ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 19ης Οκτωβρίου 2023 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή – Σύμβαση εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν – Άρθρο 54 – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 50 – Αρχή ne bis in idem – Παραδεκτό ποινικών διώξεων για πράξεις διαφθοράς εις βάρος κατηγορουμένου σε κράτος μέλος μετά την περάτωση της κινηθείσας κατ’ αυτού ποινικής διαδικασίας για τις ίδιες πράξεις από την εισαγγελία άλλου κράτους μέλους – Προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να πληρούνται για να μπορεί να θεωρηθεί ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαστεί αμετακλήτως – Προϋπόθεση περί εκτιμήσεως της υποθέσεως επί της ουσίας – Απαίτηση διεξαγωγής λεπτομερούς ανακρίσεως – Μη εξέταση του κατηγορουμένου»
Στην υπόθεση C‑147/22,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Fővárosi Törvényszék (δικαστήριο περιφέρειας Βουδαπέστης, Ουγγαρία) με απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2022, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Μαρτίου 2022, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης
Terhelt5,
παρισταμένης της:
Központi Nyomozó Főügyészség,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Prechal (εισηγήτρια), πρόεδρο τμήματος, F. Biltgen, N. Wahl, J. Passer και M. L. Arastey Sahún, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Αιμιλίου
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
|
– |
ο Terhelt5, εκπροσωπούμενος από τον B. Gyalog, ügyvéd, |
|
– |
η Központi Nyomozó Főügyészség, εκπροσωπούμενη από τους G. Egri και P. Fürcht, |
|
– |
η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Z. Fehér και τις K. Szíjjártó και M. M. Tátrai, |
|
– |
η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Posch και τις J. Schmoll και E. Samoilova, |
|
– |
η Ελβετική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. Lanzrein και την V. Michel, |
|
– |
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους B. Béres και M. Wasmeier, |
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Ιουλίου 2023,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 54 της Συμβάσεως εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, της 14ης Ιουνίου 1985, μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα (ΕΕ 2000, L 239, σ. 19), η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 και τέθηκε σε εφαρμογή στις 26 Μαρτίου 1995 (στο εξής: ΣΕΣΣ), καθώς και του άρθρου 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης). |
|
2 |
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που κινήθηκε στην Ουγγαρία από την Központi Nyomozó Főügyészség (εθνική γενική εισαγγελία ανακρίσεων, Ουγγαρία) (στο εξής: KNF) κατά του Terhelt5, Ούγγρου υπηκόου (στο εξής: κατηγορούμενος), κυρίως για πράξεις διαφθοράς για τις οποίες είχε ήδη ασκηθεί εις βάρος του στην Αυστρία ποινική δίωξη η οποία οδήγησε στη θέση της υποθέσεως στο αρχείο με εντολή της Zentrale Staatsanwaltschaft zur Verfolgung von Wirtschaftsstrafsachen und Korruption (κεντρικής εισαγγελίας δίωξης οικονομικού εγκλήματος και διαφθοράς, Αυστρία) (στο εξής: WKStA). |
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
|
3 |
Το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ, το οποίο περιλαμβάνεται στο επιγραφόμενο «Εφαρμογή της αρχής ne bis in idem» κεφάλαιο 3 του τίτλου της ΙΙΙ, προβλέπει τα εξής: «Όποιος [δικάστηκε] αμετάκλητα από ένα συμβαλλόμενο μέρος δεν μπορεί να διωχθεί από ένα άλλο συμβαλλόμενο μέρος για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, υπό τον όρον όμως ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει ήδη εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με τους νόμους του συμβαλλομένου μέρους που επέβαλε την καταδίκη.» |
|
4 |
Το άρθρο 57, παράγραφος 1, της ΣΕΣΣ ορίζει ότι: «Όταν κάποιος κατηγορείται για μια αξιόποινη πράξη από ένα συμβαλλόμενο μέρος και οι αρμόδιες αρχές αυτού του μέρους έχουν λόγους να πιστεύουν ότι η κατηγορία αφορά τα ίδια πραγματικά περιστατικά για τα οποία δικάστηκε ήδη αμετάκλητα από ένα άλλο συμβαλλόμενο μέρος, οι αρχές αυτές θα ζητήσουν, εάν το θεωρούν αναγκαίο, τις κατάλληλες πληροφορίες από τις αρμόδιες αρχές του συμβαλλομένου μέρους, στο έδαφος του οποίου έχει ήδη εκδοθεί μια απόφαση.» |
Το ουγγρικό δίκαιο
|
5 |
Το άρθρο XXVIII, παράγραφος 6, του Magyarország Alaptörvénye (Θεμελιώδους Νόμου της Ουγγαρίας) ορίζει τα εξής: «Εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις οι οποίες προβλέπονται στον νόμο περί έκτακτων ενδίκων μέσων, ουδείς διώκεται ή τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικασθεί με έχουσα ισχύ δεδικασμένου ποινική απόφαση στην Ουγγαρία ή, στο πλαίσιο διεθνούς συνθήκης ή νομικής πράξεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε άλλο κράτος.» |
|
6 |
Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, του Büntetőeljárásról szóló 2017. évi XC. törvény (νόμου XC του 2017 περί κώδικα ποινικής δικονομίας), δεν μπορεί να κινηθεί ποινική διαδικασία και, αν έχει κινηθεί, πρέπει η υπόθεση να τεθεί στο αρχείο, αν οι πράξεις που τελέσθηκαν από τον δράστη έχουν ήδη κριθεί με απόφαση έχουσα ισχύ δεδικασμένου, υπό την επιφύλαξη των προβλεπόμενων περιπτώσεων ασκήσεως έκτακτων ενδίκων μέσων και συγκεκριμένων ειδικών διαδικασιών. |
|
7 |
Το άρθρο 4, παράγραφος 7, του ίδιου νόμου προβλέπει ότι δεν μπορεί να κινηθεί ποινική διαδικασία και, αν έχει κινηθεί, πρέπει η υπόθεση να τεθεί στο αρχείο αν οι πράξεις που τελέσθηκαν από τον δράστη έχουν ήδη κριθεί με έχουσα ισχύ δεδικασμένου δικαστική απόφαση σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή έχει εκδοθεί σε κράτος μέλος απόφαση επί της ουσίας της υποθέσεως, η οποία, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού, κωλύει την άσκηση νέας ποινικής διώξεως για τις ίδιες πράξεις, καθώς και την αυτεπάγγελτη ή κατόπιν ασκήσεως τακτικών ενδίκων μέσων συνέχιση της ποινικής διαδικασίας. |
|
8 |
Το άρθρο 254 του Büntető Törvénykönyvről szóló 1978. évi IV. törvény (νόμου IV του 1978 περί θεσπίσεως του ποινικού κώδικα) προέβλεπε τα εξής: «(1) Όποιος παρέχει ή υπόσχεται αδικαιολόγητα ωφελήματα σε υπάλληλο ή μέλος αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής, επαγγελματικής οργάνωσης ή οργανισμού κοινωνικών ασφαλίσεων ή σε άλλο πρόσωπο προς ίδιον συμφέρον, προκειμένου το πρόσωπο αυτό να παραβεί το καθήκον του, διαπράττει αξιόποινη πράξη η οποία επισύρει στερητική της ελευθερίας ποινή έως τριών ετών. (2) Το αδίκημα τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή έως πέντε ετών αν τα αδικαιολόγητα ωφελήματα παρέχονται ή δίδεται υπόσχεση να παρασχεθούν σε υπάλληλο ή σε μέλος αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής, επαγγελματικής οργανώσεως ή οργανισμού κοινωνικών ασφαλίσεων που έχει την εξουσία αυτόνομης λήψεως μέτρων.» |
Το αυστριακό δίκαιο
|
9 |
Το άρθρο 190 του Strafprozessordnung (κώδικα ποινικής δικονομίας, στο εξής: StPO), το οποίο επιγράφεται «Περάτωση της ανακριτικής διαδικασίας», ορίζει τα εξής: «Ο εισαγγελέας οφείλει να παύσει την ποινική δίωξη και να περατώσει την ανακριτική διαδικασία όταν: 1. η πράξη την οποία αφορά η ανακριτική διαδικασία δεν είναι αξιόποινη ή η συνέχιση της δίωξης του κατηγορουμένου θα ήταν παράνομη για νομικούς λόγους ή 2. δεν υφίσταται καμία πραγματική βάση για τη συνέχιση της δίωξης του κατηγορουμένου.» |
|
10 |
Το άρθρο 193 του StPO, το οποίο επιγράφεται «Συνέχιση της διαδικασίας», ορίζει τα εξής: «(1) Μετά την περάτωση της διαδικασίας, ουδεμία περαιτέρω ανάκριση διεξάγεται κατά του κατηγορουμένου· εφόσον απαιτείται, ο εισαγγελέας διατάσσει την απόλυση του κατηγορουμένου. Εντούτοις, εάν για την απόφαση που αφορά τη συνέχιση της διαδικασίας απαιτείται η διενέργεια ορισμένων ανακριτικών πράξεων ή η διεξαγωγή αποδείξεων, η εισαγγελική αρχή δύναται, κατά περίπτωση, να διατάσσει τη διενέργειά τους ή να τις διενεργεί η ίδια. (2) Η εισαγγελική αρχή δύναται να διατάσσει τη συνέχιση της ανακριτικής διαδικασίας που περατώθηκε βάσει του άρθρου 190 ή του άρθρου 191 εφόσον η ποινική δίωξη που αφορά το αδίκημα δεν έχει παραγραφεί και εάν:
[…]». |
|
11 |
Κατά το άρθρο 195 του StPO, το θύμα αξιόποινης πράξεως μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να ζητήσει τη συνέχιση της ανακριτικής διαδικασίας η οποία έχει περατωθεί, εφόσον το αξιόποινο δεν έχει παραγραφεί. Αν η εισαγγελία κρίνει ότι η αίτηση του θύματος είναι δικαιολογημένη, πρέπει να συνεχίσει τη διαδικασία ανεξαρτήτως των απαιτήσεων του άρθρου 193, παράγραφος 2, σημείο 1 ή σημείο 2, του StPO. |
|
12 |
Το άρθρο 307 του Strafgesetzbuch (ποινικού κώδικα, στο εξής: StGB), με τίτλο «Διαφθορά», όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής: «Όποιος […]
[…]» |
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
|
13 |
Στις 22 Αυγούστου 2012, η WKStA κίνησε, στην Αυστρία, ποινική διαδικασία κατά δύο προσώπων αυστριακής ιθαγενείας, λόγω υπονοιών για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, υπεξαίρεση κεφαλαίων και διαφθορά, κατά την έννοια του άρθρου 307, παράγραφος 1, σημείο 6, του StGB, καθώς και κατά του κατηγορουμένου, λόγω υπονοιών για διαφθορά, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως. |
|
14 |
Οι έρευνες αφορούσαν πράξεις τελεσθείσες στο διάστημα από το 2005 έως το 2010 σχετικά με υπόνοιες δωροδοκίας δημόσιων λειτουργών μέσω πλειόνων εταιριών εγκατεστημένων σε διάφορα κράτη μέλη με σκοπό τον επηρεασμό της απόφασης που επρόκειτο να ληφθεί σε διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης για την προμήθεια νέων συρμών για δύο γραμμές του μετρό της Βουδαπέστης (Ουγγαρία). Επρόκειτο, μεταξύ άλλων, για εμβάσματα ποσών συνολικού ύψους πολλών εκατομμυρίων ευρώ, τα οποία καταβλήθηκαν ως αμοιβή για συμβουλευτικές υπηρεσίες ως προς τις οποίες υπήρχαν υπόνοιες ότι ουδέποτε πράγματι παρασχέθηκαν. |
|
15 |
Εις βάρος του κατηγορουμένου, ο οποίος φέρεται να γνώριζε τον εικονικό χαρακτήρα των συμβάσεων παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών και το πραγματικό αντικείμενό τους, υπήρχαν υπόνοιες ότι επεδίωξε να δωροδοκήσει, με σκοπό την ανάθεση της εν λόγω δημόσιας συμβάσεως, το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τους υπευθύνους λήψεως της σχετικής αποφάσεως. Ειδικότερα, μεταξύ της 5ης Απριλίου 2007 και της 8ης Φεβρουαρίου 2010, προέβη σε διάφορες καταβολές, προερχόμενες από εταιρία, ποσών συνολικού ύψους άνω των επτά εκατομμυρίων ευρώ σε δημοσίους λειτουργούς που διέπραξαν το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας και παρέμειναν άγνωστοι. |
|
16 |
Οι υπόνοιες αυτές εις βάρος του κατηγορουμένου στηρίζονταν σε πληροφορίες που είχε παράσχει η Serious Fraud Office (υπηρεσία διακεκριμένων περιπτώσεων απάτης, Ηνωμένο Βασίλειο) (στο εξής: SFO) στο πλαίσιο αιτήσεως δικαστικής συνδρομής σχετικά με έρευνα αφορώσα όμιλο βρετανικών επιχειρήσεων, στην ανάλυση τραπεζικών στοιχείων αυστριακής εταιρίας των οποίων η προσκόμιση διατάχθηκε από την WKStA, καθώς και στην εξέταση των Αυστριακών υπόπτων που μνημονεύονται στη σκέψη 13 της παρούσας αποφάσεως, οι οποίοι εξετάσθηκαν ως μάρτυρες. |
|
17 |
Ο κατηγορούμενος δεν εξετάσθηκε ως ύποπτος στο πλαίσιο της έρευνας που διεξήγαγε η WKStA, δεδομένου ότι το ανακριτικό μέτρο το οποίο έλαβε η WKStA στις 26 Μαΐου 2014 με σκοπό τον εντοπισμό του δεν τελεσφόρησε. |
|
18 |
Με διάταξη της 3ης Νοεμβρίου 2014, η WKStA περάτωσε την ανακριτική διαδικασία, θέτοντας την υπόθεση στο αρχείο, καθόσον εκτίμησε, παραπέμποντας στα πορίσματα των ερευνών που είχαν διεξαγάγει μέχρι τότε οι αυστριακές, βρετανικές και ουγγρικές αρχές, ότι δεν υφίστατο πραγματική βάση για τη συνέχιση της ποινικής διώξεως, κατά την έννοια του άρθρου 190, σημείο 2, του StPO. Η WKStA έκρινε ότι, δεδομένου ότι δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι κάποιος εκ των υπόπτων που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 13 της παρούσας αποφάσεως και ο κατηγορούμενος είχαν όντως τελέσει τις πράξεις διαφθοράς που προβλέπονται στο άρθρο 307, παράγραφος 1, σημείο 6, του StGB, οι πράξεις αυτές δεν είχαν αποδειχθεί με επαρκή βεβαιότητα ώστε να οδηγήσουν σε ποινική καταδίκη, οπότε επιβαλλόταν να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο. |
|
19 |
Η WKStA επανεξέτασε επανειλημμένως την απόφαση αυτή περί θέσεως της υποθέσεως στο αρχείο, αλλά, κάθε φορά, αναγκαζόταν να διαπιστώσει ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τη συνέχιση της διαδικασίας, τις οποίες προβλέπουν τα άρθρα 193 και 195 του StPO, δεδομένου ότι, μεταξύ άλλων, οι πράξεις διαφθοράς που προσάπτονταν στον κατηγορούμενο είχαν παραγραφεί στην Αυστρία το αργότερο από το 2015. |
|
20 |
Στις 10 Απριλίου και στις 29 Αυγούστου 2019, η KNF κατέθεσε ενώπιον του Fővárosi Törvényszék (δικαστηρίου περιφέρειας Βουδαπέστης, Ουγγαρία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, κατηγορητήριο βάσει του οποίου ασκήθηκε στην Ουγγαρία ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για πράξεις διαφθοράς, κατά την έννοια του άρθρου 254, παράγραφοι 1 και 2, του νόμου IV του 1978 περί θεσπίσεως του ποινικού κώδικα, ο οποίος μνημονεύεται στη σκέψη 8 της παρούσας αποφάσεως. |
|
21 |
Εκτιμώντας ότι οι πράξεις διαφθοράς που προσάπτονταν στον κατηγορούμενο ήταν οι ίδιες με εκείνες για τις οποίες είχε ήδη διεξαχθεί έρευνα στην Αυστρία από την WKStA πριν η σχετική υπόθεση τεθεί στο αρχείο από την εν λόγω εισαγγελία, το αιτούν δικαστήριο, με διάταξη της 8ης Δεκεμβρίου 2020, έπαυσε την εν λόγω δίωξη κατ’ εφαρμογήν της αρχής ne bis in idem, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 4, παράγραφοι 3 και 7, του νόμου XC του 2017 περί κώδικα ποινικής δικονομίας, ο οποίος μνημονεύεται στη σκέψη 6 της παρούσας αποφάσεως. |
|
22 |
Η διάταξη αυτή εξαφανίσθηκε με διάταξη του Fővárosi Ítélőtábla (περιφερειακού εφετείου Βουδαπέστης, Ουγγαρία), της 15ης Ιουνίου 2021, το οποίο ανέπεμψε την υπόθεση στο αιτούν δικαστήριο. |
|
23 |
Κατά το Fővárosi Ítélőtábla (περιφερειακό εφετείο Βουδαπέστης), η διάταξη της WKStA της 3ης Νοεμβρίου 2014 με την οποία περατώθηκε η ανακριτική διαδικασία και η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 18 της παρούσας αποφάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αμετάκλητη απόφαση, κατά την έννοια του άρθρου 50 του Χάρτη και του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ, δεδομένου ότι από τα διαθέσιμα έγγραφα δεν μπορεί να συναχθεί σαφώς ότι η διάταξη αυτή στηρίζεται σε αρκούντως εμπεριστατωμένη και πλήρη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων. Ειδικότερα, κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύει ότι η WKStA είχε συλλέξει και άλλα αποδεικτικά στοιχεία πέραν της εξετάσεως των δύο Αυστριακών υπόπτων οι οποίοι μνημονεύονται στη σκέψη 13 της παρούσας αποφάσεως ή ότι είχε εξετάσει οποιοδήποτε από τα 90 περίπου άτομα που η KNF κατονόμασε στο κατηγορητήριό της, με σκοπό να εξετασθούν ή να ληφθεί κατάθεσή τους. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος δεν εξετάσθηκε ως ύποπτος. |
|
24 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Fővárosi Törvényszék (δικαστήριο περιφέρειας Βουδαπέστης) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
|
25 |
Με τα τρία ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν η αρχή ne bis in idem, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 54 της ΣΕΣΣ, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα του άρθρου 50 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι πρέπει να χαρακτηρισθεί ως αμετάκλητη απόφαση, κατά την έννοια των ανωτέρω άρθρων, η απαλλακτική για τον κατηγορούμενο διάταξη η οποία εκδόθηκε, σε ένα πρώτο κράτος μέλος, κατόπιν ανακριτικής διαδικασίας που αφορούσε κυρίως πράξεις διαφθοράς, όταν κατά του ίδιου κατηγορουμένου ασκείται νέα ποινική δίωξη για τις ίδιες πράξεις σε ένα δεύτερο κράτος μέλος και όταν:
|
|
26 |
Ευθύς εξαρχής, υπενθυμίζεται ότι η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem εξαρτάται από μια διττή προϋπόθεση, ήτοι, αφενός, ότι υπάρχει προγενέστερη αμετάκλητη απόφαση (προϋπόθεση «bis») και, αφετέρου, ότι η προγενέστερη απόφαση και οι μεταγενέστερες διώξεις ή αποφάσεις αφορούν τα ίδια πραγματικά περιστατικά (προϋπόθεση «idem») (απόφαση της 23ης Μαρτίου 2023, Dual Prod, C‑412/21, EU:C:2023:234, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
27 |
Όσον αφορά τη δεύτερη από τις προϋποθέσεις αυτές, το αιτούν δικαστήριο στηρίζεται ρητώς στην παραδοχή ότι, εν προκειμένω, αυτή πληρούται. |
|
28 |
Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για να μπορεί να θεωρηθεί ότι ένα πρόσωπο «έχει δικαστεί αμετάκλητα», κατά την έννοια του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ, αφενός, η ποινική αξίωση της πολιτείας πρέπει να έχει «εξαλειφθεί αμετάκλητα» κατόπιν της εκδόσεως της επίμαχης ποινικής αποφάσεως, όπως είναι, εν προκειμένω, μια απαλλακτική διάταξη, και, αφετέρου, η διάταξη αυτή πρέπει να εκδόθηκε «κατόπιν εξετάσεως της ουσίας της υποθέσεως» (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιουνίου 2016, Kossowski, C‑486/14, EU:C:2016:483, σκέψεις 34 και 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
29 |
Εν προκειμένω, κατά πρώτον, όσον αφορά την απαίτηση να έχει εξαλειφθεί αμετάκλητα η ποινική αξίωση της πολιτείας, πρέπει να υπομνησθεί, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τις οποίες αφορούν οι δύο πρώτες περιπτώσεις που μνημονεύονται στη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως, ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, αφενός, το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ έχει επίσης εφαρμογή στις αποφάσεις αρχής που μετέχει στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης εντός της οικείας εθνικής έννομης τάξεως, όπως η εισαγγελία, με τις οποίες παύει οριστικά η ποινική δίωξη σε κράτος μέλος, χωρίς την επιβολή ποινής και μολονότι οι αποφάσεις αυτές εκδίδονται χωρίς την παρέμβαση δικαστηρίου και δεν έχουν τη μορφή δικαστικής αποφάσεως. Αφετέρου, η εκτίμηση της εν λόγω απαιτήσεως πρέπει να γίνεται βάσει του δικαίου του συμβαλλόμενου κράτους που εξέδωσε την επίμαχη ποινική απόφαση και να διασφαλίζει ότι η εν λόγω απόφαση παρέχει, στο κράτος αυτό, την προστασία που απορρέει από την αρχή ne bis in idem (πρβλ. αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, Turanský, C‑491/07, EU:C:2008:768, σκέψεις 35 και 36, και της 29ης Ιουνίου 2016, Kossowski, C‑486/14, EU:C:2016:483, σκέψεις 35 και 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία) |
|
30 |
Στο πλαίσιο αυτό, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι το γεγονός ότι, κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με απαλλακτική απόφαση μπορεί να επαναληφθεί σε περίπτωση «νέων ή μεταγενέστερων της απόφασης γεγονότων», όπως στην περίπτωση νέων κατηγοριών, δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τον αμετάκλητο χαρακτήρα της αποφάσεως αυτής ως μη εξαλείφουσας αμετακλήτως την ποινική αξίωση της πολιτείας, εφόσον αυτή η δυνατότητα επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, μολονότι δεν συνιστά «έκτακτο ένδικο μέσο», συνεπάγεται εντούτοις την κατ’ εξαίρεση κίνηση, βάσει διαφορετικών αποδεικτικών στοιχείων, μιας διακριτής διαδικασίας και όχι την απλή εξακολούθηση της διαδικασίας που έχει ήδη περατωθεί (πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014, M, C‑398/12, EU:C:2014:1057, σκέψεις 37 έως 40). |
|
31 |
Εν προκειμένω, λαμβανομένης υπόψη της ανωτέρω νομολογίας, το γεγονός ότι το αυστριακό δίκαιο προβλέπει, αφενός, στο άρθρο 193, παράγραφος 2, σημείο 2, του StPO, τη συνέχιση διαδικασίας περατωθείσας κατόπιν της εκδόσεως απαλλακτικής διατάξεως υπό αυστηρές προϋποθέσεις, ήτοι όταν «ανακύπτουν ή καθίστανται γνωστά νέα πραγματικά περιστατικά ή αποδεικτικά στοιχεία τα οποία, αφ’ εαυτών ή σε συνδυασμό με άλλα πορίσματα της διαδικασίας, δύνανται να δικαιολογούν την καταδίκη του κατηγορουμένου», δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τον αμετάκλητο χαρακτήρα της διατάξεως αυτής. |
|
32 |
Το ίδιο ισχύει, αφετέρου, και για την άλλη δυνατότητα συνεχίσεως της διαδικασίας που προβλέπεται από το αυστριακό δίκαιο, η οποία επίσης οριοθετείται αυστηρά, ήτοι όταν, σύμφωνα με το άρθρο 193, παράγραφος 2, σημείο 1, του StPO, «ο κατηγορούμενος δεν εξετάστηκε σε σχέση με το […] αδίκημα […] και ουδείς περιορισμός επιβλήθηκε συναφώς στον κατηγορούμενο». |
|
33 |
Πράγματι, η δυνατότητα αυτή, μολονότι δεν συνιστά «έκτακτο ένδικο μέσο», συνεπάγεται, λαμβανομένης υπόψη της διττής προϋποθέσεως από την οποία εξαρτάται, την κατ’ εξαίρεση κίνηση διακριτής διαδικασίας, αντί της απλής εξακολουθήσεως της ήδη περατωθείσας διαδικασίας, με σκοπό την επανεξέταση της απαλλακτικής διατάξεως υπό το πρίσμα των καταθέσεων του κατηγορουμένου, στην περίπτωση που αυτός θα μπορούσε, μεταγενέστερα, να εξετασθεί. Εξάλλου, επισημαίνεται ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η εισαγγελική αρχή δεν είχε τη δυνατότητα αυτή μετά την έκδοση της απαλλακτικής διατάξεως, δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται ότι, ακόμη και αν ο κατηγορούμενος δεν εξετάσθηκε, μολαταύτα επιβλήθηκε εις βάρος του «περιορισμός» υπό τη μορφή ανακριτικού μέτρου με σκοπό τον εντοπισμό του, το οποίο δεν τελεσφόρησε. |
|
34 |
Ο αυστηρά οριοθετημένος και εξαιρετικός χαρακτήρας των ως άνω δυνατοτήτων συνεχίσεως μιας ήδη περατωθείσας διαδικασίας ενισχύεται περαιτέρω από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 193, παράγραφος 2, του StPO, η επανάληψη της διαδικασίας δεν είναι, σε καμία περίπτωση, δυνατή αν, εν τω μεταξύ, το αδίκημα έχει παραγραφεί. Τούτο συνέβη εν προκειμένω, δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται ότι το αδίκημα υπέκυψε σε παραγραφή τουλάχιστον από το 2015, ήτοι λίγους μόνο μήνες μετά την έκδοση της από Νοέμβριου του 2014 απαλλακτικής διατάξεως. |
|
35 |
Επιπλέον, απλώς και μόνον το γεγονός, στο οποίο αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο με το δεύτερο ερώτημά του, ότι, δυνάμει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, υπάρχουν δυνατότητες συνεχίσεως μιας ήδη περατωθείσας διαδικασίας εφόσον το αδίκημα δεν έχει ακόμη παραγραφεί, αλλά ότι, εν προκειμένω, η εισαγγελική αρχή δεν έκανε χρήση των δυνατοτήτων αυτών πριν επέλθει η εν λόγω παραγραφή, δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τον αμετάκλητο χαρακτήρα της διατάξεως περί περατώσεως της διαδικασίας εκ του λόγου ότι η ποινική αξίωση της πολιτείας δεν έχει εξαλειφθεί αμετάκλητα. |
|
36 |
Πράγματι, δεδομένου ότι αυτές οι δυνατότητες κατ’ εξαίρεση συνεχίσεως μιας ήδη περατωθείσας διαδικασίας, όπως οριοθετούνται αυστηρά από το άρθρο 193, παράγραφος 2, του StPO, δεν μπορούν να επηρεάσουν τον αμετάκλητο χαρακτήρα διατάξεως περί περατώσεως της διαδικασίας που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 190 του StPO, ούτε η απόφαση της εισαγγελικής αρχής να μην κάνει χρήση της μιας ή της άλλης από τις δυνατότητες αυτές για τον λόγο ότι οι προϋποθέσεις προς τούτο δεν πληρούντο μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τον αμετάκλητο χαρακτήρα της εν λόγω διατάξεως. |
|
37 |
Εξάλλου, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Αυστριακή Κυβέρνηση, παραπέμποντας στη νομολογία του Oberster Gerichtshof (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αυστρία) και στην αυστριακή θεωρία, υποστήριξε ότι, κατά το αυστριακό δίκαιο, η διάταξη της εισαγγελικής αρχής με την οποία τίθεται η υπόθεση στο αρχείο σύμφωνα με το άρθρο 190 του StPO, «καθώς δεν μπορεί να προσβληθεί με τακτικό ένδικο μέσο, παράγει από της εκδόσεώς της τα αποτελέσματα που συνδέονται με απόφαση έχουσα ισχύ δεδικασμένου, τόσο από ουσιαστικής όσο και από δικονομικής απόψεως». Μεταξύ των αποτελεσμάτων της, η Αυστριακή Κυβέρνηση μνημονεύει το λεγόμενο «διακωλυτικό» αποτέλεσμα (Sperrwirkung) που απορρέει από μια τέτοια διάταξη, σύμφωνα με την αρχή ne bis in idem, έναντι του συνόλου των αρχών των άλλων κρατών μελών, εφόσον η διάταξη αυτή εξεδόθη κατόπιν προηγούμενης εξετάσεως επί της ουσίας, καθώς και κατόπιν εκτιμήσεως του κατά πόσον στοιχειοθετείται το αδίκημα το οποίο υπάρχουν υπόνοιες ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος. |
|
38 |
Επομένως, οι περιστάσεις τις οποίες αφορούν οι δύο πρώτες περιπτώσεις που μνημονεύονται στη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως δεν είναι ικανές να θέσουν υπό αμφισβήτηση ότι, εν προκειμένω, πληρούται η υπομνησθείσα στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως απαίτηση να έχει «εξαλειφθεί αμετάκλητα» η ποινική αξίωση της πολιτείας. |
|
39 |
Όσον αφορά, κατά δεύτερον, την απαίτηση, η οποία επίσης υπομνήσθηκε στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως, η διάταξη περί περατώσεως της επίμαχης ποινικής διαδικασίας να έχει εκδοθεί κατόπιν «εξετάσεως της ουσίας της υποθέσεως», υπογραμμίζεται, πρώτον, ότι το γεγονός, που μνημονεύεται στην πρώτη περίπτωση της σκέψεως 25 της παρούσας αποφάσεως, ότι η διάταξη περί περατώσεως της διαδικασίας εκδόθηκε ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων ικανών να καταδείξουν ότι ο κατηγορούμενος πράγματι διέπραξε την προσαπτόμενη σε αυτόν αξιόποινη πράξη δεν συνεπάγεται ότι δεν πληρούται η δεύτερη αυτή προϋπόθεση. Αντιθέτως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι μια απαλλακτική απόφαση λόγω ανεπαρκών αποδείξεων στηρίζεται σε εκτίμηση επί της ουσίας της υποθέσεως (απόφαση της 28 Σεπτεμβρίου 2006, Van Straaten, C‑150/05, EU:C:2006:614, σκέψη 60). |
|
40 |
Δεύτερον, από τη νομολογία προκύπτει ότι ο αμετάκλητος χαρακτήρας της αποφάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ, πρέπει να εκτιμάται όχι μόνον υπό το πρίσμα του σκοπού του άρθρου αυτού ο οποίος είναι ουσιαστικά η διασφάλιση ότι όσοι έχουν καταδικασθεί και εκτίσει την ποινή τους ή, ενδεχομένως, έχουν αμετάκλητα απαλλαγεί της κατηγορίας εντός κράτους μέλους μπορούν να διακινούνται εντός του χώρου Σένγκεν χωρίς να φοβούνται νέες ποινικές διώξεις για τις ίδιες πράξεις εντός άλλου κράτους μέλους, αλλά και υπό το πρίσμα της ανάγκης να προαχθεί η πρόληψη και καταστολή της εγκληματικότητας εντός του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΕE [πρβλ. αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 2016, Kossowski, C‑486/14, EU:C:2016:483, σκέψη 47, και της 28ης Οκτωβρίου 2022, Generalstaatsanwaltschaft München (Έκδοση και αρχή ne bis in idem), C‑435/22 PPU, EU:C:2022:852, σκέψη 78 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. |
|
41 |
Τρίτον, υπενθυμίζεται ότι τόσο η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών όσο και η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, η οποία εδράζεται με τη σειρά της στην αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών αυτών, έχουν θεμελιώδη σημασία στο δίκαιο της Ένωσης, καθώς καθιστούν δυνατή τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα [απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2022, Generalstaatsanwaltschaft München (Έκδοση και αρχή ne bis in idem), C‑435/22 PPU, EU:C:2022:852, σκέψη 92 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. |
|
42 |
Ειδικώς όσον αφορά το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι αυτό προϋποθέτει κατ’ ανάγκην ότι υπάρχει αμοιβαία εμπιστοσύνη των κρατών μελών στα οικεία συστήματα ποινικής δικαιοσύνης και ότι καθένα από τα κράτη αυτά αποδέχεται την εφαρμογή του ποινικού δικαίου που ισχύει στα άλλα κράτη μέλη, έστω και εάν η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας του θα οδηγούσε σε διαφορετική λύση. Η εν λόγω αμοιβαία εμπιστοσύνη απαιτεί οι οικείες αρμόδιες αρχές του δευτέρου κράτους μέλους να αποδέχονται μια αμετάκλητη απόφαση που εκδόθηκε στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους, όπως αυτή κοινοποιήθηκε στις εν λόγω αρχές [απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2022, Generalstaatsanwaltschaft München (Έκδοση και αρχή ne bis in idem), C‑435/22 PPU, EU:C:2022:852, σκέψη 93 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. |
|
43 |
Εντούτοις, από τη νομολογία προκύπτει επίσης ότι η εν λόγω αμοιβαία εμπιστοσύνη δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνον εάν το δεύτερο συμβαλλόμενο κράτος είναι σε θέση να εξακριβώσει, βάσει των στοιχείων που του διαβιβάζει το πρώτο συμβαλλόμενο κράτος, ότι η οικεία απόφαση που εξέδωσαν οι αρμόδιες αρχές του πρώτου κράτους αποτελεί όντως αμετάκλητη απόφαση περιέχουσα εκτίμηση επί της ουσίας της υποθέσεως [απόφαση της 12ης Μαΐου 2021, Bundesrepublik Deutschland (Ερυθρά αγγελία της Interpol), C‑505/19, EU:C:2021:376, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. |
|
44 |
Τέταρτον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι διάταξη της εισαγγελικής αρχής με την οποία παύει η ποινική δίωξη και περατώνεται η ανακριτική διαδικασία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εκδοθείσα κατόπιν εκτιμήσεως της ουσίας της υποθέσεως και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «αμετάκλητη απόφαση», κατά την έννοια του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ, όταν από την ίδια την αιτιολογία της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι δεν διεξήχθη λεπτομερής ανάκριση, διότι άλλως θα διακυβευόταν η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών, και ότι, συναφώς, η μη ακρόαση του θύματος και η μη εξέταση ενός πιθανού μάρτυρα συνιστούν ένδειξη ότι δεν διεξήχθη λεπτομερής ανάκριση στην υπόθεση της κύριας δίκης (απόφαση της 29ης Ιουνίου 2016, Kossowski, C‑486/14, EU:C:2016:483, σκέψη 53). |
|
45 |
Υπό το πρίσμα της ανωτέρω νομολογίας, τίθεται το ζήτημα αν, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η διάταξη της WKStA περί περατώσεως της ποινικής διαδικασίας εκδόθηκε κατόπιν «λεπτομερούς ανακρίσεως», κατά την έννοια της αποφάσεως της 29ης Ιουνίου 2016, Kossowski (C‑486/14, EU:C:2016:483), με αποτέλεσμα να μπορεί να θεωρηθεί ότι η διάταξη αυτή εκδόθηκε κατόπιν εκτιμήσεως επί της ουσίας, όπως απαιτεί το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων στις οποίες αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο με το τρίτο ερώτημά του και οι οποίες επαναλαμβάνονται στην τρίτη περίπτωση που μνημονεύεται στη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως, ήτοι ότι, κατά την ανακριτική διαδικασία, η εισαγγελική αρχή συνέλεξε στοιχεία στο πλαίσιο αιτήσεως δικαστικής συνδρομής καθώς και κατόπιν της προσβάσεως σε τραπεζικούς λογαριασμούς και της εξετάσεως δύο άλλων υπόπτων, αλλά δεν εξέτασε τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι το ανακριτικό μέτρο με χαρακτήρα καταναγκασμού το οποίο αποσκοπούσε στον εντοπισμό του τελικώς απεδείχθη ατελέσφορο. |
|
46 |
Όπως προκύπτει από τη σκέψη 48 της αποφάσεως της 29ης Ιουνίου 2016, Kossowski (C‑486/14, EU:C:2016:483), στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, η εισαγγελική αρχή δεν συνέχισε την ποινική δίωξη «για μόνο τον λόγο ότι ο κατηγορούμενος είχε αρνηθεί να απολογηθεί και ότι ο παθών και ένας μη αυτόπτης μάρτυς κατοικούσαν στη Γερμανία, οπότε δεν κατέστη εφικτό να εξεταστούν στο πλαίσιο της ανακρίσεως [στην Πολωνία] ούτε, συνεπώς, να εξακριβωθεί η ορθότητα των ισχυρισμών του παθόντος, χωρίς να διεξαχθεί πιο λεπτομερής ανάκριση ώστε να συλλεγούν και να εξεταστούν αποδεικτικά στοιχεία». Το Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού ότι η διάταξη περί παύσεως της ποινικής διώξεως βάσει τέτοιας ανακρίσεως δεν συνιστούσε απόφαση της οποίας προηγήθηκε εκτίμηση επί της ουσίας. |
|
47 |
Αντιθέτως, εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται, αφενός, ότι, κατά τη διάρκεια ανακριτικής διαδικασίας που διήρκεσε περισσότερο από δύο έτη, η WKStA είχε πρόσβαση σε τραπεζικούς λογαριασμούς στο πλαίσιο αιτήσεως δικαστικής συνδρομής εκ μέρους των βρετανικών αρχών, ήτοι της SFO, καθώς και σε άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς και προέβη στην εξέταση δύο άλλων υπόπτων αυστριακής ιθαγενείας που μνημονεύονται στη σκέψη 13 της παρούσας αποφάσεως. |
|
48 |
Εξάλλου, στις γραπτές παρατηρήσεις της, η Αυστριακή Κυβέρνηση επισημαίνει ότι η Bundesamt für Korruptionsprävention und Korruptionsbekämpfung (αυστριακή ομοσπονδιακή υπηρεσία για την πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς, Αυστρία) ανέλυσε τις ταμειακές ροές που προσδιορίσθηκαν κατόπιν της προσβάσεως στους εν λόγω τραπεζικούς λογαριασμούς. Μετά από σύσκεψη συντονισμού του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης (Eurojust) τον Μάϊο του 2014, η SFO ενημέρωσε την WKStA ότι δεν υπήρχε κανένα νέο αποδεικτικό στοιχείο που να οδηγεί στον προσδιορισμό δημόσιου λειτουργού και ειδικότερα στην Ουγγαρία, δεδομένου ότι η πρόσβαση σε λογαριασμούς, τόσο στη Σλοβακία όσο και στην Κύπρο, δεν είχε παράσχει καμία σχετική ένδειξη. Επιπλέον ήταν αμφίβολο αν η διαβίβαση πληροφοριών σχετικά με τους λογαριασμούς τις οποίες είχε ζητήσει η SFO στο Λιχτενστάιν θα μπορούσε να παράσχει περισσότερες διευκρινίσεις. Στις 3 Νοεμβρίου 2014, ο Eurojust ενημέρωσε την WKStA ότι ούτε οι έρευνες που διεξήγαγαν οι ουγγρικές δικαστικές αρχές μπόρεσαν να ενισχύσουν τις υπόνοιες περί τελέσεως αξιόποινης πράξεως. |
|
49 |
Αφετέρου, μολονότι είναι αληθές ότι, εν προκειμένω, ο κατηγορούμενος δεν εξετάσθηκε, δεν αμφισβητείται ότι, όπως υπογραμμίζει το αιτούν δικαστήριο με το τρίτο ερώτημά του, ο λόγος ήταν ότι είχε διαταχθεί, εντούτοις, εις βάρος του ανακριτικό μέτρο καταναγκαστικού χαρακτήρα με σκοπό τον εντοπισμό του, καίτοι το μέτρο αυτό τελικώς απεδείχθη ατελέσφορο. |
|
50 |
Όπως υποστήριξε επίσης, κατ’ ουσίαν, η Ελβετική Κυβέρνηση, το γεγονός και μόνον ότι ο κατηγορούμενος δεν εξετάσθηκε κατά την ανακριτική διαδικασία αποτελεί, αυτό καθεαυτό, ένδειξη περί μη διεξαγωγής λεπτομερούς ανακρίσεως μόνο στο μέτρο που το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο υποχρεώνει την εισαγγελική αρχή να εξετάσει τον κατηγορούμενο πριν από την έκδοση διατάξεως με την οποία περατώνεται η ανακριτική διαδικασία. Πρέπει πάντως να υπομνησθεί ότι το άρθρο 193, παράγραφος 2, σημείο 1, του StPO προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα συνεχίσεως της ποινικής διαδικασίας μετά την έκδοση απαλλακτικής διατάξεως όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει εξετασθεί για την αξιόποινη πράξη για την οποία είναι ύποπτος και υπό την προϋπόθεση ότι δεν του έχει επιβληθεί συναφώς κανένας περιορισμός. Επομένως, προκύπτει ότι, σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, υπό ορισμένες περιστάσεις, μια τέτοια διάταξη μπορεί να εκδοθεί χωρίς εξέταση του κατηγορουμένου. |
|
51 |
Μολονότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η μη εξέταση του κατηγορουμένου ως υπόπτου δεν μπορεί, αφ’ εαυτής, να δικαιολογήσει το συμπέρασμα ότι δεν διεξήχθη λεπτομερής ανάκριση, εντούτοις, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 76 των προτάσεών του, το γεγονός αυτό μπορεί παρά ταύτα να ληφθεί υπόψη μεταξύ τυχόν άλλων κρίσιμων ενδείξεων από τις οποίες προκύπτει η μη διεξαγωγή λεπτομερούς ανακρίσεως. Προς τούτο, πρέπει να αποδειχθεί ότι, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, εναπέκειτο ευλόγως στην εισαγγελία του πρώτου κράτους μέλους να λάβει ανακριτικό μέτρο προς διασφάλιση αποτελεσματικής εξετάσεως του κατηγορουμένου από το οποίο, προδήλως, θα μπορούσαν να προκύψουν νέα πραγματικά ή αποδεικτικά στοιχεία ικανά να κλονίσουν, σε σημαντικό βαθμό, το βάσιμο απαλλακτικής διατάξεως. Τούτου λεχθέντος, όπως επισήμανε και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 77 των προτάσεών του, δεν εμποδίζεται η εισαγγελία να αντλήσει συμπεράσματα από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εκουσίως απέφυγε να ασκήσει το δικαίωμα ακροάσεως, για παράδειγμα, αποφεύγοντας να θέσει εαυτόν στη διάθεση των αστυνομικών αρχών. |
|
52 |
Γενικώς, μόνο σε μάλλον εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί το δεύτερο κράτος μέλος να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν διεξήχθη λεπτομερής ανάκριση στο πρώτο κράτος μέλος, ήτοι όταν, υπό το πρίσμα του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου του πρώτου κράτους μέλους, είναι πρόδηλο ότι συντρέχει τέτοια περίπτωση λαμβανομένων υπόψη, κατά πρώτον, της αιτιολογίας της εν λόγω διατάξεως καθώς και των πληροφοριών που πιθανώς διαβιβάσθηκαν πριν από την έκδοσή της από το πρώτο κράτος μέλος ως απάντηση, ενδεχομένως, σε αίτηση που του απηύθυνε το δεύτερο κράτος μέλος. |
|
53 |
Πράγματι, η διαπίστωση από το δεύτερο κράτος μέλος περί μη διεξαγωγής λεπτομερούς ανακρίσεως πρέπει να αποτελεί μάλλον την εξαίρεση παρά τον κανόνα, δεδομένου ότι, όπως υπογράμμισε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 32 και 39 έως 42 των προτάσεών του, η διαπίστωση αυτή επιβάλλεται εν πάση περιπτώσει όταν από το γράμμα της οικείας ποινικής διατάξεως προκύπτει ότι δεν προηγήθηκε αυτής καμία πραγματική ανακριτική διαδικασία ή εκτίμηση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου ή ακόμη ότι, υπό το πρίσμα του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, η διάταξη αυτή εκδόθηκε κυρίως για λόγους που πρέπει να θεωρηθούν αμιγώς δικονομικής φύσεως ή για λόγους δικαστικής σκοπιμότητας, οικονομίας ή πολιτικής. |
|
54 |
Η αντίληψη αυτή συνάδει με τον ειδικό σκοπό που επιδιώκει το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ, ο οποίος συνίσταται στο να διασφαλισθεί ότι ένα πρόσωπο που έχει απαλλαγεί αμετάκλητα της κατηγορίας σε ένα κράτος μέλος μπορεί να διακινηθεί εντός του χώρου Σένγκεν χωρίς να φοβάται ότι θα ασκηθεί εις βάρος του δίωξη για τις ίδιες πράξεις σε άλλο κράτος μέλος, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 40 της παρούσας απόφασης, καθώς και με τις αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνωρίσεως μεταξύ των κρατών μελών στις οποίες στηρίζεται η αρχή ne bis in idem που κατοχυρώνεται στη διάταξη αυτή καθώς και στο άρθρο 50 του Χάρτη, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 41 και 42 της παρούσας αποφάσεως. |
|
55 |
Αντιθέτως, ο σκοπός και οι αρχές αυτές δεν επιτρέπουν στην εισαγγελία του δεύτερου κράτους μέλους, όταν προτίθεται να ασκήσει δίωξη κατά προσώπου το οποίο έχει ήδη διωχθεί και για το οποίο έχει εκδοθεί, κατόπιν ανακριτικής διαδικασίας, αμετάκλητη απαλλακτική διάταξη για τις ίδιες πράξεις σε ένα πρώτο κράτος μέλος, να προβεί σε λεπτομερή εξέταση της εν λόγω ανακρίσεως προκειμένου να καθορίσει μονομερώς αν η ανάκριση είναι αρκούντως λεπτομερής υπό το πρίσμα του δικαίου του πρώτου κράτους μέλους. |
|
56 |
Εξάλλου, όταν η εισαγγελία του δευτέρου κράτους μέλους έχει σοβαρές και συγκεκριμένες αμφιβολίες ως προς τον εμπεριστατωμένο ή αρκούντως λεπτομερή χαρακτήρα της ανακρίσεως που διεξήγαγε η εισαγγελία του πρώτου κράτους μέλους σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στη διάθεσή της η εισαγγελία αυτή κατά την ανάκριση ή τα οποία αυτή θα μπορούσε πράγματι να έχει στη διάθεσή της λαμβάνοντας τα ανακριτικά μέτρα που ευλόγως επιβάλλονταν βάσει των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, η εν λόγω εισαγγελία θα πρέπει να προσεγγίσει την εισαγγελία του πρώτου κράτους μέλους προκειμένου να ζητήσει τη συνδρομή της, ιδίως όσον αφορά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο και τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε η απαλλακτική απόφαση που εκδόθηκε κατόπιν της εν λόγω ανακριτικής διαδικασίας, χρησιμοποιώντας, για παράδειγμα, τον μηχανισμό συνεργασίας που προβλέπεται προς τον σκοπό αυτό στο άρθρο 57 της ΣΕΣΣ. |
|
57 |
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, στις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, η οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση, γενικώς και επομένως, μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο της εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 54 της ΣΕΣΣ, να επιδεικνύουν αμοιβαίο σεβασμό και να αλληλοβοηθούνται κατά την εκπλήρωση των εκ των Συνθηκών καθηκόντων. |
|
58 |
Τούτου λεχθέντος, μολονότι τα πραγματικά στοιχεία που υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 47 έως 50 της παρούσας αποφάσεως, εφόσον αποδειχθούν, φαίνεται να επιβεβαιώνουν ότι η διεξαχθείσα στο πρώτο κράτος μέλος ανακριτική διαδικασία δεν στερείται προδήλως λεπτομερούς χαρακτήρα, εντούτοις, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 66 των προτάσεών του, εναπόκειται εν τέλει στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο πρέπει να αποφασίσει εν προκειμένω αν έχει εφαρμογή η αρχή ne bis in idem, να εκτιμήσει τον λεπτομερή χαρακτήρα της έρευνας υπό το πρίσμα του συνόλου των κρίσιμων συναφώς στοιχείων. |
|
59 |
Στο πλαίσιο της σφαιρικής αυτής εκτιμήσεως, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 51 της παρούσας αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να λάβει υπόψη, μεταξύ τυχόν άλλων κρίσιμων ενδείξεων από τις οποίες προκύπτει ότι η έρευνα που διεξήχθη στο πρώτο κράτος μέλος δεν ήταν λεπτομερής, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν εξετάσθηκε ως ύποπτος. |
|
60 |
Κατόπιν των ανωτέρω, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αρχή ne bis in idem, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 54 της ΣΕΣΣ, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα του άρθρου 50 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι πρέπει να χαρακτηρισθεί ως αμετάκλητη απόφαση, κατά την έννοια των ανωτέρω άρθρων, η απαλλακτική για τον κατηγορούμενο διάταξη η οποία εκδόθηκε, σε ένα πρώτο κράτος μέλος, κατόπιν ανακριτικής διαδικασίας που αφορούσε κυρίως πράξεις διαφθοράς, όταν κατά του ίδιου κατηγορουμένου ασκείται νέα ποινική δίωξη για τις ίδιες πράξεις σε ένα δεύτερο κράτος μέλος και όταν:
εξυπακουομένου ότι η μη εξέταση του κατηγορουμένου από την εισαγγελία του πρώτου κράτους μέλους μπορεί να ληφθεί υπόψη από την εισαγγελία του δεύτερου κράτους μέλους μεταξύ τυχόν άλλων κρίσιμων ενδείξεων από τις οποίες προκύπτει η έλλειψη λεπτομερούς ανακρίσεως στο πρώτο κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, να αποδεικνύεται ότι, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, εναπέκειτο ευλόγως στην εισαγγελία του πρώτου κράτους μέλους να λάβει ανακριτικό μέτρο προς διασφάλιση αποτελεσματικής εξετάσεως του κατηγορουμένου από το οποίο, προδήλως, θα μπορούσαν να προκύψουν νέα πραγματικά ή αποδεικτικά στοιχεία ικανά να κλονίσουν, σε σημαντικό βαθμό, το βάσιμο απαλλακτικής διατάξεως. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
61 |
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται: |
|
Η αρχή ne bis in idem, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 54 της Συμβάσεως εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, της 14ης Ιουνίου 1985, μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 και τέθηκε σε ισχύ στις 26 Μαρτίου 1995, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα του άρθρου 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, |
|
έχει την έννοια ότι: |
|
πρέπει να χαρακτηρισθεί ως αμετάκλητη απόφαση, κατά την έννοια των ανωτέρω άρθρων, η απαλλακτική για τον κατηγορούμενο διάταξη η οποία εκδόθηκε, σε ένα πρώτο κράτος μέλος, κατόπιν ανακριτικής διαδικασίας που αφορούσε κυρίως πράξεις διαφθοράς, όταν κατά του ίδιου κατηγορουμένου ασκείται νέα ποινική δίωξη για τις ίδιες πράξεις σε ένα δεύτερο κράτος μέλος και όταν: |
|
|
εξυπακουομένου ότι η μη εξέταση του κατηγορουμένου από την εισαγγελία του πρώτου κράτους μέλους μπορεί να ληφθεί υπόψη από την εισαγγελία του δεύτερου κράτους μέλους μεταξύ τυχόν άλλων κρίσιμων ενδείξεων από τις οποίες προκύπτει η έλλειψη λεπτομερούς ανακρίσεως στο πρώτο κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, να αποδεικνύεται ότι, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, εναπέκειτο ευλόγως στην εισαγγελία του πρώτου κράτους μέλους να λάβει ανακριτικό μέτρο προς διασφάλιση αποτελεσματικής εξετάσεως του κατηγορουμένου από το οποίο, προδήλως, θα μπορούσαν να προκύψουν νέα πραγματικά ή αποδεικτικά στοιχεία ικανά να κλονίσουν, σε σημαντικό βαθμό, το βάσιμο απαλλακτικής διατάξεως. |
|
(υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική.