ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ΝΙΚΟΛΑ ΑΙΜΙΛΙΟΥ
της 30ής Μαΐου 2024 ( 1 )
Υπόθεση C‑406/22
CV
κατά
Ministerstvo vnitra České republiky, Odbor azylové a migrační politiky
[αίτηση του Krajský soud v Brně
(περιφερειακού δικαστηρίου του Brno, Τσεχική Δημοκρατία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας – Οδηγία 2013/32/ΕΕ – Διαδικασία εξέτασης αίτησης διεθνούς προστασίας – Αίτηση που θεωρήθηκε προδήλως αβάσιμη – Αίτηση που υποβάλλεται από υπήκοο χώρας η οποία θεωρείται ασφαλής χώρα καταγωγής – Έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής – Μολδαβία – Άρθρο 15 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) – Παρέκκλιση από υποχρεώσεις που προβλέπονται στην ΕΣΔΑ σε περίπτωση πολέμου ή άλλου δημοσίου κινδύνου – Συνέπειες που επάγεται η επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ όσον αφορά τη δυνατότητα να θεωρείται τρίτη χώρα ασφαλής χώρα καταγωγής – Τρίτη χώρα που θεωρείται μόνον εν μέρει ασφαλής – Εξουσία του εθνικού δικαστηρίου να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως»
I. Εισαγωγή
|
1. |
Στο πλαίσιο των κοινών διαδικαστικών κανόνων που θεσπίζει η οδηγία 2013/32/ΕΕ για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας ( 2 ), ειδική μεταχείριση επιφυλάσσεται στις αιτήσεις που υποβάλλονται από υπηκόους χωρών οι οποίες έχουν χαρακτηρισθεί «ασφαλείς χώρες καταγωγής». Ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός επάγεται σημαντικές έννομες συνέπειες, καθόσον θέτει περιορισμούς όσον αφορά τους όρους υπό τους οποίους εξετάζονται οι αιτήσεις αυτές. |
|
2. |
Επί του παρόντος, δεν υφίσταται κοινός κατάλογος των ασφαλών χωρών καταγωγής σε επίπεδο Ένωσης. Αντ’ αυτού, η οδηγία 2013/32 εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να καταρτίζουν σχετικούς καταλόγους για τις ανάγκες εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας. Η δε έννοια της«ασφαλούς χώρας καταγωγής», μολονότι τυγχάνει μάλλον ευρείας χρήσης στα κράτη μέλη (τη χρησιμοποιούν 19 εξ αυτών), ωστόσο δεν χρησιμοποιείται σε όλα ( 3 ). Επιπλέον, η συγκεκριμένη έννοια έχει αποτελέσει αντικείμενο επικρίσεων. |
|
3. |
Στον κατάλογο που έχει καταρτίσει η Τσεχική Δημοκρατία περιλαμβάνεται η Μολδαβία. |
|
4. |
Το Krajský soud v Brně (περιφερειακό δικαστήριο του Brno, Τσεχική Δημοκρατία), ήτοι το αιτούν δικαστήριο, επιληφθέν προσφυγής διά της οποία βάλλεται η απόφαση χαρακτηρισμού της Μολδαβίας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής, διατηρεί αμφιβολίες όσον αφορά την ορθή ερμηνεία της έννοιας αυτής υπό το πρίσμα των ακόλουθων περιστάσεων. |
|
5. |
Καταρχάς, ο χαρακτηρισμός της Μολδαβίας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής από την Τσεχική Δημοκρατία τελεί (ή, κατά τα φαινόμενα, τελούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο) υπό την επιφύλαξη εδαφικής εξαίρεσης αφορώσας την Υπερδνειστερία, περιοχή κείμενη στο ανατολικό τμήμα της χώρας, στη μεθόριο με την Ουκρανία. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο λόγος για τον οποίο τέθηκε η συγκεκριμένη εξαίρεση ήταν η αδυναμία της Μολδαβίας να ασκήσει την εξουσία της εντός της περιοχής αυτής. |
|
6. |
Κατά δεύτερον, η Μολδαβία, η οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ) ( 4 ), προσέφυγε εντός του έτους 2022 στο άρθρο 15 της Σύμβασης, το οποίο επιτρέπει την παρέκκλιση από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στη Σύμβαση σε περίπτωση πολέμου ή άλλου δημοσίου κινδύνου. |
|
7. |
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το γεγονός ότι μια χώρα έχει προσφύγει στο άρθρο 15 της ΕΣΔΑ συνεπάγεται ότι η χώρα αυτή δεν μπορεί πλέον να θεωρείται ασφαλής χώρα καταγωγής κατά την έννοια της οδηγίας 2013/32. Διερωτάται επίσης αν η εν λόγω οδηγία απαγορεύει τον εκ μέρους των κρατών μελών χαρακτηρισμό χώρας ως μόνον εν μέρει ασφαλούς χώρας καταγωγής και υπό την επιφύλαξη εδαφικής εξαίρεσης. Τέλος, σε περίπτωση που από την εκτίμηση οιουδήποτε εκ των δύο αυτών ερωτημάτων προκύψει ότι ο χαρακτηρισμός της Μολδαβίας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η οδηγία 2013/32 του επιβάλλει την υποχρέωση να εξετάσει το συγκεκριμένο ζήτημα αυτεπαγγέλτως. |
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το διεθνές δίκαιο
|
8. |
Το άρθρο 15 της ΕΣΔΑ προβλέπει τα εξής: «1. Σε περίπτωση πολέμου ή άλλου δημοσίου κινδύνου που απειλεί τη ζωή του έθνους, κάθε Υψηλό Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να λάβει μέτρα, κατά παρέκκλιση των υποχρεώσεων που προβλέπονται [στην ΕΣΔΑ], εντός των απολύτως αναγκαίων ορίων που απαιτούνται από την κατάσταση και υπό τον όρο ότι τα μέτρα αυτά δεν αντιτίθενται στις άλλες υποχρεώσεις που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο. 2. Η προηγούμενη διάταξη δεν επιτρέπει καμία παρέκκλιση από το άρθρο 2, εκτός από την περίπτωση θανάτου ως συνέπεια νόμιμων πολεμικών πράξεων, καθώς και από τα άρθρα 3, 4 (παράγραφος 1) και 7. 3. Κάθε Υψηλό Συμβαλλόμενο Μέρος που κάνει χρήση του εν λόγω δικαιώματος παρέκκλισης, τηρεί τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης πλήρως ενήμερο για τα μέτρα που έχει λάβει και για τους λόγους που τα προκάλεσαν. Οφείλει, επίσης, να ενημερώσει τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης για την ημερομηνία κατά την οποία τα μέτρα αυτά έπαυσαν να ισχύουν και οι διατάξεις της Σύμβασης τίθενται εκ νέου σε πλήρη ισχύ.» |
Β. Το δίκαιο της Ένωσης
α) Το πρωτόκολλο αριθ. 24 για το άσυλο των υπηκόων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 5 )
|
9. |
Το άρθρο μόνο του πρωτοκόλλου αριθ. 24 προβλέπει τα εξής: «Δεδομένου του επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα κράτη μέλη θεωρούνται ότι συνιστούν έναντι αλλήλων ασφαλείς χώρες καταγωγής, για όλα τα νομικά και πρακτικά ζητήματα σχετικά με τις υποθέσεις ασύλου. Συνεπώς, οποιαδήποτε αίτηση ασύλου υποβαλλόμενη από υπήκοο κράτους μέλους μπορεί να ληφθεί υπόψη ή να κηρυχθεί παραδεκτή σε διαδικασία άλλου κράτους μέλους μόνον στις ακόλουθες περιπτώσεις:
[…]». |
β) Η οδηγία 2013/32
|
10. |
Το άρθρο 31 της οδηγίας 2013/32, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαδικασία εξέτασης», ορίζει ότι: «1. Τα κράτη μέλη εξετάζουν τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας στο πλαίσιο διαδικασίας εξέτασης σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις του κεφαλαίου II. 2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η διαδικασία εξέτασης ολοκληρώνεται το ταχύτερο δυνατό με την επιφύλαξη κατάλληλης και πλήρους εξέτασης. […] 8. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ότι μια διαδικασία εξέτασης σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις του κεφαλαίου ΙΙ μπορεί να επιταχυνθεί και/ή να διενεργηθεί στα σύνορα ή σε ζώνες διέλευσης σύμφωνα με το άρθρο 43, εφόσον: […]
[…]». |
|
11. |
Το άρθρο 32 της οδηγίας 2013/32, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αβάσιμες αιτήσεις», ορίζει ότι: «[…] 2. Στις περιπτώσεις αβάσιμων αιτήσεων για τις οποίες ισχύουν οποιεσδήποτε από τις περιστάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 31, παράγραφος 8, τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να θεωρούν μια αίτηση προδήλως αβάσιμη, εφόσον λαμβάνει το χαρακτηρισμό αυτό στην εθνική νομοθεσία.» |
|
12. |
Το άρθρο 36 της οδηγίας 2013/32, το οποίο φέρει τον τίτλο «Έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής», ορίζει ότι: «1. Τρίτη χώρα που έχει χαρακτηρισθεί ως ασφαλής χώρα καταγωγής σύμφωνα με την παρούσα οδηγία μπορεί, έπειτα από ατομική εξέταση της αίτησης, να θεωρηθεί ως ασφαλής χώρα καταγωγής για συγκεκριμένο αιτούντα μόνο εφόσον ο αιτών:
και δεν έχει προβάλει σοβαρούς λόγους για να θεωρηθεί ότι η χώρα δεν είναι ασφαλής χώρα καταγωγής υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες στις οποίες ευρίσκεται και όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία 2011/95/ΕΕ [ ( 6 )]. 2. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν στην εθνική νομοθεσία τους περαιτέρω κανόνες και λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς [χώρας καταγωγής].» |
|
13. |
Το άρθρο 37 της οδηγίας 2013/32, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εθνικός χαρακτηρισμός τρίτων χωρών ως ασφαλών χωρών καταγωγής», προβλέπει τα εξής: «1. Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν νομοθεσία που προβλέπει, σύμφωνα με το παράρτημα I, τον εθνικό χαρακτηρισμό ασφαλών χωρών καταγωγής για την εξέταση αιτήσεων διεθνούς προστασίας. 2. Τα κράτη μέλη επανεξετάζουν τακτικά την κατάσταση στις τρίτες χώρες που χαρακτηρίζονται ασφαλείς χώρες καταγωγής σύμφωνα με το παρόν άρθρο. 3. Η αξιολόγηση του κατά πόσον μια τρίτη χώρα είναι ασφαλής χώρα καταγωγής σύμφωνα με το παρόν άρθρο βασίζεται σε σειρά πηγών πληροφοριών, περιλαμβανομένων ειδικότερα πληροφοριών από άλλα κράτη μέλη, την ΕΥΥΑ, τον UNHCR, το Συμβούλιο της Ευρώπης και άλλους σχετικούς διεθνείς οργανισμούς. 4. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις χώρες που χαρακτηρίζονται ως ασφαλείς χώρες καταγωγής βάσει του παρόντος άρθρου.» |
|
14. |
Το άρθρο 46 της οδηγίας 2013/32, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής», προβλέπει τα εξής: «1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτούντες να έχουν δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά των ακόλουθων αποφάσεων:
3. Προκειμένου να τηρούν τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η πραγματική προσφυγή να εξασφαλίζει πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την [οδηγία 2011/95], τουλάχιστον κατά τις διαδικασίες [εκδίκασης] ένδικου [βοηθήματος] ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. 4. Τα κράτη μέλη ορίζουν εύλογες προθεσμίες και θεσπίζουν τις λοιπές απαιτούμενες διατάξεις για την άσκηση του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής από τον αιτούντα σύμφωνα με την παράγραφο 1. Οι προθεσμίες δεν καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος. Τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να προβλέπουν αυτεπάγγελτη επανεξέταση των αποφάσεων που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 43. 5. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, τα κράτη μέλη επιτρέπουν στους αιτούντες να παραμείνουν στο έδαφός τους μέχρι να λήξει η προθεσμία εντός της οποίας μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμά τους σε πραγματική προσφυγή και, σε περίπτωση άσκησης εντός της προθεσμίας του εν λόγω δικαιώματος, εν αναμονή της έκβασης της προσφυγής. 6. Σε περίπτωση απόφασης:
[…] η δυνατότητα παραμονής του αιτούντος στο έδαφος του κράτους μέλους κρίνεται από δικαστήριο είτε με αίτημα του ενδιαφερόμενου αιτούντος είτε αυτεπάγγελτα, εάν η εν λόγω απόφαση έχει ως αποτέλεσμα την παύση ισχύος του δικαιώματος παραμονής του αιτούντος στο κράτος μέλος και εφόσον, σε τέτοιες περιπτώσεις, το δικαίωμα παραμονής στο κράτος μέλος εν αναμονή της έκβασης της προσφυγής δεν προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο. […]» |
|
15. |
Το παράρτημα I της οδηγίας 2013/32, το οποίο φέρει τον τίτλο «Χαρακτηρισμός των ασφαλών χωρών καταγωγής κατά την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 1», ορίζει τα εξής: «Μια χώρα θεωρείται ως ασφαλής χώρα καταγωγής εάν, βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, καταδεικνύεται σαφώς ότι γενικά και μόνιμα δεν υφίσταται δίωξη όπως ορίζεται στο άρθρο 9 της [οδηγίας 2011/95] ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία ούτε απειλή που προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης. Κατά την εκτίμηση αυτή λαμβάνεται μεταξύ άλλων υπόψη ο βαθμός στον οποίο παρέχεται προστασία κατά της δίωξης ή της κακομεταχείρισης με τα εξής:
|
Γ. Το τσεχικό δίκαιο
|
16. |
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο k, του zákon č. 325/1999 Sb., o azylu (νόμου 325/1999 περί ασύλου, στο εξής: νόμος περί ασύλου), ορίζει ότι: «Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, ορίζεται ως […] “ασφαλής χώρα καταγωγής”, το κράτος του οποίου είναι πολίτης ο αλλοδαπός, ή, σε περίπτωση που πρόκειται για ανιθαγενή, το κράτος της τελευταίας μόνιμης κατοικίας του, 1. στο οποίο γενικά και μόνιμα δεν υφίσταται δίωξη, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή που προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης, 2. το οποίο ούτε οι πολίτες του ούτε οι ανιθαγενείς αναγκάζονται να εγκαταλείψουν για τους λόγους που περιγράφονται στο άρθρο 12 ή στο άρθρο 14, στοιχείο a, [του νόμου περί ασύλου], 3. το οποίο έχει επικυρώσει και τηρεί τις διεθνείς συνθήκες για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, περιλαμβανομένων των διατάξεων που αφορούν το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής, και 4. το οποίο επιτρέπει σε νομικές οντότητες να ασκούν εποπτεία όσον αφορά τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εντός της επικράτειάς του […]». |
|
17. |
Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι κατά το άρθρο 2 της vyhláška č. 328/2015 Sb., kterou se provádí zákon o azylu a zákon o dočasné ochraně cizinců (απόφασης 328/2015 περί εφαρμογής των διατάξεων του νόμου περί ασύλου και του νόμου περί προσωρινής προστασίας αλλοδαπών, στο εξής: απόφαση 328/2015), η Τσεχική Δημοκρατία θεωρούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο τη Μολδαβία ασφαλή χώρα καταγωγής, εξαιρουμένης της Υπερδνειστερίας ( 7 ). |
|
18. |
Κατά το άρθρο 16, παράγραφοι 2 και 3, του νόμου περί ασύλου, η αίτηση διεθνούς προστασίας απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη σε περίπτωση κατά την οποία ο αιτών προέρχεται από χώρα την οποία η Τσεχική Δημοκρατία χαρακτηρίζει ασφαλή χώρα καταγωγής, εκτός αν ο αιτών αποδείξει ότι στην περίπτωσή του η χώρα δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ασφαλής. Εφόσον πληρούνται οι όροι απόρριψης της αίτησης ως προδήλως αβάσιμης, δεν εξετάζεται κατά πόσον ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις για την παροχή ασύλου ή επικουρικής προστασίας, ούτε εξετάζεται αν έχει προσκομίσει στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ενδέχεται να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη. |
|
19. |
Κατά το άρθρο 32, παράγραφος 2, του νόμου περί ασύλου, η άσκηση προσφυγής κατά απόφασης, κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 2, του νόμου περί ασύλου, δεν αναστέλλει την εκτέλεσή της ( 8 ). |
|
20. |
Ωστόσο, κατά το άρθρο 73, παράγραφος 2, του zákon č. 150/2002 Sb., soudní řád správní (νόμου 150/2002 περί θεσπίσεως κώδικα διοικητικής δικονομίας, στο εξής: κώδικας διοικητικής δικονομίας), το δικαστήριο, κατόπιν αίτησης του προσφεύγοντος και ακρόασης του καθού, αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον η εκτέλεσή της ή άλλες έννομες συνέπειές της θα προκαλούσαν στον προσφεύγοντα ζημία δυσανάλογα μεγαλύτερη σε σχέση με εκείνην που ενδέχεται να προκληθεί σε τρίτους ως αποτέλεσμα αναστολής της εκτέλεσής της και εφόσον τούτο δεν αντιτίθεται σε μείζονος σημασίας δημόσιο συμφέρον. |
|
21. |
Κατά το άρθρο 75, παράγραφος 2, του κώδικα διοικητικής δικονομίας, «το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη απόφαση μέσα στα όρια της προσφυγής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της». |
III. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου και τα προδικαστικά ερωτήματα
|
22. |
Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι τον Ιανουάριο του 2022 η Μολδαβία κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω της ενεργειακής κρίσης, καθώς και ότι, στις 24 Φεβρουαρίου 2022, και κατόπιν της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, η Μολδαβία κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης πολιορκίας και πολέμου. Στη διάταξη περί παραπομπής διαλαμβάνεται επίσης ότι, στις 25 Φεβρουαρίου 2022, η Μολδαβία ενημέρωσε το Συμβούλιο της Ευρώπης ότι προσφεύγει στην επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ. |
|
23. |
Στις 9 Φεβρουαρίου 2022, ο CV, προσφεύγων της κύριας δίκης, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στην Τσεχική Δημοκρατία. Στην αίτησή του, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι είχε υπάρξει μάρτυρας τροχαίου δυστυχήματος, κατά το οποίο ο οδηγός οχήματος εξετράπη επί του πεζοδρομίου με αποτέλεσμα να προκαλέσει τον θάνατο ενός πεζού. Στη συνέχεια, ο οδηγός του οχήματος διέφυγε από τον τόπο του δυστυχήματος. Την ίδια νύχτα, ορισμένα πρόσωπα άγνωστα στον CV ήλθαν στο σπίτι του, τον μετέφεραν σε παρακείμενο δάσος και του επιτέθηκαν. Ο CV διέφυγε και παρέμεινε κρυπτόμενος. Δύο ημέρες αργότερα επέστρεψε στην οικία του και διαπίστωσε ότι είχε καεί. Σύντομα, διέφυγε από τη Μολδαβία στην Τσεχική Δημοκρατία, χρησιμοποιώντας πλαστό ρουμανικό διαβατήριο προκειμένου να εισέλθει στη χώρα. Ο CV ισχυρίστηκε επίσης ότι η αστυνομία της Μολδαβίας δηλώνει ότι δεν έχει εντοπίσει τους δράστες του φερόμενου συμβάντος και ότι φοβάται να επιστρέψει στη Μολδαβία, αφενός λόγου του κινδύνου να υποστεί βλάβη από τα πρόσωπα που του επιτέθηκαν, αφετέρου λόγω της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. |
|
24. |
Προκύπτει επίσης από τη διάταξη περί παραπομπής ότι, το 2016 και το 2019, πριν από την υποβολή της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, ο CV επέστρεψε στη Μολδαβία, προσπάθησε δε να διατηρήσει μυστική την επίσκεψή του, ενημερώνοντας σχετικά μόνο τους εξαδέλφους του. Ο CV παραδέχθηκε ότι το 2016 είχε εκδοθεί απόφαση διοικητικής απέλασης εις βάρος του για χρονικό διάστημα δύο ετών, διότι εργαζόταν με πλαστό ρουμανικό διαβατήριο. Επιπλέον, το 2020 διατάχθηκε να αναχωρήσει από τη χώρα, η δε σχετική απόφαση εκδόθηκε εκ νέου στις 23 Ιανουαρίου 2022. Ο CV εκθέτει ότι δεν είχε υποβάλει νωρίτερα αίτηση διεθνούς προστασίας διότι δεν κατανοούσε τη λειτουργία του σχετικού μηχανισμού. |
|
25. |
Στις 8 Μαρτίου 2022, το αρμόδιο υπουργείο, καθού της κύριας δίκης, απέρριψε την αίτηση διεθνούς προστασίας ως προδήλως αβάσιμη σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 2, του νόμου περί ασύλου. Για την έκδοση της απόφασής του το υπουργείο βασίστηκε σε στοιχεία σχετικά με την πολιτική κατάσταση και την ασφάλεια στη Μολδαβία (πηγή των οποίων υπήρξαν, σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, δύο έγγραφα χρονολογούμενα από τα μέσα του 2021 ( 9 ), καθώς και έκθεση του ίδιου του υπουργείου, χρονολογούμενη τον Ιανουάριο του 2022), καθώς και στο γεγονός ότι, δυνάμει της αποφάσεως 328/2015, η Τσεχική Δημοκρατία θεωρούσε τη Μολδαβία ασφαλή χώρα καταγωγής, εξαιρουμένης της Υπερδνειστερίας ( 10 ). |
|
26. |
Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει επίσης ότι, κατά την κρίση του υπουργείου, εφόσον ο αιτών διεθνή προστασία προέρχεται από ασφαλή χώρα καταγωγής, το βάρος απόδειξης που του επιβάλλεται είναι αυξημένο, καθόσον καλείται να αποδείξει ότι η χώρα αυτή δεν είναι ασφαλής για τον ίδιο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες στις οποίες αυτός ευρίσκεται. Το υπουργείο έκρινε ότι ο CV δεν ανταποκρίθηκε στο εν λόγω βάρος απόδειξης και για τον λόγο αυτό δεν εξετάστηκε περαιτέρω το ζήτημα αν δικαιούται άσυλο ή διεθνή προστασία. Ειδικότερα, οι λόγοι για τους οποίους το υπουργείο έκρινε ότι ο CV δεν ανταποκρίθηκε στη σχετική με το βάρος της αποδείξεως υποχρέωσή του είναι οι εξής. |
|
27. |
Πρώτον, κατά τον χρόνο έκδοσης της απορριπτικής απόφασης, δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι η ένοπλη σύρραξη επρόκειτο να επεκταθεί από την Ουκρανία στη Μολδαβία. Δεύτερον, το υπουργείο αναγνώρισε μεν τις σχετικές με τον σεβασμό του κράτους δικαίου θεμελιώδεις ελλείψεις της Μολδαβίας, ιδίως όσον αφορά τη δικαστική εξουσία, καθώς και ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος δίωξης –κατά την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας 2011/95– των αντιπάλων του πολιτικού καθεστώτος, των συνηγόρων τους και ακτιβιστών, ωστόσο ο αιτών δεν ισχυρίστηκε ότι ανήκε σε οποιαδήποτε από αυτές τις ομάδες. Τρίτον, το υπουργείο διαπίστωσε ότι ο αιτών μπορούσε να αναζητήσει την προστασία των μολδαβικών αρχών, πλην όμως δεν είχε επιχειρήσει να το πράξει. Τέταρτον, κατόπιν εξετάσεως του συνόλου των πραγματικών περιστατικών, το υπουργείο κατέληξε στην κρίση ότι ο CV υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας με αποκλειστικό σκοπό να νομιμοποιηθεί η διαμονή του στην Τσεχική Δημοκρατία. |
|
28. |
Κατά της αποφάσεως αυτής ο CV άσκησε προσφυγή ενώπιον του Krajský soud v Brně (περιφερειακού δικαστηρίου του Brno). |
|
29. |
Στις 9 Μαΐου 2022, κατόπιν σχετικού αιτήματος του CV, το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε την εκτέλεση της αποφάσεως του υπουργείου, δεχόμενο τον ισχυρισμό του CV ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Μολδαβία, θα εκτίθετο σε κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη από τα πρόσωπα που του είχαν επιτεθεί. Το αιτούν δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη το γεγονός ότι, στις 8 Μαΐου 2022, τα στρατεύματα των αυτονομιστών στην Υπερδνειστερία ξεκίνησαν προετοιμασίες για ένοπλη σύρραξη. Περαιτέρω, το αιτούν δικαστήριο συνεκτίμησε το γεγονός ότι, στις 28 Απριλίου 2022, η Μολδαβία ενημέρωσε το Συμβούλιο της Ευρώπης ότι, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, παρέτεινε την ισχύ τόσο του καθεστώτος παρέκκλισης από την εφαρμογή των προβλεπόμενων στην ΕΣΔΑ υποχρεώσεών της, κατ’ επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ, όσο και της καταστάσεως έκτακτης ανάγκης, μέχρι τις 23 Ιουνίου 2022. |
|
30. |
Υπό τις περιστάσεις αυτές, και καθώς εκτιμά ότι η ευδοκίμηση της προσφυγής του CV εξαρτάται από την ερμηνεία της έννοιας της «ασφαλούς χώρας καταγωγής» κατά την οδηγία 2013/32, το Krajský soud v Brně (περιφερειακό δικαστήριο του Brno) ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
|
31. |
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Τσεχική, η Γερμανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η Τσεχική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους και απάντησαν στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 6ης Ιουνίου 2023. |
IV. Ανάλυση
|
32. |
Προτού εξετάσω τα προδικαστικά ερωτήματα, θα εξηγήσω καταρχάς ότι ορισμένες εξελίξεις που φαίνεται να έχουν λάβει χώρα μετά την υποβολή της υπό κρίση παραπομπής δεν αναιρούν τη λυσιτέλεια της απάντησης του Δικαστηρίου για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου (A). Στη συνέχεια, θα διατυπώσω ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις όσον αφορά την έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής (B). Προς απάντηση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, θα εξηγήσω ότι η επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ δεν αποκλείει αφ’ εαυτής τον χαρακτηρισμό της χώρας που προσφεύγει στην εν λόγω διάταξη ως ασφαλούς χώρας καταγωγής κατά την έννοια της οδηγίας 2013/32 (Γ). Προς απάντηση του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, θα εκθέσω τους λόγους που με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η οδηγία 2013/32 επιτρέπει στα κράτη μέλη να χαρακτηρίζουν μια χώρα ασφαλή χώρα καταγωγής μόνον εφόσον ο χαρακτηρισμός αφορά το σύνολο της επικράτειάς της (Δ). Τέλος, θα εξετάσω το τρίτο προδικαστικό ερώτημα και θα προτείνω ότι η οδηγία 2013/32 επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο να εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο χαρακτηρισμός χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής αντίκειται στην οδηγία 2013/32 (E). |
Α. Είναι ακόμη αναγκαία η απάντηση των προδικαστικών ερωτημάτων;
|
33. |
Αφενός, επισημαίνω ότι με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα ερωτάται αν η απόφαση τρίτης χώρας να προσφύγει στο άρθρο 15 της ΕΣΔΑ επάγεται συνέπειες όσον αφορά τη δυνατότητα των κρατών μελών να εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη χώρα ως ασφαλή χώρα καταγωγής κατά την έννοια της οδηγίας 2013/32. Μολονότι στη συνέχεια των προτάσεων υπεισέρχομαι στις λεπτομέρειες του κατά το άρθρο 15 της ΕΣΔΑ καθεστώτος παρέκκλισης, επισημαίνω ωστόσο ότι, κατά τα φαινόμενα, η Μολδαβία ενημέρωσε το Συμβούλιο της Ευρώπης στις 11 Απριλίου 2024 ότι η ισχύς του εν λόγω καθεστώτος παρέκκλισης έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2023 ( 11 ). |
|
34. |
Αφετέρου, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αφορά το ζήτημα αν τα κράτη μέλη δύνανται να χαρακτηρίσουν τρίτη χώρα ασφαλή χώρα καταγωγής με την επιφύλαξη εδαφικής εξαίρεσης. Όσον αφορά το ζήτημα αυτό, έχω ήδη επισημάνει ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εδαφική εξαίρεση φαίνεται να έχει καταργηθεί από 1ης Οκτωβρίου 2023 ( 12 ). Από την ημερομηνία εκείνη και εφεξής, φαίνεται ότι η Τσεχική Δημοκρατία θεωρεί τη Μολδαβία ασφαλή χώρα καταγωγής στο σύνολο της επικράτειάς της. |
|
35. |
Τέλος, το τρίτο προδικαστικό ερώτημα συνδέεται με τις απαντήσεις που θα δοθούν στο πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, η δε λυσιτέλειά του εξαρτάται από τις απαντήσεις αυτές. |
|
36. |
Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει κατ’ ουσίαν ότι, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ ή η διατύπωση της επίμαχης εδαφικής εξαίρεσης αποκλείουν τον χαρακτηρισμό της Μολδαβίας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής, τούτο θα συνεπάγεται ότι η αίτηση του CV δεν θα έπρεπε να έχει υπαχθεί στο ειδικό καθεστώς ελέγχου που σχετίζεται με την έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής. |
|
37. |
Είναι προφανές ότι η διευκρίνιση αυτή έγινε υπό το πρίσμα της ισχύουσας κατά τον χρόνο έκδοσης της διάταξης περί παραπομπής νομικής κατάστασης. Δεδομένων των εξελίξεων που αναφέρονται ανωτέρω, δεν είμαι βέβαιος για το ποιες ακριβώς θα ήταν οι συνέπειες που θα επαγόταν για τη διαφορά της κύριας δίκης η επίλυση των ζητημάτων τα οποία εγείρονται διά του πρώτου και του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος σε περίπτωση που το Δικαστήριο απαντήσει είτε στο ένα, είτε και στα δύο ερωτήματα, κατά τον τρόπο που ήδη ανέφερα ότι θα προτείνω. |
|
38. |
Ωστόσο, είμαι της γνώμης ότι τα ανωτέρω δεν καθιστούν την απάντηση του Δικαστηρίου στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα προδήλως αλυσιτελή ( 13 ). Πράγματι, εφόσον το Δικαστήριο καταλήξει σε κρίση σύμφωνη με τις προτάσεις που περιέγραψα προηγουμένως, αντιλαμβάνομαι ότι, κατά την επανάληψη της ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαδικασίας, ενδέχεται να προκύψουν συνέπειες σχετικές με τη διαδικασία εξέτασης της αιτήσεως του CV. Επιπλέον, η επαλήθευση των εξελίξεων που περιγράφηκαν εν συντομία προηγουμένως εξακολουθεί να εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο. |
|
39. |
Ως εκ τούτου, θα συνεχίσω την ανάλυσή μου υπό την παραδοχή ότι η απάντηση του Δικαστηρίου στα προδικαστικά ερωτήματα παραμένει λυσιτελής για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. |
Β. Επί της έννοιας της ασφαλούς χώρας καταγωγής κατά την οδηγία 2013/32
|
40. |
Η έννοια της «ασφαλούς χώρας καταγωγής» εντάσσεται σε μια ευρύτερη κατηγορία συναφών εννοιών, όπως της «πρώτης χώρας ασύλου», της «ασφαλούς τρίτης χώρας» και της «ευρωπαϊκής ασφαλούς τρίτης χώρας», τις οποίες τα κράτη μέλη δύνανται να χρησιμοποιούν στο πλαίσιο των βασιζόμενων στην οδηγία 2013/32 διαδικασιών ασύλου προκειμένου, επί της ουσίας, να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας. Όλες αυτές οι έννοιες εισάγουν κάποιας μορφής παρέκκλιση από τους βασικούς κανόνες οι οποίοι διέπουν κατά τα λοιπά την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, ωστόσο οι έννομες συνέπειές τους διαφέρουν ( 14 ). |
|
41. |
Από τότε που εισήχθησαν στην έννομη τάξη της Ένωσης κατά τη δεκαετία του 1990 (και αφότου στη συνέχεια εξαπλώθηκαν ραγδαία στις εθνικές έννομες τάξεις ( 15 )), οι έννοιες αυτές έχουν αποτελέσει αντικείμενο επικρίσεων με το σκεπτικό ότι η εφαρμογή τους ενδέχεται να επιφέρει την περιστολή του δικαιώματος που αναγνωρίζεται στους αιτούντες διεθνή προστασία να τύχει η κατάστασή τους κατάλληλης εξέτασης. Παράλληλα, ωστόσο, γίνεται δεκτό ότι, όταν συνοδεύονται από τις κατάλληλες διαδικαστικές εγγυήσεις, οι έννοιες αυτές αποτελούν εργαλεία ικανά να επιταχύνουν την επεξεργασία (του αυξανόμενου αριθμού) των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, καθόσον παρέχουν στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να κατευθύνουν τους πόρους τους στην εξέταση των αιτήσεων εκείνων των οποίων πιθανολογείται η βασιμότητα, διότι τα πρόσωπα που τις υποβάλλουν προέρχονται από χώρες οι οποίες θεωρείται πιθανότερο να αποτελούν χώρες προέλευσης αιτούντων άσυλο ( 16 ). |
|
42. |
Η υπό κρίση υπόθεση αφορά το ειδικό καθεστώς ελέγχου που σχετίζεται με την έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής, η οποία διέπεται από τα άρθρα 36 και 37 της οδηγίας 2013/32 και από το παράρτημα I της ίδιας οδηγίας, και η οποία –σε αντίθεση με τις λοιπές έννοιες που αναφέρθηκαν ανωτέρω– δεν απαλλάσσει τις αρμόδιες αρχές από την υποχρέωση να εξετάσουν επί της ουσίας την αίτηση διεθνούς προστασίας. |
|
43. |
Τα βασικά χαρακτηριστικά της έννοιας αυτής και οι έννομες συνέπειες που επάγεται έχουν ως εξής. |
|
44. |
Πρώτον, από τον κοινό ορισμό της επίμαχης έννοιας προκύπτει ότι τρίτη χώρα μπορεί να χαρακτηρισθεί ασφαλής χώρα καταγωγής εάν, «βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, καταδεικνύεται σαφώς ότι γενικά και μόνιμα δεν υφίσταται δίωξη όπως ορίζεται στο άρθρο 9 της [οδηγίας 2011/95] ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία ούτε απειλή που προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης» ( 17 ). |
|
45. |
Δεύτερον, το άρθρο 37 της οδηγίας 2013/32 εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να χαρακτηρίζουν τρίτες χώρες ασφαλείς χώρες καταγωγής, κάτι που κατά κανόνα πραγματοποιείται διά της κατάρτισης συναφών εθνικών καταλόγων ( 18 ). Στην εν λόγω οδηγία, επομένως, δεν επαναλαμβάνεται η ιδέα του κοινού καταλόγου η οποία είχε διατυπωθεί στην οδηγία 2005/85 ( 19 ) (τον νομικό πρόδρομο της νυν ισχύουσας οδηγίας), και η οποία, ωστόσο, ουδέποτε υλοποιήθηκε υπό το καθεστώς ισχύος της οδηγίας εκείνης, προσέτι δε το Δικαστήριο ακύρωσε τις οικίες διατάξεις της για λόγους αναγόμενους στην αρχή της θεσμικής ισορροπίας ( 20 ). |
|
46. |
Τούτου λεχθέντος, τρίτον, οσάκις τα κράτη μέλη αποφασίζουν να προσφύγουν στην χρήση της έννοιας της ασφαλούς χώρας καταγωγής οφείλουν να συμμορφώνονται με τον κοινό ορισμό της, ο οποίος παρατίθεται στο σημείο 44 των παρουσών προτάσεων. Προς τούτο δε οφείλουν να εξακριβώνουν ότι δεν υφίσταται κανένας από τους κινδύνους που περιγράφονται στον εν λόγω ορισμό, συνεκτιμώντας τις διάφορες παραμέτρους οι οποίες απαριθμούνται ενδεικτικά στο παράρτημα I της οδηγίας 2013/32 και στις οποίες περιλαμβάνονται «α) [οι] σχετικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις […] και [ο] τρόπος εφαρμογής τους· (β) [η] τήρηση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που ορίζονται στην [ΕΣΔΑ] και/ή στο διεθνές σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και/ή στη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά των βασανιστηρίων, ιδίως δε των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση δυνάμει του άρθρου 15 παράγραφος 2 [της ΕΣΔΑ]· γ) [η] τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης σύμφωνα με τη σύμβαση της Γενεύης [ ( 21 )]· [και] δ) [η] πρόβλεψη μηχανισμού πραγματικής προσφυγής κατά των παραβιάσεων των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών». |
|
47. |
Περαιτέρω, τα κράτη μέλη οφείλουν επίσης να τηρούν ορισμένες υποχρεώσεις διαδικαστικού χαρακτήρα, ιδίως την υποχρέωση να κοινοποιούν στην Επιτροπή τις χώρες που χαρακτηρίζονται ασφαλείς χώρες καταγωγής βάσει του οικείου εθνικού δικαίου και την υποχρέωση να επανεξετάζουν τακτικά την κατάσταση στις χώρες αυτές, με τη σχετική αξιολόγηση να «βασίζεται σε σειρά πηγών πληροφοριών, περιλαμβανομένων ειδικότερα πληροφοριών από άλλα κράτη μέλη, [τον EUAA ( 22 )], τον UNHCR, το Συμβούλιο της Ευρώπης και άλλους σχετικούς διεθνείς οργανισμούς» ( 23 ). |
|
48. |
Τέλος, και κυρίως, ο χαρακτηρισμός μιας χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής έχει σημαντικές συνέπειες για τους αιτούντες που προέρχονται από τη χώρα αυτή. |
|
49. |
Καταρχάς, όπως έχει διευκρινίσει το Δικαστήριο, διά του χαρακτηρισμού αυτού τίθεται σε εφαρμογή «ένα ειδικό καθεστώς ελέγχου» το οποίο «βασίζεται σε μια μορφή μαχητού τεκμηρίου επαρκούς προστασίας στη χώρα καταγωγής, το οποίο μπορεί να ανατραπεί από τον αιτούντα εφόσον αυτός προβάλλει επιτακτικούς λόγους που σχετίζονται με την ιδιαίτερη κατάστασή του» ( 24 ). |
|
50. |
Δεύτερον, το άρθρο 31, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2013/32 παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να ορίσουν ταχεία διαδικασία εξέτασης των αιτήσεων που υποβάλλονται από αιτούντες προερχόμενους από ασφαλείς χώρες καταγωγής (ορίζοντας παράλληλα και «εύλογη» προθεσμία για την έκδοση απόφασης) ( 25 ), ή να διενεργούν τη διαδικασία αυτή στα σύνορα ή σε ζώνες διέλευσης. |
|
51. |
Τρίτον, σε περίπτωση που η αίτηση την οποία υποβάλλει ενδιαφερόμενος προερχόμενος από ασφαλή χώρα καταγωγής κριθεί αβάσιμη, το άρθρο 32, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεωρήσουν την αίτηση αυτή, επίσης, «προδήλως αβάσιμη» ( 26 ), εφόσον αυτό προβλέπεται από την οικεία εθνική νομοθεσία. |
|
52. |
Όπως επισημαίνουν, κατ’ ουσίαν, η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, ο πρόσθετος αυτός χαρακτηρισμός συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι ο αιτών ενδέχεται να μην έχει δικαίωμα παραμονής στην επικράτεια του κράτους στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση εν αναμονή της έκβασης της προσφυγής του κατά της απορριπτικής απόφασης (εν αντιθέσει προς τον βασικό κανόνα ο οποίος εφαρμόζεται σε περιπτώσεις «απλής» απόρριψης), εκτός εάν το εθνικό δικαστήριο προσδώσει στην προσφυγή ανασταλτικό αποτέλεσμα ( 27 ). |
|
53. |
Αντιθέτως, το γεγονός ότι ο αιτών προέρχεται από ασφαλή χώρα καταγωγής δεν παρέχει στις εθνικές αρχές την ευχέρεια να απορρίψουν την αίτησή του χωρίς να προβούν σε εξατομικευμένη εκτίμηση των αναγκών του διεθνούς προστασίας. Τυχόν αντίθετη παραδοχή θα αντέβαινε στην οδηγία 2013/32, το άρθρο 31, παράγραφος 8, της οποίας ορίζει ότι η ταχεία διαδικασία εξέτασης (η οποία μπορεί να εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, και στην περίπτωση αιτούντων προερχομένων από ασφαλείς χώρες καταγωγής) διενεργείται σύμφωνα με «τις βασικές αρχές και εγγυήσεις» που ορίζονται, κατά γενικό τρόπο, στο κεφάλαιο IIτης ίδιας οδηγίας. Στις εγγυήσεις αυτές περιλαμβάνεται η υποχρέωση των κρατών μελών να μεριμνούν ώστε οι αιτήσεις να εξετάζονται και οι αποφάσεις να λαμβάνονται σε ατομική βάση, όπως ορίζει το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, και όπως επαναλαμβάνει –για την περίπτωση εφαρμογής του επίμαχου εν προκειμένω «ειδικού καθεστώτος ελέγχου»– το άρθρο 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 ( 28 ). |
|
54. |
Μετά από αυτές τις εισαγωγικές παρατηρήσεις, περνάω στην εξέταση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος. |
Γ. Αποκλείει η επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ τη διατήρηση του χαρακτηρισμού μιας χώρας ως «ασφαλούς χώρας καταγωγής»;
|
55. |
Υπενθυμίζεται ότι, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η εκ μέρους τρίτης χώρας επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ αποκλείει τη διατήρηση του χαρακτηρισμού της χώρας αυτής ως ασφαλούς χώρας καταγωγής. |
|
56. |
Προτού εξετάσω το ζήτημα στην ολότητά του, θα παραθέσω ορισμένα σχόλια σχετικά με το νομικό καθεστώς που συνδέεται με το άρθρο 15 της ΕΣΔΑ (1). Επ’ αυτής της βάσεως, θα εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους καταλήγω στην άποψη, η οποία συμβαδίζει με τις απόψεις του συνόλου των παρεμβαινουσών, ότι η επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ δεν αποκλείει αφ’ εαυτής τον χαρακτηρισμό μιας χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής κατά την έννοια της οδηγίας 2013/32, εφόσον εξακολουθούν να πληρούνται οι αναγκαίες για τον χαρακτηρισμό αυτό προϋποθέσεις που ορίζει το παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας (2). Θα εξηγήσω επίσης ότι το συμπέρασμά μου αυτό δεν μεταβάλλεται από την εξέταση του πρωτοκόλλου αριθ. 24, στο οποίο επέστησε την προσοχή το αιτούν δικαστήριο και του οποίου οι συνέπειες συζητήθηκαν, μεταξύ άλλων, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση (3). |
1. Τι συνεπάγεται η επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ;
|
57. |
Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ επιτρέπει στα συμβαλλόμενα μέρη να παρεκκλίνουν από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην ΕΣΔΑ «σε περίπτωση πολέμου ή άλλου δημοσίου κινδύνου που απειλεί τη ζωή του έθνους». Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) έχει διευκρινίσει ότι στην έννοια αυτή εμπίπτει «η εξαιρετική εκείνη κατάσταση κρίσεως ή κινδύνου που επηρεάζει το σύνολο του πληθυσμού και συνιστά απειλή για τον οργανωμένο βίο της κοινότητας από την οποία αποτελείται το κράτος» ( 29 ), ο δε κίνδυνος θα πρέπει να είναι «υπαρκτός ή επικείμενος» ( 30 ). |
|
58. |
Ωστόσο, τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση μιας τέτοιας εξαιρετικής κατάστασης πρέπει να παραμένουν «εντός των απολύτως αναγκαίων ορίων που απαιτούνται από την κατάσταση και υπό τον όρο ότι […] δεν αντιτίθενται στις άλλες υποχρεώσεις που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο» ( 31 ). Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 2 (εξεταζόμενο υπό το πρίσμα των μεταγενέστερων πρωτοκόλλων της ΕΣΔΑ ( 32 )), τα μέτρα αυτά δεν είναι δυνατόν, υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, να θίγουν δικαιώματα από τα οποία θεωρείται ότι δεν χωρεί καμία παρέκκλιση: ήτοι, το δικαίωμα στη ζωή, την απαγόρευση των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, την απαγόρευση της δουλείας και της αναγκαστικής εργασίας, την απαγόρευση επιβολής ποινής άνευ νόμου, την κατάργηση της θανατικής ποινής και το δικαίωμα κάθε προσώπου να μη δικάζεται ή να τιμωρείται δύο φορές για το ίδιο αδίκημα. |
|
59. |
Με την επιφύλαξη αυτών των σημαντικών περιορισμών, το ΕΔΔΑ έχει επανειλημμένως κρίνει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη της ΕΣΔΑ διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως όταν καλούνται να κρίνουν αν συντρέχει περίπτωση «δημοσίου κινδύνου που απειλεί τη ζωή του έθνους», κατά την έννοια του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ, καθώς και όταν καλούνται να καθορίσουν τα αναγκαία μέτρα για την κατάλληλη αντιμετώπιση του κινδύνου ( 33 ). |
|
60. |
Ωστόσο, η άσκηση της εν λόγω εξουσίας εκτιμήσεως εξακολουθεί να υπόκειται στον έλεγχο του ΕΔΔΑ. Αφενός, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι ορισμένες καταστάσεις δεν πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή το καθεστώς παρεκκλίσεως κατά το άρθρο 15 της ΕΣΔΑ ( 34 ). Αφετέρου, το ζήτημα αν τα μέτρα που λαμβάνονται είναι, εν ολίγοις, αναλογικά προς τον προβαλλόμενο κίνδυνο εξετάζεται, ιδίως, με γνώμονα τη φύση των δικαιωμάτων που θίγονται και τις περιστάσεις που προκάλεσαν τον κίνδυνο, και λαμβανομένης υπόψη της διάρκειάς του ( 35 ). Το ΕΔΔΑ έχει επίσης τονίσει ότι η επίκληση του άρθρου 15 «δεν παρέχει στις κρατικές αρχές απεριόριστο δικαίωμα να συμπεριφέρονται κατά τρόπο που ενδέχεται να προκαλεί αυθαίρετες συνέπειες για τους ιδιώτες» ( 36 ) και έχει επιμείνει στην ανάγκη να προβλέπονται επαρκείς εγγυήσεις έναντι του κινδύνου κατάχρησης ( 37 ), όπως επισημαίνει και το αιτούν δικαστήριο. |
|
61. |
Επιπλέον, από τη νομολογία του ΕΔΔΑ προκύπτει ότι το γεγονός ότι μια χώρα έχει προσφύγει σε επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ δεν μεταβάλλει κατ’ ανάγκην την εκτίμηση του δικαστηρίου αυτού όσον αφορά τυχόν προβαλλόμενη παραβίαση της ΕΣΔΑ. Πράγματι, αντιλαμβάνομαι ότι, κατά την εκτίμηση της εκάστοτε ενώπιόν του υποθέσεως, το ΕΔΔΑ κατά κανόνα εξετάζει, καταρχάς, αν η προβαλλόμενη παραβίαση δικαιολογείται στο πλαίσιο των κοινών διατάξεων. Μόνον εφόσον αυτό δεν ισχύει προχωρά το ΕΔΔΑ στη διενέργεια του ειδικού, και περισσότερο ανεκτικού, ελέγχου αναλογικότητας περί του οποίου έγινε νύξη προηγουμένως ( 38 ). Τούτο διότι η επίκληση του άρθρου 15 δεν ισοδυναμεί με καταγγελία της ΕΣΔΑ (όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο) και το εκάστοτε συμβαλλόμενο μέρος εξακολουθεί να δεσμεύεται από αυτήν, ακόμη και αν, στο πλαίσιο του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ, του παρέχεται ευρύτερο περιθώριο εκτιμήσεως κατά τη λήψη περιοριστικών μέτρων. |
|
62. |
Με άλλα λόγια, αντιλαμβάνομαι ότι η επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι το εκάστοτε συμβαλλόμενο μέρος συμπεριφέρεται κατά τρόπο που προσβάλλει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες τα οποία κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ. Αντιθέτως, φαίνεται ότι η αποστολή σχετικής κοινοποίησης αποσκοπεί στο να ενημερωθούν τα λοιπά συμβαλλόμενα μέρη ότι το κράτος που αποστέλλει την κοινοποίηση ενδέχεται να μην είναι σε θέση να εγγυηθεί την τήρηση των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών εν όψει της εξαιρετικής κατάστασης που αντιμετωπίζει ( 39 ). Η εκτίμηση περί του αν κάτι τέτοιο πράγματι συμβαίνει, καθώς και περί του ποια συγκεκριμένα δικαιώματα και ελευθερίες θίγονται, εξαρτάται από το περιεχόμενο της σχετικής κοινοποίησης, αλλά και από τα μέτρα που όντως λαμβάνονται. |
|
63. |
Στο παρελθόν, «κοινοποιήσεις του άρθρου 15» έχουν αποσταλεί σε ποικίλες περιπτώσεις. Για να παραθέσω ορισμένα πρόσφατα παραδείγματα, δέκα συμβαλλόμενα μέρη (μεταξύ αυτών τρία κράτη μέλη –η Εσθονία, η Λεττονία και η Ρουμανία–, αλλά και η Μολδαβία) απέστειλαν κοινοποιήσεις για την κατά παρέκκλιση λήψη μέτρων βάσει της εν λόγω διατάξεως στο πλαίσιο της πανδημίας της COVID‑19 ( 40 ), ενώ μεταξύ των αρχών του έτους 2020 και του τέλους του έτους 2023 απεστάλησαν επτά ακόμη κοινοποιήσεις για άλλους λόγους –φυσικές καταστροφές, καταστάσεις ενεργειακής κρίσης και πολέμου ( 41 ). Φαίνεται δε ότι η εκ μέρους της Μολδαβίας επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ η οποία εξετάζεται στο πλαίσιο της κύριας δίκης ανήκει στην πιο πρόσφατη αυτή δέσμη κοινοποιήσεων ( 42 ). |
|
64. |
Στο πλαίσιο αυτό, θα εξετάσω στη συνέχεια το ζήτημα των συνεπειών που επάγεται η απόφαση τρίτης χώρας να προσφύγει σε επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ από την άποψη της δυνατότητας των κρατών μελών να εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν τη χώρα αυτή ασφαλή χώρα καταγωγής κατά την έννοια της οδηγίας 2013/32. |
2. Η επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ και η έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής κατά την οδηγία 2013/32
|
65. |
Υπενθυμίζω ότι, προκειμένου να θεωρείται οποιαδήποτε χώρα ασφαλής χώρα καταγωγής, θα πρέπει να διαπιστώνεται ότι «γενικά και μόνιμα δεν υφίσταται δίωξη όπως ορίζεται στο άρθρο 9 της [οδηγίας 2011/95] ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία ούτε απειλή που προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης» ( 43 ), όπως έχει ήδη εκτεθεί. Η προϋπόθεση αυτή αφορά τόσο τα κράτη που είναι συμβαλλόμενα μέρη της ΕΣΔΑ όσο και εκείνα που δεν είναι. |
|
66. |
Από το παράρτημα I της οδηγίας 2013/32 προκύπτει ότι, κατά τη σχετική εκτίμηση, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τον ενδεικτικό κατάλογο των μέσων έννομης προστασίας έναντι των ως άνω κινδύνων περί των οποίων έκανα λόγο στο σημείο 46 των παρουσών προτάσεων και στα οποία περιλαμβάνεται η τήρηση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που ορίζονται στην ΕΣΔΑ, ιδίως δε των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση. |
|
67. |
Πράγματι, από τις διευκρινίσεις που παρατίθενται στο προηγούμενο τμήμα των παρουσών προτάσεων προκύπτει ότι τα δικαιώματα από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, όπως αυτά ορίζονται από την ΕΣΔΑ, πρέπει να γίνονται σεβαστά «ακόμη και υπό άκρως δυσχερείς συνθήκες» ( 44 ), ήτοι ακόμη και υπό τις συνθήκες που κατέστησαν αναγκαία την προσφυγή στο άρθρο 15 της ΕΣΔΑ. Εντούτοις, αυτό δεν συνεπάγεται ότι τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται κατ’ επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ, και τα οποία θίγουν άλλα δικαιώματα που κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ, αποκλείεται να διαμορφώνουν κατάσταση μη συνάδουσα με τον κοινό ορισμό της ασφαλούς χώρας καταγωγής κατά το παράρτημα I της οδηγίας 2013/32. Ωστόσο, το αν πράγματι ισχύει κάτι τέτοιο δύσκολα μπορεί να διαπιστώνεται in abstracto και για μόνο τον λόγο ότι έχει προηγηθεί επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ, όπως ισχυρίζονται επί της ουσίας η Τσεχική Δημοκρατία και η Επιτροπή. |
|
68. |
Όπως εξήγησα προηγουμένως, η επίκληση της συγκεκριμένης διάταξης δεν ισοδυναμεί με παραδοχή ότι τα δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ (εκείνα από τα οποία χωρεί παρέκκλιση) πρόκειται πράγματι να θιγούν ( 45 ). Αντιθέτως, η σχετική διαπίστωση γίνεται αναγκαίως κατά περίπτωση και εξαρτάται, ιδίως, από την πραγματική κατάσταση που επικρατεί στην εκάστοτε τρίτη χώρα. Όπως τόνισε η Τσεχική Δημοκρατία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η απόφαση της εκάστοτε χώρας να προσφύγει στην επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ απορρέει από την εκτίμηση στην οποία καταλήγει η χώρα αυτή όσον αφορά το ζήτημα αν η κατάσταση που αντιμετωπίζει καθιστά –ή θα μπορούσε να καταστήσει– αναγκαίο αυτό το διάβημα. Πράγματι, ενδέχεται ορισμένες χώρες να προσφύγουν σε επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ προληπτικώς, ενώ άλλες να θεωρούν ότι η ίδια κατάσταση δεν θα πρέπει να επιφέρει οιαδήποτε παρέκκλιση από το σύνηθες καθεστώς εφαρμογής της ΕΣΔΑ ( 46 ). |
|
69. |
Συναφώς, επισημαίνω ότι στη διάταξη περί παραπομπής δεν εκφράζονται συγκεκριμένες ανησυχίες σχετικά με μέτρα τα οποία ανακοίνωσε ή έλαβε η Μολδαβία. Ωστόσο, γίνεται μνεία, πρώτον, του γεγονότος ότι, στις 25 Φεβρουαρίου 2022, η Μολδαβία απέστειλε κοινοποίηση στην οποία εξέθετε την ανάγκη να παρεκκλίνει από την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της ΕΣΔΑ και των πρωτοκόλλων αυτής, περιλαμβανομένου του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ (το οποίο κατοχυρώνει την ελευθερία έκφρασης). Επισημαίνω ότι στην κοινοποίηση αυτή γίνεται λόγος για κήρυξη «κατάστασης έκτακτης ανάγκης» προς αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης και περιγράφεται το ενδεχόμενο λήψης μέτρων στην κατεύθυνση του «εξορθολογισμού της κατανάλωσης φυσικού αερίου […] του συντονισμού του έργου των μέσων μαζικής ενημέρωσης […] [ή] της ενεργοποίησης εργαλείων για την ταχεία είσπραξη οφειλών σχετικών με την πραγματοποιηθείσα κατανάλωση φυσικού αερίου» ( 47 ). |
|
70. |
Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο κάνει μνεία της κοινοποίησης της 3ης Μαρτίου 2022, στην οποία η Μολδαβία περιγράφει «κατάσταση έκτακτης ανάγκης, πολιορκίας και πολέμου» ( 48 ). Όπως προκύπτει από τα δημοσίως διαθέσιμα στοιχεία, στην κοινοποίηση αυτή –καθώς και στις μεταγενέστερες σχετικά με την παράταση της κατάστασης ανάγκης– περιλαμβάνεται κατάλογος μέτρων, πολύ εκτενέστερος σε σύγκριση με εκείνον που περιλάμβανε η προηγούμενη κοινοποίηση. Στον εν λόγω κατάλογο φαίνεται ότι περιλαμβάνονται μέτρα που αφορούν διάφορες πτυχές του βίου των προσώπων που ευρίσκονται στο έδαφος της χώρας, μεταξύ αυτών «η απέλαση από το έδαφος της χώρας […] ατόμων η παρουσία των οποίων ενδέχεται να θίγει τη δημόσια τάξη και ασφάλεια» ή «η λήψη των αναγκαίων μέτρων για τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών» ( 49 ). |
|
71. |
Επιπλέον, και μολονότι δεν αναφέρεται λεπτομερώς ποια από τα δικαιώματα που απορρέουν από την ΕΣΔΑ ενδέχεται να θιγούν (σε αντίθεση με την προηγούμενη κοινοποίηση της 25ης Φεβρουαρίου 2022, περί της οποίας έγινε λόγος προηγουμένως), προς αιτιολόγηση της αναγκαιότητας των μέτρων γίνεται επίκληση των «μείζονος σημασίας απειλών για τη δημόσια ασφάλεια στις περιοχές που γειτνιάζουν άμεσα με τη μεθόριο Μολδαβίας και Ουκρανίας, οι οποίες προέκυψαν ως αποτέλεσμα της έναρξης μαζικών στρατιωτικών επιχειρήσεων στο έδαφος της Ουκρανίας στις 24 Φεβρουαρίου 2022» ( 50 ) ή –μεταγενέστερα– «ως αποτέλεσμα του συνεχιζόμενου πολέμου στο έδαφος της Ουκρανίας» ( 51 ). |
|
72. |
Για να δώσω ένα ακόμη παράδειγμα, στην κοινοποίηση που απέστειλε η Μολδαβία στο πλαίσιο της πανδημίας της COVID‑19, και στην οποία αναφέρθηκα εν συντομία στο σημείο 63 των παρουσών προτάσεων, περιγράφεται η θέσπιση ειδικού καθεστώτος όσον αφορά την είσοδο στη χώρα, τη μετακίνηση εντός του εδάφους της και την έξοδο από αυτήν, «η αναστολή των δραστηριοτήτων των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, η θέσπιση καθεστώτος καραντίνας, η απαγόρευση των συναντήσεων, των δημοσίων διαδηλώσεων και άλλων μαζικών συγκεντρώσεων», και γνωστοποιείται η αναγκαιότητα της παρέκκλισης «από […], ιδίως, το άρθρο 11 [της ΕΣΔΑ], το άρθρο 2 του πρώτου πρωτοκόλλου και το άρθρο 2 του τετάρτου πρωτοκόλλου» ( 52 ). |
|
73. |
Η ποικιλομορφία των μέτρων που περιγράφονται στα παραδείγματα αυτά καταδεικνύει πόσο επισφαλές θα ήταν το συμπέρασμα ότι κάθε κοινοποίηση που υποβάλλεται κατά το άρθρο 15 της ΕΣΔΑ συνεπάγεται αυτομάτως ότι το εκάστοτε τρίτο κράτος δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2013/32. Παράλληλα, τα παραδείγματα αυτά καταδεικνύουν επίσης ότι επιβάλλεται ιδιαίτερη εγρήγορση, λόγω της φύσεως ορισμένων από τα μέτρα που προβλέπονται ή του εύρους του πεδίου εφαρμογής τους. |
|
74. |
Πράγματι, η διαπίστωσή μου ότι τυχόν επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ δεν θίγει, αφ’ εαυτής και in abstracto, τον χαρακτηρισμό μιας χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής δεν συνεπάγεται και ότι η επίκληση αυτή είναι άνευ σημασίας. Σε παρόμοιο πνεύμα με όσα επί της ουσίας υποστήριξαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση όλες οι μετέχουσες στη διαδικασία, φρονώ ότι η επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ αποτελεί στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την τακτική επανεξέταση της κατάστασης την οποία οφείλουν να διενεργούν τα κράτη μέλη (τα οποία χρησιμοποιούν την έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής), όπως έχω ήδη εξηγήσει ( 53 ). Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά τη γνώμη μου, να εξετάζουν το πεδίο εφαρμογής των μέτρων όπως αυτά περιγράφονται στην υποβαλλόμενη κατά το άρθρο 15 της ΕΣΔΑ κοινοποίηση, αλλά και όπως εφαρμόζονται στην πράξη. |
|
75. |
Τούτων λεχθέντων, απομένει προς εξέταση το ζήτημα αν η εξέταση του πρωτοκόλλου αριθ. 24, στο οποίο το αιτούν δικαστήριο εφιστά ιδιαιτέρως την προσοχή στο πλαίσιο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, είναι ικανή να μεταβάλει την άποψη αυτή. |
3. Η εξέταση του πρωτοκόλλου αριθ. 24
|
76. |
Στο πρωτόκολλο αριθ. 24 διακηρύσσεται ότι τα κράτη μέλη θεωρούνται ότι συνιστούν έναντι αλλήλων ασφαλείς χώρες καταγωγής και, «συνεπώς», συμφωνούν ότι «αίτηση ασύλου υποβαλλόμενη από υπήκοο κράτους μέλους μπορεί να ληφθεί υπόψη ή να κηρυχθεί παραδεκτή σε διαδικασία άλλου κράτους μέλους μόνον» σε μία από τις τέσσερις εξαιρετικές περιπτώσεις που απαριθμούνται στο εν λόγω πρωτόκολλο, μεταξύ αυτών και στην περίπτωση επίκλησης του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ ( 54 ). |
|
77. |
Το αιτούν δικαστήριο εκλαμβάνει τη διάταξη αυτή υπό την έννοια ότι, οσάκις κράτος μέλος προσφεύγει σε επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ, δεν μπορεί πλέον να θεωρείται από τα λοιπά κράτη μέλη ασφαλής χώρα καταγωγής. Κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, την ίδια συνέπεια θα πρέπει να επάγεται, κατά μείζονα λόγο, και η εκ μέρους τρίτης χώρας (εν προκειμένω, της Μολδαβίας) επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ. |
|
78. |
Είμαι της γνώμης ότι το συμπέρασμα αυτό του αιτούντος δικαστηρίου βασίζεται σε εσφαλμένη παραδοχή. |
|
79. |
Πράγματι, θεωρώ ότι, όπως υποστηρίζει (κατ’ ουσίαν) και η Επιτροπή, το περιεχόμενο της έννοιας της «ασφαλούς χώρας καταγωγής» κατά το πρωτόκολλο αριθ. 24 απλώς διαφέρει από το περιεχόμενο της ίδιας έννοιας κατά την οδηγία 2013/32. |
|
80. |
Ειδικότερα, και σε αντιδιαστολή προς τα όσα προβλέπει το εν λόγω πρωτόκολλο για τις ενδοενωσιακές αιτήσεις διεθνούς προστασίας, ο χαρακτηρισμός τρίτης χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής κατά την έννοια της οδηγίας 2013/32 ουδέποτε μπορεί αφ’ εαυτού να αποτελέσει αιτία αποκλεισμού της εξέτασης μιας αίτησης. Όπως ήδη αναφέρθηκε εν συντομία στο προηγούμενο τμήμα των παρουσών προτάσεων, η αίτηση την οποία υποβάλλει πρόσωπο προερχόμενο από χώρα αυτής της κατηγορίας πρέπει πάντοτε να εξετάζεται (εκτός, κατά τη γνώμη μου, αν θεωρηθεί απαράδεκτη για έναν από τους λόγους που απαριθμούνται εξαντλητικά στην οδηγία 2013/32) ( 55 ). |
|
81. |
Επισημαίνω ότι το πρωτόκολλο αριθ. 24 αποτελεί την επικαιροποιημένη εκδοχή του πρωτοκόλλου για το άσυλο των υπηκόων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προσαρτήθηκε στη Συνθήκη του Άμστερνταμ (στο εξής: αρχικό πρωτόκολλο) ( 56 ) και ήταν προγενέστερο όχι μόνο της νυν ισχύουσας οδηγίας 2013/32, αλλά και της προϊσχύουσας οδηγίας 2005/85, η οποία εισήγαγε την έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής στο παράγωγο δίκαιο της Ένωσης. |
|
82. |
Από τη θεώρηση των αιτιολογικών σκέψεων και των δύο αυτών πρωτοκόλλων (το περιεχόμενο των οποίων είναι ουσιαστικά όμοιο) προκύπτει ότι αυτό στο οποίο απέβλεπαν τα κράτη μέλη, όταν επέλεξαν αρχικά (και διατήρησαν αναλλοίωτες στη συνέχεια) τις συγκεκριμένες γραμματικές διατυπώσεις, ήταν η θέσπιση κανόνα περί απαραδέκτου των ενδοενωσιακών αιτήσεων διεθνούς προστασίας ως ειδικότερη έκφραση της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ( 57 ). Επιχειρήματα επί του ζητήματος αυτού προέβαλε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Τσεχική Κυβέρνηση. |
|
83. |
Στις ως άνω αιτιολογικές σκέψεις γίνεται μνεία, ιδίως, της υποχρέωσης που υπέχουν τα κράτη μέλη να σέβονται τις αξίες που διακηρύσσονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ ( 58 ), υπενθυμίζεται ότι «κάθε υπήκοος ενός κράτους μέλους, ως πολίτης της Ένωσης, απολαύει ειδικού καθεστώτος και προστασίας» ( 59 ), και διακηρύσσεται η επιθυμία των κρατών μελών να αποτρέψουν «τη χρήση του θεσμού του ασύλου για σκοπούς ξένους προς αυτούς για τους οποίους προορίζεται» ( 60 ). |
|
84. |
Επομένως, από τα ανωτέρω στοιχεία καταλήγω στην εκτίμηση ότι το εν λόγω πρωτόκολλο αποτελεί συμφωνία μεταξύ των κρατών μελών διά της οποίας αφενός μεν καθιερώνεται ως βασικός κανόνας το μη επιτρεπτό της εξέτασης ενδοενωσιακών αιτήσεων διεθνούς προστασίας, αφετέρου δε προβλέπονται (περιορισμένες) εξαιρέσεις στον εν λόγω κανόνα (όπως σε περίπτωση επίκλησης του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ). Αντιθέτως, δεν προκύπτει ότι τα πρωτόκολλα αυτά σχετίζονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί τρίτη χώρα να θεωρείται ασφαλής χώρα καταγωγής για τους σκοπούς της οδηγίας 2013/32 ( 61 ). |
|
85. |
Για τους λόγους αυτούς, και συντασσόμενος με το σύνολο των παρεμβαινουσών στη διαδικασία, είμαι της γνώμης ότι το πρωτόκολλο αριθ. 24 δεν μεταβάλλει το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα στο σημείο 74 των παρουσών προτάσεων σχετικά με τις συνέπειες που επάγεται η εκ μέρους τρίτου κράτους επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ όσον αφορά το ενδεχόμενο να εξακολουθήσει το κράτος αυτό να θεωρείται ασφαλής χώρα καταγωγής. Επομένως, το γενικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος είναι ότι η εκ μέρους τρίτης χώρας επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ δεν αποκλείει, αφ’ εαυτής και αυτομάτως, τη διατήρηση του χαρακτηρισμού της χώρας αυτής ως ασφαλούς χώρας καταγωγής κατά την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι της ίδιας οδηγίας. Ωστόσο, όταν οι αρμόδιες αρχές καλούνται να κρίνουν αν θα διατηρήσουν τον χαρακτηρισμό της ασφαλούς χώρας καταγωγής οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη την επίκληση αυτή, συνεκτιμώντας, ιδίως, το πεδίο εφαρμογής των μέτρων που λαμβάνονται κατά παρέκκλιση των προβλεπόμενων στην ΕΣΔΑ υποχρεώσεων και περιγράφονται στην υποβαλλόμενη κατά το άρθρο 15 της ΕΣΔΑ κοινοποίηση, αλλά και την εφαρμογή των εν λόγω μέτρων στην πράξη. |
Δ. Επί του χαρακτηρισμού χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής με την επιφύλαξη εδαφικής εξαίρεσης
|
86. |
Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, αν τα άρθρα 36 και 37 της οδηγίας 2013/32 αποκλείουν τον εκ μέρους κράτους μέλους χαρακτηρισμό τρίτης χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής με την επιφύλαξη εδαφικής εξαίρεσης, καθώς και αν το γεγονός ότι η εξαίρεση αυτή καθίσταται αναγκαία λόγω της κατάστασης που επικρατεί σε τμήμα τρίτης χώρας συνεπάγεται ότι η χώρα αυτή δεν μπορεί να θεωρείται ασφαλής χώρα καταγωγής για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας. |
|
87. |
Υπενθυμίζω ότι το συγκεκριμένο ζήτημα εγείρεται διότι, κατά τον χρόνο έκδοσης της επίμαχης απορριπτικής απόφασης, η Τσεχική Δημοκρατία είχε χαρακτηρίσει τη Μολδαβία ασφαλή χώρα καταγωγής, με εξαίρεση την Υπερδνειστερία ( 62 ). |
|
88. |
Σε αντίθεση με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, επί του οποίου συγκλίνουν οι απόψεις των παρεμβαινουσών, επί του δευτέρου ερωτήματος αποκλίνουν σε σημαντικό βαθμό. Ενώ η Τσεχική και η Ολλανδική Κυβέρνηση θεωρούν ότι η οδηγία 2013/32 δεν αποκλείει τον χαρακτηρισμό χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής με την επιφύλαξη εδαφικής εξαίρεσης, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει την αντίθετη άποψη. Η Επιτροπή ουσιαστικά συμμερίζεται τη θέση της Γερμανικής Κυβερνήσεως. Ωστόσο, θεωρεί ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εδαφική εξαίρεση δεν αποκλείεται, διότι η Μολδαβία αδυνατεί να ασκήσει αποτελεσματικά την εξουσία της εντός της Υπερδνειστερίας. |
|
89. |
Στο πλαίσιο αυτό, θα εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους, από την εξέταση των συναφών διατάξεων της οδηγίας 2013/32 (1), του πλαισίου στο οποίο αυτές εντάσσονται (2), καθώς και της σχετικής με τις επιδιώξεις της οδηγίας 2013/32 βούλησης του νομοθέτη (3), προκύπτει ότι τρίτη χώρα μπορεί να χαρακτηρίζεται ασφαλής χώρα καταγωγής μόνον εφόσον ο χαρακτηρισμός αφορά το σύνολο της επικράτειας της χώρας. Θα εξηγήσω επίσης ότι το συμπέρασμα αυτό δεν μεταβάλλεται ούτε όταν προς δικαιολόγηση της εδαφικής εξαίρεσης γίνεται επίκληση του γεγονότος ότι το τρίτο κράτος αδυνατεί να ασκήσει την εξουσία του σε τμήμα της επικράτειάς του (4). |
1. Το γράμμα της οδηγίας
|
90. |
Υπενθυμίζω ότι το παράρτημα I της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι «[μια] χώρα θεωρείται ως ασφαλής χώρα καταγωγής εάν, βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, καταδεικνύεται σαφώς ότι γενικά και μόνιμα δεν υφίσταται δίωξη όπως ορίζεται στο άρθρο 9 της [οδηγίας 2011/95] ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία ούτε απειλή που προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.» |
|
91. |
Θεωρώ ιδιαιτέρως ενδεικτικά δύο από τα επιμέρους στοιχεία του ορισμού αυτού. Πρόκειται, καταρχάς, για τον όρο ότι θα πρέπει να προκύπτει ευρύτερα («γενικά») ότι η εκάστοτε χώρα είναι ασφαλής (1), και, κατά δεύτερον, για την επιλογή του νομοθέτη να περιλάβει στον ορισμό της επίμαχης έννοιας αναφορά σε χώρα, αποκλειστικά και μόνον (2). Θα αναπτύξω τα δύο αυτά σημεία με τη σειρά. |
α) Ο όρος ότι θα πρέπει να προκύπτει ευρύτερα ότι η χώρα είναι ασφαλής
|
92. |
Επισημαίνω ότι στον υπό εξέταση ορισμό της έννοιας γίνεται λόγος για χώρα στην οποία γενικά (και μόνιμα) δεν υφίσταται κανένας από τους κινδύνους που περιγράφονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2013/32. |
|
93. |
Φρονώ ότι η χρήση του επιρρήματος «γενικά» στο πλαίσιο μιας νομοθετικής πράξης η οποία εξειδικεύει το δικαίωμα ασύλου στην ενωσιακή έννομη τάξη υποδηλώνει ότι η σχετική προϋπόθεση θα πρέπει να πληρούται στο σύνολο του εδάφους της εκάστοτε χώρας και όχι μόνο σε τμήμα αυτής (ακόμη και αν πρόκειται για το μεγαλύτερο τμήμα της). |
|
94. |
Θα ήθελα ευθύς εξαρχής να αντικρούσω το επιχείρημα ότι, εφόσον οι περιγραφόμενοι κίνδυνοι υφίστανται σε περιορισμένο μόνο τμήμα της εθνικής επικράτειας, τούτο δεν αποκλείει το να θεωρείται η εκάστοτε χώρα ως γενικά ασφαλής, με το σκεπτικό ότι το μέρος εκείνο του πληθυσμού της χώρας που ενδεχομένως κινδυνεύει θα μπορούσε να αναζητήσει καταφύγιο στο ασφαλές τμήμα της χώρας. |
|
95. |
Πράγματι, το ζήτημα αν είναι όντως δυνατή η αναζήτηση καταφυγίου σε άλλο τμήμα της χώρας θα πρέπει να κρίνεται στο πλαίσιο της επί της ουσίας εξέτασης της αίτησης, και δη υπό το πρίσμα της διεπόμενης από το άρθρο 8 της οδηγίας 2011/95 έννοιας της «εγχώριας προστασίας» ( 63 ), όπως ορθώς εξέθεσε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Η εξέταση αυτή πρέπει να είναι εξατομικευμένη και η έκβασή της εξαρτάται πάντοτε από τις προσωπικές περιστάσεις του εκάστοτε αιτούντος. Κατά συνέπεια, το ενδεχόμενο να υφίσταται πράγματι η «εναλλακτική λύση της εγχώριας προστασίας» δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση επί του ζητήματος αν μπορεί η εκάστοτε χώρα να τεκμαίρεται γενικώς ασφαλής, κάτι που αποτελεί αναγκαία συνθήκη προκειμένου να δικαιολογηθεί η επέλευση των εννόμων συνεπειών που σχετίζονται με την έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής, όπως περιγράφονται εν συντομία στα σημεία 48 έως 52 των παρουσών προτάσεων ( 64 ). |
|
96. |
Από την περιγραφή των εν λόγω συνεπειών προκύπτει ότι η έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής αποτελεί, προεχόντως, εργαλείο προς εξυπηρέτηση της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας, το οποίο καθιστά εφικτή την εφαρμογή ταχείας διαδικασίας κατά την εξέταση όλων των αιτήσεων που υποβάλλονται από αιτούντες προερχόμενους από συγκεκριμένη τρίτη χώρα, για τον λόγο ότι η χώρα καταγωγής τους θεωρείται κατά τεκμήριο ασφαλής. |
|
97. |
Μολονότι η συγκεκριμένη διαδικαστική διευθέτηση μπορεί να δικαιολογείται στις περιπτώσεις χωρών για τη γενική κατάσταση των οποίων δεν υπάρχουν αμφιβολίες, όπως επισημαίνει, επί της ουσίας, το αιτούν δικαστήριο, και υπό τον όρο ότι προβλέπονται κατάλληλες διαδικαστικές εγγυήσεις ( 65 ), θεωρώ ότι, κατ’ αντιδιαστολή, η εφαρμογή της ίδιας διαδικασίας αποκλείεται οσάκις η γενική κατάσταση που επικρατεί σε τμήμα της εκάστοτε τρίτης χώρας οδηγεί σε αντίθετη κρίση, ακόμη και αν η συνθήκη της έλλειψης ασφάλειας περιορίζεται σε συγκεκριμένη περιοχή της χώρας. |
|
98. |
Πράγματι, τυχόν αποδοχή της αντίθετης άποψης θα συνεπαγόταν ότι η ταχεία διαδικασία μπορεί να εφαρμόζεται κατά την εξέταση όλων των αιτήσεων που υποβάλλονται από αιτούντες προερχόμενους από χώρα με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά, παρά το γεγονός ότι μέρος του πληθυσμού της χώρας αυτής εκτίθεται εν τοις πράγμασι στους προαναφερθέντες κινδύνους, κάτι που με τη σειρά του θα επαύξανε τον κίνδυνο προσβολής του δικαιώματος ασύλου καθώς και, συνακόλουθα, τον κίνδυνο παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, αμφότερα τα οποία κατοχυρώνονται στην έννομη τάξη της Ένωσης ως θεμελιώδη δικαιώματα, στο άρθρο 18 και στο άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη ( 66 ). |
|
99. |
Είναι γεγονός ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Τσεχική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εδαφική εξαίρεση διατυπώθηκε ακριβώς προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ζήτημα αυτό και, επομένως, να παρασχεθεί αυξημένη προστασία στους αιτούντες που προέρχονται από την Υπερδνειστερία. |
|
100. |
Επισημαίνω ότι αν και η προσέγγιση αυτή ανταποκρίνεται πράγματι στην κατάσταση του πληθυσμού που ζει στην επίμαχη περιοχή, δεν παύει ωστόσο να καταλήγει στην εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς χώρας καταγωγής σε (μείζον) μέρος του πληθυσμού της χώρας, παρά την προηγηθείσα κρίση ότι δεν μπορεί να θεωρείται ασφαλές το σύνολο της επικράτειας της επίμαχης τρίτης χώρας (κρίση η οποία αποτέλεσε αναγκαία συνθήκη ώστε να θεωρηθεί επιβεβλημένη η επιφύλαξη της εδαφικής εξαίρεσης). |
|
101. |
Θεωρώ το αποτέλεσμα αυτό προβληματικό, διότι αμφιβάλλω αν μπορεί πάντοτε να διαπιστωθεί μετά βεβαιότητας πού ακριβώς βρίσκεται το εσωτερικό «σύνορο» μεταξύ ασφαλών και μη ασφαλών τμημάτων της εκάστοτε τρίτης χώρας (καθώς και αν μπορεί η διαπίστωση αυτή να παραμένει αμετάβλητη), με δεδομένο εξάλλου ότι, λόγω της επισφαλούς κατάστασης της εκάστοτε υπό εξέταση περιοχής, το σύνορο αυτό μπορεί να είναι εξ ορισμού ασταθές. Επισημαίνω ότι και η UNHCR έχει επανειλημμένως εκφράσει την άποψη ότι η έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται παρά μόνον όταν ο χαρακτηρισμός αυτός αφορά το σύνολο της επικράτειας μιας χώρας ( 67 ). |
|
102. |
Ανεξαρτήτως όμως της εκτιμήσεως αυτής, η επιλογή να χωρίζεται μια χώρα στα δύο προκειμένου να διατηρηθεί σε εφαρμογή η ταχεία διαδικασία κατά την εξέταση αιτήσεων που υποβάλλονται από μέρος των προερχόμενων από τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα αιτούντων σημαίνει ότι η έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής νοηματοδοτείται κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο με τον οποίο γίνεται κατανοητή η σημασία του όρου «χώρα», τόσο στην καθομιλουμένη γλώσσα όσο και –εν προκειμένω– στο ειδικότερο πλαίσιο των διαδικασιών ασύλου. Αυτή δε τη σημασία έχει –όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, και ελλείψει οιασδήποτε ένδειξης περί του αντιθέτου– η έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής όπως την έχει ορίσει ο νομοθέτης της Ένωσης. |
β) Η επιλογή του νομοθέτη να περιλάβει στον ορισμό της επίμαχης έννοιας, αποκλειστικά, αναφορά σε χώρα
|
103. |
Όπως έχω ήδη επισημάνει, η οδηγία 2013/32 εντάσσεται στα μέτρα εκείνα τα οποία συναπαρτίζουν το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου (στο εξής: ΚΕΣΑ), και τα οποία εξειδικεύουν το δικαίωμα ασύλου. Στο πλαίσιο των μέτρων που συναπαρτίζουν το ΚΕΣΑ διενεργούνται εκτιμήσεις σχετικές με τους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται οι αιτούντες διεθνή προστασία, και οι οποίοι κίνδυνοι κατά κανόνα αξιολογούνται με γνώμονα την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής των αιτούντων, και όχι εκείνη που επικρατεί σε διαφορετικά οριζόμενες εδαφικές περιοχές. Η προσέγγιση αυτή αντανακλάται σε διάφορες θεμελιώδεις έννοιες του ΚΕΣΑ, αρχής γενομένης από εκείνη του πρόσφυγα ( 68 ) ή από τη βασική αρχή της μη επαναπροώθησης ( 69 ). |
|
104. |
Αυτό βέβαια δεν προκαλεί εντύπωση, καθόσον, στο πλαίσιο της διεθνούς έννομης τάξης, η πρωταρχική ευθύνη για την προστασία του πληθυσμού ανήκει στα κράτη. Δεδομένου λοιπόν ότι το κράτος αποτελεί τον κύριο εγγυητή της ασφάλειας, είναι λογικό ότι σε αυτήν ακριβώς την έννοια της ασφάλειας αναφέρεται κάθε νομοθετική πράξη που ορίζει συγκεκριμένα διαδικαστικά εργαλεία κατά τη διαδικασία εξέτασης της ύπαρξης ή μη δικαιώματος διεθνούς προστασίας (όπως είναι η επίμαχη εν προκειμένω έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής). |
|
105. |
Με την επιφύλαξη των παρατηρήσεων που προηγήθηκαν όσον αφορά τις δυσκολίες που μπορεί να συνεπάγεται η διαφοροποίηση της αντιμετώπισης του πληθυσμού της εκάστοτε τρίτης χώρας στο πλαίσιο των διαδικασιών ασύλου, θεωρώ ότι ο κεντρικός χαρακτήρας που επέχει η έννοια της χώρας στον τομέα του ασύλου συνεπάγεται ότι, όταν ο νομοθέτης αποφασίζει να αποκλίνει από τη συγκεκριμένη αυτή σημασία της έννοιας, απαιτείται οπωσδήποτε αυτό να δηλώνεται ρητώς, και, επιπλέον, να διευκρινίζονται επακριβώς οι συνέπειες της διαφοροποίησης αυτής. |
|
106. |
Αυτό προκύπτει σαφώς από την εξέταση της έννοιας της εναλλακτικής λύσης της εγχώριας προστασίας περί της οποίας έγινε λόγος στο σημείο 95 των παρουσών προτάσεων, ενώ, στο πλαίσιο του ζητήματος που εξετάζεται εν προκειμένω, η σημασία της επισήμανσης αυτής διαφαίνεται ακόμη ευκρινέστερα αν ληφθούν υπόψη οι αντίστοιχες διατάξεις της οδηγίας 2005/85, προδρόμου της οδηγίας 2013/32, όπως άλλωστε προτείνει, κατ’ ουσίαν, και η Γερμανική Κυβέρνηση. |
|
107. |
Υπενθυμίζω ότι ο ορισμός της έννοιας της ασφαλούς χώρας καταγωγής κατά το παράρτημα II της οδηγίας 2005/85 είναι όμοιος με τον τρέχοντα ορισμό της ίδιας έννοιας κατά το παράρτημα I της οδηγίας 2013/32. Σε αντίθεση με την τελευταία αυτή οδηγία, ωστόσο, στην οδηγία 2005/85 προβλέπονταν, επιπλέον, δύο διακριτές περιπτώσεις μερικού χαρακτηρισμού. |
|
108. |
Καταρχάς, από το άρθρο 30, παράγραφος 1, της οδηγίας 2005/85 προέκυπτε σαφώς ότι τα κράτη μέλη μπορούσαν να προβούν στον χαρακτηρισμό τμήματος χώρας ως ασφαλούς, εφόσον οι αντίστοιχοι όροι πληρούνταν μόνο στο τμήμα αυτό. Στην περίπτωση αυτή, η διάταξη παρέπεμπε στους κοινούς όρους για τον χαρακτηρισμό τους οποίους καθόριζε το παράρτημα II της οδηγίας 2005/85 (και οι οποίοι ταυτίζονταν με τους ήδη ισχύοντες κατά το παράρτημα I της οδηγίας 2013/32 όρους) ( 70 ). Δεύτερον, το άρθρο 30, παράγραφος 3, περιείχε ρήτρα standstill η οποία παρείχε στα κράτη μέλη την ευχέρεια να διατηρήσουν σε ισχύ προϋφιστάμενη εθνική νομοθεσία η οποία επέτρεπε τον χαρακτηρισμό τμήματος χώρας ως ασφαλούς, ή τον χαρακτηρισμό χώρας ή τμήματος χώρας ως ασφαλούς για συγκεκριμένη ομάδα ατόμων ( 71 ). Στην περίπτωση αυτή, προέκυπτε από την εν λόγω διάταξη ότι οι όροι για τον χαρακτηρισμό μπορούσαν να διαφέρουν από εκείνους που καθόριζε το παράρτημα II της οδηγίας 2005/85. |
|
109. |
Και ενώ τα προαναφερθέντα καταδεικνύουν ότι, στο παρελθόν, ο νομοθέτης της Ένωσης προσέδιδε στην έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής σημασία διαφορετική από εκείνη στην οποία κατά κανόνα παραπέμπει η χρήση του όρου «χώρα», αποδεικνύουν επίσης ότι η απόκλιση από την προφανή και κοινή σημασία του όρου είναι απαραίτητο να δηλώνεται ρητώς, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να διευκρινίζεται το ακριβές περιεχόμενό της: ήτοι, αν στην έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής μπορεί να εμπίπτει και τμήμα της επικράτειας μιας χώρας, ή μέρος του πληθυσμού που ζει στο σύνολο της επικράτειας, ή ακόμη και μέρος του πληθυσμού που ζει σε τμήμα της επικράτειας –όπως μόλις εκτέθηκε, η οδηγία 2005/85 άφηνε ανοιχτά όλα αυτά τα ενδεχόμενα. |
|
110. |
Κανένα από τα στοιχεία αυτού του μάλλον περίπλοκου πλαισίου δεν μεταφέρθηκε στην οδηγία 2013/32. Μολονότι στη συνέχεια θα αναλύσω εκτενέστερα τις συνέπειες της νομοθετικής αυτής μεταβολής, προς ώρας, ωστόσο, επισημαίνω ότι, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε υπό το προϊσχύον καθεστώς, από το γράμμα της οδηγίας 2013/32 δεν προκύπτει κατ’ ουδένα τρόπο ότι ο νομοθέτης επιθυμούσε να αποκλίνει από τη σημασία που έχει ο όρος «χώρα» στην καθομιλουμένη γλώσσα, σημασία που διατηρεί κατά κανόνα ο όρος αυτός και στο ειδικό πλαίσιο των διαδικασιών ασύλου. Υπ’ αυτό το πρίσμα, είμαι της γνώμης ότι η έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής θα πρέπει να νοείται ως παραπέμπουσα, αποκλειστικά, στην ολότητα μίας χώρας –ούτε σε συγκεκριμένη περιοχή μίας χώρας ούτε σε περιοχή η οποία ανήκει σε περισσότερες χώρες. |
|
111. |
Στη συνέχεια, θα εξηγήσω ότι το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται περαιτέρω από την αντιπαραβολή του ειδικού νομικού καθεστώτος την εφαρμογή του οποίου επιφέρει η έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής με το ευρύτερο πλαίσιο των κοινών διαδικαστικών κανόνων που ορίζει η οδηγία 2013/32. |
2. Το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η οδηγία
|
112. |
Όπως εξηγείται στο προηγούμενο μέρος των παρουσών προτάσεων, αιτήσεις διεθνούς προστασίας οι οποίες υποβάλλονται από αιτούντες προερχόμενους από ασφαλείς χώρες καταγωγής πρέπει να εξετάζονται επί της ουσίας. Ωστόσο, όταν κανείς αντιπαραβάλει τους κανόνες που διέπουν την εξέταση των αιτήσεων αυτών με το ευρύτερο πλαίσιο των κοινών διαδικαστικών κανόνων που ορίζει η οδηγία 2013/32, παρατηρεί τρεις σημαντικές διαφορές. |
|
113. |
Υπενθυμίζεται ότι, πρώτον, η έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής μπορεί να συνεπάγεται την εφαρμογή της ταχείας διαδικασίας, η οποία, εξ ορισμού, διεξάγεται εντός προθεσμιών βραχύτερων από εκείνες που ισχύουν στο πλαίσιο της συνήθους διαδικασίας κατά τους βασικούς κανόνες. Μολονότι η εφαρμογή της ταχείας διαδικασίας αναμφίβολα πλεονεκτεί από την άποψη της ταχύτερης αποσαφήνισης της νομικής κατάστασης των αιτούντων, ωστόσο δεν παύει και να τους δυσχεραίνει, από την άποψη ότι οι συγκεκριμένοι αιτούντες διαθέτουν λιγότερο χρόνο προκειμένου να υποστηρίξουν την αίτησή τους, σε σύγκριση με τους «κοινούς» αιτούντες διεθνή προστασία ( 72 ). |
|
114. |
Δεύτερον, σε περίπτωση που, μετά την εξέτασή της, η αίτηση διεθνούς προστασίας απορριφθεί, οι «κοινοί» αιτούντες διατηρούν το δικαίωμα, εφόσον ασκήσουν προσφυγή κατά της απορριπτικής απόφασης, να παραμείνουν στο έδαφος της χώρας εν αναμονή της έκβασής της. Αντιθέτως, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να παρέχουν αυτομάτως το δικαίωμα αυτό στους αιτούντες που προέρχονται από ασφαλείς χώρες καταγωγής, στη δε περίπτωση αυτή δικαίωμα παραμονής γεννάται μόνον εφόσον στην προσφυγή προσδίδεται ανασταλτικό αποτέλεσμα ( 73 ). |
|
115. |
Τρίτον, προκειμένου να αποφύγουν αμφότερες τις δυσμενείς συνέπειες που περιγράφονται ανωτέρω, οι προερχόμενοι από ασφαλή χώρα καταγωγής αιτούντες καλούνται να ανατρέψουν το τεκμήριο ότι η χώρα καταγωγής τους είναι ασφαλής και να αποδείξουν ότι η χώρα τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ασφαλής υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες στις οποίες ευρίσκονται, ώστε να επιτύχουν την εξαρχής μη εφαρμογή της επίμαχης έννοιας ( 74 ). Αντιθέτως, το τεκμήριο αυτό δεν ασκεί επιρροή στη διαδικασία εξέτασης που εφαρμόζεται στην περίπτωση των «κοινών» αιτούντων. |
|
116. |
Επομένως, τα τρία στοιχεία που περιγράφονται ανωτέρω συνιστούν σημαντική απόκλιση από τους συνήθεις κανόνες οι οποίοι διέπουν την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας και θέτουν τους προερχόμενους από χώρες ασφαλούς καταγωγής αιτούντες σε μειονεκτική νομική θέση, σε σύγκριση με εκείνη που απορρέει από την εφαρμογή των γενικών κανόνων που ισχύουν για τους κοινούς αιτούντες. Πράγματι, στην περίπτωση που ο αιτών προέρχεται από ασφαλή χώρα καταγωγής, όχι μόνον επιταχύνεται η διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, αλλά και τα επιμέρους στοιχεία της διαδικασίας αυτής δυσχεραίνουν την προσπάθεια του αιτούντος να διεκδικήσει το δικαίωμα ασύλου. Και μολονότι συμφωνώ με την Επιτροπή ότι η εφαρμογή της επίμαχης έννοιας δεν αναιρεί την υποχρέωση εξέτασης των αναγκών διεθνούς προστασίας του αιτούντος, όπως έχω ήδη επισημάνει, γεγονός παραμένει ότι, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης εξατομικευμένης εξέτασης, καθίσταται αναγκαία η εκ μέρους του αιτούντος ανατροπή του τεκμηρίου ότι η χώρα καταγωγής του είναι ασφαλής, όπως αυτό προκύπτει από το άρθρο 36, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2013/32. |
|
117. |
Για τους λόγους αυτούς, η επίμαχη έννοια, η εφαρμογή της οποίας επιφέρει τις σημαντικές αυτές αποκλίσεις, θα πρέπει να ερμηνεύεται στενά και να μην εφαρμόζεται σε καταστάσεις άλλες από εκείνες στις οποίες απέβλεπε ο νομοθέτης της Ένωσης. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι αποκλείεται η εφαρμογή της σε τρίτες χώρες για τις οποίες δεν αποδεικνύεται ότι οι αναγκαίες για την εφαρμογή της έννοιας προϋποθέσεις πληρούνται στο σύνολο της επικράτειάς τους. |
|
118. |
Τέλος, η διαπίστωση αυτή επιρρωννύεται από τη βούληση του νομοθέτη της νυν ισχύουσας οδηγίας 2013/32, ζήτημα στο οποίο θα αναφερθώ στη συνέχεια. |
3. Η βούληση του νομοθέτη της οδηγίας 2013/32
|
119. |
Όπως προαναφέρθηκε, όταν θεσπίστηκε η οδηγία 2013/32, ναι μεν ο ορισμός της επίμαχης έννοιας παρέμεινε ως είχε υπό το καθεστώς ισχύος της οδηγίας 2005/85, πλην όμως απαλείφθηκαν δύο συγκεκριμένες διατάξεις οι οποίες επέτρεπαν δύο διαφορετικές περιπτώσεις μερικού χαρακτηρισμού (περί των οποίων έγινε λόγος στα σημεία 107 έως 109 των παρουσών προτάσεων). |
|
120. |
Όταν πρότεινε την αλλαγή αυτή, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, συνεπεία της απαλοιφής των διατάξεων αυτών, «οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τον εθνικό χαρακτηρισμό [χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής] θα πρέπει, επομένως, να πληρούνται στο σύνολο της επικράτειας της χώρας» ( 75 ). |
|
121. |
Λαμβάνοντας υπόψη τη διευκρίνιση αυτή, αδυνατώ να διακρίνω οποιαδήποτε αμφισημία όσον αφορά τις επιδιώξεις της Επιτροπής, σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται η Ολλανδική Κυβέρνηση. |
|
122. |
Ωστόσο, την επ’ ακροατηρίου συζήτηση απασχόλησε επί μακρόν το γεγονός ότι, στο κείμενο που τελικά εγκρίθηκε, δεν υπάρχει καμία εξήγηση για την αλλαγή αυτή. Πράγματι, η Τσεχική και η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστήριξαν ότι η σιωπή αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως αποδεικνύουσα τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να προσδώσει στην απαλοιφή των διατάξεων αυτών τις έννομες συνέπειες που πρότεινε η Επιτροπή στην προαναφερθείσα πρόταση οδηγίας. Αντιθέτως, η απαλοιφή των επίμαχων διατάξεων υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες σήμαινε ότι το ζήτημα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών. |
|
123. |
Η άποψη αυτή δεν με πείθει. |
|
124. |
Πρώτον, και σε αντίθεση με τις ως άνω παρεμβαίνουσες, δεν μου προκαλεί εντύπωση η απουσία αιτιολογικής σκέψης που να διευκρινίζει τις συνέπειες της συγκεκριμένης νομοθετικής μεταβολής. Πράγματι, δεν πρόκειται για μεταβολή η οποία συνίσταται στη θέσπιση νέου κανόνα ή νέας εξαίρεσης σε υφιστάμενο κανόνα, αλλά στην απαλοιφή παρέκκλισης ( 76 ). Όπως εξήγησα προηγουμένως, η παρέκκλιση αυτή είχε σαν αποτέλεσμα να εφαρμόζεται η έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής και σε τμήμα χώρας, ή σε μέρος του πληθυσμού, ή σε μέρος του πληθυσμού εντός τμήματος χώρας. Όταν η εν λόγω παρέκκλιση απαλείφθηκε, ο ορισμός της επίμαχης έννοιας απλώς επανήλθε στη συνήθη σημασία του όρου, σημασία υπό την οποία γίνεται άλλωστε κατά κανόνα αντιληπτός ο όρος στον τομέα των διαδικασιών ασύλου. Για τη μεταβολή αυτή δεν απαιτείται κάποια ιδιαίτερη επεξήγηση, και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που η Επιτροπή δεν παρείχε τέτοιου είδους επεξηγήσεις, ούτε καν στις προτεινόμενες αιτιολογικές σκέψεις της αρχικής της πρότασης. |
|
125. |
Δεύτερον, θεωρώ σκόπιμη την κατ’ αντιπαραβολή εξέταση των σημείων «αφετηρίας» και «τερματισμού» της όλης νομοθετικής διαδικασίας. Η εξέταση αυτή καταδεικνύει ότι η ως άνω νομοθετική μεταβολή (απαλοιφή) εγκρίθηκε όπως είχε αρχικά προταθεί, ως εκ τούτου καθίσταται εύλογη η υπόθεση ότι ούτε η ίδια η μεταβολή, ούτε η έλλειψη εξηγήσεων από πλευράς Επιτροπής σχετικά με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα έδωσε αφορμή για ιδιαίτερες ανησυχίες. |
|
126. |
Τρίτον, επισημαίνω ότι τα έγγραφα που συνόδευαν την αρχική πρόταση της Επιτροπής μαρτυρούν τη βούληση «να διασφαλιστεί ότι η εφαρμογή της έννοιας [της ασφαλούς χώρας καταγωγής] υπόκειται στους ίδιους όρους σε όλα τα κράτη μέλη στα οποία εφαρμόζεται η οδηγία» ( 77 ) και «να μειωθεί η ασάφεια των [τότε ισχυόντων] κανόνων» ( 78 ). Ο στόχος δε αυτός διατυπώνεται κατά τη διαδικασία θέσπισης μιας πράξης στην οποία ο νομοθέτης της Ένωσης επιβεβαίωνε εκ νέου τη βούληση της τελευταίας να κινηθεί στην κατεύθυνση της καθιέρωσης κοινής διαδικασίας ασύλου μέσω περαιτέρω εναρμόνισης ( 79 ). |
|
127. |
Επί της τελευταίας αυτής πτυχής του ζητήματος, και όσον αφορά την επίμαχη εν προκειμένω έννοια, είναι γεγονός ότι η οδηγία 2013/32 σηματοδοτεί και την εγκατάλειψη της σκέψης περί κατάρτισης ελάχιστου κοινού καταλόγου των ασφαλών χωρών καταγωγής (κατάλογος ο οποίος ουδέποτε καταρτίστηκε υπό το καθεστώς ισχύος της προηγούμενης οδηγίας) ( 80 ). Εντούτοις, με την ίδια οδηγία απαλείφθηκε και η ρήτρα standstill διά της οποίας επιφυλασσόταν υπέρ των κρατών μελών η ευχέρεια να υπαγάγουν τον χαρακτηρισμό χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής σε προϋποθέσεις διαφορετικές από εκείνες που όριζε το παράρτημα II της οδηγίας 2005/85 ( 81 ). Τούτο σημαίνει ότι, υπό την ισχύ της οδηγίας 2013/32, κάθε εθνικός χαρακτηρισμός πρέπει να συμμορφώνεται με τον κοινό ορισμό της έννοιας της ασφαλούς χώρας καταγωγής κατά το παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας. |
|
128. |
Λαμβάνοντας υπόψη τα προεκτεθέντα, καθώς και την προαναφερθείσα βούληση του νομοθέτη να κινηθεί μακροπρόθεσμα η Ένωση προς μια κοινή διαδικασία ασύλου, είναι εύλογο να ερμηνευθεί η απαλοιφή των ως άνω παρεκκλίσεων ως ένα ενσυνείδητο βήμα στην κατεύθυνση της μεγαλύτερης ομοιομορφίας των διαδικαστικών κανόνων. Πράγματι, και παρά το γεγονός ότι η τρέχουσα νομική κατάσταση δεν εξαλείφει τον κίνδυνο να αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο στα διάφορα κράτη μέλη αιτούντες που προέρχονται από την ίδια τρίτη χώρα ( 82 ), η έλλειψη της δυνατότητας θέσπισης εδαφικών εξαιρέσεων αμβλύνει τον κίνδυνο αυτό. |
|
129. |
Εξάλλου, αν γινόταν αποδεκτή η ερμηνεία που προτείνουν η Τσεχική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, τούτο θα σήμαινε ότι, παρά την απαλοιφή της ρητής και μάλλον περίπλοκης παρέκκλισης από τον προϋφιστάμενο βασικό κανόνα ( 83 ), ο ίδιος αυτός βασικός κανόνας εξακολουθεί να υπόκειται στις ίδιες (και/ή, ενδεχομένως, σε άλλες) εξαιρέσεις. |
|
130. |
Θεωρώ τις συνεπαγωγές που προκύπτουν από την ερμηνεία αυτή υπερβολικά περίπλοκες και ως εκ τούτου μη πειστικές. Πράγματι, δεν μου είναι προφανείς οι λόγοι για τους οποίους ο νομοθέτης της Ένωσης θα προέβαινε στην απαλοιφή της επίμαχης παρέκκλισης αν επιθυμούσε πραγματικά να τη διατηρήσει σε ισχύ. Αν αυτό ήταν όντως το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, τότε –και σε αντίθεση με την περίπτωση που περιγράφεται ανωτέρω– θα ήταν πράγματι αναγκαία η παράθεση εξηγήσεων σχετικών με τη βούληση του νομοθέτη, ώστε να διευκρινιστεί κατά ποια έννοια η απαλοιφή της συγκεκριμένης παρέκκλισης από τον βασικό κανόνα συνεπάγεται ότι η παρέκκλιση παραμένει τελικά σε ισχύ και ποιες ακριβώς είναι οι λεπτομέρειες της εφαρμογής της. |
|
131. |
Τέλος, το συμπέρασμα αυτό δεν μεταβάλλεται από τη θεώρηση του άρθρου 36, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32, το οποίο επικαλείται η Τσεχική Κυβέρνηση και κατά το οποίο «[τ]α κράτη μέλη θεσπίζουν στην εθνική νομοθεσία τους περαιτέρω κανόνες και λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς [χώρας καταγωγής].» Όπως προκύπτει από το γράμμα και από την όλη διάρθρωση της εν λόγω διάταξης, η ευχέρεια αυτή των κρατών μελών αφορά τη θέσπιση «περαιτέρω» κανόνων και λεπτομερών διατάξεων, ήτοι πέραν εκείνων που ορίζονται στο άρθρο 36, παράγραφος 1, διάταξη η οποία ορίζει τις προϋποθέσεις προκειμένου μια χώρα να θεωρείται ασφαλής χώρα καταγωγής για συγκεκριμένο αιτούντα ( 84 ). Αντιθέτως, η διάταξη της παραγράφου 2 ουδόλως σχετίζεται με τον ορισμό της έννοιας, η τήρηση του οποίου προηγείται, όπως αναγνωρίζει και η Τσεχική Κυβέρνηση. Ωστόσο, ο ορισμός αυτός (ο οποίος περιλαμβάνεται στο παράρτημα I της οδηγίας 2013/32) δεν περιέχει παρόμοιες διατυπώσεις οι οποίες θα υποδείκνυαν ότι τα κράτη μέλη δύνανται να ορίσουν πρόσθετες προϋποθέσεις, πέραν εκείνων που ορίζει το ίδιο το παράρτημα Ι. |
|
132. |
Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, είμαι της γνώμης ότι, όταν ο νομοθέτης της Ένωσης αποφάσισε να καταργήσει το προηγούμενο πλαίσιο, το οποίο επέτρεπε δύο –διακριτές και με διαφορετικά χαρακτηριστικά– περιπτώσεις χαρακτηρισμού χώρας ως εν μέρει ασφαλούς, διατηρώντας, παράλληλα, σε ισχύ τη βασική διάταξη διά της οποίας οριζόταν η έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής, απέβλεπε στην εναρμόνιση του εφαρμοστέου κατά τον εθνικό χαρακτηρισμό χωρών ως ασφαλών χωρών καταγωγής νομικού πλαισίου, εξ ου και κατέστησε μοναδική επιτρεπτή επιλογή το να αφορά ο εν λόγω χαρακτηρισμός το σύνολο της επικράτειας της εκάστοτε χώρας. |
|
133. |
Μολονότι η διαπίστωση αυτή έρχεται προς επιβεβαίωση των προηγούμενων στοιχείων της ανάλυσής μου, ωστόσο απομένει ακόμη προς εξέταση το ζήτημα αν η θέση που πρότεινε η Επιτροπή –ότι είναι επιτρεπτός ο χαρακτηρισμός χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής με την επιφύλαξη εδαφικής εξαίρεσης εφόσον η τρίτη χώρα δεν είναι σε θέση να ασκήσει την εξουσία της σε τμήμα της επικράτειάς της– μεταβάλλει το συμπέρασμα αυτό. |
4. Η έννοια του ουσιαστικού ελέγχου (και της αποτελεσματικής άσκησης εξουσίας)
|
134. |
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο λόγος για τον οποίο, κατά τον χαρακτηρισμό της Μολδαβίας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής, διατυπώθηκε εξαίρεση για την Υπερδνειστερία ήταν ότι θεωρήθηκε ότι η Μολδαβία δεν ασκεί «ουσιαστικό έλεγχο» επί της συγκεκριμένης περιοχής. |
|
135. |
Στο δεδομένο αυτό στηρίζει η Επιτροπή τον ισχυρισμό της ότι, αν και –κατά την άποψή της– η οδηγία 2013/32 δεν επιτρέπει εδαφικές εξαιρέσεις (ούτε τον χαρακτηρισμό χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής εφόσον απαιτείται η επιφύλαξη εδαφικής εξαίρεσης), εντούτοις η αδυναμία της Μολδαβίας να ασκήσει την εξουσία της επί της Υπερδνειστερίας συνιστά βάσιμο λόγο για να επιτραπεί η εδαφική εξαίρεση, καθώς, κατά την άποψη της Επιτροπής, ο νομοθέτης της Ένωσης παρέλειψε να ρυθμίσει ειδικώς την περίπτωση αυτή ( 85 ). |
|
136. |
Καταρχάς, και αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, αδυνατώ να διακρίνω με ποιον τρόπο θα μπορούσε το ζήτημα του ουσιαστικού ελέγχου να μεταβάλει το συμπέρασμα της προηγηθείσας ανάλυσης. |
|
137. |
Πράγματι, η έννοια του ουσιαστικού ελέγχου αποτελεί έννοια του διεθνούς δικαίου σκοπούσα, καταρχήν, στο να διαπιστώνεται αν μπορεί να καταλογιστεί διεθνής ευθύνη εις βάρος κράτους για πράξη παράνομη κατά το διεθνές δίκαιο που διαπράττεται εκτός της επικράτειάς του (διαπίστωση η οποία μπορεί να επιφέρει αντίστοιχη μείωση της ευθύνης του κράτους εντός της επικράτειας του οποίου διαπράττεται η πράξη) ( 86 ). Το νομικό πλαίσιο που σχετίζεται με την εφαρμογή της έννοιας αυτής φαίνεται μάλλον περίπλοκο, ωστόσο εν προκειμένω παρέλκει η εξέτασή του ( 87 ). |
|
138. |
Τούτο δε διότι η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά (ούτε μπορεί να αφορά) το ζήτημα του καταλογισμού διεθνούς ευθύνης για παράνομη πράξη, αλλά το επιτρεπτό ή μη της επιφύλαξης εδαφικής εξαίρεσης κατά τον χαρακτηρισμό χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής βάσει του δικαίου της Ένωσης. |
|
139. |
Για την επίλυση του ζητήματος αυτού, απαιτείται εξέταση των ειδικών κανόνων που θέσπισε ο νομοθέτης της Ένωσης με την οδηγία 2013/32. Έχω ήδη εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, με βάση τους νυν ισχύοντες κανόνες, δεν υφίσταται δυνατότητα διατύπωσης εδαφικών εξαιρέσεων. Δεδομένου δε του συμπεράσματος αυτού, καθίσταται άνευ σημασίας το ζήτημα ποιοι ακριβώς είναι οι λόγοι που οδήγησαν κράτος μέλος στην κρίση ότι η κατάσταση που επικρατεί σε τρίτη χώρα καθιστά αναγκαία τη διατύπωση εδαφικής εξαίρεσης κατά τον χαρακτηρισμό της χώρας αυτής ως ασφαλούς χώρας καταγωγής. |
|
140. |
Κατά δεύτερον, δεν θεωρώ πειστικό το επιχείρημα περί παράλειψης του νομοθέτη. Πράγματι, η σχετική με τον ουσιαστικό έλεγχο επιχειρηματολογία φαίνεται να παραπέμπει στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ με τις οποίες το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι η ευθύνη της Μολδαβίας για παραβιάσεις της ΕΣΔΑ που έλαβαν χώρα στην Υπερδνειστερία είναι περιορισμένη λόγω του γεγονότος ότι η Μολδαβία «δεν ασκεί εξουσία» επί της περιοχής αυτής, για την οποία το ΕΔΔΑ έχει επανειλημμένως κρίνει ότι, εν ολίγοις, ευρίσκεται υπό τον «ουσιαστικό έλεγχο» της Ρωσίας ( 88 ). |
|
141. |
Επισημαίνω ότι η πρώτη από τις αποφάσεις της συγκεκριμένης νομολογιακής γραμμής χρονολογείται από το 2004, ενώ η πρόταση που κατέληξε στην έκδοση της νυν ισχύουσας οδηγίας δημοσιεύθηκε το 2009, η ίδια δε η οδηγία εκδόθηκε το 2013. Συνεπώς, είναι προφανές ότι η κατάσταση της εν λόγω περιοχής δεν ήταν άγνωστη. |
|
142. |
Εξάλλου, όπως επισήμανε, επί της ουσίας, και η Τσεχική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η κατάσταση της Μολδαβίας ασφαλώς δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση. Επιπλέον, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Ολλανδική Κυβέρνηση εξέθεσε ότι οι Κάτω Χώρες έχουν χαρακτηρίσει ασφαλή χώρα καταγωγής τη Γεωργία με εξαίρεση την Αμπχαζία και τη Νότια Οσετία, λόγω του γεγονότος ότι, στις συγκεκριμένες περιοχές, η Γεωργία αδυνατεί να ασκήσει αποτελεσματικά την εξουσία της ( 89 ). |
|
143. |
Επομένως, αν και δεν μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο ορισμένα κράτη μέλη να έχουν καταλήξει, στο παρελθόν, να διατυπώσουν συγκεκριμένες εδαφικές εξαιρέσεις κατά τον χαρακτηρισμό χωρών ως ασφαλών χωρών καταγωγής ορμώμενα εξ άλλων λόγων ( 90 ), εντούτοις θεωρώ ότι κάποια μορφή έμπρακτης αδυναμίας άσκησης εξουσίας επί συγκεκριμένης περιοχής θα αποτελεί συνήθη λόγο για τη διατύπωση της εξαίρεσης, αν όχι τον κύριο λόγο. Κατά συνέπεια, μου είναι δύσκολο να εικάσω ότι, όταν ο νομοθέτης της Ένωσης προέβη –όπως εξηγείται ανωτέρω– στην απαλοιφή των διατάξεων που παρείχαν νομικό έρεισμα στον μερικό χαρακτηρισμό, ενδεχομένως να παρέβλεψε το γεγονός ότι ορισμένες τρίτες χώρες μπορεί να αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους δυσκολίες. |
|
144. |
Ως εκ τούτου, από τα προεκτεθέντα οδηγούμαι στην εκτίμηση ότι τυχόν αδυναμία τρίτης χώρας να ασκήσει την εξουσία της σε τμήμα της εθνικής της επικράτειας δεν μεταβάλλει το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα προηγουμένως και το οποίο εκτίθεται στο σημείο 132 των παρουσών προτάσεων, ήτοι ότι η οδηγία 2013/32 επιτρέπει τον χαρακτηρισμό τρίτης χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής μόνον εφόσον ο χαρακτηρισμός αφορά το σύνολο της επικράτειας της χώρας, ήτοι όταν οι σχετικές προϋποθέσεις πληρούνται στο σύνολο της επικράτειάς της. |
Ε. Επί του ζητήματος του αυτεπάγγελτου δικαστικού ελέγχου του χαρακτηρισμού χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής κατά παράβαση της οδηγίας 2013/32
|
145. |
Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, του επιβάλλει να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως ότι ο επίμαχος στην κύρια δίκη χαρακτηρισμός χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής αντιβαίνει στην οδηγία 2013/32, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει, στο πλαίσιο της απάντησής του στο πρώτο ή το δεύτερο ερώτημα, ότι αυτό πράγματι συμβαίνει. |
|
146. |
Επομένως, το αν απαιτείται να δοθεί απάντηση στο τρίτο ερώτημα εξαρτάται από τις απαντήσεις που θα δοθούν στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα. Λαμβανομένης υπόψη της απάντησης που προτείνω να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, προκύπτει ότι θα πρέπει να απαντηθεί και το τρίτο ( 91 ). |
|
147. |
Συναφώς, ξεκινώ με την επισήμανση ότι το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, ήτοι η διάταξη την οποία προεχόντως αφορά το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, αποτελεί ειδική διαδικαστική εγγύηση την οποία προέβλεψε ο νομοθέτης της Ένωσης στο πεδίο του δικαίου του ασύλου προκειμένου να διαφυλάξει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής του αιτούντος. Κατά τη διάταξη αυτή, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε «η πραγματική προσφυγή [ενώπιον δικαστηρίου] να εξασφαλίζει πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την [οδηγία 2011/95], τουλάχιστον κατά τις διαδικασίες [εκδίκασης] ένδικου [βοηθήματος] ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου». |
|
148. |
Δεδομένου ότι με την εν λόγω διάταξη επιδιώκεται η εναρμόνιση του ενωσιακού δικαίου του ασύλου όσον αφορά το περιεχόμενο του σχετικού δικαστικού ελέγχου, συντάσσομαι με την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου ότι, προς απάντηση του τρίτου ερωτήματος, η ερμηνευτική προσπάθεια θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη, κατά πρώτο και κύριο λόγο, τη συγκεκριμένη αυτή έκφανση του δικαιώματος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία. Εντούτοις, σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι το ζήτημα της υποχρέωσης του δικαστηρίου να προβεί σε αυτεπάγγελτο έλεγχο του επίμαχου εν προκειμένω ζητήματος δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εναρμονισμένου κανόνα, τότε καθίστανται κρίσιμες, εξ ορισμού, οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας (στις οποίες αναφέρθηκαν και ορισμένες από τις παρεμβαίνουσες) ( 92 ). |
|
149. |
Θα συνεχίσω την ανάλυσή μου αναλόγως και θα ξεκινήσω από τον επακριβή προσδιορισμό του ζητήματος που το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να εξετάσει, υπό το πρίσμα, ιδίως, του άρθρου 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 (1). Αφού διευκρινιστεί το ζήτημα αυτό, στη συνέχεια θα εξηγήσω ότι από τη θεώρηση της εν λόγω διάταξης προκύπτει το συμπέρασμα ότι στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα προσήκει καταφατική απάντηση (2). Επικουρικώς, θα εξετάσω το ίδιο ερώτημα υπό το πρίσμα των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας (3). |
1. Ποιο ακριβώς είναι το ζήτημα που εγείρεται
|
150. |
Υπενθυμίζω ότι η αίτηση του CV απορρίφθηκε επί της ουσίας ως προδήλως αβάσιμη (κατά την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32) και ότι η σχετική απόφαση εκδόθηκε κατά την ταχεία διαδικασία (κατά την έννοια του άρθρου 31, παράγραφος 8, της ίδιας οδηγίας), η δε εφαρμογή αμφοτέρων των ως άνω διατάξεων προέκυψε ως συνέπεια του γεγονότος ότι η Μολδαβία, της οποίας είναι υπήκοος ο CV, θεωρείτο ασφαλής χώρα καταγωγής. |
|
151. |
Η Επιτροπή θεωρεί, κατ’ ουσίαν, ότι αναγκαία στάδια της συγκεκριμένης διαδικασίας αποτελούν, πρώτον, η λήψη απόφασης περί εφαρμογής της ταχείας διαδικασίας, εν συνεχεία η λήψη απόφασης επί της ουσίας της αίτησης διεθνούς προστασίας διά της οποίας κρίνεται αυτή αβάσιμη και, τέλος, η λήψη απόφασης διά της οποίας η ίδια αίτηση κρίνεται (επιπλέον) προδήλως αβάσιμη (απόφασης η οποία, σύμφωνα με την Επιτροπή, προϋποθέτει αναγκαίως την προηγούμενη κρίση επί του αβασίμου της αιτήσεως) ( 93 ). |
|
152. |
Κατ’ ακολουθία της διάκρισης αυτής, η απάντηση που προτείνει η Επιτροπή στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα διαρθρώνεται κατά διαφορετικό τρόπο, αναλόγως του ποια από τις ανωτέρω πτυχές του ζητήματος εξετάζεται κατά περίπτωση. Θα εξετάσω τις λεπτομέρειες των σχετικών εκτιμήσεων της Επιτροπής στο πλαίσιο της ανάλυσης που ακολουθεί, ωστόσο θεωρώ αναγκαίες τις ακόλουθες τρεις παρατηρήσεις. |
|
153. |
Πρώτον, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της εθνικής διαδικασίας που εφαρμόστηκε κατά την εξέταση της αίτησης του CV, εκδόθηκαν περισσότερες από μία επίσημες αποφάσεις. Πράγματι, και υπό την επιφύλαξη επαλήθευσης από το αιτούν δικαστήριο, δεν προκύπτει ότι εκδόθηκε επίσημη απόφαση περί εφαρμογής της ταχείας διαδικασίας, ούτε ξεχωριστή απόφαση διά της οποίας η αίτηση του CV κρίθηκε πρώτα αβάσιμη, και κατόπιν προδήλως αβάσιμη. |
|
154. |
Δεύτερον, και μολονότι παρέλκει η εκτενέστερη διαπραγμάτευση της προσέγγισης αυτής στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης ( 94 ), δεν φαίνεται να υποστηρίζεται ότι ο άμεσος χαρακτηρισμός της αίτησης του CV ως προδήλως αβάσιμης (χωρίς να έχει προηγηθεί απόφαση που να την κρίνει αβάσιμη) αποκλείει τον δικαστικό έλεγχο της επίμαχης απορριπτικής απόφασης κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, στο μέτρο που με την εν λόγω απόφαση η αίτηση του CV απορρίφθηκε επί της ουσίας. Πράγματι, από την ως άνω διάταξη, εξεταζόμενη σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 46, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, προκύπτει ότι η απόφαση διά της οποίας απορρίπτεται επί της ουσίας η αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 ( 95 ). |
|
155. |
Τρίτον, το ζήτημα πάντως που εγείρει το αιτούν δικαστήριο δεν αφορά τη δυνατότητα του CV να προβάλει αιτιάσεις σχετικές με την ουσία της απορριπτικής απόφασης, αλλά το γεγονός ότι η απόφαση αυτή βασίστηκε στην έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής. Πράγματι, μολονότι ο CV αμφισβητεί την απορριπτική απόφαση επί της ουσίας, δεν έχει προβάλει αιτιάσεις όσον αφορά το υποκείμενο ζήτημα του μη σύννομου χαρακτηρισμού της Μολδαβίας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής (εάν πράγματι επιβεβαιωθεί η έλλειψη νομιμότητας του χαρακτηρισμού αυτού). |
|
156. |
Όπως έχω ήδη εξηγήσει στο προηγούμενο τμήμα των προτάσεων, ο χαρακτηρισμός της Μολδαβίας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής είχε ως συνέπεια την υπαγωγή της αίτησης διεθνούς προστασίας του CV στο ειδικό καθεστώς ελέγχου που σχετίζεται με την έννοια αυτή, βασικά στοιχεία του οποίου αποτελούν, μεταξύ άλλων, η εξέταση της υπόθεσης υπό το πρίσμα του τεκμηρίου ότι η χώρα καταγωγής του αιτούντος είναι ασφαλής, καθώς και η εφαρμογή της ταχείας διαδικασίας. |
|
157. |
Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο εξηγεί ότι, σε περίπτωση που από την απάντηση του Δικαστηρίου στο πρώτο ή το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα συναχθεί ότι ο χαρακτηρισμός της Μολδαβίας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής αντέβαινε στην οδηγία 2013/32, οι κείμενες διατάξεις του εθνικού δικαίου δεν του επιτρέπουν να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη το στοιχείο αυτό. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι, βάσει του άρθρου 75, παράγραφος 2, του κώδικα διοικητικής δικονομίας, στις υποθέσεις του διοικητικού δικαίου ο έλεγχος του δικαστηρίου περιορίζεται στα νομικά ζητήματα που εγείρει ο προσφεύγων με τους λόγους της προσφυγής του. |
|
158. |
Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι, κατ’ εξαίρεση του εν λόγω κανόνα, και σύμφωνα με την εθνική πρακτική των διοικητικών δικαστηρίων της Τσεχίας, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τη διαδικαστική πλημμέλεια που συνίσταται στην εκ μέρους διοικητικής αρχής έκδοση αποφάσεως η οποία αποκλείεται από το ισχύον στη συγκεκριμένη περίπτωση νομικό καθεστώς περί διαδικασίας. Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, υποθετικά, η λύση αυτή θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στην επίμαχη περίπτωση, δεδομένου ότι –αν αντιλαμβάνομαι ορθώς τον συλλογισμό– το ειδικό καθεστώς ελέγχου που σχετίζεται με την έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής δεν θα έπρεπε να έχει τύχει εφαρμογής εφόσον δεν πληρούνταν οι σχετικές προϋποθέσεις (λόγω του γεγονότος ότι ο χαρακτηρισμός της Μολδαβίας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής αντέβαινε στην οδηγία 2013/32, αν αυτό επιβεβαιωθεί). |
|
159. |
Παράλληλα, το αιτούν δικαστήριο εξηγεί ότι από την εθνική νομολογία δεν προκύπτει μετά βεβαιότητας αν η εν λόγω εξαίρεση μπορεί να τύχει εφαρμογής κατά τον δικαστικό έλεγχο επί υποθέσεων ασύλου, καθώς και ότι το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 δεν έχει μεταφερθεί στην εθνική έννομη τάξη. Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, εάν το (άμεσα εφαρμοστέο) άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη ( 96 ), του παρέχουν την εξουσία να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως ότι ο χαρακτηρισμός χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής υπήρξε μη σύννομος (εφόσον αυτό επιβεβαιωθεί), καθώς και αν οι εν λόγω διατάξεις επιβάλλουν στο δικαστήριο την υποχρέωση να προβεί στον σχετικό έλεγχο. Αυτό ακριβώς είναι το ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί στη συνέχεια. |
2. Η κύρια πρόταση
|
160. |
Επισημαίνω ότι η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 (το οποίο παρατίθεται στο σημείο 147 των παρουσών προτάσεων) απορρέει ιδίως από την απόφαση Alheto, στην οποία το Δικαστήριο διευκρίνισε, κατ’ ουσίαν, ότι η μεν φράση «ex nunc» αναδεικνύει την υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη τυχόν νέα στοιχεία τα οποία έχουν προκύψει μετά την έκδοση της απόφασης που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής, ο δε προσδιορισμός «πλήρης» την υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να εξετάζει τόσο τα στοιχεία που έλαβε πράγματι υπόψη η αποφαινόμενη αρχή όσο και τα στοιχεία που θα μπορούσε να λάβει υπόψη (αλλά δεν έλαβε) ( 97 ). |
|
161. |
Επιπλέον, από τη μεταγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ως πλήρης και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, στο πλαίσιο της οποίας εξετάζονται, κατά περίπτωση, και οι ανάγκες διεθνούς προστασίας του αιτούντος, νοείται η «εξαντλητική και επικαιροποιημένη» εξέταση και ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε, προδιαγράφοντας κατά τον τρόπο αυτό την εμβέλεια του δικαστικού ελέγχου, να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο την εξουσία να αποφαίνεται κατά τρόπο δεσμευτικό «επί του ζητήματος αν ο συγκεκριμένος αιτών πληροί τις προϋποθέσεις […] ώστε να του χορηγηθεί διεθνής προστασία», οσάκις το εν λόγω δικαστήριο διαθέτει «όλα τα αναγκαία σχετικά πραγματικά και νομικά στοιχεία» ( 98 ). |
|
162. |
Λαμβάνοντας υπόψη τις διευκρινίσεις αυτές, και συνεκτιμώντας το πλαίσιο εντός του οποίου εφαρμόζεται το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/13, καθώς και τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία αυτή, είμαι της γνώμης ότι η υποχρέωση διενέργειας πλήρους, ή, κατά τις διευκρινίσεις του Δικαστηρίου, «εξαντλητικής» και επικαιροποιημένης εξέτασης, συνεπάγεται καταρχήν υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως πλημμέλεια συνιστάμενη στην υπαγωγή της εκάστοτε αίτησης στο ειδικό καθεστώς ελέγχου που σχετίζεται με την έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής μολονότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του καθεστώτος αυτού. |
|
163. |
Προς εξήγηση της άποψής μου αυτής, υπενθυμίζω, πρώτον, ότι το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει στον νομοθέτη της Ένωσης την υποχρέωση να τηρεί τη Σύμβαση της Γενεύης ( 99 ) και επίσης κατοχυρώνει το δικαίωμα στο άσυλο ως θεμελιώδες δικαίωμα ( 100 ). Τούτο σημαίνει ότι πράξεις του παραγώγου δικαίου της Ένωσης οι οποίες θεσπίζονται με σκοπό να εξειδικεύσουν το δικαίωμα αυτό, όπως η οδηγία 2013/32, πρέπει να καταρτίζονται και να ερμηνεύονται κατά τρόπο που συνάδει με τις επιταγές αυτές του πρωτογενούς δικαίου ( 101 ). Επιπλέον, κατά την ερμηνεία των πράξεων αυτών του δικαίου της Ένωσης θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η φύση των δικαιωμάτων που μπορούν να διεκδικήσουν οι υπήκοοι τρίτων χωρών βάσει της οδηγίας 2011/95, η οποία θεσπίζει, στο εσωτερικό της Ένωσης, ειδικό νομικό καθεστώς διεθνούς προστασίας. |
|
164. |
Συναφώς, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι οσάκις υπήκοος τρίτης χώρας πληροί τις προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας που προβλέπονται στην οδηγία 2011/95, τα κράτη μέλη οφείλουν, καταρχήν, να χορηγήσουν τη ζητηθείσα διεθνή προστασία, δεδομένου ότι δεν διαθέτουν συναφώς καμία διακριτική ευχέρεια ( 102 ). |
|
165. |
Επομένως, και όσον αφορά τα χαρακτηριστικά του δικαστικού ελέγχου κατά το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, η σχετική ερμηνεία θα πρέπει να συμβάλλει ώστε αφενός μεν να διασφαλίζεται η χορήγηση διεθνούς προστασίας σε πρόσωπα που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις, αφετέρου δε να αποκλείεται το ενδεχόμενο μη χορήγησης διεθνούς προστασίας παρά το γεγονός ότι πληρούνται οι οικείες προϋποθέσεις. |
|
166. |
Όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, δεύτερον, από την έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής κατά την οδηγία 2013/32 προκύπτει ότι η εξέταση αιτήσεως που έχει υπαχθεί στο σχετιζόμενο με την έννοια αυτή ειδικό καθεστώς ελέγχου βασίζεται στο τεκμήριο ότι η χώρα καταγωγής του αιτούντος είναι ασφαλής, τεκμήριο το οποίο καλείται να ανατρέψει ο αιτών, και δη στο πλαίσιο διαδικασίας η οποία, συν τοις άλλοις, μπορεί να είναι και ταχεία. |
|
167. |
Αυτά καθεαυτά τα ανωτέρω στοιχεία ορίζουν ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο εξέτασης της αίτησης, μολονότι δε η εφαρμογή του πλαισίου αυτού δεν αναιρεί την υποχρέωση διεξαγωγής εξατομικευμένης εξέτασης –όπως έχω επανειλημμένως επισημάνει–, εντούτοις, εάν η αποφαινόμενη αρχή εφάρμοσε το συγκεκριμένο πλαίσιο παρά το γεγονός ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, τότε δεν είναι δυνατόν να θεωρείται ότι η εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας υπήρξε κατάλληλη και πλήρης, κατά τη γενική επιταγή της οδηγίας 2013/32 ( 103 ). |
|
168. |
Τρίτον, δεν είμαι βέβαιος πώς ακριβώς θα εκπληρώνεται η υποχρέωση να εξασφαλίζεται «πλήρης και ex nunc» εξέταση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, ιδίως δε, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας του αιτούντος, εάν κριθεί ότι το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, το οποίο επιβάλλει τη συγκεκριμένη υποχρέωση, έχει την έννοια ότι το εθνικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως τον μη σύννομο χαρακτήρα της διαδικασίας που εφαρμόστηκε, αλλά πρέπει να περιορίζεται –όπως προτείνει η Τσεχική Κυβέρνηση– στην εξέταση του ζητήματος αν ο αιτών κατόρθωσε να ανατρέψει το τεκμήριο ότι η χώρα καταγωγής του είναι ασφαλής, χωρίς ο δικαστής να δύναται να ελέγξει αν υπήρχε πράγματι έδαφος εφαρμογής της έννοιας η οποία επιφέρει την εφαρμογή του εν λόγω τεκμηρίου ( 104 ). |
|
169. |
Πράγματι, εφόσον κριθεί ότι δεν επιτρέπεται να ληφθεί υπόψη, ελλείψει σχετικής αιτίασης εκ μέρους του αιτούντος, το γεγονός ότι το συγκεκριμένο διαδικαστικό πλαίσιο εφαρμόστηκε παρά τον νόμο, τούτο θα συνεπάγεται ότι το εθνικό δικαστήριο δεσμεύεται από τη σχετική με την εφαρμοστέα διαδικασία κρίση της αποφαινόμενης αρχής, η οποία κρίση, εν προκειμένω, παράγει έννομες συνέπειες όσον αφορά όχι μόνον την προθεσμία, αλλά και το ουσιαστικό περιεχόμενο της εξέτασης της αίτησης (λόγω της εφαρμογής του τεκμηρίου ότι η χώρα καταγωγής του αιτούντος είναι ασφαλής). |
|
170. |
Υπό τις περιστάσεις αυτές, εάν κριθεί ότι το εθνικό δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει αν εφαρμόστηκε παρά τον νόμο το συγκεκριμένο ειδικό καθεστώς ελέγχου της αίτησης –ήτοι εκείνο ακριβώς το στοιχείο το οποίο καθόρισε αποφασιστικά την όλη διαδικασία εξέτασης των αναγκών διεθνούς προστασίας του αιτούντος–, τούτο θα περιόριζε υπέρμετρα το εθνικό δικαστήριο, καθόσον δεν θα του επέτρεπε να υπερβεί, κατά την εκτίμηση του ζητήματος αν πρέπει να χορηγηθεί διεθνής προστασία στον αιτούντα, τα όρια που το συγκεκριμένο αυτό καθεστώς ελέγχου επιβάλλει. |
|
171. |
Όπως έχει ήδη υπομνησθεί, η πρωταρχική ratio των διαδικαστικών κανόνων που ορίζει η οδηγία 2013/32 έγκειται ακριβώς στη διαπίστωση των αναγκών διεθνούς προστασίας του αιτούντος. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι, όταν ο νομοθέτης της Ένωσης καθόριζε, με το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, το περιεχόμενο του δικαστικού ελέγχου, αποσκοπούσε στο να διασφαλίσει ότι οι υποθέσεις αυτές θα εξετάζονται πλήρως ( 105 ), όπερ οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή δικαστικό έλεγχο υπόκειται αναγκαίως και ο σύννομος ή μη χαρακτήρας της διαδικασίας που εφαρμόστηκε κατά την εξέταση της εκάστοτε αίτησης. |
|
172. |
Θα πρέπει να προστεθεί ότι, όταν το εθνικό δικαστήριο εξετάζει απόφαση που απορρίπτει αίτηση διεθνούς προστασίας η οποία υπήχθη στο επίμαχο εν προκειμένω ειδικό καθεστώς ελέγχου, δεν αποκλείεται, βεβαίως, να καταλήξει με βάση τα στοιχεία της δικογραφίας στην κρίση ότι θα πρέπει να ακυρωθεί η απορριπτική απόφαση και να χορηγηθεί η αιτηθείσα διεθνής προστασία. Στην περίπτωση αυτή, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι καθίσταται άνευ αντικειμένου η εξέταση του ζητήματος αν ο χαρακτηρισμός συγκεκριμένης τρίτης χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής ήταν σύννομος ( 106 ). |
|
173. |
Τούτου λεχθέντος, και σε αντίθεση με τη γενικότερη άποψη της Επιτροπής, προκύπτει από τα προεκτεθέντα ότι η εξέταση του επίμαχου εν προκειμένω ζητήματος του σύννομου ή μη χαρακτηρισμού χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής διατηρεί την έννομη σημασία της στις περιπτώσεις που η επί της ουσίας της αίτησης κρίση του εθνικού δικαστηρίου δεν διαφέρει από εκείνη της αποφαινόμενης αρχής. |
|
174. |
Πράγματι, ο μόνος τρόπος διά του οποίου μπορεί το εθνικό δικαστήριο να διασφαλίσει την κατάλληλη και πλήρη εξέταση της αίτησης (αφότου αυτή υπήχθη σε καθεστώς ελέγχου το οποίο δεν είχε έδαφος εφαρμογής) είναι είτε να διεξαγάγει την εξέταση το ίδιο, είτε να αναπέμψει τον φάκελο στην αποφαινόμενη αρχή ( 107 ). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να διατηρεί τη δυνατότητα να μη λάβει υπόψη τον μέχρι τούδε διαδικαστικό χειρισμό της υπόθεσης (κάτι που κατ’ ανάγκην συνεπάγεται ότι θα εκφέρει κρίση σχετικά με τον σύννομο ή μη χαρακτήρα του χειρισμού αυτού) και, κατά περίπτωση, να αποφανθεί κατά τρόπο δεσμευτικό επί του διαδικαστικού πλαισίου που θα πρέπει να εφαρμόσει η αποφαινόμενη αρχή κατά την εκ νέου εξέταση της αίτησης, ανεξαρτήτως αν ο αιτών προέβαλε αιτιάσεις σχετικές με τον μη σύννομο χαρακτήρα του διαδικαστικού πλαισίου που είχε αρχικώς εφαρμοστεί. |
|
175. |
Το συμπέρασμα αυτό δεν μεταβάλλεται από το σκεπτικό της απόφασης Fathi, στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 έχει την έννοια ότι το εθνικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν εφαρμόστηκαν ορθώς τα κριτήρια και οι μηχανισμοί προσδιορισμού του υπεύθυνου για την εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας κράτους μέλους κατά τον κανονισμό Δουβλίνο III ( 108 ). Προς αιτιολόγηση της κρίσης του αυτής, το Δικαστήριο παρέπεμψε σε συγκεκριμένες διατάξεις αμφοτέρων των επίμαχων πράξεων του δικαίου της Ένωσης, εκ των οποίων προέκυπτε, εν ολίγοις, ότι η οδηγία 2013/32 δεν προορίζεται να έχει εφαρμογή στις μεταξύ κρατών μελών διαδικασίες που διέπονται από τον κανονισμό Δουβλίνο III ( 109 ). Αντιθέτως, στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, τέτοιο ζήτημα δεν τίθεται. |
|
176. |
Ομοίως, το προπαρατεθέν συμπέρασμα δεν μεταβάλλεται ούτε από το γεγονός ότι ο προβλεπόμενος στο άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 έλεγχος δεν προσδιορίζεται ως «αυτεπάγγελτος», επομένως η διάταξη αυτή διαφέρει κατά τούτο από τις διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφοι 4 και 6, στις οποίες, όπως τονίζει η Ολλανδική Κυβέρνηση, πράγματι χρησιμοποιείται ο συγκεκριμένος προσδιορισμός. |
|
177. |
Πράγματι, το μεν άρθρο 46, παράγραφος 4, της οδηγίας 2013/32 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «τα κράτη μέλη δύνανται […] να προβλέπουν αυτεπάγγελτη επανεξέταση των αποφάσεων» που λαμβάνονται στο πλαίσιο διαδικασιών οι οποίες διεξάγονται στα σύνορα ή τις ζώνες διέλευσης ( 110 ). Το δε άρθρο 46, παράγραφος 6, της οδηγίας 2013/32 αφορά τις συνέπειες που προκύπτουν για τον αιτούντα από το γεγονός ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις (όπως στην περίπτωση που προέρχεται από ασφαλή χώρα καταγωγής), το οικείο κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να μην του επιτρέπει την παραμονή στο έδαφός του εν αναμονή της έκβασης της προσφυγής κατά της απόφασης που απορρίπτει την αίτησή του. Η ευχέρεια όμως αυτή των κρατών μελών τελεί υπό την επιφύλαξη ότι τα εθνικά δικαστήρια θα έχουν την εξουσία να κρίνουν αν ο αιτών μπορεί να παραμείνει στο έδαφος της χώρας «είτε με αίτημα του ενδιαφερόμενου αιτούντος είτε αυτεπάγγελτα […]» ( 111 ). |
|
178. |
Θεωρώ ότι καμία από τις δύο αυτές διατάξεις δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, διότι αυτές δεν αφορούν το περιεχόμενο του ελέγχου της υπόθεσης του εκάστοτε αιτούντος. |
|
179. |
Τούτου λεχθέντος, το γεγονός ότι ο νομοθέτης της Ένωσης αποφάσισε να χρησιμοποιήσει διαφορετικούς όρους προκειμένου να περιγράψει διαδικασίες ελέγχου σε διαφορετικές παραγράφους του ίδιου άρθρου (συγκεκριμένα, αφενός μεν τους όρους «αυτεπάγγελτη» και «αυτεπάγγελτα» στις διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφοι 4 και 6, της οδηγίας 2013/32, αντίστοιχα, αφετέρου δε τον όρο «πλήρη[ς]» στη διάταξη του άρθρου 46, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας) ασφαλώς δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη. |
|
180. |
Επισημαίνω ωστόσο ότι η θέση μου επί του ζητήματος, όπως περιγράφεται ανωτέρω, δεν ισοδυναμεί με την πρόταση ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να προβεί σε «πλήρη» εξέταση των νομικών ζητημάτων συνεπάγεται και παράλληλη υποχρέωση του ίδιου δικαστηρίου να εξετάσει τα ζητήματα αυτά αυτεπαγγέλτως, και δη χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός όσον αφορά το ουσιαστικό περιεχόμενό τους. Αυτό δεν ισχύει, πρωτίστως διότι –όπως προκύπτει από την απόφαση Alheto– το επίθετο «πλήρης» επιβεβαιώνει ότι ο δικαστής οφείλει να εξετάζει, μεταξύ άλλων, νομικά ζητήματα τα οποία δεν έλαβε υπόψη η αρχή που εξέδωσε την αρχική απόφαση. Εάν η απαίτηση αυτή συνδυαστεί με την υποχρέωση αυτεπάγγελτου ελέγχου, τούτο θα συνεπαγόταν υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να εξετάσει, και μάλιστα αυτεπαγγέλτως, ένα δυνητικά απροσδιόριστο σύνολο νομικών ζητημάτων ( 112 ). |
|
181. |
Αντιθέτως, το ζήτημα αν η αίτηση υπήχθη στο ορθό καθεστώς ελέγχου αποτελεί, καταρχάς, αναγκαίο μέρος της εκτίμησης που διενήργησε η αποφαινόμενη αρχή. Κατά δεύτερον, έχω ήδη εξηγήσει ότι η απόφαση της αποφαινόμενης αρχής να εφαρμόσει το ειδικό καθεστώς ελέγχου της αίτησης που σχετίζεται με την έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής επηρεάζει τις παραμέτρους της διενεργούμενης εξέτασης και, συνακόλουθα, συνδέεται στενά με το περιεχόμενο των στοιχείων που προσκομίζονται και που, ως εκ τούτου, είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο του δικαστικού ελέγχου. |
|
182. |
Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, είμαι της γνώμης ότι το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 έχει την έννοια ότι, όταν το εθνικό δικαστήριο επιλαμβάνεται προσφυγής ασκηθείσας κατά της απόφασης η οποία απορρίπτει αίτηση διεθνούς προστασίας ως προδήλως αβάσιμη κατά την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32, οφείλει, αν η αίτηση υπήχθη στο ειδικό καθεστώς ελέγχου που σχετίζεται με την έννοια της ασφαλούς χώρας καταγωγής και εφόσον η επί της ουσίας της αίτησης κρίση του δικαστηρίου δεν διαφέρει από εκείνη της αποφαινόμενης αρχής, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν ο χαρακτηρισμός της χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής αντιβαίνει στις απαιτήσεις της οδηγίας 2013/32, ακόμη και σε περίπτωση που ο αιτών δεν έχει προβάλει σχετική αιτίαση. |
3. Η συλλογιστική επί της επικουρικής πρότασης
|
183. |
Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαφωνήσει με το συμπέρασμα της προηγηθείσας ανάλυσης και κρίνει ότι, αντιθέτως, η έννοια της «πλήρ[ους] και ex nunc» εξέτασης κατά το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 δεν συνεπάγεται υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν ορθώς εφαρμόστηκε το ειδικό καθεστώς ελέγχου της αίτησης, τότε το ζήτημα αυτό θα επαφίεται, καταρχήν, στην κρίση των κρατών μελών, με την επιφύλαξη τήρησης των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας ( 113 ). |
|
184. |
Πρώτον, η τήρηση της αρχής της ισοδυναμίας επιβάλλει την ίση μεταχείριση των ένδικων βοηθημάτων με τα οποία προβάλλεται παραβίαση του εθνικού δικαίου και των παρεμφερών ένδικων βοηθημάτων με τα οποία προβάλλεται παραβίαση του δικαίου της Ένωσης ( 114 ). |
|
185. |
Όπως ήδη εκτέθηκε, το αιτούν δικαστήριο περιγράφει την πρακτική των διοικητικών δικαστηρίων της Τσεχίας κατά την οποία, στους τομείς που διέπονται –όπως αντιλαμβάνομαι– από το εθνικό δίκαιο, το δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη τυχόν διαδικαστικές πλημμέλειες που συνίστανται στην εκ μέρους διοικητικής αρχής έκδοση αποφάσεως η οποία αποκλείεται από το ισχύον στη συγκεκριμένη περίπτωση νομικό καθεστώς περί διαδικασίας. Παράλληλα, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η εφαρμογή της συγκεκριμένης πρακτικής δεν έχει επεκταθεί στις περιπτώσεις δικαστικού ελέγχου αποφάσεων επί αιτήσεων διεθνούς προστασίας οι οποίες διέπονται από τους οικείους κανόνες του δικαίου της Ένωσης. |
|
186. |
Συναφώς, παραπέμπω στην πάγια νομολογία κατά την οποία το ζήτημα αν υπάρχει έδαφος εφαρμογής της αρχής της ισοδυναμίας εξαρτάται από το αν τα ένδικα βοηθήματα, διά των οποίων προβάλλεται, κατά περίπτωση, παραβίαση του εθνικού δικαίου και παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, είναι πράγματι παρεμφερή. Το ζήτημα αυτό θα πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα «το αντικείμενο, την αιτία και τα ουσιώδη στοιχεία τους» ( 115 ), και λαμβανομένης υπόψη «της σημασίας [των σχετικών με τα ένδικα αυτά βοηθήματα διατάξεων] στο πλαίσιο της όλης διαδικασίας, του τρόπου διεξαγωγής της και των ιδιαιτεροτήτων της, ενώπιον των διαφόρων εθνικών δικαστηρίων» ( 116 ). Από την ίδια πάγια νομολογία προκύπτει επίσης ότι η εκτίμηση αυτή εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει άμεση γνώση των εφαρμοστέων δικονομικών κανόνων ( 117 ). |
|
187. |
Επομένως, υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν τα ένδικα βοηθήματα διά των οποίων προβάλλεται παραβίαση του εθνικού δικαίου και κατά την εκδίκαση των οποίων τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως το σύννομο ή μη της εφαρμοσθείσας διαδικασίας είναι παρεμφερή με την επίμαχη εν προκειμένω προσφυγή. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, η τήρηση της αρχής της ισοδυναμίας επιβάλλει στο αιτούν δικαστήριο να εφαρμόσει την προαναφερθείσα εθνική πρακτική και κατά την εκδίκαση της εκκρεμούς στην κύρια δίκη προσφυγής. |
|
188. |
Δεύτερον, προκειμένου να εκτιμηθεί αν τηρείται η αρχή της αποτελεσματικότητας, θα πρέπει να εξεταστεί αν το άρθρο 75, παράγραφος 2, του κώδικα διοικητικής δικονομίας –σύμφωνα με το οποίο το εθνικό δικαστήριο οφείλει, κατά τον έλεγχο των διοικητικών αποφάσεων, να εξετάζει μόνο τους ισχυρισμούς που προβάλλουν οι διάδικοι– καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή για τους αιτούντες διεθνή προστασία την άσκηση των δικαιωμάτων που αντλούν από τις οικείες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. |
|
189. |
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οσάκις τίθεται το ζήτημα αν μια εθνική διάταξη καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση δικαιωμάτων που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η σημασία της εν λόγω διάταξης στο πλαίσιο της όλης διαδικασίας, καθώς και της διεξαγωγής και των ιδιαιτεροτήτων της διαδικασίας αυτής, ενώπιον των διαφόρων εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων, καθώς και, κατά περίπτωση, η προστασία των δικαιωμάτων άμυνας, η αρχή της ασφάλειας δικαίου και η εύρυθμη διεξαγωγή της διαδικασίας ( 118 ). |
|
190. |
Όσον αφορά, δε, τις υποχρεώσεις αυτεπάγγελτης ενέργειας του εθνικού δικαστηρίου, επισημαίνω ότι από τη γενικότερη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αρχή της αποτελεσματικότητας δεν επιβάλλει την υποχρέωση στα εθνικά δικαστήρια να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως ισχυρισμό αντλούμενο από διάταξη του δικαίου της Ένωσης, ανεξαρτήτως της σπουδαιότητας της διατάξεως αυτής για την ενωσιακή έννομη τάξη, εφόσον οι διάδικοι έχουν πράγματι τη δυνατότητα να προβάλουν ισχυρισμό βασιζόμενο στο δίκαιο της Ένωσης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ( 119 ). |
|
191. |
Τούτου λεχθέντος, από τη μία μεν πλευρά είναι γεγονός ότι, συν τω χρόνω, το Δικαστήριο έχει διευρύνει ερμηνευτικά τις υποχρεώσεις αυτεπάγγελτης ενέργειας των εθνικών δικαστηρίων στον τομέα του δικαίου προστασίας των καταναλωτών, προκειμένου να διασφαλιστεί, εν ολίγοις, ότι οι καταναλωτές δεν θα δεσμεύονται από καταχρηστικές συμβατικές ρήτρες ( 120 ). |
|
192. |
Εντούτοις, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η προσέγγιση αυτή αφορά ειδικά τον τομέα του δικαίου στο πλαίσιο του οποίου αναπτύχθηκε. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει –διαλαμβάνοντας ορισμένες επιφυλάξεις οι οποίες προσιδιάζουν στον συγκεκριμένο τομέα του δικαίου– ότι δεν είναι επιβεβλημένη η εφαρμογή της ίδιας προσέγγισης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών, και δεν διακρίνω τους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι δεν ισχύει το ίδιο και στο προκείμενο πλαίσιο ( 121 ). |
|
193. |
Από την άλλη πλευρά, είναι επίσης γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η αρμόδια διοικητική αρχή οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της κράτησης υπηκόου τρίτης χώρας, λαμβάνοντας υπόψη ακόμη και αιτιάσεις τις οποίες δεν προέβαλε ο ενδιαφερόμενος. |
|
194. |
Ωστόσο, το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση αυτή, όχι για λόγους αναγόμενους στην τήρηση της αρχής της αποτελεσματικότητας, αλλά λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές και ακριβείς διατάξεις που θέσπισε ο νομοθέτης της Ένωσης σχετικά με τον δικαστικό έλεγχο της κράτησης υπηκόου τρίτης χώρας ( 122 ), υπό λογική εν πολλοίς παρόμοια με εκείνη που περιγράφεται στην προηγηθείσα ανάλυση σχετικά με την ακριβή διάταξη του άρθρου 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32. |
|
195. |
Επομένως, σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν αποδεχθεί την κύρια πρότασή μου, είμαι της γνώμης ότι η απάντηση που θα πρέπει να δοθεί στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας θα πρέπει να βασίζεται στη γενικότερη νομολογία του Δικαστηρίου η οποία υπομνήσθηκε στο σημείο 190 των παρουσών προτάσεων. |
|
196. |
Κατά τη συλλογιστική λοιπόν της νομολογίας αυτής, ουδόλως προκύπτει από δικογραφία ότι ο CV δεν είχε τη δυνατότητα να προβάλει, στο πλαίσιο εκδίκασης της προσφυγής του που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, τον ισχυρισμό ότι ο χαρακτηρισμός της Μολδαβίας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής αντέβαινε στους όρους του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/32. |
|
197. |
Τούτου λεχθέντος, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η εφαρμογή της ταχείας διαδικασίας καθιστά ιδιαιτέρως δυσχερή για τους αιτούντες την προβολή των ισχυρισμών τους. |
|
198. |
Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή δεν καταδεικνύει αφ’ εαυτής ότι είναι αδύνατο ή υπερβολικά δυσχερές για τους αιτούντες, όπως ο CV, να προβάλουν αιτιάσεις περί μη σύννομης εφαρμογής της έννοιας της ασφαλούς χώρας καταγωγής. |
|
199. |
Είναι γεγονός ότι, όπως υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας διοικητικής διαδικασίας, οι υποχρεώσεις του αιτούντος και της αποφαινόμενης αρχής διαφέρουν. |
|
200. |
Ειδικότερα, από τη θεώρηση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/95 προκύπτει ότι, αν και μπορεί να εναπόκειται στον αιτούντα διεθνή προστασία να υποβάλει τα πραγματικά στοιχεία που απαιτούνται για την εξέταση της αίτησης ( 123 ), ωστόσο δεν μπορεί να του ζητείται να θέτει ζητήματα σχετικά με το εφαρμοστέο κατά την εξέταση αυτή νομικό πλαίσιο. Το καθήκον αυτό ανήκει στην αποφαινόμενη αρχή, όπως εξάλλου αναγνωρίζει η ίδια διάταξη η οποία ορίζει, γενικώς, ότι «αποτελεί καθήκον των κρατών μελών να αξιολογούν, σε συνεργασία με τον αιτούντα, τα συναφή στοιχεία της αίτησής του» ( 124 ). |
|
201. |
Τούτου λεχθέντος, δεν θεωρώ ότι η συγκεκριμένη κατανομή καθηκόντων μεταξύ αιτούντος –καλούμενου να υποβάλει τα πραγματικά στοιχεία– και εθνικής αρχής –καλούμενης να προβεί στη νομική τους αξιολόγηση– καταδεικνύει αφ’ εαυτής κάποια υπερβολική δυσχέρεια διαρθρωτικού χαρακτήρα, η οποία θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να αντισταθμίζεται μέσω της αναγνώρισης υποχρέωσης του εθνικού δικαστηρίου να εξετάζει αυτεπαγγέλτως νομικά ζητήματα τα οποία ενδέχεται να αξιολογήθηκαν πλημμελώς. Εξάλλου, στο κεφάλαιο II της οδηγίας 2013/32 ορίζονται οι γενικές εγγυήσεις που πρέπει να προβλέπονται υπέρ του αιτούντος –ακόμη και στο πλαίσιο εφαρμογής της ταχείας διαδικασίας–, όπως η υποχρέωση παροχής πληροφοριών σχετικά με τη διαδικασία που ακολουθείται ( 125 ) και τις δυνατότητες προσβολής αρνητικής απόφασης ( 126 ), ή η υποχρέωση παροχής δωρεάν νομικής συνδρομής στις διαδικασίες άσκησης ένδικου βοηθήματος ( 127 ). |
|
202. |
Μολονότι η υποχρέωση των κρατών μελών να παρέχουν τις εγγυήσεις αυτές ενδέχεται να υπόκειται σε συγκεκριμένους περιορισμούς, και ενώ για ορισμένες εκ των εγγυήσεων αυτών απαιτείται η υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενδιαφερόμενο (κάτι που προϋποθέτει ότι ο αιτών γνωρίζει ήδη ότι προβλέπονται), ουδόλως προκύπτει από τη δικογραφία ότι ο CV στερήθηκε τα σχετικά ευεργετήματα. Επίσης, ουδόλως προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής του ήταν τόσο σύντομη ώστε να καθίσταται αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερής η προβολή του επίμαχου ισχυρισμού περί του μη σύννομου χαρακτηρισμού της Μολδαβίας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής. |
|
203. |
Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρώ ότι η αρχή της αποτελεσματικότητας δεν επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο την υποχρέωση να εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο χαρακτηρισμός χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής αντιβαίνει στην οδηγία 2013/32. |
V. Πρόταση
|
204. |
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Krajský soud v Brně (περιφερειακό δικαστήριο του Brno, Τσεχική Δημοκρατία) ως εξής:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ΕΕ 2013, L 180, σ. 60) (στο εξής: οδηγία 2013/32).
( 3 ) Βλ. τα σχετικά στοιχεία στη διεύθυνση https://whoiswho.euaa.europa.eu/Pages/safe-country-concept.aspx.
( 4 ) Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (STE αριθ. 005) και τέθηκε σε ισχύ στις 3 Σεπτεμβρίου 1953, όπως τροποποιήθηκε με τα πρωτόκολλα αριθ. 11, 14 και 15 και συμπληρώθηκε με τα πρωτόκολλα αριθ. 1, 4, 6, 7, 12, 13 και 16.
( 5 ) Πρωτόκολλο αριθ. 24, που προσαρτάται στη ΣΛΕΕ, για το άσυλο των υπηκόων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2010, C 83, σ. 305) (στο εξής: πρωτόκολλο αριθ. 24).
( 6 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ΕΕ 2011, L 337, σ. 9) (στο εξής: οδηγία 2011/95).
( 7 ) Με την επιφύλαξη της επαλήθευσης από το αιτούν δικαστήριο, επισημαίνω ότι η εδαφική αυτή εξαίρεση φαίνεται να έχει καταργηθεί από 1ης Οκτωβρίου 2023 διά της Vyhláška č. 289/2023 Sb, kterou se mění vyhláška č. 328/2015 Sb. (αποφάσεως 289/2023 περί τροποποίησης της αποφάσεως 328/2015, στο εξής: απόφαση 289/2023). Βλ. τα συναφή στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί στη διεύθυνση https://whoiswho.euaa.europa.eu/Pages/safe-country-concept.aspx.
( 8 ) Περαιτέρω, το άρθρο 85b, παράγραφος 1, του νόμου περί ασύλου προβλέπει ότι, μετά την έκδοση απόφασης που απορρίπτει ως προδήλως αβάσιμη την αίτηση διεθνούς προστασίας, και εφόσον η απόφαση αυτή δεν ακυρώθηκε δικαστικά, ή κατόπιν έκδοσης απόφασης περί απόρριψης της αιτήσεως αναστολής εκτέλεσης της συγκεκριμένης αποφάσεως από πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το υπουργείο εκδίδει αυτεπαγγέλτως διαταγή απομακρύνσεως με μέγιστη διάρκεια ισχύος ενός μηνός.
( 9 ) Στη διάταξη περί παραπομπής γίνεται μνεία δύο εγγράφων, τιτλοφορούμενων «Évaluation de la Moldavie comme pays d’origine sûr, situation en juillet 2021», τη 28ης Ιουλίου 2021, και «Informations du Bureau fédéral de la Migration et des Réfugiés de juin 2021».
( 10 ) Βλ. υποσημείωση 7 των παρουσών προτάσεων.
( 11 ) Ρηματική διακοίνωση της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Δημοκρατίας της Μολδαβίας υπ’ αριθ. FRA-CoE/352.6/410110, της 11ης Απριλίου 2024, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 11 Απριλίου 2024, διαθέσιμη στη διεύθυνση rm.coe.int/0900001680af4f7e.
( 12 ) Βλ. υποσημείωση 7 των παρουσών προτάσεων.
( 13 ) Κατά πάγια νομολογία, «τα προδικαστικά ερωτήματα τα οποία υποβάλλονται στο Δικαστήριο θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί.» Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 7ης Μαρτίου 2024, Roheline Kogukond κ.λπ. (C‑234/22, EU:C:2024:211, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 14 ) Βλ., αντιστοίχως, άρθρα 36 και 37 (και παράρτημα I) της οδηγίας 2013/32 (ασφαλής χώρα καταγωγής), άρθρο 38 (ασφαλής τρίτη χώρα) και άρθρο 39 (ευρωπαϊκή ασφαλής τρίτη χώρα) της οδηγίας 2013/32. Για περαιτέρω εξηγήσεις όσον αφορά τις διαφορετικές αυτές έννοιες, βλ. Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (στο εξής: EUAA), «Applying the Concept of Safe Countries in the Asylum Procedure», Δεκέμβριος 2022. Βλ. επίσης Goldner Lang, I., και Nagy, B., «External border control techniques in the EU as a challenge to the principle of non-refoulement», European Constitutional Law Review, τόμος 17, τεύχος 3, 2021, σ. 442 έως 470.
( 15 ) Όπως αναφέρουν οι Martenson, H., και McCarthy, J., στο «In General, no serious risk of persecution: Safe country of origin practices in nine European States», Journal of Refugee Studies, τόμος 11, αριθ. 3, 1998, σ. 304 έως 325, στη σ. 306. Βλ., επίσης, van Selm, J., «Access to Procedures “Safe Third Countries”, “Safe Countries of Origin” and “Time Limits”», 2001, διαθέσιμο στη διεύθυνση https://www.unhcr.org/media/access-procedures-safe-third-countries-safe-countries-origin-and-time-limits.
( 16 ) Επί αμφοτέρων των παραμέτρων του ζητήματος, βλ., για παράδειγμα, Goodwin-Gill, G.S., «Safe country? Says who?», International Journal of Refugee Law, τόμος 4, τεύχος 2, Απρίλιος 1992, σ. 248 έως 250· Costello, C., «Safe country? Says who?», International Journal of Refugee Law, τόμος 28, τεύχος 4, 2016, σ. 601 έως 622. Βλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 28ης Ιουλίου 2011, Samba Diouf (C‑69/10, EU:C:2011:524, στο εξής: απόφαση Samba Diouf, σκέψη 65).
( 17 ) Βλ. παράρτημα I, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2013/32.
( 18 ) Βλ. τον διαδραστικό χάρτη στον οποίο περιλαμβάνονται οι κατάλογοι των ασφαλών χωρών καταγωγής στη διεύθυνση https://whoiswho.euaa.europa.eu/Pages/safe-country-concept.aspx.
( 19 ) Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα (ΕΕ 2005, L 326, σ. 13). Η οδηγία αυτή καταργήθηκε με την οδηγία 2013/32.
( 20 ) Απόφαση της 6ης Μαΐου 2008, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C‑133/06, EU:C:2008:257). Στη συνέχεια, η ίδια ιδέα περιλήφθηκε εκ νέου σε νομοθετικές προτάσεις. Βλ. πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση ενωσιακού κοινού καταλόγου ασφαλών χωρών καταγωγής για τους σκοπούς της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, και για την τροποποίηση της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, COM(2015) 452, καθώς και πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση και την κατάργηση της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, COM/2016/0467 final, σ. 18 και 19. Για την πλέον πρόσφατη –και διαθέσιμη κατά τον χρόνο σύνταξης των παρουσών προτάσεων– εξέλιξη της νομοθετικής διαδικασίας, βλ. άρθρο 62 του κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση και την κατάργηση της οδηγίας 2013/32/EU, έγγραφο PE 16 2024 REV 1 της 15ης Μαΐου 2024.
( 21 ) Σύμβασις περί του καθεστώτος των προσφύγων, όπως τροποποιήθηκε με το πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης, της 31ης Ιανουαρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης).
( 22 ) Στο κείμενο της οδηγίας γίνεται λόγος για την ΕΥΥΑ (Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο), την οποία όμως έχει ήδη διαδεχθεί ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA). Βλ. κανονισμό (ΕΕ) 2021/2303 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2021, σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 439/2010 (ΕΕ 2021, L 468, σ. 1).
( 23 ) Άρθρο 37, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32.
( 24 ) Απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, A (C‑404/17, EU:C:2018:588, στο εξής: απόφαση A, σκέψη 25). Βλ., επίσης, άρθρο 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32.
( 25 ) Άρθρο 31, παράγραφος 9, της οδηγίας 2013/32.
( 26 ) Η υπογράμμιση δική μου. Βλ.. τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου31, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, και του άρθρου32, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32, καθώς και απόφαση A, σκέψη 26. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το αρμόδιο υπουργείο προσέδωσε τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό στην αίτηση του CV.
( 27 ) Όπως επισημαίνεται και στην απόφαση A (σκέψη 27), η οποία παραπέμπει στο άρθρο 46, παράγραφοι 5 και 6, της οδηγίας 2013/32. Υπενθυμίζω ότι, κατόπιν αιτήματος του CV, το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε την εκτέλεση της απορριπτικής απόφασης εν αναμονή της έκβασης της προσφυγής του. Βλ. σημείο 29 των παρουσών προτάσεων.
( 28 ) Θεωρώ ότι, για τους σκοπούς της υπό κρίση υπόθεσης, παρέλκει η συζήτηση επί της απόψεως της Επιτροπής ότι το άρθρο 16 του νόμου περί ασύλου, περί του οποίου έγινε λόγος στο σημείο 18 των παρουσών προτάσεων, αντιβαίνει στην οδηγία 2013/32 διότι απαλλάσσει την αποφαινόμενη αρχή από την υποχρέωση ατομικής εξέτασης των αναγκών διεθνούς προστασίας των αιτούντων που προέρχονται από ασφαλείς χώρες καταγωγής. Εάν πράγματι ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε θα συντασσόμουν με την άποψη της Επιτροπής. Ωστόσο, από τη διάταξη περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι κατά την εξέταση της αίτησης του CV δεν εκτιμήθηκαν οι ανάγκες του διεθνούς προστασίας.
( 29 ) Απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Σεπτεμβρίου 2021, Dareskizb κατά Αρμενίας (CE:ECHR:2021:0921JUD006173708, στο εξής: απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Dareskizb § 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 30 ) Όπ.π.
( 31 ) Όπως προκύπτει ευθέως από το άρθρο 15, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ.
( 32 ) Βλ. άρθρα 1 και 3 του έκτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, άρθρα 1 και 2 του δέκατου τρίτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 3, του έβδομου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
( 33 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση του ΕΔΔΑ της 26ης Σεπτεμβρίου 2023, Yüksel Yalçınkaya κατά Τουρκίας (CE:ECHR:2023:0926JUD001566920, στο εξής: απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Yüksel Yalçınkaya § 348 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 34 ) Βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Dareskizb (§ 62).
( 35 ) Συναφώς, το ΕΔΔΑ φαίνεται να αποδέχεται ότι η εξαιρετική κατάσταση λόγω της οποίας συμβαλλόμενο μέρος προσφεύγει σε επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ είναι δυνατόν να μην έχει αυστηρώς προσωρινό χαρακτήρα. Βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 19ης Φεβρουαρίου 2009, A. κ.λπ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (CE:ECHR:2009:0219JUD000345505, στο εξής: απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση A κ.λπ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου § 178), στην οποία, ωστόσο, το ΕΔΔΑ επισημαίνει ότι «το ζήτημα της αναλογικότητας των μέτρων αντιμετώπισης του κινδύνου μπορεί να συσχετίζεται με τη διάρκεια αυτού».
( 36 ) Βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Yüksel Yalçınkaya (§ 349 και 350 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 37 ) Βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση A. κ.λπ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (§ 184 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 38 ) Βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση A. κ.λπ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (§ 161 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 39 ) Όπως επιβεβαιώνεται και στον οδηγό του ΕΔΔΑ με τίτλο «Guide on Article 15 of the European Convention on Human Rights – Derogation in time of emergency», Φεβρουάριος 2022, σ. 5, σημείο 4.
( 40 ) Βλ. την ειδική ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης με τον κατάλογο των παρεκκλίσεων που έχουν κοινοποιηθεί: https://www.coe.int/en/web/conventions/derogations-covid-19.
( 41 ) Βλ. συντακτική ομάδα για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε καταστάσεις κρίσης (CDDH-SCR) της Διευθύνουσας Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (CDDH), «Draft Explanatory Memorandum to the draft Recommendation of the Committee of Ministers on the effective protection of human rights in situations of crisis», CDDH-SCR(2024)02, 10 Ιανουαρίου 2024, παράγραφος 46.
( 42 ) Η κοινοποίηση που υπέβαλε η Μολδαβία στο πλαίσιο της πανδημίας COVID‑19 είναι αδιάφορη εν προκειμένω. Όσον αφορά δε την ανάκλησή της, βλ. ρηματική διακοίνωση της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Δημοκρατίας της Μολδαβίας υπ’ αριθ. FRA-CoE/352/175, της 29ης Απριλίου 2021, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 29 Απριλίου 2021, διαθέσιμη στη διεύθυνση rm.coe.int/1680a24f55.
( 43 ) Βλ. παράρτημα I, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2013/32.
( 44 ) Βλ. συντακτική ομάδα για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε καταστάσεις κρίσης (CDDH-SCR) της Διευθύνουσας Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (CDDH), «Draft Recommendation of the Committee of Ministers on the effective protection of human rights in situations of crisis», CDDH-SCR(2024)01, 10 Ιανουαρίου 2024, 8η αιτιολογική σκέψη.
( 45 ) Βλ. σημείο 61 των παρουσών προτάσεων.
( 46 ) Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Τσεχική Κυβέρνηση έφερε ως παράδειγμα την πανδημία της COVID‑19, κατά τη διάρκεια της οποίας τρία κράτη μέλη αποφάσισαν να προσφύγουν σε επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ –όπως σημειώνεται και στο σημείο 63 των παρουσών προτάσεων–, ενώ τα λοιπά κράτη μέλη δεν το έπραξαν, μολονότι –αν αντιλαμβάνομαι ορθώς το επιχείρημα– η γενικότερη κατάσταση που προκάλεσε η πανδημία δεν διέφερε ουσιωδώς μεταξύ των κρατών μελών.
( 47 ) Αντιλαμβάνομαι ότι η κοινοποίηση αυτή αντιστοιχεί στη ρηματική διακοίνωση της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Δημοκρατίας της Μολδαβίας υπ’ αριθ. FRA-CoE/352/81, της 25ης Φεβρουαρίου 2022, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 25 Φεβρουαρίου 2022, https://rm.coe.int/0900001680a5a421. Το ζήτημα αν η παρέκκλιση αυτή παραμένει σε ισχύ δεν μου είναι απολύτως σαφές με βάση τις δημοσίως διαθέσιμες πηγές, ωστόσο αντιλαμβάνομαι –υπό την επιφύλαξη της επαλήθευσης από το αιτούν δικαστήριο– ότι η κατάσταση έκτακτης ανάγκης η οποία στάθηκε αφορμή για την εν λόγω παρέκκλιση έχει πλέον αρθεί, όπως αυτό φαίνεται να προκύπτει από τη δεύτερη παράγραφο της ρηματικής διακοίνωσης της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Δημοκρατίας της Μολδαβίας υπ’ αριθ. FRA-CoE/352/96, της 3ης Μαρτίου 2022, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 3 Μαρτίου 2022, διαθέσιμη στη διεύθυνση https://rm.coe.int/0900001680a5b630, την οποία επίσης μνημονεύει το αιτούν δικαστήριο.
( 48 ) Βλ. ρηματική διακοίνωση υπ’ αριθ. FRA-CoE/352/96, στην οποία παραπέμπει η αμέσως προηγούμενη υποσημείωση. Υπό την επιφύλαξη επαλήθευσης από το αιτούν δικαστήριο, φαίνεται ότι η παρέκκλιση που ανακοινώθηκε με την κοινοποίηση της 3ης Μαρτίου 2022 παρατάθηκε διαδοχικά μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2023 και ανακλήθηκε στις 11 Απριλίου 2024, διά της κοινοποίησης στην οποία παραπέμπει η υποσημείωση 11 των παρουσών προτάσεων, όπως εκτίθεται στο σημείο 33. Για τον πλήρη κατάλογο των κοινοποιήσεων βλ. https://www.coe.int/en/web/conventions/cets-number-/-abridged-title-known?module=declarations-by-treaty&numSte=005&codeNature=0.
( 49 ) Για τον πλήρη κατάλογο των μέτρων, βλ. ρηματική διακοίνωση υπ’ αριθ. FRA-CoE/352/96, στην οποία παραπέμπει η υποσημείωση 47 των παρουσών προτάσεων.
( 50 ) Βλ. ρηματική διακοίνωση υπ’ αριθ. FRA-CoE/352/96, στην οποία παραπέμπει η υποσημείωση 47 των παρουσών προτάσεων.
( 51 ) Βλ., για παράδειγμα, ρηματική διακοίνωση της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Δημοκρατίας της Μολδαβίας υπ’ αριθ. FRA-CoE/352.2/410, της 29ης Νοεμβρίου 2023, διαθέσιμη στη διεύθυνση https://rm.coe.int/0900001680ad80c6, καθώς και τις προηγούμενες κοινοποιήσεις, οι οποίες είναι διαθέσιμες στον ιστότοπο στον οποίο παραπέμπει η υποσημείωση 48 των παρουσών προτάσεων.
( 52 ) Ρηματική διακοίνωση της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Δημοκρατίας της Μολδαβίας υπ’ αριθ. FRA-CoE/352/124, της 2ας Απριλίου 2021.
( 53 ) Βλ. σημείο 47 των παρουσών προτάσεων. Στην αιτιολογική σκέψη 48 της οδηγίας 2013/32 διαλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, ότι, «[ό]ταν τα κράτη μέλη διαπιστώνουν σημαντική αλλαγή της κατάστασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε χώρα την οποία έχουν χαρακτηρίσει ασφαλή, θα πρέπει να μεριμνούν ώστε η κατάσταση να επανεξετάζεται το ταχύτερο δυνατό και, εφόσον απαιτείται, να αναθεωρείται ο χαρακτηρισμός της χώρας ως ασφαλούς».
( 54 ) Οι λοιπές εξαιρετικές περιπτώσεις σχετίζονται με την κίνηση ή την ολοκλήρωση των διαδικασιών οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, ΣΕΕ, αντίστοιχα, και αφορούν «σοβαρ[ή] και διαρκ[ή] παραβίασ[η] από κράτος μέλος των αξιών του άρθρου 2 [ΣΕΕ]», όπως ορίζεται στο άρθρο μόνο, στοιχεία βʹ και γʹ, του πρωτοκόλλου αριθ. 24. Η δε τέταρτη εξαιρετική περίπτωση συντρέχει όταν κράτος μέλος αποφασίζει να προχωρήσει στην εξέταση συγκεκριμένης αίτησης, υπό τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο μόνο, στοιχείο δʹ, του πρωτοκόλλου αριθ. 24.
( 55 ) Βλ. άρθρο 33 της οδηγίας 2013/32.
( 56 ) Με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ προσαρτήθηκε στη Συνθήκη ΕΚ το Πρωτόκολλο για το άσυλο των υπηκόων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 1997, C 340, σ. 103).
( 57 ) Βλ., γενικώς, γνωμοδότηση 2/13 (Προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ), της 18ης Δεκεμβρίου 2014 (EU:C:2014:2454, σκέψη 191 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 58 ) Στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη του πρωτοκόλλου αριθ. 24 υπενθυμίζεται ότι, «σύμφωνα με το άρθρο 49 [ΣΕΕ], κάθε ευρωπαϊκό κράτος όταν υποβάλει αίτηση για να καταστεί μέλος της Ένωσης, πρέπει να σέβεται τις αξίες που διακηρύσσονται στο άρθρο 2 [ΣΕΕ]». Βλ., επίσης, τρίτη αιτιολογική σκέψη του αρχικού πρωτοκόλλου.
( 59 ) Βλ. έκτη αιτιολογική σκέψη του πρωτοκόλλου αριθ. 24 και πέμπτη αιτιολογική σκέψη του αρχικού πρωτοκόλλου.
( 60 ) Όγδοη αιτιολογική σκέψη εκάστου πρωτοκόλλου. Υποστηρίζεται ότι αφορμή για την κατάρτιση του αρχικού πρωτοκόλλου αποτέλεσε υπόθεση στην οποία Ισπανός υπήκοος, κατηγορούμενος για συμμετοχή σε τρομοκρατικές ενέργειες, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στο Βέλγιο κατά την εξέταση της οποίας το βελγικό δικαστήριο έκρινε την Ισπανία μη ασφαλή χώρα. Βλ. Martenson, H., και McCarthy, J., «In general, no serious risk of persecution: Safe country of origin practices in nine European States», Journal of Refugee Studies, τόμος 11, αριθ. 3, (1998), σ. 311. Βλ., επίσης, van Selm, J., «Access to Procedures “Safe Third Countries”, “Safe Countries of Origin” and “Time Limits”», 2001, σημείο 93, διαθέσιμο στη διεύθυνση https://www.unhcr.org/media/access-procedures-safe-third-countries-safe-countries-origin-and-time-limits. Επισημαίνω ότι, με τη δήλωση αριθ. 5 για το πρωτόκολλο για το άσυλο των υπηκόων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 1997, C 340, σ. 144), η οποία προσαρτήθηκε στη Συνθήκη του Άμστερνταμ, το Βέλγιο δήλωσε ότι θα προβαίνει σε ατομική εξέταση κάθε αίτησης ασύλου υπηκόου άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με τις υποχρεώσεις του βάσει της Σύμβασης της Γενεύης.
( 61 ) Δεν θεωρώ αναγκαία για τις ανάγκες της υπό κρίση υπόθεσης την εξέταση του ζητήματος αν η εκ μέρους κράτους μέλους επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ συνεπάγεται απλή ευχέρεια εξέτασης τυχόν αιτήσεων που υποβάλλονται από υπηκόους του κράτους αυτού, όπως υποστηρίζει η Τσεχική Κυβέρνηση, ή αν γεννά σχετική υποχρέωση, όπως εκτιμά το αιτούν δικαστήριο. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρωτόκολλο αριθ. 24 εισάγει εξαίρεση στη γενική υποχρέωση εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, τείνω να συμφωνήσω με την ερμηνευτική προσέγγιση που προκρίνει το αιτούν δικαστήριο.
( 62 ) Βλ. τη διευκρίνιση που διαλαμβάνεται στην υποσημείωση 7, καθώς και στο σημείο 34, των παρουσών προτάσεων.
( 63 ) Καλούμενη, ενίοτε, εναλλακτική λύση της εγχώριας προστασίας ή της εσωτερικής φυγής. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/95 ορίζει ότι, «[σ]τα πλαίσια της αξιολόγησης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι ο αιτών δεν χρήζει διεθνούς προστασίας εάν σε τμήμα της χώρας καταγωγής: α) δεν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι θα υποστεί δίωξη ή ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ή β) έχει πρόσβαση σε προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως ορίζονται στο άρθρο 7, και μπορεί νόμιμα και με ασφάλεια να ταξιδέψει και να γίνει δεκτός σε εκείνο το τμήμα της χώρας και μπορεί λογικά να αναμένεται να εγκατασταθεί εκεί». Η υπογράμμιση δική μου.
( 64 ) Ομοίως, η UNHCR έχει απευθύνει προειδοποίηση για τον κίνδυνο σύγχυσης μεταξύ των δύο εννοιών, για τον λόγο ότι «τα περίπλοκα ζητήματα που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή της εναλλακτικής λύσης της εσωτερικής φυγής επιβάλλουν ενδελεχή εξέταση της εκάστοτε υπόθεσης», με επιπλέον συνέπεια, κατά την UNHCR, να καθίσταται μη ενδεδειγμένη η εφαρμογή της ταχείας διαδικασίας. Βλ. UNHCR, «Improving Asylum Procedures: Comparative Analysis and Recommendations for Law and Practice, Key Findings and Recommendations», Μάρτιος 2010, σ. 67, https://www.refworld.org/reference/research/unhcr/2010/en/92062. Βλ., επίσης, UNHCR, «Guidelines on International Protection No 4 [Κατευθυντήριες Οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας για τη Διεθνή Προστασία αριθ. 4]: “Internal Flight or Relocation Alternative” Within the Context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or 1967 Protocol Relating to the Status of Refugees», 23 Ιουλίου 2003, HCR/GIP/03/04, σ. 8, σημείο 36· ή «UNHCR Observations on the Law Proposal amending the Obligation to Leave and Prohibition on Entry Act, the Law Enforcement Act and the Act on Granting International Protection to Aliens», 12 Νοεμβρίου 2018, http://www.refworld.org/docid/5c66ceb77.html, σημείο 22.
( 65 ) Βλ., για παράδειγμα, UNHCR, «Observations by the UNHCR Representation for Northern Europe on the proposal to introduce in Sweden a list of safe countries of origin», 31 Μαρτίου 2020, www.refworld.org/docid/5e8345014.html, σ. 3, σημείο 8· UNHCR, «Comments on the European Commission’s Proposal for an Asylum Procedures Regulation – COM(2016) 467», Απρίλιος 2019, www.refworld.org/docid/5cb597a27.html, σ. 43· UNHCR, «Improving Asylum Procedures: […]» (έγγραφο στο οποίο παραπέμπει η υποσημείωση 64 των παρουσών προτάσεων), σ. 65· «UNHCR’s Summary Observations on the Amended Proposal by the European Commission for a Council Directive on Minimum Standards on Procedures in Member States for Granting and Withdrawing Refugee Status [COM(2000) 326 final/2, 18 June 2002]», https://www.refworld.org/legal/intlegcomments/unhcr/2003/en/31802, σ. 8.
( 66 ) Πρβλ. αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Απομάκρυνση – Θεραπευτική κάνναβη) (C‑69/21, EU:C:2022:913, σκέψη 55), και της 14ης Μαΐου 2019, M κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα) [C‑391/16, C‑77/17 και C‑78/17, EU:C:2019:403, στο εξής: απόφαση Μ κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα), σκέψη 82].
( 67 ) Βλ., για παράδειγμα, UNHCR, «Observations by the UNHCR Representation for Northern Europe on the proposal to introduce in Sweden a list of safe countries of origin», 31 Μαρτίου 2020, www.refworld.org/docid/5e8345014.html, σ. 4, σημείο 11· UNHCR, «Observations on the Law Proposal amending the Obligation to Leave […]» (έγγραφο στο οποίο παραπέμπει η υποσημείωση 64 των παρουσών προτάσεων), σημείο 21· UNHCR, «Improving Asylum Procedures: […]», (έγγραφο στο οποίο παραπέμπει η υποσημείωση 64 των παρουσών προτάσεων), σ. 67· UNHCR, «Summary of UNHCR’s Provisional Observations on the Proposal for a Council Directive on Minimum Standards on Procedures in Member States for Granting and Withdrawing Refugee Status (Council Document 14203/04, Asile 64, of 9 November 2004)», σ. 4 in fine.
( 68 ) Κατά το άρθρο2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, νοείται ως «“πρόσφυγας”, ο υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ευρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας ή ο ανιθαγενής ο οποίος, ευρισκόμενος εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του για τους ίδιους προαναφερθέντες λόγους, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν […]». Η υπογράμμιση δική μου.
( 69 ) Βλ. άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη, κατά το οποίο «[κ]ανείς δεν μπορεί να απομακρυνθεί, να απελαθεί ή να εκδοθεί προς κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση». Η υπογράμμιση δική μου.
( 70 ) Το άρθρο 30, παράγραφος 1, της οδηγίας 2005/85 όριζε ότι «[…] τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν νομοθεσία που προβλέπει […] τον εθνικό χαρακτηρισμό τρίτων χωρών […] ως ασφαλών χωρών καταγωγής για την εξέταση αιτήσεων ασύλου. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει το χαρακτηρισμό τμήματος χώρας ως ασφαλούς εφόσον στο τμήμα αυτό πληρούνται οι όροι του παραρτήματος ΙΙ».
( 71 ) Το άρθρο 30, παράγραφος 3, της οδηγίας 2005/85 προέβλεπε ότι «[τ]α κράτη μέλη μπορούν επίσης να διατηρήσουν νομοθεσία σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2005 η οποία επιτρέπει τον εθνικό χαρακτηρισμό τμήματος χώρας ως ασφαλούς ή χώρας ή τμήματος χώρας ως ασφαλούς για συγκεκριμένη ομάδα ατόμων στη χώρα αυτή, εφόσον οι όροι […] πληρούνται σε σχέση με αυτό το τμήμα ή ομάδα».
( 72 ) Βλ. άρθρο 31, παράγραφος 8, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2013/32. Η οδηγία δεν ορίζει συγκεκριμένη διάρκεια της ταχείας διαδικασίας και εξουσιοδοτεί προς τούτο τα κράτη μέλη, υπό τον όρο ότι αυτή θα πρέπει να είναι «εύλογη», όπως ήδη επισημάνθηκε εν συντομία στο σημείο 50 των παρουσών προτάσεων και όπως προκύπτει από το άρθρο 31, παράγραφος 9, της οδηγίας 2013/32. Αντιθέτως, η διάρκεια της συνήθους διαδικασίας ορίζεται στο άρθρο 31, παράγραφοι 3 και 5, της ίδιας οδηγίας σε έξι μήνες από την κατάθεση της αίτησης, διάστημα το οποίο μπορεί να παρατείνεται ώστε η διαδικασία να ολοκληρωθεί «το αργότερο εντός 21 μηνών μετά την κατάθεση της αίτησης».
( 73 ) Κατά τη συνδυασμένη θεώρηση του άρθρου 46, παράγραφοι 5 και 6, της οδηγίας 2013/32. Επί των διατάξεων αυτών, βλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία) (C‑808/18, EU:C:2020:1029, σκέψεις 303 και 271). Βλ., επίσης, διάταξη της 5ης Ιουλίου 2018, C κ.λπ. (C‑269/18 PPU, EU:C:2018:544, σκέψη 53).
( 74 ) Βλ. άρθρο 36, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2013/32.
( 75 ) Παράρτημα στην πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα (αναδιατύπωση), COM(2009) 554 τελικό ANNEX, σ. 15 του παραρτήματος (μόνο στην αγγλική γλώσσα). Η υπογράμμιση δική μου.
( 76 ) Παρέκκλισης παρόμοιας με εκείνη που προτείνεται στο σχέδιο της αιτιολογικής σκέψης 80 και του άρθρου 61, παράγραφος 2 –όπως αυτά εμφανίζονται στο έγγραφο PE 16 2024 REV 1, της 15ης Μαΐου 2024, στο οποίο παραπέμπει η υποσημείωση 20 των παρουσών προτάσεων–, όπου αναγνωρίζεται η δυνατότητα του χαρακτηρισμού τρίτης χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής «με εξαιρέσεις για συγκεκριμένα τμήματα του εδάφους της ή για σαφώς αναγνωρίσιμες κατηγορίες προσώπων». Όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά τον χρόνο που οι παρούσες προτάσεις λάμβαναν την τελική τους μορφή, το έγγραφο αυτό αποτελούσε το πλέον πρόσφατο στοιχείο της εν εξελίξει νομοθετικής διαδικασίας σχετικά με την πρόταση κανονισμού για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση και την κατάργηση της οδηγίας 2013/32/ΕΕ (COM/2016/0467 final).
( 77 ) Παράρτημα στην πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα (αναδιατύπωση), COM(2009) 554 τελικό ANNEX, σ. 15 του παραρτήματος (μόνο στην αγγλική γλώσσα).
( 78 ) Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής που συνοδεύει την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα – Εκτίμηση επιπτώσεων, SEC(2009) 1376, σ. 34. Βλ. Επίσης τα παραρτήματα του εγγράφου εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής που συνοδεύει την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα – Εκτίμηση επιπτώσεων, SEC(2009) 1376 (μέρος II), σ. 66 έως 68.
( 79 ) Στην αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 2005/85 διαλαμβάνεται ότι «οι ελάχιστες προδιαγραφές [της εν λόγω οδηγίας] συνιστούν […] ένα πρώτο μέτρο στις διαδικασίες ασύλου», ενώ στην αιτιολογική σκέψη 12 της οδηγίας 2013/32 διαλαμβάνεται ότι «[κ]ύριος στόχος της [εν λόγω οδηγίας] είναι η περαιτέρω ανάπτυξη απαιτήσεων για τις διαδικασίες χορήγησης και ανάκλησης της διεθνούς προστασίας στα κράτη μέλη ενόψει της δημιουργίας κοινής διαδικασίας ασύλου στην Ένωση.»
( 80 ) Όσον αφορά τις πολιτικές δυσκολίες που ενείχε το εγχείρημα αυτό, βλ. τα παραρτήματα του εγγράφου εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής στο οποίο παραπέμπει η υποσημείωση 78 των παρουσών προτάσεων, σ. 18.
( 81 ) Βλ. άρθρο 30, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2005/85.
( 82 ) Λόγω των υφισταμένων διαφορών όσον αφορά την κατάρτιση αλλά και το περιεχόμενο των εθνικών καταλόγων ασφαλών χωρών καταγωγής.
( 83 ) Από τα εκτιθέμενα στο σημείο 0 των παρουσών προτάσεων προκύπτει ότι, υπό το προηγούμενο καθεστώς, γινόταν διάκριση μεταξύ δύο κύριων περιπτώσεων: ενώ ο εθνικός χαρακτηρισμός χώρας ως εν μέρει ασφαλούς από εδαφικής απόψεως έπρεπε να βασίζεται στις κοινές προϋποθέσεις χαρακτηρισμού (άρθρο 30, παράγραφος 1, της οδηγίας 2005/85), ο χαρακτηρισμός χώρας ως ασφαλούς χώρας καταγωγής για μέρος του πληθυσμού ήταν επιτρεπτός μόνον εφόσον η προϋφιστάμενη εθνική νομοθεσία παρείχε ήδη τη δυνατότητα αυτή, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα ρήτρα standstill του άρθρου 30, παράγραφος 3, της οδηγίας 2005/85.
( 84 ) Υπενθυμίζω ότι αυτό συμβαίνει μόνον όταν ο αιτών έχει την ιθαγένεια ή τη συνήθη διαμονή του σε χώρα αυτής της κατηγορίας και, ταυτόχρονα, δεν έχει προβάλει σοβαρούς λόγους για να θεωρηθεί ότι η χώρα δεν είναι ασφαλής χώρα καταγωγής υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες στις οποίες ευρίσκεται.
( 85 ) Υπενθυμίζω ότι η άποψη της Επιτροπής που εξετάζεται σε αυτό το τμήμα των προτάσεων συγκλίνει με την βασική θέση της Τσεχικής και της Ολλανδικής Κυβέρνησης, οι οποίες υποστηρίζουν γενικότερα το επιτρεπτό των εδαφικών εξαιρέσεων.
( 86 ) Στην απόφασή του της 18ης Δεκεμβρίου 1996, Λοϊζίδου κατά Τουρκίας (CE:ECHR:1996:1218JUD001531889 § 56), το ΕΔΔΑ κάνει λόγο για «ουσιαστικό συνολικό έλεγχο».
( 87 ) Βλ., ιδίως, άρθρο 8 του Σχεδίου Άρθρων της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου για την Ευθύνη των Κρατών για Διεθνώς Παράνομες Πράξεις, καθώς και τα σχετικά σχόλια, Yearbook of the International Law Commission, 2001, τόμος II, Μέρος Δύο, ιδίως σ. 47 και σημείο 4. Επίσης, Talmon, S., «The Responsibility of Outside Powers for Acts of Secessionist Entities», International and Comparative Law Quarterly, τόμος 58, αριθ. 3, 2009, σ. 493 έως 517, ιδίως σ. 493.
( 88 ) Βλ., ιδίως, απόφαση του ΕΔΔΑ της 8ης Ιουλίου 2004, Ilaşcu κ.λπ. κατά Μολδαβίας και Ρωσίας (CE:ECHR:2004:0708JUD004878799 § 335, 392 και 394)· απόφαση του ΕΔΔΑ της 19ης Οκτωβρίου 2012, Catan κατά Μολδαβίας και Ρωσίας (CE:ECHR:2012:1019JUD004337004 § 109 και 110)· απόφαση του ΕΔΔΑ της 23ης Φεβρουαρίου 2016, Mozer κατά Μολδαβίας και Ρωσίας (CE:ECHR:2016:0223JUD001113810 § 99)· απόφαση του ΕΔΔΑ της 17ης Ιουλίου 2018, Sandu κ.λπ. κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας και Ρωσίας (CE:ECHR:2018:0717JUD002103405 § 34 έως 39).
( 89 ) Από τις διευκρινίσεις που παρείχε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Τσεχική Κυβέρνηση προκύπτει ότι οι ίδιες εδαφικές εξαιρέσεις περιλαμβάνονταν και στον εθνικό κατάλογο ασφαλών χωρών καταγωγής της Τσεχίας, ωστόσο –και υπό την επιφύλαξη επαλήθευσης από το αιτούν δικαστήριο– οι εξαιρέσεις αυτές καταργήθηκαν μαζί με την επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση εξαίρεση από 1ης Οκτωβρίου 2023. Βλ. υποσημείωση 7 των παρουσών προτάσεων.
( 90 ) Σημειώνω ότι η Ουγγαρία έχει χαρακτηρίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ως ασφαλή χώρα καταγωγής με την εξαίρεση των πολιτειών στις οποίες εφαρμόζεται η θανατική ποινή. Βλ. τα στοιχεία που έχει δημοσιεύσει ο EUAA στη διεύθυνση https://whoiswho.euaa.europa.eu/Pages/safe-country-concept.aspx.
( 91 ) Το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται ευρύτερα ως εκ του καθήκοντός μου να συνδράμω πλήρως το Δικαστήριο σε περίπτωση που αποφασίσει να μην αποδεχθεί μεν την πρότασή μου επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, αλλά να κρίνει ότι η εκ μέρους τρίτης χώρας επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ αποκλείει αυτομάτως τον χαρακτηρισμό της χώρας αυτής ως ασφαλούς χώρας καταγωγής, αντιθέτως προς την πρότασή μου επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος.
( 92 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2018, Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie (Ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης) (C‑180/17, EU:C:2018:775, ιδίως σκέψεις 33 και 34). Γενικότερα, βλ. Prechal, S., «Between effectiveness, procedural autonomy and judicial protection», στο Izzivi prava v življenjski resničnosti. Challenges of law in life reality. Liber amicorum Marko Ilešič, Univerza v Ljubljani, Pravna fakulteta, Λιουμπλιάνα, 2017, 601 σ., σ. 391 έως 404, ιδίως σ. 395.
( 93 ) Υπενθυμίζω ότι, στο πλαίσιο που ορίζει η οδηγία 2013/32, το γεγονός ότι η αβάσιμη αίτηση θεωρείται επιπλέον προδήλως αβάσιμη συνεπάγεται ότι το οικείο κράτος μέλος δύναται να μην επιτρέπει στον αιτούντα να παραμείνει στο έδαφός του εν αναμονή της έκβασης της προσφυγής κατά της απόφασης διά της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας (όπως αυτό προκύπτει από τη συνδυασμένη θεώρηση του άρθρου 46, παράγραφοι 5 και 6, της οδηγίας 2013/32).
( 94 ) Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ολλανδική Κυβέρνηση επισήμανε ότι η απόφαση διά της οποίας η αίτηση που υπέβαλε αιτών προερχόμενος από ασφαλή χώρα καταγωγής κρίνεται προδήλως αβάσιμη δεν προϋποθέτει την προηγούμενη έκδοση απόφασης που να κρίνει ην ίδια αίτηση αβάσιμη, διότι τα δύο αυτά ζητήματα εξετάζονται ταυτοχρόνως.
( 95 ) Από το άρθρο46, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της οδηγίας 2013/32 προκύπτει ότι το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, όπως ορίζεται στο άρθρο 46, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας, πρέπει να αφορά, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις με τις οποίες η αίτηση διεθνούς προστασίας κρίνεται αβάσιμη όσον αφορά το καθεστώς του πρόσφυγα και/ή το καθεστώς επικουρικής προστασίας.
( 96 ) Υπενθυμίζω ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει, κατ’ ουσίαν, ότι το ίδιο το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, όπως και το άρθρο 47 του Χάρτη, αρκούν αφ’ εαυτών και δεν χρήζουν διευκρινίσεων από διατάξεις του δικαίου της Ένωσης ή του εθνικού δικαίου προκειμένου να απονείμουν στους ιδιώτες δικαίωμα δυνάμενο να προβληθεί αυτό καθεαυτό. Απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Torubarov (C‑556/17, EU:C:2019:626, στο εξής: απόφαση Torubarov, σκέψη 56).
( 97 ) Καθώς επίσης και τα στοιχεία εκείνα τα οποία αφορούν το διάστημα μετά την έκδοση της επίμαχης απορριπτικής απόφασης. Απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Alheto (C‑585/16, EU:C:2018:584, στο εξής: απόφαση Alheto, σκέψεις 111 έως 113). Επισημαίνω ότι στην απόδοση της εν λόγω απόφασης στην αγγλική γλώσσα δεν χρησιμοποιείται ο όρος «elements», αλλά οι όροι «new evidence» (σκέψεις 111 και 112) και «evidence» (σκέψη 113), ενώ στην απόδοση στη γαλλική γλώσσα χρησιμοποιούνται οι όροι «nouveaux éléments» (σκέψεις 111 και 112) και «éléments» (σκέψη 113). Λαμβανομένου υπόψη του ζητήματος το οποίο παρέλειψε να λάβει υπόψη η διοικητική αρχή στην υπόθεση εκείνη, το οποίο ήταν νομικής φύσεως, θεωρώ ότι η σχετική αποστροφή του σκεπτικού του Δικαστηρίου θα πρέπει να νοείται υπό την έννοια ότι αφορά κάθε πραγματικό ή νομικό ζήτημα, όπως άλλωστε καθίσταται σαφές στη σκέψη 118 της αποφάσεως εκείνης, τόσο στην αγγλική όσο και στη γαλλική γλωσσική απόδοσή της. Βλ. επίσης απόφαση της 3ης Μαρτίου 2022, Secretary of State for the Home Department (Καθεστώς πρόσφυγα ανιθαγενούς παλαιστινιακής καταγωγής) (C‑349/20, EU:C:2022:151, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 98 ) Απόφαση Torubarov, σκέψη 65, και απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2024, Bundesrepublik Deutschland (Παραδεκτό μεταγενέστερης αίτησης) [C‑216/22, EU:C:2024:122, στο εξής: απόφαση Bundesrepublik Deutschland (Παραδεκτό μεταγενέστερης αίτησης), σκέψη 62].
( 99 ) Πρβλ (στο πλαίσιο εξέτασης της οδηγίας 2011/95) απόφαση Μ κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα) (σκέψη 74 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 100 ) Πρβλ. απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 2024, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Αμοιβαία εμπιστοσύνη σε περίπτωση μεταφοράς) (C‑392/22, EU:C:2024:195, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 101 ) Πρβλ. απόφαση M κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα) (σκέψη 83).
( 102 ) Απόφαση Torubarov, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.
( 103 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 18 και άρθρο 31, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32.
( 104 ) Μολονότι δεν θεωρώ αναγκαίο να εξετάσω λεπτομερώς την προβαλλόμενη από τη Τσεχική Κυβέρνηση επιχειρηματολογία, η οποία άπτεται της πολυπλοκότητας της εκτίμησης, ούτε να προβώ σε διάκρισή της, κατά περίπτωση, από τη συλλογιστική περί μη σύννομου χαρακτηρισμού που αναπτύχθηκε στα προηγούμενα τμήματα των παρουσών προτάσεων, αντιλαμβάνομαι ότι, μετά τον Φεβρουάριο του 2022, τα εθνικά δικαστήρια έπαυσαν να θεωρούν την Ουκρανία ασφαλή χώρα καταγωγής παρά το γεγονός ότι δεν είχε ακόμη διαγραφεί από τον σχετικό εθνικό κατάλογο. Υπό την επιφύλαξη της επαλήθευσης από το αιτούν δικαστήριο, βλ. απόφαση του Nejvyšší správní soud (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Τσεχική Δημοκρατία) της 10ης Μαρτίου 2022, 10 Azs 537/2021 – 31, ιδίως σκέψη 17 (στην υπόθεση εκείνη, το εν λόγω δικαστήριο επέβαλε την επανεξέταση της αίτησης στο πλαίσιο των κοινών διατάξεων). Επίσης υπό την επιφύλαξη της επαλήθευσης από το αιτούν δικαστήριο, η Ουκρανία διαγράφτηκε από τον κατάλογο των ασφαλών χωρών καταγωγής την 1η Οκτωβρίου 2023, κατ’ εφαρμογήν της ίδιας αποφάσεως διά της οποίας καταργήθηκε η επίμαχη εν προκειμένω εδαφική εξαίρεση, και στην οποία παραπέμπει η υποσημείωση 7 των παρουσών προτάσεων. Βλ., επίσης, https://whoiswho.euaa.europa.eu/Pages/safe-country-concept.aspx.
( 105 ) Πρβλ. έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής που συνοδεύει την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα – Εκτίμηση επιπτώσεων, SEC(2009) 1376, σημείο 4.2.7. Υπό το πρίσμα των εξελίξεων που περιγράφονται στην ενότητα αυτή των παρουσών προτάσεων, θεωρώ περιττή την εξέταση του επιχειρήματος της Επιτροπής ότι ο δικαστικός έλεγχος κατά το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 δεν αφορά την απόφαση περί υπαγωγής της εκάστοτε αίτησης στην ταχεία διαδικασία. Θεωρώ ότι, πρώτον, η άποψη αυτή αντικρούεται από την απόφαση Samba Diouf, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως εκείνης. Δεύτερον, οι έννομες συνέπειες που απορρέουν από την εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς χώρας καταγωγής δεν περιορίζονται στην εφαρμογή της ταχείας διαδικασίας. Τρίτον, η υπόθεση εκείνη εξετάστηκε στο πλαίσιο του άρθρου 39 της οδηγίας 2005/85, προδρόμου του άρθρου 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32. Το γεγονός ότι η τελευταία αυτή διάταξη προσδιορίζει τα χαρακτηριστικά του δικαστικού ελέγχου καθιστά περιττή τη λεπτομερέστερη εξέταση του ζητήματος, δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη επιβάλλει την πλήρη εξέταση, μεταξύ άλλων, των «νομικών ζητημάτων», χωρίς να περιορίζει τα ζητήματα αυτά σε όσα αφορούν την επί της ουσίας εξέταση της αίτησης. Πρβλ. απόφαση Alheto (σκέψη 115), και απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, Bevándorlási és Menekültügyi Hivatal (Tompa) (C‑564/18, EU:C:2020:218, σκέψη 67).
( 106 ) Το ίδιο ισχύει, κατά τη γνώμη μου, και στην περίπτωση που το εθνικό δικαστήριο καταλήξει στην κρίση ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Βλ. απόφαση Alheto (σκέψεις 119 έως 127). Βλ., επίσης, απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, Bevándorlási és Menekültügyi Hivatal (Tompa) (C‑564/18, EU:C:2020:218, σκέψη 69). Στην περίπτωση αυτή, θεωρώ αναγκαία την περαιτέρω εξειδίκευση, αναλόγως του ποιος από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 33, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32, λόγους απαραδέκτου διαπιστώνεται ότι συντρέχει κατά περίπτωση, ωστόσο για τις ανάγκες της υπό κρίση υπόθεσης παρέλκει η περαιτέρω ανάπτυξη του συγκεκριμένου ζητήματος.
( 107 ) Υπενθυμίζω ότι τόσο από το γράμμα του άρθρου 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 («κατά περίπτωση»), όσο και από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, μολονότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να προβλέπουν στο εθνικό τους δίκαιο ότι τα εθνικά δικαστήρια θα έχουν την εξουσία να εξετάζουν τις ανάγκες διεθνούς προστασίας του εκάστοτε αιτούντος, ωστόσο τα εν λόγω δικαστήρια δεν θα πρέπει οπωσδήποτε να υποχρεούνται να διεξάγουν τη σχετική εκτίμηση, διότι, αναλόγως των στοιχείων του φακέλου, ενδέχεται να καταλήξουν στην κρίση ότι η αποφαινόμενη αρχή είναι καταλληλότερη για τον σκοπό αυτό (βλ. απόφαση Bundesrepublik Deutschland (Παραδεκτό μεταγενέστερης αίτησης), σκέψη 67). Όσον αφορά τα «ειδικά μέσα και [το] εξειδικευμένο προσωπικό» που διαθέτει η εκάστοτε αποφαινόμενη αρχή, βλ. απόφαση Torubarov (σκέψη 64) ή απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Addis (C‑517/17, EU:C:2020:579, σκέψη 61).
( 108 ) Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Fathi (C‑56/17, EU:C:2018:803, σκέψη 72).
( 109 ) Όπ.π. (σκέψεις 69 έως 71). Από τη σκέψη 57 της ίδιας αποφάσεως προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο που είχε επιληφθεί προσφυγής κατά της αποφάσεως η οποία απέρριψε αίτηση ασύλου υποχρεούνταν, δυνάμει του εθνικού δικαίου, να εξετάσει αν είχε τηρηθεί από την αρμόδια εθνική αρχή η ορθή διαδικασία για την έκδοση της αρχικής αποφάσεως, κάτι που φαίνεται ότι αποτέλεσε τον λόγο για τον οποίο το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη διερωτάτο αν η υποχρέωση αυτή αφορούσε την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού Δουβλίνο III.
( 110 ) Κατά το άρθρο 43 της οδηγίας 2013/32.
( 111 ) Πρβλ. τη μνημονευόμενη στην υποσημείωση 73 των παρουσών προτάσεων νομολογία.
( 112 ) Επισημαίνω ότι στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Alheto, το ειδικό νομικό ζήτημα που δεν είχε εξετάσει η αποφαινόμενη αρχή ήταν η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου12, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2011/95. Επ’ αφορμή αυτού του νομικού ζητήματος έδωσε το Δικαστήριο την απάντησή του στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα της υπόθεσης εκείνης, το οποίο αφορούσε το περιεχόμενο του προβλεπόμενου από το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 δικαστικού ελέγχου, ζήτημα επίμαχο και εν προκειμένω. Επισημαίνω ότι το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα της υπόθεσης εκείνης αφορούσε τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2011/95, ακόμη και αν ο αιτών δεν έχει κάνει ρητώς αναφορά στη διάταξη αυτή. Παράλληλα, δεν προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη αντιμετώπιζε δικονομικό κώλυμα παρόμοιο με εκείνο που αντιμετωπίζει εν προκειμένω το αιτούν δικαστήριο. Βλ. απόφαση Alheto (ιδίως σκέψεις 97 και 117).
( 113 ) Βλ., για παράδειγμα, προτάσεις μου στην υπόθεση Bundesrepublik Deutschland (Παραδεκτό μεταγενέστερης αίτησης) (C‑216/22, EU:C:2023:646, σημείο 94). Όπως επισήμανα και νωρίτερα, οι εκτιμήσεις που ακολουθούν καθίστανται λυσιτελείς μόνον σε περίπτωση που η επί της ουσίας της αίτησης κρίση του δικαστηρίου δεν διαφέρει από εκείνη της αποφαινόμενης αρχής.
( 114 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2020, Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides (Απόρριψη μεταγενέστερης αίτησης – προθεσμία για την άσκηση προσφυγής) [C‑651/19, EU:C:2020:681, στο εξής: απόφαση Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides (Απόρριψη μεταγενέστερης αίτησης – προθεσμία για την άσκηση προσφυγής), σκέψη 36].
( 115 ) Όπ.π. (σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 116 ) Όπ.π. (σκέψη 39).
( 117 ) Όπ.π. (σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 118 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides (Απόρριψη μεταγενέστερης αίτησης – προθεσμία για την άσκηση προσφυγής) (σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 119 ) Αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 2007, van der Weerd κ.λπ. (C‑222/05 έως C‑225/05, EU:C:2007:318, σκέψη 41), της 11ης Ιουλίου 1991, Verholen κ.λπ. (C‑87/90 έως C‑89/90, EU:C:1991:314, σκέψεις 11 έως 16), της 14ης Δεκεμβρίου 1995, van Schijndel και van Veen (C‑430/93 και C‑431/93, EU:C:1995:441, ιδίως σκέψεις 17 και 22), και της 14ης Δεκεμβρίου 1995, Peterbroeck (C‑312/93, EU:C:1995:437, σκέψεις 15 έως 21).
( 120 ) Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Profi Credit Polska (Επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τελεσίδικη απόφαση) (C‑582/21, EU:C:2023:674, σημεία 151 έως 154).
( 121 ) Απόφαση της 22ας Ιουνίου 2023, K.B. και F.S. (Αυτεπάγγελτη εξέταση στον ποινικό τομέα) (C‑660/21, EU:C:2023:498, σκέψεις 52 και 53). Ειδικότερα, στην εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο έκρινε ότι οι σχετικές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης δεν αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία απαγορεύει στον δικαστή της ουσίας που αποφαίνεται επί ποινικών υποθέσεων να εξετάζει αυτεπαγγέλτως την παράβαση της υποχρέωσης των αρμόδιων αρχών να ενημερώνουν αμέσως τον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο για το δικαίωμά του σιωπής, όταν τα εν λόγω πρόσωπα δεν είχαν στερηθεί τη συγκεκριμένη και πραγματική δυνατότητα πρόσβασης σε δικηγόρο και στη δικογραφία που τους αφορά, καθώς και το δικαίωμα να προβάλουν την παράβαση αυτή εντός εύλογης προθεσμίας.
( 122 ) Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Αυτεπάγγελτη εξέταση της κράτησης) (C‑704/20 και C‑39/21, EU:C:2022:858, σκέψεις 85 έως 88 και 91 έως 94). Εξάλλου, στην εκκρεμή υπόθεση C‑156/23, Ararat, έχει ανακύψει το ζήτημα αν η δικαστική αρχή υποχρεούται να διαπιστώνει αυτεπαγγέλτως τυχόν παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης στο πλαίσιο διαδικασίας που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ 2008, L 348, σ. 98).
( 123 ) Επί της υποχρέωσης συνεργασίας που υπέχουν τα δύο μέρη, βλ. απόφαση Alheto, σκέψη 116, και απόφαση της 29ης Ιουνίου 2023, International Protection Appeals Tribunal κ.λπ. (Επίθεση στο Πακιστάν) (C‑756/21, EU:C:2023:523, σκέψεις 46 επ.), σχετική με την οδηγία 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους (ΕΕ 2004, L 304, σ. 12), ήτοι τον πρόδρομο της οδηγίας 2011/95.
( 124 ) Πρβλ., επίσης, απόφαση Bundesrepublik Deutschland (Παραδεκτό μεταγενέστερης αίτησης) (σκέψη 47 in fine).
( 125 ) Άρθρο 19 της οδηγίας 2013/32.
( 126 ) Άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32.
( 127 ) Άρθρο 20 της οδηγίας 2013/32.