ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)

της 19ης Μαρτίου 2025 (*)

« ΕΓΤΕ και ΕΓΤΑΑ – Δαπάνες αποκλειόμενες από τη χρηματοδότηση – Δαπάνες τις οποίες πραγματοποίησε η Ελλάδα – Πολλαπλή συμμόρφωση – Βασικοί έλεγχοι – Νομική βάση – Αρχή της καλόπιστης συνεργασίας – Ασφάλεια δικαίου – Kατ’ αποκοπήν δημοσιονομικές διορθώσεις – Αναλογικότητα – Υποχρέωση αιτιολογήσεως »

Στην υπόθεση T‑211/22,

Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τις Ε. Λευθεριώτου, Α.‑Ε. Βασιλοπούλου και Κ. Κώνστα,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον Μ. Κωνσταντινίδη και την A. Becker,

καθής,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),

συγκείμενο από τους K. Kowalik-Bańczyk, πρόεδρο, G. Hesse και B. Ricziová (εισηγήτρια), δικαστές,

γραμματέας: Σ. Σπυροπούλου, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 20ής Σεπτεμβρίου 2023,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί, κατ’ ουσίαν, την ακύρωση της εκτελεστικής απόφασης (ΕΕ) 2022/222 της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 2022, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) (ΕΕ 2022, L 37, σ. 63, στο εξής: προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση), καθ’ ο μέρος την αφορά και της επιβάλλει κατ’ αποκοπήν δημοσιονομική διόρθωση 10 %, ανερχόμενη σε ακαθάριστο ποσό 43 525 011,74 ευρώ και σε καθαρό ποσό, κατόπιν συνυπολογισμού των προηγούμενων διορθώσεων, 43 156 228,16 ευρώ, σε συνέχεια της έρευνας XC/2018/001/GR για την πολλαπλή συμμόρφωση κατά τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017.

I.      Ιστορικό της διαφοράς

2        Από τις 23 έως τις 27 Απριλίου 2018, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διενήργησε την έρευνα με στοιχεία XC/2018/001/GR. Η έρευνα αφορούσε τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ).

3        Με επιστολή της 3ης Αυγούστου 2018 (στο εξής: επιστολή διαπιστώσεων της 3ης Αυγούστου 2018), η Επιτροπή κοινοποίησε στην Ελληνική Δημοκρατία τα αποτελέσματα των ελέγχων της, συμφώνως προς το άρθρο 34, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 908/2014 της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 2014, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τους οργανισμούς πληρωμών και άλλους οργανισμούς, τη δημοσιονομική διαχείριση, την εκκαθάριση λογαριασμών, τους κανόνες σχετικά με τους ελέγχους, τις εγγυήσεις και τη διαφάνεια (ΕΕ 2014, L 255, σ. 59). Η Επιτροπή επισήμανε, μεταξύ άλλων, αδυναμίες για τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017 σε τρεις βασικούς ελέγχους οι οποίοι αφορούσαν, πρώτον, το πεδίο εφαρμογής και την ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων, δεύτερον, την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις διαπιστώσεις των ελέγχων και, τρίτον, την ορθή επιβολή διοικητικών κυρώσεων και αποκλεισμών. Η Επιτροπή ζήτησε από τις ελληνικές αρχές, μεταξύ άλλων, να της παράσχουν πρόσθετες πληροφορίες.

4        Με έγγραφο της 14ης Δεκεμβρίου 2018, η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε στην από 3 Αυγούστου 2018 επιστολή διαπιστώσεων. Στη συνέχεια, με έγγραφο της 21ης Μαρτίου 2019 η Ελληνική Δημοκρατία παρέσχε πρόσθετες πληροφορίες.

5        Στις 28 Μαρτίου 2019 η Επιτροπή και οι ελληνικές αρχές συναντήθηκαν στο πλαίσιο διμερούς σύσκεψης. Με επιστολή της 13ης Μαΐου 2019, η Επιτροπή κοινοποίησε στις ελληνικές αρχές τα πρακτικά της διμερούς σύσκεψης και κατάλογο των συμπληρωματικών πληροφοριών που ζητήθηκαν επί τη ευκαιρία της σύσκεψης. Με έγγραφο της 3ης Ιουνίου 2019, οι ελληνικές αρχές απέστειλαν στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις τους και, με έγγραφο της 15ης Ιουλίου 2019, απάντησαν στο νέο αίτημα παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών.

6        Με επιστολή της 21ης Ιανουαρίου 2020, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ελληνική Δημοκρατία έτερο αίτημα παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών, στο οποίο οι ελληνικές αρχές απάντησαν στις 20 Μαρτίου 2020.

7        Με επιστολή της 21ης Οκτωβρίου 2020, η Επιτροπή κοινοποίησε στην Ελληνική Δημοκρατία τα προκαταρκτικά συμπεράσματά της, συμφώνως προς το άρθρο 34, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού 908/2014 (στο εξής: προκαταρκτικά συμπεράσματα της 21ης Οκτωβρίου 2020). Τα εν λόγω προκαταρκτικά συμπεράσματα περιείχαν αιτιάσεις σε βάρος της Ελληνικής Δημοκρατίας όσον αφορά ελλείψεις σε καθέναν από τους τρεις βασικούς ελέγχους που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 3 ανωτέρω. Η Επιτροπή πρότεινε, ως εκ τούτου, να αποκλειστεί από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικό ακαθάριστο ποσό ανερχόμενο σε 43 525 011,74 ευρώ και συνολικό καθαρό ποσό ανερχόμενο σε 43 171 712,52 ευρώ, όπερ αντιστοιχούσε σε κατ’ αποκοπήν ποσοστό 10 % κατά τα προτεινόμενα στις κατευθυντήριες γραμμές που περιέχονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής C(2015) 3675 final, της 8ης Ιουνίου 2015, με τίτλο «Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των δημοσιονομικών διορθώσεων στο πλαίσιο των διαδικασιών εκκαθάρισης ως προς τη συμμόρφωση και δημοσιονομικής εκκαθάρισης των λογαριασμών» (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές του 2015).

8        Με έγγραφο της 1ης Δεκεμβρίου 2020, η Ελληνική Δημοκρατία ζήτησε συμβιβασμό.

9        Στις 25 Μαΐου 2021 το όργανο συμβιβασμού κοινοποίησε την έκθεσή του, με την οποία, μεταξύ άλλων, διαπίστωσε την αδυναμία συμβιβασμού των θέσεων των μερών. Κάλεσε, έτσι, τα μέρη να συνεκτιμήσουν το γεγονός ότι κατ’ αποκοπήν ποσοστό 10 % είναι σύμφωνο με τις κατευθυντήριες γραμμές του 2015 εάν οι έλεγχοι των συστημάτων ελέγχου της πολλαπλής συμμόρφωσης είναι εντελώς αναποτελεσματικοί όσον αφορά την επιβολή διοικητικών κυρώσεων.

10      Με επιστολή της 17ης Νοεμβρίου 2021, η Επιτροπή κοινοποίησε στην Ελληνική Δημοκρατία την τελική της θέση (στο εξής: τελική θέση της 17ης Νοεμβρίου 2021), με την οποία πρότεινε τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ένωσης ακαθάριστου ποσού ύψους 43 525 011,74 ευρώ και καθαρού ποσού ύψους 43 167 428,41 ευρώ, κατά τον καθορισμό του οποίου είχαν ληφθεί υπόψη οι προηγούμενες διορθώσεις που είχαν επιβληθεί στο πλαίσιο άλλων ερευνών όσον αφορά τις ίδιες δαπάνες.

11      Η Επιστολή απέστειλε, εν συνεχεία, στην Ελληνική Δημοκρατία τη συνοπτική έκθεση της 4ης Ιανουαρίου 2022 σχετικά με τα αποτελέσματα των ερευνών της στο πλαίσιο της εκκαθάρισης ως προς τη συμμόρφωση βάσει του άρθρου 52 του κανονισμού (ΕΕ) 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 352/78, (ΕΚ) αριθ. 165/94, (ΕΚ) αριθ. 2799/98, (ΕΚ) αριθ. 814/2000, (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 και (ΕΚ) αριθ. 485/2008 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 549) (στο εξής: συνοπτική έκθεση).

12      Στη συνοπτική έκθεση, η Επιτροπή διαπίστωσε την ύπαρξη σημαντικών αδυναμιών, όσον αφορά τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017, στους τρεις βασικούς ελέγχους που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 3 ανωτέρω, ήτοι:

–        όσον αφορά τον πρώτο βασικό έλεγχο «Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων», η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο έλεγχος αυτός είχε διενεργηθεί με τόσο ελλιπή τρόπο ώστε να καθίσταται εντελώς αναποτελεσματικός όσον αφορά την εξακρίβωση της συμμόρφωσης των δικαιούχων με τις απαιτήσεις της πολλαπλής συμμόρφωσης και όσον αφορά τη διασφάλιση του αποτρεπτικού αποτελέσματος του συστήματος πολλαπλής συμμόρφωσης. Η Επιτροπή συμπέρανε, ιδίως όσον αφορά τις κανονιστικές απαιτήσεις διαχείρισης (στο εξής: ΚΑΔ), οι οποίες προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 1306/2013, ότι:

–        οι επιτόπιοι έλεγχοι σχετικά με τις γεωργικές εκτάσεις της εκμετάλλευσης (ΚΑΔ 1) παρουσίαζαν σοβαρές ελλείψεις (σημείο 13.1.1.1)·

–        οι επιτόπιοι έλεγχοι σχετικά με τα μέτρα του προγράμματος δράσης σύμφωνα με την ΚΑΔ 1 παρουσίαζαν σοβαρές ελλείψεις (σημείο 13.1.1.2)·

–        οι επιτόπιοι έλεγχοι σχετικά με τις απαιτήσεις που αφορούν την ασφάλεια των τροφίμων – Βρουκέλλωση (ΚΑΔ 4) παρουσίαζαν σοβαρές ελλείψεις (σημείο 13.1.1.3)·

–        οι επιτόπιοι έλεγχοι σχετικά με τις απαιτήσεις που αφορούν την ασφάλεια των τροφίμων – Εγκαταστάσεις παραγωγής γάλακτος (ΚΑΔ 4) παρουσίαζαν σοβαρές ελλείψεις (σημείο 13.1.1.4)·

–        οι επιτόπιοι έλεγχοι σχετικά με τις κοινοποιήσεις γεγονότων που αφορούν βοοειδή (ΚΑΔ 7) δεν είχαν διενεργηθεί (σημείο 13.1.1.5)·

–        οι επιτόπιοι έλεγχοι σχετικά με την αναγνώριση και την καταγραφή βοοειδών (ΚΑΔ 7) και αιγοπροβάτων (ΚΑΔ 8) παρουσίαζαν σοβαρές ελλείψεις (σημείο 13.1.1.6)·

–        οι επιτόπιοι έλεγχοι σχετικά με τις μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες (ΚΑΔ 9) δεν είχαν διενεργηθεί (σημείο 13.1.1.7)·

–        οι επιτόπιοι έλεγχοι σχετικά με την καλή μεταχείριση των ζώων (ΚΑΔ 11) παρουσίαζαν ελλείψεις (σημείο 13.1.1.8)·

–        οι επιτόπιοι έλεγχοι διαφόρων προτύπων για την καλή γεωργική και περιβαλλοντική κατάσταση (στο εξής: ΚΓΠΚ), τα οποία προβλέπονται επίσης στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 1306/2013, δεν ήταν αποτελεσματικοί (σημείο 13.1.1.9)· και

–        κατά τη διάρκεια του έτους δεν είχε επιτευχθεί το κατάλληλο επίπεδο ελέγχου των απαιτήσεων των ΚΑΔ 1, 2 και 10 και, συνεπώς, οι επιτόπιοι έλεγχοι παρουσίαζαν ελλείψεις (σημείο 13.1.1.10)·

–        όσον αφορά τον δεύτερο βασικό έλεγχο «Υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις διαπιστώσεις των ελέγχων», η Επιτροπή συμπέρανε ότι:

–        οι εκθέσεις που είχαν συνταχθεί από τον ελληνικό Οργανισμό πληρωμών και ελέγχου κοινοτικών ενισχύσεων προσανατολισμού και εγγυήσεων (στο εξής: ΟΠΕΚΕΠΕ) παρουσίαζαν ελλείψεις (σημείο 13.1.1.11)·

–        οι εκθέσεις των κτηνιατρικών υπηρεσιών παρουσίαζαν ελλείψεις (13.1.1.12)·

–        οι εκθέσεις ήταν ελλιπείς όσον αφορά την έκταση των επιτόπιων ελέγχων που διενεργήθηκαν, όπως αναφέρονταν στις εκθέσεις ελέγχου (σημείο 13.1.1.13)· και

–        όσον αφορά τον τρίτο βασικό έλεγχο «Ορθή επιβολή διοικητικών κυρώσεων και αποκλεισμών», η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το σύστημα αξιολόγησης και επιβολής κυρώσεων για την καύση καλαμιών (ΚΓΠΚ 6) παρουσίαζε ελλείψεις (σημείο 13.1.1.14).

13      Ακολούθως, στη συνοπτική έκθεση, η Επιτροπή κατέληξε, βάσει της εκτίμησης του κινδύνου για τα Ταμεία, στον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ένωσης ακαθάριστου ποσού 43 525 011,74 ευρώ, δηλαδή του ιδίου ακαθάριστου ποσού που είχε προτείνει και με την τελική θέση της 17ης Νοεμβρίου 2021, το οποίο αντιστοιχούσε σε κατ’ αποκοπήν διόρθωση 10 % επί του πληθυσμού που παρουσίαζε κίνδυνο, ο οποίος αποτελείτο από όλους τους δικαιούχους που υπέκειντο στις απαιτήσεις της πολλαπλής συμμόρφωσης, για όλες τις ελλείψεις που είχαν διαπιστωθεί στους βασικούς ελέγχους όσον αφορά, αφενός, το πεδίο εφαρμογής και την ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων και, αφετέρου, την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις διαπιστώσεις των ελέγχων, όπως είχαν εκτεθεί στη συνοπτική έκθεση. Η Επιτροπή έκρινε ότι η εν λόγω κατ’ αποκοπήν διόρθωση απορροφούσε επίσης την υπολογισθείσα διόρθωση λόγω ελλείψεων που είχαν διαπιστωθεί στον τρίτο βασικό έλεγχο όσον αφορά την ορθή επιβολή διοικητικών κυρώσεων και αποκλεισμών (σημείο 13.1.1.15 της συνοπτικής έκθεσης). Αφού έλαβε υπόψη πλείονες διορθώσεις που είχαν επιβληθεί στο πλαίσιο άλλων ερευνών όσον αφορά τις ίδιες δαπάνες, η Επιτροπή πρότεινε να αποκλειστεί καθαρό ποσό ύψους 43 156 228,16 ευρώ (σημείο 13.1.3 της συνοπτικής έκθεσης), ήτοι καθαρό ποσό χαμηλότερο του ποσού που διαλαμβανόταν στην τελική θέση της 17ης Νοεμβρίου 2021.

14      Στις 16 Φεβρουαρίου 2022, επί τη βάσει της συνοπτικής έκθεσης, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση, με την οποία, μεταξύ άλλων, απέκλεισε από τη χρηματοδότηση της Ένωσης, όσον αφορά την Ελληνική Δημοκρατία, ποσό ύψους 43 525 011,74 ευρώ (καθαρό ποσό ύψους 43 156 228,16 ευρώ).

II.    Αιτήματα των διαδίκων

15      Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση κατά το μέρος της με το οποίο επιβάλλεται στην Ελληνική Δημοκρατία δημοσιονομική διόρθωση ανερχόμενη σε καθαρό ποσό 43 156 228,16 ευρώ·

–        επικουρικώς, κατ’ ουσίαν, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση στο μέτρο που το ποσό της επιβαλλόμενης με αυτήν κατ’ αποκοπήν διόρθωσης υπερβαίνει το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή ποσοστού διόρθωσης 5 %·

–        σε κάθε περίπτωση, κατ’ ουσίαν, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση στο μέτρο που το ποσό της επιβαλλόμενης με αυτήν καθαρής δημοσιονομικής διόρθωσης υπερβαίνει κατά 12 225 532,12 ευρώ το ποσό που θα έπρεπε να της έχει επιβληθεί·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

16      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

III. Σκεπτικό

17      Προς στήριξη της υπό κρίση προσφυγής, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει έξι λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αφορούν τόσο τις αδυναμίες που διαπιστώθηκαν με τη συνοπτική έκθεση όσο και την προτεινόμενη με την εν λόγω έκθεση και επιβαλλόμενη με την προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση δημοσιονομική διόρθωση.

18      Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι τα ευρωπαϊκά γεωργικά Ταμεία χρηματοδοτούν μόνον τις παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών (πρβλ. απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2014, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, C‑610/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2349, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

19      Συναφώς, όπως προκύπτει από τους αφορώντες τα Ταμεία κανόνες, τα κράτη μέλη οφείλουν να διενεργούν σύνολο διοικητικών και επιτόπιων ελέγχων προκειμένου να διασφαλίζουν ότι τηρούνται προσηκόντως οι ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις χορηγήσεως των ενισχύσεων. Αν δεν υφίσταται τέτοια συνολική οργάνωση ελέγχων ή αν η εφαρμογή της από κράτος μέλος είναι πλημμελής σε σημείο που να εξακολουθούν να υφίστανται αμφιβολίες ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων αυτών, η Επιτροπή ορθώς δεν αναγνωρίζει ορισμένες δαπάνες πραγματοποιηθείσες από το οικείο κράτος μέλος (πρβλ. αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 1990, Γερμανία κατά Επιτροπής, C‑8/88, EU:C:1990:241, σκέψεις 20 και 21· της 14ης Απριλίου 2005, Ισπανία κατά Επιτροπής, C‑468/02, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2005:221, σκέψη 36, και της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, T‑183/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:370, σκέψη 31).

20      Από πάγια νομολογία προκύπτει επίσης ότι, υπό το πρίσμα της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, όσον αφορά τις δαπάνες που βαρύνουν τον προϋπολογισμό της Ένωσης, να καθιερώνουν αποτελεσματικό σύστημα διοικητικών και επιτόπιων ελέγχων προκειμένου να διασφαλίζουν ότι τηρούνται προσηκόντως όλες οι τασσόμενες ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις. Επιπλέον, τα κράτη μέλη έχουν τη γενική υποχρέωση να λαμβάνουν τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της κανονικότητας των χρηματοδοτούμενων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, να αποτρέπουν και να διώκουν τις παρατυπίες και να ανακτούν τα χρηματικά ποσά που έχουν απολεσθεί λόγω παρατυπίας ή αμέλειας, έστω και αν η πράξη του δικαίου της Ένωσης δεν προβλέπει ρητώς τη θέσπιση συγκεκριμένων μέτρων ελέγχου (βλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2019, Πολωνία κατά Επιτροπής, T‑21/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:865, σκέψη 83 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

21      Όταν η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει τα Ταμεία με ορισμένες δαπάνες λόγω παραβάσεων των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης για τις οποίες ευθύνεται κράτος μέλος, δεν οφείλει να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό την ανεπάρκεια των διενεργηθέντων από τις εθνικές διοικητικές αρχές ελέγχων ή την ανακρίβεια των αριθμητικών στοιχείων που αυτές διαβίβασαν, αλλά να προσκομίσει αποδείξεις για τη σοβαρή και εύλογη αμφιβολία που διατηρεί ως προς τους εν λόγω ελέγχους ή αριθμητικά στοιχεία. Η ως άνω ελάφρυνση του βάρους αποδείξεως για την Επιτροπή εξηγείται από το γεγονός ότι το κράτος μέλος ευρίσκεται στην πλέον κατάλληλη θέση προκειμένου να συλλέξει και να επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών των ευρωπαϊκών γεωργικών Ταμείων και, κατά συνέπεια, σε αυτό εναπόκειται να προσκομίσει τα πλέον λεπτομερή και πλήρη αποδεικτικά στοιχεία περί του ότι όντως διενεργήθηκαν οι έλεγχοί του και ότι είναι αληθή τα αριθμητικά στοιχεία του και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, περί του ότι οι ισχυρισμοί της Επιτροπής είναι ανακριβείς (αποφάσεις της 11ης Ιανουαρίου 2001, Ελλάδα κατά Επιτροπής, C‑247/98, EU:C:2001:4, σκέψεις 7 έως 9, και της 17ης Μαΐου 2013, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑294/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:261, σκέψη 21).

22      Κατά συνέπεια, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να ανατρέψει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής μόνον αν στηρίξει τα όσα το ίδιο υποστηρίζει σε στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη αξιόπιστου και λειτουργικού συστήματος ελέγχου. Εφόσον δεν επιτυγχάνει να αποδείξει ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής δεν ευσταθούν, αυτές συνιστούν στοιχεία δυνάμενα να προκαλέσουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη θέσπιση κατάλληλου και αποτελεσματικού συστήματος μέτρων εποπτείας και ελέγχου (βλ. απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2003, Ελλάδα κατά Επιτροπής, C‑157/00, EU:C:2003:5, σκέψη 18 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 2018, Σουηδία κατά Επιτροπής, T‑260/16, EU:T:2018:597, σκέψη 72).

23      Συνεπώς, πρέπει να εξακριβωθεί αν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος απέδειξε την ανακρίβεια των εκτιμήσεων της Επιτροπής ή την απουσία κινδύνου ζημίας ή παρατυπιών σε βάρος των Tαμείων, βασιζόμενο στην εφαρμογή ενός αξιόπιστου και αποτελεσματικού συστήματος ελέγχου (απόφαση της 17ης Μαΐου 2013, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑294/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:261, σκέψη 22· πρβλ., επίσης, απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2005, Ελλάδα κατά Επιτροπής, C‑300/02, EU:C:2005:103, σκέψη 95).

24      Οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία προς στήριξη της προσφυγής της πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων. Δεδομένου ότι ο πρώτος, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως επικεντρώνονται στις διαπιστώσεις της Επιτροπής που οδήγησαν στην έκδοση της προσβαλλόμενης εκτελεστικής απόφασης, οι λόγοι αυτοί θα εξεταστούν πριν από τον δεύτερο, τον πέμπτο και τον έκτο λόγο ακυρώσεως, οι οποίοι αφορούν κατά κύριο λόγο την επιβληθείσα με την εν λόγω εκτελεστική απόφαση δημοσιονομική διόρθωση.

Α.      Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης των σχετικών με τους βασικούς ελέγχους διαπιστώσεων της Επιτροπής και, επικουρικώς, παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου καθώς και έλλειψη αιτιολογίας

1.      Επιχειρήματα των διαδίκων

25      Πρώτον, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, οι διαπιστώσεις της Επιτροπής όσον αφορά τους επίμαχους βασικούς ελέγχους δεν συνάδουν με το τιτλοφορούμενο «Βασικοί και Επικουρικοί Έλεγχοι όσον αφορά την πολλαπλή συμμόρφωση στο πλαίσιο των διαδικασιών εκκαθάρισης ως προς τη συμμόρφωση που άρχισαν την 1η Ιανουαρίου 2015» έγγραφο, το οποίο η Επιτροπή έχει θεσπίσει και διανείμει στα κράτη μέλη ως ενημερωτικό βοήθημα (στο εξής: ενημερωτικό έγγραφο). Η μη συνεκτίμηση του εν λόγω εγγράφου, το οποίο απαριθμεί για κάθε βασικό έλεγχο τις νομοθετικές διατάξεις στις οποίες ερείδονται οι βασικοί έλεγχοι, συνεπάγεται έλλειψη νόμιμης βάσης για τις διαπιστώσεις της Επιτροπής όσον αφορά τις ελλείψεις του οικείου βασικού ελέγχου.

26      Ειδικότερα, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι, όσον αφορά τον βασικό έλεγχο «Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων», οι νομικές βάσεις που αναφέρονται στα σημεία 13.1.1.1 έως 13.1.1.9 της συνοπτικής έκθεσης δεν περιλαμβάνουν καμία από τις σχετικές νομικές βάσεις που περιέχει το ενημερωτικό έγγραφο.

27      Ακολούθως, επικουρικώς, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το ενημερωτικό έγγραφο έχει δημιουργήσει στους Οργανισμούς πληρωμών και στα κράτη μέλη ακλόνητη πεποίθηση για τη νόμιμη βάση και το περιεχόμενο των περιγραφόμενων σε αυτό ελέγχων. Η Επιτροπή, αποκλίνοντας από το έγγραφο αυτό, παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου.

28      Δεύτερον, όσον αφορά τον βασικό έλεγχο «Υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις διαπιστώσεις των ελέγχων», οι διαπιστώσεις της Επιτροπής που εκτίθενται στα σημεία 13.1.1.11 έως 13.1.1.13 της συνοπτικής έκθεσης δεν «υπάγονται» στο άρθρο 72 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 809/2014 της Επιτροπής, της 17ης Ιουλίου 2014, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου, τα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης και την πολλαπλή συμμόρφωση (ΕΕ 2014, L 227, σ. 69), το οποίο αποσαφηνίζει το περιεχόμενο και τη δομή των εκθέσεων σχετικά με τους επιτόπιους ελέγχους.

29      Τρίτον, η Ελληνική Δημοκρατία εκτιμά ότι, σε κάθε περίπτωση, λόγω των ως άνω σφαλμάτων στα οποία υπέπεσε η Επιτροπή, το αιτιολογικό έρεισμα της προσβαλλόμενης εκτελεστικής απόφασης δεν είναι σαφές αλλά διφορούμενο, η δε προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση είναι αναιτιολόγητη, με αποτέλεσμα να έχουν προσβληθεί τα δικαιώματα άμυνάς της.

30      Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

2.      Σχετικά στοιχεία της συνοπτικής έκθεσης

31      Όσον αφορά τις διάφορες διαπιστώσεις σχετικά με τον βασικό έλεγχο «Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων», οι οποίες εκτίθενται στα σημεία 13.1.1.1 έως 13.1.1.9 της συνοπτικής έκθεσης, σημειώνεται ότι σε καθένα από τα σημεία αυτά αναφέρονται, μεταξύ των νομικών βάσεων, το άρθρο 96, παράγραφος 3, και το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 1306/2013.

32      Όσον αφορά τις διάφορες διαπιστώσεις σχετικά με τον βασικό έλεγχο «Υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις διαπιστώσεις των ελέγχων», οι οποίες εκτίθενται στα σημεία 13.1.1.11 έως 13.1.1.13 της συνοπτικής έκθεσης, σημειώνεται ότι καθένα από τα σημεία αυτά παραπέμπει στο άρθρο 72 του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014.

3.      Εφαρμοστέα ρύθμιση

33      Όσον αφορά τα σημεία 13.1.1.1 έως 13.1.1.9 της συνοπτικής έκθεσης, η Επιτροπή παρέπεμψε, με την έκθεσή της, στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 1306/2013, το οποίο απαριθμεί τους κανόνες για την πολλαπλή συμμόρφωση σύμφωνα με το άρθρο 93 του κανονισμού. Συναφώς, το άρθρο 93, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει τα εξής:

«Οι κανόνες πολλαπλής συμμόρφωσης συνίστανται στις κανονιστικές απαιτήσεις διαχείρισης που απορρέουν από την ενωσιακή νομοθεσία και στα πρότυπα για την καλή γεωργική και περιβαλλοντική κατάσταση των εκτάσεων που θεσπίζονται σε εθνικό επίπεδο, όπως απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ, όσον αφορά τους ακόλουθους τομείς:

α)      περιβάλλον, κλιματική αλλαγή και καλή γεωργική κατάσταση των εκτάσεων·

β)      δημόσια υγεία και υγεία των ζώων και των φυτών,

γ)      καλή μεταχείριση των ζώων.»

34      Περαιτέρω, το άρθρο 96, παράγραφος 3, του κανονισμού 1306/2013 ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη πραγματοποιούν επιτόπιους ελέγχους για την επαλήθευση της συμμόρφωσης των δικαιούχων προς τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα τίτλο».

35      Όσον αφορά τα σημεία 13.1.1.11 έως 13.1.1.13 της συνοπτικής έκθεσης, η Επιτροπή παρέπεμψε στο επιγραφόμενο «Έκθεση ελέγχου» άρθρο 72, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014, το οποίο ορίζει τα ακόλουθα:

«Κάθε επιτόπιος έλεγχος που διενεργείται βάσει του παρόντος τίτλου αποτελεί αντικείμενο έκθεσης ελέγχου που πρέπει να καταρτίζεται από την αρμόδια ελεγκτική αρχή ή υπό την ευθύνη της.

Η έκθεση υποδιαιρείται στα ακόλουθα μέρη:

α)      ένα γενικό μέρος που περιλαμβάνει συγκεκριμένα τις ακόλουθες πληροφορίες:

i)      τον δικαιούχο που επιλέχθηκε για τον επιτόπιο έλεγχο·

ii)      τα παρόντα κατά τον έλεγχο πρόσωπα·

iii)      εάν ο δικαιούχος είχε ειδοποιηθεί για την επίσκεψη και, εάν ναι, το διάστημα που μεσολάβησε από την ειδοποίηση·

β)      ένα μέρος στο οποίο αναφέρονται χωριστά οι έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν για κάθε πράξη και πρότυπο και στο οποίο περιλαμβάνονται, ειδικότερα, οι ακόλουθες πληροφορίες:

i)      οι απαιτήσεις και τα πρότυπα που αποτέλεσαν το αντικείμενο του επιτόπιου ελέγχου·

ii)      η φύση και η έκταση των ελέγχων που διεξήχθησαν·

iii)      οι διαπιστώσεις·

iv)      οι πράξεις και τα πρότυπα ως προς τα οποία διαπιστώθηκαν περιπτώσεις μη συμμόρφωσης·

γ)      ένα μέρος αξιολόγησης, στο οποίο εκτιμάται η σημασία της μη συμμόρφωσης αναφορικά με κάθε πράξη ή/και πρότυπο, βάσει των κριτηρίων “σοβαρότητα”, “έκταση”, “διαρκής χαρακτήρας” και “επανάληψη” σύμφωνα με το άρθρο 99 παράγραφος 1 του κανονισμού […] 1306/2013, με μνεία των παραγόντων που ενδεχομένως δικαιολογούν αύξηση ή ελάττωση της μείωσης που πρέπει να επιβληθεί.

[…]»

4.      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

36      Κατά πρώτον, πρέπει να διαπιστωθεί εάν το ενημερωτικό έγγραφο έχει δεσμευτικό χαρακτήρα για την Επιτροπή. Συγκεκριμένα, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, η Επιτροπή κακώς απέστη από τις νομικές βάσεις που εκτίθενται στο εν λόγω έγγραφο, κατά παραβίαση ιδίως της αρχής της ασφάλειας δικαίου.

37      Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, για να διαπιστωθεί αν μια πράξη παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, πρέπει να εξετάζεται η ουσία της και να εκτιμώνται τα αποτελέσματα αυτά με γνώμονα αντικειμενικά κριτήρια, όπως το περιεχόμενο της πράξης, λαμβανομένων ενδεχομένως υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτή εκδόθηκε, των εξουσιών του θεσμικού οργάνου που την εξέδωσε (πρβλ. αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 2014, Ουγγαρία κατά Επιτροπής, C‑31/13 P, EU:C:2014:70, σκέψη 55, και της 20ής Φεβρουαρίου 2018, Βέλγιο κατά Επιτροπής, C‑16/16 P, EU:C:2018:79, σκέψη 32) και της πρόθεσης του θεσμικού αυτού οργάνου (διάταξη της 30ής Ιανουαρίου 2020, Λεττονία κατά Επιτροπής, T‑293/18, EU:T:2020:29, σκέψη 26).

38      Εν προκειμένω, το ενημερωτικό έγγραφο περιέχει, υπό τον επιγραφόμενο «Εφαρμοστέοι κανονισμοί» τίτλο Ι, κατάλογο ο οποίος περιλαμβάνει τους «[β]ασικ[ούς] κανονισμ[ούς] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου: αριθ. 1306/2013, 1305/2013, 1310/2013 και 1308/2013», τον «[κ]ατ’ εξουσιοδότηση κανονισμ[ό] (ΕΕ) αριθ. 640/2014 της Επιτροπής» και τον «[ε]κτελεστικ[ό] κανονισμ[ό] (ΕΕ) αριθ. 809/2014 της Επιτροπής». Υπό τον τίτλο ΙΙ, ο οποίος επιγράφεται «Συστήματα ελέγχου και κυρώσεις», το ενημερωτικό έγγραφο επαναλαμβάνει το άρθρο 58, παράγραφος 2, του κανονισμού 1306/2013, το οποίο προβλέπει ότι «[τ]α κράτη μέλη εφαρμόζουν αποτελεσματικά συστήματα διαχείρισης και ελέγχου για να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τη νομοθεσία που διέπει τα καθεστώτα στήριξης της Ένωσης με σκοπό την ελαχιστοποίηση του κινδύνου πρόκλησης οικονομικής ζημίας στην Ένωση». Πάντοτε υπό τον τίτλο αυτό, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 6, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 907/2014 της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 2014, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά τους οργανισμούς πληρωμών και άλλους οργανισμούς, τη δημοσιονομική διαχείριση, την εκκαθάριση λογαριασμών, τις εγγυήσεις και τη χρήση του ευρώ (ΕΕ 2014, L 255, σ. 18), οι έλεγχοι που πρέπει να διενεργούνται για τον σκοπό αυτό διακρίνονται σε βασικούς και επικουρικούς ελέγχους. Στη συνέχεια, το ενημερωτικό έγγραφο επαναλαμβάνει ένα χωρίο της τελευταίας ως άνω διάταξης. Εν κατακλείδι, υπό τον ίδιο τίτλο ΙΙ υπάρχει δήλωση αποποίησης ευθύνης η οποία προβλέπει ότι «[ο]ι κατωτέρω κατάλογοι [ήτοι, υπό τους τίτλους III και IV] δεν είναι εξαντλητικοί και μπορούν να επικαιροποιηθούν ή να συμπληρωθούν όποτε κρίνεται αναγκαίο» και ότι, «[ω]ς εκ τούτου, το [εν λόγω] έγγραφο συντάχθηκε αποκλειστικά για ενημερωτικούς σκοπούς και ως χρηστικό βοήθημα». Τέλος, υπό τον τίτλο ΙΙΙ ομαδοποιούνται ορισμένα στοιχεία της προαναφερθείσας νομοθεσίας ανά βασικό έλεγχο και υπό τον τίτλο IV ορισμένα στοιχεία της νομοθεσίας αυτής ανά επικουρικό έλεγχο.

39      Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, διά της απλής επανάληψης ορισμένων στοιχείων της εφαρμοστέας νομοθεσίας και της ομαδοποίησής τους ανά βασικό έλεγχο και ανά επικουρικό έλεγχο, το ενημερωτικό έγγραφο παρέχει, με το περιεχόμενό του, ενδείξεις όσον αφορά τα συστήματα ελέγχου και τις εφαρμοστέες κυρώσεις σχετικά με την πολλαπλή συμμόρφωση. Επιπλέον, από τη δήλωση αποποίησης ευθύνης που διαλαμβάνεται υπό τον τίτλο ΙΙ του ενημερωτικού εγγράφου προκύπτει ότι το έγγραφο αυτό, το οποίο προέρχεται από τη Γενική Διεύθυνση (ΓΔ) Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής, δεν μπορεί να έχει δεσμευτικό χαρακτήρα. Ομοίως, αφ’ ης στιγμής στο εν λόγω έγγραφο επισημαίνεται σαφώς, διά της δήλωσης αποποίησης ευθύνης, ότι οι κατάλογοι των νομοθετικών διατάξεων που μνημονεύονται υπό τον τίτλο ΙΙΙ «Βασικοί έλεγχοι» και τον τίτλο IV «Επικουρικοί έλεγχοι» δεν είναι εξαντλητικοί και μπορούν να επικαιροποιηθούν ή να συμπληρωθούν όποτε κρίνεται αναγκαίο, το έγγραφο αυτό δεν μπορεί να δημιουργήσει στους οργανισμούς πληρωμών και στα κράτη μέλη ακλόνητη πεποίθηση για τη νόμιμη βάση και το περιεχόμενο των περιγραφόμενων σε αυτό ελέγχων.

40      Ως εκ τούτου, ακόμη και αν αποδεικνυόταν ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν ενήργησε κατά τρόπο σύμφωνο με το ενημερωτικό έγγραφο, μια τέτοια παρατυπία δεν θα αρκούσε, από μόνη της, για τη διαπίστωση ότι η συνοπτική έκθεση ενέχει σφάλμα και, συνακόλουθα, για την ακύρωση της προσβαλλόμενης εκτελεστικής απόφασης. Ομοίως, ελλείψει δεσμευτικού χαρακτήρα του ενημερωτικού εγγράφου, το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή, αποκλίνοντας από το έγγραφο αυτό, παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου είναι αβάσιμο.

41      Κατά δεύτερον, εν πάση περιπτώσει, οι κανονιστικές διατάξεις στις οποίες γίνεται αναφορά στη συνοπτική έκθεση για τις διαπιστώσεις που θεμελιώνουν σειρά ελλείψεων στον βασικό έλεγχο «Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων» αντιστοιχούν πράγματι στις νομικές βάσεις που περιέχονται στο ενημερωτικό έγγραφο.

42      Συγκεκριμένα, διαπιστώνεται ότι το ενημερωτικό έγγραφο περιλαμβάνει, υπό τον τίτλο ΙΙΙ «Βασικοί έλεγχοι», στο τμήμα 2 «Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων», το σημείο 2, το οποίο ορίζει ότι «[ο]ι επιτόπιοι έλεγχοι καλύπτουν το σύνολο των ελάχιστων απαιτήσεων που αναφέρονται στις πράξεις και τα πρότυπα που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού […] 1306/2013 (άρθρο 93 [του κανονισμού])».

43      Στα δε σημεία 13.1.1.1 έως 13.1.1.9 της συνοπτικής έκθεσης, μεταξύ των νομικών βάσεων γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 1306/2013, το οποίο απαριθμεί τους κανόνες για την πολλαπλή συμμόρφωση. Επομένως, στο μέτρο που τα σημεία αυτά της συνοπτικής έκθεσης περιέχουν, υπό την επικεφαλίδα «Νομική βάση», παραπομπή στο εν λόγω παράρτημα, το οποίο ίδιο παράρτημα μνημονεύεται στο ενημερωτικό έγγραφο, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας σύμφωνα με το οποίο η προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση πρέπει να ακυρωθεί λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης των προαναφερθέντων σημείων ή λόγω παραβίασης της αρχής της ασφάλειας δικαίου.

44      Κατά τρίτον, στο πλαίσιο των ισχυρισμών της ως προς τον βασικό έλεγχο «Υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις διαπιστώσεις των ελέγχων» (βλ. σκέψη 28 ανωτέρω), η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 72 του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014 αφορά μόνον το περιεχόμενο και τη δομή των εκθέσεων. Κατ’ αυτήν, το εν λόγω άρθρο δεν συνιστά κατάλληλο έρεισμα για διαπιστώσεις όσον αφορά την ποιότητα των ελέγχων που διενεργήθηκαν από τις ελληνικές αρχές από άποψη ορθότητας ή πληρότητας των διενεργηθέντων ελέγχων, όπως είναι οι διαπιστώσεις που διατυπώθηκαν από την Επιτροπή.

45      Συναφώς, αφενός, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 72, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014 περιγράφει λεπτομερώς τη δομή και το περιεχόμενο των εκθέσεων ελέγχου που πρέπει να συντάσσονται από την αρμόδια αρχή βάσει των επιτόπιων ελέγχων που διενεργούνται.

46      Αφετέρου, όσον αφορά τις διαπιστώσεις που περιέχονται στα σημεία 13.1.1.11 έως 13.1.1.13 της συνοπτικής έκθεσης, από τα σημεία αυτά προκύπτει σαφώς ότι μέσω της έρευνας την οποία διεξήγαγε η Επιτροπή διαπιστώθηκαν πλείονες ελλείψεις στις εκθέσεις ελέγχου των αρμοδίων ελληνικών αρχών όσον αφορά το ζήτημα εάν οι εκθέσεις ήταν συμμορφούμενες με τις απαιτήσεις του άρθρου 72, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014 σύμφωνα με τις οποίες οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιγράφουν στις εκθέσεις τους, ακολουθώντας μια συγκεκριμένη δομή, τους ελέγχους που πράγματι διενεργήθηκαν.

47      Συνακόλουθα, πρώτον, από το σημείο 13.1.1.11 της συνοπτικής έκθεσης προκύπτει ότι, αφού η Επιτροπή διαπίστωσε προκαταρκτικώς ότι «παραδείγματα ανωμαλιών όσον αφορά τις εκθέσεις καταδ[είκνυαν] ότι το είδος και η έκταση των ελέγχων που διενεργήθηκαν δεν αποτυπώθηκαν σωστά στις εκθέσεις ελέγχου», έκρινε ότι «οι διευκρινίσεις που παρασχέθηκαν από τις ελληνικές αρχές επιβεβ[αίωναν] ότι οι εκθέσεις δεν αντικατόπτριζαν το είδος και την έκταση των ελέγχων που διενεργήθηκαν» και ότι οι εκθέσεις ελέγχου δεν ήταν, επομένως, συμμορφούμενες με τις διατάξεις του άρθρου 72, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014 και παρουσίαζαν ελλείψεις κατά τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017.

48      Δεύτερον, όσον αφορά το σημείο 13.1.1.12 της συνοπτικής έκθεσης, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι ελληνικές αρχές δεν προσκόμισαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι εκθέσεις για τους ελέγχους συντάχθηκαν σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις, δηλαδή ότι οι εκθέσεις περιελάμβαναν πράγματι ένα μέρος στο οποίο αναφέρονταν χωριστά οι έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν για κάθε πράξη και πρότυπο καθώς και ένα μέρος αξιολόγησης στο οποίο εκτιμάτο η σημασία της μη συμμόρφωσης. Συμπέρανε, επομένως, ότι οι εκθέσεις ελέγχου (που συνέταξαν οι κτηνιατρικές υπηρεσίες) ήταν ελλιπείς, δεν ήταν συμμορφούμενες με τις διατάξεις του άρθρου 72, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014 και παρουσίαζαν ελλείψεις κατά τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017.

49      Τρίτον, όσον αφορά το σημείο 13.1.1.13 της συνοπτικής έκθεσης, βάσει των προκαταρκτικών διαπιστώσεων, στις οποίες αναφερόταν ότι «τα παραδείγματα που περιγράφ[ηκαν] ανωτέρω καταδ[είκνυαν] ότι οι εκθέσεις ελέγχου δεν αποτ[ύπωναν] ορθά την έκταση των επιτόπιων ελέγχων που διενεργήθηκαν κατά τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017», η Επιτροπή έκρινε ότι οι ελληνικές αρχές δεν τεκμηρίωσαν την έκταση των αμφισβητούμενων ελέγχων –και κατ’ επέκταση τις καταχωρίσεις στις εκθέσεις ελέγχου– με επαληθεύσιμα στοιχεία, υπενθύμισε δε ότι η διαπίστωσή της αφορούσε το αληθές των εκθέσεων που εξετάστηκαν και όχι το πεδίο εφαρμογής ή την ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων που διενεργήθηκαν. Εκ των ανωτέρω συμπέρανε ότι οι εκθέσεις ελέγχου ήταν ελλιπείς, καθώς δεν συμμορφώνονταν με τις διατάξεις του άρθρου 72, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, σημεία ii και iii, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014.

50      Επομένως, τα σχετικά με τα σημεία 13.1.1.11 έως 13.1.1.13 της συνοπτικής έκθεσης συμπεράσματα της Επιτροπής αφορούσαν πράγματι τη δομή και το περιεχόμενο των εκθέσεων ελέγχου και, ως εκ τούτου, ανταποκρίνονταν στον σκοπό του άρθρου 72, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014. Κατά συνέπεια, ορθώς η Επιτροπή διέλαβε τη διάταξη αυτή ως νομική βάση στη συνοπτική έκθεση. Υπό τις συνθήκες αυτές, το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή στήριξε τις διαπιστώσεις της σχετικά με την ποιότητα των ελέγχων που διενεργήθηκαν από τις ελληνικές αρχές, είτε πρόκειται για την ορθότητα είτε για την πληρότητά τους, στο άρθρο 72, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014 είναι αβάσιμο και πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί.

51      Κατά τέταρτον, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας σύμφωνα με το οποίο, δεδομένων των φερόμενων «πλημμελειών» στις οποίες υπέπεσε η Επιτροπή, το αιτιολογικό έρεισμα της προσβαλλόμενης εκτελεστικής απόφασης δεν είναι σαφές αλλά διφορούμενο, η δε προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση είναι αναιτιολόγητη, με αποτέλεσμα να έχουν προσβληθεί τα δικαιώματα άμυνάς της, πρέπει επίσης να απορριφθεί.

52      Συνεπώς, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

Β.      Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του ενωσιακού δικαίου, πολλαπλή πλάνη περί τα πράγματα καθώς και έλλειψη αιτιολογίας

53      Ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως αναφέρεται στο βάσιμο των αδυναμιών τις οποίες επισήμανε η Επιτροπή όσον αφορά τον βασικό έλεγχο «Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων» για τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017, και πιο συγκεκριμένα όσον αφορά τις διαπιστώσεις της στα σημεία 13.1.1.1 έως 13.1.1.3, 13.1.1.6 έως 13.1.1.8 και 13.1.1.10 της συνοπτικής έκθεσης.

54      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι οι επίμαχες διαπιστώσεις απορρέουν από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών κανόνων του ενωσιακού δικαίου καθώς και πλείονες περιπτώσεις πλάνης περί τα πράγματα. Κατ’ αυτήν, οι εν λόγω διαπιστώσεις δεν θα έπρεπε, ως εκ τούτου, να ληφθούν υπόψη στην πρόταση διόρθωσης. Η Ελληνική Δημοκρατία προσθέτει ότι το σχετικό αιτιολογικό έρεισμα της προσβαλλόμενης εκτελεστικής απόφασης δεν είναι επαρκές.

55      Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

56      Πρέπει να αναλυθούν διαδοχικά τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας όσον αφορά καθένα από τα διάφορα σημεία της συνοπτικής έκθεσης που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 53 ανωτέρω.

1.      Επί του σημείου 13.1.1.1 της συνοπτικής έκθεσης σχετικά με το «Πεδίο εφαρμογής των επιτόπιων ελέγχων στις γεωργικές εκτάσεις της εκμετάλλευσης – ΚΑΔ 1»

α)      Επιχειρήματα των διαδίκων

57      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η διαπίστωση η οποία περιέχεται στο σημείο 13.1.1.1 της συνοπτικής έκθεσης και σχετίζεται με την ΚΑΔ 1 στερείται νόμιμης βάσης ή εκφέρεται κατά πρόδηλη πλάνη περί τα πράγματα. Κατά την άποψή της, αναγκαία προϋπόθεση για τη διαπίστωση ελλείψεων κατά τον επιτόπιο έλεγχο που αφορά τη μέγιστη διασπορά αζώτου σε ευπρόσβλητες σε νιτρορύπανση ζώνες (ΕΝΖ), στην οποία προέβη η Επιτροπή, είναι οι ελεγχθείσες εκμεταλλεύσεις να εμπίπτουν σε ζώνες ενταγμένες σε σχέδιο δράσης, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε στην προκειμένη περίπτωση.

58      Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

β)      Σχετικά στοιχεία της συνοπτικής έκθεσης

59      Στο σημείο 13.1.1.1 της συνοπτικής έκθεσης, η Επιτροπή επισήμανε ότι το άρθρο 5 της οδηγίας 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προέλευσης (ΕΕ 1991, L 375, σ. 1), αφορά προγράμματα δράσης, ιδίως για ΕΝΖ. Κατ’ αυτήν, τα εν λόγω προγράμματα δράσης αποτελούνται από υποχρεωτικά μέτρα που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, για κάθε γεωργική μονάδα, μέγιστη ποσότητα κόπρου που προστίθεται κάθε χρόνο στο έδαφος με περιεχόμενο μη υπερβαίνον τα 170 kg αζώτου ανά εκτάριο. Η Επιτροπή διαπίστωσε ωστόσο, εν προκειμένω, προκαταρκτικώς ότι, στις εκθέσεις ελέγχου των ελληνικών αρχών για τις εκμεταλλεύσεις των δικαιούχων Α, Β, Γ και Δ, το εν λόγω σημείο ελέγχου είχε επισημανθεί ως «άνευ αντικειμένου», καίτοι σε καθεμία από τις εκμεταλλεύσεις αυτές υπήρχαν αγροτεμάχια σε ΕΝΖ, πράγμα το οποίο επιβεβαίωσαν άλλωστε οι ελληνικές αρχές.

60      Μετά την επικοινωνία που είχε με τις ελληνικές αρχές, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι αυτές δεν είχαν υποβάλει αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν ότι έλεγξαν τη μέγιστη διασπορά αζώτου στο έδαφος των τεσσάρων επίμαχων εκμεταλλεύσεων που βρίσκεται σε ΕΝΖ και, κατ’ επέκταση, στο έδαφος όλων των εκμεταλλεύσεων σε ΕΝΖ οι οποίες υπόκεινται σε ελέγχους της ΚΑΔ 1.

61      Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε, στη συνοπτική έκθεση, ότι οι ελληνικές αρχές δεν είχαν τεκμηριώσει τον ισχυρισμό τους ότι οι βοσκότοποι στην Ελλάδα δεν λιπαίνονταν, ούτε είχαν αναφερθεί στο φορτίο αζώτου που προερχόταν από τη βοσκή ζώων σε βοσκοτόπους. Κατά την άποψή της, εφόσον στις εκθέσεις ελέγχου η απαίτηση αναφερόταν εσφαλμένα ως «άνευ αντικειμένου», δεν ελέγχθηκε η μέγιστη διασπορά αζώτου στις εκμεταλλεύσεις που διαθέτουν εκτάσεις σε ΕΝΖ.

γ)      Εφαρμοστέα ρύθμιση

62      Το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 1306/2013 ορίζει την ΚΑΔ 1 διά παραπομπής στα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας 91/676. Κατά το άρθρο 5 της οδηγίας, τα κράτη μέλη πρέπει, μεταξύ άλλων, να εκπονούν προγράμματα δράσης όσον αφορά τις ΕΝΖ. Τα εν λόγω προγράμματα δράσης εφαρμόζονται εντός τετραετίας από την κατάρτισή τους και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τα υποχρεωτικά μέτρα του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μέτρα που θα περιληφθούν σε προγράμματα δράσης σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 4 στοιχείο α)». Στην παράγραφο 2 του εν λόγω παραρτήματος διευκρινίζεται ότι τα μέτρα αυτά εξασφαλίζουν ότι, για κάθε γεωργική ή κτηνοτροφική μονάδα, η ποσότητα κόπρου που προστίθεται κάθε χρόνο στο έδαφος, είτε από ανθρώπους είτε από τα ίδια τα ζώα, δεν υπερβαίνει μια καθορισμένη ποσότητα ανά εκτάριο. Η ποσότητα αυτή ανά εκτάριο είναι η ποσότητα κόπρου που περιέχει 170 kg άζωτο.

63      Όπως αναφέρεται στη συνοπτική έκθεση, η οδηγία 91/676 μεταφέρθηκε στο ελληνικό δίκαιο με την απόφαση 1420/82031 του Αναπληρωτή Υπουργού Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Κώδικας Ορθής Γεωργικής Πρακτικής για την Προστασία των Νερών από τη Νιτρορύπανση Γεωργικής Προέλευσης, της 22ας Ιουλίου 2015 (ΦΕΚ Bʹ 1709/17.8.2015), και την απόφαση 2001/118518 του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Τροποποίηση της αριθ. 1420/82031 (ΦΕΚ 1709/Β/2015) απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας «Κώδικας Ορθής Γεωργικής Πρακτικής για την Προστασία των Νερών από τη Νιτρορύπανση Γεωργικής Προέλευσης», της 30ής Οκτωβρίου 2015 (ΦΕΚ Βʹ 2359/3.11.2015), οι οποίες προβλέπουν ότι η απαίτηση σχετικά με τη μέγιστη διασπορά αζώτου (170 kg/εκτάριο) εφαρμόζεται σε όλες τις ΕΝΖ χωρίς εξαίρεση.

64      Περαιτέρω, το άρθρο 71, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014 ορίζει τα εξής:

«Οι επιτόπιοι έλεγχοι καλύπτουν, κατά περίπτωση, το σύνολο της γεωργικής γης της εκμετάλλευσης. Ωστόσο, η καθαυτό επιθεώρηση των αγροτεμαχίων στο πλαίσιο επιτόπιου ελέγχου μπορεί να περιορίζεται σε δείγμα που συνίσταται τουλάχιστον στα μισά αγροτεμάχια της εκμετάλλευσης τα οποία αφορά η απαίτηση ή το πρότυπο, υπό τον όρο ότι το δείγμα αυτό εγγυάται αξιόπιστο και αντιπροσωπευτικό επίπεδο ελέγχου σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις και τα πρότυπα. […]»

65      Τέλος, κατά το άρθρο 96, παράγραφος 3, του κανονισμού 1306/2013, τα κράτη μέλη πραγματοποιούν επιτόπιους ελέγχους για την επαλήθευση της συμμόρφωσης των δικαιούχων προς τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον τίτλο VI του κανονισμού σχετικά με την πολλαπλή συμμόρφωση.

δ)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

66      Από τη νομοθεσία που μνημονεύθηκε στη σκέψη 62 ανωτέρω προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία όφειλε να θεσπίσει πρόγραμμα δράσης όσον αφορά τις ΕΝΖ που να περιλαμβάνει, για κάθε γεωργική μονάδα, απαίτηση όσον αφορά τη μέγιστη ποσότητα κόπρου που προστίθεται κάθε χρόνο στο έδαφος με περιεχόμενο μη υπερβαίνον τα 170 kg αζώτου ανά εκτάριο. Επιπλέον, από τη νομοθεσία που μνημονεύθηκε στις σκέψεις 63 και 64 ανωτέρω προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία όφειλε να ελέγξει την τήρηση της απαιτήσεως αυτής σχετικά με την ποσότητα μέγιστης διασποράς αζώτου στις ΕΝΖ. Επ’ αυτού, επισημαίνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί τη διαπίστωση της Επιτροπής στη συνοπτική έκθεση σχετικά με το ότι οι ελληνικές αρχές δεν είχαν υποβάλει αποδεικτικά στοιχεία για τους ελέγχους της μέγιστης διασποράς αζώτου στο έδαφος των τεσσάρων επίμαχων εκμεταλλεύσεων που βρίσκεται σε ΕΝΖ και, κατ’ επέκταση, στο έδαφος όλων των εκμεταλλεύσεων σε ΕΝΖ οι οποίες υπόκεινται σε ελέγχους της ΚΑΔ 1.

67      Στο πλαίσιο αυτό, σημειώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορεί να επικαλείται την εκπρόθεσμη ή ατελή μεταφορά μιας υποχρέωσης απορρέουσας από την οδηγία 91/676 στο εσωτερικό δίκαιο, ήτοι τη μη θέσπιση του προγράμματος δράσης, για να θεμελιώσει το επιχείρημα ότι οι επιτόπιοι έλεγχοι δεν απαιτείται να καλύπτουν την τήρηση της εν λόγω υποχρέωσης (πρβλ. αποφάσεις της 23ης Μαρτίου 1994, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑268/93, EU:C:1994:115, σκέψη 5, και της 12ης Φεβρουαρίου 1998, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C‑139/97, EU:C:1998:58, σκέψη 10).

68      Κατά συνέπεια, η διαπίστωση στην οποία προέβη η Επιτροπή στο σημείο 13.1.1.1 της συνοπτικής έκθεσης δεν στερείται νόμιμης βάσης ούτε εκφέρεται κατά πλάνη περί τα πράγματα.

2.      Επί του σημείου 13.1.1.2 της συνοπτικής έκθεσης σχετικά με το «Πεδίο εφαρμογής των επιτόπιων ελέγχων των μέτρων του προγράμματος δράσης σύμφωνα με την ΚΑΔ 1»

α)      Επιχειρήματα των διαδίκων

69      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η διαπίστωση η οποία περιέχεται στο σημείο 13.1.1.2 της συνοπτικής έκθεσης και σχετίζεται με την έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων όσον αφορά τον συστηματικό υπολογισμό της χωρητικότητας των δοχείων αποθήκευσης κόπρου κατά τη διάρκεια των επιτόπιων ελέγχων εκφέρεται κατά προφανή πλάνη περί τα πράγματα. Επικαλείται συναφώς τις ενδείξεις που παρέσχε η Επιτροπή κατά τη διοικητική διαδικασία όσον αφορά την κατάσταση έξι γεωργών που εξετάστηκε κατά τη διμερή σύσκεψη. Οι μεν τέσσερις από αυτούς δεν είχαν ζώα, ώστε να χρειάζονται δεξαμενή αποθήκευσης της κοπριάς, οι δε υπόλοιποι δύο είχαν αιγοπρόβατα, για τα οποία η ελληνική εγκύκλιος 58953/2018, με θέμα «Πολλαπλή Συμμόρφωση 2018 – Εγκύκλιος – Εγχειρίδιο Διαδικασιών Ελέγχου», παρέχει εξαίρεση από την υποχρέωση δημιουργίας δεξαμενής, εφόσον η κοπριά αποξηραίνεται επί της στρωμνής του στάβλου. Μάλιστα, είχε καταγραφεί από τους Έλληνες ελεγκτές ότι η κοπριά διατίθετο απευθείας σε άλλους γεωργούς. Δεν απαιτείτο, επομένως, η ύπαρξη αποθηκευτικού χώρου.

70      Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

β)      Σχετικά στοιχεία της συνοπτικής έκθεσης

71      Στο σημείο 13.1.1.2 της συνοπτικής έκθεσης, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι ελληνικές αρχές δεν παρείχαν πραγματικά στοιχεία, όπως μετρήσεις ή υπολογισμούς στους φακέλους ελέγχου των εν λόγω αρχών, τα οποία να αποδεικνύουν ότι η χωρητικότητα των δοχείων αποθήκευσης κόπρου είχε υπολογιστεί με συστηματικό τρόπο κατά τη διάρκεια των επιτόπιων ελέγχων. Εξ αυτού συνήγαγε ότι οι έλεγχοι αυτοί, οι οποίοι είναι αναγκαίοι στο πλαίσιο της ΚΑΔ 1, παρουσίαζαν σοβαρές ελλείψεις.

γ)      Εφαρμοστέα ρύθμιση

72      Όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 62 ανωτέρω, κατά το άρθρο 5 της οδηγίας 91/676, τα κράτη μέλη πρέπει, μεταξύ άλλων, να εκπονούν προγράμματα δράσης όσον αφορά τις ΕΝΖ. Στην παράγραφο 1, σημείο 2, του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας προβλέπεται ότι τα μέτρα που θα περιληφθούν στα προγράμματα δράσης, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, αυτής, θα περιλαμβάνουν κανόνες σχετικούς με τη χωρητικότητα των δοχείων αποθήκευσης κοπριάς. Κατά την εν λόγω διάταξη, η χωρητικότητα πρέπει να υπερβαίνει τη χωρητικότητα που απαιτείται για αποθήκευση κατά τη διάρκεια της μακρότερης περιόδου κατά την οποία απαγορεύεται η διασπορά κοπριάς στο έδαφος στην ευπρόσβλητη ζώνη, εκτός εάν μπορεί να αποδειχθεί στην αρμόδια αρχή ότι κάθε πλεονάζουσα ποσότητα κοπριάς πέραν από όση χωρούν τα δοχεία θα διατίθεται κατά τρόπο αβλαβή για το περιβάλλον.

73      Επιπροσθέτως, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 65 ανωτέρω, κατά το άρθρο 96, παράγραφος 3, του κανονισμού 1306/2013, τα κράτη μέλη πραγματοποιούν επιτόπιους ελέγχους για την επαλήθευση της συμμόρφωσης των δικαιούχων προς τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον τίτλο VI του κανονισμού σχετικά με την πολλαπλή συμμόρφωση.

δ)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

74      Επισημαίνεται ότι, βάσει συνδυασμένης ερμηνείας του άρθρου 96, παράγραφος 3, του κανονισμού 1306/2013, του άρθρου 5 της οδηγίας 91/676 και της παραγράφου 1, σημείο 2, του παραρτήματος ΙΙΙ της εν λόγω οδηγίας, οι εθνικές αρχές οφείλουν να καθορίζουν τον όγκο των δοχείων αποθήκευσης της εκμετάλλευσης προκειμένου να επαληθεύουν εάν ο γεωργός τήρησε τους κανόνες σχετικά με τη χωρητικότητα αποθήκευσης κοπριάς.

75      Από την έγγραφη διαδικασία προκύπτει ότι η διαπίστωση της Επιτροπής η οποία περιέχεται στο σημείο 13.1.1.2 της συνοπτικής έκθεσης και επαναλαμβάνεται στη σκέψη 71 ανωτέρω στηρίζεται στην εξέταση 24 φακέλων για το έτος υποβολής αιτήσεων 2016 και 26 φακέλων για το έτος υποβολής αιτήσεων 2017. Το περιεχόμενο της διαπίστωσης αυτής δεν μπορεί να αναιρεθεί από τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας τα οποία αντλούνται, αφενός, αποκλειστικά και μόνον από την κατάσταση των έξι γεωργών και, αφετέρου, από την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1, σημείο 2, του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 91/676 εξαίρεση από την υποχρέωση δημιουργίας δεξαμενής. Συγκεκριμένα, λαμβανομένων υπόψη του αριθμού των ελεγχθέντων φακέλων, που ανέρχεται σε 50 για τα δύο έτη υποβολής αιτήσεων, και της ελλείψεως συγκεκριμένων στοιχείων που να αποδεικνύουν ότι οι έλεγχοι διενεργήθηκαν προσηκόντως για τουλάχιστον 44 εξ αυτών, τα επιχειρήματα αυτά δεν αρκούν για να αποδειχθεί ότι δεν πρόκειται για συστημικό πρόβλημα σοβαρών ελλείψεων.

76      Επομένως, η Ελληνική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα στο πλαίσιο της περιεχόμενης στο σημείο 13.1.1.2 της συνοπτικής έκθεσης διαπίστωσής της.

3.      Επί του σημείου 13.1.1.3 της συνοπτικής έκθεσης σχετικά με το «Πεδίο εφαρμογής των επιτόπιων ελέγχων των απαιτήσεων που αφορούν την ασφάλεια των τροφίμων – Βρουκέλλωση – ΚΑΔ 4»

α)      Επιχειρήματα των διαδίκων

77      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η διαπίστωση η οποία περιέχεται στο σημείο 13.1.1.3 της συνοπτικής έκθεσης είναι εσφαλμένη. Κατ’ αυτήν, ο γεωργός ο οποίος ελέγχθηκε και στον οποίο αναφέρεται το σημείο αυτό εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του έναντι του προγράμματος εκρίζωσης που επιβάλλει τον εμβολιασμό των νεαρών θηλυκών τα οποία προορίζονται για αναπαραγωγή, προγράμματος που υλοποιήθηκε βάσει του τμήματος IΧ, κεφάλαιο Ι, σημείο Ι.3, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) 853/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον καθορισμό ειδικών κανόνων υγιεινής για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης (ΕΕ 2004, L 139, σ. 55), ο οποίος ήταν εφαρμοστέος εν προκειμένω. Τούτο αποδείχθηκε, αφενός, από ένα δελτίο εμβολιασμού του 2016 και, αφετέρου, από το μητρώο εκμετάλλευσης που δεν περιλαμβάνει θηλυκά ζώα προοριζόμενα για αναπαραγωγή και χρήζοντα εμβολιασμού το 2017.

78      Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

β)      Σχετικά στοιχεία της συνοπτικής έκθεσης

79      Στο σημείο 13.1.1.3 της συνοπτικής έκθεσης, η Επιτροπή μνημόνευσε, μεταξύ άλλων, ως περιλαμβανόμενο στις σχετικές με την ΚΑΔ 4 διατάξεις, το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ 2002, L 31, σ. 1). Διέλαβε ότι η εν λόγω διάταξη υλοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, από το τμήμα IX, κεφάλαιο Ι, σημείο Ι.2, στοιχείο αʹ, σημείο ii, του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 853/2004, από το μέρος Α, σημείο ΙΙΙ.8, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος Ι του κανονισμού (ΕΚ) 852/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για την υγιεινή των τροφίμων (ΕΕ 2004, L 139, σ. 1), και από το τμήμα ΙΧ, κεφάλαιο Ι, σημείο Ι.3, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 853/2004.

80      Στη συνοπτική έκθεση, η Επιτροπή προέβη σε μια προκαταρκτική διαπίστωση σύμφωνα με την οποία, στις 23 Απριλίου 2018, η ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης πραγματοποίησε επιτόπιο έλεγχο στην εκμετάλλευση του δικαιούχου Β, ο οποίος δραστηριοποιούνταν στην παραγωγή γάλακτος για ανθρώπινη κατανάλωση, και παρατήρησε ότι δεν είχε καταγραφεί στο φαρμακευτικό μητρώο της εκμετάλλευσης εμβολιασμός των αιγοπροβάτων για βρουκέλλωση για τα έτη 2016 και 2017, κατά παράβαση της υποχρέωσης που προβλέπεται στο μέρος Α, σημείο ΙΙΙ.8, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος Ι του κανονισμού 852/2004. Ωστόσο, παρά την έλλειψη στοιχείων που να αποδεικνύουν ότι διενεργήθηκαν εμβολιασμοί, οι ελληνικές αρχές είχαν θεωρήσει την εκμετάλλευση «συμμορφούμενη» κατά τον επιτόπιο έλεγχο που πραγματοποίησαν στις 24 Οκτωβρίου 2017.

81      Από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει, εν συνεχεία, ότι, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, οι ελληνικές αρχές υπέβαλαν δελτίο εμβολιασμού με ημερομηνία 24 Μαΐου 2016 για την εκμετάλλευση του δικαιούχου Β, το οποίο, κατ’ αυτές, δικαιολογεί το συμπέρασμα της έκθεσής τους ότι η εκμετάλλευση «τελεί σε συμμόρφωση». Επιπλέον, κατά τις ελληνικές αρχές, η καταγραφή των εμβολιασμών (κατά της βρουκέλλωσης) στα ιατρικά αρχεία της εκμετάλλευσης δεν αποτελεί νομική απαίτηση εάν οι εν λόγω εμβολιασμοί διενεργούνται από κρατικούς κτηνιάτρους.

82      Εντούτοις, κατά την Επιτροπή, πρώτον, το δελτίο εμβολιασμού με ημερομηνία 24 Μαΐου 2016 δεν επιβεβαίωσε τη συμμόρφωση της εκμετάλλευσης με τις διατάξεις του τμήματος IX, κεφάλαιο Ι, σημείο Ι.2, στοιχείο αʹ, σημείο ii, του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 853/2004 κατά τον χρόνο διεξαγωγής του ελέγχου στις 24 Οκτωβρίου 2017. Συγκεκριμένα, δεν είχαν συμπληρωθεί ούτε τα πεδία που αφορούν τις συνθήκες υγιεινής κατά το προηγούμενο έτος ούτε η περίοδος ισχύος. Επιπλέον, η μέγιστη περίοδος ισχύος του εγγράφου ήταν μέχρι τις 30 Ιουνίου 2017.

83      Δεύτερον, η Επιτροπή ανέφερε ότι η περίοδος παύσης, η οποία αποσκοπεί στο να αποτραπεί η πιθανότητα τα εμβολιασμένα ζώα να καταλήξουν στη διατροφική αλυσίδα, δεν μπορούσε να επαληθευθεί, εκτός εάν ο εμβολιασμός είχε καταγραφεί σύμφωνα με το μέρος Α, σημείο ΙΙΙ.8, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος Ι του κανονισμού 852/2004. Κατ’ αυτήν, οι ελληνικές αρχές δεν παρείχαν αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να στηρίζουν τον ισχυρισμό τους ότι το κρέας που προέρχεται από εμβολιασμένα ζώα δεν καταλήγει στη διατροφική αλυσίδα εντός της περιόδου παύσης.

84      Τρίτον, η Επιτροπή επισήμανε ότι η εξακρίβωση της συμμόρφωσης δικαιούχου με τις διατάξεις που αφορούν τη χρήση γάλακτος προερχόμενου από εμβολιασμένα ζώα αποτελεί επίσης μέρος των απαιτήσεων της ΚΑΔ 4. Προς τούτο, στη συνοπτική έκθεση, και συγκεκριμένα στην υποσημείωση 46, υπήρχε παραπομπή ειδικά στο τμήμα ΙΧ, κεφάλαιο Ι, σημείο Ι.3, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 853/2004, αναφερόταν δε ότι η εξακρίβωση αυτή περιελάμβανε επιπλέον την απαίτηση συμμορφούμενων αρχείων εμβολιασμού.

85      Η Επιτροπή διαπίστωσε, αφενός, ότι σε μια έκθεση ελέγχου αναφερόταν η συμμόρφωση του γεωργού με τους εμβολιασμούς κατά της βρουκέλλωσης παρά το γεγονός ότι, κατά τον επιτόπιο έλεγχο, δεν βρέθηκαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι είχαν διενεργηθεί εμβολιασμοί και, αφετέρου, ότι οι ελληνικές αρχές δεν θεωρούν την καταγραφή των εμβολιασμών στα ιατρικά αρχεία νομική απαίτηση εάν οι εν λόγω εμβολιασμοί διενεργούνται από κρατικούς κτηνιάτρους. Κατέληξε, συνεπώς, στο συμπέρασμα ότι οι επιτόπιοι έλεγχοι των απαιτήσεων για την ασφάλεια των τροφίμων (ΚΑΔ 4) παρουσίαζαν σοβαρές ελλείψεις.

γ)      Εφαρμοστέα ρύθμιση

86      Ο κανονισμός 852/2004, για την υγιεινή των τροφίμων, περιέχει παράρτημα Ι το οποίο αφορά την πρωτογενή παραγωγή, το δε μέρος Α του εν λόγω παραρτήματος περιέχει τις γενικές διατάξεις υγιεινής για την πρωτογενή παραγωγή και τις συναφείς εργασίες. Το σημείο ΙΙΙ του μέρους Α αφορά την τήρηση αρχείων. Στο μέρος Α, σημείο ΙΙΙ.8, στοιχείο βʹ, του εν λόγω παραρτήματος ορίζεται ότι «[ο]ι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων που εκτρέφουν ζώα ή παράγουν πρωτογενή ζωικά προϊόντα πρέπει, ειδικότερα, να τηρούν αρχεία σχετικά με τα κτηνιατρικά φαρμακευτικά προϊόντα ή άλλες θεραπευτικές αγωγές που παρέχονται στα ζώα, τις ημερομηνίες χορήγησης και τις περιόδους παύσης χορήγησης».

87      Ο κανονισμός 853/2004 καθορίζει κανόνες υγιεινής για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης. Στο πλαίσιο αυτό, το παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού απαριθμεί ειδικές απαιτήσεις, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι απαιτήσεις σχετικά με το νωπό γάλα, το πρωτόγαλα, τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τα προϊόντα με βάση το πρωτόγαλα, οι οποίες περιλαμβάνονται στο τμήμα ΙΧ αυτού. Το κεφάλαιο Ι του τμήματος ΙΧ αφορά την πρωτογενή παραγωγή νωπού γάλακτος και πρωτογάλακτος, το δε σημείο Ι αυτού τις υγειονομικές απαιτήσεις για την παραγωγή νωπού γάλακτος και πρωτογάλακτος. Το τμήμα ΙΧ, κεφάλαιο Ι, σημείο Ι.2, στοιχείο αʹ, σημείο ii, του εν λόγω παραρτήματος ορίζει ότι, «[ι]διαιτέρως, όσον αφορά τη βρουκέλωση, το νωπό γάλα και το πρωτόγαλα πρέπει να προέρχονται από αιγοπρόβατα που ανήκουν σε εκμετάλλευση επίσημα απαλλαγμένη ή απαλλαγμένη από βρουκέλωση, κατά την έννοια της οδηγίας 91/68/ΕΟΚ». Το τμήμα ΙΧ, κεφάλαιο Ι, σημείο Ι.3, στοιχείο βʹ, του εν λόγω παραρτήματος ορίζει ότι «το νωπό γάλα από ζώα που δεν πληρούν τις απαιτήσεις [του τμήματος ΙΧ, κεφάλαιο Ι, σημείο Ι.2, του ιδίου παραρτήματος] μπορεί να χρησιμοποιείται με την άδεια της αρμόδιας αρχής στην περίπτωση αιγοπροβάτων που δεν παρουσιάζουν θετική αντίδραση στις δοκιμασίες για την ανίχνευση βρουκέλωσης, ή που έχουν εμβολιαστεί κατά της βρουκέλωσης στο πλαίσιο εγκεκριμένου προγράμματος εξάλειψης, και τα οποία δεν εμφανίζουν κανένα σύμπτωμα αυτής της νόσου [...]».

δ)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

88      Κατά πρώτον, υπογραμμίζεται ότι η Επιτροπή στήριξε τη διαπίστωσή της που περιέχεται στο σημείο 13.1.1.3 της συνοπτικής έκθεσης σε πλείονες διακριτές νομικές βάσεις, όπως ιδίως αυτές που μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 79, 86 και 87 ανωτέρω. Ναι μεν η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι εφαρμοστέο ήταν το τμήμα ΙΧ, κεφάλαιο Ι, σημείο Ι.3, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 853/2004, πλην όμως από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι η Επιτροπή όντως έλαβε υπόψη τη διάταξη αυτή. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι η εξακρίβωση της συμμόρφωσης του δικαιούχου με την εν λόγω διάταξη περιελάμβανε την απαίτηση συμμορφούμενων αρχείων εμβολιασμού.

89      Κατά δεύτερον, η Επιτροπή διαπίστωσε, αφενός, ότι σε μια έκθεση ελέγχου αναφερόταν η συμμόρφωση του γεωργού με τους εμβολιασμούς κατά της βρουκέλλωσης παρά το γεγονός ότι, κατά τον επιτόπιο έλεγχο, δεν βρέθηκαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι είχαν διενεργηθεί εμβολιασμοί και, αφετέρου, ότι οι ελληνικές αρχές δεν θεωρούσαν την καταγραφή των εμβολιασμών στα ιατρικά αρχεία νομική απαίτηση εάν οι εν λόγω εμβολιασμοί διενεργούνταν από κρατικούς κτηνιάτρους. Εξ αυτών συνήγαγε ότι οι επιτόπιοι έλεγχοι των απαιτήσεων για την ασφάλεια των τροφίμων (ΚΑΔ 4) παρουσίαζαν σοβαρές ελλείψεις.

90      Παρά ταύτα, πρώτον, καίτοι η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, όπως επίσης επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι το δελτίο εμβολιασμού με ημερομηνία 24 Μαΐου 2016 που μνημονεύεται στη συνοπτική έκθεση και σχετίζεται με την εκμετάλλευση του δικαιούχου Β αρκούσε για την απόδειξη περί του ότι η συγκεκριμένη εκμετάλλευση είχε συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της σχετικά με τον εμβολιασμό, δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα ούτε προσκομίζει αποδεικτικό στοιχείο που να αναιρεί τις αντιρρήσεις της Επιτροπής οι οποίες διατυπώθηκαν στη συνοπτική έκθεση και συνοψίσθηκαν στη σκέψη 82 ανωτέρω.

91      Επιπλέον, όσον αφορά την τήρηση συμμορφούμενων αρχείων εμβολιασμού, η υποχρέωση αυτή απορρέει επίσης από το μέρος Α, σημείο ΙΙΙ.8, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος Ι του κανονισμού 852/2004. Αφ’ ης στιγμής ο εν λόγω υπεύθυνος επιχείρησης παρήγαγε γάλα, δηλαδή ένα πρωτογενές ζωικό προϊόν, υποχρεούνταν, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, να «τηρ[εί] αρχεία σχετικά με τα κτηνιατρικά φαρμακευτικά προϊόντα ή άλλες θεραπευτικές αγωγές που παρέχονται στα ζώα, τις ημερομηνίες χορήγησης και τις περιόδους παύσης χορήγησης». Από το δελτίο εμβολιασμού με ημερομηνία 24 Μαΐου 2016 δεν καθίσταται δυνατόν να αποδειχθεί η συμμόρφωση με την εν λόγω υποχρέωση, αν μη τι άλλο λόγω των ελλείψεων που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 82 ανωτέρω.

92      Δεύτερον, το συμπέρασμα της Επιτροπής το οποίο βασίστηκε, μεταξύ άλλων, στη διαπίστωση ότι οι ελληνικές αρχές δεν θεωρούσαν την καταγραφή των εμβολιασμών στα ιατρικά αρχεία νομική απαίτηση εάν οι εν λόγω εμβολιασμοί διενεργούνταν από κρατικούς κτηνιάτρους δεν μπορεί να ανατραπεί ούτε από το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας, το οποίο εξάλλου δεν τεκμηριώνεται, σχετικά με το ότι ο ελεγχόμενος γεωργός είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι του προγράμματος εκρίζωσης, οι οποίες επέβαλλαν, στην ηπειρωτική Ελλάδα, τον εμβολιασμό των νεαρών θηλυκών ζώων τα οποία προορίζονται για αναπαραγωγή, διότι στο μητρώο εκμετάλλευσης δεν περιλαμβάνονταν θηλυκά ζώα προοριζόμενα για αναπαραγωγή και χρήζοντα εμβολιασμού το 2017.

93      Επομένως, η Ελληνική Δημοκρατία δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι η διαπίστωση η οποία περιέχεται στο σημείο 13.1.1.3 της συνοπτικής έκθεσης είναι εσφαλμένη.

4.      Επί του σημείου 13.1.1.6 της συνοπτικής έκθεσης σχετικά με το «Πεδίο εφαρμογής των επιτόπιων ελέγχων της αναγνώρισης και της καταγραφής βοοειδών (ΚΑΔ 7) και αιγοπροβάτων (ΚΑΔ 8)»

α)      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

94      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι οι διαπιστώσεις οι οποίες περιέχονται στο σημείο 13.1.1.6 της συνοπτικής έκθεσης εκφέρονται κατά πλάνη περί τα πράγματα, είναι νόμω αβάσιμες ή προσβάλλουν τα δικαιώματα άμυνας. Επικαλείται συναφώς τα τέσσερα παραδείγματα που αναφέρονται στη συνοπτική έκθεση, καθένα από τα οποία αφορά διαφορετική εκμετάλλευση.

95      Από το σημείο 13.1.1.6 της συνοπτικής έκθεσης προκύπτει ότι η ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής εξέτασε συνολικά 50 εκθέσεις ελέγχου και αιτήσεις ενίσχυσης σχετικά με τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017 και ότι επισκέφθηκε επίσης τις εκμεταλλεύσεις των δικαιούχων Α, Β και Γ κατά τη διάρκεια ελέγχου, ενώ πραγματοποιήθηκε ενδελεχής συνέντευξη του ιδιοκτήτη Ζ μιας τέταρτης εκμετάλλευσης παρουσία των ελληνικών αρχών. Βάσει των παραδειγμάτων που αναφέρονται στο σημείο αυτό, η Επιτροπή συμπέρανε ότι οι εκθέσεις ελέγχου δεν συμφωνούσαν με τα μητρώα των σχετικών εκμεταλλεύσεων ούτε με την κατάσταση στις εκμεταλλεύσεις αυτές και ότι, συνεπώς, οι επιτόπιοι έλεγχοι των απαιτήσεων σχετικά με την αναγνώριση και την καταγραφή των ζώων παρουσίαζαν σοβαρές ελλείψεις.

96      Πρέπει να εξεταστούν διαδοχικά τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας όσον αφορά καθένα από τα τέσσερα παραδείγματα που αναφέρονται στο σημείο 13.1.1.6 της συνοπτικής έκθεσης.

β)      Εκμετάλλευση του δικαιούχου Α

1)      Επιχειρήματα των διαδίκων

97      Όσον αφορά την εκμετάλλευση του δικαιούχου Α, η Ελληνική Δημοκρατία βάλλει κατά της διαπίστωσης σχετικά με την αναγνώριση βοοειδών και υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι ο εν λόγω δικαιούχος είχε συμμορφωθεί με τους κανόνες που αφορούν την αναγνώριση βοοειδών, καθόσον κατά τον επιτόπιο έλεγχο που πραγματοποιήθηκε από τον ΟΠΕΚΕΠΕ στις 2 και στις 3 Νοεμβρίου 2017 δεν είχαν διαπιστωθεί βοοειδή χωρίς ενώτια, και ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής ερείδονται επί στοιχείων που εντόπισε σε μεταγενέστερο της διεξαγωγής του ελέγχου χρόνο. Οι διαπιστώσεις αυτές είναι, επιπλέον, αντιφατικές προς τις δηλώσεις στις οποίες προέβη η ελεγχόμενη δικαιούχος γεωργός διά της θέσεως της υπογραφής της στην έκθεση ελέγχου των ελληνικών αρχών. Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, η αναγνώριση βοοειδών δεν πρέπει να συγχέεται με την καταγραφή τους στο μητρώο εκμετάλλευσης και τη βάση δεδομένων για τα ζώα. Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προσθέτει ότι η δήλωση της γεωργού κατά τη διάρκεια του επιτόπιου ελέγχου της ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής, την οποία επικαλείται η Επιτροπή, ουδόλως έχει λάβει χώρα.

98      Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

2)      Σχετικά στοιχεία της συνοπτικής έκθεσης

99      Στο σημείο 13.1.1.6 της συνοπτικής έκθεσης, η Επιτροπή επισήμανε ότι η εκμετάλλευση του δικαιούχου Α είχε υποβληθεί σε επιτόπιο έλεγχο από τον ΟΠΕΚΕΠΕ στις 2 και στις 3 Νοεμβρίου 2017. Σύμφωνα με την αντίστοιχη έκθεση ελέγχου, απουσίαζαν δεκαπέντε βοοειδή τα οποία ήταν καταγεγραμμένα στο μητρώο της εκμετάλλευσης και στη βάση δεδομένων για τα ζώα. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ κάλεσε, κατόπιν τούτου, τον υπεύθυνο της επιχείρησης να διαγράψει αυτά τα βοοειδή από το μητρώο εκμετάλλευσης και τη βάση δεδομένων. Επιπλέον, στην έκθεση επιτόπιου ελέγχου του ΟΠΕΚΕΠΕ έγινε μνεία περί του ότι, στην εκμετάλλευση αυτή, ο δικαιούχος ήταν συμμορφούμενος όσον αφορά την αναγνώριση βοοειδών.

100    Η Επιτροπή επισήμανε ότι, κατά τη διάρκεια του επιτόπιου ελέγχου που διενήργησε στις 25 Απριλίου 2018, δεκατέσσερα από τα δεκαπέντε «απόντα» βοοειδή ήταν, στην πραγματικότητα, παρόντα στην εκμετάλλευση και, συνεπώς, είχαν διαγραφεί εσφαλμένα από το μητρώο της εκμετάλλευσης. Επιπλέον, η ηλικία δώδεκα βοοειδών στη βάση δεδομένων για τα ζώα ήταν διαφορετική από την «πραγματική ηλικία» τους όπως αυτή επιβεβαιώθηκε από τους επιθεωρητές του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι οποίοι συνόδευσαν τη ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής κατά τη διάρκεια του επιτόπιου ελέγχου. Εντούτοις, μολονότι τα δώδεκα αυτά βοοειδή ήταν παρόντα κατά τη διάρκεια του επιτόπιου ελέγχου του ΟΠΕΚΕΠΕ στις 2 και στις 3 Νοεμβρίου 2017, δεν επισημάνθηκαν ως «μη συμμορφούμενα» στην αντίστοιχη έκθεση ελέγχου. Επίσης, από επτά βοοειδή έλειπε ένα ενώτιο, ενώ από δύο βοοειδή έλειπαν δύο ενώτια. Ο υπεύθυνος της επιχείρησης φέρεται να επιβεβαίωσε, παρουσία των επιθεωρητών του ΟΠΕΚΕΠΕ και πιστοποιημένου διερμηνέα, ότι ζώα από τα οποία έλειπαν ενώτια ήταν επίσης παρόντα και κατά τον επιτόπιο έλεγχο του ΟΠΕΚΕΠΕ τον Νοέμβριο του 2017. Ούτε αυτό καταγράφηκε στην αντίστοιχη έκθεση ελέγχου του ΟΠΕΚΕΠΕ.

101    Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ελληνικές αρχές δεν προσκόμισαν αποδεικτικά στοιχεία ή άλλες πληροφορίες προκειμένου να διευκρινιστούν τα σφάλματα και οι ανακολουθίες στην έκθεση επιτόπιου ελέγχου που διενεργήθηκε από τον ΟΠΕΚΕΠΕ στις 2 και στις 3 Νοεμβρίου 2017 όσον αφορά τα ζώα που ήταν παρόντα στην εκμετάλλευση, την ορθότητα του μητρώου της εκμετάλλευσης, τις κοινοποιήσεις στη βάση δεδομένων για τα ζώα και την ατομική αναγνώριση όσον αφορά την ηλικία των ζώων. Συνεπώς, το συμπέρασμα των ελληνικών αρχών ότι ο δικαιούχος ήταν συμμορφούμενος βασίζεται σε επιτόπιο έλεγχο ο οποίος παρουσίαζε σοβαρές ελλείψεις.

3)      Εφαρμοστέα ρύθμιση

102    Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, είχε εφαρμογή ο κανονισμός (ΕΚ) 1760/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 2000, για τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας, καθώς και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 820/97 του Συμβουλίου (ΕΕ 2000, L 204, σ. 1), ο οποίος προέβλεπε στο άρθρο του 1 «σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών».

103    Κατά το άρθρο 3 του κανονισμού 1760/2000, το «σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής βοοειδών» περιελάμβανε «μέσα αναγνώρισης για την ατομική αναγνώριση κάθε ζώου[,] ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων[,] διαβατήρια ζώων [και] τήρηση ατομικών μητρώων σε κάθε εκμετάλλευση».

104    Όσον αφορά τα μέσα αναγνώρισης, το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1760/2000 όριζε τα εξής:

«Όλα τα ζώα σε μια εκμετάλλευση ταυτοποιούνται από δύο τουλάχιστον μέσα αναγνώρισης που καταγράφονται στο παράρτημα Ι, σύμφωνα με τους κανόνες που εγκρίνονται δυνάμει της παραγράφου 3, και εγκρίνονται από την αρμόδια αρχή. Τουλάχιστον ένα από τα μέσα αναγνώρισης είναι ορατό και φέρει ορατό κωδικό αναγνώρισης.

Το πρώτο εδάφιο δεν ισχύει για ζώα που έχουν γεννηθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 1998 και δεν προορίζονται για εμπόριο εντός της Ένωσης. Τα ζώα αυτά ταυτοποιούνται από ένα τουλάχιστον μέσο αναγνώρισης. […]»

105    Το παράρτημα Ι του κανονισμού 1760/2000 διελάμβανε προς τούτο το «συμβατικό ενώτιο».

106    Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1760/2000 όριζε τα εξής:

«Κάθε κάτοχος ζώων, εκτός αν πρόκειται για μεταφορείς:

–        τηρεί ενημερωμένο μητρώο,

–        κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή κάθε μετακίνηση προς και από την εκμετάλλευση και κάθε γέννηση και θάνατο των ζώων της εκμετάλλευσης, μαζί με τις ημερομηνίες των εν λόγω γεγονότων, εντός της μέγιστης περιόδου που καθορίζεται από το οικείο κράτος μέλος· η μέγιστη περίοδος αυτή διαρκεί τουλάχιστον τρεις ημέρες και δεν υπερβαίνει τις επτά ημέρες ύστερα από την επέλευση ενός από τα εν λόγω γεγονότα· τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν από την Επιτροπή την παράταση της μέγιστης περιόδου των επτά ημερών.

Για να λαμβάνονται υπόψη πρακτικές δυσχέρειες σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, [...], για τον καθορισμό των εξαιρετικών περιστάσεων κατά τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν τη μέγιστη περίοδο των επτά ημερών που προβλέπεται στη δεύτερη περίπτωση του πρώτου εδαφίου, μαζί με τη μέγιστη διάρκεια της εν λόγω παράτασης, η οποία δεν υπερβαίνει τις 14 ημέρες μετά την περίοδο των επτά ημερών που αναφέρεται στη δεύτερη περίπτωση του πρώτου εδαφίου.»

107    Το άρθρο 7, παράγραφος 5, του κανονισμού 1760/2000 όριζε τα ακόλουθα:

«Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4, η τήρηση μητρώου είναι προαιρετική για κάθε κτηνοτρόφο, ο οποίος:

α)      έχει πρόσβαση στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων που προβλέπεται στο άρθρο 5, η οποία περιέχει ήδη πληροφορίες που συμπεριλαμβάνονται στο μητρώο· και

β)      εισάγει ή μεριμνά για την εισαγωγή επίκαιρων στοιχείων απευθείας στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων που προβλέπεται στο άρθρο 5.»

4)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

108    Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι, κατά λογική αναγκαιότητα, οι εκθέσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ πρέπει να έχουν συνταχθεί προτού καταστεί δυνατόν να ελεγχθεί η ορθότητα και η ακρίβειά τους, σε μεταγενέστερο χρόνο, από τη ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής ερείδονταν επί στοιχείων που εντόπισε σε χρόνο μεταγενέστερο του διενεργηθέντος από τον ΟΠΕΚΕΠΕ στις 2 και στις 3 Νοεμβρίου 2017 επιτόπιου ελέγχου τυγχάνει εκ προοιμίου απορριπτέο.

109    Ακολούθως, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως ορθώς επισημαίνει η Ελληνική Δημοκρατία και όπως προκύπτει από τις διατάξεις που μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 102 έως 107 ανωτέρω, η αναγνώριση των βοοειδών, αφενός, και η καταγραφή τους στο μητρώο της εκμετάλλευσης και τη βάση δεδομένων για τα ζώα, αφετέρου, είναι δύο διαφορετικές διαδικασίες.

110    Συναφώς, η Ελληνική Δημοκρατία βάλλει αποκλειστικά και μόνον κατά της διαπίστωσης σχετικά με την αναγνώριση των βοοειδών και υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι ο δικαιούχος είχε συμμορφωθεί με τους κανόνες που αφορούν την αναγνώριση βοοειδών, καθόσον κατά τον επιτόπιο έλεγχο που πραγματοποιήθηκε από τον ΟΠΕΚΕΠΕ στις 2 και στις 3 Νοεμβρίου 2017 δεν διαπιστώθηκαν βοοειδή χωρίς ενώτια. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, οι διαπιστώσεις της Επιτροπής είναι αντιφατικές προς τις δηλώσεις στις οποίες προέβη η ελεγχόμενη δικαιούχος γεωργός διά της θέσεως της υπογραφής της στην έκθεση των ελληνικών αρχών.

111    Ωστόσο, ακόμη και αν, κατά τον επιτόπιο έλεγχο που διενήργησε στις 2 και στις 3 Νοεμβρίου 2017, ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν εντόπισε ελλείψεις σε επίπεδο αναγνώρισης των βοοειδών και θεώρησε, συνακόλουθα, ότι ο δικαιούχος ήταν συμμορφούμενος με τις απαιτήσεις επί του θέματος, επισημαίνεται ότι, κατά τον επιτόπιο έλεγχο που διενήργησε, η ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι επτά βοοειδή έφεραν ένα μόνον ενώτιο, ενώ από δύο βοοειδή έλειπαν και τα δύο απαιτούμενα ενώτια. Στη συνοπτική έκθεση γίνεται επίσης αναφορά στο γεγονός ότι η εν λόγω ΓΔ, κατά τη διάρκεια του επιτόπιου ελέγχου που διενήργησε, έλαβε επιβεβαίωση από τη γεωργό, παρουσία των επιθεωρητών του ΟΠΕΚΕΠΕ και πιστοποιημένου διερμηνέα, ότι ζώα από τα οποία έλειπαν ενώτια ήταν επίσης παρόντα και κατά τον επιτόπιο έλεγχο του ΟΠΕΚΕΠΕ, χωρίς όμως αυτό να καταγραφεί στην αντίστοιχη έκθεση ελέγχου. Οι διαπιστώσεις αυτές δεν μπορούν να αναιρεθούν από το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι είναι αντιφατικές προς τις δηλώσεις στις οποίες προέβη η ελεγχόμενη γεωργός διά της θέσεως της υπογραφής της στην έκθεση ελέγχου στην οποία αναφέρεται ότι έλαβε γνώση των αποτελεσμάτων του ελέγχου, των απαιτούμενων διορθωτικών μέτρων και της δυνατότητας υποβολής ένστασης, ενώ ούτε παρατηρήσεις υπέβαλε ούτε ένσταση. Παρά τα όσα φαίνεται να υπαινίσσεται η Ελληνική Δημοκρατία, είναι σχεδόν απίθανο ένας ελεγχόμενος γεωργός να επιθυμεί να εναντιωθεί, διατυπώνοντας παρατηρήσεις στην έκθεση ελέγχου ή, σε μεταγενέστερο στάδιο, υποβάλλοντας ένσταση, στο ότι δεν εντοπίστηκαν κατά τον έλεγχο ελλείψεις στην εκμετάλλευσή του.

112    Περαιτέρω, χωρίς να χρειάζεται να κριθεί το ζήτημα σχετικά με το κατά πόσον η εν λόγω γεωργός προέβη πράγματι σε δηλώσεις κατά τον επιτόπιο έλεγχο που διενήργησε η ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής, όπερ αμφισβήτησε η Ελληνική Δημοκρατία με το υπόμνημα απαντήσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι διαπιστώσεις οι οποίες περιέχονται στο σημείο 13.1.1.6 της συνοπτικής έκθεσης δεν μπορούν να αναιρεθούν αποκλειστικά και μόνο με βάση την επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας η οποία βάλλει κατά μίας και μόνον διαπίστωσης σχετικά με την εκμετάλλευση του δικαιούχου Α. Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 97 έως 101 ανωτέρω, όσον αφορά την εκμετάλλευση του δικαιούχου Α, υφίστανται και άλλες διαπιστώσεις οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία. Επιπλέον, η Επιτροπή στηρίχθηκε σε διαπιστώσεις που αφορούσαν περισσότερες εκμεταλλεύσεις διαφορετικών δικαιούχων προκειμένου να θεωρήσει ότι οι επιτόπιοι έλεγχοι της αναγνώρισης και της καταγραφής των ζώων παρουσίαζαν σοβαρές ελλείψεις, δεδομένου ότι υπήρχε ασυμφωνία μεταξύ των εκθέσεων ελέγχου, αφενός, και των μητρώων εκμετάλλευσης και της κατάστασης στις οικείες εκμεταλλεύσεις, αφετέρου.

γ)      Εκμετάλλευση του δικαιούχου Β

1)      Επιχειρήματα των διαδίκων

113    Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι η εφαρμοστέα ρύθμιση δεν προβλέπει διαδικασία προσδιορισμού της ηλικίας των αιγοπροβάτων. Παραθέτει, συναφώς, τον κανονισμό (ΕΚ) 21/2004 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2003, για τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των αιγοπροβάτων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 και των οδηγιών 92/102/ΕΟΚ και 64/432/ΕΟΚ (ΕΕ 2004, L 5, σ. 8), ο οποίος είχε αντικατασταθεί, όπως υποστηρίζει, με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/429 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, σχετικά με τις μεταδοτικές νόσους των ζώων και για την τροποποίηση και την κατάργηση ορισμένων πράξεων στον τομέα της υγείας των ζώων («νόμος για την υγεία των ζώων») (ΕΕ 2016, L 84, σ. 1), τον κανονισμό (ΕΚ) 1505/2006 της Επιτροπής, της 11ης Οκτωβρίου 2006, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 21/2004 του Συμβουλίου όσον αφορά τους ελάχιστους ελέγχους που πρέπει να διενεργούνται για την αναγνώριση και την καταγραφή των αιγοπροβάτων (ΕΕ 2006, L 280, σ. 3), και τον εκτελεστικό κανονισμό 809/2014. Επιπλέον, ο έλεγχος της ηλικίας των ζώων από την Επιτροπή δεν έγινε σύμφωνα με τις οδηγίες του ΟΠΕΚΕΠΕ, δεδομένου ότι ο ελεγκτής της Επιτροπής υπέβαλε ερώτηση προς τον γεωργό, όπερ ουδόλως προβλέπεται από τις οδηγίες αυτές.

114    Εξάλλου, το συμπέρασμα της Επιτροπής σχετικά με την επιβεβαίωση της ηλικίας 32 ζώων δεν αναφέρθηκε ούτε κατά τη διάρκεια της έρευνας ούτε στο πλαίσιο της αλληλογραφίας με τις ελληνικές αρχές, αλλά εμφανίσθηκε για πρώτη φορά στα προκαταρκτικά συμπεράσματα της 21ης Οκτωβρίου 2020. Τούτο έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της πρόσκλησης σε διμερή σύσκεψη όπου αναφέρεται ότι η ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής είχε ζητήσει από τον γεωργό να δηλώσει την ηλικία περίπου 25 ζώων.

115    Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει επίσης ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό 21/2004, μόνο για τα ζώα που γεννήθηκαν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2009 είναι υποχρεωτική η ατομική καταγραφή και ότι, κατά συνέπεια, ηλικιωμένα ζώα της εκμετάλλευσης καταγράφονταν συγκεντρωτικώς στο μητρώο παλαιού τύπου, όπερ εξηγεί το γεγονός ότι, μετά τον θάνατό τους από φυσικά αίτια, εμφανιζόταν μείωση στην ετήσια απογραφή που περιλαμβανόταν για το σύνολο των ζώων στο νέου τύπου μητρώο της εκμετάλλευσης.

116    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

2)      Σχετικά στοιχεία της συνοπτικής έκθεσης

117    Στο σημείο 13.1.1.6 της συνοπτικής έκθεσης, η Επιτροπή επισήμανε ότι η εκμετάλλευση του δικαιούχου Β είχε υποβληθεί σε επιτόπιο έλεγχο από τον ΟΠΕΚΕΠΕ στις 24 Οκτωβρίου 2017 και ότι στην αντίστοιχη έκθεση ελέγχου δεν αναφέρονταν ανωμαλίες ή παραβάσεις. Κατά τον επιτόπιο έλεγχο που διενήργησε στις 25 Απριλίου 2018, η ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής διαπίστωσε, σύμφωνα με τις διαδικασίες του ΟΠΕΚΕΠΕ, ότι το μητρώο της εκμετάλλευσης περιελάμβανε ζώα η αναφερόμενη ηλικία των οποίων ήταν διαφορετική από την ηλικία που προσδιορίστηκε κατά τη διάρκεια του επιτόπιου ελέγχου. Για τα μισά από τα 32 ζώα των οποίων ελέγχθηκε η ηλικία, η διαφορά μεταξύ της ηλικίας τους σύμφωνα με το μητρώο και της ηλικίας τους σύμφωνα με τις δηλώσεις του γεωργού υπερέβαινε τα δύο έτη, χωρίς να έχει διατυπωθεί από τους επιθεωρητές του ΟΠΕΚΕΠΕ σχετική αμφισβήτηση.

118    Επίσης, το μητρώο της εκμετάλλευσης δεν περιελάμβανε ζώα τα οποία πέθαναν κατά το διάστημα από το 2014 έως τις 24 Οκτωβρίου 2017, ημερομηνία διενέργειας του επιτόπιου ελέγχου του ΟΠΕΚΕΠΕ, ενώ, μεταξύ του ελέγχου αυτού και του επιτόπιου ελέγχου της ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής στις 25 Απριλίου 2018, το μητρώο ανέφερε 40 θανάτους αιγοπροβάτων σε κοπάδι 158 ζώων. Η διαπίστωση αυτή της ΓΔ αφορούσε τις ανακολουθίες στο μητρώο της εκμετάλλευσης σχετικά με πρόβατα και αιγοειδή που έφεραν ατομικό αναγνωριστικό ενώτιο και όχι ζώα που δεν έφεραν αναγνωριστικό ενώτιο (καθώς ήταν ηλικίας κάτω των έξι μηνών) και, επομένως, δεν υπήρχε υποχρέωση να καταχωριστούν ατομικά στο ίδιο μητρώο. Συναφώς, από τα δεδομένα της ετήσιας απογραφής προκύπτει ότι ενήλικα ζώα που έφεραν αναγνωριστικό ενώτιο είχαν εξέλθει από την εκμετάλλευση, ενώ στο μητρώο της εκμετάλλευσης δεν αναφέρεται κανένα εξερχόμενο ενήλικο ζώο.

119    Η Επιτροπή διαπίστωσε, ως εκ τούτου, ότι η έκθεση ελέγχου για τον επιτόπιο έλεγχο που διενήργησε ο ΟΠΕΚΕΠΕ στις 24 Οκτωβρίου 2017 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο δικαιούχος ήταν συμμορφούμενος παρά την ύπαρξη σοβαρών ανωμαλιών στο μητρώο της εκμετάλλευσης. Έκρινε, επομένως, ότι ο επιτόπιος έλεγχος στον οποίο υποβλήθηκε η σχετική εκμετάλλευση δεν πληρούσε τις απαιτήσεις συμμόρφωσης.

3)      Εφαρμοστέα ρύθμιση

120    Το άρθρο 270, παράγραφος 2, του κανονισμού 2016/429, με τον οποίο καταργήθηκε ο κανονισμός 21/2004, ορίζει ότι ο τελευταίος καταργείται το πρώτον από τις 21 Απριλίου 2021. Επομένως, ο κανονισμός 21/2004 είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών.

121    Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 21/2004 ορίζει ότι «[ό]λα τα ζώα μιας εκμετάλλευσης που γεννήθηκαν μετά τις 9 Ιουλίου 2005 [...] αναγνωρίζονται [...] εντός προθεσμίας που καθορίζεται από το κράτος μέλος, από τη γέννηση του ζώου και, οπωσδήποτε, πριν το ζώο εγκαταλείψει την εκμετάλλευση στην οποία γεννήθηκε», ότι «[η] προθεσμία αυτή δεν πρέπει να υπερβαίνει τους έξι μήνες» και ότι, «[κ]ατά παρέκκλιση, τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν την προθεσμία αυτήν το πολύ σε εννέα μήνες για τα ζώα που κρατούνται υπό συνθήκες εκτατικής κτηνοτροφίας ή ελεύθερης βοσκής». Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του ιδίου κανονισμού ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι, «[ό]ταν ο κάτοχος κρατεί ζώα σε μόνιμη βάση, προβαίνει τακτικά στην απογραφή των ζώων που κρατούνται βάσει χρονοδιαγράμματος που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους και, οπωσδήποτε, τουλάχιστον ετησίως».

122    Επιπλέον, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 21/2004 ορίζει ότι «[κ]άθε κάτοχος ζώων[...] τηρεί ενημερωμένο μητρώο το οποίο περιλαμβάνει τουλάχιστον τις πληροφορίες που μνημονεύονται στο τμήμα Β του παραρτήματος», η δε παράγραφος 5 του εν λόγω άρθρου ορίζει ότι «[κ]άθε κάτοχος ζώων παρέχει στην αρμόδια αρχή, όταν του το ζητά, κάθε πληροφορία σχετικά με την καταγωγή, τα αναγνωριστικά στοιχεία και, ενδεχομένως, τον προορισμό των ζώων τα οποία είχε στην κυριότητα ή στην κατοχή του ή τα οποία μετέφερε, εμπορεύθηκε ή έσφαξε κατά τα τελευταία τρία έτη».

123    Το σημείο 1 του τμήματος Β του παραρτήματος του κανονισμού 21/2004 ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Από τις 9 Ιουλίου 2005, […] το μητρώο εκμετάλλευσης πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες: […]

δ)      το αποτέλεσμα της τελευταίας απογραφής που αναφέρεται στο άρθρο 7 και την ημερομηνία διεξαγωγής της· [...]

στ)      για ζώα που εγκαταλείπουν την εκμετάλλευση: i) το όνομα του μεταφορέα· ii) τον αριθμό κυκλοφορίας του μέρους του μέσου μεταφοράς που μεταφέρει τα ζώα· iii) τον κωδικό αναγνώρισης ή το όνομα και τη διεύθυνση της εκμετάλλευσης προορισμού ή, στην περίπτωση ζώων που μετακινούνται σε σφαγείο, τον κωδικό αναγνώρισης ή την ονομασία του σφαγείου και την ημερομηνία αναχώρησης [...].»

124    Το σημείο 2 του τμήματος Β του παραρτήματος του κανονισμού 21/2004 διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

«Από τις 31 Δεκεμβρίου 2009 το μητρώο εκμετάλλευσης πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες επικαιροποιημένες πληροφορίες για κάθε ζώο που γεννιέται μετά την εν λόγω ημερομηνία: α) τον κωδικό αναγνώρισης του ζώου· β) στην εκμετάλλευση όπου γεννήθηκαν τα ζώα, το έτος γέννησης και την ημερομηνία αναγνώρισης· γ) το μήνα και το έτος θανάτου του ζώου στην εκμετάλλευση· [...]. Ωστόσο, για τα ζώα που αναγνωρίζονται σύμφωνα με το τμήμα A, σημείο 7, οι πληροφορίες που προβλέπονται στα στοιχεία α) [έως δ)] του παρόντος σημείου πρέπει να παρέχονται για κάθε παρτίδα ζώων με την ίδια αναγνώριση και να αναφέρουν τον αριθμό των ζώων.»

4)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

125    Αφενός, επισημαίνεται ότι η νομοθεσία την οποία επιχειρεί να επικαλεστεί η Ελληνική Δημοκρατία και το επιχείρημα το οποίο αντλεί από τη διεξαγωγή της διοικητικής διαδικασίας δεν είναι ικανά να κλονίσουν τις περιεχόμενες στη συνοπτική έκθεση παρατηρήσεις σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τις οποίες υφίσταντο διαφορές μεταξύ της ηλικίας των ζώων που αναφερόταν στο μητρώο της εκμετάλλευσης και της ηλικίας που διαπιστώθηκε κατά τον έλεγχο, διαφορές επί των οποίων βασίστηκε η ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής, μεταξύ άλλων, προς τεκμηρίωση της διαπίστωσης σοβαρών ανωμαλιών στο μητρώο της εκμετάλλευσης. Τα επιχειρήματα αυτά της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν μπορούν, επομένως, να ευδοκιμήσουν.

126    Αφετέρου, τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν δύνανται να κλονίσουν τις διαπιστώσεις της ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής οι οποίες καταγράφονται στη συνοπτική έκθεση και αφορούν τις ανακολουθίες στο μητρώο της εκμετάλλευσης σχετικά με το αιφνίδιο και αδιευκρίνιστο ποσοστό θνησιμότητας των ζώων και τα πρόβατα και αιγοειδή που έφεραν αναγνωριστικό ενώτιο, καθόσον οι διαπιστώσεις στηρίχθηκαν στα δεδομένα της ετήσιας απογραφής όσον αφορά τα ενήλικα ζώα που έφεραν αναγνωριστικό ενώτιο και που είχαν ήδη εξέλθει από την εκμετάλλευση.

127    Συγκεκριμένα, από τις σκέψεις 120 έως 124 ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, όλα τα ζώα μιας εκμετάλλευσης που γεννήθηκαν μετά τις 9 Ιουλίου 2005 έπρεπε να αναγνωριστούν και ότι, μετά την ημερομηνία αυτή, έπρεπε να καταγράφεται πότε τα ζώα εξέρχονται από την εκμετάλλευση, ενώ έπρεπε να πραγματοποιείται τουλάχιστον ετησίως απογραφή των ζώων της εκμετάλλευσης. Επιπλέον, για τα ζώα που γεννήθηκαν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2009, έπρεπε να αναγράφονται επίσης στο μητρώο εκμετάλλευσης και ο μήνας και το έτος θανάτου, το δε μητρώο έπρεπε να επικαιροποιείται.

128    Επομένως, το γεγονός ότι το μητρώο της εκμετάλλευσης δεν ανέφερε κανέναν θάνατο από το 2014 έως τις 24 Οκτωβρίου 2017, δηλαδή σε διάστημα περίπου τριών ετών, ενώ αντίθετα ανέφερε 40 θανάτους ζώων σε κοπάδι 158 ζώων μεταξύ της επίσκεψης του ΟΠΕΚΕΠΕ και εκείνης της ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής, δηλαδή σε διάστημα περίπου έξι μηνών, καθώς και η ανακολουθία μεταξύ της ετήσιας απογραφής και του εν λόγω μητρώου όσον αφορά το πότε τα ζώα που έφεραν αναγνωριστικό ενώτιο εξήλθαν από την εκμετάλλευση, ήταν στοιχεία δυνάμενα να προκαλέσουν σοβαρές και εύλογες αμφιβολίες, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 21 ανωτέρω, όσον αφορά τη συμμόρφωση του εν λόγω μητρώου.

δ)      Εκμετάλλευση του δικαιούχου Γ

1)      Επιχειρήματα των διαδίκων

129    Όσον αφορά την εκμετάλλευση του δικαιούχου Γ, η Ελληνική Δημοκρατία επαναλαμβάνει, κατ’ αρχάς, τα επιχειρήματά της όσον αφορά τη μη ατομική καταγραφή στο νέου τύπου μητρώο της εκμετάλλευσης των θανάτων από φυσικά αίτια των ηλικιωμένων ζώων. Επιπλέον, αναφερόμενη στα πρακτικά της διμερούς σύσκεψης, υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή απέσυρε τις προφορικές παρατηρήσεις του γεωργού και του γιου του, συνάγει δε εξ αυτού ότι η σχετική διαπίστωση, καθόσον δεν έχει πλέον νόμιμο έρεισμα, δεν δύναται να ληφθεί υπόψη.

130    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

2)      Σχετικά στοιχεία της συνοπτικής έκθεσης

131    Στο σημείο 13.1.1.6 της συνοπτικής έκθεσης, η Επιτροπή επισήμανε ότι η εκμετάλλευση του δικαιούχου Γ είχε υποβληθεί σε επιτόπιο έλεγχο από τον ΟΠΕΚΕΠΕ στις 26 Οκτωβρίου 2017 και ότι υποβλήθηκε σε επιτόπιο έλεγχο από τη ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής στις 25 Απριλίου 2018. Στην αντίστοιχη έκθεση ελέγχου αναφέρεται ότι η εκμετάλλευση αυτή ήταν πλήρως συμμορφούμενη και δεν αναφέρονται ανωμαλίες ή παραβάσεις. Από την εξέταση του μητρώου της εκμετάλλευσης στην οποία προέβη η ΓΔ παρουσία του δικαιούχου προέκυψε ότι το μητρώο της εκμετάλλευσης δεν ανέφερε κανέναν θάνατο ενήλικων αιγοπροβάτων από το 2014 έως τις 26 Οκτωβρίου 2017, ημερομηνία του επιτόπιου ελέγχου του ΟΠΕΚΕΠΕ. Συναφώς, στη συνοπτική έκθεση επισημαίνεται ότι η ΓΔ δεν βασίστηκε στις (προφορικές) παρατηρήσεις που διατύπωσαν ο γεωργός και ο γιος του κατά τη διάρκεια του επιτόπιου ελέγχου της για την εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος. Αντιθέτως, το μητρώο της εκμετάλλευσης ανέφερε 101 θανάτους αιγοπροβάτων σε κοπάδι 450 ζώων μεταξύ 26ης Οκτωβρίου 2017, ημερομηνίας διενέργειας του επιτόπιου ελέγχου του ΟΠΕΚΕΠΕ, και 25ης Απριλίου 2018, ημερομηνίας διενέργειας του επιτόπιου ελέγχου της ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής. Η ΓΔ συνήγαγε εξ αυτού ότι, ελλείψει περαιτέρω αποδεικτικών στοιχείων όσον αφορά το υψηλό αυτό ποσοστό θνησιμότητας, μεταξύ άλλων όσον αφορά τον εντοπισμό του προορισμού των νεκρών ζώων, το μητρώο της εκμετάλλευσης δεν ήταν αξιόπιστο και ότι, κατ’ επέκταση, ο επιτόπιος έλεγχος του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν πληρούσε τις απαιτήσεις συμμόρφωσης.

132    Η Επιτροπή σημείωσε επίσης ότι οι ελληνικές αρχές δήλωσαν ότι τα ζώα είχαν πεθάνει εξαιτίας οξείας νόσου και ταφεί σε ασφαλές μέρος και ότι, καίτοι υπέβαλαν έγγραφο το οποίο συνίστατο σε δήλωση πραγματοποιηθείσα ένα έτος μετά τα γεγονότα και από το οποίο προέκυπτε ότι είχε δοθεί εντολή για την ταφή των ζώων, το έγγραφο αυτό δεν περιείχε επαληθεύσιμα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι θάνατοι των ζώων είχαν διαπιστωθεί επισήμως ή ότι η ταφή των ζώων είχε όντως πραγματοποιηθεί.

3)      Εφαρμοστέα ρύθμιση

133    Δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά καθώς και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έλαβαν χώρα είναι παρόμοια για τις εκμεταλλεύσεις των δικαιούχων Β και Γ, γίνεται παραπομπή στις σκέψεις 120 έως 124 ανωτέρω όσον αφορά την εφαρμοστέα ρύθμιση.

4)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

134    Τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας ουδόλως κλονίζουν τη διαπίστωση της Επιτροπής σχετικά με την εκμετάλλευση του δικαιούχου Γ.

135    Συγκεκριμένα, από τις σκέψεις 120 έως 124 ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, όλα τα ζώα μιας εκμετάλλευσης που γεννήθηκαν μετά τις 9 Ιουλίου 2005 έπρεπε να αναγνωριστούν, ότι, μετά την ημερομηνία αυτή, έπρεπε να καταγράφεται πότε τα ζώα εξέρχονται από την εκμετάλλευση, ενώ έπρεπε να πραγματοποιείται τουλάχιστον ετησίως απογραφή των ζώων. Επιπλέον, για τα ζώα που γεννήθηκαν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2009, έπρεπε να αναγράφονται επίσης στο μητρώο εκμετάλλευσης και ο μήνας και το έτος θανάτου, το δε μητρώο έπρεπε να επικαιροποιείται.

136    Επομένως, το γεγονός ότι το μητρώο της εκμετάλλευσης δεν ανέφερε κανέναν θάνατο από το 2014 έως τις 26 Οκτωβρίου 2017, δηλαδή σε διάστημα περίπου τριών ετών, ενώ αντίθετα ανέφερε 101 θανάτους ζώων σε κοπάδι 450 ζώων, μεταξύ της επίσκεψης του ΟΠΕΚΕΠΕ και εκείνης της ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής, δηλαδή σε διάστημα περίπου έξι μηνών, καθώς και η έλλειψη επαληθεύσιμων στοιχείων που να αποδεικνύουν ότι οι θάνατοι των ζώων είχαν διαπιστωθεί επισήμως ή ότι η ταφή των ζώων είχε όντως πραγματοποιηθεί, ήταν στοιχεία δυνάμενα να προκαλέσουν σοβαρές και εύλογες αμφιβολίες, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 21 ανωτέρω, όσον αφορά την επικαιροποίηση του εν λόγω μητρώου.

137    Εξάλλου, από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι η επίμαχη διαπίστωση δεν βασίζεται στις προφορικές παρατηρήσεις του γεωργού και του γιου του και, επομένως, το σχετικό επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν μπορεί να επηρεάσει το βάσιμο της συγκεκριμένης διαπίστωσης.

ε)      Εκμετάλλευση του δικαιούχου Ζ

1)      Επιχειρήματα των διαδίκων

138    Όσον αφορά την εκμετάλλευση του δικαιούχου Ζ, η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στους ελεγκτές της Επιτροπής ότι δεν προσκόμισαν στοιχεία των σημειώσεών τους για τους αριθμούς των ζώων που φέρονται ως διπλοεγγεγραμμένοι και επισημαίνει ότι, ως εκ τούτου, αδυνατεί να τοποθετηθεί επί της σχετικής με τη συγκεκριμένη εκμετάλλευση διαπίστωσης της Επιτροπής.  Εξάλλου, η σχετική διαπίστωση της Επιτροπής αφορά την καταγραφή των ελέγχων που πραγματοποιούνται από τον ΟΠΕΚΕΠΕ και δεν δύναται να υπαχθεί στο πεδίο της διαπίστωσης που περιέχεται στο σημείο 13.1.1.6 της συνοπτικής έκθεσης.

139    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

2)      Σχετικά στοιχεία της συνοπτικής έκθεσης

140    Στο σημείο 13.1.1.6 της συνοπτικής έκθεσης, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η εκμετάλλευση του δικαιούχου Ζ είχε υποβληθεί σε επιτόπιο έλεγχο από τον ΟΠΕΚΕΠΕ στις 23 Δεκεμβρίου 2016. Στην αντίστοιχη έκθεση ελέγχου επισημαίνεται ότι η εκμετάλλευση ήταν πλήρως συμμορφούμενη και δεν αναφέρονται ανωμαλίες ή παραβάσεις. Αναφέρονται 277 αιγοπρόβατα καταμετρημένα στην εκμετάλλευση και 277 αιγοπρόβατα καταχωρισμένα στο μητρώο της εκμετάλλευσης. Τα έγγραφα εργασίας των επιθεωρητών εξηγούν ότι, από αυτά τα 277 ζώα, 20 ήταν ηλικίας κάτω των έξι μηνών (και, επομένως, δεν όφειλαν να φέρουν αναγνωριστικό ενώτιο) και ότι, συνεπώς, τα υπόλοιπα 257 ζώα έφεραν αναγνωριστικό ενώτιο το οποίο είχε τοποθετηθεί ορθά.

141    Ωστόσο, η ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής παρατήρησε ότι, προκειμένου να συμπληρωθεί ο αριθμός των 257 προβάτων, 24 ζώα είχαν καταμετρηθεί δύο φορές στα έγγραφα εργασίας του επιθεωρητή. Στη συνέχεια, οι ελληνικές αρχές υπέβαλαν φύλλο Excel με 280 αριθμούς ενωτίων. Σε αυτόν τον κατάλογο, τρία ζώα είχαν καταμετρηθεί δύο φορές. Επομένως, ο συνολικός αριθμός των ζώων ήταν 277 και συμφωνούσε με τον αριθμό που αναφερόταν στην έκθεση σχετικά με τον επιτόπιο έλεγχο που διενήργησε ο ΟΠΕΚΕΠΕ στις 23 Δεκεμβρίου 2016. Όμως, το περιεχόμενο του καταλόγου δεν ήταν επαληθεύσιμο και περιείχε σαράντα αριθμούς ενωτίων οι οποίοι δεν αναφέρονταν στα έγγραφα εργασίας του επιθεωρητή. Η ΓΔ προσκόμισε αντίγραφο των εγγράφων εργασίας του επιθεωρητή κατά τη διάρκεια της διμερούς σύσκεψης επισημαίνοντας ότι σχεδόν όλα τα πρόβατα στην τελευταία σελίδα είχαν καταμετρηθεί δύο φορές. Εντούτοις, οι ελληνικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι δεν είχαν λάβει αρκετές πληροφορίες για να αντικρούσουν τη διαπίστωση της ΓΔ. Ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τον αριθμό των ζώων, η ΓΔ έκρινε ότι ο επιτόπιος έλεγχος δεν πληρούσε τις απαιτήσεις συμμόρφωσης.

3)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

142    Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η παράδοση εγγράφων, η οποία μνημονεύεται στη συνοπτική έκθεση, αναφέρεται όντως και στα πρακτικά της διμερούς σύσκεψης που διεξήχθη στις 28 Μαρτίου 2019. Συγκεκριμένα, στη σελίδα 19 των πρακτικών διευκρινίζεται ότι «[ο]ι χειρόγραφες σημειώσεις παραδόθηκαν στις ελληνικές αρχές, οι οποίες δήλωσαν ότι θα εξετάσουν το θέμα και θα απαντήσουν σε μεταγενέστερο στάδιο». Τούτο, όμως, δεν αμφισβητήθηκε από την Ελληνική Δημοκρατία στο πλαίσιο του από 3 Ιουνίου 2019 εγγράφου της με το οποίο γνωστοποιούσε τις παρατηρήσεις της επί των πρακτικών.

143    Καίτοι η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι ουδεμία πληροφορία ή επεξήγηση έλαβε για τον αριθμό των επίμαχων ζώων, παρατηρείται ότι, όπως προκύπτει από τη συνοπτική έκθεση, η ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής είχε επισημάνει ότι σχεδόν όλα τα πρόβατα που διαλαμβάνονται στην τελευταία σελίδα των εγγράφων εργασίας του επιθεωρητή είχαν καταμετρηθεί –και όχι καταγραφεί– δύο φορές.

144    Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, εν αντιθέσει προς όσα ισχυρίζεται, η Ελληνική Δημοκρατία έλαβε πράγματι γνώση των πληροφοριών που περιέχονταν στις χειρόγραφες σημειώσεις και ότι, συνεπώς, η επιχειρηματολογία της είναι αβάσιμη.

145    Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας σύμφωνα με το οποίο η σχετική διαπίστωση της Επιτροπής αφορά την καταγραφή των επιτόπιων ελέγχων που πραγματοποιούνται από τον ΟΠΕΚΕΠΕ και δεν δύναται να υπαχθεί στο πεδίο της διαπίστωσης που περιέχεται στο σημείο 13.1.1.6 της συνοπτικής έκθεσης. Συγκεκριμένα, η διαπίστωση της Επιτροπής ότι ο κατάλογος των ζώων που υποβλήθηκε από τις ελληνικές αρχές δεν ήταν επαληθεύσιμος και περιείχε σαράντα αριθμούς ενωτίων οι οποίοι δεν αναφέρονταν στα έγγραφα εργασίας του επιθεωρητή αφορά όντως τη συμμόρφωση των εν λόγω επιτόπιων ελέγχων.

στ)    Συμπέρασμα

146    Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας όσον αφορά τις διαπιστώσεις της Επιτροπής σχετικά με τις εκμεταλλεύσεις των δικαιούχων Α, Β, Γ και Ζ και, κατά συνέπεια, όσον αφορά τις διαπιστώσεις που περιέχονται στο σύνολο του σημείου 13.1.1.6 της συνοπτικής έκθεσης.

5.      Επί του σημείου 13.1.1.7 της συνοπτικής έκθεσης σχετικά με το «Πεδίο εφαρμογής των επιτόπιων ελέγχων για τις μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες – ΚΑΔ 9»

α)      Επιχειρήματα των διαδίκων

147    Η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί τη διαπίστωση που περιέχεται στο σημείο 13.1.1.7 της συνοπτικής έκθεσης υποστηρίζοντας ότι η εν λόγω διαπίστωση είναι αντιφατική και έρχεται σε αντίθεση με τα ευρήματα της Γενικής Διεύθυνσης Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων της Επιτροπής.

148    Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, όσον αφορά τις μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες (ΜΣΕ), η Επιτροπή έχει βεβαιώσει σε έγγραφο με τίτλο «Εξάλειψη: τελική έκθεση για τις μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες για το 2018», ότι δεν υπήρχαν κρούσματα ΜΣΕ στα βοοειδή στην Ελλάδα, ούτε υπήρξαν εδώ και πολλά χρόνια. Εντούτοις, η Επιτροπή παρέβλεψε το γεγονός αυτό καθόσον εσφαλμένως κατέληξε στην ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ότι γίνονται τακτικές διαγνώσεις τρομώδους νόσου στα πρόβατα, της μη έγκαιρης κοινοποίησης του θανάτου βοοειδών (ΚΑΔ 7) και της μη διενέργειας ελέγχων των απαιτήσεων κοινοποίησης σε σχέση με τις ΜΣΕ από τον ΟΠΕΚΕΠΕ (ΚΑΔ 9). Εφόσον η ΓΔ Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων της Επιτροπής βεβαιώνει ότι δεν υπάρχουν κρούσματα ΜΣΕ στην Ελλάδα, τυχόν μη έγκαιρη ενημέρωση της βάσης κτηνιατρικών δεδομένων για τον θάνατο βοοειδούς δεν επηρεάζει τους ελέγχους κοινοποίησης σε σχέση με τις ΜΣΕ (ΚΑΔ 9) και δεν δύναται να θεμελιώσει την επίμαχη διαπίστωση. Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προσθέτει ότι μόνο στο υπóμνημα αντικρoύσεως η Επιτροπή επικαλέστηκε, για πρώτη φορά, ορισμένα στοιχεία και ανάλυση κινδύνου.

149    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

β)      Σχετικά στοιχεία της συνοπτικής έκθεσης

150    Στο σημείο 13.1.1.7 της συνοπτικής έκθεσης, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΚ) 999/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών (ΕΕ 2001, L 147, σ. 1), τίθεται σε εφαρμογή με τις οδηγίες ελέγχου του ΟΠΕΚΕΠΕ, ώστε να ελέγχεται ότι οι θάνατοι βοοειδών ηλικίας άνω των 24 μηνών και προβάτων ηλικίας άνω των 18 μηνών κοινοποιούνται στην αρμόδια κτηνιατρική αρχή. Στη συνοπτική έκθεση αναφέρεται επίσης ότι, «[δ]εδομένου ότι στην Ελλάδα υπάρχει μη αμελητέος κίνδυνος ΜΣΕ και γίνονται τακτικές διαγνώσεις τρομώδους νόσου σε πρόβατα, είναι απολύτως απαραίτητο να ελέγχεται η συμμόρφωση των γεωργών με το άρθρο 11 του [εν λόγω κανονισμού] στο πλαίσιο της πολλαπλής συμμόρφωσης». Στην υποσημείωση 84 της συνοπτικής έκθεσης γίνεται παραπομπή στο έγγραφο με τίτλο «Εξάλειψη: τελική έκθεση για τις μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες για το 2018».

151    Συναφώς, η Επιτροπή επισήμανε το γεγονός ότι ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν διαπίστωσε παραβάσεις όσον αφορά την ΚΑΔ 9, όπερ υποδήλωνε ότι όλοι οι θάνατοι των ζώων περί των οποίων έγινε λόγος στη σκέψη 150 ανωτέρω είχαν κοινοποιηθεί εγκαίρως στις κτηνιατρικές υπηρεσίες. Ωστόσο, καμία από τις εκθέσεις ελέγχου του 2016 και του 2017 που εξετάστηκαν από τη ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής δεν περιείχε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι ελληνικές αρχές είχαν επαληθεύσει αυτές τις κοινοποιήσεις. Οι ελληνικές αρχές δεν προσκόμισαν τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αντιπαράθεσης και η ΓΔ έκρινε, επομένως, ότι, από το έτος υποβολής αιτήσεων 2016 και μετά, δεν διενεργήθηκαν έλεγχοι των απαιτήσεων κοινοποίησης σε σχέση με ΜΣΕ (ΚΑΔ 9).

152    Κατά συνέπεια, για να προσδιορίσει την έκταση και τη σοβαρότητα της ανωτέρω διαπίστωσης, η ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής ζήτησε από τις ελληνικές αρχές να της γνωστοποιήσουν όλες τις κοινοποιήσεις προς τις αρμόδιες αρχές κατά τα έτη 2016 και 2017 που αφορούσαν τους θανάτους βοοειδών ηλικίας άνω των 24 μηνών και τους θανάτους αιγοπροβάτων ηλικίας άνω των 18 μηνών.

153    Οι ελληνικές αρχές αρνήθηκαν να γνωστοποιήσουν τις ζητηθείσες κοινοποιήσεις επικαλούμενες ότι η κοινοποίηση των θανάτων δεν περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής των υποχρεώσεων πολλαπλής συμμόρφωσης. Σε απάντηση του ισχυρισμού αυτού, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι ελληνικές αρχές δεν προσκόμισαν τα αποδεικτικά στοιχεία που είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση του πεδίου και της ποιότητας των ελέγχων της ΚΑΔ 9. Υπογράμμισε επίσης ότι «η έγκαιρη κοινοποίηση του θανάτου βοοειδών αποτελεί ρητή απαίτηση της ΚΑΔ 7 [...] [και ότι] η κοινοποίηση ύποπτων βοοειδών και αιγοπροβάτων αποτελεί ρητή απαίτηση της ΚΑΔ 9 δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001». Συμπέρανε, επομένως, ότι δεν διενεργήθηκαν επιτόπιοι έλεγχοι των απαιτήσεων κοινοποίησης σχετικά με τις ΜΣΕ (ΚΑΔ 9).

γ)      Εφαρμοστέα ρύθμιση

154    Στο πλαίσιο της ΚΑΔ 9, τα κράτη μέλη οφείλουν, βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού 999/2001, να μεριμνούν ώστε να κοινοποιείται αμέσως στις αρμόδιες αρχές οποιαδήποτε περίπτωση ζώου για το οποίο υπάρχουν υπόνοιες ότι έχει μολυνθεί από ΜΣΕ.

155    Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 999/2001, υπό τον όρο «ΜΣΕ» νοούνται όλες οι μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες πλην εκείνων που προσβάλλουν τον άνθρωπο. Επιπλέον, στην ίδια παράγραφο ορίζεται, στο στοιχείο ηʹ, ως «ζώο για το οποίο υπάρχουν υπόνοιες μόλυνσης από ΜΣΕ»:

«κάθε ζώο, ζωντανό, σφαγμένο ή νεκρό που παρουσιάζει ή έχει παρουσιάσει νευρολογικές διαταραχές ή διαταραχές της συμπεριφοράς ή προοδευτική υποβάθμιση της γενικής κατάστασης που συνδέεται με προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος, για το οποίο οι πληροφορίες που συλλέγονται βάσει κλινικής εξέτασης, ανταπόκρισης σε μια θεραπευτική αγωγή, νεκροψίας ή εργαστηριακής εξέτασης πριν ή μετά το θάνατο δεν επιτρέπουν άλλη διάγνωση. Ως ζώο για το οποίο υπάρχουν υπόνοιες μόλυνσης από τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (ΣΕΒ) θεωρείται και κάθε βοοειδές το οποίο έδωσε θετικό αποτέλεσμα σε ταχεία δοκιμή ειδική για την ΣΕΒ.»

δ)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

156    Επισημαίνεται ότι υπάρχουν διάφορα είδη ΜΣΕ, τα κυριότερα όμως είναι η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (ΣΕΒ) (η οποία προσβάλλει τα βοοειδή) και η τρομώδης νόσος (η οποία προσβάλλει τα αιγοπρόβατα).

157    Συναφώς, από το έγγραφο της Επιτροπής με τίτλο «Εξάλειψη: τελική έκθεση για τις μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες για το 2018», το οποίο μνημονεύει η Ελληνική Δημοκρατία και στο οποίο παραπέμπει επίσης και η υποσημείωση 84 της συνοπτικής έκθεσης, προκύπτει ότι όλα τα τεστ ανιχνεύσεως ΣΕΒ που πραγματοποιήθηκαν σε βοοειδή από το 2001 έως το 2018 αποδείχθηκαν αρνητικά, πλην ενός το 2001. Ωστόσο, μεταξύ 2002 και 2018, καταγράφηκαν ετησίως εκατοντάδες περιπτώσεις θετικών αποτελεσμάτων για τρομώδη νόσο σε αιγοπρόβατα, εκ των οποίων 236 περιπτώσεις το 2018.

158    Όπως προκύπτει από τη σκέψη 150 ανωτέρω, η συνοπτική έκθεση, παραπέμποντας στο έγγραφο της Επιτροπής για το 2018, αναφέρει κατ’ αρχάς ότι υπάρχει μη αμελητέος κίνδυνος για το σύνολο των ΜΣΕ, οι οποίες προσβάλλουν τόσο τα βοοειδή όσο και τα αιγοπρόβατα, ενώ εν συνεχεία προστίθεται, διά της χρήσης του συμπλεκτικού συνδέσμου «και», η διενέργεια τακτικών διαγνώσεων τρομώδους νόσου σε πρόβατα. Οι λόγοι αυτοί, για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι είναι απολύτως απαραίτητο να ελέγχεται η συμμόρφωση των υπευθύνων εκμετάλλευσης με το άρθρο 11 του κανονισμού 999/2001 στο πλαίσιο της πολλαπλής συμμόρφωσης, ούτε αντιφατικοί είναι ούτε έρχονται σε αντίθεση με τα στοιχεία τα οποία περιέχονται στο έγγραφό της για το 2018 και συνοψίσθηκαν στη σκέψη 157 ανωτέρω, καθόσον τόσο η ΜΣΕ όσο και το εν λόγω έγγραφο αφορούν τα τρία είδη ζώων.

159    Επιπλέον, από τη σκέψη 158 ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή ανέδειξε σαφώς, στο σημείο 13.1.1.7 της συνοπτικής έκθεσης, τη σημασία του κινδύνου που εγκυμονούν οι ΜΣΕ. Από τη δικογραφία προκύπτει επίσης ότι το επίμαχο σκέλος της φράσης, ήτοι «[δ]εδομένου ότι στην Ελλάδα υπάρχει μη αμελητέος κίνδυνος ΜΣΕ και [ότι] γίνονται τακτικές διαγνώσεις τρομώδους νόσου σε πρόβατα, είναι απολύτως απαραίτητο να ελέγχεται η συμμόρφωση των γεωργών με το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 999/2001 στο πλαίσιο της πολλαπλής συμμόρφωσης», καθώς και η παραπομπή στο έγγραφο της Επιτροπής για το 2018, ενυπάρχουν ήδη στο σημείο 1.1.7.2 των προκαταρκτικών συμπερασμάτων της 21ης Οκτωβρίου 2020. Παρόλο που η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβήτησε την παρουσία ΜΣΕ για τα βοοειδή κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, υπενθυμίζεται ότι η ΜΣΕ αφορά και άλλα ζώα και ότι, συνεπώς, η Επιτροπή έπρεπε να βεβαιωθεί για τη συμμόρφωση των ελέγχων των κοινοποιήσεων σχετικά με τις ΜΣΕ (ΚΑΔ 9) που πραγματοποιήθηκαν για όλα τα ζώα τα οποία ήταν πιθανό να προσβληθούν, ήτοι τόσο τα βοοειδή όσο και τα αιγοπρόβατα. Προς τούτο, αναζήτησε αποδεικτικά στοιχεία για το κατά πόσον οι ελληνικές αρχές είχαν επαληθεύσει τις κοινοποιήσεις ζώων για τα οποία υπήρχαν υπόνοιες μόλυνσης από ΜΣΕ.

160    Ωστόσο, σύμφωνα με τη συνοπτική έκθεση, καμία από τις εκθέσεις ελέγχου του 2016 και του 2017 που εξετάστηκαν κατά τους επιτόπιους ελέγχους δεν περιείχε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι ελληνικές αρχές είχαν επαληθεύσει αυτές τις κοινοποιήσεις, ούτε οι ελληνικές αρχές προσκόμισαν τέτοια αποδεικτικά στοιχεία κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αντιπαράθεσης. Για να προσδιορίσει την έκταση και τη σοβαρότητα της ανωτέρω διαπίστωσης, η ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής ζήτησε από τις ελληνικές αρχές να της γνωστοποιήσουν όλες τις κοινοποιήσεις προς τις αρμόδιες αρχές κατά τα έτη 2016 και 2017 που αφορούσαν τους θανάτους βοοειδών ηλικίας άνω των 24 μηνών και τους θανάτους αιγοπροβάτων ηλικίας άνω των 18 μηνών. Οι ελληνικές αρχές αρνήθηκαν με την αιτιολογία ότι η κοινοποίηση των θανάτων δεν περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής των υποχρεώσεων πολλαπλής συμμόρφωσης. Επί τη βάσει των ανωτέρω διαπιστώσεων συμπέρανε η Επιτροπή ότι οι ελληνικές αρχές δεν προσκόμισαν τα αποδεικτικά στοιχεία που είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση του πεδίου και της ποιότητας των ελέγχων της ΚΑΔ 9 και ότι δεν διενεργήθηκαν επιτόπιοι έλεγχοι των απαιτήσεων κοινοποίησης σχετικά με τις ΜΣΕ (ΚΑΔ 9).

161    Στο πλαίσιο αυτό, η αναφορά της Επιτροπής, κατά το στάδιο του υπομνήματος αντικρούσεως, στα ετήσια ψηφίσματα της Παγκόσμιας Συνέλευσης των Αντιπροσώπων του Παγκόσμιου Οργανισμού για την Υγεία των Ζώων, σύμφωνα με τα οποία η Ελλάδα δεν περιλαμβάνεται στην κατηγορία «αμελητέος κίνδυνος» ΣΕΒ αλλά σε εκείνη όπου παρουσιάζεται «ελεγχόμενος κίνδυνος», έγινε απλώς και μόνον εν είδει παραδείγματος των λόγων της κατηγοριοποίησης της Ελλάδας ως χώρας μη αμελητέου κινδύνου. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί και η επιχειρηματολογία την οποία ανέπτυξε η Ελληνική Δημοκρατία στο υπόμνημα απαντήσεως όσον αφορά τη φερόμενη ως όψιμη επίκληση, εκ μέρους της Επιτροπής, της ανάλυσης κινδύνου.

162    Επιπροσθέτως, η Επιτροπή επισήμανε μεν, στο σημείο 13.1.1.7 της συνοπτικής έκθεσης, ότι η έγκαιρη κοινοποίηση του θανάτου βοοειδών περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις πολλαπλής συμμόρφωσης της ΚΑΔ 7, πλην όμως το έπραξε προδήλως στο πλαίσιο της επαλήθευσης σχετικά με την τήρηση των υποχρεώσεων που επιβάλλει το άρθρο 11 του κανονισμού 999/2001 όσον αφορά την ΚΑΔ 9, σε αντίθεση με το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας. Πράγματι, οι κοινοποιήσεις των θανάτων βοοειδών στο πλαίσιο της ΚΑΔ 7, εάν είχαν διαβιβασθεί στην Επιτροπή, θα της είχαν παράσχει τη δυνατότητα να βεβαιωθεί για το πεδίο και την ποιότητα των ελέγχων της ΚΑΔ 9.

163    Επομένως, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με τη διαπίστωση που περιέχεται στο σημείο 13.1.1.7 της συνοπτικής έκθεσης.

6.      Επί του σημείου 13.1.1.8 της συνοπτικής έκθεσης σχετικά με το «Πεδίο εφαρμογής των επιτόπιων ελέγχων για την καλή μεταχείριση των ζώων – ΚΑΔ 11»

α)      Επιχειρήματα των διαδίκων

164    Η Ελληνική Δημοκρατία βάλλει κατά της διαπίστωσης η οποία περιέχεται στο σημείο 13.1.1.8 της συνοπτικής έκθεσης υποστηρίζοντας ότι αυτή εκφέρεται κατά πλάνη περί τα πράγματα και ότι η διαπίστωση αυτή, στην οποία κατέληξε η Επιτροπή έξι μήνες μετά τον έλεγχο του ΟΠΕΚΕΠΕ, σχετίζεται με τη στιγμιαία διαχείριση της εκμετάλλευσης και όχι με τις μόνιμες υποδομές της. Κατ’ αυτήν, δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί σφάλμα του ΟΠΕΚΕΠΕ κατά τον επιτόπιο έλεγχο που διενεργήθηκε στις 2 και στις 3 Νοεμβρίου 2017. Συναφώς, η Ελληνική Δημοκρατία κάνει επίσης αναφορά στην έρευνα XC/2014/002/GR, στο πλαίσιο της οποίας η Επιτροπή είχε αποδεχθεί ως επαρκή τα στοιχεία που καταγράφονται στην αντίστοιχη έκθεση ελέγχου για την ευζωία των ζώων, η οποία δεν άλλαξε έκτοτε.

165    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

β)      Σχετικά στοιχεία της συνοπτικής έκθεσης

166    Στο σημείο 13.1.1.8 της συνοπτικής έκθεσης, η Επιτροπή επισήμανε ότι, κατά τη διάρκεια του επιτόπιου ελέγχου που διενήργησε τον Απρίλιο του 2018 στην εκμετάλλευση του δικαιούχου Α, η ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης παρατήρησε, αφενός, ότι η επιφάνεια ανά μόσχο δεν ήταν επαρκής για να μπορούν να ξαπλώνουν οι μόσχοι και, αφετέρου, ότι οι μόσχοι φυλάσσονταν σε χώρο με ολισθηρή επιφάνεια και, κατά συνέπεια, έπεφταν κάτω. Ωστόσο, η αντίστοιχη έκθεση του επιτόπιου ελέγχου που διενήργησε ο ΟΠΕΚΕΠΕ στις 3 Νοεμβρίου 2017 δεν περιείχε καμία παρατήρηση σχετικά με τις απαιτήσεις της ΚΑΔ 11 που αφορούν την καλή μεταχείριση των ζώων. Κατά την Επιτροπή, η κατάσταση που παρατηρήθηκε κατά τον επιτόπιο έλεγχό της αντικατόπτριζε διαρθρωτικά και, συνεπώς, μακροχρόνια ζητήματα. Η Επιτροπή επισήμανε ότι οι ελληνικές αρχές δεν προσκόμισαν αποδεικτικά στοιχεία για τον έλεγχό τους, όπως λόγου χάρη θα ήταν η λήψη μέτρων στους χώρους σταβλισμού, βάσει των οποίων να καταδεικνύεται ότι η κατάσταση που διαπιστώθηκε κατά τη διάρκεια του επιτόπιου ελέγχου τους ήταν πράγματι συμμορφούμενη, όπως αναφέρεται στην αντίστοιχη έκθεση ελέγχου. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο επιτόπιος έλεγχος των απαιτήσεων όσον αφορά την προστασία των μόσχων παρουσίαζε ελλείψεις.

γ)      Εφαρμοστέα ρύθμιση

167    Κατά το άρθρο 4 της οδηγίας 2008/119/ΕΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για τη θέσπιση στοιχειωδών κανόνων για την προστασία των μόσχων (ΕΕ 2009, L 10, σ. 7), τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι συνθήκες εκτροφής των μόσχων να είναι σύμφωνες προς τις γενικές διατάξεις που ορίζονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας.

168    Το σημείο 7 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2008/119 περιλαμβάνει μέρος των απαιτήσεων που σχετίζονται με την ΚΑΔ 11 και ορίζει ότι «[ο]ι χώροι σταβλισμού των μόσχων πρέπει να κατασκευάζονται έτσι ώστε κάθε μόσχος να μπορεί να ξαπλώνει, να αναπαύεται, να σηκώνεται και να καθαρίζεται χωρίς δυσκολία».

δ)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

169    Ελλείψει άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και ανεξαρτήτως του εάν ο χώρος στον οποίο βρίσκονταν οι σχετικοί μόσχοι ήταν προσωρινός, στοιχείο το οποίο δεν απέδειξε άλλωστε η Ελληνική Δημοκρατία, διαπιστώνεται ότι από τις σκέψεις 166 και 168 ανωτέρω προκύπτει ότι ορθώς η Επιτροπή έκρινε ότι οι επιτόπιοι έλεγχοι των απαιτήσεων όσον αφορά την προστασία των μόσχων (ΚΑΔ 11) παρουσίαζαν ελλείψεις. Συναφώς, όπως εξηγήθηκε στη σκέψη 108 ανωτέρω, το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι τα αποτελέσματα της έρευνας της Επιτροπής δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν παράλειψη στον έλεγχο του ΟΠΕΚΕΠΕ που διεξήχθη έξι μήνες νωρίτερα πρέπει να απορριφθεί εκ προοιμίου.

170    Το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να ανατραπεί ούτε με βάση την επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με την έρευνα XC/2014/002/GR, η οποία δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή, αφού η προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση βασίζεται στην έρευνα XC/2018/001/GR για την πολλαπλή συμμόρφωση κατά τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017 και αφορά, επομένως, μεταγενέστερη περίοδο.

171    Επομένως, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με τη διαπίστωση που περιέχεται στο σημείο 13.1.1.8 της συνοπτικής έκθεσης.

7.      Επί του σημείου 13.1.1.10 της συνοπτικής έκθεσης σχετικά με την «Κάλυψη των επιτόπιων ελέγχων καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους»

α)      Επιχειρήματα των διαδίκων

172    Η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί τις διαπιστώσεις που περιέχονται στο σημείο 13.1.1.10 της συνοπτικής έκθεσης, προβάλλοντας ότι η Επιτροπή ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 71, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014, στο μέτρο που η εν λόγω διάταξη δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να διενεργούν ελέγχους κατανεμημένους ισομερώς καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Υποστηρίζει ότι η εν λόγω ρύθμιση επιβάλλει ο έλεγχος να διενεργείται σε χρονικό σημείο πρόσφορο, προκειμένου να μπορεί να επαληθευτεί η συμμόρφωση με την πλειονότητα των απαιτήσεων και των προτύπων. Με το υπόμνημα απαντήσεως προσθέτει ότι το επιχείρημα που προέβαλε η Επιτροπή υποστηρίζοντας ότι δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να κατανείμουν τους ελέγχους καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της συνοπτικής έκθεσης, προσάπτει δε στην Επιτροπή ότι δεν αιτιολόγησε για ποιον λόγο το κατάλληλο επίπεδο ελέγχου των ΚΑΔ 2 και 3 δεν μπορούσε να επιτευχθεί με τη διενέργεια ελέγχων από τις 22 Αυγούστου και από τις 16 Ιουνίου κατά τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017 αντίστοιχα.

173    Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει επίσης ότι λυσιτελής και αποτελεσματικός επιτόπιος έλεγχος δεν δύναται να διεξαχθεί αν δεν έχει υποβληθεί αίτηση ενίσχυσης, η οποία προσδιορίζει και τις εκάστοτε δεσμεύσεις που αναλαμβάνει ο γεωργός. Εκτιμά ότι υπέρ αυτού συνηγορεί η συνδυασμένη ερμηνεία του άρθρου 69, παράγραφος 4, και της αιτιολογικής σκέψης 70 του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014, επισημαίνοντας ότι μόνον κατ’ εξαίρεση μπορούν να ληφθούν μέτρα ελέγχου πριν από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων. Τούτο επιβεβαιώνεται επίσης, κατ’ αυτήν, από τις σκέψεις 24 και 31 της αποφάσεως της 7ης Αυγούστου 2018, Château du Grand Bois (C‑59/17, EU:C:2018:641), σύμφωνα με τις οποίες γεωργός ο οποίος δεν έχει αιτηθεί να λάβει ενίσχυση ουδόλως υποχρεούται να υποστεί επιτόπιο έλεγχο.

174    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

β)      Σχετικά στοιχεία της συνοπτικής έκθεσης

175    Στο σημείο 13.1.1.10 της συνοπτικής έκθεσης, η Επιτροπή έκρινε ότι οι απαιτήσεις σχετικά με την παρουσία λιπασμάτων ή φυτοφαρμάκων στην επιφάνεια του εδάφους (ΚΑΔ 1 και 10) δεν είχαν ελεγχθεί από τις ελληνικές αρχές κατά τους πρώτους επτά μήνες ούτε του 2016 ούτε του 2017. Παρατήρησε ότι σημαντική ποσότητα των φυτοπροστατευτικών προϊόντων είχε χρησιμοποιηθεί κατά την άνοιξη και ότι, συνεπώς, οι έλεγχοι δεν κάλυψαν μια περίοδο που ενέχει υψηλούς κινδύνους. Επιπλέον, κατ’ αυτήν, αφ’ ης στιγμής τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα και τα λιπάσματα χρησιμοποιούνταν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, οι έλεγχοι έπρεπε επίσης να κατανέμονται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους προκειμένου να επιτυγχάνεται το κατάλληλο επίπεδο ελέγχου για τις ΚΑΔ 1 και 10.

176    Επιπλέον, η Επιτροπή ανέφερε, στη συνοπτική έκθεση, ότι οι έλεγχοι σχετικά με τις απαιτήσεις που αφορούν πτηνά και οικοτόπους (ΚΑΔ 2 και 3 αντίστοιχα) διενεργήθηκαν από τις 22 Αυγούστου και τις 16 Ιουνίου των ετών υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017 αντίστοιχα. Επομένως, δεν διενεργήθηκαν έλεγχοι κατά την περίοδο αναπαραγωγής, δηλαδή κατά την περίοδο που ενέχει τους μεγαλύτερους κινδύνους μέσα στο έτος.

177    Κατά συνέπεια, λόγω της συστηματικής μη διενέργειας ελέγχων κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, οι υπεύθυνοι εκμεταλλεύσεων μπορούσαν να αναμένουν ότι δεν θα υποβάλλονταν σε έλεγχο κατά την εν λόγω περίοδο, γεγονός που αποδυνάμωνε σημαντικά το αποτρεπτικό αποτέλεσμα του ελέγχου και του συστήματος επιβολής κυρώσεων.

178    Η Επιτροπή συμπέρανε εξ αυτού ότι κατά τη διάρκεια του έτους δεν είχε επιτευχθεί κατάλληλο επίπεδο ελέγχου των απαιτήσεων των ΚΑΔ 1, 2 και 10, όπως απαιτεί το άρθρο 71, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014, και ότι, συνεπώς, οι επιτόπιοι έλεγχοι παρουσίαζαν ελλείψεις.

γ)      Εφαρμοστέα ρύθμιση

179    Η αιτιολογική σκέψη 70 του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014 αναφέρει τα εξής:

«Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι σημαντικό να διενεργούνται επιτόπιοι έλεγχοι σχετικά με την πολλαπλή συμμόρφωση πριν από την παραλαβή του συνόλου των αιτήσεων. Επομένως, θα πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να προβαίνουν σε μερική επιλογή του δείγματος ελέγχου πριν από τη λήξη της περιόδου υποβολής αιτήσεων.»

180    Το άρθρο 69, παράγραφος 4, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014 ορίζει τα ακόλουθα:

«Κατά περίπτωση, επιτρέπεται η μερική επιλογή του δείγματος ελέγχου πριν από τη λήξη της εκάστοτε περιόδου υποβολής αιτήσεων με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες. Το προσωρινό δείγμα ολοκληρώνεται όταν είναι διαθέσιμες όλες οι σχετικές αιτήσεις.»

181    Το άρθρο 71, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014 ορίζει τα ακόλουθα:

«Κατά τη διεξαγωγή των ελέγχων στο δείγμα που προβλέπεται στο άρθρο 68 παράγραφος 1, η αρμόδια ελεγκτική αρχή μεριμνά ώστε να ελέγχεται η συμμόρφωση όλων των επιλεγέντων δικαιούχων με τις απαιτήσεις και τα πρότυπα για τα οποία είναι αρμόδια η εν λόγω ελεγκτική αρχή. [...] Γενικά, κάθε δικαιούχος που επιλέγεται για επιτόπιο έλεγχο ελέγχεται σε χρονική στιγμή κατά την οποία μπορεί να επαληθευτεί η συμμόρφωση με την πλειονότητα των απαιτήσεων και προτύπων για τα οποία επελέγη. Ωστόσο, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κατά τη διάρκεια του έτους επιτυγχάνεται το κατάλληλο επίπεδο ελέγχου για όλες τις απαιτήσεις και πρότυπα.»

182    Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ 2010, L 20, σ. 7), ορίζει τα εξής:

«Για τα είδη που αναφέρονται στο παράρτημα I προβλέπονται μέτρα ειδικής διατηρήσεως, που αφορούν τον οικότοπό τους, για να εξασφαλισθεί η επιβίωση και η αναπαραγωγή των ειδών αυτών στη ζώνη εξαπλώσεώς τους. […]»

183    Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Ανάλογα μέτρα υιοθετούνται από τα κράτη μέλη για τα αποδημητικά είδη που δεν μνημονεύονται στο παράρτημα I, των οποίων η έλευση είναι τακτική, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες προστασίας στη γεωγραφική θαλάσσια και χερσαία ζώνη στην οποία εφαρμόζεται η παρούσα οδηγία, όσον αφορά τις περιοχές αναπαραγωγής, αλλαγής φτερώματος και διαχειμάσεως, και τις ζώνες όπου βρίσκονται οι σταθμοί κατά μήκος των οδών αποδημίας. […]»

δ)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

184    Από το άρθρο 71, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014, το οποίο μνημονεύθηκε στη σκέψη 181 ανωτέρω, προκύπτει ότι ο έλεγχος της αρμόδιας αρχής πρέπει να διενεργείται σε χρονικό σημείο πρόσφορο, προκειμένου να μπορεί να επαληθευτεί η συμμόρφωση με την πλειονότητα των απαιτήσεων και των προτύπων. Ωστόσο, η εν λόγω διάταξη επιβάλλει επίσης να διασφαλίζουν τα κράτη μέλη ότι κατά τη διάρκεια του έτους επιτυγχάνεται το κατάλληλο επίπεδο ελέγχου για όλες τις απαιτήσεις και πρότυπα. Όμως, όπως αναφέρεται στη συνοπτική έκθεση, ένα τέτοιο επίπεδο δεν μπορεί να επιτευχθεί εάν συστηματικά δεν διενεργούνται έλεγχοι κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους.

185    Πράγματι, τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε να μην αποκλείονται συστηματικά τμήματα του έτους καθόσον τούτο θα υποδήλωνε στους γεωργούς ότι υφίσταται μηδενικός κίνδυνος διαπίστωσης παράβασης.

186    Συναφώς, εν προκειμένω, από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι οι απαιτήσεις σχετικά με την παρουσία λιπασμάτων ή φυτοφαρμάκων στην επιφάνεια του εδάφους δεν ελέγχθηκαν κατά τους πρώτους επτά μήνες του 2016 και του 2017. Όσον αφορά τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, τα οποία χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο την άνοιξη, τούτο σημαίνει ότι οι έλεγχοι δεν κάλυπταν μια περίοδο που ενέχει υψηλούς κινδύνους. Ως προς τους ελέγχους σχετικά με τις απαιτήσεις που αφορούν πτηνά και οικοτόπους, αυτοί διενεργήθηκαν από τις 22 Αυγούστου και τις 16 Ιουνίου των ετών υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017 αντίστοιχα και, συνεπώς, δεν διενεργήθηκαν έλεγχοι κατά την περίοδο αναπαραγωγής, δηλαδή κατά την περίοδο που ενέχει τους μεγαλύτερους κινδύνους μέσα στο έτος.

187    Επιπλέον, όσον αφορά το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας περί ύπαρξης αντίφασης μεταξύ, αφενός, του επιχειρήματος που προέβαλε η Επιτροπή ισχυριζόμενη ότι δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να κατανείμουν τους ελέγχους καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και, αφετέρου, του περιεχομένου της συνοπτικής έκθεσης, διαπιστώνεται ότι η αντίρρηση αυτή απορρέει από εσφαλμένη ερμηνεία της συνοπτικής έκθεσης. Συγκεκριμένα, η περιεχόμενη στην έκθεση αυτή διαπίστωση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία οι έλεγχοι θα έπρεπε να κατανέμονται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους προκειμένου να επιτυγχάνεται το κατάλληλο επίπεδο ελέγχου, αφορά αποκλειστικώς και μόνον ένα ειδικό πλαίσιο, δηλαδή την περίπτωση κατά την οποία τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα και τα λιπάσματα χρησιμοποιούνται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

188    Τέλος, καίτοι η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν αιτιολόγησε για ποιον λόγο το κατάλληλο επίπεδο ελέγχου των ΚΑΔ 2 και 3 δεν μπορούσε να επιτευχθεί με τη διενέργεια ελέγχων από τις 22 Αυγούστου και τις 16 Ιουνίου κατά τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017 αντίστοιχα, αρκεί να υπομνησθεί ότι η Επιτροπή εξήγησε στη συνοπτική έκθεση, παραπέμποντας επίσης και στην παράγραφο 2 του άρθρου 4 της οδηγίας 2009/147, ότι, κατά την περίοδο αναπαραγωγής, δηλαδή κατά την περίοδο που ενέχει τους μεγαλύτερους κινδύνους μέσα στο έτος, δεν είχαν διενεργηθεί έλεγχοι. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, εάν δεν διενεργούνται έλεγχοι κατά την περίοδο της αναπαραγωγής, δηλαδή κατά την περίοδο που ενέχει τους μεγαλύτερους κινδύνους μέσα στο έτος, η απαίτηση αυτή δεν ελέγχεται επαρκώς.

189    Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ορθώς έκρινε η Επιτροπή ότι κατά τη διάρκεια του έτους δεν είχε επιτευχθεί κατάλληλο επίπεδο ελέγχου των απαιτήσεων των ΚΑΔ 1, 2 και 10 όπως απαιτείται από το άρθρο 71, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014 και ότι, συνεπώς, οι επιτόπιοι έλεγχοι παρουσίαζαν ελλείψεις.

190    Το ανωτέρω συμπέρασμα δεν μπορεί να ανατραπεί με βάση τους ισχυρισμούς της Ελληνικής Δημοκρατίας σύμφωνα με τους οποίους λυσιτελής και αποτελεσματικός επιτόπιος έλεγχος δεν δύναται να διεξαχθεί αν δεν έχει υποβληθεί αίτηση ενίσχυσης.

191    Πρώτον, εάν το εν λόγω επιχείρημα έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη μπορούν να αποκλείουν συστηματικά τους ελέγχους για τμήμα του έτους, τούτο θα καθιστούσε εντελώς αναποτελεσματικούς, ή και ανύπαρκτους, τους ελέγχους που απαιτούνται βάσει του άρθρου 71, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014.

192    Δεύτερον, από την αιτιολογική σκέψη 70 του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014 προκύπτει ότι είναι σημαντικό να διενεργούνται επιτόπιοι έλεγχοι σχετικά με την πολλαπλή συμμόρφωση πριν από την παραλαβή του συνόλου των αιτήσεων. Συναφώς, η συγκεκριμένη αιτιολογική σκέψη, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014, δεν υπογραμμίζει τον εξαιρετικό χαρακτήρα των επιτόπιων ελέγχων σχετικά με την πολλαπλή συμμόρφωση πριν από την παραλαβή του συνόλου των αιτήσεων, αλλά την αναγκαιότητα και τη σημασία των ελέγχων στο πλαίσιο του συστήματος ελέγχου της πολλαπλής συμμόρφωσης μέσω μερικής επιλογής του δείγματος ελέγχου.

193    Τρίτον, ως προς το επιχείρημα το οποίο αντλεί η Ελληνική Δημοκρατία από την απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Château du Grand Bois (C‑59/17, EU:C:2018:641, σκέψεις 24 και 31), και σύμφωνα με το οποίο γεωργός ο οποίος δεν έχει αιτηθεί να λάβει ενίσχυση ουδόλως υποχρεούται να υποστεί επιτόπιο έλεγχο, αρκεί η διαπίστωση ότι η εν λόγω νομολογία αφορά νομοθετικές διατάξεις διαφορετικές από εκείνες που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 192 ανωτέρω. Επιπλέον, η νομολογία αυτή δεν αφορούσε το ζήτημα εάν γεωργός ο οποίος δεν έχει αιτηθεί να λάβει ενίσχυση υποχρεούτο να υποστεί επιτόπιο έλεγχο, αλλά το ζήτημα εάν επιτρεπόταν σε υπαλλήλους που διενεργούν επιτόπιο έλεγχο να εισέλθουν σε γεωργική εκμετάλλευση χωρίς τη συναίνεση του φορέα της εκμεταλλεύσεως.

194    Ενόψει των ανωτέρω, η επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με τις διαπιστώσεις που περιέχονται στο σημείο 13.1.1.10 της συνοπτικής έκθεσης πρέπει να απορριφθεί.

8.      Επί του επιχειρήματος με το οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως

195    Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με το ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής οι οποίες αναφέρονται στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως δεν αιτιολογούνται επαρκώς, πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθεί ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως αποτελεί ουσιώδη τύπο ο οποίος πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα του βασίμου της αιτιολογίας, το οποίο αφορά την ουσιαστική νομιμότητα της επίδικης πράξεως. Κατά πάγια νομολογία, η απαιτούμενη από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της σχετικής πράξεως και να εκθέτει με σαφήνεια και χωρίς αμφισημία τη συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εξέδωσε την πράξη, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους ελήφθη το μέτρο, στο δε αρμόδιο δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του [βλ. απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, C‑159/01, EU:C:2004:246, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· απόφαση της 12ης Μαΐου 2016, Ιταλία κατά Επιτροπής, T‑384/14, EU:T:2016:298, σκέψη 43 (μη δημοσιευθείσα)].

196    Οι αποφάσεις της Επιτροπής σε υποθέσεις εκκαθαρίσεως των λογαριασμών των Tαμείων εκδίδονται βάσει συνοπτικής εκθέσεως και κατόπιν επικοινωνίας μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους [αποφάσεις της 14ης Μαρτίου 2002, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, C‑132/99, EU:C:2002:168, σκέψη 39, και της 12ης Μαΐου 2016, Ιταλία κατά Επιτροπής, T‑384/14, EU:T:2016:298, σκέψη 44 (μη δημοσιευθείσα)]. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αιτιολογία αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει τα Tαμεία με ένα μέρος των δηλωθεισών δαπανών πρέπει να θεωρείται επαρκής εφόσον το κράτος-αποδέκτης συνεργάστηκε στενά στη διαδικασία κατάρτισης της αποφάσεως αυτής και γνώριζε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει τα Tαμεία με το επίδικο ποσό [αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 2002, Ισπανία κατά Επιτροπής, C‑130/99, EU:C:2002:192, σκέψη 126, και της 12ης Μαΐου 2016, Ιταλία κατά Επιτροπής, T‑384/14, EU:T:2016:298, σκέψη 44 (μη δημοσιευθείσα)].

197    Στην υπό κρίση υπόθεση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι οι ελληνικές αρχές συνεργάστηκαν στενά στη διαδικασία επεξεργασίας της προσβαλλόμενης εκτελεστικής απόφασης καθ’ όλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας και ότι η συλλογιστική την οποία εξέθεσε η Επιτροπή στη συνοπτική έκθεση καθώς και στην αλληλογραφία της με τις ελληνικές αρχές πριν από την έκδοση της συνοπτικής έκθεσης παρέσχε τη δυνατότητα στη μεν Ελληνική Δημοκρατία να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους ελήφθη το μέτρο, στο δε Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του, όπως αποδεικνύεται από την εξέταση των προηγούμενων σκελών του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως.

198    Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το υπό κρίση επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας και, κατά συνέπεια, να απορριφθεί στο σύνολό του ο τρίτος λόγος ακυρώσεως ως αβάσιμος.

Γ.      Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλονται παραβίαση των αρχών της καλόπιστης συνεργασίας, της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καθώς και πρόδηλη πλάνη περί τα πράγματα και έλλειψη αιτιολογίας

199    Ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως διαρθρώνεται σε δύο σκέλη.

1.      Επί του πρώτου σκέλους, με το οποίο προβάλλεται παραβίαση των αρχών της καλόπιστης συνεργασίας, της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

α)      Επιχειρήματα των διαδίκων

200    Όσον αφορά τα συμπεράσματα που περιέχονται στη συνοπτική έκθεση σχετικά με τον βασικό έλεγχο «Υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις διαπιστώσεις των ελέγχων», για τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει, πρώτον, ότι η Επιτροπή παραβίασε τις αρχές της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής, της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθόσον επέβαλε διορθώσεις για ελλείψεις στις εκθέσεις ελέγχου, παρόλο που τα υποδείγματα των εν λόγω εκθέσεων ελέγχων καταρτίσθηκαν κατόπιν συστάσεων εκ μέρους της Επιτροπής. Συναφώς, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι ελληνικές αρχές χρησιμοποιούν επικαιροποιημένα υποδείγματα εκθέσεων, σε συνέχεια των οδηγιών του ελέγχου της του 2014, που έπεται της οριστικοποίησης του σχεδίου δράσης του 2012 το οποίο είχε εκπονηθεί μετά από συμφωνία με τις ελληνικές αρχές και το οποίο περιελάμβανε την εκπόνηση βελτιωμένων υποδειγμάτων εκθέσεων ελέγχου. Στο πλαίσιο αυτό, προσάπτει ειδικότερα στην Επιτροπή το γεγονός ότι στο σημείο 13.1.1.12 της συνοπτικής έκθεσης διατείνεται, κατά πλήρως αντιφατικό τρόπο, ότι οι εκθέσεις των κτηνιατρικών υπηρεσιών δεν ήταν συμμορφούμενες, διότι δεν περιελάμβαναν όλα τα μέρη που απαιτούνται από τον εκτελεστικό κανονισμό 809/2014. Προσθέτει ότι η Επιτροπή δεν δύναται να επικαλείται γενικές ρήτρες αποποίησης κάθε ευθύνης της για το περιεχόμενο των μέτρων που, κατόπιν σύστασής της και σε συμφωνία με αυτήν, λαμβάνουν τα κράτη μέλη. Τέλος, η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι το ίδιο ζήτημα εγείρουν και οι διαπιστώσεις της Επιτροπής στα σημεία 13.1.1.8. και 13.1.1.9. της συνοπτικής έκθεσης.

201    Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η διαπίστωση που περιέχεται στο σημείο 13.1.1.12 της συνοπτικής έκθεσης ερείδεται όχι επί των υποδειγμάτων των εκθέσεων ελέγχου των κτηνιατρικών υπηρεσιών, αλλά επί ελλείψεων που εντόπισε η ίδια η Επιτροπή σε συγκεκριμένους φακέλους. Υπογραμμίζει επίσης ότι οι διαπιστώσεις που περιέχονται στα σημεία 13.1.1.11 και 13.1.1.13 της συνοπτικής έκθεσης θεμελιώνονται στον τρόπο με τον οποίο συμπληρώθηκαν τα συγκεκριμένα υποδείγματα εκθέσεων ελέγχου και αφορούν προδήλως την ποιότητα του επιτόπιου ελέγχου. Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι οι διαπιστώσεις αυτές δεν εμπίπτουν στον βασικό έλεγχο «Υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις διαπιστώσεις των ελέγχων». Κατά την άποψή της, οι διαπιστώσεις αυτές δεν αφορούν την ύπαρξη των εκθέσεων και τη συμπλήρωσή τους, αλλά εισάγουν αιτιάσεις ως προς τον τρόπο συμπλήρωσής τους. Προσθέτει ότι οι συνιστώσες του εν λόγω βασικού ελέγχου είναι συγκεκριμένες και δεν άπτονται της ποιότητας των ελέγχων, αλλά της πληρότητας των υποδειγμάτων των εκθέσεων. Επομένως, η έλλειψη στον τελευταίο αυτό βασικό έλεγχο είναι αβάσιμη.

202    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

β)      Σχετικά στοιχεία της συνοπτικής έκθεσης

203    Τα σχετικά στοιχεία των σημείων 13.1.1.11 έως 13.1.1.13 της συνοπτικής έκθεσης συνοψίσθηκαν στις σκέψεις 32 και 47 έως 49 ανωτέρω.

γ)      Εφαρμοστέα ρύθμιση και σχετική νομολογία

204    Όσον αφορά τα σημεία 13.1.1.11 έως 13.1.1.13 της συνοπτικής έκθεσης, κρίσιμο είναι το άρθρο 72, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014 (βλ. σκέψη 35 ανωτέρω).

205    Όσον αφορά την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών, το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ ορίζει τα εξής:

«Σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η Ένωση και τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τα εκ των Συνθηκών καθήκοντα βάσει αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο ικανό να διασφαλίσει την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες ή προκύπτουν από πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Τα κράτη μέλη διευκολύνουν την Ένωση στην εκπλήρωση της αποστολής της και απέχουν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου ικανού να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των στόχων της Ένωσης.»

206    Οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης πρέπει να γίνονται σεβαστές από τα όργανα της Ένωσης, αλλά και από τα κράτη μέλη κατά την άσκηση των εξουσιών που τους παρέχουν οι ενωσιακές οδηγίες (πρβλ. αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2004, Gemeente Leusden και Holin Groep, C‑487/01 και C‑7/02, EU:C:2004:263, σκέψη 57· της 26ης Απριλίου 2005, «Goed Wonen», C‑376/02, EU:C:2005:251, σκέψη 32, και της 14ης Σεπτεμβρίου 2006, Elmeka, C‑181/04 έως C‑183/04, EU:C:2006:563, σκέψη 31).

207    Περαιτέρω, η γενική αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία συνιστά θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης, απαιτεί, μεταξύ άλλων, να είναι σαφής και ακριβής η ρύθμιση, ώστε οι πολίτες να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να λαμβάνουν αναλόγως τα μέτρα τους (αποφάσεις της 16ης Μαρτίου 2006, Emsland-Stärke, C‑94/05, EU:C:2006:185, σκέψη 43· της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gowan Comércio Internacional e Serviços, C‑77/09, EU:C:2010:803, σκέψη 47, και της 9ης Μαρτίου 2017, Πολωνία κατά Επιτροπής, C‑105/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:191, σκέψη 54).

δ)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

208    Κατά πρώτον, διαπιστώνεται, κατ’ εφαρμογήν των αρχών και της νομολογίας που υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 20 και 205 έως 207 ανωτέρω καθώς και της εφαρμοστέας ρυθμίσεως, ότι η παραδοχή των ελληνικών αρχών είναι εσφαλμένη. Το γεγονός και μόνον ότι οι ελληνικές αρχές χρησιμοποίησαν τα υποδείγματα εκθέσεων που καταρτίσθηκαν σε συνέχεια των συστάσεων της Επιτροπής δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή δεν έχει το δικαίωμα να ελέγχει το περιεχόμενό τους στην πράξη και την τήρηση του άρθρου 72 του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014. Ένας τέτοιος έλεγχος δεν μπορεί, επομένως, να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή, διαπιστώνοντας τις ελλείψεις για τον βασικό έλεγχο «Υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις διαπιστώσεις των ελέγχων», παραβίασε τις αρχές της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και της ιδίας, της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

209    Συναφώς, όσον αφορά ειδικά τις εκθέσεις των κτηνιατρικών υπηρεσιών, οι διαπιστώσεις οι οποίες περιέχονται στο σημείο 13.1.1.12 της συνοπτικής έκθεσης, και περί των οποίων είχε επίσης γίνει προκαταρκτικώς μνεία στο σημείο 1.2.1.2 της επιστολής διαπιστώσεων της 3ης Αυγούστου 2018, διαλαμβάνουν ότι οι εν λόγω εκθέσεις ελέγχου παρουσίαζαν ελλείψεις (βλ. σκέψη 48 ανωτέρω). Υπενθυμίζεται επίσης ότι, στα σημεία 13.1.1.11 και 13.1.1.13 της συνοπτικής έκθεσης (βλ. σκέψεις 47 και 49 ανωτέρω), η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εκθέσεις ελέγχου των αρμοδίων ελληνικών αρχών παρουσίαζαν ελλείψεις υπό την έννοια ότι δεν αντικατόπτριζαν το είδος και/ή την έκταση των ελέγχων που διενεργήθηκαν.

210    Πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει μεν ότι οι περιεχόμενες στα σημεία 13.1.1.8 και 13.1.1.9 της συνοπτικής έκθεσης διαπιστώσεις, οι οποίες δεν αφορούν τον βασικό έλεγχο «Υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις διαπιστώσεις των ελέγχων», εγείρουν το ίδιο ζήτημα, πλην όμως ουδόλως αναπτύσσει το εν λόγω επιχείρημα, το οποίο πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί.

211    Κατά δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με το ότι οι διαπιστώσεις οι οποίες περιέχονται στα σημεία 13.1.1.11 έως 13.1.1.13 της συνοπτικής έκθεσης δεν εμπίπτουν στον βασικό έλεγχο «Υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις διαπιστώσεις των ελέγχων», καθόσον αφορούν τον τρόπο συμπλήρωσης των εκθέσεων ελέγχου και όχι την ύπαρξη των εκθέσεων και τη συμπλήρωσή τους.

212    Επ’ αυτού, υπενθυμίζεται ότι στις σκέψεις 44 έως 50 ανωτέρω κρίθηκε ότι τα συμπεράσματα της Επιτροπής τα οποία περιέχονται στα σημεία 13.1.1.11 έως 13.1.1.13 της συνοπτικής έκθεσης αφορούσαν πράγματι τη δομή και το περιεχόμενο των εκθέσεων ελέγχου και, ως εκ τούτου, ανταποκρίνονταν στον σκοπό του άρθρου 72, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014 και ότι, συνεπώς, ορθώς η Επιτροπή διέλαβε τη διάταξη αυτή ως νομική βάση στη συνοπτική έκθεση και στην προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση. Συνακόλουθα, τα εν λόγω συμπεράσματα εμπίπτουν όντως στον βασικό έλεγχο «Υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις διαπιστώσεις των ελέγχων».

213    Κατά συνέπεια, το υπό κρίση σκέλος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

2.      Επί του δευτέρου σκέλους, με το οποίο προβάλλονται πρόδηλη πλάνη περί τα πράγματα και έλλειψη αιτιολογίας

214    Η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής οι οποίες περιέχονται στα σημεία 13.1.1.11 έως 13.1.1.13 της συνοπτικής έκθεσης εκφέρονται κατά προφανή πλάνη περί τα πράγματα και ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τις σχετικές παρατηρήσεις και διευκρινίσεις των ελληνικών αρχών. Εκτιμά, επομένως, ότι η κρίση της Επιτροπής εκφέρεται κατά πλάνη περί τα πράγματα και είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη. Δεδομένου ότι οι διαπιστώσεις και τα επιχειρήματα διαφέρουν ουσιωδώς ανάλογα με τα σημεία της συνοπτικής έκθεσης, πρέπει να εξεταστούν διαδοχικώς.

α)      Όσον αφορά το σημείο 13.1.1.11 της συνοπτικής έκθεσης

1)      Επιχειρήματα των διαδίκων

215    Πρώτον, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει ότι η έκθεση ελέγχου συμπληρώθηκε ορθώς, αντίθετα προς ό,τι προκύπτει από τη διαπίστωση που περιέχεται στο σημείο 13.1.1.11 της συνοπτικής έκθεσης. Κατ’ αυτήν, στο σημείο 1.2.1.4 των προκαταρκτικών συμπερασμάτων της 21ης Οκτωβρίου 2020, η Επιτροπή αποδέχθηκε ότι τόσο στην εκμετάλλευση 2017-26 όσο και στην εκμετάλλευση 2017-7 υπήρχαν αγροτεμάχια ευρισκόμενα σε περιοχή Natura 2000, τα οποία ελέγχθηκαν.

216    Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, όσον αφορά τα «υπολογιστικά φύλλα» για την τήρηση του ορίου προσθήκης αζώτου από κοπριά στην εκμετάλλευση 2017-26, αυτά ουδέποτε ζητήθηκαν.

217    Τρίτον, η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται, όσον αφορά τη διαπίστωση που αφορά τον έλεγχο των μέτρων προστασίας των πτηνών, τόσο εντός όσο και εκτός των Ζωνών Ειδικής Προστασίας, ότι οι ελληνικές αρχές ξεκαθάρισαν ότι τόσο η περιγραφή της ελεγχόμενης απαίτησης στο σημείο A.I.18 (σελίδα 6) της εγκυκλίου-εγχειριδίου διαδικασιών ελέγχου όσο και το αντίστοιχο πεδίο του εντύπου ελέγχου δεν έκαναν διάκριση μεταξύ των μέτρων προστασίας εντός και εκτός των εν λόγω ζωνών. Επομένως, όσον αφορά τη διαπίστωση στην οποία προέβη η Επιτροπή στο σημείο 13.1.1.11 της συνοπτικής έκθεσης δεν στοιχειοθετείται εύρημα και η κρίση της Επιτροπής εκφέρεται κατά πλάνη περί τα πράγματα.

218    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

2)      Σχετικά στοιχεία της συνοπτικής έκθεσης

219    Όσον αφορά τις απαιτήσεις που εφαρμόζονται στις περιοχές Natura 2000, από το σημείο 13.1.1.11 της συνοπτικής έκθεσης προκύπτει ότι η ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής διατεινόταν αρχικώς, μεταξύ άλλων, ότι σύμφωνα με την έκθεση ελέγχου στους φακέλους 2017-26 και 2017-7, είχαν ελεγχθεί οι συγκεκριμένες απαιτήσεις, μολονότι οι δικαιούχοι δεν είχαν αγροτεμάχια σε περιοχές Natura 2000. Εν συνεχεία, οι ελληνικές αρχές παρείχαν τις ακόλουθες διευκρινίσεις: «φάκελος 2017-26/Α: [... μ]εταξύ των αγροτεμαχίων της εκμετάλλευσης, μόνο ένα βρισκόταν εντός περιοχής Natura 2000, [...] το οποίο [είχε υποβληθεί] σε επιτόπιο έλεγχο» και «φάκελος 2017-7/Β: μόνο ένα αγροτεμάχιο βρισκόταν σε περιοχή Natura 2000, [...] το οποίο [είχε υποβληθεί] σε επιτόπιο έλεγχο». Κατόπιν των ανωτέρω διευκρινίσεων, η Επιτροπή δεν αναφέρει πλέον στη συνοπτική έκθεση τον φάκελο 2017-7/Β, διαπιστώνει δε, για τον φάκελο 2017-26/Α, τα ακόλουθα:

«σε αντίθεση με τον ισχυρισμό των ελληνικών αρχών, οι εκθέσεις ελέγχου δεν περιγράφουν το είδος ή την έκταση των ελέγχων που διενεργήθηκαν. Οι εξηγήσεις που παρασχέθηκαν από τις [εν λόγω] αρχές όσον αφορά τον φάκελο 2017-26/Α δεν μπορούν να αξιολογηθούν από τη [ΓΔ], καθώς η έκθεση δεν διευκρίνιζε ποια αγροτεμάχια βρίσκονταν σε περιοχή Natura 2000 ούτε ποιες συγκεκριμένες απαιτήσεις ελέγχθηκαν».

220    Όσον αφορά τις απαιτήσεις που εφαρμόζονται στις ΕΝΖ, από το σημείο 13.1.1.11 της συνοπτικής έκθεσης προκύπτει ότι, αρχικώς, η ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής είχε αναφέρει ότι, «σύμφωνα με την έκθεση ελέγχου στον φάκελο 2017-26/Α, 32 από τα 49 αγροτεμάχια [είχαν υποβληθεί] σε επιτόπιο έλεγχο», αλλά ότι «δεν [είχε πραγματοποιηθεί] επιτόπιος έλεγχος σε κανένα από τα αγροτεμάχια που βρίσκονται σε ΕΝΖ» και ότι «η έκθεση ελέγχου αν[έφερε] ότι [είχαν ελεγχθεί] οι απαιτήσεις που αφορούν τις ΕΝΖ και ότι δεν [είχαν διαπιστωθεί] περιπτώσεις μη συμμόρφωσης». Οι ελληνικές αρχές διευκρίνισαν, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, ότι τα αγροτεμάχια σε ΕΝΖ δεν υποβλήθηκαν σε επιτόπιο έλεγχο, καθώς επρόκειτο για θερινούς βοσκοτόπους, για τους οποίους το πρόγραμμα δράσης για την αντίστοιχη ΕΝΖ δεν επιβάλλει συγκεκριμένη απαίτηση, με εξαίρεση το μέγιστο φορτίο αζώτου της κόπρου, το οποίο ελέγχεται βάσει λογιστικού φύλλου. Αναφερόμενη στις εξηγήσεις αυτές, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, όσον αφορά τον συγκεκριμένο φάκελο, οι ελληνικές αρχές δεν προσκόμισαν τους υπολογισμούς (λογιστικά φύλλα) στους οποίους αναφέρονταν, ενώ η έκθεση δεν ανέφερε ούτε την απόκλιση από τη διαδικασία ελέγχου, δηλαδή τη μη διεξαγωγή επιτόπιου ελέγχου στα αγροτεμάχια που βρίσκονται σε ΕΝΖ. Συνεπώς, οι εξηγήσεις που παρασχέθηκαν από τις ελληνικές αρχές απλώς επιβεβαίωσαν τις ελλείψεις που εντοπίστηκαν από τη ΓΔ καθώς δεν έγινε ούτε υπολογισμός της ποσότητας του αζώτου ούτε επιτόπιος έλεγχος στα αγροτεμάχια.

221    Όσον αφορά τον έλεγχο των μέτρων προστασίας των πτηνών, σύμφωνα με το σημείο 13.1.1.11 της συνοπτικής έκθεσης, η ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής προέβαλλε αρχικώς ότι όλες οι εκθέσεις ελέγχου των επιτόπιων ελέγχων που διενεργήθηκαν από τον ΟΠΕΚΕΠΕ το 2017 στις τέσσερις εκμεταλλεύσεις που υποβλήθηκαν σε επιτόπιο έλεγχο από τη ΓΔ ανέφεραν ότι είχε ελεγχθεί το σημείο 8, παράγραφος 3, της έκθεσης ελέγχου «Υπόδειγμα 1» [Μη τήρηση μέτρων προστασίας σε Ζώνες Ειδικής Προστασίας άγριων πτηνών (ΚΑΔ 2)]. Ωστόσο, καμία από τις εκμεταλλεύσεις αυτές δεν βρισκόταν σε ζώνη ειδικής προστασίας. Επίσης, αυτό το συγκεκριμένο σημείο επισημαίνεται ως «ελεγμένο» σε όλες τις εκθέσεις ελέγχου που εξέτασε η ΓΔ.

222    Συναφώς, οι ελληνικές αρχές εξήγησαν, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, ότι, λόγω του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2009/147, οι επιθεωρητές καλούνταν να βεβαιώσουν αν τηρούνταν οι διάφοροι τοπικοί κανόνες για την προστασία των άγριων πτηνών εντός και εκτός των ζωνών προστασίας. Η Επιτροπή συμπέρανε, όσον αφορά το σημείο ελέγχου 8, παράγραφος 3, σχετικά με την ΚΑΔ 2, ότι οι ελληνικές αρχές αναφέρονταν σε μια νομική απαίτηση της οδηγίας η οποία δεν περιλαμβανόταν ούτε στις εφαρμοστέες οδηγίες ελέγχου ούτε στον κατάλογο ελέγχου. Καίτοι δεν περιλαμβανόταν στις οδηγίες και στον κατάλογο, η εν λόγω απαίτηση είχε επισημανθεί ως «ελεγμένη» σε όλους τους εξετασθέντες φακέλους, ακόμη δε και για τους δικαιούχους οι οποίοι δεν διέθεταν αγροτεμάχια στις συγκεκριμένες περιοχές τις οποίες αφορούν οι οδηγίες ελέγχου και ο κατάλογος ελέγχου. Η Επιτροπή υπενθύμισε συναφώς ότι οι ελληνικές αρχές τροποποίησαν το 2019 τις οικείες οδηγίες ελέγχου αναφορικά με την ΚΑΔ 2, ότι οι προηγούμενες οδηγίες ελέγχου ανέφεραν ότι οι απαιτήσεις της ΚΑΔ 2 θα πρέπει να ελέγχονται σε περιοχές Natura 2000 και ότι η απαίτηση να ελέγχεται το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2009/147 στο εσωτερικό και στο εξωτερικό των ζωνών προστασίας εισήχθη στις οδηγίες ελέγχου μόλις το 2019.

223    Κατά την Επιτροπή, τα εν λόγω παραδείγματα ανωμαλιών όσον αφορά τις εκθέσεις ελέγχου καταδεικνύουν ότι το είδος και η έκταση των ελέγχων που διενεργήθηκαν δεν αποτυπώθηκαν σωστά στις εκθέσεις αυτές.

224    Τέλος, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, δεδομένου ότι οι εκθέσεις ελέγχου δεν ήταν συμμορφούμενες με τις διατάξεις του άρθρου 72, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014, οι εκθέσεις παρουσίαζαν ελλείψεις κατά τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017.

3)      Εφαρμοστέα ρύθμιση

225    Εφαρμοστέα ρύθμιση συνιστά το άρθρο 72, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014 (βλ. σημείο 35 ανωτέρω). Επιπλέον, το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2009/147 ορίζει τα ακόλουθα:

«Η διαφύλαξη, η συντήρηση και η αποκατάσταση των βιοτόπων και των οικοτόπων περιλαμβάνουν προπάντων τα ακόλουθα μέτρα: [...] συντήρηση και διευθέτηση σύμφωνα με τις οικολογικές απαιτήσεις των οικοτόπων που βρίσκονται στο εσωτερικό και στο εξωτερικό των ζωνών προστασίας.»

4)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

226    Πρώτον, επισημαίνεται ότι το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή είχε αποδεχθεί, στα προκαταρκτικά συμπεράσματα της 21ης Οκτωβρίου 2020, ότι τόσο στην εκμετάλλευση 2017-26/Α όσο και στην εκμετάλλευση 2017-7/Β υπήρχαν αγροτεμάχια ευρισκόμενα σε περιοχή Natura 2000, τα οποία ελέγχθηκαν, ουδόλως είναι ικανό να κλονίσει το συμπέρασμα της Επιτροπής περί του ότι οι εκθέσεις ελέγχου που συντάχθηκαν από τον ΟΠΕΚΕΠΕ παρουσίαζαν ελλείψεις κατά τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017. Συγκεκριμένα, από τη σκέψη 219 ανωτέρω προκύπτει ότι, κατόπιν των διευκρινίσεων των ελληνικών αρχών, η Επιτροπή δεν αναφέρει πλέον στη συνοπτική έκθεση τον φάκελο 2017-7/Β, διαπιστώνει δε, για τον φάκελο 2017-26/Α, ότι οι εξηγήσεις που παρασχέθηκαν από τις ελληνικές αρχές δεν μπορούν να αξιολογηθούν, καθώς στην οικεία έκθεση ελέγχου δεν διευκρινίσθηκε ποια αγροτεμάχια βρίσκονταν σε περιοχή Natura 2000 ούτε ποιες συγκεκριμένες απαιτήσεις ελέγχθηκαν.

227    Δεύτερον, το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι ουδέποτε ζητήθηκαν τα «υπολογιστικά φύλλα» για την τήρηση του ορίου προσθήκης αζώτου από κοπριά στην εκμετάλλευση 2017-26/Α πρέπει να απορριφθεί, καθόσον τα εν λόγω «υπολογιστικά φύλλα», επί των οποίων ερείδεται το επιχείρημα, δεν προσκομίστηκαν. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι τα εν λόγω «υπολογιστικά φύλλα» είναι δυνατόν να μην έχουν έντυπη μορφή.

228    Τρίτον, το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με τον έλεγχο των μέτρων προστασίας των πτηνών δεν είναι πειστικό και δεν μπορεί να κλονίσει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής οι οποίες μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 221 έως 223 ανωτέρω ούτε το συμπέρασμά της σύμφωνα με το οποίο οι εκθέσεις ελέγχου που συντάχθηκαν από τον ΟΠΕΚΕΠΕ παρουσίαζαν ελλείψεις κατά τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017. Πράγματι, από τη σκέψη 222 ανωτέρω προκύπτει ότι είναι μάλλον απίθανο να διενήργησαν οι ελληνικές αρχές ελέγχους σε αγροτεμάχια που δεν βρίσκονταν σε ζώνες προστασίας ενώ, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, οι σχετικές οδηγίες τους ουδέν μέτρο ελέγχου εκτός των ζωνών αυτών προέβλεπαν. Η Επιτροπή δικαιολογημένα διατηρούσε, επομένως, σοβαρές και εύλογες αμφιβολίες όσον αφορά τις εν λόγω εκθέσεις ελέγχου, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 21 ανωτέρω.

229    Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας που αφορούν το σημείο 13.1.1.11 της συνοπτικής έκθεσης.

β)      Όσον αφορά το σημείο 13.1.1.12 της συνοπτικής έκθεσης

1)      Επιχειρήματα των διαδίκων

230    Όσον αφορά τη διαπίστωση που περιέχεται στο σημείο 13.1.1.12 της συνοπτικής έκθεσης σχετικά με το ότι οι εκθέσεις ελέγχου που συντάχθηκαν από τις κτηνιατρικές υπηρεσίες δεν περιλαμβάνουν «ένα μέρος στο οποίο αναφέρονται χωριστά οι έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν για κάθε πράξη και πρότυπο», η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι υπάρχουν δύο τύποι τέτοιων εκθέσεων, μία για την ΚΑΔ 7 και μία για την ΚΑΔ 8, που συνάδουν προς το άρθρο 72 του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014. Κατ’ αυτήν, όσον αφορά το μέρος της αξιολόγησης, οι ελληνικές αρχές απέδειξαν ότι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στις εν λόγω εκθέσεις επαρκούν ώστε η αξιολόγηση των παραβάσεων που διαπιστώνονται να υλοποιηθεί με τα ίδια κριτήρια που ισχύουν για τους ελέγχους που διενεργεί ο ΟΠΕΚΕΠΕ για τις εν λόγω ΚΑΔ.

231    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

2)      Σχετικά στοιχεία της συνοπτικής έκθεσης

232    Από το σημείο 13.1.1.12 της συνοπτικής έκθεσης προκύπτει ότι οι ελληνικές αρχές δεν προσκόμισαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι εκθέσεις για τους ελέγχους συντάχθηκαν σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις, δηλαδή δεν απέδειξαν ότι οι εκθέσεις ελέγχου περιελάμβαναν πράγματι ένα μέρος στο οποίο αναφέρονταν χωριστά οι έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν για κάθε πράξη και πρότυπο, καθώς και ένα μέρος «Αξιολόγηση», στο οποίο εκτιμάτο η σημασία της μη συμμόρφωσης. Επιπλέον, η ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής υπογραμμίζει ότι ο ισχυρισμός των ελληνικών αρχών ότι εφαρμόστηκαν κυρώσεις υποδηλώνει ότι σε ορισμένους ελέγχους είχαν εντοπιστεί περιπτώσεις μη συμμόρφωσης. Πάντως, λαμβανομένου υπόψη ότι οι εκθέσεις αυτές ήταν ελλιπείς, η ΓΔ εκτιμά ότι δεν είναι σε θέση να αξιολογήσει αν οι εν λόγω περιπτώσεις μη συμμόρφωσης αξιολογήθηκαν ορθά και, κατ’ επέκταση, αν οι επακόλουθες κυρώσεις ήταν ορθές. Η Επιτροπή συμπέρανε, επομένως, ότι, δεδομένου ότι οι επίμαχες εκθέσεις, που συνέταξαν οι κτηνιατρικές υπηρεσίες, δεν ήταν συμμορφούμενες με τις διατάξεις του άρθρου 72, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014, παρουσίαζαν ελλείψεις κατά τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017.

3)      Εφαρμοστέα ρύθμιση

233    Εφαρμοστέα ρύθμιση συνιστά το άρθρο 72, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014 (βλ. σκέψη 35 ανωτέρω).

4)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

234    Επισημαίνεται ότι τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν αναιρούν τις ελλείψεις τις οποίες επισήμανε η Επιτροπή στο σημείο 13.1.1.12 της συνοπτικής έκθεσης και οι οποίες εκτέθηκαν στη σκέψη 232 ανωτέρω, ειδικώς δε το γεγονός ότι οι εκθέσεις ελέγχου που συνέταξαν οι κτηνιατρικές υπηρεσίες δεν περιλαμβάνουν ορισμένα μέρη που απαιτούνται από το άρθρο 72, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014.

235    Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας που αφορούν το σημείο 13.1.1.12 της συνοπτικής έκθεσης.

γ)      Όσον αφορά το σημείο 13.1.1.13 της συνοπτικής έκθεσης

1)      Επιχειρήματα των διαδίκων

236    Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι οι στάβλοι των γεωργών που ελέγχθηκαν την ίδια ημέρα από τους ίδιους ελεγκτές ήταν σε κοντινή απόσταση, ενώ τα αγροτεμάχια βρίσκονταν πέριξ αυτών και ήταν κατά κύριο λόγο συνεχόμενα τεμάχια. Επιπλέον, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η ταχύτητα ελέγχου των προβάτων εξαρτάται από το είδος των εγκαταστάσεων, την ύπαρξη αρκετού προσωπικού και την περίοδο του χρόνου, δεδομένου ότι τον χειμώνα, εποχή κατά την οποία διεξήχθησαν οι συγκεκριμένοι έλεγχοι, τα ζώα είναι συνηθισμένα να παραμένουν εντός του στάβλου.

237    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

2)      Σχετικά στοιχεία της συνοπτικής έκθεσης

238    Από το σημείο 13.1.1.13 της συνοπτικής έκθεσης προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή είχε αρχικώς σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με την έκταση των ελέγχων που περιγράφονταν στις εκθέσεις, καθώς θεωρούσε φύσει αδύνατο να έχουν διενεργηθεί οι έλεγχοι αυτοί σε μία ημέρα. Εν είδει παραδείγματος, στη συνοπτική έκθεση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, οι φάκελοι Γ και Δ σύμφωνα με τους οποίους, σε μία μόνον ημέρα, ήτοι στις 5 Δεκεμβρίου 2017, δύο επιθεωρητές είχαν διενεργήσει πλήρη έλεγχο αναγνώρισης 749 αιγοπροβάτων σε δύο διαφορετικές τοποθεσίες καθώς και επιτόπιο έλεγχο 14 αγροτεμαχίων.

239    Κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, οι ελληνικές αρχές εξήγησαν, όσον αφορά τον φάκελο Γ, ότι τα αιγοπρόβατα αρμέγονταν δύο φορές την ημέρα και, συνεπώς, ήταν συνηθισμένα να συγκεντρώνονται, με αποτέλεσμα να καθίσταται εύκολη η καταμέτρηση, οι δε επιθεωρητές έλαβαν βοήθεια για τον έλεγχο της αναγνώρισης και της καταγραφής που διενήργησαν. Παρόμοια εξήγηση παρασχέθηκε για τον φάκελο Δ. Όσον αφορά τους επιτόπιους ελέγχους στα 14 αγροτεμάχια των φακέλων Γ και Δ, οι ελληνικές αρχές επικαλέστηκαν τη γεωγραφική εγγύτητα των αγροτεμαχίων, το γεγονός ότι εννέα από αυτά δεν είχαν υποβληθεί σε άρδευση, λίπανση και φυτοπροστασία, ενώ τα πέντε αγροτεμάχια με βοσκοτόπους δεν είχαν οργωθεί. Τα στοιχεία αυτά μείωσαν σημαντικά, κατά τις ελληνικές αρχές, την έκταση των επιτόπιων ελέγχων.

240    Παρά τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι ελληνικές αρχές δεν τεκμηρίωσαν την έκταση των αμφισβητούμενων ελέγχων και, κατ’ επέκταση, τις καταχωρίσεις στις εκθέσεις ελέγχου με επαληθεύσιμα στοιχεία. Συγκριτικά, κατά τη διάρκεια επιτόπιου ελέγχου που διενεργήθηκε παρουσία της ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής όσον αφορά έτερη εκμετάλλευση, την εκμετάλλευση του δικαιούχου Β, χρειάστηκε 1 ώρα και 40 λεπτά για να ελεγχθούν τα ενώτια 75 προβατοειδών, ενώ πέντε άτομα προσπαθούσαν –χωρίς επιτυχία– να συγκεντρώσουν τα ζώα. Επιπλέον, όσον αφορά τον φάκελο Γ, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι υπήρξαν γεννήσεις ούτε ότι τα θηλυκά πρόβατα και αιγοειδή πράγματι αρμέχθηκαν στις 5 Δεκεμβρίου 2017. Όσον αφορά τους επιτόπιους ελέγχους στα 14 αγροτεμάχια των φακέλων Γ και Δ, η Επιτροπή απάντησε στα επιχειρήματα των ελληνικών αρχών σχετικά με την απόσταση «σε ευθεία γραμμή» μεταξύ των δύο εκμεταλλεύσεων, καθώς και την ακτίνα γύρω από την εκμετάλλευση όπου βρίσκονταν τα αγροτεμάχια, υπογραμμίζοντας ότι τα εν λόγω μεγέθη δεν παρείχαν καμία ένδειξη όσον αφορά τον χρόνο που απαιτήθηκε για τον έλεγχο όλων των συνδεόμενων με την έκταση απαιτήσεων της πολλαπλής συμμόρφωσης σε κάθε επιμέρους αγροτεμάχιο. Τέλος, η έκθεση ελέγχου δεν περιέχει καμία ένδειξη που να συνηγορεί υπέρ των –μη επαληθεύσιμων– εξηγήσεων που παρασχέθηκαν εκ των υστέρων για το γεγονός ότι η έκταση του ελέγχου ήταν περιορισμένη. Συνεπώς, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, η ΓΔ δεν μπορούσε να αντλήσει ασφαλή συμπεράσματα από την έκθεση ελέγχου.

241    Στη συνοπτική έκθεση η Επιτροπή κατέληξε, συναφώς, στο συμπέρασμα ότι η διαπίστωσή της αφορούσε το αληθές των εκθέσεων ελέγχου που εξετάστηκαν, δηλαδή τις ελλείψεις όσον αφορά το αναφερόμενο είδος και έκταση των ελέγχων και τα αναφερόμενα αποτελέσματα των ελέγχων, και όχι το πεδίο εφαρμογής ή την ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων που διενεργήθηκαν. Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εκθέσεις ελέγχου ήταν ελλιπείς, καθώς δεν συμμορφώνονταν με τις διατάξεις του άρθρου 72, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, σημεία ii και iii, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014.

3)      Εφαρμοστέα ρύθμιση

242    Εφαρμοστέα ρύθμιση συνιστά το άρθρο 72, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, σημεία ii και iii, του εκτελεστικού κανονισμού 809/2014 (βλ. σκέψη 35 ανωτέρω).

4)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

243    Διαπιστώνεται ότι τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας όσον αφορά τη γεωγραφική εγγύτητα των στάβλων και των αγροτεμαχίων, το είδος των εγκαταστάσεων, τη διαθεσιμότητα επαρκούς προσωπικού και την εποχή του χρόνου δεν θίγουν τη διαπίστωση που περιέχεται στο σημείο 13.1.1.13 της συνοπτικής έκθεσης περί του ότι οι ελληνικές αρχές δεν τεκμηρίωσαν την έκταση των αμφισβητούμενων ελέγχων και, κατ’ επέκταση, τις καταχωρίσεις στις εκθέσεις ελέγχου με επαληθεύσιμα στοιχεία. Πράγματι, προβάλλοντας τα εν λόγω επιχειρήματα, η Ελληνική Δημοκρατία κατ’ ουσίαν απλώς επαναλαμβάνει με πιο συνοπτικό τρόπο τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι ελληνικές αρχές κατά τη διοικητική διαδικασία. Ακόμη και το επιχείρημα σχετικά με την εποχή του χρόνου, το οποίο δεν διαλαμβάνεται στη συνοπτική έκθεση, ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι η Επιτροπή δικαιολογημένα είχε σοβαρές και εύλογες αμφιβολίες ως προς τις εν λόγω εκθέσεις ελέγχου, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 21 ανωτέρω.

244    Επομένως, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας που αφορούν το σημείο 13.1.1.13 της συνοπτικής έκθεσης.

δ)      Επί της πλάνης περί τα πράγματα και της έλλειψης αιτιολογίας

245    Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται, τέλος, ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής που μνημονεύθηκαν στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως εκφέρονται κατά πλάνη περί τα πράγματα της Επιτροπής, η οποία δεν έλαβε υπόψη τις σχετικές παρατηρήσεις και διευκρινίσεις των ελληνικών αρχών, όπερ οδήγησε σε πλάνη περί τα πράγματα και έλλειψη αιτιολογίας. Όμως, από την εξέταση των επιχειρημάτων της Ελληνικής Δημοκρατίας στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή όντως έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις και διευκρινίσεις των ελληνικών αρχών κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας απορρίπτοντάς τες.

246    Επομένως, η επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας περί πλάνης περί τα πράγματα και έλλειψης αιτιολογίας δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.

247    Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το υπό κρίση σκέλος και, ως εκ τούτου, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

Δ.      Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλονται καθ’ ύλην αναρμοδιότητα της υπηρεσίας της Επιτροπής που επέβαλε τη δημοσιονομική διόρθωση, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και έλλειψη αιτιολογίας

248    Ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως διαρθρώνεται σε τρία σκέλη.

1.      Επί του πρώτου σκέλους, με το οποίο προβάλλεται καθ’ ύλην αναρμοδιότητα της υπηρεσίας της Επιτροπής που επέβαλε τη δημοσιονομική διόρθωση

α)      Επιχειρήματα των διαδίκων

249    Κατά πρώτον, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι ορισμένες από τις διαπιστωθείσες ελλείψεις στον βασικό έλεγχο «Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων» εκφέρονται επί ζητημάτων που εκφεύγουν της αρμοδιότητας της ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής. Προβάλλει ότι στον έλεγχο των απαιτήσεων πολλαπλής συμμόρφωσης, σύμφωνα με το άρθρο 93 του κανονισμού 1306/2013, περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, δεκατρείς ΚΑΔ και ότι η τήρηση των κανόνων της ενωσιακής νομοθεσίας που καθορίζουν το περιεχόμενο των ΚΑΔ συνιστά πρωτίστως έργο άλλων υπηρεσιών της Επιτροπής, ήτοι της ΓΔ Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων και της ΓΔ Περιβάλλοντος. Εξ αυτού συνάγει ότι, όσον αφορά τις ΚΑΔ, τόσο ο έλεγχος της τήρησης των κανόνων της πολλαπλής συμμόρφωσης όσο και οι εξ αυτού έννομες συνέπειες δεν δύνανται να υπερβαίνουν το προσήκον όριο αρμοδιότητας της ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής, σε περίπτωση, δε, διχογνωμίας επιβάλλεται να κατισχύουν, ως προς τους ελέγχους αυτούς, τα συμπεράσματα των καθ’ ύλην αρμοδίων υπηρεσιών της Επιτροπής.

250    Κατά δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία διευκρινίζει ότι, εν προκειμένω, οι περισσότερες διαπιστώσεις που έχουν συνεκτιμηθεί από την Επιτροπή, προκειμένου να επιβληθεί η διόρθωση, παραβαίνουν τους κανόνες αρμοδιότητας που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 249 ανωτέρω και ουδόλως έπρεπε να ληφθούν υπόψη για την πρόταση διόρθωσης. Κατά την άποψή της, η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης των λογαριασμών να ελέγχει και να επιβάλλει δημοσιονομικές διορθώσεις για υποτιθέμενες παραβάσεις της ενωσιακής νομοθεσίας που εκφεύγουν του περιεχομένου της πολλαπλής συμμόρφωσης, όπως καθορίζεται και περιορίζεται από τον ορισμό των ΚΑΔ και των ΚΓΠΚ. Τυχόν επέκταση του ελέγχου που διεξάγεται στο πλαίσιο της εκκαθάρισης λογαριασμών σε αντικείμενο που ελέγχεται κατά τη διαδικασία επί παραβάσει από τις αρμόδιες ΓΔ της Επιτροπής (ήτοι, τη ΓΔ Περιβάλλοντος και τη ΓΔ Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων) εκφεύγει του αντικειμένου της εκκαθάρισης λογαριασμών που πραγματοποιεί η ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής. Για τις περιπτώσεις αυτές δεν έχει αρμοδιότητα η Επιτροπή στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

251    Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της, η Ελληνική Δημοκρατία παραθέτει τρία παραδείγματα, εκ των οποίων τα δύο πρώτα αφορούν την τήρηση της ΚΑΔ 4 (σημεία 13.1.1.3 και 13.1.1.4 της συνοπτικής έκθεσης), το δε τρίτο την ΚΑΔ 9 (σημείο 13.1.1.7 της συνοπτικής έκθεσης).

252    Πρώτον, όσον αφορά τη διαπίστωση της Επιτροπής αναφορικά με το «Πεδίο εφαρμογής των επιτόπιων ελέγχων των απαιτήσεων που αφορούν την ασφάλεια των τροφίμων – Βρουκέλλωση – ΚΑΔ 4» (σημείο 13.1.1.3 της συνοπτικής έκθεσης), η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η διαπίστωση αυτή εκφέρεται καθ’ υπέρβαση της αρμοδιότητας της Επιτροπής και, για τον λόγο αυτό, δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη για την πρόταση διόρθωσης δεδομένου ότι ερείδεται επί του παραρτήματος Ι, μέρος Α, σημείο ΙΙΙ.8, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 852/2004, άλλως επί του παραρτήματος ΙΙΙ, τμήμα ΙΧ, κεφάλαιο Ι, σημείο Ι.2, στοιχείο αʹ, σημείο ii, του κανονισμού 853/2004, και όχι επί των διατάξεων του κανονισμού 178/2002.

253    Δεύτερον, όσον αφορά τη διαπίστωση της Επιτροπής αναφορικά με το «Πεδίο εφαρμογής των επιτόπιων ελέγχων των απαιτήσεων που αφορούν την ασφάλεια των τροφίμων – Εγκαταστάσεις παραγωγής γάλακτος – ΚΑΔ 4» (σημείο 13.1.1.4 της συνοπτικής έκθεσης), η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι και η διαπίστωση αυτή επίσης εκφέρεται καθ’ υπέρβαση της αρμοδιότητας της Επιτροπής, καθόσον η Επιτροπή δεν υποστηρίζει ότι το παράρτημα III, τμήμα IX, κεφάλαιο I, σημείο ΙΙ.Α, του κανονισμού 853/2004, επί της ρύθμισης του οποίου στηρίζει τα ευρήματά της, συνιστά άμεση εφαρμοστική ρύθμιση κάποιου από τα άρθρα 14, 15, 17, παράγραφος 1, 18, 19 και 20 του κανονισμού 178/2002. Επιπλέον, προβάλλει ότι, για να τεκμηριώσει την εν λόγω διαπίστωση, η Επιτροπή προβαίνει σε ερμηνεία της σχετικής εθνικής νομοθεσίας και μάλιστα των ειδικότερων κατευθυντηρίων γραμμών του ΟΠΕΚΕΠΕ. Εκτιμά, ωσαύτως, ότι τα συμπεράσματα της Επιτροπής για την κατάσταση των δαπέδων των εγκαταστάσεων άμελξης εν γένει και την ύπαρξη εγκατάστασης για το πλύσιμο των χεριών στον χώρο άμελξης εξάγονται από ερμηνεία των εγκυκλίων οι οποίες, όμως, αναφέρονται γενικά στη διατήρηση των χώρων παραγωγής γάλακτος σε καλή κατάσταση και δεν περιλαμβάνουν ειδικότερους κανόνες. Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η τήρηση των ανωτέρω υποχρεώσεων δεν προβλέπεται ειδικώς από την ενωσιακή ρύθμιση της πολλαπλής συμμόρφωσης.

254    Τρίτον, όσον αφορά τη διαπίστωση της Επιτροπής αναφορικά με το «Πεδίο εφαρμογής των επιτόπιων ελέγχων για τις μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες – ΚΑΔ 9» (σημείο 13.1.1.7 της συνοπτικής έκθεσης), η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι και η διαπίστωση αυτή επίσης εκφέρεται καθ’ υπέρβαση της αρμοδιότητας της Επιτροπής. Ισχυρίζεται, αφενός, ότι η ΓΔ Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων της Επιτροπής δεν διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με την ΚΑΔ 9 καθ’ ο μέρος την αφορά. Υποστηρίζει, αφετέρου, ότι η θέση της Επιτροπής διαμορφώνεται μετά από συνδυαστική ερμηνεία των ΚΑΔ 7 και 9 που έχουν διαφορετικά πεδία εφαρμογής.

255    Κατά τρίτον, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει ότι, στο πλαίσιο του ελέγχου της τήρησης των κανόνων της πολλαπλής συμμόρφωσης, η Επιτροπή δεν δύναται να υποκαθιστά τις εθνικές ελεγκτικές αρχές, οι οποίες παραμένουν αποκλειστικά αρμόδιες όσον αφορά την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας.

256    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

β)      Σχετικά στοιχεία της συνοπτικής έκθεσης και εφαρμοστέα ρύθμιση

257    Στο σημείο 13.1.1.3 της συνοπτικής έκθεσης, η Επιτροπή διέλαβε ως νομική βάση για τις διαπιστώσεις της τις διατάξεις διαφόρων κανονισμών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται, κατ’ αρχάς, το άρθρο 96, παράγραφος 3, και το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 1306/2013. Αναφέρθηκε επίσης, μεταξύ άλλων, σε πλείονες διατάξεις του κανονισμού 178/2002 και διαλαμβάνει ρητώς ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού υλοποιείται από ορισμένες διατάξεις των κανονισμών 852/2004 και 853/2004.

258    Στο σημείο 13.1.1.4 της συνοπτικής έκθεσης, η Επιτροπή διέλαβε ως νομική βάση για τις διαπιστώσεις της τις διατάξεις διαφόρων κανονισμών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται, κατ’ αρχάς, το άρθρο 96, παράγραφος 3, και το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 1306/2013. Ανέφερε επίσης ότι ο κανονισμός 853/2004, περιλαμβανομένου του παραρτήματός του ΙΙΙ, τμήμα ΙΧ, κεφάλαιο Ι, σημείο ΙΙ.Α, θέτει σε εφαρμογή τον κανονισμό 178/2002 και, πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 17, παράγραφος 1, αυτού. Επιπροσθέτως, στο πλαίσιο της εκτιμήσεώς της, παρέθεσε τις διατάξεις των ελληνικών κατευθυντήριων γραμμών και ορισμένα αντίστοιχα σημεία ελέγχου στον ισχύοντα κατάλογο ελέγχου, τα οποία θέτουν σε εφαρμογή τις απορρέουσες από τον κανονισμό 853/2004 υποχρεώσεις. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι στην εφαρμοστέα ρύθμιση περιλαμβάνεται επίσης το τμήμα ΙΧ, κεφάλαιο Ι, σημείο ΙΙ.Β, του παραρτήματος ΙΙΙ του εν λόγω κανονισμού.

259    Στο σημείο 13.1.1.7 της συνοπτικής έκθεσης, η Επιτροπή διέλαβε, μεταξύ άλλων, ως νομική βάση για τις διαπιστώσεις της το άρθρο 96, παράγραφος 3, και το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 1306/2013 καθώς και το άρθρο 11 του κανονισμού 999/2001. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεώς της, αναφέρθηκε ιδίως στις απαιτήσεις της ΚΑΔ 9, αλλά και σε απαίτηση της ΚΑΔ 7.

260    Στο σημείο 13.1.3 της συνοπτικής έκθεσης, η Επιτροπή τόνισε ότι οι έλεγχοι πολλαπλής συμμόρφωσης επικεντρώνονται αποκλειστικά στις απαιτήσεις της πολλαπλής συμμόρφωσης που ορίζονται στο παράρτημα II του κανονισμού 1306/2013. Αναφέρθηκε στον ισχυρισμό των ελληνικών αρχών σχετικά με το ότι το σημείο 4.3 των κατευθυντήριων γραμμών του 2015 προβλέφθηκε για τη διευκρίνιση περιπτώσεων φαινόμενης σύγκρουσης αρμοδιοτήτων μεταξύ των υπηρεσιών της και, ως εκ τούτου, η τήρηση των κανόνων της ενωσιακής νομοθεσίας που καθορίζουν το περιεχόμενο των ΚΑΔ και ΚΓΠΚ συνιστά πρωτίστως έργο των καθ’ ύλην αρμοδίων υπηρεσιών της Επιτροπής, όπως παραδείγματος χάριν της ΓΔ Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων και της ΓΔ Περιβάλλοντος. Σε απάντηση αυτού, εξήγησε ότι οι ειδικές διατάξεις των κανονισμών 852/2004 και 853/2004, που αναφέρονται στην υποσημείωση 3 του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού 1306/2013, αποτελούν μέρος των απαιτήσεων για την ασφάλεια των τροφίμων της ΚΑΔ 4. Εξ αυτών συνήγαγε το συμπέρασμα ότι οι έλεγχοι της ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής για την πολλαπλή συμμόρφωση μπορούν να καλύπτουν τους ελέγχους των εθνικών αρχών σχετικά με τις εν λόγω διατάξεις για τις εκμεταλλεύσεις των δικαιούχων που υπόκεινται στις απαιτήσεις της πολλαπλής συμμόρφωσης.

261    Η εφαρμοστέα ρύθμιση περιλαμβάνει επίσης το άρθρο 52 του κανονισμού 1306/2013 σχετικά με την εκκαθάριση ως προς τη συμμόρφωση και τα άρθρα 1, 3 και 21 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής [C(2000) 3614], τα οποία αφορούν, αντιστοίχως, τη δράση της ως συλλογικού οργάνου, τον πρόεδρό της και τη διάρθρωση των υπηρεσιών της.

γ)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

262    Κατά πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας, το οποίο μνημονεύεται στη συνοπτική έκθεση και σύμφωνα με το οποίο ορισμένες διαπιστώσεις που αφορούν ελλείψεις στον βασικό έλεγχο «Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων» εκφεύγουν της αρμοδιότητας της ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής, διαπιστώνεται, κατ’ αρχάς, ότι η προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση είναι απόφαση εκδοθείσα επί τη βάσει του άρθρου 52 του κανονισμού 1306/2013.

263    Επιπλέον, από τα άρθρα 3 και 21 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής προκύπτει ότι αυτή διαθέτει πλείονες υπηρεσίες για την άσκηση των δραστηριοτήτων της, όπως είναι οι προμνησθείσες Γενικές Διευθύνσεις, και ότι οι υπηρεσίες αυτές υπάγονται ιεραρχικώς σε ορισμένα από τα μέλη της. Πλην όμως, σύμφωνα με το άρθρο 1 του εσωτερικού της κανονισμού, η Επιτροπή ενεργεί συλλογικά ως όργανο αποτελούμενο από όλα τα μέλη της. Συντάκτης της προσβαλλόμενης εκτελεστικής απόφασης είναι, επομένως, η Επιτροπή, και όχι κάποια εκ των ΓΔ της.

264    Συνεπώς, η επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με το ποια ΓΔ της Επιτροπής είναι, εντός του θεσμικού οργάνου, αρμόδια επί ορισμένων ζητημάτων είναι αλυσιτελής.

265    Κατά δεύτερον, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, ορισμένες από τις διαπιστώσεις της Επιτροπής εκφεύγουν της αρμοδιότητάς της στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Συναφώς, η Ελληνική Δημοκρατία παραθέτει τρία παραδείγματα, ήτοι τις διαπιστώσεις όσον αφορά την ΚΑΔ 4 (σημεία 13.1.1.3 και 13.1.1.4 της συνοπτικής έκθεσης) και τη διαπίστωση όσον αφορά την ΚΑΔ 9 (σημείο 13.1.1.7 της συνοπτικής έκθεσης).

266    Ωστόσο, επισημαίνεται ότι οι αφορώσες τις ΚΑΔ 4 και 9 διαπιστώσεις τις οποίες αμφισβητεί η Ελληνική Δημοκρατία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του συστήματος ελέγχου για την πολλαπλή συμμόρφωση, όπως προκύπτει από τις νομικές βάσεις που μνημονεύονται στα σημεία 13.1.1.3, 13.1.1.4 και 13.1.1.7 της συνοπτικής έκθεσης και από το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 1306/2013.

267    Πρώτον, ως προς τα σχετικά με το σημείο 13.1.1.3 της συνοπτικής έκθεσης επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στο εν λόγω σημείο, η Επιτροπή αναφέρει πλείονες διατάξεις του κανονισμού 178/2002 ως νομική βάση και διαλαμβάνει ρητώς ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, αυτού υλοποιείται από τους κανονισμούς 852/2004 και 853/2004, περιλαμβανομένων ακριβώς των διατάξεων τις οποίες μνημόνευσε η Ελληνική Δημοκρατία. Επιπλέον, η ίδια η Ελληνική Δημοκρατία αναγνωρίζει ότι ο κανονισμός 178/2002 υλοποιείται από τους κανονισμούς 852/2004 και 853/2004. Τούτο επιβεβαιώνεται, άλλωστε, από το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 1306/2013. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός της Ελληνικής Δημοκρατίας σύμφωνα με τον οποίο η διαπίστωση της Επιτροπής αναφορικά με το «Πεδίο εφαρμογής των επιτόπιων ελέγχων των απαιτήσεων που αφορούν την ασφάλεια των τροφίμων – Βρουκέλλωση – ΚΑΔ 4» αφορά απλώς και μόνον την υποχρέωση συμμόρφωσης με πλείονα άρθρα του κανονισμού 178/2002, χωρίς όμως να ερείδεται στις διατάξεις αυτές, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.

268    Δεύτερον, ως προς τα σχετικά με το σημείο 13.1.1.4 της συνοπτικής έκθεσης επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας, επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι η Επιτροπή διαλαμβάνει, στο εν λόγω σημείο, ρητώς ότι ο κανονισμός 853/2004, περιλαμβανομένου του παραρτήματός του ΙΙΙ, τμήμα ΙΧ, κεφάλαιο Ι, σημείο ΙΙ.Α, υλοποιεί τον κανονισμό 178/2002 και, πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 17, παράγραφος 1, αυτού. Επομένως, το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή δεν υποστηρίζει ότι η προαναφερθείσα διάταξη του κανονισμού 853/2004 συνιστά άμεση εφαρμοστική ρύθμιση κάποιου από τα άρθρα 14, 15, 17, παράγραφος 1, 18, 19 και 20 του κανονισμού 178/2002 είναι αβάσιμο.

269    Ως προς το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας το οποίο αντλείται από την ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας, σημειώνεται ότι, προκειμένου να καταλήξει στις διαπιστώσεις που περιέχονται στο σημείο 13.1.1.4 της συνοπτικής έκθεσης, η Επιτροπή παρέθεσε ρητώς τις διατάξεις των ελληνικών κατευθυντήριων γραμμών και ορισμένα αντίστοιχα σημεία ελέγχου στον ισχύοντα κατάλογο ελέγχου, τα οποία θέτουν σε εφαρμογή τις απορρέουσες από τον κανονισμό 853/2004 υποχρεώσεις, και αξιολογεί το κατά πόσον τηρήθηκαν. Ειδικότερα, παρέθεσε και εφάρμοσε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα σημεία ελέγχου: «23. Μη διαχωρισμός του χώρου παραγωγής γάλακτος από τον χώρο διαβίωσης των ζώων» και «25. Κακή λειτουργική ή υγειονομική κατάσταση εξοπλισμού ή εγκαταστάσεων παραγωγής γάλακτος». Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, από τα προεκτεθέντα ουδόλως προκύπτει ότι οι οικείες εγκύκλιοι αναφέρονται γενικά στη διατήρηση των χώρων παραγωγής γάλακτος σε καλή κατάσταση και δεν περιλαμβάνουν ειδικότερους κανόνες. Η Ελληνική Δημοκρατία δεν απέδειξε, επομένως, ότι η σχετική προσέγγιση της Επιτροπής ήταν εσφαλμένη ούτε ότι η τελευταία ενήργησε καθ’ υπέρβαση της αρμοδιότητάς της. Επιπλέον, όσον αφορά το περιεχόμενο της ενωσιακής νομοθεσίας, οι ακόλουθες διατάξεις χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής. Στο τμήμα ΙΧ, κεφάλαιο Ι, σημείο ΙΙ.Α, παράγραφος 1, του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 853/2004 αναφέρεται ότι «[ο] εξοπλισμός άμελξης [...] πρέπει να βρίσκ[ε]ται σε τέτοιο σημείο και να είναι κατασκευασμέν[ος] με τέτοιο τρόπο ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος μόλυνσης του γάλακτος και του πρωτογάλακτος». Στο τμήμα ΙΧ, κεφάλαιο Ι, σημείο ΙΙ.Β, του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 853/2004 αναφέρεται ότι η άμελξη πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες της υγιεινής.

270    Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν αποδεικνύει ότι η Επιτροπή ενήργησε καθ’ υπέρβαση της αρμοδιότητάς της όσον αφορά τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη στο σημείο 13.1.1.4 της συνοπτικής έκθεσης.

271    Τρίτον, ως προς τα σχετικά με το σημείο 13.1.1.7 της συνοπτικής έκθεσης επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας, και πιο συγκεκριμένα το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο η ΓΔ Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων της Επιτροπής δεν διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με την ΚΑΔ 9 καθ’ ο μέρος την αφορά, αυτά πρέπει να απορριφθούν για τους ίδιους λόγους με εκείνους που αναφέρθηκαν στις σκέψεις 262 έως 264 και 266 ανωτέρω.

272    Όσον αφορά, εν συνεχεία, το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με το ότι η θέση της Επιτροπής απορρέει από συνδυαστική ερμηνεία των ΚΑΔ 7 και 9 που έχουν διαφορετικά πεδία εφαρμογής, αρκεί να υπομνησθεί ότι, ναι μεν, στο σημείο 13.1.1.7 της συνοπτικής έκθεσης, η Επιτροπή αναφέρεται επίσης και στις απαιτήσεις της ΚΑΔ 7, πλην όμως το πράττει ρητώς διά παραπομπής στο σημείο 13.1.1.5 της συνοπτικής έκθεσης, το οποίο αναφέρεται στην ΚΑΔ 7, και δη το πράττει μόνον προς υπόμνηση του ότι η κοινοποίηση των θανάτων βοοειδών περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής των υποχρεώσεων πολλαπλής συμμόρφωσης, τόσο μέσω της ΚΑΔ 7 όσο και μέσω της ΚΑΔ 9, η οποία αποτελεί την απαίτηση την οποία αφορά το σημείο 13.1.1.7 της συνοπτικής έκθεσης.

273    Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι, εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, η Επιτροπή δεν υπερέβη τις αρμοδιότητές της όσον αφορά τις διαπιστώσεις κατά των οποίων βάλλει η Ελληνική Δημοκρατία και στις οποίες προέβη η Επιτροπή στο σημείο 13.1.1.7 της συνοπτικής έκθεσης.

274    Κατά τρίτον, παρατηρείται ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν ανέπτυξε επαρκώς το επιχείρημά της σύμφωνα με το οποίο, στο πλαίσιο του ελέγχου της τήρησης των κανόνων της πολλαπλής συμμόρφωσης, η Επιτροπή δεν δύναται να υποκαθιστά τις εθνικές ελεγκτικές αρχές, οι οποίες παραμένουν αποκλειστικά αρμόδιες όσον αφορά την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι το γεγονός ότι η ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής επαληθεύει τους ελέγχους που διενήργησαν οι εθνικές αρχές δεν είναι δυνατόν να συγχέεται με υποκατάσταση των εθνικών ελεγκτικών αρχών από την Επιτροπή.

275    Επομένως, το υπό κρίση σκέλος πρέπει να απορριφθεί.

2.      Επί του δευτέρου σκέλους, με το οποίο προβάλλεται ο δυσανάλογος χαρακτήρας της επιβληθείσας δημοσιονομικής διόρθωσης

α)      Επιχειρήματα των διαδίκων

276    Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι είναι δυσανάλογη η πρόταση επιβολής δημοσιονομικών διορθώσεων όταν ερείδεται επίσης σε διαπιστώσεις οι οποίες δεν μπορούν να οδηγήσουν σε επιβολή κυρώσεων.

277    Πρώτον, αναφερόμενη στο κεφάλαιο 4 των κατευθυντήριων γραμμών του 2015 και στο άρθρο 43, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1306/2013, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει ότι οι διαπιστώσεις ελέγχου που δεν μπορούν να οδηγήσουν σε επιβολή κύρωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 91, παράγραφοι 1 και 2, και 97, παράγραφος 1, του κανονισμού 1306/2013, δεν δύνανται να στοιχειοθετήσουν αδυναμία ικανή να επιφέρει δημοσιονομική διόρθωση. Υποστηρίζει, σχετικά με τις διαπιστώσεις που αφορούν το πεδίο εφαρμογής των επιτόπιων ελέγχων των απαιτήσεων για την ασφάλεια των τροφίμων στο σημείο 13.1.1.3 της συνοπτικής έκθεσης, ότι δεν ευθυνόταν ο γεωργός για το εύρημα της Επιτροπής, αφού το επίμαχο έγγραφο παρείχε ο κτηνίατρος. Κατ’ αυτήν, προκειμένου να επιβληθεί κύρωση, η μη συμμόρφωση με υποχρέωση πρέπει να δύναται να αποδοθεί άμεσα στον δικαιούχο. Ομοίως, για την επιβολή κύρωσης απαιτείται ύπαρξη ευρήματος από τις ελεγκτικές αρχές. Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, οι αμφιβολίες που διατύπωσε η Επιτροπή στη συνοπτική έκθεση δεν συνιστούν εύρημα και, επομένως, δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε επιβολή κύρωσης στον γεωργό. Επ’ αυτού, η Ελληνική Δημοκρατία παραθέτει στο δικόγραφο της προσφυγής πολυάριθμα παραδείγματα αναφερόμενη στα σημεία 13.1.1.3, 13.1.1.4, 13.1.1.7 και 13.1.1.13 της συνοπτικής έκθεσης. Προσθέτει ότι η Επιτροπή αποδέχθηκε ότι στις περιπτώσεις που μνημονεύονται στην προσφυγή δεν επιβάλλονται ούτε δύνανται να επιβληθούν κυρώσεις στους γεωργούς.

278    Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβλεψε ότι στο άρθρο 52, παράγραφος 2, του κανονισμού 1306/2013 προβλέπεται ότι η Επιτροπή λαμβάνει δεόντως υπόψη το είδος της παράβασης και την οικονομική ζημία που υπέστη η Ένωση προκειμένου να επιβάλει δημοσιονομικές διορθώσεις. Κατά την άποψή της, στο μέτρο που δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί οικονομική ζημία της Ένωσης στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι δεν θα ήταν δυνατό να επιβληθούν κυρώσεις σε γεωργούς, οι σχετικές περιπτώσεις δεν μπορούν να συνεκτιμηθούν στον καθορισμό της δημοσιονομικής διόρθωσης.

279    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

β)      Σχετικά στοιχεία της συνοπτικής έκθεσης

280    Στο σημείο 13.1.1.15 της συνοπτικής έκθεσης, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εκτίμηση του κινδύνου για τα Ταμεία», η Επιτροπή συνόψισε κατ’ αρχάς τις διαπιστωθείσες ελλείψεις και για τους τρεις βασικούς ελέγχους. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τον βασικό έλεγχο «Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων», επισήμανε ότι οι έλεγχοι που περιγράφονται στα σημεία 13.1.1.1 έως 13.1.1.10 της συνοπτικής έκθεσης παρουσίαζαν ελλείψεις, σημαντικές ελλείψεις, σοβαρές ελλείψεις, ή δεν είχαν διενεργηθεί. Συνεπώς, συμπέρανε ότι ο εν λόγω βασικός έλεγχος είχε διενεργηθεί με τόσο ελλιπή τρόπο ώστε να καθίσταται εντελώς αναποτελεσματικός όσον αφορά την εξακρίβωση της συμμόρφωσης των δικαιούχων με τις απαιτήσεις της πολλαπλής συμμόρφωσης και όσον αφορά τη διασφάλιση του αποτρεπτικού αποτελέσματος του συστήματος πολλαπλής συμμόρφωσης κατά τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017 καθώς και ότι μπορούσε εύλογα να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι υπήρχε μεγαλύτερος κίνδυνος ζημίας για τον προϋπολογισμό της Ένωσης.

281    Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014 και με τις κατευθυντήριες γραμμές του 2015, την εφαρμογή κατ’ αποκοπήν δημοσιονομικής διόρθωσης 10 % επί του πληθυσμού που παρουσίαζε κίνδυνο, ο οποίος αποτελείτο από όλους τους δικαιούχους που υπέκειντο στις απαιτήσεις της πολλαπλής συμμόρφωσης. Η κατ’ αποκοπήν διόρθωση για όλες τις ελλείψεις πλην της έλλειψης στην οποία γίνεται αναφορά στο σημείο 13.1.1.14 της συνοπτικής έκθεσης επιβλήθηκε στο σύνολο του πληθυσμού των δικαιούχων που υπέκειντο στις απαιτήσεις της πολλαπλής συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένων των δικαιούχων τους οποίους αφορούσε η έλλειψη στην οποία γίνεται αναφορά στο σημείο 13.1.1.14 της συνοπτικής έκθεσης. Ως εκ τούτου, η εν λόγω κατ’ αποκοπήν διόρθωση απορρόφησε τη διόρθωση ύψους 4 365,84 ευρώ η οποία υπολογίστηκε για την τελευταία αυτή έλλειψη.

γ)      Εφαρμοστέα ρύθμιση και σχετική νομολογία

282    Όσον αφορά τον ρόλο που διαδραματίζουν τα κράτη μέλη στην εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής, από το άρθρο 58, παράγραφος 1, του κανονισμού 1306/2013 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για την αποτελεσματική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 58, παράγραφος 1, στοιχεία γʹ και δʹ, του ιδίου κανονισμού, τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν για «την πρόληψη, τον εντοπισμό και τη διόρθωση παρατυπιών και περιπτώσεων απάτης» και «την επιβολή αποτελεσματικών, αποτρεπτικών και αναλογικών κυρώσεων σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία». Προς τούτο, η παράγραφος 2 του ιδίου άρθρου προβλέπει ότι «[τ]α κράτη μέλη εφαρμόζουν αποτελεσματικά συστήματα διαχείρισης και ελέγχου για να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τη νομοθεσία που διέπει τα καθεστώτα στήριξης της Ένωσης με σκοπό την ελαχιστοποίηση του κινδύνου πρόκλησης οικονομικής ζημίας στην Ένωση». Από το άρθρο 96, παράγραφος 3, του κανονισμού 1306/2013 προκύπτει επίσης ότι «[τ]α κράτη μέλη πραγματοποιούν επιτόπιους ελέγχους για την επαλήθευση της συμμόρφωσης των δικαιούχων προς τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον […] τίτλο [σχετικά με την πολλαπλή συμμόρφωση]».

283    Όσον αφορά τις διοικητικές κυρώσεις, το άρθρο 91, παράγραφος 1, του κανονισμού 1306/2013 ορίζει τα εξής: «[ε]φόσον ο [σχετικός] δικαιούχος [...] δεν τηρεί τους κανόνες πολλαπλής συμμόρφωσης [...], του επιβάλλεται διοικητική κύρωση». Η παράγραφος 2 του ιδίου άρθρου διαλαμβάνει ότι η εν λόγω διοικητική κύρωση «επιβάλλεται μόνο εφόσον η μη συμμόρφωση είναι αποτέλεσμα πράξης ή παράλειψης αποδιδόμενης ευθέως στον σχετικό δικαιούχο». Κατά το άρθρο 97, παράγραφος 1, του κανονισμού, «[η εν λόγω κύρωση] επιβάλλεται όταν δεν τηρούνται οι κανόνες της πολλαπλής συμμόρφωσης κατά τη διάρκεια ενός συγκεκριμένου ημερολογιακού έτους [...] και εφόσον η εν λόγω μη συμμόρφωση αποδίδεται άμεσα στον δικαιούχο που υπέβαλε την αίτηση ενίσχυσης ή πληρωμής κατά τη διάρκεια του σχετικού ημερολογιακού έτους». Τέλος, κατά το άρθρο 43, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού, τα ποσά που αντιστοιχούν σε κυρώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με τους κανόνες της πολλαπλής συμμόρφωσης θεωρούνται ως έσοδα.

284    Όσον αφορά την οικονομική ζημία και τη δημοσιονομική διόρθωση, το άρθρο 52, παράγραφος 1, του κανονισμού 1306/2013 προβλέπει ότι, όταν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία, εκδίδει εκτελεστική πράξη για τον καθορισμό των ποσών που πρέπει να αποκλειστούν από την ενωσιακή χρηματοδότηση. Κατά την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, η Επιτροπή εκτιμά τα ποσά που πρέπει να αποκλειστούν με βάση, ιδίως, τη σοβαρότητα της διαπιστούμενης μη συμμόρφωσης. Προς τούτο, λαμβάνει δεόντως υπόψη το είδος της παράβασης και την οικονομική ζημία που υπέστη η Ένωση. Περαιτέρω, βασίζει τον αποκλεισμό στον προσδιορισμό των αχρεωστήτως δαπανηθέντων ποσών και, σε περίπτωση που ο υπολογισμός των εν λόγω ποσών απαιτεί δυσανάλογη προσπάθεια, δύναται να εφαρμόζει, μεταξύ άλλων, κατ’ αποκοπήν διορθώσεις. Οι κατ’ αποκοπήν διορθώσεις εφαρμόζονται μόνον όταν, λόγω της φύσης της περίπτωσης ή επειδή το κράτος μέλος δεν διαβίβασε στην Επιτροπή τις απαραίτητες πληροφορίες, δεν είναι εφικτό, με μια λογική προσπάθεια, να προσδιοριστεί ακριβέστερα η οικονομική ζημία που υπέστη η Ένωση (απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Γαλλία κατά Επιτροπής, C‑404/19 P, EU:C:2020:1041, σκέψη 49). Γίνεται, έτσι, διάκριση μεταξύ των εφάπαξ διορθώσεων των αχρεωστήτως δαπανηθέντων από τα κράτη μέλη ποσών και των κατ’ αποκοπήν διορθώσεων (απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Γαλλία κατά Επιτροπής, C‑404/19 P, EU:C:2020:1041, σκέψη 50).

285    Στις κατευθυντήριες γραμμές του 2015, στο επιγραφόμενο «Υπολογισμός των οικονομικών συνεπειών λόγω ανεπάρκειας των συστημάτων ελέγχου της πολλαπλής συμμόρφωσης [τίτλος VI κεφάλαιο ΙΙ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013]» κεφάλαιο 4 αναφέρεται ότι, στο πλαίσιο της πολλαπλής συμμόρφωσης, ο κίνδυνος για τα Ταμεία δεν θα αξιολογείται κατ’ αρχήν βάσει του κινδύνου μη επιλέξιμης δαπάνης, αλλά βάσει του κινδύνου δημοσιονομικής ζημίας από τη μη επιβολή διοικητικών κυρώσεων. Στο κεφάλαιο αυτό αναφέρεται επίσης ότι, για την εκτίμηση της οικονομικής ζημίας, θα εξετάζεται κατ’ αρχάς η επιβολή δημοσιονομικής διόρθωσης «καθ’ υπολογισμό» ή «κατά παρέκταση», σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφοι 2 και 3, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014, ήτοι, «καθ’ υπολογισμό», όταν τα αδικαιολογήτως δαπανηθέντα ποσά μπορούν να προσδιορισθούν, ή αντιστοίχως «κατά παρέκταση», με βάση αντιπροσωπευτικό δείγμα των σχετικών περιπτώσεων επί του οποίου στηρίζεται παρεκβολή, βάσει στατιστικών μέσων, προς εκτίμηση των ποσών που πρέπει να αποκλειστούν. Ωστόσο, από το εν λόγω κεφάλαιο προκύπτει επίσης ότι, όταν οι προϋποθέσεις για τον κατά τα ανωτέρω προσδιορισμό των ποσών που πρέπει να αποκλειστούν από τη χρηματοδότηση της Ένωσης δεν πληρούνται, οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα χρησιμοποιούν, για την αξιολόγηση των παράτυπων δαπανών, κατ’ αποκοπήν διορθώσεις με βάση τον ορισμό των βασικών και των επικουρικών ελέγχων που χρησιμοποιούνται και στο πλαίσιο των αδυναμιών του συστήματος πολλαπλής συμμόρφωσης.

286    Συναφώς, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2018, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (T‑463/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:606), στο πλαίσιο της οποίας η Πορτογαλική Δημοκρατία ισχυριζόταν ότι ως βάση υπολογισμού της επιβαλλόμενης διόρθωσης δεν έπρεπε να ληφθεί το σύνολο των δικαιούχων των ενισχύσεων οι οποίοι υπέκειντο στους κανόνες της πολλαπλής συμμόρφωσης, αλλά αποκλειστικά και μόνον οι δικαιούχοι οι οποίοι πράγματι ελέγχθηκαν, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι, καίτοι είναι αληθές ότι ο κίνδυνος για τα Ταμεία αντιστοιχεί, κατ’ αρχήν, προς τις μη επιβαλλόμενες κυρώσεις λόγω μη τηρήσεως των απαιτήσεων στον τομέα της πολλαπλής συμμόρφωσης και ότι ο κίνδυνος αυτός κατ’ αρχήν περιορίζεται στο δείγμα ελέγχου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τούτο ισχύει μόνον αν το προβλεπόμενο από το κράτος μέλος σύστημα ελέγχου των απαιτήσεων στον τομέα της πολλαπλής συμμόρφωσης είναι αποτελεσματικό. Πράγματι, μόνο με ένα τέτοιο σύστημα καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της τήρησης των απαιτήσεων από τους περιληφθέντες στο δείγμα επιτόπιου ελέγχου γεωργούς και η διεύρυνση, εφόσον χρειάζεται, του συγκεκριμένου δείγματος, σε περίπτωση που οι έλεγχοι αναδείξουν σημαντικές περιπτώσεις μη συμμόρφωσης (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Σεπτεμβρίου 2018, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, T‑463/16, μη δημοσιευθείσα, EU:Τ:2018:606, σκέψη 42, και της 8ης Ιουλίου 2020, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, T‑38/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:325, σκέψη 72).

287    Αντιθέτως, σε περίπτωση που το σύστημα ελέγχου είναι αναποτελεσματικό, το κράτος μέλος δεν μπορεί να εγγυηθεί τον έλεγχο και την τήρηση των κανόνων πολλαπλής συμμόρφωσης και, επομένως, δεν είναι δυνατό να βεβαιωθεί ότι ο κίνδυνος για τα Ταμεία περιορίζεται στο δείγμα ελέγχου (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Σεπτεμβρίου 2018, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, T‑463/16, μη δημοσιευθείσα, EU:Τ:2018:606, σκέψη 43, και της 8ης Ιουλίου 2020, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, T‑38/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:325, σκέψη 73).

288    Ακριβώς για να λάβει υπόψη την περίπτωση αυτή, η Επιτροπή προέβλεψε, στις κατευθυντήριες γραμμές του 2015, ότι ο κίνδυνος για τα Ταμεία μπορεί να εκτείνεται πέραν των ήδη ελεγχθέντων γεωργών (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Σεπτεμβρίου 2018, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, T‑463/16, μη δημοσιευθείσα, EU:Τ:2018:606, σκέψη 45, και της 8ης Ιουλίου 2020, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, T‑38/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:325, σκέψη 74).

289    Κατ’ αναίρεση, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε, με την απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2019, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (Δημοσιονομικές διορθώσεις στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ) (C‑737/18 P, EU:C:2019:991, σκέψεις 49 και 50), ότι η φράση «γεωργούς οι οποίοι πρέπει να ελεγχθούν», η οποία περιεχόταν στο έγγραφο AGRI‑2005‑64043 της Επιτροπής, της 9ης Ιουνίου 2006, το οποίο διελάμβανε ότι «υπόκειται σε διόρθωση το συνολικό ποσό της ενίσχυσης που καταβάλλεται σε γεωργούς οι οποίοι πρέπει να ελεγχθούν από την εν λόγω αρμόδια ελεγκτική αρχή και στους οποίους εφαρμόζεται η ειδική υποχρέωση, αναφορικά με την οποία διαπιστώθηκαν ανεπάρκειες», και η οποία συμπεριλήφθηκε στις κατευθυντήριες γραμμές του 2015, δεν μπορεί να νοείται υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει μόνον τους γεωργούς που πράγματι ελέγχθηκαν από τις εθνικές αρχές (πρβλ. απόφαση της 8ης Ιουλίου 2020, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, T‑38/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:325, σκέψη 76).

290    Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή μπορεί να δικαιολογήσει ακόμη και τον αποκλεισμό, υπό τη μορφή κατ’ αποκοπήν διόρθωσης, του συνόλου των καταβληθεισών ενισχύσεων λόγω της εφαρμογής από το οικείο κράτος μέλος συστήματος ελέγχου που παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις (πρβλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Γαλλία κατά Επιτροπής, C‑404/19 P, EU:C:2020:1041, σκέψη 55).

291    Συναφώς, η Επιτροπή εξήγησε στο σημείο 4.2 των κατευθυντήριων γραμμών του 2015, το οποίο επιγράφεται «Εκτίμηση των ποσών που παρουσιάζουν κίνδυνο», τα ακόλουθα:

«το ποσοστό της διόρθωσης αφορά το μέρος της δαπάνης που παρουσιάζει κίνδυνο. Στο πλαίσιο της πολλαπλής συμμόρφωσης, αυτό σημαίνει ότι αν διαπιστωθούν παρατυπίες για κάποια από τις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές (ειδικευμένος οργανισμός ελέγχου ή οργανισμός πληρωμών), το σύνολο των ενισχύσεων που καταβάλλονται στους γεωργούς και ελέγχονται από την εν λόγω αρμόδια ελεγκτική αρχή, για τους οποίους ισχύει η ειδική απαίτηση σχετικά με την οποία έχουν διαπιστωθεί αδυναμίες υπόκειται σε διόρθωση».

292    Η Επιτροπή εξηγεί επίσης στο σημείο 4.2 των κατευθυντήριων γραμμών του 2015 τα εξής:

«Στην περίπτωση στην οποία το σύστημα ελέγχου ενός κράτους μέλους είναι ανεπαρκές, είναι αδύνατο να προσδιοριστεί με σαφήνεια η σημασία των διαφόρων [...] συντελεστών στις αποφευχθείσες διοικητικές κυρώσεις. Οι κατ’ αποκοπή διορθώσεις αποσκοπούν στην αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος με την εφαρμογή τυποποιημένων στοιχείων. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής θεωρούν ότι ενδείκνυται συντελεστής 10 %, [...]. Κατά συνέπεια, το ποσό στο οποίο πρέπει να εφαρμόζονται οι διορθωτικοί συντελεστές που αναφέρονται στο σημείο 4.1 θα εκτιμάται, κατ’ αρχήν, σε 10 % του συνολικού ποσού των ενισχύσεων στους παραγωγούς για τους οποίους ισχύει η απαίτηση της πολλαπλής συμμόρφωσης». Η Επιτροπή προσθέτει το εξής παράδειγμα: «εάν οι όροι της πολλαπλής συμμόρφωσης δεν ελέγχονται ή εάν οι έλεγχοι είναι πλημμελείς ή δεν διενεργούνται με την απαιτούμενη συχνότητα, οπότε καθίστανται πλήρως αναποτελεσματικοί ως προς την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, τότε θα επιβάλλεται διόρθωση 10 % σε επισφαλές ποσό 10 %, που οδηγεί στην επιβολή διόρθωσης 1 % στο συνολικό ποσό των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν σε γεωργούς για τους οποίους ισχύει η απαίτηση της πολλαπλής συμμόρφωσης (που επηρεάστηκε από την ανεπάρκεια των ελέγχων)».

δ)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

293    Από τα επιχειρήματα που συνοψίσθηκαν στις σκέψεις 276 έως 278 ανωτέρω προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι είναι δυσανάλογη η πρόταση επιβολής δημοσιονομικών διορθώσεων όταν ερείδεται σε διαπιστώσεις οι οποίες δεν μπορούν να οδηγήσουν σε επιβολή κυρώσεων. Από ορισμένα παραδείγματα αφορώντα τα σημεία 13.1.1.3, 13.1.1.4, 13.1.1.7 και 13.1.1.13 της συνοπτικής έκθεσης συνάγει ότι δεν ήταν δυνατή η επιβολή κύρωσης στους σχετικούς δικαιούχους καθόσον δεν μπορούσε να τους αποδοθεί η μη συμμόρφωση με τους κανόνες της πολλαπλής συμμόρφωσης ή καθόσον ουδεμία κύρωση μπορεί να επιβληθεί βασιζόμενη σε υποθέσεις εκ μέρους της Επιτροπής.

294    Συναφώς, πρέπει κατ’ αρχάς να επισημανθεί ότι η Επιτροπή επέβαλε διόρθωση για τον λόγο ότι ο βασικός έλεγχος «Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων» (σημεία 13.1.1.1 έως 13.1.1.10 της συνοπτικής έκθεσης) αποδείχθηκε εντελώς αναποτελεσματικός όσον αφορά την εξακρίβωση της συμμόρφωσης των δικαιούχων με τις απαιτήσεις της πολλαπλής συμμόρφωσης και όσον αφορά τη διασφάλιση του αποτρεπτικού αποτελέσματος του συστήματος πολλαπλής συμμόρφωσης κατά τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017.

295    Όπως προκύπτει από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 21 και 22 ανωτέρω, όταν η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το Ταμείο με ορισμένες δαπάνες λόγω παραβάσεων των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης για τις οποίες ευθύνεται κράτος μέλος, δεν οφείλει να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό την ανεπάρκεια των διενεργηθέντων από τις εθνικές διοικητικές αρχές ελέγχων ή την ανακρίβεια των αριθμητικών στοιχείων που αυτές διαβίβασαν, αλλά να προσκομίσει αποδείξεις για τη σοβαρή και εύλογη αμφιβολία που διατηρεί ως προς τους εν λόγω ελέγχους ή αριθμητικά στοιχεία. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να ανατρέψει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής μόνον αν στηρίξει τα όσα το ίδιο υποστηρίζει σε στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη αξιόπιστου και λειτουργικού συστήματος ελέγχου. Εφόσον δεν επιτυγχάνει να αποδείξει ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής δεν ευσταθούν, αυτές συνιστούν στοιχεία δυνάμενα να προκαλέσουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη θέσπιση κατάλληλου και αποτελεσματικού συστήματος μέτρων εποπτείας και ελέγχου.

296    Εν προκειμένω, πρώτον, η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται μόνον, και μάλιστα με ιδιαιτέρως συνοπτικό τρόπο, ορισμένα παραδείγματα όσον αφορά τρία από τα δέκα σημεία επί των οποίων η Επιτροπή στήριξε τη διαπίστωσή της, ήτοι τα σημεία 13.1.1.3, 13.1.1.4 και 13.1.1.7 της συνοπτικής έκθεσης. Τούτο δεν αρκεί για να ανατραπούν τα συμπεράσματα της Επιτροπής τα οποία εξετέθησαν στα εν λόγω σημεία. Συγκεκριμένα, με το να επικαλεστεί ότι ορισμένα παραδείγματα αφορώντα ορισμένα σημεία της συνοπτικής έκθεσης δεν μπορούσαν να οδηγήσουν σε διοικητικές κυρώσεις, η Ελληνική Δημοκρατία δεν προσκόμισε στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη αξιόπιστου και λειτουργικού συστήματος ελέγχου, το οποίο οφείλει να θεσπίσει σύμφωνα με τη νομοθεσία που παρατίθεται στη σκέψη 282 ανωτέρω. Δεύτερον, στα υπόλοιπα επτά σημεία της συνοπτικής έκθεσης στα οποία η Επιτροπή αιτιολόγησε την απόφασή της να επιβάλει διόρθωση με το σκεπτικό ότι ο βασικός έλεγχος «Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων» αποδείχθηκε εντελώς αναποτελεσματικός όσον αφορά την εξακρίβωση της συμμόρφωσης των δικαιούχων με τις απαιτήσεις της πολλαπλής συμμόρφωσης και όσον αφορά τη διασφάλιση του αποτρεπτικού αποτελέσματος του συστήματος πολλαπλής συμμόρφωσης κατά τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017, το εν λόγω θεσμικό όργανο συμπέρανε ότι οι σχετικοί έλεγχοι παρουσίαζαν ελλείψεις, σημαντικές ελλείψεις, σοβαρές ελλείψεις, ή δεν είχαν διενεργηθεί, γεγονός που οδήγησε επίσης στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω βασικός έλεγχος υπήρξε εντελώς αναποτελεσματικός. Τρίτον, η Ελληνική Δημοκρατία δεν κατόρθωσε, στο πλαίσιο των λόγων ακυρώσεως και των σκελών τέτοιων λόγων που εξετάσθηκαν ήδη στις σκέψεις 25 έως 275 ανωτέρω, να κλονίσει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής στα σημεία 13.1.1.1 έως 13.1.1.10 της συνοπτικής έκθεσης.

297    Επομένως, έχοντας καταλήξει, βάσει των διαπιστώσεών της οι οποίες περιέχουν επίσης στοιχεία που αποδεικνύουν τη σοβαρή και εύλογη αμφιβολία που διατηρεί ως προς τους ελέγχους, στο συμπέρασμα ότι ο βασικός έλεγχος «Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων» υπήρξε εντελώς αναποτελεσματικός, η Επιτροπή εδύνατο να ενεργήσει σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του 2015. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές αναφέρουν, στο σημείο 4.2, ότι το ποσοστό της διόρθωσης αφορά το μέρος της δαπάνης που παρουσιάζει κίνδυνο και ότι, στο πλαίσιο της πολλαπλής συμμόρφωσης, αυτό σημαίνει ότι αν διαπιστωθούν παρατυπίες για κάποια από τις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές, το σύνολο των ενισχύσεων που καταβάλλονται στους γεωργούς και ελέγχονται από την εν λόγω αρμόδια ελεγκτική αρχή, για τους οποίους ισχύει η ειδική απαίτηση σχετικά με την οποία έχουν διαπιστωθεί αδυναμίες, υπόκειται σε διόρθωση. Εξάλλου, όπως αναφέρεται στο ίδιο σημείο των κατευθυντήριων γραμμών του 2015, εάν οι όροι της πολλαπλής συμμόρφωσης δεν ελέγχονται ή εάν οι έλεγχοι είναι πλημμελείς ή δεν διενεργούνται με την απαιτούμενη συχνότητα, οπότε καθίστανται πλήρως αναποτελεσματικοί ως προς την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, τότε θα επιβάλλεται διόρθωση 10 % σε επισφαλές ποσό 10 %, που οδηγεί στην επιβολή διόρθωσης 1 % στο συνολικό ποσό των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν σε γεωργούς για τους οποίους ισχύει η απαίτηση της πολλαπλής συμμόρφωσης που επηρεάστηκε από την ανεπάρκεια των ελέγχων.

298    Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, ως εκ της φύσεώς της, η κατ’ αποκοπήν διόρθωση δεν αντιστοιχεί σε ακριβή υπολογισμό του κινδύνου. Μια κατ’ αποκοπήν διόρθωση βασίζεται, ως εκ της φύσεώς της, στο συνολικό ποσό των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν σε δεδομένη περίοδο, συμπεριλαμβανομένων των πληρωμών που έγιναν σύμφωνα με τους κανόνες. Η δυνατότητα εφαρμογής κατ’ αποκοπήν μεθόδου, σε περίπτωση αδυναμίας επακριβούς εκτιμήσεως των ζημιών τις οποίες υπέστη η Ένωση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μηχανισμός ο οποίος, αυτός καθεαυτόν, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας (πρβλ. αποφάσεις της 3ης Μαρτίου 2016, Ισπανία κατά Επιτροπής, T‑675/14, μη δημοσιευθείσα, EU:Τ:2016:123, σκέψη 54, η οποία επικυρώθηκε με την απόφαση της 15ης Ιουνίου 2017, Ισπανία κατά Επιτροπής, C‑279/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:461, σκέψη 62, και της 19ης Οκτωβρίου 2017, Ισπανία κατά Επιτροπής, T‑502/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:730, σκέψη 76 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

299    Επιπλέον, η παραπομπή, εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας, στο άρθρο 43, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1306/2013 είναι αλυσιτελής. Συγκεκριμένα, η εν λόγω διάταξη αφορά τους κανόνες σχετικά με τη διάθεση των εσόδων που απορρέουν, μεταξύ άλλων, από κυρώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με τους κανόνες της πολλαπλής συμμόρφωσης και δεν προβλέπει λόγους που να δικαιολογούν την επιβολή δημοσιονομικών διορθώσεων.

300    Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Επιτροπή δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε το άρθρο 52 ή το άρθρο 43, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1306/2013, ούτε το κεφάλαιο 4 των κατευθυντήριων γραμμών του 2015, εφαρμόζοντας, με την προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση, κατ’ αποκοπήν διόρθωση επί του πληθυσμού που παρουσιάζει κίνδυνο, ο οποίος αποτελείται από όλους τους δικαιούχους που υπόκεινται στις απαιτήσεις της πολλαπλής συμμόρφωσης.

301    Επομένως, το υπό κρίση σκέλος πρέπει να απορριφθεί.

3.      Επί του τρίτου σκέλους, με το οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας

302    Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι οι διαπιστώσεις περί ελλείψεων στον βασικό έλεγχο «Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων», οι οποίες μνημονεύθηκαν στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, δεν αιτιολογούνται επαρκώς, αυτός πρέπει να απορριφθεί για παρόμοιους λόγους με εκείνους που αναφέρθηκαν στις σκέψεις 195 έως 197 ανωτέρω.

303    Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το υπό κρίση σκέλος και, κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.

Ε.      Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλονται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφοι 6 και 7, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014, παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και παράβαση των κατευθυντήριων γραμμών του 2015 καθώς και παράβαση του άρθρου 34, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού 908/2014 και παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης επί τα χείρω αντιμετώπισης του κράτους μέλους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθάρισης

304    Ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως διαρθρώνεται σε δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος προβάλλονται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφοι 6 και 7, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014 καθώς και παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και παράβαση των κατευθυντήριων γραμμών του 2015 καθόσον επιβλήθηκε κατ’ αποκοπήν διόρθωση σε ποσοστό 10 %. Με το δεύτερο σκέλος προβάλλονται παράβαση του άρθρου 34, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού 908/2014 και παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης επί τα χείρω αντιμετώπισης του κράτους μέλους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθάρισης, όσον αφορά το περιεχόμενο της επιστολής διαπιστώσεων της 3ης Αυγούστου 2018.

1.      Επί του πρώτου σκέλους, με το οποίο προβάλλονται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφοι 6 και 7, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014 καθώς και παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και παράβαση των κατευθυντήριων γραμμών του 2015 καθόσον επιβλήθηκε κατ’ αποκοπήν διόρθωση σε ποσοστό 10 %

α)      Επιχειρήματα των διαδίκων

305    Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, επιβάλλοντας κατ’ αποκοπήν διόρθωση 10 % για τις ελλείψεις που διαπιστώθηκαν σε δύο βασικούς ελέγχους της πολλαπλής συμμόρφωσης («Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων» και «Υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις διαπιστώσεις των ελέγχων»), η Επιτροπή ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό 907/2014, και ιδίως το άρθρο 12, παράγραφος 6 και παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, αυτού.

306    Αφενός, η Ελληνική Δημοκρατία επισημαίνει ότι στο άρθρο 12, παράγραφος 6, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014 διευκρινίζεται ότι, στην περίπτωση που η Επιτροπή διαπιστώσει, στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας εκκαθάρισης ως προς τη συμμόρφωση, διαφορετικές περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με διαφορετικά ποσοστά κατ’ αποκοπήν διορθώσεων, τότε επιβάλλεται μόνον η υψηλότερη κατ’ αποκοπήν διόρθωση. Τουτέστιν, οι κατ’ αποκοπήν διορθώσεις δεν είναι σωρευτικές.

307    Αφετέρου, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, η εφαρμογή του ποσοστού 10 % στο πλαίσιο της πολλαπλής συμμόρφωσης δεν μπορεί να βρει έρεισμα στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό 907/2014, στο μέτρο που αυτός απαιτεί, προκειμένου να εφαρμοσθεί η επιβαρυντική περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 12, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, η έλλειψη στον βασικό έλεγχο που δημιουργεί τον κίνδυνο για το Ταμείο να αφορά τον καθορισμό της επιλεξιμότητας της αίτησης ή την πρόληψη παρατυπιών. Η Ελληνική Δημοκρατία εκτιμά ότι, στον τομέα της πολλαπλής συμμόρφωσης, η Επιτροπή έπρεπε να αξιολογήσει τον κίνδυνο για το Ταμείο βάσει του κινδύνου δημοσιονομικής ζημίας από τη μη επιβολή διοικητικών κυρώσεων. Ένας τέτοιος κίνδυνος δεν αφορά την επιλεξιμότητα της αίτησης ούτε την πρόληψη παρατυπίας. Οι ελλείψεις τις οποίες διαπίστωσε η Επιτροπή στους βασικούς ελέγχους δεν εντάσσονται στις διαπιστώσεις που σχετίζονται με τον σκοπό της αποφυγής περίπτωσης μη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις της πολλαπλής συμμόρφωσης, που θα ισοδυναμούσε με «παρατυπία», υποκείμενο της οποίας δεν θα μπορούσε να είναι ο εθνικός ελεγκτικός φορέας αλλά ο οικονομικός φορέας.

308    Επιπροσθέτως, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, η ερμηνεία στην οποία προέβη η Επιτροπή αντίκειται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου, στο μέτρο που η αρχή αυτή επιτάσσει να παρέχει η νομοθεσία στους ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλονται. Συνακόλουθα, η ερμηνεία του όρου «παρατυπία» στην οποία προέβη η Επιτροπή στο πλαίσιο της πολλαπλής συμμόρφωσης, υπό την έννοια ότι το άρθρο 12, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014 εφαρμόζεται «κατ’ αναλογία» στην πολλαπλή συμμόρφωση, αντίκειται στην ως άνω αρχή.

309    Τέλος, η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής, και αληθείς υποτιθέμενες, συνεπάγονται διόρθωση ανερχόμενη, κατ’ ανώτατο ποσοστό, σε 5 %, σύμφωνα με τον πίνακα που περιλαμβάνεται στις κατευθυντήριες γραμμές του 2015.

310    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

β)      Σχετικά στοιχεία της συνοπτικής έκθεσης

311    Όσον αφορά τα σχετικά στοιχεία της συνοπτικής έκθεσης, πρέπει κατ’ αρχάς να γίνει παραπομπή στις σκέψεις 280 και 281 ανωτέρω οι οποίες αφορούν το σημείο 13.1.1.15 της συνοπτικής έκθεσης.

312    Ακολούθως, στο σημείο 13.1.3 της συνοπτικής έκθεσης, το οποίο επιγράφεται «Τελική θέση της ΓΔ [Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής]», αναφέρεται ότι η Επιτροπή, αφού εξέτασε τα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία που παρέθεσαν οι ελληνικές αρχές στην αίτηση συμβιβασμού τους, εμμένει στον υπολογισμό που έγινε στο σημείο 13.1.1.15 της συνοπτικής έκθεσης.

313    Προς τούτο, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι, όσον αφορά τους διορθωτικούς συντελεστές που πρέπει να εφαρμόζονται στο πλαίσιο της πολλαπλής συμμόρφωσης, το σημείο 4.1 των κατευθυντήριων γραμμών του 2015 ορίζει ότι οι κατ’ αποκοπήν συντελεστές είναι οι ίδιοι με εκείνους που περιγράφονται λεπτομερώς στο κεφάλαιο 3. Εν συνεχεία, αναφέρθηκε στο σημείο 3.2 των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών. Συνακόλουθα, εκτίμησε ότι το σκέλος της φράσης που περιέχεται στο εν λόγω σημείο, σύμφωνα με το οποίο «“ένας ή περισσότεροι από τους βασικούς ελέγχους δεν διενεργούνται ή διενεργούνται ελλιπώς ή με περιορισμένη συχνότητα ώστε να κρίνονται αναποτελεσματικοί όσον αφορά τον καθορισμό της επιλεξιμότητας της αίτησης ή την πρόληψη παρατυπιών”, τότε δικαιολογείται διόρθωση 10 %», νοείται, στο πλαίσιο του ελέγχου της πολλαπλής συμμόρφωσης και κατ’ εφαρμογήν του σημείου 4.1 των κατευθυντήριων γραμμών, ως «“ένας ή περισσότεροι από τους βασικούς ελέγχους δεν διενεργούνται ή διενεργούνται με τόσο ελλιπή τρόπο ή με τόσο περιορισμένη συχνότητα ώστε να καθίστανται εντελώς αναποτελεσματικοί όσον αφορά την εξακρίβωση της συμμόρφωσης του δικαιούχου με τις απαιτήσεις της πολλαπλής συμμόρφωσης ”, τότε δικαιολογείται διόρθωση 10 %». Για τους λόγους αυτούς, υποστήριξε ότι ορθώς επικαλέστηκε το άρθρο 12, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014.

γ)      Εφαρμοστέα ρύθμιση

314    Το άρθρο 12 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014 καθορίζει τα κριτήρια και τη μεθοδολογία για την επιβολή διορθώσεων στο πλαίσιο της εκκαθάρισης ως προς τη συμμόρφωση.

315    Η παράγραφος 6 του άρθρου 12 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014 έχει ως ακολούθως:

«Όταν δεν πληρούνται οι όροι προσδιορισμού των ποσών που πρέπει να αποκλειστούν από τη χρηματοδότηση της Ένωσης, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3, ή όταν η φύση της υπόθεσης δεν επιτρέπει τον προσδιορισμό των ποσών που πρέπει να αποκλειστούν βάσει των εν λόγω παραγράφων, η Επιτροπή επιβάλλει τις κατάλληλες κατ’ αποκοπή διορθώσεις λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα της παράβασης, καθώς και τη δική της εκτίμηση για τον κίνδυνο πρόκλησης οικονομικής ζημίας στην Ένωση.

Το επίπεδο της κατ’ αποκοπή διόρθωσης καθορίζεται λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το είδος της μη συμμόρφωσης που διαπιστώθηκε. Προς τούτο, οι ελλείψεις ως προς τους ελέγχους υποδιαιρούνται σε ελλείψεις που αφορούν βασικούς και επικουρικούς ελέγχους, ως εξής:

α)      βασικοί έλεγχοι είναι οι διοικητικοί και επιτόπιοι έλεγχοι που απαιτούνται για να κριθεί η επιλεξιμότητα της ενίσχυσης και η σχετική επιβολή μειώσεων και ποινών·

β)      επικουρικοί έλεγχοι είναι όλες οι άλλες διοικητικές πράξεις που απαιτούνται για την ορθή διεκπεραίωση των αιτήσεων.

Εάν, στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας εκκαθάρισης ως προς τη συμμόρφωση, διαπιστωθούν διαφορετικές περιπτώσεις μη συμμόρφωσης που μεμονωμένα θα οδηγούσαν σε χωριστές κατ’ αποκοπή διορθώσεις, τότε επιβάλλεται μόνο η υψηλότερη κατ’ αποκοπή διόρθωση.»

316    Το άρθρο 12, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014 ορίζει ότι, «[κ]ατά τον καθορισμό του ύψους των κατ’ αποκοπή διορθώσεων, η Επιτροπή λαμβάνει ειδικά υπόψη τις ακόλουθες περιστάσεις, οι οποίες αποδεικνύουν αυξημένη σοβαρότητα των ελλείψεων που συνιστά μεγαλύτερο κίνδυνο απώλειας για τον προϋπολογισμό της Ένωσης: ένας ή περισσότεροι από τους βασικούς ελέγχους δεν διενεργούνται ή διενεργούνται ελλιπώς ή με περιορισμένη συχνότητα ώστε να κρίνονται αναποτελεσματικοί όσον αφορά τον καθορισμό της επιλεξιμότητας της αίτησης ή την πρόληψη παρατυπιών».

317    Όσον αφορά τις κατευθυντήριες γραμμές του 2015, στο κεφάλαιο 3 αυτών, το επιγραφόμενο «Ύψος της κατ’ αποκοπή διόρθωσης» σημείο 3.2 αναφέρει τα εξής:

«Σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 7 του [κατ’ εξουσιοδότηση] κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 907/2014, οι υπηρεσίες της Επιτροπής λαμβάνουν, ως εκ τούτου, “ειδικά υπόψη τις ακόλουθες περιστάσεις, οι οποίες αποδεικνύουν αυξημένη σοβαρότητα των ελλείψεων που συνιστά μεγαλύτερο κίνδυνο απώλειας για τον προϋπολογισμό της Ένωσης”, γεγονός που δικαιολογεί υψηλότερο ποσοστό κατ’ αποκοπή διόρθωσης όταν: 3. “ένας ή περισσότεροι από τους βασικούς ελέγχους δεν διενεργούνται ή διενεργούνται ελλιπώς ή με περιορισμένη συχνότητα ώστε να κρίνονται αναποτελεσματικοί όσον αφορά τον καθορισμό της επιλεξιμότητας της αίτησης ή την πρόληψη παρατυπιών·”, τότε δικαιολογείται διόρθωση 10 %, καθώς εύλογα συνάγεται ότι υπάρχει υψηλός κίνδυνος εκτεταμένης οικονομικής ζημίας για τον προϋπολογισμό της Ένωσης.»

318    Το σημείο 4.1 των κατευθυντήριων γραμμών του 2015, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διορθωτικοί συντελεστές προς εφαρμογή» και περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 4 αυτών, διαλαμβάνει ότι οι κατ’ αποκοπήν συντελεστές είναι οι ίδιοι με εκείνους που περιγράφονται λεπτομερώς στο κεφάλαιο 3, το οποίο επιγράφεται «Κατ’ αποκοπή δημοσιονομικές διορθώσεις για ελλείψεις στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου όσον αφορά τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δαπανών». Κατά τα λοιπά, πρέπει να γίνει παραπομπή στις σκέψεις 285, 291 και 292 ανωτέρω.

δ)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

319    Κατά πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας σύμφωνα με το οποίο, στην περίπτωση που η Επιτροπή διαπιστώσει, στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας εκκαθάρισης ως προς τη συμμόρφωση, διαφορετικές περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με διαφορετικά ποσοστά κατ’ αποκοπήν διορθώσεων, τότε επιβάλλεται μόνον η υψηλότερη κατ’ αποκοπήν διόρθωση, επισημαίνεται ότι το επιχείρημα αυτό οφείλεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της συνοπτικής έκθεσης. Συγκεκριμένα, η Ελληνική Δημοκρατία εκκινεί από την παραδοχή ότι η κατ’ αποκοπήν διόρθωση σε ποσοστό 10 % επιβλήθηκε σε συνέχεια των διαπιστώσεων της Επιτροπής που αφορούν δύο βασικούς ελέγχους. Ωστόσο, από το σημείο 13.1.1.15 της συνοπτικής έκθεσης προκύπτει ότι η Επιτροπή δικαιολόγησε την επιβολή κατ’ αποκοπήν διόρθωσης ύψους 10 % μόνο βάσει του ότι ο βασικός έλεγχος «Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων» (σημεία 13.1.1.1 έως 13.1.1.10 της συνοπτικής έκθεσης) είχε αποδειχθεί εντελώς αναποτελεσματικός. Πράγματι, μόνον τον βασικό αυτό έλεγχο επικαλέστηκε στο σημείο 13.1.1.15 της συνοπτικής έκθεσης προκειμένου να καταλήξει στην ύπαρξη μεγαλύτερου κινδύνου ζημίας για τον προϋπολογισμό της Ένωσης.

320    Συναφώς, από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι, για τον βασικό έλεγχο «Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων», η Επιτροπή συμπέρανε, στα σημεία 13.1.1.1 έως 13.1.1.10 της συνοπτικής έκθεσης, ότι οι σχετικοί έλεγχοι παρουσίαζαν ελλείψεις, σημαντικές ελλείψεις, σοβαρές ελλείψεις, ή δεν είχαν διενεργηθεί, κατά τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017. Όσον αφορά τον βασικό έλεγχο «Υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις διαπιστώσεις των ελέγχων», συμπέρανε, στα σημεία 13.1.1.11 έως 13.1.1.13 της συνοπτικής έκθεσης, ότι οι εκθέσεις ελέγχου ή οι εκθέσεις των κτηνιατρικών υπηρεσιών παρουσίαζαν ελλείψεις κατά τα εν λόγω έτη υποβολής αιτήσεων. Όσον αφορά τον τρίτο βασικό έλεγχο «Ορθή επιβολή διοικητικών κυρώσεων και αποκλεισμών», η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το σύστημα αξιολόγησης και επιβολής κυρώσεων παρουσίαζε ελλείψεις κατά τα εν λόγω έτη υποβολής αιτήσεων. Επέβαλε, κατά συνέπεια, κατ’ αποκοπήν διόρθωση 10 % βασιζόμενη μόνο στον βασικό έλεγχο με τις σοβαρότερες ελλείψεις.

321    Επομένως, η κατ’ αποκοπήν διόρθωση δεν επιβλήθηκε σωρευτικά, η δε Επιτροπή δεν παρέβη τον απορρέοντα από το άρθρο 12, παράγραφος 6, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014 κανόνα, τον οποίο μνημονεύει η Ελληνική Δημοκρατία.

322    Κατά δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 12, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014, πρώτον, πρέπει να γίνει παραπομπή στην ανάλυση που έγινε στις σκέψεις 293 έως 300 ανωτέρω προκειμένου να απορριφθεί το επιχείρημα αυτό, στο μέτρο που ερείδεται στον ισχυρισμό ότι, στον τομέα της πολλαπλής συμμόρφωσης, η Επιτροπή έπρεπε να αξιολογήσει τον κίνδυνο για το Ταμείο βάσει του κινδύνου δημοσιονομικής ζημίας από τη μη επιβολή διοικητικών κυρώσεων.

323    Δεύτερον, από το σημείο 13.1.3 της συνοπτικής έκθεσης προκύπτει ότι, προκειμένου να εφαρμόσει το άρθρο 12, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014 στην πολλαπλή συμμόρφωση, η Επιτροπή ερμήνευσε το χωρίο της διάταξης «όσον αφορά τον καθορισμό της επιλεξιμότητας της αίτησης ή την πρόληψη παρατυπιών», το οποίο επαναλαμβάνεται στο σημείο 3.2 των κατευθυντήριων οδηγιών του 2015, ως έχον την έννοια «όσον αφορά την εξακρίβωση της συμμόρφωσης του δικαιούχου με τις απαιτήσεις της πολλαπλής συμμόρφωσης». Στο υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή εκτίμησε ότι η «πρόληψη παρατυπιών» μπορούσε να ερμηνευθεί ως «αποφυγή περιπτώσεων μη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις της πολλαπλής συμμόρφωσης».

324    Στο πλαίσιο αυτό, όσον αφορά την έννοια της «παρατυπίας», πρέπει να υπομνησθεί ότι αυτή ορίζεται στο σημείο 1.2 των κατευθυντήριων γραμμών του 2015, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού 1306/2013. Η τελευταία αυτή διάταξη παραπέμπει, με τη σειρά της, στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 1995, L 312, σ. 1), σύμφωνα με το οποίο «[π]αρατυπία συνιστά κάθε παράβαση διάταξης του κοινοτικού δικαίου που προκύπτει από πράξη ή παράλειψη ενός οικονομικού φορέα, με πραγματικό ή ενδεχόμενο αποτέλεσμα να ζημειωθεί ο γενικός προϋπολογισμός των Κοινοτήτων ή προϋπολογισμός διαχειριζόμενος από τις Κοινότητες, είτε με τη μείωση ή ματαίωση εσόδων που προέρχονται από ίδιους πόρους που εισπράττονται απευθείας για λογαριασμό της Κοινότητας, είτε με αδικαιολόγητη δαπάνη».

325    Με βάση τα ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι η πρόληψη παρατυπιών μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια της πρόληψης των παραβάσεων, εκ μέρους των δικαιούχων, του εφαρμοστέου εν προκειμένω ευρωπαϊκού δικαίου, δηλαδή της αποφυγής περιπτώσεων μη συμμόρφωσης των δικαιούχων με τις απαιτήσεις της πολλαπλής συμμόρφωσης. Συγκεκριμένα, όταν οι έλεγχοι των αρμοδίων αρχών στο πλαίσιο της πολλαπλής συμμόρφωσης δεν διενεργούνται ή διενεργούνται με τόσο ελλιπή τρόπο ή με τόσο περιορισμένη συχνότητα ώστε να κρίνονται αναποτελεσματικοί, δεν διασφαλίζεται η πρόληψη παρατυπιών εκ μέρους των δικαιούχων. Αυτή η έλλειψη ελέγχου ή οι αδυναμίες που επισημάνθηκαν στους ελέγχους επιφέρουν, ενδεχομένως, ματαίωση εσόδων λόγω της μη επιβολής κυρώσεων, όπερ έχει ως αποτέλεσμα να ζημιώνεται ο προϋπολογισμός της Ένωσης.

326    Επομένως, η ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014 και του σημείου 3.2, παράγραφος 3, των κατευθυντήριων γραμμών του 2015 στην οποία προέβη η Επιτροπή είναι ορθή, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, το δε άρθρο 12, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014 έχει εφαρμογή στο πλαίσιο της πολλαπλής συμμόρφωσης.

327    Κατά τρίτον, στο μέτρο που, χάρη στις διατάξεις που μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 322 έως 326 ανωτέρω, η Ελληνική Δημοκρατία είναι σε θέση να γνωρίζει σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και να λαμβάνει αναλόγως τα μέτρα της, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 207 ανωτέρω, το επιχείρημα που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου πρέπει να απορριφθεί.

328    Κατά τέταρτον, όσον αφορά το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής, και αληθείς υποτιθέμενες, συνεπάγονται διόρθωση ανερχόμενη, κατ’ ανώτατο ποσοστό, σε 5 %, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του 2015, στη σκέψη 317 ανωτέρω επισημάνθηκε ότι η επιβολή ποσοστού διόρθωσης 10 % αναφέρεται ρητώς στο σημείο 3.2, παράγραφος 3, των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, όταν ένας ή περισσότεροι από τους βασικούς ελέγχους δεν διενεργούνται ή διενεργούνται ελλιπώς ή με περιορισμένη συχνότητα ώστε να κρίνονται αναποτελεσματικοί όσον αφορά τον καθορισμό της επιλεξιμότητας της αίτησης ή την πρόληψη παρατυπιών. Ομοίως, το εν λόγω ποσοστό διόρθωσης μνημονεύεται ρητώς στο σημείο 4.2 των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών στις περιπτώσεις όπου «ένα κράτος μέλος αδυνατεί να ελέγξει αποτελεσματικά τις απαιτήσεις πολλαπλής συμμόρφωσης ή δεν επιβάλλει την κανονιστική διοικητική κύρωση» και όπου «οι όροι της πολλαπλής συμμόρφωσης δεν ελέγχονται ή εάν οι έλεγχοι είναι πλημμελείς ή δεν διενεργούνται με την απαιτούμενη συχνότητα, οπότε καθίστανται πλήρως αναποτελεσματικοί ως προς την επιβολή διοικητικών κυρώσεων». Εν προκειμένω, τούτο ανταποκρίνεται στη διαπίστωση στην οποία προέβη η Επιτροπή στο σημείο 13.1.1.15 σχετικά με τον βασικό έλεγχο «Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων». Επομένως, η Επιτροπή ορθώς επέβαλε κατ’ αποκοπήν ποσοστό δημοσιονομικής διόρθωσης 10 %.

329    Κατά συνέπεια, το υπό κρίση σκέλος είναι απορριπτέο.

2.      Επί του δευτέρου σκέλους, με το οποίο προβάλλονται παράβαση του άρθρου 34, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού 908/2014 και παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης της επί τα χείρω αντιμετώπισης του κράτους μέλους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθάρισης, όσον αφορά το περιεχόμενο της επιστολής διαπιστώσεων της 3ης Αυγούστου 2018

α)      Επιχειρήματα των διαδίκων

330    Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, αφενός, παρέβη το άρθρο 34, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού 908/2014 και, αφετέρου, παραβίασε την αρχή της απαγόρευσης της επί τα χείρω αντιμετώπισης του κράτους μέλους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθάρισης.

331    Πρώτον, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, το άρθρο 34, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού 908/2014 και η σχετική νομολογία επιβάλλουν η επιστολή διαπιστώσεων, προκειμένου να επιτελεί την προειδοποιητική της λειτουργία, να προσδιορίζει με επαρκή ακρίβεια όλες τις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης επί των οποίων ερείδεται η προτεινόμενη δημοσιονομική διόρθωση και το μέγιστο δυνατό ύψος της διόρθωσης. Πλην όμως, όσον αφορά την πρόταση επιβολής κατ’ αποκοπήν διόρθωσης 10 %, στην επιστολή διαπιστώσεων της 3ης Αυγούστου 2018, η Επιτροπή απλώς σημείωσε, για τον βασικό έλεγχο «Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων», ότι οι διαπιστώσεις της «αποτελού[σαν] σοβαρές ελλείψεις στη λειτουργία του» και επικαλέστηκε το άρθρο 12, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014. Το πρώτον σε μεταγενέστερο χρόνο διαπίστωσε η Επιτροπή ότι ο εν λόγω βασικός έλεγχος είχε διενεργηθεί με τόσο ελλιπή τρόπο ώστε να καθίσταται εντελώς αναποτελεσματικός και επικαλέστηκε το άρθρο 12, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού χωρίς να παράσχει στις ελληνικές αρχές τη δυνατότητα να εκθέσουν συναφώς την επιχειρηματολογία τους.

332    Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται τη γενική αρχή της απαγόρευσης της επί τα χείρω αντιμετώπισης του κράτους μέλους. Υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι οι συνιστώσες και διαπιστώσεις για τον βασικό έλεγχο «Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων» έκλεισαν μετά τη διμερή σύσκεψη. Κατά συνέπεια, ισχυρίζεται ότι η επιβολή ποσοστού κατ’ αποκοπήν διόρθωσης 10 % είναι ακυρωτέα.

333    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

β)      Σχετικά στοιχεία της ανταλλαγείσας κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας αλληλογραφίας και της συνοπτικής έκθεσης

334    Πρώτον, στην επιστολή διαπιστώσεων της 3ης Αυγούστου 2018, η Επιτροπή προσδιόρισε τις διάφορες περιπτώσεις μη συμμόρφωσης οι οποίες αποδίδονταν στην Ελληνική Δημοκρατία και επί των οποίων, μετά το πέρας της διαδικασίας, στηρίχθηκε η δημοσιονομική διόρθωση και, εν συνεχεία, ανέφερε, στην πρώτη παράγραφο του τμήματος 2, το οποίο επιγράφεται «Αρχική ένδειξη της πιθανής δημοσιονομικής επίπτωσης των διαπιστώσεων των λογιστικών ελέγχων», ότι, «[δ]εδομένου ότι δεν παρέχονται οποιεσδήποτε επιπρόσθετες πληροφορίες, η ΓΔ [Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης] θεωρεί ότι το σύστημα διαχείρισης και ελέγχου που εφαρμόζεται στην Ελλάδα σε σχέση με το σύστημα πολλαπλής συμμόρφωσης επηρεάζεται από την απουσία ενός επικουρικού ελέγχου που αφορά την “κατάλληλη επίβλεψη των διαδικασιών” και αδυναμίες στη λειτουργία τριών βασικών ελέγχων σχετικά με το “πεδίο εφαρμογής και την ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων”, την “υποβολή εκθέσεων διαπιστώσεων” και την “ορθή επιβολή διοικητικών κυρώσεων και αποκλεισμού”» και ότι «[τ]ο γεγονός αυτό έχει δημιουργήσει κίνδυνο για τα Ταμεία».

335    Στη δεύτερη παράγραφο του τμήματος 2 της επιστολής διαπιστώσεων της 3ης Αυγούστου 2018, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι «[ο]ι ελλείψεις που διαπιστώθηκαν δείχνουν ότι το σύστημα ελέγχου μπορεί να είναι ανύπαρκτο/παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις και από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν προκύπτουν εκτεταμένες παρατυπίες και αμέλειες στην αντιμετώπιση παράτυπων ή δόλιων πρακτικών» και ότι, «[σ]ύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 7 στοιχείο γ) του [κατ’ εξουσιοδότηση] κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 907/2014, πρόκειται για περιστάσεις που υποδηλώνουν μεγαλύτερο κίνδυνο ζημίας για τον προϋπολογισμό της Ένωσης». Όσον αφορά τα επιμέρους συμπεράσματα, επισήμανε, στα σημεία 1.1.6 και 1.1.8 της εν λόγω επιστολής διαπιστώσεων, δηλαδή στο πλαίσιο του βασικού ελέγχου όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής και την ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων, ότι οι έλεγχοι δεν διενεργήθηκαν και, στο σημείο 1.1.10 της επιστολής, ότι δεν ήταν αποτελεσματικοί.

336    Στην τρίτη παράγραφο του τμήματος 2 της επιστολής διαπιστώσεων της 3ης Αυγούστου 2018, η Επιτροπή πρότεινε, βάσει των κατευθυντήριων γραμμών του 2015, δημοσιονομική διόρθωση 10 %.

337    Δεύτερον, στην επιστολή της 5ης Μαρτίου 2019, με αντικείμενο την πρόσκληση σε διμερή σύσκεψη, στο τμήμα 2, το οποίο φέρει τον τίτλο «Συμπέρασμα και δημοσιονομικές επιπτώσεις», η Επιτροπή ενέμεινε στην άποψή της ότι οι διαπιστώσεις τις οποίες είχε προαναφέρει αντικατόπτριζαν αναποτελεσματικούς βασικούς ελέγχους και την απουσία επικουρικού ελέγχου, όπερ συνεπαγόταν κίνδυνο για τα Ταμεία όσον αφορά δαπάνες που αφορούσαν μέτρα τα οποία υπέκειντο σε απαιτήσεις πολλαπλής συμμόρφωσης για τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017. Επιβεβαίωσε επίσης ότι οι δύο βασικοί έλεγχοι «Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων» και «Υποβολή έκθεσης πορισμάτων» είχαν διενεργηθεί με τόσο ελλιπή τρόπο ώστε να καθίστανται εντελώς αναποτελεσματικοί όσον αφορά την εξακρίβωση της συμμόρφωσης των δικαιούχων με τις απαιτήσεις της πολλαπλής συμμόρφωσης και την πρόληψη των παρατυπιών. Προσέθεσε ότι, σύμφωνα το άρθρο 12, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014, επρόκειτο για περιστάσεις που υποδήλωναν μεγαλύτερο κίνδυνο ζημίας για τον προϋπολογισμό της Ένωσης.

338    Τρίτον, στη συνοπτική έκθεση, η Επιτροπή ανέφερε στο σημείο 13.1.1.15 ότι, «[λ]αμβάνοντας υπόψη τις εκτεταμένες ανταλλαγές κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αντιπαράθεσης, η ΓΔ [Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης] συμπεραίνει ότι οι ελλείψεις και οι σοβαρές ελλείψεις στη διεξαγωγή των ελέγχων, καθώς και η απουσία ελέγχων που περιγράφονται στα σημεία 13.1.1.1 έως 13.1.1.10 δείχνουν ότι ο βασικός έλεγχος “Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων” έχει διενεργηθεί με τόσο ελλιπή τρόπο ώστε καθίσταται εντελώς αναποτελεσματικός όσον αφορά την εξακρίβωση της συμμόρφωσης των δικαιούχων με τις απαιτήσεις της πολλαπλής συμμόρφωσης και όσον αφορά τη διασφάλιση του αποτρεπτικού αποτελέσματος του συστήματος πολλαπλής συμμόρφωσης κατά τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017». Εν συνεχεία, διαπίστωσε ότι υπήρχε μεγαλύτερος κίνδυνος ζημίας για τον προϋπολογισμό της Ένωσης και εφάρμοσε, βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014 και των κατευθυντήριων γραμμών του 2015, κατ’ αποκοπήν διόρθωση 10 %.

γ)      Εφαρμοστέα ρύθμιση

339    Το άρθρο 34, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού 908/2014 έχει ως ακολούθως:

«Εάν, ως αποτέλεσμα έρευνας, η Επιτροπή θεωρήσει ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους ενωσιακούς κανόνες, κοινοποιεί τα πορίσματά της στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, προσδιορίζοντας τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα για να διασφαλιστεί η μελλοντική συμμόρφωση με τους εν λόγω κανόνες και αναφέροντας το προσωρινό ύψος της δημοσιονομικής διόρθωσης που θεωρεί ότι αντιστοιχεί στα εν λόγω πορίσματα σε εκείνο το στάδιο της διαδικασίας. Η εν λόγω κοινοποίηση περιέχει επίσης χρονοδιάγραμμα διμερούς σύσκεψης εντός πέντε μηνών από τη λήξη της προθεσμίας για την απάντηση του κράτους μέλους. Η κοινοποίηση περιέχει παραπομπή στο παρόν άρθρο.»

340    Το άρθρο 12, παράγραφος 7, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014 προβλέπει τα ακόλουθα:

«Κατά τον καθορισμό του ύψους των κατ’ αποκοπή διορθώσεων, η Επιτροπή λαμβάνει ειδικά υπόψη τις ακόλουθες περιστάσεις, οι οποίες αποδεικνύουν αυξημένη σοβαρότητα των ελλείψεων που συνιστά μεγαλύτερο κίνδυνο απώλειας για τον προϋπολογισμό της Ένωσης:

α)      ένας ή περισσότεροι από τους βασικούς ελέγχους δεν διενεργούνται ή διενεργούνται ελλιπώς ή με περιορισμένη συχνότητα ώστε να κρίνονται αναποτελεσματικοί όσον αφορά τον καθορισμό της επιλεξιμότητας της αίτησης ή την πρόληψη παρατυπιών· ή

β)      διαπιστώνονται τρεις ή περισσότερες ελλείψεις όσον αφορά το ίδιο σύστημα ελέγχου· ή

γ)      διαπιστώνεται ότι το κράτος μέλος δεν εφαρμόζει σύστημα ελέγχου ή το σύστημα εμφανίζει σοβαρές ελλείψεις και υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για εκτεταμένες παρατυπίες και αμέλειες στην αντιμετώπιση παράτυπων ή δόλιων πρακτικών· ή

δ)      έχει ήδη επιβληθεί διόρθωση στο εν λόγω κράτος μέλος για παρόμοιες ελλείψεις στον ίδιο τομέα, λαμβανομένων πάντως υπόψη των διορθωτικών ή αντισταθμιστικών μέτρων που έχουν ήδη ληφθεί από το κράτος μέλος.»

δ)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

341    Από το άρθρο 34, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού 908/2014 προκύπτει ότι η Επιτροπή οφείλει, στην επιστολή διαπιστώσεων προς το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, να προσδιορίζει τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα για να διασφαλιστεί η μελλοντική συμμόρφωση με τους κανόνες και να αναφέρει το προσωρινό ύψος της δημοσιονομικής διόρθωσης που θεωρεί ότι αντιστοιχεί στα εν λόγω πορίσματα σε εκείνο το στάδιο της διαδικασίας. Το ύψος της δημοσιονομικής διόρθωσης είναι συνεπώς δυνατόν να τροποποιηθεί και να προσαρμοσθεί στα τελικά πορίσματα της Επιτροπής.

342    Συναφώς, όσον αφορά τη νομολογία που μνημονεύει η Ελληνική Δημοκρατία, στις σκέψεις 95 και 96 της αποφάσεως της 12ης Μαρτίου 2019, Γαλλία κατά Επιτροπής (T‑156/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:157), γίνεται μνεία στον κανονισμό (ΕΚ) 885/2006 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 2006, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 του Συμβουλίου σχετικά με τη διαπίστευση των οργανισμών πληρωμών και άλλων οργανισμών και την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ (ΕΕ 2006, L 171, σ. 90), ο οποίος καταργήθηκε με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό 907/2014, και στην επιστολή διαπιστώσεων (πρώτη κοινοποίηση) στην οποία αναφερόταν το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 885/2006, διάταξη η οποία ναι μεν ήταν παρόμοια με αυτήν του άρθρου 34, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού 908/2014, πλην όμως δεν επέβαλλε η Επιτροπή να αναφέρει, στην επιστολή διαπιστώσεών της, το προσωρινό ύψος της δημοσιονομικής διόρθωσης που θεωρούσε ότι αντιστοιχεί στα πορίσματά της σε εκείνο το στάδιο της διαδικασίας. Με την απόφαση εκείνη, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, στην επιστολή διαπιστώσεων (πρώτη κοινοποίηση) στην οποία αναφερόταν το συγκεκριμένο άρθρο, η Επιτροπή έπρεπε να εκθέτει, με επαρκή σαφήνεια, το αντικείμενο της έρευνας που διενήργησαν οι υπηρεσίες της και τις διαπιστωθείσες κατά την έρευνα αυτή ελλείψεις, καθότι ήταν δυνατή η επίκληση των ελλείψεων αυτών αργότερα ως αποδεικτικό στοιχείο περί της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας της Επιτροπής έναντι των ελέγχων των εθνικών αρχών ή έναντι αριθμητικών στοιχείων που αυτές διαβίβασαν, προς δικαιολόγηση με τον τρόπο αυτόν των δημοσιονομικών διορθώσεων που αποφάσιζε η Επιτροπή με την τελική της απόφαση περί αποκλεισμού από την ενωσιακή χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών στις οποίες προέβη το οικείο κράτος μέλος στο πλαίσιο του Ταμείου. Κατά συνέπεια, προκειμένου να επιτελεί την προειδοποιητική της λειτουργία, η επιστολή (κοινοποίηση) του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 885/2006 έπρεπε να προσδιορίζει εξαρχής με επαρκή σαφήνεια όλες τις παρατυπίες οι οποίες προσάπτονταν στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και οι οποίες αποτέλεσαν τελικώς τη βάση της διενεργηθείσας δημοσιονομικής διορθώσεως. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, μόνο μια τέτοια κοινοποίηση μπορούσε να διασφαλίσει την πλήρη γνωστοποίηση των επιφυλάξεων της Επιτροπής.

343    Περαιτέρω, στη σκέψη 93 της αποφάσεως της 8ης Ιουλίου 2020, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (T‑38/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:325), αναφέρεται ότι, πριν από την τελική απόφαση της Επιτροπής επί της εκτίμησης των ποσών που πρέπει να αποκλειστούν, το άρθρο 34 του εκτελεστικού κανονισμού 908/2014 προβλέπει ένα περίπλοκο και λεπτομερές σύστημα που πρέπει να ακολουθηθεί τόσο από το κράτος μέλος όσο και από την Επιτροπή. Η κοινοποίηση από την Επιτροπή των αποτελεσμάτων των επαληθεύσεων και των προς εξέταση διορθωτικών μέτρων χρησιμεύει ως βάση για τη διοικητική διαδικασία και καθορίζει το σχετικό πλαίσιο. Το κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του στη γραπτή απάντηση και στη διμερή σύσκεψη που προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη πριν η Επιτροπή κοινοποιήσει επισήμως τα συμπεράσματά της. Εν συνεχεία, το κράτος μέλος μπορεί ακόμη να προβάλει τα επιχειρήματά του ενώπιον του οργάνου συμβιβασμού. Μόνο μετά την εξέταση της έκθεσης του οργάνου συμβιβασμού λαμβάνει η Επιτροπή απόφαση περί ενδεχόμενης απόρριψης χρηματοδότησης. Κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, το κράτος μέλος πρέπει να διαθέτει όλες τις αναγκαίες εγγυήσεις για να εκθέσει την άποψή του. Η διοικητική διαδικασία είναι, επομένως, ιδιαίτερα σύνθετη και πλήρης και, ως εκ τούτου, διασφαλίζει ότι η Επιτροπή είναι σε θέση να λάβει την τελική απόφαση επί τη βάσει του συνόλου των διαθέσιμων πληροφοριών (πρβλ. απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2008, Ισπανία κατά Επιτροπής, T‑60/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2008:485, σκέψη 99 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

344    Συνακόλουθα, από τις αποφάσεις της 12ης Μαρτίου 2019, Γαλλία κατά Επιτροπής (T‑156/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:157), και της 8ης Ιουλίου 2020, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (T‑38/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:325), ουδόλως προκύπτει ότι η επιστολή διαπιστώσεων πρέπει να περιέχει το μέγιστο δυνατό ύψος της δημοσιονομικής διόρθωσης.

345    Στην υπό κρίση υπόθεση, από τα διάφορα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία συνοψίσθηκαν στις σκέψεις 334 έως 338 ανωτέρω, προκύπτει ότι η Επιτροπή προσδιόρισε το προσωρινό ύψος της δημοσιονομικής διόρθωσης που σκόπευε να εφαρμόσει πριν από την επιβληθείσα με τη συνοπτική έκθεση διόρθωση, συμφώνως προς το άρθρο 34, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού 908/2014, και ότι ακολουθήθηκε η νομολογία που μνημονεύθηκε στις σκέψεις 342 και 343 ανωτέρω.

346    Συγκεκριμένα, ήδη από την επιστολή διαπιστώσεων της 3ης Αυγούστου 2018 προκύπτει ότι η Επιτροπή διαπίστωσε ότι δεν είχαν διενεργηθεί έλεγχοι στο πλαίσιο του βασικού ελέγχου «Πεδίο εφαρμογής και ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων» ή ότι οι έλεγχοι δεν ήταν αποτελεσματικοί και επισήμανε ότι σκόπευε να εφαρμόσει ποσοστό κατ’ αποκοπήν διόρθωσης ύψους 10 %. Το ποσοστό αυτό δεν αυξήθηκε στην πορεία της διαδικασίας.

347    Επιπροσθέτως, από την επιστολή της Επιτροπής της 5ης Μαρτίου 2019, με αντικείμενο την πρόσκληση στη διμερή σύσκεψη, προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία είχε επίσης τη δυνατότητα, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, να λάβει θέση επί της εφαρμογής του άρθρου 12, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η ίδια.

348    Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή δεν παρέβη το άρθρο 34, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού 908/2014 ούτε παραβίασε την αρχή της απαγόρευσης της επί τα χείρω αντιμετώπισης του κράτους μέλους.

349    Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί το υπό κρίση σκέλος και, επομένως, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.

ΣΤ.    Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με τον υπολογισμό της δημοσιονομικής διόρθωσης

350    Ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως αφορά κατά κύριο λόγο τη συνεκτίμηση των προηγούμενων δημοσιονομικών διορθώσεων με σκοπό τη μείωση της υπολογισθείσας στη συνοπτική έκθεση και επιβληθείσας με την προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης.

351    Ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως διαρθρώνεται σε τρία σκέλη. Με το πρώτο σκέλος προβάλλεται παράλειψη συμψηφισμού των δημοσιονομικών διορθώσεων που επιβλήθηκαν με την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2021/2020 της Επιτροπής, της 17ης Νοεμβρίου 2021, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ (ΕΕ 2021, L 413, σ. 10, στο εξής: απόφαση ad hoc 67), η οποία εκδόθηκε σε συνέχεια των ερευνών NAC/2018/001/GR και INT/2020/303/GR. Με το δεύτερο σκέλος προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων που η ίδια η Επιτροπή έχει θέσει κατά τον υπολογισμό του αντικτύπου των ήδη επιβληθεισών δημοσιονομικών διορθώσεων για τις ίδιες δαπάνες στο πλαίσιο των ερευνών που μνημονεύονται στη συνοπτική έκθεση. Με το τρίτο σκέλος προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας ως προς τον υπολογισμό της δημοσιονομικής διόρθωσης, ειδικότερα όσον αφορά τη συνεκτίμηση των προηγούμενων δημοσιονομικών διορθώσεων, και παραβίαση των αρχών της χρηστής διοίκησης, της ασφάλειας δικαίου και της καλόπιστης συνεργασίας.

1.      Επί του πρώτου σκέλους, με το οποίο προβάλλεται παράβαση των κατευθυντήριων γραμμών του 2015 καθόσον η Επιτροπή παρέλειψε να συμψηφίσει τις δημοσιονομικές διορθώσεις που επιβλήθηκαν με την απόφαση ad hoc 67 σε συνέχεια των ερευνών NAC/2018/001/GR και INT/2020/303/GR

α)      Επιχειρήματα των διαδίκων

352    Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέλειψε να συμψηφίσει τις δημοσιονομικές διορθώσεις που επιβλήθηκαν με την απόφαση ad hoc 67 σε συνέχεια των ερευνών NAC/2018/001/GR και INT/2020/303/GR.

353    Ειδικότερα, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, με την απόφαση ad hoc 67, η Επιτροπή επέβαλε, σε συνέχεια της έρευνας NAC/2018/001/GR, στη θέση προϋπολογισμού 0050302600000008 και για το οικονομικό έτος 2017, διόρθωση ύψους 615 579 ευρώ. Με την προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση, στην ίδια θέση προϋπολογισμού που διαλαμβάνεται στον αναλυτικό πίνακα επιβαλλόμενων διορθώσεων, ο οποίος προέρχεται από την εφαρμογή Cats/Combo και προσαρτήθηκε στην τελική θέση της 17ης Νοεμβρίου 2021 (στο εξής: πίνακας Cats/Combo), και για το ίδιο έτος, η Επιτροπή επέβαλε ακαθάριστη και καθαρή διόρθωση ύψους 232 658,07 ευρώ, ενώ στη στήλη του πίνακα που έπρεπε να περιλαμβάνει την προηγούμενη διόρθωση ουδέν αναφέρει. Η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη την ήδη επιβληθείσα διόρθωση και ότι η προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση είναι ακυρωτέα κατά το ποσό των 232 658,07 ευρώ. Επιπλέον, με την απόφαση ad hoc 67, σε συνέχεια της έρευνας NAC/2018/001/GR, η Επιτροπή επέβαλε επίσης για το οικονομικό έτος 2017 διόρθωση ύψους 137 267,09 ευρώ στη θέση προϋπολογισμού 050302600000030, ενώ με την προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση, στην ίδια θέση προϋπολογισμού που διαλαμβάνεται στον πίνακα Cats/Combo, και για το ίδιο έτος, η Επιτροπή επέβαλε ακαθάριστη και καθαρή διόρθωση ύψους 27 047,82 ευρώ, ενώ στη στήλη του πίνακα που έπρεπε να περιλαμβάνει την προηγούμενη διόρθωση ουδέν αναφέρει. Συνακόλουθα, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση είναι ακυρωτέα κατά το ποσό των 27 047,82 ευρώ.

354    Ομοίως, όσον αφορά το οικονομικό έτος 2018, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, με την απόφαση ad hoc 67 και σε συνέχεια της έρευνας NAC/2018/001/GR, επιβλήθηκε στη θέση προϋπολογισμού 050302600000072 διόρθωση 160 341 ευρώ και στη θέση προϋπολογισμού 050302600000094 διόρθωση 58 808,06 ευρώ. Όμως, στην προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση, στις ίδιες θέσεις προϋπολογισμού που διαλαμβάνονται στον πίνακα Cats/Combo, η Επιτροπή παρέλειψε να αναφέρει τις επιβληθείσες προηγούμενες διορθώσεις. Επέβαλε ακαθάριστη και καθαρή διόρθωση 348 452,22 ευρώ και 26 283,26 ευρώ αντίστοιχα. Συνακόλουθα, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση είναι ακυρωτέα κατά τα ποσά των 160 341 και 26 283,26 ευρώ.

355    Επιπλέον, με την απόφαση ad hoc 67 και σε συνέχεια της έρευνας INT/2020/303/GR, η Επιτροπή επέβαλε, για το οικονομικό έτος 2018, διορθώσεις ύψους 1 115,69 ευρώ και 12 345,53 ευρώ στις θέσεις προϋπολογισμού 05032520000013 και 05032520000014 αντίστοιχα. Οι εν λόγω προηγούμενες διορθώσεις ουδόλως αναφέρονται ούτε έχουν ληφθεί υπόψη στην προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση στις θέσεις προϋπολογισμού του ίδιου έτους που διαλαμβάνονται στον πίνακα Cats/Combo. Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, επομένως, ότι η προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση είναι ακυρωτέα κατά τα ποσά των 1 115,69 ευρώ και 12 345,53 ευρώ.

356    Κατά συνέπεια, η Ελληνική Δημοκρατία συμπεραίνει ότι η προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση πρέπει να ακυρωθεί κατά το συνολικό ποσό των 459 791,37 ευρώ.

357    Περαιτέρω, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι τα τελικά ποσά της διόρθωσης τα οποία περιέλαβε στην προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση λαμβάνουν υπόψη τις μειώσεις στις οποίες η Επιτροπή έπρεπε να προβεί κατά τον καθορισμό της καθαρής διόρθωσης που επιβάλλει με την εκτελεστική απόφασή της είναι απολύτως ανακριβής και αναπόδεικτος. Η Ελληνική Δημοκρατία εκτιμά ότι τα ποσά της καθαρής δημοσιονομικής επίπτωσης στις δύο πράξεις της Επιτροπής, ήτοι στην τελική της θέση της 17ης Νοεμβρίου 2021 και στη συνοπτική έκθεση, είναι ακριβώς ίδια.

358    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

β)      Σχετικά στοιχεία της ανταλλαγείσας κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας αλληλογραφίας και της συνοπτικής έκθεσης

359    Στην τελική θέση της 17ης Νοεμβρίου 2021, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι το ακαθάριστο ποσό που πρότεινε να αποκλειστεί από τη χρηματοδότηση της Ένωσης ανερχόταν σε 43 525 011,74 ευρώ. Ακολούθως, ανέφερε ότι είχε λάβει υπόψη τον αντίκτυπο των δημοσιονομικών διορθώσεων που επιβλήθηκαν στις ίδιες δαπάνες σε συνέχεια των ερευνών AA/2016/013/GR, NAC/2016/011/GR, NAC/2016/020/GR, INT/2016/011/GR, INT/2019/004/GR, CEB/2017/053/GR και CEB/2018/053/GR, προβαίνοντας σε αντίστοιχη μείωση της διόρθωσης. Η Επιτροπή έκρινε, επομένως, ότι το καθαρό ποσό που έπρεπε να αποκλειστεί ανερχόταν σε 43 167 428,41 ευρώ.

360    Στο σημείο 13.1.3 της συνοπτικής έκθεσης, η Επιτροπή κατέληξε στο ίδιο ακαθάριστο ποσό. Το καθαρό ποσό, με αναφορά στις ίδιες έρευνες καθώς και στις έρευνες INT/2020/303/GR και NAC/2018/001/GR, εκτιμήθηκε σε 43 156 228,16 ευρώ.

γ)      Εφαρμοστέα ρύθμιση

361    Το σημείο 1.3.7 των κατευθυντήριων γραμμών του 2015, το οποίο τιτλοφορείται «Οι δαπάνες που έχουν αποτελέσει αντικείμενο δημοσιονομικής διόρθωσης δεν υποβάλλονται σε διόρθωση δεύτερη φορά», αναφέρει τα εξής:

«Οι αλληλεπικαλυπτόμενες δημοσιονομικές διορθώσεις (για τον ίδιο συνδυασμό οργανισμού πληρωμών – οικονομικού έτους – κωδικού προϋπολογισμού) θα συμψηφίζονται. Η ακολουθία/σειρά εφαρμογής των δημοσιονομικών διορθώσεων δεν θα πρέπει να επηρεάζει το συνολικό ποσό της διόρθωσης. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι αλληλεπικαλυπτόμενες διορθώσεις εντάσσονται στην ίδια διαδικασία συμμόρφωσης ή αποτελούν μέρος παρατεταμένων ελέγχων δεν επηρεάζει το συνολικό ποσό της διόρθωσης.»

362    Το σημείο 4.3 των κατευθυντήριων γραμμών του 2015 προβλέπει τα εξής:

«Οι διορθώσεις που επιβάλλονται για αδυναμίες του συστήματος πολλαπλής συμμόρφωσης είναι συμπληρωματικές προς εκείνες που επιβάλλονται για αδυναμίες όσον αφορά την επιλεξιμότητα. Κατά τον υπολογισμό της δημοσιονομικής διόρθωσης για αδυναμίες του συστήματος πολλαπλής συμμόρφωσης θα λαμβάνονται υπόψη οι διορθώσεις που έχουν ήδη επιβληθεί σε σχέση με τις δαπάνες που αφορούν τον ίδιο πληθυσμό μετά τη διαπίστωση αδυναμιών στο πλαίσιο της επιλεξιμότητας των δαπανών που καταβλήθηκαν. Ομοίως, για τις διορθώσεις σε σχέση με την επιλεξιμότητα θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα ποσά που έχουν ήδη αφαιρεθεί μετά την επιβολή διορθώσεων για αδυναμίες όσον αφορά την εφαρμογή του συστήματος πολλαπλής συμμόρφωσης. […]»

δ)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

363    Κατ’ ουσίαν, η Ελληνική Δημοκρατία και η Επιτροπή ερίζουν ως προς το εάν, στα τελικά ποσά της διόρθωσης, όπως εμφαίνονται στη συνοπτική έκθεση, έχουν ληφθεί υπόψη οι διορθώσεις που επιβλήθηκαν στην Ελληνική Δημοκρατία με την εκδοθείσα σε συνέχεια των ερευνών INT/2020/303/GR και NAC/2018/001/GR απόφαση ad hoc 67.

364    Συναφώς, κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι οι διορθώσεις που επιβλήθηκαν στην Ελληνική Δημοκρατία σε συνέχεια των ερευνών INT/2020/303/GR και NAC/2018/001/GR δεν περιελήφθησαν από την Επιτροπή στην τελική θέση της 17ης Νοεμβρίου 2021, συμπεριλαμβανομένου του πίνακα Cats/Combo που προσαρτήθηκε στην τελική θέση. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι δεν πρόλαβε χρονικά να περιλάβει τις διορθώσεις αυτές στον εν λόγω πίνακα, καθόσον οι εν λόγω διορθώσεις αποφασίστηκαν την ίδια ημέρα αποστολής της τελικής θέσης στις ελληνικές αρχές.

365    Εντούτοις, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, στα τελικά ποσά της διόρθωσης που εμφαίνονται στη συνοπτική έκθεση έχουν όντως ληφθεί υπόψη οι εν λόγω διορθώσεις.

366    Αφενός, από τις σκέψεις 359 και 360 ανωτέρω προκύπτει ότι τα καθαρά ποσά των διορθώσεων που εμφαίνονται στην τελική θέση της 17ης Νοεμβρίου 2021 και στη συνοπτική έκθεση διαφέρουν και ότι το καθαρό ποσό που μνημονεύεται στη συνοπτική έκθεση είναι μικρότερο, κατά 11 200,25 ευρώ, από το ποσό που μνημονεύεται στην τελική θέση. Κατά συνέπεια, στο μέτρο που η Ελληνική Δημοκρατία στήριξε τα επιχειρήματά της στην παραδοχή ότι το καθαρό ποσό στα δύο έγγραφα ήταν το ίδιο, ήτοι 43 167 428,41 ευρώ, τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν, έστω και μόνο για τον λόγο αυτόν.

367    Αφετέρου, στη συνοπτική έκθεση, η οποία εκδόθηκε έναν και πλέον μήνα μετά την τελική θέση της 17ης Νοεμβρίου 2021, αναφέρεται ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη τον αντίκτυπο των δημοσιονομικών διορθώσεων που επιβλήθηκαν στις ίδιες δαπάνες και σε συνέχεια των ερευνών ΙΝΤ/2020/303/GR και ΝΑC/2018/001/GR.

368    Συγκεκριμένα, όσον αφορά το ποσό των μειώσεων που απορρέει αποκλειστικά και μόνον από τις δημοσιονομικές διορθώσεις που επιβλήθηκαν με την εκδοθείσα σε συνέχεια των ερευνών INT/2020/303/GR και NAC/2018/001/GR απόφαση ad hoc 67, αυτό ανέρχεται σε 11 200,25 ευρώ, σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που παρέσχε η Επιτροπή απαντώντας σε μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας, και αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του καθαρού ποσού που μνημονεύεται στην τελική θέση της 17ης Νοεμβρίου 2021 και εκείνου που μνημονεύεται στη συνοπτική έκθεση.

369    Τέλος, από τις απαντήσεις στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας συνάγεται επίσης ότι η διαφορά μεταξύ των ποσών των μειώσεων που αναφέρει η Επιτροπή και εκείνων που αναφέρει η Ελληνική Δημοκρατία προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι έρευνες INT/2020/303/GR και NAC/2018/001/GR εξηγείται από τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή και η Ελληνική Δημοκρατία ερμηνεύουν τις κατευθυντήριες γραμμές του 2015. Η ερμηνεία των κατευθυντηρίων γραμμών αναλύεται στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως (βλ. σκέψεις 377 έως 386 κατωτέρω).

370    Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, με την προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις διορθώσεις που επιβλήθηκαν στην Ελληνική Δημοκρατία σε συνέχεια των ερευνών INT/2020/303/GR και NAC/2018/001/GR. Επομένως, το υπό κρίση σκέλος πρέπει να απορριφθεί.

2.      Επί του δευτέρου σκέλους, με το οποίο προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών του 2015 κατά τον υπολογισμό του αντικτύπου των ήδη επιβληθεισών δημοσιονομικών διορθώσεων για τις ίδιες δαπάνες

α)      Επιχειρήματα των διαδίκων

371    Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή εφάρμοσε με εσφαλμένο τρόπο τους κανόνες οι οποίοι απορρέουν από τις κατευθυντήριες γραμμές του 2015 κατά τον υπολογισμό του αντικτύπου των ήδη επιβληθεισών δημοσιονομικών διορθώσεων για τις ίδιες δαπάνες. Κατ’ αυτήν, αρκεί να πληρούνται οι προϋποθέσεις περί ταυτότητας οργανισμού πληρωμής, οικονομικού έτους και γραμμής προϋπολογισμού προκειμένου η Επιτροπή να υποχρεούται να αφαιρέσει από τη διόρθωση που επιβάλλει με απόφασή της τη διόρθωση που επιβλήθηκε με προηγούμενη απόφαση. Στο μέτρο που, για τις γραμμές 2 έως 10, 13, 14, 25, 26, 48, 62 και 63 που περιέχονται στον πίνακα Cats/Combo που προσαρτήθηκε στην τελική θέση της 17ης Νοεμβρίου 2021, υφίσταται συμψηφιστέα προηγούμενη διόρθωση, ο υπολογισμός της καθαρής διόρθωσης δεν πρέπει να θεωρηθεί νόμιμος, δεδομένου ότι από τον εν λόγω πίνακα προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν αφαίρεσε από την ακαθάριστη διόρθωση την προηγούμενη διόρθωση που η ίδια συνομολογεί ότι έπρεπε να συμψηφιστεί. Κατά συνέπεια, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση είναι ακυρωτέα σε ό,τι αφορά την καθαρή επιβλητέα διόρθωση και δη για το ποσό των 11 765 740,75 ευρώ.

372    Συναφώς, η Ελληνική Δημοκρατία αναφέρεται ιδίως στο σημείο 4.3 των κατευθυντήριων γραμμών του 2015 με το οποίο, κατά την άποψή της, εισάγεται για την πολλαπλή συμμόρφωση ειδικός κανόνας κατά τον οποίο οι διορθώσεις που έχουν ήδη επιβληθεί σε σχέση με τις δαπάνες που αφορούν τον ίδιο πληθυσμό μετά τη διαπίστωση αδυναμιών στο πλαίσιο της επιλεξιμότητας των δαπανών που καταβλήθηκαν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της δημοσιονομικής διόρθωσης για τις αδυναμίες του συστήματος πολλαπλής συμμόρφωσης. Επιπλέον, διατείνεται ότι η μαθηματική προσέγγιση που περιγράφηκε για πρώτη φορά από την Επιτροπή στο υπόμνημα αντικρούσεως, δηλαδή η αφαίρεση της προηγούμενης διόρθωσης από το βασικό ποσό στο οποίο εφαρμόζεται η κατ’ αποκοπήν διόρθωση στο πλαίσιο της πολλαπλής συμμόρφωσης, ουδόλως επαληθεύεται από τον πίνακα Cats/Combo και είναι προδήλως ανακριβής.

373    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

β)      Σχετικά στοιχεία της ανταλλαγείσας κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας αλληλογραφίας και της συνοπτικής έκθεσης

374    Ο πίνακας Cats/Combo προσαρτήθηκε στην τελική θέση της 17ης Νοεμβρίου 2021.

375    Στη συνοπτική έκθεση, η Επιτροπή ανέφερε ότι η εφαρμογή της δημοσιονομικής διόρθωσης ήταν σύμφωνη με τις κατευθυντήριες γραμμές του 2015. Πρότεινε να αποκλειστεί από τη χρηματοδότηση της Ένωσης ακαθάριστο ποσό ανερχόμενο σε 43 525 011,74 ευρώ. Προέβη στη μείωση της διόρθωσης αυτής λαμβάνοντας υπόψη τον αντίκτυπο των δημοσιονομικών διορθώσεων που επιβλήθηκαν στις ίδιες δαπάνες στο πλαίσιο των ερευνών AA/2016/013/GR, NAC/2016/011/GR, NAC/2016/020/GR, INT/2016/011/GR, INT/2019/004/GR, CEB/2017/053/GR, CEB/2018/053/GR, INT/2020/303/GR και NAC/2018/001/GR προκειμένου να επιβάλει καθαρό ποσό ανερχόμενο σε 43 156 228,16 ευρώ.

γ)      Εφαρμοστέα ρύθμιση

376    Όσον αφορά τα σημεία 1.3.7 και 4.3 των κατευθυντήριων γραμμών του 2015, γίνεται παραπομπή στις σκέψεις 361 και 362 ανωτέρω.

δ)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

377    Επισημαίνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία και η Επιτροπή ερίζουν ως προς την ερμηνεία του σημείου 4.3 των κατευθυντήριων γραμμών του 2015.

378    Συναφώς, κατά πρώτον, υπενθυμίζεται, όσον αφορά το σημείο 4.3 των κατευθυντήριων γραμμών του 2015, ότι, στο μέτρο που οι διορθώσεις που επιβάλλονται για αδυναμίες στο πλαίσιο του συστήματος ελέγχου της πολλαπλής συμμόρφωσης είναι συμπληρωματικές προς εκείνες που επιβάλλονται για αδυναμίες όσον αφορά την επιλεξιμότητα, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη, για τον υπολογισμό της δημοσιονομικής διόρθωσης που συνδέεται με τις πρώτες αδυναμίες, τις διορθώσεις που συνδέονται με τις δεύτερες αδυναμίες και έχουν ήδη επιβληθεί σε σχέση με τις δαπάνες που αφορούν τον ίδιο πληθυσμό (βασικό ποσό), και αντιστρόφως. Η μέθοδος που περιγράφεται στο σημείο 4.3 των κατευθυντήριων γραμμών του 2015 αποσκοπεί στο να λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό των νέων δημοσιονομικών διορθώσεων οι προηγούμενες διορθώσεις οι οποίες έχουν ήδη δημοσιευθεί σε εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής περί αποκλεισμού δαπανών. Ο εν λόγω κανόνας, ο οποίος, αντιθέτως προς όσα διατείνεται η Ελληνική Δημοκρατία, δεν συνεπάγεται ότι η προηγούμενη δημοσιονομική διόρθωση αφαιρείται ολόκληρη από τη νέα διόρθωση, αποσκοπεί στο να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να διορθωθούν οι ίδιες δαπάνες περισσότερες από μία φορά και, επομένως, στο να αποτραπεί μια υπερβολικά υψηλή διόρθωση.

379    Όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, όταν το βασικό ποσό της προηγούμενης δημοσιονομικής διόρθωσης και το βασικό ποσό της νέας δημοσιονομικής διόρθωσης είναι διαφορετικά, από το βασικό ποσό της νέας διόρθωσης πρέπει να αφαιρείται το μέρος της προηγούμενης διόρθωσης που θα μπορούσε να επηρεάσει το βασικό ποσό της νέας διόρθωσης. Για τον λόγο αυτό η μαθηματική προσέγγιση συνίσταται στο να αφαιρείται η προηγούμενη δημοσιονομική διόρθωση κατ’ αναλογίαν από το βασικό ποσό που αφορά τη νέα διόρθωση.

380    Επιπλέον, τυχόν απλή αφαίρεση, η οποία θα υπερέβαινε μια κατ’ αναλογίαν αφαίρεση από το βασικό ποσό της νέας διόρθωσης, θα μείωνε τα κίνητρα για τήρηση των κανόνων της πολλαπλής συμμόρφωσης όταν έχει ήδη επιβληθεί διόρθωση σε μια δεδομένη γραμμή προϋπολογισμού.

381    Επομένως, ορθώς η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις προηγούμενες διορθώσεις όταν επιβάλλει νέες διορθώσεις σε ίδιο πληθυσμό, εφαρμόζοντας pro rata μέθοδο όσον αφορά δημοσιονομικές διορθώσεις που έχουν ήδη επιβληθεί κατόπιν εκτελεστικής απόφασης της Επιτροπής περί αποκλεισμού δαπανών, και δεν αφαιρεί ολόκληρες τις προηγούμενες διορθώσεις.

382    Κατά δεύτερον, από τα στοιχεία της δικογραφίας και από την απάντηση της Επιτροπής στο μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας προκύπτει ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε μια εφαρμογή από την οποία προήλθε ο πίνακας Cats/Combo. Ο εν λόγω πίνακας, ο οποίος προσαρτήθηκε στην τελική θέση της 17ης Νοεμβρίου 2021, περιλαμβάνει δώδεκα στήλες, ήτοι το οικονομικό έτος, τον οργανισμό πληρωμών, τη γραμμή προϋπολογισμού, το βασικό ποσό, το νόμισμα του ποσού αυτού, την προηγούμενη διόρθωση (αριθμητικώς), το βασικό ποσό (σε ποσοστό επί τοις εκατό), τη διόρθωση (σε ποσοστό επί τοις εκατό), την ακαθάριστη διόρθωση (αριθμητικώς), την καθαρή διόρθωση (αριθμητικώς), τον δημοσιονομικό αντίκτυπο (αριθμητικώς) και το νόμισμα αυτού. Η Επιτροπή στηρίχθηκε σε βασικό ποσό δηλωθέν από τις ελληνικές αρχές και, σε περίπτωση που για μια γραμμή προϋπολογισμού υφίστατο προηγούμενη δημοσιονομική διόρθωση, έλαβε υπόψη τη διόρθωση αυτή αφαιρώντας την από το βασικό ποσό της νέας διόρθωσης σύμφωνα με κατ’ αναλογίαν υπολογισμό. Συνακόλουθα, μόνον το μέρος της προηγούμενης δημοσιονομικής διόρθωσης που θα μπορούσε να επηρεάσει το βασικό ποσό της νέας διόρθωσης αφαιρούνταν από το εν λόγω βασικό ποσό πριν από τον υπολογισμό οποιασδήποτε νέας δημοσιονομικής διόρθωσης. Ο υπολογισμός του προσαρμοσμένου ποσού της προηγούμενης δημοσιονομικής διόρθωσης, το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί από το βασικό ποσό της νέας διόρθωσης, πραγματοποιείται ως εξής:

προηγούμενη διόρθωση × βασικό ποσό της νέας διόρθωσης
βασικό ποσό της προηγούμενης διόρθωσης

383    Η διόρθωση βάσει της πολλαπλής συμμόρφωσης εφαρμόστηκε, στη συνέχεια, στο βασικό ποσό της νέας διόρθωσης όπως αυτό προσαρμόστηκε. Η διόρθωση αυτή έχει καταχωρισθεί στη στήλη «Καθαρή διόρθωση» του πίνακα Cats/Combo.

384    Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή δήλωσε ότι η χρήση της εν λόγω μεθόδου αφαίρεσης κατ’ αναλογίαν συνιστά πάγια πρακτική.

385    Τέλος, διαπιστώνεται ότι από τον πίνακα Cats/Combo προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή προέβη σε μειώσεις στις δεκαέξι γραμμές τις οποίες ανέφερε η Ελληνική Δημοκρατία στο δικόγραφο της προσφυγής και ότι, για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή έκανε χρήση της μεθόδου που περιγράφηκε στις σκέψεις 378 έως 383 ανωτέρω, ενεργώντας επομένως συμφώνως προς τις κατευθυντήριες γραμμές του 2015. Τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας τα οποία ερείδονται σε εσφαλμένη ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων δεν δύνανται να ανατρέψουν την ανωτέρω διαπίστωση.

386    Ενόψει των προεκτεθέντων, το υπό κρίση σκέλος πρέπει να απορριφθεί.

3.      Επί του τρίτου σκέλους, με το οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τον υπολογισμό της δημοσιονομικής διόρθωσης και παραβίαση των αρχών της χρηστής διοίκησης, της ασφάλειας δικαίου και της καλόπιστης συνεργασίας

α)      Επιχειρήματα των διαδίκων

387    Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση είναι αναιτιολόγητη ως προς τον υπολογισμό της επιβληθείσας δημοσιονομικής διόρθωσης, ιδίως όσον αφορά τη συνεκτίμηση των προηγούμενων δημοσιονομικών διορθώσεων. Συνεπώς, πρέπει να ακυρωθεί η διόρθωση ως αναιτιολόγητη, άλλως και επικουρικώς για το συνολικό ποσό των 12 225 532,12 ευρώ.

388    Επιπλέον, η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι η εκ των υστέρων αναφορά στην προβλεπόμενη στην εφαρμογή Cats/Combo μαθηματική προσέγγιση ή «αλγόριθμο» που έχει άγνωστο περιεχόμενο και έχει χρησιμοποιηθεί εν αγνοία της σε καμία περίπτωση δεν αρκεί για τη θεμελίωση της αιτιολογίας της πράξεως και είναι αντίθετη στις αρχές της χρηστής διοίκησης, της ασφάλειας δικαίου και της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής.

389    Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

β)      Σχετικά στοιχεία της ανταλλαγείσας κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας αλληλογραφίας και της συνοπτικής έκθεσης

390    Από την επιστολή διαπιστώσεων της 3ης Αυγούστου 2018 προκύπτει ότι η Επιτροπή, αφού διατύπωσε τις αρχικές παρατηρήσεις της, ανέφερε ότι οι κατευθυντήριες γραμμές του 2015 προβλέπουν την εφαρμογή κατ’ αποκοπήν διόρθωσης τουλάχιστον 10 %. Με την εν λόγω επιστολή καλούνται εν συνεχεία οι ελληνικές αρχές να παράσχουν όλες τις συναφείς πληροφορίες με στόχο τον προσδιορισμό του πληθυσμού που επηρεάστηκε από τις αδυναμίες καθώς και να υποβάλουν ακριβέστερο υπολογισμό των ποσών που πρέπει να αποκλειστούν από την ενωσιακή χρηματοδότηση.

391    Στην επιστολή της 5ης Μαρτίου 2019, με την οποία προσκάλεσε τις ελληνικές αρχές σε διμερή σύσκεψη, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι οιεσδήποτε πληροφορίες ή ο ακριβέστερος υπολογισμός των ποσών που πρέπει να αποκλειστούν από την ενωσιακή χρηματοδότηση θα έπρεπε να υποβληθούν το αργότερο στο πλαίσιο της απάντησης στα πρακτικά της διμερούς σύσκεψης που προγραμματίστηκε για τις 28 Μαρτίου 2019. Στην επιστολή αυτή, η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι είχε λάβει και αναλύσει την εκτίμηση κινδύνου που είχαν προσκομίσει οι ελληνικές αρχές και ότι οι εν λόγω πληροφορίες θα συζητούνταν κατά τη διμερή σύσκεψη στο πλαίσιο του άρθρου 12 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014 και των κατευθυντήριων γραμμών του 2015. Στα πρακτικά της διμερούς σύσκεψης που προσαρτώνται στην επιστολή της 13ης Μαΐου 2019 επισημαίνεται ότι, «[π]ροκειμένου να υπολογιστεί ο κίνδυνος για τα Ταμεία με την απαιτούμενη ακρίβεια, ζητείται από τις ελληνικές αρχές να υποβάλουν τα συνολικά ποσά των ενισχύσεων που υπόκεινται στις απαιτήσεις πολλαπλής συμμόρφωσης και τα οποία καταβλήθηκαν στο σύνολο των δικαιούχων για τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017», ότι «[τ]α ποσά αυτά θα πρέπει να είναι κατανεμημένα ανά έτος υποβολής αιτήσεων, ανά οικονομικό έτος και ανά κωδικό προϋπολογισμού», ότι, «[π]ροκειμένου να διευκολυνθεί η μετέπειτα επεξεργασία τους, ζητείται από τις ελληνικές αρχές να χρησιμοποιήσουν το συνημμένο υπόδειγμα αρχείου Excel» και ότι «[η] πρώτη σειρά κάτω από τις κεφαλίδες σε κάθε φύλλο περιέχει ένα παράδειγμα των ζητούμενων δεδομένων στη σωστή μορφή[, σ]το [δε] πρώτο φύλλο του αρχείου Excel συνοψίζονται τα δεδομένα που θα πρέπει να δηλωθούν».

392    Με την επιστολή της 21ης Ιανουαρίου 2020, με την οποία υπέβαλε αίτημα παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών, η Επιτροπή προσήψε στις ελληνικές αρχές ότι δεν υπέβαλαν τις πληροφορίες για τα έτη υποβολής αιτήσεων 2016 και 2017 στην απαιτούμενη μορφή και ότι υπέβαλαν επίσης τις πληροφορίες και για το έτος υποβολής αιτήσεων 2015 όσον αφορά τις δαπάνες για μέτρα στον αμπελοοινικό τομέα. Στα προκαταρκτικά συμπεράσματα της 21ης Οκτωβρίου 2020, η Επιτροπή επισήμανε ότι, για να καταστεί δυνατός ο υπολογισμός των κατ’ αποκοπήν διορθώσεων, οι ελληνικές αρχές κοινοποίησαν τα συνολικά ποσά των ενισχύσεων στους σχετικούς δικαιούχους για τα οικεία έτη υποβολής αιτήσεων. Από τα εν λόγω προκαταρκτικά συμπεράσματα προκύπτει επίσης ότι οι υπολογισμοί του κινδύνου για τα Ταμεία, τους οποίους υπέβαλαν οι ελληνικές αρχές και οι οποίοι σχετίζονται με ορισμένα σημεία διαπίστωσης, δεν έγιναν δεκτοί από την Επιτροπή. Επιπλέον, στα εν λόγω προκαταρκτικά συμπεράσματα αναφερόταν καθαρή διόρθωση 43 171 712,52 ευρώ λαμβανομένων υπόψη των δημοσιονομικών διορθώσεων που επιβλήθηκαν στις ίδιες δαπάνες σε συνέχεια των ερευνών AA/2016/013/GR, NAC/2016/011/GR, NAC/2016/020/GR, INT/2016/011/GR και CEB/2017/053/GR. Συναφώς, η Επιτροπή επισήμανε ότι, σε περίπτωση που αποφασιζόταν στο μέλλον διόρθωση για τις ίδιες δαπάνες, η ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης θα φρόντιζε ώστε η διόρθωση που θα αποφασιζόταν αργότερα να μειωθεί, αφού ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις των προηγούμενων δημοσιονομικών διορθώσεων. Πίνακας του τύπου Cats/Combo, στον οποίο αναφέρονταν λεπτομερώς, μεταξύ άλλων, η γραμμή προϋπολογισμού, το βασικό ποσό, κατά περίπτωση τα ποσά των προηγούμενων διορθώσεων, και το ποσό των νέων ακαθάριστων και καθαρών διορθώσεων, επισυναπτόταν στα εν λόγω προκαταρκτικά συμπεράσματα.

393    Στην από 25 Μαΐου 2021 έκθεση του οργάνου συμβιβασμού αναφέρεται ότι, ενώπιόν του, οι ελληνικές αρχές αμφισβήτησαν το ποσοστό διόρθωσης 10 % και τη χρήση κατ’ αποκοπήν διόρθωσης.

394    Στην τελική θέση της 17ης Νοεμβρίου 2021, σε συνέχεια της έκθεσης του οργάνου συμβιβασμού, η Επιτροπή αναφέρθηκε σε καθαρή διόρθωση ύψους 43 167 428,41 ευρώ και, συνεπώς, χαμηλότερη σε σχέση με εκείνη που είχε αναφέρει στα προκαταρκτικά συμπεράσματα της 21ης Οκτωβρίου 2020. Επισημαίνεται ότι στην εν λόγω τελική θέση, στο πλαίσιο της συνεκτίμησης των μειώσεων για προηγούμενες διορθώσεις, προστέθηκε στις έρευνες που είχαν ήδη μνημονευθεί στα ως άνω προκαταρκτικά συμπεράσματα η έρευνα CEB/2018/053/GR και αναγραφόταν η ίδια ένδειξη σχετικά με τον συνυπολογισμό, στο μέλλον, των προηγούμενων δημοσιονομικών διορθώσεων για τις ίδιες δαπάνες. Η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι η πρότασή της για την εφαρμογή κατ’ αποκοπήν διόρθωσης 10 % ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 12, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014 και με τις κατευθυντήριες γραμμές του 2015. Ο πίνακας Cats/Combo προσαρτήθηκε στην τελική θέση.

395    Στη συνοπτική έκθεση, η Επιτροπή αναφέρθηκε σε καθαρή διόρθωση ύψους 43 156 228,16 ευρώ η οποία ήταν χαμηλότερη σε σχέση με εκείνη που είχε αναφέρει στην τελική θέση της 17ης Νοεμβρίου 2021. Στο πλαίσιο της συνεκτίμησης των μειώσεων για προηγούμενες διορθώσεις, προσέθεσε στις έρευνες που είχαν ήδη μνημονευθεί στην εν λόγω τελική θέση τις έρευνες INT/2020/303/GR και NAC/2018/001/GR και επανέλαβε στη συνοπτική έκθεση την ίδια ένδειξη σχετικά με τον συνυπολογισμό, στο μέλλον, των προηγούμενων δημοσιονομικών διορθώσεων για τις ίδιες δαπάνες. Ισχυρίστηκε ότι η εφαρμογή κατ’ αποκοπήν δημοσιονομικής διόρθωσης 10 % επί του πληθυσμού που παρουσιάζει κίνδυνο, ο οποίος αποτελείται από όλους τους δικαιούχους που υπόκεινται στις απαιτήσεις της πολλαπλής συμμόρφωσης, ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 12, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 907/2014 και με τις κατευθυντήριες γραμμές του 2015. Από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει επίσης ότι η έκθεση αυτή πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας.

γ)      Εφαρμοστέα ρύθμιση

396    Όσον αφορά την εφαρμοστέα ρύθμιση, γίνεται παραπομπή στις σκέψεις 361 και 362 ανωτέρω.

δ)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

397    Προκαταρκτικώς, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου του επιχειρήματος της Ελληνικής Δημοκρατίας όσον αφορά την έλλειψη αιτιολογίας ως προς τον υπολογισμό της επιβληθείσας διόρθωσης για τον λόγο ότι αυτό προβλήθηκε το πρώτον κατά το στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως.

398    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, η έλλειψη ή η ανεπάρκεια αιτιολογίας εμπίπτει στην παράβαση ουσιώδους τύπου και αποτελεί λόγο ακυρώσεως δημοσίας τάξεως τον οποίο ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως (απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, C‑367/95 P, EU:C:1998:154, σκέψη 67). Δεδομένου ότι οι διάδικοι ήταν σε θέση να λάβουν θέση λυσιτελώς και αποτελεσματικώς επί του λόγου ακυρώσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας όσον αφορά τον υπολογισμό της δημοσιονομικής διόρθωσης, σύμφωνα με τη νομολογία (απόφαση της 15ης Ιουλίου 2021, Επιτροπή κατά Landesbank Baden-Württemberg και ΕΣΕ, C‑584/20 P και C‑621/20 P, EU:C:2021:601, σκέψη 60), ένας τέτοιος λόγος, ο οποίος λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη, μπορεί συνεπώς να εξεταστεί.

399    Όπως προκύπτει από την πάγια νομολογία που μνημονεύθηκε στις σκέψεις 195 και 196 ανωτέρω, η απαιτούμενη κατά το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της σχετικής πράξης και να εκθέτει με σαφήνεια και χωρίς αμφισημία τη συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εξέδωσε την πράξη, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους ελήφθη το μέτρο, στο δε αρμόδιο δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του. Από τη νομολογία αυτή προκύπτει επίσης ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών του Ταμείου εκδίδονται βάσει συνοπτικής έκθεσης και κατόπιν επικοινωνίας μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους και ότι η αιτιολογία αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το Ταμείο με ένα μέρος των δηλωθεισών δαπανών πρέπει να θεωρείται επαρκής εφόσον το κράτος-αποδέκτης συνεργάστηκε στενά στη διαδικασία κατάρτισης της αποφάσεως αυτής και γνώριζε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το Ταμείο με το επίδικο ποσό.

400    Διαπιστώνεται ότι, εν προκειμένω, έχουν πληρωθεί οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις όσον αφορά την αιτιολογία του υπολογισμού της δημοσιονομικής διόρθωσης.

401    Πρώτον, από τη δικογραφία συνάγεται ότι, στο πλαίσιο της αλληλογραφίας μεταξύ της Επιτροπής και των ελληνικών αρχών η οποία ανταλλάχθηκε κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, είχε σαφώς γίνει αναφορά στην επιβλητέα δημοσιονομική διόρθωση, και ιδίως στο ζήτημα της συνεκτίμησης των προηγούμενων δημοσιονομικών διορθώσεων.

402    Συγκεκριμένα, επαναλαμβάνεται ότι από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι το ποσό της καθαρής διόρθωσης είναι χαμηλότερο σε σχέση με εκείνο που διαλαμβάνεται στην τελική θέση της 17ης Νοεμβρίου 2021, το οποίο είναι με τη σειρά του χαμηλότερο σε σχέση με την καθαρή διόρθωση που διαλαμβάνεται στα προκαταρκτικά συμπεράσματα της 21ης Οκτωβρίου 2020. Πίνακας του τύπου Cats/Combo επισυνάφθηκε επίσης στα εν λόγω προκαταρκτικά συμπεράσματα, παρεχομένης στην Ελληνική Δημοκρατία της δυνατότητας να κατανοήσει τον πραγματοποιηθέντα υπολογισμό. Ορισμένες προηγούμενες διορθώσεις και νέες καθαρές διορθώσεις που αναγράφονταν στον εν λόγω πίνακα αντιστοιχούσαν ήδη σε εκείνες της τελικής θέσης της 17ης Νοεμβρίου 2021. Ο πίνακας Cats/Combo με τις διορθώσεις που υποδείχθηκαν στις δεκαέξι γραμμές τις οποίες ανέφερε η Ελληνική Δημοκρατία στο δικόγραφο της προσφυγής κοινοποιήθηκε προς την τελευταία με την εν λόγω τελική θέση. Περαιτέρω, η Επιτροπή ανέφερε στη συνοπτική έκθεση ότι είχε λάβει υπόψη άλλες δύο προηγούμενες έρευνες, και συγκεκριμένα τις έρευνες INT/2020/303/GR και NAC/2018/001/GR. Επιπλέον, τόσο στα προκαταρκτικά συμπεράσματα της 21ης Οκτωβρίου 2020 όσο και στην τελική θέση της 17ης Νοεμβρίου 2021 έγινε μνεία στο ότι η διόρθωση που θα αποφασιζόταν αργότερα θα μειωνόταν λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεων των προηγούμενων δημοσιονομικών διορθώσεων.

403    Επ’ αυτού, από τα στοιχεία της δικογραφίας περί των οποίων έγινε λόγος στις σκέψεις 390 έως 395 ανωτέρω προκύπτει πράγματι ότι οι ελληνικές αρχές συνεργάστηκαν στενά στη διαδικασία κατάρτισης της προσβαλλόμενης εκτελεστικής απόφασης καθ’ όλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύθηκε στη σκέψη 196 ανωτέρω, μεταξύ άλλων προσκομίζοντας τα αριθμητικά στοιχεία επί τη βάσει των οποίων υπολογίστηκε η κατ’ αποκοπήν διόρθωση, και ότι τους παρασχέθηκε η δυνατότητα να παρέμβουν και να υποβάλουν παρατηρήσεις κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας.

404    Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία έπρεπε επίσης να γνωρίζει το περιεχόμενο των κατευθυντήριων γραμμών του 2015 και το σημείο 4.3 αυτών από το οποίο απορρέει η μέθοδος υπολογισμού κατ’ αναλογίαν για μειώσεις σχετιζόμενες με τις προηγούμενες διορθώσεις. Οι προηγούμενες διορθώσεις καθώς και τα βασικά ποσά επί των οποίων εφαρμόστηκαν οι διορθώσεις αυτές πρέπει κατ’ ανάγκην να ήταν γνωστά στην Ελληνική Δημοκρατία. Η εφαρμογή Cats/Combo απλώς προβαίνει στον συνδυασμό τους με τα βασικά ποσά και τα ποσοστά που εφαρμόζονται στη νέα διόρθωση.

405    Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, η αιτιολογία που παρέσχε η Επιτροπή όσον αφορά τον υπολογισμό της επιβληθείσας διόρθωσης, και ιδίως όσον αφορά τη συνεκτίμηση των προηγούμενων δημοσιονομικών διορθώσεων, ήταν επαρκής.

406    Επιπλέον, όσον αφορά το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας περί παραβίασης των αρχών της χρηστής διοίκησης, της ασφάλειας δικαίου και της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής, αρκεί η διαπίστωση ότι, στο μέτρο που το επιχείρημα αυτό δεν αναπτύσσεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο εκτός του πλαισίου της επιχειρηματολογίας που αφορά την έλλειψη αιτιολογίας και στο μέτρο που η προσβαλλόμενη εκτελεστική απόφαση δεν είναι αναιτιολόγητη όσον αφορά τον υπολογισμό της επιβληθείσας δημοσιονομικής διόρθωσης για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 399 έως 405 ανωτέρω, το επιχείρημα αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί, χωρίς να χρειάζεται να κριθεί το παραδεκτό του.

407    Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο έκτος λόγος ακυρώσεως και, κατά συνέπεια, η υπό κρίση προσφυγή στο σύνολό της.

IV.    Επί των δικαστικών εξόδων

408    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

409    Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

Kowalik-Bańczyk

Hesse

Ricziová

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 19 Μαρτίου 2025.

Ο Γραμματέας

 

Ο Πρόεδρος

V. Di Bucci

 

M. van der Woude


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.