το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή δεν όφειλε να προβλέψει τεχνικά κριτήρια ελέγχου ειδικώς για τον κύκλο ζωής ούτε να προβεί σε αξιολόγηση του κύκλου ζωής σε όλες τις συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Επιπλέον, η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά τα κριτήρια για την εφαρμογή της αρχής της μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης στον στόχο της πρόληψης και του ελέγχου της ρύπανσης χαρακτηρίζοντας τη δραστηριότητα παραγωγής οργανικών βασικών χημικών ουσιών ως δραστηριότητα που συμβάλλει στη μετάβαση, δεδομένου ότι προορίζεται αποκλειστικά για χρήσεις ουσιώδεις για την κοινωνία.

Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η δραστηριότητα παραγωγής οργανικών βασικών χημικών ουσιών ταξινομείται ως δραστηριότητα που συμβάλλει στη μετάβαση μόνον εάν αυτή διεξάγεται με διαδικασία παραγωγής μειωμένων ανθρακούχων εκπομπών. Επιπλέον, η ταξινόμηση αυτή δεν εφαρμόζεται στην παραγωγή οργανικών βασικών χημικών ουσιών, δεδομένου ότι πρόκειται για την παραγωγή ουσιών οι οποίες μπορούν να διαβαθμιστούν για ορισμένους κινδύνους και για ορισμένες κατηγορίες κινδύνου, εκτός «εάν η χρήση τους έχει αποδειχθεί ουσιώδης για την κοινωνία». Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να προσάψει στην Επιτροπή ότι δεν παρέθεσε επαρκή στοιχεία σχετικά με τη χρήση των επικίνδυνων ουσιών σε μεταγενέστερο στάδιο και τις χρήσεις τους που είναι ουσιώδεις για την κοινωνία.

Το Γενικό Δικαστήριο προσθέτει ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της ClientEarth, οι κανονισμοί REACH ( 8 ) και CLP ( 9 ), στους οποίους παραπέμπει η προσβαλλόμενη απόφαση, ασκούν συναφώς επιρροή. Πράγματι, από τις νομικές απαιτήσεις για τη χημική ασφάλεια, οι οποίες προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στους εν λόγω κανονισμούς, προκύπτει ότι οι χρήσεις των οργανικών βασικών χημικών ουσιών σε μεταγενέστερο στάδιο ρυθμίζονται και ότι οι παραγωγοί των ουσιών αυτών, καθώς και άλλοι παράγοντες της αλυσίδας εφοδιασμού, υπόκεινται σε δέσμη υποχρεώσεων όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την καταχώριση, την πληροφόρηση και την ανταλλαγή δεδομένων.

Τέλος, κατά τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει τον λόγο ακυρώσεως που προβάλλει η ClientEarth σχετικά με τη δραστηριότητα παραγωγής πλαστικών σε πρωτογενείς μορφές.

Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή όφειλε να θεσπίσει για τη δραστηριότητα αυτή ένα ποσοτικό κριτήριο το οποίο να καθορίζει ένα ελάχιστο αναγκαίο ποσοστό ανανεώσιμων πρώτων υλών προκειμένου η παραγωγή αυτή να μπορεί να ταξινομηθεί ως δραστηριότητα που συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό, η Επιτροπή καθόρισε, αφενός, ένα ποιοτικό κριτήριο το οποίο επιβάλλει τη χρήση ανανεώσιμων πρώτων υλών σε μη καθορισμένη ποσότητα και, αφετέρου, ένα ποσοτικό κριτήριο που επιτάσσει οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου να μην υπερβαίνουν τα καθορισμένα όρια. Η επιλογή αυτή συνάδει με το άρθρο 19 του κανονισμού για την ταξινομία, το οποίο δεν προβλέπει ότι πρέπει υποχρεωτικά να περιλαμβάνονται ποσοτικά κριτήρια ή κατώτατα όρια στα τεχνικά κριτήρια ελέγχου σε όλες τις περιπτώσεις.

Ομοίως, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι κακώς μνημόνευσε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, μελλοντικές αναθεωρήσεις των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου. Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 19, παράγραφος 5, πρώτο και τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού για την ταξινομία, η αναθεώρηση αυτή είναι υποχρεωτική τουλάχιστον ανά τριετία για τις δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται ως δραστηριότητες που συμβάλλουν στη μετάβαση, στις οποίες περιλαμβάνεται η παραγωγή πλαστικών σε πρωτογενείς μορφές.

Εξάλλου, η ClientEarth προσήψε στην Επιτροπή ότι κακώς δεν θέσπισε τεχνικά κριτήρια ελέγχου προκειμένου να καθορίσει αν η δραστηριότητα παραγωγής πλαστικών σε πρωτογενείς μορφές βλάπτει σημαντικά τον στόχο της μετάβασης σε κυκλική οικονομία. Περαιτέρω, η Επιτροπή δεν ακολούθησε σχετική σύσταση της ομάδας εμπειρογνωμόνων για τη βιώσιμη χρηματοδότηση.

Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει κατ’ αρχάς ότι οι συστάσεις της ομάδας εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύουν την Επιτροπή. Επιπλέον, κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχεία ζʹ και ιαʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον κύκλο ζωής της επίμαχης δραστηριότητας, αλλά και να είναι εύκολα στη χρήση και να διευκολύνουν τον έλεγχο της συμμόρφωσης προς αυτά. Η Επιτροπή εκτίμησε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η καθολική ενσωμάτωση των στοιχείων του κύκλου ζωής στα κριτήρια ήταν δυσχερής λόγω της έλλειψης δεδομένων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και να συγκριθούν μεταξύ τους καθώς και λόγω της πληθώρας των εφαρμογών των πλαστικών βιολογικής προέλευσης. Το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την Επιτροπή στην αξιολόγησή της όσον αφορά τον λειτουργικό ή επαρκή χαρακτήρα επιστημονικών και περίπλοκων στοιχείων προκειμένου να διαπιστώσει αν ήταν δυνατό να καθοριστεί ένα τέτοιο τεχνικό κριτήριο ελέγχου.

Δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε όλα τα επιχειρήματα της ClientEarth, απορρίπτει την προσφυγή στο σύνολό της.


( 1 ) Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2021/2139 της Επιτροπής, της 4ης Ιουνίου 2021, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με τη θέσπιση τεχνικών κριτηρίων ελέγχου για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μια οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ότι συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής ή στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και για τον προσδιορισμό του κατά πόσον αυτή η οικονομική δραστηριότητα δεν βλάπτει σημαντικά οποιονδήποτε από τους άλλους περιβαλλοντικούς στόχους (ΕΕ 2021, L 442, σ. 1, και διορθωτικό EE 2023, L 178, σ.10, στο εξής: κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός).

( 2 ) Κανονισμός (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2020, σχετικά με τη θέσπιση πλαισίου για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088 (ΕΕ 2020, L 198, σ. 13).

( 3 ) Άρθρα 9 και 10 του κανονισμού για την ταξινομία.

( 4 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1367/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, για την εφαρμογή στα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας των διατάξεων της σύμβασης του Århus σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (ΕΕ 2006, L 264, σ. 13), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/1767 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 2021 (ΕΕ 2021, L 356, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός Aarhus).

( 5 ) Οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (ΕΕ 2018, L 328, σ. 82, στο εξής: οδηγία RED II).

( 6 ) Κανονισμός (ΕΕ) 2018/841 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018, σχετικά με τη συμπερίληψη των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και των απορροφήσεων από δραστηριότητες χρήσης γης, αλλαγής χρήσης γης και δασοπονίας στο πλαίσιο για το κλίμα και την ενέργεια έως το 2030, καθώς και για την τροποποίηση του κανονισμού (EE) αριθ. 525/2013 και της απόφασης (EE) αριθ. 529/2013/ΕΕ (ΕΕ 2018, L 156, σ. 1, στο εξής: κανονισμός LULUCF).

( 7 ) Ως δραστηριότητες που συμβάλλουν στη μετάβαση νοούνται εκείνες για τις οποίες δεν υπάρχει τεχνολογικά και οικονομικά εφικτή εναλλακτική λύση χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών, οι οποίες όμως συμβάλλουν στη μετάβαση σε κλιματικά ουδέτερη οικονομία, υπό την επιφύλαξη της τήρησης ορισμένων κριτηρίων.

( 8 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/EΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ 2006, L 396, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2007, L 136, σ. 3).

( 9 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, την τροποποίηση και την κατάργηση των οδηγιών 67/548/EΟΚ και 1999/45/EΚ και την τροποποίηση του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1907/2006 (ΕΕ 2008, L 353, σ. 1).