Προσωρινό κείμενο
ELΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 24ης Μαρτίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Κράτος δικαίου – Αποτελεσματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης – Ανεξαρτησία των δικαστών – Άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ – Άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Εθνική νομοθεσία και νομολογία που απαγορεύουν στα εθνικά δικαστήρια την αμφισβήτηση της νομιμότητας των δικαστηρίων και των συνταγματικών οργάνων ή τη διαπίστωση ή εκτίμηση της νομιμότητας του διορισμού των δικαστών ή των δικαιοδοτικών εξουσιών τους – Υποχρέωση του δικαστή που έχει επιληφθεί αίτησης εξαίρεσης άλλου δικαστή να ελέγξει αν πληρούται στο πρόσωπό του η απαίτηση περί “δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως” – Διορισμός δικαστών στα τακτικά δικαστήρια στην Πολωνία – Έλλειψη ανεξαρτησίας του Krajowa Rada Sądownictwa (Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου, Πολωνία) – Απουσία αποτελεσματικού μέσου ένδικης προστασίας των υποψηφίων για θέση δικαστή των τακτικών δικαστηρίων – Δικαστής ο οποίος δεν αποτελεί “ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως” – Δυνατότητα εξαίρεσης δικαστή από δικαστικό σχηματισμό »
Στην υπόθεση C‑521/21,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Sąd Rejonowy Poznań – Stare Miasto w Poznaniu (επαρχιακό δικαστήριο Poznań – Stare Miasto, Πολωνία) με απόφαση της 23ης Ιουλίου 2021, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Αυγούστου 2021, στο πλαίσιο της δίκης
MJ
κατά
AA,
παρισταμένων των:
Rzecznik Praw Obywatelskich,
Prokurator Prokuratury Okręgowej w Poznaniu,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, T. von Danwitz, Αντιπρόεδρο, F. Biltgen, I. Jarukaitis (εισηγητή), M. L. Arastey Sahún, I. Ziemele, J. Passer, O. Spineanu-Matei και M. Condinanzi, προέδρους τμήματος, A. Kumin, Δ. Γρατσία, M. Gavalec, Z. Csehi, B. Smulders και R. Frendo, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Spielmann
γραμματέας: M. Siekierzyńska, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 7ης Ιανουαρίου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο MJ, αυτοπροσώπως,
– ο Rzecznik Praw Obywatelskich, εκπροσωπούμενος από τους J. Roszkiewicz και M. Taborowski,
– ο Prokurator Prokuratury Okręgowej w Poznaniu, εκπροσωπούμενος από τον M. Smętkowski,
– η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna, την B. Grabowska-Moroz και τον M. Rzotkiewicz,
– η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. Jacobs, C. Pochet, L. Van den Broeck και τον M. Van Regemorter,
– η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις V. Pasternak Jørgensen και M. Søndahl Wolff,
– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. K. Bulterman και τον J. Langer,
– η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την H. Leppo,
– η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις A. Runeskjöld και H. Shev,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την K. Herrmann και τον P. J. O. Van Nuffel,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Απριλίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2, του άρθρου 6, παράγραφοι 1 έως 3, και του άρθρου 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του MJ και του AA, οι οποίοι είναι και οι δύο επιχειρηματίες, με αντικείμενο απαίτηση από σύμβαση παροχής υπηρεσιών.
Το νομικό πλαίσιο
Το Σύνταγμα
3 Κατά το άρθρο 179 του Konstytucja Rzeczypospolitej Polskiej (Συντάγματος της Δημοκρατίας της Πολωνίας, στο εξής: Σύνταγμα):
«Οι δικαστές διορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κατόπιν προτάσεως του Krajowa Rada Sądownictwa [(Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου, Πολωνία) (στο εξής: KRS)], για θητεία αορίστου χρόνου.»
4 Κατά το άρθρο 186, παράγραφος 1, του Συντάγματος:
«Το [KRS] αποτελεί τον θεματοφύλακα της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων και των δικαστών.»
5 Το άρθρο 187 του Συντάγματος ορίζει τα εξής:
«1. Το [KRS] συγκροτείται:
1) από τον πρώτο πρόεδρο του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πολωνία)], τον Υπουργό Δικαιοσύνης, τον πρόεδρο του [Naczelny Sąd Administracyjny (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Πολωνία)] και ένα μέλος που ορίζει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας,
2) από δεκαπέντε μέλη τα οποία εκλέγονται εκ των δικαστών του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)], των τακτικών δικαστηρίων, των διοικητικών δικαστηρίων και των στρατοδικείων,
3) από τέσσερα μέλη τα οποία εκλέγει η [Sejm (Δίαιτα, Πολωνία)] εκ των βουλευτών και από δύο μέλη τα οποία εκλέγει η Γερουσία εκ των γερουσιαστών.
[...]
3. Η θητεία των εκλεγμένων μελών [του KRS] είναι τετραετής.
4. Το καθεστώς, ο τομέας δραστηριότητας και ο τρόπος λειτουργίας [του KRS], καθώς και ο τρόπος εκλογής των μελών του ορίζονται από τον νόμο.»
Ο νόμος περί του KRS
6 Κατά το άρθρο 9a του ustawa o Krajowej Radzie Sądownictwa (νόμου περί του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου), της 12ης Μαΐου 2011 (Dz. U. αριθ. 126, θέση 714), όπως τροποποιήθηκε με τον ustawa o zmianie ustawy o Krajowej Radzie Sądownictwa oraz niektórych innych ustaw (νόμο περί τροποποιήσεων του νόμου περί του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου και ορισμένων άλλων νόμων), της 8ης Δεκεμβρίου 2017 (Dz. U. 2018, θέση 3) (στο εξής: νόμος περί του KRS):
«1. Η Δίαιτα εκλέγει, εκ των δικαστών του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)], των τακτικών δικαστηρίων, των διοικητικών δικαστηρίων και των στρατοδικείων, δεκαπέντε μέλη [του KRS] για κοινή θητεία διάρκειας τεσσάρων ετών.
2. Κατά την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 εκλογή, η Δίαιτα λαμβάνει υπόψη, στο μέτρο του εφικτού, την αναγκαιότητα εκπροσωπήσης στο [KRS] δικαστών προερχόμενων από δικαστήρια διαφόρων κατηγοριών και διαφόρων βαθμών δικαιοδοσίας.
3. Η κοινή θητεία των νέων μελών [του KRS], τα οποία εκλέγονται εκ των δικαστών, άρχεται την επομένη της εκλογής τους. Τα μέλη [του KRS] των οποίων η θητεία λήγει ασκούν τα καθήκοντά τους έως την ημέρα έναρξης της κοινής θητείας των νέων μελών [του KRS].»
7 Το άρθρο 44 του νόμου περί του KRS προβλέπει τα εξής:
«1. Μετέχων στη διαδικασία δύναται να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Sąd Najwyższy [(Ανωτάτου Δικαστηρίου)] λόγω του παράνομου χαρακτήρα του πορίσματος [του KRS], εκτός αν ορίζουν άλλως ειδικές διατάξεις. [...]
1a. Στην περίπτωση ατομικών υποθέσεων που αφορούν διορισμό σε θέση δικαστή του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)], μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του [Naczelny Sąd Administracyjny (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου)]. Στις υποθέσεις αυτές, δεν μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του Sąd Najwyższy [(Ανωτάτου Δικαστηρίου)]. Η ασκηθείσα ενώπιον του Naczelny Sąd Administracyjny [(Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου)] προσφυγή δεν μπορεί να στηρίζεται σε λόγο με τον οποίο προβάλλεται μη προσήκουσα εκτίμηση του ζητήματος αν οι υποψήφιοι πληρούν τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη απόφασης όσον αφορά την υποβολή πρότασης διορισμού σε θέση δικαστή του Sąd Najwyższy [(Ανωτάτου Δικαστηρίου)].
1b. Σε περίπτωση κατά την οποία το πόρισμα που διαλαμβάνεται στο άρθρο 37, παράγραφος 1, δεν προσβλήθηκε από άπαντες τους μετέχοντες στη διαδικασία στο πλαίσιο των ατομικών υποθέσεων που αφορούν τον διορισμό σε θέση δικαστή του Sąd Najwyższy [(Ανωτάτου Δικαστηρίου)], το πόρισμα καθίσταται απρόσβλητο, κατά το μέρος που περιέχει την απόφαση περί υποβολής προτάσεως διορισμού σε θέση δικαστή του Sąd Najwyższy [(Ανωτάτου Δικαστηρίου)] και κατά το μέρος που περιέχει την απόφαση περί μη υποβολής προτάσεως διορισμού σε θέση δικαστή του εν λόγω δικαστηρίου, όσον αφορά τους μετέχοντες στη διαδικασία οι οποίοι δεν άσκησαν προσφυγή.
2. Η προσφυγή ασκείται διά καταθέσεως στον Przewodniczący [πρόεδρο του KRS], εντός προθεσμίας δύο εβδομάδων από της κοινοποιήσεως του πορίσματος συνοδευομένου από την αιτιολογία του. [...]»
Ο νόμος περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου
8 Με τον ustawa o Sądzie Najwyższym (νόμο περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου), της 8ης Δεκεμβρίου 2017 (Dz. U. 2018, θέση 5) συστάθηκε, μεταξύ άλλων, εντός του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου), το Izba Kontroli Nadzwyczajnej i Spraw Publicznych (τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων, Πολωνία).
9 Το άρθρο 26 του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως τροποποιήθηκε με τον ustawa o zmianie ustawy – Prawo o ustroju sądów powszechnych, ustawy o Sądzie Najwyższym oraz niektórych innych ustaw (νόμου περί τροποποιήσεων του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ορισμένων άλλων νόμων), της 20ής Δεκεμβρίου 2019 (Dz. U. 2020, θέση 190), ορίζει στις παραγράφους 2 και 3 τα εξής:
«2. Το [τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων] είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί αιτήσεων ή δηλώσεων που αφορούν την εξαίρεση δικαστή ή τον ορισμό του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου πρέπει να διεξαχθεί διαδικασία και περιλαμβάνουν αιτιάσεις περί ελλείψεως ανεξαρτησίας του δικαστηρίου ή του δικαστή. Το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υποθέσεως υποβάλλει αμέσως αίτηση στον πρόεδρο του [τμήματος εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων] προκειμένου αυτή να εξετασθεί σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται από χωριστές διατάξεις. Η υποβολή αιτήσεως στον πρόεδρο του τμήματος εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων δεν αναστέλλει την εκκρεμή διαδικασία.
3. Η διαλαμβανόμενη στην παράγραφο 2 αίτηση δεν εξετάζεται εάν αφορά τη διαπίστωση και την εκτίμηση της νομιμότητας του διορισμού δικαστή ή της νομιμοποιήσεώς του για την άσκηση δικαιοδοτικών καθηκόντων.»
Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
10 Κατά το άρθρο 47 του ustawa – Kodeks postępowania cywilnego (νόμου περί θεσπίσεως του κώδικα πολιτικής δικονομίας), της 17ης Νοεμβρίου 1964 (Dz. U. αριθ. 43, θέση 296), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (στο εξής: Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας):
«1. Στον πρώτο βαθμό οι υποθέσεις εκδικάζονται από μονομελή δικαστικό σχηματισμό, εκτός αν άλλως προβλέπεται από ειδική διάταξη.
[...]
3. Οι διατάξεις χωρίς επ’ ακροατηρίου συζήτηση εκδίδονται από μονομελή δικαστικό σχηματισμό.
[...]»
11 Κατά το άρθρο 48 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας:
«1. Δικαστής εξαιρείται αυτοδικαίως:
1) στις υποθέσεις στις οποίες είναι διάδικος ή στις οποίες έχει τέτοια έννομη σχέση με έναν από τους διαδίκους ώστε η έκβαση της δίκης θα μπορούσε να επηρεάσει τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις του·
[...]
5) στις υποθέσεις στις οποίες είχε, σε δικαστήριο κατώτερου βαθμού δικαιοδοσίας, μετάσχει στην έκδοση της προσβαλλομένης με ένδικο μέσο αποφάσεως, καθώς και στις υποθέσεις που αφορούν το κύρος νομικής πράξεως ελεγχθείσας από τον ίδιο ή καταρτισθείσας με τη συμμετοχή του, καθώς και στις υποθέσεις όπου έχει ενεργήσει ως prokurator [(εισαγγελέας, Πολωνία)]·
[...]».
12 Το άρθρο 49 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει τα εξής:
«Ανεξάρτητα από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 48, το δικαστήριο αποφασίζει την εξαίρεση δικαστή κατόπιν αιτήσεως του ίδιου του δικαστή ή διαδίκου, εφόσον συντρέχει περίσταση ικανή να δημιουργήσει εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του στη συγκεκριμένη υπόθεση.»
13 Το άρθρο 50 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει τα εξής:
«1. Οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν την εξαίρεση του δικαστή είτε με γραπτή αίτηση είτε με προφορική δήλωση προς το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση, αιτιολογώντας την αίτησή τους.
2. Επιπλέον, ο διάδικος που έχει ήδη μετάσχει στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση μπορεί να προτείνει εξαίρεση μόνον αν πιθανολογείται ότι η περίσταση η οποία δικαιολογεί την εξαίρεση προέκυψε ή περιήλθε σε γνώση του μετά την έναρξη της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.
3. Έως την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως για εξαίρεση δικαστή:
1) ο δικαστής τον οποίο αφορά η αίτηση μπορεί να συνεχίσει τη διαδικασία·
2) δεν επιτρέπεται να εκδοθεί απόφαση ή μέτρο που να περατώνει τη δίκη.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
14 Αντίδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης είναι δύο επιχειρηματίες και το αντικείμενο της διαφοράς είναι μια απαίτηση από σύμβαση παροχής υπηρεσιών.
15 Η σύμβαση αυτή αποτελεί εμπορική συναλλαγή κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας 2011/7/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές (ΕΕ 2011, L 48, σ. 1). Με την αγωγή του, ο ενάγων της κύριας δίκης ζητεί, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος της κύριας δίκης να του καταβάλει την αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης, την οποία προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας και το άρθρο 10, παράγραφος 1, του ustawa o przeciwdziałaniu nadmiernym opóźnieniom w transakcjach handlowych (νόμου για την καταπολέμηση των αδικαιολόγητων καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές), της 8ης Μαρτίου 2013 (Dz. U. 2013, θέση 403), ο οποίος τη μετέφερε στο πολωνικό δίκαιο.
16 Με έγγραφο της 21ης Μαΐου 2021, ο εναγόμενος της κύριας δίκης ζήτησε την εξαίρεση της δικαστή S. C., στην οποία είχε ανατεθεί η υπόθεση της κύριας δίκης. Με την αίτηση υποστήριξε ότι δεν ήταν έγκυρος ο διορισμός της σε θέση δικαστή. Ειδικότερα, το πόρισμα σχετικά με τον διορισμό της είχε εκδοθεί από το KRS υπό τη νέα του σύνθεση, του οποίου η συνταγματικότητα είχε αμφισβητηθεί από το Naczelny Sąd Administracyjny (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο).
17 Η δικαστής S. C. εξέθεσε ότι δεν συνέτρεχαν περιστάσεις ικανές να δημιουργήσουν αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία της και ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος εξαίρεσής της από την εκδίκαση της υπόθεσης.
18 Η εξέταση της αίτησης εξαίρεσης υποβλήθηκε στο Sąd Rejonowy Poznań-Stare Miasto w Poznaniu (επαρχιακό δικαστήριο Poznań-Stare Miasto, Πολωνία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο και αποφαίνεται επί της αιτήσεως σε μονομελή σχηματισμό.
19 Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες όσον αφορά ορισμένες πτυχές του διορισμού της δικαστή S. C. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η δικαστής S. C. διορίστηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας ως δικαστής του Sąd Rejonowy Poznań-Stare Miasto w Poznaniu (επαρχιακού δικαστηρίου Poznań-Stare Miasto), κατόπιν πρότασης του KRS υπό τη νέα του σύνθεση.
20 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι είχαν υποβληθεί τρεις υποψηφιότητες για τη συγκεκριμένη θέση, μεταξύ των οποίων και εκείνη της S. C., κύριας βοηθού δικαστή του Sąd Okręgowy w Poznaniu (περιφερειακού δικαστηρίου Πόζναν, Πολωνία) από το 2016. Εκθέτει ότι το συμβούλιο διοίκησης του Sąd Okręgowy w Poznaniu (περιφερειακού δικαστηρίου Poznań) και η συνέλευση των εκπροσώπων των δικαστών των επαρχιακών δικαστηρίων της περιφέρειας του Sąd Okręgowy w Poznaniu (περιφερειακού δικαστηρίου Poznań) εξέδωσαν επίσης θετική γνωμοδότηση, αντιστοίχως στις 21 και στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, για την υποψηφιότητα της S. C.
21 Με το πόρισμα 611/2018 της 4ης Δεκεμβρίου 2018, το KRS επέλεξε, μεταξύ των τριών υποψηφιοτήτων που είχαν υποβληθεί, την S. C. και πρότεινε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας να τη διορίσει στην εν λόγω θέση δικαστή. Οι δύο άλλοι υποψήφιοι δεν άσκησαν κατά του εν λόγω πορίσματος προσφυγή δυνάμει του άρθρου 44, παράγραφος 1, του νόμου περί του KRS. Στις 14 Μαρτίου 2019 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας αποφάσισε να διορίσει την S. C. στην εν λόγω θέση δικαστή.
22 Στο ανωτέρω πλαίσιο, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες, αφενός, ως προς τη συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης της διαδικασίας διορισμού της δικαστή S. C., μεταξύ άλλων λαμβανομένων υπόψη της σύνθεσης και του ρόλου του KRS στην εν λόγω διαδικασία και της έλλειψης αποτελεσματικής προσφυγής των μετεχόντων στην εν λόγω διαδικασία κατά του διορισμού της. Οι αμφιβολίες του επί του ζητήματος απορρέουν, αφενός, από τη νομολογία του Trybunał Konstytucyjny (Συνταγματικού Δικαστηρίου, Πολωνία) σύμφωνα με την οποία είναι απαράδεκτη η αίτηση εξαίρεσης δικαστή η οποία στηρίζεται σε πλημμέλειες κατά τη διαδικασία διορισμού του και από τις διατάξεις του εθνικού δικαίου δυνάμει των οποίων η εξέταση της νομιμότητας του διορισμού των δικαστών εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του τμήματος εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται επίσης στη νομολογία του Trybunał Konstytucyjny (Συνταγματικού Δικαστηρίου), που απορρέει από την απόφασή της 14ης Ιουλίου 2021, στην υπόθεση P 7/20, με την οποία το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 279 ΣΛΕΕ, δεν συμβιβάζεται με την πολωνική έννομη τάξη, στο μέτρο που οι διατάξεις αυτές επιτρέπουν στο Δικαστήριο να επιβάλλει «ultra vires υποχρεώσεις» στη Δημοκρατία της Πολωνίας, διατάσσοντας προσωρινά μέτρα σχετικά με την οργάνωση και την αρμοδιότητα των πολωνικών δικαστηρίων και τη διαδικασία ενώπιόν τους.
23 Ως προς το ζήτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει, πρώτον, ότι το KRS αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, ουσιώδες όργανο για την αυτονομία της δικαστικής εξουσίας, το οποίο έχει ως αποστολή να διασφαλίζει την ανεξαρτησία των δικαστών και των δικαστηρίων. Κατά συνέπεια, η σύνθεση και η λειτουργία του οργάνου αυτού πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπει το Σύνταγμα, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι προτάσεις διορισμού σε θέση δικαστή τις οποίες αυτό υποβάλλει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας προέρχονται από όργανο ανεξάρτητο και αντιπροσωπευτικό του δικαστικού σώματος. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, υπό τη νέα του σύνθεση την οποία προβλέπει ο νόμος περί του KRS, το KRS συγκροτείται κατά παραβίαση των θεμελιωδών συνταγματικών αρχών του πολωνικού δικαίου και των αξιών του κράτους δικαίου τις οποίες κατοχυρώνει το δίκαιο της Ένωσης. Ειδικότερα, η εκλογή των δεκαπέντε μελών του KRS που έχουν την ιδιότητα του δικαστή από τη Δίαιτα και όχι από τους ίδιους τους δικαστές έχει ως αποτέλεσμα απώλεια της αυτονομίας της δικαστικής εξουσίας και πρόδηλη εξάρτηση του οργάνου αυτού από τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία. Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι οι διαπιστώσεις αυτές επιβεβαιώθηκαν ρητώς από το Naczelny Sąd Administracyjny (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο), από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και από το ίδιο το Δικαστήριο, τα οποία έχουν όλα επισημάνει ότι το KRS δεν παρέχει, υπό τη νέα σύνθεσή του, τα εχέγγυα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας που απαιτούνται, μεταξύ άλλων, από το δίκαιο της Ένωσης.
24 Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η εξέταση των προσφυγών κατά των πορισμάτων του KRS με τα οποία προτείνεται διορισμός σε θέση δικαστή έχει ανατεθεί στο τμήμα έκτακτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων, το οποίο απαρτίζεται αποκλειστικά από πρόσωπα διορισμένα κατόπιν διαδικασίας διορισμού διεξαχθείσας από το KRS υπό τη νέα του σύνθεση. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων παρέχει τα εχέγγυα που απαιτούνται για ένα «δικαστήριο που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως». Πλην όμως, ελλείψει οποιασδήποτε άλλης πραγματικής δυνατότητας αμφισβήτησης της νομιμότητας της διαδικασίας αυτής, η απουσία αποτελεσματικής προσφυγής θα μπορούσε να δημιουργήσει, κατά συστημικό τρόπο, εύλογες αμφιβολίες όσον αφορά την ανεξαρτησία και την αμεροληψία των δικαστών που έχουν διοριστεί με τη διαδικασία αυτή.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sąd Rejonowy Poznań-Stare Miasto w Poznaniu (επαρχιακό δικαστήριο Poznań-Stare Miasto) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχουν το άρθρο 2 και το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, καθώς και το άρθρο 6, παράγραφοι 1 έως 3, ΣΕΕ, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του [Χάρτη] την έννοια ότι δεν αποτελεί δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης δικαστήριο στη σύνθεση του οποίου μετέχει πρόσωπο διορισθέν σε θέση δικαστή κατόπιν διαδικασίας στην οποία:
α) η επιλογή του προσώπου που προτείνεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας για διορισμό σε θέση δικαστή γίνεται από το [KRS], υπό την παρούσα σύνθεσή του, που επελέγη κατά τρόπο αντιβαίνοντα στις συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις του πολωνικού δικαίου, δεν αποτελεί ανεξάρτητη αρχή και δεν μετέχουν σε αυτό εκπρόσωποι του δικαστικού σώματος διορισθέντες κατά τρόπο ανεξάρτητο από την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία, με συνέπεια να μην έχει διατυπώσει νομίμως την πρόταση διορισμού σε θέση δικαστή, όπως προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο·
β) οι συμμετέχοντες στον διαγωνισμό για την πλήρωση θέσεων δικαστών δεν είχαν δικαίωμα άσκησης ένδικης προσφυγής, κατά την έννοια του άρθρου 2 και του άρθρου 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ και του άρθρου 6, παράγραφοι 1 έως 3, ΣΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του [Χάρτη];
2) Έχουν το άρθρο 2 και το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, την έννοια ότι, σε περίπτωση κατά την οποία στη σύνθεση του δικαστηρίου μετέχει πρόσωπο διορισθέν υπό τις συνθήκες που εκτέθηκαν στο πρώτο ερώτημα:
α) αντιτίθενται στην εφαρμογή διατάξεων του εθνικού δικαίου οι οποίες αναθέτουν τον έλεγχο της νομιμότητας του διορισμού τέτοιου προσώπου σε θέση δικαστή στην αποκλειστική αρμοδιότητα [του τμήματος εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων], το οποίο αποτελείται αποκλειστικά από πρόσωπα που διορίσθηκαν σε θέση δικαστή υπό τις συνθήκες που εκτέθηκαν [στο πρώτο ερώτημα], και οι οποίες επιβάλλουν ταυτόχρονα την άνευ εξετάσεως απόρριψη των αιτιάσεων σχετικά με τον διορισμό των δικαστών λαμβανομένου υπόψη του θεσμικού πλαισίου και της εν γένει οικονομίας του συστήματος·
β) επιβάλλουν, προκειμένου να διασφαλισθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του ευρωπαϊκού δικαίου, ερμηνεία του εθνικού δικαίου κατά τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο επίσης τη δυνατότητα να εξαιρεί αυτεπαγγέλτως τέτοιο πρόσωπο από την εξέταση υπόθεσης, δυνάμει της κατ’ αναλογία εφαρμογής των διατάξεων περί εξαίρεσης δικαστή ο οποίος κωλύεται να ασκήσει τα δικαστικά του καθήκοντα (εκ του νόμου εξαίρεση δικαστή, iudex inhabilis)·
γ) επιβάλλουν στο εθνικό δικαστήριο, προς τον σκοπό της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και της επίτευξης της πρακτικής αποτελεσματικότητάς του, να μη λάβει υπόψη απόφαση του εθνικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, κατά το μέτρο που με αυτήν κρίνεται ότι δεν συνάδει με το εθνικό δίκαιο η εξέταση της αιτήσεως εξαιρέσεως δικαστή στο πλαίσιο της οποίας προβάλλονται πλημμέλειες της διαδικασίας διορισμού του λόγω μη τήρησης των απαιτήσεων [του δικαίου της Ένωσης] περί ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως, κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του [Χάρτη]·
δ) επιβάλλουν στο εθνικό δικαστήριο, προς τον σκοπό της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και της επίτευξης της πρακτικής αποτελεσματικότητάς του, να μη λάβει υπόψη απόφαση του εθνικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, εάν αυτή κωλύει την εφαρμογή διάταξης ασφαλιστικών μέτρων του Δικαστηρίου […] με την οποία διατάσσεται η αναστολή της εφαρμογής των εθνικών διατάξεων που δεν επιτρέπουν τον εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου έλεγχο της τήρησης των απαιτήσεων του δικαίου της Ένωσης περί ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως, κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του [Χάρτη];»
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
26 Η διαδικασία επί της υπό κρίση υποθέσεως ανεστάλη μέχρι την έκδοση αποφάσεως στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑181/21 και C‑269/21 και, στη συνέχεια, επαναλήφθηκε με αποφάσεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Μαρτίου 2022 και της 11ης Ιανουαρίου 2024, αντιστοίχως.
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
27 H Prokuratura Okręgowa w Poznaniu (περιφερειακή εισαγγελία Πόζναν, Πολωνία) προβάλλει αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, υποστηρίζοντας, εν συνόψει, ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την οργάνωση της δικαιοσύνης, ήτοι τομέα ο οποίος δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ένωσης.
28 Υπενθυμίζεται επ’ αυτού ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, ναι μεν η οργάνωση της δικαιοσύνης στα κράτη μέλη εμπίπτει στην αρμοδιότητά τους, πλην όμως τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά την άσκηση της ως άνω αρμοδιότητας, να τηρούν τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης, όπερ μπορεί να ισχύει, μεταξύ άλλων, όσον αφορά εθνικούς κανόνες που διέπουν την έκδοση των αποφάσεων διορισμού των δικαστών και, ενδεχομένως, κανόνες σχετικούς με τον δικαστικό έλεγχο ο οποίος ασκείται στο πλαίσιο τέτοιων διαδικασιών διορισμού [αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2021, W.Ż. (Τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου – Διορισμός), C‑487/19, EU:C:2021:798, σκέψη 75 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, της 22ας Μαρτίου 2022, Prokurator Generalny (Πειθαρχικό τμήμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου – Διορισμός), C‑508/19, EU:C:2022:201, σκέψη 56, και της 6ης Μαρτίου 2025, D. K. (Αφαίρεση υποθέσεων από δικαστή), C‑647/21 και C‑648/21, EU:C:2025:143, σκέψη 42].
29 Επιπλέον, η ένσταση της περιφερειακής εισαγγελίας του Πόζναν αφορά, κατ’ ουσίαν, το ίδιο το περιεχόμενο των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης τις οποίες αφορούν τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα και, ως εκ τούτου, την ερμηνεία των διατάξεων αυτών. Η ερμηνεία, όμως, των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης εμπίπτει προδήλως στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ [πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, W.Ż. (Τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου – Διορισμός), C‑487/19, EU:C:2021:798, σκέψη 76 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
30 Συνεπώς, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
Επί του παραδεκτού
31 Η περιφερειακή εισαγγελία Πόζναν υποστηρίζει, κατά πρώτον, ότι τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα είναι υποθετικά, διότι το αιτούν δικαστήριο δεν εκθέτει κανένα στοιχείο ικανό να καταδείξει ότι η δικαστής S. C. δεν παρείχε εχέγγυα ανεξαρτησίας ή ότι διορίστηκε παρατύπως.
32 Ως προς το ζήτημα αυτό, επισημαίνεται ότι τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα έχουν ως σκοπό, αφενός, να παράσχουν στο αιτούν δικαστήριο τη δυνατότητα να εκτιμήσει αν η εθνική ρύθμιση που διέπει τον διορισμό των δικαστών, και ειδικότερα τον διορισμό της δικαστή αυτής, συμβιβάζεται προς το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη. Αφετέρου, με τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα ζητείται να διευκρινιστεί αν οι εν λόγω διατάξεις αντιτίθενται σε νομοθεσία κράτους μέλους και σε νομολογία του συνταγματικού δικαστηρίου του βάσει των οποίων ο έλεγχος της νομιμότητας του διορισμού ενός δικαστή στο πλαίσιο διαδικασίας εξαίρεσης για λόγους που αφορούν τις συνθήκες διορισμού του εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα οργάνου το οποίο, όπως το τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων, δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ.
33 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα ανωτέρω επιχειρήματα της περιφερειακής εισαγγελίας Πόζναν ως προς τα εχέγγυα ανεξαρτησίας που παρέχει η δικαστής S. C. σχετίζονται, κατ’ ουσίαν, με το περιεχόμενο και, ως εκ τούτου, με την ερμηνεία των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης τις οποίες αφορούν τα προδικαστικά ερωτήματα, καθώς και τα αποτελέσματα που ενδέχεται να παράγουν οι διατάξεις αυτές. Επομένως, τα εν λόγω επιχειρήματα, τα οποία αφορούν την ουσία των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων, δεν μπορούν, ως εκ της φύσεώς τους, να συνεπάγονται το απαράδεκτο των ερωτημάτων αυτών [απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, W.Ż. (Τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου – Διορισμός), C‑487/19, EU:C:2021:798, σκέψη 90 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
34 Επομένως, τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα δεν μπορούν να θεωρηθούν υποθετικά.
35 Κατά δεύτερον, η περιφερειακή εισαγγελία Πόζναν υποστηρίζει ότι το αιτούν δικαστήριο δεν τήρησε την υποχρέωση που προβλέπει το άρθρο 94, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όσον αφορά την έκθεση των λόγων που το οδήγησαν να υποβάλει ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των συγκεκριμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, καθώς και της κατά τη γνώμη του σχέσεως μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοστέας στη διαφορά της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας.
36 Ως προς το ζήτημα αυτό, διαπιστώνεται ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως περιέχει όλες τις πληροφορίες που απαιτεί το άρθρο 94, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, και ιδίως το περιεχόμενο των επίμαχων στην κύρια δίκη εθνικών διατάξεων, τους λόγους που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει στο Δικαστήριο ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης τις οποίες αφορούν τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα, καθώς και την κατά τη γνώμη του σχέση μεταξύ των διατάξεων αυτών και των εθνικών διατάξεων, και ότι, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του όλα τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να αποφανθεί επί των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων.
37 Συνεπώς, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
38 Από το σκεπτικό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει, αφενός, ότι τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν, κατ’ ουσίαν, την ερμηνεία της αρχής της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας των δικαστηρίων η οποία απορρέει από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 47 του Χάρτη και, αφετέρου, ότι, όπως εκτίθεται στη σκέψη 15 της παρούσας απόφασης, η υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας υποβλήθηκε η επίμαχη στην κύρια δίκη αίτηση εξαίρεσης αφορά ιδίως την πολωνική νομοθεσία μεταφοράς της οδηγίας 2011/7. Ως εκ τούτου, η διαφορά της κύριας δίκης εμπίπτει όχι μόνο στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, αλλά επίσης και σε εκείνο του άρθρου 47 του Χάρτη.
39 Υπό τις συνθήκες αυτές, τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να εξεταστούν μόνον υπό το πρίσμα του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη, χωρίς να είναι αναγκαία η ερμηνεία και του άρθρου 6, παράγραφοι 1 και 3, ΣΕΕ, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο δεν εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει την τελευταία αυτή διάταξη.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
40 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο πρέπει να εξεταστεί πρώτο, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 47 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στη νομοθεσία κράτους μέλους και στη νομολογία του συνταγματικού δικαστηρίου του δυνάμει των οποίων, στο πλαίσιο διαδικασίας εξαίρεσης για λόγους που αφορούν τις συνθήκες διορισμού του εξαιρούμενου δικαστή, η εξέταση της αίτησης εξαίρεσης εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα οργάνου όπως το τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων και αποκλείεται κάθε εξέταση από το όργανο αυτό της νομιμότητας του διορισμού του συγκεκριμένου δικαστή, καθώς και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, αν, προκειμένου να διαφυλαχθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεων αυτών, το εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της αίτησης εξαιρέσεως υποχρεούται να εφαρμόσει, κατ’ αναλογίαν, τις εθνικές διατάξεις περί εξαίρεσης δικαστή ο οποίος κωλύεται να ασκήσει τα δικαστικά του καθήκοντα.
41 Επισημαίνεται προκαταρκτικώς ότι, όπως υπενθυμίζεται, εν συνόψει, στη σκέψη 28 της παρούσας απόφασης, μολονότι η οργάνωση της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών, ιδίως δε η ίδρυση, η σύνθεση, οι αρμοδιότητες και η λειτουργία των εθνικών δικαστηρίων, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου ελέγχου της νομιμότητας του διορισμού των δικαστών, εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, εντούτοις, κατά την άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης και ιδίως από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ.
42 Ως προς το ζήτημα αυτό, η μνημονευόμενη στο άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία απορρέει από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και έχει κατοχυρωθεί με τα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), και, πλέον, με το άρθρο 47 του Χάρτη [αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Euro Box Promotion κ.λπ., C‑357/19, C‑379/19, C‑547/19, C‑811/19 και C‑840/19, EU:C:2021:1034, σκέψη 219 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, της 11ης Μαΐου 2023, Inspecţia Judiciară, C‑817/21, EU:C:2023:391, σκέψη 40, και της 8ης Μαΐου 2024, Asociaţia «Forumul Judecătorilor din România» (Ενώσεις δικαστικών λειτουργών), C‑53/23, EU:C:2024:388, σκέψη 35].
43 Εξάλλου, στον βαθμό που ο Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε εκείνα που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ, το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη αποσκοπεί στη διασφάλιση της αναγκαίας συνοχής μεταξύ των δικαιωμάτων που περιλαμβάνονται σε αυτόν και των αντίστοιχων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ, χωρίς αυτό να θίγει την αυτονομία του δικαίου της Ένωσης. Επομένως, σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση, το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε ερμηνεία η οποία να διασφαλίζει ένα επίπεδο προστασίας σύμφωνο με εκείνο που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C‑554/21, C‑622/21 και C‑727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, της 1ης Αυγούστου 2025, Dimnev, C‑404/24, EU:C:2025:595, σκέψη 44, και της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, AW «T», C‑225/22, EU:C:2025:649, σκέψη 46).
44 Κατόπιν της διευκρίνισης αυτής, πρέπει να υπομνησθεί ότι κάθε κράτος μέλος οφείλει, βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, να διασφαλίζει ότι τα όργανα τα οποία, ως «δικαστήρια» κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης, καλούνται να αποφανθούν επί ζητημάτων που αφορούν την εφαρμογή ή την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και τα οποία, ως εκ τούτου, εντάσσονται στο εθνικό σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και μέσων στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης πληρούν τις απαιτήσεις περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ανεξαρτησία [αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C‑554/21, C‑622/21 και C‑727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, AW «T», C‑225/22, EU:C:2025:649, σκέψη 47, και της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Έλεγχος ultra vires της νομολογίας του Δικαστηρίου – Υπεροχή του δικαίου της Ένωσης), C‑448/23, EU:C:2025:975, σκέψη 107].
45 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο καλείται να εξετάσει την αίτηση εξαίρεσης ενός δικαστή για τον λόγο ότι ο διορισμός του δεν ήταν έγκυρος. Εντούτοις, οι διατάξεις του πολωνικού δικαίου, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Trybunał Konstytucyjny (Συνταγματικό Δικαστήριο), προβλέπουν ότι ο έλεγχος της νομιμότητας του διορισμού του εξαιρούμενου δικαστή εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του τμήματος εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων και, επομένως, δυνάμει του πολωνικού δικαίου και της νομολογίας του πολωνικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, το αιτούν δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί το ίδιο στον εν λόγω έλεγχο νομιμότητας και υποχρεούται να παραπέμψει το ζήτημα στο τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων. Εξάλλου, η αποκλειστική αυτή αρμοδιότητα παραμένει περιορισμένη, κατά το μέτρο που, σύμφωνα με το άρθρο 26, παράγραφος 3, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων δεν εξετάζει αίτηση που υποβάλλεται δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 26 εάν αυτή αφορά τη διαπίστωση ή την εκτίμηση της νομιμότητας του διορισμού δικαστή.
46 Ως προς το ζήτημα αυτό, μετά την υποβολή της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε, εν συνόψει, στις σκέψεις 201 και 386 της απόφασης της 5ης Ιουνίου 2023, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία και ιδιωτική ζωή των δικαστών) (C‑204/21, EU:C:2023:442), ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ εθνικούς κανόνες που απαγορεύουν, επ’ απειλή επιβολής πειθαρχικών κυρώσεων, στα εθνικά δικαστήρια να εξακριβώνουν αν τα ίδια ή οι δικαστές που τα απαρτίζουν ή άλλοι δικαστές ή δικαστήρια πληρούν τις απαιτήσεις που απορρέουν το δίκαιο της Ένωσης περί ανεξαρτησίας, αμεροληψίας και προηγούμενης σύστασης από τον νόμο των οικείων δικαστηρίων και δικαστών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 47 του Χάρτη, καθώς και από την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης.
47 Πράγματι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, το Δικαστήριο δέχθηκε την πρώτη και τη δεύτερη αιτίαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής οι οποίες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, το ζήτημα αν συμβιβάζονταν με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη το άρθρο 42a, παράγραφοι 1 και 2, του ustawa – Prawo o ustroju sądów powszechnych (νόμου περί οργανώσεως των τακτικών δικαστηρίων), της 27ης Ιουλίου 2001 (Dz. U. αριθ. 98, θέση 1070), το οποίο απαγορεύει σε κάθε εθνικό δικαστήριο να ελέγχει την πλήρωση των απαιτήσεων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης και αφορούν τη διασφάλιση ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως, και το άρθρο 107, παράγραφος 1, σημεία 2 και 3, του ίδιου νόμου, βάσει του οποίου μπορεί να χαρακτηριστεί ως πειθαρχικό παράπτωμα η εξέταση της τήρησης των απαιτήσεων αυτών (πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, AW «T», C‑225/22, EU:C:2025:649, σκέψη 60).
48 Ως προς το ζήτημα αυτό, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο κατέληξε στο ως άνω συμπέρασμα αφού επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο 26, παράγραφος 3, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποκλείει τη δυνατότητα του τμήματος εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων να προβεί, κατόπιν παραπομπής σε αυτό, από άλλο δικαιοδοτικό όργανο, αίτησης περί εξαίρεσης δικαστή, σε εξέταση της εν λόγω αιτήσεως, όταν αυτή αφορά τη διαπίστωση ή την εκτίμηση της νομιμότητας του διορισμού δικαστή ή της νομιμοποίησής του για την άσκηση δικαιοδοτικών καθηκόντων [απόφαση της 5ης Ιουνίου 2023, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία και ιδιωτική ζωή των δικαστών), C‑204/21, EU:C:2023:442, σκέψη 198].
49 Το ως άνω συμπέρασμα αιτιολογήθηκε επίσης, εν μέρει, από το γεγονός ότι, κατ’ ουσίαν, οι εθνικές διατάξεις για τις οποίες έγινε λόγος στη σκέψη 46 της παρούσας απόφασης ήταν ικανές, λόγω των απαγορεύσεων και των πειθαρχικών παραπτωμάτων που θεσπίστηκαν έναντι των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) και του συνόλου των τακτικών και διοικητικών δικαστηρίων, να εμποδίσουν τα εν λόγω δικαστήρια να προβούν σε ορισμένες διαπιστώσεις και εκτιμήσεις, στις οποίες οφείλουν εντούτοις να προβούν σε ορισμένες περιπτώσεις δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων που απορρέουν από τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη σχετικά με την εγγύηση περί «ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως» [απόφαση της 5ης Ιουνίου 2023, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία και ιδιωτική ζωή των δικαστών), C‑204/21, EU:C:2023:442, σκέψη 198].
50 Πράγματι, από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ προκύπτει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίζουν αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο στο πλαίσιο του οποίου να επιτρέπεται, εφόσον είναι αναγκαίο, η εξέταση της νομιμότητας της διαδικασίας διορισμού των δικαστών. Η υποχρέωση αυτή απορρέει από την ίδια την απαίτηση περί «δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως», η οποία προϋποθέτει την υπαγωγή της διαδικασίας διορισμού των δικαστών σε εγγυήσεις κατάλληλες για την αποτροπή κάθε προσβολής της ανεξαρτησίας ή της αμεροληψίας τους. Συνεπώς, το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ επιτάσσει ένα εθνικό δικαστήριο, σε ορισμένες περιπτώσεις, να μπορεί να εξακριβώσει αν η πλημμέλεια την οποία ενείχε η διαδικασία διορισμού είναι δυνατόν να είχε ως αποτέλεσμα προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως κατά την έννοια της διάταξης αυτής και του άρθρου 47 του Χάρτη [αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2021, W.Ż. (Τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου – Διορισμός), C‑487/19, EU:C:2021:798, σκέψεις 130 και 131, 152 έως 154 και 159, και της 5ης Ιουνίου 2023, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία και ιδιωτική ζωή των δικαστών), C‑204/21, EU:C:2023:442, σκέψη 131].
51 Επιπλέον, το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ επιβάλλει στα κράτη μέλη σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση επιτεύξεως αποτελέσματος η οποία δεν συνοδεύεται από καμία προϋπόθεση όσον αφορά την ανεξαρτησία που πρέπει να χαρακτηρίζει τα δικαστήρια τα οποία καλούνται να ερμηνεύσουν και να εφαρμόσουν το δίκαιο της Ένωσης. Επομένως, τα εθνικά δικαστήρια τα οποία στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς τους καλούνται να εφαρμόσουν το δίκαιο της Ένωσης υποχρεούνται να διασφαλίσουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των απαιτήσεων του δικαίου της Ένωσης και συνεπώς του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, αφήνοντας, εν ανάγκη, ανεφάρμοστη, κάθε αντίθετη εθνική διάταξη [πρβλ. αποφάσεις της 2ας Μαρτίου 2021, A.B. κ.λπ. (Διορισμός δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο – Προσφυγές), C‑824/18, EU:C:2021:153, σκέψη 146, και της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Euro Box Promotion κ.λπ., C‑357/19, C‑379/19, C‑547/19, C‑811/19 και C‑840/19, EU:C:2021:1034, σκέψη 253 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
52 Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, οποιοδήποτε εθνικό δικαστήριο επιλαμβάνεται αρμοδίως μιας υποθέσεως υπέχει ειδικότερα την υποχρέωση, ως όργανο κράτους μέλους, να αφήνει ανεφάρμοστη κάθε εθνική διάταξη που αντιβαίνει σε διάταξη του δικαίου της Ένωσης η οποία έχει άμεσο αποτέλεσμα στην ενώπιόν του διαφορά [απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Popławski, C‑573/17, EU:C:2019:530, σκέψη 61, και της 6ης Οκτωβρίου 2021, W.Ż. (Τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου – Διορισμός), C‑487/19, EU:C:2021:798, σκέψη 158 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
53 Συνεπώς, σε περίπτωση αποδεδειγμένης παράβασης του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια τα οποία καλούνται, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς τους, να εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης να αφήσουν αυτεπαγγέλτως ανεφάρμοστες τις εθνικές διατάξεις που αντιβαίνουν στο άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ανεξαρτήτως αν είναι νομοθετικής ή συνταγματικής φύσεως, χωρίς να οφείλουν να ζητήσουν ή να αναμείνουν την προηγούμενη εξαφάνιση των διατάξεων αυτών είτε διά της νομοθετικής οδού είτε μέσω οποιασδήποτε άλλης συνταγματικής διαδικασίας [πρβλ. αποφάσεις της 18ης Μαΐου 2021, Asociaţia «Forumul Judecătorilor din România» κ.λπ., C‑83/19, C‑127/19, C‑195/19, C‑291/19, C‑355/19 και C‑397/19, EU:C:2021:393, σκέψεις 247 και 251, και της 22ας Φεβρουαρίου 2022, RS (Αποτέλεσμα των αποφάσεων συνταγματικού δικαστηρίου), C‑430/21, EU:C:2022:99, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
54 Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, ο εθνικός δικαστής που έχει ασκήσει την ευχέρεια που του παρέχει το άρθρο 267, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ οφείλει, εφόσον συντρέχει περίπτωση, να μην εφαρμόζει τις εκτιμήσεις ανώτερου εθνικού δικαστηρίου, περιλαμβανομένου και του συνταγματικού δικαστηρίου, αν κρίνει, υπό το πρίσμα της ερμηνείας που έδωσε το Δικαστήριο, ότι οι εκτιμήσεις αυτές δεν είναι σύμφωνες με το δίκαιο της Ένωσης, αφήνοντας ενδεχομένως ανεφάρμοστο τον εθνικό κανόνα που τον υποχρεώνει να συμμορφώνεται προς τις αποφάσεις του ανώτερου δικαστηρίου. Η λύση αυτή έχει επίσης εφαρμογή όταν τακτικό δικαστήριο δεσμεύεται, δυνάμει εθνικού δικονομικού κανόνα, από απόφαση εθνικού συνταγματικού δικαστηρίου την οποία θεωρεί αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης [πρβλ. απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2022, RS (Αποτέλεσμα των αποφάσεων συνταγματικού δικαστηρίου), C‑430/21, EU:C:2022:99, σκέψεις 75 και 76].
55 Ως προς το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Έλεγχος ultra vires της νομολογίας του Δικαστηρίου – Υπεροχή του δικαίου της Ένωσης) (C‑448/23, EU:C:2025:975, σκέψη 196), ότι, λαμβανομένης υπόψη της ερμηνείας του Συντάγματος στην οποία προέβη το Trybunał Konstytucyjny (Συνταγματικό Δικαστήριο) με την απόφαση της 14ης Ιουλίου 2021, η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 22 της παρούσας απόφασης, η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις αρχές της αυτονομίας, της υπεροχής, της αποτελεσματικότητας και της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.
56 Κατά συνέπεια, ένα πολωνικό δικαστήριο οφείλει να αφήσει ανεφάρμοστες τις εκτιμήσεις που απορρέουν από την απόφαση του Trybunał Konstytucyjny (Συνταγματικού Δικαστηρίου, Πολωνία) της 14ης Ιουλίου 2021, καθόσον αυτή επιβεβαιώνει την απαγόρευση που απευθύνεται σε κάθε εθνικό δικαστήριο να ελέγχει αν ένα άλλο όργανο πληροί τις απαιτήσεις που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης όσον αφορά τη διασφάλιση ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως.
57 Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων που εκτίθενται στις σκέψεις 41 έως 56 της παρούσας απόφασης, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, στην οποία το αιτούν δικαστήριο έχει επιληφθεί αίτησης εξαίρεσης δικαστή για λόγους που αφορούν τις συνθήκες διορισμού του, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να μην εφαρμόσει την πολωνική ρύθμιση, όπως αυτή ερμηνεύεται ιδίως από το Trybunał Konstytucyjny (Συνταγματικό Δικαστήριο), η οποία του απαγορεύει να εξετάσει τη νομιμότητα του διορισμού αυτού και το υποχρεώνει να παραπέμψει την αίτηση εξαίρεσης στο τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων, προκειμένου αυτό να προβεί στην εξέταση της νομιμότητας του διορισμού και, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, να αποφασίσει την εξαίρεση του δικαστή.
58 Επιβάλλεται, ωστόσο, η παρατήρηση ότι από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, και ιδίως τις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, προκύπτει ότι, στην Πολωνία, οι παράτυποι διορισμοί σε θέσεις δικαστή έχουν συστημικό χαρακτήρα. Πράγματι, από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι περισσότεροι από 3 000 δικαστές, ήτοι περίπου το 30 % των δικαστών του εν λόγω κράτους μέλους, έχουν διοριστεί κατόπιν προτάσεως του KRS υπό τη νέα του σύνθεση, χωρίς οι υποψήφιοι που απορρίφθηκαν στο πλαίσιο των διαδικασιών διορισμού να έχουν αποτελεσματική προσφυγή κατά των πορισμάτων του KRS. Επιπλέον, έχει ήδη κριθεί, με πολλές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του ίδιου του Δικαστηρίου, ότι πολλές πτυχές της μεταρρύθμισης αυτής δεν πληρούν τις απαιτήσεις που απορρέουν, αντιστοίχως, από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ και από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη.
59 Ως προς το ζήτημα αυτό, όπως εκτίθεται, κατ’ ουσίαν, στη σκέψη 44 της παρούσας απόφασης, το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ επιβάλλει σε κάθε κράτος μέλος να θεσπίζει και να διατηρεί ένα δικαστικό σύστημα ικανό να διασφαλίζει ότι τα δικαιοδοτικά όργανα που υπάγονται σε αυτό και είναι αρμόδια να αποφαίνονται επί προσφυγών στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης πληρούν της απαιτήσεις περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η απαίτηση περί ανεξαρτησίας.
60 Πλην όμως, λαμβανομένου υπόψη του συστημικού χαρακτήρα των παράτυπων διορισμών, μια κατά περίπτωση εκτίμηση της τήρησης της απαίτησης περί «δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως», στο πλαίσιο διαδικασιών εξαίρεσης για λόγους που αφορούν τις συνθήκες διορισμού των εξαιρούμενων δικαστών, δεν αρκεί, κατ’ αρχήν, προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης τήρηση της απαίτησης που απορρέει από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, να εξετάζονται οι υποθέσεις που εμπίπτουν στο δίκαιο της Ένωσης από ανεξάρτητα δικαστήρια.
61 Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο λαμβανομένου υπόψη ότι η ύπαρξη συστημικών ή γενικευμένων προσβολών της ανεξαρτησίας της εθνικής δικαστικής εξουσίας λόγω τέτοιων παράτυπων διορισμών είναι επίσης ικανή να θίξει την ομαλή λειτουργία της διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής η οποία αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του συστήματος που θεσπίζεται με τις Συνθήκες προκειμένου τα εθνικά δικαστήρια να έχουν τη δυνατότητα να διασφαλίζουν την αποτελεσματική δικαστική προστασία των δικαιωμάτων τα οποία αντλούν οι ιδιώτες από το δίκαιο της Ένωσης (απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Royal Football Club Seraing, C‑600/23, EU:C:2025:617, σκέψη 77 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), δεδομένου ότι τέτοιες προσβολές θίγουν σοβαρά την ενότητα, τη συνοχή και την πλήρη αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης.
62 Εξάλλου, επιβάλλεται επίσης η παρατήρηση ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αποφαινόμενο σύμφωνα με τη διαδικασία της πιλοτικής απόφασης, έκρινε με την απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2023, Wałęsa κατά Πολωνίας (CE:ECHR:2023:1123JUD005084921), εν συνόψει, ότι τα αλληλένδετα συστημικά προβλήματα απαιτούν τη λήψη από το πολωνικό κράτος νομοθετικών και άλλων κατάλληλων μέτρων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης που συνδέονται με τις μεταρρυθμίσεις στο κράτος αυτό.
63 Κατά συνέπεια, προκειμένου, αφενός, να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη του κοινού στο δικαστικό σύστημα και να διασφαλιστεί η τήρηση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών και, αφετέρου, να εξασφαλιστεί η συνέχεια και η αποτελεσματικότητα της λειτουργίας της δικαιοσύνης, συμπεριλαμβανομένης της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής την οποία προβλέπει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, εναπόκειται στην εθνική έννομη τάξη, δυνάμει του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, να θεσπίσει κανονιστικό πλαίσιο το οποίο επιτρέπει, λαμβανομένων υπόψη της φύσης και της σοβαρότητας των πλημμελειών κατά τη διαδικασία διορισμού των δικαστών, την εκτίμηση του κατά πόσον τα πρόσωπα που διορίστηκαν παρατύπως σε θέση δικαστή μπορούν να συνεχίσουν να ασκούν τα καθήκοντά τους.
64 Το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ δεν επιβάλλει, ωστόσο, στα κράτη μέλη ένα ενιαίο πρότυπο για τη διασφάλιση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας ή για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο δικαστικό σύστημα την οποία έχει απολέσει το κοινό λόγω συστημικών πλημμελειών κατά τους διορισμούς σε θέσεις δικαστή.
65 Συνεπώς, τα κράτη μέλη έχουν ευρύ περιθώριο εκτίμησης όσον αφορά το περιεχόμενο του θεσπιζόμενου προς τον σκοπό αυτό νομοθετικού πλαισίου, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι αυτό διασφαλίζει, μέσω αντικειμενικών κριτηρίων, ότι μόνο τα διορισθέντα παρατύπως πρόσωπα τα οποία παρέχουν επαρκή εχέγγυα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας μπορούν να συνεχίσουν να ασκούν τα καθήκοντά τους.
66 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, το άρθρο 47 του Χάρτη και η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στη νομοθεσία κράτους μέλους και στη νομολογία του συνταγματικού δικαστηρίου του που την ερμηνεύει οι οποίες παρέχουν αποκλειστική αρμοδιότητα σε ορισμένο όργανο να αποφαίνεται επί αιτήσεως εξαίρεσης δικαστή για λόγους που αφορούν τις συνθήκες διορισμού του, αλλά στερούν το όργανο αυτό από την ευχέρεια να εξετάσει την αίτηση εξαίρεσης αν με αυτήν αμφισβητείται η νομιμότητα της διαδικασίας διορισμού του εν λόγω δικαστή. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβάλλεται τέτοια αίτηση εξαίρεσης να μην εφαρμόσει τη νομοθεσία αυτή, όπως ερμηνεύεται με τη νομολογία του συνταγματικού δικαστηρίου, και να εξετάσει το ίδιο τη νομιμότητα του διορισμού του δικαστή, ελέγχοντας ιδίως αν πληρούται στο πρόσωπό του η απαίτηση περί «δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως», και, εφόσον είναι αναγκαίο, διατάσσοντας την εξαίρεσή του αν οι τυχόν πλημμέλειες τις οποίες ενέχει η διαδικασία διορισμού του συνεπάγονται παράβαση της απαίτησης αυτής.
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
67 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 47 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στον χαρακτηρισμό ως «ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου» ενός μονομελούς δικαστικού σχηματισμού που συγκροτείται από δικαστή ο οποίος διορίστηκε στη θέση του κατόπιν διαδικασίας διορισμού χαρακτηριζόμενης από το ότι, κατά πρώτον, η υποψηφιότητά του προτάθηκε από όργανο που δεν είναι ανεξάρτητο και, κατά δεύτερον, οι λοιποί μετέχοντες στην επίμαχη διαδικασία διορισμού δεν είχαν δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής για να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα του διορισμού του εν λόγω δικαστή.
68 Ως προς το ζήτημα αυτό και όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 42 της παρούσας απόφασης, η μνημονευόμενη στο άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία απορρέει από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και έχει κατοχυρωθεί, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ και, πλέον, με το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη.
69 Οι εγγυήσεις περί προσβάσεως σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, το οποίο έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως, ιδίως δε εκείνες που καθορίζουν την έννοια του δικαστηρίου όπως και τη σύνθεσή του, αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Η εξέταση του ζητήματος αν ένα όργανο, με την εκάστοτε σύνθεσή του, συνιστά τέτοιο δικαστήριο, οσάκις ανακύπτει σοβαρή αμφιβολία επ’ αυτού, είναι αναγκαία για την εμπιστοσύνη την οποία πρέπει να εμπνέουν στους πολίτες τα δικαστήρια μιας δημοκρατικής κοινωνίας [πρβλ. αποφάσεις της 22ας Φεβρουαρίου 2022, Openbaar Ministerie (Δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος), C‑562/21 PPU και C‑563/21 PPU, EU:C:2022:100, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, της 29ης Μαρτίου 2022, Getin Noble Bank, C‑132/20, EU:C:2022:235, σκέψη 113, και της 8ης Μαΐου 2024, Asociaţia «Forumul Judecătorilor din România» (Ενώσεις δικαστικών λειτουργών), C‑53/23, EU:C:2024:388, σκέψη 55].
70 Κατά πάγια νομολογία, οι εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας που απαιτούνται δυνάμει του δικαίου της Ένωσης επιτάσσουν την ύπαρξη κανόνων, ιδίως όσον αφορά τη σύνθεση του οργάνου, τον διορισμό των μελών του, τη διάρκεια της θητείας τους, καθώς και τους λόγους εξαιρέσεως και παύσεως των μελών του, ώστε οι πολίτες να μην έχουν καμία εύλογη αμφιβολία ως προς το ανεπηρέαστο του εν λόγω οργάνου από εξωγενή στοιχεία και ως προς την ουδετερότητά του έναντι των αντικρουόμενων συμφερόντων [αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2021, W.Ż. (Τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου – Διορισμός), C‑487/19, EU:C:2021:798, σκέψη 109, και της 5ης Ιουνίου 2023, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία και ιδιωτική ζωή των δικαστών), C‑204/21, EU:C:2023:442, σκέψη 93 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Έλεγχος ultra vires της νομολογίας του Δικαστηρίου – Υπεροχή του δικαίου της Ένωσης), C‑448/23, EU:C:2025:975, σκέψη 263].
71 Συναφώς, επιβάλλεται οι δικαστές να προφυλάσσονται από εξωγενείς παρεμβάσεις ή πιέσεις δυνάμενες να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία τους. Οι κανόνες οι οποίοι διέπουν το καθεστώς των δικαστών και την άσκηση του λειτουργήματός τους πρέπει, ειδικότερα, να καθιστούν δυνατό να αποκλεισθεί όχι μόνον οποιαδήποτε άμεση άσκηση επιρροής, υπό τη μορφή εντολών, αλλά και πιο έμμεσες μορφές ασκήσεως επιρροής δυνάμενες να κατευθύνουν τις αποφάσεις των οικείων δικαστών, και, ως εκ τούτου, να αποφευχθεί η εντύπωση ότι οι εν λόγω δικαστές δεν είναι ανεξάρτητοι ή αμερόληπτοι, η οποία θα μπορούσε να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη την οποία πρέπει να εμπνέει η δικαιοσύνη στους πολίτες στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας και ενός κράτους δικαίου [απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, W.Ż. (Τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου – Διορισμός), C‑487/19, EU:C:2021:798, σκέψη 110, της 5ης Ιουνίου 2023, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία και ιδιωτική ζωή των δικαστών), C‑204/21, EU:C:2023:442, σκέψη 94 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Έλεγχος ultra vires της νομολογίας του Δικαστηρίου – Υπεροχή του δικαίου της Ένωσης), C‑448/23, EU:C:2025:975, σκέψη 264].
72 Στο ως άνω πλαίσιο, το Δικαστήριο, παραπέμποντας στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έχει κρίνει ότι το δικαίωμα σε «δικαστήριο που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως», μολονότι συνιστά αυτοτελές δικαίωμα, συνδέεται όμως στενότατα με τα εχέγγυα «ανεξαρτησίας» και «αμεροληψίας». Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που χαρακτηρίζει τη λειτουργία ενός κράτους δικαίου, η ανεξαρτησία των δικαστηρίων πρέπει να διασφαλίζεται ιδίως έναντι της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας [πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, W.Ż. (Τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου – Διορισμός), C‑487/19, EU:C:2021:798, σκέψεις 124 και 127 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, της 29ης Μαρτίου 2022, Getin Noble Bank, C‑132/20, EU:C:2022:235, σκέψεις 117 και 118 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Krajowa Rada Sądownictwa (Παραμονή δικαστή σε ενεργό υπηρεσία), C‑718/21, EU:C:2023:1015, σκέψη 47].
73 Επιπλέον, με την απαίτηση περί «δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως», κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης, επιδιώκεται να αποτραπεί το ενδεχόμενο να αφεθεί η οργάνωση του δικαστικού συστήματος στη διακριτική ευχέρεια της εκτελεστικής εξουσίας και να διασφαλιστεί ότι ο τομέας αυτός θα διέπεται από νόμο θεσπιζόμενο από τη νομοθετική εξουσία κατά τρόπο σύμφωνο προς τους κανόνες που διέπουν την άσκηση της αρμοδιότητάς της. Η φράση αυτή απηχεί, μεταξύ άλλων, την αρχή του κράτους δικαίου και αφορά όχι μόνον τη νομική βάση της ίδιας της υπάρξεως του δικαστηρίου, αλλά και τη σύνθεση της έδρας σε κάθε υπόθεση, καθώς και κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου της οποίας η μη τήρηση καθιστά μη νόμιμη τη συμμετοχή ενός ή περισσοτέρων δικαστών στην εξέταση της υποθέσεως, διατάξεις στις οποίες καταλέγονται, ειδικότερα, οι σχετικές με την ανεξαρτησία και την αμεροληψία των μελών του οικείου δικαστηρίου [αποφάσεις της 26ης Μαρτίου 2020, Επανεξέταση Simpson κατά Συμβουλίου και HG κατά Επιτροπής, C‑542/18 RX-II και C‑543/18 RX-II, EU:C:2020:232, σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, της 6ης Οκτωβρίου 2021, W.Ż. (Τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου – Διορισμός), C‑487/19, EU:C:2021:798, σκέψη 129, και της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Έλεγχος ultra vires της νομολογίας του Δικαστηρίου – Υπεροχή του δικαίου της Ένωσης), C‑448/23, EU:C:2025:975, σκέψη 265].
74 Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να διασφαλισθεί ότι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις και οι κανόνες της διαδικασίας για την έκδοση αποφάσεων περί διορισμού δικαστών δεν θα μπορούν να δημιουργήσουν στους πολίτες, μετά τον διορισμό των ενδιαφερομένων, εύλογες αμφιβολίες ως προς το ανεπηρέαστο των δικαστών από εξωγενή στοιχεία και ως προς την ουδετερότητά τους έναντι των αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων. Προς τούτο, επιβάλλεται, ιδίως, οι εν λόγω προϋποθέσεις και κανόνες να έχουν καθορισθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να πληρούνται οι απαιτήσεις που υπενθυμίζονται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης (πρβλ. απόφαση της 29ης Μαρτίου 2022, Getin Noble Bank, C‑132/20, EU:C:2022:235, σκέψη 97 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
75 Όσον αφορά, ειδικότερα, τη διαδικασία διορισμού των δικαστών, το Δικαστήριο, παραπέμποντας στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έχει κρίνει ότι, λαμβανομένων υπόψη των ουσιωδών συνεπειών της εν λόγω διαδικασίας στην προσήκουσα λειτουργία και στη νομιμότητα της δικαστικής εξουσίας σε ένα δημοκρατικό κράτος το οποίο διέπεται από την υπεροχή του δικαίου, η διαδικασία αυτή συνιστά, κατ’ ανάγκην, εγγενές στοιχείο της έννοιας του «δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως», κατά το άρθρο 47 του Χάρτη. Συνεπώς, η ανεξαρτησία ενός δικαστηρίου, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αξιολογείται με βάση, μεταξύ άλλων, τον τρόπο διορισμού των μελών του [πρβλ. αποφάσεις της 22ας Φεβρουαρίου 2022, Openbaar Ministerie (Δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος), C‑562/21 PPU και C‑563/21 PPU, EU:C:2022:100, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, της 29ης Μαρτίου 2022, Getin Noble Bank, C‑132/20, EU:C:2022:235, σκέψη 120, και της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Krajowa Rada Sądownictwa (Παραμονή δικαστή σε ενεργό υπηρεσία), C‑718/21, EU:C:2023:1015, σκέψη 60].
76 Τούτου λεχθέντος, δεν μπορεί κάθε πλημμέλεια δυνάμενη να ανακύψει κατά τη διαδικασία διορισμού δικαστή να δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του συγκεκριμένου δικαστή και, ως εκ τούτου, ως προς την ιδιότητα του δικαστικού σχηματισμού στον οποίο αυτός μετέχει ως «ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως», κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης [αποφάσεις της 29ης Μαρτίου 2022, Getin Noble Bank, C‑132/20, EU:C:2022:235, σκέψη 123, και της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Έλεγχος ultra vires της νομολογίας του Δικαστηρίου – Υπεροχή του δικαίου της Ένωσης), C‑448/23, EU:C:2025:975, σκέψη 267].
77 Κατά πάγια νομολογία, τυχόν πλημμέλεια κατά τον διορισμό των δικαστών εντός του οικείου δικαστικού συστήματος συνιστά παράβαση της απαιτήσεως περί «δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως», ιδίως όταν η πλημμέλεια αυτή είναι τέτοιας φύσεως και σοβαρότητας ώστε να προκαλεί πραγματικό κίνδυνο ασκήσεως αθέμιτης διακριτικής ευχέρειας εκ μέρους άλλων εξουσιών, ιδίως δε της εκτελεστικής, με συνέπεια να υπονομεύεται το αδιάβλητο του αποτελέσματος στο οποίο καταλήγει η διαδικασία διορισμού και να δημιουργείται με τον τρόπο αυτό στους πολίτες εύλογη αμφιβολία ως προς την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του συγκεκριμένου δικαστή ή των συγκεκριμένων δικαστών. Αυτό συμβαίνει οσάκις πρόκειται για θεμελιώδεις κανόνες που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της θέσπισης και της λειτουργίας του εν λόγω δικαιοδοτικού συστήματος [πρβλ. αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2021, W.Ż. (Τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου – Διορισμός), C‑508/19, EU:C:2021:798, σκέψη 130, και της 29ης Ιουλίου 2024, Valančius, C‑119/23, EU:C:2024:653, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
78 Μια διαπίστωση η οποία αφορά την ύπαρξη παράβασης της απαιτήσεως «περί δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως» και τις συνέπειες μιας τέτοιας παράβασης υπόκειται σε συνολική εκτίμηση ορισμένων στοιχείων, τα οποία, εξεταζόμενα από κοινού, συμβάλλουν στη δημιουργία στους πολίτες εύλογων αμφιβολιών ως προς την ανεξαρτησία και την αμεροληψία των δικαστών [αποφάσεις της 22ας Φεβρουαρίου 2022, Openbaar Ministerie (Δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος), C‑562/21 PPU και C‑563/21 PPU, EU:C:2022:100, σκέψη 74 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Έλεγχος ultra vires της νομολογίας του Δικαστηρίου – Υπεροχή του δικαίου της Ένωσης), C‑448/23, EU:C:2025:975, σκέψη 269].
79 Εν προκειμένω, λαμβανομένης υπόψη της διαπίστωσης που έγινε στη σκέψη 57 της παρούσας απόφασης, εναπόκειται σε τελική ανάλυση στο αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί, υπό το πρίσμα του συνόλου των αρχών που υπενθυμίζονται στις σκέψεις 68 έως 75 της παρούσας απόφασης, και αφού διενεργήσει τις αναγκαίες προς τούτο εκτιμήσεις, επί του ζητήματος αν το σύνολο των συνθηκών υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε ο διορισμός της δικαστή S. C. και, ιδίως, οι ενδεχόμενες πλημμέλειες που εμφιλοχώρησαν στη διαδικασία διορισμού της μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα η δικαστής αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως», κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης.
80 Πράγματι, το άρθρο 267 ΣΛΕΕ δεν απονέμει στο Δικαστήριο την αρμοδιότητα να εφαρμόζει τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης σε συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά μόνο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας των Συνθηκών και των πράξεων που θεσπίζουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Πλην όμως, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δύναται, στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας την οποία καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ και βάσει των στοιχείων της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του, να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που θα του ήταν χρήσιμα κατά την εκτίμηση των αποτελεσμάτων των διαφόρων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης [πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, W.Ż. (Τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου – Διορισμός), C‑487/19, EU:C:2021:798, σκέψεις 132 και 133 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
81 Όσον αφορά τα επίμαχα στοιχεία στην κύρια δίκη και ειδικότερα, κατά πρώτον, το ότι η υποψηφιότητα της δικαστή S. C. προτάθηκε από το KRS υπό τη νέα του σύνθεση, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 23 της παρούσας απόφασης, το KRS αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, ουσιώδες όργανο για την αυτονομία της δικαστικής εξουσίας, το οποίο έχει ως αποστολή να διασφαλίζει την ανεξαρτησία των δικαστών και των δικαστηρίων.
82 Πλην όμως, όσον αφορά το KRS υπό τη νέα του σύνθεση, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, αφενός, το γεγονός ότι είχε συντμηθεί η τρέχουσα θητεία ορισμένων από τα μέλη από τα οποία απαρτιζόταν έως τότε το KRS, της οποίας η διάρκεια κατά το άρθρο 187, παράγραφος 3, του Συντάγματος είναι τετραετής, και, αφετέρου, το γεγονός ότι, συνεπεία των τροποποιήσεων του νόμου περί του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου, τα δεκαπέντε μέλη του KRS που έχουν την ιδιότητα του δικαστή, τα οποία εκλέγονταν προηγουμένως από τους συναδέλφους τους, ορίσθηκαν από φορέα της πολωνικής νομοθετικής εξουσίας, με αποτέλεσμα τα 23 από τα 25 μέλη της νέας σύνθεσης του KRS να έχουν οριστεί από την πολωνική εκτελεστική και νομοθετική εξουσία ή να είναι μέλη των εν λόγω εξουσιών, μπορούσαν να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες όσον αφορά την ανεξαρτησία του KRS και τον ρόλο του στη διαδικασία διορισμού που θα οδηγούσε στους διορισμούς σε θέσεις δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) [πρβλ. αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 2021, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Πειθαρχικό καθεστώς των δικαστών), C‑791/19, EU:C:2021:596, σκέψεις 104, 105 και 108, και της 6ης Οκτωβρίου 2021, W.Ż. (Τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου – Διορισμός), C‑487/19, EU:C:2021:798, σκέψεις 146 και 150].
83 Εντούτοις, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το γεγονός ότι το KRS υπό τη νέα του σύνθεση δεν παρέχει επαρκή εχέγγυα ανεξαρτησίας ώστε να μη δημιουργείται καμία εύλογη αμφιβολία ως προς το σύννομο των διαδικασιών διορισμού δικαστών στις οποίες αυτό μετέχει δεν αρκεί, αφ’ εαυτού, για να γίνει δεκτό ότι συντρέχει παράβαση των απαιτήσεων που είναι σύμφυτες με το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 47 του Χάρτη [πρβλ. απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2022, Openbaar Ministerie (Δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος), C‑562/21 PPU και C‑563/21 PPU, EU:C:2022:100, σκέψη 75 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
84 Κατά δεύτερον, όσον αφορά την έλλειψη δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής για τους μετέχοντες στην οικεία διαδικασία διορισμού, δεδομένου ότι αυτοί μπορούν να προσφύγουν μόνον ενώπιον του τμήματος εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων, το οποίο αποτελείται από δικαστές που διορίστηκαν κατόπιν προτάσεως του KRS υπό τη νέα του σύνθεση, υπενθυμίζεται ότι, στη σκέψη 77 της απόφασης της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Krajowa Rada Sądownictwa (Παραμονή δικαστή σε ενεργό υπηρεσία) (C‑718/21, EU:C:2023:1015), το Δικαστήριο έκρινε, στο πλαίσιο της εκτίμησης ως προς το αν το τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων έχει την ιδιότητα του «δικαστηρίου» κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, ότι όλα τα συστημικά και περιστασιακά στοιχεία τα οποία χαρακτήριζαν τον διορισμό, στο όργανο αυτό, των δικαστών που διορίστηκαν αρχικά στο τμήμα αυτό συνεπάγονται ότι το εν λόγω όργανο δεν έχει την ιδιότητα του «ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως», κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη (πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, AW «T», C‑225/22, EU:C:2025:649, σκέψεις 49 και 50).
85 Εξάλλου, σε συνέχεια της απόφασης αυτής, το Δικαστήριο έκρινε, με διάφορες διατάξεις, για τους ίδιους λόγους, απαράδεκτες αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων συγκείμενο, εν όλω ή εν μέρει, από μέλη διορισθέντα υπό τις ίδιες περιστάσεις με τις επίμαχες στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση [διατάξεις της 9ης Απριλίου 2024, T. (Οπτικοακουστικά προγράμματα για παιδιά), C‑22/22, EU:C:2024:313, της 15ης Μαΐου 2024, Rzecznik Finansowy, C‑390/23, EU:C:2024:419, της 29ης Μαΐου 2024, Prokurator Generalny (Πολωνική έκτακτη αναίρεση II), C‑43/22, EU:C:2024:459, της 29ης Μαίου 2024, Rzecznik Praw Obywatelskich (Πολωνική έκτακτη αναίρεση), C‑720/21, EU:C:2024:489, και της 21ης Ιουνίου 2024, Kancelaria B., C‑810/23, EU:C:2024:543].
86 Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, κατά τον χρόνο του διορισμού της δικαστή S. C., ενόσω μπορούσε να ασκηθεί η προσφυγή ενώπιον του τμήματος εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων, το σύνολο των δικαστών του τμήματος αυτού είχαν διοριστεί υπό τις συνθήκες που εξέτασε το Δικαστήριο με την απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Krajowa Rada Sądownictwa (Παραμονή δικαστή σε ενεργό υπηρεσία) (C‑718/21, EU:C:2023:1015), καταλήγοντας στο συμπέρασμα, το οποίο υπενθυμίζεται στη σκέψη 84 της παρούσας απόφασης, ότι το τμήμα αυτό δεν έχει την ιδιότητα του «ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως».
87 Συνεπώς, υπό την επιφύλαξη των εκτιμήσεων στις οποίες οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, η προσφυγή που μπορούσε να ασκηθεί ενώπιον του τμήματος εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αποτελεσματική, δεδομένου ότι θα είχε ασκηθεί ενώπιον δικαστηρίου του οποίου τα μέλη δεν πληρούσαν την απαίτηση περί «δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως», κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ερμηνευόμενου σε συνδυασμό με το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη.
88 Όσον αφορά το ζήτημα αν η έλλειψη δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής για τους μετέχοντες στην οικεία διαδικασία διορισμού αρκεί, αφ’ εαυτής, για να γίνει δεκτό ότι ο συγκεκριμένος δικαστής δεν αποτελεί δικαστήριο που έχει «προηγουμένως συσταθεί νομίμως», κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ερμηνευόμενου σε συνδυασμό με το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, το Δικαστήριο έχει βεβαίως κρίνει ότι το ενδεχόμενο να μην υφίσταται δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος στο πλαίσιο διαδικασίας διορισμού σε θέσεις δικαστών εθνικού ανωτάτου δικαστηρίου μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να μην αποδεικνύεται προβληματικό υπό το πρίσμα των απαιτήσεων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης, ειδικότερα δε από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ. Εντούτοις, δεν ισχύει το ίδιο σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων που χαρακτηρίζουν μια τέτοια διαδικασία σε συγκεκριμένο εθνικό νομικό και πραγματικό πλαίσιο, ιδίως δε οι συνθήκες της αιφνίδιας καταργήσεως των υφισταμένων μέχρι τούδε δυνατοτήτων ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος, δύνανται να προκαλέσουν στους πολίτες αμφιβολίες συστημικής φύσεως ως προς την ανεξαρτησία και το ανεπηρέαστο των δικαστών οι οποίοι διορίζονται κατά το πέρας της διαδικασίας αυτής [πρβλ. αποφάσεις της 2ας Μαρτίου 2021, A.B. κ.λπ. (Διορισμός δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο – Προσφυγές), C‑824/18, EU:C:2021:153, σκέψη 129].
89 Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί εν προκειμένω ότι μια τέτοια προσφυγή κατά του διορισμού της S. C. ως δικαστή αρκεί, αυτή καθ’ εαυτήν, προκειμένου να διαταχθεί η εξαίρεσή της.
90 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εκτιμηθεί αν από τις δύο περιστάσεις τις οποίες αφορά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, εξεταζόμενες από κοινού, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εν λόγω δικαστής δεν πληροί την απαίτηση περί «δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως», κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ερμηνευόμενου σε συνδυασμό με το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη.
91 Ως προς το ζήτημα αυτό, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 63 των προτάσεών του και όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, προκειμένου να εκτιμηθεί αν οι δικαστές πληρούν τις απαιτήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας και συνιστούν «δικαστήριο που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως» κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, πρέπει όχι μόνο να εξετάζονται τα στοιχεία που σχετίζονται με τη διαδικασία διορισμού, αλλά και να λαμβάνονται υπόψη και άλλα κρίσιμα στοιχεία του ευρύτερου πλαισίου, μέσω της διεξαγωγής σφαιρικής εκτιμήσεως των συνολικών περιστάσεων του διορισμού [πρβλ. απόφαση της 2ας Μαρτίου 2021, A.B. κ.λπ. (Διορισμός δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο – Προσφυγές), C‑824/18, EU:C:2021:153, σκέψη 132].
92 Όπως προκύπτει από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, κατά πρώτον, η δικαστής S. C. ασκούσε καθήκοντα κύριας βοηθού δικαστή του Sąd Okręgowy w Poznaniu (περιφερειακού δικαστηρίου Πόζναν). Κατά δεύτερον, το συμβούλιο διοίκησης του περιφερειακού αυτού δικαστηρίου και η συνέλευση των εκπροσώπων των δικαστών των επαρχιακών δικαστηρίων της περιφέρειάς του εξέδωσαν θετική γνωμοδότηση για την υποψηφιότητά της. Κατά τρίτον, οι λοιποί υποψήφιοι στη διαδικασία διορισμού δεν αμφισβήτησαν τον διορισμό της. Κατά τέταρτον, το αιτούν δικαστήριο δεν ανέφερε καμία άλλη κρίσιμη ένδειξη η οποία να αφορά τις περιστάσεις του διορισμού της η οποία θα μπορούσε, στο πλαίσιο της εξέτασης για την οποία έγινε λόγος στη σκέψη 91 της παρούσας απόφασης, να συμβάλει στη δημιουργία εύλογων αμφιβολιών στους πολίτες ως προς το ανεπηρέαστο της εν λόγω δικαστή από εξωγενή στοιχεία.
93 Επομένως, υπό την επιφύλαξη του ελέγχου στον οποίο οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, δεν φαίνεται να μπορεί να διαπιστωθεί εν προκειμένω η συνδρομή άλλης πραγματικής και νομικής περίστασης ικανής να θέσει υπό αμφισβήτηση την ανεξαρτησία ή την αμεροληψία της δικαστή αυτής.
94 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 47 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στον χαρακτηρισμό ως «ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου» ενός μονομελούς δικαστικού σχηματισμού που συγκροτείται από δικαστή ο οποίος διορίστηκε στη θέση του κατόπιν διαδικασίας διορισμού χαρακτηριζόμενης από το ότι, κατά πρώτον, η υποψηφιότητά του προτάθηκε από όργανο που δεν παρέχει επαρκή εχέγγυα ανεξαρτησίας ώστε να μη δημιουργείται καμία εύλογη αμφιβολία στους πολίτες ως προς το σύννομο των διαδικασιών διορισμού δικαστών στις οποίες το όργανο αυτό μετέχει και, κατά δεύτερον, οι λοιποί μετέχοντες στην επίμαχη διαδικασία διορισμού δεν είχαν δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής, εφόσον δεν συντρέχουν άλλα κρίσιμα στοιχεία σχετικά με το πλαίσιο στο οποίο εντασσόταν η διαδικασία διορισμού τα οποία να είναι τέτοιας φύσης και σοβαρότητας ώστε, συνολικώς εξεταζόμενα, να είναι ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ανεξαρτησία ή την αμεροληψία του εν λόγω δικαστή.
Επί των δικαστικών εξόδων
95 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης
έχουν την έννοια ότι:
αντιτίθενται στη νομοθεσία κράτους μέλους και στη νομολογία του συνταγματικού δικαστηρίου του που την ερμηνεύει οι οποίες παρέχουν αποκλειστική αρμοδιότητα σε ορισμένο όργανο να αποφαίνεται επί αιτήσεως εξαίρεσης δικαστή για λόγους που αφορούν τις συνθήκες διορισμού του, αλλά στερούν το όργανο αυτό από την ευχέρεια να εξετάσει την αίτηση εξαίρεσης αν με αυτήν αμφισβητείται η νομιμότητα της διαδικασίας διορισμού του εν λόγω δικαστή. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβάλλεται τέτοια αίτηση εξαίρεσης να μην εφαρμόσει τη νομοθεσία αυτή, όπως ερμηνεύεται με τη νομολογία του συνταγματικού δικαστηρίου, και να εξετάσει το ίδιο τη νομιμότητα του διορισμού του δικαστή, ελέγχοντας ιδίως αν πληρούται στο πρόσωπό του η απαίτηση περί «δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως», και, εφόσον είναι αναγκαίο, διατάσσοντας την εξαίρεσή του αν οι τυχόν πλημμέλειες τις οποίες ενέχει η διαδικασία διορισμού του συνεπάγονται παράβαση της απαίτησης αυτής.
2) Το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
έχουν την έννοια ότι:
δεν αντιτίθενται στον χαρακτηρισμό ως «ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου» ενός μονομελούς δικαστικού σχηματισμού που συγκροτείται από δικαστή ο οποίος διορίστηκε στη θέση του κατόπιν διαδικασίας διορισμού χαρακτηριζόμενης από το ότι, κατά πρώτον, η υποψηφιότητά του προτάθηκε από όργανο που δεν παρέχει επαρκή εχέγγυα ανεξαρτησίας ώστε να μη δημιουργείται καμία εύλογη αμφιβολία στους πολίτες ως προς το σύννομο των διαδικασιών διορισμού δικαστών στις οποίες το όργανο αυτό μετέχει και, κατά δεύτερον, οι λοιποί μετέχοντες στην επίμαχη διαδικασία διορισμού δεν είχαν δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής, εφόσον δεν συντρέχουν άλλα κρίσιμα στοιχεία σχετικά με το πλαίσιο στο οποίο εντασσόταν η διαδικασία διορισμού τα οποία να είναι τέτοιας φύσης και σοβαρότητας ώστε, συνολικώς εξεταζόμενα, να είναι ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ανεξαρτησία ή την αμεροληψία του εν λόγω δικαστή.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική.