Υπόθεση C‑450/22

Caixabank SA κ.λπ.

κατά

Asociación de Usuarios de Bancos, Cajas de Ahorros y Seguros de España (Adicae) κ.λπ.

(αίτηση του Tribunal Supremo για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 4ης Ιουλίου 2024

«Προδικαστική παραπομπή – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Συμβάσεις ενυπόθηκου δανείου – Ρήτρες που περιορίζουν τη διακύμανση των επιτοκίων – Ρήτρες κατώτατου επιτοκίου – Συλλογική αγωγή, στην οποία εμπλέκεται μεγάλος αριθμός επαγγελματιών και καταναλωτών, με αίτημα την παράλειψη χρήσης των εν λόγω ρητρών και την επιστροφή των καταβληθέντων δυνάμει αυτών ποσών – Σαφής και κατανοητός χαρακτήρας των ρητρών – Έννοια του “μέσου καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος”»

  1. Προστασία των καταναλωτών – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Οδηγία 93/13 – Συλλογική αγωγή, στην οποία εμπλέκεται μεγάλος αριθμός επαγγελματιών του ίδιου οικονομικού τομέα, με αίτημα την παράλειψη χρήσης ορισμένων συμβατικών ρητρών – Ρήτρες κατώτατου επιτοκίου που περιλαμβάνονται σε πολύ μεγάλο αριθμό συμβάσεων ενυπόθηκου δανείου και έχουν χρησιμοποιηθεί επί μακρό χρονικό διάστημα – Εξουσία του εθνικού δικαστηρίου να ελέγξει, στο πλαίσιο τέτοιας αγωγής, την τήρηση της απαίτησης περί διαφάνειας – Προϋπόθεση

    (Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου, άρθρα 4 § 1 και 7 § 3)

    (βλ. σκέψεις 26, 28-32, 35-38, 39-46, διατακτ. 1)

  2. Προστασία των καταναλωτών – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Οδηγία 93/13 – Συλλογική αγωγή, στην οποία εμπλέκεται μεγάλος αριθμός επαγγελματιών του ίδιου οικονομικού τομέα, με αίτημα την παράλειψη χρήσης ορισμένων συμβατικών ρητρών – Ρήτρες κατώτατου επιτοκίου που περιλαμβάνονται σε πολύ μεγάλο αριθμό συμβάσεων ενυπόθηκου δανείου και έχουν χρησιμοποιηθεί επί μακρό χρονικό διάστημα – Εξέταση από το εθνικό δικαστήριο, στο πλαίσιο τέτοιας αγωγής, της τήρησης της απαίτησης περί διαφάνειας – Κριτήρια εκτιμήσεως – Έννοια του μέσου καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος – Περιεχόμενο – Συνεκτίμηση της εξέλιξης της αντίληψης του εν λόγω καταναλωτή

    (Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου, άρθρα 4 § 2 και 7 § 3)

    (βλ. σκέψεις 49, 50, 52-57, διατακτ. 2)

Σύνοψη

Επιληφθέν αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο, Ισπανία), το Δικαστήριο αποσαφηνίζει το περιεχόμενο της έννοιας του «μέσου καταναλωτή» και προσδιορίζει τα κριτήρια για την εξέταση της διαφάνειας συμβατικής ρήτρας υπό το πρίσμα της οδηγίας 93/13 ( 1 ) στο πλαίσιο συλλογικής αγωγής ασκούμενης κατά μεγάλου αριθμού επαγγελματιών του ίδιου οικονομικού τομέα με αίτημα την παράλειψη χρήσης της αποκαλούμενης ρήτρας κατώτατου επιτοκίου ( 2 ) την οποία οι επαγγελματίες αυτοί χρησιμοποιούσαν επί μακρό χρονικό διάστημα.

Τον Νοέμβριο του 2010, μια ισπανική ένωση χρηστών τραπεζών, ταμιευτηρίων και ασφαλιστικών εταιριών ( 3 ) άσκησε ενώπιον του Juzgado de lo Mercantil no 11 de Madrid (δικαστηρίου εμπορικών διαφορών αριθ. 11 της Μαδρίτης) συλλογική αγωγή κατά πλέον των εκατό πιστωτικών ιδρυμάτων με αίτημα την παράλειψη χρήσης της ρήτρας κατώτατου επιτοκίου η οποία περιλαμβανόταν στους χρησιμοποιούμενους από τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα γενικούς όρους συμβάσεων ενυπόθηκου δανείου καθώς και την επιστροφή των ποσών που είχαν καταβάλει οι οικείοι καταναλωτές βάσει της επίμαχης ρήτρας. Το ανωτέρω δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή για το σύνολο σχεδόν των πιστωτικών ιδρυμάτων, διαπιστώνοντας την ακυρότητα της ρήτρας κατώτατου επιτοκίου και διατάσσοντας την παράλειψη χρήσης της καθώς και την επιστροφή, από τα ιδρύματα αυτά, των ποσών που είχαν αχρεωστήτως εισπράξει κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω ρήτρας ( 4 ).

Οι εφέσεις που άσκησαν τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα απορρίφθηκαν σχεδόν στο σύνολό τους από το Audiencia Provincial de Madrid (εφετείο Μαδρίτης, Ισπανία). Τα πιστωτικά ιδρύματα των οποίων η έφεση απορρίφθηκε άσκησαν αναιρέσεις ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο εγείρει δύο νομικά ζητήματα. Το πρώτο αφορά το εάν η συλλογική αγωγή συνιστά πρόσφορο δικονομικό μέσο για την εξέταση της διαφάνειας των ρητρών κατώτατου επιτοκίου, ενώ το δεύτερο τη δυσκολία εφαρμογής της έννοιας του «μέσου καταναλωτή» στο πλαίσιο της υπόθεσης της κύριας δίκης, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι ρήτρες αυτές απευθύνονται σε διαφορετικές κατηγορίες καταναλωτών και έχουν χρησιμοποιηθεί επί μακρό χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο βαθμός γνώσης σχετικά με αυτές έχει εξελιχθεί.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

Το Δικαστήριο εξετάζει, κατά πρώτον, τη δυνατότητα εθνικού δικαστηρίου να ελέγξει τη διαφάνεια συμβατικής ρήτρας στο πλαίσιο συλλογικής αγωγής που ασκείται κατά πλειόνων επαγγελματιών του ίδιου οικονομικού τομέα και αφορά πολυάριθμες συμβάσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο επισημαίνει εκ προοιμίου ότι, παραλλήλως προς το δικαίωμα του καταναλωτή να ασκήσει ατομική αγωγή προκειμένου να εξεταστεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας ρητρών σύμβασης που συνήψε, η οδηγία 93/13 ( 5 ) καθιστά δυνατόν για τα κράτη μέλη να καθιερώσουν έλεγχο των ρητρών που περιλαμβάνονται σε τυποποιημένες συμβάσεις, μέσω αγωγών παραλείψεως οι οποίες ασκούνται προς τη διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος από ενώσεις προστασίας των καταναλωτών. Δεδομένου ότι οι αγωγές αυτές έχουν διαφορετικό αντικείμενο και έννομα αποτελέσματα, η συνεκτίμηση, στο πλαίσιο αυτεπάγγελτης εκτίμησης της καταχρηστικότητας συμβατικής ρήτρας, όλων των περιστάσεων που περιβάλλουν τη σύναψη σύμβασης, ίδιον των ατομικών αγωγών, δεν πρέπει να εμποδίζει την άσκηση συλλογικής αγωγής. Επιπλέον, όσον αφορά τη σχέση μεταξύ ατομικών και συλλογικών αγωγών, μολονότι εναπόκειται στον νομοθέτη κάθε κράτους μέλους, δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, να θεσπίζει τους κανόνες που διέπουν τη σχέση αυτή, οι τελευταίοι δεν πρέπει να θίγουν τη δυνατότητα που παρέχει στους καταναλωτές η οδηγία 93/13 να επιλέξουν να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους είτε μέσω ατομικής αγωγής είτε μέσω συλλογικής αγωγής.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο επισημαίνει, πρώτον, ότι το περιεχόμενο της υποχρέωσης περί σαφούς και κατανοητής διατύπωσης των συμβατικών ρητρών την οποία υπέχουν οι επαγγελματίες δεν εξαρτάται από το είδος της αγωγής, ατομικής ή συλλογικής, με την οποία ο καταναλωτής ή η οργάνωση που έχει έννομο συμφέρον για την προστασία του επιδιώκει να ασκήσει τα δικαιώματα που αναγνωρίζει η οδηγία 93/13. Υπό την έννοια αυτή, διευκρινίζει ότι η διαμορφωθείσα κατόπιν ατομικών αγωγών νομολογία του σχετικά με το περιεχόμενο της απαίτησης περί διαφάνειας μπορεί να τύχει εφαρμογής στις συλλογικές αγωγές. Ως εκ τούτου, ο δικαστικός έλεγχος της διαφάνειας των συμβατικών ρητρών δεν μπορεί να αφορά μόνον τις ρήτρες που αποτελούν αντικείμενο ατομικών αγωγών. Πράγματι, από καμία διάταξη της οδηγίας 93/13 δεν μπορεί να συναχθεί αποκλεισμός του ελέγχου αυτού σε σχέση με τις ρήτρες που αποτελούν αντικείμενο συλλογικών αγωγών, υπό τον όρο ότι, όταν η συλλογική αγωγή ασκείται κατά περισσοτέρων επαγγελματιών, πρέπει να στρέφεται κατά επαγγελματιών του ίδιου οικονομικού τομέα, οι οποίοι χρησιμοποιούν ή συνιστούν τη χρησιμοποίηση των αυτών ή παρόμοιων γενικών συμβατικών ρητρών ( 6 ).

Δεύτερον, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, ως εκ της φύσεώς της, η εξέταση της διαφάνειας συμβατικής ρήτρας, στην οποία προβαίνει το εθνικό δικαστήριο στο πλαίσιο συλλογικής αγωγής, δεν μπορεί να αφορά περιστάσεις προσιδιάζουσες σε ατομικές καταστάσεις, αλλά τυποποιημένες πρακτικές επαγγελματιών. Συνεπώς, κατά την εξέταση της διαφάνειας ρήτρας κατώτατου επιτοκίου, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να ελέγξει, λαμβανομένης υπόψη της φύσης των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο των σχετικών συμβάσεων, κατά πόσον ο μέσος καταναλωτής, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, είναι σε θέση, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, να κατανοήσει τη λειτουργία της εν λόγω ρήτρας και να εκτιμήσει τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειές της. Προς τον σκοπό αυτόν, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη όλες τις συνήθεις συμβατικές και προσυμβατικές πρακτικές που ακολουθεί ο εκάστοτε επαγγελματίας, καθώς και κάθε άλλη περίσταση που το ίδιο κρίνει κρίσιμη προκειμένου να ασκήσει τον έλεγχό του σε σχέση με έκαστο εκ των εναγομένων.

Τρίτον, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η περιπλοκότητα ορισμένης υπόθεσης, λόγω του πολύ μεγάλου αριθμού των εναγομένων και των πολλαπλών διατυπώσεων των επίμαχων ρητρών, δεν συνιστά κρίσιμο κριτήριο για την εκτίμηση της υποχρέωσης του εθνικού δικαστηρίου να εξετάσει τη διαφάνεια συμβατικών ρητρών στο πλαίσιο συλλογικής αγωγής, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13. Ως εκ τούτου, η οδηγία 93/13 ( 7 ) επιτρέπει σε εθνικό δικαστήριο να ελέγξει τη διαφάνεια συμβατικής ρήτρας στο πλαίσιο συλλογικής αγωγής η οποία ασκείται κατά πλειόνων επαγγελματιών του ίδιου οικονομικού τομέα και αφορά πολυάριθμες συμβάσεις, εφόσον οι συμβάσεις αυτές περιέχουν την ίδια ή παρόμοιες ρήτρες.

Κατά δεύτερον, το Δικαστήριο αποσαφηνίζει την έννοια του «μέσου καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος», στο πλαίσιο της εξέτασης της διαφάνειας συμβατικής ρήτρας η οποία περιλαμβάνεται σε συμβάσεις απευθυνόμενες σε συγκεκριμένες κατηγορίες καταναλωτών και έχει χρησιμοποιηθεί επί μακρό χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο βαθμός γνώσης σχετικά με αυτήν έχει εξελιχθεί.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, με τρόπο ανάλογο προς τη γενική έννοια του «καταναλωτή» ( 8 ), η οποία έχει αντικειμενικό χαρακτήρα και είναι ανεξάρτητη από τις συγκεκριμένες γνώσεις και πληροφορίες που διαθέτει πράγματι ο ενδιαφερόμενος, η χρήση ενός αφηρημένου κριτηρίου αναφοράς, όπως αυτό του «μέσου καταναλωτή», για τον έλεγχο της διαφάνειας συμβατικής ρήτρας επιτρέπει την αποσύνδεση του ελέγχου αυτού από τη συνδρομή ενός σύνθετου συνόλου υποκειμενικών παραγόντων που είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστούν. Πράγματι, δεδομένου ότι, στο πλαίσιο ατομικής αγωγής, οι ειδικές γνώσεις που θεωρείται ότι διαθέτει ο καταναλωτής δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν οποιαδήποτε απόκλιση από το επίπεδο γνώσεων του μέσου καταναλωτή, δεν μπορούν, κατά μείζονα λόγο, να ληφθούν υπόψη, στο πλαίσιο συλλογικής αγωγής, τα ατομικά χαρακτηριστικά διαφορετικών κατηγοριών καταναλωτών. Κατά το Δικαστήριο, η ετερογένεια ακριβώς του οικείου κοινού, το οποίο αποτελείται εν προκειμένω από διαφορετικές κατηγορίες καταναλωτών που είναι δύσκολο να ομαδοποιηθούν, καθιστά αναγκαία την προσφυγή στο πλάσμα δικαίου περί του μέσου καταναλωτή. Σύμφωνα με το πλάσμα αυτό, ο μέσος καταναλωτής εκλαμβάνεται ως μία και μόνη αφηρημένη οντότητα, η συνολική αντίληψη της οποίας είναι κρίσιμη για τους σκοπούς της εξέτασης.

Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της εξέτασης της διαφάνειας των ρητρών κατώτατου επιτοκίου κατά τον χρόνο σύναψης των οικείων συμβάσεων ενυπόθηκου δανείου, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να στηριχθεί στην αντίληψη του μέσου καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, τούτο δε ανεξαρτήτως των διαφορών που υφίστανται μεταξύ κάθε μεμονωμένου καταναλωτή στον οποίο απευθύνονται οι επίμαχες συμβάσεις, ιδίως όσον αφορά τον βαθμό γνώσης της ρήτρας κατώτατου επιτοκίου, το επίπεδο εισοδημάτων, την ηλικία ή την επαγγελματική δραστηριότητα. Το γεγονός ότι οι συμβάσεις αυτές απευθύνονται σε ειδικές κατηγορίες καταναλωτών δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα.

Εντούτοις, δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ των προτέρων το ενδεχόμενο το αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει ότι, λόγω της επέλευσης ενός αντικειμενικού ή πασίδηλου γεγονότος, όπως είναι η τροποποίηση της εφαρμοστέας ρύθμισης ή μια ευρέως διαδεδομένη και συζητούμενη νομολογιακή εξέλιξη, η συνολική αντίληψη του μέσου καταναλωτή σχετικά με τη ρήτρα κατώτατου επιτοκίου έχει μεταβληθεί κατά την περίοδο αναφοράς και ότι ο καταναλωτής αυτός είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες της επίμαχης ρήτρας. Σε μια τέτοια περίπτωση, η οδηγία 93/13 ουδόλως εμποδίζει να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη της αντίληψης του μέσου καταναλωτή κατά την περίοδο αυτή, καθόσον το επίπεδο πληροφόρησης και προσοχής του τελευταίου μπορεί να εξαρτάται από τον χρόνο σύναψης των συμβάσεων ενυπόθηκου δανείου.


( 1 ) Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29)

( 2 ) Η ρήτρα αυτή χρησιμοποιούνταν από τα πιστωτικά ιδρύματα και προέβλεπε ελάχιστο επιτόκιο κάτω από το οποίο δεν μπορούσε να μειωθεί το κυμαινόμενο επιτόκιο (στο εξής: ρήτρα κατώτατου επιτοκίου).

( 3 ) Η Asociación de Usuarios de Bancos, Cajas de Ahorros y Seguros de España (Adicae) κ.λπ.

( 4 ) Η επιστροφή αφορούσε τα ποσά που είχαν αχρεωστήτως εισπραχθεί από τις 9 Μαΐου 2013, ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης 241/2013 του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) με την οποία το τελευταίο έκρινε ότι η διαπίστωση της ακυρότητας ρήτρας κατώτατου επιτοκίου παράγει αποτελέσματα ex nunc.

( 5 ) Και, πιο συγκεκριμένα, ο μηχανισμός του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13.

( 6 ) Προϋποθέσεις τις οποίες προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13.

( 7 ) Και ιδίως το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 3.

( 8 ) Όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 93/13.