Υπόθεση C‑535/22 P
Aeris Invest Sàrl
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
και
Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 4ης Οκτωβρίου 2024
«Αίτηση αναιρέσεως – Οικονομική και νομισματική πολιτική – Τραπεζική ένωση – Κανονισμός (ΕΕ) 806/2014 – Ενιαίος μηχανισμός εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων – Διαδικασία εξυγίανσης που εφαρμόζεται στην περίπτωση που ορισμένη οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης – Έγκριση καθεστώτος εξυγίανσης για την Banco Popular Español SA – Άρθρο 18, παράγραφος 1 – Προϋποθέσεις της έγκρισης καθεστώτος εξυγίανσης – Υποχρεώσεις του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης (ΕΣΕ) – Καθήκον επιμέλειας – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Άρθρο 88 – Υποχρέωση εμπιστευτικότητας – Άρθρο 14 – Στόχοι της εξυγίανσης – Πώληση των δραστηριοτήτων της οικείας οντότητας – Όροι της πώλησης, υπό τους οποίους μπορεί να γίνει δεκτή μια προσφορά – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 17 – Δικαίωμα ιδιοκτησίας των μετόχων – Κύρος του κανονισμού 806/2014»
Προσφυγή ακυρώσεως – Πράξεις δεκτικές προσφυγής – Έννοια – Πράξεις παράγουσες δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα – Προπαρασκευαστικές πράξεις – Έγκριση καθεστώτος εξυγίανσης από το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (ΕΣΕ) – Έναρξη ισχύος – Μη παραγωγή δεσμευτικών εννόμων αποτελεσμάτων – Δεν περιλαμβάνεται – Απόφαση περί αποδοχής από την Επιτροπή, ή και από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την οποία καθορίζεται οριστικά το περιεχόμενο του καθεστώτος εξυγίανσης – Περιλαμβάνεται
(Άρθρο 263 ΣΛΕΕ)
(βλ. σκέψεις 87, 88)
Αίτηση αναιρέσεως – Λόγοι – Παραδεκτό – Προϋποθέσεις – Παράθεση επιχειρημάτων που έχουν προβληθεί επίσης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
(Άρθρο 256 § 1, εδ. 2, ΣΛΕΕ· Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 58, εδ. 1· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρα 168 § 1, στοιχείο δʹ, και 169 § 2)
(βλ. σκέψεις 103-105)
Οικονομική και νομισματική πολιτική – Οικονομική πολιτική – Ενιαίος μηχανισμός εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων – Έγκριση καθεστώτος εξυγίανσης – Δικαίωμα στην κοινοποίηση ολόκληρου του φακέλου του καθεστώτος εξυγίανσης μετά την έγκρισή του από το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (ΕΣΕ) – Ύπαρξη εμπιστευτικών στοιχείων στα έγγραφα του φακέλου – Δεν επιτρέπεται
(Άρθρο 339 ΣΛΕΕ· κανονισμός 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 88 § 1 και 5, και 90 § 4)
(βλ. σκέψεις 113-119)
Θεμελιώδη δικαιώματα – Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – Νομική πράξη η οποία δεν έχει ενταχθεί τυπικώς στην έννομη τάξη της Ένωσης – Έλεγχος νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης – Έκταση – Έλεγχος αποκλειστικώς υπό το πρίσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη
(Άρθρο 6 § 3 ΣΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 52 § 3)
(βλ. σκέψη 188)
Θεμελιώδη δικαιώματα – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων – Δικαίωμα ιδιοκτησίας – Περιεχόμενο – Πτώχευση ή πιθανή πτώχευση πιστωτικού ιδρύματος – Καθεστώς εξυγίανσης που προβλέπει απομείωση και μετατροπή των κεφαλαιακών μέσων του πιστωτικού ιδρύματος – Μη ύπαρξη απαλλοτρίωσης ιδιοκτησίας από τυπική ή ουσιαστική άποψη – Επιτρεπτό – Περιορισμός της χρήσεως των αγαθών – Όρια
(Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 17· κανονισμός 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 18, 21, 22 § 1, και 24)
(βλ. σκέψεις 213-220)
Οικονομική και νομισματική πολιτική – Οικονομική πολιτική – Ενιαίος μηχανισμός εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων – Έγκριση καθεστώτος εξυγίανσης – Προϋποθέσεις – Πτώχευση ή πιθανή πτώχευση πιστωτικού ιδρύματος – Αφερεγγυότητα του εν λόγω ιδρύματος – Δεν ασκεί επιρροή
(Κανονισμός 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 18 § 1, στοιχείο αʹ, και 4, στοιχείο γʹ)
(βλ. σκέψη 232)
Οικονομική και νομισματική πολιτική – Οικονομική πολιτική – Ενιαίος μηχανισμός εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων – Έγκριση καθεστώτος εξυγίανσης – Αρχή της κατά προτεραιότητα επιβάρυνσης των μετόχων με τις ζημίες των πιστωτικών ιδρυμάτων υπό εξυγίανση – Άσκηση της εξουσίας απομείωσης και μετατροπής των κεφαλαιακών μέσων – Συνέπειες των κινδύνων που είναι εγγενείς στις επενδύσεις των μετόχων και στην πτώχευση του ιδρύματος
(Κανονισμός 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 15 § 1, στοιχείο αʹ, και 22 § 1)
(βλ. σκέψη 233)
Θεμελιώδη δικαιώματα – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων – Δικαίωμα ιδιοκτησίας – Περιεχόμενο – Πτώχευση ή πιθανή πτώχευση πιστωτικού ιδρύματος – Καθεστώς εξυγίανσης που προβλέπει απομείωση και μετατροπή των κεφαλαιακών μέσων του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος – Μηχανισμός αποζημίωσης των μετόχων – Στέρηση ιδιοκτησίας – Δεν υφίσταται – Αρχή της καταβολής δίκαιης αποζημίωσης – Δεν επιτρέπεται – Διαφορετική μεταχείριση των μετόχων φερέγγυας τράπεζας που αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας και των μετόχων αφερέγγυας τράπεζας – Δεν υφίσταται
(Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 17 § 1, δεύτερη περίοδος· κανονισμός 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 20 § 16, 22 § 1, και 76 § 1, στοιχείο εʹ)
(βλ. σκέψεις 235, 236)
Οικονομική και νομισματική πολιτική – Οικονομική πολιτική – Ενιαίος μηχανισμός εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων – Διαδικασία εξυγίανσης – Εργαλεία εξυγίανσης – Πώληση δραστηριοτήτων του υπό εξυγίανση ιδρύματος – Σκοποί της διαδικασία εξυγίανσης – Αρχή της μεγιστοποίησης της τιμής πώλησης του πιστωτικού ιδρύματος – Δεν περιλαμβάνεται
(Κανονισμός 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 14, 18 και 24 § 2, στοιχείο δʹ· οδηγία 2014/59 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 39 § 2, εδ. 1, στοιχείο στʹ)
(βλ. σκέψεις 255-258)
Σύνοψη
Tο Δικαστήριο, επιληφθέν αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως Aeris Invest κατά Επιτροπής και ΕΣΕ ( 1 ), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της απόφασης του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης (ΕΣΕ), σχετικά με την έγκριση καθεστώτος εξυγίανσης για την Banco Popular Español, SA ( 2 ) (στο εξής: Banco Popular), και της απόφασης 2017/1246, με την οποία έγινε η αποδοχή του εν λόγω καθεστώτος ( 3 ), απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως, παρέχοντας διευκρινίσεις, μεταξύ άλλων, σχετικά με την υποχρέωση αιτιολόγησης όσον αφορά το δικαίωμα πρόσβασης στο πλήρες κείμενο του επίμαχου καθεστώτος εξυγίανσης και των προπαρασκευαστικών αποτιμήσεων, συμπεριλαμβανομένων των εμπιστευτικών πληροφοριών που περιέχονταν στα έγγραφα αυτά, σχετικά με το κύρος ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 806/2014 ( 4 ) (στο εξής: κανονισμός ΕΜΕ) υπό το πρίσμα του δικαιώματος ιδιοκτησίας των μετόχων και πιστωτών ιδρύματος υπό εξυγίανση, καθώς και σχετικά με τις παρατυπίες τις οποίες φέρεται ότι ενέχει το εργαλείο εξυγίανσης που συνίσταται στη διενεργούμενη από το ΕΣΕ πώληση δραστηριοτήτων.
Η αναιρεσείουσα, Aeris Invest Sàrl, είναι νομικό πρόσωπο λουξεμβουργιανού δικαίου, το οποίο ήταν μέτοχος της Banco Popular πριν από την έγκριση του καθεστώτος εξυγίανσης της εν λόγω τράπεζας.
Πριν από την έγκριση του καθεστώτος εξυγίανσης, πραγματοποιήθηκε αποτίμηση της Banco Popular, η οποία περιελάμβανε δύο εκθέσεις που επισυνάπτονται στο καθεστώς εξυγίανσης, ήτοι μια πρώτη αποτίμηση από το ΕΣΕ (στο εξής: αποτίμηση 1), χρονολογούμενη από τις 5 Ιουνίου 2017, και μια δεύτερη αποτίμηση από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα (στο εξής: αποτίμηση 2), χρονολογούμενη από τις 6 Ιουνίου 2017. Σκοπός της αποτίμησης 2 ήταν, μεταξύ άλλων, η εκτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων της Banco Popular καθώς και η παροχή των στοιχείων βάσει των οποίων θα μπορούσε να ληφθεί απόφαση σχετικά με τις προς μεταβίβαση μετοχές και τίτλους κυριότητας και εκείνων βάσει των οποίων θα μπορούσε το ΕΣΕ να καθορίσει το περιεχόμενο των εμπορικών όρων για τους σκοπούς του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων. Επίσης στις 6 Ιουνίου 2017, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), μετά από διαβούλευση με το ΕΣΕ, προέβη σε εκτίμηση της κατάστασης της Banco Popular, για να εξακριβώσει αν αυτή βρισκόταν σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης, και εκτίμησε ότι, λαμβανομένων υπόψη των προβλημάτων ρευστότητας που αντιμετώπιζε η Banco Popular, η τελευταία πιθανώς δεν θα ήταν σε θέση στο άμεσο μέλλον να εξοφλήσει τις οφειλές της ή να ανταποκριθεί σε άλλες υποχρεώσεις της όταν αυτές θα καθίσταντο απαιτητές. Την ίδια ημέρα το διοικητικό συμβούλιο της Banco Popular πληροφόρησε την ΕΚΤ ότι είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ίδρυμα βρισκόταν σε κατάσταση πιθανής πτώχευσης.
Παράλληλα, με την απόφαση SRB/EES/2017/06 της 3ης Ιουνίου 2017, η οποία απευθυνόταν στο Fondo de Reestructuración Ordenada Bancaria (FROB) (ταμείο για την ομαλή αναδιάρθρωση του τραπεζικού κλάδου, στο εξής: FROB) και αφορούσε τη διαδικασία πώλησης της Banco Popular, το ΕΣΕ ενέκρινε την άμεση κίνηση της διαδικασίας πώλησης του ιδρύματος αυτού και υπέδειξε τις σχετικές με την πώληση απαιτήσεις. Επιπλέον, ανέφερε ότι έπρεπε να κληθούν να υποβάλουν προσφορά οι πέντε δυνητικοί αγοραστές που είχαν κληθεί κατά τη διαδικασία ιδιωτικής πώλησης. Από τους αγοραστές αυτούς, δύο μόνον διατήρησαν το ενδιαφέρον τους και, αφού υπέγραψαν συμφωνία τήρησης του απορρήτου, τους δόθηκε πρόσβαση στην εικονική αίθουσα δεδομένων. Εν συνεχεία, με έγγραφο της 6ης Ιουνίου 2017, το FROB γνωστοποίησε τα στοιχεία σχετικά με τη διαδικασία πώλησης και έθεσε προθεσμία για την υποβολή προσφορών έως τα μεσάνυχτα της 6ης Ιουνίου 2017. Ένας από τους δύο εναπομείναντες δυνητικούς αγοραστές της Banco Popular πληροφόρησε τότε το FROB ότι δεν θα υπέβαλλε προσφορά.
Με έγγραφο της 7ης Ιουνίου 2017, το FROB ενημέρωσε το ΕΣΕ ότι η Banco Santander, SA είχε υποβάλει δεσμευτική προσφορά ενός ευρώ για την εξαγορά των μετοχών της Banco Popular και ότι, ως εκ τούτου, τη θεωρούσε πλειοδότη στη διαδικασία πώλησης της Banco Popular. Πρότεινε, συνεπώς, στο ΕΣΕ να ορίσει την Banco Santander ως αγοράστρια στην απόφαση του ΕΣΕ σχετικά με την έγκριση καθεστώτος εξυγίανσης για την Banco Popular. Στο πλαίσιο του καθεστώτος εξυγίανσης της Banco Popular, το ΕΣΕ έκρινε ότι το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα πληρούσε τις προϋποθέσεις για τη λήψη μέτρου εξυγίανσης, ήτοι ότι βρισκόταν σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης, ότι δεν υφίσταντο άλλα μέτρα που θα μπορούσαν να εμποδίσουν την πτώχευσή της εντός εύλογου χρόνου και ότι ήταν αναγκαία, προς το δημόσιο συμφέρον, η ανάληψη δράσης εξυγίανσης με τη μορφή του εργαλείου πώλησης των δραστηριοτήτων. Το ΕΣΕ άσκησε την εξουσία του σχετικά με την απομείωση και τη μετατροπή των κεφαλαιακών μέσων της Banco Popular και διέταξε τη μεταβίβαση των νέων μετοχών που θα προέκυπταν από τη διαδικασία αυτή στην Banco Santander με τίμημα ένα ευρώ.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Προκαταρκτικώς, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ( 5 ) ότι, αντιθέτως προς την επίμαχη εν προκειμένω απόφαση περί αποδοχής που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το επίμαχο καθεστώς εξυγίανσης δεν συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής ακυρώσεως ( 6 ). Τούτου λεχθέντος, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως κατά αποφάσεως περί αποδοχής, τα ενδιαφερόμενα φυσικά ή νομικά πρόσωπα έχουν τη δυνατότητα να επικαλεστούν την έλλειψη νομιμότητας του καθεστώτος εξυγίανσης, όπερ τους διασφαλίζει επαρκή δικαστική προστασία. Επιπλέον, θεωρείται ότι, με την έκδοση της απόφασης αποδοχής, η οποία προσδίδει στο καθεστώς εξυγίανσης δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, η Επιτροπή υιοθετεί τα στοιχεία και την αιτιολογία του εν λόγω καθεστώτος και είναι, κατά περίπτωση, υπόλογη ως προς αυτά ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όσον αφορά, κατά πρώτον, την υποχρέωση αιτιολόγησης σε σχέση με το δικαίωμα πρόσβασης στο πλήρες κείμενο του επίμαχου καθεστώτος εξυγίανσης και των προπαρασκευαστικών αποτιμήσεων, συμπεριλαμβανομένων των εμπιστευτικών πληροφοριών που περιέχονται στα έγγραφα αυτά, το Δικαστήριο, αφού παρέθεσε τη νομολογία του σχετικά με την υποχρέωση αυτή και τη σημασία της απαιτούμενης αιτιολογίας για την αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου, υπενθυμίζει, όσον αφορά, ειδικότερα, τη γνωστοποίηση της αιτιολογίας σε άλλα πρόσωπα πέραν του αποδέκτη της πράξης, ότι, κατ’ εφαρμογήν της γενικής αρχής προστασίας του επιχειρηματικού απορρήτου, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης δεσμεύονται, καταρχήν, να μην αποκαλύπτουν στους ανταγωνιστές ιδιώτη επιχειρηματία εμπιστευτικές πληροφορίες που παρέχονται από αυτόν. Μολονότι μια τέτοια πράξη μπορεί, υπό το πρίσμα της υποχρέωσης τήρησης του επιχειρηματικού απορρήτου, να είναι επαρκώς αιτιολογημένη χωρίς να περιέχει μεταξύ άλλων το σύνολο των αριθμητικών στοιχείων επί των οποίων στηρίζεται η συλλογιστική, από την αιτιολογία της πρέπει εντούτοις να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και χωρίς αμφισημία η συλλογιστική αυτή καθώς και η μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε.
Στο πλαίσιο του κανονισμού ΕΜΕ, καταρχάς, η υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου ( 7 ) συνεπάγεται ότι το ΕΣΕ απαγορεύεται να γνωστοποιεί σε άλλη δημόσια ή ιδιωτική αρχή πληροφορίες καλυπτόμενες από το επαγγελματικό απόρρητο, εκτός αν η γνωστοποίηση είναι αναγκαία στο πλαίσιο ένδικων διαδικασιών. Εξάλλου, τα πρόσωπα που αποτελούν αντικείμενο των αποφάσεων του ΕΣΕ έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον σχετικό φάκελο, υπό την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Στον κανονισμό ΕΜΕ διευκρινίζεται ρητώς ότι το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν καλύπτει τις εμπιστευτικές πληροφορίες ούτε τα εσωτερικής χρήσης προπαρασκευαστικά έγγραφα του ΕΣΕ. Επομένως, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, στο μέτρο που η αναιρεσείουσα δεν ήταν αποδέκτης του επίδικου καθεστώτος εξυγίανσης, το οποίο απευθυνόταν στο FROB, δεν ήταν, εν πάση περιπτώσει, υποχρεωτικό να της κοινοποιηθεί το εν λόγω καθεστώς.
Εν συνεχεία, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν προβλήθηκε κανένα συγκεκριμένο επιχείρημα που να αποδεικνύει ότι η δήλωση περί εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που είχαν απαλειφθεί από το επίμαχο καθεστώς εξυγίανσης ήταν αντίθετη προς την αρχή της διαφάνειας. Κρίνει, ως εκ τούτου, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο δεχόμενο ότι η προαναφερθείσα νομολογία σχετικά με τη γνωστοποίηση της αιτιολογίας σε άλλα πρόσωπα πέραν του αποδέκτη της πράξης εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν στις εμπιστευτικές πληροφορίες που κατέχει το ΕΣΕ ( 8 ) και ότι οι τρίτοι τους οποίους αφορά ένα καθεστώς εξυγίανσης δεν έχουν πάντα δικαίωμα να λάβουν το πλήρες κείμενό του.
Τέλος, η εμπιστευτικότητα που απαιτείται βάσει του κανονισμού ΕΜΕ αποσκοπεί όχι μόνο στην προστασία των συγκεκριμένων συμφερόντων των άμεσα ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, αλλά και στη διασφάλιση της δυνατότητας του ΕΣΕ να εκτελεί αποτελεσματικά τα καθήκοντα που του αναθέτει ο κανονισμός, ιδίως δε την εξουσία να ζητεί από τα πιστωτικά ιδρύματα όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, χωρίς τα ιδρύματα αυτά να μπορούν να αντιτάξουν απαιτήσεις συνδεόμενες με την τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου τους. Η απρόσκοπτη διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών διακυβεύεται αν δεν υπάρχει εμπιστοσύνη ότι θα διατηρηθεί ο εμπιστευτικός τους χαρακτήρας.
Κατά δεύτερον, όσον αφορά τον σεβασμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας των μετόχων και των πιστωτών στο πλαίσιο διαδικασίας εξυγίανσης, καταρχάς, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), στο βαθμό που ο Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ( 9 ), η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η Σύμβαση. Ωστόσο, η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει την παροχή ευρύτερης προστασίας από το δίκαιο της Ένωσης, με συνέπεια ότι, για την ερμηνεία του άρθρου 17 του Χάρτη, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως όριο ελάχιστης προστασίας η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο κατοχυρώνει την προστασία του δικαιώματος ιδιοκτησίας.
Εν συνεχεία, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, του Χάρτη περιλαμβάνει τρεις διακριτούς κανόνες, εκ των οποίων ο πρώτος εξειδικεύει την αρχή του σεβασμού του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, ο δεύτερος αφορά τη στέρηση του δικαιώματος αυτού και θέτει συναφώς ορισμένες προϋποθέσεις, ενώ ο τρίτος αναγνωρίζει την εξουσία των κρατών να περιορίζουν τη χρήση των αγαθών εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς το γενικό συμφέρον. Όσον αφορά, ειδικότερα, τη στέρηση της ιδιοκτησίας, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, προκειμένου να διαπιστωθεί αν συντρέχει στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει όχι μόνο να εξετάζεται αν υπήρξε τυπικώς απώλεια ή απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας, αλλά και να ερευνάται αν η επίδικη κατάσταση ισοδυναμεί με εν τοις πράγμασι απαλλοτρίωση. Εν προκειμένω, η επίμαχη δράση εξυγίανσης ( 10 ) συνίσταται σε μετατροπή και/ή απομείωση κεφαλαιακών μέσων, χωρίς ωστόσο να συνεπάγεται τυπικώς απώλεια ή απαλλοτρίωση των σχετικών μέσων.
Όσον αφορά το ζήτημα αν η ουσιαστική ή και η ολική απομείωση των κεφαλαιακών μέσων συνιστά εν τοις πράγμασι απαλλοτρίωση, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, για την άσκηση της εξουσίας μετατροπής και απομείωσης ( 11 ), απαιτείται να πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής καθεστώτος εξυγίανσης ( 12 ), ήτοι, πρώτον, η οικεία οντότητα να βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης, δεύτερον, να μην υπάρχει καμία εύλογη προοπτική ότι με εναλλακτικά μέτρα του ιδιωτικού τομέα ή με δράση των εποπτικών αρχών μπορεί να αποφευχθεί η πτώχευση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και, τρίτον, να είναι η δράση εξυγίανσης αναγκαία για το δημόσιο συμφέρον. Επιπλέον, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι από τον κανονισμό ΕΜΕ ( 13 ) προκύπτει ότι, όταν πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, η οικεία οντότητα πρέπει να τίθεται υπό κανονική διαδικασία εκκαθάρισης σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία, εφόσον η εξυγίανσή της δεν πληροί το κριτήριο του δημοσίου συμφέροντος. Προκύπτει, επομένως, ότι η έγκριση καθεστώτος εξυγίανσης χωρεί σε εξαιρετικές μόνον καταστάσεις κρίσης ρευστότητας, που θέτουν εν αμφιβόλω την ίδια την ύπαρξη της οντότητας, εφόσον δεν υπάρχει άλλη λύση πλην της εξυγίανσης ή της εκκαθάρισης υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι η απώλεια της αξίας των κεφαλαιακών μέσων δεν απορρέει από την άσκηση της εξουσίας απομείωσης και μετατροπής, αλλά από την κατάσταση πτώχευσης ή τον κίνδυνο πτώχευσης του οικείου πιστωτικού ιδρύματος. Επομένως, η ανάληψη δράσης εξυγίανσης σύμφωνα με τον κανονισμό ΕΜΕ δεν συνιστά στέρηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας ( 14 ), για την οποία απαιτείται να πληρούνται οι προϋποθέσεις σχετικά με την ύπαρξη λόγου δημόσιας ωφέλειας και την έγκαιρη καταβολή δίκαιης αποζημίωσης, αλλά αποτελεί θεμέλιο για τον περιορισμό της χρήσης των αγαθών, κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του Χάρτη.
Τέλος, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτήν, η χρήση των αγαθών μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς από τον νόμο, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς το γενικό συμφέρον. Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το δικαίωμα ιδιοκτησίας που κατοχυρώνεται στον Χάρτη δεν αποτελεί απόλυτο προνόμιο και η άσκησή του μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς δικαιολογούμενους από σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Ένωση. Επομένως, κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται σε αυτόν πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενό τους, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας. Περιορισμοί στα εν λόγω δικαιώματα και ελευθερίες επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων ( 15 ). Εξάλλου, το άρθρο 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ επιβάλλει ειδικώς στα θεσμικά όργανα της Ένωσης να συμμορφώνονται προς την αρχή της αναλογικότητας όταν ενεργούν στο πλαίσιο της ασκήσεως αρμοδιότητας που τους έχει ανατεθεί. Το Δικαστήριο έχει, ωστόσο, αναγνωρίσει στον νομοθέτη της Ένωσης, στο πλαίσιο ασκήσεως των αρμοδιοτήτων που του έχουν απονεμηθεί, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όταν η δράση του συνεπάγεται επιλογές πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως εκ μέρους του και όταν καλείται να προβεί σε σύνθετες εκτιμήσεις. Ο κανονισμός ΕΜΕ εμπίπτει στις περιπτώσεις αυτές.
Όσον αφορά την αιτίαση περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, η αναιρεσείουσα υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι ένα μέτρο μετατροπής και απομείωσης δεν καθιστά δυνατή την επίλυση προβλημάτων ρευστότητας, ότι υπάρχουν λιγότερο επαχθή μέτρα προς τούτο και ότι, ελλείψει κατάλληλης αποζημίωσης, το μέτρο αυτό δεν είναι σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η αιτίαση αυτή στηρίζεται σε προδήλως εσφαλμένη ερμηνεία του κανονισμού ΕΜΕ.
Όσον αφορά την καταλληλότητα ενός τέτοιου μέτρου, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο κανονισμός ΕΜΕ ( 16 ) δεν προβλέπει την άσκηση της εξουσίας απομείωσης και μετατροπής άνευ ετέρου και σε κάθε περίπτωση, αλλά μόνον εφόσον, σε διαφορετική περίπτωση, το επιλεγέν από το ΕΣΕ εργαλείο εξυγίανσης θα συνεπαγόταν ζημίες σε βάρος των πιστωτών ή μετατροπή των απαιτήσεών τους και, επομένως, επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις εκάστης περίπτωσης. Ειδικότερα, ο κανονισμός ΕΜΕ ( 17 ) προβλέπει απομείωση και/ή μετατροπή των κεφαλαιακών μέσων όχι για την επίλυση προβλημάτων ρευστότητας της οικείας οντότητας, αλλά για την αποφυγή, στο μέτρο του δυνατού, του ενδεχομένου η εφαρμογή του επιλεγέντος από το ΕΣΕ εργαλείου εξυγίανσης να προκαλέσει ζημίες στους πιστωτές της εν λόγω οντότητας ή μετατροπή των απαιτήσεών τους. Πράγματι, η απομείωση και η μετατροπή εκ μέρους του ΕΣΕ συνιστούν εφαρμογή της αρχής ( 18 ) κατά την οποία οι μέτοχοι αναλαμβάνουν πρώτοι τις ζημίες.
Όσον αφορά το κριτήριο της αναγκαιότητας, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, κατά τον κανονισμό ΕΜΕ ( 19 ), η έγκριση καθεστώτος εξυγίανσης και, ως εκ τούτου, η άσκηση της εξουσίας απομείωσης και μετατροπής προϋποθέτουν την έλλειψη κάθε εύλογης προοπτικής ότι με εναλλακτικά μέτρα του ιδιωτικού τομέα ή με δράση των εποπτικών αρχών μπορεί να αποφευχθεί η πτώχευση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Στο μέτρο που η εν λόγω εξουσία απομείωσης μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν δεν υπάρχουν εναλλακτικά μέτρα, ο ισχυρισμός περί της υπάρξεως τέτοιων εναλλακτικών μέτρων δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την αναγκαιότητα της απομείωσης και της μετατροπής.
Όσον αφορά την αναλογικότητα, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι, μολονότι μια κατάσταση πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης μπορεί ( 20 ) να οφείλεται τόσο στην αφερεγγυότητα όσο και στην κρίση ρευστότητας του οικείου πιστωτικού ιδρύματος, η επακόλουθη πτώχευση ή πιθανή πτώχευση συνεπάγεται τον ίδιο κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα εντός της Ένωσης.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς στηρίχθηκε, κατ’ αναλογίαν, στη νομολογία που απορρέει από την απόφαση Kotnik κ.λπ. ( 21 ), προκειμένου να κρίνει ότι, στην περίπτωση οντότητας υποκείμενης σε δράση εξυγίανσης, η εφαρμογή της αρχής κατά την οποία οι μέτοχοι αναλαμβάνουν πρώτοι τις ζημίες ( 22 ) και η άσκηση της εξουσίας απομείωσης και μετατροπής των κεφαλαιακών μέσων ( 23 ) αποτελούν συνέπεια του ότι οι μέτοχοι μιας οντότητας φέρουν τους κινδύνους που είναι εγγενείς στις επενδύσεις τους και τις οικονομικές συνέπειες που συνδέονται με την εξυγίανση της οντότητας που βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης.
Η εκτίμηση αυτή δεν αναιρείται από το επιχείρημα ότι μια φερέγγυα τράπεζα που αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας δεν είναι πιθανό να αντιμετωπίσει ζημίες τις οποίες θα πρέπει να επωμιστούν οι μέτοχοι. Συγκεκριμένα, ο κανονισμός ΕΜΕ προβλέπει ότι τα εργαλεία εξυγίανσης εφαρμόζονται, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από αυτόν αρχές εξυγίανσης ( 24 ), για την επίτευξη των στόχων του κανονισμού ( 25 ), στους οποίους δεν συγκαταλέγεται η κάλυψη των ζημιών του οικείου πιστωτικού ιδρύματος. Επομένως, η απομείωση και/ή μετατροπή των κεφαλαιακών μέσων, η οποία συμβάλλει στην επίτευξη των ίδιων στόχων, δεν αποσκοπεί στην κάλυψη των ζημιών της οικείας οντότητας και, ως εκ τούτου, η εφαρμογή της δεν προϋποθέτει την ύπαρξη τέτοιων ζημιών.
Περαιτέρω, όσον αφορά την ενδεχόμενη αποζημίωση των μετόχων και των πιστωτών ( 26 ), η άσκηση της εξουσίας απομείωσης και μετατροπής των ιδίων κεφαλαιακών μέσων δεν συνιστά στέρηση της ιδιοκτησίας και, επομένως, δεν απαιτείται η καταβολή δίκαιης και έγκαιρης αποζημίωσης ( 27 ), έστω και αν ο κανονισμός ΕΜΕ προβλέπει κατά περίπτωση αποζημίωση των μετόχων ( 28 ). Κατά το Δικαστήριο, η καταβολή αποζημίωσης μπορεί να συμβάλει στην αναλογικότητα της απομείωσης και/ή της μετατροπής των κεφαλαιακών μέσων.
Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η εφαρμογή του κανονισμού ΕΜΕ ( 29 ) προϋποθέτει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη λήψη μέτρου εξυγίανσης, χωρίς επ’ ουδενί να αποφανθεί ότι η επέμβαση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας που απορρέει από την απομείωση της αξίας είναι δικαιολογημένη εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές.
Κατά τρίτον, όσον αφορά τις παρατυπίες τις οποίες φέρεται ότι ενέχει η διαδικασία πώλησης της Banco Popular, το Δικαστήριο επισημαίνει, καταρχάς, ότι η μεγιστοποίηση της τιμής πωλήσεως την οποία επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα δεν συγκαταλέγεται στους στόχους της εξυγίανσης που απαριθμούνται στον κανονισμό ΕΜΕ ( 30 ). Ειδικότερα, κατά την επιδίωξη των στόχων αυτών, το ΕΣΕ και η Επιτροπή προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν το κόστος της εξυγίανσης και να αποφύγουν την καταστροφή της αξίας, εκτός εάν αυτά είναι αναγκαία για την επίτευξη των στόχων της εξυγίανσης. Το Δικαστήριο επισημαίνει ακόμη ότι η διάταξη της οδηγίας 2014/59 ( 31 ) που προβλέπει ότι η πώληση που σχεδιάζεται στο πλαίσιο του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων στοχεύει στη μεγιστοποίηση, κατά το δυνατόν, της τιμής πώλησης καθορίζει απλώς και μόνον μία από τις αρχές που πρέπει να διέπουν ειδικώς την εφαρμογή του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι αυτή καθεαυτή η μεγιστοποίηση της τιμής πωλήσεως δεν συνιστά στόχο της εξυγίανσης κατά την έννοια του κανονισμού ΕΜΕ.
Περαιτέρω, όσον αφορά την αποδοχή, από το ΕΣΕ, της προσφοράς της Banco Santander μετά τη λήξη της προθεσμίας που ορίστηκε με το έγγραφο που αφορούσε τη διαδικασία, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, κατά τον κανονισμό ΕΜΕ ( 32 ), το ΕΣΕ εφαρμόζει το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων χωρίς να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις σχετικά με την πώληση, όταν κρίνει ότι η συμμόρφωση προς τις εν λόγω απαιτήσεις ενδέχεται να υπονομεύσει έναν ή περισσοτέρους από τους στόχους της εξυγίανσης. Επομένως, η ανάγκη επίτευξης των στόχων της εξυγίανσης μπορεί να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των απαιτήσεων σχετικά με την πώληση, συμπεριλαμβανομένης της προθεσμίας που τάσσεται για την υποβολή προσφορών. Τέτοια περίπτωση συντρέχει ιδίως όταν το ΕΣΕ θεωρεί ότι υπάρχει ουσιαστική απειλή για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των κρατών μελών, προερχόμενη ή επιδεινούμενη από την πτώχευση ή την πιθανή πτώχευση του υπό εξυγίανση ιδρύματος, ή ότι η τήρηση των εν λόγω απαιτήσεων θα μπορούσε να βλάψει την αποτελεσματικότητα του εργαλείου πώλησης των δραστηριοτήτων του ιδρύματος, περιορίζοντας την ικανότητα του εργαλείου αυτού να αντιμετωπίσει την απειλή ή να επιτύχει τον σκοπό της αποφυγής σημαντικών αρνητικών επιπτώσεων στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Σε περίπτωση δε που, χάριν της επιτεύξεως των σκοπών αυτών, κρίνεται αναγκαίο να μην τηρηθούν οι σχετικές με την πώληση απαιτήσεις, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η τήρηση των εν λόγω απαιτήσεων είναι παρά ταύτα επιβεβλημένη υπό το πρίσμα των σκοπών της εξυγίανσης, καθώς το ΕΣΕ και η Επιτροπή οφείλουν μόνο να επιδιώξουν την ελαχιστοποίηση του κόστους της εξυγίανσης και την αποφυγή της καταστροφής της αξίας, εκτός εάν αυτά είναι αναγκαία για την επίτευξη των στόχων της εξυγίανσης. Επιπλέον, από την οδηγία 2014/59 ( 33 ) προκύπτει ότι η πώληση στοχεύει μόνον στην κατά το δυνατόν μεγιστοποίηση της τιμής πώλησης, όπερ σημαίνει ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και άλλα κριτήρια που προβλέπει η οδηγία ( 34 ) όσον αφορά την πώληση, όπως είναι, ιδίως, η ανάγκη να πραγματοποιηθεί ταχέως η δράση εξυγίανσης. Εν πάση περιπτώσει, τα μέτρα που προβλέπονται για τη μεγιστοποίηση της τιμής πωλήσεως δεν πρέπει να αντιβαίνουν στους στόχους της εξυγίανσης ( 35 ).
Τέλος, το Δικαστήριο επισημαίνει ακόμη ότι το ΕΣΕ και η Επιτροπή διαθέτουν ορισμένο περιθώριο εκτίμησης λόγω του ότι, κατά την έγκριση καθεστώτος εξυγίανσης, καλούνται να προβούν σε επιλογές τεχνικής φύσεως και να πραγματοποιήσουν σύνθετες προβλέψεις και εκτιμήσεις. Επομένως, σκοπός του δικαστικού ελέγχου επί του βασίμου της αιτιολογίας ενός καθεστώτος εξυγίανσης πρέπει να είναι μόνον η εξακρίβωση του αν η σχετική απόφαση στηρίζεται σε ανακριβή πραγματικά περιστατικά και αν πάσχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ή κατάχρηση εξουσίας. Εν προκειμένω, πρώτον, το χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας πώλησης που καθορίστηκε με το έγγραφο του FROB της 6ης Ιουνίου 2017 είχε ως σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διεκπεραίωση όλων των διατυπώσεων πριν από το άνοιγμα των αγορών, προκειμένου ιδίως να αποτραπεί η διακοπή των κρίσιμων λειτουργιών της Banco Popular. Δεύτερον, το FROB δέχθηκε την προσφορά της Banco Santander όταν είχε καταστεί βέβαιον ότι κανένα από τα λοιπά ιδρύματα που κλήθηκαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία πώλησης δεν επρόκειτο να υποβάλει προσφορά. Τρίτον, το ΕΣΕ είχε εκτιμήσει ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, ήταν συνετό να γίνουν αποδεκτοί οι όροι του μόνου ιδρύματος που υπέβαλε προσφορά, ούτως ώστε να αποτραπεί η ανεξέλεγκτη αφερεγγυότητα της Banco Popular η οποία θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να υπονομεύσει τις κρίσιμες λειτουργίες της. Η αναιρεσείουσα, πάντως, δεν υποστήριξε ότι οι διαπιστώσεις αυτές του ΕΣΕ ενείχαν πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι το ΕΣΕ μπορούσε να αποδεχθεί την προσφορά της Banco Santander, μολονότι αυτή είχε υποβληθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας που είχε οριστεί με το έγγραφο του FROB της 6ης Ιουνίου 2017.
( 1 ) Απόφαση της 1ης Ιουνίου 2022, Aeris Invest κατά Επιτροπής και ΕΣΕ (T‑628/17, EU:T:2022:315).
( 2 ) Απόφαση SRB/EES/2017/08 της εκτελεστικής συνόδου του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης (ΕΣΕ), της 7ης Ιουνίου 2017 (στο εξής: επίμαχο καθεστώς εξυγίανσης).
( 3 ) Απόφαση (ΕΕ) 2017/1246 της Επιτροπής, της 7ης Ιουνίου 2017, για την αποδοχή του καθεστώτος εξυγίανσης για την Banco Popular Español SA (ΕΕ 2017, L 178, σ. 15).
( 4 ) Άρθρο 88, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΕ) 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ 2014, L 225, σ. 1).
( 5 ) Απόφαση της 18ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά ΕΣΕ (C‑551/22 P, EU:C:2024:000, σκέψεις 102 και 103).
( 6 ) Κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
( 7 ) Η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 339 ΣΛΕΕ και εξειδικεύεται, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 88, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού ΕΜΕ.
( 8 ) Κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού ΕΜΕ.
( 9 ) Υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950.
( 10 ) Άρθρο 22, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του κανονισμού ΕΜΕ.
( 11 ) Άρθρο 22, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του κανονισμού ΕΜΕ.
( 12 ) Άρθρο 18, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχεία αʹ έως γʹ, του κανονισμού ΕΜΕ.
( 13 ) Άρθρο 18, παράγραφοι 5 και 8, του κανονισμού ΕΜΕ.
( 14 ) Κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του Χάρτη.
( 15 ) Σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη.
( 16 ) Άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού ΕΜΕ.
( 17 ) Άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού ΕΜΕ.
( 18 ) Άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού ΕΜΕ.
( 19 ) Άρθρο 22, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 18, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, του κανονισμού ΕΜΕ.
( 20 ) Όπως διευκρινίζεται στο άρθρο 18, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού ΕΜΕ.
( 21 ) Απόφαση της 19ης Ιουλίου 2016, Kotnik κ.λπ. (C‑526/14, EU:C:2016:570, σκέψη 74).
( 22 ) Άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού ΕΜΕ.
( 23 ) Άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού ΕΜΕ.
( 24 ) Άρθρο 15 του κανονισμού ΕΜΕ.
( 25 ) Άρθρο 14 του κανονισμού ΕΜΕ.
( 26 ) Όπως προβλέπεται στο άρθρο 20, παράγραφος 16, καθώς και στο άρθρο 76, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού ΕΜΕ.
( 27 ) Άρθρο 17, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του Χάρτη.
( 28 ) Άρθρο 20, παράγραφος 16, καθώς και άρθρο 76, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού ΕΜΕ.
( 29 ) Άρθρα 15 και 22 του κανονισμού ΕΜΕ.
( 30 ) Άρθρο 14, παράγραφος 2, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού ΕΜΕ.
( 31 ) Άρθρο 39, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2014/59.
( 32 ) Άρθρο 24, παράγραφος 3, του κανονισμού ΕΜΕ.
( 33 ) Άρθρο 39, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 648/2012 (ΕΕ 2014, L 173, σ. 190).
( 34 ) Άρθρο 39, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/59.
( 35 ) Όπως απαριθμούνται στο άρθρο 31, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/59, με διατύπωση πανομοιότυπη με εκείνη του άρθρου 14, παράγραφος 2, του κανονισμού ΕΜΕ.