Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 26ης Φεβρουαρίου 2026 (*)

« Αίτηση αναιρέσεως – Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Αγορά αερομεταφοράς εμπορευμάτων – Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και του άρθρου 8 της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας – Συντονισμός στοιχείων τιμολόγησης των υπηρεσιών αερομεταφοράς εμπορευμάτων (επίναυλος καυσίμων, επίναυλος ασφαλείας και άρνηση καταβολής προμήθειας επί των επιναύλων) – Διαρκής και ενιαία παράβαση – Μη απόδειξη της γνώσης δύο σκελών της παράβασης από έναν μετέχοντα – Μερική ή ολική ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής – Εδαφική αρμοδιότητα της Επιτροπής – Διαπίστωση “παγκόσμιας” σύμπραξης »

Στην υπόθεση C‑375/22 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 9 Ιουνίου 2022,

Latam Airlines Group SA, με έδρα το Σαντιάγο (Χιλή),

Lan Cargo SA, με έδρα το Σαντιάγο,

εκπροσωπούμενες από τους O. Geiss, Rechtsanwalt, B. Hartnett, avocat, και W. Sparks, advocaat,

αναιρεσείουσες,

όπου ο έτερος διάδικος είναι:

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους P. Caro de Sousa και A. Dawes, επικουρούμενους από τον G. Peretz, KC,

καθής πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους I. Jarukaitis (εισηγητή), πρόεδρο του τέταρτου τμήματος, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, E. Regan και Δ. Γρατσία, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Α. Ράντος

γραμματέας: R. Stefanova-Kamisheva, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 10ης Απριλίου 2024,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2024,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την αίτηση αναιρέσεως, η Latam Airlines Group SA (στο εξής: Latam Airlines) και η Lan Cargo SA ζητούν την αναίρεση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 30ής Μαρτίου 2022, Latam Airlines Group και Lan Cargo κατά Επιτροπής (T‑344/17, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2022:185), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε εν μέρει την προσφυγή τους με αίτημα την ακύρωση της απόφασης C(2017) 1742 final της Επιτροπής, της 17ης Μαρτίου 2017, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, του άρθρου 53 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ και του άρθρου 8 της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας (Υπόθεση AT.39258 – Αερομεταφορές εμπορευμάτων) (στο εξής: επίδικη απόφαση), κατά το μέρος που τις αφορά, καθώς και την ακύρωση ή τη μείωση του προστίμου που τους επιβλήθηκε με την απόφαση αυτή.

 Το νομικό πλαίσιο

 Η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών ΕΚ-Ελβετίας

2        Η Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999 και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2002/309/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, σχετικά με τη συμφωνία επιστημονικής και τεχνολογικής συνεργασίας, της 4ης Απριλίου 2002, για τη σύναψη επτά συμφωνιών με την Ελβετική Συνομοσπονδία (ΕΕ 2002, L 114, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2015, L 210, σ. 38) (στο εξής: συμφωνία αεροπορικών μεταφορών ΕΚ-Ελβετίας), τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 2002. Τα άρθρα 8 και 9 της συμφωνίας αυτής αναλογούν, mutatis mutandis, στα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ αντιστοίχως.

3        Σύμφωνα με το άρθρο 11 της εν λόγω συμφωνίας:

«1.      Οι διατάξεις των άρθρων 8 και 9 εφαρμόζονται […] από τα κοινοτικά θεσμικά όργανα σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία όπως ορίζεται στο Παράρτημα της παρούσας συμφωνίας, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη για στενή συνεργασία μεταξύ κοινοτικών θεσμικών οργάνων και ελβετικών αρχών.

2.      Οι ελβετικές αρχές αποφαίνονται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9, κατά πόσον είναι αποδεκτές όλες οι συμφωνίες, οι αποφάσεις και οι συντονισμένες πρακτικές[...] σε ό,τι αφορά τα δρομολόγια μεταξύ Ελβετίας και τρίτων χωρών.»

4        Ο κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101] και [102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), κατέστη εφαρμοστέος στο πλαίσιο της ίδιας συμφωνίας, με ισχύ από τις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την απόφαση 1/2007 της κοινής επιτροπής αεροπορικών μεταφορών Κοινότητας/Ελβετίας που έχει συσταθεί βάσει της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, της 5ης Δεκεμβρίου 2007, η οποία αντικαθιστά το παράρτημα της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας (ΕΕ 2008, L 34, σ. 19). Κατά την ημερομηνία αυτή, ο ως άνω κανονισμός αντικατέστησε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3975/87 του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1987, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού που ισχύουν για τις επιχειρήσεις στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών (ΕΕ 1987, L 374, σ. 1), ο οποίος περιλαμβανόταν στο παράρτημα της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών ΕΚ-Ελβετίας από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας αυτής.

 Η Συνθήκη ΛΕΕ

5        Το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:

«Είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς, και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται:

α)      στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής,

β)      στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διαθέσεως, της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων,

γ)      στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού,

[...]».

 Η Συμφωνία για τον ΕΟΧ

6        Το περιεχόμενο του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, της 2ας Μαΐου 1992 (ΕΕ 1994, L 1, σ. 3) (στο εξής: Συμφωνία για τον ΕΟΧ), αντιστοιχεί, mutatis mutandis, στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ.

7        Ο κανονισμός 1/2003, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 411/2004 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2004 (ΕΕ 2004, L 68, σ. 1), ενσωματώθηκε στη Συμφωνία για τον ΕΟΧ, αφενός, με την απόφαση της Μεικτής Επιτροπής του ΕΟX αριθ. 130/2004, της 24ης Σεπτεμβρίου 2004, για την τροποποίηση του παραρτήματος XIV (Ανταγωνισμός), του πρωτοκόλλου 21 (σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στις επιχειρήσεις) και του πρωτοκόλλου 23 (σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των αρχών επιτήρησης) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (ΕΕ 2005, L 64, σ. 57), η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 19 Μαΐου 2005, καθώς και, αφετέρου, με την απόφαση της Μεικτής Επιτροπής του ΕΟX αριθ. 40/2005, της 11ης Μαρτίου 2005, για την τροποποίηση του παραρτήματος XIII (Μεταφορές) και του πρωτοκόλλου 21 (σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στις επιχειρήσεις) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (ΕΕ 2005, L 198, σ. 38), η οποία τέθηκε σε ισχύ την ίδια ημέρα.

 Ο κανονισμός 1/2003

8        Το άρθρο 16 του κανονισμού 1/2003 ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Όταν τα εθνικά δικαστήρια κρίνουν συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές δυνάμει του άρθρου [101] ή του άρθρου [102 ΣΛΕΕ], οι οποίες έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο απόφασης της Επιτροπής, δεν μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις που συγκρούονται με την απόφαση την οποία έχει λάβει η Επιτροπή. Πρέπει επίσης να αποφεύγουν να λαμβάνουν αποφάσεις που ενδέχεται να συγκρούονται με απόφαση την οποία σκοπεύει να λάβει η Επιτροπή κατά διαδικασία που έχει κινήσει. Προς το σκοπό αυτό, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να εκτιμήσει μήπως πρέπει να αναστείλει τη διαδικασία του. Η υποχρέωση αυτή δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις δυνάμει του άρθρου [267 ΣΛΕΕ]».

9        Το άρθρο 23, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:

«2.      Η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλει σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα, σε περίπτωση που αυτές, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας:

α)      διαπράττουν παράβαση των διατάξεων του άρθρου [101] ή του άρθρου [102 ΣΛΕΕ], ή

[...]

Για καθεμία από τις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην παράβαση, το πρόστιμο δεν υπερβαίνει το 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. [...]

3.      Κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, εκτός από τη σοβαρότητα της παραβάσεως, και η διάρκειά της.»

10      Το άρθρο 32, στοιχείο γʹ, του εν λόγω κανονισμού προέβλεπε ότι ο κανονισμός αυτός δεν εφαρμόζεται στις «εναέριες μεταφορές μεταξύ κοινοτικών αερολιμένων και τρίτων χωρών.»

11      Η διάταξη αυτή καταργήθηκε, από 1ης Μαΐου 2004, με το άρθρο 3 του κανονισμού 411/2004.

 Το ιστορικό της διαφοράς και η επίδικη απόφαση

12      Το ιστορικό της διαφοράς και η επίδικη απόφαση, όπως εκτίθενται στις σκέψεις 1 έως 61 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, μπορούν, για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας, να συνοψιστούν ως εξής.

13      Η Latam Airlines είναι η μητρική εταιρία της Lan Cargo. Η τελευταία δραστηριοποιείται στην αγορά των υπηρεσιών αερομεταφοράς εμπορευμάτων.

14      Στον τομέα της αερομεταφοράς εμπορευμάτων, η αεροπορική μεταφορά φορτίων εξασφαλίζεται από αεροπορικές εταιρίες (στο εξής: αερομεταφορείς). Κατά κανόνα, οι αερομεταφορείς παρέχουν υπηρεσίες αερομεταφοράς εμπορευμάτων στους διαμεταφορείς, οι οποίοι οργανώνουν τη μεταφορά των φορτίων αυτών στο όνομα των αποστολέων. Σε αντάλλαγμα, οι διαμεταφορείς αυτοί καταβάλλουν στους αερομεταφορείς τιμή η οποία αποτελείται, αφενός, από ναύλους υπολογιζόμενους ανά χιλιόγραμμο και, αφετέρου, από διάφορους επίναυλους.

 Η διοικητική διαδικασία

15      Στις 7 Δεκεμβρίου 2005 η Επιτροπή έλαβε, βάσει της ανακοινώσεώς της σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (καρτέλ) (ΕΕ 2002, C 45, σ. 3), αίτηση για απαλλαγή από την επιβολή προστίμου, την οποία υπέβαλαν η Deutsche Lufthansa AG και δύο εκ των θυγατρικών της, η Lufthansa Cargo AG και η Swiss International Air Lines AG. Σύμφωνα με την αίτηση αυτή, υπήρχαν επαφές αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού μεταξύ διαφόρων αερομεταφορέων, οι οποίες αφορούσαν συστατικά στοιχεία της τιμής των παρεχόμενων υπηρεσιών στην αγορά αερομεταφοράς εμπορευμάτων, ήτοι τη θέσπιση επίναυλου «καυσίμων» και επίναυλου «ασφαλείας», καθώς και την άρνηση των εν λόγω αερομεταφορέων να καταβάλλουν στους διαμεταφορείς προμήθεια επί των επιναύλων (στο εξής: άρνηση καταβολής προμήθειας).

16      Στις 14 και 15 Φεβρουαρίου 2006 η Επιτροπή διενήργησε αιφνίδιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις πολλών αερομεταφορέων.

17      Κατόπιν των ελέγχων αυτών, πολλοί αερομεταφορείς, μεταξύ των οποίων η Latam Airlines και η Lan Cargo, υπέβαλαν αίτηση για απαλλαγή από τα πρόστιμα βάσει της ανακοινώσεως σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε υποθέσεις συμπράξεων (καρτέλ), περί της οποίας γίνεται λόγος στη σκέψη 15 της παρούσας απόφασης.

18      Στις 19 Δεκεμβρίου 2007 η Επιτροπή απηύθυνε ανακοίνωση αιτιάσεων σε 27 αερομεταφορείς, μεταξύ των οποίων και στις Latam Airlines και Lan Cargo, οι οποίοι στη συνέχεια υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις. Πραγματοποιήθηκε ακρόαση από τις 30 Ιουνίου έως τις 4 Ιουλίου 2008.

 Η αρχική απόφαση

19      Στις 9 Νοεμβρίου 2010 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2010) 7694 final σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, του άρθρου 53 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ και του άρθρου 8 της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας (υπόθεση COMP/39258 – αερομεταφορές εμπορευμάτων) (στο εξής: αρχική απόφαση). Η απόφαση αυτή είχε ως αποδέκτες 21 αερομεταφορείς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν η Latam Airlines και η Lan Cargo.

20      Η εν λόγω απόφαση εξέθετε, στο σκεπτικό της, ότι οι εμπλεκόμενοι αερομεταφορείς είχαν συντονίσει τη συμπεριφορά τους όσον αφορά την τιμολόγηση για την παροχή υπηρεσιών αερομεταφοράς εμπορευμάτων, συνεννοούμενοι ως προς τον επίναυλο καυσίμων, τον επίναυλο ασφαλείας και την άρνηση καταβολής προμήθειας, και είχαν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, μετάσχει σε ενιαία και διαρκή παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ και του άρθρου 8 της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών ΕΚ-Ελβετίας, η οποία κάλυπτε το έδαφος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) και της Ελβετίας.

 Η δικαστικές αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 2015

21      Με απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2015, Latam Airlines Group και Lan Cargo κατά Επιτροπής (T‑40/11, EU:T:2015:986), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την αρχική απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε την Latam Airlines και την Lan Cargo. Με δώδεκα άλλες αποφάσεις της ίδιας ημέρας, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε επίσης, εν όλω ή εν μέρει, την ίδια απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε δώδεκα άλλους αερομεταφορείς ή ομάδες αερομεταφορέων.

22      Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η αιτιολογία της απόφασης αυτής ενείχε πλημμέλειες.

 Η επίδικη απόφαση

23      Στις 20 Μαΐου 2016 η Επιτροπή απηύθυνε στους αερομεταφορείς τους οποίους αφορούσε η αρχική απόφαση και οι οποίοι είχαν ασκήσει προσφυγή κατ’ αυτής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου έγγραφο με το οποίο τους ενημέρωνε για την πρόθεσή της να εκδώσει εκ νέου απόφαση με την οποία θα διαπίστωνε τη συμμετοχή τους σε ενιαία και διαρκή παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ και του άρθρου 8 της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών ΕΚ-Ελβετίας σε όλα τα δρομολόγια που μνημονεύονταν στην αρχική αυτή απόφαση. Τους δόθηκε προθεσμία ενός μηνός για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Όλοι έκαναν χρήση της δυνατότητας αυτής.

24      Στις 17 Μαρτίου 2017, η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση, η οποία έχει ως αποδέκτες 19 αερομεταφορείς, στους οποίους συγκαταλέγονταν η Latam Airlines και η Lan Cargo.

25      Στην επίδικη απόφαση εκτίθεται ότι οι εμπλεκόμενοι αερομεταφορείς συντόνισαν τη συμπεριφορά τους όσον αφορά την τιμολόγηση για την παροχή υπηρεσιών αερομεταφοράς εμπορευμάτων σε παγκόσμια κλίμακα μέσω του επίναυλου καυσίμων, του επίναυλου ασφαλείας και της άρνησης καταβολής προμήθειας (στο εξής: επίδικη σύμπραξη), και ως εκ τούτου διέπραξαν ενιαία και διαρκή παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ και του άρθρου 8 της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών ΕΚ-Ελβετίας.

26      Στο τμήμα 4 της απόφασης αυτής, με τίτλο «Περιγραφή των πραγματικών περιστατικών», η Επιτροπή επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι από την έρευνα αποκαλύφθηκε σύμπραξη παγκόσμιας εμβέλειας βασιζόμενη σε δίκτυο διμερών και πολυμερών επαφών που έλαβαν χώρα μεταξύ των ανταγωνιστών για μεγάλο χρονικό διάστημα, η οποία αφορούσε τη συμπεριφορά που οι τελευταίοι είχαν αποφασίσει, προβλέψει ή σχεδιάσει να υιοθετήσουν σε σχέση με τα διάφορα στοιχεία τιμολόγησης για την παροχή υπηρεσιών αερομεταφοράς εμπορευμάτων που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη. Υπογράμμισε ότι κοινός σκοπός αυτού του δικτύου επαφών ήταν ο συντονισμός της συμπεριφοράς των ανταγωνιστών στον τομέα της τιμολόγησης ή η μείωση της αβεβαιότητας όσον αφορά την τιμολογιακή τους πολιτική. Εν συνεχεία, περιέγραψε τις επαφές που αφορούσαν, αντιστοίχως, τον επίναυλο καυσίμων, τον επίναυλο ασφαλείας και την άρνηση καταβολής προμήθειας, και εκτίμησε τις αποδείξεις περί των πραγματικών περιστατικών όσον αφορά, αφενός, την επίδικη σύμπραξη στο σύνολό της και, αφετέρου, καθέναν από τους αποδέκτες της εν λόγω απόφασης.

27      Στο τμήμα 5 της επίδικης απόφασης, με τίτλο «Εφαρμογή των σχετικών κανόνων ανταγωνισμού», η Επιτροπή εφάρμοσε το άρθρο 101 ΣΛΕΕ στα πραγματικά περιστατικά της εξεταζόμενης περίπτωσης, διευκρινίζοντας ταυτοχρόνως ότι οι παραπομπές στο άρθρο αυτό έπρεπε να ερμηνευθούν επίσης ως παραπομπές στο άρθρο 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ και στο άρθρο 8 της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών ΕΚ-Ελβετίας, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται mutatis mutandis, εκτός αν ορίζεται άλλως.

28      Συναφώς, όσον αφορά την αρμοδιότητά της, η Επιτροπή εξέτασε τα όρια της χρονικής και εδαφικής αρμοδιότητάς της να διαπιστώσει παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού στη συγκεκριμένη περίπτωση και να επιβάλει σχετικές κυρώσεις.

29      Αφενός, στις αιτιολογικές σκέψεις 822 έως 832 της επίδικης απόφασης, οι οποίες αποτελούν το υποτμήμα 5.2 της απόφασης αυτής, με τίτλο «Αρμοδιότητα της Επιτροπής», η Επιτροπή επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ότι δεν επρόκειτο να εφαρμόσει, κατ’ αρχάς, το άρθρο 101 ΣΛΕΕ στις προγενέστερες της 1ης Μαΐου 2004 συμφωνίες και πρακτικές σχετικά με τα δρομολόγια μεταξύ αερολιμένων ευρισκόμενων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αερολιμένων ευρισκόμενων εκτός του ΕΟΧ (στο εξής: δρομολόγια Ένωσης-τρίτων χωρών), ακολούθως, το άρθρο 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ στις προγενέστερες της 19ης Μαΐου 2005 συμφωνίες και πρακτικές σχετικά με τα δρομολόγια Ένωσης-τρίτων χωρών καθώς και τα δρομολόγια μεταξύ αερολιμένων ευρισκόμενων εντός χωρών που είναι συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία για τον ΕΟΧ αλλά δεν είναι κράτη μέλη της Ένωσης και αερολιμένων ευρισκόμενων εντός τρίτων χωρών (στο εξής: δρομολόγια εντός του ΕΟΧ πλην των δρομολογίων Ένωσης-τρίτων χωρών) και, τέλος, το άρθρο 8 της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών ΕΚ-Ελβετίας στις προγενέστερες της 1ης Ιουνίου 2002 συμφωνίες και πρακτικές σχετικά με τα δρομολόγια μεταξύ αερολιμένων ευρισκόμενων εντός της Ένωσης και ελβετικών αερολιμένων (στο εξής: δρομολόγια Ένωσης-Ελβετίας). Διευκρίνισε, στην αιτιολογική σκέψη 832 της εν λόγω απόφασης, ότι η ίδια απόφαση «ουδόλως είχε την πρόθεση να εκθέσει οποιαδήποτε παράβαση του άρθρου 8 της συμφωνίας [αεροπορικών μεταφορών ΕΚ-Ελβετίας] όσον αφορά τις υπηρεσίες αερομεταφοράς εμπορευμάτων [μεταξύ] της Ελβετίας [και] τρίτων χωρών».

30      Αφετέρου, στις αιτιολογικές σκέψεις 1036 έως 1046 της επίδικης απόφασης, οι οποίες αποτελούν το υποτμήμα 5.3.8 της απόφασης αυτής, με τίτλο «[Δ]υνατότητα εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ στα εισερχόμενα δρομολόγια», η Επιτροπή εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους απέρριψε τα επιχειρήματα διαφόρων εμπλεκομένων αερομεταφορέων ότι υπερέβη τα όρια της εδαφικής αρμοδιότητάς της υπό το πρίσμα των κανόνων του δημοσίου διεθνούς δικαίου λόγω του ότι διαπίστωσε και επέβαλε κυρώσεις για παράβαση των δύο αυτών διατάξεων στα δρομολόγια με αναχώρηση από τρίτες χώρες και προορισμό τον ΕΟΧ (στο εξής: εισερχόμενα δρομολόγια).

31      Ειδικότερα, στην αιτιολογική σκέψη 1045 της εν λόγω απόφασης, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικές όσον αφορά τις προσφερόμενες σε αυτά τα εισερχόμενα δρομολόγια υπηρεσίες αερομεταφοράς εισερχόμενων φορτίων «μπορούν να έχουν άμεσες, ουσιώδεις και προβλέψιμες επιπτώσεις εντός της Ένωσης και του ΕΟΧ, δεδομένου ότι το αυξημένο κόστος της αεροπορικής μεταφοράς προς τον ΕΟΧ και, επομένως, οι υψηλότερες τιμές των εισαγόμενων εμπορευμάτων, ως εκ της φύσεώς τους, μπορούν να έχουν επιπτώσεις στους καταναλωτές εντός του ΕΟΧ». Προσέθεσε δε ότι, εν προκειμένω, οι πρακτικές αυτές μπορούσαν να έχουν τέτοιες επιπτώσεις και στην παροχή υπηρεσιών αερομεταφοράς εμπορευμάτων από άλλους αερομεταφορείς εντός του ΕΟΧ, μεταξύ των συγκοινωνιακών κόμβων (hubs) εντός του ΕΟΧ που χρησιμοποιούνταν από τους αερομεταφορείς τρίτων χωρών και των αερολιμένων προορισμού των αποστολών αυτών εντός του ΕΟΧ που δεν εξυπηρετούνταν από τον αερομεταφορέα της τρίτης χώρας.

32      Εξάλλου, στην αιτιολογική σκέψη 1046 της ίδιας απόφασης, η Επιτροπή επισήμανε ότι η επίδικη σύμπραξη είχε «τεθεί σε εφαρμογή σε παγκόσμιο επίπεδο», ότι οι διακανονισμοί σχετικά με τα εισερχόμενα δρομολόγια αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της ενιαίας και διαρκούς παράβασης του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ και ότι η ομοιόμορφη εφαρμογή των επιναύλων σε παγκόσμια κλίμακα αποτελούσε βασικό στοιχείο της σύμπραξης αυτής.

33      Το υποτμήμα 5.3 της επίδικης απόφασης, σχετικά με την εφαρμογή εν προκειμένω του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ και του άρθρου 8 της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών ΕΚ-Ελβετίας, περιλαμβάνει τις αιτιολογικές σκέψεις 833 έως 1052 της απόφασης αυτής. Πρώτον, στην αιτιολογική σκέψη 846 της εν λόγω απόφασης, η Επιτροπή έκρινε ότι οι εμπλεκόμενοι αερομεταφορείς συντόνισαν τη συμπεριφορά τους ή επηρέασαν την τιμολόγηση, «πράγμα το οποίο [κατέληγε] τελικώς σε καθορισμό τιμών σε σχέση με» τον επίναυλο καυσίμων, τον επίναυλο ασφαλείας και την καταβολή προμήθειας επί των επιναύλων στους διαμεταφορείς. Στην αιτιολογική σκέψη 861 της εν λόγω απόφασης, το θεσμικό αυτό όργανο εκτίμησε ότι το «γενικό σύστημα συντονισμού της συμπεριφοράς όσον αφορά την τιμολόγηση για υπηρεσίες αερομεταφοράς εμπορευμάτων», την ύπαρξη του οποίου αποκάλυψε η έρευνά της, πιστοποιούσε την ύπαρξη «σύνθετης παράβασης αποτελούμενης από διάφορες ενέργειες οι οποίες [μπορούσαν] να χαρακτηριστούν είτε ως συμφωνία είτε ως εναρμονισμένη πρακτική, στο πλαίσιο των οποίων οι ανταγωνιστές [είχα]ν αντικαταστήσει σκοπίμως τους κινδύνους του ανταγωνισμού με μια μεταξύ τους συνεργασία».

34      Δεύτερον, στην αιτιολογική σκέψη 869 της επίδικης απόφασης, η Επιτροπή έκρινε ότι η «επίμαχη συμπεριφορά συνιστ[ούσε] ενιαία και διαρκή παράβαση του άρθρου 101 [ΣΛΕΕ]», διευκρινίζοντας, στις αιτιολογικές σκέψεις 870 έως 902 αυτής, ότι οι επίμαχοι διακανονισμοί επεδίωκαν ενιαίο σκοπό αντίθετο προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συνιστάμενο στην παρεμπόδιση του ανταγωνισμού στον τομέα της αερομεταφοράς εμπορευμάτων εντός του ΕΟΧ, ότι αφορούσαν την παροχή υπηρεσιών αερομεταφοράς εμπορευμάτων και την τιμολόγησή τους, ότι συνεπάγονταν την εμπλοκή των ίδιων επιχειρήσεων, ότι είχαν ενιαίο και διαρκή χαρακτήρα και ότι εστίαζαν σε τρία σκέλη, ήτοι τον επίναυλο καυσίμων, τον επίναυλο ασφαλείας και την άρνηση καταβολής προμηθειών. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επισήμανε, στην αιτιολογική σκέψη 883 της απόφασης αυτής, ότι η Lan Cargo εμπλεκόταν σε ένα από τα σκέλη της ενιαίας παράβασης, ήτοι στον επίναυλο καυσίμων, αλλά ότι ήταν επίσης ενήμερη για τις συζητήσεις μεταξύ αερομεταφορέων σχετικά με τον επίναυλο ασφαλείας και την καταβολή προμήθειας επί των επιναύλων.

35      Τρίτον, στην αιτιολογική σκέψη 903 της εν λόγω απόφασης, η Επιτροπή εξέθεσε ότι η επίμαχη αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά είχε ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού τουλάχιστον εντός της Ένωσης, στον ΕΟΧ και στην Ελβετία. Στην αιτιολογική σκέψη 917 της απόφασης αυτής, η Επιτροπή προσέθεσε, κατ’ ουσίαν, ότι δεν ήταν, ως εκ τούτου, αναγκαίο να ληφθούν υπόψη οι συγκεκριμένες επιπτώσεις της συμπεριφοράς αυτής.

36      Τέταρτον, στις αιτιολογικές σκέψεις 972 έως 1021 της επίδικης απόφασης, η Επιτροπή εξέτασε τις κανονιστικές ρυθμίσεις σε επτά τρίτες χώρες, οι οποίες, όπως υποστήριζαν πολλοί εμπλεκόμενοι αερομεταφορείς, τους υποχρέωναν να έρχονται σε συνεννόηση όσον αφορά τους επίναυλους, μη επιτρέποντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την εφαρμογή των σχετικών κανόνων ανταγωνισμού. Η Επιτροπή έκρινε ότι οι αερομεταφορείς αυτοί δεν απέδειξαν ότι ενήργησαν κατόπιν εξαναγκασμού από τις εν λόγω τρίτες χώρες.

37      Πέμπτον, στις αιτιολογικές σκέψεις 1024 έως 1035 της επίδικης απόφασης, η Επιτροπή έκρινε ότι η ενιαία και διαρκής παράβαση μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, μεταξύ των συμβαλλομένων μερών στη συμφωνία για τον ΕΟΧ και μεταξύ των συμβαλλομένων μερών στη συμφωνία αεροπορικών μεταφορών ΕΚ-Ελβετίας.

38      Το τμήμα 7 της επίδικης απόφασης, με τίτλο «Διάρκεια της παράβασης», περιλαμβάνει τις αιτιολογικές σκέψεις 1146 έως 1169 της απόφασης αυτής. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 1146 της εν λόγω απόφασης, η Επιτροπή έκρινε ότι η επίδικη σύμπραξη άρχισε στις 7 Δεκεμβρίου 1999 και διήρκεσε έως τις 14 Φεβρουαρίου 2006. Στην ίδια αιτιολογική σκέψη 1146, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η σύμπραξη αυτή είχε παραβεί:

–        το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, από τις 7 Δεκεμβρίου 1999 έως τις 14 Φεβρουαρίου 2006, όσον αφορά τις αεροπορικές μεταφορές μεταξύ αερολιμένων εντός της Ένωσης,

–        το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, από την 1η Μαΐου 2004 έως τις 14 Φεβρουαρίου 2006, όσον αφορά τις αεροπορικές μεταφορές στα δρομολόγια Ένωσης-τρίτων χωρών,

–        το άρθρο 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ, από τις 7 Δεκεμβρίου 1999 έως τις 14 Φεβρουαρίου 2006, όσον αφορά τις αεροπορικές μεταφορές μεταξύ αερολιμένων εντός του ΕΟΧ (στο εξής: δρομολόγια εντός του ΕΟΧ),

–        το άρθρο 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ, από τις 19 Μαΐου 2005 έως τις 14 Φεβρουαρίου 2006, όσον αφορά τις αεροπορικές μεταφορές στα δρομολόγια εντός του ΕΟΧ πλην των δρομολογίων Ένωσης-τρίτων χωρών,

–        το άρθρο 8 της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών ΕΚ-Ελβετίας, από την 1η Ιουνίου 2002 έως τις 14 Φεβρουαρίου 2006, όσον αφορά τις αεροπορικές μεταφορές στα δρομολόγια Ένωσης-Ελβετίας.

39      Στην αιτιολογική σκέψη 1169 της ίδιας απόφασης, η Επιτροπή επισήμανε ότι η διάρκεια της παράβασης εκτεινόταν, όσον αφορά τη Lan Cargo, από τις 25 Φεβρουαρίου 2003 έως τις 14 Φεβρουαρίου 2006. Είχε διευκρινίσει προηγουμένως, στις αιτιολογικές σκέψεις 1103 έως 1108 της επίδικης απόφασης, ότι η Latam Airlines, η οποία κατείχε, κατά την περίοδο εκείνη, το 99,9 % του εταιρικού κεφαλαίου της Lan Cargo, έπρεπε να θεωρηθεί κατά τεκμήριο ότι ασκούσε καθοριστική επιρροή στη θυγατρική της και, κατά συνέπεια, ότι ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τη Lan Cargo για όλη την εν λόγω περίοδο.

40      Τα άρθρα 1, 3 και 4 του διατακτικού της επίδικης απόφασης έχουν ως εξής:

«Άρθρο 1

Συντονίζοντας τη συμπεριφορά τους όσον αφορά την τιμολόγηση για την παροχή υπηρεσιών [αερομεταφοράς εμπορευμάτων] σε παγκόσμια κλίμακα σχετικά με τον επίναυλο καυσίμων, τον επίναυλο ασφαλείας και την καταβολή προμήθειας επί των επιναύλων, οι ακόλουθες επιχειρήσεις διέπραξαν την ακόλουθη ενιαία και διαρκή παράβαση του άρθρου 101 [ΣΛΕΕ], του άρθρου 53 της [Συμφωνίας για τον ΕΟΧ] και του άρθρου 8 [της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών ΕΚ-Ελβετίας] όσον αφορά τα ακόλουθα δρομολόγια και κατά τις ακόλουθες περιόδους.

1)      Οι ακόλουθες επιχειρήσεις παρέβησαν το άρθρο 101 ΣΛΕΕ και το άρθρο 53 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ όσον αφορά τα δρομολόγια [εντός του ΕΟΧ], κατά τις ακόλουθες περιόδους:

[...]

θ)      [η Latam Airlines], από τις 25 Φεβρουαρίου 2003 έως τις 14 Φεβρουαρίου 2006·

ι)      [η Lan Cargo], από τις 25 Φεβρουαρίου 2003 έως τις 14 Φεβρουαρίου 2006·

[...]

2)      Οι ακόλουθες επιχειρήσεις παρέβησαν το άρθρο 101 ΣΛΕΕ όσον αφορά τα δρομολόγια [Ένωσης-τρίτων χωρών], κατά τις ακόλουθες περιόδους:

[...]

θ)      [η Latam Airlines], από την 1η Μαΐου 2004 έως τις 14 Φεβρουαρίου 2006·

ι)      [η Lan Cargo], από την 1η Μαΐου 2004 έως τις 14 Φεβρουαρίου 2006·

[...]

3)      Οι ακόλουθες επιχειρήσεις παρέβησαν το άρθρο 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ όσον αφορά τα δρομολόγια [εντός του ΕΟΧ πλην των δρομολογίων Ένωσης-τρίτων χωρών], κατά τις ακόλουθες περιόδους:

[...]

θ)      [η Latam Airlines], από τις 19 Μαΐου 2005 έως τις 14 Φεβρουαρίου 2006·

ι)      [η Lan Cargo], από τις 19 Μαΐου 2005 έως τις 14 Φεβρουαρίου 2006·

[...]

4)      Οι ακόλουθες επιχειρήσεις παρέβησαν το άρθρο 8 της [συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών ΕΚ-Ελβετίας] όσον αφορά τα δρομολόγια [Ένωσης-Ελβετίας], κατά τις ακόλουθες περιόδους:

[...]

θ)      [η Latam Airlines], από τις 25 Φεβρουαρίου 2003 έως τις 14 Φεβρουαρίου 2006·

ι)      [η Lan Cargo], από τις 25 Φεβρουαρίου 2003 έως τις 14 Φεβρουαρίου 2006·

[...]

Άρθρο 3

Επιβάλλονται τα ακόλουθα πρόστιμα για την ενιαία και διαρκή παράβαση περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 1 της παρούσας απόφασης [...]:

[...]

θ)      [στην Latam Airlines και την Lan Cargo] από κοινού και εις ολόκληρον: 8 220 000 [ευρώ]·

[...]

Άρθρο 4

Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 οφείλουν να παύσουν αμέσως την αναφερόμενη στο εν λόγω άρθρο ενιαία και διαρκή παράβαση, εφόσον δεν το έχουν ήδη πράξει.

Δεσμεύονται επίσης να απόσχουν από κάθε πράξη ή συμπεριφορά που έχει το ίδιο ή παρεμφερές αντικείμενο ή αποτέλεσμα.»

 Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

41      Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 31 Μαΐου 2017, η Latam Airlines και η Lan Cargo άσκησαν προσφυγή ζητώντας, κυρίως, την ακύρωση της επίδικης απόφασης στο μέτρο που τις αφορούσε και, επικουρικώς, την ακύρωση ή τη μείωση του επιβληθέντος προστίμου.

42      Προς στήριξη της προσφυγής τους προέβαλαν επτά λόγους ακυρώσεως.

43      Εξ αυτών των λόγων ακυρώσεως, ο πρώτος στηριζόταν σε πλάνη περί το δίκαιο και περί τα πράγματα όσον αφορά τον καταλογισμό στη Latam Airlines και στη Lan Cargo της ευθύνης για την ενιαία και διαρκή παράβαση ως προς τα σκέλη της σχετικά με τον επίναυλο ασφαλείας και την άρνηση καταβολής προμήθειας. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως στηριζόταν σε πλάνη περί το δίκαιο και περί τα πράγματα όσον αφορά τη διαπίστωση της συμμετοχής της Latam Airlines και της Lan Cargo στην παράβαση ως προς το σκέλος της σχετικά με τον επίναυλο καυσίμων. Ο τρίτος λόγος στηριζόταν σε αναρμοδιότητα της Επιτροπής να καταλογίσει ευθύνη στους αερομεταφορείς αυτούς σε σχέση με τα δρομολόγια εντός του ΕΟΧ, τα δρομολόγια εντός του ΕΟΧ πλην των δρομολογίων Ένωσης-τρίτων χωρών και τα δρομολόγια Ένωσης-Ελβετίας. Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως προσάφθηκε στην Επιτροπή ότι υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα και περί το δίκαιο διαπιστώνοντας την ύπαρξη «σύμπραξης σε παγκόσμιο επίπεδο». Ο τελευταίος αυτός λόγος ακυρώσεως περιλάμβανε τέσσερα σκέλη, με το τρίτο εκ των οποίων προσάφθηκε στην Επιτροπή ότι υπερέβη την αρμοδιότητά της και ότι δημιούργησε ασάφεια ως προς τη γεωγραφική έκταση της παράβασης. Ο έκτος λόγος στηριζόταν σε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και σε ανεπαρκή αιτιολογία, καθόσον η Latam Airlines και η Lan Cargo υποστήριξαν, κατ’ ουσίαν, ότι η επίδικη απόφαση στηριζόταν σε νέες πραγματικές και νομικές εκτιμήσεις επί των οποίων δεν είχαν τη δυνατότητα να διατυπώσουν την άποψή τους.

44      Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, δέχθηκε εν μέρει τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως και απέρριψε τους λοιπούς λόγους ακυρώσεως. Κατά συνέπεια, ακύρωσε το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία θʹ και ιʹ, παράγραφος 3, στοιχεία θʹ και ιʹ, και παράγραφος 4, στοιχεία θʹ και ιʹ, της επίδικης απόφασης, καθώς και το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχεία θʹ και ιʹ, της απόφασης αυτής, καθόσον με την τελευταία αυτή διάταξη διαπιστώνεται η συμμετοχή των νυν αναιρεσειουσών, αφενός, στα σκέλη της ενιαίας και διαρκούς παράβασης σχετικά με τον επίναυλο ασφαλείας και την άρνηση καταβολής προμήθειας και, αφετέρου, στο σκέλος της ενιαίας και διαρκούς παράβασης σχετικά με τον επίναυλο καυσίμων πριν από τις 22 Ιουλίου 2005. Ακύρωσε επίσης το άρθρο 3, στοιχείο θʹ, της εν λόγω απόφασης, καθόρισε στα 2 244 000 ευρώ το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε αλληλεγγύως και εις ολόκληρον στις νυν αναιρεσείουσες και απέρριψε την προσφυγή κατά τα λοιπά.

 Τα αιτήματα των διαδίκων στην αναιρετική διαδικασία

45      Με την αίτηση αναιρέσεως, η Latam Airlines και η Lan Cargo ζητούν από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόσον με αυτήν απορρίφθηκε η προσφυγή τους,

–        να ακυρώσει την επίδικη απόφαση κατά το μέρος που τις αφορά ή, επικουρικώς, να την ακυρώσει εν μέρει και να μειώσει το ποσό του προστίμου, και

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

46      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την Latam Airlines και την Lan Cargo στα δικαστικά έξοδα.

 Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

47      Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η Latam Airlines και η Lan Cargo προβάλλουν τέσσερις λόγους, εκ των οποίων ο πρώτος στηρίζεται σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε μόνον εν μέρει την επίδικη απόφαση, ο δεύτερος σε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας διότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την παύση των διαδικασιών έρευνας και επιβολής κυρώσεων κατά ορισμένων επιχειρήσεων τις οποίες αφορούσε η ανακοίνωση των αιτιάσεων, ο τρίτος σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την αρμοδιότητα της Επιτροπής να διαπιστώσει την ύπαρξη «σύμπραξης σε παγκόσμιο επίπεδο» και ο τέταρτος σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τον προσδιορισμό της γεωγραφικής έκτασης της παράβασης.

 Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται στη μερική μόνον ακύρωση της επίδικης απόφασης

 Επιχειρηματολογία των διαδίκων

48      Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως διαιρείται, κατ’ ουσίαν, σε τρία σκέλη.

49      Με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, η Latam Airlines και η Lan Cargo υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ καθόσον δεν ακύρωσε την επίδικη απόφαση στο σύνολό της.

50      Το Γενικό Δικαστήριο, το οποίο ακύρωσε την επίδικη απόφαση μόνον κατά το μέρος που με αυτήν διαπιστώθηκε η συμμετοχή των αναιρεσειουσών στα σκέλη της ενιαίας και διαρκούς παράβασης σχετικά με τον επίναυλο ασφαλείας και την άρνηση καταβολής προμήθειας, επικυρώνοντας συγχρόνως την απόφαση αυτή όσον αφορά τη συμμετοχή τους στην εν λόγω παράβαση ως προς το σκέλος της σχετικά με τον επίναυλο καυσίμων από τις 22 Ιουλίου 2005, παρέλειψε να εκτιμήσει αν τα στοιχεία που ακύρωσε μπορούσαν να αποσπασθούν και αν το εναπομένον σκέλος ήταν τέτοιο ώστε να μη μεταβάλλει την ουσία της ενιαίας και διαρκούς παράβασης.

51      Εντούτοις, από τη σκέψη 38 της απόφασης της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens (C‑441/11 P, EU:C:2012:778) προκύπτει ότι η μερική ακύρωση πράξης του δικαίου της Ένωσης είναι δυνατή μόνον εφόσον τα στοιχεία των οποίων ζητείται η ακύρωση δύνανται να αποσπασθούν από την υπόλοιπη πράξη, όπερ προϋποθέτει ότι μια τέτοια μερική ακύρωση δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή της ουσίας της πράξης.

52      Εν προκειμένω, τα σκέλη σχετικά με τον επίναυλο ασφαλείας και την άρνηση καταβολής προμήθειας δεν δύνανται να αποσπασθούν από την ενιαία και διαρκή παράβαση χωρίς να μεταβληθεί η ουσία της. Συγκεκριμένα, η ίδια η Επιτροπή έκρινε, στην αιτιολογική σκέψη 863 της επίδικης απόφασης, ότι θα ήταν τεχνητό να επιχειρήσει να διασπάσει την επίδικη συμπεριφορά, η οποία χαρακτηρίζεται από ενιαίο σκοπό, αντιμετωπίζοντάς την ως εάν αποτελούνταν από διακριτές παραβάσεις. Στην απόφαση της 4ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κατά Aalberts Industries κ.λπ. (C‑287/11 P, EU:C:2013:445, σκέψη 65), το Δικαστήριο στηρίχθηκε σε πανομοιότυπης διατύπωσης αιτιολογία της επίμαχης στην υπόθεση εκείνη απόφασης προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η διαπιστωθείσα παράβαση δεν μπορούσε να διαιρεθεί. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν ανέφερε στην απόφαση αυτή ότι η συμμετοχή στην αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά που συνδέεται με τον επίναυλο καυσίμων συνιστούσε, αφ’ εαυτής, παράβαση. Δεν μπορεί επίσης να στηριχθεί στην αιτιολογική σκέψη 871 της εν λόγω απόφασης, κατά την οποία ορισμένες συναντήσεις, ορισμένες επαφές ή ορισμένες ανταλλαγές μεταξύ ανταγωνιστών θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως παραβάσεις αυτές καθεαυτές. Τέλος, τα σκέλη σχετικά με τον επίναυλο ασφαλείας και την άρνηση καταβολής προμήθειας δεν είναι απλώς παρεπόμενα σε σχέση με το σκέλος που αφορά τον επίναυλο καυσίμων. Ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, από την απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, Galp Energía España κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑603/13 P, EU:C:2016:38), προκύπτει ότι μόνον η μερική ακύρωση στοιχείων απλώς παρεπόμενων δεν μεταβάλλει την ουσία ενιαίας και διαρκούς παράβασης. Η Latam Airlines και η Lan Cargo προσθέτουν ότι η αδυναμία απόσπασης είναι ιδιαίτερα προφανής όσον αφορά τον επίναυλο ασφαλείας, ο οποίος, κατά την άποψή τους, αποτελεί στοιχείο ισοδύναμο με τον επίναυλο καυσίμων και όχι απλώς παρεπόμενο αυτού.

53      Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το οποίο στηρίζεται σε έλλειψη αιτιολογίας, η Latam Airlines και η Lan Cargo προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι ανέπτυξε διάλληλη συλλογιστική και ότι δεν αιτιολόγησε την περιεχόμενη στη σκέψη 632 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης διαπίστωση ότι οι εν λόγω εταιρίες δεν απέδειξαν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη καταλογίζοντάς τους την ευθύνη για την ενιαία και διαρκή παράβαση, όσον αφορά το σκέλος της σχετικά με τον επίναυλο καυσίμων. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εκτιμήσει αν τα σκέλη της ενιαίας και διαρκούς παράβασης σχετικά με τον επίναυλο ασφαλείας και την άρνηση καταβολής προμήθειας μπορούσαν να αποσπασθούν και αν το εναπομένον σκέλος ήταν τέτοιο ώστε να μη μεταβάλλει την ουσία μιας τέτοιας παράβασης.

54      Με το τρίτο σκέλος του λόγου αυτού, η Latam Airlines και η Lan Cargo υποστηρίζουν ότι, με την αιτιολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 53 της παρούσας απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο αντέστρεψε το βάρος αποδείξεως δεχόμενο ότι οι αναιρεσείουσες δεν απέδειξαν τη μη ευθύνη τους για το σκέλος σχετικά με τον επίναυλο καυσίμων, ενώ εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδεικνύει τις παραβάσεις του άρθρου 101 ΣΛΕΕ.

55      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

–       Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

56      Πρέπει να υπομνησθεί ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που προέβαλαν ενώπιόν του η Latam Airlines και η Lan Cargo, ο οποίος στηριζόταν σε πλάνη περί το δίκαιο κατά τη διαπίστωση της συμμετοχής της Lan Cargo στα σκέλη της ενιαίας και διαρκούς παράβασης σχετικά με τον επίναυλο ασφαλείας και την καταβολή προμηθειών. Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού, στη σκέψη 631 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι έπρεπε να ακυρωθεί το άρθρο 1, παράγραφος 2, της επίδικης απόφασης καθόσον καταλόγισε στη Latam Airlines και στη Lan Cargo τα δύο αυτά σκέλη της ενιαίας και διαρκούς παράβασης. Προσέθεσε, ωστόσο, στη σκέψη 632 της ίδιας απόφασης, ότι, αντιθέτως προς όσα υποστήριζαν η Latam Airlines και η Lan Cargo, δεν συνέτρεχε λόγος να ακυρωθεί η επίδικη απόφαση στο σύνολό της για τους λόγους αυτούς, στο μέτρο κατά το οποίο, παρά τα σφάλματα στα οποία υπέπεσε η Επιτροπή όσον αφορά την ευθύνη τους για τα εν λόγω σκέλη, οι αναιρεσείουσες δεν είχαν αποδείξει ότι η Επιτροπή είχε υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο διαπιστώνοντας ότι είχαν συμμετάσχει στην εν λόγω παράβαση.

57      Επομένως, πρέπει να εξακριβωθεί αν το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αρνούμενο να ακυρώσει την επίδικη απόφαση στο σύνολό της.

58      Κατά πάγια νομολογία, η μερική ακύρωση πράξης του δικαίου της Ένωσης είναι δυνατή μόνον εφόσον τα στοιχεία των οποίων ζητείται η ακύρωση δύνανται να αποσπασθούν από την υπόλοιπη πράξη, όπερ προϋποθέτει ότι μια τέτοια μερική ακύρωση δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή της ουσίας της πράξης (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Μαΐου 2020, NKT Verwaltung και NKT κατά Επιτροπής, C‑607/18 P, EU:C:2020:385, σκέψη 292 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 293 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

59      Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται μερική ακύρωση απόφασης της Επιτροπής με την οποία έγινε δεκτή η συμμετοχή επιχείρησης σε πλείονες αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορές που συνθέτουν ενιαία και διαρκή παράβαση.

60      Στη σκέψη 44 της απόφασης της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens (C‑441/11 P, EU:C:2012:778), το Δικαστήριο έκρινε ότι, αν μια επιχείρηση συμμετείχε άμεσα σε μία ή περισσότερες αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορές που συνθέτουν μία ενιαία και διαρκή παράβαση, αλλά δεν αποδείχθηκε ότι, με δική της συμπεριφορά, ήθελε να συμβάλει στο σύνολο των κοινών σκοπών που επιδίωκαν οι λοιποί συμμετέχοντες στη σύμπραξη και ότι γνώριζε το σύνολο των λοιπών παραβατικών συμπεριφορών τις οποίες είχαν κατά νου ή ανέπτυσσαν οι εν λόγω συμμετέχοντες στη σύμπραξη επιδιώκοντας τους ίδιους σκοπούς ή ότι μπορούσε ευλόγως να τις προβλέψει και ότι αποδεχόταν τον σχετικό κίνδυνο, η Επιτροπή μπορεί ορθώς να της καταλογίσει ευθύνη μόνο για τις συμπεριφορές στις οποίες συμμετείχε άμεσα και για τις συμπεριφορές που είχαν κατά νου ή ανέπτυσσαν οι λοιποί συμμετέχοντες επιδιώκοντας τους ίδιους σκοπούς με εκείνους που επιδίωκε η ίδια και τις οποίες αποδείχθηκε ότι γνώριζε ή μπορούσε ευλόγως να τις προβλέψει και αποδεχόταν τον σχετικό κίνδυνο.

61      Προσέθεσε, στη σκέψη 45 της ως άνω απόφασης, ότι η περίσταση αυτή δεν μπορεί παρά ταύτα να οδηγήσει στην απαλλαγή της επιχείρησης αυτής από την ευθύνη της για τις συμπεριφορές στις οποίες δεν αμφισβητείται ότι συμμετείχε ή για τις οποίες μπορεί πράγματι να της καταλογιστεί ευθύνη. Επισήμανε επίσης στην εν λόγω σκέψη 45, όπως και στη σκέψη 90 της απόφασης της 16ης Ιουνίου 2022, Quanta Storage κατά Επιτροπής (C‑699/19 P, EU:C:2022:483), ότι το γεγονός ότι μια επιχείρηση δεν συμμετείχε σε όλα τα συστατικά στοιχεία μιας σύμπραξης ή διαδραμάτισε ελάσσονα ρόλο σε όσες πτυχές συμμετείχε δεν ασκεί επιρροή για τη στοιχειοθέτηση της υπάρξεως παραβάσεως εις βάρος της, δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνον κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως και, ενδεχομένως, κατά τον καθορισμό του προστίμου.

62      Το Δικαστήριο διευκρίνισε, στη σκέψη 46 της απόφασης της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens (C‑441/11 P, EU:C:2012:778), η οποία επαναλαμβάνεται στη σκέψη 68 της απόφασης της 16ης Ιουνίου 2022, Sony Corporation και Sony Electronics κατά Επιτροπής (C‑697/19 P, EU:C:2022:478), ότι η απόφαση της Επιτροπής που χαρακτηρίζει μία συνολική σύμπραξη ως ενιαία και διαρκή παράβαση είναι εντούτοις εφικτό να «διαιρεθεί» μόνον εάν, αφενός, η εν λόγω επιχείρηση ήταν σε θέση, κατά τη διοικητική διαδικασία, να αντιληφθεί ότι της προσάπτεται επίσης κάθε μία από τις συμπεριφορές που συνθέτουν τη σύμπραξη, και επομένως να μπορέσει να τις αντικρούσει, και εάν, αφετέρου, η εν λόγω απόφαση είναι αρκούντως σαφής επί του ζητήματος αυτού.

63      Το Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού, στη σκέψη 47 της απόφασης της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens (C‑441/11 P, EU:C:2012:778), ότι, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στη σκέψη 46 της απόφασης αυτής, εάν ο δικαστής της Ένωσης διαπιστώσει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμο ότι η επιχείρηση, κατά τη συμμετοχή της σε μία από τις αντίθετες με τον ανταγωνισμό συμπεριφορές που συνθέτουν μία ενιαία και διαρκή παράβαση, γνώριζε τις άλλες αντίθετες με τον ανταγωνισμό συμπεριφορές των λοιπών συμμετεχόντων στη σύμπραξη τις οποίες ακολουθούσαν προς επιδίωξη των ίδιων σκοπών ή μπορούσε ευλόγως να τις προβλέψει και αποδεχόταν τον σχετικό κίνδυνο, πρέπει να συναγάγει ως μόνο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να καταλογιστεί ευθύνη στην επιχείρηση αυτή για τις λοιπές συμπεριφορές και, συνεπώς, για την ενιαία και διαρκή παράβαση στο σύνολό της και ότι κατά το μέτρο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να θεωρηθεί αβάσιμη. Επομένως, ο διαιρετός χαρακτήρας της απόφασης με την οποία καταλογίζεται σε επιχείρηση η ευθύνη για ενιαία και διαρκή παράβαση στο σύνολό της, ενώ η επιχείρηση αυτή μετέσχε σε αυτήν μόνον ως προς ένα από τα σκέλη της, δεν εξαρτάται από άλλες προϋποθέσεις πέραν των προμνησθεισών.

64      Εν προκειμένω, από τις σκέψεις 581, 615 και 630 έως 632 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή, μολονότι είχε αποδείξει ότι οι αερομεταφορείς αυτοί είχαν μετάσχει στο σκέλος της ενιαίας και διαρκούς παράβασης σχετικά με τον επίναυλο καυσίμων από τις 22 Ιουλίου 2005, δεν είχε, αντιθέτως, αποδείξει επαρκώς κατά νόμον ότι οι εν λόγω αερομεταφορείς είχαν την απαιτούμενη γνώση της ενιαίας και διαρκούς παράβασης όσον αφορά τα δύο άλλα σκέλη της σχετικά με τον επίναυλο ασφαλείας και την άρνηση καταβολής προμήθειας.

65      Τα επιχειρήματα της Latam Airlines και της Lan Cargo πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα ακριβώς της νομολογίας που μνημονεύεται στις σκέψεις 60 έως 63 της παρούσας απόφασης.

–       Επί του πρώτου σκέλους, το οποίο αντλείται από το ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εκτιμήσει τη δυνατότητα απόσπασης των ακυρωθέντων στοιχείων

66      Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Latam Airlines και η Lan Cargo προσάπτουν, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ακυρώνοντας την επίδικη απόφαση μόνον κατά το μέρος που αφορά τη συμμετοχή τους στα σκέλη της ενιαίας και διαρκούς παράβασης σχετικά με τον επίναυλο ασφαλείας και την άρνηση καταβολής προμήθειας, ενώ, κατά την άποψή τους, η διαπίστωση ότι η Επιτροπή κακώς δέχθηκε ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα είχε την απαιτούμενη γνώση των δύο αυτών σκελών της ενιαίας και διαρκούς παράβασης έπρεπε να έχει επιφέρει την ακύρωση της απόφασης αυτής στο σύνολό της.

67      Από τη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 60 έως 63 της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι, στο μέτρο που η διαπίστωση, από τον δικαστή της Ένωσης, του γεγονότος ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμο ότι η επιχείρηση, κατά τη συμμετοχή της σε μία από τις αντίθετες με τον ανταγωνισμό συμπεριφορές που συνθέτουν την ενιαία και διαρκή παράβαση, γνώριζε τις άλλες αντίθετες με τον ανταγωνισμό συμπεριφορές των λοιπών συμμετεχόντων στη σύμπραξη που εφάρμοζαν για την επιδίωξη των ίδιων σκοπών ή μπορούσε ευλόγως να τις προβλέψει και αποδεχόταν τον σχετικό κίνδυνο, δεν μπορεί να οδηγήσει στην απαλλαγή της εν λόγω επιχείρησης από την ευθύνη της για τις συμπεριφορές εκείνες ως προς τις οποίες αποδείχθηκε η συμμετοχή της ή για τις οποίες δεν αμφισβητείται ότι μπορεί πράγματι να της καταλογιστεί ευθύνη, ο δικαστής της Ένωσης πρέπει να περιοριστεί στο να ακυρώσει εν μέρει την προσβαλλόμενη ενώπιόν του απόφαση της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι το ίδιο το αντικείμενο απόφασης της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται η συμμετοχή επιχείρησης σε σύμπραξη κατά παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ συνίσταται στον προσδιορισμό μίας ή περισσότερων συμπεριφορών που στοιχειοθετούν την εν λόγω παράβαση, η εν μέρει ακύρωση δεν μπορεί να μεταβάλει την ουσία της πράξης αυτής (απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens, C‑441/11 P, EU:C:2012:778, σκέψεις 50 και 51).

68      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ακυρώνοντας μόνον εν μέρει την επίδικη απόφαση στο μέτρο που δεν είχε αμφισβητηθεί η συμμετοχή της Lan Cargo στις ανταλλαγές σχετικά με τον επίναυλο καυσίμων.

69      Το επιχείρημα των αναιρεσειουσών ότι η ίδια η Επιτροπή είχε θεωρήσει, στην αιτιολογική σκέψη 863 της επίδικης απόφασης, ότι ήταν «τεχνητό να επιχειρήσει να διασπάσει μια διαρκή συμπεριφορά, χαρακτηριζόμενη από ενιαίο σκοπό, αντιμετωπίζοντάς την ως εάν αποτελούνταν από διακριτές παραβάσεις, ενώ επρόκειτο για ενιαία παράβαση που εκδηλώθηκε σταδιακά τόσο υπό τη μορφή συμφωνιών όσο και υπό τη μορφή εναρμονισμένων πρακτικών», δεν μπορεί να δικαιολογήσει διαφορετικό συμπέρασμα. Πράγματι, από τις σκέψεις 471 έως 581 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες αφορούν την επαλήθευση των αποδεικτικών στοιχείων για τη συμμετοχή της Lan Cargo στο σκέλος της ενιαίας και διαρκούς παράβασης σχετικά με τον επίναυλο καυσίμων, προκύπτει σαφώς ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε όχι ότι το σκέλος αυτό συνιστούσε διακριτή και μεμονωμένη παράβαση, αλλά ότι η Επιτροπή βασίμως εκτίμησε ότι, λόγω της συμμετοχής της Lan Cargo στο εν λόγω σκέλος και της αποδεδειγμένης ή τεκμαιρόμενης γνώσης της για τις λοιπές συμπεριφορές σχετικά με το εν λόγω σκέλος, η ενιαία και διαρκής παράβαση, μέσω της οποίας οι εμπλεκόμενοι αερομεταφορείς είχαν συντονίσει τη συμπεριφορά τους στον τομέα της τιμολόγησης των υπηρεσιών αερομεταφοράς εμπορευμάτων, μπορούσε να καταλογιστεί στον αερομεταφορέα αυτό. Η εκτίμηση αυτή επιρρωννύεται από τη διαπίστωση, στη σκέψη 429 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο επίναυλος καυσίμων αποτελούσε στοιχείο της τιμής των υπηρεσιών αερομεταφοράς εμπορευμάτων και ότι το σχετικό με τον επίναυλο καυσίμων σκέλος της ενιαίας και διαρκούς παράβασης αφορούσε, ως εκ τούτου, την τιμολόγηση των υπηρεσιών αερομεταφοράς εμπορευμάτων.

70      Το γεγονός όμως ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η Lan Cargo γνώριζε τις ανταλλαγές σχετικά με τον επίναυλο ασφαλείας ή τις ανταλλαγές σχετικά με την άρνηση καταβολής προμήθειας δεν ήταν ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση τον ενιαίο και διαρκή χαρακτήρα της διαπιστωθείσας παράβασης, η οποία, ωστόσο, δεν μπορούσε να καταλογιστεί στο σύνολό της στον εν λόγω αερομεταφορέα (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 24ης Ιουνίου 2015, Fresh Del Monte Produce κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά Fresh Del Monte Produce, C‑293/13 P και C‑294/13 P, EU:C:2015:416, σκέψη 160).

71      Όσον αφορά το επιχείρημα των αναιρεσειουσών που αντλείται από την απόφαση της 4ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κατά Aalberts Industries κ.λπ. (C‑287/11 P, EU:C:2013:445), αρκεί η επισήμανση ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις της 60 έως 63, η απόφαση αυτή αφορά περίπτωση κατά την οποία, αντιθέτως προς ό,τι συμβαίνει εν προκειμένω, η συμμετοχή της οικείας επιχείρησης σε ενιαία και διαρκή παράβαση δεν είχε αποδειχθεί.

72      Ως εκ τούτου, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

–       Επί του τρίτου σκέλους, το οποίο αντλείται από αντιστροφή του βάρους αποδείξεως

73      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο ενδιαφερόμενος ή η αρχή που προβάλλει τον ισχυρισμό περί παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως, η δε επιχείρηση ή η ένωση επιχειρήσεων που προβάλλει αμυντικό ισχυρισμό προς αντίκρουση διαπιστώσεως παραβάσεως των εν λόγω κανόνων είναι εκείνη η οποία οφείλει να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα στον οποίο στηρίζεται αυτός ο αμυντικός ισχυρισμός, οπότε η εν λόγω αρχή θα πρέπει να κάνει χρήση άλλων αποδεικτικών στοιχείων. Ωστόσο, έστω και αν το βάρος αποδείξεως το φέρει, σύμφωνα με τις αρχές αυτές, είτε η Επιτροπή είτε η ενδιαφερόμενη επιχείρηση ή ένωση, τα πραγματικά στοιχεία τα οποία επικαλείται η μία πλευρά μπορεί να είναι ικανά να υποχρεώσουν την άλλη πλευρά να παράσχει μια εξήγηση ή αιτιολογία, ελλείψει της οποίας θα μπορεί να γίνει δεκτό ότι τηρήθηκαν οι κανόνες περί του βάρους απόδειξης (αποφάσεις της 7ης Ιανουαρίου 2004, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψεις 78 και 79, και της 17ης Ιουνίου 2010, Lafarge κατά Επιτροπής, C‑413/08 P, EU:C:2010:346, σκέψεις 29 και 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

74      Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο αντιστροφή του βάρους αποδείξεως στη σκέψη 632 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η επιχειρηματολογία δε αυτή στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

75      Συγκεκριμένα, η εν λόγω σκέψη 632 παραπέμπει στη σκέψη 581 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Αφού ανέλυσε τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέστηκε η Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 580 της απόφασης αυτής, ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο βασίμως έκρινε ότι η Lan Cargo είχε την απαιτούμενη γνώση του σκέλους της ενιαίας και διαρκούς παράβασης σχετικά με τον επίναυλο καυσίμων, αλλά μόνον από τις 22 Ιουλίου 2005, και ότι η Επιτροπή είχε υποπέσει σε σφάλμα καταλογίζοντας στις αναιρεσείουσες ευθύνη για το εν λόγω σκέλος πριν από την ημερομηνία αυτή. Το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε, στη σκέψη 581 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, λαμβανομένης υπόψη της συμμετοχής των αναιρεσειουσών στο εν λόγω σκέλος μετά την τελευταία αυτή ημερομηνία, το σφάλμα της Επιτροπής ήταν ικανό να επιφέρει την ολική ακύρωση της επίδικης απόφασης. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν αντέστρεψε το βάρος της απόδειξης της συμμετοχής των αναιρεσειουσών στην παράβαση, στο μέτρο που έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι εναπέκειτο στην Επιτροπή να αποδείξει τη συμμετοχή αυτή και ότι η συμμετοχή της Latam Airlines και της Lan Cargo στην ενιαία και διαρκή παράβαση, όσον αφορά το σκέλος της σχετικά με τον επίναυλο καυσίμων, είχε αποδειχθεί από τις 22 Ιουλίου 2005.

76      Τοποθετούμενη στο πλαίσιο αυτό, η διαπίστωση, στη σκέψη 632 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι οι αναιρεσείουσες «δεν απέδειξαν ότι η Επιτροπή είχε υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο διαπιστώνοντας ότι είχαν συμμετάσχει» στην ενιαία και διαρκή παράβαση την οποία αφορά η επίδικη απόφαση μπορεί να ερμηνευθεί μόνον υπό την έννοια ότι τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως δεν αρκούσαν για να δικαιολογήσουν την ακύρωση της απόφασης αυτής στο σύνολό της.

77      Κατά συνέπεια, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

–       Επί του δεύτερου σκέλους, το οποίο αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας

78      Από την εξέταση του πρώτου και του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ούτε αντέστρεψε το βάρος αποδείξεως καθόσον έκρινε ότι το γεγονός ότι δεν μπορούσε να καταλογιστεί στις αναιρεσείουσες η συμμετοχή στα σκέλη της ενιαίας και διαρκούς παράβασης σχετικά με τον επίναυλο ασφαλείας και την άρνηση καταβολής προμήθειας δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την ακύρωση της επίδικης απόφασης στο σύνολό της, κατά το μέρος που τις αφορά.

79      Υπό τις συνθήκες αυτές, το δεύτερο σκέλος του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως, με το οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξέθεσε επαρκώς κατά νόμον, στη σκέψη 632 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τους λόγους για τους οποίους δεν δικαιολογούνταν εν προκειμένω ακύρωση της επίδικης απόφασης στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές.

80      Πράγματι, οι πλάνες περί το δίκαιο στις οποίες υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο όσον αφορά την υποχρέωση αιτιολογήσεως δεν είναι ικανές να επιφέρουν την ακύρωση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αν το διατακτικό της κρίνεται βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους (απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2015, Επιτροπή κατά IPK International, C‑336/13 P, EU:C:2015:83, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

81      Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, ακόμη και αν υποτεθεί ότι από τη σκέψη 632 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτουν με επαρκή σαφήνεια οι λόγοι για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν έπρεπε να ακυρώσει την επίδικη απόφαση στο σύνολό της, καθόσον αφορά τις αναιρεσείουσες, το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

82      Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται παράβαση της υποχρέωσης αιτιολογήσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές.

83      Κατόπιν τούτου, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει αλυσιτελής και εν μέρει αβάσιμος.

 Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται σε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας

 Επιχειρηματολογία των διαδίκων

84      Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι Latam Airlines και Lan Cargo προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση του περιεχομένου των δικαιωμάτων τους άμυνας.

85      Ο λόγος αυτός διαιρείται σε δύο σκέλη.

86      Με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας λόγω του ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε την απόσυρση των αιτιάσεων κατά δεκατριών αερομεταφορέων και ενός παρόχου υπηρεσιών.

87      Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας τους, η Latam Airlines και η Lan Cargo επικαλούνται τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2014, ICF κατά Επιτροπής (C‑467/13 P, EU:C:2014:2274), και υποστηρίζουν ότι, εν προκειμένω, η απόσυρση των αιτιάσεων μετέβαλλε αισθητά τα αποδεικτικά στοιχεία των διαπιστωθεισών παραβάσεων, οπότε η Επιτροπή όφειλε να παράσχει στους αερομεταφορείς στους οποίους απευθύνθηκε τελικώς η απόφασή της τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί της απόσυρσης αυτής.

88      Συναφώς, επισημαίνουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέπεμψε, στις σκέψεις 555 και 574 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 22ας Ιουλίου 2005, το οποίο φέρεται να διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εκτίμηση της συμμετοχής τους στην παράβαση την οποία αφορά η επίδικη απόφαση, ενώ στο εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου απάντησαν και ορισμένοι αερομεταφορείς ως προς τους οποίους η Επιτροπή απέσυρε τις αιτιάσεις. Προσθέτουν δε ότι, με τις σκέψεις 350 και 351 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την επιχειρηματολογία τους που στηριζόταν στο γεγονός ότι είχαν υπόνοιες ότι η παύση των διαδικασιών έρευνας και επιβολής κυρώσεων κατά άλλου αερομεταφορέα οφειλόταν στην ύπαρξη εξαναγκασμού από το κράτος, για τον λόγο ότι αυτές δεν είχαν αποδείξει την ύπαρξη τέτοιου εξαναγκασμού.

89      Εξάλλου, για τους ίδιους λόγους, η Latam Airlines και η Lan Cargo υποστηρίζουν ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενέχει, τουλάχιστον, έλλειψη αιτιολογίας, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι η απόσυρση των αιτιάσεων δεν μετέβαλλε αισθητά τα αποδεικτικά στοιχεία.

90      Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου αυτού λόγου, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία κρίνοντας, στη σκέψη 568 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι οι ανταλλαγές που έλαβαν χώρα συνεπεία του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 22ας Ιουλίου 2025 και, ειδικότερα, οι αντιδράσεις όσον αφορά τη χρήση του ιστοτόπου infowarding.com και η απόπειρα ενός αερομεταφορέα να επικοινωνήσει με τον συντάκτη της διαφήμισης σχετικά με τον επίναυλο καυσίμων που αναρτήθηκε στον εν λόγω ιστότοπο «καταδε[ίκνυαν]ν αν μη τι άλλο την προσδοκία που συμμερίζοντα[ν] πολλοί εμπλεκόμενοι μεταφορείς ότι [θα τηρούνταν] πειθαρχία στην αγορά όσον αφορά τον [επίναυλο καυσίμων]». Κατά τις αναιρεσείουσες, είναι πρόδηλο ότι οι αντιδράσεις αυτές και η απόπειρα αυτή, προερχόμενες από επιχειρήσεις που δεν ήταν αποδέκτριες της επίδικης απόφασης, δεν μπορούσαν να καταδείξουν τις προσδοκίες των «εμπλεκομένων αερομεταφορέων», αποδεκτών της απόφασης αυτής.

91      Η Επιτροπή φρονεί ότι ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

92      Διαπιστώνεται ότι το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της νομολογίας που μνημονεύεται στη σκέψη 87 της παρούσας απόφασης. Πράγματι, όπως εξέθεσε, κατ’ ουσίαν, το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 252 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκειμένου να τηρήσει την υποχρέωση αιτιολογήσεως, ένα θεσμικό όργανο της Ένωσης δεν υποχρεούται να εκθέτει, σε πράξη που εκδίδει, τους λόγους για τους οποίους δεν εκδόθηκαν παρόμοιες πράξεις απευθυνόμενες σε τρίτους. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να εκθέτει, με απόφαση με την οποία διαπιστώνει παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να μην κινήσει διαδικασία έρευνας ή να μην επιβάλει κυρώσεις έναντι ορισμένων επιχειρήσεων για την επίμαχη παράβαση.

93      Ορθώς επίσης υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 254 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τη νομολογία κατά την οποία, όταν η Επιτροπή αποσύρει το σύνολο των αιτιάσεων που έγιναν δεκτές κατά ορισμένων εταιριών οι οποίες είχαν αρχικώς εμπλακεί στην οικεία διαδικασία, δεν μπορεί να απαιτείται από το θεσμικό αυτό όργανο να παράσχει στις εταιρίες στις οποίες απευθύνθηκε τελικώς η απόφασή της τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν την άποψή τους επί της απόσυρσης αυτής, δεδομένου ότι η ανακοίνωση στους ενδιαφερομένους συμπληρωματικών αιτιάσεων και, ως εκ τούτου, η παροχή σ’ αυτούς της ευχέρειας να τοποθετηθούν συναφώς επιβάλλονται μόνο στην περίπτωση που η Επιτροπή καταλήγει να καταλογίσει στις οικείες επιχειρήσεις νέες πράξεις ή να τροποποιήσει αισθητά τα αποδεικτικά στοιχεία των αμφισβητούμενων παραβάσεων (απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2014, ICF κατά Επιτροπής, C‑467/13 P, EU:C:2014:2274, σκέψη 36).

94      Από τη νομολογία αυτή προκύπτει μόνον ότι η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να ακούει εκ νέου τις επιχειρήσεις κατά των οποίων συνέχισε τις διαδικασίες έρευνας και επιβολής κυρώσεων όταν, κατόπιν της παύσης ανάλογων διαδικασιών κατά ορισμένων άλλων επιχειρήσεων, καταλογίζει στις πρώτες νέες πράξεις ή τροποποιεί αισθητά τα αποδεικτικά στοιχεία που προτίθεται να λάβει υπόψη κατ’ αυτών. Αντιθέτως, κατ’ αντιδιαστολή προς όσα φαίνεται να θεωρούν οι αναιρεσείουσες, η ως άνω νομολογία δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή υπό την έννοια ότι επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση, αφενός, να ακούσει εκ νέου την άποψη των επιχειρήσεων κατά των οποίων συνέχισε ανάλογες διαδικασίες σε σχέση με τα αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων οι επιχειρήσεις αυτές είχαν ήδη τη δυνατότητα να τοποθετηθούν και, αφετέρου, να εκθέσει, με την απόφασή της, τον τρόπο με τον οποίο η παύση των διαδικασιών έρευνας και επιβολής κυρώσεων κατά ορισμένων επιχειρήσεων θα μπορούσε να επηρεάσει την εκ μέρους της εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων.

95      Εν προκειμένω, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει, και οι αναιρεσείουσες δεν υποστηρίζουν, ότι είχαν προβάλει, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ότι, κατόπιν της παύσης των διαδικασιών έρευνας και επιβολής κυρώσεων κατά ορισμένων επιχειρήσεων, η Επιτροπή τούς καταλόγισε νέες πράξεις, ή τροποποίησε αισθητά τα αποδεικτικά στοιχεία που επρόκειτο να λάβει υπόψη κατ’ αυτών. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να εκθέσει, στην επίδικη απόφαση, τους λόγους για τους οποίους έπαυσε τις διαδικασίες έρευνας και επιβολής κυρώσεων κατά ορισμένων επιχειρήσεων ή να παράσχει στις αναιρεσείουσες τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν την άποψή τους σχετικά με την παύση αυτή.

96      Ως εκ τούτου, το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

97      Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, υπενθυμίζεται ότι, όταν ο αναιρεσείων προβάλλει παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, οφείλει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 256 ΣΛΕΕ, του άρθρου 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 168, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, να προσδιορίζει επακριβώς τα στοιχεία τα οποία, κατ’ αυτόν, παραμόρφωσε το Γενικό Δικαστήριο και να καταδεικνύει τα σφάλματα αναλύσεως στα οποία υπέπεσε, κατά την εκτίμησή του, το Γενικό Δικαστήριο και τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα την εκ μέρους του παραμόρφωση αυτή. Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, η παραμόρφωση πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να απαιτείται να πραγματοποιηθεί νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων (απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2022, Επιτροπή κατά Valencia Club de Fútbol, C‑211/20 P, EU:C:2022:862, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

98      Επομένως, δεν αρκεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο μπορεί να τύχει διαφορετικής ερμηνείας από εκείνη που δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο (απόφαση της 5ης Μαρτίου 2024, Kočner κατά Ευρωπόλ, C‑755/21 P, EU:C:2024:202, σκέψη 96 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

99      Εν προκειμένω, με την επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών που συνοψίζεται στη σκέψη 90 της παρούσας απόφασης προσάπτεται στο Γενικό Δικαστήριο μόνον ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι οι αντιδράσεις στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 22ας Ιουλίου 2005 και η απόπειρα επικοινωνίας με τον συντάκτη της διαφήμισης την οποία αφορούσε το εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προέρχονταν από επιχειρήσεις που δεν ήταν αποδέκτριες της επίδικης απόφασης.

100    Από το εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 22ας Ιουλίου 2005 και τις απαντήσεις σε αυτό, που περιλαμβάνονται στη δικογραφία της πρωτοβάθμιας δίκης, προκύπτει ότι, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 565 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου απευθυνόταν, μεταξύ άλλων, σε πολλούς αποδέκτες της επίδικης απόφασης και ότι, μεταξύ των επιχειρήσεων που απάντησαν σε αυτό, περιλαμβανόταν τουλάχιστον ένας αερομεταφορέας που ήταν επίσης αποδέκτης της επίδικης απόφασης. Επιπλέον, στη σκέψη 566 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε απλώς ότι η απόπειρα επικοινωνίας με τον συντάκτη της διαφήμισης την οποία αφορούσε το εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προερχόταν από «αερομεταφορέα», χωρίς να αναφέρει ότι ο μεταφορέας αυτός ήταν αποδέκτης της επίδικης απόφασης.

101    Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποδείχθηκε το σφάλμα αναλύσεως του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 22ας Ιουλίου 2005 και των απαντήσεων σε αυτό, το οποίο προβάλλουν οι αναιρεσείουσες.

102    Κατά τα λοιπά, επισημαίνεται ότι, υπό το πρόσχημα μιας υποτιθέμενης παραμόρφωσης του εν λόγω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και των απαντήσεων σε αυτό, οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν, στην πραγματικότητα, την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο.

103    Υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να προβαίνει στη διαπίστωση και εκτίμηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Επομένως, η εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών δεν συνιστά, υπό την επιφύλαξη ενδεχόμενης παραμορφώσεώς τους, νομικό ζήτημα υποκείμενο, αυτό καθεαυτό, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου (απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ., C‑465/20 P, EU:C:2024:724, σκέψη 110 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

104    Εξ αυτού έπεται ότι, στο μέτρο που, με τα επιχειρήματά τους που συνοψίζονται στη σκέψη 90 της παρούσας απόφασης, οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο νέα εκτίμηση της αξίας και του περιεχομένου του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 22ας Ιουλίου 2005 και των απαντήσεων σε αυτό, τα επιχειρήματα αυτά είναι απαράδεκτα.

105    Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτο και εν μέρει αβάσιμο.

106    Επομένως, ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.

 Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την αρμοδιότητα της Επιτροπής να διαπιστώσει την ύπαρξη «σύμπραξης σε παγκόσμιο επίπεδο»

 Επιχειρηματολογία των διαδίκων

107    Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος περιλαμβάνει τρία σκέλη, η Latam Airlines και η Lan Cargo υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση της αρμοδιότητας της Επιτροπής.

108    Με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέλειψε να εξετάσει ή, τουλάχιστον, ότι εξέτασε εσφαλμένως τον λόγο ακυρώσεως που αντλούνταν από το ότι η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια να διαπιστώσει την ύπαρξη «σύμπραξης σε παγκόσμιο επίπεδο». Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως υπέθεσε ότι η Latam Airlines και η Lan Cargo υποστήριξαν ενώπιόν του ότι η αναφορά σε «σύμπραξη σε παγκόσμιο επίπεδο» στην επίδικη απόφαση προσδιόριζε παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, της οποίας το αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αντικείμενο εκτεινόταν σε όλα τα δρομολόγια σε παγκόσμιο επίπεδο. Όμως, η Latam Airlines και η Lan Cargo εξέθεσαν σαφώς με το δικόγραφο της προσφυγής τους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι η πραγματική διαπίστωση σύμπραξης σε παγκόσμιο επίπεδο είναι διαφορετική από τη διαπίστωση παράβασης του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και ότι καμία νομική βάση δεν μπορεί να δικαιολογήσει την αρμοδιότητα της Επιτροπής να προβεί στη διαπίστωση αυτή.

109    Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την επιχειρηματολογία τους θεωρούνται ως απλή διαπίστωση πραγματικών περιστατικών, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε την επιχειρηματολογία αυτή.

110    Με το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, η Latam Airlines και η Lan Cargo υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια να προβεί σε πραγματικές διαπιστώσεις σχετικά με περιοριστική του ανταγωνισμού συμπεριφορά η οποία έλαβε χώρα εκτός της εσωτερικής αγοράς. Τέτοιες πραγματικές διαπιστώσεις θα μετέβαλλαν τη νομική κατάσταση των αναιρεσειουσών εκθέτοντάς τες σε αγωγές αποζημίωσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μόνον αν η Επιτροπή ήταν αρμόδια δυνάμει του δημοσίου διεθνούς δικαίου. Πλην όμως, δεν πληρούται ούτε το κριτήριο του τόπου εφαρμογής των αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικών (στο εξής: κριτήριο της εφαρμογής) ούτε εκείνο που στηρίζεται στις ουσιαστικές επιπτώσεις των πρακτικών αυτών εντός της Ένωσης, δεδομένου ότι ο ανταγωνισμός ως προς τις τιμές μεταξύ των αερομεταφορέων λαμβάνει χώρα στον αερολιμένα προέλευσης. Δεδομένου ότι πρόκειται για επιχειρηματολογία αντλούμενη από αναρμοδιότητα του εκδότη μιας πράξης, το τρίτο αυτό σκέλος είναι δημοσίας τάξεως και πρέπει να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως.

111    Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του τρίτου λόγου αναιρέσεως.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

112    Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, στα σημεία 117 έως 128 του δικογράφου της προσφυγής τους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Latam Airlines και η Lan Cargo υποστήριξαν, με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ότι η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια να διαπιστώσει τη συμμετοχή τους σε «σύμπραξη σε παγκόσμιο επίπεδο». Στα σημεία 119 και 120 του δικογράφου της προσφυγής, εξέθεσαν ότι ήταν δυνατές δύο ερμηνείες της έκφρασης αυτής, καθόσον αυτή μπορούσε να προσδιορίσει είτε παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ της οποίας το αντίθετο προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αντικείμενο εκτεινόταν σε όλα τα δρομολόγια σε παγκόσμιο επίπεδο είτε ένα «άγραφο sui generis νομικό μέσο».

113    Επιπλέον, με το τρίτο σκέλος του τέταρτου λόγου της προσφυγής τους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Latam Airlines και η Lan Cargo υποστήριξαν ότι η διαπίστωση της ύπαρξης σύμπραξης σε παγκόσμιο επίπεδο υπερέβαινε την αρμοδιότητα της Επιτροπής και δημιουργούσε ασάφεια ως προς τη γεωγραφική έκταση της διαπιστωθείσας παράβασης. Στα σημεία 146, 147 και 148 του δικογράφου της προσφυγής διευκρίνισαν, αντιστοίχως, ότι «η Επιτροπή δεν είναι αρμόδια να διαπιστώνει παράβαση στα δρομολόγια μεταξύ δύο αεροδρομίων εκτός του ΕΟΧ», ότι «[ήταν] απαραίτητο η Επιτροπή να προσδιορίσει επακριβώς την έκταση της παράβασης» και ότι «η Επιτροπή [έπρεπε] να αναφέρει σαφώς το αντικείμενο καθώς και τη γεωγραφική και χρονική έκταση της παράβασης την οποία προ[έβαλλε]».

114    Στο πλαίσιο της εξέτασης του τρίτου λόγου ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 151 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, «αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι [Latam Airlines και Lan Cargo], η αναφορά σε “σύμπραξη σε παγκόσμιο επίπεδο” στην [επίδικη απόφαση] δεν συνιστά ούτε “άγραφη sui generis νομική βάση” ούτε παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ και του άρθρου 8 της [συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών ΕΚ-Ελβετίας]» και ότι «[η] αναφορά στον συντονισμό της συμπεριφοράς των εμπλεκομένων αερομεταφορέων “όσον αφορά την τιμολόγηση για την παροχή υπηρεσιών αερομεταφοράς εμπορευμάτων [...] σε όλον τον κόσμο” στην εισαγωγική παράγραφο του άρθρου 1 της εν λόγω απόφασης είναι απλώς μια διαπίστωση των γεγονότων τα οποία η Επιτροπή χαρακτήρισε στις παραγράφους 1 έως 4 του [εν λόγω άρθρου 1] ως παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού που έχουν εφαρμογή μόνο στα δρομολόγια τα οποία, για τις επίμαχες περιόδους, θεώρησε ότι εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της».

115    Στη σκέψη 362 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η οποία περιέχει παραπομπή στη σκέψη 151 της απόφασης αυτής, το Γενικό Δικαστήριο, απαντώντας στον τέταρτο λόγο ακυρώσεως της ενώπιόν του προσφυγής, επισήμανε ότι η επιχειρηματολογία της Latam Airlines και της Lan Cargo «στηρίζεται [...] στην εσφαλμένη παραδοχή ότι η Επιτροπή είχε διαπιστώσει, στο διατακτικό της [επίδικης] απόφασης, παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού η οποία περιλάμβανε τα δρομολόγια μεταξύ αερολιμένων ευρισκόμενων εκτός του ΕΟΧ».

116    Με το σκεπτικό αυτό, το Γενικό Δικαστήριο απάντησε, χωρίς να την παραμορφώσει, στην επιχειρηματολογία που προβλήθηκε ενώπιόν του, η οποία αντλούνταν, μεταξύ άλλων, από την αναρμοδιότητα της Επιτροπής να διαπιστώσει παράβαση στα δρομολόγια αυτά και από την ασάφεια της επίδικης απόφασης.

117    Επομένως, τα δύο πρώτα σκέλη του τρίτου λόγου αναιρέσεως, τα οποία αντλούνται, αντιστοίχως, από πλημμελή αιτιολογία και από παραμόρφωση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

118    Όσον      αφορά το τρίτο σκέλος του λόγου αυτού, το οποίο αντλείται από αναρμοδιότητα της Επιτροπής να προβεί σε πραγματικές διαπιστώσεις σύμπραξης «σε παγκόσμιο επίπεδο», πρέπει να υπομνησθεί ότι το δίκαιο του ανταγωνισμού της Ένωσης μπορεί να εφαρμοστεί σε συμπεριφορές οι οποίες δεν έχουν διαμορφωθεί στο έδαφος της Ένωσης, αλλά έχουν αντίθετες προς τον ανταγωνισμό επιπτώσεις δυνάμενες να γίνουν αισθητές στην αγορά της Ένωσης. Πράγματι, το να εξαρτάται η δυνατότητα εφαρμογής των απαγορεύσεων που θεσπίζει το δίκαιο του ανταγωνισμού από τον τόπο σύστασης της σύμπραξης θα είχε ως αποτέλεσμα να παρέχεται στις επιχειρήσεις ένα εύκολο μέσο παράκαμψης των εν λόγω απαγορεύσεων. Επομένως, προκειμένου να επιληφθεί τέτοιων συμπεριφορών, η Επιτροπή μπορεί να στηρίξει την αρμοδιότητά της στο κριτήριο της εφαρμογής ή στο κριτήριο των ουσιαστικών επιπτώσεων (πρβλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Intel κατά Επιτροπής, C‑413/14 P, EU:C:2017:632, σκέψεις 43 έως 46).

119    Η αρχή κατά την οποία η Επιτροπή είναι αρμόδια, βάσει του δημοσίου διεθνούς δικαίου, να εφαρμόζει το δίκαιο του ανταγωνισμού σε συμπεριφορές που υιοθετούνται εκτός του εδάφους της Ένωσης, εφόσον πληρούται το κριτήριο της εφαρμογής ή το κριτήριο των ουσιαστικών επιπτώσεων, θα καθίστατο κενή περιεχομένου αν το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν μπορούσε να προβεί σε καμία πραγματική διαπίστωση σχετικά με την ύπαρξη, τη φύση, το αντικείμενο ή τη γεωγραφική έκταση των συγκεκριμένων συμπεριφορών.

120    Επομένως, η αναγνώριση της αρμοδιότητας της Επιτροπής να επιλαμβάνεται συμπράξεων που έχουν συσταθεί εκτός της Ένωσης συνεπάγεται κατ’ ανάγκην τη δυνατότητα του θεσμικού αυτού οργάνου να προβαίνει στις πραγματικές διαπιστώσεις που του είναι απαραίτητες προκειμένου να δικαιολογήσει την αρμοδιότητά του, υπό το πρίσμα του δημοσίου διεθνούς δικαίου, να διαπιστώσει παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και, κατά περίπτωση, του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ και να επιβάλει τις σχετικές κυρώσεις.

121    Υπό τις συνθήκες αυτές, το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμο.

122    Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

 Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τον προσδιορισμό της γεωγραφικής έκτασης της παράβασης

 Επιχειρηματολογία των διαδίκων

123    Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η Latam Airlines και η Lan Cargo προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε επανειλημμένως σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον απέρριψε τον λόγο ακυρώσεως που αντλούνταν από παράβαση της υποχρέωσης αιτιολογήσεως όσον αφορά τον καθορισμό της γεωγραφικής έκτασης της ενιαίας και διαρκούς παράβασης.

124    Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως διαιρείται, κατ’ ουσίαν, σε τρία σκέλη.

125    Με το πρώτο σκέλος του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως, η Latam Airlines και η Lan Cargo υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε την πρώτη περίοδο της αιτιολογικής σκέψης 1210 της επίδικης απόφασης κρίνοντας, στη σκέψη 153 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η εν λόγω αιτιολογική σκέψη, καθόσον αναφερόταν στη «γεωγραφική έκταση της παράβασης [η οποία] ήταν παγκόσμια», περιείχε τυπογραφικό σφάλμα και έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι «η γεωγραφική έκταση της [επίδικης] σύμπραξης ήταν παγκόσμια». Το γράμμα, όμως, της εν λόγω αιτιολογικής σκέψης είναι σαφές και αποκλείει οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία.

126    Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, η Latam Airlines και η Lan Cargo προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραβίασε τις αρχές της νομικής σαφήνειας και της ασφάλειας δικαίου που κατοχυρώνονται στο δίκαιο της Ένωσης καθώς και το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο μέτρο που απέρριψε την αιτίαση περί ασάφειας της επίδικης απόφασης όσον αφορά τον καθορισμό της γεωγραφικής έκτασης της επίδικης σύμπραξης.

127    Ναι μεν δηλώνουν ότι κατανοούν ότι η Επιτροπή δεν είχε την πρόθεση να διαπιστώσει παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ σε όλα τα δρομολόγια σε παγκόσμια κλίμακα, πλην όμως εκτιμούν ότι οι τρίτοι, και ιδίως τα εθνικά δικαστήρια που θα μπορούσαν να επιληφθούν αστικών αγωγών αποζημίωσης, ενδέχεται να ερμηνεύσουν την επίδικη απόφαση υπό την έννοια αυτή.

128    Η ασάφεια της επίδικης απόφασης απορρέει κατ’ ουσίαν από το γεγονός ότι η Επιτροπή, πρώτον, έκρινε ότι η επίδικη συμπεριφορά ισοδυναμούσε με σύμπραξη σε παγκόσμιο επίπεδο εφαρμοζόμενη σε όλον τον κόσμο, δεύτερον, συμπεριέλαβε στο διατακτικό της επίδικης απόφασης δήλωση σχετικά με τον συντονισμό των τιμών σε παγκόσμια κλίμακα και, τρίτον, επισήμανε, στην αιτιολογική σκέψη 1210 της απόφασης αυτής, ότι η παράβαση ήταν παγκόσμια.

129    Πάντως, η αρχή της νομικής σαφήνειας απαιτεί οι πράξεις που εκδίδουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης –όπως οι αποφάσεις της Επιτροπής στον τομέα του ανταγωνισμού– να είναι σαφείς και μη διφορούμενες.

130    Με το τρίτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, η Latam Airlines και η Lan Cargo υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 357 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, «όσον αφορά το περιεχόμενο και τη φύση των παραβάσεων για τις οποίες επιβλήθηκαν κυρώσεις, εκείνο που έχει σημασία, κατ’ αρχήν, είναι το διατακτικό της [επίδικης] απόφασης και όχι το αιτιολογικό και ότι, επομένως, μόνο σε περίπτωση ασάφειας στη διατύπωση του διατακτικού πρέπει αυτό να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του αιτιολογικού της απόφασης».

131    Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 16 του κανονισμού 1/2003, το οποίο, προβλέποντας τον κανόνα κατά τον οποίο τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις που συγκρούονται με «απόφαση της Επιτροπής» σχετική με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, δεν διακρίνει μεταξύ του διατακτικού της απόφασης αυτής και του αιτιολογικού της.

132    Η Επιτροπή φρονεί ότι ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

133    Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 97 της παρούσας απόφασης, η παραμόρφωση πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να απαιτείται εκ νέου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων.

134    Εν προκειμένω, στη σκέψη 153 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο αναπαρήγαγε πιστά την πρώτη περίοδο της αιτιολογικής σκέψης 1210 της επίδικης απόφασης. Εντούτοις, την τοποθέτησε εντός του πλαισίου το οποίο αποτελείται από τις λοιπές περιόδους της εν λόγω αιτιολογικής σκέψης καθώς και από άλλες αιτιολογικές σκέψεις της απόφασης αυτής.

135    Πρώτον, επισήμανε, στη σκέψη 153 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η αναφορά στην παγκόσμια γεωγραφική έκταση της παράβασης ακολουθούνταν από φράσεις που διευκρίνιζαν τα δρομολόγια τα οποία αφορούσε η επίδικη σύμπραξη.

136    Δεύτερον, είχε προηγουμένως διαπιστώσει, στη σκέψη 152 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι άλλες αιτιολογικές σκέψεις της επίδικης απόφασης αναφέρονταν είτε σε «παράβαση των εφαρμοστέων κανόνων ανταγωνισμού της οποίας η γεωγραφική έκταση περιορίζεται σε συγκεκριμένα είδη δρομολογίων» είτε σε «παγκόσμια σύμπραξη», «παγκόσμιου χαρακτήρα» ή που «είχε τεθεί σε εφαρμογή σε παγκόσμιο επίπεδο».

137    Επομένως, αφού έκρινε ότι από το πλαίσιο στο οποίο εντασσόταν η μεμονωμένη αναφορά σε «παγκόσμια παράβαση», στην πρώτη περίοδο της αιτιολογικής σκέψης 1210 της επίδικης απόφασης, προέκυπτε ότι επρόκειτο απλώς για τυπογραφικό σφάλμα, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού ότι η φράση αυτή έπρεπε να ερμηνευθεί ως αναφερόμενη σε σύμπραξη παγκόσμιας εμβέλειας.

138    Λαμβανομένου υπόψη του ιδιαίτερου αυτού πλαισίου, το οποίο αναδείχθηκε από το Γενικό Δικαστήριο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το τελευταίο προέβη σε προδήλως εσφαλμένη ερμηνεία, κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 97 της παρούσας απόφασης, της πρώτης περιόδου της αιτιολογικής σκέψης 1210 της επίδικης απόφασης καθόσον έκρινε, υπό το πρίσμα τόσο των λοιπών περιόδων της εν λόγω αιτιολογικής σκέψης όσο και των λοιπών αιτιολογικών σκέψεων της επίδικης απόφασης, ότι η χρήση του όρου «παράβαση» στην πρώτη αυτή περίοδο, οφειλόταν σε τυπογραφικό σφάλμα και, αντί του όρου αυτού, έπρεπε να τεθεί ο όρος «σύμπραξη».

139    Ως εκ τούτου, το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

140    Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, η Latam Airlines και η Lan Cargo προσάπτουν, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η επίδικη απόφαση δεν ήταν ασαφής όσον αφορά το περιεχόμενο της διαπιστωθείσας παράβασης και ότι δεν έπρεπε να ακυρωθεί στο σύνολό της λόγω ελλείψεως σαφήνειας.

141    Εντούτοις, κακώς η Latam Airlines και η Lan Cargo υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κατά την ερμηνεία της επίδικης απόφασης.

142    Πρώτον, όσον αφορά το διατακτικό της απόφασης αυτής, από τις σκέψεις 151 και 358 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η αναφορά, στην εισαγωγική παράγραφο του άρθρου 1 της επίδικης απόφασης, στην ύπαρξη συντονισμού των τιμών για την παροχή υπηρεσιών αερομεταφοράς εμπορευμάτων σε όλον τον κόσμο αποτελούσε απλώς διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών τα οποία η Επιτροπή είχε χαρακτηρίσει στις παραγράφους 1 έως 4 του ίδιου άρθρου ως παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού που είχαν εφαρμογή στα δρομολόγια τα οποία, για τις επίμαχες περιόδους, είχε θεωρήσει ότι εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της. Η εκτίμηση αυτή είναι σύμφωνη με το ίδιο το γράμμα του διατακτικού αυτού, το οποίο πράγματι διακρίνει μεταξύ της έννοιας της «συμπεριφοράς», η οποία αναφέρεται μόνο στο προοίμιο, και της έννοιας της «παράβασης», η οποία ορίζεται στις παραγράφους 1 έως 4 του εν λόγω διατακτικού.

143    Δεύτερον, όσον αφορά το αιτιολογικό της επίδικης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς προέβη, στις σκέψεις 152 έως 154 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σε συνολική εξέταση του εν λόγω αιτιολογικού, ιδίως των λόγων που εκτίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 74, 112, 832, 903 και 1210 της απόφασης αυτής, από την οποία συνήγαγε ότι η απόφαση αυτή στηριζόταν στη διάκριση μεταξύ της απλής πραγματικής διαπίστωσης μιας συμπεριφοράς με παγκόσμια γεωγραφική εμβέλεια και της διαπίστωσης μιας παράβασης του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ, η οποία είχε ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού σε συγκεκριμένα δρομολόγια.

144    Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον συνήγαγε εξ αυτού ότι η επίδικη απόφαση δεν ήταν ασαφής όσον αφορά τον ορισμό του περιεχομένου της ενιαίας και διαρκούς παράβασης και ότι, ως εκ τούτου, δεν έπρεπε να ακυρωθεί στο σύνολό της για τον λόγο αυτόν.

145    Επομένως, το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμο.

146    Με το τρίτο σκέλος του λόγου αυτού, η Latam Airlines και η Lan Cargo προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη το άρθρο 16 του κανονισμού 1/2003, καθόσον, στη σκέψη 357 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έδωσε προτεραιότητα στο διατακτικό της επίδικης απόφασης έναντι του αιτιολογικού της, ενώ το εν λόγω άρθρο 16 κάνει λόγο για την απόφαση της Επιτροπής στο σύνολό της.

147    Σύμφωνα με το άρθρο 16, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1/2003, όταν τα εθνικά δικαστήρια κρίνουν συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές δυνάμει του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, οι οποίες έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο αποφάσεως της Επιτροπής, δεν μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις που συγκρούονται με την απόφαση την οποία έχει λάβει η Επιτροπή.

148    Όποια και αν είναι η αιτιολογία στην οποία στηρίζεται απόφαση εκδοθείσα από θεσμικό όργανο της Ένωσης, μόνον το διατακτικό της αποφάσεως αυτής, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του αιτιολογικού της που αποτελεί το αναγκαίο του έρεισμα, μπορεί να παραγάγει έννομα αποτελέσματα (πρβλ. διάταξη της 28ης Ιανουαρίου 2004, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, C‑164/02, EU:C:2004:54, σκέψη 21). Αυτά ακριβώς είναι τα αποτελέσματα που δεσμεύουν τα εθνικά δικαστήρια, σύμφωνα με το άρθρο 16, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1/2003.

149    Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας, στη σκέψη 357 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, «όσον αφορά το περιεχόμενο και τη φύση των παραβάσεων για τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις, εκείνο που έχει σημασία, κατ’ αρχήν, είναι το διατακτικό της [επίδικης] απόφασης και όχι το αιτιολογικό και ότι, επομένως, μόνο σε περίπτωση ασάφειας στη διατύπωση του διατακτικού πρέπει αυτό να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του αιτιολογικού της απόφασης» το Γενικό Δικαστήριο δεν παρέβη το άρθρο 16, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1/2003.

150    Επομένως, το τρίτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, όπως και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως στο σύνολό του.

151    Δεδομένου ότι δεν έγινε δεκτός κανένας από τους λόγους που προέβαλαν η Latam Airlines και η Lan Cargo προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

152    Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων.

153    Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

154    Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Latam Airlines και της Lan Cargo στα δικαστικά έξοδα και αυτές ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδά τους, καθώς και στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

2)      Καταδικάζει την Latam Airlines Group SA και την Lan Cargo SA στα δικαστικά έξοδα.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.