ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

M. CAMPOS SÁNCHEZ-BORDONA

της 23ης Μαρτίου 2023 ( 1 )

Υπόθεση C‑21/22

OP

Έτεροι μετέχοντες στη διαδικασία:

Justyna Gawlica, συμβολαιογράφος

[αίτηση του Sąd Okręgowy w Opolu
(περιφερειακού δικαστηρίου του Opole, Πολωνία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Αρμοδιότητα, εφαρμοστέο δίκαιο, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, αποδοχή και εκτέλεση δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής – Κανονισμός (ΕΕ) 650/2012 – Πεδίο εφαρμογής – Επιλογή εφαρμοστέου δικαίου – Διμερής σύμβαση μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας»

1.

Με την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο καλείται, για δεύτερη φορά και για τα ίδια πραγματικά περιστατικά ( 2 ), να ερμηνεύσει τον κανονισμό (ΕΕ) 650/2012 ( 3 ).

2.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί, μεταξύ άλλων, εάν με βάση τα άρθρα 22 και 75 του εν λόγω κανονισμού:

Ένα πρόσωπο που δεν είναι πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει δικαίωμα να επιλέξει το δίκαιο της ιθαγένειάς του ως δίκαιο το οποίο διέπει το σύνολο της κληρονομικής διαδοχής (πρώτο προδικαστικό ερώτημα).

Ενόψει της υφιστάμενης διμερούς συμβάσεως μεταξύ Πολωνίας και Ουκρανίας, η οποία δεν προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα επιλογής του εφαρμοστέου στην κληρονομική διαδοχή δικαίου, ο κανονισμός 650/2012 παρέχει την εν λόγω δυνατότητα (δεύτερο προδικαστικό ερώτημα).

3.

Κατόπιν υποδείξεως του Δικαστηρίου, θα περιορίσω τις προτάσεις μου στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο αφορά την ανάλυση των συνεπειών του άρθρου 75 του κανονισμού 650/2012 στην επίδικη διαφορά ( 4 ).

I. Το νομικό πλαίσιο

Α. To Δίκαιο της Ένωσης

1.   H ΣΛΕΕ

4.

Το άρθρο 351, παράγραφοι 1 και 2, ορίζει:

«Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1958 ή, για τα κράτη που προσχωρούν, πριν από την ημερομηνία της προσχώρησής τους, μεταξύ ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών αφενός, και ενός ή περισσοτέρων τρίτων χωρών αφετέρου, δεν θίγονται από τις Συνθήκες.

Κατά το μέτρο που οι συμβάσεις αυτές δεν συμβιβάζονται με τις Συνθήκες, το ενδιαφερόμενο ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη προσφεύγουν σε όλα τα πρόσφορα μέσα, για να άρουν τα διαπιστωθέντα ασυμβίβαστα. Εν ανάγκη, τα κράτη μέλη παρέχουν προς το σκοπό αυτό αμοιβαία συνδρομή και υιοθετούν, κατά περίπτωση, κοινή στάση».

2.   O κανονισμός 650/2012

5.

Η αιτιολογική σκέψη 37 αναφέρει:

«Για να είναι δυνατό για τους πολίτες να αξιοποιήσουν, υπό συνθήκες πλήρους ασφάλειας δικαίου, τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η εσωτερική αγορά, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να τους επιτρέπει να γνωρίζουν εκ των προτέρων το δίκαιο που θα εφαρμοσθεί στην κληρονομική τους διαδοχή. Θα πρέπει να θεσπιστούν εναρμονισμένοι κανόνες περί σύγκρουσης δικαίων προς αποφυγήν αντιφατικών αποτελεσμάτων. Ο κύριος κανόνας θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η κληρονομική διαδοχή θα διέπεται από ένα δίκαιο που να μπορεί να προβλεφθεί και με το οποίο συνδέεται στενά. Για λόγους ασφάλειας δικαίου και προς αποφυγή κατάτμησης της κληρονομίας, το εν λόγω δίκαιο θα πρέπει να διέπει το σύνολο της κληρονομίας, δηλαδή όλα τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν μέρος της περιουσίας, ανεξάρτητα από τη φύση τους και από το εάν αυτά βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος».

6.

Στην αιτιολογική σκέψη 38 αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να παρέχει στους πολίτες τη δυνατότητα να οργανώνουν εκ των προτέρων την κληρονομική τους διαδοχή επιλέγοντας το εφαρμοστέο στην κληρονομική τους διαδοχή δίκαιο. Η επιλογή αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στο δίκαιο κράτους του οποίου έχουν την ιθαγένεια ώστε να εξασφαλίζεται σύνδεσμος μεταξύ του κληρονομουμένου και του επιλεγέντος δικαίου και να αποφεύγεται η επιλογή δικαίου με σκοπό να παρακαμφθούν οι θεμιτές προσδοκίες των δικαιούχων νόμιμης μοίρας».

7.

Η αιτιολογική σκέψη 73 διευκρινίζει τα ακόλουθα:

«Η τήρηση των διεθνών δεσμεύσεων που αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη συνεπάγεται ότι ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να επηρεάζει την εφαρμογή διεθνών συμβάσεων στις οποίες έχουν προσχωρήσει ένα ή περισσότερα κράτη μέλη κατά τη χρονική στιγμή της θέσπισης του παρόντος κανονισμού. […] Παρόλα αυτά, για λόγους συνέπειας με τους γενικούς στόχους του παρόντος κανονισμού, ο παρών κανονισμός επιβάλλεται, μεταξύ κρατών μελών, να υπερισχύει συμβάσεων οι οποίες έχουν συναφθεί αποκλειστικά μεταξύ δύο ή περισσότερων κρατών μελών στο βαθμό που οι συμβάσεις αυτές αφορούν θέματα ρυθμιζόμενα από τον παρόντα κανονισμό».

8.

Το άρθρο 12 («Περιορισμός των διαδικασιών»), παράγραφος 1, ορίζει τα εξής:

«Όταν η περιουσία του θανόντος περιλαμβάνει περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται σε τρίτο κράτος, το δικαστήριο που επελήφθη της υποθέσεως μπορεί, κατόπιν αιτήσεως ενός των διαδίκων, να αποφασίσει να μην αποφανθεί επί ενός ή περισσοτέρων από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία, εάν αναμένεται ότι η απόφασή του περί των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων δεν θα αναγνωρισθεί και, κατά περίπτωση, δεν θα κηρυχθεί εκτελεστή στο συγκεκριμένο τρίτο κράτος».

9.

Το άρθρο 22 («Επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου»), παράγραφος 1, ορίζει:

«Ένα πρόσωπο δύναται να επιλέξει ως δίκαιο που θα διέπει το σύνολο της κληρονομικής διαδοχής του το δίκαιο του κράτους του οποίου έχει την ιθαγένεια κατά το χρόνο πραγματοποίησης της επιλογής του ή κατά το χρόνο του θανάτου».

10.

Το άρθρο 75 («Σχέση με τις ισχύουσες διεθνείς συμβάσεις») ορίζει:

«1.   Ο παρών κανονισμός δεν θίγει την εφαρμογή διεθνών συμβάσεων των οποίων ένα ή περισσότερα κράτη μέλη είναι μέρη κατά το χρόνο έκδοσης του παρόντος κανονισμού και οι οποίες αφορούν τα ρυθμιζόμενα από τον παρόντα κανονισμό θέματα.

[…]

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, ο παρών κανονισμός μεταξύ κρατών μελών, υπερισχύει, των συμβάσεων που έχουν συναφθεί αποκλειστικά μεταξύ δύο ή περισσότερων από αυτά στο βαθμό που οι συμβάσεις αυτές αφορούν θέματα ρυθμιζόμενα από τον παρόντα κανονισμό.

[…]».

Β. Το πολωνικό δίκαιο

11.

Η σύμβαση μεταξύ της Δημοκρατίας της Πολωνίας και της Ουκρανίας για τη δικαστική συνδρομή και τις έννομες σχέσεις σε αστικές και ποινικές υποθέσεις, της 24ης Μαΐου 1993 (στο εξής: σύμβαση ή διμερής σύμβαση), προβλέπει στο άρθρο 37:

«Οι έννομες σχέσεις σε θέματα κληρονομικής διαδοχής επί κινητών περιουσιακών στοιχείων διέπονται από το δίκαιο του συμβαλλόμενου μέρους του οποίου ο θανών ήταν υπήκοος κατά τον χρόνο του θανάτου του.

Οι έννομες σχέσεις που αφορούν την κληρονομική διαδοχή επί ακινήτων διέπονται από το δίκαιο του συμβαλλόμενου μέρους στο έδαφος του οποίου βρίσκoνται τα εν λόγω ακίνητα.

Ο χαρακτηρισμός των περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν μέρος της κληρονομίας ως κινητών ή ακινήτων διέπεται από το δίκαιο του συμβαλλόμενου μέρους στο έδαφος του οποίου βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία».

II. Τα πραγματικά περιστατικά, η ένδικη διαφορά και τα προδικαστικά ερωτήματα

12.

Η OP, Ουκρανή υπήκοος που διαμένει στην Πολωνία, είναι συνιδιοκτήτρια κατοικίας ευρισκόμενης στην Πολωνία. Ζήτησε από συμβολαιογράφο στην Πολωνία να καταρτίσει διαθήκη η οποία να περιέχει, μεταξύ άλλων, διάταξη περί καθορισμού του ουκρανικού δικαίου ως εφαρμοστέου δικαίου στην κληρονομική της διαδοχή.

13.

Η συμβολαιογράφος, θεωρώντας ότι η επιλογή του δικαίου στη διαθήκη θα ήταν αντίθετη στον νόμο ( 5 ), αρνήθηκε την κατάρτιση της διαθήκης. Ως λόγους αρνήσεως επικαλέσθηκε τους εξής:

Σύμφωνα με διάταξη του Sąd Okręgowy w Opolu (περιφερειακού δικαστηρίου του Opole, Πολωνία), της 28ης Φεβρουαρίου 2020, που εκδόθηκε σε παρόμοια περίπτωση, το άρθρο 22 του κανονισμού 650/2012 παρέχει το δικαίωμα επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου μόνο στους υπηκόους των κρατών μελών της ΕΕ.

Ανεξαρτήτως αυτής της ερμηνείας του άρθρου 22 του κανονισμού 650/2012, η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου θα ήταν αντίθετη στη διμερή σύμβαση, η οποία, κατά την άποψή της, υπερισχύει έναντι του εν λόγω κανονισμού. Η εν λόγω σύμβαση δεν προβλέπει τη δυνατότητα επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου σε θέματα κληρονομικής διαδοχής, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 37, είναι, στην περίπτωση κινητών περιουσιακών στοιχείων, εκείνο του κράτους του οποίου ο κληρονομούμενος είναι υπήκοος και, στην περίπτωση ακινήτων, εκείνο του κράτους στο οποίο κείνται.

14.

H OP προσέβαλε την άρνηση της συμβολαιογράφου ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 22 και 75 του κανονισμού 650/2012. Υποστήριξε, ειδικότερα, τα εξής:

Το άρθρο 22 επιτρέπει σε «ένα πρόσωπο» να επιλέξει ως δίκαιο που θα διέπει το σύνολο της κληρονομικής διαδοχής του το δίκαιο του κράτους του οποίου έχει την ιθαγένεια. Ο κανονισμός 650/2012 έχει οικουμενικό χαρακτήρα, όπως προκύπτει από το άρθρο 20.

Το άρθρο 75, παράγραφος 1, του κανονισμού 650/2012 διασφαλίζει τη συμβατότητα του κανονισμού με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από συμφωνίες που δεσμεύουν τα κράτη μέλη με τρίτες χώρες. Δεδομένου ότι η διμερής σύμβαση δεν ρυθμίζει τα της επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου όσον αφορά την κληρονομική διαδοχή, η εφαρμογή του άρθρου 22 του κανονισμού 650/2012 δεν αντίκειται σε αυτή.

Η OP θα μπορούσε να επιλέξει το εφαρμοστέο δίκαιο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 του κανονισμού 650/2012, προβαίνοντας σε σύνταξη διαθήκης σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο εφαρμόζεται ο εν λόγω κανονισμός και το οποίο δεν δεσμεύεται από διμερή συμφωνία με την Ουκρανία.

Η ερμηνεία της συμβολαιογράφου αντίκειται στην αρχή της ενότητας της κληρονομίας, δεδομένου ότι θα οδηγούσε σε κατακερματισμό της κληρονομιαίας περιουσίας.

15.

Στην απάντησή του, η συμβολαιογράφος τόνισε ότι η διμερής σύμβαση θεσπίζει ιδιαίτερο καθεστώς για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου στην κληρονομική διαδοχή. Το καθεστώς αυτό υπερισχύει έναντι του προβλεπόμενου στον κανονισμό 650/2012, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 22 αυτού.

16.

Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Sąd Okręgowy w Opolu (περιφερειακό δικαστήριο του Opole), το οποίο θα αποφανθεί επί της επίδικης διαφοράς, υποβάλλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Έχει το άρθρο 22 [του κανονισμού (ΕΕ) 650/2012], την έννοια ότι ένα πρόσωπο που δεν είναι πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει δικαίωμα να επιλέξει το δίκαιο της ιθαγένειάς του ως δίκαιο το οποίο διέπει το σύνολο της κληρονομικής διαδοχής;

2)

Έχει το άρθρο 75, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 του κανονισμού 650/2012, την έννοια ότι, σε περίπτωση όπου διμερής συμφωνία μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας δεν ρυθμίζει την επιλογή του δικαίου στην κληρονομική διαδοχή, αλλά καθορίζει το εφαρμοστέο στην κληρονομική διαδοχή δίκαιο, ο υπήκοος της εν λόγω τρίτης χώρας που διαμένει σε κράτος μέλος το οποίο δεσμεύεται από τη διμερή αυτή συμφωνία μπορεί να επιλέξει το εφαρμοστέο δίκαιο;»

III. Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

17.

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο Δικαστήριο στις 7 Ιανουαρίου 2022.

18.

Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η συμβολαιογράφος, η Ισπανική, Ουγγρική και Πολωνική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

19.

Δεν κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

IV. Σκεπτικό

20.

Στην υπό κρίση περίπτωση θα μπορούσαν, κατ’ αρχήν, να εφαρμοσθούν τόσο ο κανονισμός 650/2012 όσο και η διμερής σύμβαση μεταξύ Πολωνίας και Ουκρανίας ( 6 ).

21.

Η παράλληλη εφαρμογή των κανόνων καθιστά αναγκαίο να καθορισθεί ποιος από αυτούς υπερισχύει. Τα αποτελέσματα αυτής της επιλογής έχουν αποτυπωθεί στο κείμενο των σχετικών διατάξεων:

Σύμφωνα με τον κανονισμό 650/2012, η OP θα μπορούσε να επιλέξει κατά τη σύνταξη της διαθήκης της το δίκαιο της ιθαγένειάς της (ουκρανικό) ως δίκαιο που διέπει την κληρονομική διαδοχή στο σύνολό της.

Από την άλλη πλευρά, η OP δεν θα είχε αυτή την επιλογή, εάν η σιωπή της διμερούς συμβάσεως σχετικά με την επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου σήμαινε ότι δεν καθίσταται δυνατή μια τέτοια επιλογή ( 7 ).

22.

Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητά να ερμηνευθεί το άρθρο 75 του κανονισμού 650/2012 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 αυτού.

23.

Σε γενικές γραμμές, οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο επικεντρώνονται στο άρθρο 75, παράγραφος 1 (ιδίως στην πρώτη περίοδος) ( 8 ). Πιστεύω, ωστόσο, ότι η ορθή κατανόηση της παραγράφου 1 απαιτεί να ληφθεί υπόψη και η παράγραφος 2.

24.

Οι δύο παράγραφοι θεσπίζουν από κοινού μία ρήτρα συμβατότητας ή συντονισμού, βάσει της οποίας:

δεν θίγεται η εφαρμογή διεθνών συμβάσεων στις οποίες έχουν συμβληθεί τα κράτη μέλη ( 9 ) πριν την έκδοση του κανονισμού 650/2012 (παράγραφος 1)·

διατηρείται, ταυτόχρονα, ο σκοπός του κανονισμού 650/2012, λόγος για τον οποίον υπερισχύει των συμβάσεων που έχουν συναφθεί αποκλειστικά μεταξύ δύο ή περισσότερων κρατών μελών (παράγραφος 2).

25.

Στην περίπτωση διμερούς συμβάσεως που έχει συναφθεί μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας ( 10 ) πριν από την έκδοση του κανονισμού 650/2012, το ακριβές νόημα του άρθρου 75 του τελευταίου θα μπορούσε να είναι αυτό που προκύπτει, άνευ ετέρου, από την ανάγνωση του κειμένου του.

26.

Πράγματι, εκ πρώτης όψεως, η συνδυαστική ερμηνεία των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 75 θα μπορούσε να υποστηρίξει την άποψη ότι μια τέτοια σύμβαση υπερισχύει αυτομάτως του κανονισμού 650/2012, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ των δύο ( 11 ). Σύμφωνα με την παράγραφο 1 της εν λόγω διατάξεως, «ο παρών κανονισμός δεν θίγει την εφαρμογή διεθνών συμβάσεων των οποίων ένα ή περισσότερα κράτη μέλη είναι μέρη κατά το χρόνο έκδοσης του παρόντος κανονισμού και οι οποίες αφορούν τα ρυθμιζόμενα από τον παρόντα κανονισμό θέματα».

27.

Ωστόσο, μία τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να θεωρηθεί βιαστική εάν, όπως αναφέρεται σε άλλες παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο ( 12 ), εφαρμοζόταν κατ’ αναλογίαν η νομολογία σχετικά με το άρθρο 57 της Σύμβασης των Βρυξελλών ( 13 ) και το άρθρο 71 του κανονισμού 44/2001 ( 14 ).

28.

Θα εξετάσω αυτή την απόκλιση των προσεγγίσεων προτού αναφερθώ στο καθ’ εαυτό προδικαστικό ερώτημα.

Α. Συμβατότητα του κανονισμού 650/2012 με προϋφιστάμενες διεθνείς συμβάσεις

29.

Το άρθρο 75 του κανονισμού 650/2012 δεν αποτελεί μεμονωμένη διάταξη στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών κανόνων για τη δικαστική συνεργασία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

30.

Άλλες συμβάσεις και κανονισμοί για τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στον τομέα της ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στον ευρωπαϊκό χώρο περιλαμβάνουν διατάξεις προς την ίδια κατεύθυνση. Αυτό συμβαίνει με το άρθρο 57 της Σύμβασης των Βρυξελλών ( 15 )· το άρθρο 71 του κανονισμού 44/2001 ( 16 ) και την αντίστοιχη διάταξη του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 ( 17 )· το άρθρο 69 του κανονισμού (ΕΚ) 4/2009 ( 18 ) ή το άρθρο 62 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1103 ( 19 ).

31.

Οι διατάξεις αυτές μπορεί να υποστηριχθεί ότι είναι ουσιαστικά ταυτόσημες ( 20 ), καθόσον:

διατυπώνουν την πρόθεση να μείνει ανεπηρέαστη η εφαρμογή διεθνών συμβάσεων στις οποίες ένα ή περισσότερα κράτη μέλη είναι συμβαλλόμενα μέρη και οι οποίες ρυθμίζουν τα ίδια θέματα.

εισάγουν, ωστόσο, διαφοροποιήσεις όταν οι συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται μεταξύ κρατών μελών.

32.

Αποφαινόμενο σε σχέση με τη Σύμβαση των Βρυξελλών και τον κανονισμό 44/2001, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ρήτρα συντονισμού στα σχετικά άρθρα 57 και 71:

αφορά συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ όλων των κρατών μελών ή μόνο μεταξύ ορισμένων εξ αυτών, χωρίς να αποτελεί προϋπόθεση για την υπεροχή τους έναντι της ευρωπαϊκής ρυθμίσεως το γεγονός ότι πρόκειται για συμφωνίες στις οποίες είναι συμβαλλόμενα μέρη και τρίτα κράτη ( 21 ).

όταν η σύμβαση που επιλαμβάνεται του ειδικότερου θέματος δεν παρέχει σαφή λύση για ένα συγκεκριμένο πρόβλημα και υπάρχει τέτοια λύση στο ευρωπαϊκό δίκαιο, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν το τελευταίο ( 22 ).

όταν οι κανόνες της συμβάσεως και της ευρωπαϊκής ρυθμίσεως εφαρμόζονται παράλληλα, οι κανόνες της πρώτης υπερισχύουν, όχι μόνο στις σχέσεις με τρίτες χώρες, αλλά και μεταξύ των κρατών μελών ( 23 ).

ωστόσο, η εφαρμογή από τα κράτη μέλη των κανόνων που θεσπίζουν οι ειδικές συμβάσεις σε θέματα που ρυθμίζονται από τις τελευταίες, δεν μπορεί να υπονομεύει τις αρχές που διέπουν τη δικαστική συνεργασία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση ( 24 ). Η ρήτρα συντονισμού «δεν μπορεί να έχει περιεχόμενο που να έρχεται σε σύγκρουση με τις αρχές στις οποίες στηρίζεται η νομοθεσία της οποίας η ρήτρα αυτή αποτελεί μέρος» ( 25 ).

33.

Περίμενα ότι ορισμένες από τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν οι εμπλεκόμενοι σε αυτή τη διαδικασία θα συνηγορούσαν υπέρ της μεταφοράς αυτής της νομολογίας (ακριβέστερα, του τρόπου λειτουργίας της) στην ερμηνεία του άρθρου 75 του κανονισμού 650/2012.

34.

Έχω κάποιες αμφιβολίες σχετικά με αυτό.

35.

Δεν θεωρώ σημαντικό πρόβλημα το γεγονός ότι η ρήτρα συντονισμού που περιέχεται στη Σύμβαση των Βρυξελλών και στους κανονισμούς που ακολούθησαν ρυθμίζει τη σχέση μεταξύ αυτών και των ειδικών συμβάσεων με βάση το αντικείμενο, ενώ η ρήτρα που περιέχει ο κανονισμός 650/2012 ισχύει για κάθε σύμβαση που αφορά ρυθμιζόμενα από τον ίδιο τον κανονισμό θέματα.

36.

Δεν πιστεύω ότι αυτή η διαφοροποίηση καθορίζει τη σχέση μεταξύ των διεθνών συμβάσεων και του κανονισμού 650/2012 σε τέτοιο βαθμό ώστε να οδηγεί σε διαφορετικά αποτελέσματα από εκείνα που προβλέπονται στη σύμβαση των Βρυξελλών και τους κανονισμούς που ακολούθησαν.

37.

Κατά την άποψή μου:

μια γενική σύμβαση αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής (όπως η επίμαχη στην παρούσα υπόθεση) υπάγεται στις αναφερόμενες στο άρθρο 75 του κανονισμού 650/2012, εάν, μεταξύ των διατάξεων της εν λόγω συμβάσεως, μία εξ αυτών αφορά θέματα που ρυθμίζονται επίσης από τον εν λόγω κανονισμό.

ωστόσο, στις περιπτώσεις αυτές, η υποχρέωση συμμορφώσεως με τη σύμβαση, η οποία απορρέει από το άρθρο 75 του κανονισμού 650/2012, δεν εκτείνεται σε ολόκληρο το περιεχόμενό της: περιορίζεται στους κανόνες της συμβάσεως των οποίων το πεδίο εφαρμογής συμπίπτει με άλλους κανόνες της ευρωπαϊκής ρυθμίσεως.

για θέματα κληρονομικής διαδοχής που δεν εμπίπτουν στη σύμβαση, αλλά στον κανονισμό 650/2012, τα κράτη μέλη που είναι συμβαλλόμενα μέρη της συμβάσεως θα εφαρμόζουν τον τελευταίο ( 26 ).

38.

Η μεταφορά άλλων πτυχών της παρατιθέμενης νομολογίας μου δημιουργεί περισσότερες δυσκολίες.

39.

Πρώτον, η υπεροχή των διεθνών συμβάσεων έναντι του κανονισμού 650/2012, σε περιπτώσεις συγκρούσεως μεταξύ των διατάξεών τους, αποκλείεται από το άρθρο 75, παράγραφος 2, του κανονισμού 650/2012 για τις συμβάσεις στις οποίες συμβαλλόμενα μέρη είναι μόνον τα κράτη μέλη ( 27 ). Στο σημείο αυτό, ο κανονισμός 650/2012 αποκλίνει από ορισμένες θέσεις του Δικαστηρίου στις οποίες αναφέρθηκα ανωτέρω ( 28 ).

40.

Δεύτερον, δεν είμαι βέβαιος για τη δυνατότητα και τον τρόπο αναλογικής εφαρμογής της νομολογίας του Δικαστηρίου, το οποίο, ερμηνεύοντας το άρθρο 57 της Σύμβασης των Βρυξελλών και το άρθρο 71, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, εξαρτά την εφαρμογή διεθνών συμβάσεων από τα κράτη μέλη από την προϋπόθεση ότι δεν υπονομεύονται «οι αρχές που διέπουν τη δικαστική συνεργασία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εντός της Ένωσης» ( 29 ).

41.

Οι αμφιβολίες μου οφείλονται, εν μέρει, στο γεγονός ότι το εύρος εφαρμογής της νομολογίας αυτής δεν είναι πολύ σαφές ( 30 ). Στην απόφαση TNT Express Nederland, το Δικαστήριο τo περιορίζει στις «σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών» ( 31 ) · στην ίδια απόφαση, καθώς και στην απόφαση Nipponkoa Insurance, αναφέρεται στην εφαρμογή των συμβάσεων «εντός της Ένωσης» ( 32 ), έκφραση ακόμη πιο ασαφής από την προηγούμενη. Τέλος, δεν υπάρχει παρόμοια αναφορά στην απόφαση Nickel & Goeldner Spedition ( 33 ).

42.

Θα ήθελα να προσθέσω ότι οι εν λόγω αποφάσεις δεν προβλέπουν καμία δυνατότητα παρεκκλίσεως για την περίπτωση που ένα κράτος μέλος, συμβληθέν σε μια διεθνή συμφωνία, θα όφειλε να αγνοήσει τις δεσμεύσεις που απορρέουν από τη συμφωνία αυτή, προκειμένου να μην υπονομευθούν οι αρχές που διέπουν τη δικαστική συνεργασία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

43.

Ωστόσο, δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, το δίκαιο της Ένωσης θα υπερισχύει αυτομάτως, σε βαθμό που να θέτει υπό αμφισβήτηση τη λειτουργία της διεθνούς συμβάσεως σε σχέση με τα τρίτα κράτη. Τείνω μάλλον να πιστεύω ότι το Δικαστήριο δεν είχε ακόμη την ευκαιρία να αποφανθεί επί του θέματος αυτού στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( 34 ).

44.

Το έχει πράξει, ωστόσο, σε άλλες περιπτώσεις στις οποίες:

αναφέρει ρητά ότι «κατά την εκπλήρωση των δεσμεύσεων που ανέλαβαν δυνάμει διεθνών συμβάσεων, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για σύμβαση μεταξύ κρατών μελών ή μεταξύ κράτους μέλους και ενός ή περισσοτέρων τρίτων χωρών, τα κράτη μέλη οφείλουν, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 307 ΕΚ, να τηρούν τις υποχρεώσεις που υπέχουν δυνάμει του κοινοτικού δικαίου» ( 35 ).

στη συνέχεια επισημαίνει ότι ένας τέτοιος κανόνας θα μπορούσε να μην τύχει εφαρμογής για τις ανάγκες σεβασμού της ισορροπίας και της αμοιβαιότητας που διέπουν τις συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ ενός κράτους μέλους και μιας τρίτης χώρας, εφόσον η τελευταία διατηρεί αυτή την ιδιότητα ( 36 ).

45.

Νομίζω ότι οι ανωτέρω επισημάνσεις μπορούν να μεταφερθούν στον τομέα της διασυνοριακής δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

46.

Η σύναψη συμβάσεως στον τομέα αυτό είναι αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο των οποίων τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων κρατών καθορίζονται με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας.

47.

Αυτό μου φαίνεται ιδιαίτερα σαφές σε συμφωνίες ευρέως φάσματος, όπως η διμερής συμφωνία του 1993 μεταξύ της Πολωνίας και της Ουκρανίας, οι οποίες, σε μια πολύ συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, επιχειρούν να θέσουν σε εφαρμογή μια διαδικασία αμοιβαίας νομικής συνδρομής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις, καθώς και να παραχωρήσουν προνόμια στους υπηκόους τους σε αμοιβαία βάση.

48.

Ακόμη και αν, υπό τις τρέχουσες περιστάσεις, η εφαρμογή της διμερούς σύμβασης στην Πολωνία πρέπει να εκληφθεί ότι λαμβάνει χώρα «εντός της Ένωσης», θεωρώ ότι, προτού δοθεί προτεραιότητα στους ευρωπαϊκούς κανόνες, θα πρέπει να καθορισθεί αν, συμμορφούμενο με αυτούς, το εν λόγω κράτος μέλος θέτει σε κίνδυνο την ισορροπία των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη σύμβαση για αμφότερα τα μέρη ( 37 ).

49.

Εάν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των αρχών ή των κανόνων ( 38 ) μιας ευρωπαϊκής ρυθμίσεως (κανονισμός 650/2012) που ισχύει σε ένα κράτος μέλος (Πολωνία) και εκείνων μιας διμερούς συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ του κράτους αυτού, πριν ακόμα την προσχώρησή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση ( 39 ), και ενός κράτους μη μέλους (Ουκρανία), η άνευ όρων υπαγωγή του κράτους μέλους στις αρχές και τους κανόνες του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι η σωστή απάντηση ( 40 ).

50.

Ωστόσο, δεν πιστεύω ότι υπάρχει πραγματική αντίφαση μεταξύ του κανονισμού 650/2012 και της διμερούς συμβάσεως όσον αφορά το θέμα αυτό. Εξηγώ εν συνεχεία τον λόγο.

Β. Απουσία αντιφάσεως

1.   Η λύση στη διμερή σύμβαση

51.

Όπως έχω ήδη εξηγήσει, η διμερής σύμβαση συνήφθη πριν την προσχώρηση της Πολωνίας στην Ένωση, και επίσης πριν η Ένωση διεκδικήσει αποκλειστική αρμοδιότητα ως προς τη ρύθμιση του σχετικού θέματος ( 41 ).

52.

Όσον αφορά την κληρονομική διαδοχή, η διμερής σύμβαση υιοθέτησε ένα δυαδικό ή διαζευκτικό μοντέλο: εφαρμόζεται το δίκαιο της ιθαγένειας του θανόντος κατά τον χρόνο του θανάτου στην περίπτωση κινητών περιουσιακών στοιχείων και το δίκαιο του τόπου όπου βρίσκεται το ακίνητο στην περίπτωση ακινήτων.

53.

Αυτοί οι κανόνες συγκρούσεως ευθυγραμμίζονται με άλλους κανόνες αποκλειστικής δικαιοδοσίας, ούτως ώστε η αρχή κάθε κράτους να εφαρμόζει το δικό της δίκαιο στην κληρονομιαία περιουσία της οποίας είναι αρμόδια να επιληφθεί. ( 42 ).

54.

Στην επιχειρηματολογία που ακολουθεί θα θεωρήσω ως προϋπόθεση (ή μάλλον ως υπόθεση εργασίας) ότι η σιωπή της διμερούς συμβάσεως σχετικά με την επιλογή δικαίου σε θέματα κληρονομικής διαδοχής σημαίνει ότι η επιλογή αυτή αποκλείεται σε περίπτωση κληρονομικής διαδοχής που ρυθμίζεται από την ίδια τη σύμβαση ( 43 ).

2.   Η λύση στον κανονισμό 650/2012

55.

Ο κανονισμός 650/2012 εκδόθηκε προκειμένου να διευκολυνθεί η άσκηση των δικαιωμάτων των προσώπων σε περιπτώσεις κληρονομικής διαδοχής με διασυνοριακές επιπτώσεις.

56.

Ο Ευρωπαίος νομοθέτης έχει πράγματι θεσπίσει κανόνες για τη διεθνή δικαιοδοσία και το εφαρμοστέο δίκαιο σε κληρονομικές υποθέσεις με διασυνοριακές επιπτώσεις, καθώς και κανόνες για την αναγνώριση (ή αποδοχή) και εκτέλεση σε ένα κράτος μέλος των αποφάσεων και των δημοσίων εγγράφων που εκδίδονται σε άλλο κράτος μέλος.

57.

Ο κανονισμός 650/2012 αντικατοπτρίζει ορισμένες νομοθετικές επιλογές, ορισμένες από τις οποίες θα μπορούσαν να περιγραφούν ως «αρχές» του συστήματος ( 44 ). Εν προκειμένω, τίθεται το ερώτημα αν οι αρχές της αυτονομίας της βουλήσεως και της ενότητας της κληρονομίας αποτελούν τέτοιες «αρχές».

α)   Ελευθερία επιλογής του δικαίου

58.

Το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωση «αν η ελευθερία επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου συνιστά αρχή που διέπει τη λειτουργία του κανονισμού 650/2012». Σε καταφατική περίπτωση, ζητά να μάθει αν μια σύμβαση που καταργεί την ελευθερία αυτή «[…] αντίκειται στις αρχές που διέπουν τη δικαστική συνεργασία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις στην Ένωση».

59.

Κατά την άποψή μου, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.

60.

Στις κληρονομικές διαδοχές με διασυνοριακές επιπτώσεις, η αυτονομία της βουλήσεως έχει (εννοιολογικά) περιορισμένη σημασία, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης.

61.

Για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, ο κανονισμός 650/2012 θεσπίζει ένα αντικειμενικό συνδετικό στοιχείο: τη συνήθη διαμονή του θανόντος κατά τον χρόνο του θανάτου. Η δυνατότητα επιλογής διαφορετικού δικαίου βάσει του άρθρου 22 έχει περιορισμένο σκοπό (μπορεί να επιλεγεί μόνον το δίκαιο της ιθαγένειας του θανόντος) και, επιπλέον, υπόκειται σε τυπικές απαιτήσεις που αφορούν ειδικά την διάταξη τελευταίας βουλήσεως.

62.

Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν πιστεύω ότι η αυτονομία της βουλήσεως των μερών ως προς την επιλογή του δικαίου μπορεί να προσλάβει περιωπή κατευθυντήριας αρχής του κανονισμού 650/2012.

63.

Συνεπώς, κατά την άποψή μου, δεν υφίσταται καμία αρχή του δικαίου της Ένωσης που να εμποδίζει μια διμερή σύμβαση να στερεί από τον διαθέτη την ελευθερία επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου όσον αφορά την κληρονομική του διαδοχή. Κατά μείζονα λόγο, σε περίπτωση που η διμερής σύμβαση δεν κάνει καμία αναφορά σε σχέση με την επιλογή αυτή, το δίκαιο της Ένωσης δεν απαιτεί απαραίτητα την ερμηνεία της εν λόγω συμβάσεως προκειμένου να κριθεί ότι η τελευταία πράγματι καθιστά δυνατή την εν λόγω επιλογή.

β)   Ενότητα της κληρονομίας

1) Ως θεμελιώδης αρχή

64.

Η ενότητα της κληρονομίας (ή, ακριβέστερα, η ενότητα της ρυθμίσεως της κληρονομικής διαδοχής) είναι, σε αντίθεση με την προαναφερθείσα, μία από τις αρχές που διέπουν τον κανονισμό 650/2012. Μεταξύ των πολλών εκδηλώσεών της, επισημαίνω τις ακόλουθες:

η καθιέρωση μιας και μόνης περιστάσεως ως κριτηρίου δικαιοδοσίας και συνδετικού στοιχείου του κανόνα συγκρούσεως ( 45 ) ·

η υπαγωγή της κληρονομικής διαδοχής στο σύνολό της σε μια ενιαία δικαιοδοσία ( 46 ) ·

η υπαγωγή της κληρονομίας, ως συνόλου περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων, σε ένα εφαρμοστέο δίκαιο ( 47 ) ·

η υπαγωγή της κληρονομικής διαδοχής, ως διαδικασίας μεταβιβάσεως και αποκτήσεως περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων, σε ένα εφαρμοστέο δίκαιο ( 48 ) ·

65.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία δεν διαθέτει ουσιαστικό κληρονομικό δίκαιο, η επιλογή του ενιαίου ή μονιστικού μοντέλου δεν είναι αποτέλεσμα της επεκτάσεως σε διεθνές πλαίσιο των αντιλήψεων που υπάρχουν στον εν λόγω τομέα. Στην παρούσα κατάσταση, η ενότητα της κληρονομίας, με τις μορφές που προαναφέρθηκαν, είναι η τεχνική λύση που ταιριάζει καλύτερα με τους στόχους ολοκληρώσεως της Ένωσης υπό την εξής έννοια:

στον βαθμό που συνεπάγεται την εφαρμογή μίας ενιαίας νομοθεσίας για το σύνολο της κληρονομίας που πρόκειται να μεταβιβαστεί, διευκολύνει τους πολίτες ( 49 ) να οργανώσουν την κληρονομική διαδοχή ( 50 ).

για την αρχή που επιλαμβάνεται της κληρονομικής διαδοχής, η εφαρμογή μίας ενιαίας νομοθεσίας, κατά προτίμηση αυτής που διέπει την ίδια, απλοποιεί τη διαχείριση της κληρονομίας με διεθνή στοιχεία ( 51 ).

Αυτό, σε συνδυασμό με τη συγκέντρωση της δικαιοδοσίας σε ένα μόνο δικαστήριο, διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία των αποφάσεων εντός της Ένωσης, ελαχιστοποιώντας τον κίνδυνο εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων αναφορικά με την ίδια κληρονομική διαδοχή.

66.

Κατά το διάστημα των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση του κανονισμού 650/2012, η ενιαία αντιμετώπιση της κληρονομικής διαδοχής δεν ήταν η μοναδική λύση που ίσχυε στα κράτη μέλη. Ο Ευρωπαίος νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση του γεγονότος αυτού ( 52 ).

67.

Η σχετική καινοτομία της ως άνω λύσεως δεν υποβαθμίζει τη σημασία της ως ραχοκοκαλιάς του συστήματος. Στις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα σχετικά με τον κανονισμό 650/2012, το Δικαστήριο αναγνωρίζει την ιδιότητά της ως «αρχής» ( 53 ).

68.

Από αυτή την αναγνώριση προκύπτει:

ότι η συνήθης διαμονή του θανόντος, ως κριτήριο καθορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας ή συνδετικό στοιχείο στον κανόνα συγκρούσεως, μπορεί να είναι μόνο μία ( 54 ).

ο ευρύς ορισμός του ουσιαστικού πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 650/2012 ( 55 ) (κατ’ επέκταση, της lex successionis).

2) Η αρχή δεν είναι απόλυτη

69.

Θα πρέπει, ωστόσο, να καταστεί σαφές ότι η ενότητα της κληρονομίας απέχει πολύ από το να αποτελεί μια απαρέγκλιτη αρχή σε οποιονδήποτε από τους τομείς στους οποίους εφαρμόζεται. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, η αποφυγή της κατατμήσεως της κληρονομίας αποτελεί στόχο που επιδιώκει να προωθήσει ο κανονισμός 650/2012 ( 56 ), αλλά δεν αποτελεί απόλυτη επιταγή ( 57 ).

70.

Ο κανονισμός 650/2012 παρεκκλίνει σε πολλές περιπτώσεις από την ενιαία μεταχείριση της κληρονομικής διαδοχής. Χωρίς να επιχειρείται εξαντλητική αναφορά, τούτο πιστοποιείται από τα εξής:

Οι αποφάσεις σχετικά με ορισμένα περιουσιακά στοιχεία της κληρονομίας, καθώς και συγκεκριμένες πτυχές της κληρονομικής διαδικασίας, μπορούν να ληφθούν από δικαστή διαφορετικό από εκείνον που είναι αρμόδιος να αποφανθεί επί της κληρονομικής διαδοχής στο σύνολό της ( 58 ) σύμφωνα με τον κανονισμό 650/2012.

Ο δικαστής που είναι κατά κανόνα αρμόδιος για την εκδίκαση της υποθέσεως έχει τη δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να μην αποφανθεί για περιουσιακά στοιχεία της κληρονομίας που βρίσκονται σε τρίτο κράτος ( 59 ).

Ο συσχετισμός forum/ius παύει να υφίσταται σε αρκετές περιπτώσεις: μεταξύ άλλων, ως αποτέλεσμα της επιλογής δικαίου από τον διαθέτη ( 60 ), όταν ο τελευταίος είναι υπήκοος τρίτου κράτους ( 61 ) (με την επιφύλαξη διορθωτικών μηχανισμών, όπως η αναπαραπομπή βάσει του άρθρου 34 του κανονισμού 650/2012). Επίσης, όταν επιλέγεται το δίκαιο ενός κράτους μέλους, σε περίπτωση μη λειτουργίας των μηχανισμών που διασφαλίζουν ότι η αρχή που επιλαμβάνεται της κληρονομικής διαδοχής εφαρμόζει το δίκαιο που διέπει την ίδια ( 62 ).

Ο κανονισμός 650/2012 προβλέπει την κατάτμηση της κληρονομίας, επιτρέποντας τη ρύθμιση συγκεκριμένων πτυχών της κληρονομικής διαδοχής από διαφορετικούς νόμους ( 63 ). Διαπιστώνεται επίσης ότι, υπό προϋποθέσεις, η lex rei sitae εφαρμόζεται στην κληρονομική διαδοχή που αφορά συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία ( 64 ).

3) Συνέπειες του άρθρου 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 650/2012

71.

Από όλες τις παρεκκλίσεις που προβλέπει ο κανονισμός 650/2012 αναφορικά με την αρχή της ενότητας της κληρονομίας, θα ήθελα να επισημάνω, λόγω της συνάφειας της με την παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, εκείνη που περιέχεται στο άρθρο 12, παράγραφος 1. Η διάταξη αυτή αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, μια (αναγκαία) παραχώρηση του Ευρωπαίου νομοθέτη απέναντι στην ποικιλομορφία των τρόπων αντιμετωπίσεως της κληρονομικής διαδοχής με διεθνή στοιχεία ( 65 ).

72.

Στην πράξη, είναι σαφές ότι η υιοθέτηση ενός ενιαίου ρυθμιστικού μοντέλου χωρίς διαφοροποιήσεις είναι μια λύση καταδικασμένη σε αποτυχία στις περιπτώσεις που η κληρονομική διαδοχή αφορά ακίνητη περιουσία ευρισκόμενη σε κράτη που έχουν επιλέξει το αντίθετο μοντέλο (δυαδικό ή διαζευκτικό).

73.

Σε αυτές τις χώρες:

Η εφαρμογή της lex rei sitae είναι κατά κανόνα υποχρεωτική για ακίνητα που βρίσκονται στο έδαφός τους.

Η διεθνής δικαιοδοσία για θέματα που αφορούν την κληρονομική διαδοχή σε σχέση με τα ως άνω περιουσιακά στοιχεία θεωρείται αποκλειστική.

Ως επακόλουθο, η άρνηση αναγνωρίσεως αλλοδαπών αποφάσεων σχετικά με την εν λόγω περιουσία θεωρείται δικαιολογημένη ( 66 ).

74.

Εντός του πλαισίου της Ένωσης, τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από τον κανονισμό 650/2012 έχουν αποδεχθεί το ενιαίο μοντέλο και δεν μπορούν να αντιταχθούν στην υπαγωγή της κληρονομικής διαδοχής αναφορικά με ακίνητα που βρίσκονται στο έδαφός τους σε αλλοδαπό δίκαιο ( 67 ) ή στη λήψη αποφάσεων από τις αρχές άλλων κρατών μελών σχετικά με τα εν λόγω ακίνητα.

75.

Από την άλλη πλευρά, ο κανονισμός 650/2012 εισάγει σημαντικές παρεκκλίσεις όταν επιτρέπει, μέσω του άρθρου 12, παράγραφος 1, στην αρμόδια δικαστική αρχή, κατ’ εφαρμογή των κανόνων που τη διέπουν, να μην αποφαίνεται για περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται σε τρίτα κράτη, ενόψει του κινδύνου η απόφαση να μην αναγνωριστεί και, κατά περίπτωση, να μην κηρυχθεί εκτελεστή στα εν λόγω κράτη.

76.

Το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 650/2012 έχει σχεδιαστεί κυρίως με γνώμονα το συμφέρον των τρίτων κρατών που διεκδικούν αποκλειστική δικαιοδοσία για τη ρύθμιση της κληρονομικής διαδοχής επί ακινήτων που βρίσκονται στο έδαφός τους. Ωστόσο, η πιθανολόγηση ότι μια απόφαση δεν θα επιφέρει αποτελέσματα στο τρίτο κράτος μπορεί να βασίζεται σε οποιονδήποτε άλλο λόγο που προβλέπεται από το δίκαιο του εν λόγω κράτους: για παράδειγμα, λόγω μη εφαρμογής του δικαίου του τόπου όπου βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία ( 68 ).

77.

Πιθανή συνέπεια του άρθρου 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 650/2012 είναι η καταστρατήγηση της ενιαίας μεταχειρίσεως της κληρονομικής διαδοχής:

όσον αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία, εάν το αρμόδιο κατά τα οριζόμενα στον κανονισμό 650/2012 δικαστήριο αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεώς του ορισμένα περιουσιακά στοιχεία της κληρονομίας, φοβούμενο ότι η απόφαση αυτή δεν θα έχει ισχύ στο τρίτο κράτος στο οποίο βρίσκονται τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία, είναι εύλογο οι ενδιαφερόμενοι να ασκήσουν τις αξιώσεις τους στα δικαστήρια του τελευταίου αυτού κράτους.

όσον αφορά τη lex successionis, δεδομένου ότι τα εν λόγω δικαστήρια την καθορίζουν σύμφωνα με τους κανόνες συγκρούσεως που εφαρμόζουν, η διάσπαση είναι αναμενόμενη σε περίπτωση που το δίκαιο που καθορίζεται δεν συμπίπτει με εκείνο που, δυνάμει του κανονισμού 650/2012, εφαρμόζεται στο υπόλοιπο της κληρονομίας.

78.

Η μη εφαρμογή ενιαίας μεταχειρίσεως υποδηλώνει ότι υπάρχουν εναλλακτικές επιλογές για τη ρύθμιση της κληρονομικής διαδοχής, πέραν αυτής του ενιαίου μοντέλου. Με το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 650/2012, ο Ευρωπαίος νομοθέτης δείχνει ότι έχει επίγνωση του γεγονότος ότι τρίτες χώρες έχουν επιλέξει το μοντέλο της διάσπασης της κληρονομίας και ότι είναι πρόθυμος να το σεβαστεί, για πρακτικούς λόγους, παρά τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται και τις οποίες περιέγραψα.

79.

Κατά την άποψή μου, ο σεβασμός που επιδεικνύεται στο άρθρο 12 του κανονισμού 650/2012 (μονομερής κανόνας) δεν είναι μικρότερης, αλλά μεγαλύτερης σημασίας, όταν η δυαδική λύση ενσωματώνεται σε διμερή σύμβαση μεταξύ κράτους μέλους και τρίτου κράτους, όπως η παρούσα, η οποία συνήφθη πριν την έκδοση του εν λόγω κανονισμού. Επιπλέον, στον ίδιο τον κανονισμό 650/2012 διατυπώνεται η πρόθεση να παραμένει άθικτη η εφαρμογή των διεθνών συμβάσεων αυτού του είδους.

Γ. Επικουρικά: σε περίπτωση αντιφάσεως

80.

Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει αντίφαση μεταξύ των αρχών του κανονισμού 650/2012 και της διμερούς συμβάσεως, προτείνω να ερμηνευθεί το άρθρο 75 του κανονισμού 650/2012 υπό το πρίσμα του άρθρου 351 ΣΛΕΕ.

81.

Το άρθρο 351 ΣΛΕΕ ρυθμίζει τα της συγκρούσεως μεταξύ του δικαίου της Ένωσης και ορισμένων συμβάσεων στις οποίες συμβαλλόμενα μέρη είναι κράτη μέλη και τρίτα κράτη. Σύμφωνα με τη διατύπωση του Δικαστηρίου, «πρόκειται για κανόνα που, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, μπορεί να επιτρέπει παρεκκλίσεις από την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του πρωτογενούς δικαίου» ( 69 ).

82.

Οι αντιφάσεις μεταξύ μιας συμβάσεως συναφθείσας πριν την προσχώρηση ενός κράτους μέλους και ενός κανόνα δικαίου της Ένωσης μπορεί να αποτελέσουν έναν από αυτούς τους λόγους παρεκκλίσεως ( 70 ).

83.

Ωστόσο, πριν από την επέλευση μιας τέτοιας συνέπειας, τα κράτη μέλη οφείλουν, σύμφωνα με το άρθρο 351, παράγραφος 2 ΣΛΕΕ, να προσφεύγουν σε όλα τα πρόσφορα μέτρα για να άρουν τα διαπιστωθέντα ασυμβίβαστα μεταξύ του δικαίου της Ένωσης και της εν λόγω διεθνούς συμβάσεως ( 71 ).

84.

Από αυτή την υποχρέωση προκύπτει:

πρώτον, ότι το κράτος μέλος πρέπει να άρει το ασυμβίβαστο δίνοντας στη σύμβαση, κατά το μέτρο του δυνατού και τηρουμένου του διεθνούς δικαίου, ερμηνεία που να συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης ( 72 ).

δεύτερον, εάν αυτό δεν είναι δυνατόν, το κράτος μέλος πρέπει να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να άρει το ασυμβίβαστο της συμβάσεως με το δίκαιο της ΕΕ, εν ανάγκη καταγγέλλοντάς την. Μέχρι την άρση του εν λόγω ασυμβιβάστου, το άρθρο 351, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ του επιτρέπει να συνεχίσει να εφαρμόζει τη σύμβαση ( 73 ).

85.

Στην προκειμένη περίπτωση, τούτο θα σήμαινε ότι η Πολωνία οφείλει να επιδιώξει την προσαρμογή της ερμηνείας της διμερούς συμβάσεως στον κανονισμό 650/2012, τηρώντας παράλληλα το διεθνές δίκαιο ( 74 ).

86.

Εάν η προσπάθεια αυτή αποτύχει, θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο τροποποίησης της συμβάσεως ή καταγγελίας της. Εν τω μεταξύ, το δίκαιο της Ένωσης της επιτρέπει να την εφαρμόσει, ώστε να εκπληρώσει τη διεθνή υποχρέωση που έχει αναλάβει.

V. Πρόταση

87.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Sąd Okręgowy w Opolu (περιφερειακό δικαστήριο του Opole, Πολωνία) ως εξής:

«To άρθρο 75 του κανονισμού (ΕΕ) 650/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, την αποδοχή και εκτέλεση δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου, σε συνδυασμό με το άρθρο του 22

έχει την έννοια ότι

δεν αντιτίθεται σε πρόβλεψη διμερούς συμβάσεως, συναφθείσας μεταξύ κράτους μέλους, πριν την προσχώρησή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και τρίτου κράτους, δυνάμει της οποίας ο υπήκοος του τρίτου κράτους, κάτοικος του κράτους μέλους το οποίο δεσμεύεται από τη διμερή σύμβαση, δεν έχει τη δυνατότητα επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου όσον αφορά την κληρονομική του διαδοχή.»


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.

( 2 ) Η προηγούμενη αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε απευθείας από συμβολαιογράφο. Το Δικαστήριο κήρυξε την αίτηση απαράδεκτη για τον λόγο ότι ο ανωτέρω δεν φέρει την ιδιότητα του «δικαστηρίου» κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Πρβλ. διάταξη της 1ης Σεπτεμβρίου 2021, OKR (Υποβολή προδικαστικού ερωτήματος από αναπληρωτή συμβολαιογράφο) (C‑387/20, EU:C:2021:751).

( 3 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, την αποδοχή και εκτέλεση δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου (ΕΕ 2012, L 201, σ. 107).

( 4 ) Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, αν μια ενδεχόμενη ατυχής διατύπωση του προοιμίου του κανονισμού 650/2012 δικαιολογεί τις αμφιβολίες του εθνικού οργάνου, η απάντηση δεν φαίνεται να αμφισβητείται. Πολλές αιτιολογικές σκέψεις του εν λόγω κανονισμού αναφέρονται σε «πολίτες» (συμπεριλαμβανομένων, σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις, των «ευρωπαίων πολιτών») ως αποδέκτες ενός κειμένου που αποσκοπεί στη διευκόλυνση της οργανώσεως της κληρονομικής διαδοχής με διασυνοριακές επιπτώσεις και στην πρόσβαση στα οφέλη της εσωτερικής αγοράς. Τυχόν ερμηνεία αυτής της αναφοράς ως αποκλείουσας την εφαρμογή του κανονισμού 650/2012, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, στους υπηκόους τρίτων χωρών όσον αφορά την κληρονομική διαδοχή, θα ήταν αντίθετη όχι μόνο με τη διατύπωση του άρθρου 22, αλλά και με άλλες διατάξεις, όπως το άρθρο 20, που διακηρύσσουν τον οικουμενικό του χαρακτήρα.

( 5 ) Συγκεκριμένα, στο άρθρο 81 του κώδικα συμβολαιογράφων, της 14ης Φεβρουαρίου 1991 (Dz. U. 1991 nr 22, poz. 91), σύμφωνα με το οποίο ο συμβολαιογράφος οφείλει να αρνείται την εκτέλεση παράνομων πράξεων.

( 6 ) Λέω «κατ’ αρχήν», διότι υπάρχει διχογνωμία ως προς το αν η διμερής σύμβαση αποκλείει πράγματι την επιλογή της lex successionis ή δεν παίρνει καθόλου θέση επί του θέματος: βλ. υποσημείωση 7. Η κρίση επί του θέματος αυτού εναπόκειται αποκλειστικά στο αιτούν δικαστήριο και όχι στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο δεν είναι αρμόδιο για την ερμηνεία της εν λόγω συμβάσεως.

( 7 ) Αυτή η ερμηνεία της διμερούς συμβάσεως υποστηρίζεται από τη συμβολαιογράφο, την Επιτροπή και την Ουγγρική Κυβέρνηση. Η Πολωνική Κυβέρνηση, όπως και η OP στην αρχική διαδικασία, στις σκέψεις 27 έως 30 των παρατηρήσεών της, υποστηρίζει ότι η σύμβαση απλώς αναπαράγει το status quo όσον αφορά το εφαρμοστέο στην κληρονομική διαδοχή δίκαιο κατά τον χρόνο συνάψεώς της· η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στην επιλογή δικαίου υποδηλώνει απλώς ότι το ζήτημα αυτό παραμένει αρρύθμιστο. Το αιτούν δικαστήριο δεν είναι απόλυτο ως προς το ζήτημα αυτό. Ωστόσο, αν η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στη δυνατότητα επιλογής (τόσο όσον αφορά την παραχώρηση τέτοιας δυνατότητας όσο και την άρνηση αυτής) εκληφθεί ως αδιαφορία από πλευράς των κρατών που έχουν υπογράψει τη διμερή σύμβαση, δεν θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα ασυμβατότητας με τον κανονισμό 650/2012.

( 8 ) Με εξαίρεση τις παρατηρήσεις που υπέβαλε το Βασίλειο της Ισπανίας, το οποίο, στα σημεία 27 επ. των παρατηρήσεών του, αναφέρεται επίσης στην παράγραφο 2.

( 9 ) Ο κανονισμός 650/2012 δεν εφαρμόζεται στην Ιρλανδία και τη Δανία. Στο εξής, η έκφραση «κράτος μέλος» πρέπει να νοείται ως αναφορά στα υπόλοιπα κράτη μέλη.

( 10 ) Δεν αμφισβητείται ότι τέτοιου είδους συμφωνίες προβλέπονται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, του κανονισμού 650/2012.

( 11 ) Αυτό υποστηρίζουν στις γραπτές παρατηρήσεις τους η Ισπανική Κυβέρνηση (σημεία 28 και 30) και η Ουγγρική Κυβέρνηση (σημεία 10 έως 16).

( 12 ) Παρατηρήσεις της Επιτροπής, παράγραφοι 34 και επόμενες, και παρατηρήσεις της συμβολαιογράφου, παράγραφοι 23 και επόμενες.

( 13 ) Σύμβαση των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 1).

( 14 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1). Οι διατάξεις είναι σε μεγάλο βαθμό πανομοιότυπες: οι διαφορές τους δεν αφορούν αυτό που μας απασχολεί εν προκειμένω.

( 15 ) Σε συνδυασμό με τα άρθρα 55 και 56.

( 16 ) Σε συνδυασμό με τα άρθρα 69 και 70.

( 17 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1). Όπως και στον κανονισμό 44/2001, το άρθρο 71 πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με τα άρθρα 69 και 70.

( 18 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής (ΕΕ 2009, L 7, σ. 1).

( 19 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 2016, για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα της διεθνούς δικαιοδοσίας, του εφαρμοστέου δικαίου και της αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων σε ζητήματα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων (ΕΕ 2016, L 183, σ. 1).

( 20 ) Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένες διαφορές μεταξύ τους. Ορισμένες από αυτές είναι, κατά τη γνώμη μου, αδιάφορες. Αυτό συμβαίνει με την απουσία στο άρθρο 75 του κανονισμού για τη κληρονομική διαδοχή της φράσης «με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών δυνάμει του άρθρου [307] 351 ΣΛΕΕ», η οποία περιλαμβάνεται ρητά σε άλλους κανονισμούς. Η ως άνω φράση εμφανιζόταν στην πρόταση της Επιτροπής, COM(2009) 154 τελικό, άρθρο 45, αλλά απαλείφθηκε κατά την ψήφισή της από το Κοινοβούλιο. Δεν θεωρώ ότι η αναφορά που κάνουν οι εν λόγω διατάξεις στη ΣΛΕΕ εξυπηρετεί κάποιον άλλο σκοπό πέραν της υπομνήσεως: με άλλα λόγια, η απουσία τέτοιας αναφοράς δεν απαλλάσσει τα κράτη μέλη από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη ΣΛΕΕ στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής που διέπει ο κανονισμός (βλ. σχετικά τα σημεία 80 επ. των παρόντων συμπερασμάτων). Από την άλλη πλευρά, όπως εξηγώ κατωτέρω, η ανομοιογενής οριοθέτηση των περιπτώσεων στις οποίες ένας ευρωπαϊκός κανονισμός υπερισχύει μιας διεθνούς συμβάσεως (παρακάτω, υποσημείωση 21, για τη Σύμβαση των Βρυξελλών και τους κανονισμούς που έπονται αυτής, και υποσημείωση 27, για άλλους) θα μπορούσε να έχει συνέπειες κατά τη μεταφορά της ερμηνείας ορισμένων ρητρών συντονισμού σε άλλες.

( 21 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 2016, Banco Primus (C‑230/15, EU:C:2016:560, σκέψεις 49 και 50). Σε μεγάλο βαθμό, οι συμβάσεις που έχουν συναφθεί αποκλειστικά μεταξύ των κρατών μελών δεν έχουν πλέον ισχύ μεταξύ τους στον ουσιαστικό τομέα που καλύπτεται από τη Σύμβαση των Βρυξελλών ή από τους κανονισμούς 44/2001 και 1215/2012: βλ. άρθρα 55 και 56 της Σύμβασης των Βρυξελλών και άρθρα 69 και 70 του κανονισμού 44/2001 καθώς και τον κανονισμό 1215/2012.

( 22 ) Απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1994, Walltopia (C‑406/92, EU:C:1994:400, σκέψη 25).

( 23 ) Απόφαση της 4ης Μαΐου 2010, TNT Express Nederland (C‑533/08, EU:C:2010:243, στο εξής: απόφαση TNT Express Nederland, σκέψεις 45 έως 48).

( 24 ) Αποφάσεις TNT Express Nederland, σκέψεις 49 επ.· της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Nipponkoa Insurance (C‑452/12, EU:C:2013:858, σκέψη 36), της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Nickel & Goeldner Spedition (C‑157/13, EU:C:2014:2145, σκέψη 38). Παρακάτω θα εκθέσω την αβεβαιότητα σχετικά με το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής (τρόπον τινά) αυτής της νομολογίας: κατωτέρω, σημείο 41. Από αυτή προκύπτει, σε κάθε περίπτωση, ότι ο κανόνας της «μη συμπλεύσεως» δεν σημαίνει, όπως θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί εκ πρώτης όψεως, την αυτόματη μη εφαρμογή της ευρωπαϊκής ρυθμίσεως κάθε φορά που αυτή συντρέχει με μια διεθνή σύμβαση.

( 25 ) Απόφαση στην υπόθεση TNT Express Nederland, σκέψη 51· της 19ης Δεκεμβρίου 2013, (C‑452/12, EU:C:2013:858, σκέψη 37). Η ερμηνεία, σε πρακτικό επίπεδο, είναι αυτή που εκφράζεται στη σκέψη 55 της πρώτης αποφάσεως: η σύμβαση «μπορεί να εφαρμόζεται εντός της Ένωσης μόνον αν καθιστά δυνατή τη συμμόρφωση προς τους σκοπούς της ελεύθερης κυκλοφορίας των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην απονομή της δικαιοσύνης εντός της Ένωσης, υπό συνθήκες τουλάχιστον εξίσου ευνοϊκές με αυτές που προκύπτουν από την εφαρμογή του κανονισμού 44/2001». Βλ. επίσης τη σκέψη 38 της δεύτερης αποφάσεως και την τελική διατύπωση στη σκέψη 39: το άρθρο 71 του κανονισμού 44/2001 «έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ερμηνεία διεθνούς συμβάσεως που δεν διασφαλίζει, υπό συνθήκες τουλάχιστον εξίσου ευνοϊκές με αυτές που προκύπτουν από την εφαρμογή του προαναφερθέντος κανονισμού, τη συμμόρφωση προς τους σκοπούς και τις αρχές του εν λόγω κανονισμού».

( 26 ) Όταν οι διατάξεις για τη δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο και τα συναφή που αφορούν την κληρονομική διαδοχή περιλαμβάνονται σε σύμβαση γενικής εμβέλειας περιέχουσα γενικούς κανόνες που αφορούν, για παράδειγμα, την εκκρεμοδικία, τις συναφείς αγωγές ή την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, θα πρέπει να προσδιοριστεί αν αυτοί οι γενικοί κανόνες διέπουν και τις κληρονομικές διαδοχές που καλύπτονται από τη σύμβαση, προτού παραχωρήσουν τη θέση τους σε εκείνους του κανονισμού 650/2012.

( 27 ) Σε περιπτώσεις συμβάσεων στις οποίες συμβαλλόμενα μέρη είναι κράτη μέλη και τρίτα κράτη, ο κανονισμός 650/2012 δεν ρυθμίζει το τι συμβαίνει στις μεταξύ τους σχέσεις, όπερ θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κάνει η πρόταση της Επιτροπής, COM(2009) 154 τελικό, άρθρο 45, και σε αντίθεση με τον κανονισμό 4/2009.

( 28 ) Σημείο 32, πρώτη περίπτωση, των παρουσών προτάσεων.

( 29 ) Σημείο 32, τελευταία περίπτωση, των παρουσών προτάσεων.

( 30 ) Αναφέρομαι στο γεωγραφικό εύρος. Από πλευράς αρχών, οι αποφάσεις αυτές παραθέτουν εκείνες «που διέπουν τη δικαστική συνεργασία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εντός της Ένωσης», καθώς και τις αρχές που διέπουν τον συγκεκριμένο κανονισμό του οποίου η ρήτρα συμβατότητας αποτελεί αντικείμενο αμφισβητήσεως.

( 31 ) Σκέψη 52.

( 32 ) Απόφαση στην υπόθεση TNT Express Nederland, σκέψεις 53 και 54· και της 19ης Δεκεμβρίου 2013, (C‑452/12, EU:C:2013:858, σκέψη 38).

( 33 ) Απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014 (C‑157/13, EU:C:2014:2145).

( 34 ) Στις αποφάσεις TNT Express Nederland και της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Nipponkoa Insurance (C‑452/12, EU:C:2013:858), αποτέλεσε εξεταζόμενο ζήτημα η εφαρμογή των κανόνων εκκρεμοδικίας, αναγνωρίσεως και εκτελέσεως της Συμβάσεως περί του συμβολαίου για τη διεθνή οδική μεταφορά εμπορευμάτων, που υπεγράφη στη Γενεύη στις 19 Μαΐου 1956, όπως τροποποιήθηκε με το πρωτόκολλο που υπογράφηκε στη Γενεύη στις 5 Ιουλίου 1978 (CMR), σε διαδικασίες (ή αποφάσεις) δύο κρατών μελών. Τα πραγματικά περιστατικά που περιγράφονται στην απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Nickel & Goeldner Spedition (C‑157/13, EU:C:2014:2145), αφορούσαν ένα μόνο κράτος: το ερώτημα ήταν αν έπρεπε να εφαρμοσθεί ο κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας της CMR ή ο κανονισμός 44/2001.

( 35 ) Απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2010, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑546/07, EU:C:2010:25, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 36 ) Όπ.π. (σκέψεις 43 και 44).

( 37 ) Η ρύθμιση της διμερούς συμβάσεως για την κληρονομική διαδοχή διαφέρει σημαντικά από τον κανονισμό 650/2012: ο τελευταίος επιλέγει το ενιαίο μοντέλο για τη ρύθμιση της κληρονομικής διαδοχής, ενώ η σύμβαση το αντίθετο, με όλες τις επακόλουθες συνέπειες (δηλαδή όσον αφορά το εφαρμοστέο δίκαιο, τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων). Ο εξαναγκασμός των πολωνικών αρχών να προκρίνουν την αρχή της ενότητας της κληρονομικής διαδοχής ως αρχή που διέπει τον κανονισμό 650/2012, θα σήμαινε ότι η διμερής σύμβαση θα καθίστατο ανενεργή σε περιπτώσεις στις οποίες, ενδεχομένως, παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον: για παράδειγμα, όταν η κληρονομιαία περιουσία πολωνού πολίτη αφορά ακίνητα στην Ουκρανία. Δεδομένου ότι η διμερής σύμβαση όχι μόνο προβλέπει την εφαρμογή του εθνικού δικαίου του αποβιώσαντος για τα κινητά περιουσιακά στοιχεία και της lex rei sitae για τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία (άρθρο 37), αλλά εξαρτά και την αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων από την τήρηση των κανόνων αυτών (άρθρα 49 και 50, παράγραφος 6), η πολωνική απόφαση δεν θα αναγνωριζόταν στην Ουκρανία. Από την άλλη πλευρά, η Πολωνία θα εξακολουθούσε να είναι υποχρεωμένη να αναγνωρίζει τις ουκρανικές αποφάσεις σχετικά με ακίνητα που βρίσκονται στο πολωνικό έδαφος.

( 38 ) Ή το αποτέλεσμα της εφαρμογής τους.

( 39 ) Για τους σκοπούς του άρθρου 75 του κανονισμού 650/2012, η σχετική καταληκτική ημερομηνία είναι η ημερομηνία εκδόσεως του κανονισμού. Εν πάση περιπτώσει, κατά τον χρόνο συνάψεως της διμερούς συμβάσεως, η Πολωνία και η Ουκρανία ήταν τρίτα κράτη, καθώς η Πολωνία δεν είχε ακόμη προσχωρήσει στην Ένωση. Η προοπτική να πράξει κάτι τέτοιο η Ουκρανία στο μέλλον, όπως και η επιθυμία για ανάπτυξη στενότερων δεσμών που εκφράζεται στη συμφωνία σύνδεσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Ουκρανίας, αφετέρου (ΕΕ 2014, L 161, σ. 3), αναφέρθηκαν από το αιτούν δικαστήριο και από ορισμένους διαδίκους ενώπιον του Δικαστηρίου, ως επιχείρημα για την προσαρμογή της ερμηνείας της διμερούς συμβάσεως στον κανονισμό 650/2012. Ωστόσο, το αν, πότε και πώς θα υλοποιηθούν αυτές οι προθέσεις είναι αβέβαιο και, ως εκ τούτου, ανώφελο για την κατανόηση του κειμένου της συμβάσεως στον παρόντα χρόνο.

( 40 ) Σημεία 80 επ. των παρουσών προτάσεων.

( 41 ) Παλαιότερα, το χρονικό αυτό στοιχείο θα μπορούσε να είχε κάποια σημασία στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 351 ΣΛΕΕ. Η απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2022, Generalstaatsanwaltschaft München (Έκδοση και non bis in idem) (C‑435/22 PPU, EU:C:2022:852, σκέψη 126), διευκρινίζει ότι αυτό δεν ισχύει. Υπενθυμίζω ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 75 του κανονισμού 650/2012, η κρίσιμη ημερομηνία είναι αυτή της εκδόσεως του ίδιου του κανονισμού.

( 42 ) Άρθρο 41 της διμερούς συμβάσεως. Κατ’ εξαίρεση, σε περίπτωση που όλα τα κινητά περιουσιακά στοιχεία της κληρονομίας βρίσκονται σε ένα συμβαλλόμενο κράτος, εάν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των κληρονόμων και ένας από αυτούς το ζητήσει, η κληρονομική διαδοχή θα εξεταστεί στο σύνολό της ενώπιον των αρχών του εν λόγω κράτους. Αν δεν κάνω λάθος, ο κανόνας συγκρούσεως παραμένει αμετάβλητος.

( 43 ) Όπως ήδη ανέφερα, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να αποφασίσει σχετικά με την ερμηνεία αυτής της πτυχής της διμερούς συμβάσεως όσον αφορά τα συμβαλλόμενα κράτη.

( 44 ) Δεν είναι ασυνήθιστο οι τεχνικές λύσεις του κανονισμού 650/2012 να προβάλλονται με παραπομπή στις αρχές που τις διέπουν: Lagarde P., «Les principes de base du nouveau règlement européen sur les successions», Revue Critique de Droit International Privé, 2012, σ. 691-732. Η μέθοδος αυτή έχει τους κινδύνους της, όπως φαίνεται στην παρούσα υπόθεση: το γεγονός ότι ο κανονισμός επιτρέπει την επιλογή δικαίου ή δικαστηρίου δεν καθιστά κατ’ ανάγκη την αυτονομία της βουλήσεως θεμελιώδη αρχή που διέπει την κανονιστική ρύθμιση.

( 45 ) Αιτιολογικές σκέψεις 23 και 27. Μεταξύ άλλων, άρθρα 4 και 21, παράγραφος 1.

( 46 ) Άρθρο 4, άρθρο 10.

( 47 ) Αιτιολογική σκέψη 37 in fine και άρθρο 21.

( 48 ) Αιτιολογική σκέψη 42 και άρθρο 23.

( 49 ) Χρησιμοποιώ τον όρο που αναφέρεται στον ίδιο τον κανονισμό 650/2012 σε διάφορες αιτιολογικές σκέψεις.

( 50 ) Η διαφορετική φύση των περιουσιακών στοιχείων ή η τοποθεσία τους σε διαφορετικά κράτη δεν συνιστά πρόσθετη δυσκολία ως προς αυτά.

( 51 ) Η συγκέντρωση στο πλαίσιο ενός ενιαίου νομικού συστήματος όλων ή τουλάχιστον μεγάλου αριθμού παραμέτρων μιας κληρονομικής διαδοχής με διασυνοριακές επιπτώσεις μειώνει τον αριθμό και την ένταση των προβλημάτων που χαρακτηρίζουν την αναδιοργάνωση του νομικού της καθεστώτος.

( 52 ) Βλ. πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου, COM(2009) 410, σ. 12. Είναι επίσης θεμιτό να αναφερθεί ότι το άρθρο 75, παράγραφος 1 [άρθρο 45, παράγραφος 1, στην πρόταση της Επιτροπής COM(2009) 154 τελικό] εγκρίθηκε εν γνώσει του γεγονότος ότι η απόρριψη της μονιστικής λύσης σε πολλά κράτη μέλη αποτελούσε (αποτελεί) τη λύση στο πλαίσιο διεθνών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με τρίτα κράτη.

( 53 ) Αποφάσεις της 12ης Οκτωβρίου 2017, Kubicka (C‑218/16, EU:C:2017:755, σκέψη 43), της 21ης Ιουνίου 2018, Oberle (C‑20/17, EU:C:2018:485, σκέψεις 54 έως 56), της 7ης Απριλίου 2022, V A και Z A (Επικουρική δικαιοδοσία σε υποθέσεις κληρονομικής διαδοχής) (C‑645/20, EU:C:2022:267, σκέψη 38), και της 9ης Σεπτεμβρίου 2021, UM (Σύμβαση μεταβίβασης περιουσίας αιτία θανάτου) (C‑277/20, EU:C:2021:708, σκέψη 33).

( 54 ) Απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Ε. Ε. (Διεθνής δικαιοδοσία και εφαρμοστέο δίκαιο στην κληρονομική διαδοχή) (C‑80/19, EU:C:2020:569, σκέψη 41).

( 55 ) Αποφάσεις της 12ης Οκτωβρίου 2017, Kubicka (C‑218/16, EU:C:2017:755), της 21ης Ιουνίου 2018, Oberle (C‑20/17, EU:C:2018:485), της 9ης Σεπτεμβρίου 2021, UM (Σύμβαση μεταβιβάσεως κληρονομιαίας περιουσίας) (C‑277/20, EU:C:2021:708). Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εναλλακτική λύση έναντι του κανονισμού θα ήταν ένας εθνικός νόμος και όχι μια άλλη ευρωπαϊκή ρύθμιση.

( 56 ) Απόφαση της 7ης Απριλίου 2022, V A και Z A (Επικουρική δικαιοδοσία σε υποθέσεις κληρονομικής διαδοχής) (C‑645/20, EU:C:2022:267, σκέψη 37).

( 57 ) Αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2020, E.E. (Αρμοδιότητα και εφαρμοστέο δίκαιο στην κληρονομική διαδοχή) (C‑80/19, EU:C:2020:569, σκέψη 69), και της 7ης Απριλίου 2022, V A και Z A (Επικουρική δικαιοδοσία σε υποθέσεις κληρονομικής διαδοχής) (C‑645/20, EU:C:2022:267, σκέψεις 44 και 45).

( 58 ) Αιτιολογικές σκέψεις 28 in fine και 32· άρθρο 13.

( 59 ) Άρθρο 12, παράγραφος 1.

( 60 ) Επίσης, στις σπάνιες περιπτώσεις στις οποίες το κατά κανόνα εφαρμοστέο δίκαιο πρέπει να υποχωρήσει έναντι άλλου δικαίου δυνάμει της προβλεπόμενης στο άρθρο 21, παράγραφος 2, ρήτρας εξαιρέσεως.

( 61 ) Τούτο συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση: αν γίνει δεκτή η επιλογή του δικαίου που επιδιώκει η OP, η Πολωνή συμβολαιογράφος και ενδεχομένως ένας δικαστής θα πρέπει να εφαρμόσουν ένα αλλοδαπό δίκαιο.

( 62 ) Άρθρα 5 έως 7.

( 63 ) Για παράδειγμα, ο διορισμός και οι εξουσίες των διαχειριστών της κληρονομίας σε ορισμένες περιπτώσεις: αιτιολογική σκέψη 44 και άρθρο 29 του κανονισμού 650/2012.

( 64 ) Αιτιολογική σκέψη 54 και άρθρο 30 του κανονισμού 650/2012.

( 65 ) Η εν λόγω διάταξη δεν συμπεριλήφθηκε στην πρόταση κανονισμού της Επιτροπής [COM(2009) 154 τελικό]. Η μεταγενέστερη συμπερίληψή της δεν αιτιολογείται στην έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων του Κοινοβουλίου της 6ης Μαρτίου 2013, έγγραφο A7-0045/2012.

( 66 ) Βλ., χαρακτηριστικά, Bonomi A., «Successions internationales: conflits de lois et de juridictions», Courses of the Hague Academy of International Law, vol. 350, σ. 71-418, ιδίως σ. 107-108: «La prétention d’un Etat étranger à soumettre, selon l’approche unitaire, les immeubles à la loi nationale ou à la loi du dernier domicile (ou de la dernière résidence habituelle) du de cujus, est […] entièrement irréaliste».

( 67 ) Οι παραχωρήσεις προς τον ίδιο τον νόμο, ως lex rei sitae και λόγω της ιδιότητάς του αυτής, είναι περιορισμένης κλίμακας. Το άρθρο 31 του κανονισμού 650/2012 καταδεικνύει το γεγονός αυτό: όταν το επικαλούμενο εμπράγματο δικαίωμα, το οποίο αναγνωρίζεται σύμφωνα με το εφαρμοστέο στην κληρονομική διαδοχή δίκαιο (το οποίο κατά κανόνα θα είναι το δίκαιο του τόπου στον οποίο βρίσκεται η κληρονομιαία περιουσία), δεν είναι γνωστό στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο γίνεται η επίκλησή του, η lex rei sitae δεν αντικαθιστά τη lex successionis· είναι καθήκον των κρατών μελών να διασφαλίσουν τη διατήρηση του άγνωστου εμπράγματου δικαιώματος προσαρμόζοντάς το στο εγγύτερο εμπράγματο δικαίωμα του δικού τους δικαίου.

( 68 ) Και οι δύο λόγοι μη αναγνωρίσεως της δικαστικής αποφάσεως περιλαμβάνονται στο άρθρο 50 της διμερούς συμβάσεως μεταξύ της Πολωνίας και της Ουκρανίας, της 24ης Μαΐου 1993.

( 69 ) Απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2022, Generalstaatsanwaltschaft München (Έκδοση και non bis in idem) (C‑435/22 PPU, EU:C:2022:852, σκέψεις 119 και 121).

( 70 ) Πρβλ., για παράδειγμα, απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2020, Ferrari (C‑720/18 και C‑721/18, EU:C:2020:854), αναφορικά με τη σχέση μεταξύ του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 2008, L 299, σ. 25), καθώς και τη Σύμβαση μεταξύ της Ελβετίας και της Γερμανίας για την αμοιβαία προστασία των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, των σχεδίων και υποδειγμάτων και των εμπορικών σημάτων, που υπογράφηκε στο Βερολίνο στις 13 Απριλίου 1892, όπως τροποποιήθηκε.

( 71 ) Πρβλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 22ας Οκτωβρίου 2020, Ferrari (C‑720/18 και C‑721/18, EU:C:2020:854, σκέψη 67), και της 28ης Οκτωβρίου 2022, Generalstaatsanwaltschaft München (Έκδοση και non bis in idem) (C‑435/22 PPU, EU:C:2022:852, σκέψη 122).

( 72 ) Απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2020, Ferrari (C‑720/18 και C‑721/18, EU:C:2020:854, σκέψη 68).

( 73 ) Όπ.π. (σκέψεις 69 και 72).

( 74 ) Σε αυτό το πλαίσιο, η διμερής σύμβαση θα μπορούσε να ερμηνευθεί (υπό την προϋπόθεση, επαναλαμβάνω, ότι μια τέτοια ερμηνεία είναι σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο) υπό την έννοια ότι η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς ως προς τη δυνατότητα επιλογής δικαίου από τον διαθέτη ισοδυναμεί με αδιαφορία ως προς τη ρύθμιση του εν λόγω θέματος, με αποτέλεσμα κάθε συμβαλλόμενο κράτος μέλος στη σύμβαση να παραμένει ελεύθερο να ρυθμίσει το ζήτημα αυτό κατά την κρίση του.