Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο πενταμελές τμήμα)
της 18ης Μαρτίου 2026 (*)
« Περιβάλλον – Σύμβαση του Aarhus – Απόρριψη αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης – Άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1367/2006 – Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2021/2139 – Διαχείριση δασών – Δραστηριότητες οι οποίες σχετίζονται με την παραγωγή καυσίμων και βιονενέργειας από δασική βιομάζα – Ταξινομία – Απαιτήσεις για τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου – Άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852 – Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή – Σημαντική βλάβη για τους περιβαλλοντικούς στόχους »
Στην υπόθεση T‑575/22,
Robin Wood – Gewaltfreie Aktionsgemeinschaft für Natur und Umwelt eV, με έδρα το Αμβούργο (Γερμανία), και οι λοιπές προσφεύγουσες των οποίων οι επωνυμίες παρατίθενται στο παράρτημα (1), εκπροσωπούμενες από τους C. Baldon, N. Braoudakis, δικηγόρους, και M. B. Mitchell, barrister,
προσφεύγουσες,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους G. von Rintelen, G. Gattinara, C. Auvret και B. De Meester,
καθής,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο, κατά τις διασκέψεις, από τους M. J. Costeira, πρόεδρο, M. Kancheva, U. Öberg, P. Zilgalvis και E. Tichy-Fisslberger (εισηγήτρια), δικαστές,
γραμματέας: A. Μαργέλης, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Νοεμβρίου 2024,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή που άσκησαν δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, οι προσφεύγουσες, Robin Wood – Gewaltfreie Aktionsgemeinschaft für Natur und Umwelt eV και οι λοιπές προσφεύγουσες των οποίων οι επωνυμίες παρατίθενται στο παράρτημα, ζητούν την ακύρωση της απόφασης Ares(2022) 4939323 της Επιτροπής, της 6ης Ιουλίου 2022, με την οποία η Επιτροπή απέρριψε ως αβάσιμη την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2021/2139 της Επιτροπής, της 4ης Ιουνίου 2021, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με τη θέσπιση τεχνικών κριτηρίων ελέγχου για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μια οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ότι συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής ή στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και για τον προσδιορισμό του κατά πόσον αυτή η οικονομική δραστηριότητα δεν βλάπτει σημαντικά οποιονδήποτε από τους άλλους περιβαλλοντικούς στόχους (ΕΕ 2021, L 442, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2023, L 178, σ. 10, στο εξής: κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός), όσον αφορά ορισμένες πτυχές των οικονομικών δραστηριοτήτων στους κλάδους της διαχείρισης δασών και της βιονενέργειας (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
Ιστορικό της διαφοράς
2 Στις 4 Ιουνίου 2021 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό βάσει, μεταξύ άλλων, του άρθρου 10, παράγραφος 3, και του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2020, σχετικά με τη θέσπιση πλαισίου για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088 (ΕΕ 2020, L 198, σ. 13, στο εξής: κανονισμός για την ταξινομία).
3 Στις 3 Φεβρουαρίου 2022 οι προσφεύγουσες υπέβαλαν αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1367/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, για την εφαρμογή στα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας των διατάξεων της σύμβασης του Århus σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (ΕΕ 2006, L 264, σ. 13), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/1767 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 2021 (ΕΕ 2021, L 356, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός Aarhus).
4 Με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης, οι προσφεύγουσες υποστήριξαν, κατ’ ουσίαν, ότι ορισμένα από τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που καθορίζονται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό όσον αφορά τις οικονομικές δραστηριότητες που σχετίζονται με τη διαχείριση δασών [τμήμα 1 (με τίτλο «Δασοκομία»), σημείο 1.3 (με τίτλο «Διαχείριση δασών»), των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού] και ορισμένες δραστηριότητες που σχετίζονται με τη βιοενέργεια (τμήμα 4, σημεία 4.7, 4.8, 4.13, 4.19, 4.20, 4.23 και 4.24 του παραρτήματος II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού) δεν συμμορφώνονται με πλήθος διατάξεων του κανονισμού για την ταξινομία και με ορισμένες απαιτήσεις των Συνθηκών.
5 Στις 6 Ιουλίου 2022 η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απέρριψε την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης. Στην απόφαση αυτή, στην οποία επισυνάπτεται, ως παραρτήματα I και III, λεπτομερής εκτίμηση των λόγων επανεξέτασης που προέβαλαν οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή έκρινε ότι ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός είναι σύμφωνος με το δίκαιο της Ένωσης.
Αιτήματα των διαδίκων
6 Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
7 Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή·
– να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
8 Προς στήριξη της υπό κρίση προσφυγής, οι προσφεύγουσες προβάλλουν δώδεκα λόγους ακυρώσεως.
9 Με τους έξι πρώτους λόγους ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν το βάσιμο των απαντήσεων τις οποίες έδωσε η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στις επικρίσεις που διατύπωσαν με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης όσον αφορά τη συμβατότητα, με διάφορες διατάξεις του κανονισμού για την ταξινομία, των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου που σχετίζονται με τις δραστηριότητες διαχείρισης δασών που αναφέρονται στο τμήμα 1 («Δασοκομία»), σημείο 1.3 («Διαχείριση δασών»), του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (βλ. σκέψεις 35 έως 244 κατωτέρω).
10 Με τους λοιπούς έξι λόγους ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν το βάσιμο των απαντήσεων τις οποίες έδωσε η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στις επικρίσεις που διατύπωσαν με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης όσον αφορά τη συμβατότητα, με διάφορες διατάξεις του κανονισμού για την ταξινομία, των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου για τις δασοκομικές δραστηριότητες που σχετίζονται με τη βιοενέργεια (ιδίως τη βιομάζα), οι οποίες μνημονεύονται, μεταξύ άλλων, στο τμήμα 4 (με τίτλο «Ενέργεια»), σημεία 4.7, 4.8, 4.19, 4.20, 4.23 και 4.24, του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (βλ. σκέψεις 245 έως 461 κατωτέρω).
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με τον κανονισμό για την ταξινομία και τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό
11 Κατά το άρθρο του 1, παράγραφος 1, ο κανονισμός για την ταξινομία θεσπίζει τα κριτήρια με τα οποία προσδιορίζεται αν μια οικονομική δραστηριότητα χαρακτηρίζεται ως περιβαλλοντικά βιώσιμη, προκειμένου να προσδιοριστεί ο βαθμός στον οποίο μια επένδυση είναι περιβαλλοντικά βιώσιμη. Κατά την αιτιολογική σκέψη 3, ο κανονισμός αυτός αποτελεί σημαντικό βήμα για τη διοχέτευση χρηματοδοτικών ροών προς βιώσιμες δραστηριότητες, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος μιας κλιματικά ουδέτερης Ευρωπαϊκής Ένωσης έως το 2050.
12 Προς τον σκοπό αυτό, ο κανονισμός για την ταξινομία θεσπίζει, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 6 και 12, ένα ενιαίο σύστημα ταξινόμησης για βιώσιμες δραστηριότητες (καλούμενο «ταξονομία» ή «ταξινομία»), προκειμένου να εναρμονιστούν σε επίπεδο Ένωσης τα κριτήρια βάσει των οποίων προσδιορίζεται κατά πόσον μια οικονομική δραστηριότητα χαρακτηρίζεται ως περιβαλλοντικά βιώσιμη, παρέχοντας έτσι στους επενδυτές και σε άλλους οικονομικούς φορείς κοινή κατανόηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που είναι περιβαλλοντικά βιώσιμες.
13 Κατά το άρθρο 3 του κανονισμού για την ταξινομία, «[π]ροκειμένου να προσδιοριστεί ο βαθμός στον οποίο μία επένδυση είναι περιβαλλοντικά βιώσιμη, μια οικονομική δραστηριότητα χαρακτηρίζεται περιβαλλοντικά βιώσιμη όταν η εν λόγω οικονομική δραστηριότητα:
α) συμβάλλει σημαντικά στην επίτευξη ενός ή περισσοτέρων από τους περιβαλλοντικούς στόχους που καθορίζονται στο άρθρο 9 σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 16·
β) σύμφωνα με το άρθρο 17, δεν βλάπτει σημαντικά κανέναν από τους περιβαλλοντικούς στόχους που καθορίζονται στο άρθρο 9·
γ) [...]· και
δ) συμμορφώνεται προς τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που θεσπίζει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3, [και] το άρθρο 11 παράγραφος 3 [...]».
14 Οι έξι περιβαλλοντικοί στόχοι που απαριθμούνται στο άρθρο 9 του κανονισμού για την ταξινομία είναι οι εξής:
«α) ο μετριασμός της κλιματικής αλλαγής·
β) η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή·
γ) η βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων·
δ) η μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία·
ε) η πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης·
στ) η προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων.»
15 Το άρθρο 4 του κανονισμού για την ταξινομία προβλέπει ότι τα κράτη μέλη και η Ένωση εφαρμόζουν τα κριτήρια του άρθρου 3 για να προσδιοριστεί εάν μια οικονομική δραστηριότητα μπορεί να χαρακτηριστεί ως περιβαλλοντικά βιώσιμη, για τους σκοπούς οποιωνδήποτε μέτρων προβλέπουν απαιτήσεις για τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές ή τους εκδότες αναφορικά με χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή εταιρικά ομόλογα τα οποία διατίθενται ως περιβαλλοντικά βιώσιμα.
16 Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία προβλέπει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μια οικονομική δραστηριότητα χαρακτηρίζεται ως συμβάλλουσα σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής.
17 Ο «μετριασμός της κλιματικής αλλαγής» ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 5, του κανονισμού για την ταξινομία ως «η διαδικασία συγκράτησης της αύξησης της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη πολύ κάτω από τους 2 °C και καταβολής προσπαθειών για τον περιορισμό της σε 1,5 °C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα, κατά τα προβλεπόμενα στη συμφωνία του Παρισιού [για την κλιματική αλλαγή, η οποία κυρώθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2015]».
18 Το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού για την ταξινομία προβλέπει τις προϋποθέσεις που ισχύουν για τις οικονομικές δραστηριότητες για τις οποίες δεν υπάρχει τεχνολογικά και οικονομικά εφικτή εναλλακτική λύση χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών, ήτοι τις λεγόμενες δραστηριότητες «που συμβάλλ[ουν] στη μετάβαση», κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο ηʹ, σημείο ii, του κανονισμού αυτού.
19 Το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού για την ταξινομία προβλέπει ότι η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 23 του ίδιου κανονισμού με σκοπό:
«α) να συμπληρώνει τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου με τη θέσπιση τεχνικών κριτηρίων ελέγχου για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μια συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ότι συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, και
β) να συμπληρώνει το άρθρο 17 με τη θέσπιση, για κάθε σχετικό περιβαλλοντικό στόχο, τεχνικών κριτηρίων ελέγχου προκειμένου να προσδιορίζεται κατά πόσο μια οικονομική δραστηριότητα, ανάλογα με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που έχουν καθοριστεί σύμφωνα με το στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, βλάπτει σημαντικά έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω στόχους.»
20 Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία προβλέπει ότι μια οικονομική δραστηριότητα χαρακτηρίζεται ως συμβάλλουσα σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή όταν:
«α) περιλαμβάνει λύσεις προσαρμογής που είτε μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο του αρνητικού αντικτύπου των υφιστάμενων και αναμενόμενων μελλοντικών κλιματικών συνθηκών στην ίδια την οικονομική δραστηριότητα είτε μειώνουν σημαντικά τον εν λόγω αρνητικό αντίκτυπο, χωρίς να αυξάνουν τον κίνδυνο αρνητικού αντικτύπου σε ανθρώπους, φυσικούς πόρους ή περιουσιακά στοιχεία, ή
β) παρέχει λύσεις προσαρμογής οι οποίες, επιπλέον της ικανοποίησης των όρων που ορίζονται στο άρθρο 16, συμβάλλουν σημαντικά στην πρόληψη ή τη μείωση του κινδύνου αρνητικού αντικτύπου των υφιστάμενων και αναμενόμενων μελλοντικών κλιματικών συνθηκών σε ανθρώπους, φυσικούς πόρους ή περιουσιακά στοιχεία, χωρίς να αυξάνεται ο κίνδυνος αρνητικού αντικτύπου σε ανθρώπους, φυσικούς πόρους ή περιουσιακά στοιχεία.»
21 Το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού για την ταξινομία προβλέπει ότι η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 23 του εν λόγω κανονισμού με σκοπό:
«α) να συμπληρώνει τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου θεσπίζοντας τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μια συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ότι συμβάλλει σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και
β) να συμπληρώνει το άρθρο 17 θεσπίζοντας, για κάθε σχετικό περιβαλλοντικό στόχο, τεχνικά κριτήρια ελέγχου προκειμένου να προσδιορίζεται κατά πόσο μια οικονομική δραστηριότητα, για την οποία έχουν θεσπιστεί τεχνικά κριτήρια ελέγχου δυνάμει του στοιχείου α) της παρούσας παραγράφου, βλάπτει σημαντικά έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω στόχους.»
22 Το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία έχει ως εξής:
«Για τους σκοπούς του άρθρου 3 στοιχείο β), λαμβάνοντας υπόψη τον κύκλο ζωής των προϊόντων και υπηρεσιών που παρέχονται από μια οικονομική δραστηριότητα, μεταξύ άλλων στοιχεία από τις υφιστάμενες αξιολογήσεις του κύκλου ζωής, η εν λόγω οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ότι βλάπτει σημαντικά:
α) τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, όταν η εν λόγω δραστηριότητα οδηγεί σε σημαντικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου·
β) την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, όταν η εν λόγω δραστηριότητα οδηγεί σε αυξημένο αρνητικό αντίκτυπο των υφιστάμενων και αναμενόμενων μελλοντικών κλιματικών συνθηκών στην ίδια τη δραστηριότητα ή σε ανθρώπους, φυσικούς πόρους ή περιουσιακά στοιχεία·
γ) τη βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων, όταν η εν λόγω δραστηριότητα είναι επιβαρυντική:
i) για την καλή κατάσταση ή για το καλό οικολογικό δυναμικό των υδατικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένων των επιφανειακών και των υπόγειων υδάτων, ή
ii) για την καλή περιβαλλοντική κατάσταση των θαλάσσιων υδάτων·
δ) την κυκλική οικονομία, συμπεριλαμβανομένης της πρόληψης δημιουργίας αποβλήτων και της ανακύκλωσης, όταν:
i) η εν λόγω δραστηριότητα οδηγεί σε σημαντικές ανεπάρκειες ως προς τη χρήση υλικών ή στην άμεση ή έμμεση χρήση φυσικών πόρων όπως μη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, πρώτων υλών, ύδατος και εδάφους σε ένα ή περισσότερα στάδια του κύκλου ζωής των προϊόντων, μεταξύ άλλων από άποψη ανθεκτικότητας, δυνατότητας επισκευής, αναβάθμισης, επαναχρησιμοποίησης ή ανακύκλωσης των προϊόντων·
ii) η εν λόγω δραστηριότητα οδηγεί σε σημαντική αύξηση της παραγωγής, της αποτέφρωσης ή της διάθεσης αποβλήτων, με εξαίρεση την αποτέφρωση μη ανακυκλώσιμων επικίνδυνων αποβλήτων, ή
iii) η μακροπρόθεσμη διάθεση αποβλήτων ενδέχεται να προκαλέσει σημαντική και μακροπρόθεσμη βλάβη στο περιβάλλον·
ε) την πρόληψη και τον έλεγχο της ρύπανσης, όταν η εν λόγω δραστηριότητα οδηγεί σε σημαντική αύξηση των εκπομπών ρύπων στην ατμόσφαιρα, στα ύδατα ή στο έδαφος, σε σύγκριση με την κατάσταση πριν από την έναρξη της δραστηριότητας· ή
στ) την προστασία και την αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων, όταν η εν λόγω δραστηριότητα:
i) είναι σε σημαντικό βαθμό επιβαρυντική για την καλή κατάσταση και την ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων, ή
ii) είναι επιβαρυντική για την κατάσταση διατήρησης οικότοπων και ειδών, συμπεριλαμβανομένων όσων είναι ενωσιακού ενδιαφέροντος.»
23 Το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία προβλέπει ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που θεσπίζονται, μεταξύ άλλων, δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού:
«α) προσδιορίζουν τις πλέον συναφείς δυνητικές συνεισφορές στον δεδομένο περιβαλλοντικό στόχο, τηρώντας παράλληλα την αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις βραχυπρόθεσμες όσο και τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις μιας συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας·
β) προσδιορίζουν τις ελάχιστες απαιτήσεις που πρέπει να ικανοποιούνται προκειμένου να αποτρέπεται σημαντική βλάβη όλων των συναφών περιβαλλοντικών στόχων, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις βραχυπρόθεσμες όσο και τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις μιας συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας·
γ) είναι ποσοτικά και περιλαμβάνουν κατώτατα όρια στο βαθμό που είναι δυνατόν, διαφορετικά είναι ποιοτικά·
δ) εφόσον συντρέχει περίπτωση, βασίζονται στα ενωσιακά συστήματα επισήμανσης και πιστοποίησης, στις ενωσιακές μεθοδολογίες για την αξιολόγηση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος και στα ενωσιακά συστήματα στατιστικής ταξινόμησης, λαμβάνουν δε υπόψη οποιαδήποτε συναφή ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία·
ε) στο μέτρο του δυνατού, χρησιμοποιούν δείκτες βιωσιμότητας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088·
στ) βασίζονται σε αδιάσειστα επιστημονικά στοιχεία και στην αρχή της προφύλαξης που προβλέπεται στο άρθρο 191 ΣΛΕΕ·
ζ) λαμβάνουν υπόψη τον κύκλο ζωής, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων από τις υφιστάμενες αξιολογήσεις του κύκλου ζωής, εξετάζοντας τόσο τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της ίδιας της οικονομικής δραστηριότητας, όσο και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των προϊόντων και υπηρεσιών που αυτή η δραστηριότητα παρέχει, ιδίως εξετάζοντας την παραγωγή, τη χρήση και το τέλος του κύκλου ζωής των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών·
η) λαμβάνουν υπόψη τη φύση και την κλίμακα της οικονομικής δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένων των εξής στοιχείων:
i) εάν είναι ευνοϊκή δραστηριότητα όπως αναφέρεται στο άρθρο 16, ή
ii) εάν είναι δραστηριότητα που συμβάλλει στη μετάβαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2·
θ) λαμβάνουν υπόψη τον δυνητικό αντίκτυπο στην αγορά από τη μετάβαση σε μια πιο βιώσιμη οικονομία, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου ορισμένα περιουσιακά στοιχεία να καταστούν εξ αυτού μη αξιοποιήσιμα σε μια τέτοια μετάβαση, καθώς και του κινδύνου δημιουργίας μη συνεκτικών κινήτρων για τις βιώσιμες επενδύσεις·
ι) καλύπτουν όλες τις συναφείς οικονομικές δραστηριότητες στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου τομέα και διασφαλίζουν ότι αυτές οι δραστηριότητες αντιμετωπίζονται ισότιμα εφόσον συμβάλλουν ισότιμα στους περιβαλλοντικούς στόχους που καθορίζονται στο άρθρο 9 του παρόντος κανονισμού, ώστε να αποφεύγεται η στρέβλωση του ανταγωνισμού στην αγορά, και
ια) είναι εύκολα στη χρήση και ορίζονται κατά τρόπο ώστε να διευκολύνουν τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους. […]»
24 Ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός εκδόθηκε βάσει, μεταξύ άλλων, του άρθρου 10, παράγραφος 3, και του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού για την ταξινομία.
25 Κατά το άρθρο 1 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μια οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ότι συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και για τον προσδιορισμό του κατά πόσον αυτή η οικονομική δραστηριότητα βλάπτει σημαντικά οποιονδήποτε από τους άλλους περιβαλλοντικούς στόχους προβλέπονται στο παράρτημα I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού. Κατά το άρθρο 2 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μια οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ότι συμβάλλει σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και για τον προσδιορισμό του κατά πόσον αυτή η οικονομική δραστηριότητα δεν βλάπτει σημαντικά οποιονδήποτε από τους άλλους περιβαλλοντικούς στόχους προβλέπονται στο παράρτημα II του ίδιου κανονισμού.
26 Στα παραρτήματα I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού εκτίθενται λεπτομερώς τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για κάθε οικονομική δραστηριότητα που αποτελεί αντικείμενο του κανονισμού αυτού, και συγκεκριμένα στο σημείο 1.3 όσον αφορά τη διαχείριση δασών και στα σημεία 4.7, 4.8, 4.19, 4.20, 4.23 και 4.24 όσον αφορά διάφορες δασοκομικές δραστηριότητες που σχετίζονται με τη βιοενέργεια (ιδίως τη βιομάζα).
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης και την έκταση του ελέγχου του Γενικού Δικαστηρίου
27 Δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού Aarhus, οιαδήποτε μη κυβερνητική οργάνωση (ΜΚΟ) που πληροί τα κριτήρια του άρθρου 11 του κανονισμού αυτού δύναται να κινήσει, με αιτιολογημένη αίτηση, εσωτερική επανεξέταση διοικητικής πράξης από το όργανο ή τον οργανισμό της Ένωσης που εξέδωσε την πράξη με την αιτιολογία ότι η πράξη αυτή αντιτίθεται στο περιβαλλοντικό δίκαιο κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του εν λόγω κανονισμού.
28 Αποτελεί εγγενές στοιχείο του συστήματος εσωτερικής επανεξέτασης το να εκθέτει ο αιτούμενος την επανεξέταση συγκεκριμένους και σαφείς λόγους δυνάμενους να ανατρέψουν τις εκτιμήσεις επί των οποίων βασίζεται η διοικητική πράξη (πρβλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, TestBioTech κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑82/17 P, EU:C:2019:719, σκέψη 68). Ως εκ τούτου, ο αιτούμενος την επανεξέταση οφείλει να αναφέρει τα ουσιώδη πραγματικά στοιχεία ή τα νομικά επιχειρήματα τα οποία δύνανται να θεμελιώσουν εύλογες αμφιβολίες, δηλαδή ουσιώδεις, όσον αφορά την εκτίμηση στην οποία προέβη το θεσμικό όργανο ή το όργανο της Ένωσης με την οικεία πράξη (πρβλ. αποφάσεις της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, TestBioTech κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑82/17 P, EU:C:2019:719, σκέψη 69, και της 6ης Οκτωβρίου 2021, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑458/19 P, EU:C:2021:802, σκέψη 60).
29 Επομένως, η αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης διοικητικής πράξης αποσκοπεί στη διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα ή της έλλειψης βασιμότητας της οικείας πράξης. Στη συνέχεια, ο αιτών μπορεί να προσφύγει ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού Aarhus, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 του κανονισμού αυτού, λόγω αναρμοδιότητας, παράβασης ουσιώδους τύπου, παραβίασης των Συνθηκών ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή τους ή λόγω κατάχρησης εξουσίας (απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, TestBioTech κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑82/17 P, EU:C:2019:719, σκέψη 38).
30 Κατ’ αρχήν, η έκταση του δικαστικού ελέγχου απόφασης με την οποία απορρίπτεται αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης δεν διαφέρει από την έκταση του δικαστικού ελέγχου της διοικητικής πράξης ως προς την οποία υποβλήθηκε η εν λόγω αίτηση αν κατά της πράξης αυτής ασκείτο ένδικη προσφυγή (πρβλ. απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2016, TestBioTech κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑177/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:736, σκέψεις 76 και 81).
31 Κατά τη νομολογία, όταν θεσμικό όργανο της Ένωσης καλείται να προβεί σε σύνθετες εκτιμήσεις, όπως εκείνες που αφορούν την κατάρτιση τεχνικών κριτηρίων ελέγχου ώστε να διαπιστωθεί αν μια οικονομική δραστηριότητα είναι περιβαλλοντικά βιώσιμη, διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 11ης Μαΐου 2017, Dyson κατά Επιτροπής, C‑44/16 P, EU:C:2017:357, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Στην περίπτωση αυτή, ο δικαστικός έλεγχος τον οποίο ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να ασκεί ως προς το βάσιμο της αιτιολογίας απόφασης όπως η προσβαλλόμενη δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την υποκατάσταση της εκτίμησης της Επιτροπής από τη δική του, αλλά έχει ως αντικείμενο να βεβαιωθεί ότι η εν λόγω απόφαση δεν στηρίζεται σε αναληθή πραγματικά περιστατικά και ότι δεν ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ή κατάχρηση εξουσίας (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Μαΐου 2023, ΕΚΤ κατά Crédit lyonnais, C‑389/21 P, EU:C:2023:368, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
32 Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει, μεταξύ άλλων, να ελέγχει όχι μόνον την ακρίβεια, την αξιοπιστία και τη συνοχή των προβαλλόμενων αποδεικτικών στοιχείων, αλλά και το ζήτημα αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των κρίσιμων δεδομένων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση μιας σύνθετης κατάστασης και αν μπορούν να στηρίξουν τα εξ αυτών συναγόμενα συμπεράσματα (βλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 2023, ΕΚΤ κατά Crédit lyonnais, C‑389/21 P, EU:C:2023:368, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Πράγματι, όταν ένα θεσμικό όργανο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, έχει θεμελιώδη σημασία η τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων, μεταξύ των οποίων καταλέγεται η υποχρέωσή του να εξετάζει, με επιμέλεια και αμεροληψία, όλα τα κρίσιμα στοιχεία της συγκεκριμένης κατάστασης (βλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 2023, ΕΚΤ κατά Crédit lyonnais, C‑389/21 P, EU:C:2023:368, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
33 Προκειμένου να διαπιστωθεί αν θεσμικό όργανο υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση περίπλοκων πραγματικών περιστατικών, ικανή να δικαιολογήσει την ακύρωση της πράξης που εξέδωσε, τα αποδεικτικά στοιχεία που στηρίζουν τον ισχυρισμό αυτό πρέπει να αρκούν για να καταστήσουν μη αξιόπιστες τις εκτιμήσεις των πραγματικών περιστατικών οι οποίες περιλαμβάνονται στην απόφαση αυτή (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Ιουνίου 2018, Lubrizol France κατά Συμβουλίου, C‑223/17 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:442, σκέψη 39, και της 7ης Μαΐου 2020, BTB Holding Investments και Duferco Participations Holding κατά Επιτροπής, C‑148/19 P, EU:C:2020:354, σκέψη 74).
34 Υπό το πρίσμα αυτών ακριβώς των σκέψεων πρέπει να εξεταστούν οι λόγοι ακυρώσεως τους οποίους προβάλλουν οι προσφεύγουσες.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι ενέχει πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις των προσφευγουσών σχετικά με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου βάσει των οποίων μπορεί να διαπιστωθεί αν μια δραστηριότητα διαχείρισης δασών συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής
35 Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως, ο οποίος στηρίζεται σε προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία και ο οποίος, κατά τις προσφεύγουσες, αφορά την ύπαρξη πλάνης περί το δίκαιο και πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως, διαρθρώνεται σε δύο σκέλη.
Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως οι περιλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτιμήσεις σχετικά με τη χρήση τιμής αναφοράς στις «συνήθεις πρακτικές» στο πλαίσιο των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου βάσει των οποίων μπορεί να διαπιστωθεί αν μια δραστηριότητα διαχείρισης δασών συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής
36 Κατά τις προσφεύγουσες, η περιλαμβανόμενη στο σημείο 2.1 (σελίδες 66 έως 69) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις που διατύπωσαν με την αίτησή τους εσωτερικής επανεξέτασης όσον αφορά τη νομιμότητα της χρήσης τιμής αναφοράς στις «συνήθεις πρακτικές», όταν εξετάζεται αν μια δασοκομική δραστηριότητα συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, ενέχει πλάνη περί το δίκαιο. Αυτή η τιμή αναφοράς μνημονεύεται στο σημείο 2.1, στοιχείο αʹ, το οποίο περιλαμβάνεται στο σημείο 2 («Ανάλυση κλιματικών οφελών») του σημείου 1.3 («Διαχείριση δασών») του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού.
37 Κατά πρώτον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή υπογράμμισε, στο σημείο 2.1 (σελίδες 66 έως 69) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, την απαίτηση για κατάρτιση σχεδίου διαχείρισης δασών, δηλώνοντας ότι πρωταρχικός σκοπός των κριτηρίων ήταν να διασφαλιστεί η θέση σε εφαρμογή ενός επαληθευμένου σχεδίου διαχείρισης δασών ή ενός ισοδύναμου μέσου. Τούτο αντιστοιχεί στο σχέδιο διαχείρισης δασών το οποίο προβλέπεται στο σημείο 1 («Σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο μέσο») του τμήματος 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού.
38 Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού για την ταξινομία.
39 Ειδικότερα, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, πρώτον, ότι πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι πρόθεση της Επιτροπής ήταν να δηλώσει, με την απάντησή της, ότι οι δασοκομικές δραστηριότητες συμβάλλουν κατ’ ανάγκην θετικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Ωστόσο, τούτο είναι εσφαλμένο, διότι δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί άνευ ετέρου ότι οι δασοκομικές δραστηριότητες συμβάλλουν θετικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Ο ίδιος ο κανονισμός για την ταξινομία επιβεβαιώνει ότι οι δραστηριότητες αυτές δεν συμβάλλουν κατ’ ανάγκην θετικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής.
40 Δεύτερον, εκτιμούν ότι η Επιτροπή εξομοίωσε την ύπαρξη σχεδίου διαχείρισης δασών με την ύπαρξη σημαντικής συμβολής στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής.
41 Μια τέτοια απάντηση είναι, όμως, κατά την άποψή τους, ανεπαρκής και ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι ούτε τα οικεία τεχνικά κριτήρια ελέγχου ούτε κάποια άλλη διάταξη του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού απαιτούν ρητώς τη διατήρηση των δασικών καταβοθρών άνθρακα και, ακόμη λιγότερο, την ενίσχυσή τους, προκειμένου να υπάρξει ευθυγράμμιση με τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού για τη θερμοκρασία. Με άλλα λόγια, η εν λόγω απάντηση ουδόλως αναιρεί το γεγονός ότι η υποχρέωση υπαγωγής μιας δραστηριότητας σε σχέδιο διαχείρισης δασών δεν πληροί, κατά τις προσφεύγουσες, την απαίτηση του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία, ήτοι ότι η εν λόγω δραστηριότητα πρέπει να ευθυγραμμίζεται με τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού για τη θερμοκρασία.
42 Κατά δεύτερον, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι η Επιτροπή επικαλέστηκε επίσης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, την υποχρέωση του οικονομικού φορέα που διαθέτει σχέδιο διαχείρισης δασών να διασφαλίσει ότι το σχέδιο αυτό πληροί τα κριτήρια αειφορίας για τη δασική βιομάζα που προβλέπονται στο άρθρο 29, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (ΕΕ 2018, L 328, σ. 82, στο εξής: οδηγία RED II).
43 Η απάντηση αυτή της Επιτροπής ενέχει παράβαση του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, το οποίο επιβάλλει την ενίσχυση των χερσαίων καταβοθρών άνθρακα. Βεβαίως, τα κριτήρια του άρθρου 29, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, της οδηγίας RED II αποσκοπούν στη θέσπιση ενός «συστήματος διαχείρισης» ώστε «να διασφαλίζεται η διατήρηση των επιπέδων των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα στο δάσος ή η ενίσχυσή τους σε βάθος χρόνου». Ωστόσο, τα κριτήρια αυτά δεν επιβάλλουν απαιτήσεις για την ενίσχυση των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα, πολλώ δε μάλλον σε επίπεδο ευθυγραμμισμένο με την αύξηση της απορρόφησης άνθρακα από τα δάση, η οποία είναι απαραίτητη για τη συμμόρφωση με τον στόχο της Συμφωνίας του Παρισιού για τη θερμοκρασία.
44 Κατά τρίτον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή επισήμανε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι, λαμβανομένης υπόψη της γεωγραφικής ποικιλομορφίας που προσιδιάζει στον τομέα αυτόν, δεν μπορούσε να θεσπίσει σταθερό κριτήριο για τη διαπίστωση του αν μια δασοκομική δραστηριότητα συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής.
45 Η απάντηση αυτή ενέχει, κατά την άποψή τους, πλάνη περί το δίκαιο. Η πολυπλοκότητα της αξιολόγησης δεν απαλλάσσει την Επιτροπή από την υποχρέωση διασφάλισης της πλήρωσης, από τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό, των υποχρεωτικών απαιτήσεων σχετικά με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου του κανονισμού για την ταξινομία. Εν προκειμένω, η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει πολλαπλά κριτήρια ή να επιβάλει υποχρέωση βελτίωσης υπερβαίνουσας την ελάχιστη σε σύγκριση με το πλαίσιο των συνήθων πρακτικών.
46 Κατά τέταρτον, η απάντηση της Επιτροπής ενέχει, κατά την άποψη των προσφευγουσών, πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, διότι δεν λαμβάνει υπόψη ότι υπάρχουν αυστηρότερα κριτήρια. Δεν ήταν αναγκαίο να θεσπίσει η Επιτροπή ένα ενιαίο «πανευρωπαϊκό κατώτατο όριο». Αντιθέτως, θα μπορούσε να θεσπίσει μια σειρά ειδικών κατώτατων ορίων αναλόγως των γεωγραφικών ιδιομορφιών ή βάσει μιας αυστηρότερης τιμής αναφοράς. Με τον τρόπο αυτόν, η Επιτροπή θα μπορούσε να απαιτήσει βελτίωση υπερβαίνουσα την ελάχιστη σε σύγκριση με αυτήν την τιμή αναφοράς, προκειμένου να θεωρηθεί ότι η δραστηριότητα συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής.
47 Κατά πέμπτον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή δεν ήταν «αρμόδια να θεσπίσει τεχνικά κριτήρια ελέγχου τα οποία δεν ήταν σύμφωνα με το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για την ταξινομία». Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο «καθόσον δεν αντελήφθη ορθώς το περιεχόμενο των απαιτήσεων [του κανονισμού για την ταξινομία] και/ή της αρμοδιότητάς [τη]ς». Επιπλέον, η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως κρίνοντας ότι δεν ήταν δυνατός ο καθορισμός αρκούντως αυστηρών κατώτατων ορίων.
48 Η Επιτροπή αντικρούει τα ως άνω επιχειρήματα.
49 Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες προβάλλουν έλλειψη νομιμότητας της απάντησης της Επιτροπής στις ανησυχίες που εκφράστηκαν με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης όσον αφορά την προβαλλόμενη έλλειψη νομιμότητας του σημείου 2.1, στοιχείο αʹ, του πίνακα των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 («Διαχείριση δασών») του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού.
50 Στα σημεία 37 και 38 του δικογράφου της προσφυγής, οι προσφεύγουσες φαίνεται να παρεκβαίνουν του πλαισίου του σημείου 2.1, στοιχείο αʹ, καθόσον κάνουν αναφορά και στο σημείο 2.2, στοιχείο αʹ, του εν λόγω πίνακα τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, διότι οι διατάξεις αυτές χρησιμοποιούν την ίδια παράμετρο, ήτοι την τιμή αναφοράς της δραστηριότητας στο πλαίσιο των «συνήθων πρακτικών».
51 Ωστόσο, στο μέτρο που από τα σημεία 37 και 38 του δικογράφου της προσφυγής θα πρέπει να συναχθεί ότι οι προσφεύγουσες προβάλλουν έλλειψη νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης όσον αφορά την απάντηση της Επιτροπής υπό το πρίσμα του εν λόγω σημείου 2.2, στοιχείο αʹ, διαπιστώνεται ότι οι προσφεύγουσες δεν προέβαλαν, στα σημεία 113 έως 142 της αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης, κανένα συγκεκριμένο επιχείρημα σε σχέση με τη διάταξη αυτή. Τα επιχειρήματά τους περιορίζονται στην αμφισβήτηση της νομιμότητας μόνον του σημείου 2.1, στοιχείο αʹ, του πίνακα τεχνικών κριτηρίων ελέγχου που περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος Ι του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, όπως προκύπτει από τα σημεία 118 και 121 της αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης. Στο μέτρο αυτό, κάθε επιχείρημα προβαλλόμενο προς στήριξη της υπό κρίση προσφυγής το οποίο αφορά τη συγκεκριμένη διάταξη πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. Πράγματι, μια προσφυγή ακυρώσεως κατά απόφασης η οποία αφορά αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης δεν μπορεί να στηρίζεται σε νέους λόγους ή νέα αποδεικτικά στοιχεία που δεν προβλήθηκαν με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης, άλλως η απαίτηση περί αιτιολόγησης της αίτησης αυτής, η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού Aarhus, θα στερούνταν της πρακτικής της αποτελεσματικότητας και θα τροποποιείτο το αντικείμενο της κινηθείσας με την οικεία αίτηση διαδικασίας (πρβλ. αποφάσεις της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, TestBioTech κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑82/17 P, EU:C:2019:719, σκέψη 39, και της 4ης Απριλίου 2019, ClientEarth κατά Επιτροπής, T‑108/17, EU:T:2019:215, σκέψη 55). Ο αιτούμενος εσωτερική επανεξέταση έχει το δικαίωμα να ζητήσει από το αρμόδιο όργανο να λάβει θέση επί των λόγων που προέβαλε στην αίτησή του. Αντιθέτως, δεν έχει κανένα δικαίωμα να ζητήσει από την Επιτροπή να λάβει θέση επί ζητημάτων τα οποία δεν έθεσε με την άνω αίτηση, τουλάχιστον με τρόπο ευλόγως κατανοητό (πρβλ. απόφαση της 4ης Απριλίου 2019, ClientEarth κατά Επιτροπής, T‑108/17, EU:T:2019:215, σκέψη 56). Εν πάση περιπτώσει, οι προσφεύγουσες δεν προβάλλουν κάποιο συγκεκριμένο επιχείρημα το οποίο να αφορά την προαναφερθείσα διάταξη και, ως εκ τούτου, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, το οποίο δεν τεκμηριώνεται, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατά το μέρος που αφορά το εν λόγω σημείο 2.2, στοιχείο αʹ.
52 Στο μέτρο που, με τα επιχειρήματα που μνημονεύονται στις σκέψεις 38 έως 47 ανωτέρω, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν παραδεκτώς τη νομιμότητα της απάντησης της Επιτροπής στις επικρίσεις που διατυπώθηκαν με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης υπό το πρίσμα του σημείου 2.1, στοιχείο αʹ, του πίνακα τεχνικών κριτηρίων ελέγχου που περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, επισημαίνεται ότι οι προσφεύγουσες δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ή σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Ειδικότερα, όσον αφορά την προβαλλόμενη πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, οι προσφεύγουσες δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο ικανό να ανατρέψει το βάσιμο των εκτιμήσεων περί τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το σύνολο των επιχειρημάτων που εκτίθενται στις σκέψεις 38 έως 47 ανωτέρω.
53 Συναφώς, κατά πρώτον, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει το επιχείρημα ότι η απάντηση που περιλαμβάνεται στο σημείο 2.1 (σελίδες 66 έως 69) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης όσον αφορά τον αντίκτυπο του σχεδίου διαχείρισης δασών έρχεται σε αντίθεση με την απαίτηση του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία, κατά την οποία, κατ’ ουσίαν, η οικονομική δραστηριότητα πρέπει να ευθυγραμμίζεται με τον στόχο της Συμφωνίας του Παρισιού σχετικά με τον περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας (βλ. σκέψη 37 ανωτέρω).
54 Οι προσφεύγουσες κακώς θεωρούν ότι πρόθεση της Επιτροπής ήταν να δηλώσει, με την απάντησή της, ότι οι δασοκομικές δραστηριότητες συμβάλλουν κατ’ ανάγκην θετικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής (βλ. σκέψη 39 ανωτέρω). Συναφώς, αφενός, όπως προκύπτει από το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, ο νομοθέτης της Ένωσης εκκινεί από την αρχή ότι η ενίσχυση των χερσαίων καταβοθρών άνθρακα μπορεί να επιτευχθεί με μέτρα που σχετίζονται με τη δασοκομία. Οι φράσεις «μέσω της αποφυγής της αποψίλωσης και της υποβάθμισης των δασών», «αποκατάσταση των δασών» και «δάσωση», οι οποίες περιλαμβάνονται στο εν λόγω άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, καταδεικνύουν ότι η δασοκομία μπορεί, σύμφωνα με τον νομοθέτη, να συμβάλλει στον στόχο του μετριασμού της κλιματικής αλλαγής. Αφετέρου, η Επιτροπή δεν ισχυρίσθηκε, σε κανένα τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι οι δραστηριότητες διαχείρισης δασών συμβάλλουν, αυτές καθεαυτές, αδιακρίτως και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Αντιθέτως, από τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στο σημείο 2.1 (σελίδες 66 έως 69) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, κατά την Επιτροπή, μόνον οι δραστηριότητες διαχείρισης δασών που πληρούν τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού μπορούν να χαρακτηριστούν υπ’ αυτήν την έννοια.
55 Εξάλλου, το επιχείρημα των προσφευγουσών σχετικά με την προβαλλόμενη ανεπάρκεια της απάντησης της Επιτροπής όσον αφορά την ύπαρξη σχεδίου διαχείρισης δασών και τον αντίκτυπο ενός τέτοιου σχεδίου στη βιωσιμότητα μιας δασικής οικονομικής δραστηριότητας [βλ. σημείο 2.1 του παραρτήματος III (σελίδα 67) της προσβαλλόμενης απόφασης] δεν είναι πειστικό.
56 Οι προσφεύγουσες, στο μέτρο που υποστηρίζουν ότι η υποχρέωση υπαγωγής μιας οικονομικής δραστηριότητας σε σχέδιο διαχείρισης δασών, την οποία μνημονεύει η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι τα οικεία τεχνικά κριτήρια ελέγχου δεν απαιτούν ρητώς την «ενίσχυση των δασικών καταβοθρών άνθρακα προκειμένου να ευθυγραμμιστούν με τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού για τη θερμοκρασία», προβαίνουν σε εσφαλμένη ερμηνεία όχι μόνον του περιεχομένου της απάντησης της Επιτροπής, αλλά και του περιεχομένου της διάταξης της οποίας την παράβαση επικαλούνται, ήτοι του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
57 Με το μνημονευόμενο στο σημείο 43 του δικογράφου της προσφυγής χωρίο «ενίσχυση των δασικών καταβοθρών άνθρακα προκειμένου να ευθυγραμμιστούν με τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού για τη θερμοκρασία», οι προσφεύγουσες αναφέρονται προδήλως στο χωρίο «μακροπρόθεσμο στόχο της Συμφωνίας του Παρισιού σχετικά με τη θερμοκρασία», το οποίο μνημονεύεται στο εισαγωγικό μέρος του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία.
58 Βεβαίως, από το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία προκύπτει ότι μια οικονομική δραστηριότητα μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής –όπερ συνιστά μία από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αναγνώριση της δραστηριότητας ως περιβαλλοντικά βιώσιμης κατά το άρθρο 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία– όταν αφορά, μεταξύ άλλων, την «αποκατάσταση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, των λειμώνων και των υγροβιότοπων, τη δάσωση και την αναγέννηση της γεωργίας». Πρόκειται στην περίπτωση αυτή για οικονομικές δραστηριότητες που συντείνουν θετικά ή ενεργά στην ενίσχυση των καταβοθρών άνθρακα.
59 Εντούτοις, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες με το μνημονευόμενο στην ανωτέρω σκέψη 41 επιχείρημά τους, το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία δεν υποχρεώνει την Επιτροπή να καταρτίσει τεχνικά κριτήρια ελέγχου αποκλειστικώς για δραστηριότητες προσανατολισμένες στην ενεργό ενίσχυση των καταβοθρών άνθρακα. Τουναντίον, από τη διάταξη αυτή προκύπτει, κατ’ ουσίαν, ότι μια οικονομική δραστηριότητα επίσης αναγνωρίζεται ως δραστηριότητα με την οποία επιτυγχάνεται «ενίσχυση των καταβοθρών άνθρακα» και, ως εκ τούτου, ως περιβαλλοντικά βιώσιμη, όταν καθιστά δυνατή την «αποφυγή της αποψίλωσης και της υποβάθμισης των δασών». Τούτο σημαίνει ότι η ενίσχυση των καταβοθρών άνθρακα δεν επιτυγχάνεται μόνο με μέτρα για την αύξηση των καταβοθρών άνθρακα, όπως η αποκατάσταση των δασών και των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, αλλά και με μέτρα που καθιστούν δυνατή την αποφυγή της αποψίλωσης και της υποβάθμισης των δασών. Ομοίως, από την αιτιολογική σκέψη 24 του κανονισμού για την ταξινομία προκύπτει ότι μια οικονομική δραστηριότητα (η οποία σχετίζεται, μεταξύ άλλων, με τη διαχείριση δασών) θεωρείται ότι επιδιώκει τον περιβαλλοντικό στόχο του μετριασμού της κλιματικής αλλαγής όχι μόνον όταν αποσκοπεί να συμβάλλει σημαντικά στη σταθεροποίηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου μέσω της αύξησης των απορροφήσεων, αλλά και όταν συμβάλλει στην αποφυγή ή τη μείωση των εν λόγω εκπομπών. Στο πλαίσιο της μνημονευόμενης στην ανωτέρω σκέψη 40 επιχειρηματολογίας τους, οι προσφεύγουσες δεν λαμβάνουν υπόψη τη δεύτερη αυτή πτυχή της έννοιας της «ενίσχυσης» του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
60 Η υποχρέωση, όμως, κατάρτισης σχεδίου διαχείρισης δασών σύμφωνα με τα κριτήρια του σημείου 1.2, στοιχείο στʹ, του πίνακα των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του εν λόγω παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, συνάδει κατ’ ανάγκην με την έννοια της «ενίσχυσης», η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 59 ανωτέρω. Η κατά εν λόγω σημείο 1.2, στοιχείο στʹ, απαίτηση να περιλαμβάνει το σχέδιο διαχείρισης δασών πληροφορίες για τα «μέτρα που εφαρμόζονται για τη διατήρηση της καλής κατάστασης των δασικών οικοσυστημάτων» ισοδυναμεί με την απαίτηση παροχής πληροφοριών για τα μέτρα που αποσκοπούν στην «[αποφυγή μεταξύ άλλων] της αποψίλωσης και της υποβάθμισης των δασών» κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
61 Η απάντηση την οποία έδωσε η Επιτροπή, στο σημείο 2.1. (σελίδες 66 έως 69) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, στο μέτρο που άπτεται του σημείου 1.2, στοιχείο στʹ, του πίνακα των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του εν λόγω παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, συμμορφώνεται προς τις ουσιαστικές απαιτήσεις του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Επιπλέον, από την απάντηση αυτή προκύπτει ότι η Επιτροπή αποδίδει μεγάλη σημασία στη σχετική με το σχέδιο διαχείρισης δασών υποχρέωση, την οποία επιβάλλει ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός, τούτο δε κατά μείζονα λόγο διότι, όπως επισημαίνει η Επιτροπή στο σημείο 2.1 (σελίδα 67, δεύτερο εδάφιο) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, το σχέδιο διαχείρισης δασών «δεν απαιτείται επί του παρόντος για όλες τις δασικές εκμεταλλεύσεις εκτός του πλαισίου της ταξινομίας».
62 Κατά δεύτερον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα ότι οι επεξηγήσεις που παρέχονται με την προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με τον αντίκτυπο της υποχρέωσης τήρησης των κριτηρίων αειφορίας για τη δασική βιομάζα, τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 29, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, της οδηγίας RED II, συνιστούν παράβαση του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Μνεία της οδηγίας αυτής απαντά τόσο στις περιλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτιμήσεις της Επιτροπής (βλ. σκέψη 43 ανωτέρω) όσο και, μεταξύ άλλων, στην αιτιολογική σκέψη 32 και το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Ειδικότερα, όσον αφορά την οδηγία αυτή, υπενθυμίζεται ότι από το άρθρο της 1 προκύπτει ότι η οδηγία θεσπίζει κοινό πλαίσιο για την προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ότι θέτει έναν δεσμευτικό ενωσιακό στόχο για το συνολικό μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας της Ένωσης το 2030, ότι καθορίζει, μεταξύ άλλων, κανόνες για τη χρηματοδοτική στήριξη της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, την αυτοκατανάλωση παρόμοιας ηλεκτρικής ενέργειας και τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε ορισμένους τομείς και ότι καθιερώνει, επίσης, κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, μεταξύ άλλων, για τα καύσιμα βιομάζας.
63 Οι προσφεύγουσες εσφαλμένως υποστηρίζουν ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου του σημείου 2.1, στοιχείο αʹ, του πίνακα των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, δεν επιβάλλουν «απαιτήσεις για την ενίσχυση των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα, πολλώ δε μάλλον σε επίπεδο ευθυγραμμισμένο με την αύξηση της απορρόφησης άνθρακα από τα δάση, η οποία είναι απαραίτητη για τη συμμόρφωση με τον στόχο της συμφωνίας του Παρισιού για τη θερμοκρασία» (βλ. σκέψη 43 ανωτέρω).
64 Πράγματι, από το σημείο 2.1 του παραρτήματος II (σελίδα 67) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η παραπομπή στο άρθρο 29, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, της οδηγίας RED II πρέπει να γίνει αντιληπτή και να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με την απαιτούμενη ανάλυση των κλιματικών οφελών, η οποία πρέπει να καταδεικνύει ότι το καθαρό ισοζύγιο των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων θερμοκηπίου, που παράγονται από τη δραστηριότητα σε περίοδο 30 ετών από την έναρξή της υπολείπεται του πλαισίου που ισχύει στις συνήθεις πρακτικές. Διαπιστώνεται ότι ο σκοπός της ανάλυσης αυτής, ο οποίος εκτίθεται στα σημεία 2.1 και 2.2 του πίνακα των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, είναι ακριβώς «να διασφαλίζεται η διατήρηση των επιπέδων των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα στο δάσος ή η ενίσχυσή τους σε βάθος χρόνου». Οι προσφεύγουσες δεν επεξηγούν τον λόγο για τον οποίο η αναφορά της Επιτροπής στον προαναφερθέντα σκοπό και η απαίτηση το καθαρό ισοζύγιο των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων θερμοκηπίου που παράγονται από τη δραστηριότητα να υπολείπεται του πλαισίου που ισχύει στις συνήθεις πρακτικές δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αύξηση της απορρόφησης άνθρακα από τα δάση ή ακόμη σε ενίσχυση των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα.
65 Εξάλλου, όπως εξέθεσε η Επιτροπή στο σημείο 2.1 του παραρτήματος II (σελίδα 67) της προσβαλλόμενης απόφασης, μία από τις πράξεις του δικαίου της Ένωσης που πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εφαρμογή των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου που προβλέπονται στο σημείο 2.1, στοιχείο αʹ, του σημείου 1.3. του πίνακα τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και περιλαμβάνεται στο παράρτημα I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, είναι η εκτελεστική πράξη σχετικά με επιχειρησιακές κατευθύνσεις για την ενέργεια από δασική βιομάζα, η οποία εκδίδεται βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 8, της οδηγίας RED II. Πρόκειται συγκεκριμένα για τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2022/2448 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2022, σχετικά με τον ορισμό επιχειρησιακών κατευθύνσεων για τον τρόπο συγκέντρωσης των αποδεικτικών στοιχείων που καταδεικνύουν τη συμμόρφωση με τα κριτήρια αειφορίας της δασικής βιομάζας που ορίζονται στο άρθρο 29 της οδηγίας 2018/2001 (ΕΕ 2022, L 320, σ. 4, στο εξής: κανονισμός για τις επιχειρησιακές κατευθύνσεις).
66 Όσον, όμως, αφορά τη θέση σε εφαρμογή των βασισμένων στον κίνδυνο κριτηρίων αειφορίας για την παραγωγή βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας από δασική βιομάζα του άρθρου 29, παράγραφος 7, της οδηγίας 2018/2001 [βλ. το αντικείμενο που ορίζεται στο άρθρο 1 του κανονισμού για τις επιχειρησιακές κατευθύνσεις], ο κανονισμός για τις επιχειρησιακές κατευθύνσεις προβλέπει στο άρθρο 5 («Αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τα κριτήρια LULUCF σε εθνικό επίπεδο»), σημείο ii, ότι τα κράτη μέλη απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να παρέχουν πληροφορίες που να επιβεβαιώνουν ότι η χώρα ή ο οργανισμός περιφερειακής οικονομικής ολοκλήρωσης από τον οποίο προέρχεται η δασική βιομάζα είναι συμβαλλόμενο μέρος της Συμφωνίας του Παρισιού και έχει εθνική ή υποεθνική νομοθεσία, που εφαρμόζεται στην περιοχή της συγκομιδής, για τη διατήρηση και την ενίσχυση των δασικών αποθεμάτων και καταβοθρών άνθρακα στα δάση.
67 Ακολούθως, το άρθρο 6 του κανονισμού για τις επιχειρησιακές κατευθύνσεις προβλέπει ότι, σε περίπτωση που δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία που να αποδεικνύουν τη συμμόρφωση με τα κριτήρια χρήσης της γης, αλλαγής στη χρήση της γης και δασοκομικών δραστηριοτήτων (LULUCF) σε εθνικό επίπεδο, τα κράτη μέλη απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να παρέχουν ελεγμένες πληροφορίες που να επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και την εφαρμογή συστημάτων διαχείρισης σε επίπεδο δασικής περιοχής εφοδιασμού, ώστε να διασφαλίζεται η διατήρηση των επιπέδων των δασικών αποθεμάτων και καταβοθρών άνθρακα ή η ενίσχυσή τους σε βάθος χρόνου.
68 Επομένως, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες και, ειδικότερα, αντιθέτως προς την περιοριστική ερμηνεία της προσβαλλόμενης απόφασης στην οποία προβαίνουν, υπό το πρίσμα του σημείου 1.3, στοιχείο γʹ, του πίνακα των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, του άρθρου 29, παράγραφος 7, της οδηγίας RED II και των διατάξεων του κανονισμού για τις επιχειρησιακές κατευθύνσεις, και ειδικότερα των άρθρων του 5 και 6, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που προβλέπονται στο σημείο 2.1, στοιχείο αʹ, του πίνακα τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, απαιτούν πράγματι ενίσχυση των δασικών καταβοθρών άνθρακα. Οι προσφεύγουσες δεν εξετάζουν, ούτε με το δικόγραφο της προσφυγής ούτε με το υπόμνημα απαντήσεως, τον τρόπο με τον οποίο ο κανονισμός για τις επιχειρησιακές κατευθύνσεις επιδρά στην ερμηνεία των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου που προβλέπονται στο εν λόγω σημείο 2.1, στοιχείο αʹ.
69 Στο μέτρο που οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, στο σημείο 31 του υπομνήματος απαντήσεως, ότι τα κριτήρια του άρθρου 29, παράγραφος 6, της οδηγίας RED II δεν είναι επαρκή, επισημαίνεται ότι η αναφορά της Επιτροπής, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στη διάταξη αυτή κάνει μνεία των κριτηρίων που θεσπίζει ο κανονισμός για τις επιχειρησιακές κατευθύνσεις, ο οποίος εκδόθηκε βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 8, της οδηγίας RED II. Επομένως, όλες οι εκτιθέμενες στις ανωτέρω σκέψεις 65 έως 68 εκτιμήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο κανονισμός για τις επιχειρησιακές κατευθύνσεις επιδρά στην ερμηνεία των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου του σημείου 2.1, στοιχείο αʹ, του πίνακα των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, ισχύουν και όσον αφορά τη σχετική με το άρθρο 29, παράγραφος 6, της οδηγίας RED II αιτίαση.
70 Κατά τρίτον, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το επιχείρημα των προσφευγουσών με το οποίο προσάπτουν στην Επιτροπή ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να θεσπίσει σταθερό κριτήριο για τη διαπίστωση του αν μια δασοκομική δραστηριότητα συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής (βλ. σκέψη 45 ανωτέρω).
71 Σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού είναι ποσοτικά και περιλαμβάνουν κατώτατα όρια στο μέτρο του δυνατού, διαφορετικά είναι ποιοτικά. Επομένως, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να θεσπίζει, σε κάθε περίπτωση, ποσοτικά κριτήρια.
72 Εν προκειμένω, στο μέτρο που οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην Επιτροπή ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς γιατί δεν θέσπισε σταθερό κριτήριο, επισημαίνεται ότι δεν λαμβάνουν υπόψη τη δυνατότητα της Επιτροπής να θεσπίζει ποιοτικά κριτήρια. Ομοίως, οι προσφεύγουσες δεν λαμβάνουν υπόψη τις εξηγήσεις που περιλαμβάνονται στο σημείο 2.1 του παραρτήματος II (σελίδα 68) της προσβαλλόμενης απόφασης. Η διατύπωση που χρησιμοποίησε η Επιτροπή στο τμήμα αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης ορίζει σαφώς τα εξής:
«Κατά τη θέσπιση των κριτηρίων του [σημείου] 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού όσον αφορά τη συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής στον δασικό τομέα, [...] [η] αξιολόγηση της Επιτροπής έλαβε υπόψη την εξέλιξη της [πολιτικής για τα] δάση, συμπεριλαμβανομένων των εν εξελίξει διαδικασιών που απορρέουν από τη στρατηγική για τη βιοποικιλότητα και τη στρατηγική για τα δάση, και την προσδοκία ότι οι μελλοντικές απαιτήσεις θα μπορέσουν να ενσωματωθούν στα κριτήρια ταξινομίας της [ΕΕ] σε μεταγενέστερο στάδιο. [...] Δεδομένης της ποικιλομορφίας των δασών στην Ευρώπη και ανά τον κόσμο, καθώς και της ποικιλομορφίας της διαχείρισης των δασών, ένας κατάλογος σταθερών πρακτικών θα κινδύνευε να είναι αναποτελεσματικός σε πολλές ιδιάζουσες δασικές καταστάσεις. [...] Γενικός στόχος είναι τα κριτήρια να διασφαλίζουν την επαλήθευση ενός σχεδίου διαχείρισης δασών, ή ισοδύναμου σχεδίου, καθώς και άλλων εγγυήσεων, προκειμένου να επιτευχθεί σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Η προσέγγιση αυτή κάλυπτε τις ίδιες βασικές παραμέτρους, αλλά παρουσίαζε σημαντικές διαφοροποιήσεις από την αξιολόγηση της [ομάδας τεχνικών εμπειρογνωμόνων για τη βιώσιμη χρηματοδότηση], η οποία επικεντρωνόταν στη χρήση πρακτικών βιώσιμης διαχείρισης των δασών. [...] Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι δυνατότητες μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από τη δασοκομία εξαρτώνται από τη γεωγραφική θέση και τα πρόσθετα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις εν λόγω εκτάσεις, όπως το είδος και η ηλικία του δάσους, καθώς και το είδος της δασοκομίας.»
73 Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει ότι η μη θέσπιση σταθερού κριτηρίου δεν ήταν προϊόν μιας αυθαίρετης επιλογής της Επιτροπής, αλλά οφείλεται στη μεγάλη ποικιλομορφία των δασών στην Ένωση και ανά τον κόσμο, από άποψη του είδους και της ηλικίας του δάσους, του είδους της δασοκομίας και του εξελισσόμενου χαρακτήρα των πρακτικών και της στρατηγικής για τη βιοποικιλότητα καθώς και της στρατηγικής για τα δάση. Η Επιτροπή, με τη διατύπωση που παρατίθεται στη σκέψη 72 ανωτέρω, επιχειρεί να στηρίξει την εκτίμηση ότι η απόδοση σταθερής τιμής στις ζητούμενες παραμέτρους ήταν αδύνατη ή απαράδεκτη από επιστημονική άποψη. Εξάλλου, το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, του κανονισμού για την ταξινομία προβλέπει ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου πρέπει να «είναι εύκολα στη χρήση» και να «ορίζονται κατά τρόπο ώστε να διευκολύνουν τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους».
74 Εξάλλου, η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών στο σημείο 48 του δικογράφου της προσφυγής, με την οποία προσάπτουν στην Επιτροπή ότι δεν καθόρισε σταθερό κριτήριο, είναι αστήρικτη. Ειδικότερα, οι προσφεύγουσες δεν αμφισβητούν ότι υπάρχει μεγάλη ποικιλομορφία στα δάση της Ένωσης και ανά τον κόσμο, ούτε εξηγούν με ποιον τρόπο, λαμβανομένης υπόψη της ποικιλομορφίας των δασών της Ένωσης και ανά τον κόσμο, καθώς και της δυναμικής που οφείλεται στον εξελισσόμενο χαρακτήρα των πρακτικών και της στρατηγικής για τη βιοποικιλότητα και για τα δάση, η Επιτροπή θα μπορούσε να έχει καθορίσει κατώτατο όριο ή άλλη μετρήσιμη/δυνάμενη να οριστεί ποσοτικώς παράμετρο για την έκταση, τη σημασία ή τον όγκο, η οποία να ισχύει για όλα τα δάση που αποτελούν αντικείμενο του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού. Λόγω της μη προσκόμισης χρήσιμων στοιχείων συναφώς, η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών είναι υπερβολικά αόριστη για να αποδείξει πλάνη περί το δίκαιο. Είναι επίσης υπερβολικά αόριστη για να ανατρέψει το βάσιμο των θέσεων της Επιτροπής στην προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τη μη πρόβλεψη σταθερού κριτηρίου στα επίμαχα τεχνικά κριτήρια ελέγχου και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτή συναφώς καμία πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.
75 Βεβαίως, στο σημείο 127 της αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης, οι προσφεύγουσες είχαν προτείνει στην Επιτροπή την εφαρμογή ενός σταθερού «πρόσθετου» κριτηρίου 0,375 t CO2e ετησίως έως το 2030 όσον αφορά τις διαδικασίες παγίδευσης του άνθρακα για «ατομική δραστηριότητα». Παρά ταύτα, οι προσφεύγουσες δεν αμφισβητούν τις εκτιμήσεις της Επιτροπής στο σημείο 2.1 του παραρτήματος II (σελίδα 68) της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τις οποίες «η εφαρμογή σταθερού κριτηρίου 0,375 t CO2e ετησίως έως το 2030, όπως προτείνει ο αιτών, θα μπορούσε να αποκλείσει από την ταξινομία της ΕΕ τη διαχείριση ορισμένων ειδών δασών, όπως τα παλαιά και τα βορεαλικά δάση».
76 Οι προσφεύγουσες παραβλέπουν, επομένως, την ανωτέρω διαπίστωση με την οποία, κατ’ ουσίαν, δηλώνεται ότι το προτεινόμενο με την αίτηση επανεξέτασης κατώτατο όριο αποκλείει μεγάλο μέρος των ευρωπαϊκών δασών, ήτοι τα παλαιά και τα βορεαλικά δάση. Λαμβανομένων υπόψη των προαναφερθέντων στοιχείων και των λοιπών στοιχείων της δικογραφίας, συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι θέσεις που διατυπώνει η Επιτροπή στο σημείο 2.1 του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ενέχουν πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, δεδομένου ότι το σταθερό κριτήριο που πρότειναν οι προσφεύγουσες δεν είναι ικανό να αναιρέσει το βάσιμο των θέσεων αυτών, συνεκτιμώμενων, μεταξύ άλλων, όλων των κρίσιμων παραμέτρων που χαρακτηρίζουν τα δάση της Ένωσης, όπως εξετάστηκαν από την Επιτροπή με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό. Ομοίως, οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν παράβαση του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
77 Τέλος, στο σημείο 49 του δικογράφου της προσφυγής και στο σημείο 33 του υπομνήματος απαντήσεως, οι προσφεύγουσες εκθέτουν, στο πλαίσιο μιας «επικουρικώς» προβαλλόμενης επιχειρηματολογίας, ότι δεν ήταν αναγκαίο να θεσπίσει η Επιτροπή ενιαίο «πανευρωπαϊκό κατώτατο όριο», πλην όμως θα μπορούσε να υιοθετήσει «μια σειρά ειδικών κατώτατων ορίων» αναλόγως των γεωγραφικών ιδιομορφιών ή ακόμη μια «αυστηρότερη τιμή αναφοράς», απαιτώντας έτσι μια βελτίωση υπερβαίνουσα την ελάχιστη σε σύγκριση με αυτήν την τιμή αναφοράς, προκειμένου να θεωρηθεί ότι η δραστηριότητα συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής.
78 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να ευδοκιμήσει. Πράγματι, ο κανονισμός για την ταξινομία δεν απαιτεί, με το άρθρο 19, παράγραφος 19, στοιχείο γʹ, σε κάθε περίπτωση και ανεπιφύλακτα, τον καθορισμό ποσοτικών κριτηρίων. Η Επιτροπή έχει την εξουσία, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να θεσπίζει ποιοτικά κριτήρια. Επομένως, σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι να αφήσει στην Επιτροπή την αναγκαία ευελιξία ώστε να προβεί στην κατάλληλη προς τούτο επιλογή.
79 Κατά τέταρτον, πρέπει να απορριφθεί το παρατιθέμενο στην ανωτέρω σκέψη 46 επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η απάντηση της Επιτροπής στην προβληματική που συνδέεται με το σταθερό κριτήριο συνιστά πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Αφενός, οι προσφεύγουσες δεν προσκόμισαν, με το δικόγραφο της προσφυγής, συγκεκριμένα στοιχεία που να παρέχουν στο Γενικό Δικαστήριο τη δυνατότητα να κατανοήσει ποια είναι τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προβάλλεται ότι εκτιμήθηκαν κατ’ εσφαλμένο τρόπο από την Επιτροπή με την απάντησή της. Αφετέρου, όσον αφορά το ίδιο ζήτημα, πρέπει να γίνει παραπομπή στις εκτιμήσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 71 έως 78 ανωτέρω.
80 Κατά πέμπτον, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η Επιτροπή δεν ήταν «αρμόδια να θεσπίσει τεχνικά κριτήρια ελέγχου που δεν ήταν σύμφωνα με το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για την ταξινομία» και υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο «μη λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των απαιτήσεων [του κανονισμού για την ταξινομία] και/ή της αρμοδιότητ[άς της]» (βλ. σκέψη 47 ανωτέρω).
81 Πρώτον, η Επιτροπή δεν υπερέβη την κατά το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού για την ταξινομία αρμοδιότητά της εκδίδοντας τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό.
82 Αφενός, απλώς και μόνον ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να έχει παραβεί τις ουσιαστικές απαιτήσεις που προβλέπονται στον κανονισμό για την ταξινομία, ιδίως εκείνες του άρθρου 19, και ότι, ως εκ τούτου, θα μπορούσε να έχει υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο ή σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, διότι δεν αντελήφθη «το περιεχόμενο ουσιαστικών απαιτήσεων», δεν αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη την έκταση της εξουσιοδότησης που της παρέχει το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού για την ταξινομία, σε συνδυασμό με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ. Πράγματι, δεν συνιστά άνευ ετέρου παραβίαση της έκτασης της αρμοδιότητας που απονέμει το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού για την ταξινομία, σε συνδυασμό με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, κάθε παράβαση συναφούς διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, όπως οι ουσιαστικές απαιτήσεις που θέτει ο κανονισμός για την ταξινομία.
83 Αφετέρου, πέραν του γενικού και μη τεκμηριωμένου ισχυρισμού τους ότι η Επιτροπή δεν «αντελήφθη […] το περιεχόμενο ουσιαστικών απαιτήσεων» του κανονισμού για την ταξινομία, οι προσφεύγουσες δεν αναφέρουν τα στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να διαπιστωθεί, βάσει μιας συλλογιστικής περιοριζόμενης αυστηρά στην προβληματική της αρμοδιότητας –όπως μια συλλογιστική στηριζόμενη σε ενδεχόμενη ασυμβατότητα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ– και, επομένως, χωρίς να καταφύγουν στις απαιτήσεις του ουσιαστικού δικαίου, ότι η Επιτροπή παρέβη τον κανονισμό για την ταξινομία εκδίδοντας τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό.
84 Δεύτερον, και εν πάση περιπτώσει, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι η Επιτροπή, κατά την έκδοση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, δεν «αντελήφθη» το περιεχόμενο απαιτήσεων του κανονισμού για την ταξινομία.
85 Τρίτον, στο μέτρο που οι προσφεύγουσες υποστήριξαν ότι η Επιτροπή «υπέπεσε σε πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως κρίνοντας ότι δεν ήταν δυνατός ο καθορισμός αρκούντως αυστηρών κατώτατων ορίων», διαπιστώνεται ότι το επιχείρημα αυτό, το οποίο στερείται αυτοτελούς νομικού περιεχομένου, αποτελεί απλώς συνοπτική επανάληψη των επιχειρημάτων που ήδη μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 36 έως 46 ανωτέρω. Δεδομένου όμως ότι τα συγκεκριμένα επιχειρήματα απορρίφθηκαν, η απλή επανάληψή τους δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
86 Κατόπιν των προεκτεθέντων, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι ενέχει σφάλματα η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις των προσφευγουσών ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου έπρεπε να είναι ποσοτικά και δεν στηρίζονταν σε αδιάσειστα επιστημονικά στοιχεία και στην αρχή της προφύλαξης
87 Κατά τις προσφεύγουσες, συνιστά παράβαση του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχεία γʹ και στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία το σύνολο των εξηγήσεων που παρέσχε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά την αιτίαση που διατύπωσαν με την αίτησή τους για εσωτερική επανεξέταση, κατά την οποία τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τις δραστηριότητες διαχείρισης δασών του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού είναι αντίθετα προς τον κανονισμό για την ταξινομία, διότι δεν είναι ποσοτικά ούτε συνάδουν με την αρχή της προφύλαξης.
88 Κατά τις προσφεύγουσες, οι απαντήσεις που περιλαμβάνονται στο σημείο 2.1 του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο. Περαιτέρω, από τις απαντήσεις αυτές προκύπτει ότι η Επιτροπή προέβη σε «εσφαλμένη ερμηνεία της αρμοδιότητ[άς της]» όσον αφορά τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή, κατά την έκδοση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, είχε στη διάθεσή της άμεσα διαθέσιμες επιστημονικές πληροφορίες βάσει των οποίων θα μπορούσαν να οριστούν ποσοτικώς οι αναγκαίες μειώσεις των εκπομπών από δασοκομικές δραστηριότητες. Τέλος, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου του σημείου 2.1, στοιχείο αʹ, του πίνακα των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, απαιτούν μόνον ελάχιστη μείωση σε σχέση με την τιμή αναφοράς της δραστηριότητας στο πλαίσιο που ισχύει στις συνήθεις πρακτικές. Ως εκ τούτου, δεν συμβιβάζονται, κατά την άποψη των προσφευγουσών, με την αρχή της προφύλαξης. Συναφώς, η Επιτροπή απλώς παρατήρησε ότι στο μέλλον θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μια περισσότερο προστατευτική προσέγγιση (περιλαμβάνουσα «αυστηρότερες τιμές αναφοράς»). Οι προσφεύγουσες εκτιμούν ότι η παραβίαση της αρχής της προφύλαξης με την προσβαλλόμενη απόφαση μπορεί να συναχθεί από τα όσα εκτίθενται όσον αφορά το πρώτο σκέλος του ογδόου λόγου ακυρώσεως (σημεία 140 έως 144 του δικογράφου της προσφυγής).
89 Η Επιτροπή αντικρούει τα ως άνω επιχειρήματα.
90 Με τα επιχειρήματα που μνημονεύονται στις σκέψεις 87 και 88 ανωτέρω, οι προσφεύγουσες δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ή σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Επομένως, τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
91 Ειδικότερα, ως προς την ύπαρξη πλάνης περί το δίκαιο ή πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως στην απάντηση της Επιτροπής σχετικά με την έλλειψη ποσοτικών τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, πρέπει κατ’ αρχάς να γίνει παραπομπή στη συλλογιστική που εκτίθεται στις σκέψεις 70 έως 78 ανωτέρω.
92 Πιο συγκεκριμένα, στο μέτρο που οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, κατά την έκδοση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, η Επιτροπή διέθετε άμεσα διαθέσιμες επιστημονικές πληροφορίες, βάσει των οποίων θα μπορούσαν να οριστούν ποσοτικώς οι «αναγκαίες» μειώσεις των εκπομπών από δασοκομικές δραστηριότητες, διαπιστώνεται ότι οι προσφεύγουσες δεν μνημονεύουν, στο δικόγραφο της προσφυγής, ποιες είναι αυτές οι επιστημονικές πληροφορίες. Δεν υπέβαλαν μελέτες ή επιστημονικές γνωμοδοτήσεις με τις οποίες να επεξηγείται με ποιον τρόπο και σε ποιον βαθμό θα μπορούσαν να οριστούν ποσοτικώς οι μειώσεις των εκπομπών από δασοκομικές δραστηριότητες. Κατά συνέπεια, η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών δεν είναι ικανή να ανατρέψει το βάσιμο των επεξηγήσεων που περιλαμβάνονται στο σημείο 2.1 του παραρτήματος III (σελίδες 66 έως 69) της προσβαλλόμενης απόφασης. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να διαπιστωθεί συναφώς καμία πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται, για τους ίδιους λόγους, όσον αφορά το ζήτημα αν οι επεξηγήσεις που περιλαμβάνονται στο σημείο 2.1 του παραρτήματος III (σελίδες 66 έως 69) της προσβαλλόμενης απόφασης ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο.
93 Εξάλλου, το επιχείρημα ότι η Επιτροπή «προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία της αρμοδιότητ[άς της]», ερμηνεία η οποία συνιστά πλάνη περί το δίκαιο ή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στις σκέψεις 81 έως 84 ανωτέρω.
94 Τέλος, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός των προσφευγουσών ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της προφύλαξης.
95 Συναφώς, επισημαίνεται ότι οι προσφεύγουσες υποστήριξαν, βεβαίως, στο σημείο 54 του δικογράφου της προσφυγής, ότι τα επίμαχα τεχνικά κριτήρια ελέγχου απαιτούσαν ελάχιστη μόνο μείωση σε σχέση με την τιμή αναφοράς στο πλαίσιο που ισχύει στις συνήθεις πρακτικές, γεγονός που τα καθιστούσε ασυμβίβαστα με την αρχή της προφύλαξης. Στο εν λόγω σημείο 54 του δικογράφου της προσφυγής, οι προσφεύγουσες ισχυρίστηκαν επίσης ότι η Επιτροπή απάντησε στο επιχείρημα αυτό παρατηρώντας απλώς ότι μια πιο προστατευτική προσέγγιση περιλαμβάνουσα «αυστηρότερες τιμές αναφοράς» θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον. Κατά τις προσφεύγουσες, τούτο προφανώς και δεν ασκεί επιρροή στη συμμόρφωση των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου «με τις απαιτήσεις του κανονισμού για την ταξινομία». Για τον λόγο αυτόν, προβάλλουν ότι η απάντηση της Επιτροπής δεν είναι συμβατή με τον κανονισμό για την ταξινομία.
96 Εντούτοις, δεν είναι σαφές ποια θα μπορούσε να είναι, κατά τις προσφεύγουσες, η σύνδεση με την αρχή της προφύλαξης. Η αρχή αυτή, η οποία προβλέπεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 191, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, παρέχει στα θεσμικά όργανα τη δυνατότητα, όταν υπάρχει επιστημονική αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ή την έκταση κινδύνων για το περιβάλλον, να λαμβάνουν μέτρα προστασίας, χωρίς να αναμένουν να αποδειχθεί πλήρως το υποστατό και η σοβαρότητα των εν λόγω κινδύνων ή να επέλθουν τα αρνητικά αποτελέσματα για το περιβάλλον (πρβλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 2021, FMC κατά Επιτροπής, T‑719/17, EU:T:2021:143, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
97 Από το σημείο 54 του δικογράφου της προσφυγής προκύπτει σχετικώς ότι η αρχικώς προβληθείσα αιτίαση περί παραβίασης της αρχής της προφύλαξης, όπως αυτή περιγράφεται στη σκέψη 96 ανωτέρω, αναδιατυπώνεται από τις προσφεύγουσες υπό τη μορφή επιχειρήματος αφορώντος τη συμβατότητα της απάντησης της Επιτροπής με τον κανονισμό για την ταξινομία. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι το επιχείρημα αυτό δεν είναι τεκμηριωμένο και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί, διότι δεν είναι ικανό να αποδείξει παραβίαση της αρχής της προφύλαξης ή την ύπαρξη πλάνης περί το δίκαιο την οποία ενέχει η προσβαλλόμενη απόφαση.
98 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι ενέχει πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις των προσφευγουσών σχετικά με την εξαίρεση από την ανάλυση των κλιματικών οφελών, η οποία προβλέπεται για τις δασικές εκμεταλλεύσεις κάτω των 13 εκταρίων στα κριτήρια της σημαντικής συμβολής στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής
99 Κατά τις προσφεύγουσες, οι εξηγήσεις που παρέχονται στο σημείο 2.2 του παραρτήματος III (σελίδες 69 έως 71) της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένες και, ως εκ τούτου, αντίθετες προς το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, καθώς και προς το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Φρονούν, περαιτέρω, ότι οι εν λόγω εξηγήσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του κανονισμού για την ταξινομία, καθώς και της αρμοδιότητας της Επιτροπής που προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του ίδιου κανονισμού.
100 Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως διαρθρώνεται, κατ’ ουσίαν, σε τρία σκέλη.
Επί του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι ενέχει πλάνη περί το δίκαιο ή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως σε σχέση με το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, και το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία η απάντηση της Επιτροπής ότι σκοπός της προβλεπόμενης στο σημείο 2.4 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού εξαίρεσης των εκμεταλλεύσεων κάτω των 13 εκταρίων είναι «να περιορίσει τον διοικητικό φόρτο για τις μικρές δασικές εκμεταλλεύσεις και τους ιδιοκτήτες δασών μικρής κλίμακας»
101 Απαντώντας στις επικρίσεις που διατύπωσαν οι προσφεύγουσες με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης, η Επιτροπή επισήμανε ότι σκοπός της εξαίρεσης ήταν «να περιορίσει τον διοικητικό φόρτο για τις μικρές δασικές εκμεταλλεύσεις και τους ιδιοκτήτες δασών μικρής κλίμακας και να τους παρακινήσει με τον τρόπο αυτό να εντείνουν τη συμβολή τους στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και στον μετριασμό της» [τμήμα 2.2 του παραρτήματος III (σελίδα 69) της προσβαλλόμενης απόφασης].
102 Η απάντηση αυτή, όμως, είναι, κατά την άποψη των προσφευγουσών, «ανακριβής και μη εύλογη» και, ως εκ τούτου, ενέχει πλάνη περί το δίκαιο. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν εξήγησε με ποιον τρόπο η εξαίρεση θα μπορούσε να παρακινήσει τους ιδιοκτήτες δασών να εντείνουν τη συμβολή τους στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής.
103 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η εν λόγω απάντηση ενέχει επίσης πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως για τους ακόλουθους λόγους:
– πρώτον, το μέτρο με το οποίο θεσπίζεται η εξαίρεση των εκμεταλλεύσεων κάτω των 13 εκταρίων δεν αποτελεί «αναλογικό ή αναγκαίο μέτρο», διότι δεν προβλέπει αναλογική και απλουστευμένη διαδικασία για τις μικρές εκμεταλλεύσεις, αλλά απλώς μια «προνομιακή μεταχείριση», ήτοι πλήρη απαλλαγή από την υποχρέωση απόδειξης οποιουδήποτε κλιματικού οφέλους· επιπλέον, η μείωση του διοικητικού φόρτου για τις μικρές εκμεταλλεύσεις δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως αιτιολόγηση, δεδομένου ότι η συμμόρφωση με τα κριτήρια του κανονισμού για την ταξινομία σχετικά με μια οικονομικά βιώσιμη δραστηριότητα δεν αποτελεί ζήτημα κανονιστικής συμμόρφωσης·
– δεύτερον, το ίδιο μέτρο μπορεί να οδηγήσει σε καταχρήσεις, καθόσον παρέχει στις δασικές εκμεταλλεύσεις τη δυνατότητα να «παρακάμψουν το σύστημα» καταγράφοντας τα ιδιόκτητα δάση τους ως σειρά χωριστών εκμεταλλεύσεων που βρίσκονται μόλις κάτω από το όριο των 13 εκταρίων·
– τρίτον, το μέτρο που αποσκοπεί στην εξαίρεση των εκμεταλλεύσεων κάτω των 13 εκταρίων δεν αποτελεί ένα ελάχιστο όριο, διότι τούτο αντιστοιχεί στο μέσο μέγεθος των δασικών εκμεταλλεύσεων στην Ένωση· η εξαίρεση όλων των εκμεταλλεύσεων αυτού του μεγέθους από την κύρια απαίτηση του σημείου 1.3 βαίνει πολύ πέραν κάθε εύλογου ελάχιστου ορίου.
104 Η Επιτροπή αντικρούει τα ως άνω επιχειρήματα των προσφευγουσών.
105 Οι προσφεύγουσες φρονούν ότι ενέχει πλάνη περί το δίκαιο ή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως η εκτίμηση της Επιτροπής στο σημείο 2.2 του παραρτήματος III (σελίδα 69) της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία η εξαίρεση των εκμεταλλεύσεων κάτω των 13 εκταρίων, η οποία προβλέπεται στο σημείο 2.4. του πίνακα των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, αποσκοπεί «να περιορίσει τον διοικητικό φόρτο για τις μικρές δασικές εκμεταλλεύσεις και τους ιδιοκτήτες δασών μικρής κλίμακας».
106 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί γίνει δεκτή.
107 Κατά πρώτον, διαπιστώνεται εκ προοιμίου ότι οι προσφεύγουσες δεν εξετάζουν την απάντηση αυτή της Επιτροπής υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, και του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Αντιθέτως, προβάλλουν ότι η εξαίρεση που αφορά τις εκτάσεις κάτω των 13 εκταρίων έχει δυσανάλογο χαρακτήρα (βλ. σκέψη 103 ανωτέρω, πρώτη περίπτωση), ότι το εν λόγω μέτρο δύναται να οδηγήσει σε καταχρήσεις (βλ. σκέψη 103 ανωτέρω, δεύτερη περίπτωση) καθώς και ότι το όριο των 13 εκταρίων που προβλέπεται στο σημείο 2.4. του σημείου 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού δεν είναι εύλογο (βλ. σκέψη 103 ανωτέρω, τρίτη περίπτωση).
108 Τα ως άνω επιχειρήματα πρέπει να απορριφθούν.
109 Πράγματι, αφενός, οι προσφεύγουσες δεν συνδέουν την απάντηση που έδωσε η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά το ζήτημα των εκμεταλλεύσεων κάτω των 13 εκταρίων με το ζήτημα της ενίσχυσης των «[χερσαίων] καταβοθρών άνθρακα» (βλ. άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία), ούτε με την απαίτηση περί «αδιάσειστων επιστημονικών στοιχείων» ούτε με την αρχή της προφύλαξης (βλ. άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία). Επομένως, δεν προκύπτει σαφώς με ποιον τρόπο η εν λόγω απάντηση της Επιτροπής αντιβαίνει στις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, καθώς και του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
110 Αφετέρου, πρώτον, οι προσφεύγουσες προβάλλουν παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, υποστηρίζοντας ότι η εξαίρεση που αφορά εκτάσεις κάτω των 13 εκταρίων δεν είναι «αναλογική» (βλ. σκέψη 103, πρώτη περίπτωση, ανωτέρω). Η αρχή αυτή, η οποία συγκαταλέγεται στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, επιτάσσει οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης να είναι κατάλληλες για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκει η οικεία ρύθμιση και να μην υπερβαίνουν τα όρια του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των σκοπών αυτών, εξυπακουομένου ότι, στην περίπτωση κατά την οποία υφίσταται επιλογή μεταξύ περισσοτέρων πρόσφορων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές, τα δε δυσμενή αποτελέσματα που προκαλούνται δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς (αποφάσεις της 4ης Μαΐου 2016, Philip Morris Brands κ.λπ., C‑547/14, EU:C:2016:325, σκέψη 165, και της 20ής Ιανουαρίου 2021, ABLV Bank κατά ΕΣΕ, T‑758/18, EU:T:2021:28, σκέψη 142).
111 Η αναφορά των προσφευγουσών σε μια προσέγγιση σύμφωνα με την οποία πρέπει προεχόντως να επιβάλλεται στους φορείς εκμετάλλευσης δασικών εκτάσεων κάτω των 13 εκταρίων μια «αναλογική και απλουστευμένη διαδικασία για τις μικρές εκμεταλλεύσεις» και όχι πλήρη απαλλαγή από την υποχρέωση διενέργειας ανάλυσης των κλιματικών οφελών (βλ. σκέψη 103 ανωτέρω, πρώτη περίπτωση) δεν αποτελεί λιγότερο επαχθές μέτρο (βλ. σκέψη 110 ανωτέρω). Πράγματι, μια διοικητική διαδικασία όπως η περιγραφόμενη από τις προσφεύγουσες (βλ. σκέψη 103 ανωτέρω) φαίνεται, σε κάθε περίπτωση, επαχθέστερη για τους εν λόγω φορείς εκμετάλλευσης, σε σύγκριση με την πλήρη απαλλαγή από την υποχρέωση διενέργειας ανάλυσης των κλιματικών οφελών, όπως προβλέπει η Επιτροπή με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό. Επομένως, δεν προκύπτει ότι η περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση απάντηση της Επιτροπής σχετικά με το ζήτημα των φορέων εκμετάλλευσης δασικών εκτάσεων κάτω των 13 εκταρίων (βλ. σκέψη 101 ανωτέρω) είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας.
112 Δεύτερον, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η εξαίρεση των εκμεταλλεύσεων κάτω των 13 εκταρίων μπορεί να οδηγήσει σε καταχρήσεις, καθόσον ένα τέτοιο μέτρο επιτρέπει στους φορείς εκμετάλλευσης δασικών εκτάσεων να κατακερματίσουν τις μεγάλες εκμεταλλεύσεις σε περισσότερες, χωριστές, εκμεταλλεύσεις κάτω των 13 εκταρίων (βλ. σκέψη 103 ανωτέρω, δεύτερη περίπτωση). Ο ισχυρισμός αυτός, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ενδέχεται να αφορά τις εκτιμήσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σκέψη 101 ανωτέρω), είναι αβάσιμος.
113 Ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος αποτελεί εικοτολογία και δεν είναι τεκμηριωμένος, ενδέχεται να αφορά τις εκτιμήσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σκέψη 101 ανωτέρω), διαπιστώνεται ότι, εν πάση περιπτώσει, ο τεχνητός, και επομένως καταχρηστικός, κατακερματισμός εμπίπτει στον τομέα αρμοδιοτήτων των κρατών μελών που προβλέπονται στο άρθρο 21, παράγραφος 1, τελευταία περίοδος, του κανονισμού για την ταξινομία. Το ενδεχόμενο μιας τέτοιας κατάχρησης, για την οποία κάνουν λόγο οι προσφεύγουσες, αφορά τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που προβλέπει το εν λόγω άρθρο 21, αλλά δεν είναι ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση τις εκτιμήσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με αφηρημένα τεχνικά κριτήρια ελέγχου.
114 Τρίτον, όσον αφορά τον ισχυρισμό των προσφευγουσών ότι η εξαίρεση των εκμεταλλεύσεων κάτω των 13 εκταρίων δεν αναφέρεται σε ένα όριο de minimis –διότι η τιμή έκτασης των 13 εκταρίων αντιστοιχεί στη μέση τιμή έκτασης εντός της Ένωσης– ούτε, εν πάση περιπτώσει, σε ένα εύλογο όριο de minimis (βλ. σκέψη 105 ανωτέρω, τρίτη περίπτωση), επισημαίνεται ότι το ότι μια επιφάνεια 13 εκταρίων αντιστοιχεί στη μέση τιμή έκτασης εντός της Ένωσης δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να πρόκειται για όριο de minimis. Οι προσφεύγουσες δεν αμφισβητούν ότι πρόκειται για μέση τιμή έκτασης αναγνωρισμένη εντός της Ένωσης και ότι η τιμή αυτή ούτε έχει επινοηθεί από την Επιτροπή ούτε αντλείται από αυθαίρετη πηγή. Επομένως, το εν λόγω όριο των 13 εκταρίων ουδόλως είναι μη εύλογο.
115 Επιπλέον, το γεγονός ότι οι φορείς εκμετάλλευσης δασικών εκτάσεων κάτω των 13 εκταρίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση διενέργειας ανάλυσης των κλιματικών οφελών δεν σημαίνει ότι οι εκμεταλλεύσεις αυτές λειτουργούν «εντός ενός τεχνητού νομικού κενού» το οποίο τους παρέχει τη δυνατότητα να θεωρούνται οι οικονομικές δραστηριότητές τους ως περιβαλλοντικά βιώσιμες, χωρίς να εφαρμόζεται ως προς αυτές κάποιο τεχνικό κριτήριο ελέγχου.
116 Αντιθέτως, προκειμένου οικονομική δραστηριότητα ασκούμενη σε δασική έκταση κάτω των 13 εκταρίων να μπορεί να θεωρηθεί περιβαλλοντικά βιώσιμη επένδυση, σύμφωνα με τα σημεία 1.1 και 1.2 του πίνακα των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου για τη «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» που περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, πρέπει επιπλέον να λαμβάνει χώρα σε περιοχή υπαγόμενη σε σχέδιο διαχείρισης δασών, απαίτηση η οποία, εξάλλου, δεν επιβάλλεται σε όλες τις δασικές εκμεταλλεύσεις, δηλαδή όχι σε εκείνες άνω των 13 εκταρίων. Με το δικόγραφο της προσφυγής, οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην Επιτροπή ότι απλώς έλαβε υπόψη την υφιστάμενη νομική κατάσταση (status quo), αντί να καταρτίσει «φιλόδοξα» τεχνικά κριτήρια ελέγχου. Ωστόσο, σύμφωνα με το σημείο 1.3 του πίνακα τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και περιλαμβάνεται στο παράρτημα I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, η βιωσιμότητα των συστημάτων διαχείρισης δασών, όπως τεκμηριώνεται στο σχέδιο, διασφαλίζεται με επιλογή της πιο φιλόδοξης από τις αναφερόμενες προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένης της απόδειξης της συμμόρφωσης με τα κριτήρια αειφορίας για τη δασική βιομάζα που ορίζονται στο άρθρο 29, παράγραφος 6, της οδηγίας RED II και στον κανονισμό για τις επιχειρησιακές κατευθύνσεις. Οι προσφεύγουσες δεν λαμβάνουν υπόψη, στην επιχειρηματολογία τους, τα προαναφερθέντα στοιχεία, τα οποία, ωστόσο, οριοθετούν την εξαίρεση των φορέων εκμετάλλευσης δασικών εκτάσεων κάτω των 13 εκταρίων και εξηγούν, έστω εν μέρει, τον λόγο ύπαρξης της εξαίρεσης αυτής.
117 Επομένως, το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι ενέχει πλάνη περί το δίκαιο ή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως σε σχέση με το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, και το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία η απάντηση της Επιτροπής ότι, κατ’ ουσίαν, η εξαίρεση των εκμεταλλεύσεων κάτω των 13 εκταρίων που προβλέπεται στο σημείο 2.4 του πίνακα των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και περιλαμβάνεται στο παράρτημα I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, δικαιολογείται υπό το πρίσμα του συνόλου των απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν οι ιδιοκτήτες δασών μικρής κλίμακας
118 Οι προσφεύγουσες επισημαίνουν ότι η Επιτροπή έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι, «λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των απαιτήσεων τις οποίες πρέπει να πληρούν οι ιδιοκτήτες δασών μικρής κλίμακας, από το σχέδιο διαχείρισης δασών έως την απόδειξη της συμμόρφωσής τους με την αειφόρο διαχείριση των δασών, μέσω της μη υποβάθμισης της γης με υψηλά αποθέματα άνθρακα και των κριτηρίων της αρχής της “μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης”, ήταν εύλογο να υποτεθεί ότι πληρούνται τα κριτήρια της σημαντικής συμβολής στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής χωρίς να απαιτείται ανάλυση των κλιματικών οφελών».
119 Ωστόσο, κατά τις προσφεύγουσες, κανένας από τους παράγοντες που απαριθμούνται από την Επιτροπή, ήτοι το σχέδιο διαχείρισης δασών, η απόδειξη της συμμόρφωσής τους με την αειφόρο διαχείριση των δασών, η διασφάλιση της μη υποβάθμισης της γης με υψηλά αποθέματα άνθρακα και τα κριτήρια που σχετίζονται με την αρχή της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης», δεν μπορεί να διασφαλίσει ότι οι εξαιρούμενες δασικές εκμεταλλεύσεις συμβάλλουν σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, προκειμένου να ληφθεί υπόψη το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού για την ταξινομία. Κατά την άποψή τους, η απάντηση της Επιτροπής ισοδυναμεί, βεβαίως, με τη διαπίστωση ότι η απαλλαγή από την υποχρέωση απόδειξης της ύπαρξης σημαντικής συμβολής «θα διασφαλίσει» εντούτοις, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σημαντική συμβολή. Εντούτοις, η απάντηση αυτή, η οποία θεωρούν ότι εξομοιώνει, κατ’ ουσίαν, την υποχρέωση διατήρησης της παραγωγικής ικανότητας των δασών με τη «σημαντική συμβολή» στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, για την οποία γίνεται λόγος στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ενέχει επίσης πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, για τους ακόλουθους λόγους:
– πρώτον, η υποχρέωση υποβολής σχεδίου διαχείρισης δασών αποτελεί αμιγώς διοικητική πράξη· καμία από τις πληροφορίες που πρέπει να περιέχει ένα τέτοιο σχέδιο (βλ. σημείο 1.2 του πίνακα τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού) δεν αναφέρεται σε «πραγματική καθαρή μείωση των εκπομπών» ευθυγραμμισμένη με τις μειώσεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με τον στόχο της Συμφωνίας του Παρισιού για τη θερμοκρασία· ως εκ τούτου, δεν υφίσταται συγκεκριμένη υποχρέωση ενίσχυσης των φορέων εκμετάλλευσης που βρίσκονται μόλις κάτω από το όριο των 13 εκταρίων των δασικών καταβοθρών άνθρακα σε επίπεδο ευθυγραμμισμένο με τις μειώσεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με τον στόχο της συμφωνίας του Παρισιού για τη θερμοκρασία·
– δεύτερον, η «συμμόρφωση με την αειφόρο διαχείριση των δασών», για την οποία κάνει λόγο η Επιτροπή στην απάντησή της, αποτελεί παραπομπή στα κριτήρια αειφορίας για τη δασική βιοενέργεια που προβλέπονται στο άρθρο 29, παράγραφος 6, της οδηγίας RED II· ωστόσο, η απαίτηση αυτή ουδόλως ευθυγραμμίζεται με τον στόχο της Συμφωνίας του Παρισιού για τη θερμοκρασία·
– τρίτον, η συμμόρφωση με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» δεν αποδεικνύει τη συμμόρφωση με το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία· απλώς και μόνον το ότι θεωρείται ότι η επίμαχη οικονομική δραστηριότητα συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής δεν αρκεί· η Επιτροπή όφειλε, δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, να θεσπίσει ειδικά τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον στόχο του μετριασμού της κλιματικής αλλαγής, τα οποία να καθορίζουν με πειστικό τρόπο αν μια δραστηριότητα επιτυγχάνει τον στόχο αυτόν.
120 Η Επιτροπή αντικρούει τα ως άνω επιχειρήματα των προσφευγουσών.
121 Όσον αφορά την απάντηση της Επιτροπής που περιλαμβάνεται στο σημείο 2.2 του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την οποία η εξαίρεση των εκμεταλλεύσεων των 13 εκταρίων, η οποία προβλέπεται στο σημείο 2.4 του πίνακα των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και περιλαμβάνεται στο παράρτημα I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, δικαιολογείται υπό το πρίσμα του συνόλου των απαιτήσεων τις οποίες πρέπει να πληρούν οι ιδιοκτήτες δασών μικρής κλίμακας, οι προσφεύγουσες δεν αποδεικνύουν ούτε την ύπαρξη πλάνης περί το δίκαιο ούτε την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως. Τα επιχειρήματα που παρατίθενται στη σκέψη 119 ανωτέρω δεν είναι ικανά να αποδείξουν ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, ή το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Δεν αναιρούν το βάσιμο των εκτιμήσεων της Επιτροπής που περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτή καμία πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.
122 Πράγματι, πρώτον, οι προσφεύγουσες ορθώς υποστηρίζουν, βεβαίως, ότι η υποχρέωση υποβολής σχεδίου διαχείρισης δασών κατά το σημείο 1.2 του τμήματος 1.3 του πίνακα τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και περιλαμβάνεται στο παράρτημα I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, αφορά την έκδοση διοικητικής πράξης. Εντούτοις, δεν μπορούν να υποστηρίξουν λυσιτελώς ότι, ελλείψει μνείας των «καθαρών εκπομπών» που πρέπει να αποφεύγονται, «καμία από τις πληροφορίες που πρέπει να περιέχει ένα τέτοιο σχέδιο» δεν ανταποκρίνεται στην «υποχρέωση ενίσχυσης των δασικών καταβοθρών άνθρακα σε επίπεδο ευθυγραμμισμένο με τις μειώσεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με τον στόχο της συμφωνίας του Παρισιού για τη θερμοκρασία» (βλ. σκέψη 119 ανωτέρω, πρώτη περίπτωση).
123 Οι προσφεύγουσες φαίνεται να θεωρούν ότι η Επιτροπή μπορεί να εκπληρώσει την «υποχρέωση ενίσχυσης των [δασικών] καταβοθρών άνθρακα», στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, μόνο με τον καθορισμό τεχνικών κριτηρίων ελέγχου που προβλέπουν «καθαρή μείωση των εκπομπών». Προς τούτο, κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή όφειλε να προβλέψει παραμέτρους οι οποίες προσεγγίζουν τη μείωση των εκπομπών CO2 με ακριβή αριθμητικά στοιχεία.
124 Όπως υπομνήσθηκε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως (βλ. σκέψη 71 ανωτέρω), σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου «είναι ποσοτικά και περιλαμβάνουν κατώτατα όρια στον βαθμό που είναι δυνατόν», διαφορετικά είναι ποιοτικά. Επομένως, η έκφραση ενός κριτηρίου υπό τη μορφή συγκεκριμένης αριθμητικής τιμής αποτελεί απλώς έναν από τους δυνατούς τρόπους κατάρτισης ενός τεχνικού κριτηρίου ελέγχου, όπως τα επίμαχα.
125 Πέραν του ότι εμμένουν στην ανάγκη καθορισμού, από την Επιτροπή, ενός κριτηρίου που να λαμβάνει υπόψη την «καθαρή μείωση των εκπομπών», οι προσφεύγουσες δεν εκθέτουν τους λόγους για τους οποίους το ποιοτικό κριτήριο που επέλεξε η Επιτροπή υπολείπεται των απαιτήσεων του κανονισμού για την ταξινομία σχετικά με την «υποχρέωση ενίσχυσης των δασικών καταβοθρών άνθρακα».
126 Μολονότι οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι «καμία από τις πληροφορίες που πρέπει να περιέχει ένα […] σχέδιο» διαχείρισης δασών δεν ανταποκρίνεται στην εν λόγω «υποχρέωση ενίσχυσης των δασικών καταβοθρών άνθρακα σε επίπεδο ευθυγραμμισμένο με τις μειώσεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με τον στόχο της συμφωνίας του Παρισιού για τη θερμοκρασία», εντούτοις δεν λαμβάνουν υπόψη ούτε τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εκπονηθεί ένα σχέδιο διαχείρισης δασών, το οποίο περιλαμβάνεται στα τεχνικά κριτήρια ελέγχου των σημείων 1.2 και 1.3 του πίνακα τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, ούτε το περιεχόμενο που θα περιέχει.
127 Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 115 ανωτέρω, οι φορείς εκμετάλλευσης δασικών εκτάσεων κάτω των 13 εκταρίων δεν θα λειτουργούν σε νομικό κενό το οποίο τους απαλλάσσει από την υποχρέωση απόδειξης ότι η δραστηριότητά τους καθιστά δυνατή την ενίσχυση των δασικών καταβοθρών άνθρακα. Αντιθέτως, σύμφωνα με το σημείο 1.3, στοιχείο γʹ, του πίνακα των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, η αειφορία των συστημάτων διαχείρισης δασών, συμπεριλαμβανομένων των εκμεταλλεύσεων κάτω των 13 εκταρίων, πρέπει να διασφαλίζεται με επιλογή της πιο φιλόδοξης από τις αναφερόμενες προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένης της απόδειξης της συμμόρφωσης με τα κριτήρια αειφορίας για τη δασική βιομάζα που ορίζονται στο άρθρο 29, παράγραφος 6, της οδηγίας RED II και στον κανονισμό για τις επιχειρησιακές κατευθύνσεις. Όπως, όμως, επισημάνθηκε στις σκέψεις 66 και 67 ανωτέρω, ο κανονισμός για τις επιχειρησιακές κατευθύνσεις προβλέπει την παροχή πληροφοριών που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη μέτρων για να διασφαλίζεται η διατήρηση των επιπέδων των δασικών αποθεμάτων και καταβοθρών άνθρακα ή η ενίσχυσή τους σε βάθος χρόνου.
128 Δεύτερον, είναι βεβαίως ακριβές, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, ότι η «συμμόρφωση με την αειφόρο διαχείριση των δασών», στην οποία αναφέρθηκε η Επιτροπή με την απάντησή της (βλ. σκέψη 104 ανωτέρω), αποτελεί παραπομπή στα κριτήρια αειφορίας για τη δασική βιονέργεια που προβλέπονται στο άρθρο 29, παράγραφος 6, της οδηγίας RED II.
129 Εντούτοις, οι προσφεύγουσες δεν ήταν σε θέση να αποδείξουν ότι η παραπομπή της Επιτροπής, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στα εν λόγω κριτήρια αειφορίας για τη δασική βιοενέργεια ήταν εσφαλμένη.
130 Αφενός, το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού για την ταξινομία απαιτεί η Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη, κατά τον καθορισμό των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, «οποιαδήποτε συναφή ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία». Η υποχρέωση αυτή μνημονεύεται και στις αιτιολογικές σκέψεις 43 και 44 του ίδιου κανονισμού. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή, κατά την ανάλυση των στοιχείων επί των οποίων πρέπει να στηριχθεί η θέσπιση των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, οφείλει να λαμβάνει υπόψη κάθε συναφή ισχύουσα νομοθετική πράξη της Ένωσης, όπως προβλέπεται ρητώς στο εν λόγω άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, και να επιβλέπει την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης σε εκπλήρωση της κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ αποστολής της. Επομένως, αντιθέτως προς όσα φαίνεται να υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι έλαβε υπόψη την ισχύουσα νομοθεσία κατά τον καθορισμό των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου και, ειδικότερα, των κριτηρίων αειφορίας που ορίζονται στην οδηγία RED II.
131 Αφετέρου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η Επιτροπή μπορεί να αποκλίνει από τα κριτήρια αειφορίας για τη δασική βιοενέργεια του άρθρου 29, παράγραφος 6, της οδηγίας RED II, διαπιστώνεται ότι οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι τα εν λόγω κριτήρια αειφορίας για τη δασική βιοενέργεια δεν «ευθυγραμμίζονται» με τον «στόχο της συμφωνίας του Παρισιού για τη θερμοκρασία».
132 Βεβαίως, στο σημείο 7 του δικογράφου της προσφυγής, οι προσφεύγουσες αναφέρθηκαν σε πολυάριθμες επιστημονικές εκθέσεις κατά τις οποίες τα κριτήρια της οδηγίας RED II για τον περιορισμό των επιβλαβών συνεπειών της δασικής βιοενέργειας στο περιβάλλον είναι «ανεπαρκή για την προστασία των δασών και του κλίματος». Κατά τις προσφεύγουσες, στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και η εκτίμηση επιπτώσεων την οποία διενήργησε η Επιτροπή κατά την αναθεώρηση της οδηγίας 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ (ΕΕ 2009, L 140, σ. 16), η οποία οδήγησε στην έκδοση της οδηγίας RED II. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν τεκμηριώνονται. Οι προσφεύγουσες προσκόμισαν μεν την εν λόγω εκτίμηση επιπτώσεων ως παράρτημα A.8 του δικογράφου της προσφυγής, πλην όμως δεν προκύπτει σαφώς σε ποιο τμήμα του παραρτήματος αυτού περιλαμβάνονται στοιχεία ικανά να στηρίξουν το βάσιμο των ισχυρισμών τους. Μολονότι ο απλός ισχυρισμός ότι τα κριτήρια αειφορίας της οδηγίας RED II είναι «ανεπαρκή για την προστασία των δασών και του κλίματος» μπορεί ενδεχομένως να ληφθεί υπόψη, δεν δύναται αφ’ εαυτού να αποδείξει με σαφήνεια ότι τα εν λόγω κριτήρια δεν «ευθυγραμμίζονται» με τον «στόχο της συμφωνίας του Παρισιού για τη θερμοκρασία».
133 Τρίτον, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να υποστηρίζουν ότι η συμμόρφωση με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» δεν είναι ικανή να αποδείξει την τήρηση του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία ούτε ότι η παραδοχή ότι η επίμαχη οικονομική δραστηριότητα συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής είναι ανεπαρκής (βλ. σκέψη 119 ανωτέρω).
134 Συναφώς, οι προσφεύγουσες επικρίνουν την Επιτροπή για στοιχείο το οποίο ουδόλως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οπότε η επιχειρηματολογία τους είναι αβάσιμη. Πράγματι, στο σημείο 2.2 (σελίδα 69) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή ουδόλως αναφέρθηκε σε τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης», είτε για να αποδείξει τη συμμόρφωση των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου που προβλέπονται στο σημείο 1.3 του πίνακα των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και περιλαμβάνεται στο παράρτημα I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, είτε για άλλους λόγους.
135 Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο συνιστάμενη σε εσφαλμένη ερμηνεία, από την Επιτροπή, της αρμοδιότητας που της απονέμει το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία
136 Οι προσφεύγουσες προβάλλουν πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τη μνημονευόμενη στην ανωτέρω σκέψη 104 εκτίμηση της Επιτροπής. Κατά την άποψή τους, η πλάνη αυτή οφείλεται στο ότι κανένας από τους παράγοντες που συγκαταλέγονται στο σύνολο των απαιτήσεων τις οποίες πρέπει να πληρούν οι ιδιοκτήτες δασών μικρής κλίμακας δεν είναι ικανός να διασφαλίσει ότι οι εξαιρούμενες δασικές εκμεταλλεύσεις συμβάλλουν σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Από την εκτίμηση της Επιτροπής σχετικά με το σύνολο των απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν οι ιδιοκτήτες δασών μικρής κλίμακας προκύπτει ότι η Επιτροπή ερμήνευσε εσφαλμένως την αρμοδιότητα που της απονέμει το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Ο κανονισμός για την ταξινομία δεν προβλέπει εξαίρεση de minimis, οι δε απαιτήσεις του άρθρου του 10, παράγραφοι 1 και 3, στοιχείο αʹ, ουδόλως μπορούν να χαρακτηριστούν ως τέτοιες. Επομένως, η πρόβλεψη της εξαίρεσης των εκμεταλλεύσεων κάτω των 13 εκταρίων δεν ενέπιπτε στην αρμοδιότητα της Επιτροπής. Οι προσφεύγουσες έθεσαν το ζήτημα αυτό με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης, πλην όμως η Επιτροπή δεν το εξέτασε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, κατά τις προσφεύγουσες, πρέπει «να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τη δική της αρμοδιότητα θέσπισης εξαιρέσεων de minimis».
137 Η Επιτροπή αντικρούει τα ως άνω επιχειρήματα.
138 Όσον αφορά την απάντηση της Επιτροπής που περιλαμβάνεται στο σημείο 2.2 (σελίδα 69) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, οι προσφεύγουσες προβάλλουν πλάνη περί το δίκαιο απορρέουσα από εσφαλμένη ερμηνεία, εκ μέρους της Επιτροπής, της έκτασης της αρμοδιότητας που της απονέμει το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Συγκεκριμένα, η θέσπιση της εξαίρεσης των εκμεταλλεύσεων κάτω των 13 εκταρίων δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής, καθόσον ο κανονισμός για την ταξινομία δεν προβλέπει εξαίρεση de minimis. Το ζήτημα αυτό δεν εξετάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.
139 Επικαλούμενες την προβαλλόμενη πλάνη περί το δίκαιο που μνημονεύεται στη σκέψη 138 ανωτέρω, οι προσφεύγουσες υιοθετούν την ίδια λογική με εκείνη που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, κατά την οποία η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της αρμοδιότητάς της καθόσον δεν «αντελήφθη […] το περιεχόμενο ουσιαστικών απαιτήσεων» του κανονισμού για την ταξινομία (βλ. σκέψη 47 ανωτέρω).
140 Όπως, όμως, επισημάνθηκε στη σκέψη 82 ανωτέρω, δεν συνιστά άνευ ετέρου παραβίαση της έκτασης της αρμοδιότητας που απονέμει το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού για την ταξινομία, σε συνδυασμό με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, κάθε παράβαση συναφούς διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι οι ουσιαστικές απαιτήσεις που θέτει ο κανονισμός για την ταξινομία. Πέραν της επίκλησης προβαλλόμενης παράβασης ουσιαστικών διατάξεων, οι προσφεύγουσες ουδόλως διευκρινίζουν σε τι συνίσταται, εν προκειμένω, η εκ μέρους της Επιτροπής παραβίαση της κατά το εν λόγω άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, εξουσιοδότησής της να εκδώσει τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό.
141 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι ενέχει σφάλματα η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις των προσφευγουσών σχετικά με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου βάσει των οποίων μπορεί να διαπιστωθεί αν μια δραστηριότητα βλάπτει σημαντικά την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή
142 Κατά τις προσφεύγουσες, ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο οι εκτιμήσεις της Επιτροπής στο σημείο 2.3 (σελίδες 71 έως 73) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης σε απάντηση των επικρίσεων που διατυπώθηκαν με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης όσον αφορά το προσάρτημα A του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, το οποίο, κατά τις προσφεύγουσες, είναι παράνομο. Οι εν λόγω εκτιμήσεις της Επιτροπής στηρίζονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία και στην αρμοδιότητα που της απονέμει ο κανονισμός για την ταξινομία, καθώς και, επικουρικώς, σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.
143 Στο σημείο 2.3 (σελίδες 71 έως 73) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή υποστήριξε ότι «δεν ήταν υποχρεωτικό τα κριτήρια να εξαλείψουν τις σημαντικές αρνητικές συνέπειες της δραστηριότητας στον πληθυσμό, τη φύση ή την περιουσία, καθόσον:
– μια τέτοια απαίτηση θα καθιστούσε τα [τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της “μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης”] για την προσαρμογή αυστηρότερα από τα [τεχνικά κριτήρια ελέγχου] για τη σημαντική συμβολή [του άρθρου 11, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία]· και/ή
– ο στόχος θα μπορούσε να επιτευχθεί έμμεσα με την εφαρμογή των [τεχνικών κριτηρίων ελέγχου] για τη σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής ή με την έγκριση σχεδίου διαχείρισης δασών.»
144 Οι απαντήσεις αυτές είναι, κατά τις προσφεύγουσες, εσφαλμένες.
145 Κατά πρώτον, σύμφωνα με τις προσφεύγουσες, η παραπομπή της Επιτροπής στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία (βλ. σκέψη 143 ανωτέρω, πρώτη περίπτωση) δεν είναι πειστική. Η διάταξη αυτή δεν δύναται να μεταβάλει το σαφές νόημα του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Συγκεκριμένα, το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία, το οποίο περιγράφει τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι μια οικονομική δραστηριότητα συμβάλλει σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, απαιτεί να αποδεικνύεται σημαντική μείωση για δύο κατηγορίες επιπτώσεων, ήτοι για τις επιπτώσεις στην ίδια τη δραστηριότητα (στο εξής: πρώτη συνιστώσα· βλ. άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία) και για τις επιπτώσεις σε ανθρώπους, φυσικούς πόρους ή περιουσιακά στοιχεία (στο εξής: δεύτερη συνιστώσα· βλ. άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η θετική συμβολή στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή μπορεί να επιτευχθεί με την αντιμετώπιση οποιασδήποτε από αυτές τις συνιστώσες. Πρόκειται για δύο κατηγορίες επιπτώσεων ισοδύναμης βαρύτητας οι οποίες, εξάλλου, είναι αποκλειστικές, υπό την έννοια ότι αρκεί να ικανοποιηθεί μία εξ αυτών για να υπάρξει σημαντική συμβολή στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Δεδομένου ότι η απαίτηση σχετικά με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης», σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, το οποίο επαναλαμβάνει τα στοιχεία αʹ και βʹ του άρθρου 11, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, διατυπώθηκε αρνητικά, δικαίως μπορεί να θεωρηθεί ότι το άρθρο αυτό επιτάσσει την αποφυγή των δύο ειδών βλάβης, δηλαδή τόσο των βλαβών που εμπίπτουν στην πρώτη συνιστώσα όσο και των βλαβών που εμπίπτουν στη δεύτερη συνιστώσα του εν λόγω άρθρου 11. Επομένως, κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή όφειλε να θεσπίσει τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» για αμφότερες τις κατηγορίες βλαβών. Ωστόσο, δεν έγινε κάτι τέτοιο εν προκειμένω. Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή δεν πραγματεύονται μία από τις συνιστώσες της βλάβης στην προσαρμογή που προσδιορίζονται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, ήτοι την αύξηση των επιπτώσεων του σημερινού κλίματος λόγω της συνέχισης της ίδιας της δραστηριότητας. Κατά την άποψή τους, δεν ασκεί επιρροή ο ισχυρισμός της Επιτροπής (βλ. σκέψη 143 ανωτέρω, πρώτη περίπτωση) ότι η ερμηνεία του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία από τις προσφεύγουσες το καθιστά «αυστηρότερο» από το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ίδιου κανονισμού. Ανάλογα με τη δραστηριότητα και τις επιπτώσεις που εξετάζονται, η απόδειξη της ανυπαρξίας βλάβης μπορεί να αποδειχθεί επαχθέστερη από την απόδειξη θετικής συμβολής (π.χ. για εγγενώς επιβλαβείς δραστηριότητες). Εν πάση περιπτώσει, το επιχείρημα ότι η ερμηνεία την οποία προσέδωσαν οι προσφεύγουσες στο εν λόγω άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, το καθιστά «αυστηρότερο» από το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία δεν μπορεί να θεωρηθεί κατ’ ανάγκην βάσιμο.
146 Κατά δεύτερον, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της απάντησης της Επιτροπής (βλ. σκέψη 143 ανωτέρω, δεύτερη περίπτωση), οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι ο κανονισμός για την ταξινομία απαιτεί ρητώς ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός να καθορίζει, για κάθε περιβαλλοντικό στόχο, κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να διαπιστωθεί αν η επίμαχη δραστηριότητα προκαλεί σημαντική βλάβη. Παρά ταύτα, η Επιτροπή έκρινε ότι «η απαίτηση αυτή μπορούσε να ικανοποιηθεί με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τη σημαντική συμβολή όσον αφορά διαφορετικό περιβαλλοντικό στόχο και διότι, εν πάση περιπτώσει, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της “μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης” για την προσαρμογή παραπέμπουν στα κριτήρια για τη “σημαντική συμβολή” στον μετριασμό». Επιπλέον, η Επιτροπή δεν εξήγησε με ποιον τρόπο τα κριτήρια για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής ή το σχέδιο διαχείρισης δασών καθιστούν δυνατό τον αποκλεισμό των δραστηριοτήτων που βλάπτουν τον άνθρωπο, φυσικούς πόρους ή περιουσιακά στοιχεία, ούτε ποιες διατάξεις υποτίθεται ότι έχουν το αποτέλεσμα αυτό. Τέλος, η Επιτροπή δεν εξέτασε την αιτίαση των προσφευγουσών ότι το προσάρτημα A του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού παρέχει στους οικονομικούς φορείς τη δυνατότητα να προσδιορίσουν οι ίδιοι αν ένας κλιματικός κίνδυνος συγκαταλέγεται στους «σημαντικότερους» κινδύνους.
147 Η Επιτροπή αντικρούει τα ως άνω επιχειρήματα.
148 Τα μνημονευόμενα στις ανωτέρω σκέψεις 144 έως 146 επιχειρήματα, τα οποία προβάλλονται στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως, δεν είναι ικανά να αποδείξουν ότι ενέχουν πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως οι εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στο τμήμα 2.3 του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης. Διευκρινίζεται ότι, προκειμένου να αποδειχθεί ότι ένα θεσμικό όργανο υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση περίπλοκων πραγματικών περιστατικών, ικανή να δικαιολογήσει την ακύρωση της επίμαχης πράξης, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει ο προσφεύγων πρέπει να είναι επαρκή για να ανατρέψουν τον ευλογοφανή χαρακτήρα των σχετικών με τα πραγματικά περιστατικά εκτιμήσεων τις οποίες περιλαμβάνει η πράξη (βλ. απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2024, Carmeuse Holding κατά Επιτροπής, T‑554/22, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:895, σκέψη 103 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Οι προσφεύγουσες δεν προσδιορίζουν, όμως, με την επιχειρηματολογία τους, ποια από τα πραγματικά περιστατικά που ελήφθησαν υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφαση εκτιμήθηκαν προδήλως εσφαλμένα από την Επιτροπή. Επομένως, τα εν λόγω μη τεκμηριωμένα επιχειρήματα, με τα οποία προβάλλεται πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, πρέπει να απορριφθούν.
149 Ακολούθως, ούτε από τις αιτιάσεις που παρατίθενται στις σκέψεις 144 έως 146 ανωτέρω μπορεί να συναχθεί ότι οι εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στο σημείο 2.3 του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης αντιβαίνουν στο άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και στο άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
150 Συναφώς, από το σημείο 2.3 του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, και το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία πρέπει να ερμηνεύονται συστηματικά, ήτοι ότι η επίμαχη οικονομική δραστηριότητα έπρεπε, κατ’ αρχάς, να πληροί τα κριτήρια που έχουν καθοριστεί προκειμένου να αποδεικνύεται ότι συμβάλλει σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και, εν συνεχεία, να διασφαλίζει ότι δεν οδηγεί σε αύξηση των αρνητικών συνεπειών του σημερινού κλίματος και της αναμενόμενης εξέλιξής του επί της ίδιας της δραστηριότητας ή επί ανθρώπων, φυσικών πόρων ή περιουσιακών στοιχείων.
151 Κακώς υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη καθόσον ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός δεν καθορίζει κριτήριο σύμφωνα με το οποίο η οικονομική δραστηριότητα πρέπει να μη συμβάλλει στην αύξηση των αρνητικών συνεπειών του κλίματος. Ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός, στον οποίο παραπέμπει η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόρισε τεχνικά κριτήρια ελέγχου για την αρχή της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης», η οποία προβλέπεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Πρόκειται για κριτήρια στηριζόμενα σε διαδικασίες (process-based), τα οποία περιλαμβάνονται στο προσάρτημα A του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού και μνημονεύονται στη σελίδα 72 της προσβαλλόμενης απόφασης.
152 Τέλος, κακώς υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου δεν θέτουν καμία απαίτηση όσον αφορά την πρόληψη των αρνητικών συνεπειών στους ανθρώπους, τους φυσικούς πόρους ή τα περιουσιακά στοιχεία, όπως απαιτεί το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Συγκεκριμένα, όπως υπενθυμίζεται στη σελίδα 73 της προσβαλλόμενης απόφασης, από το προσάρτημα A του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού προκύπτει ότι τα κριτήρια της αρχής της μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης ορίζουν ότι «[ο]ι εφαρμοζόμενες λύσεις προσαρμογής δεν επηρεάζουν αρνητικά τις προσπάθειες προσαρμογής ή το επίπεδο ανθεκτικότητας άλλων ανθρώπων, της φύσης, της πολιτιστικής κληρονομιάς, των περιουσιακών στοιχείων και άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων στους φυσικούς κλιματικούς κινδύνους».
153 Κατόπιν των προεκτεθέντων, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις των προσφευγουσών σχετικά με τα κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να καθοριστεί πότε μια δραστηριότητα δεν βλάπτει σημαντικά τη μετάβαση προς μια κυκλική οικονομία
154 Κατά τις προσφεύγουσες, συνιστά παράβαση του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, σημείο i, του κανονισμού για την ταξινομία η απάντηση την οποία έδωσε η Επιτροπή στο σημείο 2.4 (σελίδα 74) της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τις αμφιβολίες που εγείρονται με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης όσον αφορά τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» για τη μετάβαση σε κυκλική οικονομία, όπως απορρέουν από το σημείο 4 του πίνακα των κριτηρίων της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» που περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού. Η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει συναφώς πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.
155 Κατά το σημείο 4 του πίνακα που φέρει τον τίτλο «Μη πρόκληση σημαντικής βλάβης» και περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3. του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τη μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία που περιλαμβάνονται σε αυτό απαιτούν, όσον αφορά τις δασοκομικές δραστηριότητες, τα εξής:
«Η αλλαγή που επέρχεται σε επίπεδο δασοκομίας από τη δραστηριότητα στην περιοχή που καλύπτεται από τη δραστηριότητα δεν είναι πιθανόν να οδηγήσει σε σημαντική μείωση της βιώσιμης προσφοράς πρωτογενούς δασικής βιομάζας κατάλληλης για την κατασκευή προϊόντων ξυλείας με δυνατότητες μακροπρόθεσμης κυκλικότητας. Το κριτήριο αυτό μπορεί να αποδειχθεί μέσω της ανάλυσης κλιματικών οφελών που αναφέρεται στο σημείο 2).»
156 Η Επιτροπή απάντησε, στο σημείο 2.4 (σελίδα 74) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η προσφορά πρωτογενούς βιομάζας ήταν αναγκαία για την αντικατάσταση άλλων υλικών υψηλής περιεκτικότητας σε άνθρακα.
157 Κατά τις προσφεύγουσες, η απάντηση αυτή είναι ανεπαρκής ή και στερούμενη λογικής. Μόνο αποτέλεσμα της διατήρησης της προσφοράς σε σταθερά επίπεδα θα μπορούσε να είναι η διατήρηση των τιμών των πρώτων υλών σε χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με πιο βιώσιμες επιλογές, όπως η μείωση της κατανάλωσης ή η επαναχρησιμοποίηση των υλικών. Η διατήρηση της προσφοράς και, επομένως, της χρήσης των «πρωτογενών πρώτων υλών» τείνει να διαιωνίζει την αναποτελεσματική χρήση αυτών των πρώτων υλών. Επομένως, η διατήρηση της προσφοράς αποκλείει τις δραστηριότητες που ευνοούν τη διατήρηση, μειώνοντας τη συγκομιδή, διότι μειώνουν την προσφορά πρωτογενούς δασικής βιομάζας, όπερ αποτελεί μία από τις πτυχές της σημαντικής βλάβης για τη μετάβαση στην κυκλική οικονομία, η οποία προσδιορίζεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, σημείο i, του κανονισμού για την ταξινομία.
158 Ακολούθως, κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή υποστήριξε, στη σελίδα 75 του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η ανάλυση των κλιματικών οφελών προϋποθέτει ότι η ικανότητα αποθήκευσης άνθρακα των προϊόντων ξυλείας δεν έπρεπε να υποβαθμιστεί.
159 Ωστόσο, φρονούν ότι η άποψη αυτή είναι εσφαλμένη. Συγκεκριμένα, η ανάλυση των κλιματικών οφελών καλύπτει το επίπεδο των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα στο δάσος. Αντιθέτως, δεν λαμβάνει υπόψη τα προϊόντα ξυλείας. Ως εκ τούτου, η ανάλυση κλιματικών οφελών δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να αποδειχθεί ότι μια δασοκομική δραστηριότητα διατηρεί την προσφορά πρωτογενούς βιομάζας κατάλληλη για χρήση στην κυκλική οικονομία.
160 Στο μέτρο που η Επιτροπή επιχείρησε, στο πλαίσιο της υπό κρίση διαφοράς, να δικαιολογήσει τις ενέργειές της επικαλούμενη την αρχή της αλυσιδωτής χρήσης της ξυλείας, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η αρχή αυτή δεν περιλαμβάνεται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό και ότι, ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν δικαιούται να την επικαλεστεί ούτε να αναμείνει την εφαρμογή της. Η αρχή αυτή δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των απαιτήσεων της επίμαχης νομοθεσίας ή οποιασδήποτε άλλης νομοθεσίας.
161 Η Επιτροπή αντικρούει τα ως άνω επιχειρήματα.
162 Με τα μνημονευόμενα στις ανωτέρω σκέψεις 157 και 160 επιχειρήματα, οι προσφεύγουσες, υπό το πρόσχημα της πλάνης περί το δίκαιο, προβάλλουν στην πραγματικότητα ότι το σημείο 2.4 (σελίδες 73 και 74) της προσβαλλόμενης απόφασης ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά την προσφορά και τη χρήση δασικής βιομάζας. Τα επιχειρήματα αυτά στηρίζονται, όμως, σε ανεπαρκείς παραδοχές και, ως εκ τούτου, δεν αναιρούν το βάσιμο των πραγματικών, τεχνικών και περίπλοκων εκτιμήσεων της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, όπως προκύπτει από τα ακόλουθα.
163 Κατά πρώτον, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν το βάσιμο της απάντησης της Επιτροπής που περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την οποία η προσφορά πρωτογενούς βιομάζας ήταν αναγκαία για την αντικατάσταση άλλων υλικών υψηλής περιεκτικότητας σε άνθρακα. Στο πλαίσιο αυτό, εκκινούν από την παραδοχή ότι το σημείο 4 του πίνακα των κριτηρίων της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» που περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού θα έχει ως συνέπεια τη συνέχιση της χρήσης της δασικής βιομάζας, με αποτέλεσμα τη διατήρηση των τιμών άλλων πρώτων υλών σε χαμηλά επίπεδα. Κατά τις προσφεύγουσες, τούτο θα παρεμποδίσει την ανάπτυξη βιωσιμότερων επιλογών, όπως είναι η μείωση της κατανάλωσης ή η επαναχρησιμοποίηση των υλικών. Τέλος, η κατάσταση αυτή ισοδυναμεί, κατά τις προσφεύγουσες, με αναποτελεσματική χρήση της δασικής βιομάζας, κατά παράβαση του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, σημείο i, του κανονισμού για την ταξινομία (βλ. σκέψη 157 ανωτέρω).
164 Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να απορριφθούν.
165 Δεν προκύπτει προδήλως ότι η διατήρηση της προσφοράς ενός ανανεώσιμου υλικού, όπως η δασική βιομάζα που είναι κατάλληλη για την παραγωγή προϊόντων ξυλείας με δυνατότητες μακροπρόθεσμης κυκλικότητας, αποτελεί μέτρο το οποίο οδηγεί σε αναποτελεσματική χρήση υλικών ή φυσικών πόρων πλην της δασικής βιομάζας ή στη χρήση υλικών υψηλής περιεκτικότητας σε άνθρακα, όπως αυτά που μνημονεύονται στην απάντηση της Επιτροπής. Δεν είναι επίσης προφανές ότι η ενθάρρυνση της διατήρησης της ανακυκλωσιμότητας ενός ανανεώσιμου υλικού όπως η δασική βιομάζα συνεπάγεται ανεπάρκειες στην ανάπτυξη λύσεων για τη μείωση της κατανάλωσης ή στην επαναχρησιμοποίηση ορισμένων πρώτων υλών οι οποίες είναι λιγότερο προβληματικές από τη δασική βιομάζα.
166 Θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της προώθησης της χρήσης δασικής βιομάζας που είναι κατάλληλη για την παραγωγή προϊόντων ξυλείας με δυνατότητες μακροπρόθεσμης κυκλικότητας και της ανάπτυξης στρατηγικών για την πρόληψη της χρήσης ορισμένων υλικών ή φυσικών πόρων. Η ύπαρξη αναμενόμενων ανεπαρκειών σε έναν από τους τομείς αυτούς δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ανεπάρκειες στον άλλο τομέα. Ουδόλως επιβάλλεται η προβαλλόμενη από τις προσφεύγουσες σύνδεση μεταξύ της προώθησης της χρήσης δασικής βιομάζας και των ενδεχόμενων ανεπαρκειών στη μείωση της κατανάλωσης ή στην επαναχρησιμοποίηση ορισμένων πρώτων υλών.
167 Εν πάση περιπτώσει, δεν προκύπτει σαφώς σε ποια οικονομικά ή επιστημονικά στοιχεία στηρίζουν οι προσφεύγουσες την άποψη ότι η διατήρηση της προσφοράς δασικής βιομάζας –δηλαδή η χρήση της ως ανανεώσιμου υλικού– θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρηση της τιμής ορισμένων πρώτων υλών σε χαμηλά επίπεδα σε σχέση με το κόστος που συνεπάγονται οι λύσεις για τη μείωση της κατανάλωσης ή την επαναχρησιμοποίηση άλλων πρωτογενών υλών.
168 Βεβαίως, προκειμένου να αμφισβητήσουν το βάσιμο της προσέγγισης που αποσκοπεί στη διατήρηση της χρήσης της πρωτογενούς βιομάζας ώστε να αντικατασταθούν άλλα υλικά υψηλής περιεκτικότητας σε άνθρακα, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι προσφεύγουσες επισήμαναν ότι ορισμένες έρευνες της Επιτροπής κατέδειξαν τις αρνητικές συνέπειες της εναλλακτικής λύσης που πρότεινε η Επιτροπή για το κλίμα. Ειδικότερα, οι προσφεύγουσες παρέθεσαν απόσπασμα της ανακοίνωσης COM(2021) 572 final της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, με τίτλο «Νέα δασική στρατηγική της [ΕΕ] για τα δάση για το 2030», της 16ης Ιουλίου 2021, το οποίο επισύναψαν στο δικόγραφο της προσφυγής ως παράρτημα A.44, επισημαίνοντας ότι, «[ό]πως αναφέρεται σε πρόσφατες μελέτες, βραχυπρόθεσμα έως μεσοπρόθεσμα, δηλαδή έως το 2050, τα δυνητικά πρόσθετα οφέλη από τα προϊόντα υλοτομίας και την υποκατάσταση υλικών δεν είναι πιθανό να αντισταθμίσουν τη μείωση της καθαρής δασικής καταβόθρας που συνδέεται με την αυξημένη υλοτομία».
169 Εντούτοις, από το απόσπασμα αυτό δεν προκύπτει ότι η διατήρηση της προσφοράς δασικής βιομάζας θα είχε κατ’ ανάγκην ως αποτέλεσμα τη διατήρηση της τιμής ορισμένων πρώτων υλών σε χαμηλά επίπεδα σε σχέση με το κόστος που συνεπάγονται οι λύσεις για τη μείωση της κατανάλωσης ή την επαναχρησιμοποίηση ορισμένων πρώτων υλών. Ούτε περαιτέρω προκύπτει ότι η χρήση πρωτογενούς βιομάζας διευκολύνει την αντικατάσταση άλλων υλικών «υψηλής περιεκτικότητας σε άνθρακα». Το παρατιθέμενο απόσπασμα του εν λόγω εγγράφου θέτει μάλλον εν αμφιβόλω τον ισχυρισμό ότι η χρήση δασικής βιομάζας θα μπορούσε, αφ’ εαυτής, να αντισταθμίσει τη μείωση των δασικών καταβοθρών άνθρακα. Επομένως, η παραπομπή των προσφευγουσών στη μνημονευόμενη στην ανωτέρω σκέψη 168 ανακοίνωση της Επιτροπής δεν αναιρεί την απάντηση της Επιτροπής σχετικά με τη διατήρηση της προσφοράς δασικής βιομάζας ως εναλλακτικής λύσης για την αποφυγή της χρήσης υλικών υψηλής περιεκτικότητας σε άνθρακα.
170 Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η διατήρηση της δασικής βιομάζας που είναι κατάλληλη για την παραγωγή προϊόντων ξυλείας με δυνατότητα μακροπρόθεσμης κυκλικότητας, όπως προβλέπεται στο σημείο 4 του πίνακα κριτηρίων της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» που περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, είναι πράγματι ικανή να προκαλέσει ανεπάρκειες στην ανάπτυξη λύσεων για τη μείωση της κατανάλωσης ή της επαναχρησιμοποίησης ορισμένων πρώτων υλών, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, διαπιστώνεται ότι τούτο δεν αρκεί για να διαπιστωθεί παράβαση του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, σημείο i, του κανονισμού για την ταξινομία.
171 Πράγματι, θα πρέπει επιπλέον να αποδειχθεί η ύπαρξη «σημαντικών» ανεπαρκειών, όπως προκύπτει από το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, σημείο i, του κανονισμού για την ταξινομία. Ελλείψει, όμως, στοιχείων προβληθέντων συναφώς από τις προσφεύγουσες, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η διατήρηση της προσφοράς πρωτογενούς βιομάζας ως εναλλακτική λύση για την αποφυγή της χρήσης υλικών υψηλής περιεκτικότητας σε άνθρακα συνιστά ανεπάρκεια δυνάμενη να χαρακτηριστεί ως «σημαντική». Με άλλα λόγια, δεν αποδείχθηκε ότι, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, η αύξηση της ανακυκλωσιμότητας ενός ανανεώσιμου υλικού όπως η δασική βιομάζα συνεπάγεται κατ’ ανάγκην σημαντικές ανεπάρκειες στη χρήση των υλικών ή των φυσικών πόρων, πολλώ δε μάλλον στη χρήση υλικών υψηλής περιεκτικότητας σε άνθρακα.
172 Κατά δεύτερον, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν την απάντηση της Επιτροπής ότι η ανάλυση των κλιματικών οφελών «προϋποθέτει ότι η ικανότητα των προϊόντων ξυλείας για αποθήκευση του άνθρακα δεν πρέπει να υποβαθμίζεται, μεριμνώντας ώστε η επίμαχη ξυλεία να προέρχεται από ξυλεία υψηλής ποιότητας που αποθηκεύει τον άνθρακα για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και υποκαθιστά πηγές υλικών και ενέργειας υψηλής έντασης άνθρακα». Η ανάλυση των κλιματικών οφελών δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να αποδειχθεί ότι μια δασοκομική δραστηριότητα διατηρεί την προσφορά πρωτογενούς βιομάζας που είναι κατάλληλη για χρήση στην κυκλική οικονομία, δεδομένου ότι η εν λόγω ανάλυση δεν θα αφορά τα προϊόντα ξυλείας, αλλά μόνο το επίπεδο των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα στο δάσος (βλ. σκέψη 159 ανωτέρω).
173 Τα επιχειρήματα αυτά είναι όλως αβάσιμα.
174 Είναι, βεβαίως, ακριβές ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, σημείο i, του κανονισμού για την ταξινομία απαιτεί να μην οδηγεί μια οικονομική δραστηριότητα σε σημαντικές ανεπάρκειες ως προς τη χρήση υλικών ή στην άμεση ή έμμεση χρήση φυσικών πόρων, σε ένα ή περισσότερα στάδια του κύκλου ζωής των προϊόντων, ιδίως από άποψη ανθεκτικότητας, δυνατότητας επισκευής, αναβάθμισης, επαναχρησιμοποίησης ή ανακύκλωσης των προϊόντων. Τα προϊόντα ξυλείας στα οποία αναφέρεται η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών ανήκουν στις κατηγορίες προϊόντων του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, σημείο i. Είναι επίσης αληθές ότι η ανάλυση των κλιματικών οφελών επηρεάζει τα αποθέματα και τις καταβόθρες άνθρακα στο δάσος, όπως προκύπτει από το σημείο 2.1 του πίνακα τεχνικών κριτηρίων ελέγχου με τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» που περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 29, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, της οδηγίας RED II.
175 Εντούτοις, από τα ως άνω στοιχεία δεν μπορεί να συναχθεί ότι η περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφορά στην ανάλυση των κλιματικών οφελών είναι ανεπαρκής και, ως εκ τούτου, άνευ σημασίας για τα προϊόντα ξυλείας, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες.
176 Όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή στο σημείο 4 του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, η εν λόγω ανάλυση των κλιματικών οφελών σκοπεί να διασφαλίσει ότι το επίμαχο μέτρο συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, διασφαλίζοντας ή ενισχύοντας μακροπρόθεσμα τη διατήρηση των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα. Η ανάλυση των κλιματικών οφελών ανταποκρίνεται στη στρατηγική που είναι ευρέως γνωστή ως «αρχή της αλυσιδωτής χρήσης» της ξυλείας. Σύμφωνα με τη στρατηγική αυτή, είναι επιτακτική ανάγκη να χρησιμοποιούνται πρώτες ύλες, όπως το ξύλο ή άλλες βιομάζες, σε διαδοχικά στάδια, για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, συχνά και αποτελεσματικά, και να ανακτάται η ενέργεια μόνο στο τέλος του κύκλου ζωής του προϊόντος. Επομένως, η ανάλυση των κλιματικών οφελών στην οποία αναφέρεται η απάντηση της Επιτροπής αποτελεί το στοιχείο το οποίο, σε συνδυασμό με άλλες παραμέτρους, καθιστά δυνατή την ενεργοποίηση του προγράμματος αλυσιδωτής χρήσης της δασικής βιομάζας, το οποίο αρχίζει με την επεξεργασία της βιομάζας στο δάσος και καταλήγει στο στάδιο των προϊόντων ξυλείας. Με άλλα λόγια, η ανάλυση των κλιματικών οφελών επηρεάζει, τουλάχιστον εμμέσως, την τύχη των προϊόντων ξυλείας.
177 Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι ενέχει πλάνη περί το δίκαιο η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις των προσφευγουσών σχετικά με τα κριτήρια της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» στο πλαίσιο του μετριασμού της κλιματικής αλλαγής
178 Κατά τις προσφεύγουσες, δεν πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, ούτε του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία οι εκτιμήσεις που διατυπώνονται στο σημείο 2.5 (σελίδες 74 και 75) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης σε απάντηση των ανησυχιών που διατυπώθηκαν με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης όσον αφορά τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, τα οποία παρατίθενται στο σημείο 1.3 του πίνακα των κριτηρίων αυτών που περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 («Διαχείριση δασών») του παραρτήματος II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού.
179 Κατά πρώτον, στο σημείο 2.5 (σελίδες 74 και 75) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή υποστήριξε ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» για τον μετριασμό της επίμαχης κλιματικής αλλαγής είναι συμβατά με το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, καθόσον επιβάλλουν στους φορείς εκμετάλλευσης την υποχρέωση να διαθέτουν σχέδιο διαχείρισης δασών. Το σχέδιο αυτό θα εφαρμόζει τα κριτήρια αειφορίας των δασών σε όλες τις δραστηριότητες διαχείρισης δασών, όπως ορίζονται στο άρθρο 29, παράγραφος 6, της οδηγίας RED II και στον κανονισμό για τις επιχειρησιακές κατευθύνσεις. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν περαιτέρω ότι, προκειμένου να δικαιολογήσει τα εν λόγω τεχνικά κριτήρια ελέγχου, η Επιτροπή παρέπεμψε στις απαιτήσεις του άρθρου 29, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, της οδηγίας RED II σχετικά με τα συστήματα διαχείρισης, σκοπός των οποίων είναι «να διασφαλίζεται η διατήρηση ή ενίσχυση της διατήρησης των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα». Τέλος, η Επιτροπή χαρακτήρισε την τήρηση του άρθρου 29, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, της οδηγίας RED II και την ύπαρξη σχεδίου διαχείρισης δασών ως τον «ακρογωνιαίο λίθο της προσέγγισής [της]».
180 Κατά τις προσφεύγουσες, οι προεκτεθείσες εξηγήσεις της Επιτροπής είναι εσφαλμένες.
181 Αφενός, τα επιχειρήματα της Επιτροπής σχετικά με τις απαιτήσεις του άρθρου 29, παράγραφος 6, της οδηγίας RED II (βλ. σημείο 74 του υπομνήματος αντικρούσεως) είναι εσφαλμένα. Συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο 29, παράγραφος 6, διασφαλίζει μόνον την «αναγέννηση των δασών στις εκτάσεις συγκομιδής» (άρθρο 29, παράγραφος 6, στοιχείο αʹ, σημείο ii, της οδηγίας RED II) και ότι «η συγκομιδή διατηρεί ή βελτιώνει τη μακροπρόθεσμη παραγωγική ικανότητα του δάσους» (άρθρο 29, παράγραφος 6, στοιχείο αʹ, σημείο v, της οδηγίας RED II). Κατά τις προσφεύγουσες, οι απαιτήσεις αυτές δεν αναφέρονται στη διατήρηση των δασικών αποθεμάτων και καταβοθρών. Έτσι, ακόμη και μια ζώνη ολικής αποψίλωσης θα μπορούσε να περιγραφεί ως ικανή να αναγεννηθεί. Θα ήταν νοητό να διατηρηθεί η «μακροπρόθεσμη» παραγωγική ικανότητα μιας ζώνης ολικής αποψίλωσης εάν ήταν δυνατή η αναγέννηση των δένδρων σε δεδομένη στιγμή. Εντούτοις, η Επιτροπή δεν δικαιολόγησε πειστικώς την έλλειψη διευκρινίσεων σχετικά με την προθεσμία ανάκτησης του άνθρακα που χάνεται λόγω της ολικής αποψίλωσης. Ομοίως, ο κανονισμός για τις επιχειρησιακές κατευθύνσεις, στον οποίο στηρίζεται η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως, δεν έχει καμία χρησιμότητα στο πλαίσιο αυτό, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να επιβάλει αυστηρότερες απαιτήσεις από το πρωτογενές δίκαιο.
182 Αφετέρου, το να θεωρηθεί ως βάση, στην προσβαλλόμενη απόφαση, το άρθρο 29, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, της οδηγίας RED II, το οποίο αναφέρεται στην ανάγκη «να διασφαλίζεται η διατήρηση ή ενίσχυση της διατήρησης των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα», συνιστά πλάνη περί το δίκαιο, δεδομένου ότι τα εν λόγω τεχνικά κριτήρια ελέγχου δεν περιλαμβάνουν απαίτηση πλήρωσης των κριτηρίων που προβλέπει η διάταξη αυτή από τους φορείς εκμετάλλευσης, αλλά απλώς παραπέμπουν στο άρθρο 29, παράγραφος 6, της οδηγίας RED II και στην εκτελεστική πράξη που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 8, της οδηγίας RED II. Εάν ληφθεί υπόψη το ότι, κατά την Επιτροπή, τα κριτήρια LULUCF αποτελούν μέρος του «ακρογωνιαίου λίθου της προσέγγισής [της]», ενώ παράλληλα τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου ουδόλως μνημονεύουν το άρθρο 29, παράγραφος 7, της εν λόγω οδηγίας, διαπιστώνεται ότι τα κριτήρια αυτά στηρίζονται αποκλειστικά στην ύπαρξη σχεδίου διαχείρισης δασών. Τούτο σημαίνει ότι ένα από τα δύο στοιχεία που συνθέτουν τον εν λόγω «ακρογωνιαίο λίθο» είναι ανύπαρκτο και, εν τέλει, αποδεικνύει ότι τα κριτήρια της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής δεν επαρκούν, αφ’ εαυτών, για την επίτευξη του σκοπού του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Επιπλέον, η Επιτροπή φαίνεται, κατά την άποψη των προσφευγουσών, να υποθέτει ότι όλοι οι φορείς εκμετάλλευσης δασών θα συμμορφώνονται με τα κριτήρια του άρθρου 29, παράγραφος 7, της οδηγίας RED II, ακόμη και αν τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου δεν το απαιτούν και δεν εφαρμόζονται σε όλους τους φορείς εκμετάλλευσης. Μην επιβάλλοντας ρητώς στους οικονομικούς φορείς την υποχρέωση να συμμορφώνονται με τα κριτήρια αειφορίας του άρθρου 29, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, της οδηγίας RED II και παρέχοντάς τους την ευελιξία να εκτιμούν αν επιθυμούν να συμμορφωθούν με τη διάταξη αυτή –όπερ θα μπορούσε, πράγματι, να συμβεί αν επιθυμούν να επωφεληθούν των πλεονεκτημάτων που περιγράφονται στο άρθρο 29, παράγραφος 1, της οδηγίας RED II– η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία τόσο του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία όσο και του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αυτού.
183 Κατά δεύτερον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή απάντησε στις ανησυχίες τους παραπέμποντας στο σημείο 1.4 του πίνακα των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, που φέρει τον τίτλο «Μη πρόκληση σημαντικής βλάβης» και περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, και ειδικότερα στην απαίτηση κατά την οποία η δραστηριότητα «δεν συνεπάγεται την υποβάθμιση εκτάσεων με υψηλά αποθέματα άνθρακα». Εντούτοις, όπως αναφέρεται στην υποσημείωση του εν λόγω σημείου 1.4, η οδηγία RED II ορίζει τις «εκτάσεις με υψηλά αποθέματα άνθρακα» ως αντιστοιχούσες σε ορισμένες ειδικές κατηγορίες εκτάσεων. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «υποβάθμιση» δηλώνει τον συνολικό υποβιβασμό εκτάσεων σε άλλη κατηγορία από εκείνη στην οποία εμπίπτουν. Επομένως, η απαίτηση περί της οποίας γίνεται λόγος στο σημείο 1.4 δεν εφαρμόζεται σε όλες τις εκτάσεις που αποτελούν αντικείμενο δασοκομικών δραστηριοτήτων ούτε καλύπτει τις δραστηριότητες που προκαλούν μεν σημαντικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου πλην όμως δεν έχουν ως επακόλουθο τέτοιον υποβιβασμό. Επομένως, στηριζόμενη στο εν λόγω σημείο 1.4, η Επιτροπή παρέβη τις απαιτήσεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
184 Η Επιτροπή αντικρούει τα ως άνω επιχειρήματα.
185 Τα επιχειρήματα που παρατίθενται στις σκέψεις 179 έως 183 ανωτέρω, με τα οποία οι προσφεύγουσες προβάλλουν παράβαση του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, πρέπει να απορριφθούν.
186 Πράγματι, κατά πρώτον, κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγουσες με τα οποία βάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που η Επιτροπή προέβλεψε με την απόφαση αυτή υποχρέωση των οικονομικών φορέων να διαθέτουν σχέδιο διαχείρισης δασών (βλ. σκέψεις 179 έως 182 ανωτέρω) δεν είναι πειστικό.
187 Αφενός, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει πλάνη περί το δίκαιο καθόσον, αντιθέτως προς το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, η Επιτροπή παραπέμπει με αυτήν σε τεχνικά κριτήρια ελέγχου συνδεόμενα με την ύπαρξη σχεδίου διαχείρισης δασών, συμπεριλαμβανομένης της παραπομπής στο άρθρο 29, παράγραφος 6, της οδηγίας RED II, τα οποία δεν είναι ικανά να διασφαλίσουν τη «διατήρηση των δασικών αποθεμάτων και καταβοθρών» «τουλάχιστον στα σημερινά επίπεδά τους» (βλ. σκέψη 181 ανωτέρω).
188 Κατ’ αρχάς, η άποψη των προσφευγουσών ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία απαιτεί να διασφαλίζεται η διατήρηση των δασικών αποθεμάτων και καταβοθρών τουλάχιστον στα σημερινά επίπεδά τους φαίνεται να στηρίζεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, του οποίου, όμως, αντικείμενο είναι η κατάρτιση κριτηρίων που συνδέονται με τη σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Μεταξύ των προϋποθέσεων του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία δεν περιλαμβάνεται η προϋπόθεση της διατήρησης των «καταβοθρών άνθρακα» στο δάσος «τουλάχιστον στα σημερινά τους επίπεδα». Αυτό το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεν απαιτεί ρητώς τη δημιουργία τεχνικών κριτηρίων ελέγχου για τη διατήρηση «τουλάχιστον στο σημερινό επίπεδο» των δασικών καταβοθρών άνθρακα. Τουναντίον, το εν λόγω άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, απαιτεί, κατ’ ουσίαν, μια οικονομική δραστηριότητα να μην προκαλεί «σημαντική βλάβη» στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, όπερ συμβαίνει, μεταξύ άλλων, «όταν η εν λόγω δραστηριότητα οδηγεί σε σημαντικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου». Η διάταξη αυτή δεν επικαλύπτει τις προϋποθέσεις του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Πράγματι, ο λόγος ύπαρξης του άρθρου 17 είναι εντελώς διαφορετικός. Όπως προκύπτει, ειδικότερα, από την αιτιολογική σκέψη 34 του κανονισμού αυτού, «[σκοπός των διατάξεων του κανονισμού σχετικά με την απουσία σημαντικής βλάβης για τους περιβαλλοντικούς στόχους που ορίζονται στον κανονισμό, ήτοι των κριτηρίων της αρχής της “μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης”, που περιλαμβάνεται στο εν λόγω άρθρο 17 είναι] να αποφεύγεται το φαινόμενο επενδύσεις να χαρακτηρίζονται περιβαλλοντικά βιώσιμες σε περιπτώσεις όπου οι οικονομικές δραστηριότητες που ευνοούνται από τις εν λόγω επενδύσεις είναι επιζήμιες για το περιβάλλον σε βαθμό που υπερτερεί της συμβολής τους σε έναν περιβαλλοντικό στόχο», ο δε περιβαλλοντικός στόχος μπορεί να είναι ο σχετικός με τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής ή και άλλος, όπως προκύπτει από το άρθρο 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Δεν μπορεί να απαιτείται μια οικονομική δραστηριότητα στον τομέα της δασοκομίας να καθιστά δυνατή την αποφυγή βλάβης στο περιβάλλον η οποία υπερβαίνει τη συμβολή της σε έναν από τους περιβαλλοντικούς στόχους.
189 Όσον αφορά την υπόθεση, την οποία προβάλλουν οι προσφεύγουσες, μιας οικονομικής δραστηριότητας δυνάμενης να θέσει σε κίνδυνο, ή ακόμη και να καταστρέψει, τις καταβόθρες άνθρακα, επισημαίνεται ότι το σενάριο αυτό ρυθμίζεται ήδη από το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ίδιου του κανονισμού για την ταξινομία, υπό το πρίσμα του οποίου πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται τα επίμαχα τεχνικά κριτήρια ελέγχου. Πράγματι, μολονότι η εξάλειψη των υφιστάμενων καταβοθρών άνθρακα στο δάσος δεν μπορεί να εξομοιωθεί, αυτή καθεαυτήν, με την παραγωγή σημαντικών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, εντούτοις γεγονός παραμένει ότι η καταστροφή καταβοθρών άνθρακα θα μειώσει την ικανότητα του δάσους να αποθηκεύει CO2, το οποίο συνιστά το ίδιο αέριο του θερμοκηπίου. Με άλλα λόγια, μια οικονομική δραστηριότητα η οποία βλάπτει σημαντικά τις υφιστάμενες καταβόθρες άνθρακα στο δάσος εμμέσως, πλην σαφώς, βλάπτει σημαντικά τον στόχο του μετριασμού της κλιματικής αλλαγής κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Εμμένοντας, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, στο ότι η Επιτροπή δεν έδωσε απάντηση ικανή να θεραπεύσει την έλλειψη ρητής μνείας, στα επίμαχα τεχνικά κριτήρια ελέγχου ή ακόμη στο άρθρο 29, παράγραφος 6, της οδηγίας RED II, της διατήρησης των καταβοθρών άνθρακα «τουλάχιστον στα σημερινά επίπεδά τους», οι προσφεύγουσες επικαλούνται στοιχεία τα οποία ρυθμίζονται ήδη από το άρθρο 17 του κανονισμού για την ταξινομία.
190 Επομένως, τα εν λόγω τεχνικά κριτήρια ελέγχου δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνουν συγκεκριμένη μνεία στην ανάγκη αποτροπής της καταστροφής δασικών καταβοθρών άνθρακα, όπως στην περίπτωση απαίτησης που απορρέει από το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
191 Εν συνεχεία, είναι αβάσιμο το επιχείρημα το οποίο προβάλλεται προς απόδειξη της ακαταλληλότητας της περιεχόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση παραπομπής στο άρθρο 29, παράγραφος 6, της οδηγίας RED II, διότι η Επιτροπή δεν δικαιολόγησε πειστικώς την έλλειψη επακριβούς ορισμού της «προθεσμίας ανάκτησης του άνθρακα που χάνεται» λόγω ολικής αποψίλωσης, η οποία, ωστόσο, είναι συμβατή με το εν λόγω άρθρο 29, παράγραφος 6.
192 Πράγματι, ούτε το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία ούτε το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αυτού απαιτούν τόσο λεπτομερή ανάλυση ώστε να περιλαμβάνει τον καθορισμό «προθεσμίας για την ανάκτηση του άνθρακα που χάνεται» λόγω ολικής αποψίλωσης. Το σενάριο της ολικής αποψίλωσης, όπως το εννοούν οι προσφεύγουσες, ήτοι η εκδοχή καταστροφικών γεγονότων δυνάμενων να υπονομεύσουν (τη διατήρηση) των δασικών καταβοθρών άνθρακα, είναι αντίθετο από ό,τι θα μπορούσε να συνιστά «αναγέννηση των δασών στις εκτάσεις συγκομιδής», που προβλέπεται στο άρθρο 29, παράγραφος 6, της οδηγίας RED II. Το τελευταίο αυτό σενάριο δεν συνάδει και με την υποχρέωση διατήρησης ή βελτίωσης της μακροπρόθεσμης παραγωγικής ικανότητας των δασών, περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 29, παράγραφος 6, της εν λόγω οδηγίας. Κατά συνέπεια, το σενάριο της ολικής αποψίλωσης, το οποίο επικαλούνται οι προσφεύγουσες, ουδόλως μεταβάλλει την καταλληλότητα της αναφοράς της Επιτροπής, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στην εφαρμογή του άρθρου 29, παράγραφος 6, της οδηγίας RED II. Κατ’ ευθεία εφαρμογή της διάταξης αυτής, η ολική αποψίλωση, όπως την εννοούν οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο του υπό εξέταση λόγου ακυρώσεως, δεν αποτελεί οικονομική δραστηριότητα δυνάμενη να θεωρηθεί ως «περιβαλλοντικά βιώσιμη».
193 Τέλος, είναι αλυσιτελές το επιχείρημα ότι ο κανονισμός για τις επιχειρησιακές κατευθύνσεις δεν έχει καμία χρησιμότητα στο πλαίσιο αυτό, διότι η συγκεκριμένη πράξη δεν μπορούσε να επιβάλει αυστηρότερες απαιτήσεις από το «πρωτογενές» δίκαιο. Πράγματι, διαπιστώνεται ότι η χρησιμότητα του κανονισμού αυτού κατά την κατάρτιση των επίμαχων τεχνικών κριτηρίων ελέγχου δεν μπορεί βασίμως να τεθεί εν αμφιβόλω από το γεγονός και μόνον ότι ο κανονισμός αυτός δεν επιβάλλει αυστηρότερες απαιτήσεις από εκείνες που περιέχονται σε άλλες πράξεις του πρωτογενούς ή του παράγωγου δικαίου της Ένωσης.
194 Αφετέρου, μολονότι η Επιτροπή, όπως αναγνωρίζει και η ίδια (βλ. σημείο 73 του υπομνήματος αντικρούσεως), εσφαλμένως παρέπεμψε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στο άρθρο 29, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, της οδηγίας RED II, όσον αφορά το κριτήριο της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης», ενώ ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός παραπέμπει στη διάταξη αυτή στο πλαίσιο της ανάλυσης των κλιματικών οφελών, και όχι στο πλαίσιο του εν λόγω κριτηρίου (βλ. σκέψη 162 ανωτέρω), το σφάλμα αυτό δεν ασκεί επιρροή επί της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
195 Πράγματι, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις των προσφευγουσών δεν στηρίζεται κατά κύριο λόγο στο άρθρο 29, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, της οδηγίας RED II, αλλά στην υποχρέωση να υπάρχει σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο μέσο, σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 6, της ίδιας οδηγίας και τον κανονισμό για τις επιχειρησιακές κατευθύνσεις. Από τις σκέψεις 187 έως 193 ανωτέρω προκύπτει ότι τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγουσες κατά των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου που συνδέονται με την ύπαρξη σχεδίου διαχείρισης δασών, μεταξύ άλλων μέσω παραπομπής στο άρθρο 29, παράγραφος 6, της οδηγίας RED II, απορρίφθηκαν.
196 Επομένως, η εσφαλμένη αυτή μνεία του άρθρου 29, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, της οδηγίας RED II στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να επιφέρει την ακύρωσή της.
197 Κατά δεύτερον, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι ήταν, κατ’ ουσίαν, ανεπαρκής η περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση θέση της Επιτροπής ότι η δραστηριότητα «δεν συνεπάγεται την υποβάθμιση εκτάσεων με υψηλά αποθέματα άνθρακα», όπως προβλέπεται στο σημείο 1.4 του πίνακα κριτηρίων της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» που περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (βλ. σκέψη 183 ανωτέρω).
198 Πράγματι, μολονότι η Επιτροπή παρέπεμψε στο εν λόγω σημείο 1.4, εντούτοις η θέση αυτή δεν είχε αυτοτελές περιεχόμενο στο πλαίσιο της απάντησης που δόθηκε στις επικρίσεις που διατυπώθηκαν, με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης, όσον αφορά τον φερόμενο παράνομο χαρακτήρα των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Πρόκειται για θέση παρεπόμενη της κύριας επιχειρηματολογίας που εκτίθεται στο σημείο 2.5 (σελίδες 74 και 75) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνδέεται με την υποχρέωση των φορέων εκμετάλλευσης να διαθέτουν σχέδιο διαχείρισης δασών. Επομένως, η θέση αυτή, ανεξαρτήτως της βασιμότητάς της, ουδόλως μεταβάλλει τις εκτιμήσεις της Επιτροπής όσον αφορά την υποχρέωση των φορέων εκμετάλλευσης που επιθυμούν να αποδείξουν ότι η οικονομική τους δραστηριότητα είναι περιβαλλοντικά βιώσιμη να διαθέτουν σχέδιο διαχείρισης δασών, οπότε η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών προβάλλεται αλυσιτελώς.
199 Εν πάση περιπτώσει, η επιχειρηματολογία αυτή είναι αβάσιμη. Πράγματι, οι προσφεύγουσες δικαίως θεωρούν ότι η διάταξη σχετικά με τη μη υποβάθμιση του σημείου 1.4 των κριτηρίων της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» παραπέμπει μόνον στις «εκτάσεις» οι οποίες ορίζονται λεπτομερέστερα στο άρθρο 29, παράγραφος 4, της οδηγίας RED II. Είναι επίσης αληθές ότι η διάταξη αυτή της οδηγίας RED II ορίζει τις «εκτάσεις μεγάλων αποθεμάτων άνθρακα» ως ειδικές κατηγορίες εκτάσεων. Ομοίως, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα του άρθρου 29, παράγραφος 4, της οδηγίας RED II, η λέξη «υποβάθμιση», η οποία μνημονεύεται στο σημείο 1.4 των κριτηρίων της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης», υποδηλώνει την απώλεια του καθεστώτος των «εκτάσεων μεγάλων αποθεμάτων άνθρακα», η οποία ισοδυναμεί με συνολικό υποβιβασμό των εκτάσεων σε άλλη κατηγορία.
200 Εντούτοις, δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει πλάνη περί το δίκαιο το γεγονός, το οποίο αποδοκιμάζουν οι προσφεύγουσες, ότι η απαίτηση του σημείου 1.4 του πίνακα των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου με τίτλο «Μη πρόκληση σημαντικής βλάβης» που περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, αφενός, δεν εφαρμόζεται σε όλες τις εκτάσεις που αποτελούν αντικείμενο δασοκομικών δραστηριοτήτων και, αφετέρου, δεν καλύπτει δραστηριότητα που προκαλεί μεν σημαντικές εκπομπές [αερίων θερμοκηπίου] πλην όμως δεν έχουν ως επακόλουθο τέτοιον υποβιβασμό (βλ. σκέψη 183 ανωτέρω).
201 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, μια οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ότι βλάπτει σημαντικά τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής όταν «οδηγεί σε σημαντικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου».
202 Με τη μνημονευόμενη στην ανωτέρω σκέψη 183 επιχειρηματολογία τους, οι προσφεύγουσες παρέλειψαν να υποδείξουν επακριβώς το είδος των οικονομικών δραστηριοτήτων που θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα υπό το πρίσμα του άρθρου 17 παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, δηλαδή ποιες δραστηριότητες μπορούν να προκαλέσουν μεν «σημαντικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου πλην όμως δεν έχουν ως επακόλουθο [...] υποβιβασμό» των εκτάσεων, όπερ δεν απαγορεύεται από το άρθρο 29, παράγραφος 4, της οδηγίας RED II.
203 Μια τέτοια υπόδειξη θα ήταν αναγκαία, δεδομένου ότι οι προβληματικές περιοχές που ορίζονται στο άρθρο 29, παράγραφος 4, της οδηγίας RED II καλύπτουν πολύ σημαντικό μέρος των ευαίσθητων δασικών περιοχών, ήτοι «εκτάσεις μεγάλων αποθεμάτων άνθρακα». Ως εκ τούτου, αυτό το τμήμα των δασών προστατεύεται ήδη με την προαναφερθείσα διάταξη. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι οι περιοχές που ορίζονται στο άρθρο 29, παράγραφος 4, της οδηγίας RED II δεν καλύπτουν μόνον τους υγροβιότοπους, αλλά και τις συνεχώς δασωμένες περιοχές (άρθρο 29, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, της οδηγίας RED II) και άλλες εκτάσεις με επιφάνεια μεγαλύτερη από ένα εκτάριο, με δένδρα ύψους άνω των πέντε μέτρων (άρθρο 29, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, της οδηγίας RED II). Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν είναι σαφές ποια οικονομική δραστηριότητα θα μπορούσε να μην εμπίπτει στον ορισμό του υποβιβασμού των «εκτάσεων μεγάλων αποθεμάτων άνθρακα» που περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 29, παράγραφος 4, της οδηγίας RED II, αλλά παράλληλα να προκαλεί εκπομπές αερίων θερμοκηπίου σε τέτοιον βαθμό που να δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό της δραστηριότητας ως προκαλούσας «σημαντικές» εκπομπές που συνεπάγονται «σημαντική βλάβη» κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
204 Στο μέτρο που οι προσφεύγουσες δεν υποδεικνύουν με σαφήνεια ποια οικονομική δραστηριότητα, αναπτυσσόμενη σε περιοχή διαφορετική από εκείνες των οποίων ο υποβιβασμός προβλέπεται στο άρθρο 29, παράγραφος 4, της οδηγίας RED II, προκαλεί σημαντικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου και είναι, επομένως, ικανή να δημιουργήσει προβλήματα υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, το επιχείρημά τους δεν αναιρεί τη βασιμότητα της προσέγγισης της Επιτροπής βάσει της οποίας επίκεντρο αποτελεί μόνον ο υποβιβασμός μιας έκτασης σε άλλη κατηγορία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 29, παράγραφος 4, της οδηγίας RED II. Επομένως, το μνημονευόμενο στην ανωτέρω σκέψη 183 επιχείρημα των προσφευγουσών δεν αναιρεί τη βασιμότητα της παραπομπής της Επιτροπής, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στο σημείο 1.4 του πίνακα των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου που φέρει τον τίτλο «Μη πρόκληση σημαντικής βλάβης» και προβλέπεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού.
205 Τέλος, ούτε τα επιχειρήματα που παρατίθενται στις σκέψεις 180 έως 183 ανωτέρω είναι ικανά να αποδείξουν παράβαση του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, δεδομένου, ειδικότερα, ότι οι προσφεύγουσες δεν προσδιόρισαν τη σχέση που υφίσταται μεταξύ των επιχειρημάτων αυτών και των συγκεκριμένων ουσιαστικών προϋποθέσεων της ως άνω διάταξης. Δεν διευκρίνισαν τον αντίκτυπο και το περιεχόμενο των αιτιάσεών τους λαμβάνοντας υπόψη τις προϋποθέσεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία και τεκμηριώνοντας τα επιχειρήματά τους με σχετικά αποδεικτικά στοιχεία.
206 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι ενέχει πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις των προσφευγουσών σχετικά με τα κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να καθοριστεί αν μια δραστηριότητα προκαλεί σημαντική βλάβη στην προστασία και την αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων
207 Κατά τις προσφεύγουσες, η εκτιθέμενη στο σημείο 2.6 (σελίδα 76) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης απάντηση στα ζητήματα που τέθηκαν με τα σημεία 201 έως 227 της αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης όσον αφορά τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» στην προστασία και την αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων, τα οποία παρατίθενται στο σημείο 6 του πίνακα που περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, καθώς και στο σημείο 6 του πίνακα που περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 («Διαχείριση δασών») του παραρτήματος II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, είναι αντίθετη στο άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, και στο άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Η απάντηση αυτή ενέχει πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και, κατά συνέπεια, η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της αρμοδιότητάς της εκδίδοντας τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό.
208 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εμφανίζει «κενά στην αιτιολογία». Η Επιτροπή δεν απάντησε με επάρκεια στις επικρίσεις που εκτίθενται στην αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης όσον αφορά το σημείο 2.6. (σελίδα 76) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης. Το εν λόγω θεσμικό όργανο απλώς υπενθύμισε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τις διατάξεις των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου οι οποίες θεωρούσε ότι απαντούσαν στις επικρίσεις σχετικά με τους τέσσερις συγκεκριμένους προβληματικούς τομείς που εντόπισαν οι προσφεύγουσες.
209 Στο μέτρο που απάντησε με την προσβαλλόμενη απόφαση στις διατυπωθείσες επικρίσεις, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου απαιτούσαν μόνον την παροχή πληροφοριών εκ μέρους των φορέων εκμετάλλευσης και όχι απτό αποτέλεσμα. Κατά την άποψη των προσφευγουσών, τα εν λόγω τεχνικά κριτήρια ελέγχου δεν μπορούν να θεωρηθούν ως «ελάχιστες απαιτήσεις» για την αποτροπή της βλάβης για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω τεχνικά κριτήρια ελέγχου είναι αντίθετα προς το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του ίδιου κανονισμού.
210 Βεβαίως, το σημείο 6 του πίνακα των κριτηρίων της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» του σημείου 1.3 των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού απαιτεί απτό αποτέλεσμα, ήτοι την υποχρέωση να αποτραπεί η μετατροπή οικοτόπων που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στην απώλεια βιοποικιλότητας ή που έχουν υψηλή αξία διατήρησης. Ωστόσο, στο πλαίσιο αυτό, η έννοια της «μετατροπής» αναφέρεται στον συνολικό υποβιβασμό από έναν χαρακτηρισμό σε έναν άλλον. Μολονότι το κριτήριο αυτό μπορεί να αποτρέψει μια καταστροφική αλλαγή αυτού του είδους, δεν θα μπορούσε να αποτρέψει το ενδεχόμενο άλλες δραστηριότητες, καίτοι λιγότερο επιζήμιες, να βλάψουν σημαντικά την καλή κατάσταση και την ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων. Οι προσφεύγουσες φρονούν, επομένως, ότι η Επιτροπή, παραπέμποντας με την προσβαλλόμενη απόφαση στο εν λόγω σημείο 6, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και/ή σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.
211 Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή έδωσε έμφαση στην απαίτηση, στις προστατευόμενες ή χαρακτηρισμένες ζώνες, η δραστηριότητα να είναι σύμφωνη με τους στόχους διατήρησης που έχουν τεθεί για τους τομείς αυτούς. Οι προσφεύγουσες αναγνωρίζουν ότι το συγκεκριμένο στοιχείο μπορεί, «σε ορισμένες περιπτώσεις», να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Ωστόσο, τούτο δεν αρκεί, κατά την άποψή τους, διότι οι στόχοι διατήρησης αποτελούν «εξωτερικό πρότυπο», η δε επίμαχη απαίτηση αφορά μόνον τους προστατευόμενους τομείς.
212 Εξάλλου, κατά τις προσφεύγουσες, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που παρατίθενται στο σημείο 6 του πίνακα των κριτηρίων της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» του τμήματος 1.3 των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού δεν πληρούν ορισμένες απαιτήσεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία. Λαμβανομένης υπόψη της μεγάλης γενικότητας των πληροφοριών που ζητούνται στο πλαίσιο ενός σχεδίου διαχείρισης δασών, το γεγονός και μόνον ότι απαιτείται η συμπερίληψη των πληροφοριών αυτών δεν αποτελεί κριτήριο για τον προσδιορισμό των πλέον συναφών συνεισφορών στον στόχο της βιοποικιλότητας (άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία), ούτε κριτήριο για τον προσδιορισμό των ελάχιστων απαιτήσεων που πρέπει να τηρούνται προκειμένου να αποτρέπεται σημαντική βλάβη (άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού), ούτε ποσοτικό κριτήριο το οποίο προσδιορίζει σαφή κατώτατα όρια (άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ίδιου κανονισμού).
213 Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή αρκέστηκε «στις περισσότερες περιπτώσεις» να παραπέμψει ακριβώς στις διατάξεις τις οποίες είχαν επικρίνει οι προσφεύγουσες. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τα μη αυτόχθονα είδη, δεν δόθηκε απάντηση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στις ανησυχίες που εκφράστηκαν με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης. Η Επιτροπή στηρίχθηκε, βεβαίως, στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 1143/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2014, για την πρόληψη και διαχείριση της εισαγωγής και εξάπλωσης χωροκατακτητικών ξένων ειδών (ΕΕ 2014, L 317, σ. 35). Ο κανονισμός αυτός δεν μνημονεύεται, ωστόσο, στα τεχνικά κριτήρια ελέγχου. Ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατό να πληροί τις απαιτήσεις του κανονισμού για την ταξινομία για τη θέσπιση κατάλληλου τεχνικού κριτηρίου ελέγχου, αλλά αφορά μόνο τα «χωροκατακτητικά ξένα είδη», τα οποία ορίζει, ούτε περιλαμβάνει όλες τις κατηγορίες μη αυτόχθονων ειδών που χρησιμοποιούνται στη δασοκομία, που θα μπορούσαν, όμως, να επηρεάσουν αρνητικά τον στόχο της βιοποικιλότητας. Όσον αφορά τα φυτοφάρμακα, η γενική απαίτηση να περιλαμβάνονται πληροφορίες σχετικά με την «προώθηση φιλικών προς τη βιοποικιλότητα πρακτικών», την οποία επικαλείται η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διακρίνεται, κατά τις προσφεύγουσες, από την απαιτούμενη από το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία ακρίβεια. Ομοίως, όσον αφορά τους επικονιαστές, η υποχρέωση, την οποία επικαλείται η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, να συμπεριληφθούν οι εξαιρετικά γενικές πληροφορίες που μνημονεύονται στο σημείο 6, στοιχεία αʹ, ζʹ και ηʹ, του πίνακα των κριτηρίων της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» του σημείου 1.3 των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού δεν έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία ακρίβεια.
214 Επομένως, κατά τις προσφεύγουσες, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή υπέπεσε, με την απόφαση, σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία των απαιτήσεων του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, και του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ, βʹ και γʹ, του κανονισμού για την ταξινομία ή σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στηριζόμενη σε διατάξεις προδήλως ακατάλληλες για την εκπλήρωση των απαιτήσεων αυτών, ή υπερέβη τα όρια της αρμοδιότητάς της με την έκδοση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού.
215 Η Επιτροπή αντικρούει τα ως άνω επιχειρήματα.
216 Με τον υπό κρίση λόγο ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι η απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 2.6 (σελίδα 76) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης είναι παράνομη λόγω παράβασης του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, καθώς και του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Όλα τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι προσφεύγουσες προς στήριξη του έκτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν για τους ακόλουθους λόγους.
217 Οι προσφεύγουσες εσφαλμένως υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στην αιτίαση που διατυπώθηκε με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης, κατά την οποία τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που προβλέπονται στο σημείο 6 του πίνακα των κριτηρίων της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» του σημείου 1.3 των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού δεν απαιτούν να επιτυγχάνεται πράγματι ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας ή αποκατάστασης (βλ. σκέψη 209 ανωτέρω). Συγκεκριμένα, στο σημείο 2.6 (σελίδα 76) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή απαντά στην αιτίαση αυτή συνοπτικώς μεν, πλην όμως με πληρότητα. Η εν λόγω απάντηση καλύπτει το σύνολο των επικρίσεων που διατυπώθηκαν με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης. Ειδικότερα, στο τμήμα αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή αναφέρθηκε ρητώς στα μη αυτόχθονα είδη, στα φυτοφάρμακα και στους επικονιαστές που μνημονεύονται στην αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης.
218 Ακολούθως, το σημείο 2.6 (σελίδα 76) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ενέχει πλάνη περί το δίκαιο ούτε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Στο τμήμα αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι προσφεύγουσες παρέβλεψαν το γεγονός ότι τα επίμαχα κριτήρια της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» περιλάμβαναν την υποχρέωση ότι «[δ]εν γίνεται μετατροπή οικοτόπων που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στην απώλεια βιοποικιλότητας ή έχουν υψηλή αξία διατήρησης, ή περιοχών που έχουν τεθεί υπό καθεστώς παύσης καλλιέργειας για την αποκατάσταση των εν λόγω οικοτόπων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία». Από την απάντηση της Επιτροπής προκύπτει επίσης ότι «[τ]α πρωτογενή και παλαιά δάση καλύπτονται από την αναφορά σε “οικοτόπους που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στην απώλεια βιοποικιλότητας ή έχουν υψηλή αξία διατήρησης”».
219 Ως προς τις ανωτέρω εκτιμήσεις της Επιτροπής, οι προσφεύγουσες προβάλλουν, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν έλαβε υπόψη το ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου δεν απαιτούσαν κανένα «απτό αποτέλεσμα» προκειμένου να αποτραπεί η βλάβη για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, με αποτέλεσμα τα εν λόγω τεχνικά κριτήρια ελέγχου να είναι αντίθετα προς το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του ίδιου κανονισμού (βλ. σκέψη 209 ανωτέρω). Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός των προσφευγουσών πρέπει να απορριφθεί. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση απάντηση της Επιτροπής προκύπτει ότι τα επίμαχα τεχνικά κριτήρια ελέγχου μπορούν όντως να οδηγήσουν σε απτά αποτελέσματα και δεν αρκούνται σε υποχρέωση ενημέρωσης.
220 Το δεύτερο κριτήριο που θέτει το σημείο 6 του πίνακα κριτηρίων της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» των σημείων 1.3 των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού προβλέπει υποχρέωση σύμφωνα με την οποία «[δ]εν γίνεται μετατροπή οικοτόπων που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στην απώλεια βιοποικιλότητας». Η υποχρέωση αυτή, η οποία μνημονεύεται ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθορίζει ένα αρκούντως «απτό» επίπεδο προστασίας το οποίο καλούνται να επιτύχουν τα κράτη μέλη.
221 Ομοίως, ορίζοντας ότι, «[σ]ε περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί από την αρμόδια εθνική αρχή ως περιοχές διατήρησης ή σε προστατευόμενους οικοτόπους, η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με τους στόχους διατήρησης για τις συγκεκριμένες περιοχές», το πρώτο κριτήριο που θέτει το εν λόγω σημείο 6 καθιστά δυνατό τον καθορισμό ενός επιπέδου προστασίας ή αποκατάστασης των οικοτόπων που πρέπει να επιτευχθεί. Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει αποτέλεσμα αρκούντως «απτό».
222 Ακολούθως, διαπιστώνεται ότι η εκ μέρους της Επιτροπής παραπομπή, με το σημείο 2.6 (σελίδα 76) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, στην προϋπόθεση ότι η διαχείριση των δασών πρέπει να είναι σύμφωνη με τους εν λόγω στόχους διατήρησης των προστατευόμενων τόπων και ότι «[δ]εν γίνεται μετατροπή οικοτόπων που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι» δεν αντιβαίνει στο γράμμα του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
223 Αντιθέτως, το εν λόγω κριτήριο της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης», κατά το οποίο η δραστηριότητα πρέπει να είναι σύμφωνη με τους «στόχους διατήρησης» των καθορισμένων περιοχών διά της απαίτησης να μη γίνεται «μετατροπή οικοτόπων», συγκεκριμενοποιεί την υποχρέωση του οικονομικού φορέα που επιθυμεί να αναγνωριστεί η οικονομική δραστηριότητά του ως περιβαλλοντικά βιώσιμη να μεριμνά ώστε η εν λόγω δραστηριότητα να μην είναι «επιβαρυντική για την κατάσταση διατήρησης των οικοτόπων και ειδών», κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, σημείο ii, του κανονισμού για την ταξινομία. Ομοίως, η υποχρέωση συμπερίληψης διατάξεων για τη διατήρηση και, ενδεχομένως, την ενίσχυση της βιοποικιλότητας, οι οποίες πρέπει να αποδεικνύονται από τις λεπτομερείς πληροφορίες που αναφέρονται στο σημείο 1.2, στοιχείο i, του πίνακα με τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» του σημείου 1.3 των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, συγκεκριμενοποιεί την υποχρέωση του οικονομικού φορέα που επιθυμεί να αναγνωριστεί ως βιώσιμη η οικονομική του δραστηριότητα να διασφαλίζει ότι η εν λόγω δραστηριότητα δεν είναι «σε σημαντικό βαθμό επιβαρυντική για την καλή κατάσταση και την ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων», κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, σημείο i, του κανονισμού για την ταξινομία. Τέλος, η παραπομπή της Επιτροπής στα κριτήρια αυτά αποτελεί επίσης μέτρο ανταποκρινόμενο στην έννοια της «ελάχιστης απαίτησης» κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του ίδιου κανονισμού.
224 Βεβαίως, στο πλαίσιο αυτό, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η απαίτηση κατά την οποία, στους «προστατευόμενους ή καθορισμένους τομείς», η δραστηριότητα πρέπει να είναι σύμφωνη με τους στόχους διατήρησης που έχουν τεθεί για τους εν λόγω τομείς δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, διότι η εμπιστοσύνη σε «στόχους διατήρησης» συνιστά «εξωτερικό πρότυπο» το οποίο δεν ευθυγραμμίζεται με τον εν λόγω κανονισμό (βλ. σκέψη 211 ανωτέρω).
225 Παρά ταύτα, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Πράγματι, αφενός, ως σημείο αναφοράς βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, σημείο ii, του κανονισμού για την ταξινομία πρέπει να λαμβάνεται η «κατάσταση διατήρησης οικοτόπων και ειδών», όπως αυτή καθορίζεται από το οικείο καθεστώς διατήρησης. Αφετέρου, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, η σημασία της αναφοράς σε ένα τέτοιο «εξωτερικό πρότυπο» επιβεβαιώνεται από την αιτιολογική σκέψη 32 του κανονισμού για την ταξινομία, κατά την οποία ο όρος «βιώσιμη διαχείριση των δασών» θα πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένων υπόψη των «πρακτικ[ών] και [των] χρήσ[εων] δασών και δασικών εκτάσεων». Επιπλέον, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, η απαίτηση αυτή βαίνει πέραν της απλής εγγύησης ότι η δραστηριότητα δεν είναι «επιβαρυντική για την καλή κατάσταση και την ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων ή για την κατάσταση διατήρησης οικοτόπων και ειδών» (βλ. άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, σημείο ii, του κανονισμού για την ταξινομία).
226 Κατά τις προσφεύγουσες, η «μετατροπή» οικοτόπου που μνημονεύεται στο πλαίσιο του εν λόγω σημείου 6 του πίνακα των κριτηρίων της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» του σημείου 1.2 των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού ισοδυναμεί με τον συνολικό υποβιβασμό ενός χαρακτηρισμού σε άλλη κατηγορία, με αποτέλεσμα άλλες δραστηριότητες, καίτοι λιγότερο επιζήμιες, να μπορούν εντούτοις να βλάψουν σημαντικά την καλή κατάσταση και την ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων (βλ. σκέψη 210 ανωτέρω).
227 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
228 Αφενός, η παραδοχή στην οποία στηρίζεται η προεκτεθείσα επιχειρηματολογία είναι, εν πάση περιπτώσει, υποθετική. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η «μετατροπή» στην οποία αναφέρονται οι προσφεύγουσες μπορεί να εξομοιωθεί με μεταβολή τόσο σοβαρή που θα μπορούσε να συγκριθεί με εκείνη του συνολικού υποβιβασμού του δάσους σε άλλη κατηγορία, επισημαίνεται ότι, όπως παρατηρήθηκε στις σκέψεις 199 έως 204 ανωτέρω, οι προσφεύγουσες δεν διευκρίνισαν κατά τρόπο συγκεκριμένο τις οικονομικές δραστηριότητες που πράγματι συνδέονται με μια τέτοια μετατροπή και οι οποίες, κατά το σημείο 100 του δικογράφου της προσφυγής, «καίτοι λιγότερο επιζήμιες [απ’ ό,τι η εν λόγω “μετατροπή”], [θα μπορούσαν] εντούτοις να βλάψουν σημαντικά την καλή κατάσταση και την ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων». Μια τέτοια υπόδειξη ήταν αναγκαία, δεδομένου ότι οι εξηγήσεις που περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με τη μετατροπή των οικοτόπων δεν επιτρέπουν, αυτές καθεαυτές, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το επίμαχο τεχνικό κριτήριο ελέγχου δεν είναι συμβατό με το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Το επιχείρημα των προσφευγουσών δεν είναι τεκμηριωμένο από την άποψη αυτή.
229 Αφετέρου, οι προσφεύγουσες προβαίνουν σε εσφαλμένη ερμηνεία του όρου «μετατροπή», τον οποίο μνημονεύουν στο σημείο 100 του δικογράφου της προσφυγής. Η επίμαχη «μετατροπή» δεν μπορεί να εξομοιωθεί με το ακραίο σενάριο του συνολικού υποβιβασμού του δάσους σε άλλη κατηγορία. Συναφώς, η εν λόγω «μετατροπή» ορίζεται λεπτομερέστερα στο σημείο 6, στοιχείο στʹ, του πίνακα των κριτηρίων της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» που περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού. Σκοπός της εν λόγω έννοιας, όπως ορίζεται στην εν λόγω διάταξη, είναι ο «αποκλεισμός της μετατροπής οικοσυστημάτων υψηλής βιοποικιλότητας σε οικοσυστήματα μικρότερης βιοποικιλότητας». Εξάλλου, δεν μπορεί να συναχθεί μόνο με βάση τα δικόγραφα των προσφευγουσών ότι ο ορισμός αυτός είναι, αυτός καθεαυτόν, αντίθετος προς το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
230 Στο ίδιο πλαίσιο, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η απαίτηση κατά την οποία, στους «προστατευόμενους ή καθορισμένους τομείς», η δραστηριότητα πρέπει να είναι σύμφωνη με τους στόχους διατήρησης που έχουν τεθεί για τους τομείς αυτούς υπολείπεται των απαιτήσεων του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, διότι η απαίτηση αυτή αφορά αποκλειστικά τους προστατευόμενους τομείς (βλ. σκέψη 211 ανωτέρω).
231 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να ευδοκιμήσει. Πράγματι, με εξαίρεση το πρώτο από τα κριτήρια που προβλέπονται στο σημείο 6 του πίνακα κριτηρίων της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» που περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, όλα τα άλλα κριτήρια εφαρμόζονται επίσης σε τοποθεσίες εκτός των προστατευόμενων περιοχών, καθορίζοντας έτσι επαρκείς απαιτήσεις για την αποφυγή σημαντικής βλάβης. Τούτο ισχύει στην περίπτωση του κριτηρίου σχετικά με την απουσία μετατροπής που περιλαμβάνεται στο δεύτερο και το τρίτο εδάφιο του σημείου 6 του πίνακα των κριτηρίων της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» που περιλαμβάνεται στο σημείο 1.3 των παραρτημάτων I και II κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού.
232 Εξάλλου, κανένα από τα επιχειρήματα που παρατίθενται στη σκέψη 213 ανωτέρω δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση το βάσιμο των εκτιμήσεων στις οποίες προέβη η Επιτροπή στο σημείο 2.6 (σελίδα 76) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης.
233 Όσον αφορά τα μη αυτόχθονα είδη, επισημαίνονται τα ακόλουθα.
234 Η Επιτροπή ορθώς στηρίχθηκε, με την απάντησή της, στις διατάξεις του κανονισμού 1143/2014, έστω και αν ο κανονισμός αυτός δεν μνημονεύεται, αυτός καθεαυτόν, στα επίμαχα τεχνικά κριτήρια ελέγχου. Δεν απαιτείται να εξεταστεί ο αντίκτυπος της μη αναφοράς στα τεχνικά κριτήρια ελέγχου του κανονισμού αυτού επί της εκτίμησης των εν λόγω κριτηρίων, από την Επιτροπή, στο σημείο 2.6, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης. Πράγματι, στο πλαίσιο προσφυγής κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως αβάσιμη αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης, μπορούν να προβληθούν παραδεκτώς μόνον οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλονται προς απόδειξη πλάνης περί το δίκαιο ή πλάνης εκτιμήσεως που καθιστούν παράνομη την απόφαση αυτή και όχι εκείνοι που αφορούν τη διοικητική πράξη της οποίας ζητήθηκε η εσωτερική επανεξέταση (απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑458/19 P, EU:C:2021:802, σκέψη 49). Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξετάζει τη νομιμότητα των κριτηρίων αυτών, αλλά μόνον τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα επιχειρήματα που βάλλουν κατά του μέρους αυτού της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να απορριφθούν. Ο ισχυρισμός ότι ο κανονισμός 1143/2014 αφορά μόνον τα «χωροκατακτητικά ξένα είδη», τα οποία ορίζει, και δεν περιλαμβάνει «όλες τις κατηγορίες μη αυτόχθονων ειδών που χρησιμοποιούνται στη δασοκομία που θα μπορούσαν, όμως, να επηρεάσουν αρνητικά τον στόχο της βιοποικιλότητας» οφείλεται σε παρερμηνεία των εννοιών και των παραμέτρων του κανονισμού 1143/2014. Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1143/2014, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να καταρτίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, κατάλογο των «χωροκατακτητικών ξένων ειδών» ενωσιακού ενδιαφέροντος. Η τελευταία έκδοση του καταλόγου αποτυπώνεται στον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2022/1203 της Επιτροπής, της 12ης Ιουλίου 2022, για την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2016/1141 όσον αφορά την επικαιροποίηση του καταλόγου χωροκατακτητικών ξένων ειδών ενωσιακού ενδιαφέροντος (ΕΕ 2022, L 186, σ. 10). Ο κατάλογος αυτός ενημερώνεται τακτικά και επανεξετάζεται τουλάχιστον ανά εξαετία, όπως προκύπτει από το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1143/2014.
235 Αφενός, όμως, η εφαρμογή της έννοιας του «χωροκατακτητικού ξένου είδους» εξαρτάται, στην πράξη, από περίπλοκες επιστημονικές εκτιμήσεις. Αντιθέτως προς ό,τι φαίνεται να υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, κάθε ξένο είδος που φθάνει στην Ένωση ή οποιοδήποτε είδος προέρχεται από μια περιοχή της Ένωσης και δημιουργεί προβλήματα σε άλλη περιοχή της Ένωσης δεν είναι «χωροκατακτητικό» κατά την έννοια του όρου «χωροκατακτητικά ξένα είδη» που προβλέπεται στον κανονισμό 1143/2014 και, ως εκ τούτου, δεν περιλαμβάνεται κατ’ ανάγκην στον ενωσιακό κατάλογο. Στην πραγματικότητα, έως ότου διενεργηθεί η κατάλληλη επιστημονική αξιολόγηση, είναι αδύνατο να προσδιοριστεί με βεβαιότητα αν πρόκειται για χωροκατακτητικό ξένο είδος. Κρίσιμο νομικό πλαίσιο για τον προσδιορισμό του είδους αυτού, εν προκειμένω, είναι το προβλεπόμενο στον κανονισμό 1143/2014 και όχι στην προσβαλλόμενη απόφαση.
236 Αφετέρου, ουδόλως αποκλείεται, με την πάροδο του χρόνου, να χρειαστεί η Επιτροπή να προσθέσει στον ενωσιακό κατάλογο τα «χωροκατακτητικά ξένα είδη». Σε μια τέτοια περίπτωση, η έλλειψη διευκρίνισης στην προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τις «κατηγορίες μη αυτόχθονων ειδών που χρησιμοποιούνται στη δασοκομία, οι οποίοι θα μπορούσαν, όμως, να επηρεάσουν αρνητικά τον στόχο της βιοποικιλότητας» –για τον οποίο διαμαρτύρονται οι προσφεύγουσες– θα μπορούσε να επιλυθεί με την προσαρμογή του ενωσιακού καταλόγου στο πλαίσιο των διαδικασιών που προβλέπει ο κανονισμός 1143/2014.
237 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η εκ μέρους της Επιτροπής παραπομπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στον ενωσιακό κατάλογο συνιστά σαφή, επαρκή και ορθή επεξήγηση. Στο πλαίσιο των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να παραπέμψει ρητώς στον ενωσιακό κατάλογο, διότι οι διατάξεις του κανονισμού 1143/2014 έχουν ευθεία και άμεση εφαρμογή, χωρίς να απαιτείται ρητή παραπομπή στον εν λόγω κανονισμό και χωρίς τα κρίσιμα τεχνικά κριτήρια ελέγχου να μπορούν να μεταβάλουν τα αποτελέσματα του κανονισμού αυτού.
238 Όσον αφορά τα φυτοφάρμακα, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η γενική απαίτηση υποβολής πληροφοριών σχετικά με την «προώθηση φιλικών προς τη βιοποικιλότητα πρακτικών», την οποία επικαλείται η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έχει την ακρίβεια που επιτάσσει το «άρθρο 19, παράγραφος 1,» του κανονισμού για την ταξινομία. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή απάντησε, στο σημείο 2.6 (σελίδα 76) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, ως εξής:
«[...] η υπερβολική χρήση φυτοφαρμάκων δεν θα ήταν συμβατή με το σημείο 6, στοιχείο εʹ, των κριτηρίων [της αρχής της “μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης”] που προβλέπονται [στο σημείο] 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού σχετικά με την “προώθηση φιλικών προς τη βιοποικιλότητα πρακτικών που βελτιώνουν τις φυσικές διεργασίες των δασών”.»
239 Αυτό που θέλησε να εκφράσει η Επιτροπή με την ως άνω διατύπωση, και το οποίο οι προσφεύγουσες χαρακτηρίζουν ως «γενικόλογη εξήγηση», είναι ότι η υπερβολική χρήση φυτοφαρμάκων, όπως μνημονεύεται στην αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης, συνιστά τόσο σοβαρό σενάριο που βρίσκεται στον αντίποδα αυτού που προκύπτει από το σημείο 6, στοιχείο εʹ, του πίνακα των κριτηρίων της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» στο σημείο 1.3 των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού.
240 Τούτο, όμως, συνιστά επαρκή απάντηση, η οποία δεν ενέχει έλλειψη νομιμότητας, δεδομένου ότι, στο χωρίο που παρατίθεται στη σκέψη 238 ανωτέρω, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, δυνάμει του σημείου 6, στοιχείο εʹ, του πίνακα των κριτηρίων της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» του σημείου 1.3 των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, μια οικονομική δραστηριότητα η οποία επιτρέπει την υπερβολική χρήση φυτοφαρμάκων δεν μπορεί να θεωρηθεί «περιβαλλοντικά βιώσιμη», κατά την έννοια των άρθρων 1 και 3 του κανονισμού για την ταξινομία. Με άλλα λόγια, η δυσκολία που προβάλλουν οι προσφεύγουσες σε σχέση με το γενικό κριτήριο που προβλέπει τη συμπερίληψη πληροφοριών για την «προώθηση φιλικών προς τη βιοποικιλότητα πρακτικών» ρυθμίζεται ήδη από τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό, σε συνδυασμό με τον κανονισμό για την ταξινομία.
241 Τέλος, όσον αφορά τους επικονιαστές, η Επιτροπή διαπίστωσε, στο σημείο 2.6 (σελίδα 76) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, τα εξής:
«Τέταρτον, οι επικονιαστές περιλαμβάνονται στο σημείο 6, στοιχεία αʹ, ζʹ [και] ηʹ, των κριτηρίων [της αρχής της “μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης”] που προβλέπονται [στο σημείο] 1.3 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού.»
242 Κατά τις προσφεύγουσες, η υποχρέωση –την οποία επικαλείται η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση– να περιλαμβάνονται οι πληροφορίες που μνημονεύονται στο σημείο 6, στοιχεία αʹ, ζʹ και ηʹ, του πίνακα των κριτηρίων της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» του σημείου 1.3 των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού πόρρω απέχει από το να πληροί την ακρίβεια που επιτάσσει το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία (βλ. σκέψη 213 ανωτέρω).
243 Το επιχείρημα αυτό ουδόλως τεκμηριώνεται, διότι οι προσφεύγουσες δεν αναφέρουν καν ποια διάταξη του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία φέρεται να έρχεται σε αντίθεση με την προσβαλλόμενη απόφαση.
244 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ο έκτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του εβδόμου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στις οποίες υπέπεσε η Επιτροπή καθόσον κατέληξε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στο συμπέρασμα ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου σχετικά με τον μετριασμό των επιπτώσεων των δασοκομικών δραστηριοτήτων βιοενέργειας είναι επαρκή για να καθοριστεί αν μια δραστηριότητα συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής
245 Με τον έβδομο λόγο ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι ενέχει σφάλματα μια ολόκληρη σειρά εκτιμήσεων που περιλαμβάνονται στο σημείο 3.2.1 του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης και αφορούν τις ανησυχίες που εκφράστηκαν με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης όσον αφορά τον ανεπαρκή, κατά τις προσφεύγουσες, χαρακτήρα των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου σχετικά με τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής για τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας.
246 Ο έβδομος λόγος ακυρώσεως διαρθρώνεται σε δύο σκέλη.
Επί του πρώτου σκέλους του εβδόμου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθόσον η Επιτροπή έκρινε ότι τα κριτήρια για τη «μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου» ήταν επαρκή για να διασφαλιστεί ότι οι δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας συμβάλλουν στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής
247 Η Επιτροπή επισήμανε στο σημείο 3.2.1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος III (σελίδα 81) της προσβαλλόμενης απόφασης τα εξής:
«Οι κανόνες για τις δραστηριότητες που σχετίζονται με τη βιοενέργεια, όπως ορίζονται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό, πρέπει να εφαρμόζονται σε συνδυασμό με άλλες συναφείς νομοθετικές πράξεις της Ένωσης. Οι βιογενείς εκπομπές καταγράφονται λογιστικά από τα κράτη μέλη στο γενικό πλαίσιο που θέτουν οι υποχρεώσεις σχετικά με τις εθνικές τους απογραφές βάσει του [κανονισμού (ΕΕ) 2018/841 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018, σχετικά με τη συμπερίληψη των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και των απορροφήσεων από δραστηριότητες χρήσης γης, αλλαγής χρήσης γης και δασοπονίας στο πλαίσιο για το κλίμα και την ενέργεια έως το 2030, καθώς και για την τροποποίηση του κανονισμού (EE) αριθ. 525/2013 και της απόφασης (EE) αριθ. 529/2013/ΕΕ (ΕΕ 2018, L 156, σ. 1, στο εξής: κανονισμός LULUCF)] και των δεσμεύσεών τους για το 2030, ενώ οι εκπομπές από την αλυσίδα εφοδιασμού που παράγονται στην Ένωση (καλλιέργειες, μεταφορές, κ.λπ.) καταγράφονται λογιστικά στο πλαίσιο [του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών (ΣΕΔΕ)] της Ένωσης και των τομέων [που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για] τον επιμερισμό των προσπαθειών. Ως εκ τούτου, λαμβάνονται πλήρως υπόψη οι εκπομπές της βιοενέργειας.
Τα κριτήρια μείωσης των εκπομπών [αερίων θερμοκηπίου] που ορίζονται στο άρθρο 29, παράγραφος 10, της [οδηγίας] RED II αποκλείουν τους τομείς της βιοενέργειας των οποίων η αλυσίδα εφοδιασμού συνδέεται με υψηλές εκπομπές [αερίων θερμοκηπίου] ορυκτής προέλευσης (π.χ. μεγάλες μεταφορές, υψηλές εκπομπές ορυκτών καυσίμων κατά τη συγκομιδή ή την επεξεργασία κ.λπ.). Ως εκ τούτου, το όριο του 80 % προάγει την αποδοτικότητα σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού βιοενέργειας […].»
248 Οι προσφεύγουσες προβάλλουν, ωστόσο, κατά πρώτον, ότι το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η λογιστική καταγραφή των βιογενών εκπομπών της δασικής βιοενέργειας στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) 2018/841 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018, σχετικά με τη συμπερίληψη των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και των απορροφήσεων από δραστηριότητες χρήσης γης, αλλαγής χρήσης γης και δασοπονίας στο πλαίσιο για το κλίμα και την ενέργεια έως το 2030, καθώς και για την τροποποίηση του κανονισμού (EE) αριθ. 525/2013 και της απόφασης (EE) αριθ. 529/2013/ΕΕ (ΕΕ 2018, L 156, σ. 1, στο εξής: κανονισμός LULUCF), αντισταθμίζει τη μη συνεκτίμηση των κριτηρίων μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου ενέχει πλάνη περί το δίκαιο διότι συνιστά παράβαση του άρθρου 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν μπορεί να παραπέμπει σε άλλες διατάξεις οι οποίες δεν μνημονεύονται ειδικώς στην οδηγία RED II και στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό –εν προκειμένω, στον κανονισμό LULUCF– προκειμένου να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του άρθρου 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
249 Κατά δεύτερον, το επιχείρημα της Επιτροπής ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Η προσέγγισή της η οποία βασίζεται στο πλαίσιο που ισχύει στις συνήθεις πρακτικές, όπως αυτό στο οποίο βασίζεται ο κανονισμός LULUCF, είναι εσφαλμένη. Κατά τις προσφεύγουσες, ο κανονισμός LULUCF δεν μπορεί να θεραπεύσει τις προβαλλόμενες ανεπάρκειες των κριτηρίων μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Εκτιμούν ότι οι ακόλουθοι λόγοι είναι ικανοί να ανατρέψουν κάθε συλλογιστική που στηρίζεται στο επιχείρημα το οποίο αντλείται από τη λογιστική καταγραφή των δασικών βιογενών εκπομπών βάσει του κανονισμού LULUCF:
– πρώτον, κατά τις προσφεύγουσες, είναι εσφαλμένο να θεωρηθεί, όπως υπονόησε η Επιτροπή, ότι η λογιστική καταγραφή των εκπομπών στο πλαίσιο του κανονισμού LULUCF υποκαθιστά τη μείωση των εκπομπών και ότι, απλώς και μόνον λόγω της καταγραφής των εκπομπών, ο κλιματικός αντίκτυπος των δασοκομικών δραστηριοτήτων βιοενέργειας μετριάζεται κατά κάποιον τρόπο·
– δεύτερον, η Επιτροπή δεν εξήγησε με ποιον τρόπο οι εκπομπές από τη συγκομιδή και την καύση δασικής βιομάζας υποτίθεται ότι «αντισταθμίζονται» στο πλαίσιο του κανονισμού LULUCF, δεδομένου ότι, «σε σύγκριση με τις καλλιέργειες που αναγεννώνται σε σύντομο χρονικό διάστημα, η δασική βιομάζα εντάσσεται σε πολύ μεγαλύτερο κύκλο άνθρακα»· συγκεκριμένα, η καύση δασών εκπέμπει γρήγορα CO2, ενώ η αναγέννηση των δασών για να «αιχμαλωτιστεί» ισοδύναμος όγκος CO2 απαιτεί περισσότερο χρόνο·
– τρίτον, βάσει του κανονισμού LULUCF δεν καταγράφονται λογιστικά όλες οι εκπομπές άνθρακα από βιομάζα, καθώς εφαρμόζεται μια προσέγγιση αναφοράς που βασίζεται σε προβολή των επιπέδων δασικών καταβοθρών άνθρακα με βάση τα ιστορικά επίπεδα συγκομιδής και στη συνέχεια καταγράφονται μόνο οι διακυμάνσεις των δασικών καταβοθρών άνθρακα σε συνάρτηση με την εν λόγω αναφορά· κατά συνέπεια, δεν καταγράφονται λογιστικά σημαντικές ποσότητες εκπομπών·
– τέταρτον, ο κανονισμός LULUCF δεν εφαρμόζεται στην ξυλεία που εισάγεται από χώρες εκτός της Ένωσης·
– πέμπτον, οι εκπομπές που καταγράφονται λογιστικά στο πλαίσιο του κανονισμού LULUCF πραγματοποιούνται σε κρατικό επίπεδο και αντικατοπτρίζουν τις διακυμάνσεις των δασικών και χερσαίων καταβοθρών άνθρακα που προκύπτουν για οποιονδήποτε λόγο, και όχι μόνο εξαιτίας της συγκομιδής για τη βιομάζα· επομένως, ο κανονισμός αυτός δεν παρέχει τη δυνατότητα να προσδιοριστεί σε ποιον βαθμό η συγκομιδή βιομάζας ευθύνεται, ενδεχομένως, για την υπερεκμετάλλευση.
250 Η Επιτροπή αντικρούει τα ως άνω επιχειρήματα.
251 Τα επιχειρήματα που παρατίθενται στις σκέψεις 248 και 249 ανωτέρω είναι αβάσιμα, όπως προκύπτει από τις ακόλουθες σκέψεις.
252 Κατά πρώτον, με την επιχειρηματολογία τους που μνημονεύεται στη σκέψη 248 ανωτέρω, οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι το σημείο 3.2.1 του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης ενέχει πλάνη περί το δίκαιο, υπό το πρίσμα παράβασης του άρθρου 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
253 Η εκτίμηση της Επιτροπής ότι οι «κανόνες για τις δραστηριότητες που σχετίζονται με τη βιοενέργεια, όπως ορίζονται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό, πρέπει να εφαρμόζονται σε συνδυασμό με άλλες σχετικές νομοθετικές πράξεις της Ένωσης» [βλ. σημείο 3.2.1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος III (σελίδα 81) της προσβαλλόμενης απόφασης] αφορά τις επικρίσεις που διατύπωσαν οι προσφεύγουσες με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης όσον αφορά τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου του σημείου 2 του πίνακα που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και περιλαμβάνεται στα σημεία 4.8, 4.13, 4.20 και 4.24 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, το οποίο παραπέμπει στο παράρτημα VI της οδηγίας RED II. Η εκτίμηση αυτή συνδέεται με την εισαγωγική φράση του πρώτου εδαφίου του στοιχείου βʹ του σημείου 3.2.1 του παραρτήματος III (σελίδα 80) της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την οποία «[τ]α κριτήρια για τη μείωση των [αερίων θερμοκηπίου] απαιτούν οι μονάδες παραγωγής ενέργειας από βιομάζα να επιτυγχάνουν τουλάχιστον 80 % μείωση των [αερίων θερμοκηπίου] σε σύγκριση με την ισοδύναμη παραγωγή ενέργειας από ορυκτά καύσιμα[· τ]ο όριο αυτό στηρίζεται στις μεθοδολογίες υπολογισμού που προβλέπει το παράρτημα VI της [οδηγίας] RED II».
254 Οι απαντήσεις αυτές –οι οποίες στηρίζονται, όπως και τα σχετικά τεχνικά κριτήρια ελέγχου, σε παραπομπή στο παράρτημα VI της οδηγίας RED II– συνάδουν με το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
255 Σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία «[μ]ια οικονομική δραστηριότητα χαρακτηρίζεται ως συμβάλλουσα σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής όταν η δραστηριότητα αυτή συμβάλλει σημαντικά στη σταθεροποίηση των συγκεντρώσεων αερίων του θερμοκηπίου [με την] παραγωγή, μεταφορά, αποθήκευση, διανομή ή χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2018/2001».
256 Η παραπομπή του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία στην οδηγία RED II περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το άρθρο 29, παράγραφοι 6 και 7, της οδηγίας αυτής. Το άρθρο 29, παράγραφος 6, της οδηγίας RED II προβλέπει τα «κριτήρια αειφορίας της οδηγίας RED II». Το άρθρο 29, παράγραφος 7, της οδηγίας RED II αναφέρεται στα «κριτήρια LULUCF». Τα κριτήρια LULUCF συνδέονται κυρίως με τις παραμέτρους που περιλαμβάνονται στον κανονισμό LULUCF, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο του 1, καθορίζει τις δεσμεύσεις των κρατών μελών σχετικά με τον τομέα της χρήσης γης, της αλλαγής χρήσης γης και της δασοπονίας (LULUCF), οι οποίες συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων της Συμφωνίας του Παρισιού. Από το γράμμα του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία προκύπτει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή βασίμως παρέπεμψε, με την απάντησή της, στην οδηγία RED II. Ομοίως, βασίμως παρέπεμψε, με τις απαντήσεις της, στον κανονισμό LULUCF. Τα κριτήρια LULUCF που προβλέπονται στο άρθρο 29, παράγραφος 7, της οδηγίας RED II και στον κανονισμό LULUCF είναι άρρηκτα συνδεδεμένα, διότι η λογιστική καταγραφή των εκπομπών και των απορροφήσεων που σχετίζονται με τις δραστηριότητες LULUCF πραγματοποιείται βάσει του εν λόγω κανονισμού. Στόχος του κανονισμού LULUCF, σύμφωνα με το άρθρο του 1, είναι η θέσπιση κανόνων για τη λογιστική καταγραφή των εκπομπών και απορροφήσεων που συνδέονται με τις δραστηριότητες LULUCF και τον έλεγχο της συμμόρφωσης των κρατών μελών με τις δεσμεύσεις αυτές στον τομέα LULUCF που συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων της Συμφωνίας του Παρισιού και στη συμμόρφωση με τον ενωσιακό στόχο μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου για την περίοδο 2021 έως 2030.
257 Τέλος, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού για την ταξινομία απαιτεί η Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη, κατά τον καθορισμό των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, «οποιαδήποτε συναφή ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία». Επομένως, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι ανέφερε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι έλαβε υπόψη τις διατάξεις της οδηγίας RED II και του κανονισμού LULUCF.
258 Κατά δεύτερον, καμία από τις αιτιάσεις που μνημονεύονται στη σκέψη 249 ανωτέρω δεν είναι ικανή να ανατρέψει το βάσιμο των εκτιμήσεων που περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις οποίες οι «βιογενείς εκπομπές καταγράφονται λογιστικά από τα κράτη μέλη στο γενικό πλαίσιο που θέτουν οι υποχρεώσεις σχετικά με τις εθνικές τους απογραφές βάσει του “κανονισμού LULUCF” και των δεσμεύσεών τους για το 2030, ενώ οι εκπομπές από την αλυσίδα εφοδιασμού που παράγονται στην Ένωση (καλλιέργειες, μεταφορές κ.λπ.) καταγράφονται στο πλαίσιο των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου της Ένωσης και των τομέων [που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για τον επιμερισμό των προσπαθειών]» (βλ. σκέψη 247 ανωτέρω) [βλ. ανωτέρω σκέψη 247· βλ. σημείο 3.2.1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος ΙΙΙ (σελίδα 81) της προσβαλλόμενης απόφασης].
259 Η θέση αυτή αποτυπώνει πιστά τη σχέση μεταξύ των διατάξεων που μνημονεύονται στη σκέψη 256 ανωτέρω. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι τα κριτήρια LULUCF που προβλέπονται στο άρθρο 29, παράγραφος 7, της οδηγίας RED II και ο κανονισμός LULUCF συνδέονται άρρηκτα, καθόσον η λογιστική καταγραφή των εκπομπών και των απορροφήσεων που σχετίζονται με τις δραστηριότητες LULUCF πραγματοποιείται βάσει του κανονισμού αυτού.
260 Ειδικότερα, κατά πρώτον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες (βλ. σκέψη 249 ανωτέρω, πρώτη περίπτωση), η Επιτροπή δεν εξέφρασε τη θέση ούτε υπονόησε ότι η «λογιστική καταγραφή των δασικών βιογενών εκπομπών βάσει του κανονισμού LULUCF» υποκαθιστά τη μείωση των εκπομπών ή ότι ο κλιματικός αντίκτυπος των δασοκομικών δραστηριοτήτων βιοενέργειας μετριάζεται, κατά κάποιον τρόπο, απλώς και μόνον με την εν λόγω λογιστική καταγραφή των εκπομπών. Από το απόσπασμα της προσβαλλόμενης απόφασης κατά του οποίου βάλλουν οι προσφεύγουσες προκύπτει ότι η χρήση της δασικής βιομάζας συμβάλλει στη μείωση των εκπομπών, εφόσον πληρούνται ορισμένα κριτήρια. Η άποψη αυτή αποτελεί, εξάλλου, την παραδοχή στην οποία στηρίζεται το άρθρο 1, τελευταία περίοδος, της οδηγίας RED II, διευκρινιζομένου ότι η παραδοχή αυτή διατυπώθηκε από τον ίδιο τον νομοθέτη. Επομένως, το επιχείρημα που μνημονεύεται στη σκέψη 249 ανωτέρω, πρώτη περίπτωση, στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της προσβαλλόμενης απόφασης, οπότε δεν μπορεί παρά να απορριφθεί.
261 Κατά δεύτερον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα ότι η Επιτροπή δεν «εξήγησε» με ποιον τρόπο οι εκπομπές από τη συγκομιδή και την καύση της δασικής βιομάζας έπρεπε να θεωρηθεί ότι «αντισταθμίζονται» στο πλαίσιο του κανονισμού LULUCF, δεδομένου ότι, «σε σύγκριση με τις καλλιέργειες που αναγεννώνται σε σύντομο χρονικό διάστημα, η δασική βιομάζα εντάσσεται σε πολύ μεγαλύτερο κύκλο άνθρακα» (βλ. σκέψη 249 ανωτέρω, δεύτερη περίπτωση).
262 Πράγματι, η οδηγία RED II εκκινεί από την αρχή ότι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 29, παράγραφοι 6 και 7, της οδηγίας RED II, η βιομάζα που έχει καταστεί καύσιμο μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανανεώσιμη ενέργεια. Επιπλέον, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, η παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας σύμφωνα με την οδηγία RED II συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Επομένως, στο μέτρο που οι προσφεύγουσες επιδιώκουν να αμφισβητήσουν την καταλληλότητα του χαρακτηρισμού της (δασικής) βιομάζας ως πραγματικής ανανεώσιμης ενέργειας, καμία αιτίαση δεν μπορεί να γίνει δεκτή κατά της Επιτροπής. Πρόκειται για παραδοχή που καθιέρωσε ο νομοθέτης, από την οποία η Επιτροπή δεν μπορεί να αποκλίνει κατά το δοκούν.
263 Αφετέρου, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να «εξηγήσει» περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφαση –ούτε με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό– τον τρόπο με τον οποίο οι εκπομπές από τη συγκομιδή και την καύση δασικής βιομάζας «αντισταθμίζονται» στο πλαίσιο του κανονισμού LULUCF. Η εξήγηση αυτή προκύπτει από τον κανονισμό LULUCF.
264 Πράγματι, ο κανονισμός LULUCF απαιτεί από τα κράτη μέλη να διατηρούν τις φυσικές καταβόθρες άνθρακα. Κατά το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού, για τις περιόδους από το 2021 έως το 2025 και από το 2026 έως το 2030, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εκπομπές δεν υπερβαίνουν τις απορροφήσεις, οι οποίες υπολογίζονται ως το άθροισμα των συνολικών εκπομπών και των συνολικών απορροφήσεων στην επικράτειά τους, σε όλες τις κατηγορίες λογιστικής καταγραφής γης που αναφέρονται στο άρθρο 2 του κανονισμού, αθροίζονται και καταγράφονται λογιστικά σύμφωνα με τον ίδιο κανονισμό. Επομένως, στο μέτρο που το καθεστώς αντιστάθμισης των εκπομπών, στο οποίο αναφέρεται το επιχείρημα των προσφευγουσών, προκύπτει από τον κανονισμό LULUCF, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν εξήγησε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, με ποιον τρόπο οι εκπομπές από τη συγκομιδή και την καύση δασικής βιομάζας θεωρείται ότι αντισταθμίζονται στο πλαίσιο του κανονισμού LULUCF.
265 Κατά τρίτον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι ο κανονισμός LULUCF δεν καταγράφει λογιστικά όλες τις εκπομπές άνθρακα από βιομάζα, αλλά μόνον τις διακυμάνσεις των δασικών καταβοθρών άνθρακα σε συνάρτηση με μια τιμή αναφοράς στηριζόμενη σε προβολή των επιπέδων δασικών καταβοθρών άνθρακα με βάση τα ιστορικά επίπεδα συγκομιδής (βλ. σκέψη 249 ανωτέρω, τρίτη περίπτωση).
266 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν είναι ικανή να αποδείξει ότι η απάντηση της Επιτροπής που μνημονεύεται στη σκέψη 247 ανωτέρω ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Είναι αληθές ότι ο μηχανισμός λογιστικής καταγραφής των εκπομπών που προβλέπεται στον κανονισμό LULUCF βασίζεται σε μια προσέγγιση που στηρίζεται σε τιμές αναφοράς οι οποίες αντικατοπτρίζουν μια πρόβλεψη των επιπέδων δασικών καταβοθρών άνθρακα με βάση τα ιστορικά επίπεδα συγκομιδής.
267 Ωστόσο, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, εάν τα σχετικά τεχνικά κριτήρια ελέγχου είχαν υπερβεί τις παραμέτρους που ορίζονται στην οδηγία RED II και στον κανονισμό LULUCF, ιδίως κατά τη λογιστική καταγραφή των εκπομπών από την καύση δασικής βιομάζας στον τομέα της ενέργειας, θα υπήρχε κίνδυνος διπλής λογιστικής καταγραφής των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Επομένως, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή, στο πλαίσιο του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτει, ότι στηρίχθηκε στα κριτήρια LULUCF.
268 Κατά τέταρτον, το γεγονός ότι ο κανονισμός LULUCF δεν έχει εφαρμογή στην «ξυλεία που εισάγεται» από χώρες μη μέλη της Ένωσης (βλ. σκέψη 249 ανωτέρω, τέταρτη περίπτωση) ουδόλως επηρεάζει το βάσιμο της απάντησης την οποία έδωσε η Επιτροπή στο σημείο 3.2.1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος III (σελίδα 81) της προσβαλλόμενης απόφασης. Τα κριτήρια αειφορίας του άρθρου 29, παράγραφοι 6 και 7, της οδηγίας RED II εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο στην ξυλεία της Ένωσης και στην εισαγόμενη ξυλεία. Πράγματι, από την παράγραφο 6 του άρθρου αυτού προκύπτει ότι τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου όσον αφορά τα καύσιμα πρέπει να λαμβάνουν, μεταξύ άλλων, υπόψη το αν η χώρα συγκομιδής της δασικής βιομάζας διαθέτει νομοθεσία, σε εθνικό ή υποεθνικό επίπεδο, η οποία εφαρμόζεται στην περιοχή της συγκομιδής, καθώς και συστήματα παρακολούθησης. Επιπλέον, δυνάμει της παραγράφου 7, στοιχείο αʹ, σημεία i και ii, του εν λόγω άρθρου, πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη αν η χώρα ή ο οργανισμός περιφερειακής οικονομικής ολοκλήρωσης από όπου προέρχεται η δασική βιομάζα είναι συμβαλλόμενο μέρος της Συμφωνίας του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή και διαθέτει νομοθεσία που εφαρμόζεται στην περιοχή της συγκομιδής, με σκοπό τη διατήρηση και την ενίσχυση των αποθεμάτων άνθρακα και των καταβοθρών άνθρακα, και παρέχει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι αναφερόμενες εκπομπές στον τομέα LULUCF δεν υπερβαίνουν τις απορροφήσεις.
269 Κατά πέμπτον, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι, κατ’ ουσίαν, οι εκπομπές που καταγράφονται λογιστικά στο πλαίσιο του κανονισμού LULUCF δεν μπορούν να καταγραφούν στοχευμένα, με αποτέλεσμα το πλαίσιο LULUCF να μην καθιστά δυνατό να προσδιοριστεί σε ποιο βαθμό η συγκομιδή βιομάζας ευθύνεται για υπερεκμετάλλευση.
270 Όπως προκύπτει από το παράρτημα IV, σημείο A, στοιχείο εʹ, του κανονισμού LULUCF, το επίπεδο αναφοράς για τα δάση των κρατών μελών στηρίζεται στην παραδοχή ότι η σχέση μεταξύ της στερεής και της ενεργειακής χρήσης της δασικής βιομάζας, όπως παρατηρήθηκε κατά την περίοδο από το 2000 έως το 2009, παραμένει σταθερή. Η παραδοχή αυτή, η οποία διασφαλίζει ότι η αύξηση της συγκομιδής για χρήση βιοενέργειας καταγράφεται λογιστικά ως ροή στον τομέα LULUCF, είναι επαρκώς στοχευμένη.
271 Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του εβδόμου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου σκέλους του εβδόμου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως την οποία ενέχει η απόρριψη, από την Επιτροπή, των επιχειρημάτων των προσφευγουσών ότι τα κριτήρια αειφορίας της οδηγίας RED II και τα κριτήρια LULUCF είναι ανεπαρκή για την αξιολόγηση της συμβολής των δασοκομικών δραστηριοτήτων βιοενέργειας στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής
272 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι στο σημείο 3.2.1, στοιχείο αʹ (σελίδα 80), του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης η Επιτροπή επισήμανε ότι «οι παράγραφοι 6 και 7 του άρθρου 29 της οδηγίας RED II δεν αφορού[σα]ν, αυτές καθεαυτές, τον σημαντικό μετριασμό της κλιματικής αλλαγής», αλλά ότι «[έπρεπε] να ερμηνευθούν σε συνδυασμό με τις λοιπές διατάξεις του ίδιου άρθρου 29, οι οποίες διασφαλίζουν ότι η χρησιμοποίηση βιοενέργειας πρέπει να οδηγεί σε μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου». Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι η εφαρμογή του άρθρου 29, παράγραφοι 6 και 7, της οδηγίας RED II διασφαλίζει ότι «[η] συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής δεν αποβαίνει εις βάρος του περιβάλλοντος, και ιδίως της βιοποικιλότητας» και ότι «οι δραστηριότητες που σχετίζονται με τη βιοενέργεια υπόκεινται σε σειρά κριτηρίων, ιδίως όσον αφορά την υποβολή εκθέσεων και τη λογιστική καταγραφή των εκπομπών και των απορροφήσεων LULUCF από τη χώρα προέλευσης της βιομάζας».
273 Η συλλογιστική αυτή, όμως, είναι κατά την άποψη των προσφευγουσών εσφαλμένη. Αφενός, φρονούν ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηριχθεί στον κανονισμό LULUCF για να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις των κριτηρίων μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Αφετέρου, ο συλλογισμός της Επιτροπής είναι διάλληλος. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι τα κριτήρια αειφορίας LULUCF της οδηγίας RED II «δεν αφορούν, αυτά καθεαυτά, τον σημαντικό μετριασμό της κλιματικής αλλαγής». Ωστόσο, άφησε να εννοηθεί ότι η συμβολή των δασοκομικών δραστηριοτήτων βιοενέργειας στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής διασφαλίζεται με τα κριτήρια μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου.
274 Η Επιτροπή αντικρούει τα ως άνω επιχειρήματα.
275 Με τα επιχειρήματα που παρατίθενται στη σκέψη 273 ανωτέρω, οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως. Δεν προσκόμισαν στοιχεία που να παρέχουν στο Γενικό Δικαστήριο τη δυνατότητα να κατανοήσει σε τι συνίστανται τα πραγματικά περιστατικά τα οποία η Επιτροπή προδήλως εκτίμησε εσφαλμένως δίνοντας την απάντηση που περιλαμβάνεται στο σημείο 3.2.1 του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης.
276 Στο μέτρο που τα μνημονευόμενα στην ανωτέρω σκέψη 273 επιχειρήματα μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντλούνται από πλάνη περί το δίκαιο υπό το πρίσμα παράβασης του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία ή του άρθρου 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού, πρέπει επίσης να απορριφθούν. Πράγματι, τα επιχειρήματα αυτά είναι αβάσιμα, όπως προκύπτει από τις ακόλουθες σκέψεις.
277 Οι εκτιμήσεις της Επιτροπής στο σημείο 3.2.1, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες απαντούν στις ανησυχίες που διατύπωσαν οι προσφεύγουσες στα σημεία 274 έως 297 της αίτησής τους για εσωτερική επανεξέταση, στηρίζονται, κατ’ ουσίαν, σε παραπομπή στην καταλληλότητα του άρθρου 29, παράγραφοι 6 και 7, της οδηγίας RED II, σε συνδυασμό με τις λοιπές διατάξεις της ίδιας οδηγίας, για τη διασφάλιση του στόχου που συνδέεται με τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Η παραπομπή της Επιτροπής προκύπτει ότι είναι λυσιτελής. Ούτε το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία ούτε το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του ίδιου κανονισμού απαγορεύουν στην Επιτροπή να εξαρτά την κατάρτιση των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου που προβλέπονται στις διατάξεις αυτές από σειρά διατάξεων όπως αυτές της οδηγίας RED II, και ιδίως από το άρθρο της 29, παράγραφοι 6 και 7. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 254 ανωτέρω, το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη την ως άνω οδηγία, τούτο δε ρητώς και χωρίς καμία επιφύλαξη.
278 Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η απάντηση της Επιτροπής, η οποία στηρίζεται στα κριτήρια αειφορίας και στα κριτήρια LULUCF της οδηγίας RED II, τα οποία περιλαμβάνονται αντιστοίχως στο άρθρο 29, παράγραφοι 6 και 7, της οδηγίας αυτής, είναι ανεπαρκής.
279 Πράγματι, δεν είναι σαφές σε τι συνίσταται το σφάλμα στο οποίο φέρεται να υπέπεσε η Επιτροπή αναφερόμενη στα κριτήρια αειφορίας και στα κριτήρια LULUCF της οδηγίας RED II.
280 Τέλος, η αιτίαση των προσφευγουσών ότι ο συλλογισμός της Επιτροπής είναι διάλληλος (βλ. σκέψη 273 ανωτέρω) δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Η Επιτροπή ορθώς έκρινε ότι τα κριτήρια αειφορίας και τα κριτήρια LULUCF «δεν αφορούν, αυτά καθεαυτά, τον σημαντικό μετριασμό της κλιματικής αλλαγής». Πράγματι, η φράση «σημαντικός μετριασμός της κλιματικής αλλαγής» δεν απαντά, αυτή καθεαυτή, στην οδηγία RED II.
281 Από την αιτιολογική σκέψη 2 της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι «η αυξημένη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές [...] αποτελεί σημαντική συνιστώσα της δέσμης μέτρων που απαιτούνται για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και τη συμμόρφωση με τη δέσμευση της Ένωσης βάσει της συμφωνίας του Παρισιού [...] και με το πλαίσιο πολιτικής της Ένωσης για το κλίμα και την ενέργεια για το 2030, συμπεριλαμβανομένου του δεσμευτικού στόχου της Ένωσης για μείωση των εκπομπών κατά τουλάχιστον 40 % έως το 2030 σε σύγκριση με το 1990». Η οδηγία RED II αναγνωρίζει την ικανότητα της δασικής βιομάζας να λειτουργεί ως ανανεώσιμη ενέργεια, όταν πληροί τα κριτήρια αειφορίας του άρθρου 29, παράγραφοι 6 και 7, της ίδιας οδηγίας. Με την επιφύλαξη των κριτηρίων αυτών, η χρήση δασικής βιομάζας αποσκοπεί στη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, θέση η οποία αποτελεί επιλογή του ίδιου του νομοθέτη. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων στοιχείων, η Επιτροπή ορθώς άφησε να εννοηθεί, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η συμβολή των δασοκομικών δραστηριοτήτων βιοενέργειας στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής διασφαλίζεται με τα κριτήρια μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που προβλέπονται στο άρθρο 29, παράγραφοι 6 και 7, της οδηγίας RED II. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή απλώς επανέλαβε μία παραδοχή την οποία καθιέρωσε ο νομοθέτης.
282 Κατόπιν των προεκτεθέντων, το δεύτερο σκέλος του εβδόμου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί, όπως και ο λόγος αυτός στο σύνολό του.
Επί του ογδόου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις των προσφευγουσών σχετικά με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» όσον αφορά τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας
283 Με τον όγδοο λόγο ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι οι απαντήσεις της Επιτροπής που περιλαμβάνονται στο σημείο 3.1.1 και στο σημείο 3.1.2 του παραρτήματος III (σελίδες 77 και 78) της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αντίθετες προς το άρθρο 10, παράγραφος 1, και παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχεία δʹ και ιαʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, καθώς και προς την αρχή της προφύλαξης. Με τις απαντήσεις αυτές της Επιτροπής εξετάστηκαν οι ανησυχίες που εξέφρασαν οι προσφεύγουσες στα σημεία 230 έως 260 της αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης, σύμφωνα με τις οποίες τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής όσον αφορά τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας δεν συμμορφώνονται προς την υποχρέωση θεμελίωσής τους σε αδιάσειστα επιστημονικά στοιχεία και προς την αρχή της προφύλαξης, όπως απαιτεί το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
284 Ο όγδοος λόγος ακυρώσεως διαρθρώνεται σε τρία σκέλη.
Επί του πρώτου σκέλους του ογδόου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλονται σφάλματα κατά την ερμηνεία της αρχής της προφύλαξης
285 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, προκειμένου να απαντήσει στα επιχειρήματά τους σχετικά με την υποχρέωση θεμελίωσης σε αδιάσειστα επιστημονικά στοιχεία (βλ. σημεία 231 έως 251 της αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης) και σχετικά με την αρχή της προφύλαξης (βλ. σημεία 252 έως 260 της αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης), η Επιτροπή, στο πλαίσιο του σημείου 3.1.2 (σελίδα 78) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, παρέπεμψε στο σημείο 1 (σελίδα 22) του παραρτήματος II της απόφασης αυτής. Η Επιτροπή εξέφρασε τη θέση ότι η αρχή της προφύλαξης της παρέχει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά την άσκηση των εξουσιών της και ότι, κατά συνέπεια, μπορεί να προσαρμόζει το σημαντικό περιβαλλοντικό αποτέλεσμα συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας που καθορίζεται με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου.
286 Εντούτοις, κατά την άποψη των προσφευγουσών, η ερμηνεία αυτή αλλοιώνει το περιεχόμενο της αρχής της προφύλαξης, σκοπός της οποίας είναι αντιθέτως η επιβολή ορίων στην εξουσία εκτιμήσεως των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν διαθέτουν, δυνάμει της αρχής της προφύλαξης, απεριόριστη εξουσία εκτιμήσεως όταν λαμβάνουν μέτρα σε περίπτωση που υφίστανται δυνητικοί κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία, την ασφάλεια και το περιβάλλον. Ένα θεσμικό όργανο θεωρείται ότι συμμορφώνεται με την αρχή της προφύλαξης μόνον εφόσον ακολουθεί τρία συγκεκριμένα στάδια, ήτοι τον προσδιορισμό των αρνητικών συνεπειών, την εκτίμηση των κινδύνων και τη διαχείριση των κινδύνων, προκειμένου να λάβει τελικώς τα κατάλληλα μέτρα. Ακολούθως, η αρχή της προφύλαξης απαιτεί από την Επιτροπή να αξιολογεί τις «βέλτιστες επιστημονικές γνώσεις επί του θέματος» και να δίνει προτεραιότητα στην προστασία του περιβάλλοντος έναντι άλλων συμφερόντων. Η Επιτροπή, παραμορφώνοντας την έννοια που αποδίδεται στην αρχή της προφύλαξης και στηριζόμενη στην εν λόγω αρχή του δικαίου για να υποστηρίξει ότι διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που της επιτρέπει να «προσαρμόζει» το επίπεδο της «σημαντικής συμβολής» –ενώ η έννοια αυτή ορίζεται ήδη στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και στο άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία–, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
287 Η Επιτροπή αντικρούει τα ως άνω επιχειρήματα.
288 Προκαταρκτικώς, παρατηρείται ότι, κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου βασίζονται σε αδιάσειστα επιστημονικά στοιχεία και στην αρχή της προφύλαξης που προβλέπεται στο άρθρο 191 ΣΛΕΕ.
289 Τα επιχειρήματα που μνημονεύονται στη σκέψη 286 ανωτέρω δεν είναι ικανά να αποδείξουν ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της προφύλαξης και, κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, ούτε από τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στο σημείο 3.1.2 του παραρτήματος III ούτε από τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στο σημείο 1 (σελίδα 22) του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης μπορεί να διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή παραβίασε το περιεχόμενο της εν λόγω αρχής.
290 Πράγματι, υπενθυμίζοντας στο σημείο 3.1.2 (σελίδα 78) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η αρχή της προφύλαξης «προϋποθέτει κατάσταση αβεβαιότητας», η Επιτροπή παρέπεμψε, κατ’ ουσίαν, στη νομολογία του δικαστή της Ένωσης κατά την οποία η αρχή της προφύλαξης, η οποία προβλέπεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 191, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, παρέχει στα θεσμικά όργανα τη δυνατότητα, όταν υπάρχει επιστημονική αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ή την έκταση κινδύνων για το περιβάλλον, να λαμβάνουν μέτρα προστασίας χωρίς να αναμένουν να αποδειχθεί πλήρως το υποστατό και η σοβαρότητα των εν λόγω κινδύνων ή να επέλθουν τα αρνητικά αποτελέσματα για το περιβάλλον (πρβλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 2021, FMC κατά Επιτροπής, T‑719/17, EU:T:2021:143, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
291 Ομοίως, στο σημείο 3.1.2 του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή, στο πλαίσιο της αναφοράς της στον προσδιορισμό του επιπέδου επικινδυνότητας που κρίνεται αποδεκτό και στο καθήκον των αρμόδιων θεσμικών οργάνων να καθορίζουν το κρίσιμο όριο ως προς την πιθανότητα επέλευσης αρνητικών συνεπειών για το περιβάλλον, καθώς και τον βαθμό των πιθανών αυτών συνεπειών, τον οποίο δεν θεωρούν πλέον αποδεκτό για την κοινωνία, παρέπεμψε στη νομολογία. Συναφώς, η Επιτροπή επισήμανε ότι, κατά πάγια νομολογία, ο προσδιορισμός του επιπέδου επικινδυνότητας που κρίνεται μη αποδεκτό για την κοινωνία ανατίθεται, εντός του πλαισίου της τήρησης των εφαρμοστέων κανόνων, στα θεσμικά όργανα που είναι επιφορτισμένα με την πολιτική επιλογή του καθορισμού ενός επιπέδου προστασίας κατάλληλου για τη συγκεκριμένη κοινωνία. Στα όργανα αυτά εναπόκειται να προσδιορίσουν ποιο είναι το κρίσιμο όριο ως προς την πιθανότητα επέλευσης αρνητικών συνεπειών για τη δημόσια υγεία, την ασφάλεια και το περιβάλλον, καθώς και ποιος είναι ο βαθμός των πιθανών αυτών συνεπειών τον οποίο δεν θεωρούν πλέον αποδεκτό για την εν λόγω κοινωνία και του οποίου η υπέρβαση απαιτεί, προκειμένου να προστατευθεί η δημοσία υγεία, η ασφάλεια και το περιβάλλον, να ληφθούν προληπτικά μέτρα παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να υφίσταται επιστημονική αβεβαιότητα (πρβλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 2021, FMC κατά Επιτροπής, T‑719/17, EU:T:2021:143, σκέψη 75 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
292 Τέλος, επισημαίνοντας στο σημείο 1 (σελίδα 22) του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης ότι «[η] ταυτόχρονη και σωρευτική εφαρμογή όλων αυτών των απαιτήσεων συνεπάγεται ότι [η Επιτροπή] μπορεί να προσαρμόζει το σημαντικό περιβαλλοντικό αποτέλεσμα συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας [...] υπό το πρίσμα, μεταξύ άλλων, των διαθέσιμων αδιάσειστων επιστημονικών στοιχείων, της συνοχής με την ειδική νομοθεσία της Ένωσης και των τεχνολογικών και εμπορικών δυνατοτήτων», η Επιτροπή παραπέμπει, κατ’ ουσίαν, στη νομολογία σύμφωνα με την οποία ο «προσδιορισμός του επιπέδου επικινδυνότητας που κρίνεται μη αποδεκτό για την κοινωνία εξαρτάται από την εκτίμηση της αρμόδιας δημόσιας αρχής σχετικά με τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε περίπτωσης». Το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε, συναφώς, ότι η εν λόγω αρχή μπορεί να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τη βαρύτητα των επιπτώσεων που θα έχει η επέλευση του κινδύνου αυτού στη δημόσια υγεία, την ασφάλεια και το περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένης της έκτασης των πιθανών αρνητικών συνεπειών, του επίμονου χαρακτήρα τους, της αναστρεψιμότητας ή της πιθανότητας οψιφανών συνεπειών των ζημιών αυτών, καθώς και της περισσότερο ή λιγότερο συγκεκριμένης αντίληψης του κινδύνου με βάση τις διαθέσιμες επιστημονικές γνώσεις (βλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 2021, FMC κατά Επιτροπής, T‑719/17, EU:T:2021:143, σκέψη 77 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
293 Οι εκτιμήσεις της Επιτροπής στο σημείο 3.1.2 (σελίδα 78) του παραρτήματος III, καθώς και στο σημείο 1 (σελίδα 22) του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης, όχι μόνο δεν παραμορφώνουν το περιεχόμενο της αρχής της προφύλαξης, αλλά, κατ’ ουσίαν, υπενθυμίζουν την ερμηνεία που έδωσε ο δικαστής της Ένωσης στην εν λόγω αρχή. Επομένως, δεν μπορεί να διαπιστωθεί συναφώς καμία πλάνη περί το δίκαιο.
294 Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του ογδόου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Επί του δευτέρου σκέλους του ογδόου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε η Επιτροπή καθόσον απέδωσε δυσανάλογη βαρύτητα στην απαίτηση περί συνοχής μεταξύ πολιτικών κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού για την ταξινομία
295 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, στα σημεία 244 έως 249 της αίτησής τους εσωτερικής επανεξέτασης, ότι κακώς η Επιτροπή έκρινε ότι ο σκοπός της συνοχής υπερισχύει της ανάγκης θεμελίωσης του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού σε αδιάσειστα επιστημονικά στοιχεία. Η Επιτροπή απάντησε, με το σημείο 3.1.1 (σελίδα 77) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης –το οποίο παραπέμπει στο σημείο 2.1, στοιχείο βʹ, σημείο i (σελίδα 29), του παραρτήματος II της απόφασης αυτής–, ότι, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 40 του κανονισμού για την ταξινομία, μπορούσε να αποδώσει «ορισμένη βαρύτητα» στο άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού αυτού προκειμένου «να διασφαλιστεί η συνοχή της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης με άλλες ισχύουσες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης». Επιπλέον, από το παράρτημα II (σελίδες 34, 35, 37 έως 39 και 41) και από το παράρτημα III (σελίδες 80, 81, 84, 85) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε στην παραδοχή ότι μπορούσε να προκρίνει την απαίτηση περί συνοχής μεταξύ πολιτικών έναντι των λοιπών απαιτήσεων, ακόμη και να στηριχθεί στα κριτήρια της οδηγίας RED II αντί να καθορίσει τεχνικά κριτήρια ελέγχου μετριασμού για τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας.
296 Επομένως, κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Συγκεκριμένα, με το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού για την ταξινομία δεν παρέχεται στην Επιτροπή η εξουσία να επαναλαμβάνει απλώς το κείμενο της ισχύουσας νομοθεσίας για τον καθορισμό των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, όταν η προσέγγιση αυτή καταλήγει σε αποτέλεσμα αντίθετο προς τις απαιτήσεις του κανονισμού για την ταξινομία, ιδίως προς το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού αυτού. Από το γράμμα του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία προκύπτει επίσης ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να αποδίδει δυσανάλογη σημασία στη συνοχή μεταξύ πολιτικών σε σχέση με τις επιστημονικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους. Ενώ η διάταξη του στοιχείου στʹ διευκρινίζει ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου «βασίζονται» σε αδιάσειστα επιστημονικά στοιχεία και στην αρχή της προφύλαξης, η διάταξη του στοιχείου δʹ αναφέρει απλώς ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου «λαμβάνουν υπόψη» τη συναφή νομοθεσία της Ένωσης, «εφόσον συντρέχει περίπτωση». Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού που επιδιώκεται με την αποτελεσματική ταξινομία, δεν θα ήταν συνεπές, κατά τις προσφεύγουσες, να γίνεται αδικαιολόγητη επίκληση της αρχής της συνοχής μεταξύ πολιτικών και να βασίζεται ο κανονισμός κυρίως στην ισχύουσα νομοθεσία, ενώ ο ίδιος ο σκοπός του κανονισμού για την ταξινομία είναι να προχωρήσει πέρα από τις εν λόγω υποχρεώσεις. Ούτε από το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία προκύπτει ότι η Επιτροπή μπορεί να υποθέσει ότι οι σύμφωνες με την οδηγία RED II δραστηριότητες συμβάλλουν σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού για την ταξινομία, σκοπός του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού είναι να συμπληρώσει τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου. Οι προσφεύγουσες θεωρούν, ωστόσο, ότι η διατύπωση αυτή είναι πολύ πιο αυστηρή από την απαίτηση του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, κατά το οποίο οι δραστηριότητες που σχετίζονται με την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές πρέπει να ασκούνται «σύμφωνα» με την οδηγία RED II. Η παραπομπή στην οδηγία RED II πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά ώστε να μη θίγεται ο κύριος σκοπός της προστασίας του περιβάλλοντος τον οποίο επιδιώκει ο κανονισμός για την ταξινομία. Ο κατάλογος των δυνατοτήτων που περιλαμβάνεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως θʹ, του κανονισμού για την ταξινομία δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι θεσπίζει ένα απολύτως ελάχιστο επίπεδο προστασίας και δεν παρέχει σε καμία περίπτωση τη δυνατότητα να διασφαλιστεί το απαιτούμενο από τον εν λόγω κανονισμό επίπεδο προστασίας.
297 Η Επιτροπή αντικρούει τα ως άνω επιχειρήματα.
298 Με τις μνημονευόμενες στην ανωτέρω σκέψη 296 αιτιάσεις, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι, με την απάντηση που περιλαμβάνεται στο σημείο 2.1, στοιχείο β ʹ, σημείο i (σελίδα 29), του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο παραπέμπει το σημείο 3.1.1 (σελίδα 77) του παραρτήματος III της απόφασης αυτής, η Επιτροπή απέδωσε υπερβολική σημασία στις απαιτήσεις της «συνοχής μεταξύ πολιτικών» του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, σε σχέση με την απαίτηση να στηρίζονται τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου σε «αδιάσειστα επιστημονικά στοιχεία», όπως αυτά προβλέπονται στο άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του ίδιου κανονισμού. Κατά τις προσφεύγουσες, η απάντηση αυτή ενέχει πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον αντιβαίνει στο άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 3, και στο άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχεία δʹ και στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
299 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να ευδοκιμήσει. Συγκεκριμένα, η εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία του συνόλου των διατάξεων που μνημονεύονται στη σκέψη 298 ανωτέρω προκύπτει ότι είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις του κανονισμού για την ταξινομία. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, όταν η Επιτροπή προβαίνει στην ανάλυση των «αδιάσειστων επιστημονικών στοιχείων», για τα οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, οφείλει να βεβαιωθεί ότι η θέσπιση των εν λόγω τεχνικών κριτηρίων ελέγχου είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης και με «οποιαδήποτε συναφή ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία», κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του ίδιου κανονισμού. Δεδομένης της αποστολής της να επιβλέπει την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, ΣΕΕ, η Επιτροπή οφείλει να λαμβάνει υπόψη το δίκαιο της Ένωσης κατά την ανάλυση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και επιστημονικών στοιχείων. Υπ’ αυτή την έννοια πρέπει να νοηθεί η εκ μέρους της Επιτροπής επίκληση, στο σημείο 2.1, στοιχείο βʹ, σημείο i (σελίδα 29), του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης, της εξουσίας της να προσδώσει «ορισμένη βαρύτητα» στις απαιτήσεις περί «συνοχής μεταξύ πολιτικών», στις οποίες αναφέρεται, κατά την άποψή της, το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του εν λόγω κανονισμού.
300 Επομένως, η Επιτροπή ορθώς παρέπεμψε, στο πλαίσιο του εν λόγω σημείου 2.1, στοιχείο βʹ, σημείο i (σελίδα 29), του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης, στην ανάγκη διασφάλισης της συνοχής των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου που ορίζονται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό με τις διατάξεις της οδηγίας RED II, όπως αυτή μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 30 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, και του κανονισμού LULUCF. Το ίδιο το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία παραπέμπει στην οδηγία RED II. Επομένως, ο νομοθέτης αποφάσισε να αποδώσει ιδιαίτερη σημασία στην οδηγία RED II. Εξάλλου, η αρχή της προφύλαξης, της οποίας την παραβίαση επικαλέστηκαν οι προσφεύγουσες, δεν απαιτεί διαφορετική προσέγγιση υπό το πρίσμα της οδηγίας RED II.
301 Τέλος, οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην Επιτροπή ότι στηρίχθηκε στα κριτήρια αειφορίας της οδηγίας RED II, χωρίς ωστόσο να προχωρήσει πέραν των κριτηρίων που ορίζονται στην οδηγία αυτή. Πάντως, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή στο σημείο 3.1.1 (σελίδα 35) του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές είναι, εν μέρει, αυστηρότερα από τα προβλεπόμενα με την οδηγία RED II. Για παράδειγμα, ενώ το άρθρο 29, παράγραφος 10, της οδηγίας RED II απαιτεί μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά 70 % από σήμερα έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που προβλέπονται στο τμήμα 4.8, σημείο 2, σχετικά με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από βιοενέργεια, του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού προβλέπουν μείωση τουλάχιστον κατά 80 % σε σύγκριση με τη μεθοδολογία υπολογισμού της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και το σχετικό συγκριτικό ορυκτό καύσιμο που καθορίζονται στο παράρτημα VI της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001. Επιπλέον, το όριο των 20 MW που ορίζεται στο άρθρο 29, παράγραφος 1, της οδηγίας RED II δεν έχει εφαρμογή στο πλαίσιο των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου.
302 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, το δεύτερο σκέλος του ογδόου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου σκέλους του ογδόου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ύπαρξη σφαλμάτων κατά την ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, του κανονισμού για την ταξινομία
303 Οι προσφεύγουσες επισημαίνουν ότι, σε διάφορα τμήματα της προσβαλλόμενης απόφασης, ιδίως στο παράρτημά της II (σελίδες 22, 23, 28 και 30), η Επιτροπή στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στην έννοια της «χρηστικότητας» για να υποδηλώσει ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, του κανονισμού για την ταξινομία πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να παρέχει τη δυνατότητα «στον μεγαλύτερο αριθμό παραγόντων της αγοράς» να πληρούν τις προϋποθέσεις των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου μετριασμού όσον αφορά τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας.
304 Ενεργώντας όμως κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή συγχέει τη «χρηστικότητα» των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου με τη «δυνατότητα εφαρμογής» τους, καθόσον αυτή η δυνατότητα εφαρμογής δεν συγκαταλέγεται ούτε στις απαιτήσεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία ούτε στους σκοπούς που επιδιώκει ο κανονισμός αυτός. Βεβαίως, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, του κανονισμού για την ταξινομία και την αιτιολογική σκέψη 47 του ίδιου κανονισμού, το κριτήριο της «χρηστικότητας» απαιτεί τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου να σχεδιάζονται με τον σαφέστερο δυνατό τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι επιχειρήσεις τα κατανοούν και τα εφαρμόζουν εύκολα. Ωστόσο, η Επιτροπή διεύρυνε την απαίτηση της «χρηστικότητας» σε τέτοιον βαθμό ώστε δικαίως μπορεί να συναχθεί ότι κατέστησε άνευ ουσίας τον κανονισμό για την ταξινομία. Οι προσφεύγουσες εκτιμούν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ερμηνεύοντας το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, του κανονισμού για την ταξινομία υπό την έννοια ότι απαιτεί τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου μετριασμού όσον αφορά τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας να είναι διατυπωμένα κατά τρόπο που να επεκτείνει τη δυνατότητα εφαρμογής τους, ώστε να είναι δυνατή η πλήρωση των απαιτήσεων αυτών από τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό οικονομικών δραστηριοτήτων.
305 Η Επιτροπή αντικρούει τα ως άνω επιχειρήματα.
306 Με τα επιχειρήματα που μνημονεύονται στις σκέψεις 303 ανωτέρω, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, με την απάντησή της στο σημείο 1 (σελίδες 22 και 23), στο σημείο 2.1, στοιχείο αʹ, σημείο ii (σελίδα 28), καθώς και στο σημείο 2.1, στοιχείο βʹ, σημείο ii (σελίδα 30) του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή άφησε να εννοηθεί ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, του κανονισμού για την ταξινομία έπρεπε να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να παρέχει τη δυνατότητα «στον μεγαλύτερο αριθμό παραγόντων της αγοράς» να πληροί τις προϋποθέσεις των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου μετριασμού όσον αφορά τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας. Τα επιχειρήματα αυτά είναι αβάσιμα.
307 Πράγματι, σε κανένα τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης, συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων της, η Επιτροπή δεν υποστήριξε ότι η εκ μέρους της ερμηνεία του άρθρου 19 του κανονισμού για την ταξινομία έπρεπε να παράσχει τη δυνατότητα «στον μεγαλύτερο αριθμό παραγόντων της αγοράς» να πληροί τις προϋποθέσεις των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου μετριασμού όσον αφορά τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας.
308 Η Επιτροπή επισήμανε στο σημείο 1 (σελίδες 22 και 23), στο σημείο 2.1, στοιχείο αʹ, σημείο ii (σελίδα 28), καθώς και στο σημείο 2.1, στοιχείο βʹ, σημείο ii (σελίδα 30) του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έπρεπε να υιοθετηθεί μια συνεκτική προσέγγιση κατά την ερμηνεία του εν λόγω άρθρου 19, η οποία έπρεπε να λάβει υπόψη όλα τα στοιχεία που περιλαμβάνει η διάταξη αυτή. Η Επιτροπή διαπίστωσε την «ανάγκη εξισορρόπησης των διαφόρων απαιτήσεων του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία», οι οποίες αντικατοπτρίζονται σε άλλες διατάξεις του κανονισμού αυτού, όπως το άρθρο 20, παράγραφος 2. Επισήμανε επίσης ότι «της έχει ανατεθεί η εξουσία» να «προσαρμόζει», στο πλαίσιο των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, το επίπεδο της σημαντικής συμβολής στην κλιματική αλλαγή μιας συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας σε συνάρτηση με άλλες παραμέτρους, προκειμένου να διασφαλιστεί η «συνοχή» με τη νομοθεσία της Ένωσης.
309 Βεβαίως, η Επιτροπή ανέφερε επίσης στο σημείο 2.1 (σελίδα 23) του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης τα εξής:
«[Ο]ποιαδήποτε ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία, στηριζόμενη σε υπερβολικά συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, [του εν λόγω] κανονισμού, θα περιόριζε αδικαιολόγητα το πεδίο εφαρμογής [του] σε περιορισμένο αριθμό δραστηριοτήτων, υπονομεύοντας [με τον τρόπο αυτόν] τον συνολικό σκοπό του κανονισμού για την ταξινομία ως χρήσιμου μέσου για τη διοχέτευση των χρηματοοικονομικών ροών προς τη μετάβαση ολόκληρης της οικονομίας της ΕΕ προς τη βιωσιμότητα. Πρακτικώς, καμία οικονομική δραστηριότητα δεν θα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για την ταξινομία εάν τα [τεχνικά κριτήρια ελέγχου] βασίζονταν αποκλειστικά στις πλέον συνετές επιστημονικές παραδοχές, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές απαιτήσεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία, ιδίως εκείνες που αφορούν τη χρηστικότητα και τη συνοχή με τις άλλες πολιτικές της Ένωσης που επιδιώκουν στόχους βιωσιμότητας.»
310 Εντούτοις, ούτε οι ανωτέρω εκτιμήσεις ούτε οι λοιπές εκτιμήσεις στις οποίες στηρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια που προβάλλουν οι προσφεύγουσες, δηλαδή ότι η Επιτροπή επέλεξε να ερμηνεύσει το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία κατά τρόπο που να παρέχει «στον μεγαλύτερο αριθμό παραγόντων της αγοράς» τη δυνατότητα να πληροί τις προϋποθέσεις των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου μετριασμού όσον αφορά τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας. Από τις εν λόγω εκτιμήσεις μπορεί να συναχθεί, το πολύ, ότι η Επιτροπή φρονεί ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού δεν πρέπει να ερμηνεύεται υπερβολικά συσταλτικά χωρίς να λαμβάνεται δεόντως υπόψη το σύνολο των παραμέτρων του, ειδάλλως θα διακυβευόταν ο συνολικός σκοπός που επιδιώκει ο κανονισμός. Ως εκ τούτου, τα επιχειρήματα των προσφευγουσών δεν αποδεικνύουν ότι η Επιτροπή διεύρυνε την έννοια της «χρηστικότητας» του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
311 Για τους λόγους αυτούς, τα επιχειρήματα που μνημονεύονται στη σκέψη 303 ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν.
312 Επομένως, το υπό κρίση σκέλος και, κατά συνέπεια, ο όγδοος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν.
Επί του ενάτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλονται πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως απορρέοντα από τη μη συνεκτίμηση κρίσιμων αδιάσειστων επιστημονικών στοιχείων καθώς και από τη μη τήρηση της αρχής της προφύλαξης
313 Με τον ένατο λόγο ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι ενέχουν πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως οι κρίσεις που διατύπωσε η Επιτροπή στο σημείο 3.1.1 (σελίδα 77) καθώς και στο σημείο 3.1.2 (σελίδες 78 και 79) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής όσον αφορά τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας στηρίζονται σε αδιάσειστα επιστημονικά στοιχεία και στην αρχή της προφύλαξης.
314 Η Επιτροπή υποστήριξε στο σημείο 1 (σελίδα 21) του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το σημείο 3.1.1 (σελίδα 77) του παραρτήματος III της ίδιας απόφασης, ότι η έκφραση «αδιάσειστα επιστημονικά στοιχεία» σημαίνει «στοιχεία ως προς τα οποία δεν υφίστανται αμφιβολίες». Υποστήριξε επίσης στο σημείο 3.1.1 του τμήματος 3 (σελίδα 77) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε «ιδιαιτέρως υπόψη τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία κατά την κατάρτιση των κριτηρίων αειφορίας για τον μετριασμό των σημαντικών περιβαλλοντικών κινδύνων στην [οδηγία] RED II».
315 Η απάντηση αυτή ενέχει πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως και, ως εκ τούτου, συνιστά παράβαση του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
316 Συγκεκριμένα, πρώτον, η Επιτροπή δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα προς στήριξη του ότι ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός βασιζόταν σε επιστημονικά στοιχεία.
317 Δεύτερον, η Επιτροπή, επισημαίνοντας στο σημείο 1 του παραρτήματος II (σελίδα 23) της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το σημείο 3.1.1 του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης (σελίδα 77), ότι «[π]ρακτικώς καμία οικονομική δραστηριότητα δεν θα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για την ταξινομία εάν τα [τεχνικά κριτήρια ελέγχου] βασίζονταν αποκλειστικά στις πλέον συνετές επιστημονικές παραδοχές, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές απαιτήσεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία», η Επιτροπή αναγνώρισε ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου θεμελιώνονταν σε μη επιστημονικές εκτιμήσεις.
318 Τρίτον, η Επιτροπή δέχθηκε στο σημείο 2.1, στοιχείο βʹ, σημείο ii (σελίδα 30), του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός απέκλινε από τις συστάσεις που διατυπώθηκαν με την έκθεση της ομάδας τεχνικών εμπειρογνωμόνων για τη βιώσιμη χρηματοδότηση με σκοπό τον περιορισμό του φάσματος των επιλέξιμων πρώτων υλών «προκειμένου να εφαρμοστεί η επιλογή που ευθυγραμμίζει το επίπεδο της σημαντικής συμβολής που περιλαμβάνεται στα τεχνικά κριτήρια ελέγχου με το υψηλότερο επίπεδο χρηστικότητας των κριτηρίων αυτών και τη συμμόρφωση με την [οδηγία] RED II». Ως προς το σημείο αυτό, η Επιτροπή δεν επιχείρησε καν να υποστηρίξει ότι οι επιλογές που έγιναν με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό βασίζονταν σε επιστημονικά στοιχεία. Ως εκ τούτου, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι είναι εσφαλμένος ο περιλαμβανόμενος στην προσβαλλόμενη απόφαση ισχυρισμός ότι η Επιτροπή έλαβε «ιδιαιτέρως υπόψη» τα επιστημονικά στοιχεία.
319 Εξάλλου, οι προσφεύγουσες επισήμαναν στην αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης ότι η Επιτροπή δεν εφάρμοσε την αρχή της προφύλαξης κατά τον καθορισμό των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου όσον αφορά τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας. Λόγω των πολυάριθμων επιστημονικών προειδοποιήσεων σχετικά με τη βλάβη που προκαλεί η συγκομιδή και η καύση της δασικής βιομάζας στο κλίμα και τη βιοποικιλότητα η Επιτροπή θα έπρεπε στην πραγματικότητα να εξαιρέσει από τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας ή να θεσπίσει πολύ αυστηρότερα κριτήρια για τον μετριασμό των περιβαλλοντικών κινδύνων.
320 Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή απλώς επικαλέστηκε την αρχή της προφύλαξης προκειμένου να στηρίξει την άποψη ότι διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά την «προσαρμογή» των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου.
321 Οι προσφεύγουσες εκτιμούν ότι η απάντηση της Επιτροπής στις ως άνω ανησυχίες που εκφράστηκαν με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης είναι εσφαλμένη, καθόσον συνιστά παράβαση του εν λόγω άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν εξήγησε με ποιον τρόπο συμμορφώθηκε προς την αρχή αυτή. Επικαλούμενη τον «συμβιβασμό» στον οποίο ισχυριζόταν ότι έπρεπε να προβεί μεταξύ των απαιτήσεων που περιλαμβάνονται σε διάφορα σημεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία, η Επιτροπή σκοπίμως αγνόησε την εξέλιξη της επιστήμης, δίνοντας προτεραιότητα σε οικονομικές και πολιτικές εκτιμήσεις αντί να διασφαλίσει υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος, όπως προκύπτει από το σημείο 3.1.1 του παραρτήματος III (σελίδα 77) της προσβαλλόμενης απόφασης.
322 Η Επιτροπή αντικρούει τα ως άνω επιχειρήματα.
323 Διαπιστώνεται ότι ο ένατος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος, όπως προκύπτει από τις ακόλουθες σκέψεις.
324 Κατά πρώτον, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών ότι η Επιτροπή δεν έδωσε επαρκή απάντηση όσον αφορά την προβαλλόμενη έλλειψη αδιάσειστων επιστημονικών στοιχείων προς στήριξη του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (βλ. σκέψεις 316 έως 318 ανωτέρω).
325 Πρώτον, το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η Επιτροπή «δεν προέβαλε κανένα απολύτως επιχείρημα για να υποστηρίξει ότι η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη βασιζόταν σε οποιοδήποτε επιστημονικό στοιχείο» (βλ. σκέψη 316 ανωτέρω) είναι αβάσιμο. Στο σημείο 3.1.1 του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης (σελίδα 33) –τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης στο οποίο παραπέμπει το σημείο 3.1.2 του παραρτήματος III (σελίδα 78) της εν λόγω απόφασης– η Επιτροπή δήλωσε ρητώς ότι «έλαβε ιδιαιτέρως υπόψη τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία κατά την κατάρτιση των κριτηρίων αειφορίας για τον μετριασμό των σημαντικών περιβαλλοντικών κινδύνων [που αναφέρονται] στην [οδηγία] RED II». Η δήλωση αυτή επαναλαμβάνεται, κατ’ ουσίαν, στην τελευταία περίοδο του σημείου 3.1.1 του εν λόγω παραρτήματος III.
326 Δεύτερον, είναι αβάσιμο το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι ο ισχυρισμός της Επιτροπής που μνημονεύεται στη σκέψη 317 ανωτέρω ισοδυναμεί με τη θέση ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου θεμελιώθηκαν σε μη επιστημονικές εκτιμήσεις.
327 Αφενός, όπως προκύπτει από το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία, οι εκτιμήσεις επιστημονικής φύσεως –οι οποίες χαρακτηρίζονται ως «επιστημονικά στοιχεία» στο άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού αυτού– δεν είναι οι μόνες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη θέσπιση των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου. Από το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε σε παράγοντες διαφορετικούς από τα εν λόγω «επιστημονικά στοιχεία» δεν μπορεί να συναχθεί παράβαση του άρθρου 19 του κανονισμού για την ταξινομία και, ειδικότερα, της παραγράφου του 1, στοιχείο στʹ.
328 Αφετέρου, στο μέτρο που οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή ακολούθησε αποκλειστικώς εκτιμήσεις μη επιστημονικής φύσεως, επισημαίνεται ότι το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της προσβαλλόμενης απόφασης. Πράγματι, η Επιτροπή, με τη θέση της που μνημονεύεται στη σκέψη 317 ανωτέρω, επισήμανε δύο διακριτά στοιχεία. Αφενός, άφησε να εννοηθεί ότι είχε πράγματι λάβει υπόψη επιστημονικά στοιχεία τα οποία θεωρούσε αδιάσειστα, όπως προκύπτει, ειδικότερα, από το σημείο 3.1.1 του παραρτήματος III της απόφασης αυτής (βλ. σκέψη 325 ανωτέρω). Αφετέρου, δήλωσε ότι έκρινε ότι ήταν σε θέση να σταθμίσει τα αποτελέσματα που προέκυψαν από την ανάλυση των στοιχείων αυτών με τις λοιπές παραμέτρους του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία. Καμία από τις εκτιμήσεις αυτές δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η Επιτροπή καθοδηγήθηκε αποκλειστικά από εκτιμήσεις μη επιστημονικής φύσεως.
329 Τρίτον, το επιχείρημα που μνημονεύεται στη σκέψη 318 ανωτέρω στηρίζεται στην παραδοχή ότι η Επιτροπή δεν παρέσχε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ακριβείς ενδείξεις όσον αφορά τη συνεκτίμηση αδιάσειστων επιστημονικών στοιχείων κατά τη θέσπιση των επίμαχων τεχνικών κριτηρίων ελέγχου. Όπως, όμως, προκύπτει από τις σκέψεις 325 και 326 ανωτέρω, η παραδοχή αυτή είναι εσφαλμένη.
330 Βεβαίως, η Επιτροπή επισήμανε στο σημείο 2.1, στοιχείο βʹ, σημείο ii (σελίδα 30), του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης ότι θα μπορούσε «[ν]α ακολουθήσει τη σύσταση της [ομάδας τεχνικών εμπειρογνωμόνων για τη βιώσιμη χρηματοδότηση] και να περιορίσει το φάσμα των επιλέξιμων πρώτων υλών στα προηγμένα βιοκαύσιμα που περιλαμβάνονται στο παράρτημα IX, μέρος A, της οδηγίας RED II· [τ]ούτο θα μπορούσε να δώσει προτεραιότητα στην απαίτηση για φιλόδοξους περιβαλλοντικούς στόχους, πλην όμως θα μπορούσε και να υπονομεύσει τις απαιτήσεις περί συνοχής με τη νομοθεσία της Ένωσης, περί ίσων όρων ανταγωνισμού και περί χρηστικότητας για τους οικονομικούς φορείς». Εντούτοις, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή επέλεξε τη λύση που καθιστά δυνατό τον όσο το δυνατόν αρμονικότερο συνδυασμό των διαφόρων παραμέτρων που απορρέουν από το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία και όχι, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, ότι δεν επιχείρησε καν να υποστηρίξει ότι οι επιλογές που έγιναν στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό στηρίζονταν σε επιστημονικά στοιχεία, ούτε ότι ήταν εσφαλμένο να υποστηριχθεί, όπως έπραξε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι έλαβε «ιδιαιτέρως υπόψη» επιστημονικά στοιχεία (βλ. σκέψη 318 ανωτέρω).
331 Κατά δεύτερον, οι προσφεύγουσες δεν αποδεικνύουν ότι η απάντηση της Επιτροπής στις ανησυχίες που διατυπώθηκαν με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης όσον αφορά την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της προφύλαξης είναι εσφαλμένη διότι συνιστά παράβαση του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
332 Ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε με ποιον τρόπο συμμορφώθηκε προς την αρχή αυτή (βλ. σκέψη 321 ανωτέρω) είναι αβάσιμος. Πράγματι, οι εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στο σημείο 3.1.2 του παραρτήματος III (σελίδες 78 και 79) της προσβαλλόμενης απόφασης αφορούν ακριβώς την εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης, όπως συνάγεται ιδίως από τον ίδιο τον τίτλο του τμήματος αυτού καθώς και από τη ρητή παραπομπή στη σκέψη 81 της απόφασης της 6ης Μαΐου 2021, Bayer CropScience και Bayer κατά Επιτροπής (C‑499/18 P, EU:C:2021:367).
333 Εξάλλου, η δήλωση ότι η Επιτροπή προέβη σε «συμβιβασμό» μεταξύ των διαφόρων απαιτήσεων του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία δεν μπορεί να ερμηνευθεί, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, υπό την έννοια ότι η Επιτροπή «σκοπίμως» αγνόησε το στάδιο εξέλιξης της επιστήμης, δίνοντας προτεραιότητα σε οικονομικές και πολιτικές εκτιμήσεις, αντί να διασφαλίσει υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος (βλ. σκέψη 321 ανωτέρω). Αντιθέτως, στο σημείο 3.1.2 του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης (σελίδα 79), η Επιτροπή επισήμανε ότι, «όταν μια κατάσταση χαρακτηρίζεται από κενά στα δεδομένα, από εντατική επιστημονική συζήτηση σχετικά με την ερμηνεία της και από εξελισσόμενες τάσεις της αγοράς (ζήτηση, τιμές, εξωτερικές διαταραχές), τα αδιάσειστα επιστημονικά στοιχεία αποτελούν δυναμική αναφορά, όπως και η ίδια η οδηγία RED II». Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, η εκτίμηση αυτή της Επιτροπής δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι στηρίζεται στην εφαρμογή οικονομικών παραμέτρων «ανεξαρτήτως του σταδίου εξέλιξης της επιστήμης ή μη λαμβανομένου υπόψη του υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος».
334 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ο ένατος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δεκάτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις των προσφευγουσών σχετικά με τα κριτήρια της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» για τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας, υπό το πρίσμα της πρόληψης και της μείωσης της ρύπανσης και της προστασίας και της αποκατάστασης της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων
335 Με τον δέκατο λόγο ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι ορισμένες από τις απαντήσεις που έδωσε η Επιτροπή στο σημείο 3.3.2 του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τις ανησυχίες που εκτέθηκαν στην αίτησή τους για εσωτερική επανεξέταση όσον αφορά τα κριτήρια της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» για τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας υπό το πρίσμα της «πρόληψης και μείωσης της ρύπανσης» και της «προστασίας και της αποκατάστασης της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων», κατά την έννοια του άρθρου 9, στοιχεία εʹ, και στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, αντιστοίχως, αντιβαίνουν στο άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, και στο άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχεία εʹ και στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
336 Ο δέκατος λόγος ακυρώσεως διαρθρώνεται σε τρία σκέλη.
Επί του πρώτου σκέλους του δεκάτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ανεπάρκεια της απάντησης της Επιτροπής στις αιτιάσεις περί έλλειψης κατάλληλων κριτηρίων για την πρόληψη σημαντικών βλαβών στη βιοποικιλότητα και τα οικοσυστήματα
337 Κατά τις προσφεύγουσες, η απάντηση της Επιτροπής που περιλαμβάνεται στο σημείο 3.3.2, στοιχείο i (σελίδα 89), του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο παραπέμπει στο σημείο 3.1.3 (σελίδες 47 έως 49) του παραρτήματος II της ίδιας απόφασης, και αφορά τις ανησυχίες που εκφράστηκαν με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης ως προς τα κριτήρια τεχνικής εξέτασης της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» σχετικά με την «προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων», κατά την έννοια του άρθρου 9, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και, ως εκ τούτου, συνιστά παράβαση του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
338 Στο πλαίσιο του εν λόγω σημείου 3.3.2, στοιχείο i (σελίδα 89), του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στο σημείο 3.1.3 (σελίδες 47 έως 49) του παραρτήματος II της ίδιας απόφασης. Επιπλέον, υποστήριξε ότι η διατύπωση των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» σχετικά με τη βιοποικιλότητα επελέγη προκειμένου να διασφαλιστεί η χρηστικότητά τους, ιδίως εκτός της Ένωσης. Η Επιτροπή παρέπεμψε, επίσης, στην οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ 1992, L 206, σ. 7, στο εξής: οδηγία για τους οικοτόπους), και στα κριτήρια αειφορίας της οδηγίας RED II. Επικαλέστηκε επίσης την πρότασή της για αναθεώρηση της οδηγίας RED II, η οποία περιλάμβανε «αυστηρότερους κανόνες για τον εφοδιασμό δασικής βιομάζας όσον αφορά τις περιοχές με μεγάλη βιοποικιλότητα». Τέλος, η Επιτροπή υπενθύμισε στην αιτιολογική σκέψη 31 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τις δραστηριότητες βιοενέργειας θα πρέπει να αναθεωρούνται ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις πολιτικής, όπως η αναθεώρηση της οδηγίας RED II. Εξάλλου, δήλωσε ότι επρόκειτο να εξετάσει όλα τα κρίσιμα συμπληρωματικά επιστημονικά στοιχεία ώστε να ληφθούν υπόψη τα αποτελέσματα κάθε τρέχουσας ή μελλοντικής αναθεώρησης πολιτικής, όπως η αναθεώρηση της οδηγίας RED II.
339 Οι απαντήσεις αυτές ενέχουν, κατά τις προσφεύγουσες, πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως, για τους ακόλουθους λόγους:
340 Πρώτον, στο μέτρο που η Επιτροπή επικαλέστηκε την οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ 2012, L 26, σ. 1, στο εξής: οδηγία ΕΠΕ), δεν λαμβάνει υπόψη ότι, συχνά, η υλοτομία δεν πληροί τα κριτήρια που δικαιολογούν μια εκτίμηση δυνάμει των οδηγιών αυτών. Συγκεκριμένα, οι προσφεύγουσες φρονούν ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ έχει εφαρμογή μόνο σε περιορισμένο πεδίο έργων, ήτοι σε εκείνα που απαριθμούνται στο παράρτημα II της οδηγίας αυτής. Τα δυνητικώς συναφή έργα του παραρτήματος II είναι μόνον η «[α]ρχική δάσωση και αποδάσωση με σκοπό άλλη μορφή χρήσεων γης» (βλ. σημείο 1, στοιχείο δʹ, του παραρτήματος II της οδηγίας ΕΠΕ), αλλά, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, η υλοτομία με σκοπό την παραγωγή βιομάζας για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας δεν καταλήγει σε άλλη μορφή χρήσεων γης, όπερ σημαίνει ότι τα μέτρα προστασίας που προβλέπει η οδηγία ΕΠΕ δεν εφαρμόζονται κατά κανόνα στην υλοτομία με σκοπό την παραγωγή βιομάζας. Η Επιτροπή δεν ανέφερε καν τον λόγο για τον οποίο τα κριτήρια αυτά θα μπορούσαν να είναι επαρκή ώστε να διασφαλιστεί ότι οι δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας δεν βλάπτουν σημαντικά τη βιοποικιλότητα και τα οικοσυστήματα. Το γεγονός ότι το γράμμα των εν λόγω κριτηρίων παραπέμπει «στην εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία ή σε ισοδύναμα διεθνή πρότυπα» δεν αρκεί για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα ότι ορισμένες τρίτες χώρες διαθέτουν νομοθεσία η οποία παρέχει μικρή προστασία και εφαρμόζουν ελλιπώς τους κανόνες για την προστασία του περιβάλλοντος. Τέλος, όσον αφορά τις εκτιμήσεις της Επιτροπής σχετικά με την οδηγία για τους οικοτόπους, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η υλοτομία δεν πληροί τα κριτήρια που δικαιολογούν μια εκτίμηση δυνάμει της οδηγίας αυτής. Συναφώς, παραπέμπουν στους ισχυρισμούς που εξέθεσαν στο πλαίσιο της αίτησης επανεξέτασης, σε σχέση με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που περιλαμβάνονται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό.
341 Δεύτερον, η παραπομπή στα κριτήρια αειφορίας της οδηγίας RED II είναι «αλυσιτελής», δεδομένου ότι, στον τομέα της βιοποικιλότητας, τα κριτήρια αυτά απαιτούν μόνον την ύπαρξη νομοθεσίας ή «συστημάτων διαχείρισης» στο επίπεδο των δασικών περιοχών εφοδιασμού που διασφαλίζουν ότι η υλοτομία πραγματοποιείται μεριμνώντας για τη «διατήρηση της ποιότητας του εδάφους και της βιοποικιλότητας, με στόχο την ελαχιστοποίηση των αρνητικών επιπτώσεων». Εντούτοις, τα κριτήρια αυτά δεν καθορίζουν κατώτατο όριο ούτε αποκλείουν τις πρακτικές υλοτομίας οι οποίες, όπως η ολική αποψίλωση, προκαλούν σημαντική βλάβη στη βιοποικιλότητα.
342 Τρίτον, δεν είναι λυσιτελής η επίκληση της μελλοντικής αναθεώρησης της οδηγίας RED II προκειμένου να δικαιολογηθούν τα κενά στα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης». Το γεγονός ότι τα κριτήρια της οδηγίας RED II ενδέχεται να υποστούν μεταγενέστερες τροποποιήσεις δεν απαλλάσσει τα θεσμικά όργανα από την υποχρέωση να διασφαλίσουν ότι τα κριτήρια αυτά πληρούν τις απαιτήσεις του κανονισμού για την ταξινομία κατά τη δημοσίευση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού.
343 Η Επιτροπή αντικρούει τα ως άνω επιχειρήματα.
344 Το πρώτο σκέλος του δεκάτου λόγου ακυρώσεως είναι αβάσιμο, όπως προκύπτει από τις ακόλουθες σκέψεις.
345 Υπενθυμίζεται προκαταρκτικώς ότι, κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, λαμβανομένου υπόψη του κύκλου ζωής των προϊόντων και υπηρεσιών που παρέχονται από μια οικονομική δραστηριότητα, μεταξύ άλλων στοιχείων από τις υφιστάμενες αξιολογήσεις του κύκλου ζωής, η οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ότι βλάπτει σημαντικά την προστασία και την αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων, όταν «i) είναι σε σημαντικό βαθμό επιβαρυντική για την καλή κατάσταση και την ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων ή ii) είναι επιβαρυντική για την κατάσταση διατήρησης οικότοπων και ειδών, συμπεριλαμβανομένων όσων είναι ενωσιακού ενδιαφέροντος».
346 Όπως προκύπτει από το σημείο 193 του δικογράφου της προσφυγής, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, αντιθέτως προς όσα έκρινε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου σχετικά με την επίμαχη αρχή της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» δεν είναι ικανά να διασφαλίσουν ότι η επίμαχη οικονομική δραστηριότητα δεν πρέπει να θεωρηθεί ως δραστηριότητα η οποία «είναι σε σημαντικό βαθμό επιβαρυντική για την καλή κατάσταση και την ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων» (βλ. άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, σημείο i, του κανονισμού για την ταξινομία) ούτε ως δραστηριότητα η οποία «είναι επιβαρυντική για την κατάσταση διατήρησης οικότοπων και ειδών, συμπεριλαμβανομένων όσων είναι ενωσιακού ενδιαφέροντος» (βλ. άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, σημείο ii, του κανονισμού για την ταξινομία).
347 Τα επιχειρήματα αυτά δεν παρέχουν, ωστόσο, εξηγήσεις από τις οποίες να προκύπτει για ποιον λόγο υπήρξε παράβαση διάταξης κάποιου από τα σημεία του εν λόγω άρθρου 17, παράγραφος 1, και, επομένως, δεν μπορούν να αποδείξουν ότι η απάντηση της Επιτροπής που περιλαμβάνεται στο σημείο 3.3.2, στοιχείο i (σελίδα 89), του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αντίθετη προς το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία. Τα επιχειρήματα αυτά δεν αναιρούν το βάσιμο της εκτίμησης στην οποία προέβη η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως συνάγεται από τα ακόλουθα στοιχεία.
348 Πρώτον, δεν απαιτείται, όσον αφορά την ευθυγράμμιση με τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού για τη θερμοκρασία, εξέταση της «αποτελεσματικότητας» των διαφόρων μηχανισμών και διαδικασιών εκτίμησης που περιέχονται στις διατάξεις της οδηγίας για τους οικοτόπους και της οδηγίας ΕΠΕ, τις οποίες μνημονεύει η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση.
349 Το ζήτημα της «αποτελεσματικότητας» των οδηγιών αυτών όσον αφορά την ευθυγράμμιση με τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού για τη θερμοκρασία, στο οποίο στηρίζεται η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών, εμπίπτει στα νομοθετικά προνόμια του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου. Οι διατάξεις των συγκεκριμένων οδηγιών αποτελούν το κρίσιμο νομικό πλαίσιο σε αυτό το στάδιο εξέλιξης του δικαίου της Ένωσης, το οποίο η Επιτροπή δεν μπορεί να παρακάμψει. Επομένως, το γεγονός ότι η Επιτροπή παρέπεμψε, με την απάντησή της, στις εν λόγω οδηγίες δεν δύναται να συνιστά πλάνη περί το δίκαιο.
350 Εν πάση περιπτώσει, δεν αποδεικνύονται οι προβαλλόμενες από τις προσφεύγουσες ανεπάρκειες των εκτιμήσεων που περιλαμβάνονται στο τρίτο και στο τέταρτο εδάφιο του σημείου 3.1.3 (σελίδα 48) του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες αφορούν τον μηχανισμό προστασίας του περιβάλλοντος που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, καθώς και στο σημείο 1, στοιχείο δʹ, του παραρτήματος II της οδηγίας ΕΠΕ, ή ακόμη την εκτίμηση που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους.
351 Όσον αφορά το ζήτημα που εγείρει η οδηγία ΕΠΕ, δεν μπορεί να θεωρηθεί «ελάχιστα πιθανό», αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, ότι η συγκομιδή δασικής βιομάζας για την παραγωγή δασικής βιομάζας εμπίπτει στο παράρτημα II της οδηγίας ΕΠΕ ή ότι τα μόνα δυνητικώς συναφή «έργα» στο πλαίσιο της οδηγίας ΕΠΕ είναι η «[α]ρχική δάσωση και αποδάσωση με σκοπό άλλη μορφή χρήσεων γης», για την οποία γίνεται λόγος στο σημείο 1, στοιχείο δʹ, του παραρτήματος II της οδηγίας ΕΠΕ, διευκρινιζομένου ότι, όπως υπενθυμίζουν οι προσφεύγουσες, η μετατροπή με σκοπό άλλη μορφή χρήσεων γης συνεπάγεται και αλλαγή της χρήσης γης.
352 Πράγματι, αφενός, η συγκομιδή δασικής βιομάζας η οποία συνιστά έργο αγροτικού αναδασμού μπορεί επίσης να εμπίπτει στο σημείο 1, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος II της οδηγίας ΕΠΕ.
353 Αφετέρου, η ερμηνεία του σημείου 1, στοιχείο δʹ, του παραρτήματος II της οδηγίας ΕΠΕ από τις προσφεύγουσες δεν συνάδει με την ευρεία ερμηνεία που έχει δώσει το Δικαστήριο στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής. Από τις σκέψεις 32 έως 38 της απόφασης της 7ης Αυγούστου 2018, Prenninger κ.λπ. (C‑329/17, EU:C:2018:640), προκύπτει ότι ακόμη και οι εργασίες διάνοιξης διαδρόμων για την εγκατάσταση και τη λειτουργία εναέριας γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας εμπίπτουν στο σημείο 1, στοιχείο δʹ, του παραρτήματος II της οδηγίας ΕΠΕ. Από τη μεταφορά, mutatis mutandis, των συμπερασμάτων που πρέπει να αντληθούν από την εν λόγω απόφαση στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι κάθε δραστηριότητα συγκομιδής δασικής βιομάζας που πραγματοποιείται με σκοπό να προσδώσει στα οικεία εδάφη «νέα χρήση» γης εμπίπτει στο παράρτημα II, σημείο 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας ΕΠΕ και συνεπάγεται, ως εκ τούτου, την υποχρέωση εκτίμησης των επιπτώσεών της στο περιβάλλον, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ.
354 Όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η απάντηση της Επιτροπής είναι εσφαλμένη, δεδομένου ότι η οδηγία για τους οικοτόπους είναι ανεπαρκής, διότι η υλοτομία δεν εμπίπτει στις απαιτήσεις που δικαιολογούν εκτίμηση βάσει της οδηγίας αυτής, επισημαίνονται τα ακόλουθα.
355 Δεν τεκμηριώνεται το επιχείρημα σχετικά με την προβαλλόμενη ανεπάρκεια της απαίτησης που περιλαμβάνεται στο προσάρτημα Δ των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού για τις εγκαταστάσεις και τις δραστηριότητες που βρίσκονται σε ευαίσθητες από άποψη βιοποικιλότητας περιοχές ή κοντά σε αυτές. Όπως επισήμανε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι απαιτήσεις του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους, στις οποίες παραπέμπει η υποσημείωση 3 του προσαρτήματος Δ των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, διασφαλίζουν ότι η επιτρεπόμενη υλοτομία δεν βλάπτει σημαντικά την ακεραιότητα μιας περιοχής, έστω και μόνο μέσω της λήψης μέτρων άμβλυνσης και αντιστάθμισης. Μολονότι το κριτήριο της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης», που διατυπώνεται στο προσάρτημα Δ των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, δεν απαγορεύει την υλοτομία στις περιοχές του δικτύου Natura 2000 –όπως και η οδηγία για τους οικοτόπους–, απαιτεί εντούτοις «να έχει διενεργηθεί κατάλληλη εκτίμηση, κατά περίπτωση, και, με βάση τα πορίσματά της, να εφαρμόζονται τα αναγκαία μέτρα μετριασμού». Επομένως, τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίζουν προστατευτικά μέτρα για τους δασικούς οικοτόπους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που βρίσκονται εκτός των περιοχών Natura 2000. Βεβαίως, τα πραγματικά στοιχεία που επικαλούνται οι προσφεύγουσες προκειμένου να αποδείξουν την προβαλλόμενη αναποτελεσματικότητα των διατάξεων της οδηγίας για τους οικοτόπους και, ως εκ τούτου, των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου της επίμαχης αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης», ήτοι την υλοτομία στην Πολωνία και στην Εσθονία «χωρίς να έχει διενεργηθεί εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων», καταδεικνύουν ακραίες και ανησυχητικές καταστάσεις. Παρά ταύτα, οι ειδικές αυτές περιστάσεις δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση ούτε τον σκοπό, ούτε την αποτελεσματικότητα των διατάξεων της οδηγίας για τους οικοτόπους, ούτε, ως εκ τούτου, το βάσιμο των θέσεων της Επιτροπής που περιλαμβάνονται στη σελίδα 48 του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης.
356 Καθόσον οι προσφεύγουσες αμφισβητούν επίσης την εκτίμηση της Επιτροπής στο τέταρτο εδάφιο της σελίδας 48 (σημείο 3.1.3) του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το οποίο «[η] διατύπωση γενικών προϋποθέσεων [του τεχνικού κριτηρίου ελέγχου της αρχής της “μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης”] για την προστασία και την αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων, όπως ορίζονται στο προσάρτημα Δ του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, διευρύνθηκε επίσης σκοπίμως για να καλύψει δραστηριότητες οι οποίες δεν θα υπάγονταν στην απαιτούμενη από την οδηγία για τους οικοτόπους δέουσα εκτίμηση ή στην εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων που απαιτείται από την οδηγία [ΕΠΕ], αλλά θα ενέπιπταν σε ισοδύναμες νομοθετικές διατάξεις[· τούτο εξηγεί τη φράση “σύμφωνα με ισοδύναμη ισχύουσα εθνική νομοθεσία ή διεθνή πρότυπα” [που περιλαμβάνεται] στην υποσημείωση 3 του προσαρτήματος Δ του παραρτήματος Ι του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού».
357 Καίτοι, κατά τις προσφεύγουσες, η παραπομπή της Επιτροπής στην «ισοδύναμη ισχύουσα εθνική νομοθεσία ή διεθνή πρότυπα» (βλ. επίσης την υποσημείωση 3 του προσαρτήματος Δ των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού) δεν είναι ικανή να επιλύσει το πρόβλημα που τίθεται λόγω των «νομοθεσιών που παρέχουν πολύ μικρή προστασία» σε ορισμένες χώρες που «προβαίνουν σε ανεπαρκή εφαρμογή των κανόνων προστασίας του περιβάλλοντος», το επιχείρημα αυτό δεν είναι ικανό να άρει τη νομιμότητα της απάντησης της Επιτροπής. Επομένως, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
358 Εντεύθεν συνάγεται ότι η παραπομπή της Επιτροπής, με την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σημείο 3.1.3 του παραρτήματος II), στην υποσημείωση 3 του προσαρτήματος Δ των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού δεν περιορίζεται σε απλή συνεκτίμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που βρίσκονται σε τρίτες χώρες οι οποίες έχουν ορισμένη περιβαλλοντική νομοθεσία. Από την ανάγνωση της υποσημείωσης 3 του προσαρτήματος Δ των παραρτημάτων Ι και ΙΙ του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού προκύπτει ότι πρόθεση της Επιτροπής ήταν να αναφερθεί αποκλειστικώς στις τρίτες χώρες που διαθέτουν νομοθεσία «ισοδύναμη» με εκείνη της Ένωσης όσον αφορά τις εκτιμήσεις που προβλέπονται στην οδηγία 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ 2010, L 20, σ. 7) και στην οδηγία για τους οικοτόπους.
359 Ο όρος «ισοδύναμη», ο οποίος χρησιμοποιείται στο επιχείρημα των προσφευγουσών και στην υποσημείωση 3 του προσαρτήματος Δ των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού και αφορά τόσο τη νομοθεσία τρίτων χωρών όσο και τα μνημονευόμενα διεθνή πρότυπα, αποσκοπεί ακριβώς στο να αποκλείσει το ενδεχόμενο να θεωρηθεί μια οικονομική δραστηριότητα σύμφωνη με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης», όταν η εκτίμηση της σχετικής οικονομικής δραστηριότητας πραγματοποιήθηκε κατ’ εφαρμογήν «νομοθεσιών που παρέχουν πολύ μικρή προστασία» ή όταν μια τέτοια δραστηριότητα έχει εκτιμηθεί με «ανεπαρκή εφαρμογή των κανόνων προστασίας του περιβάλλοντος». Από την υποσημείωση 3 του προσαρτήματος Δ των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, όπως μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι μια οικονομική δραστηριότητα η οποία δεν κατέστη δυνατό να εκτιμηθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία τρίτης χώρας σε αντίστοιχο επίπεδο («ισοδύναμο») με τη νομοθεσία της Ένωσης αντιβαίνει στο εν λόγω προσάρτημα Δ. Τούτο αποκλείει το ενδεχόμενο η δραστηριότητα αυτή να χαρακτηριστεί ως «περιβαλλοντικά βιώσιμη» κατά την έννοια των άρθρων 1 και 3 του κανονισμού για την ταξινομία.
360 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων, το πρόβλημα που συνδέεται με τις τρίτες χώρες στις οποίες το επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος είναι ανεπαρκές δεν ανάγεται, ως εκ τούτου, σε κατάσταση η οποία δεν αντιμετωπίζεται προσηκόντως με την προσβαλλόμενη απόφαση.
361 Δεύτερον, είναι αβάσιμα τα επιχειρήματα ότι η παραπομπή στα κριτήρια αειφορίας της οδηγίας RED II είναι «αλυσιτελής», δεδομένου ότι τα κριτήρια του προσαρτήματος Δ των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού δεν καθορίζουν «κανένα κατώτατο όριο» ούτε αποκλείουν τις «πρακτικές υλοτομίας οι οποίες, όπως η ολική αποψίλωση, προκαλούν σημαντική βλάβη στη βιοποικιλότητα».
362 Αφενός, το παράδειγμα της ολικής αποψίλωσης, το οποίο επικαλούνται οι προσφεύγουσες, αποτελεί μια πραγματικότητα της δασικής οικονομίας που ορίζεται με διαφορετικό τρόπο στις νομοθεσίες των διαφόρων κρατών, με βάση διαφορετικά κατώτατα όρια, όπως μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 29, παράγραφος 6, στοιχείο αʹ, σημείο iv, και το άρθρο 29, παράγραφος 6, στοιχείο βʹ, σημείο iv, της οδηγίας RED II. Αντίστοιχη ποικιλομορφία ορισμών για τα κατώτατα όρια όσον αφορά την ολική αποψίλωση απαντά επίσης και στα κράτη μέλη της Ένωσης. Επομένως, η ολική αποψίλωση όχι μόνο δεν θεωρείται συστηματικώς προβληματική, όπως αφήνουν να εννοηθεί οι προσφεύγουσες, αλλά, ανάλογα με την περίπτωση, άλλοτε απαγορεύεται, άλλοτε γίνεται δεκτή ως αποδεκτή πρακτική, ή ακόμη και επιτρέπεται υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στις νομοθεσίες των κρατών μελών. Ως εκ τούτου, η ολική αποψίλωση έχει αμφίσημο χαρακτήρα, στο μέτρο που οι συνέπειές της για το περιβάλλον δεν είναι πάντοτε αρνητικές. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, ότι κάθε ολική αποψίλωση εμπίπτει κατ’ ανάγκην στην έννοια της δραστηριότητας η οποία «είναι σε σημαντικό βαθμό επιβαρυντική για την καλή κατάσταση και την ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων» (βλ. άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, σημείο i, του κανονισμού για την ταξινομία) ή στην έννοια της δραστηριότητας η οποία «είναι επιβαρυντική για την κατάσταση διατήρησης οικότοπων και ειδών, συμπεριλαμβανομένων όσων είναι ενωσιακού ενδιαφέροντος» (βλ. άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, σημείο ii, του κανονισμού για την ταξινομία).
363 Αφετέρου, αν πρόθεση των προσφευγουσών ήταν να αναφερθούν μόνον στην εν δυνάμει επιβλαβή ολική αποψίλωση –αποκλειομένης της ολικής αποψίλωσης που είναι ωφέλιμη για το δάσος–, δεν προκύπτει σαφώς ποιο «πανευρωπαϊκό κατώτατο όριο», ήτοι ενιαίο, θα μπορούσε να είχε καθορίσει η Επιτροπή με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου, προκειμένου να αντιμετωπίσει προσηκόντως την προβληματική αυτή. Μια τέτοια εναρμόνιση θα είχε εναρμονίσει, κατά συνέπεια, τα εφαρμοστέα στον τομέα αυτό εθνικά κατώτατα όρια. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς να υπάρχει κίνδυνος να θιγεί τόσο η νομική βάση του κανονισμού για την ταξινομία, ήτοι το άρθρο 114 ΣΛΕΕ, όσο και η αρχή της επικουρικότητας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, ΣΕΕ. Πράγματι, η ολική αποψίλωση αποτελεί πρακτική για την οποία τα κράτη μέλη της Ένωσης έχουν καθορίσει τα δικά τους ποσοτικά κατώτατα όρια –εκφραζόμενα ιδίως σε εκτάρια– πέραν των οποίων η πρακτική αυτή απαγορεύεται. Τα ποσοτικά αυτά κατώτατα όρια διαφέρουν λόγω των εθνικών ή τοπικών γεωγραφικών ανομοιομορφιών, καθώς και λόγω των ειδών που εμπλέκονται. Οι προσφεύγουσες ουδέποτε ανέφεραν στην Επιτροπή ή στο Γενικό Δικαστήριο πώς θα μπορούσαν να εναρμονιστούν τα εν λόγω εθνικά κατώτατα όρια, χωρίς η Επιτροπή να παραβιάσει, με τον τρόπο αυτό, την αρχή της επικουρικότητας.
364 Τρίτον, είναι αβάσιμα τα επιχειρήματα ότι είναι αλυσιτελής η επίκληση της επικείμενης αναθεώρησης της οδηγίας RED II προς αιτιολόγηση των «κενών» των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης».
365 Αφενός, οι προσφεύγουσες δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη «κενού» στα εν λόγω τεχνικά κριτήρια ελέγχου ούτε διευκρινίζουν ποιο συγκεκριμένο στοιχείο ελλείπει. Αφετέρου, η παραπομπή της Επιτροπής στην επικείμενη αναθεώρηση της οδηγίας RED II προκύπτει ότι είναι λυσιτελής. Με τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή ανακοίνωσε τη διαθεσιμότητά της –ή ακόμη και την υποχρέωσή της– να προσαρμόσει τα επίμαχα τεχνικά κριτήρια ελέγχου ώστε να ληφθούν υπόψη μελλοντικές τροποποιήσεις της οδηγίας RED II υπό το πρίσμα των εξελίξεων της επιστήμης ή του δικαίου της Ένωσης που διέπει και πλαισιώνει την έγκριση των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή δεν δικαιούτο να ανακοινώσει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τη διαθεσιμότητά της να τροποποιήσει τα επίμαχα τεχνικά κριτήρια ελέγχου, προκειμένου να ανταποκριθεί στις εξελίξεις της επιστήμης ή στις τροποποιήσεις της νομοθεσίας της Ένωσης. Η υποχρέωση της Επιτροπής να επανεξετάζει τακτικά τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του κανονισμού για την ταξινομία προβλέπεται ρητώς στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου.
366 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων στοιχείων, το πρώτο σκέλος του δεκάτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου σκέλους του δεκάτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι ενέχει σφάλματα η απάντηση της Επιτροπής στις αιτιάσεις σχετικά με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» για την πρόληψη και τον έλεγχο της ρύπανσης
367 Κατά τις προσφεύγουσες, η απάντηση της Επιτροπής που περιλαμβάνεται στο σημείο 3.3.2, στοιχείο ii (σελίδες 89 και 90) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης συνιστά παράβαση του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
368 Η Επιτροπή δεν προέβαλε, με το σημείο 3.3.1, στοιχείο ii, του παραρτήματος III (σελίδες 89 και 90) της προσβαλλόμενης απόφασης, κανένα δομημένο επιχείρημα προς αντίκρουση της αιτίασης των προσφευγουσών ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» για την πρόληψη και τον έλεγχο της ρύπανσης είναι ανεπαρκή προκειμένου να καθοριστεί αν οι σχετικές με τη δασική βιοενέργεια δραστηριότητες «οδηγ[ούν] σε σημαντική αύξηση των εκπομπών ρύπων στην ατμόσφαιρα, στα ύδατα ή στο έδαφος, σε σύγκριση με την κατάσταση πριν από την έναρξη της δραστηριότητας», σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Στο τμήμα αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή αρκέστηκε να επισημάνει ότι οι προσφεύγουσες είχαν ερμηνεύσει εσφαλμένα την έννοια των «βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών» του άρθρου 3, παράγραφος 10, της οδηγίας 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, περί βιομηχανικών εκπομπών (ΕΕ 2010, L 334, σ. 17, στο εξής: οδηγία περί βιομηχανικών εκπομπών), και ότι η εφαρμογή των «βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών» «απ[έφερε] τα βέλτιστα αποτελέσματα από άποψη περιβαλλοντικής αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας».
369 Οι προσφεύγουσες φρονούν ότι η Επιτροπή δεν έδωσε καμία απάντηση σχετικά με τη μη πρόβλεψη ποσοτικών απαιτήσεων όσον αφορά την έκταση της μείωσης των εκπομπών στις περιοχές που υπερβαίνουν τα όρια ρύπανσης.
370 Τέλος, όσον αφορά τη ρύπανση που συνδέεται με την παραγωγή συσσωματωμάτων ξύλου, η Επιτροπή αρκέστηκε να υποστηρίξει ότι, «[π]αρότι διενεργήθηκε ενδελεχής εξέταση, η γενικευμένη ενσωμάτωση των σχετικών με τον κύκλο ζωής εκτιμήσεων στα κριτήρια [αποδείχθηκε] δυσχερής λόγω της έλλειψης δεδομένων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και να υποβληθούν σε σύγκριση (βλ. το έγγραφο με τίτλο “Taxonomy Regulation’s impact assesment”)».
371 Η Επιτροπή αντικρούει τα ως άνω επιχειρήματα.
372 Το δεύτερο σκέλος του δεκάτου λόγου ακυρώσεως είναι αβάσιμο για τους ακόλουθους λόγους.
373 Υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, λαμβανομένου υπόψη του κύκλου ζωής των προϊόντων και υπηρεσιών που παρέχονται από μια οικονομική δραστηριότητα, μεταξύ άλλων στοιχείων από τις υφιστάμενες αξιολογήσεις του κύκλου ζωής, μια οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ότι βλάπτει σημαντικά την πρόληψη και τον έλεγχο της ρύπανσης, όταν οδηγεί σε «σημαντική αύξηση των εκπομπών ρύπων στην ατμόσφαιρα, στα ύδατα ή στο έδαφος, σε σύγκριση με την κατάσταση πριν από την έναρξη της δραστηριότητας».
374 Κανένα από τα επιχειρήματα που παρατίθενται στη σκέψη 368 ανωτέρω δεν αποδεικνύει την ύπαρξη πλάνης περί το δίκαιο υπό το πρίσμα παράβασης των προϋποθέσεων του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα αυτά δεν αναιρούν το βάσιμο των εκτιμήσεων στις οποίες προέβη η Επιτροπή με το σημείο 3.3.2, στοιχείο ii (σελίδες 89 και 90), του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης.
375 Πράγματι, κατά πρώτον, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών ότι η Επιτροπή δεν έδωσε δομημένη απάντηση προς αντίκρουση των αιτιάσεων που προέβαλαν με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης, αλλά αρκέστηκε να τους προσάψει ότι ερμήνευσαν εσφαλμένως την έννοια των «βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών» του άρθρου 3, παράγραφος 10, της οδηγίας περί βιομηχανικών εκπομπών.
376 Οι προσφεύγουσες δεν εκθέτουν επακριβώς τους λόγους για τους οποίους το γεγονός ότι η Επιτροπή στήριξε την απάντησή της στην έννοια των «βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών» του άρθρου 3, παράγραφος 10, της οδηγίας περί βιομηχανικών εκπομπών αντιβαίνει στο άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Ειδικότερα, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν, στα επιχειρήματα αυτά, τα πραγματικά περιστατικά ή τα νομικά στοιχεία που μπορούν να συνδεθούν συγκεκριμένα με την έννοια της «σημαντικής αύξησης των εκπομπών ρύπων» ή ακόμη με τις κατηγορίες «ατμόσφαιρα», «ύδατα» ή «έδαφος» του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
377 Εξάλλου, η απάντηση την οποία έδωσε η Επιτροπή στο σημείο 3.3.2, στοιχείο ii (σελίδες 89 και 90), του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σχετικά εκτενής. Η απάντηση αυτή καθιστά δυνατή την κατανόηση του λόγου για τον οποίο η Επιτροπή χαρακτήρισε την έννοια των «βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών» του άρθρου 3, παράγραφος 10, της οδηγίας περί βιομηχανικών εκπομπών ως μία από τις θεμελιώδεις παραμέτρους στο πλαίσιο των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» για την πρόληψη και τον έλεγχο της ρύπανσης, η οποία μνημονεύεται στο σημείο 5 του πίνακα των κριτηρίων της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης», που περιλαμβάνεται στα σημεία 4.7, 4.8, 4.19, 4.20, 4.23 και 4.24 του παραρτήματος I και του παραρτήματος II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού.
378 Κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι η έννοια των «βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών» τοποθετήθηκε στο επίκεντρο των εν λόγω κριτηρίων δικαιολογούνταν από το γεγονός ότι πρόκειται για κριτήριο που αντιπροσωπεύει την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος στον τομέα αυτόν. Βεβαίως, η Επιτροπή δεν χρησιμοποιεί τον συγκεκριμένο όρο στην προσβαλλόμενη απόφαση. Εντούτοις, από την τελευταία περίοδο της πρώτης παραγράφου της σελίδας 90 της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία «η εφαρμογή των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών απ[έφερε] τα βέλτιστα αποτελέσματα από άποψη περιβαλλοντικής αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας», προκύπτει ότι η Επιτροπή στηρίζει εμμέσως την προσέγγισή της στην αναζήτηση αυτού του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος. Προκύπτει, επομένως, ότι η Επιτροπή είχε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η επίτευξη αυτού του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος αντικατοπτρίζει μια προσέγγιση την οποία απαιτεί ο νομοθέτης.
379 Οι προσφεύγουσες δεν εξηγούν, με τα επιχειρήματά τους, τον λόγο για τον οποίο η Επιτροπή όφειλε να αποκλίνει από το εν λόγω κριτήριο που αφορά τις «βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές» κατά το άρθρο 3, παράγραφος 10, της οδηγίας περί βιομηχανικών εκπομπών. Η σχετική επιχειρηματολογία των προσφευγουσών είναι ασαφής και ελλιπής. Δεν επεξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους η χρήση των «βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών», δηλαδή η επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος στον τομέα αυτόν, είναι απρόσφορη για την εκπλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού για την ταξινομία ή για την επίτευξη «των βέλτιστων αποτελεσμάτων από άποψη περιβαλλοντικής αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας» για τα οποία γίνεται λόγος στην απάντηση της Επιτροπής.
380 Κατά δεύτερον, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει ούτε το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στην αιτίαση σχετικά με τη μη πρόβλεψη απαιτήσεων όσον αφορά την έκταση της μείωσης των εκπομπών στις «περιοχές που υπερβαίνουν τα όρια ρύπανσης» (βλ. σκέψη 369 ανωτέρω).
381 Το επιχείρημα αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνον υπό το πρίσμα των αιτιάσεων που προβάλλουν οι προσφεύγουσες, με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης, σχετικά με τις εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε περιοχές οι οποίες δεν τηρούν τις «οριακές τιμές» για την ποιότητα του αέρα κατά την έννοια της οδηγίας 2008/50/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2008, για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα και καθαρότερο αέρα για την Ευρώπη (ΕΕ 2008, L 152, σ. 1). Το επιχείρημα ότι η Επιτροπή δεν έδωσε καμία απάντηση σχετικά με τη μη πρόβλεψη απαιτήσεων στις «περιοχές που υπερβαίνουν τα όρια ρύπανσης» είναι παραδεκτό στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής μόνο κατά το μέρος που διατυπώθηκε με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης. Επομένως, το επιχείρημα αυτό είναι παραδεκτό λαμβανομένων υπόψη των όσων προκύπτουν από το σημείο 366 της αίτησης αυτής. Οι προσφεύγουσες επέκριναν με την εν λόγω αίτηση τη μη πρόβλεψη απαιτήσεων για τις «περιοχές που υπερβαίνουν τα όρια ρύπανσης», και τούτο όχι γενικώς, αλλά για να επισημάνουν τη μη πρόβλεψη «ποσοτικού κατωτάτου ορίου» όσον αφορά την έκταση της μείωσης των εκπομπών.
382 Είναι αληθές ότι, στο σημείο 3.3.2, στοιχείο ii (σελίδες 89 και 90), του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή δεν παρέπεμψε ρητώς στο γράμμα του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού για την ταξινομία ούτε ανέφερε αν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ποσοτικά όρια για την έκταση της μείωσης των εκπομπών στις περιοχές που υπερέβαιναν τα όρια ρύπανσης και αν είχε υποχρεωθεί να αρκεστεί στην πρόβλεψη ποιοτικών κριτηρίων. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 3, και το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων του άρθρου 17 του ίδιου κανονισμού, «είναι ποσοτικά και περιλαμβάνουν κατώτατα όρια στο βαθμό που είναι δυνατόν, διαφορετικά είναι ποιοτικά».
383 Ως εκ τούτου, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή δεν έδωσε καμία απάντηση όσον αφορά τη μη πρόβλεψη απαιτήσεων για τις «περιοχές που υπερβαίνουν τα όρια ρύπανσης» στο σημείο 3.3.2, στοιχείο ii (σελίδες 89 και 90), του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης. Πράγματι, στο σημείο 1.3 (σελίδα 65) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης η Επιτροπή αντέκρουσε κάθε επιχείρημα σχετικά με τη μη πρόβλεψη ποσοτικών κριτηρίων, παραπέμποντας ρητώς στο άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Καίτοι το σημείο 1.3. (σελίδα 65) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης αφορά ευρύτερα τις αιτιάσεις που διατυπώνουν οι προσφεύγουσες, στο τμήμα IV.B της αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης (βλ., ειδικότερα, σημείο 108 της εν λόγω αίτησης), όσον αφορά την ύπαρξη «κατάχρησης εξουσίας» για τον λόγο ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής ζημίας» δεν περιέχουν ποσοτικά κατώτατα όρια, από το τμήμα αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, κατά την Επιτροπή, «[ο] ποιοτικός χαρακτήρας των κριτηρίων οφείλεται στην έλλειψη προσδιορισμένων βάσεων αναφοράς ή αποδεκτών παραμέτρων για τον καθορισμό ποσοτικών κριτηρίων ελέγχου για την προσαρμογή στο παρόν στάδιο, καθώς και στη σχετική έλλειψη ποσοτικών στόχων προσαρμογής σε εθνικό, τομεακό ή υποεθνικό επίπεδο». Επομένως, η απάντηση αυτή της Επιτροπής στις αιτιάσεις σχετικά με την ενδεχόμενη ύπαρξη «κατάχρησης εξουσίας» καλύπτει παράλληλα και την προβληματική σχετικά με τη μη πρόβλεψη ποσοτικών κριτηρίων, την οποία προέβαλαν οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του δεκάτου λόγου ακυρώσεως.
384 Κατά τρίτον, είναι αβάσιμο το επιχείρημα ότι, όσον αφορά τη ρύπανση που συνδέεται με την παραγωγή συσσωματωμάτων ξύλου, η Επιτροπή «αρκέστηκε» να υποστηρίξει ότι, «[π]αρότι διενεργήθηκε ενδελεχής εξέταση, η γενικευμένη ενσωμάτωση των σχετικών με τον κύκλο ζωής εκτιμήσεων στα κριτήρια [αποδείχθηκε] δυσχερής λόγω της έλλειψης δεδομένων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και να υποβληθούν σε σύγκριση» (βλ. σκέψη 370 ανωτέρω).
385 Αφενός, ελλείψει αναφοράς στις ειδικές ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, οι οποίες μνημονεύονται στη σκέψη 345 ανωτέρω, το επιχείρημα αυτό είναι αβάσιμο. Η σύνδεση μεταξύ αυτού του επιχειρήματος και της παραδοχής ότι ένας οικονομικός φορέας ο οποίος επιθυμεί να αποδείξει την περιβαλλοντική βιωσιμότητα της δραστηριότητάς του πρέπει να αποφεύγει να θεωρηθεί ότι η δραστηριότητα «i) είναι σε σημαντικό βαθμό επιβαρυντική για την καλή κατάσταση και την ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων, ή ii) είναι επιβαρυντική για την κατάσταση διατήρησης οικότοπων και ειδών, συμπεριλαμβανομένων όσων είναι ενωσιακού ενδιαφέροντος» ουδόλως προκύπτει κατά προφανή τρόπο.
386 Αφετέρου, διαπιστώνεται ότι, με την απάντηση που δόθηκε στο σημείο 3.3.2, στοιχείο ii (σελίδες 89 και 90), του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή δεν «αρκέστηκε» στη διαπίστωση που παρατίθεται στις σκέψεις 368 και 384 ανωτέρω. Αντιθέτως, όσον αφορά την προβληματική της ρύπανσης που συνδέεται με τη σκόνη από την παραγωγή συσσωματωμάτων ξύλου, η Επιτροπή συνόδευσε το παρατεθέν χωρίο με παρένθεση που παραπέμπει ρητώς στο έγγραφο με τίτλο «Taxonomy [Regulation]’s Impact Assessment», το οποίο μνημόνευσε, επιπλέον, στην υποσημείωση XXV της προσβαλλόμενης απόφασης και του οποίου ο πλήρης τίτλος έχει ως εξής: «Commission Staff Working Document “Impact Assessment”, accompanying the document “Proposal for a Regulation of the European Parliament and of the Council on the establishment of a framework to facilitate sustainable investment”, SWD(2018) 264 final, 24.5.2018».
387 Όπως προκύπτει από το σημείο 1.2 του παραρτήματος I της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο αφορά όλες τις οντότητες που υπέβαλαν αιτήσεις για την εσωτερική επανεξέταση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των προσφευγουσών, η Επιτροπή εκτιμά ότι βασίμως διαπιστώνει ότι οι «γενικοί και ειδικοί στόχοι του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού συνέχονται με τους στόχους του κανονισμού για την ταξινομία, οι οποίοι επεξηγούνται λεπτομερώς στο [έγγραφο με τίτλο “Taxonomy Impact Assessment”]». Αντί να περιοριστεί στη δήλωση αυτή, η Επιτροπή συνέχισε τη συλλογιστική της σχετικά με την επάρκεια των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» υπό το πρίσμα του κανονισμού για την ταξινομία, παραθέτοντας νομικά και επιστημονικά στοιχεία στις σελίδες 10 έως 12 του παραρτήματος I της προσβαλλόμενης απόφασης.
388 Οι προσφεύγουσες δεν θέτουν εν αμφιβόλω την επιρροή που ασκεί επί της βασιμότητας των εκτιμήσεων της Επιτροπής η παρένθεση που συνοδεύει το παρατιθέμενο στην ανωτέρω σκέψη 370 χωρίο, το οποίο παραπέμπει ρητώς στο έγγραφο «Taxonomy [Regulation]’s impact assessment» (βλ. σκέψη 386 ανωτέρω). Ομοίως, δεν αποδεικνύουν καμία σύνδεση μεταξύ του επιχειρήματος που μνημονεύεται στη σκέψη 370 ανωτέρω και της γενικής εκτίμησης στην οποία προέβη η Επιτροπή στο σημείο 1.2 του παραρτήματος I της προσβαλλόμενης απόφασης. Με άλλα λόγια, οι προσφεύγουσες δεν λαμβάνουν υπόψη το ευρύτερο –και εκτεταμένο– πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η επίμαχη δήλωση, το οποίο παρέσχε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να προβεί σε μια τέτοια δήλωση.
389 Επομένως, οι προσφεύγουσες, στον βαθμό που δεν ενέταξαν το παρατιθέμενο στην ανωτέρω σκέψη 370 χωρίο στο πλαίσιο, αφενός, των στοιχείων που περιέλαβε η Επιτροπή στη γενική εκτίμησή της, στο σημείο 1.2 του παραρτήματος I της προσβαλλόμενης απόφασης, και, αφετέρου, του περιεχομένου του εγγράφου με τίτλο «Taxonomy [Regulation]’s impact assessment», δεν προσκόμισαν στοιχεία ικανά να ανατρέψουν το βάσιμο της εκτίμησης της Επιτροπής ότι, «[π]αρότι διενεργήθηκε ενδελεχής εξέταση, η γενικευμένη ενσωμάτωση των σχετικών με τον κύκλο ζωής εκτιμήσεων στα κριτήρια [αποδείχθηκε] δυσχερής λόγω της έλλειψης δεδομένων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και να υποβληθούν σε σύγκριση».
390 Κατά συνέπεια, η αιτίαση αυτή των προσφευγουσών πρέπει να απορριφθεί, όπως και το δεύτερο σκέλος του δεκάτου λόγου ακυρώσεως στο σύνολό του.
Επί του τρίτου σκέλους του δεκάτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλονται σφάλματα σχετικά με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» στο πλαίσιο της κυκλικής οικονομίας
391 Κατά τις προσφεύγουσες, είναι αντίθετη προς το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία η απάντηση της Επιτροπής που εκτίθεται στο σημείο 3.3.2 (σελίδα 88) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο παραπέμπει στο σημείο 3.1.2, στοιχείο βʹ (σελίδες 44 έως 46), του παραρτήματος II της ίδιας απόφασης, όσον αφορά τις ανησυχίες που διατυπώθηκαν με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης ως προς την πλήρη απουσία τεχνικών κριτηρίων ελέγχου σχετικών με την αρχή της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» στην κυκλική οικονομία όσον αφορά τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας.
392 Στο σημείο 3.3.2 (σελίδα 88) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης –το οποίο παραπέμπει στο σημείο 3.1.2, στοιχείο βʹ (σελίδα 44) του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης– η Επιτροπή, απαντώντας στις ανησυχίες αυτές, διατύπωσε τη θέση ότι η σχέση μεταξύ της αρχής της αλυσιδωτής χρήσης και της βιομάζας ήταν «πολύ περίπλοκη» και ότι «δεν υπήρχαν επαρκή επιστημονικά στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσαν να καταρτιστούν επαρκή κριτήρια». Η Επιτροπή στηρίχθηκε επίσης σε παραπομπές στην κυκλική οικονομία, που περιλαμβάνονται στην οδηγία RED II και στην πρότασή της για αναθεώρηση της εν λόγω οδηγίας, η οποία έχει ως στόχο να αποτρέψει τα κράτη από την παροχή κινήτρων για την παραγωγή ενέργειας με την καύση κορμοτεμαχίων πριονιού και ξυλόφυλλων, πρέμνων και ριζών.
393 Κατά πρώτον, η απάντηση αυτή επιβεβαιώνει, κατά τις προσφεύγουσες, ότι οι δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας βλάπτουν την κυκλική οικονομία και ότι η απουσία τεχνικών κριτηρίων ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» σχετικών με την κυκλική οικονομία συνιστά παράβαση του άρθρου 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, σε συνδυασμό με το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, σημείο i, του κανονισμού για την ταξινομία.
394 Κατά δεύτερον, απαντώντας στις εκτιμήσεις που ανέπτυξε η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως, σύμφωνα με τις οποίες η αρμοδιότητά της να καταρτίζει τεχνικά κριτήρια ελέγχου πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της εξουσιοδότησής της να υιοθετεί «σταδιακή» προσέγγιση και να ενεργεί βάσει της κτηθείσας πείρας, όπως απαιτεί το άρθρο 19, παράγραφος 5, του κανονισμού για την ταξινομία, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, κατά την έκδοση διοικητικής πράξης όπως ένας κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός, η Επιτροπή οφείλει να συμμορφώνεται προς τη νομοθετική πράξη με την οποία εξουσιοδοτείται να εκδώσει τη διοικητική πράξη για τον λόγο ότι εντάσσεται στις εξουσίες της η μετέπειτα αναθεώρησή της. Εν προκειμένω, υπήρχαν στοιχεία αποδεικνύοντα ότι οι δραστηριότητες βιοενέργειας ήταν ικανές να βλάψουν την κυκλική οικονομία και ότι ο καθορισμός τεχνικών κριτηρίων ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» σχετικών με την κυκλική οικονομία ήταν αναγκαίος και εφικτός.
395 Η Επιτροπή αντικρούει τα ως άνω επιχειρήματα.
396 Το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τα επιχειρήματα που εκτίθενται στις σκέψεις 393 και 394 ανωτέρω είναι αβάσιμα. Οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι η απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 3.3.2 του παραρτήματος III (σελίδα 88) της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το σημείο 3.1.2, στοιχείο βʹ (σελίδα 44), του παραρτήματος II της απόφασης αυτής, ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ούτε ότι η απάντηση αυτή αντιβαίνει στο άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, σε συνδυασμό με το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, σημείο i, του κανονισμού αυτού.
397 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό με σκοπό «να συμπληρώνει το άρθρο 17 με τη θέσπιση, για κάθε σχετικό περιβαλλοντικό στόχο, τεχνικών κριτηρίων ελέγχου προκειμένου να προσδιορίζεται κατά πόσο μια οικονομική δραστηριότητα, ανάλογα με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που έχουν καθοριστεί [...] βλάπτει σημαντικά έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω στόχους». Σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, μια οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ότι βλάπτει σημαντικά την κυκλική οικονομία όταν η εν λόγω δραστηριότητα «οδηγεί σε σημαντικές ανεπάρκειες ως προς τη χρήση υλικών ή στην άμεση ή έμμεση χρήση φυσικών πόρων όπως μη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, πρώτων υλών, ύδατος και εδάφους σε ένα ή περισσότερα στάδια του κύκλου ζωής των προϊόντων, μεταξύ άλλων από άποψη ανθεκτικότητας, δυνατότητας επισκευής, αναβάθμισης, επαναχρησιμοποίησης ή ανακύκλωσης των προϊόντων».
398 Κατά πρώτον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή «επιβεβαίωσε» ότι οι δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας βλάπτουν την κυκλική οικονομία και ότι η μη πρόβλεψη τεχνικών κριτηρίων ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» σχετικών με την κυκλική οικονομία συνιστά παράβαση των άρθρων 10 και 17 του κανονισμού για την ταξινομία (βλ. σκέψη 393 ανωτέρω). Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται κατ’ ουσίαν στην εκ μέρους των προσφευγουσών αμφισβήτηση της περιεχόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση διαπίστωσης ότι, κατά την ημερομηνία έκδοσης της εν λόγω απόφασης, η Επιτροπή δεν διέθετε επαρκή επιστημονικά στοιχεία για να καθορίσει τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» σχετικά με την κυκλική οικονομία (βλ., επίσης, σκέψη 392 ανωτέρω).
399 Εν προκειμένω, οι προσφεύγουσες φέρουν το βάρος αποδείξεως όσον αφορά την ύπαρξη επιστημονικών στοιχείων δυνάμενων να στηρίξουν τη θέσπιση των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου των οποίων την απουσία επικρίνουν. Προς τούτο, οφείλουν, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, να θέσουν εν αμφιβόλω το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή, παρέχοντας τα στοιχεία που είναι ικανά να ανατρέψουν το βάσιμο της εκτίμησης στην οποία προέβη το εν λόγω θεσμικό όργανο.
400 Από το σημείο 3.1.2, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος II (σελίδα 44) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η μη κυβερνητική οργάνωση που είχε εγείρει ανησυχίες παρόμοιες, ή ακόμη και πανομοιότυπες, με εκείνες των προσφευγουσών κατά το στάδιο της αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης όσον αφορά το ζήτημα της αρχής της αλυσιδωτής χρήσης της βιομάζας είχε επικαλεστεί ορισμένες «TEG recommendations» (συστάσεις της ομάδας τεχνικών εμπειρογνωμόνων για τη βιώσιμη χρηματοδότηση) προς στήριξη της αιτίασής της. Βεβαίως, τα παραρτήματα του δικογράφου της προσφυγής περιέχουν έκθεση με τίτλο «Technical Expert Group on sustainable finance», η οποία φαίνεται να αντιστοιχεί στις προαναφερθείσες «TEG recommendations», στις οποίες παραπέμπει επανειλημμένως η Επιτροπή με τα παραρτήματα της προσβαλλόμενης απόφασης και οι οποίες κατατέθηκαν στη δικογραφία του Γενικού Δικαστηρίου ως παράρτημα A.42 του δικογράφου της προσφυγής προς στήριξη των ισχυρισμών που προβλήθηκαν στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου ακυρώσεως. Το έγγραφο αυτό θα μπορούσε, σε ορισμένο βαθμό, να χρησιμεύσει ως βάση προς στήριξη του υπό κρίση σκέλους του δεκάτου λόγου ακυρώσεως.
401 Παρά ταύτα, και μολονότι δεν απόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να αναζητεί και να εντοπίζει στα παραρτήματα τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση της προσφυγής, δεδομένου ότι τα παραρτήματα επιτελούν λειτουργία αμιγώς αποδεικτική και διευκρινιστική (απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2016, TestBioTech κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑177/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:736, σκέψη 141), διαπιστώνεται ότι η έκθεση «Technical Expert Group on sustainable finance» δεν περιέχει κανένα στοιχείο ικανό να ανατρέψει το βάσιμο της απάντησης της Επιτροπής κατά την οποία «δεν υπάρχουν επαρκή επιστημονικά στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσαν να καταρτιστούν επαρκή κριτήρια» όσον αφορά την κυκλική οικονομία. Όπως υποστήριξαν οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο του ενάτου λόγου ακυρώσεως, η έκθεση αυτή έχει αμελητέα αποδεικτική ισχύ όσον αφορά το ζήτημα της κυκλικής οικονομίας. Ειδικότερα, κατά το σημείο 166 του δικογράφου της προσφυγής, «[κ]ατά την κατάρτιση των ΤΚΕ μετριασμού για τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας, η Επιτροπή δήλωσε επίσης επισήμως ότι βασίστηκε στην έκθεση της [ομάδας τεχνικών εμπειρογνωμόνων για τη βιώσιμη χρηματοδότηση· η ομάδα αυτή] δεν προέβη, όμως, πράγματι σε συγκέντρωση επιστημονικών στοιχείων και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εκθέσεις της ανταποκρίνονται στην απαίτηση που απαιτεί “αδιάσειστα επιστημονικά στοιχεία”[· η] μόνη “ανάλυση” στην τελική έκθεση της [ομάδας τεχνικών εμπειρογνωμόνων για τη βιώσιμη χρηματοδότηση] αναφέρει ότι η χρήση της βιοενέργειας “εάν δεν πραγματοποιείται σωστά, μπορεί να μην έχει καθαρό θετικό αντίκτυπο ή ακόμη και να έχει αρνητικό αντίκτυπο” στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής[· η] έκθεση της [ομάδας τεχνικών εμπειρογνωμόνων για τη βιώσιμη χρηματοδότηση] σιωπά, ωστόσο, ως προς τις λεπτομέρειες της “ορθής” χρήσης της βιοενέργειας».
402 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να διαπιστωθεί, με βάση τα στοιχεία που προέβαλαν οι προσφεύγουσες, ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης στην κυκλική οικονομία.
403 Κατά δεύτερον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, το κύριο στοιχείο στο οποίο στηρίζεται η απάντηση της Επιτροπής στα μνημονευόμενα στην ανωτέρω σκέψη 394 επιχειρήματά τους, η οποία περιλαμβάνεται στο σημείο 3.1.2, στοιχείο βʹ (σελίδες 44 έως 46), του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου παραπέμπει το σημείο 3.3.2 (σελίδα 88) του παραρτήματος III της απόφασης αυτής, δεν συνιστά παραπομπή της Επιτροπής στο γεγονός ότι εντάσσεται στις εξουσίες της η μετέπειτα αναθεώρηση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού.
404 Όπως προκύπτει από την τελευταία περίοδο του τελευταίου εδαφίου της σελίδας 44 του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης, το κύριο επιχείρημα της Επιτροπής όσον αφορά την εξουσία της να αναθεωρήσει τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό αναφέρεται στο γεγονός ότι, κατά την ημερομηνία έκδοσης του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού ή της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν διέθετε επαρκή αδιάσειστα επιστημονικά στοιχεία για να διασφαλίσει την ορθή εφαρμογή της αρχής της αλυσιδωτής χρήσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή ανακοινώνει τη διαθεσιμότητά της να προβεί στην αναθεώρηση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού όταν θα είναι δυνατή η τροποποίηση άλλων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, όπως αυτές της οδηγίας RED II, υπό το πρίσμα «πρόσθετων» επιστημονικών στοιχείων, όπως προκύπτει από την τελευταία περίοδο του δευτέρου εδαφίου της σελίδας 46 του παραρτήματος II της προσβαλλόμενης απόφασης. Από το τελευταίο εδάφιο της σελίδας 45 του παραρτήματος ΙΙ της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η μελλοντική αναθεώρηση της οδηγίας RED II θα αφορά ρητώς την αρχή της αλυσιδωτής χρήσης καθώς και τον αντίκτυπό της στον κατάλληλο τρόπο αντιμετώπισης του ζητήματος της βιομάζας κατά τρόπο ώστε να ελαχιστοποιούνται οι αδικαιολόγητες στρεβλωτικές επιπτώσεις στην αγορά πρώτων υλών βιομάζας και οι δυσμενείς επιδράσεις στη βιοποικιλότητα.
405 Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, από τις εκτιθέμενες στις σελίδες 44 έως 46 του παραρτήματος ΙΙ της προσβαλλόμενης απόφασης εκτιμήσεις, λαμβανόμενες από κοινού, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή επιδίωξε να δικαιολογήσει τη νομιμότητα του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού στηριζόμενη στη δυνατότητα μελλοντικής αναθεώρησης της οδηγίας RED II. Τουναντίον, εντεύθεν συνάγεται ότι σκοπός της Επιτροπής ήταν η άσκηση της αρμοδιότητάς της να καταρτίζει τεχνικά κριτήρια ελέγχου ακολουθώντας μια προσέγγιση στηριζόμενη στην εξέλιξη της επιστήμης και της κτηθείσας πείρας στον συγκεκριμένο τομέα. Από τις επίμαχες θέσεις της Επιτροπής μπορεί να συναχθεί ότι, τουλάχιστον κατά την έκδοση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού ή της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή προτίμησε να απόσχει από την υιοθέτηση οποιουδήποτε ειδικού κριτηρίου και να περιοριστεί στην εφαρμογή μιας «σταδιακής» προσέγγισης.
406 Αυτή η σταδιακή προσέγγιση την οποία εκθέτει η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι επίσης απόρροια της αιτιολογικής σκέψης 31 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, κατά την οποία τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τις δραστηριότητες βιοενέργειας θα πρέπει να επανεξεταστούν, να συμπληρωθούν και, όπου είναι αναγκαίο, να αναθεωρηθούν, ώστε να ληφθεί υπόψη η πλέον πρόσφατη βάση τεκμηρίωσης και η σχετική νομοθεσία της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της οδηγίας RED II και των μελλοντικών αναθεωρήσεών της.
407 Η προσέγγιση αυτή είναι σύμφωνη με τη νομολογία του δικαστή της Ένωσης. Συγκεκριμένα, από τη σκέψη 91 της απόφασης της 17ης Οκτωβρίου 2013, Schaible (C‑101/12, EU:C:2013:661), προκύπτει ότι, οσάκις ο νομοθέτης της Ένωσης καλείται να αναδιαρθρώσει ή να καθιερώσει ένα «σύνθετο σύστημα», δύναται να υιοθετήσει προσέγγιση «σταδιακής» εφαρμογής του και να ενεργεί αναλόγως της κτηθείσας πείρας, εφόσον η επιλογή του στηρίζεται σε κριτήρια αντικειμενικά και κατάλληλα για τους σκοπούς που επιδιώκονται με την οικεία νομοθεσία. Η προσέγγιση αυτή ισχύει, κατ’ αρχήν, όχι μόνο για τον νομοθέτη, αλλά και για την Επιτροπή όταν εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις στον τομέα αυτόν, δεδομένου ότι το πλαίσιο των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου που περιλαμβάνονται σε τέτοιες πράξεις εμπίπτει σε οικονομικό τομέα ο οποίος χαρακτηρίζεται από μεγάλο βαθμό τεχνικής περιπλοκότητας και, ως εκ τούτου, πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «σύνθετος» κατά την έννοια της προαναφερθείσας νομολογίας.
408 Εν προκειμένω, όπως εξέθεσε η Επιτροπή στο σημείο 3.1.2, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος II (σελίδα 44) της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να αμφισβητηθεί επ’ αυτού από τις προσφεύγουσες, η σχέση μεταξύ της αρχής της αλυσιδωτής χρήσης και της βιομάζας είναι εξαιρετικά σύνθετη. Δεδομένου ότι η Επιτροπή, σύμφωνα με τις θέσεις που εξέφρασε, δεν διέθετε επαρκή επιστημονικά στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να θεσπίσει επαρκή τεχνικά κριτήρια ελέγχου σχετικά με την κυκλική οικονομία και δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δεν μπορεί να συναχθεί ο παράνομος χαρακτήρας των θέσεων αυτών, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή δικαιούτο να απόσχει από τη θέσπιση ειδικού τεχνικού κριτηρίου ελέγχου σχετικού με την κυκλική οικονομία και να περιοριστεί σε μια «σταδιακή» προσέγγιση.
409 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί το τρίτο σκέλος του δεκάτου λόγου ακυρώσεως και, ως εκ τούτου, ο δέκατος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.
Επί του ενδεκάτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι ενέχει πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις που διατύπωσαν οι προσφεύγουσες σχετικά με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή
410 Με το πρώτο σκέλος του ενδεκάτου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 1, καθώς και του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία, όπερ συνιστά πλάνη περί το δίκαιο.
411 Με το δεύτερο σκέλος του ενδεκάτου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθόσον η Επιτροπή έκρινε ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για την προσαρμογή πληρούσαν τις προϋποθέσεις του κανονισμού για την ταξινομία όσον αφορά τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας, χωρίς ωστόσο να εξηγήσει με ποιον τρόπο τα κριτήρια αυτά μπορούσαν να διασφαλίσουν ότι οι δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας συμβάλλουν σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
412 Στο σημείο 1.2 του παραρτήματος III (σελίδες 64 και 65) της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή, απαντώντας στα επίμαχα επιχειρήματα που προβλήθηκαν με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης, εξέθεσε ποια προσέγγιση είχε υιοθετήσει για τον καθορισμό των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου για την προσαρμογή. Οι προσφεύγουσες εκτιμούν ότι η Επιτροπή εκκινεί από την αρχή ότι «όλοι οι τομείς και όλες οι δραστηριότητες της οικονομίας θεωρείται ότι μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή» και ότι «δεν θα ήταν δυνατόν να συμπεριληφθεί το σύνολο της οικονομίας στο πλαίσιο της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή με την εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, δεδομένων των προθεσμιών για την έκδοση της πράξης αυτής». Επιπλέον, φρονούν ότι η Επιτροπή, μολονότι επισήμανε ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για την προσαρμογή ήταν «ομοιόμορφα» και «στηρίζονται σε διαδικασίες», υποστήριξε ότι «ο κατ’ ουσίαν ποιοτικός χαρακτήρας των κριτηρίων [οφειλόταν] στο ότι δεν υπήρχαν στο παρόν στάδιο προσδιορισμένες τιμές αναφοράς ή αποδεκτές παράμετροι ώστε να οριστούν ποσοτικά κριτήρια ελέγχου για την προσαρμογή ούτε ποσοτικοί στόχοι προσαρμογής σε εθνικό, τομεακό ή υποεθνικό επίπεδο».
413 Κατά τις προσφεύγουσες, η συλλογιστική της Επιτροπής, η οποία συνοψίζεται στη σκέψη 412 ανωτέρω, στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία, από την Επιτροπή, των απαιτήσεων του άρθρου 11, παράγραφος 1, και του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
414 Κατά πρώτον, οι προσφεύγουσες εκτιμούν ότι η υπόθεση της Επιτροπής, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι «όλες οι δραστηριότητες μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή» (βλ. σκέψη 412 ανωτέρω) ισοδυναμεί με την παραδοχή ότι κάθε δραστηριότητα η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής σύμφωνα με το παράρτημα I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συμβάλλει σημαντικά και στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή σύμφωνα με το παράρτημα II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού. Μια τέτοια προσέγγιση καθιστά, όμως, περιττή τη θέσπιση τεχνικών κριτηρίων ελέγχου για την προσαρμογή κατά το άρθρο 11, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία και, ως εκ τούτου, είναι αντίθετη με τον σκοπό του κανονισμού.
415 Κατά δεύτερον, οι προσφεύγουσες φρονούν ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου του παραρτήματος II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού απαιτούν μόνον τη μείωση των «σημαντικότερων» κλιματικών κινδύνων που σχετίζονται με τη δραστηριότητα. Ο περιορισμός αυτός είναι αντίθετος προς το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία, το οποίο δεν περιέχει καμία διευκρίνιση αυτού του είδους. Περαιτέρω, η Επιτροπή παρέσχε στους οικονομικούς φορείς τη δυνατότητα να καθορίσουν ελεύθερα αν ένας κλιματικός κίνδυνος συγκαταλέγεται στους «σημαντικότερους» κινδύνους, όπερ είναι επίσης εσφαλμένο.
416 Κατά τρίτον, οι προσφεύγουσες εκτιμούν ότι όλα τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή απορρέουν από την υποχρέωση να διενεργείται «αξιολόγηση των κλιματικών κινδύνων και της ευπάθειας», δυνάμει της οποίας πρέπει να υιοθετηθούν λύσεις προσαρμογής. Ωστόσο, η «αξιολόγηση των κλιματικών κινδύνων και της ευπάθειας» ανταποκρίνεται μόνο στο «πρώτο μέρος της περιόδου του άρθρου 11, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, [του κανονισμού για την ταξινομία]», καθόσον, σύμφωνα με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό, πρέπει απλώς να προσδιορίζει τους κινδύνους «που είναι ουσιώδεις για τη δραστηριότητα». Η προσέγγιση που υιοθετήθηκε με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό δεν λαμβάνει, όμως, υπόψη το δεύτερο ήμισυ του εν λόγω άρθρου 11, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, το οποίο αφορά τους κινδύνους που απορρέουν από λύσεις προσαρμογής και ενδέχεται να επηρεάσουν ανθρώπους, φυσικούς πόρους ή περιουσιακά στοιχεία. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω κριτήρια προσαρμογής αφορούν κυρίως την προστασία της δραστηριότητας από τους φυσικούς κινδύνους που αυξάνει η κλιματική αλλαγή, αλλά δεν λαμβάνουν δεόντως υπόψη τους κινδύνους για τον άνθρωπο και τους φυσικούς πόρους.
417 Τέλος, στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του ενδεκάτου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η απόφαση ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Συναφώς, υποστηρίζουν ότι η απόφαση δεν περιέχει κανένα επιχείρημα το οποίο να εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για την προσαρμογή μπορούν να διασφαλίσουν ότι οι δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας συμβάλλουν σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
418 Η Επιτροπή αντικρούει τα ως άνω επιχειρήματα.
419 Το πρώτο σκέλος του ενδεκάτου λόγου ακυρώσεως είναι αβάσιμο για τους ακόλουθους λόγους.
420 Όσον αφορά το περιεχόμενο του πρώτου σκέλους του ενδεκάτου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες μνημόνευσαν, στο σημείο 218 του δικογράφου της προσφυγής, τις αιτιάσεις που διατύπωσαν στα σημεία 333 έως 337 της αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης. Εντούτοις, το δικόγραφο της προσφυγής δεν περιέχει κανένα επιχείρημα αναφορικά με την απάντηση της Επιτροπής που περιλαμβάνεται στο σημείο 3.3.1 του παραρτήματος III (σελίδα 88) της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το σημείο 2.3 του παραρτήματος III (σελίδες 71 έως 73) της εν λόγω απόφασης. Επομένως, η απάντηση της Επιτροπής στις αιτιάσεις που διατυπώνονται στα σημεία 333 έως 337 της αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης δεν αμφισβητείται. Κατά συνέπεια, ο ενδέκατος λόγος ακυρώσεως αφορά μόνον την απάντηση της Επιτροπής που περιλαμβάνεται στο σημείο 1.2 του παραρτήματος III (σελίδες 63 έως 65) της προσβαλλόμενης απόφασης. Η ερμηνεία αυτή του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως επιβεβαιώνεται από την υποσημείωση 51 (σελίδα 27) του υπομνήματος απαντήσεως, από όπου προκύπτει ότι ο ενδέκατος λόγος ακυρώσεως αφορά αποκλειστικά την απάντηση που περιλαμβάνεται στο σημείο 1.2 του παραρτήματος III (σελίδες 63 έως 65) της προσβαλλόμενης απόφασης.
421 Ακολούθως, κανένα από τα επιχειρήματα που μνημονεύονται στις σκέψεις 413 έως 417 ανωτέρω δεν είναι ικανό να αποδείξει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει πλάνη περί το δίκαιο ή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.
422 Κατά πρώτον, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η αιτίαση σύμφωνα με την οποία η προσέγγιση της Επιτροπής ότι «όλες οι δραστηριότητες μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στην κλιματική αλλαγή» (βλ. σκέψη 414 ανωτέρω) είναι «σχεδόν περιττή» και καθιστά άσκοπη την κατάρτιση τεχνικών κριτηρίων ελέγχου για την προσαρμογή, όπως απαιτεί το άρθρο 11, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
423 Είναι αληθές ότι η Επιτροπή εξέφρασε στην προσβαλλόμενη απόφαση τη θέση ότι «όλοι οι τομείς και όλες οι δραστηριότητες της οικονομίας» μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Ωστόσο, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν έθιξε τον σκοπό του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Η θέση αυτή της Επιτροπής, η οποία ισοδυναμεί με την άποψη ότι κανένας οικονομικός φορέας δεν αποκλείεται από τον κύκλο των φορέων που μπορούν να συμβάλλουν στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, συνάδει με τον στόχο της κατεύθυνσης της ανάπτυξης χαμηλών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και ανθεκτικότητας στην κλιματική αλλαγή, ο οποίος διατυπώνεται στην αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού για την ταξινομία. Η ανάπτυξη αυτή ισχύει για όλους τους οικονομικούς τομείς.
424 Οι προσφεύγουσες προσάπτουν, επίσης, στην Επιτροπή ότι, κατ’ ουσίαν, εκτίμησε ότι «κάθε δραστηριότητα η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής σύμφωνα με το παράρτημα I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού [θα μπορούσε] να θεωρηθεί ότι [αυτομάτως] συμβάλλει σημαντικά και στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή σύμφωνα με το παράρτημα II της πράξης αυτής» (βλ. σκέψη 414 ανωτέρω), καθιστώντας με τον τρόπο αυτό «άσκοπη» την κατάρτιση τεχνικών κριτηρίων ελέγχου για την προσαρμογή, όπως απαιτεί το άρθρο 11, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία.
425 Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
426 Η μνημονευόμενη στην ανωτέρω σκέψη 414 άποψη των προσφευγουσών στηρίζεται σε θεωρητική ερμηνεία της απάντησης της Επιτροπής. Κατά τις προσφεύγουσες, η θέση της Επιτροπής καθιστά «άσκοπη» την εφαρμογή των κριτηρίων που σχετίζονται με την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή βάσει του παραρτήματος II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού όσον αφορά δεδομένη οικονομική δραστηριότητα, καθόσον η δραστηριότητα αυτή πληροί ήδη τις απαιτήσεις σχετικά με τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής βάσει του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού. Η απάντηση της Επιτροπής δεν μπορεί, ωστόσο, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η αναγνώριση μιας οικονομικής δραστηριότητας ως «περιβαλλοντικά βιώσιμης», σύμφωνα με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που παρατίθενται στο παράρτημα I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, συνεπάγεται ότι η δραστηριότητα αυτή πληροί αυτομάτως την κατηγορία κριτηρίων του παραρτήματος II του κανονισμού αυτού. Ένας τέτοιος αυτοματισμός δεν μπορεί να γίνει δεκτός, για τον λόγο και μόνον ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού είναι διαφορετικά, όπως προκύπτει από τη σύγκριση των επίμαχων διατάξεων, ήτοι των σημείων 4.7, 4.8, 4.13, 4.19, 4.20, 4.23 και 4.24 των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, τα οποία αφορούν τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας.
427 Τέλος, οι προσφεύγουσες δεν αμφισβητούν το γεγονός ότι τα κριτήρια των παραρτημάτων I και II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού αφορούν τις ίδιες οικονομικές δραστηριότητες, δεδομένου ότι «δεν [θα] ήταν δυνατόν να συμπεριληφθεί το σύνολο της οικονομίας στο πλαίσιο της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό, δεδομένων των προθεσμιών για την έκδοση της πράξης αυτής» (βλ. σκέψη 412 ανωτέρω).
428 Συναφώς, αφενός, οι προσφεύγουσες δεν αμφισβητούν το γεγονός ότι ορισμένες οικονομικές δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού ενδέχεται να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παραρτήματος II.
429 Αφετέρου, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 407 ανωτέρω, οσάκις η Επιτροπή καλείται να θεσπίσει κανόνες που εντάσσονται σε ένα σύνθετο οικονομικό σύστημα, δύναται να υιοθετήσει μια σταδιακή προσέγγιση και να ενεργήσει αναλόγως της κτηθείσας πείρας, εφόσον η επιλογή της στηρίζεται σε κριτήρια αντικειμενικά και κατάλληλα για τους σκοπούς που επιδιώκονται με την επίμαχη νομοθεσία. Εν προκειμένω, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 408 ανωτέρω, η Επιτροπή δικαίως προέβη σε σταδιακή προσέγγιση όσον αφορά τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» για την κυκλική οικονομία. Το ίδιο ισχύει και για τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
430 Κατά δεύτερον, το επιχείρημα των προσφευγουσών σχετικά με τους «σημαντικότερους» κλιματικούς κινδύνους (βλ. σκέψη 415 ανωτέρω) είναι απαράδεκτο, καθόσον, αφενός, το επιχείρημα αυτό δεν προβλήθηκε ούτε στα σημεία 106 και 107 ούτε στα σημεία 333 έως 337 της αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης και, αφετέρου, οι προσφεύγουσες βάλλουν κατά ορισμένων τεχνικών κριτηρίων ελέγχου τα οποία δεν προβλέπονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά στον ίδιο τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό.
431 Εν πάση περιπτώσει, η επιχειρηματολογία αυτή είναι αβάσιμη. Κατά τις προσφεύγουσες, η «εστίαση» στις λύσεις «οι οποίες μειώνουν ουσιαστικά τους σημαντικότερους φυσικούς κλιματικούς κινδύνους» δεν αρκεί για να καταστούν τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που περιλαμβάνονται στα σημεία 4.7, 4.8, 4.13, 4.19, 4.20, 4.23 και 4.24 του παραρτήματος II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού για την ταξινομία.
432 Ωστόσο, πέραν του ότι οι προσφεύγουσες δεν αμφισβητούν την προβαλλόμενη αυτή ανεπάρκεια υπό το πρίσμα των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 11, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού για την ταξινομία, δεν εξηγούν τους λόγους για τους οποίους οι λύσεις «που μειώνουν ουσιαστικά τους σημαντικότερους φυσικούς κλιματικούς κινδύνους» (σημείο 1 του πίνακα τεχνικών κριτηρίων ελέγχου που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή» και περιλαμβάνεται στα σημεία 4.7, 4.8, 4.13, 4.19, 4.20, 4.23 και 4.24 του παραρτήματος II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού) δεν συμβάλλουν σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, όπως απαιτεί το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ταξινομία.
433 Κατά τρίτον, τα μνημονευόμενα στην ανωτέρω σκέψη 416 επιχειρήματα των προσφευγουσών είναι αβάσιμα. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, δεν αποδείχθηκε ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή παραβιάζουν την υποχρέωση εξέτασης και προσδιορισμού των κινδύνων που απορρέουν από τις λύσεις προσαρμογής που ενδέχεται να επηρεάσουν ανθρώπους, φυσικούς πόρους ή περιουσιακά στοιχεία, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Οι προσφεύγουσες δεν ανέφεραν συγκεκριμένα στοιχεία ικανά να ανατρέψουν την άποψη που εξέθεσε η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως, κατά την οποία τα εν λόγω τεχνικά κριτήρια ελέγχου δεν πρέπει να ερμηνεύονται μεμονωμένα, αλλά υπό το πρίσμα των λοιπών κριτηρίων, οπότε, συνδυαζόμενα, τα κριτήρια αυτά διασφαλίζουν σημαντική συμβολή στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, όπως απαιτεί το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία. Τα επιχειρήματα των προσφευγουσών είναι επιλεκτικά και δεν λαμβάνουν υπόψη το σύνολο των παραμέτρων που περιέχονται στα εν λόγω τεχνικά κριτήρια ελέγχου.
434 Το δεύτερο σκέλος του ενδεκάτου λόγου ακυρώσεως είναι επίσης αβάσιμο. Το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η Επιτροπή δεν εκθέτει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, «κανένα επιχείρημα το οποίο να εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για την προσαρμογή μπορούν να διασφαλίσουν ότι οι δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας συμβάλλουν σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή» δεν αναιρεί το βάσιμο των εκτιμήσεων της Επιτροπής στο σημείο 1.2 (σελίδες 63 έως 65) του παραρτήματος III της προσβαλλόμενης απόφασης.
435 Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν την ικανότητα των επίμαχων τεχνικών κριτηρίων ελέγχου να διασφαλίσουν ότι οι δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας συμβάλλουν σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Παρά ταύτα, επισημαίνεται, ειδικότερα, ότι οι παράμετροι που ορίζονται στα στοιχεία αʹ έως εʹ των πινάκων τεχνικών κριτηρίων ελέγχου που φέρουν τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή» και περιλαμβάνονται στο σημείο 4.7 του παραρτήματος II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού παρέχουν τη δυνατότητα να προσδιοριστεί υπό ποιες συνθήκες, για ποιους λόγους και με ποιον τρόπο οι προτεινόμενες λύσεις προσαρμογής για τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας –και, ως εκ τούτου, οι ίδιες οι οικονομικές δραστηριότητες– μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Δεδομένου του πλαισίου αυτού, το οποίο ήταν γνωστό στις προσφεύγουσες, η Επιτροπή δεν όφειλε να παράσχει τέτοια εξήγηση με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι προσφεύγουσες εκτιμούν ότι τα στοιχεία που παρατίθενται στα σημεία 4.7, 4.8, 4.13, 4.19, 4.20, 4.23 και 4.24 του παραρτήματος II του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού δεν εξηγούν ούτε τους λόγους για τους οποίους οι προτεινόμενες λύσεις προσαρμογής για τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας –και, ως εκ τούτου, οι ίδιες οι οικονομικές δραστηριότητες– μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, μια τέτοια κριτική δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να προβληθεί βασίμως στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, διότι θα έπρεπε να είχε προβληθεί ενώπιον της Επιτροπής με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης.
436 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα που παρατίθενται στις σκέψεις 413 έως 417 ανωτέρω και, ως εκ τούτου, ο ενδέκατος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.
Επί του δωδεκάτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά πλάνη περί το δίκαιο και πλάνη εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή της Συμφωνίας του Παρισιού και της UNFCCC
437 Με τον δωδέκατο λόγο ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες βάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που η Επιτροπή απέρριψε τα επιχειρήματα που προέβαλαν με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης, σύμφωνα με τα οποία ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός αντιβαίνει στο άρθρο 2 της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή (στο εξής: UNFCCC) και στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της Συμφωνίας του Παρισιού.
438 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι κακώς η Επιτροπή, στο σημείο 4.3 του παραρτήματος III (σελίδες 94 έως 96) της προσβαλλόμενης απόφασης, αφενός, αντέκρουσε το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον μετριασμό ήταν ανεπαρκή υπό το πρίσμα της Συμφωνίας του Παρισιού και, αφετέρου, υποστήριξε ότι, εν πάση περιπτώσει, «η φύση και η όλη λογική της συμφωνίας του Παρισιού και της UNFCCC [ήταν] τέτοιες ώστε να μην επιτρέπουν την εξέταση του κύρους του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού υπό το πρίσμα των εν λόγω πράξεων του διεθνούς δικαίου».
439 Η Επιτροπή αντικρούει τα ως άνω επιχειρήματα.
440 Ο δωδέκατος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος.
441 Δεδομένου ότι το σύνολο των επιχειρημάτων που προβάλλουν οι προσφεύγουσες προς στήριξη του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως στηρίζεται στην παραδοχή ότι οι προσφεύγουσες μπορούν να επικαλεστούν την UNFCCC, ιδίως το άρθρο της 2, και τη Συμφωνία του Παρισιού, ιδίως το άρθρο της 2, παράγραφος 1, τόσο στο πλαίσιο της αίτησής τους εσωτερικής επανεξέτασης με την οποία ζητούν να διαπιστωθεί ο παράνομος χαρακτήρας του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού όσο και στο πλαίσιο της αμφισβήτησης της νομιμότητας της προσβαλλομένης απόφασης στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, το Γενικό Δικαστήριο θα εξετάσει κατ’ αρχάς αν, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, οι εν λόγω διατάξεις έχουν τέτοιο άμεσο αποτέλεσμα.
442 Υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 216, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, οι διεθνείς συμφωνίες που συνάπτει η Ένωση δεσμεύουν τα θεσμικά όργανά της και υπερισχύουν, επομένως, των πράξεων που αυτά εκδίδουν (βλ. απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2015, Συμβούλιο κ.λπ. κατά Vereniging Milieudefensie και Stichting Stop Luchtverontreiniging Utrecht, C‑401/12 P έως C‑403/12 P, EU:C:2015:4, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
443 Ωστόσο, τα αποτελέσματα, στην έννομη τάξη της Ένωσης, των διατάξεων μιας συμφωνίας που αυτή συνήψε με τρίτα κράτη δεν μπορούν να προσδιορισθούν χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι οι εν λόγω διατάξεις ανάγονται στο πεδίο του διεθνούς δικαίου. Σύμφωνα με τις αρχές του διεθνούς δικαίου, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης που είναι αρμόδια για τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη μιας τέτοιας συμφωνίας είναι ελεύθερα να συμφωνήσουν με τα ενδιαφερόμενα τρίτα κράτη τα αποτελέσματα που οι διατάξεις της συμφωνίας αυτής πρέπει να παράγουν στην εσωτερική έννομη τάξη των συμβαλλομένων μερών. Αν το ζήτημα αυτό δεν έχει διευθετηθεί ρητώς από την εν λόγω συμφωνία, εναπόκειται στα αρμόδια δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης να το επιλύσουν, όπως και κάθε άλλο ζήτημα ερμηνείας σχετικό με την εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας εντός της Ένωσης, στηριζόμενα ιδίως στο πνεύμα, στην οικονομία ή στο γράμμα της συμφωνίας αυτής (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2015, Συμβούλιο κ.λπ. κατά Vereniging Milieudefensie και Stichting Stop Luchtverontreiniging Utrecht, C‑401/12 P έως C‑403/12 P, EU:C:2015:4, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
444 Κατά πάγια νομολογία, μπορεί να γίνει επίκληση διατάξεων διεθνούς συμφωνίας στην οποία η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος προς στήριξη προσφυγής ακυρώσεως πράξης παραγώγου δικαίου της Ένωσης ή ένστασης περί ελλείψεως νομιμότητας μιας τέτοιας πράξης υπό την προϋπόθεση, αφενός, ότι τούτο δεν αποκλείεται από τη φύση και την οικονομία της συμφωνίας αυτής και, αφετέρου, ότι οι διατάξεις αυτές, από απόψεως περιεχομένου, δεν περιέχουν αιρέσεις και είναι αρκούντως σαφείς (βλ. απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2015, Συμβούλιο κ.λπ. κατά Vereniging Milieudefensie και Stichting Stop Luchtverontreiniging Utrecht, C‑401/12 P έως C‑403/12 P, EU:C:2015:4, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Μόνον εφόσον πληρούνται οι δύο αυτές προϋποθέσεις σωρευτικώς είναι δυνατή η επίκληση τέτοιων διατάξεων ενώπιον του δικαστή της Ένωσης προκειμένου να αξιοποιηθεί ως κριτήριο για την εκτίμηση της νομιμότητας πράξης της Ένωσης (απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Επιτροπή κατά Rusal Armenal, C‑21/14 P, EU:C:2015:494, σκέψη 37).
445 Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, οι προσφεύγουσες, οι προϋποθέσεις αυτές της δυνατότητας επίκλησης διατάξεων διεθνούς συμφωνίας συναφθείσας από την Ένωση ισχύουν όχι μόνον αν γίνεται επίκληση των εν λόγω διατάξεων προς στήριξη προσφυγής ακυρώσεως πράξης του παραγώγου δικαίου της Ένωσης, αλλά και στο πλαίσιο αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού Aarhus. Πράγματι, από τις αιτιολογικές σκέψεις 19 και 21 του κανονισμού Aarhus προκύπτει ότι η διαδικασία εσωτερικής επανεξέτασης βάσει του κανονισμού αυτού έχει ως σκοπό «να εξασφαλισθούν επαρκή και αποτελεσματικά μέσα ένδικης προστασίας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ασκούνται ενώπιον του Δικαστηρίου [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της Συνθήκης» και ότι η δυνατότητα προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της Συνθήκης είναι δυνατή σε περίπτωση κατά την οποία δεν ευδοκιμήσει αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης. Επομένως, η αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού Aarhus συνιστά προκαταρκτικό διαδικαστικό στάδιο, στο οποίο μπορεί να στηριχθεί, ενδεχομένως, μεταγενέστερη προσφυγή ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 12 του εν λόγω κανονισμού. Επιπλέον, όπως υπενθυμίστηκε στη σκέψη 30 ανωτέρω, η έκταση του δικαστικού ελέγχου απόφασης με την οποία απορρίπτεται αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης δεν διαφέρει από την έκταση του δικαστικού ελέγχου της διοικητικής πράξης ως προς την οποία υποβλήθηκε η εν λόγω αίτηση αν κατά της πράξης αυτής ασκείτο ένδικη προσφυγή. Υπό τις συνθήκες αυτές, τίποτε δεν δικαιολογεί τη μη εφαρμογή, στο πλαίσιο αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού Aarhus, των ίδιων προϋποθέσεων επίκλησης των διατάξεων διεθνούς συμφωνίας συναφθείσας από την Ένωση με εκείνες που ισχύουν στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας ενώπιον του δικαστή της Ένωσης.
446 Εν προκειμένω, όσον αφορά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της Συμφωνίας του Παρισιού, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η διάταξη αυτή, από άποψη περιεχομένου, δεν περιέχει αιρέσεις και είναι αρκούντως σαφής ώστε να είναι δυνατή η απευθείας επίκλησή της προκειμένου να αμφισβητηθεί η νομιμότητα πράξης του παράγωγου δικαίου της Ένωσης [απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Λιθουανία κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Δέσμη μέτρων για την κινητικότητα), C‑541/20 έως C‑555/20, EU:C:2024:818, σκέψεις 1037 έως 1040]. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για το άρθρο 2 της UNFCCC. Πράγματι, επισημαίνεται ότι η διάταξη αυτή περιορίζεται στον καθορισμό σκοπών και γενικών κανόνων, χωρίς ωστόσο να καθορίζει συγκεκριμένο μέσο ή, έστω, συγκεκριμένη παράμετρο που να διασφαλίζει την επίτευξη των εν λόγω σκοπών.
447 Λόγω της μη πλήρωσης μίας εκ των προϋποθέσεων που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 444, συνάγεται ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, οι εν λόγω διατάξεις της UNFCCC και της Συμφωνίας του Παρισιού δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα και, κατά συνέπεια, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν, κατ’ αρχήν, να τις επικαλεστούν προκειμένου να αμφισβητήσουν, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης ή και, κατά το στάδιο της αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού.
448 Πάντως, όπως ορθώς προβάλλουν οι προσφεύγουσες, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι, στις περιπτώσεις που η Ένωση είχε την πρόθεση να εκπληρώσει μια ειδική υποχρέωση που αναλήφθηκε με συμφωνία στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στο εξής: συμφωνίες ΠΟΕ) ή στην περίπτωση που η πράξη του δικαίου της Ένωσης ρητώς παραπέμπει σε συγκεκριμένες διατάξεις των συμφωνιών αυτών, εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης να ελέγξει τη νομιμότητα της επίμαχης πράξης και των πράξεων που εκδόθηκαν για την εφαρμογή της με γνώμονα τους κανόνες των συμφωνιών αυτών (βλ. απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2015, Συμβούλιο κ.λπ. κατά Vereniging Milieudefensie και Stichting Stop Luchtverontreiniging Utrecht, C‑401/12 P έως C‑403/12 P, EU:C:2015:4, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Το Δικαστήριο διευκρίνισε, ωστόσο, ότι οι δύο αυτές εξαιρέσεις δικαιολογούνται μόνον από τις ιδιαιτερότητες των συμφωνιών που οδήγησαν στην εφαρμογή τους (αποφάσεις της 13ης Ιανουαρίου 2015, Συμβούλιο κ.λπ. κατά Vereniging Milieudefensie και Stichting Stop Luchtveronasi Utrecht, C‑401/12 P έως C‑403/12 P, EU:C:2015:4, σκέψη 57, και της 13ης Ιανουαρίου 2015, Συμβούλιο και Επιτροπή κατά Stichting Natuur en Milieu και Pesticide Action Network Europe, C‑404/12 P και C‑405/12 P, EU:C:2015:5, σκέψη 49).
449 Όσον αφορά την πρώτη εξαίρεση, το Δικαστήριο έχει κρίνει, κατ’ ουσίαν, ότι, για να αποδειχθεί η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να θέσει σε εφαρμογή στο δίκαιο της Ένωσης ειδική υποχρέωση αναληφθείσα στο πλαίσιο των συμφωνιών ΠΟΕ, δεν αρκεί να συνάγεται γενικώς από τις αιτιολογικές σκέψεις της επίμαχης πράξης της Ένωσης ότι η επίμαχη πράξη εκδίδεται λαμβανομένων υπόψη των διεθνών υποχρεώσεων της Ένωσης. Αντιθέτως, απαιτείται να προκύπτει από την επίδικη εκάστοτε διάταξη του δικαίου της Ένωσης ότι αυτή αποβλέπει στην εκπλήρωση, εντός της έννομης τάξης της Ένωσης, συγκεκριμένης υποχρέωσης απορρέουσας από τις συμφωνίες ΠΟΕ (βλ. απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2023, Changmao Biochemical Engineering κατά Επιτροπής, C‑123/21 P, EU:C:2023:708, σκέψη 79 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
450 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι οι προσφεύγουσες δεν προσδιορίζουν συγκεκριμένη διάταξη του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού –πράξη της οποίας τη νομιμότητα αμφισβήτησαν στο πλαίσιο της αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης– η οποία αποσκοπεί ειδικώς στην εκπλήρωση, εντός της έννομης τάξης της Ένωσης, συγκεκριμένης υποχρέωσης απορρέουσας από το άρθρο 2 της UNFCCC ή από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της Συμφωνίας του Παρισιού.
451 Όπως προκύπτει από τη σκέψη 446 ανωτέρω, οι εν λόγω διατάξεις της UNFCCC και της Συμφωνίας του Παρισιού απλώς θέτουν σκοπούς και γενικούς κανόνες, χωρίς ωστόσο να καθορίζουν συγκεκριμένο μέσο. Στο μέτρο που η UNFCCC ορίζει, στο άρθρο 3, παράγραφος 3, ότι «εναπόκειται στα Συμβαλλόμενα Μέρη να λάβουν προληπτικά μέτρα για να προβλέπουν, να αποτρέπουν ή να περιορίζουν στο ελάχιστο τις αιτίες των κλιματικών μεταβολών και να μετριάζουν τις δυσμενείς επιπτώσεις τους» και δεδομένου ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της Συμφωνίας του Παρισιού προβλέπει ότι η συμφωνία αυτή αποσκοπεί «στην ενίσχυση της παγκόσμιας αντιμετώπισης της απειλής της κλιματικής αλλαγής, στο πλαίσιο της αειφόρου ανάπτυξης και των προσπαθειών για την εξάλειψη της φτώχειας, μεταξύ άλλων [...] [κ]αθιστώντας τις χρηματοδοτικές ροές συμβατές με την κατεύθυνση προς την ανάπτυξη με χαμηλές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και την ανθεκτικότητα στις κλιματικές μεταβολές», διαπιστώνεται ότι η UNFCCC και η Συμφωνία του Παρισιού αφήνουν ευρώ περιθώριο εκτιμήσεως στα συμβαλλόμενα μέρη, στα οποία συγκαταλέγεται και η Ένωση, ως προς τον καθορισμό του συγκεκριμένου τρόπου εφαρμογής τους.
452 Πράγματι, ενώ η μεν UNFCCC καθορίζει στόχους που σχετίζονται με την πρόληψη και τον μετριασμό των αιτίων της κλιματικής αλλαγής και η δε Συμφωνία του Παρισιού καθορίζει στόχους που σχετίζονται με την παροχή κινήτρων για χρηματοδοτικές ροές προς μια ανάπτυξη με χαμηλές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και την ανθεκτικότητα στις κλιματικές μεταβολές, καμία από τις συμφωνίες αυτές δεν κάνει λόγο για υποχρέωση σχετική με την «ταξινομία» ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων, όπως αυτές που αναφέρονται στον κανονισμό για την ταξινομία ή εκείνες που αναφέρονται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό.
453 Δεδομένης της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που αναγνωρίζει η UNFCCC και η Συμφωνία του Παρισιού όσον αφορά τον καθορισμό του συγκεκριμένου τρόπου εφαρμογής τους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, με την έκδοση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, η Επιτροπή θέλησε να θέσει σε εφαρμογή τις ειδικές υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 2 της UNFCCC ή από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της Συμφωνίας του Παρισιού (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 13ης Ιανουαρίου 2015, Συμβούλιο κ.λπ. κατά Vereniging Milieudefensie και Stichting Stop Luchtverontreiniging Utrecht, C‑401/12 P έως C‑403/12 P, EU:C:2015:4, σκέψεις 59 και 60, και της 13ης Ιανουαρίου 2015, Συμβούλιο και Επιτροπή κατά Stichting Natuur en Milieu και Pesticide Action Network Europe, C‑404/12 P και C‑405/12 P, EU:C:2015:5, σκέψεις 51 και 52).
454 Όσον αφορά τη δεύτερη εξαίρεση, από τη νομολογία προκύπτει ότι η εξαίρεση αυτή προϋποθέτει, κατ’ ουσίαν, ότι η διάταξη του δικαίου της Ένωσης η οποία φέρεται ότι δεν συμμορφώνεται προς διεθνή συμφωνία δεσμεύουσα την Ένωση παραπέμπει ευθέως και ρητώς σε συγκεκριμένες διατάξεις της επίμαχης διεθνούς συμφωνίας (πρβλ. αποφάσεις της 13ης Ιανουαρίου 2015, Συμβούλιο κ.λπ. κατά Vereniging Milieudefensie και Stichting Stop Luchtverontreiniging Utrecht, C‑401/12 P έως C‑403/12 P, EU:C:2015:4, σκέψη 58, και της 13ης Ιανουαρίου 2015, Συμβούλιο και Επιτροπή κατά Stichting Natuur en Milieu και Pesticide Action Network Europe, C‑404/12 P και C‑405/12 P, EU:C:2015:5, σκέψη 50).
455 Όπως, όμως, επισημάνθηκε στη σκέψη 450 ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι οι προσφεύγουσες δεν προσδιορίζουν ούτε στην αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης ούτε στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής συγκεκριμένη διάταξη του δικαίου της Ένωσης την οποία αμφισβητούν, ήτοι συγκεκριμένη διάταξη του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, η οποία παραπέμπει ευθέως και ρητώς στο άρθρο 2 της UNFCCC ή στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της Συμφωνίας του Παρισιού.
456 Επιπλέον, επισημαίνεται ότι ούτε ο κανονισμός για την ταξινομία παραπέμπει στην UNFCCC. Ομοίως, καίτοι στον κανονισμό αυτόν γίνεται, βεβαίως, επανειλημμένως αναφορά στη Συμφωνία του Παρισιού (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 3, 11 και 24, άρθρο 2, σημείο 5, και άρθρο 10, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού), μόνον η αιτιολογική του σκέψη 3 περιέχει ρητή παραπομπή σε συγκεκριμένη διάταξη της Συμφωνίας του Παρισιού, ήτοι στο άρθρο της 2, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ. Η εν λόγω αιτιολογική σκέψη, όμως, δεν αποτελεί μέρος του διατακτικού του κανονισμού για την ταξινομία και, ως εκ τούτου, δεν έχει αφ’ εαυτής δεσμευτικό χαρακτήρα. Εν πάση περιπτώσει, οι προσφεύγουσες δεν θεωρούν ότι η προαναφερθείσα αιτιολογική σκέψη αντιβαίνει σε συγκεκριμένη διάταξη της επίμαχης διεθνούς συμφωνίας.
457 Επομένως, καμία από τις δύο εξαιρέσεις που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 448 ανωτέρω δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω.
458 Στο μέτρο που οι προσφεύγουσες παραπέμπουν σε νομολογία σύμφωνα με την οποία δεν συνιστά εμπόδιο στον έλεγχο, από τον δικαστή, της τήρησης των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στην Ένωση ως μέρος σε διεθνή συμφωνία το γεγονός ότι η συμφωνία αυτή περιέχει διατάξεις στερούμενες άμεσου αποτελέσματος, υπό την έννοια ότι δεν γεννούν δικαιώματα τα οποία οι ιδιώτες μπορούν να επικαλεστούν ευθέως ενώπιον δικαστηρίου, ορθώς η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η δικαστική απόφαση την οποία επικαλούνται συναφώς οι προσφεύγουσες (απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2001, Κάτω Χώρες κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑377/98, EU:C:2001:523, σκέψη 54) είναι μεμονωμένη (πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Jääskinen στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Συμβούλιο κ.λπ. Vereniging Milieudefensie και Stichting Stop Luchtverontreiniging Utrecht, C‑401/12 P έως C‑403/12 P, EU:C:2014:310, σημείο 67) και δεν ακολουθήθηκε από μεταγενέστερη νομολογία του δικαστή της Ένωσης. Παρότι παρακινήθηκε ρητώς να ακολουθήσει την απόφαση αυτή (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Jääskinen στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Συμβούλιο κ.λπ. κατά Vereniging Milieudefensie και Stichting Stop Luchtveronasi Utrecht, C‑401/12 P έως C‑403/12 P, EU:C:2014:310, σημείο 10), ο δικαστής της Ένωσης μάλλον επιβεβαίωσε, ιδίως με τις αποφάσεις που παρατίθενται στις σκέψεις 442 έως 444 ανωτέρω, τη μνημονευόμενη στις εν λόγω σκέψεις πάγια νομολογία, από την οποία, εν προκειμένω, προκύπτει ότι οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να επικαλεστούν το άρθρο 2 της UNFCCC ούτε το άρθρο 2, παράγραφος 1, της Συμφωνίας του Παρισιού, είτε στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής είτε κατά το στάδιο της αίτησής τους εσωτερικής επανεξέτασης του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού.
459 Επομένως, ορθώς η Επιτροπή έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η νομιμότητα του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού δεν μπορούσε να εξεταστεί υπό το πρίσμα των εν λόγω διατάξεων του διεθνούς δικαίου.
460 Εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται ότι ο δωδέκατος λόγος ακυρώσεως στηρίζεται στην παραδοχή ότι είναι εσφαλμένη η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις που διατύπωσαν οι προσφεύγουσες με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης σχετικά με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον μετριασμό όσον αφορά τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας, στις οποίες αναφέρεται το πρώτο σκέλος του εβδόμου λόγου ακυρώσεως. Όπως, όμως, επισημάνθηκε ανωτέρω, με την επιχειρηματολογία που προέβαλαν στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του εβδόμου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις που διατύπωσαν με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης σχετικά με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον μετριασμό όσον αφορά τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας ενέχει πλάνη περί το δίκαιο ή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.
461 Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, ο δωδέκατος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί, όπως και η προσφυγή στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
462 Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο πενταμελές τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Robin Wood – Gewaltfreie Aktionsgemeinschaft für Natur und Umwelt eV και τις λοιπές προσφεύγουσες, των οποίων οι επωνυμίες παρατίθενται στο παράρτημα, στα δικαστικά έξοδα.
|
Costeira |
Kancheva |
Öberg |
|
Zilgalvis |
Tichy-Fisslberger |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 18 Μαρτίου 2026.
(υπογραφές)
Περιεχόμενα
Ιστορικό της διαφοράς
Αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με τον κανονισμό για την ταξινομία και τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με την αίτηση εσωτερικής επανεξέτασης και την έκταση του ελέγχου του Γενικού Δικαστηρίου
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι ενέχει πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις των προσφευγουσών σχετικά με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου βάσει των οποίων μπορεί να διαπιστωθεί αν μια δραστηριότητα διαχείρισης δασών συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής
Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως οι περιλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτιμήσεις σχετικά με τη χρήση τιμής αναφοράς στις «συνήθεις πρακτικές» στο πλαίσιο των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου βάσει των οποίων μπορεί να διαπιστωθεί αν μια δραστηριότητα διαχείρισης δασών συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής
Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι ενέχει σφάλματα η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις των προσφευγουσών ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου έπρεπε να είναι ποσοτικά και δεν στηρίζονταν σε αδιάσειστα επιστημονικά στοιχεία και στην αρχή της προφύλαξης
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι ενέχει πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις των προσφευγουσών σχετικά με την εξαίρεση από την ανάλυση των κλιματικών οφελών, η οποία προβλέπεται για τις δασικές εκμεταλλεύσεις κάτω των 13 εκταρίων στα κριτήρια της σημαντικής συμβολής στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής
Επί του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι ενέχει πλάνη περί το δίκαιο ή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως σε σχέση με το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, και το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία η απάντηση της Επιτροπής ότι σκοπός της προβλεπόμενης στο σημείο 2.4 του παραρτήματος I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού εξαίρεσης των εκμεταλλεύσεων κάτω των 13 εκταρίων είναι «να περιορίσει τον διοικητικό φόρτο για τις μικρές δασικές εκμεταλλεύσεις και τους ιδιοκτήτες δασών μικρής κλίμακας»
Επί του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι ενέχει πλάνη περί το δίκαιο ή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως σε σχέση με το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, και το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για την ταξινομία η απάντηση της Επιτροπής ότι, κατ’ ουσίαν, η εξαίρεση των εκμεταλλεύσεων κάτω των 13 εκταρίων που προβλέπεται στο σημείο 2.4 του πίνακα των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, που φέρει τον τίτλο «Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» και περιλαμβάνεται στο παράρτημα I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, δικαιολογείται υπό το πρίσμα του συνόλου των απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν οι ιδιοκτήτες δασών μικρής κλίμακας
Επί του τρίτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο συνιστάμενη σε εσφαλμένη ερμηνεία, από την Επιτροπή, της αρμοδιότητας που της απονέμει το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για την ταξινομία
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι ενέχει σφάλματα η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις των προσφευγουσών σχετικά με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου βάσει των οποίων μπορεί να διαπιστωθεί αν μια δραστηριότητα βλάπτει σημαντικά την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή
Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις των προσφευγουσών σχετικά με τα κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να καθοριστεί πότε μια δραστηριότητα δεν βλάπτει σημαντικά τη μετάβαση προς μια κυκλική οικονομία
Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι ενέχει πλάνη περί το δίκαιο η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις των προσφευγουσών σχετικά με τα κριτήρια της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» στο πλαίσιο του μετριασμού της κλιματικής αλλαγής
Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι ενέχει πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις των προσφευγουσών σχετικά με τα κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να καθοριστεί αν μια δραστηριότητα προκαλεί σημαντική βλάβη στην προστασία και την αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων
Επί του εβδόμου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στις οποίες υπέπεσε η Επιτροπή καθόσον κατέληξε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στο συμπέρασμα ότι τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου σχετικά με τον μετριασμό των επιπτώσεων των δασοκομικών δραστηριοτήτων βιοενέργειας είναι επαρκή για να καθοριστεί αν μια δραστηριότητα συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής
Επί του πρώτου σκέλους του εβδόμου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθόσον η Επιτροπή έκρινε ότι τα κριτήρια για τη «μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου» ήταν επαρκή για να διασφαλιστεί ότι οι δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας συμβάλλουν στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής
Επί του δευτέρου σκέλους του εβδόμου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως την οποία ενέχει η απόρριψη, από την Επιτροπή, των επιχειρημάτων των προσφευγουσών ότι τα κριτήρια αειφορίας της οδηγίας RED II και τα κριτήρια LULUCF είναι ανεπαρκή για την αξιολόγηση της συμβολής των δασοκομικών δραστηριοτήτων βιοενέργειας στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής
Επί του ογδόου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις των προσφευγουσών σχετικά με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» όσον αφορά τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας
Επί του πρώτου σκέλους του ογδόου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλονται σφάλματα κατά την ερμηνεία της αρχής της προφύλαξης
Επί του δευτέρου σκέλους του ογδόου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε η Επιτροπή καθόσον απέδωσε δυσανάλογη βαρύτητα στην απαίτηση περί συνοχής μεταξύ πολιτικών κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού για την ταξινομία
Επί του τρίτου σκέλους του ογδόου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ύπαρξη σφαλμάτων κατά την ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, του κανονισμού για την ταξινομία
Επί του ενάτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλονται πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως απορρέοντα από τη μη συνεκτίμηση κρίσιμων αδιάσειστων επιστημονικών στοιχείων καθώς και από τη μη τήρηση της αρχής της προφύλαξης
Επί του δεκάτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις των προσφευγουσών σχετικά με τα κριτήρια της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» για τις δασοκομικές δραστηριότητες βιοενέργειας, υπό το πρίσμα της πρόληψης και της μείωσης της ρύπανσης και της προστασίας και της αποκατάστασης της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων
Επί του πρώτου σκέλους του δεκάτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ανεπάρκεια της απάντησης της Επιτροπής στις αιτιάσεις περί έλλειψης κατάλληλων κριτηρίων για την πρόληψη σημαντικών βλαβών στη βιοποικιλότητα και τα οικοσυστήματα
Επί του δευτέρου σκέλους του δεκάτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι ενέχει σφάλματα η απάντηση της Επιτροπής στις αιτιάσεις σχετικά με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» για την πρόληψη και τον έλεγχο της ρύπανσης
Επί του τρίτου σκέλους του δεκάτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλονται σφάλματα σχετικά με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της αρχής της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» στο πλαίσιο της κυκλικής οικονομίας
Επί του ενδεκάτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι ενέχει πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως η απάντηση της Επιτροπής στις επικρίσεις που διατύπωσαν οι προσφεύγουσες σχετικά με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή
Επί του δωδεκάτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά πλάνη περί το δίκαιο και πλάνη εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή της Συμφωνίας του Παρισιού και της UNFCCC
Επί των δικαστικών εξόδων
Παράρτημα – προσφεύγουσες
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
1 Ο κατάλογος των λοιπών προσφευγουσών παρατίθεται ως παράρτημα μόνο στο κείμενο που κοινοποιείται στους διαδίκους.