|
30.1.2023 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 35/22 |
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Consiglio di Stato (Ιταλία) στις 13 Ιουνίου 2022 — GC κ.λπ. κατά Croce Rossa Italiana κ.λπ.
(Υπόθεση C-389/22)
(2023/C 35/25)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Αιτούν δικαστήριο
Consiglio di Stato
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Εκκαλούντες: GC κ.λπ.
Εφεσίβλητοι: Croce Rossa Italiana, Ministero della Difesa, Ministero della Salute, Ministero dell’Economia e delle Finanze, Presidenza del Consiglio dei ministri
Προδικαστικά ερωτήματα
|
1) |
Πρέπει, προκειμένου να θεωρηθεί ότι εισάγεται παρέκκλιση από την υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής που υπέχει το δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ […], να τεκμηριώνεται κατά τρόπο υποκειμενικό «[η] πεποίθηση ότι εξίσου προφανής θα ενεφανίζετο η λύση αυτή στα δικαστήρια των άλλων κρατών μελών και στο Δικαστήριο» [κατά την έννοια της απόφασης της 6ης Οκτωβρίου 1982, Cilfit κ.λπ., υπόθεση 238/81] […], με αιτιολόγηση της πιθανής ερμηνείας που ενδέχεται να δοθεί στο ίδιο ζήτημα από τα δικαστήρια άλλων κρατών μελών και από το Δικαστήριο εφόσον επιληφθούν ταυτόσημου ζητήματος; |
|
2) |
Αρκεί να αποδειχθεί, […] προκειμένου να αποφευχθεί η probatio diabolica και να καταστεί δυνατή η συγκεκριμένη εφαρμογή των μνημονευόμενων από το Δικαστήριο όρων, οι οποίοι εισάγουν παρέκκλιση από την υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής, ότι το προδικαστικό ερώτημα (σχετικά με την ερμηνεία και την ορθή εφαρμογή της σχετικής με την υπό κρίση υπόθεση ευρωπαϊκής διάταξης), το οποίο υποβλήθηκε στο πλαίσιο εθνικής διαδικασίας, είναι προδήλως αβάσιμο, αποκλείοντας την ύπαρξη εύλογων αμφιβολιών συναφώς, λαμβανομένων υπόψη, σε αμιγώς αντικειμενικό επίπεδο –χωρίς να ερευνάται η συγκεκριμένη ερμηνευτική προσέγγιση που θα μπορούσαν να υιοθετήσουν διάφορα δικαστήρια– των ειδικών για το δίκαιο της Ένωσης όρων και της έννοιας που αποδίδεται στη διατύπωση της ευρωπαϊκής διάταξης (η οποία είναι σχετική εν προκειμένω), του νομοθετικού πλαισίου του δικαίου της Ένωσης στο οποίο αυτή εντάσσεται και των σκοπών προστασίας που τη διαπνέουν, δεδομένου του σταδίου εξέλιξης του ευρωπαϊκού δικαίου κατά τον χρόνο εφαρμογής της σχετικής διάταξης στο πλαίσιο εθνικής διαδικασίας; |
|
3) |
Είναι δυνατόν, προκειμένου να διασφαλισθούν οι συνταγματικές και ευρωπαϊκές αξίες της ανεξαρτησίας του δικαστή και της εύλογης διάρκειας των διαδικασιών, να ερμηνευθεί το άρθρο 267 ΣΛΕΕ υπό την έννοια ότι αποκλείει το ενδεχόμενο υπαγωγής των δικαστών του εθνικού ανωτάτου δικαστηρίου, το οποίο εξέτασε και απέρριψε το αίτημα για υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως με αντικείμενο την ερμηνεία του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτοδικαίως ή κατά τη διακριτική ευχέρεια του μοναδικού διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο, σε διαδικασία λόγω αστικής και πειθαρχικής ευθύνης; |
|
4) |
Συνάδουν με την οδηγία 1999/70/ΕΚ (1) και με την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης τα άρθρα 1626, 1653, 1668 και 1669 του decreto legislativo n. 66 (νομοθετικού διατάγματος 66), της 15ης Μαρτίου 2010, τα οποία προβλέπουν την ύπαρξη σχέσεων εργασίας με δημόσια αρχή, οι οποίες δύνανται να παρατείνονται και να ανανεώνονται επανειλημμένως επί δεκαετίες χωρίς διακοπή; |
|
5) |
Συνάδουν με την οδηγία 1999/70/ΕΚ και με την αρχή της μη διάκρισης τα άρθρα 5 και 6 του decreto legislativo n. 178/2012 (νομοθετικού διατάγματος 178/2012), κατά το μέρος που προβλέπουν διαφορετική μεταχείριση μεταξύ του προσωπικού του σώματος αυτού το οποίο απασχολείται χωρίς διακοπή (ήτοι, με σύμβαση αορίστου χρόνου) και του προσωπικού το οποίο απασχολείται προσωρινά (ήτοι, με σύμβαση ορισμένου χρόνου), ελλείψει νομοθετικών διατάξεων που να διασφαλίζουν ότι οι εργαζόμενοι οι οποίοι απασχολούνται προσωρινά έχουν τη δυνατότητα να διατηρήσουν τη σχέση εργασίας τους μετά την αναδιοργάνωση του φορέα στον οποίο ανήκουν; |
(1) Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (ΕΕ 1999, L 175, σ. 43).