ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 15ης Ιουνίου 2023 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως – Προσφυγή ακυρώσεως – Συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας – Απόφαση (ΕΕ) 2020/135 – Υπήκοοι του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας – Συνέπειες της εν λόγω συμφωνίας ως προς την ιδιότητα του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των δικαιωμάτων που συνδέονται με την ιδιότητα αυτή για τους εν λόγω υπηκόους – Άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ – Ενεργητική νομιμοποίηση – Προϋποθέσεις – Έννομο συμφέρον»
Στην υπόθεση C‑501/21 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 13 Αυγούστου 2021,
Harry Shindler, κάτοικος San Benedetto del Tronto (Ιταλία),
Christopher David Randolph, κάτοικος Ballinlassa, Belcarra Castlebar (Ιρλανδία),
Douglas Edward Watson, κάτοικος Beaumont (Γαλλία),
Michael Charles Strawson, κάτοικος Serralongue (Γαλλία),
Hilary Elizabeth Walker, κάτοικος Cadix (Ισπανία),
Sarah Caroline Griffiths, κάτοικος Claviers (Γαλλία),
James Graham Cherrill, κάτοικος Sainte-Colombe-de-Duras (Γαλλία),
Anita Ruddell Tuttell, κάτοικος Fontaine-l’Étalon (Γαλλία),
Joséphine French, κάτοικος Oupia (Γαλλία),
William John Tobbin, κάτοικος Vannes (Γαλλία),
εκπροσωπούμενοι από τον J. Fouchet, avocat,
αναιρεσείοντες,
όπου ο έτερος διάδικος είναι:
Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τον M. Bauer, την J. Ciantar και τον R. Meyer,
καθού πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Safjan, πρόεδρο τμήματος, N. Jääskinen (εισηγητή) και M. Gavalec, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Αιμιλίου
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της απόφασης που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Με την αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλαν, οι Harry Shindler, Christopher David Randolph, Douglas Edward Watson, Michael Charles Strawson, Hilary Elizabeth Walker, Sarah Caroline Griffiths, James Graham Cherrill, Anita Ruddell Tuttell, Joséphine French και William John Tobbin ζητούν την αναίρεση της διάταξης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 8ης Ιουνίου 2021, Shindler κ.λπ. κατά Συμβουλίου (T‑198/20, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, EU:T:2021:348), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή τους με αίτημα την ακύρωση, εν όλω ή εν μέρει, αφενός, της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΕ 2020, L 29, σ. 7) (στο εξής: συμφωνία αποχώρησης) και, αφετέρου, της απόφασης (ΕΕ) 2020/135 του Συμβουλίου, της 30ής Ιανουαρίου 2020, σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΕ 2020, L 29, σ. 1) (στο εξής: επίδικη απόφαση) (στο εξής, από κοινού: επίδικες πράξεις). |
Το ιστορικό της διαφοράς και οι επίδικες πράξεις
|
2 |
Οι αναιρεσείοντες είναι υπήκοοι του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας οι οποίοι κατοικούν στην Ιρλανδία, στην Ισπανία, στη Γαλλία και στην Ιταλία. |
|
3 |
Στις 23 Ιουνίου 2016 οι πολίτες του Ηνωμένου Βασιλείου αποφάσισαν με δημοψήφισμα να αποχωρήσει η χώρα τους από την Ευρωπαϊκή Ένωση. |
|
4 |
Στις 29 Μαρτίου 2017 το Ηνωμένο Βασίλειο γνωστοποίησε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο την πρόθεσή του να αποχωρήσει από την Ένωση κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 50, παράγραφος 2, ΣΕΕ. |
|
5 |
Στις 24 Ιανουαρίου 2020 οι εκπρόσωποι της Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου υπέγραψαν τη συμφωνία αποχώρησης. |
|
6 |
Στις 30 Ιανουαρίου 2020 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε την επίδικη απόφαση. Δυνάμει του άρθρου 1 της απόφασης αυτής, η συμφωνία αποχώρησης εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας. |
|
7 |
Στις 31 Ιανουαρίου 2020 το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε από την Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας. Την 1η Φεβρουαρίου 2020 τέθηκε σε ισχύ η συμφωνία αποχώρησης. |
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
|
8 |
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Μαρτίου 2020 οι προσφεύγοντες, νυν αναιρεσείοντες, άσκησαν προσφυγή με αίτημα την ολική ή μερική ακύρωση των επίδικων πράξεων. |
|
9 |
Στις 21 Απριλίου 2020 οι νυν αναιρεσείοντες κατέθεσαν υπόμνημα με το οποίο ζήτησαν από το Γενικό Δικαστήριο να υποβάλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο. Στις 28 Απριλίου 2020 ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε να μην περιληφθεί το υπόμνημα στη δικογραφία. |
|
10 |
Με χωριστό δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 14 Ιουλίου 2020, το Συμβούλιο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής. |
|
11 |
Στις 21 Αυγούστου 2020 οι νυν αναιρεσείοντες κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί της ενστάσεως απαραδέκτου. |
|
12 |
Με διάταξη της 5ης Νοεμβρίου 2020, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να συνεκδικάσει την ένσταση απαραδέκτου με την ουσία της υπόθεσης και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα. |
|
13 |
Στις 18 Ιανουαρίου 2021 το Συμβούλιο κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως. Στις 11 Φεβρουαρίου 2021 ο πρόεδρος του δέκατου πενταμελούς τμήματος αποφάσισε να μην κοινοποιήσει το υπόμνημα αντικρούσεως στους νυν αναιρεσείοντες. |
|
14 |
Με έγγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Ιανουαρίου 2021, οι νυν αναιρεσείοντες ζήτησαν την αναστολή της διαδικασίας εξετάσεως της προσφυγής. Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 8 Φεβρουαρίου 2021, το Συμβούλιο υπέβαλε τις παρατηρήσεις του επί του αιτήσεως αναστολής. Με απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2021, ο πρόεδρος του δέκατου πενταμελούς τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση αναστολής. |
|
15 |
Με τις σκέψεις 19 έως 21 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, πρώτον, ότι, μολονότι είχε προηγουμένως αποφασίσει να εξετάσει την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε το Συμβούλιο μαζί με την ουσία της υπόθεσης, είχε επαρκώς ενημερωθεί από τη δικογραφία ώστε να αποφανθεί με διάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 130 του Κανονισμού Διαδικασίας του. |
|
16 |
Δεύτερον, όσον αφορά το αντικείμενο της προσφυγής, το Γενικό Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε, στις σκέψεις 22 έως 28 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι όταν επιλαμβάνεται προσφυγής κατά διεθνούς συμφωνίας συναφθείσας από την Ένωση, ο δικαστής της Ένωσης προβαίνει σε αναχαρακτηρισμό της προσφυγής ως βάλλουσας κατά της απόφασης που εγκρίνει τη σύναψη της συμφωνίας αυτής, αναχαρακτήρισε την ασκηθείσα από τους νυν αναιρεσείοντες προσφυγή ως βάλλουσα μόνον κατά της επίδικης απόφασης. |
|
17 |
Τρίτον, όσον αφορά το βάσιμο της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε το Συμβούλιο, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι νυν αναιρεσείοντες δεν πληρούσαν καμία από τις προϋποθέσεις ενεργητικής νομιμοποίησης, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. |
|
18 |
Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι, για την εκτίμηση της ενεργητικής νομιμοποίησης των νυν αναιρεσειόντων, έπρεπε να ληφθεί υπόψη όχι μόνον η επίδικη απόφαση, αλλά και η φύση και το περιεχόμενο της συμφωνίας αποχώρησης. |
|
19 |
Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, πρώτον, με τη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι οι νυν αναιρεσείοντες δεν ήταν αποδέκτες ούτε της επίδικης απόφασης ούτε της συμφωνίας αποχώρησης και ότι, κατά συνέπεια, δεν είχαν δικαίωμα άσκησης προσφυγής βάσει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, ΣΛΕΕ. |
|
20 |
Δεύτερον, όσον αφορά την ενεργητική νομιμοποίηση των νυν αναιρεσειόντων υπό το πρίσμα του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ, ιδίως δε της προϋποθέσεως κατά την οποία η πράξη πρέπει να αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι εναπέκειτο στους νυν αναιρεσείοντες να αποδείξουν ότι, καθόσον η επίδικη απόφαση τους στέρησε την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης και τα συνδεόμενα με την ιδιότητα αυτή δικαιώματα, τους έθιγε λόγω ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως η οποία τους διακρίνει έναντι κάθε άλλου προσώπου και, ως εκ τούτου, τους εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο του τρόπου με τον οποίον θα εξατομικεύονταν οι αποδέκτες μιας τέτοιας απόφασης. |
|
21 |
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι η επίδικη απόφαση δεν αφορούσε ατομικά τους νυν αναιρεσείοντες και ότι, ως εκ τούτου, δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικώς υπό το πρίσμα του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ, χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί αν η απόφαση αυτή τους αφορούσε άμεσα. |
|
22 |
Τρίτον, όσον αφορά την ενεργητική νομιμοποίηση των νυν αναιρεσειόντων υπό το πρίσμα του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στις σκέψεις 62 έως 64 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι η επίδικη απόφαση αποτελούσε «μη νομοθετική πράξη γενικής ισχύος». |
|
23 |
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τις σκέψεις 80 και 81 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι ο όρος «κανονιστική πράξη», κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ, δεν περιλαμβάνει τις αποφάσεις που εγκρίνουν τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας, όπως η επίδικη απόφαση, με την οποία εγκρίνεται η σύναψη συμφωνίας που καθορίζει τις λεπτομερείς ρυθμίσεις για την αποχώρηση κράτους μέλους από την Ένωση. |
|
24 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τις σκέψεις 82 και 83 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι οι νυν αναιρεσείοντες δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικώς υπό το πρίσμα του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ, ότι η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε το Συμβούλιο έπρεπε να γίνει δεκτή και ότι, ως εκ τούτου, η προσφυγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη. |
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας
|
25 |
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Αυγούστου 2021, οι αναιρεσείοντες άσκησαν αναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης. |
|
26 |
Με την αίτησή τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες ζητούν από το Δικαστήριο:
|
|
27 |
Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
|
|
28 |
Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 και 9 Ιανουαρίου 2023, οι διάδικοι απάντησαν στην ερώτηση που τους έθεσε το Δικαστήριο για να απαντήσουν γραπτώς, βάσει του άρθρου 61 του Κανονισμού Διαδικασίας, σχετικά με τις ενδεχόμενες συνέπειες της απόφασης της 9ης Ιουνίου 2022, Préfet du Gers και Institut national de la statistique et des études économiques (C‑673/20, EU:C:2022:449), όσον αφορά την εκτίμηση του παραδεκτού της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
29 |
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Μαρτίου 2023, ο εκπρόσωπος των αναιρεσειόντων ενημέρωσε το Δικαστήριο για τον θάνατο του H. Shindler, ο οποίος επήλθε στις 20 Φεβρουαρίου 2023, χωρίς μνεία για το αν οι έλκοντες εξ αυτού δικαιώματα συνεχίζουν τη δίκη. |
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
|
30 |
Προς στήριξη της αιτήσεώς τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, κατ’ ουσίαν, δύο λόγους αναιρέσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά πλημμέλεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και ο δεύτερος πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση του παραδεκτού της προσφυγής. |
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
31 |
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 130 του Κανονισμού Διαδικασίας του και παραβίασε την αρχή της δίκαιης δίκης. |
|
32 |
Συναφώς, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, πρώτον, ότι το άρθρο αυτό έχει ως σκοπό να εξασφαλισθεί, υπέρ των διαδίκων, δυνατότητα διεξαγωγής κατ’ αντιμωλία συζητήσεως για όλους τους προβαλλόμενους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ισχυρισμούς και, προς επίτευξη του σκοπού αυτού, δυνατότητα συμμορφώσεώς τους προς τις νέες προθεσμίες που τους έχουν ταχθεί. Οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο, αφενός, ότι έταξε στο Συμβούλιο, δυνάμει του εν λόγω άρθρου, προθεσμία για να αναπτύξει την άμυνά του επί της ουσίας, χωρίς στη συνέχεια να παράσχει σε αυτούς νέα προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους τόσο επί της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε το θεσμικό όργανο όσο και επί του υπομνήματος αντικρούσεως που κατέθεσε. |
|
33 |
Αφετέρου, οι αναιρεσείοντες βάλλουν κατά της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης κατά το μέρος που το Γενικό Δικαστήριο αρνήθηκε να τους κοινοποιήσει το εν λόγω υπόμνημα αντικρούσεως και απέρριψε την προσφυγή τους χωρίς να διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση και χωρίς να παρασχεθεί οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την εξέλιξη της δίκης κατόπιν της απόφασης περί συνεκδικάσεως της ενστάσεως απαραδέκτου με την ουσία της υπόθεσης. |
|
34 |
Οι αναιρεσείοντες συνάγουν εξ αυτού ότι «παραπλανήθηκαν» ως προς την εξέλιξη της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και ότι οι διάδικοι δεν αντιμετωπίσθηκαν ως ίσοι και ισχυρίζονται μάλιστα ότι δεν είχαν τη δυνατότητα να διατυπώσουν την άποψή τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της ισότητας των όπλων, η οποία αποτελεί συμπλήρωμα της ίδιας της έννοιας της δίκαιης δίκης και κατοχυρώνεται, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. |
|
35 |
Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε κατά παράβαση του άρθρου 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του, στο μέτρο που, κατά το γράμμα του άρθρου αυτού, το Γενικό Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη μόνον «τα διαδικαστικά έγγραφα και τα στοιχεία των οποίων οι εκπρόσωποι των διαδίκων έχουν λάβει γνώση και επί των οποίων έχουν λάβει θέση». Μια τέτοια διαδικαστική πλημμέλεια επιβεβαιώνεται, κατά τους αναιρεσείοντες, από το γεγονός ότι στην υπόθεση Price κατά Συμβουλίου (T‑231/20) το Γενικό Δικαστήριο κοινοποίησε στον προσφεύγοντα το υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε το Συμβούλιο. |
|
36 |
Δεύτερον, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι στις 19 Ιανουαρίου 2021 ζήτησαν την αναστολή της διαδικασίας βάσει του άρθρου 69 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να αποφανθεί «αφού ακούσει τους διαδίκους», δυνάμει του άρθρου 54 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, οι διάδικοι ουδόλως ακούστηκαν επί της εν λόγω αιτήσεως αναστολής. |
|
37 |
Τρίτον, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε χωρίς να κρίνει επί του αιτήματος του Συμβουλίου να υποβληθεί η υπόθεση στην κρίση του Δικαστηρίου λόγω της «ταυτότητας μεταξύ των ζητημάτων ουσίας που έθεσαν οι προσφεύγοντες» και των ζητημάτων που αποτελούν το αντικείμενο των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλαν το tribunal judiciaire de Perpignan (πρωτοδικείο Perpignan, Γαλλία) και το tribunal judiciaire d’Auch (πρωτοδικείο Auch, Γαλλία) δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. |
|
38 |
Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι προδήλως απορριπτέος. |
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
39 |
Πρώτον, όσον αφορά τους ισχυρισμούς με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη τα άρθρα 64 και 130 του Κανονισμού Διαδικασίας του, υπενθυμίζεται ότι καμία διάταξη του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 130, παράγραφος 7, του Κανονισμού Διαδικασίας, να επιφυλαχθεί να εξετάσει την ένσταση απαραδέκτου μαζί με την απόφαση που περατώνει τη δίκη σημαίνει ότι στερείται τη δυνατότητα να απορρίψει, με αιτιολογημένη διάταξη, την προσφυγή ως απαράδεκτη χωρίς προφορική διαδικασία. Πράγματι, από το άρθρο 130, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει, αντιθέτως, ότι σε περίπτωση ενστάσεως απαραδέκτου ή αναρμοδιότητας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία (πρβλ. διάταξη της 19ης Φεβρουαρίου 2008, Tokai Europe κατά Επιτροπής, C‑262/07 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2008:95, σκέψεις 26 και 27). |
|
40 |
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε καμία διαδικαστική πλημμέλεια αποφασίζοντας, αρχικώς, δυνάμει του άρθρου 130, παράγραφος 7, του Κανονισμού Διαδικασίας του, να εξετάσει την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε το Συμβούλιο μαζί με την ουσία της υποθέσεως και, στη συνέχεια, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη. |
|
41 |
Εξάλλου, από τη σκέψη 10 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης προκύπτει ότι στις 21 Αυγούστου 2020 οι νυν αναιρεσείοντες κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου τις παρατηρήσεις τους επί της εν λόγω ενστάσεως απαραδέκτου. Κατά συνέπεια, αρκεί η διαπίστωση ότι, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί της ενστάσεως απαραδέκτου και το Γενικό Δικαστήριο περιορίστηκε να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη χωρίς να αποφανθεί επί ζητημάτων ουσίας, η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως και, ως εκ τούτου, τα δικαιώματα άμυνας των αναιρεσειόντων έγιναν σεβαστά. |
|
42 |
Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της ουσίας της υποθέσεως με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, δεν παρέβη ούτε το άρθρο 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του, στο μέτρο που είναι πρόδηλο ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε το Συμβούλιο. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, οι εκτιμήσεις αυτές δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι, στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο κοινοποίησε στον προσφεύγοντα το υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε το Συμβούλιο. |
|
43 |
Δεύτερον, όσον αφορά τα επιχειρήματα με τα οποία οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν άκουσε τους διαδίκους επί της αιτήσεώς τους περί αναστολής της διαδικασίας, η οποία υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 54 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 69 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, από τη σκέψη 16 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης προκύπτει ότι στις 19 Ιανουαρίου και στις 8 Φεβρουαρίου 2021, αντιστοίχως, οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν αίτηση αναστολής της διαδικασίας και το Συμβούλιο υπέβαλε τις παρατηρήσεις του επί της αιτήσεως αναστολής, δεδομένου ότι ο πρόεδρος του δέκατου πενταμελούς τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε, με απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2021, την εν λόγω αίτηση αναστολής. Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν και πρέπει να απορριφθούν. |
|
44 |
Τρίτον, όσον αφορά τα επιχειρήματα με τα οποία οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι αποφάνθηκε χωρίς να κρίνει επί του αιτήματος του Συμβουλίου να τεθεί η υπόθεση στην κρίση του Δικαστηρίου λόγω της «ταυτότητας μεταξύ των ζητημάτων ουσίας που έθεσαν οι προσφεύγοντες» και των ζητημάτων που αποτελούν το αντικείμενο των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλαν το tribunal judiciaire de Perpignan και το tribunal judiciaire d’Auch δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, από τη δικογραφία της υποθέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι το Συμβούλιο υπέβαλε τέτοιο αίτημα. Επομένως, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει επίσης να απορριφθούν. |
|
45 |
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. |
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
46 |
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση της ενεργητικής νομιμοποιήσεώς τους υπό το πρίσμα του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, δεύτερη και τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ. Αυτός ο λόγος αναιρέσεως υποδιαιρείται σε δύο σκέλη. |
|
47 |
Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η επίδικη απόφαση δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «κανονιστική πράξη», κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ. |
|
48 |
Οι αναιρεσείοντες υπενθυμίζουν ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει, με την απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 60), ότι το κριτήριο της «κανονιστικής πράξης» έχει ως σκοπό να παράσχει στα φυσικά και νομικά πρόσωπα τη δυνατότητα να ασκήσουν, υπό λιγότερο αυστηρές προϋποθέσεις, προσφυγή ακυρώσεως κατά πράξεων γενικής ισχύος, εξαιρουμένων των νομοθετικών πράξεων. Το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε, με τις σκέψεις 61 και 62, καθώς και τις σκέψεις 67 έως 81 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, μια «άλλη προϋπόθεση», η οποία δεν προκύπτει από τη νομολογία που διαμορφώθηκε με την ως άνω απόφαση. |
|
49 |
Συναφώς, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, έκρινε ότι η συμφωνία αποχώρησης ήταν διεθνής συμφωνία. Υποστηρίζουν ότι το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθούσε να είναι κράτος μέλος της Ένωσης κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας αυτής και ότι, ως εκ τούτου, η συμφωνία πρέπει να θεωρηθεί ως «εσωτερική πράξη» της Ένωσης. |
|
50 |
Η φύση της συμφωνίας αποχώρησης ενισχύεται, κατά τους αναιρεσείοντες, αφενός, από το ίδιο το αντικείμενο της συμφωνίας αυτής, το οποίο συνίσταται, όπως προκύπτει από το έκτο εδάφιο του προοιμίου της, στη ρύθμιση των καταστάσεων που δημιουργήθηκαν από το δίκαιο της Ένωσης και, αφετέρου, από τις διατάξεις της εν λόγω συμφωνίας που καταδεικνύουν περιορισμό της κυριαρχίας του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως το άρθρο 6, το οποίο προβλέπει ότι το δίκαιο της Ένωσης εξακολουθεί να εφαρμόζεται όταν η συμφωνία αποχώρησης αναφέρεται σε αυτό, και το άρθρο 4, το οποίο ορίζει ότι, σε περίπτωση διαφοράς, οι δικαστικές και διοικητικές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου που εκδόθηκε μετά τη λήξη της προβλεπόμενης στο άρθρο 126 της συμφωνίας αποχώρησης περιόδου, η οποία αποκαλείται «μεταβατική περίοδος». |
|
51 |
Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες αμφισβητούν την ανάλυση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη σχετικά με τις «κανονιστικές πράξεις» και, ιδίως, την ανάλυση σχετικά με το αν οι αποφάσεις με τις οποίες εγκρίνεται η σύναψη διεθνούς συμφωνίας μπορούν να θεωρηθούν ως τέτοιες πράξεις. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη το άρθρο 275 ΣΛΕΕ. Δεδομένου ότι το άρθρο αυτό προβλέπει ότι ορισμένες διεθνείς συμφωνίες ή πράξεις εξαιρούνται από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι «αν η συμφωνία αποχώρησης αποτελεί πράξη που εμπίπτει στην κοινή εξωτερική πολιτική ή πολιτική ασφαλείας ή έχει θεσπιστεί βάσει διατάξεων σχετικών με τις εν λόγω πολιτικές». Κατά τους αναιρεσείοντες, όμως, ούτε η απόφαση με την οποία εγκρίνεται η σύναψη διεθνούς συμφωνίας ούτε η υπογραφή της συμφωνίας αυτής εμπίπτουν στην κοινή εξωτερική πολιτική ή πολιτική ασφαλείας και, ως εκ τούτου, οι επίδικες πράξεις δεν μπορούν να αποκλειστούν από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. |
|
52 |
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες αμφισβητούν την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά την υπεροχή των συναπτόμενων από την Ένωση διεθνών συμφωνιών έναντι των λοιπών πράξεων γενικής ισχύος. Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, συναφώς, ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου ασκείται επί όλων των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, είτε είναι νομοθετικές είτε όχι, και ότι οι διεθνείς συμφωνίες είναι, κατά συνέπεια, κανονιστικές πράξεις που εμπίπτουν στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ. |
|
53 |
Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι οι επίδικες πράξεις είναι κανονιστικές πράξεις οι οποίες δεν περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα και παράγουν αποτελέσματα, όπως την απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης και των δικαιωμάτων που συνδέονται με την ιδιότητα αυτή, τα οποία δεν εξαρτώνται από την ύπαρξη τέτοιων μέτρων. Οι αναιρεσείοντες εκτιμούν ότι νομιμοποιούνται ενεργητικώς να ασκήσουν προσφυγή κατά των πράξεων αυτών υπό το πρίσμα του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ. |
|
54 |
Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την εκτίμηση της ενεργητικής νομιμοποιήσεώς τους υπό το πρίσμα του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ, για τον λόγο ότι η ιδιαιτερότητα της καταστάσεώς τους αποδεικνύει ότι οι επίδικες πράξεις τούς αφορούν ατομικά. |
|
55 |
Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, συναφώς, ότι «στερήθηκαν το δικαίωμα να αντιταχθούν δημοκρατικά στην απώλεια της ευρωπαϊκής τους ιθαγένειας», μολονότι η επίδικη απόφαση «τους αφορά άμεσα και ατομικά». |
|
56 |
Συναφώς, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης κρίνοντας ότι η επίδικη απόφαση τους έθιγε «λόγω της αντικειμενικής ιδιότητάς τους ως υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου». Οι αναιρεσείοντες υπενθυμίζουν ότι η προσφυγή τους είχε ως αίτημα την ακύρωση των επίδικων πράξεων «καθόσον δεν διασφάλι[ζαν] την ευρωπαϊκή ιθαγένεια και τα εξ αυτής δικαιώματα», ότι επιδίωκε επίσης να αποδείξει ότι οι πολίτες του Ηνωμένου Βασιλείου που διέμεναν στην Ένωση αποτελούσαν «ομάδα συγκεκριμένων προσώπων», οπότε η «παράλειψή τους» τους θίγει περισσότερο από κάθε άλλο πρόσωπο. Επομένως, η προϋπόθεση κατά την οποία η επίδικη απόφαση πρέπει να αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τα αποτελέσματα της επίδικης απόφασης επί των προσφευγόντων και όχι μόνο σε σχέση με το αντικείμενό της. |
|
57 |
Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες αμφισβητούν τις εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης κατά τις οποίες από τις περιστάσεις που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες δεν μπορεί να συναχθεί ότι ανήκουν σε «στενό κύκλο προσώπων», κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 41 της διάταξης αυτής. |
|
58 |
Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, συναφώς, ότι το ζήτημα αν πληρούται η προϋπόθεση κατά την οποία η απόφαση πρέπει να αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα πρέπει επίσης να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα του συνδυασμού των αποτελεσμάτων των επίδικων αποφάσεων. Κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, οι κανονιστικές πράξεις ενδέχεται να επηρεάσουν μεγάλο αριθμό προσώπων, αλλά η ως άνω προϋπόθεση μπορεί να εκτιμηθεί πραγματικά μόνο αν ληφθεί υπόψη ο τρόπος με τον οποίο επηρεάζουν την ατομική κατάσταση των προσώπων αυτών. Οι αναιρεσείοντες ανήκουν σε «στενό κύκλο προσώπων», στο μέτρο που είναι δυνητικοί εκλογείς του Ηνωμένου Βασιλείου στις γαλλικές δημοτικές εκλογές και στο μέτρο που, μεταξύ αυτών, περιλαμβάνονται Βρετανοί δημοτικοί σύμβουλοι που έχουν ήδη εκλεγεί στη Γαλλία, πρόσωπα που κατοικούν στη Γαλλία και πρόσωπα που δεν μπόρεσαν να ζητήσουν τη διπλή ιθαγένεια, ισπανική και του Ηνωμένου Βασιλείου. Εξάλλου, η απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης και των δικαιωμάτων που συνδέονται με την ιδιότητα αυτή έχει και άλλες ιδιαίτερες συνέπειες, όπως τη μείωση του βιοτικού τους επιπέδου, η οποία στοιχειοθετεί την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος και, ως εκ τούτου, την ενεργητική τους νομιμοποίηση. |
|
59 |
Το Συμβούλιο αμφισβητεί τα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων και υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικώς υπό το πρίσμα του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, δεύτερη και τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ. |
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
60 |
Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες δεν μπορούσαν παραδεκτώς να ασκήσουν προσφυγή βάσει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κρίνοντας, αντιστοίχως με τις σκέψεις 57 και 81 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι η επίδικη απόφαση δεν τους αφορούσε ατομικά, κατά την έννοια της δεύτερης ημιπεριόδου της διάταξης του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και ότι η απόφαση αυτή δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως κανονιστική πράξη, κατά την έννοια της τρίτης ημιπεριόδου της ίδιας διάταξης της Συνθήκης ΛΕΕ. Για λόγους οικονομίας της διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε στην παραδοχή ότι η «απώλεια» ή η «στέρηση» της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης και των δικαιωμάτων που συνδέονται με την ιδιότητα αυτή αποτελούν συνέπεια της εκδόσεως της εν λόγω απόφασης. |
|
61 |
Χωρίς να χρειάζεται να εκτιμηθεί αν, αποφαινόμενο κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, κάθε ζήτημα που αφορά το παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ενδέχεται να συνιστά λόγο δημόσιας τάξης ο οποίος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο όταν αυτό επιλαμβάνεται αιτήσεως αναιρέσεως (διατάξεις της 5ης Σεπτεμβρίου 2013, ClientEarth κατά Συμβουλίου, C‑573/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:564, σκέψη 20, και της 4ης Φεβρουαρίου 2021, Pilatus Bank κατά ΕΚΤ, C‑701/19 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2021:99, σκέψη 23). |
|
62 |
Κατά πάγια νομολογία, πρώτον, το παραδεκτό προσφυγής ασκούμενης από φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατά πράξεως της οποίας δεν είναι αποδέκτης, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, εξαρτάται από την προϋπόθεση να γίνει δεκτό ότι το πρόσωπο αυτό νομιμοποιείται ενεργητικώς, πράγμα που συμβαίνει σε δύο περιπτώσεις. Αφενός, προσφυγή μπορεί να ασκηθεί υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω πράξη αφορά το πρόσωπο άμεσα και ατομικά. Αφετέρου, το εν λόγω πρόσωπο μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά κανονιστικής πράξεως που το αφορά άμεσα χωρίς να περιλαμβάνει εκτελεστικά μέτρα (πρβλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής, C‑274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψη 19, και της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Mory κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑33/14 P, EU:C:2015:609, σκέψη 59). |
|
63 |
Δεύτερον, προσφυγή ακυρώσεως ασκούμενη από φυσικό ή νομικό πρόσωπο είναι παραδεκτή μόνο στον βαθμό κατά τον οποίο ο προσφεύγων έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης. Ένα τέτοιο συμφέρον προϋποθέτει ότι η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης δύναται, αυτή καθεαυτήν, να έχει έννομες συνέπειες και ότι επομένως η προσφυγή μπορεί, ως εκ του αποτελέσματός της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε. Κατά συνέπεια, το έννομο συμφέρον συνιστά την πρώτη και βασική προϋπόθεση για την άσκηση κάθε ενδίκου βοηθήματος (πρβλ. αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 1995, Rendo κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑19/93 P, EU:C:1995:339, σκέψη 13, και της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Mory κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑33/14 P, EU:C:2015:609, σκέψεις 55 και 58). Αντιθέτως, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον όταν η θετική έκβαση μιας προσφυγής δεν είναι, σε κάθε περίπτωση, ικανή να παράσχει ικανοποίηση στον προσφεύγοντα (πρβλ. αποφάσεις της 9ης Ιουνίου 2011, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά ΕΚΤ, C‑401/09 P, EU:C:2011:370, σκέψη 49, και της 23ης Νοεμβρίου 2017, Bionorica και Diapharm κατά Επιτροπής, C‑596/15 P και C‑597/15 P, EU:C:2017:886, σκέψη 85). |
|
64 |
Τρίτον, το έννομο συμφέρον και η ενεργητική νομιμοποίηση αποτελούν διαφορετικές προϋποθέσεις του παραδεκτού, τις οποίες πρέπει να πληροί σωρευτικώς φυσικό ή νομικό πρόσωπο προκειμένου να μπορεί να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Mory κ.λπ. κατά Επιτροπής,C‑33/14 P, EU:C:2015:609, σκέψη 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
65 |
Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως και χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτιμηθεί αν το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αποφαινόμενο όπως έπραξε με τις σκέψεις 45 έως 57, 61, 62 καθώς και 67 έως81 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ζήτημα της υπάρξεως εννόμου συμφέροντος των νυν αναιρεσειόντων. |
|
66 |
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 50, παράγραφος 1, ΣΕΕ ορίζει ότι κάθε κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει, σύμφωνα με τους εσωτερικούς συνταγματικούς του κανόνες, να αποχωρήσει από την Ένωση. Η απόφαση για αποχώρηση επαφίεται στη βούληση και μόνον του κράτους μέλους αυτού, υπό την επιφύλαξη της τήρησης των συνταγματικών του κανόνων, και εξαρτάται, ως εκ τούτου, αποκλειστικώς από την δική του κυριαρχική επιλογή (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 2018, Wightman κ.λπ., C‑621/18, EU:C:2018:999, σκέψη 50, και της 9ης Ιουνίου 2022, Préfet du Gers και Institut national de la statistique et des études économiques, C‑673/20, EU:C:2022:449, σκέψη 53). |
|
67 |
Εξάλλου, δεδομένου ότι η κατοχή της ιθαγένειας κράτους μέλους συνιστά, σύμφωνα με το άρθρο 9 ΣΕΕ και το άρθρο 20 παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου ένα πρόσωπο να μπορεί να αποκτήσει και να διατηρήσει την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης και να απολαύει του συνόλου των συνδεόμενων με την ιδιότητα αυτή δικαιωμάτων, η απώλεια της ιθαγένειας αυτής συνεπάγεται, επομένως, για τον ενδιαφερόμενο, την απώλεια της ιδιότητας αυτής και των εν λόγω δικαιωμάτων (απόφαση της 9ης Ιουνίου 2022, Préfet du Gers και Institut national de la statistique et des études économiques, C‑673/20, EU:C:2022:449, σκέψη 57). |
|
68 |
Επομένως, όσον αφορά τους αναιρεσείοντες, η απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης και, κατά συνέπεια, η απώλεια των δικαιωμάτων που συνδέονται με την ιδιότητα αυτή αποτελεί αυτόματη συνέπεια της κυριαρχικής απόφασης και μόνον την οποία έλαβε το Ηνωμένο Βασίλειο να αποχωρήσει από την Ένωση, δυνάμει του άρθρου 50, παράγραφος 1, ΣΕΕ (πρβλ. απόφαση της 9ης Ιουνίου 2022, Préfet du Gers και Institut national de la statistique et des études économiques, C‑673/20, EU:C:2022:449, σκέψη 59), και όχι της συμφωνίας αποχώρησης ή της επίδικης απόφασης. |
|
69 |
Συνεπώς, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον βάλλει κατά των επίδικων πράξεων για τον λόγο ότι οι πράξεις αυτές είχαν ως συνέπεια για τους νυν αναιρεσείοντες την απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης και των δικαιωμάτων που συνδέονται με την ιδιότητα αυτή, ενώ η απώλεια αυτή οφείλεται μόνο στην κυριαρχική απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να αποχωρήσει από την Ένωση, δυνάμει του άρθρου 50, παράγραφος 1, ΣΕΕ. |
|
70 |
Πράγματι, η ακύρωση της επίδικης απόφασης δεν μπορεί να προσπορίσει στους νυν αναιρεσείοντες όφελος ικανό να θεμελιώσει έννομο συμφέρον, καθώς η προαναφερθείσα απώλεια δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να θεραπευθεί με την ακύρωση. |
|
71 |
Δεδομένου ότι οι νυν αναιρεσείοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον να προσβάλουν την επίδικη απόφαση, παρέλκει η εξέταση της επιχειρηματολογίας τους που στηρίζεται σε εσφαλμένη εκτίμηση της ενεργητικής νομιμοποιήσεώς τους υπό το πρίσμα του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, δεύτερη και τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ. Πράγματι, ενδεχόμενη πλάνη περί το δίκαιο δεν θα ασκούσε επιρροή στην επίλυση της διαφοράς και δεν θα επηρέαζε το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης καθόσον η προσφυγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (πρβλ. απόφαση της 24ης Μαρτίου 2022, Wagenknecht κατά Επιτροπής, C‑130/21 P, EU:C:2022:226, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
72 |
Επομένως, για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 69 και 70 της παρούσας απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 83 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι η προσφυγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη. |
|
73 |
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. |
|
74 |
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
75 |
Δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων. |
|
76 |
Σύμφωνα με το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. |
|
77 |
Δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες ηττήθηκαν, πρέπει να φέρουν, πέραν των δικαστικών εξόδων τους, τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφασίζει: |
|
|
|
(υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.