ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 4ης Οκτωβρίου 2024 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων – Οδηγία (ΕΕ) 2016/680 – Άρθρο 3, σημείο 2 – Έννοια της “επεξεργασίας” – Άρθρο 4 – Αρχές που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ – Αρχή της “ελαχιστοποίησης των δεδομένων” – Άρθρα 7, 8 και 47 καθώς και άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Απαίτηση κατά την οποία ένας περιορισμός στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος πρέπει να “προβλέπεται από τον νόμο” – Αναλογικότητα – Εκτίμηση της αναλογικότητας υπό το πρίσμα του συνόλου των κρίσιμων στοιχείων – Προηγούμενος έλεγχος από δικαστήριο ή ανεξάρτητη διοικητική αρχή – Άρθρο 13 – Ενημέρωση που διατίθεται ή δίδεται στο υποκείμενο των δεδομένων – Όρια – Άρθρο 54 – Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής κατά υπευθύνου επεξεργασίας ή εκτελούντος την επεξεργασία – Αστυνομική έρευνα σχετική με τη διακίνηση ναρκωτικών – Απόπειρα των αστυνομικών αρχών να ξεκλειδώσουν κινητό τηλέφωνο προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση, για τους σκοπούς της εν λόγω έρευνας, στα δεδομένα που περιέχονται στο τηλέφωνο αυτό»

Στην υπόθεση C‑548/21,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Landesverwaltungsgericht Tirol (περιφερειακό διοικητικό πρωτοδικείο του ομόσπονδου κράτους του Τιρόλου, Αυστρία) με απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 2021, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Σεπτεμβρίου 2021, στο πλαίσιο της δίκης

CG

κατά

Bezirkshauptmannschaft Landeck,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, L. Bay Larsen, Αντιπρόεδρο, K. Jürimäe, Κ. Λυκούργο, E. Regan, T. von Danwitz, Z. Csehi και O. Spineanu-Matei, προέδρους τμήματος, P. G. Xuereb (εισηγητή), I. Jarukaitis, A. Kumin, N. Jääskinen και M. Gavalec, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez‑Bordona

γραμματέας: C. Di Bella, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 16ης Ιανουαρίου 2023,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Posch, την J. Schmoll, τον K. Ibili και τον E. Riedl,

η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. P. B. Jespersen και τις V. Pasternak Jørgensen, M. Søndahl Wolff και Y. T. Thyregod Kollberg,

η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. Möller και M. Hellmann,

η Εσθονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. Kriisa,

η Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από την M. Browne, Chief State Solicitor, τον A. Joyce και την M. Lane, επικουρούμενους από τους R. Farrell, SC, D. Fennelly, BL, και D. O’Reilly, solicitor,

η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον R. Bénard, την A. Daniel, την A.‑L. Desjonquères και τον J. Illouz,

η Κυπριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Ειρ. Νεοφύτου,

η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη Zs. Biró-Tóth και τον M. Z. Fehér,

η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. K. Bulterman, την A. Hanje και τον J. Langer,

η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,

η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Laine,

η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Lundberg, τις H. Eklinder, C. Meyer-Seitz, A. M. Runeskjöld, M. Salborn Hodgson, R. Shahsavan Eriksson και H. Shev καθώς και από τον O. Simonsson,

η Νορβηγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον F. Bergsjø, την H. Busch, την K. Moe Winther και τον P. Wennerås,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους G. Braun, S. L. Kalėda, H. Kranenborg και F. Wilman,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Απριλίου 2023,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5 και του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία [της] ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) (ΕΕ 2002, L 201, σ. 37), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 337, σ. 11) (στο εξής: οδηγία 2002/58), ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8, 11, 41 και 47 καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του CG και της Bezirkshauptmannschaft Landeck (διοικητικής αρχής της περιφέρειας Landeck, Αυστρία) σχετικά με την κατάσχεση του κινητού τηλεφώνου του CG από τις αστυνομικές αρχές και τις απόπειρες των τελευταίων, στο πλαίσιο έρευνας σχετικής με τη διακίνηση ναρκωτικών, να ξεκλειδώσουν το τηλέφωνό του προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση στα δεδομένα που περιέχονταν σε αυτό.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

Η οδηγία 2002/58

3

Το άρθρο 1 της οδηγίας 2002/58, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής και στόχος», ορίζει τα εξής:

«1.   Η παρούσα οδηγία προβλέπει την εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων οι οποίες απαιτούνται προκειμένου να διασφαλίζεται ισοδύναμο επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, και ιδίως του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και την εμπιστευτικότητα, όσον αφορά την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και να διασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και των εξοπλισμών και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Κοινότητα.

[…]

3.   Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται σε δραστηριότητες οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συνθήκης [ΛΕΕ], όπως οι δραστηριότητες που καλύπτονται από τους τίτλους V και VI της συνθήκης [ΕΕ], και σε κάθε περίπτωση στις δραστηριότητες που αφορούν τη δημόσια ασφάλεια, την εθνική άμυνα, την ασφάλεια του κράτους (συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής ευημερίας του κράτους εφόσον οι δραστηριότητες συνδέονται με θέματα ασφάλειας του κράτους) και στις δραστηριότητες του κράτους σε τομείς του ποινικού δικαίου.»

4

Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, το οποίο επιγράφεται «Σχετικές υπηρεσίες», προβλέπει τα ακόλουθα:

«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της παροχής διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε δημόσια δίκτυα επικοινωνιών στην Κοινότητα, περιλαμβανομένων των δημοσίων δικτύων επικοινωνιών που υποστηρίζουν συσκευές συλλογής δεδομένων και ταυτοποίησης.»

5

Το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Απόρρητο των επικοινωνιών», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Τα κράτη μέλη κατοχυρώνουν, μέσω της εθνικής νομοθεσίας, το απόρρητο των επικοινωνιών που διενεργούνται μέσω δημόσιου δικτύου επικοινωνιών και των διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και των συναφών δεδομένων κίνησης. Ειδικότερα, απαγορεύουν την ακρόαση, υποκλοπή, αποθήκευση ή άλλο είδος παρακολούθησης ή επιτήρησης των επικοινωνιών και των συναφών δεδομένων κίνησης από πρόσωπα πλην των χρηστών, χωρίς τη συγκατάθεση των ενδιαφερομένων χρηστών, εκτός αν υπάρχει σχετική νόμιμη άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1. Η παρούσα παράγραφος δεν εμποδίζει την τεχνική αποθήκευση, η οποία είναι αναγκαία για τη διαβίβαση επικοινωνίας, με την επιφύλαξη της αρχής του απορρήτου.»

6

Το άρθρο 15 της ίδιας οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 95/46/ΕΚ», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Τα κράτη μέλη δύνανται να λαμβάνουν νομοθετικά μέτρα για να περιορίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 5 και 6, στο άρθρο 8 παράγραφοι 1 έως 4 και στο άρθρο 9 της παρούσας οδηγίας, εφόσον ο περιορισμός αυτός αποτελεί αναγκαίο, κατάλληλο και ανάλογο μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας (δηλαδή της ασφάλειας του κράτους), της εθνικής άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας, και για την πρόληψη, διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη ποινικών αδικημάτων ή της άνευ αδείας χρησιμοποίησης του συστήματος ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 της οδηγίας 95/46/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ 1995, L 281, σ. 31)]. Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη δύνανται, μεταξύ άλλων, να λαμβάνουν νομοθετικά μέτρα που θα προβλέπουν τη φύλαξη δεδομένων για ορισμένο χρονικό διάστημα για τους λόγους που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο. Όλα τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο είναι σύμφωνα με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφοι 1 και 2 [ΣΕΕ].»

Η οδηγία (ΕΕ) 2016/680

7

Οι αιτιολογικές σκέψεις 2, 4, 7, 10, 11, 15, 26, 37, 44, 46 και 104 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ 2016, L 119, σ. 89), έχουν ως εξής:

«(2)

Οι αρχές και οι κανόνες για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν θα πρέπει, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια ή τον τόπο διαμονής, να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες τους, ιδίως το δικαίωμά τους στην προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η παρούσα οδηγία σκοπεύει να συμβάλει στην επίτευξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.

[…]

(4)

H ελεύθερη κυκλοφορία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ των αρμόδιων αρχών για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους εντός της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης και της διαβίβασης τέτοιων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς, θα πρέπει να διευκολύνεται με παράλληλη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Οι εν λόγω εξελίξεις απαιτούν την οικοδόμηση ενός ισχυρού και συνεκτικότερου πλαισίου προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην Ένωση, υποστηριζόμενου από αυστηρή επιβολή της νομοθεσίας.

[…]

(7)

Η διασφάλιση συνεκτικής και υψηλής προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των φυσικών προσώπων και η διευκόλυνση της ανταλλαγής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών έχουν καθοριστική σημασία για την αποτελεσματική δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις και την αστυνομική συνεργασία. Για το σκοπό αυτόν, το επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους, θα πρέπει να είναι ισοδύναμο σε όλα τα κράτη μέλη. Η ουσιαστική προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε ολόκληρη την Ένωση απαιτεί την ενίσχυση των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων και των υποχρεώσεων εκείνων που επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα καθώς και αντίστοιχες εξουσίες παρακολούθησης και διασφάλισης της συμμόρφωσης προς τους κανόνες που διέπουν την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στα κράτη μέλη.

[…]

(10)

Στη δήλωση αριθ. 21 σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στους τομείς της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και της αστυνομικής συνεργασίας, η οποία προσαρτάται στην Τελική Πράξη της διακυβερνητικής διάσκεψης η οποία υιοθέτησε τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, η διάσκεψη αναγνωρίζει ότι, λόγω της ιδιαίτερης φύσης των εν λόγω τομέων, ενδέχεται να απαιτηθούν ειδικοί κανόνες σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ελεύθερη κυκλοφορία τους στους τομείς της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και της αστυνομικής συνεργασίας, βάσει του άρθρου 16 ΣΛΕΕ.

(11)

Ενδείκνυται, επομένως, οι εν λόγω τομείς να διέπονται από μια οδηγία η οποία θεσπίζει ειδικούς κανόνες για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από τις απειλές κατά της δημόσιας ασφαλείας και της αποτροπής τους, με σεβασμό της ειδικής φύσης των εν λόγω δραστηριοτήτων. Στις εν λόγω αρμόδιες αρχές θα πρέπει να περιλαμβάνονται όχι μόνο δημόσιες αρχές, όπως οι δικαστικές αρχές, η αστυνομία ή άλλες αρχές επιβολής του νόμου, αλλά και οποιοσδήποτε άλλος φορέας ή οποιαδήποτε οντότητα στα οποία δίκαιο του κράτους μέλους αναθέτει την άσκηση δημόσιας αρχής και την άσκηση δημόσιων εξουσιών για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. Όταν ένας τέτοιος φορέας ή οντότητα επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για σκοπούς άλλους από αυτούς της παρούσας οδηγίας, εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1)]. Ο [κανονισμός 2016/679], ως εκ τούτου, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου φορέας ή οντότητα συλλέγει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για άλλους σκοπούς και επεξεργάζεται περαιτέρω τα εν λόγω δεδομένα προκειμένου να συμμορφωθεί σε νομική υποχρέωση στην οποία υπόκειται. […]

[…]

(15)

Για τη διασφάλιση του ίδιου επιπέδου προστασίας για τα φυσικά πρόσωπα μέσω νομικώς εκτελεστών δικαιωμάτων σε ολόκληρη την Ένωση και για την αποφυγή αποκλίσεων που εμποδίζουν την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ αρμοδίων αρχών, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προβλέπει εναρμονισμένους κανόνες για την προστασία και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία υποβάλλονται σε επεξεργασία για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους. Η προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών δεν θα πρέπει να οδηγήσει στην αποδυνάμωση της παρεχόμενης προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά αντίθετα να στοχεύει στην κατοχύρωση υψηλού επιπέδου προστασίας εντός της Ένωσης. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να εμποδίζονται να προβλέπουν ισχυρότερες διασφαλίσεις από αυτές που θεσπίζονται στην παρούσα οδηγία για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων σε ό,τι αφορά στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις αρμόδιες αρχές.

[…]

(26)

[…] Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να είναι επαρκή και σχετικά με τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία. Προς τούτο, θα πρέπει κυρίως να διασφαλίζεται ότι τα συλλεχθέντα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν πλεονάζουν και δεν διατηρούνται περισσότερο από όσο απαιτείται για τον σκοπό για τον οποίο υποβάλλονται σε επεξεργασία. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να υποβάλλονται σε επεξεργασία μόνο εάν ο σκοπός της επεξεργασίας δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα μέσα. […]

[…]

(37)

Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι εκ φύσεως ιδιαίτερα ευαίσθητα σε σχέση με θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες χρήζουν ειδικής προστασίας, καθότι το πλαίσιο της επεξεργασίας τους μπορεί να δημιουργήσει σημαντικούς κινδύνους για τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Τα εν λόγω δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να περιλαμβάνουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, όπου η χρήση του όρου “φυλετική καταγωγή” στον παρόντα κανονισμό δεν συνεπάγεται ότι η Ένωση αποδέχεται θεωρίες που υποστηρίζουν την ύπαρξη χωριστών ανθρώπινων φυλών. Τέτοια δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν θα πρέπει να υποβάλλονται σε επεξεργασία, εκτός εάν η επεξεργασία υπόκειται εκ του νόμου σε κατάλληλες διασφαλίσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων και επιτρέπεται σε περιπτώσεις που προβλέπονται από τον νόμο ή, εάν δεν προβλέπονται ήδη από τον νόμο, η επεξεργασία είναι αναγκαία για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου προσώπου ή αφορά σε δεδομένα τα οποία έχουν προδήλως δημοσιοποιηθεί από το υποκείμενο των δεδομένων. Οι κατάλληλες διασφαλίσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων μπορούν να περιλαμβάνουν τη δυνατότητα συλλογής των δεδομένων αυτών μόνο σε σχέση με άλλα δεδομένα που αφορούν το συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο, τη δέουσα ασφάλεια των συλλεγόμενων δεδομένων, αυστηρότερους κανόνες σχετικά με την πρόσβαση του προσωπικού της αρμόδιας αρχής στα δεδομένα και την απαγόρευση διαβίβασης των εν λόγω δεδομένων. Η επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων θα πρέπει επίσης να επιτρέπεται από τον νόμο όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει συμφωνήσει ρητά σε επεξεργασία που είναι ιδιαίτερα παρεμβατική για αυτό. Ωστόσο, η συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων δε θα πρέπει να παρέχει αυτή καθαυτή νομική βάση για την επεξεργασία τέτοιων ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις αρμόδιες αρχές.

[…]

(44)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα θέσπισης νομοθετικών μέτρων τα οποία καθυστερούν, περιορίζουν ή παραλείπουν την ενημέρωση των υποκειμένων των δεδομένων ή περιορίζουν εν όλω ή εν μέρει την πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν, στον βαθμό που και εφόσον ένα τέτοιο μέτρο είναι αναγκαίο και αναλογικό σε μια δημοκρατική κοινωνία, με δέουσα συνεκτίμηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των έννομων συμφερόντων του ενδιαφερόμενου φυσικού προσώπου, για την αποφυγή παρακώλυσης επίσημων ή [δικαστικών] ερευνών, διερευνήσεων ή διαδικασιών, την αποφυγή παρεμπόδισης της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, την προστασία της δημόσιας ασφάλειας ή της εθνικής ασφάλειας ή την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας θα πρέπει να εκτιμά βάσει συγκεκριμένης και ατομικής εξέτασης κάθε περίπτωσης αν το δικαίωμα πρόσβασης πρέπει να περιοριστεί εν όλω ή εν μέρει.

[…]

(46)

Κάθε περιορισμός των δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων πρέπει να συμμορφώνεται με το Χάρτη και με την [Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950], όπως ερμηνεύονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αντίστοιχα, ιδίως δε να σέβεται την ουσία των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών.

[…]

(104)

Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη, όπως κατοχυρώνονται στη [Συνθήκη ΛΕΕ], και ειδικότερα το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το δικαίωμα άσκησης πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου. Οι περιορισμοί που τίθενται στα ως άνω δικαιώματα είναι σύμφωνοι προς το άρθρο 52 παράγραφος 1 του Χάρτη, καθώς είναι αναγκαίοι για την εκπλήρωση σκοπών γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων.»

8

Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αντικείμενο και στόχοι», ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:

«1.   Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τους κανόνες που αφορούν στην προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους.

2.   Σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη:

α)

προστατεύουν τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων και, ειδικότερα, το δικαίωμά τους στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· και

β)

διασφαλίζουν ότι η ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ αρμοδίων αρχών εντός της Ένωσης, εφόσον η ανταλλαγή αυτή απαιτείται από το ενωσιακό δίκαιο ή το δίκαιο των κρατών μελών, δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε να απαγορευτεί για λόγους που σχετίζονται με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.»

9

Το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», προβλέπει στις παραγράφους 1 και 3 τα ακόλουθα:

«1.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς που καθορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1.

[…]

3.   Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα:

α)

στο πλαίσιο δραστηριότητας η οποία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης·

[…]».

10

Κατά το άρθρο 3 της ίδιας οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί»:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:

1)

“δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα”: κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο (“υποκείμενο των δεδομένων”)· το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως σε όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας, ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου·

2)

“επεξεργασία”: κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται, με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή·

[…]

7)

“αρμόδια αρχή”:

α)

κάθε δημόσια αρχή αρμόδια για την πρόληψη, τη διερεύνηση, την ανίχνευση ή τη δίωξη ποινικών αδικημάτων ή την εκτέλεση ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους· ή

β)

κάθε άλλος οργανισμός ή φορέας στον οποίο το δίκαιο κράτους μέλους αναθέτει ρόλο δημόσιας αρχής και την εκτέλεση δημόσιων εξουσιών για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους·

[…]».

11

Το άρθρο 4 της οδηγίας 2016/680, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αρχές που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», ορίζει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:

«Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα:

α)

υποβάλλονται σε σύννομη και δίκαιη επεξεργασία·

β)

συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά τρόπο ασύμβατο προς τους σκοπούς αυτούς·

γ)

είναι κατάλληλα, συναφή και όχι υπερβολικά σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία·

[…]».

12

Το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διάκριση μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών υποκειμένων των δεδομένων», ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη, κατά περίπτωση και στον βαθμό του εφικτού, προβλέπουν ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας διακρίνει σαφώς μεταξύ δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διαφορετικών κατηγοριών υποκειμένων, παραδείγματος χάριν:

α)

προσώπων σε σχέση με τα οποία υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύεται ότι διέπραξαν ή πρόκειται να διαπράξουν ποινικό αδίκημα·

β)

προσώπων τα οποία καταδικάστηκαν για ποινικό αδίκημα·

γ)

θυμάτων ποινικού αδικήματος ή προσώπων για τα οποία ορισμένα πραγματικά περιστατικά δημιουργούν την πεποίθηση ότι μπορεί να είναι θύματα ποινικού αδικήματος· και

δ)

άλλων μερών ως προς ποινικό αδίκημα, όπως προσώπων που ενδέχεται να κληθούν να καταθέσουν σε ανακρίσεις σχετικά με ποινικά αδικήματα ή σε επακόλουθη ποινική διαδικασία ή προσώπων που μπορούν να παράσχουν πληροφορίες σχετικά με ποινικά αδικήματα, ή προσώπων επικοινωνίας ή συνεργών των προσώπων που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).»

13

Το άρθρο 10 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», έχει ως εξής:

«Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία γενετικών δεδομένων, βιομετρικών δεδομένων για την αποκλειστική ταυτοποίηση ενός φυσικού προσώπου ή δεδομένων που αφορούν στην υγεία ή τη σεξουαλική ζωή ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό επιτρέπονται μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαίες, με την επιφύλαξη των κατάλληλων διασφαλίσεων για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων και εφόσον:

α)

επιτρέπονται από το δίκαιο της Ένωσης ή των κρατών μελών·

β)

επιβάλλονται για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου φυσικού προσώπου· ή

γ)

η επεξεργασία αυτή αφορά σε δεδομένα τα οποία έχουν προδήλως δημοσιοποιηθεί από το υποκείμενο των δεδομένων.»

14

Το άρθρο 13 της οδηγίας 2016/680, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ενημέρωση που διατίθεται ή δίδεται στο υποκείμενο των δεδομένων», ορίζει τα εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

την ταυτότητα και τα στοιχεία επικοινωνίας του υπεύθυνου επεξεργασίας·

β)

τα στοιχεία επικοινωνίας του υπεύθυνου προστασίας δεδομένων, κατά περίπτωση·

γ)

τους σκοπούς της επεξεργασίας για την οποία προορίζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα·

δ)

το δικαίωμα υποβολής καταγγελίας σε εποπτική αρχή και τα στοιχεία επικοινωνίας με την εποπτική αρχή·

ε)

την ύπαρξη δικαιώματος υποβολής αιτήματος στον υπεύθυνο επεξεργασίας για πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και διόρθωση ή διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και περιορισμό της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν στο εν λόγω πρόσωπο.

2.   Πέραν των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη προβλέπουν με νομοθετική διάταξη ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, τις ακόλουθες συμπληρωματικές πληροφορίες, προκειμένου να καταστεί δυνατή η άσκηση των δικαιωμάτων του:

α)

τη νομική βάση της επεξεργασίας·

β)

το χρονικό διάστημα αποθήκευσης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή, όταν αυτό είναι αδύνατο, τα κριτήρια που καθορίζουν το εν λόγω διάστημα·

γ)

όπου συντρέχει περίπτωση, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων σε τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς·

δ)

εφόσον κρίνεται σκόπιμο, συμπληρωματικές πληροφορίες, ιδιαίτερα όταν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συλλέγονται εν αγνοία του υποκειμένου των δεδομένων.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν νομοθετικά μέτρα σχετικά με την καθυστέρηση, τον περιορισμό ή την παράλειψη της παροχής των πληροφοριών στο υποκείμενο των δεδομένων βάσει της παραγράφου 2, […] στον βαθμό [και για το χρονικό διάστημα] που ένα τέτοιο μέτρο είναι αναγκαίο και αναλογικό σε μια δημοκρατική κοινωνία, λαμβανομένων δεόντως υπόψη [των θεμελιωδών δικαιωμάτων και] των έννομων συμφερόντων του ενδιαφερόμενου φυσικού προσώπου, με σκοπό:

α)

την αποφυγή της παρακώλυσης επίσημων ή [δικαστικών] ερευνών, διερευνήσεων ή διαδικασιών·

β)

την αποφυγή της παρεμπόδισης της πρόληψης, της ανίχνευσης, της διερεύνησης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων·

γ)

την προστασία της δημόσιας ασφάλειας·

δ)

την προστασία της εθνικής ασφάλειας·

ε)

την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων.

[…]»

15

Το άρθρο 54 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής κατά υπευθύνου επεξεργασίας ή εκτελούντος την επεξεργασία», ορίζει τα ακόλουθα:

«Με την επιφύλαξη οποιασδήποτε διαθέσιμης διοικητικής ή μη δικαστικής προσφυγής, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος υποβολής καταγγελίας σε εποπτική αρχή δυνάμει του άρθρου 52, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι τα υποκείμενα των δεδομένων έχουν δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής εάν θεωρούν ότι τα δικαιώματά τους που απορρέουν από διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας παραβιάστηκαν ως αποτέλεσμα της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν κατά παράβαση των εν λόγω διατάξεων.»

Το αυστριακό δίκαιο

16

Το άρθρο 27, παράγραφος 1, του Suchtmittelgesetz (νόμου περί ναρκωτικών), της 5ης Σεπτεμβρίου 1997 (BGBl. I, 112/1997), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, ορίζει τα εξής:

«Όποιος παρανόμως

1.

Αποκτά, κατέχει, παράγει, μεταφέρει, εισάγει, εξάγει ή προσφέρει, δίνει ή προμηθεύει ναρκωτικά σε άλλο πρόσωπο,

[…]

τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή με χρηματική ποινή έως 360 ημερήσιες μονάδες.

[…]»

17

Το άρθρο 17 του Strafgesetzbuch (ποινικού κώδικα), της 1ης Ιανουαρίου 1975 (BGBl., 60/1974), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: StGB), ορίζει τα ακόλουθα:

«(1)   Τα κακουργήματα είναι πράξεις τελούμενες εκ προθέσεως οι οποίες τιμωρούνται με ισόβια κάθειρξη ή στερητική της ελευθερίας ποινή άνω των τριών ετών.

(2)   Όλα τα άλλα ποινικά αδικήματα είναι πλημμελήματα.»

18

Το άρθρο 18 του Strafprozessordnung (κώδικα ποινικής δικονομίας), της 30ής Δεκεμβρίου 1975 (BGBl., 631/1975), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: StPO), προβλέπει τα ακόλουθα:

«(1)   Η δικαστική αστυνομία είναι επιφορτισμένη με καθήκοντα για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης (άρθρο 10, παράγραφος 1, σημείο 6, του Bundes-Verfassungsgesetz [(Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Νόμου)]).

(2)   Οι έρευνες της δικαστικής αστυνομίας αποτελούν ευθύνη των αρχών ασφαλείας, των οποίων η οργάνωση και η κατά τόπον αρμοδιότητα διέπονται από τις διατάξεις του Sicherheitspolizeigesetz [(νόμου περί αστυνομίας ασφαλείας)] που αφορούν την οργάνωση της διοίκησης δημόσιας ασφάλειας.

(3)   Τα όργανα της υπηρεσίας δημόσιας ασφάλειας (άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, του Sicherheitspolizeigesetz [(νόμου περί αστυνομίας ασφαλείας)]) εξασφαλίζουν την εκτελεστική υπηρεσία της δικαστικής αστυνομίας, η οποία συνίσταται στη διερεύνηση και τη δίωξη των ποινικών αδικημάτων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

[…]»

19

Το άρθρο 99, παράγραφος 1, του StPO ορίζει τα εξής:

«Η δικαστική αστυνομία διενεργεί έρευνα αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας· οφείλει να τηρεί τις εντολές της εισαγγελικής αρχής και των δικαστηρίων (άρθρο 105, παράγραφος 2).»

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

20

Στις 23 Φεβρουαρίου 2021, κατά τη διάρκεια ελέγχου για τον εντοπισμό ναρκωτικών, υπάλληλοι του τελωνείου του Innsbruck (Αυστρία) κατέσχεσαν δέμα με παραλήπτη τον CG, το οποίο περιείχε 85 γραμμάρια κάνναβης. Το εν λόγω δέμα διαβιβάστηκε, προς εξέταση, στο κεντρικό αστυνομικό τμήμα του St. Anton am Arlberg (Αυστρία).

21

Στις 6 Μαρτίου 2021 δύο αστυνομικοί του τμήματος αυτού διεξήγαγαν έρευνα στην κατοικία του CG, κατά τη διάρκεια της οποίας του έθεσαν ερωτήσεις σχετικά με τον αποστολέα του δέματος και ερεύνησαν τον χώρο κατοικίας του. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, οι αστυνομικοί ζήτησαν πρόσβαση στα δεδομένα σύνδεσης του κινητού τηλεφώνου του CG. Κατόπιν της άρνησης του τελευταίου, οι αστυνομικοί κατέσχεσαν το κινητό του τηλέφωνο, το οποίο περιείχε κάρτα SIM και κάρτα SD, και επέδωσαν στον CG έκθεση κατάσχεσης.

22

Στη συνέχεια, το κινητό τηλέφωνο παραδόθηκε σε εμπειρογνώμονα της αστυνομίας της περιφέρειας Landeck (Αυστρία) προκειμένου να ξεκλειδωθεί. Δεδομένου ότι ο εν λόγω εμπειρογνώμονας δεν κατόρθωσε να το ξεκλειδώσει, το κινητό τηλέφωνο εστάλη στην Bundeskriminalamt (Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δίωξης του Εγκλήματος) στη Βιέννη (Αυστρία), όπου έγινε νέα προσπάθεια να ξεκλειδωθεί.

23

Η κατάσχεση του κινητού τηλεφώνου του CG καθώς και οι μετέπειτα απόπειρες αξιοποίησης του περιεχομένου του τηλεφώνου αυτού πραγματοποιήθηκαν με ίδια πρωτοβουλία των εμπλεκόμενων αστυνομικών, χωρίς να τους έχει δοθεί άδεια από την εισαγγελική αρχή ή από δικαστή.

24

Στις 31 Μαρτίου 2021 ο CG άσκησε προσφυγή ενώπιον του Landesverwaltungsgericht Tirol (περιφερειακού διοικητικού πρωτοδικείου του ομόσπονδου κράτους του Τιρόλου, Αυστρία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, αμφισβητώντας τη νομιμότητα της κατάσχεσης του κινητού τηλεφώνου του. Το τηλέφωνο αυτό επεστράφη στον CG στις 20 Απριλίου 2021.

25

Ο CG δεν ενημερώθηκε αμέσως για τις απόπειρες αξιοποίησης του περιεχομένου του κινητού τηλεφώνου του. Ενημερώθηκε σχετικά μόνον όταν ο αστυνομικός που κατέσχεσε το κινητό του τηλέφωνο και, εν συνεχεία, ξεκίνησε τη διαδικασία για την αξιοποίηση των ψηφιακών δεδομένων του τηλεφώνου αυτού εξετάστηκε ως μάρτυρας στο πλαίσιο της εκκρεμούς ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου δίκης. Οι εν λόγω απόπειρες δεν καταγράφηκαν, επίσης, στον τηρούμενο από τη δικαστική αστυνομία φάκελο.

26

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, πρώτον, αν, βάσει των σκέψεων 52 έως 61 της απόφασης της 2ας Οκτωβρίου 2018, Ministerio Fiscal (C‑207/16, EU:C:2018:788), και της νομολογίας που παρατίθεται στις σκέψεις αυτές, το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι η πλήρης και ανεξέλεγκτη πρόσβαση στο σύνολο των δεδομένων που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο, δηλαδή στα δεδομένα σύνδεσης, στο περιεχόμενο των επικοινωνιών, στις φωτογραφίες και στο ιστορικό πλοήγησης, τα οποία μπορούν να παράσχουν μια πολύ λεπτομερή και αναλυτική εικόνα όλων σχεδόν των τομέων της ιδιωτικής ζωής του υποκειμένου των δεδομένων, συνιστά τόσο σοβαρή επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα ως άνω άρθρα 7 και 8 ώστε, στο πλαίσιο της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης και της δίωξης ποινικών αδικημάτων, η πρόσβαση αυτή να πρέπει να παρέχεται μόνο για την καταπολέμηση των σοβαρών αδικημάτων.

27

Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι το ποινικό αδίκημα που αποδίδεται στον CG στο πλαίσιο της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης ποινικής έρευνας προβλέπεται στο άρθρο 27, παράγραφος 1, του νόμου περί ναρκωτικών και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος, βάσει δε της ταξινόμησης του άρθρου 17 του StGB συνιστά απλώς πλημμέλημα.

28

Δεύτερον, έχοντας υπενθυμίσει τα συμπεράσματα που συνάγονται από τις σκέψεις 48 έως 54 της απόφασης της 2ας Μαρτίου 2021, Prokuratuur (Προϋποθέσεις πρόσβασης στα δεδομένα ως προς τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) (C‑746/18, EU:C:2021:152), καθώς και από τη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις αυτές, το εν λόγω δικαστήριο διερωτάται αν το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58 αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση όπως αυτή που απορρέει από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 18 και του άρθρου 99, παράγραφος 1, του StPO, δυνάμει των οποίων, κατά τη διάρκεια ποινικής έρευνας, η δικαστική αστυνομία μπορεί να αποκτήσει, χωρίς την άδεια δικαστή ή ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, πλήρη και ανεξέλεγκτη πρόσβαση στο σύνολο των ψηφιακών δεδομένων που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο.

29

Τρίτον και τέλος, έχοντας υπογραμμίσει ότι το άρθρο 18 του StPO, σε συνδυασμό με το άρθρο 99, παράγραφος 1, του StPO, δεν προβλέπει υποχρέωση των αστυνομικών αρχών να καταγράφουν τα μέτρα ψηφιακής αξιοποίησης κινητού τηλεφώνου ή, ακόμη, να ενημερώνουν τον ιδιοκτήτη του για την ύπαρξη τέτοιων μέτρων, ώστε ο τελευταίος να μπορεί, κατά περίπτωση, να αντιταχθεί σε αυτά μέσω προληπτικής ή εκ των υστέρων ασκούμενης δικαστικής προσφυγής, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν οι εν λόγω διατάξεις του StPO συμβιβάζονται με την αρχή της ισότητας των όπλων και με το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής, κατά την έννοια του άρθρου 47 του Χάρτη.

30

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Landesverwaltungsgericht Tirol (περιφερειακό διοικητικό πρωτοδικείο του ομόσπονδου κράτους του Τιρόλου) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Έχει το άρθρο 15, παράγραφος 1[, της οδηγίας 2002/58 –σε συνδυασμό, κατά περίπτωση, με το άρθρο 5 της οδηγίας–], ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 του [Χάρτη], την έννοια ότι η πρόσβαση δημόσιων αρχών στα διατηρούμενα σε κινητά τηλέφωνα δεδομένα συνιστά τόσο σοβαρή επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα ανωτέρω άρθρα του Χάρτη ώστε η πρόσβαση αυτή να πρέπει να περιορίζεται, όσον αφορά την πρόληψη, τη διερεύνηση, τη διαπίστωση και τη δίωξη ποινικών αδικημάτων, στην καταπολέμηση της βαριάς εγκληματικότητας;

2)

Έχει το άρθρο 15, παράγραφος 1, της [οδηγίας 2002/58], ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 11 καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του [Χάρτη], την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως το άρθρο 18 σε συνδυασμό με το άρθρο 99, παράγραφος 1, του [StPO], η οποία επιτρέπει στις εθνικές αρχές ασφαλείας να αποκτούν με δική τους πρωτοβουλία, στο πλαίσιο ποινικής έρευνας, πλήρη και ανεξέλεγκτη πρόσβαση, χωρίς άδεια δικαστηρίου ή ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, σε όλα τα διατηρούμενα σε κινητό τηλέφωνο ψηφιακά δεδομένα;

3)

Έχει το άρθρο 47 σε συνδυασμό, κατά περίπτωση, με τα άρθρα 41 και 52 του [Χάρτη], υπό το πρίσμα της αρχής της ισότητας των όπλων και του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής, την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία, όπως το άρθρο 18 σε συνδυασμό με το άρθρο 99, παράγραφος 1, του [StPO], επιτρέπει την ψηφιακή αξιοποίηση κινητού τηλεφώνου χωρίς ο ενδιαφερόμενος να ενημερωθεί προηγουμένως ή, τουλάχιστον, μετά την εφαρμογή του σχετικού μέτρου;»

Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

31

Στις 20 Οκτωβρίου 2021 το Δικαστήριο απηύθυνε στο αιτούν δικαστήριο αίτημα παροχής πληροφοριών, με το οποίο κάλεσε το εν λόγω δικαστήριο να διευκρινίσει αν η οδηγία 2016/680 ενδέχεται να έχει σημασία στο πλαίσιο της υπόθεσης της κύριας δίκης και, κατά περίπτωση, να αναφέρει τις διατάξεις του εθνικού δικαίου με τις οποίες η οδηγία αυτή μεταφέρεται στην αυστριακή έννομη τάξη και οι οποίες ενδέχεται να έχουν εφαρμογή εν προκειμένω.

32

Στις 11 Νοεμβρίου 2021 το αιτούν δικαστήριο απάντησε στο ανωτέρω αίτημα επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση πρέπει να τηρηθούν οι επιταγές της εν λόγω οδηγίας. Η απάντηση αυτή κοινοποιήθηκε, μαζί με την απόφαση περί παραπομπής, στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδιαφερομένους.

33

Στις 8 Νοεμβρίου 2022, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 61 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο ζήτησε από τους μετέχοντες στην προφορική διαδικασία να επικεντρώσουν τις αγορεύσεις τους στην οδηγία 2016/680 και να απαντήσουν, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σε ορισμένες ερωτήσεις σχετικές με την οδηγία αυτή.

Επί της αίτησης επανάληψης της προφορικής διαδικασίας

34

Μετά την ανάπτυξη των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα, η Αυστριακή Κυβέρνηση, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Μαΐου 2023, υπέβαλε αίτηση διόρθωσης των προτάσεων για τον λόγο ότι αυτές παρουσίαζαν κατά τρόπο ανακριβή τη θέση που είχε εκφράσει η ανωτέρω κυβέρνηση τόσο με τις γραπτές όσο και με τις προφορικές παρατηρήσεις της και περιείχαν σφάλματα σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά.

35

Συγκεκριμένα, κατά την άποψη της Αυστριακής Κυβέρνησης, αφενός, από το σημείο 50 σε συνδυασμό με την υποσημείωση 14 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα συνάγεται ότι η απόπειρα πρόσβασης στα δεδομένα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν μπορεί να συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 2, της οδηγίας 2016/680. Η ίδια κυβέρνηση, όμως, υποστήριξε το αντίθετο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, συντασσόμενη ρητώς με τη θέση την οποία εξέφρασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της και κατά την οποία από τη συστηματική ερμηνεία της ανωτέρω οδηγίας, εξεταζόμενης υπό το πρίσμα των σκοπών της, προκύπτει ότι η τελευταία διέπει όχι μόνον την επεξεργασία αυτήν καθεαυτήν, αλλά και τις πράξεις που προηγούνται της επεξεργασίας, όπως είναι η απόπειρα επεξεργασίας, χωρίς η εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας να εξαρτάται από την προϋπόθεση να έχει επιτύχει η απόπειρα αυτή.

36

Αφετέρου, η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το σημείο 27 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα στηρίζεται σε ανακριβή πραγματικά περιστατικά, καθόσον αφήνει να εννοηθεί ότι οι απόπειρες επεξεργασίας που μνημονεύονται στη σκέψη 22 της παρούσας απόφασης δεν καταγράφηκαν στον φάκελο της δικαστικής αστυνομίας. Συναφώς, η κυβέρνηση αυτή διευκρινίζει ότι, αντιθέτως προς όσα προκύπτουν από το εν λόγω σημείο 27 καθώς και από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, η ίδια εξέθεσε, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι οι ανωτέρω απόπειρες επεξεργασίας καταγράφηκαν σε δύο εκθέσεις συνταχθείσες από τους αστυνομικούς που ήταν επιφορτισμένοι με την έρευνα στην υπόθεση της κύριας δίκης και ότι οι εκθέσεις αυτές, στη συνέχεια, προστέθηκαν στον φάκελο της εισαγγελικής αρχής.

37

Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Μαΐου 2023, η αίτηση της Αυστριακής Κυβέρνησης για διόρθωση των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα επαναχαρακτηρίστηκε ως αίτηση επανάληψης της προφορικής διαδικασίας, κατά την έννοια του άρθρου 83 του Κανονισμού Διαδικασίας.

38

Συναφώς, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι ο Οργανισμός του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο Κανονισμός Διαδικασίας δεν προβλέπουν τη δυνατότητα των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού αυτού ενδιαφερομένων να διατυπώνουν παρατηρήσεις σε απάντηση των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα. Αφετέρου, δυνάμει του άρθρου 252, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ο γενικός εισαγγελέας διατυπώνει δημόσια, με πλήρη αμεροληψία και ανεξαρτησία, αιτιολογημένες προτάσεις επί των υποθέσεων οι οποίες, σύμφωνα με τον εν λόγω Οργανισμό, απαιτούν την παρέμβασή του. Το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται ούτε από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα ούτε από την αιτιολογία βάσει της οποίας αυτός καταλήγει στις εν λόγω προτάσεις. Επομένως, η διαφωνία οποιουδήποτε από τους ενδιαφερομένους με τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, όποια και αν είναι τα ζητήματα που εξετάζει ο τελευταίος με τις προτάσεις του, δεν μπορεί να συνιστά, αυτή καθεαυτήν, λόγο που δικαιολογεί την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας (απόφαση της 14ης Μαρτίου 2024, f6 Cigarettenfabrik, C‑336/22, EU:C:2024:226, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

39

Βεβαίως, δυνάμει του άρθρου 83 του Κανονισμού Διαδικασίας του, το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, ιδίως αν κρίνει ότι δεν έχει διαφωτιστεί επαρκώς ή όταν ένας διάδικος, μετά τη λήξη της διαδικασίας αυτής, επικαλείται νέο πραγματικό περιστατικό δυνάμενο να ασκήσει αποφασιστική επιρροή επί της απόφασης του Δικαστηρίου ή ακόμη όταν, προς επίλυση της διαφοράς, το Δικαστήριο χρειάζεται να στηριχθεί σε επιχείρημα επί του οποίου δεν έχει διεξαχθεί συζήτηση.

40

Ωστόσο, εν προκειμένω, το Δικαστήριο εκτιμά ότι, κατά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας και της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως που διεξήχθη ενώπιόν του, έχει στη διάθεσή του όλα τα αναγκαία στοιχεία για να αποφανθεί επί της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Επιπλέον, τα στοιχεία που επικαλείται η Αυστριακή Κυβέρνηση προς στήριξη της αίτησής της για επανάληψη της προφορικής διαδικασίας δεν συνιστούν νέα πραγματικά περιστατικά δυνάμενα να ασκήσουν αποφασιστική επιρροή επί της απόφασης που καλείται να εκδώσει το Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση.

41

Όσον αφορά, ειδικότερα, τα πραγματικά στοιχεία που εκτίθενται στη σκέψη 36 της παρούσας απόφασης, υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο προδικαστικής διαδικασίας, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει αν τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά έχουν αποδειχθεί, αλλά μόνο να ερμηνεύσει τις σχετικές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2023, Puig Gordi κ.λπ., C‑158/21, EU:C:2023:57, σκέψη 36). Πράγματι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα υποβάλλονται από το εθνικό δικαστήριο εντός του πραγματικού και νομικού πλαισίου το οποίο αυτό προσδιορίζει με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο [πρβλ. απόφαση της 18ης Ιουνίου 2024, Bundesrepublik Deutschland (Αποτελέσματα αποφάσεως περί χορηγήσεως του καθεστώτος πρόσφυγα), C‑753/22, EU:C:2024:524, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

42

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος να διαταχθεί η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.

Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως

43

Αρκετοί από τους ενδιαφερομένους που κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας αμφισβήτησαν το παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο σύνολό της ή ορισμένων από τα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.

44

Πρώτον, η Αυστριακή, η Γαλλική και η Σουηδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι η απόφαση περί παραπομπής δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 94 του Κανονισμού Διαδικασίας, διότι δεν περιέχει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία για να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο δικαστήριο αυτό.

45

Δεύτερον, η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει, αφενός, ότι, με το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν οι διατάξεις των άρθρων 18 και 99 του StPO, εξεταζόμενες από κοινού, είναι σύμφωνες με το δίκαιο της Ένωσης. Καθόσον όμως ότι οι διατάξεις αυτές δεν καθορίζουν τους όρους υπό τους οποίους πρέπει να πραγματοποιείται η αξιοποίηση κατασχεθέντων μέσων αποθήκευσης δεδομένων, τα εν λόγω ερωτήματα δεν έχουν καμία σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης. Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει, αφετέρου, ότι, βάσει του αυστριακού δικαίου, απαιτείται διάταξη της εισαγγελικής αρχής προκειμένου να κατασχεθεί κινητό τηλέφωνο ή να επιχειρηθεί η πρόσβαση σε δεδομένα που περιέχονται στο τηλέφωνο αυτό. Επομένως, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει παραβίαση του αυστριακού δικαίου, με αποτέλεσμα τα υποβληθέντα από το εν λόγω δικαστήριο ερωτήματα να μην είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς αυτής και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο να μη χρειάζεται να αποφανθεί επί της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.

46

Υπενθυμίζεται προκαταρκτικώς ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων την οποία καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, καθόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, καταρχήν, να αποφανθεί επ’ αυτών (απόφαση της 24ης Ιουλίου 2023, Lin, C‑107/23 PPU, EU:C:2023:606, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

47

Ως εκ τούτου, συντρέχει τεκμήριο λυσιτέλειας για τα ερωτήματα που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (απόφαση της 24ης Ιουλίου 2023, Lin, C‑107/23 PPU, EU:C:2023:606, σκέψη 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

48

Όσον αφορά, πρώτον, το επιχείρημα που αντλείται από τη μη τήρηση των απαιτήσεων του άρθρου 94 του Κανονισμού Διαδικασίας, επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογία, την οποία πλέον απηχεί το εν λόγω άρθρο 94, στοιχεία αʹ και βʹ, η ανάγκη να δοθεί χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης επιτάσσει να ορίζει το εν λόγω δικαστήριο το πραγματικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, να εξηγεί τις πραγματικές περιστάσεις στις οποίες στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά. Επιπλέον, όπως ορίζει το άρθρο 94, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, είναι απολύτως αναγκαίο η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως να εκθέτει τους λόγους που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ή το κύρος συγκεκριμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, καθώς και τη σχέση που το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι υφίσταται μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοστέας στη διαφορά της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας (απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, European Superleague Company, C‑333/21, EU:C:2023:1011, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

49

Εν προκειμένω, όσον αφορά το πραγματικό πλαίσιο, το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε, στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, ότι οι αυστριακές αστυνομικές αρχές, αφού κατέσχεσαν το κινητό τηλέφωνο του CG στο πλαίσιο αστυνομικής έρευνας σχετικής με τη διακίνηση ναρκωτικών, επιχείρησαν δύο φορές να αποκτήσουν πρόσβαση στα δεδομένα που περιέχονταν στο τηλέφωνο αυτό, με δική τους πρωτοβουλία, χωρίς να τους έχει προηγουμένως χορηγηθεί σχετική άδεια από την εισαγγελική αρχή ή από δικαστή. Διευκρίνισε επίσης ότι ο CG πληροφορήθηκε τις απόπειρες πρόσβασης στα δεδομένα που περιέχονταν στο κινητό του τηλέφωνο μόνον όταν άκουσε τη μαρτυρία ενός αστυνομικού. Τέλος, το ως άνω δικαστήριο επισήμανε, ακόμη, ότι οι εν λόγω απόπειρες πρόσβασης δεν καταγράφηκαν στον φάκελο που τηρούσε η δικαστική αστυνομία.

50

Όσον αφορά το νομικό πλαίσιο, το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι οι εθνικές διατάξεις τις οποίες ανέφερε στην απόφαση περί παραπομπής επέτρεπαν την απόπειρα πρόσβασης σε δεδομένα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης και δίωξης ποινικών αδικημάτων, χωρίς να παρέχουν τη δυνατότητα αυτή αποκλειστικά για τους σκοπούς της καταπολέμησης της σοβαρής εγκληματικότητας, χωρίς να εξαρτούν την εν λόγω απόπειρα πρόσβασης από τη διενέργεια προηγούμενου ελέγχου εκ μέρους δικαστή ή ανεξάρτητης διοικητικής αρχής και χωρίς να προβλέπουν ότι τα υποκείμενα των δεδομένων ενημερώνονται για την εν λόγω απόπειρα προκειμένου, μεταξύ άλλων, να είναι σε θέση να αντιταχθούν σε αυτήν ασκώντας ένδικη προσφυγή.

51

Επιπλέον, το ως άνω δικαστήριο διευκρίνισε, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 26 έως 29 της παρούσας απόφασης, τους λόγους που το οδήγησαν να υποβάλει την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο και τη σχέση που, κατά τη γνώμη του, υφίσταται μεταξύ των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης και του Χάρτη τις οποίες αφορά η αίτηση αυτή και των διατάξεων του αυστριακού δικαίου που, κατά την κρίση του, έχουν εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης.

52

Επομένως, από τα στοιχεία που μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 49 έως 51 της παρούσας απόφασης μπορεί να συναχθεί ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 94 του Κανονισμού Διαδικασίας.

53

Δεύτερον, ως προς τα επιχειρήματα με τα οποία προβάλλεται ότι οι διατάξεις του αυστριακού δικαίου τις οποίες αφορούν το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα δεν ασκούν επιρροή και ότι το αιτούν δικαστήριο όφειλε να διαπιστώσει παραβίαση του δικαίου αυτού, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας εθνικών διατάξεων και να κρίνει αν η ερμηνεία ή η εφαρμογή τους από το εθνικό δικαστήριο είναι ορθή, δεδομένου ότι η ερμηνεία αυτή εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων [απόφαση της 15ης Ιουνίου 2023, Getin Noble Bank (Αναστολή της εκτελέσεως συμβάσεως πιστώσεως), C‑287/22, EU:C:2023:491, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

54

Εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και, ειδικότερα, από τη διατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, αφενός, ότι οι ανωτέρω διατάξεις του αυστριακού δικαίου έχουν εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης και, αφετέρου, ότι η απόπειρα πρόσβασης σε δεδομένα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο, χωρίς προηγούμενη άδεια της εισαγγελικής αρχής ή δικαστή, όπως είναι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, επιτρέπεται κατά το αυστριακό δίκαιο. Σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί μιας τέτοιας ερμηνείας των εν λόγω διατάξεων.

55

Κατά συνέπεια, τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο είναι παραδεκτά.

Επί της ουσίας

56

Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στο πρώτο και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, δεδομένου ότι τα ερωτήματα αυτά αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 5 και του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58, ενώ είναι πρόδηλο ότι η εν λόγω οδηγία δεν έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, διάφορες κυβερνήσεις υποστήριξαν ότι δεν είναι δυνατή η αναδιατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων υπό το πρίσμα της οδηγίας 2016/680. Ειδικότερα, η Αυστριακή Κυβέρνηση υπογράμμισε ότι το γεγονός ότι η τελευταία αυτή οδηγία δεν περιέχει διατάξεις ισοδύναμες με το άρθρο 5 και το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58 αντίκειται στην αναδιατύπωση αυτή. Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστήριξε, με τη σειρά της, ότι ένα από τα όρια της εξουσίας αναδιατύπωσης των προδικαστικών ερωτημάτων έγκειται στο δικαίωμα των κρατών μελών να υποβάλλουν γραπτές παρατηρήσεις. Συγκεκριμένα, κατά την εν λόγω κυβέρνηση, το δικαίωμα αυτό θα στερούνταν κάθε αποτελεσματικότητας αν το νομικό πλαίσιο της διαδικασίας μπορούσε να μεταβληθεί ριζικά κατά την αναδιατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων από το Δικαστήριο.

57

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει, στηριζόμενο ιδίως στο άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 3, και στο άρθρο 3 της οδηγίας 2002/58, ότι, όταν τα κράτη μέλη θέτουν απευθείας σε εφαρμογή μέτρα παρεκκλίνοντα από το απόρρητο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, χωρίς να επιβάλλουν υποχρεώσεις επεξεργασίας στους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η προστασία των δεδομένων των προσώπων τα οποία αφορούν τα μέτρα αυτά δεν διέπεται από την οδηγία 2002/58, αλλά μόνον από το εθνικό δίκαιο, υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής της οδηγίας 2016/680 (αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2020, Privacy International, C‑623/17, EU:C:2020:790, σκέψη 48, και της 6ης Οκτωβρίου 2020, La Quadrature du Net κ.λπ., C‑511/18, C‑512/18 και C‑520/18, EU:C:2020:791, σκέψη 103).

58

Δεν αμφισβητείται ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά την απόπειρα των αστυνομικών αρχών να αποκτήσουν απευθείας πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο, χωρίς να έχει ζητηθεί οποιαδήποτε παρέμβαση παρόχου υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

59

Επομένως, είναι πρόδηλο ότι η διαφορά αυτή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2002/58, στην οποία αναφέρονται το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.

60

Υπενθυμίζεται ωστόσο ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, στο τελευταίο απόκειται να δώσει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμη απάντηση η οποία θα του παρέχει τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να αναδιατυπώσει, εφόσον είναι αναγκαίο, τα προδικαστικά ερωτήματα που του υποβάλλονται. Επιπλέον, το Δικαστήριο ενδέχεται να χρειαστεί να λάβει υπόψη του κανόνες του δικαίου της Ένωσης στους οποίους δεν αναφέρθηκε το εθνικό δικαστήριο με τα ερωτήματά του [αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 2021, Ministrstvo za obrambo, C‑742/19, EU:C:2021:597, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 18ης Ιουνίου 2024, Generalstaatsanwaltschaft Hamm (Αίτηση εκδόσεως πρόσφυγα στην Τουρκία), C‑352/22, EU:C:2024:521, σκέψη 47].

61

Πράγματι, το γεγονός ότι, από τυπικής απόψεως, ένα εθνικό δικαστήριο διατύπωσε προδικαστικό ερώτημα παραπέμποντας σε ορισμένες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που μπορούν να είναι χρήσιμα για να αποφανθεί επί της υπόθεσης της οποίας έχει επιληφθεί, ανεξαρτήτως του αν στα υποβληθέντα ερωτήματα γίνεται μνεία των στοιχείων αυτών. Συναφώς, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου να συναγάγει, από το σύνολο των στοιχείων που παρέχει το εθνικό δικαστήριο και, ιδίως, από το σκεπτικό της απόφασης περί παραπομπής, εκείνα τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που χρήζουν ερμηνείας, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς (απόφαση της 22ας Ιουνίου 2022, Volvo και DAF Trucks, C‑267/20, EU:C:2022:494, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

62

Βεβαίως, κατά πάγια νομολογία, οι πληροφορίες που παρέχονται με την απόφαση περί παραπομπής δεν πρέπει μόνον να καθιστούν δυνατό στο Δικαστήριο να δίδει χρήσιμες απαντήσεις, αλλά και να παρέχουν στις κυβερνήσεις των κρατών μελών καθώς και στα λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να υποβάλλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Royal Antwerp Football Club, C‑680/21, EU:C:2023:1010, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

63

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 31 έως 33 της παρούσας απόφασης, το αιτούν δικαστήριο, απαντώντας στο αίτημα παροχής πληροφοριών που του απηύθυνε το Δικαστήριο, επισήμανε ότι η οδηγία 2016/680 έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης. Οι ενδιαφερόμενοι είχαν τη δυνατότητα, με τις γραπτές παρατηρήσεις τους, να λάβουν θέση επί της ερμηνείας της οδηγίας και επί του κατά πόσον αυτή ασκεί επιρροή για την υπόθεση της κύριας δίκης. Επιπλέον, στο πλαίσιο της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, το Δικαστήριο ζήτησε από τους μετέχοντες στην προφορική διαδικασία να απαντήσουν, κατά την εν λόγω συζήτηση, σε ορισμένες ερωτήσεις σχετικές με την ανωτέρω οδηγία. Ειδικότερα, τους κάλεσε να λάβουν θέση επί του κατά πόσον ασκεί επιρροή το άρθρο 4 της οδηγίας προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, καθώς και επί του κατά πόσον ασκούν επιρροή τα άρθρα 13 και 54 της ίδιας οδηγίας προκειμένου να δοθεί απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα.

64

Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 5 και του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58 και όχι την οδηγία 2016/680 δεν εμποδίζει την αναδιατύπωση των ερωτημάτων που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο υπό το πρίσμα των κρίσιμων για την παρούσα υπόθεση διατάξεων της τελευταίας αυτής οδηγίας και, ως εκ τούτου, δεν αποκλείει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να απαντήσει στα εν λόγω ερωτήματα.

65

Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το επιχείρημα της Ιρλανδίας και της Γαλλικής και της Νορβηγικής Κυβέρνησης ότι η απόπειρα πρόσβασης σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2016/680, διότι αυτή εφαρμόζεται μόνο στην επεξεργασία που έχει όντως πραγματοποιηθεί.

66

Οι ανωτέρω κυβερνήσεις υποστηρίζουν, συναφώς, ότι η ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας αυτής δεν είναι χρήσιμη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, ούτε δε και η ερμηνεία του Χάρτη, στο μέτρο που ο τελευταίος έχει εφαρμογή μόνον όταν τα κράτη μέλη εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης.

67

Ωστόσο, όταν δεν προκύπτει προδήλως ότι η ερμηνεία πράξης του δικαίου της Ένωσης δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όπως συμβαίνει εν προκειμένω με την οδηγία 2016/680, η ένσταση που στηρίζεται σε αδυναμία εφαρμογής της πράξης αυτής στην υπόθεση της κύριας δίκης αφορά την ουσία των ερωτημάτων (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 24ης Ιουλίου 2023, Lin, C‑107/23 PPU, EU:C:2023:606, σκέψη 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

68

Επομένως, πρέπει κατ’ αρχάς να εξεταστεί αν η απόπειρα αστυνομικών αρχών να αποκτήσουν πρόσβαση στα δεδομένα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής.

Επί της εφαρμογής της οδηγίας 2016/680 σε απόπειρα πρόσβασης στα δεδομένα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο

69

Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/680 ορίζει το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Κατά τη διάταξη αυτή, η οδηγία «εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς που καθορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1», ήτοι, μεταξύ άλλων, για τους σκοπούς «της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων».

70

Το άρθρο 3, σημείο 2, της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι ως «επεξεργασία» νοείται «κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται, με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως […] η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών» ή ακόμη «η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης».

71

Επομένως, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 3, σημείο 2, της οδηγίας 2016/680 και ιδίως από τη χρήση των φράσεων «κάθε πράξη», «σειρά πράξεων» και «κάθε άλλη μορφή διάθεσης» προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να προσδώσει ευρύ περιεχόμενο στην έννοια της «επεξεργασίας» και, ως εκ τούτου, να ορίσει ευρέως το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η απαρίθμηση των πράξεων στην εν λόγω διάταξη είναι ενδεικτική, όπερ καθίσταται σαφές από τη χρήση της λέξης «όπως» [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2022, Valsts ieņēmumu dienests (Επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για φορολογικούς σκοπούς), C‑175/20, EU:C:2022:124, σκέψη 35].

72

Συνεπώς, τα ανωτέρω στοιχεία του γράμματος των διατάξεων συνηγορούν υπέρ μιας ερμηνείας κατά την οποία, όταν οι αστυνομικές αρχές κατάσχουν ένα τηλέφωνο και επιχειρούν να ανακτήσουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στο τηλέφωνο και να αναζητήσουν πληροφορίες σε αυτά, προβαίνουν σε επεξεργασία, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 2, της οδηγίας 2016/680, ακόμη και αν οι αρχές αυτές δεν καταφέρουν, για τεχνικούς λόγους, να αποκτήσουν πρόσβαση στα δεδομένα.

73

Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 3, σημείο 2, της οδηγίας 2016/680. Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά τρόπο ασύμβατο προς τους σκοπούς αυτούς. Η τελευταία αυτή διάταξη καθιερώνει την αρχή του περιορισμού των σκοπών [πρβλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2023, Ministerstvo na vatreshnite raboti (Καταγραφή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων από την αστυνομία), C‑205/21, EU:C:2023:49, σκέψη 122]. Η αποτελεσματικότητα της αρχής αυτής απαιτεί κατ’ ανάγκην να καθορίζεται ο σκοπός της συλλογής ήδη από το στάδιο κατά το οποίο οι αρμόδιες αρχές επιχειρούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, καθώς μια τέτοια απόπειρα, αν ευοδωθεί, είναι ικανή να παράσχει στις εν λόγω αρχές τη δυνατότητα, μεταξύ άλλων, να συλλέξουν και να ανακτήσουν αμέσως τα επίμαχα δεδομένα ή να αναζητήσουν αμέσως πληροφορίες σε αυτά.

74

Όσον αφορά τους σκοπούς της οδηγίας 2016/680, η οδηγία αυτή επιδιώκει μεταξύ άλλων, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές της σκέψεις 4, 7 και 15, τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των φυσικών προσώπων.

75

Ο ανωτέρω σκοπός, όμως, θα διακυβευόταν αν η απόπειρα πρόσβασης σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «επεξεργασία» των εν λόγω δεδομένων. Πράγματι, εάν η οδηγία 2016/680 ερμηνευόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα υποκείμενα των δεδομένων στα οποία επιχειρείται πρόσβαση θα εκτίθεντο σε σημαντικό κίνδυνο να μην μπορεί πλέον να αποφευχθεί η παραβίαση των αρχών που καθιερώνει η οδηγία.

76

Επισημαίνεται επίσης ότι μια τέτοια ερμηνεία είναι σύμφωνη με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, επιτάσσει η εφαρμογή των κανόνων δικαίου να μπορεί να προβλεφθεί από τους πολίτες, ιδίως όταν οι κανόνες αυτοί ενδέχεται να έχουν δυσμενείς συνέπειες (απόφαση της 27ης Ιουνίου 2024, Gestore dei Servizi Energetici, C‑148/23, EU:C:2024:555, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Πράγματι, τυχόν ερμηνεία κατά την οποία η δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 2016/680 θα εξαρτιόταν από την επιτυχία της απόπειρας πρόσβασης σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο θα δημιουργούσε τόσο για τις αρμόδιες εθνικές αρχές όσο και για τους πολίτες αβεβαιότητα η οποία θα ήταν ασυμβίβαστη με την αρχή αυτή.

77

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η απόπειρα αστυνομικών αρχών να αποκτήσουν πρόσβαση σε δεδομένα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο στο πλαίσιο ποινικής έρευνας, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, εμπίπτει, όπως ανέφερε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 53 των προτάσεών του, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2016/680.

Επί του πρώτου και του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος

78

Το αιτούν δικαστήριο ανέφερε ρητώς, στο πρώτο και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, αφενός, το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58, κατά το οποίο, μεταξύ άλλων, τα νομοθετικά μέτρα που τα κράτη μέλη δύνανται να λαμβάνουν για να περιορίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται σε πλείονες διατάξεις της οδηγίας αυτής πρέπει να αποτελούν αναγκαίο, κατάλληλο και αναλογικό μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας –δηλαδή της ασφάλειας του κράτους–, της εθνικής άμυνας και της δημόσιας ασφάλειας και για την πρόληψη, διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη ποινικών αδικημάτων ή της άνευ αδείας χρησιμοποίησης του συστήματος ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και, αφετέρου, το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, το οποίο κατοχυρώνει την αρχή της αναλογικότητας στο πλαίσιο του περιορισμού στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον Χάρτη.

79

Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2016/680, τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέπουν ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα είναι κατάλληλα, συναφή και όχι υπερβολικά σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία. Η διάταξη αυτή επιτάσσει, επομένως, στα κράτη μέλη να σέβονται την αρχή της «ελαχιστοποίησης των δεδομένων», η οποία αποτελεί έκφραση της αρχής της αναλογικότητας (απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2024, Direktor na Glavna direktsia Natsionalna politsia pri MVR – Sofia, C‑118/22, EU:C:2024:97, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

80

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ιδίως ότι η συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και η αποθήκευσή τους από τις αστυνομικές αρχές για τους διαλαμβανόμενους στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας σκοπούς πρέπει, όπως και κάθε επεξεργασία που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της, να σέβεται την τελευταία αυτή αρχή (απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2024, Direktor na Glavna direktsia Natsionalna politsia pri MVR – Sofia, C‑118/22, EU:C:2024:97, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

81

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2016/680, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία παρέχει στις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα να αποκτήσουν πρόσβαση στα δεδομένα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο, με σκοπό την πρόληψη, διερεύνηση, ανίχνευση και δίωξη ποινικών αδικημάτων εν γένει, και η οποία δεν εξαρτά την άσκηση της δυνατότητας αυτής από τη διενέργεια προηγούμενου ελέγχου εκ μέρους δικαστή ή ανεξάρτητης διοικητικής αρχής.

82

Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 4 της οδηγίας 2016/680, η οδηγία αυτή αποσκοπεί να συμβάλει στην εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης εντός της Ένωσης, θεσπίζοντας συγχρόνως ένα ισχυρό και συνεκτικό πλαίσιο για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προκειμένου να διασφαλίσει τον σεβασμό του θεμελιώδους δικαιώματος της προστασίας των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του Χάρτη και στο άρθρο 16, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ [πρβλ. απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2021, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Οδηγία για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα – Ποινικό δίκαιο), C‑658/19, EU:C:2021:138, σκέψη 75].

83

Προς τούτο, η οδηγία 2016/680 αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 74 της παρούσας απόφασης, στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των φυσικών προσώπων.

84

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όπως τονίζεται στην αιτιολογική σκέψη 104 της οδηγίας 2016/680, οι περιορισμοί που η οδηγία αυτή επιτρέπει να τεθούν στο δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 8 του Χάρτη, καθώς και στο δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το οποίο προστατεύεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, στις οποίες συγκαταλέγεται και η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2024, Direktor na Glavna direktsia Natsionalna politsia pri MVR – Sofia, C‑118/22, EU:C:2024:97, σκέψη 33).

85

Συγκεκριμένα, τα θεμελιώδη αυτά δικαιώματα δεν αποτελούν απόλυτα προνόμια, αλλά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία την οποία επιτελούν στο κοινωνικό σύνολο και να σταθμίζονται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα. Οποιοσδήποτε περιορισμός στην άσκηση των εν λόγω θεμελιωδών δικαιωμάτων πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, να προβλέπεται από τον νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των θεμελιωδών δικαιωμάτων καθώς και την αρχή της αναλογικότητας. Βάσει της εν λόγω αρχής, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε σκοπούς γενικού συμφέροντος τους οποίους αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Οι περιορισμοί αυτοί πρέπει να μην υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου και η ρύθμιση που συνεπάγεται τους επίμαχους περιορισμούς πρέπει να προβλέπει σαφείς και ακριβείς κανόνες που να διέπουν την έκταση και την εφαρμογή των περιορισμών (απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2024, Direktor na Glavna direktsia Natsionalna politsia pri MVR – Sofia, C‑118/22, EU:C:2024:97, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

86

Όσον αφορά, κατά πρώτον, τον σκοπό γενικού συμφέροντος ο οποίος μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, όπως αυτός που απορρέει από την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης ρύθμιση, υπογραμμίζεται ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο αστυνομικής έρευνας για την καταστολή ποινικού αδικήματος, όπως η απόπειρα πρόσβασης στα δεδομένα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο, πρέπει να θεωρηθεί, καταρχήν, ότι ανταποκρίνεται πράγματι σε σκοπό γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση, κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη.

87

Όσον αφορά, κατά δεύτερον, την απαίτηση να είναι ένας τέτοιος περιορισμός αναγκαίος, όπως υπογραμμίζεται, κατ’ ουσίαν, στην αιτιολογική σκέψη 26 της οδηγίας 2016/680, η απαίτηση αυτή δεν πληρούται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός γενικού συμφέροντος μπορεί εύλογα να επιτευχθεί κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό με άλλα μέσα τα οποία θίγουν λιγότερο τα θεμελιώδη δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2024, Direktor na Glavna direktsia Natsionalna politsia pri MVR – Sofia, C‑118/22, EU:C:2024:97, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

88

Αντιθέτως, η απαίτηση περί αναγκαιότητας πληρούται όταν ο σκοπός που επιδιώκεται με την επίμαχη επεξεργασία δεδομένων δεν μπορεί εύλογα να επιτευχθεί κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό με άλλα μέσα τα οποία θίγουν λιγότερο τα θεμελιώδη δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων, ιδίως τα δικαιώματα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη [απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2023, Ministerstvo na vatreshnite raboti (Καταγραφή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων από την αστυνομία), C‑205/21, EU:C:2023:49, σκέψη 126 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

89

Κατά τρίτον, για να είναι αναλογικός ο απορρέων από μια τέτοια επεξεργασία περιορισμός στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, πρέπει να γίνεται στάθμιση όλων των κρίσιμων στοιχείων της συγκεκριμένης περίπτωσης (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2024, Direktor na Glavna direktsia Natsionalna politsia pri MVR – Sofia, C‑118/22, EU:C:2024:97, σκέψεις 62 και 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

90

Τέτοια στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η σοβαρότητα του περιορισμού που τίθεται κατ’ αυτόν τον τρόπο στην άσκηση των επίμαχων θεμελιωδών δικαιωμάτων, η οποία εξαρτάται από τη φύση και τον ευαίσθητο χαρακτήρα των δεδομένων στα οποία ενδέχεται να έχουν πρόσβαση οι αρμόδιες αστυνομικές αρχές, η σημασία του σκοπού γενικού συμφέροντος που επιδιώκεται με τον περιορισμό αυτόν, η σχέση μεταξύ του κατόχου του κινητού τηλεφώνου και του εν λόγω ποινικού αδικήματος ή, ακόμη, η σημασία που έχουν τα επίμαχα δεδομένα για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών.

91

Όσον αφορά, πρώτον, τη σοβαρότητα του περιορισμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων που απορρέει από ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η ρύθμιση αυτή επιτρέπει στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές να αποκτήσουν πρόσβαση, χωρίς προηγούμενη άδεια, στα δεδομένα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο.

92

Η πρόσβαση αυτή μπορεί να αφορά, ανάλογα με το περιεχόμενο του κινητού τηλεφώνου και τις επιλογές των αστυνομικών αρχών, όχι μόνο δεδομένα κίνησης και θέσης, αλλά και φωτογραφίες και το ιστορικό πλοήγησης στο διαδίκτυο μέσω του τηλεφώνου, ή ακόμη και μέρος του περιεχομένου των επικοινωνιών που έχουν πραγματοποιηθεί με το εν λόγω τηλέφωνο, ιδίως μέσω της εξέτασης των μηνυμάτων που είναι αποθηκευμένα σε αυτό.

93

Η πρόσβαση σε ένα τέτοιο σύνολο δεδομένων μπορεί να παράσχει τη δυνατότητα να συναχθούν πολύ ακριβή συμπεράσματα σχετικά με την ιδιωτική ζωή του υποκειμένου των δεδομένων, όπως είναι οι καθημερινές του συνήθειες, οι μόνιμοι ή προσωρινοί τόποι διαμονής, οι καθημερινές και άλλες μετακινήσεις, οι ασκούμενες δραστηριότητες, οι κοινωνικές του σχέσεις και τα κοινωνικά περιβάλλοντα στα οποία συχνάζει.

94

Τέλος, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τα δεδομένα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο να περιλαμβάνουν ιδιαίτερα ευαίσθητα δεδομένα, όπως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα και τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, το δε γεγονός ότι πρόκειται για ιδιαίτερα ευαίσθητα δεδομένα δικαιολογεί την ειδική προστασία που απαιτεί γι’ αυτά το άρθρο 10 της οδηγίας 2016/680, προστασία η οποία εκτείνεται επίσης σε δεδομένα που αποκαλύπτουν εμμέσως, μέσω νοητικής διεργασίας επαγωγής ή αντιπαραβολής, πληροφορίες τέτοιου είδους [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Ιουνίου 2023, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία και ιδιωτική ζωή των δικαστών), C‑204/21, EU:C:2023:442, σκέψη 344].

95

Επομένως, η επέμβαση στα κατοχυρούμενα στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη θεμελιώδη δικαιώματα στην οποία μπορεί να οδηγήσει η εφαρμογή ρύθμισης όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης πρέπει να θεωρηθεί σοβαρή, ή ακόμη και ιδιαίτερα σοβαρή.

96

Όσον αφορά, δεύτερον, τη σημασία του επιδιωκόμενου σκοπού, υπογραμμίζεται ότι η σοβαρότητα του αδικήματος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας είναι μία από τις βασικές παραμέτρους κατά την εξέταση της αναλογικότητας της σοβαρής επέμβασης που συνίσταται στην πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο και από τα οποία μπορούν να συναχθούν ακριβή συμπεράσματα σχετικά με την ιδιωτική ζωή του υποκειμένου των δεδομένων.

97

Ωστόσο, εάν γινόταν δεκτό ότι μόνον η καταπολέμηση της σοβαρής εγκληματικότητας μπορεί να δικαιολογήσει την πρόσβαση σε δεδομένα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο, θα περιορίζονταν οι εξουσίες των αρμόδιων αρχών προς διεξαγωγή έρευνας, κατά την έννοια της οδηγίας 2016/680, όσον αφορά τα ποινικά αδικήματα εν γένει. Τούτο θα αύξανε τον κίνδυνο ατιμωρησίας για τα εν λόγω αδικήματα, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας που ενδέχεται να έχουν τέτοια δεδομένα για τις ποινικές έρευνες. Επομένως, ένας τέτοιος περιορισμός θα παρέβλεπε την ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων που ασκούν οι εν λόγω αρχές για τους σκοπούς που καθορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, όπως τονίζεται στις αιτιολογικές της σκέψεις 10 και 11, και θα υπονόμευε τον επιδιωκόμενο με την οδηγία σκοπό της εγκαθίδρυσης ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης εντός της Ένωσης.

98

Τούτου λεχθέντος, οι εκτιμήσεις αυτές δεν θίγουν την απορρέουσα από το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη απαίτηση κατά την οποία κάθε περιορισμός στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος πρέπει να «προβλέπεται από τον νόμο», απαίτηση η οποία συνεπάγεται ότι η νομική βάση που επιτρέπει έναν τέτοιο περιορισμό πρέπει να καθορίζει το περιεχόμενό του κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή [πρβλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2023, Ministerstvo na vatreshnite raboti (Καταγραφή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων από την αστυνομία), C‑205/21, EU:C:2023:49, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

99

Για να πληρούται η απαίτηση αυτή, ο εθνικός νομοθέτης οφείλει να ορίσει με επαρκή ακρίβεια τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ιδίως τη φύση ή τις κατηγορίες των σχετικών αδικημάτων.

100

Όσον αφορά, τρίτον, τη σχέση που υφίσταται μεταξύ του κατόχου του κινητού τηλεφώνου και του επίμαχου ποινικού αδικήματος καθώς και τη σημασία που έχουν τα επίμαχα δεδομένα για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, από το άρθρο 6 της οδηγίας 2016/680 προκύπτει ότι η έννοια του «υποκειμένου των δεδομένων» καλύπτει διάφορες κατηγορίες προσώπων, ήτοι, κατ’ ουσίαν, τα πρόσωπα που είναι ύποπτα, για σοβαρούς λόγους, ότι διέπραξαν ή πρόκειται να διαπράξουν ποινικό αδίκημα, τα πρόσωπα τα οποία καταδικάστηκαν για ποινικό αδίκημα, τα θύματα ή τα πιθανά θύματα τέτοιων αδικημάτων, καθώς και άλλα μέρη ως προς ποινικό αδίκημα τα οποία ενδέχεται να κληθούν να καταθέσουν σε ανακρίσεις σχετικές με ποινικά αδικήματα ή σε επακόλουθη ποινική διαδικασία. Κατά το άρθρο αυτό, τα κράτη μέλη οφείλουν να προβλέπουν ότι, κατά περίπτωση και στον βαθμό του εφικτού, ο υπεύθυνος επεξεργασίας διακρίνει σαφώς μεταξύ των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των διαφόρων αυτών κατηγοριών υποκειμένων.

101

Συναφώς, όσον αφορά ειδικότερα την πρόσβαση σε δεδομένα που περιέχονται στο κινητό τηλέφωνο του προσώπου κατά του οποίου διεξάγεται ποινική έρευνα, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, η ύπαρξη εύλογων υπονοιών εις βάρος του, υπό την έννοια ότι το πρόσωπο αυτό διέπραξε, διαπράττει ή σχεδιάζει να διαπράξει αδίκημα, ή ακόμη ότι εμπλέκεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε τέτοιο αδίκημα, πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά και επαρκή στοιχεία.

102

Προκειμένου ιδίως να διασφαλιστεί ότι η αρχή της αναλογικότητας τηρείται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με στάθμιση όλων των κρίσιμων στοιχείων, είναι ουσιώδες, όταν η πρόσβαση των αρμόδιων εθνικών αρχών στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ενέχει τον κίνδυνο σοβαρής, ή ακόμη και ιδιαίτερα σοβαρής, επέμβασης στα θεμελιώδη δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομένων, η πρόσβαση αυτή να εξαρτάται από τη διενέργεια προηγούμενου ελέγχου είτε από δικαστήριο είτε από ανεξάρτητη διοικητική αρχή.

103

Ο προηγούμενος αυτός έλεγχος απαιτεί το δικαστήριο ή η ανεξάρτητη διοικητική αρχή που είναι επιφορτισμένη με τη διενέργειά του να διαθέτει όλες τις αρμοδιότητες και να παρέχει όλες τις αναγκαίες εγγυήσεις ώστε να διασφαλίζεται ο συγκερασμός των επίμαχων εμπλεκομένων εννόμων συμφερόντων και δικαιωμάτων. Όσον αφορά ειδικότερα την ποινική έρευνα, ο έλεγχος αυτός απαιτεί να είναι σε θέση το εν λόγω δικαστήριο ή η εν λόγω αρχή να διασφαλίσει δίκαιη ισορροπία μεταξύ, αφενός, των εννόμων συμφερόντων που συνδέονται με τις ανάγκες της έρευνας στο πλαίσιο της καταπολέμησης του εγκλήματος και, αφετέρου, των θεμελιωδών δικαιωμάτων στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των προσώπων των οποίων τα δεδομένα αφορά η πρόσβαση.

104

Ο εν λόγω ανεξάρτητος έλεγχος, σε μια κατάσταση όπως αυτή που εκτίθεται στη σκέψη 102 της παρούσας απόφασης, πρέπει να διενεργείται πριν από οποιαδήποτε απόπειρα πρόσβασης στα σχετικά δεδομένα, εκτός αν πρόκειται για δεόντως αιτιολογημένη περίπτωση επείγοντος, οπότε ο έλεγχος πρέπει να διενεργείται το συντομότερο δυνατόν. Πράγματι, τυχόν μεταγενέστερος έλεγχος δεν θα καθιστούσε δυνατή την επίτευξη του σκοπού του προηγούμενου ελέγχου, ο οποίος συνίσταται στο να εμποδίζεται παροχή πρόσβασης στα επίμαχα δεδομένα πέραν των ορίων του απολύτως αναγκαίου.

105

Ειδικότερα, το δικαστήριο ή η ανεξάρτητη διοικητική αρχή που διενεργεί προηγούμενο έλεγχο κατόπιν αιτιολογημένης αίτησης πρόσβασης εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2016/680 πρέπει να έχει την εξουσία να αρνηθεί ή να περιορίσει την πρόσβαση αυτή όταν διαπιστώνει ότι η επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα την οποία θα συνιστούσε η εν λόγω πρόσβαση θα ήταν δυσανάλογη λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων στοιχείων.

106

Συνεπώς, το δικαστήριο ή η αρχή αυτή πρέπει να αρνηθεί ή να περιορίσει την πρόσβαση των αρμόδιων αστυνομικών αρχών στα δεδομένα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο εάν, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας του αδικήματος και των αναγκών της έρευνας, δεν δικαιολογείται η πρόσβαση στο περιεχόμενο των επικοινωνιών ή σε ευαίσθητα δεδομένα.

107

Όσον αφορά, ειδικότερα, την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι απαιτήσεις του άρθρου 10 της οδηγίας 2016/680, σκοπός του οποίου είναι η διασφάλιση αυξημένης προστασίας έναντι της επεξεργασίας τέτοιων δεδομένων, η οποία, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 37 της εν λόγω οδηγίας, ενδέχεται να συνεπάγεται σημαντικούς κινδύνους για τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες, όπως είναι το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη. Προς τούτο, όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα του εν λόγω άρθρου 10, η απαίτηση να επιτρέπεται η επεξεργασία τέτοιων δεδομένων «μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαί[α]» πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καθορίζει ενισχυμένες προϋποθέσεις νομιμότητας της επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων, υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων που απορρέουν από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, καθώς και από το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, οι οποίες αναφέρονται μόνο στην «αναγκαιότητα» επεξεργασίας δεδομένων που εμπίπτει, εν γένει, στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας [απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2023, Ministerstvo na vatreshnite raboti (Καταγραφή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων από την αστυνομία), C‑205/21, EU:C:2023:49 σκέψεις 116 και 117 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

108

Συγκεκριμένα, αφενός, η χρήση του επιρρήματος «μόνο» πριν από τη φράση «όταν είναι απολύτως αναγκαί[α]» υπογραμμίζει ότι η επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 10, μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία μόνο σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων. Αφετέρου, ο «απόλυτος» χαρακτήρας της αναγκαιότητας επεξεργασίας τέτοιων δεδομένων συνεπάγεται ότι η αναγκαιότητα αυτή πρέπει να εκτιμάται κατά τρόπο ιδιαίτερα αυστηρό [απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2023, Ministerstvo na vatreshnite raboti (Καταγραφή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων από την αστυνομία), C‑205/21, EU:C:2023:49, σκέψη 118].

109

Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά τη διάρκεια ποινικής έρευνας, οι αυστριακές αστυνομικές αρχές έχουν δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο. Επιπλέον, διευκρινίζει ότι η πρόσβαση αυτή δεν υπόκειται, καταρχήν, σε προηγούμενη άδεια δικαστηρίου ή ανεξάρτητης διοικητικής αρχής. Εναπόκειται, ωστόσο, αποκλειστικά στο δικαστήριο αυτό να συναγάγει τις συνέπειες των διευκρινίσεων που παρασχέθηκαν ιδίως με τις σκέψεις 102 έως 108 της παρούσας απόφασης στη διαφορά της κύριας δίκης.

110

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στο πρώτο και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2016/680, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία παρέχει στις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα να αποκτήσουν πρόσβαση στα δεδομένα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο, με σκοπό την πρόληψη, διερεύνηση, ανίχνευση και δίωξη ποινικών αδικημάτων εν γένει, εφόσον η ρύθμιση αυτή:

ορίζει με επαρκή ακρίβεια τη φύση ή τις κατηγορίες των σχετικών αδικημάτων,

διασφαλίζει την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας και

εξαρτά την άσκηση της δυνατότητας αυτής από προηγούμενο έλεγχο εκ μέρους δικαστή ή ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, εκτός αν πρόκειται για δεόντως αιτιολογημένη περίπτωση επείγοντος.

Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

111

Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν ο CG έπρεπε να έχει ενημερωθεί για τις απόπειρες πρόσβασης στα δεδομένα που περιέχονταν στο κινητό του τηλέφωνο προκειμένου να είναι σε θέση να ασκήσει το δικαίωμά του αποτελεσματικής προσφυγής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη.

112

Συναφώς, οι κρίσιμες διατάξεις της οδηγίας 2016/680 είναι, αφενός, το άρθρο 13, με τίτλο «Ενημέρωση που διατίθεται ή δίδεται στο υποκείμενο των δεδομένων», και, αφετέρου, το άρθρο 54, με τίτλο «Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής κατά υπευθύνου επεξεργασίας ή εκτελούντος την επεξεργασία».

113

Υπενθυμίζεται επίσης ότι, όπως τονίζει η αιτιολογική σκέψη 104 της οδηγίας 2016/680, οι περιορισμοί που τίθενται με την οδηγία αυτή στο δικαίωμα άσκησης αποτελεσματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου, το οποίο προστατεύεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, στις οποίες συγκαταλέγεται και η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.

114

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 13 και 54 της οδηγίας 2016/680, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 47 και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει στις αρμόδιες σε ποινικές υποθέσεις αρχές να επιχειρήσουν να αποκτήσουν πρόσβαση στα δεδομένα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο χωρίς να ενημερώσουν σχετικά το υποκείμενο των δεδομένων.

115

Από το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2016/680 προκύπτει ότι, πέραν των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, όπως είναι η ταυτότητα του υπευθύνου επεξεργασίας, ο σκοπός της επεξεργασίας και το δικαίωμα υποβολής καταγγελίας σε εποπτική αρχή, οι οποίες πρέπει να τίθενται στη διάθεση του υποκειμένου των δεδομένων, τα κράτη μέλη προβλέπουν με νομοθετική διάταξη ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων –προκειμένου αυτό να είναι σε θέση να ασκήσει τα δικαιώματά του–, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, συμπληρωματικές πληροφορίες, ιδιαίτερα όταν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συλλέγονται εν αγνοία του εν λόγω υποκειμένου.

116

Ωστόσο, το άρθρο 13, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 2016/680 επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη να θεσπίζει μέτρα σχετικά με τον περιορισμό ή την παράλειψη της παροχής πληροφοριών στο υποκείμενο των δεδομένων βάσει της παραγράφου 2 «στον βαθμό [και για το χρονικό διάστημα] που ένα τέτοιο μέτρο είναι αναγκαίο και αναλογικό σε μια δημοκρατική κοινωνία, λαμβανομένων δεόντως υπόψη [των θεμελιωδών δικαιωμάτων και] των έννομων συμφερόντων του ενδιαφερόμενου φυσικού προσώπου», με σκοπό, μεταξύ άλλων, «την αποφυγή της παρακώλυσης επίσημων ή [δικαστικών] ερευνών, διερευνήσεων ή διαδικασιών» ή «την αποφυγή της παρεμπόδισης της πρόληψης, της ανίχνευσης, της διερεύνησης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων».

117

Τέλος, επισημαίνεται ότι το άρθρο 54 της οδηγίας 2016/680, το οποίο αποτελεί έκφραση του άρθρου 47 του Χάρτη, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν ότι τα υποκείμενα των δεδομένων, εάν θεωρούν ότι τα δικαιώματα που αντλούν από διατάξεις θεσπισθείσες δυνάμει της οδηγίας παραβιάστηκαν εξαιτίας της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν κατά παράβαση των διατάξεων αυτών, έχουν δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής.

118

Από τη νομολογία προκύπτει ότι το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, επιτάσσει, καταρχήν, να είναι ο ενδιαφερόμενος σε θέση να λάβει γνώση των λόγων βάσει των οποίων ελήφθη η απόφαση που τον αφορά, προκειμένου να του παρασχεθεί η δυνατότητα να προασπίσει τα δικαιώματά του υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες και να αποφασίσει, μετά λόγου γνώσεως, αν είναι πρόσφορο να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο, καθώς και να παρασχεθεί στο συγκεκριμένο δικαστήριο πλήρως η δυνατότητα άσκησης του εκ μέρους του ελέγχου νομιμότητας της απόφασης αυτής [απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2023, Ligue des droits humains (Επαλήθευση της επεξεργασίας των δεδομένων από την εποπτική αρχή), C‑333/22, EU:C:2023:874, σκέψη 58].

119

Μολονότι το ως άνω δικαίωμα δεν αποτελεί απόλυτο προνόμιο και, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, επιτρέπεται η επιβολή περιορισμών στην άσκησή του, τούτο είναι δυνατό υπό την προϋπόθεση, πρώτον, ότι οι περιορισμοί αυτοί προβλέπονται από τον νόμο, δεύτερον, ότι σέβονται το βασικό περιεχόμενο των οικείων δικαιωμάτων και ελευθεριών και, τρίτον, ότι, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων [απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2023, Ligue des droits humains (Επαλήθευση της επεξεργασίας των δεδομένων από την εποπτική αρχή), C‑333/22, EU:C:2023:874, σκέψη 59].

120

Ως εκ τούτου, από τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στις σκέψεις 115 έως 119 της παρούσας απόφασης συνάγεται ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες έχουν λάβει άδεια από δικαστή ή ανεξάρτητη διοικητική αρχή να αποκτήσουν πρόσβαση στα αποθηκευμένα δεδομένα οφείλουν να ενημερώνουν τα υποκείμενα των δεδομένων, στο πλαίσιο των εφαρμοστέων εθνικών διαδικασιών, για τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η άδεια, μόλις παύσει να υπάρχει πιθανότητα η ενημέρωσή τους αυτή να υπονομεύσει τις έρευνες που διεξάγουν οι αρμόδιες αυτές εθνικές αρχές, και να θέτουν στη διάθεσή τους όλες τις πληροφορίες που μνημονεύονται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/680. Τούτο διότι οι εν λόγω πληροφορίες είναι αναγκαίες για να μπορέσουν τα υποκείμενα των δεδομένων να ασκήσουν, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα προσφυγής, το οποίο προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 54 της οδηγίας 2016/680 [πρβλ. απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2022, Spetsializirana prokuratura (Διατήρηση των δεδομένων κινήσεως και θέσεως), C‑350/21, EU:C:2022:896, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

121

Αντιθέτως, εθνική ρύθμιση η οποία αποκλείει, γενικώς, κάθε δικαίωμα λήψης τέτοιων πληροφοριών δεν συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης [πρβλ. απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2022, Spetsializirana prokuratura (Διατήρηση των δεδομένων κινήσεως και θέσεως), C‑350/21, EU:C:2022:896, σκέψη 71].

122

Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι ο CG γνώριζε ότι το κινητό του τηλέφωνο είχε κατασχεθεί όταν οι αυστριακές αστυνομικές αρχές επιχείρησαν μάταια να το ξεκλειδώσουν προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση στα δεδομένα που περιέχονταν σε αυτό. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν προκύπτει ότι η ενημέρωση του CG για το γεγονός ότι οι ανωτέρω αρχές επρόκειτο να επιχειρήσουν να αποκτήσουν πρόσβαση στα εν λόγω δεδομένα ήταν ικανή να υπονομεύσει τις έρευνες, οπότε ο CG θα έπρεπε να έχει ενημερωθεί εκ των προτέρων σχετικά.

123

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 13 και 54 της οδηγίας 2016/680, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 47 και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να επιχειρήσουν να αποκτήσουν πρόσβαση σε δεδομένα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο χωρίς να ενημερώσουν το υποκείμενο των δεδομένων, στο πλαίσιο των εφαρμοστέων εθνικών διαδικασιών, για τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η χορηγηθείσα από δικαστή ή ανεξάρτητη διοικητική αρχή άδεια πρόσβασης στα δεδομένα, αφ’ ης στιγμής δεν υπάρχει πλέον πιθανότητα η ενημέρωση αυτή να θέσει σε κίνδυνο τα καθήκοντα που έχουν οι ως άνω αρμόδιες αρχές βάσει της οδηγίας.

Επί των δικαστικών εξόδων

124

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:

 

1)

Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

έχει την έννοια ότι:

δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία παρέχει στις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα να αποκτήσουν πρόσβαση στα δεδομένα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο, με σκοπό την πρόληψη, διερεύνηση, ανίχνευση και δίωξη ποινικών αδικημάτων εν γένει, εφόσον η ρύθμιση αυτή:

ορίζει με επαρκή ακρίβεια τη φύση ή τις κατηγορίες των σχετικών αδικημάτων,

διασφαλίζει την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας και

εξαρτά την άσκηση της δυνατότητας αυτής από προηγούμενο έλεγχο εκ μέρους δικαστή ή ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, εκτός αν πρόκειται για δεόντως αιτιολογημένη περίπτωση επείγοντος.

 

2)

Τα άρθρα 13 και 54 της οδηγίας 2016/680, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 47 και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων,

έχουν την έννοια ότι:

αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να επιχειρήσουν να αποκτήσουν πρόσβαση σε δεδομένα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο χωρίς να ενημερώσουν το υποκείμενο των δεδομένων, στο πλαίσιο των εφαρμοστέων εθνικών διαδικασιών, για τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η χορηγηθείσα από δικαστή ή ανεξάρτητη διοικητική αρχή άδεια πρόσβασης στα δεδομένα, αφ’ ης στιγμής δεν υπάρχει πλέον πιθανότητα η ενημέρωση αυτή να θέσει σε κίνδυνο τα καθήκοντα που έχουν οι ως άνω αρμόδιες αρχές βάσει της οδηγίας.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.