ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 21ης Σεπτεμβρίου 2023 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Κοινή πολιτική στον τομέα του ασύλου – Προϋποθέσεις χορήγησης του καθεστώτος του πρόσφυγα – Οδηγία 2011/95/ΕΕ – Άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, και παράγραφος 2 – Λόγοι δίωξης – “Πολιτικές πεποιθήσεις” – Έννοια – Πολιτικές πεποιθήσεις που διαμορφώθηκαν στο κράτος μέλος υποδοχής – Άρθρο 4 – Εκτίμηση σχετικά με τον βάσιμο φόβο δίωξης λόγω των πολιτικών αυτών πεποιθήσεων»

Στην υπόθεση C‑151/22,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) με απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Μαρτίου 2022, στο πλαίσιο της δίκης

S,

A

κατά

Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie,

παρισταμένης της:

Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (HCR)

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους K. Jürimäe, πρόεδρο τμήματος, M. Safjan, N. Piçarra (εισηγητή), N. Jääskinen και M. Gavalec, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η S, εκπροσωπούμενη από την M. M. J. Van Zantvoort, advocate,

η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (HCR), εκπροσωπούμενη από την C. J. Ullersma, advocate,

η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. K. Bulterman και A. Hanje,

η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Möller και την A. Hoesch,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την A. Azéma και τον F. Wilman,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ΕΕ 2011, L 337, σ. 9).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο δύο ενδίκων διαφορών, εκ των οποίων η μεν πρώτη μεταξύ της S και του Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie (υφυπουργού Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, Κάτω Χώρες) (στο εξής: υφυπουργός), η δε δεύτερη μεταξύ του A και του υφυπουργού, με αντικείμενο την άρνηση του υφυπουργού να τους χορηγήσει το καθεστώς πρόσφυγα.

Το νομικό πλαίσιο

Το διεθνές δίκαιο

3

Το άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

Το δίκαιο της Ένωσης

4

Οι αιτιολογικές σκέψεις 4, 12 και 16 της οδηγίας 2011/95 έχουν ως εξής:

«(4)

Η σύμβαση [περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951] και το σχετικό πρωτόκολλο αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο του διεθνούς νομικού καθεστώτος για την προστασία των προσφύγων.

[…]

(12)

Κύριος στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η διασφάλιση, αφενός, ότι τα κράτη μέλη εφαρμόζουν κοινά κριτήρια για τον προσδιορισμό των προσώπων που χρήζουν όντως διεθνούς προστασίας και, αφετέρου, ότι τα εν λόγω πρόσωπα έχουν πρόσβαση σε ελάχιστο επίπεδο παροχών σε όλα τα κράτη.

[…]

(16)

Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και συνάδει με τις αρχές που αναγνωρίζονται, ιδίως, στον Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, η παρούσα οδηγία σκοπεί να διασφαλίσει τον πλήρη σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του δικαιώματος ασύλου των αιτούντων άσυλο και των μελών της οικογένειάς τους που τους συνοδεύουν και να προωθήσει την εφαρμογή των άρθρων 1, 7, 11, 14, 15, 16, 18, 21, 24, 34 και 35 του Χάρτη και θα πρέπει επομένως να εφαρμοστεί αναλόγως.»

5

Το άρθρο 2 της οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

[…]

δ)

“πρόσφυγας”, ο υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ευρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας ή ο ανιθαγενής ο οποίος, ευρισκόμενος εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του για τους ίδιους προαναφερθέντες λόγους, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν και στον οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 12·

ε)

“καθεστώς πρόσφυγα”, η εκ μέρους κράτους μέλους αναγνώριση υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς ως πρόσφυγα·

[…]

η)

“αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας”, η αίτηση παροχής προστασίας από κράτος μέλος που υποβάλλει υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ότι αιτείται καθεστώς πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας και ο οποίος δεν αιτείται ρητώς να του παρασχεθεί άλλη μορφή προστασίας, μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, δυναμένη να ζητηθεί αυτοτελώς·

θ)

“αιτών”, ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής που έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας για την οποία δεν έχει ακόμη ληφθεί [απρόσβλητη] απόφαση·

[…]».

6

Το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο τιτλοφορείται «Αξιολόγηση των γεγονότων και περιστάσεων», ορίζει στις παραγράφους 3 και 5 τα εξής:

«3.   Η αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας θα πρέπει να γίνεται σε εξατομικευμένη βάση και να περιλαμβάνει τη συνεκτίμηση:

α)

όλων των συναφών στοιχείων που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής κατά τον χρόνο λήψης απόφασης σχετικά με την αίτηση, συμπεριλαμβανομένων των νόμων και των κανονισμών στη χώρα καταγωγής και του τρόπου εφαρμογής τους·

β)

των συναφών δηλώσεων και εγγράφων που υπέβαλε ο αιτών, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων σχετικά με το εάν ο αιτών έχει ήδη ή ενδέχεται να υποστεί δίωξη […]·

γ)

της ατομικής κατάστασης και των προσωπικών περιστάσεων του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων όπως το προσωπικό ιστορικό, το φύλο και η ηλικία, ούτως ώστε να εκτιμηθεί εάν, βάσει των προσωπικών περιστάσεων του αιτούντος, οι πράξεις στις οποίες έχει ήδη ή θα μπορούσε να εκτεθεί ισοδυναμούν με δίωξη […]·

δ)

εάν οι δραστηριότητες του αιτούντος από τότε που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ανελήφθησαν με αποκλειστικό ή κύριο σκοπό τη δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών για την υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας, ούτως ώστε να εκτιμηθεί εάν ο ενδιαφερόμενος θα εκτεθεί, συνεπεία των εν λόγω δραστηριοτήτων, σε δίωξη […] σε περίπτωση επιστροφής του στην εν λόγω χώρα·

[…]

4.   Το γεγονός ότι ο αιτών έχει ήδη υποστεί δίωξη […] ή άμεσες απειλές τέτοιας δίωξης […] αποτελεί σοβαρή ένδειξη ότι είναι βάσιμος ο φόβος του αιτούντος ότι θα υποστεί δίωξη […], εκτός εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να πιστεύει κανείς ότι η εν λόγω δίωξη […] δεν θα επαναληφθεί.

5.   Οσάκις τα κράτη μέλη εφαρμόζουν την αρχή σύμφωνα με την οποία εναπόκειται στον αιτούντα να τεκμηριώσει την αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας και οσάκις ορισμένες πτυχές των δηλώσεων του αιτούντος δεν τεκμηριώνονται με έγγραφα ή άλλες αποδείξεις, οι πτυχές αυτές δεν χρειάζονται επιβεβαίωση, όταν πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

α)

ο αιτών έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του·

β)

έχουν υποβληθεί όλα τα συναφή στοιχεία, τα οποία έχει ο αιτών στη διάθεσή του και έχει δοθεί ικανοποιητική εξήγηση για την τυχόν έλλειψη άλλων λυσιτελών στοιχείων·

γ)

οι δηλώσεις του αιτούντος θεωρούνται συνεπείς και ευλογοφανείς και δεν έρχονται σε αντίθεση με διαθέσιμα ειδικά και γενικά στοιχεία που αφορούν την περίπτωσή του·

[…]

ε)

η γενική αξιοπιστία του αιτούντος είναι αποδεδειγμένη.»

7

Το άρθρο 6 της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:

«Στους υπεύθυνους δίωξης ή σοβαρής βλάβης συμπεριλαμβάνονται:

α)

το κράτος·

β)

ομάδες ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος ή σημαντικό μέρος του εδάφους του κράτους·

[…]».

8

Το άρθρο 9 της οδηγίας 2011/95 ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μια πράξη μπορεί να θεωρηθεί ως «πράξη δίωξης» κατά την έννοια του άρθρου 1, τμήμα Α, της Σύμβασης της Γενεύης. Προς τον σκοπό αυτό περιέχει μη εξαντλητικό κατάλογο των μορφών που μπορούν να λάβουν οι πράξεις δίωξης και ορίζει ότι πρέπει να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ των πράξεων αυτών και των λόγων δίωξης που αναφέρονται στο άρθρο 10.

9

Το άρθρο 10 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Λόγοι δίωξης», προβλέπει τα εξής:

«1.   Κατά την αξιολόγηση των λόγων της δίωξης, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία:

[…]

β)

η έννοια της θρησκείας περιλαμβάνει ιδίως την υιοθέτηση θεϊστικών, αγνωστικιστικών ή αθεϊστικών πεποιθήσεων, τη συμμετοχή σε τυπική λατρεία, σε ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο, είτε κατά μόνας είτε σε κοινωνία με άλλους, την αποχή από τη λατρεία αυτή, άλλες θρησκευτικές πράξεις ή εκδηλώσεις απόψεων ή μορφές ατομικής ή συλλογικής συμπεριφοράς που στηρίζονται σε ή υπαγορεύονται από θρησκευτικές πεποιθήσεις·

[…]

δ)

η ομάδα θεωρείται ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα όταν, μεταξύ άλλων:

τα μέλη της ομάδας αυτής έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί ή έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει και

[…]

ε)

η έννοια των πολιτικών πεποιθήσεων περιλαμβάνει, ιδίως, την υποστήριξη άποψης, ιδέας ή πεποιθήσεως επί ζητήματος που σχετίζεται με τους ενδεχόμενους φορείς δίωξης του άρθρου 6 και με τις πολιτικές ή τις μεθόδους τους, ανεξαρτήτως του εάν ο αιτών έχει εκδηλώσει εμπράκτως την εν λόγω άποψη, ιδέα ή πεποίθηση.

2.   Κατά την αξιολόγηση του βασίμου του φόβου του αιτούντος ότι θα υποστεί δίωξη, δεν ασκεί επιρροή το εάν ο αιτών χαρακτηρίζεται πράγματι από το φυλετικό, θρησκευτικό, εθνικό, κοινωνικό ή πολιτικό στοιχείο, το οποίο προκαλεί τη δίωξη, υπό την προϋπόθεση ότι το χαρακτηριστικό αυτό του αποδίδεται από τον δράστη της δίωξης.»

10

Το άρθρο 13 της οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα», έχει ως εξής:

«Τα κράτη μέλη χορηγούν το καθεστώς πρόσφυγα σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ.»

Το ολλανδικό δίκαιο

11

Το κεφάλαιο C2 της Vreemdelingencirculaire 2000 (εγκυκλίου του 2000 περί αλλοδαπών), της 2ας Μαρτίου 2001 (Stcrt. 2001, αριθ. 64), όπως είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο για τα πραγματικά περιστατικά των διαφορών των κυρίων δικών, προέβλεπε στην παράγραφο 3.2 τα εξής:

«[…]

Πολιτικές πεποιθήσεις

Το γεγονός ότι ο αλλοδαπός δεν μπορεί να εκφράσει τις πολιτικές πεποιθήσεις του στη χώρα καταγωγής με τον ίδιο τρόπο όπως στις Κάτω Χώρες δεν αρκεί για να του χορηγηθεί προσωρινή άδεια διαμονής λόγω ασύλου […]

Εν πάση περιπτώσει, κατά την αξιολόγηση της αίτησης για τη χορήγηση προσωρινής άδειας διαμονής λόγω ασύλου, η [Immigratie- en Naturalisatiedienst (IND) (υπηρεσία μετανάστευσης και πολιτογράφησης)] λαμβάνει επίσης υπόψη:

a.

αν πρόκειται για θεμελιώδεις πεποιθήσεις. Η IND αξιολογεί αν οι συγκεκριμένες πολιτικές πεποιθήσεις είναι ιδιαίτερης σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση του αλλοδαπού·

b.

τον τρόπο εκδήλωσης των πολιτικών πεποιθήσεων, ανεξαρτήτως του αν οι δραστηριότητες αυτές έλαβαν χώρα στη χώρα καταγωγής, στις Κάτω Χώρες ή αλλού, και τον τρόπο με τον οποίο ο αλλοδαπός προτίθεται (να εξακολουθήσει) να τις εκδηλώνει μετά την επιστροφή του·

c.

αν κατά το παρελθόν οι αρχές του έχουν δημιουργήσει προβλήματα λόγω των πολιτικών πεποιθήσεών του ή για άλλο λόγο·

d.

αν ο τρόπος με τον οποίο έχει εκδηλώσει τις πολιτικές πεποιθήσεις του ή με τον οποίο επιθυμεί να τις εκδηλώνει σε περίπτωση επιστροφής θα οδηγήσει σε πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3.36 του Voorschrift Vreemdelingen 2000 [(κανονιστική πράξη του 2000 για τους αλλοδαπούς), της 18ης Δεκεμβρίου 2000 (Stcrt. 2001, αριθ. 10)]· και

e.

αν είναι πιθανό οι αρχές να λάβουν γνώση προηγούμενων εκδηλώσεων των πεποιθήσεων.

Σε περίπτωση θεμελιωδών πολιτικών πεποιθήσεων, η IND δεν απαιτεί από τον αλλοδαπό να επιδείξει αυτοσυγκράτηση εάν οι (σχεδιαζόμενες από αυτόν) δραστηριότητες συνδέονται με τέτοιες πολιτικές πεποιθήσεις. Εάν δεν πρόκειται για θεμελιώδεις πολιτικές πεποιθήσεις, η IND απαιτεί την επίδειξη αυτοσυγκράτησης.

H IND εξετάζει αν οι συνέπειες των μέτρων που θα ληφθούν και των κυρώσεων που θα επιβληθούν εις βάρος του αλλοδαπού σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής λόγω έκφρασης απόψεων ή πράξεων που συνιστούν αναγκαίο επακόλουθο θεμελιωδών πολιτικών πεποιθήσεων είναι αρκούντως επαχθείς ώστε να τίθεται ζήτημα δίωξής του.

Ακόμη και αν δεν πρόκειται για θεμελιώδεις πολιτικές πεποιθήσεις, η IND εξετάζει αν οι πολιτικές δραστηριότητες του αλλοδαπού ή η εκδήλωση των πολιτικών του πεποιθήσεων στη χώρα καταγωγής, στις Κάτω Χώρες ή αλλού έχουν περιέλθει ή θα περιέλθουν σε γνώση των αρχών και αν, ως εκ του λόγου αυτού, αρκούν για να θεωρηθεί ότι υπάρχει βάσιμος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του λόγω των πολιτικών πεποιθήσεων που του αποδίδονται.

[…]»

Οι διαφορές των κυρίων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα

Η πρώτη διαφορά

12

Η S, Σουδανή υπήκοος, αφίχθη στις Κάτω Χώρες στις 21 Ιανουαρίου 2012. Με την τέταρτη αίτηση ασύλου που υπέβαλε, εξέθεσε ότι σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της θα διωκόταν από τις σουδανικές αρχές λόγω της πολιτικής δραστηριότητάς της στις Κάτω Χώρες υπέρ, αφενός, του κόμματος Ούμμα, το οποίο ανήκε στη συμμαχία «Δυνάμεις Ελευθερίας και Αλλαγής» και συντόνισε την επανάσταση στο Σουδάν που έλαβε χώρα το 2019, και, αφετέρου, της Darfur Vereniging Nederland (ολλανδικής ένωσης για το Νταρφούρ).

13

Η S δήλωσε επίσης ότι είχε συμμετάσχει σε περισσότερες από δέκα διαδηλώσεις που είχαν οργανωθεί στις Κάτω Χώρες κατά της κυβέρνησης του Σουδάν, κατά την διάρκεια των οποίων φώναζε συνθήματα κατά του σουδανικού καθεστώτος, ότι είχε ενημερώσει άλλες γυναίκες για τις δραστηριότητες του κόμματος Ούμμα, παροτρύνοντάς τες να λάβουν μέρος στις διαδηλώσεις, και ότι είχε επικρίνει τη Σουδανική Κυβέρνηση μέσω των λογαριασμών της στο Facebook και στο Twitter.

14

Σε καμία από τις αιτήσεις ασύλου που υπέβαλε, η S δεν υποστήριξε ότι, όταν διέμενε ακόμη στο Σουδάν, είχε εκδηλώσει πολιτικές πεποιθήσεις λόγω των οποίων υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη χώρα. Επίσης, δεν υποστήριξε ότι οι σουδανικές αρχές έχουν λάβει γνώση των πολιτικών πεποιθήσεών που εκδήλωσε μετά την αναχώρησή της.

15

Με απόφαση της 30ής Αυγούστου 2019, ο υφυπουργός απέρριψε την αίτηση που υπέβαλε η S για τη χορήγηση προσωρινής άδειας διαμονής λόγω ασύλου, εκτιμώντας ότι, μολονότι οι δηλώσεις της σχετικά με τις δραστηριότητές της στις Κάτω Χώρες ήταν αξιόπιστες, εντούτοις οι πολιτικές πεποιθήσεις που υπαγόρευσαν τις δραστηριότητές της δεν ήταν άξιες προστασίας. Κατά τον υφυπουργό, η S δεν είχε προσδιορίσει με σαφήνεια τις πεποιθήσεις αυτές, δεν είχε δηλώσει ότι αυτές είχαν θεμελιώδη σημασία για την ίδια και δεν είχε διευκρινίσει το περιεχόμενο των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων που σκόπευε να αναλάβει στο μέλλον βάσει των πολιτικών αυτών πεποιθήσεων.

16

Με απόφαση της 20ής Μαΐου 2020, το rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης, Κάτω Χώρες) δέχθηκε την προσφυγή που άσκησε η S και ακύρωσε την απόφαση του υφυπουργού, κρίνοντας ότι η ενδιαφερόμενη είχε αποδείξει επαρκώς ότι είχε «πολιτικές πεποιθήσεις», κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/95. Κατά το δικαστήριο αυτό, το ζήτημα αν οι πολιτικές πεποιθήσεις ήταν άξιες προστασίας πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα των σημείων 80, 82 και 86 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1951 και το πρωτόκολλο του 1967 για το καθεστώς των προσφύγων, το οποίο έχει καταρτίσει η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (HCR), όπως αυτό επανεκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2019 (HCR/1P/4/FRE/REV.4, στο εξής: εγχειρίδιο για τις διαδικασίες). Έκρινε επίσης ότι το κριτήριο που θέτει η εγκύκλιος του 2000 περί αλλοδαπών, βάσει του οποίου οι πολιτικές πεποιθήσεις πρέπει να είναι «θεμελιώδεις», είναι διφορούμενο και συγχέεται με τα κριτήρια που ισχύουν σχετικά με τον λόγο δίωξης που αφορά τη θρησκεία.

17

Ο υφυπουργός άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ενώπιον του Raad van State (Συμβουλίου της Επικρατείας, Κάτω Χώρες), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε εσφαλμένα ότι είναι διαφορετική η φύση των λόγων δίωξης που αφορούν τις πολιτικές πεποιθήσεις σε σχέση με εκείνους που αφορούν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ειδικότερα, και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να εξετάζεται αν οι πολιτικές ή οι θρησκευτικές πεποιθήσεις που ισχυρίζεται ότι έχει ο αιτών είναι σε τέτοιο βαθμό καθοριστικές για την ταυτότητα ή τη συνείδησή του ώστε να μην είναι δυνατόν να του ζητηθεί να τις αποκηρύξει ή να τις αποκρύψει σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

18

Από την πλευρά της η S, η οποία άσκησε αντίθετη έφεση κατά της απόφασης της 20ής Μαΐου 2020, για την οποία έγινε λόγος στη σκέψη 16 της παρούσας απόφασης, προσήψε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι έκρινε ότι η αξιολόγηση των προϋποθέσεων που πρέπει να πληροί ο αιτών προκειμένου να του χορηγηθεί το καθεστώς του πρόσφυγα εξαρτάται από τη σημασία και την ένταση των πολιτικών πεποιθήσεων. Κατά την άποψή της, ούτε η οδηγία 2011/95 ούτε το εγχειρίδιο για τις διαδικασίες απαιτούν οι πολιτικές πεποιθήσεις να είναι «θεμελιώδεις» προκειμένου να είναι άξιες προστασίας.

Η δεύτερη διαφορά

19

Ο A, Σουδανός υπήκοος, αφίχθη στις Κάτω Χώρες στις 20 Ιουλίου 2011. Με τη δεύτερη αίτηση ασύλου που υπέβαλε, εξέθεσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, θα υφίστατο διώξεις από τις σουδανικές αρχές λόγω των επικριτικών απόψεων που έχει εκφράσει στις Κάτω Χώρες όσον αφορά την πολιτική κατάσταση στο Σουδάν και των πρωτοβουλιών του υπέρ των δικαιωμάτων της φυλής Al-Gimir στο δυτικό Νταρφούρ.

20

Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι θεωρήθηκαν αναξιόπιστα τα στοιχεία που είχε παράσχει ο A με την πρώτη αίτηση ασύλου που υπέβαλε προκειμένου να αποδείξει ότι πριν από την αναχώρησή του από το Σουδάν είχε συλληφθεί και είχε υποστεί βασανιστήρια λόγω υπονοιών προσχώρησής του σε αντιπολιτευόμενο πολιτικό κόμμα. Εξάλλου, ο A δραστηριοποιήθηκε πολιτικά στις Κάτω Χώρες μόνο μετά την απόρριψη της ως άνω πρώτης αίτησης ασύλου.

21

Με απόφαση της 18ης Ιουνίου 2020, ο υφυπουργός απέρριψε την αίτηση του A για τη χορήγηση προσωρινής άδειας παραμονής λόγω ασύλου και του απαγόρευσε την είσοδο στο έδαφος των Κάτω Χωρών, για τον λόγο ότι δεν είχε αποδείξει επαρκώς ότι οι εκεί δραστηριότητές του υπαγορεύονταν από θεμελιώδεις πολιτικές πεποιθήσεις.

22

Με απόφαση της 28ης Αυγούστου 2020, το rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης) απέρριψε την προσφυγή που άσκησε ο A κατά της απόφασης του υφυπουργού. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι ήταν ορθή η εκτίμηση του υφυπουργού σύμφωνα με την οποία δεν ήταν αξιόπιστος ο ισχυρισμός του Α ότι οι πολιτικές δραστηριότητές του στις Κάτω Χώρες υπαγορεύονταν από θεμελιώδεις πολιτικές πεποιθήσεις. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τόνισε ότι ο A δεν είχε διευκρινίσει ούτε τον σκοπό των διαδηλώσεων στις οποίες είχε συμμετάσχει ούτε τον σκοπό που επιδίωκε με τη συμμετοχή του σε αυτές.

23

Ο A άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης προσάπτοντας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι δεν διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, την απουσία ενιαίας πρακτικής του υφυπουργού όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την έννοια των «πολιτικών πεποιθήσεων», κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/95. Εν πάση περιπτώσει, υποστηρίζει ότι ούτε από την οδηγία ούτε από το εγχειρίδιο για τις διαδικασίες προκύπτει ότι οι πολιτικές πεποιθήσεις πρέπει να είναι «θεμελιώδεις» προκειμένου να είναι άξιες προστασίας.

24

Στο πλαίσιο των δύο ως άνω ενδίκων διαφορών, το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας) διερωτάται, μεταξύ άλλων, ως προς το ζήτημα αν, προκειμένου να εμπίπτουν στην έννοια των «πολιτικών πεποιθήσεων», κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/95, σε περίπτωση κατά την οποία ο αιτών δεν έχει προσελκύσει εις βάρος του την προσοχή των ενδεχόμενων φορέων δίωξης στη χώρα καταγωγής, οι επίμαχες πεποιθήσεις πρέπει να έχουν «μια ορισμένη ένταση». Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επίσης αν και κατά πόσον η περίσταση αυτή είναι κρίσιμη για την εκτίμηση της βασιμότητας μιας αίτησης διεθνούς προστασίας.

25

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία όσον αφορά τις δύο αυτές ένδικες διαφορές και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/95 την έννοια ότι λόγο διώξεως που αφορά τις πολιτικές πεποιθήσεις μπορούν να επικαλούνται και αιτούντες οι οποίοι ισχυρίζονται απλώς ότι υποστηρίζουν και/ή εκφράζουν απόψεις πολιτικού περιεχομένου ενώ δεν έχουν προσελκύσει εις βάρος τους την προσοχή κάποιου φορέα δίωξης ενόσω διέμεναν στη χώρα προελεύσεως και κατά τη διαμονή τους στη χώρα υποδοχής;

2)

Αν στο πρώτο ερώτημα δοθεί καταφατική απάντηση και, κατά συνέπεια, γίνει δεκτό ότι οι πολιτικές απόψεις μπορούν να χαρακτηριστούν ως πολιτικές πεποιθήσεις, ποια σημασία πρέπει να αποδίδεται συνεπεία αυτού στην ένταση των εν λόγω πολιτικών απόψεων, ιδεών ή πεποιθήσεων και στη σημασία που έχουν για τον αλλοδαπό οι πράξεις που υπαγορεύονται από αυτές, στο πλαίσιο εξετάσεως και αξιολογήσεως αιτήσεως ασύλου, ήτοι κατά την εξέταση του κατά πόσον είναι ρεαλιστικός ο φόβος διώξεως που επικαλείται ο αιτών;

3)

Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, δύναται να αποτελέσει κριτήριο οι επίμαχες πολιτικές πεποιθήσεις να πρέπει να είναι βαθιά ριζωμένες και, αν όχι, ποιο κριτήριο πρέπει να ισχύσει τελικώς και πώς θα εφαρμοσθεί;

4)

Αν γίνει δεκτό ως κριτήριο ότι οι πολιτικές πεποιθήσεις πρέπει να είναι βαθιά ριζωμένες, μπορεί να αναμένεται από αιτούντα ο οποίος δεν αποδεικνύει ότι οι πολιτικές πεποιθήσεις του είναι βαθιά ριζωμένες να απέχει από την έκφραση των πολιτικών πεποιθήσεών του μετά την επιστροφή στη χώρα καταγωγής του, προκειμένου να μην προσελκύσει εις βάρος του την προσοχή φορέων δίωξης;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του πρώτου, του τρίτου και του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος

26

Με το πρώτο, το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, και παράγραφος 2, της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι, προκειμένου οι απόψεις, οι ιδέες ή οι πεποιθήσεις ενός αιτούντος ο οποίος δεν έχει ακόμη προσελκύσει εις βάρος του την προσοχή των ενδεχόμενων φορέων δίωξης στη χώρα καταγωγής να εμπίπτουν στην έννοια των «πολιτικών πεποιθήσεων», αρκεί ο αιτών να δηλώνει ότι έχει αυτές τις απόψεις, ιδέες ή πεποιθήσεις ή ότι τις εκδηλώνει.

27

Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/95, «η έννοια των πολιτικών πεποιθήσεων περιλαμβάνει, ιδίως, την υποστήριξη άποψης, ιδέας ή πεποιθήσεως επί ζητήματος που σχετίζεται με τους ενδεχόμενους φορείς δίωξης του άρθρου 6 και με τις πολιτικές ή τις μεθόδους τους, ανεξαρτήτως του εάν ο αιτών έχει εκδηλώσει εμπράκτως την εν λόγω άποψη, ιδέα ή πεποίθηση». Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας, «[κ]ατά την αξιολόγηση του βασίμου του φόβου του αιτούντος ότι θα υποστεί δίωξη, δεν ασκεί επιρροή το εάν ο αιτών χαρακτηρίζεται πράγματι από το […] πολιτικό στοιχείο, το οποίο προκαλεί τη δίωξη, υπό την προϋπόθεση ότι το χαρακτηριστικό αυτό του αποδίδεται από τον δράστη της δίωξης».

28

Κατά πάγια νομολογία, από τις επιταγές τόσο της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας προκύπτει ότι οι όροι διάταξης του δικαίου της Ένωσης που δεν περιέχουν ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του πεδίου εφαρμογής τους πρέπει, κατά κανόνα, να ερμηνεύονται κατά τρόπο αυτοτελή και ομοιόμορφο σε ολόκληρη την Ένωση. Γνώμονας της ερμηνείας αυτής είναι όχι μόνον το γράμμα της διάταξης, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και ο σκοπός που επιδιώκει η οικεία κανονιστική ρύθμιση [αποφάσεις της 18ης Ιανουαρίου 1984, Ekro,327/82, EU:C:1984:11, σκέψη 11, και της 2ας Ιουνίου 2022, T.N. και N.N. (Δήλωση αποποιήσεως της κληρονομίας), C‑617/20, EU:C:2022:426, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

29

Κατά πρώτον, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, και παράγραφος 2, της οδηγίας 2011/95 προκύπτει ότι η έννοια των «πολιτικών πεποιθήσεων» πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως. Το συμπέρασμα αυτό στηρίζεται, κατ’ αρχάς, στη μη εξαντλητική απαρίθμηση των στοιχείων που μπορούν να προσδιορίζουν την έννοια αυτή, η οποία προκύπτει από τη χρήση του επιρρήματος «ιδίως». Στη συνέχεια, μνημονεύονται όχι μόνον οι πεποιθήσεις, αλλά και οι «ιδέες» και οι «απόψεις» σε τομείς που συνδέονται με τους ενδεχόμενους φορείς δίωξης, καθώς και σε τομείς που συνδέονται με τις «πολιτικές» και τις «μεθόδους» τους, χωρίς οι εν λόγω απόψεις, ιδέες ή πεποιθήσεις να πρέπει κατ’ ανάγκην να εκδηλώνονται εμπράκτως από τον αιτούντα. Τέλος, δίδεται έμφαση στην αντίληψη των ενδεχόμενων φορέων δίωξης σχετικά με την πολιτική φύση των διώξεων και όχι στα προσωπικά κίνητρα του αιτούντος [πρβλ. απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, Migracijos departamentas (Λόγοι δίωξης αναγόμενοι σε πολιτικές πεποιθήσεις),C‑280/21, EU:C:2023:13, σκέψη 26].

30

Κατά συνέπεια, από το γράμμα του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, και παράγραφος 2, της οδηγίας 2011/95, και τούτο ανεξάρτητα από τη γλωσσική απόδοσή του, δεν προκύπτει καμία ένδειξη ότι, για να εμπίπτουν στην έννοια των «πολιτικών πεποιθήσεων», κατά τις διατάξεις αυτές, οι απόψεις, οι ιδέες και οι πεποιθήσεις τις οποίες ο αιτών δηλώνει ότι έχει ή ότι εκφράζει πρέπει να εμφανίζουν ορισμένη ένταση, ή ακόμη να είναι τόσο βαθιά ριζωμένες ώστε να αδυνατεί, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής, να απέχει από την έκφρασή τους προκειμένου να μην κινήσει εις βάρος του την προσοχή των ενδεχόμενων φορέων δίωξης στη χώρα αυτή.

31

Κατά δεύτερον, η ευρεία αυτή ερμηνεία της έννοιας των «πολιτικών πεποιθήσεων» επιβεβαιώνεται από το γενικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η έννοια των «πολιτικών πεποιθήσεων», κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, και παράγραφος 2, της οδηγίας 2011/95. Πράγματι, στις κατευθυντήριες αρχές που περιέχει το εγχειρίδιο για τις διαδικασίες, το οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψη, δεδομένης της ιδιαίτερης σημασίας του λόγω της αποστολής την οποία η Σύμβαση της Γενεύης αναθέτει στην HCR (πρβλ. απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Bilali,C‑720/17, EU:C:2019:448, σκέψη 57), τονίζεται ότι η έννοια των «πολιτικών πεποιθήσεων» μπορεί να περιλαμβάνει κάθε γνώμη ή οποιοδήποτε ζήτημα άπτεται του κρατικού μηχανισμού, της κυβέρνησης, της κοινωνίας ή μιας πολιτικής, ανεξάρτητα από το πόσο έντονη ή ριζωμένη είναι η πεποίθηση του αιτούντος [πρβλ. απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, Migracijos departamentas (Λόγοι δίωξης αναγόμενοι σε πολιτικές πεποιθήσεις),C‑280/21, EU:C:2023:13, σκέψη 27].

32

Όσον αφορά το ειδικό πλαίσιο της οδηγίας 2011/95, υπενθυμίζεται ότι οι «πολιτικές πεποιθήσεις» αποτελούν, όπως και στο άρθρο 1, τμήμα A, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως της Γενεύης, έναν από τους πέντε «λόγους δίωξης» που απαριθμούνται στο άρθρο 10 της οδηγίας 2011/95, ενώ οι υπόλοιποι τέσσερις είναι η φυλή, η θρησκεία, η ιθαγένεια και η ιδιότητα μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας. Κάθε ένας από τους ως άνω «λόγους δίωξης» ορίζεται αυτοτελώς, ως ιδιαίτερη και χωριστή έννοια, στα αντίστοιχα πέντε στοιχεία της παραγράφου 1 του άρθρου 10.

33

Λαμβανομένων υπόψη των προβληματισμών του αιτούντος δικαστηρίου, επισημαίνεται ειδικότερα ότι, αφενός, ο λόγος δίωξης που αφορά τη «θρησκεία» και ο λόγος δίωξης που αφορά τις «πολιτικές πεποιθήσεις», οι οποίοι προβλέπονται αντιστοίχως στο στοιχείο βʹ και στο στοιχείο εʹ του άρθρου 10, παράγραφος 1, έχουν ως σκοπό, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας 2011/95, την προώθηση της εφαρμογής χωριστών θεμελιωδών δικαιωμάτων διαφορετικού περιεχομένου και εμβέλειας. Στην πρώτη περίπτωση, πρόκειται για την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, πρόκειται για την ελευθερία της έκφρασης, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης και την ελευθερία λήψης και μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών χωρίς την ανάμειξη δημοσίων αρχών και αδιακρίτως συνόρων. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι δύο ως άνω «λόγοι δίωξης» δεν πρέπει, κατ’ αρχήν, να εξετάζονται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ανωτέρω διαφορά.

34

Αφετέρου, πρέπει να τονιστεί ότι μόνο στο πλαίσιο του προβλεπόμενου στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95 λόγου δίωξης που αφορά την «ιδιότητα μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας» γίνεται μνεία στα «χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει». Συνεπώς, η απαίτηση συνδρομής του στοιχείου αυτού για τον ορισμό της έννοιας των «πολιτικών πεποιθήσεων», κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, και παράγραφος 2, της οδηγίας, θα είχε ως αποτέλεσμα αδικαιολόγητο περιορισμό του περιεχομένου της έννοιας αυτής.

35

Κατά τρίτον, η ευρεία ερμηνεία της έννοιας των «πολιτικών πεποιθήσεων», κατά τις ως άνω διατάξεις, επιβεβαιώνεται από τον σκοπό της οδηγίας ο οποίος είναι ιδίως, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική της σκέψη 12, ο προσδιορισμός των προσώπων που χρήζουν όντως διεθνούς προστασίας, βάσει κοινών κριτηρίων.

36

Πράγματι, όπως επισήμανε η HCR με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ακόμα και στην περίπτωση που οι πολιτικές πεποιθήσεις που επικαλείται ο αιτών δεν έχουν ορισμένη ένταση, ήτοι δεν είναι «θεμελιώδεις» ή βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις του αιτούντος, αυτός θα μπορούσε να εκτεθεί, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, σε πραγματικό κίνδυνο δίωξης για τις πολιτικές αυτές πεποιθήσεις ή για εκείνες που θα μπορούσαν να του αποδοθούν από τους ενδεχόμενους φορείς δίωξης στη χώρα αυτή, λαμβανομένης υπόψη της προσωπικής κατάστασής του και του γενικού πλαισίου της συγκεκριμένης χώρας. Υπό το πρίσμα αυτό, μόνο μια ευρεία ερμηνεία της έννοιας των «πολιτικών πεποιθήσεων» ως λόγου δίωξης μπορεί να διασφαλίσει την επίτευξη του σκοπού για τον οποίο έγινε λόγος στην προηγούμενη σκέψη.

37

Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο, στο τρίτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, και παράγραφος 2, της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι, προκειμένου οι απόψεις, οι ιδέες ή οι πεποιθήσεις ενός αιτούντος ο οποίος δεν έχει ακόμη προσελκύσει εις βάρος του την προσοχή των ενδεχόμενων φορέων δίωξης στη χώρα καταγωγής να εμπίπτουν στην έννοια των «πολιτικών πεποιθήσεων», αρκεί ο αιτών να δηλώνει ότι έχει αυτές τις απόψεις, ιδέες ή πεποιθήσεις ή ότι τις εκδηλώνει. Αυτό όμως δεν προδικάζει την εκτίμηση της βασιμότητας του φόβου του αιτούντος ότι θα υποστεί δίωξη λόγω των πολιτικών αυτών πεποιθήσεων.

Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

38

Στο πλαίσιο της προβλεπόμενης στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ διαδικασίας συνεργασίας, το Δικαστήριο ενδέχεται να κληθεί να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο όλα τα στοιχεία περί ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που μπορεί να αποδειχθούν χρήσιμα για την εκδίκαση της υπόθεσης της οποίας έχει επιληφθεί, ανεξαρτήτως του αν το αιτούν δικαστήριο τα μνημονεύει ρητώς στα ερωτήματά του. Απόκειται στο Δικαστήριο να προσδιορίσει, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που του παρέσχε το εθνικό δικαστήριο, ιδίως δε το σκεπτικό της απόφασης περί παραπομπής, τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που χρήζουν ερμηνείας λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς της κύριας δίκης [πρβλ. αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1990, SARPP,C‑241/89, EU:C:1990:459, σκέψη 8, και της 1ης Αυγούστου 2022, TL (Παράλειψη ορισμού διερμηνέα και παράλειψη μετάφρασης), C‑242/22 PPU, EU:C:2022:611, σκέψη 37].

39

Εν προκειμένω, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρεται σε καμία συγκεκριμένη διάταξη. Εντούτοις, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί να προσδιοριστούν τα κριτήρια εκτίμησης του λόγου δίωξης για τον οποίο γίνεται λόγος στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/95. Η εκτίμηση αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 4 της οδηγίας σχετικά με την αξιολόγηση των γεγονότων και των περιστάσεων και, πιο συγκεκριμένα, από τις διατάξεις των παραγράφων 3 έως 5 του άρθρου 4.

40

Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 4, παράγραφοι 3 έως 5, της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι, για την εκτίμηση της βασιμότητας του φόβου του αιτούντος ότι θα υποστεί δίωξη λόγω των πολιτικών πεποιθήσεών του, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη την ένταση των πεποιθήσεων αυτών και, ιδίως, να ελέγχουν αν πρόκειται για τόσο βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις του αιτούντος ώστε αυτός να αδυνατεί, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, να απέχει από την έκφρασή τους, εκτιθέμενος κατ’ αυτόν τον τρόπο στον κίνδυνο να υποστεί πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας.

41

Ως προς το ζήτημα αυτό, επισημαίνεται ευθύς εξαρχής ότι, μολονότι οι διατάξεις του άρθρου 4 της οδηγίας 2011/95 έχουν εφαρμογή σε όλες τις αιτήσεις παροχής διεθνούς προστασίας, ανεξαρτήτως των λόγων διώξεως των οποίων γίνεται επίκληση προς στήριξη των αιτήσεων αυτών, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να προσαρμόζουν τον τρόπο με τον οποίο εκτιμούν τις δηλώσεις και τα έγγραφα ή τις άλλες αποδείξεις ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε χωριστής κατηγορίας αιτήσεως παροχής διεθνούς προστασίας, τηρουμένων των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από τον Χάρτη (απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2018, F,C‑473/16, EU:C:2018:36, σκέψη 36).

42

Στο πλαίσιο του συστήματος της οδηγίας 2011/95, η εκτίμηση της βασιμότητας του φόβου του αιτούντος ότι θα υποστεί δίωξη λόγω «πολιτικών πεποιθήσεων», κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, και παράγραφος 2, της οδηγίας, πρέπει, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας, να γίνεται σε εξατομικευμένη βάση και κατά περίπτωση. Όταν οι αρμόδιες εθνικές αρχές προβαίνουν σε τέτοια εκτίμηση, οφείλουν να διερευνήσουν αν οι στοιχειοθετημένες περιστάσεις συνιστούν ή όχι τέτοια απειλή, ώστε ο ενδιαφερόμενος να έχει βάσιμο φόβο, λαμβανομένων υπόψη των ατομικών περιστάσεών του, ότι θα υποστεί πράγματι πράξεις δίωξης. Η εκτίμηση αυτή της σοβαρότητας του κινδύνου η οποία, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να χωρεί με προσοχή και σύνεση στηρίζεται μόνο σε συγκεκριμένη αξιολόγηση των γεγονότων και των περιστάσεων σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με τους κανόνες του άρθρου 4, παράγραφοι 3 έως 5, της οδηγίας (πρβλ. απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, Y και Z, C‑71/11 και C‑99/11, EU:C:2012:518, σκέψεις 76 και 77).

43

Το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/95 απαριθμεί, στα στοιχεία αʹ έως εʹ, τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προς τον σκοπό αυτόν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, ιδίως, όλα τα συναφή στοιχεία που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής του αιτούντος κατά τον χρόνο λήψης απόφασης σχετικά με την αίτησή του, οι δηλώσεις και τα έγγραφα από τα οποία μπορεί να συναχθεί αν ο αιτών έχει ήδη ή ενδέχεται να υποστεί δίωξη, καθώς και η ατομική κατάσταση και οι προσωπικές περιστάσεις του αιτούντος. Το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας ορίζει ειδικότερα ότι το γεγονός ότι ο αιτών έχει ήδη υποστεί δίωξη ή άμεση απειλή τέτοιας δίωξης αποτελεί «σοβαρή ένδειξη ότι είναι βάσιμος ο φόβος του αιτούντος ότι θα υποστεί δίωξη», εκτός αν συντρέχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύει κανείς ότι η δίωξη αυτή δεν θα επαναληφθεί.

44

Τέλος, το άρθρο 4, παράγραφος 5, της οδηγίας ορίζει, για την περίπτωση που ορισμένες πτυχές των δηλώσεων του αιτούντος δεν τεκμηριώνονται με έγγραφα ή άλλες αποδείξεις, τις σωρευτικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να μην απαιτείται επιβεβαίωση των πτυχών αυτών. Μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών περιλαμβάνεται η συνέπεια και η ευλογοφάνεια των δηλώσεων του αιτούντος και η γενική αξιοπιστία του.

45

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών πρέπει να προβαίνουν σε εξαντλητική και διεξοδική εξέταση όλων των κρίσιμων περιστάσεων που αφορούν τις συγκεκριμένες ατομικές περιστάσεις του αιτούντος, καθώς και του γενικότερου πλαισίου της χώρας καταγωγής του, ιδίως στις πολιτικές, νομικές, δικαστικές, ιστορικές και κοινωνικοπολιτιστικές πτυχές του, προκειμένου να διαπιστώσουν αν ο αιτών έχει δικαιολογημένο φόβο ότι θα υποστεί ο ίδιος δίωξη λόγω των πολιτικών πεποιθήσεών του, και ιδίως για εκείνες που θα μπορούσαν να του αποδώσουν οι ενδεχόμενοι φορείς δίωξης στη χώρα καταγωγής του [πρβλ. απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, Migracijos departamentas (Λόγοι δίωξης αναγόμενοι σε πολιτικές πεποιθήσεις),C‑280/21, EU:C:2023:13, σκέψεις 33 και 38].

46

Στο πλαίσιο αυτό, η ένταση των πολιτικών πεποιθήσεων τις οποίες επικαλείται ο αιτών και οι ενδεχόμενες δραστηριότητές του για τη διάδοση των πεποιθήσεων αυτών αποτελούν κρίσιμα στοιχεία για την εξατομικευμένη αξιολόγηση της αίτησής του, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/95. Πράγματι, τα στοιχεία αυτά λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση του ενδεχομένου να έχουν προσελκύσει ή να μπορούν να προσελκύσουν την προσοχή των ενδεχόμενων φορέων δίωξης στη χώρα καταγωγής του αιτούντος και του κινδύνου ο αιτών να υποστεί δίωξη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής.

47

Το γεγονός ότι ο αιτών, με τις πολιτικές πεποιθήσεις που έχει εκφράσει ή με τις ενδεχόμενες δραστηριότητές του για τη διάδοση των πεποιθήσεων αυτών κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη χώρα καταγωγής ή μετά την αναχώρησή του από τη χώρα αυτή, έχει ήδη προσελκύσει εις βάρος του την προσοχή των ενδεχόμενων φορέων δίωξης στη χώρα καταγωγής αποτελεί επίσης κρίσιμο στοιχείο για την εξατομικευμένη αξιολόγηση που επιτάσσει το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/95.

48

Κατά συνέπεια, στην περίπτωση που ο αιτών δηλώνει ότι έχει ή ότι εκφράζει πεποιθήσεις, ιδέες ή απόψεις τις οποίες απέκτησε μετά την αναχώρηση από τη χώρα καταγωγής, χωρίς να αποδεικνύει ότι έχει προσελκύσει εις βάρος του την προσοχή των ενδεχόμενων φορέων δίωξης στη χώρα αυτή, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε πράξεις δίωξης εκ μέρους τους σε περίπτωση επιστροφής του, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη, στο πλαίσιο της εξατομικεύμενης αξιολόγησης που οφείλουν να διεξαγάγουν, μεταξύ άλλων την ένταση των πολιτικών πεποιθήσεων τις οποίες επικαλείται ο αιτών καθώς και τις τυχόν δραστηριότητές του προς διάδοση των πεποιθήσεων αυτών. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν μπορούν εντούτοις να απαιτούν οι πολιτικές αυτές πεποιθήσεις να είναι τόσο βαθιά ριζωμένες ώστε ο αιτών να αδυνατεί, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής, να απέχει από την έκφρασή τους προκειμένου να μην κινήσει εις βάρος του την προσοχή των ενδεχόμενων φορέων δίωξης στη χώρα αυτή, η οποία θα μπορούσε να τους οδηγήσει σε πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας 2011/95.

49

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφοι 3 έως 5, της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι, για την εκτίμηση της βασιμότητας του φόβου του αιτούντος ότι θα υποστεί δίωξη λόγω των πολιτικών πεποιθήσεών του, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι οι πολιτικές πεποιθήσεις αυτές, λόγω της έντασης με την οποία εκδηλώνονται ή των τυχόν δραστηριοτήτων του αιτούντος για τη διάδοσή τους, είναι δυνατόν να έχουν προσελκύσει ή να προσελκύσουν εις βάρος του την προσοχή των ενδεχόμενων φορέων δίωξης στη χώρα καταγωγής του αιτούντος. Δεν απαιτείται εντούτοις να πρόκειται για τόσο βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις του αιτούντος ώστε αυτός να αδυνατεί, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, να απέχει από την έκφρασή τους, εκτιθέμενος κατ’ αυτόν τον τρόπο στον κίνδυνο να υποστεί πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας.

Επί των δικαστικών εξόδων

50

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους των κυρίων δικών τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

1)

Το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, και παράγραφος 2, της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας,

έχει την έννοια ότι:

προκειμένου οι απόψεις, οι ιδέες ή οι πεποιθήσεις ενός αιτούντος ο οποίος δεν έχει ακόμη προσελκύσει εις βάρος του την προσοχή των ενδεχόμενων φορέων δίωξης στη χώρα καταγωγής να εμπίπτουν στην έννοια των «πολιτικών πεποιθήσεων», αρκεί ο αιτών να δηλώνει ότι έχει αυτές τις απόψεις, ιδέες ή πεποιθήσεις ή ότι τις εκδηλώνει. Αυτό όμως δεν προδικάζει την εκτίμηση της βασιμότητας του φόβου του αιτούντος ότι θα υποστεί δίωξη λόγω των πολιτικών αυτών πεποιθήσεων.

 

2)

Το άρθρο 4, παράγραφοι 3 έως 5, της οδηγίας 2011/95

έχει την έννοια ότι:

για την εκτίμηση της βασιμότητας του φόβου του αιτούντος ότι θα υποστεί δίωξη λόγω των πολιτικών πεποιθήσεών του, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι οι πολιτικές πεποιθήσεις αυτές, λόγω της έντασης με την οποία εκδηλώνονται ή των τυχόν δραστηριοτήτων του αιτούντος για τη διάδοσή τους, είναι δυνατόν να έχουν προσελκύσει ή να προσελκύσουν εις βάρος του την προσοχή των ενδεχόμενων φορέων δίωξης στη χώρα καταγωγής του αιτούντος. Δεν απαιτείται εντούτοις να πρόκειται για τόσο βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις του αιτούντος ώστε αυτός να αδυνατεί, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, να απέχει από την έκφρασή τους, εκτιθέμενος κατ’ αυτόν τον τρόπο στον κίνδυνο να υποστεί πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 9 της ίδιας οδηγίας.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.