ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα)

της 28ης Απριλίου 2022 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Κανονισμός (ΕΕ) 549/2013 – Ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Παράρτημα A, παράγραφος 20.15 – Έλεγχος που ασκείται από ινστιτούτο εθνικών λογαριασμών επί των οργανωτικών αρχών των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που έχουν συσταθεί υπό μορφή μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων – Εκπαιδευτικά ιδρύματα που δικαιούνται δημόσια χρηματοδότηση και ελευθερία εκπαιδεύσεως την οποία εγγυάται το Σύνταγμα – Παράρτημα A, παράγραφος 20.15, δεύτερη περίοδος – Έννοια της “δημόσιας παρέμβασης με τη μορφή γενικών κανονισμών που ισχύουν σε όλες τις μονάδες που εργάζονται στο πλαίσιο της ίδιας δραστηριότητας” – Περιεχόμενο – Παράρτημα A, παράγραφος 20.15, πρώτη περίοδος – Παράρτημα A, παράγραφος 2.39, στοιχείο βʹ, παράγραφος 20.15, στοιχείο βʹ, και παράγραφος 20.309, στοιχείο ηʹ – Έννοια του όρου “υπερβολική κανονιστική ρύθμιση” – Περιεχόμενο»

Στην υπόθεση C‑277/21,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας, Βέλγιο) με απόφαση της 31ης Μαρτίου 2021, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Απριλίου 2021, στο πλαίσιο της δίκης

Secrétariat général de l’enseignement catholique ASBL (SeGEC) κ.λπ.

κατά

Institut des comptes nationaux (ICN),

Banque nationale de Belgique,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),

συγκείμενο από τους I. Jarukaitis, πρόεδρο τμήματος, M. Ilešič και Z. Csehi (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona

γραμματέας: Α. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Secrétariat général de l’enseignement catholique ASBL (SeGEC) κ.λπ., εκπροσωπούμενη από τους D. Renders και E. Gonthier, avocats,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την F. Blanc και τον T. Materne,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του παραρτήματος Α, παράγραφος 20.15 και παράγραφος 20.309, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 549/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, για το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2013, L 174, σ. 1).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Secrétariat général de l’enseignement catholique ASBL (SeGEC) και έξι άλλων ενώσεων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που δραστηριοποιούνται στον τομέα της εκπαίδευσης στο Βέλγιο (στο εξής από κοινού: επίμαχες ενώσεις) και, αφετέρου, του Institut des comptes nationaux (Ινστιτούτου εθνικών λογαριασμών, στο εξής: ICN) και της Banque nationale de Belgique (Εθνικής Τράπεζας του Βελγίου, στο εξής: Εθνική Τράπεζα του Βελγίου), σχετικά με την κατάταξη, από το ICN, των επίμαχων ενώσεων στον τομέα της γενικής κυβέρνησης, και ειδικότερα στον υποτομέα της κυβέρνησης ομόσπονδου κράτους, βάσει του ευρωπαϊκού συστήματος λογαριασμών 2010, το οποίο θέσπισε ο κανονισμός 549/2013 (στο εξής: ΕΣΛ 2010).

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3

Οι αιτιολογικές σκέψεις 1 και 3 του κανονισμού 549/2013 έχουν ως εξής:

«(1)

Η χάραξη πολιτικής στην Ένωση και η παρακολούθηση των οικονομιών των κρατών μελών και της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ) απαιτούν συγκρίσιμες, επίκαιρες και αξιόπιστες πληροφορίες για τη δομή της οικονομίας και την εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης κάθε κράτους μέλους ή περιφέρειας.

[…]

(3)

Οι πολίτες της Ένωσης χρειάζονται οικονομικούς λογαριασμούς ως βασικό εργαλείο για την ανάλυση της οικονομικής κατάστασης ενός κράτους μέλους ή μιας περιφέρειας. Για λόγους συγκρισιμότητας, οι λογαριασμοί αυτοί θα πρέπει να καταρτίζονται βάσει ενός ενιαίου συνόλου αρχών που να μην επιδέχονται διαφορετικές ερμηνείες. Οι πληροφορίες που παρέχονται θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο ακριβείς, πλήρεις και έγκαιρες, προκειμένου να εξασφαλιστεί η μέγιστη διαφάνεια σε όλους τους τομείς.»

4

Το παράρτημα A του κανονισμού αυτού, σχετικά με τη μεθοδολογία του ΕΣΛ 2010, περιλαμβάνει το κεφάλαιο 1, με τίτλο «Γενικά χαρακτηριστικά και βασικές αρχές», στο οποίο περιλαμβάνονται οι παράγραφοι 1.01, 1.19, 1.34 έως 1.36 και 1.57 του παραρτήματος αυτού. Οι εν λόγω παράγραφοι έχουν ως εξής:

«1.01

Το [ΕΣΛ 2010] είναι ένα διεθνώς συμβατό λογιστικό πλαίσιο για τη συστηματική και λεπτομερή περιγραφή μιας συνολικής οικονομίας (δηλ. περιφέρειας, χώρας ή ομάδας χωρών), των συνιστωσών της και των σχέσεών της με άλλες συνολικές οικονομίες.

[…]

1.19

Για την [Ευρωπαϊκή Ένωση] και τα κράτη μέλη της, τα στοιχεία που λαμβάνονται με βάση το πλαίσιο ΕΣΛ διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και παρακολούθηση της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής τους.

[…]

1.34

Οι τομεακοί λογαριασμοί δημιουργούνται με την κατανομή των μονάδων σε τομείς, πράγμα που επιτρέπει να παρουσιάζονται οι συναλλαγές και τα εξισωτικά μεγέθη των λογαριασμών κατά τομέα. Η παρουσίαση κατά τομέα αποκαλύπτει πολλά βασικά μεγέθη για σκοπούς οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Οι κύριοι τομείς είναι τα νοικοκυριά, η γενική κυβέρνηση, οι εταιρείες (χρηματοοικονομικές και μη χρηματοοικονομικές), τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά (ΜΚΙΕΝ) και η αλλοδαπή.

Η διάκριση μεταξύ δραστηριοτήτων παραγωγής εμπορεύσιμων προϊόντων και δραστηριοτήτων παραγωγής μη εμπορεύσιμων προϊόντων είναι σημαντική. Μια οντότητα ελεγχόμενη από τη γενική κυβέρνηση, η οποία εμφανίζεται ως εταιρεία παραγωγής εμπορεύσιμων προϊόντων, ταξινομείται στον τομέα των εταιρειών, έξω από τον τομέα της γενικής κυβέρνησης. Συνεπώς, τα επίπεδα του ελλείμματος και του χρέους της εταιρείας δεν συνυπολογίζονται στο έλλειμμα και το χρέος της γενικής κυβέρνησης.

1.35

Είναι σημαντικό να καθοριστούν σαφή και ολοκληρωμένα κριτήρια για την κατανομή των οντοτήτων σε τομείς.

Ο δημόσιος τομέας αποτελείται στην οικονομία από όλες τις θεσμικές μονάδες μόνιμους κατοίκους που ελέγχονται από τη γενική κυβέρνηση. Ο ιδιωτικός τομέας αποτελείται από όλες τις υπόλοιπες μονάδες μόνιμους κατοίκους.

Στον πίνακα 1.1 παρατίθενται τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τη διάκριση μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, και, στον δημόσιο τομέα, για τη διάκριση μεταξύ του τομέα της γενικής κυβέρνησης και του τομέα των δημόσιων επιχειρήσεων, ενώ, στον ιδιωτικό τομέα, για τη διάκριση μεταξύ του τομέα των ΜΚΙΕΝ και του τομέα των ιδιωτικών επιχειρήσεων.

Πίνακας 1.1

Κριτήρια

Έλεγχος από τη γενική κυβέρνηση (δημόσιος τομέας)

Έλεγχος από τον ιδιωτικό τομέα

(ιδιωτικός τομέας)

Μη εμπορεύσιμη παραγωγή

Γενική κυβέρνηση

ΜΚΙΕΝ

Εμπορεύσιμη παραγωγή

Δημόσιες επιχειρήσεις

Ιδιωτικές επιχειρήσεις

1.36

Ως έλεγχος ορίζεται η ικανότητα καθορισμού της γενικής πολιτικής ή προγράμματος μιας θεσμικής μονάδας. Περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς τον ορισμό του ελέγχου δίνονται στις παραγράφους 2.35 έως 2.39.

[…]

1.57

Οι θεσμικές μονάδες είναι οικονομικές οντότητες που μπορούν να κατέχουν αγαθά και περιουσιακά στοιχεία, να αναλαμβάνουν υποχρεώσεις και να επιδίδονται σε οικονομικές δραστηριότητες και συναλλαγές με άλλες μονάδες. Για τους σκοπούς του συστήματος ΕΣΛ 2010, οι θεσμικές μονάδες ομαδοποιούνται σε πέντε αλληλοαποκλειόμενους εγχώριους θεσμικούς τομείς:

α)

μη χρηματοοικονομικές εταιρείες·

β)

χρηματοοικονομικές εταιρείες·

γ)

γενική κυβέρνηση·

δ)

νοικοκυριά·

ε)

[ΜΚΙΕΝ].

Οι πέντε αυτοί τομείς απαρτίζουν τη συνολική εγχώρια οικονομία. Επίσης, ο κάθε τομέας υποδιαιρείται σε υποτομείς. Το σύστημα ΕΣΛ 2010 επιτρέπει την κατάρτιση ενός πλήρους συνόλου λογαριασμών ροών και ισολογισμών για κάθε τομέα και κάθε υποτομέα, καθώς και για τη συνολική οικονομία. Οι μονάδες μη μόνιμοι κάτοικοι μπορούν να αλληλεπιδρούν μ’ αυτούς τους πέντε εγχώριους τομείς. Επιπλέον, παρουσιάζονται οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των πέντε εγχώριων τομέων και ενός έκτου θεσμικού τομέα: του τομέα της αλλοδαπής.»

5

Στο κεφάλαιο 2, με τίτλο «Μονάδες και ομαδοποιήσεις μονάδων», του εν λόγω παραρτήματος, οι παράγραφοι 2.12, 2.39, 2.113 και 2.130 του παραρτήματος αυτού έχουν ως εξής:

«2.12

Ορισμός: Η θεσμική μονάδα είναι μια οικονομική οντότητα που χαρακτηρίζεται από την αυτονομία της σε θέματα λήψης αποφάσεων κατά την άσκηση της κύριας λειτουργίας της. Μια μονάδα μόνιμος κάτοικος θεωρείται ότι αποτελεί θεσμική μονάδα της οικονομικής επικράτειας στην οποία έχει το κέντρο του κυρίαρχου οικονομικού συμφέροντός της αν έχει αυτονομία σε θέματα λήψης αποφάσεων και ή τηρεί πλήρη σειρά λογαριασμών ή είναι σε θέση να καταρτίζει πλήρη σειρά λογαριασμών.

Μια οντότητα, προκειμένου να έχει αυτονομία λήψης αποφάσεων σε σχέση με την κύρια λειτουργία της, πρέπει να:

α)

έχει δικαίωμα να έχει στην κυριότητά της, με πλήρη αυτονομία, αγαθά και περιουσιακά στοιχεία· είναι σε θέση να ανταλλάσσει την κυριότητα αγαθών και περιουσιακών στοιχείων σε συναλλαγές με άλλες θεσμικές μονάδες·

β)

είναι σε θέση να λαμβάνει οικονομικές αποφάσεις και να επιδίδεται σε οικονομικές δραστηριότητες, για τις οποίες είναι άμεσα υπεύθυνη και υπόλογη από νομική άποψη·

γ)

είναι σε θέση να αναλαμβάνει για δικό της λογαριασμό οικονομικές υποχρεώσεις, άλλες υποχρεώσεις ή περαιτέρω δεσμεύσεις και να συνάπτει συμβάσεις· και

δ)

είναι σε θέση να καταρτίζει πλήρη σειρά λογαριασμών, που περιλαμβάνουν λογιστικές εγγραφές που καλύπτουν το σύνολο των συναλλαγών που έχει πραγματοποιήσει κατά τη διάρκεια της λογιστικής περιόδου, καθώς και ισολογισμό περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων.

[…]

2.39

Για τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες, πρέπει να συνεκτιμώνται οι ακόλουθοι πέντε δείκτες ελέγχου:

α)

διορισμός αρμοδίων·

β)

διατάξεις των πράξεων εξουσιοδότησης·

γ)

συμβατικές συμφωνίες·

δ)

βαθμός χρηματοδότησης·

ε)

βαθμός έκθεσης της γενικής κυβέρνησης σε κίνδυνο.

Όπως συμβαίνει και με τις εταιρείες, ένας μόνο δείκτης μπορεί να αρκεί για την τεκμηρίωση του ελέγχου σε ορισμένες περιπτώσεις αλλά, σε άλλες περιπτώσεις, διάφοροι επιμέρους δείκτες μπορούν από κοινού να υποδηλώνουν έλεγχο.

[…]

Γενική κυβέρνηση (S.13)

[…]

2.113

Ο τομέας της γενικής κυβέρνησης υποδιαιρείται σε τέσσερις υποτομείς:

[…]

β)

κυβέρνηση ομόσπονδου κράτους (πλην οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης) (S.1312)·

[…]

[ΜΚΙΕΝ] (S.15)

[…]

2.130

[…] Τα ΜΚΙΕΝ μη εμπορεύσιμων προϊόντων που ελέγχονται από τη γενική κυβέρνηση ταξινομούνται στον τομέα της γενικής κυβέρνησης (S.13).

[…]»

6

Το κεφάλαιο 3 του ίδιου παραρτήματος περιλαμβάνει την παράγραφο 3.31, η οποία έχει ως εξής:

«Για τους υπόλοιπους ιδιωτικούς παραγωγούς, γίνεται διάκριση μεταξύ ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων και λοιπών ιδιωτικών παραγωγών.

Ορισμός: Ένα μη κερδοσκοπικό ίδρυμα (MKI) ορίζεται ως νομικό πρόσωπο ή κοινωνικός οργανισμός που λειτουργεί με σκοπό την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, το καθεστώς των οποίων δεν τους επιτρέπει να είναι πηγή εισοδήματος, κέρδους ή άλλου οικονομικού οφέλους για τις μονάδες που τα δημιουργούν, τα ελέγχουν ή τα χρηματοδοτούν. Όταν οι παραγωγικές δραστηριότητές τους δημιουργούν πλεονάσματα, τα εν λόγω πλεονάσματα δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ιδιοποίησης από άλλες θεσμικές μονάδες.

[…]

Ένα ιδιωτικό ΜΚΙ ταξινομείται στον τομέα ΜΚΙΕΝ αν είναι παραγωγός μη εμπορεύσιμου προϊόντος, εκτός αν βρίσκεται υπό τον έλεγχο της γενικής κυβέρνησης. Αν ένα ιδιωτικό ΜΚΙ βρίσκεται υπό τον έλεγχο της γενικής κυβέρνησης, ταξινομείται στον τομέα της γενικής κυβέρνησης.

[…]»

7

Στο κεφάλαιο 20, με τίτλο «Οι λογαριασμοί της γενικής κυβέρνησης», του παραρτήματος A του κανονισμού 549/2013 περιλαμβάνονται οι παράγραφοι 20.05, 20.13, 20.15, 20.18, 20.29, 20.306, 20.309 και 20.310 αυτού, οι οποίες έχουν ως εξής:

«20.05

Ο τομέας της γενικής κυβέρνησης (S.13) αποτελείται από όλες τις μονάδες της γενικής κυβέρνησης και όλα τα μη εμπορικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα (ΜΚΙ) που ελέγχονται από μονάδες της γενικής κυβέρνησης. […]

[…]

ΜΚΙ που κατατάσσονται στον τομέα της γενικής κυβέρνησης

20.13

Τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα (ΜΚΙ) τα οποία είναι παραγωγοί μη εμπορεύσιμων προϊόντων και ελέγχονται από μονάδες της γενικής κυβέρνησης αποτελούν επίσης μονάδες της γενικής κυβέρνησης.

[…]

20.15

Ως έλεγχος ενός ΜΚΙ ορίζεται η ικανότητα καθορισμού της γενικής πολιτικής ή του προγράμματός του. Η δημόσια παρέμβαση με τη μορφή γενικών κανονισμών που ισχύουν σε όλες τις μονάδες που εργάζονται στο πλαίσιο της ίδιας δραστηριότητας δεν είναι κατάλληλη όταν πρόκειται να αποφασισθεί κατά πόσον η γενική κυβέρνηση κατέχει τον έλεγχο μιας μεμονωμένης μονάδας. Για να προσδιορισθεί κατά πόσον ένα ΜΚΙ ελέγχεται από τη γενική κυβέρνηση, θα πρέπει να εξετασθούν οι ακόλουθοι πέντε δείκτες ελέγχου:

α)

διορισμός αρμοδίων·

β)

άλλοι όροι της νομιμοποιητικής πράξης, όπως οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο καταστατικό του ΜΚΙ·

γ)

συμβατικές συμφωνίες·

δ)

βαθμός χρηματοδότησης·

ε)

η έκθεση σε επιχειρηματικό κίνδυνο.

Ένας και μόνος δείκτης μπορεί να επαρκεί για να τεκμηριωθεί ο έλεγχος. Ωστόσο, αν ένα ΜΚΙ που χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο από τη γενική κυβέρνηση εξακολουθεί να είναι σε θέση να προσδιορίζει την πολιτική του ή το πρόγραμμά του σε σημαντικό βαθμό, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στους λοιπούς δείκτες, τότε δεν θεωρείται ότι ελέγχεται από τη γενική κυβέρνηση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ορισμένοι δείκτες συλλογικά υποδηλώνουν έλεγχο. Μια απόφαση βασισμένη σ’ αυτούς τους δείκτες θα είναι κατ’ ανάγκην απόφαση κρίσεως.

[…]

Δημόσιος έλεγχος

20.18

Ως έλεγχος μιας οντότητας ορίζεται η ικανότητα καθορισμού της γενικής πολιτικής ή του προγράμματός της. […]

[…]

Η δοκιμασία “εμπορικού/μη εμπορικού χαρακτήρα”

20.29

[…]

Η ικανότητα ανάληψης δραστηριότητας στην αγορά θα ελεγχθεί συγκεκριμένα μέσω του συνηθισμένου ποσοτικού κριτηρίου (κριτήριο του 50 %), χρησιμοποιώντας τη σχέση πωλήσεων προς κόστος παραγωγής (όπως ορίζεται στις παραγράφους 20.30 και 20.31). Για να είναι παραγωγός εμπορεύσιμου προϊόντος, η δημόσια μονάδα θα πρέπει να καλύπτει τουλάχιστον το 50 % του κόστους της από τις πωλήσεις της στη διάρκεια μιας συνεχούς πολυετούς περιόδου.

[…]

20.306

Όλες οι θεσμικές μονάδες που περιλαμβάνονται στον δημόσιο τομέα είναι μονάδες μόνιμοι κάτοικοι που ελέγχονται από τη γενική κυβέρνηση, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω μονάδων του δημόσιου τομέα συνολικά. Ως έλεγχος μιας οντότητας ορίζεται η ικανότητα καθορισμού της γενικής πολιτικής της. Αναλυτικότερη ανάπτυξη του θέματος αυτού παρέχεται παρακάτω.

[…]

Έλεγχος από τον δημόσιο τομέα

20.309

Ως έλεγχος μιας μονάδας του δημόσιου τομέα που είναι μόνιμος κάτοικος ορίζεται η ικανότητα καθορισμού της γενικής πολιτικής της εν λόγω μονάδας. Αυτό μπορεί να γίνεται μέσω των άμεσων δικαιωμάτων μιας συγκεκριμένης μονάδας του δημόσιου τομέα ή των συλλογικών δικαιωμάτων περισσότερων. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ακόλουθοι δείκτες ελέγχου:

α)

Δικαιώματα διορισμού, άρνησης διορισμού ή απομάκρυνσης της πλειοψηφίας των στελεχών, των μελών του διοικητικού συμβουλίου κ.λπ. Τα δικαιώματα διορισμού, απομάκρυνσης, έγκρισης ή άρνησης διορισμού της πλειοψηφίας των μελών του διοικητικού συμβουλίου μιας οντότητας αρκούν για την τεκμηρίωση του ελέγχου. Τα εν λόγω δικαιώματα είναι δυνατόν να κατέχονται άμεσα από μία μονάδα του δημόσιου τομέα ή έμμεσα από μονάδες του δημόσιου τομέα ως συνόλου. Αν η πρώτη σειρά διορισμών ελέγχεται από τον δημόσιο τομέα, αλλά οι επόμενες αντικαταστάσεις δεν υπόκεινται στους εν λόγω ελέγχους, τότε η οντότητα παραμένει στον δημόσιο τομέα μέχρι τη στιγμή κατά την οποία τα περισσότερα διευθυντικά στελέχη δεν διορίζονται με ελεγχόμενους διορισμούς.

β)

Δικαιώματα διορισμού, άρνησης διορισμού ή απομάκρυνσης σημαντικών μελών του προσωπικού. Αν ο έλεγχος της γενικής πολιτικής καθορίζεται όντως από μέλη του διοικητικού συμβουλίου που ασκούν σημαντική επιρροή, όπως ο γενικός διευθυντής, ο πρόεδρος και ο οικονομικός διευθυντής, τότε οι εξουσίες διορισμού, άρνησης διορισμού ή απομάκρυνσης των εν λόγω μελών του προσωπικού αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

γ)

Δικαιώματα διορισμού, άρνησης διορισμού ή απομάκρυνσης της πλειοψηφίας των μελών σημαντικών επιτροπών της οντότητας. Αν βασικά στοιχεία της γενικής πολιτικής, όπως η αμοιβή του ανώτερου προσωπικού και η επιχειρηματική στρατηγική, έχουν ανατεθεί σε υποεπιτροπές, τότε τα δικαιώματα διορισμού, άρνησης διορισμού ή απομάκρυνσης των διευθυντών των εν λόγω υποεπιτροπών αποτελούν καθοριστικό στοιχείο ελέγχου.

[…]

ζ)

Δικαιώματα ελέγχου που προκύπτουν από συμφωνίες/εγκρίσεις δανεισμού. Οι δανειστές συχνά επιβάλλουν ελέγχους ως προϋποθέσεις χορήγησης δανείων. Αν ο δημόσιος τομέας επιβάλλει ελέγχους για τη χορήγηση δανείων ή για να προστατευθεί από την έκθεσή του σε κινδύνους όταν παρέχει εγγύηση, ελέγχους οι οποίοι είναι αυστηρότεροι από εκείνους που κατά κανόνα θα επιβάλλονταν από μια τράπεζα σε μια οντότητα του ιδιωτικού τομέα, τότε πρόκειται για δείκτη άσκησης ελέγχου. Αν μια οντότητα χρειάζεται άδεια από τον δημόσιο τομέα για να δανεισθεί, αυτό αποτελεί ένδειξη ελέγχου.

η)

Έλεγχος μέσω υπερβολικών κανονιστικών ρυθμίσεων. Όταν οι κανονιστικές ρυθμίσεις είναι τόσο αυστηρές, ώστε ουσιαστικά να υπαγορεύουν τη γενική πολιτική της επιχείρησης, αποτελούν μια μορφή ελέγχου. Οι δημόσιες αρχές μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να διαθέτουν ισχυρές ρυθμιστικές εξουσίες, ειδικά σε τομείς όπως τα μονοπώλια και οι ιδιωτικοποιημένες υπηρεσίες κοινής ωφελείας, όπου ενυπάρχει στοιχείο δημόσιας υπηρεσίας. Είναι δυνατόν να υπάρχει ρυθμιστική συμμετοχή σε σημαντικούς τομείς, όπως ο καθορισμός τιμών, χωρίς η οντότητα να εκχωρεί τον έλεγχο της γενικής της πολιτικής. Η επιλογή εισόδου ή λειτουργίας σε ένα περιβάλλον υψηλών κανονιστικών ρυθμίσεων αποτελεί ομοίως δείκτη ότι η οντότητα δεν υπόκειται σε έλεγχο.

θ)

Άλλοι δείκτες. Η άσκηση ελέγχου μπορεί επίσης να επιτυγχάνεται μέσω ρυθμιστικών εξουσιών ή δικαιωμάτων που περιέχονται στην πράξη σύστασης μιας οντότητας, λ.χ. για τον περιορισμό των δραστηριοτήτων, στόχων και επιχειρησιακών πτυχών, την έγκριση προϋπολογισμών ή την παρεμπόδιση της οντότητας να μεταβάλει το καταστατικό της, να διαλυθεί, να εγκρίνει μερίσματα ή να περατώσει τη σχέση της με τον δημόσιο τομέα. Μια οντότητα που χρηματοδοτείται ολοκληρωτικά ή σχεδόν ολοκληρωτικά από τον δημόσιο τομέα θεωρείται ότι ελέγχεται αν οι έλεγχοι που ασκούνται στην εν λόγω χρηματοδοτική ροή είναι αρκετά περιοριστικοί ώστε να υπαγορεύουν τη γενική πολιτική στον εν λόγω τομέα.

20.310

Κάθε περίπτωση ταξινόμησης πρέπει να εξετάζεται βάσει των χαρακτηριστικών της. Σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση ενδέχεται να μην είναι ενδεδειγμένη η εφαρμογή του συνόλου αυτών των δεικτών. Ορισμένοι δείκτες, όπως οι α), γ) και δ) της παραγράφου 20.309, είναι από μόνοι τους επαρκείς για την τεκμηρίωση της άσκησης ελέγχου. Σε άλλες περιπτώσεις, περισσότεροι μεμονωμένοι δείκτες δύνανται από κοινού να υποδηλώνουν την άσκηση ελέγχου.»

Το βελγικό δίκαιο

8

Το άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζει τα εξής:

«§ 1.   Η εκπαίδευση είναι ελεύθερη· κάθε προληπτικό μέτρο απαγορεύεται· η καταστολή των αδικημάτων ρυθμίζεται μόνο με νόμο ή διάταγμα.

Κάθε Κοινότητα διασφαλίζει ότι οι γονείς επιλέγουν ελεύθερα.

Κάθε Κοινότητα οργανώνει εκπαίδευση η οποία είναι ουδέτερη. Η ουδετερότητα συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, τον σεβασμό των φιλοσοφικών, ιδεολογικών ή θρησκευτικών αντιλήψεων των γονέων και των μαθητών.

Τα οργανωμένα από τις δημόσιες αρχές σχολεία προσφέρουν, έως το τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, την επιλογή μεταξύ της διδασκαλίας μίας εκ των αναγνωρισμένων θρησκειών και της διδασκαλίας της μη θρησκευτικού χαρακτήρα ηθικής.

§ 2.   Εάν οποιαδήποτε Κοινότητα, ως οργανωτική αρχή, επιθυμεί να αναθέσει αρμοδιότητες σε ένα ή πλείονα αυτόνομα όργανα, μπορεί να το πράξει μόνο με διάταγμα το οποίο εγκρίνεται με πλειοψηφία δύο τρίτων των ψηφισάντων.

§ 3.   Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην εκπαίδευση με σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων. Η εκπαίδευση παρέχεται δωρεάν έως το τέλος της υποχρεωτικής διάρκειάς της.

Όλοι οι μαθητές δικαιούνται, στο πλαίσιο της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, ηθική ή θρησκευτική παιδεία, με έξοδα της Κοινότητας.

§ 4.   Όλοι οι μαθητές ή σπουδαστές, γονείς, μέλη του προσωπικού και εκπαιδευτικά ιδρύματα είναι ίσοι έναντι του νόμου ή του διατάγματος. Ο νόμος και το διάταγμα λαμβάνουν υπόψη τις αντικειμενικές διαφορές, και ειδικότερα τα χαρακτηριστικά κάθε οργανωτικής αρχής, που δικαιολογούν προσήκουσα μεταχείριση.

§ 5.   Η οργάνωση, η αναγνώριση ή η επιδότηση της εκπαίδευσης από κάθε Κοινότητα ρυθμίζονται με νόμο ή διάταγμα.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

9

Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, στο Βέλγιο, το Σύνταγμα προβλέπει, από της θεσπίσεώς του το 1831, την αρχή της ελευθερίας της εκπαίδευσης. Η οργάνωση της προσχολικής, της πρωτοβάθμιας, της δευτεροβάθμιας και της τριτοβάθμιας μη πανεπιστημιακής εκπαίδευσης αποτέλεσε αντικείμενο εθνικής ρύθμισης η οποία διακρίνει μεταξύ, αφενός, των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που υπάγονται στην «επίσημη εκπαίδευση», η οποία αποτελείται από το δίκτυο των σχολείων των οργανωμένων από το Δημόσιο, τους δήμους, τις ενώσεις δήμων ή από κάθε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου σχολείων, και, αφετέρου, των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που υπάγονται στην «ανεξάρτητη επιδοτούμενη εκπαίδευση», θρησκευτικού ή μη χαρακτήρα, η οποία αποτελείται από το δίκτυο σχολείων που επιδοτούνται μεν από την αρμόδια ομοσπονδιακή οντότητα, εν προκειμένω από τη Γαλλική Κοινότητα, αλλά είναι οργανωμένα από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Οι επίμαχες ενώσεις ανήκουν στο δίκτυο της ανεξάρτητης επιδοτούμενης εκπαίδευσης και αποτελούνται, αντιστοίχως, από μια ομοσπονδία που εκπροσωπεί τις οργανωτικές αρχές της καθολικής εκπαιδεύσεως, μια ομοσπονδία η οποία συγκεντρώνει τις οργανωτικές αρχές της ανεξάρτητης μη θρησκευτικής εκπαίδευσης και πέντε οργανωτικές αρχές ιδρυμάτων ανεξάρτητης επιδοτούμενης εκπαίδευσης θρησκευτικού χαρακτήρα.

10

Στο Βέλγιο, το ICN είναι επιφορτισμένο με τη συλλογή των στατιστικών στοιχείων που απαιτούνται στο πλαίσιο του ΕΣΛ 2010 και με την κατάταξη, για τον σκοπό αυτό, των διάφορων οικονομικών φορέων σε τομείς, στις κατηγορίες που καθορίζει ο κανονισμός 549/2013, με κύριους τομείς τα νοικοκυριά, τη γενική κυβέρνηση, τις εταιρίες (χρηματοοικονομικές και μη χρηματοοικονομικές), τα ΜΚΙΕΝ και την αλλοδαπή.

11

Με απόφαση της 28ης Μαρτίου 2018, το διοικητικό συμβούλιο του ICN έκρινε ότι οι επίμαχες ενώσεις αποτελούν «διακριτές θεσμικές μονάδες», υπό την έννοια του παραρτήματος Α, παράγραφος 2.12, του κανονισμού αυτού, οι οποίες ελέγχονται από τη γενική κυβέρνηση, και ειδικότερα από τη Γαλλική Κοινότητα. Κατά συνέπεια, το ICN έκρινε ότι οι οργανωτικές αρχές, ως μη εμπορικές μονάδες, έπρεπε να καταταγούν στον τομέα της γενικής κυβέρνησης σε περιφερειακό επίπεδο (τομέας S.1312), υπό την έννοια του παραρτήματος Α, παράγραφος 2.113, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού. Το ICN διευκρίνισε, μεταξύ άλλων, ότι ο δημόσιος έλεγχος, υπό την έννοια του ΕΣΛ 2010, των ιδρυμάτων ανεξάρτητης επιδοτούμενης εκπαίδευσης προκύπτει ιδίως από το γεγονός ότι η εκπαιδευτική δραστηριότητα χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου ή σχεδόν εξ ολοκλήρου από τον δημόσιο τομέα και από το γεγονός ότι η χρηματοδότηση αυτή εξαρτάται από την τήρηση κανονιστικού πλαισίου.

12

Στις 14 Ιουνίου 2018, οι επίμαχες ενώσεις άσκησαν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ήτοι του Conseil d’État (Συμβουλίου της Επικρατείας, Βέλγιο), προσφυγή ακυρώσεως κατά της εν λόγω απόφασης κατάταξης. Αμφισβητούν, μεταξύ άλλων, την εκτίμηση του ICN ότι ελέγχονται από τη Γαλλική Κοινότητα και θεωρούν ότι κακώς κατατάχθηκαν στον τομέα της γενικής κυβέρνησης ως ΜΚΙΕΝ.

13

Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, κατ’ αρχάς, ότι οι οργανωτικές αρχές των ιδρυμάτων ανεξάρτητης επιδοτούμενης εκπαίδευσης, οι οποίες έχουν τη νομική μορφή ενώσεων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, μπορούν να θεωρηθούν ως ΜΚΙ, υπό την έννοια του παραρτήματος A του κανονισμού 549/2013, και ότι οι επίμαχες ενώσεις δεν συμμερίζονται την άποψη του ICN όσον αφορά την ερμηνεία της έννοιας του «δημόσιου ελέγχου», κατά το παράρτημα αυτό, δεδομένου ότι η απόφαση της 28ης Μαρτίου 2018 εστιάζει, συναφώς, σε τρεις από τους πέντε δείκτες ελέγχου που προβλέπει η παράγραφος 20.15 του παραρτήματος, ήτοι στον βαθμό χρηματοδότησης, στους «άλλ[ους] όρ[ους] της νομιμοποιητικής πράξης» και στην έκθεση σε επιχειρηματικό κίνδυνο.

14

Στη συνέχεια, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, μολονότι η ανεξάρτητη επιδοτούμενη εκπαίδευση χρηματοδοτείται κυρίως είτε από τη Γαλλική Κοινότητα είτε από φορέα της γενικής κυβέρνησης, αυτό και μόνον το κριτήριο της χρηματοδότησης δεν επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης δημοσίου ελέγχου επί ενός ΜΚΙ, όταν το ΜΚΙ εξακολουθεί να είναι σε θέση να καθορίζει σημαντικά την πολιτική ή το πρόγραμμά του. Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο, στηριζόμενο στη σκέψη 77 της αποφάσεως της 11ης Σεπτεμβρίου 2019, FIG και FISE (C‑612/17 και C‑613/17, EU:C:2019:705), φρονεί ότι το ζήτημα του ελέγχου ενός ΜΚΙ από φορέα της γενικής κυβέρνησης δεν μπορεί να συνδέεται με το κατά πόσον η γενική κυβέρνηση ασκεί αποφασιστική επιρροή στη διαχείριση ή στην ικανότητα λήψης αποφάσεων της οικείας θεσμικής μονάδας, η οποία έχει εξ ορισμού πλήρη αυτονομία στον τομέα αυτόν, αλλά αφορά τον προσδιορισμό του κατά πόσον ο φορέας αυτός είναι σε θέση, παρά την ύπαρξη τέτοιας αυτονομίας, να διευθύνει και να ασκεί μορφές καταναγκασμού επί της μονάδας στο πλαίσιο αυτού καθεαυτόν του καθορισμού και της υλοποίησης των σκοπών, δραστηριοτήτων και στρατηγικών κατευθύνσεών της.

15

Τέλος, κατά το αιτούν δικαστήριο, η απόφαση του ICN να κατατάξει τις οργανωτικές αρχές των ιδρυμάτων ανεξάρτητης επιδοτούμενης εκπαίδευσης στον τομέα της γενικής κυβέρνησης στηρίζεται κατ’ ουσίαν στις διάφορες υποχρεώσεις που τους επιβάλλονται για να τύχουν της χρηματοδοτήσεως που χορηγεί η Γαλλική Κοινότητα. Οι υποχρεώσεις αυτές πρέπει να αναλυθούν υπό το πρίσμα του δείκτη ελέγχου που προβλέπεται στο παράρτημα A, παράγραφος 20.309, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 549/2013, σχετικά με τον «έλεγχο μέσω υπερβολικών κανονιστικών ρυθμίσεων». Εντούτοις, εν προκειμένω, κατά το αιτούν δικαστήριο, μολονότι από τα διάφορα στοιχεία που προέβαλε το ICN προκύπτει ότι η δραστηριότητα των επίμαχων ενώσεων υπόκειται σε σημαντική εθνική ρύθμιση, είναι, ωστόσο, δύσκολο να χαρακτηρισθεί η ρύθμιση αυτή ως «υπερβολική», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ελλείψει σχετικών ενδείξεων στη νομολογία του Δικαστηρίου. Προκειμένου να λάβει διευκρινίσεις επί του θέματος, το αιτούν δικαστήριο διατυπώνει το πρώτο προδικαστικό ερώτημα.

16

Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, στο πλαίσιο του δεύτερου ερωτήματός του, ως προς το περιεχόμενο του παραρτήματος A, παράγραφος 20.15, του κανονισμού 549/2013, το οποίο προβλέπει μεν, κατ’ ουσίαν, στην πρώτη περίοδο, ότι ο έλεγχος που ασκεί φορέας της γενικής κυβέρνησης επί ενός ΜΚΙ ορίζεται ως η ικανότητα καθορισμού της γενικής πολιτικής ή του προγράμματός του, προβλέπει δε, στη δεύτερη περίοδο, ότι μόνη η δημόσια παρέμβαση με τη μορφή γενικών κανονισμών που ισχύουν σε όλες τις μονάδες στο πλαίσιο της ίδιας δραστηριότητας δεν είναι κατάλληλη όταν πρόκειται να αποφασισθεί κατά πόσον η γενική κυβέρνηση κατέχει τον έλεγχο μιας μεμονωμένης μονάδας. Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η απόφαση του ICN στηρίζεται επίσης στο γεγονός ότι το νομικό καθεστώς που εφαρμόζεται στο προσωπικό της ανεξάρτητης επιδοτούμενης εκπαίδευσης ομοιάζει με το καθεστώς στο οποίο υπόκειται το προσωπικό της επίσημης εκπαίδευσης, το οποίο ομοιάζει με τη σειρά του με το καθεστώς της δημόσιας διοίκησης. Επομένως, πρέπει να καθοριστεί αν το «καθεστώς» που εφαρμόζεται στο προσωπικό της ανεξάρτητης επιδοτούμενης εκπαίδευσης μπορεί να θεωρηθεί ως «γενικ[ός] κανονισμ[ός] που ισχύ[ει] σε όλες τις μονάδες που εργάζονται στο πλαίσιο της ίδιας δραστηριότητας». Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, κατ’ εφαρμογήν του «αρνητικού κριτηρίου» που προβλέπεται στη δεύτερη περίοδο της διατάξεως αυτής, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η ύπαρξη αυτού του «καθεστώτος» δεν είναι κατάλληλη όταν πρόκειται να αποφασισθεί κατά πόσον η γενική κυβέρνηση «κατέχει τον έλεγχο μιας θεσμικής μονάδας». Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, αν ο «ίδιος τομέας δραστηριότητας», υπό την έννοια της δεύτερης αυτής περιόδου, είναι ο ίδιος ο εκπαιδευτικός τομέας, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, παρά την ύπαρξη ομοιότητας μεταξύ των δύο νομικών καθεστώτων που εφαρμόζονται αντιστοίχως στις δύο επίμαχες κατηγορίες προσωπικού, ορισμένοι εθνικοί κανόνες εφαρμόζονται μόνο στο προσωπικό της ανεξάρτητης επιδοτούμενης εκπαίδευσης, χωρίς ωστόσο να αφορούν ειδικά κάθε μία από τις «μεμονωμένες μονάδες» της που συνιστούν τις διάφορες οργανωτικές αρχές.

17

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Έχει το παράρτημα Α, παράγραφος 20.309, στοιχείο ηʹ, του [κανονισμού 549/2013] την έννοια ότι κανονιστική ρύθμιση μέσω της οποίας η αρμόδια στον τομέα της εκπαιδευτικής δραστηριότητας γενική κυβέρνηση:

εγκρίνει το πρόγραμμα σπουδών,

ρυθμίζει τόσο τη διάρθρωση των σπουδών όσο και τις κατά προτεραιότητα και τις ειδικές αποστολές, οργανώνει τον έλεγχο των προϋποθέσεων εγγραφής και αποπομπής των μαθητών, των αποφάσεων των μαθητικών συμβουλίων και της οικονομικής συμμετοχής, οργανώνει τη συγκέντρωση σχολικών ιδρυμάτων σε διαρθρωμένα δίκτυα και επιβάλλει την κατάρτιση εκπαιδευτικών, παιδαγωγικών και σχολικών προγραμμάτων, καθώς και την υποβολή έκθεσης δραστηριοτήτων·

οργανώνει έλεγχο και επιθεώρηση που αφορούν ιδίως τους διδασκόμενους τομείς, το επίπεδο των σπουδών και την εφαρμογή του γλωσσικού καθεστώτος, εξαιρουμένων των παιδαγωγικών μεθόδων· και

επιβάλλει ανά τάξη, τμήμα, βαθμίδα ή άλλη υποδιαίρεση, ελάχιστο αριθμό μαθητών, εκτός εάν υπάρχει παρέκκλιση με υπουργική απόφαση,

πρέπει να θεωρηθεί “υπερβολική” κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ώστε ουσιαστικά να υπαγορεύει ή να δεσμεύει τη γενική πολιτική ή το πρόγραμμα των μονάδων του τομέα της οικείας δραστηριότητας;

2)

Έχει το παράρτημα Α, παράγραφος 20.15, του ίδιου κανονισμού την έννοια ότι οι γενικοί κανονισμοί περιλαμβάνουν ειδικούς κανόνες που συνιστούν “καθεστώς”, οι οποίοι εφαρμόζονται στα μέλη του προσωπικού μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων στον τομέα της εκπαίδευσης που χρηματοδοτούνται από τη γενική κυβέρνηση;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

18

Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το παράρτημα Α, παράγραφος 20.309, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 549/2013 έχει την έννοια ότι εθνική ρύθμιση που αφορά τα ΜΚΙ που δραστηριοποιούνται στον τομέα της εκπαίδευσης και τα οποία, ενώ επιδοτούνται από τον αρμόδιο φορέα της εθνικής γενικής κυβέρνησης, απολαύουν της ελευθερίας της εκπαίδευσης την οποία εγγυάται το Σύνταγμα εμπίπτει στην έννοια της «υπερβολικής κανονιστικής ρυθμίσεως», όταν η εθνική αυτή ρύθμιση αναθέτει στον εν λόγω φορέα την αποστολή ή το δικαίωμα:

να εγκρίνει το πρόγραμμα σπουδών·

να ρυθμίζει τόσο τη διάρθρωση των σπουδών όσο και τις κατά προτεραιότητα και τις ειδικές αποστολές, να οργανώνει τον έλεγχο των προϋποθέσεων εγγραφής και αποπομπής των μαθητών, των αποφάσεων των μαθητικών συμβουλίων και της οικονομικής συμμετοχής, να οργανώνει τη συγκέντρωση σχολικών ιδρυμάτων σε διαρθρωμένα δίκτυα και να επιβάλλει την κατάρτιση εκπαιδευτικών, παιδαγωγικών και σχολικών προγραμμάτων, καθώς και την υποβολή έκθεσης δραστηριοτήτων·

να οργανώνει έλεγχο και επιθεώρηση που αφορούν ιδίως τους διδασκόμενους τομείς, το επίπεδο των σπουδών και την εφαρμογή του γλωσσικού καθεστώτος, εξαιρουμένων των παιδαγωγικών μεθόδων, και

να επιβάλλει ανά τάξη, τμήμα, βαθμίδα ή άλλη υποδιαίρεση ελάχιστο αριθμό μαθητών, εκτός εάν υπάρχει παρέκκλιση με υπουργική απόφαση.

19

Πρέπει εκ προοιμίου να επισημανθεί ότι, με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να εξετάσει το περιεχόμενο και την έκταση των υποχρεώσεων στις οποίες υπόκεινται οι οργανωτικές αρχές της ανεξάρτητης επιδοτούμενης εκπαίδευσης δυνάμει της βελγικής νομοθεσίας και να κρίνει αν αυτές πρέπει να θεωρηθούν «υπερβολικές» σε τέτοιο βαθμό ώστε να υπαγορεύουν ή να δεσμεύουν, στην πράξη, τη γενική πολιτική ή το πρόγραμμα των μονάδων του οικείου τομέα δραστηριότητας ως προς τα κριτήρια και τους δείκτες που απαιτούνται βάσει του ΕΣΛ 2010.

20

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, με το σχετικό αίτημα του αιτούντος δικαστηρίου ζητείται, στην πραγματικότητα, από το Δικαστήριο να εξετάσει την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία σχετικά με την έκταση της επιρροής που ασκεί η Γαλλική Κοινότητα στον τομέα δραστηριότητας της επιδοτούμενης εκπαίδευσης.

21

Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, η οποία στηρίζεται σε σαφή διάκριση των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο, μόνον δε ο εθνικός δικαστής μπορεί να διαπιστώσει και να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και να καθορίσει το ακριβές περιεχόμενο των εθνικών νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων (απόφαση της 4ης Μαρτίου 2020, Schenker, C‑655/18, EU:C:2020:157, σκέψη 19 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

22

Ωστόσο, το Δικαστήριο, καλούμενο να δώσει χρήσιμες απαντήσεις στο εθνικό δικαστήριο, είναι αρμόδιο να παράσχει, με βάση τη δικογραφία της υπόθεσης της κύριας δίκης και τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις που του υποβλήθηκαν, στοιχεία που θα δώσουν στο εθνικό δικαστήριο τη δυνατότητα να αποφανθεί (απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Fonds du Logement de la Région de Bruxelles-Capitale, C‑632/18, EU:C:2019:833, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

23

Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται προκαταρκτικώς ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 1 και 3 καθώς και από το παράρτημα A, παράγραφοι 1.01 και 1.19, του κανονισμού 549/2013, το ΕΣΛ 2010 θεσπίζει ένα πλαίσιο αναφοράς το οποίο αποβλέπει, για τις ανάγκες τόσο των πολιτών της Ένωσης όσο και της ίδιας της Ένωσης, στην κατάρτιση των λογαριασμών των κρατών μελών. Η κατάρτισή τους πρέπει να πραγματοποιείται βάσει ενός ενιαίου συνόλου αρχών που να μην επιδέχονται διαφορετικές ερμηνείες, ώστε να είναι δυνατή η επίτευξη συγκρίσιμων αποτελεσμάτων (πρβλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2019, FIG και FISE, C‑612/17 και C‑613/17, EU:C:2019:705, σκέψη 32).

24

Για τους λογιστικούς σκοπούς του ΕΣΛ 2010, κάθε θεσμική μονάδα, η οποία ορίζεται, κατ’ ουσίαν, στο παράρτημα A, παράγραφοι 1.57 και 2.12, του κανονισμού 549/2013 ως οικονομική οντότητα η οποία χαρακτηρίζεται από αυτονομία σε θέματα λήψης αποφάσεων κατά την άσκηση της κύριας λειτουργίας της, πρέπει να ταξινομείται σε έναν από τους έξι κύριους τομείς που απαριθμούνται στο παράρτημα Α, παράγραφος 1.34, του κανονισμού αυτού, ήτοι τα νοικοκυριά, τη γενική κυβέρνηση, τις χρηματοοικονομικές εταιρίες και τις μη χρηματοοικονομικές εταιρίες, τα ΜΚΙΕΝ και την αλλοδαπή (απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2019, FIG και FISE, C‑612/17 και C‑613/17, EU:C:2019:705, σκέψη 33).

25

Στην υπόθεση της κύριας δίκης, καθεμία από τις επίμαχες ενώσεις αποτελεί «θεσμική μονάδα», υπό την έννοια του παραρτήματος A, παράγραφοι 1.57 και 2.12, του κανονισμού 549/2013. Μολονότι οι επίμαχες ενώσεις δεν αμφισβητούν την κατάταξή τους, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, στην κατηγορία των «ΜΚΙ μη εμπορικού χαρακτήρα», υπό την έννοια του παραρτήματος A, παράγραφοι 3.31 και 20.29, του κανονισμού 549/2013, υφίστανται, αντιθέτως, διαφωνίες μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης όσον αφορά το ζήτημα αν οι επίμαχες ενώσεις ελέγχονται από φορέα της γενικής κυβέρνησης.

26

Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, το ΜΚΙ κατατάσσεται στον τομέα της γενικής κυβέρνησης, ενώ, σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, κατατάσσεται στα ΜΚΙΕΝ. Η συγκεκριμένη μέθοδος ταξινόμησης προκύπτει ιδίως από τη συνδυασμένη ερμηνεία του παραρτήματος Α, παράγραφοι 1.35, 2.130, 3.31, 20.05 και 20.13, του κανονισμού 549/2013 (πρβλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2019, FIG και FISE, C‑612/17 και C‑613/17, EU:C:2019:705, σκέψη 34).

27

Η γενική έννοια του «ελέγχου» ορίζεται με παρόμοιο τρόπο στο παράρτημα Α, παράγραφοι 1.36, 20.15, 20.18, 20.306 και 20.309 του κανονισμού 549/2013, ως η ικανότητα καθορισμού της γενικής πολιτικής ή του προγράμματος μιας μονάδας ή οντότητας. Η παράγραφος 20.309 του παραρτήματος αυτού, η οποία περιέχεται στο τμήμα του κεφαλαίου 20 που αφορά τον δημόσιο τομέα στον οποίο περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η γενική κυβέρνηση και οι ελεγχόμενες από αυτήν μονάδες ή οντότητες, αναφέρει εννέα γενικούς δείκτες ελέγχου βάσει των οποίων μπορεί να καθοριστεί αν μια εδρεύουσα στην ημεδαπή μονάδα μπορεί να θεωρηθεί ελεγχόμενη από τη γενική κυβέρνηση για τους σκοπούς της ταξινόμησής της στον δημόσιο τομέα, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 20.310 του εν λόγω παραρτήματος, ορισμένοι από τους εν λόγω δείκτες ενδέχεται κατά περίπτωση να μην ενδείκνυνται για τον σκοπό αυτόν (απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2019, FIG και FISE, C‑612/17 και C‑613/17, EU:C:2019:705, σκέψη 35).

28

Το παράρτημα A, παράγραφος 20.15, του κανονισμού 549/2013 αφορά ειδικότερα το ζήτημα του ελέγχου των ΜΚΙ από τη γενική κυβέρνηση και προβλέπει πέντε δείκτες ελέγχου που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να κριθεί αν το ΜΚΙ τελεί υπό δημόσιο έλεγχο. Οι πέντε αυτοί δείκτες περιλαμβάνονται επίσης στο παράρτημα Α, παράγραφος 2.39, του κανονισμού 549/2013 με ορισμένες παραλλαγές στη διατύπωση αναλόγως της γλωσσικής απόδοσης. Πρέπει να θεωρηθεί ότι, καθόσον ρυθμίζουν το ίδιο ζήτημα και επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, ήτοι να προσδιορίσουν τους δείκτες ελέγχου που ισχύουν για τα ΜΚΙ, οι παράγραφοι 2.39 και 20.15 του παραρτήματος αυτού πρέπει, παρά τις εν λόγω παραλλαγές στη διατύπωση, να αλληλοσυμπληρώνονται κατά την ερμηνεία τους και να θεωρούνται μία ενιαία διάταξη (πρβλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2019, FIG και FISE, C‑612/17 και C‑613/17, EU:C:2019:705, σκέψη 37).

29

Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, καθόσον το παράρτημα Α, παράγραφος 20.309, του κανονισμού 549/2013 ορίζει την έννοια του «ελέγχου» προκειμένου να οριοθετήσει τον δημόσιο τομέα εν γένει και καθόσον η ενιαία διάταξη των παραγράφων 2.39 και 20.15 ορίζει την ίδια έννοια ούτως ώστε να διακριθούν τα ανήκοντα στη γενική κυβέρνηση ΜΚΙ από εκείνα που δεν ανήκουν σε αυτήν, αμφότεροι οι ορισμοί επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό και μπορούν, ως εκ τούτου, να έχουν εφαρμογή, όσον αφορά τα ΜΚΙ, στις ίδιες οντότητες. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι δύο αυτές διατάξεις αλληλοσυμπληρώνονται και, ως εκ τούτου, εφαρμόζονται από κοινού και κατά τρόπο εναρμονισμένο προκειμένου να διαπιστωθεί αν μια μονάδα ανήκει στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα και, συνεπώς, όταν πρόκειται για ΜΚΙ, αν εμπίπτει στον τομέα της γενικής κυβέρνησης σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του παραρτήματος A, παράγραφοι 3.31 και 20.13, του κανονισμού 549/2013, ή αν αποτελεί ΜΚΙΕΝ (απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2019, FIG και FISE, C‑612/17 και C‑613/17, EU:C:2019:705, σκέψη 38).

30

Εν προκειμένω, για να καθοριστεί αν οι επίμαχες ενώσεις ελέγχονται από φορέα της γενικής κυβέρνησης, το αιτούν δικαστήριο, εστιάζοντας στο γεγονός ότι το κριτήριο χρηματοδοτήσεως δεν επιτρέπει από μόνο του τη διαπίστωση της ύπαρξης ελέγχου, επέλεξε να υποβάλει στο Δικαστήριο ερώτημα μόνον ως προς την ερμηνεία του παραρτήματος Α, παράγραφος 20.309, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 549/2013 και ως προς το ζήτημα αν το σύνολο των δικαιωμάτων και των καθηκόντων που ο εθνικός νομοθέτης ανέθεσε στη Γαλλική Κοινότητα πρέπει να θεωρηθεί ως «έλεγχος μέσω υπερβολικών κανονιστικών ρυθμίσεων», υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.

31

Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, «[ό]ταν οι κανονιστικές ρυθμίσεις είναι τόσο αυστηρές, ώστε ουσιαστικά να υπαγορεύουν τη γενική πολιτική της επιχείρησης, αποτελούν μια μορφή ελέγχου». Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η εν λόγω διάταξη εντάσσεται στο πλαίσιο του δείκτη ελέγχου σχετικά με τις «διατάξεις των πράξεων εξουσιοδότησης» ή τους «άλλ[ους] όρ[ους] της νομιμοποιητικής πράξης, όπως [τις] υποχρεώσεις που προβλέπονται στο καταστατικό του ΜΚΙ», που διαλαμβάνεται, αντιστοίχως, στο παράρτημα A, παράγραφος 2.39, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 549/2013 και στο παράρτημα A, παράγραφος 20.15, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 549/2013, στο μέτρο που ο εν λόγω δείκτης αντιστοιχεί στα διάφορα παραδείγματα τα οποία μνημονεύονται στην παράγραφο 20.309, στοιχεία αʹ έως γʹ και ζʹ έως θʹ, του εν λόγω παραρτήματος (απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2019, FIG και FISE, C‑612/17 και C‑613/17, EU:C:2019:705, σκέψη 64).

32

Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι από το παράρτημα A, παράγραφος 20.309, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 549/2013 προκύπτει ότι κανονιστική παρέμβαση η οποία, ανεξαρτήτως του γενικού ή λεπτομερούς χαρακτήρα της, έχει τέτοια παρεμβατική φύση ώστε να καθορίζει, de facto, τη γενική πολιτική ή το πρόγραμμα μιας μονάδας ή ακόμη και όλων των μονάδων ενός και του αυτού τομέα δραστηριοτήτων μπορεί να αποτελεί ένδειξη ελέγχου (πρβλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2019, FIG και FISE, C‑612/17 και C‑613/17, EU:C:2019:705, σκέψη 48).

33

Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η έννοια της «ικανότητα[ς] καθορισμού της γενικής πολιτικής ή του προγράμματος» ενός ΜΚΙ, κατά το παράρτημα A, παράγραφος 20.15, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 549/2013, ορίστηκε από το Δικαστήριο ως αφορώσα την ικανότητα φορέα της γενικής κυβέρνησης να ασκεί, κατά τρόπο διαρκή και μόνιμο, πραγματική και ουσιαστική επιρροή στον ορισμό και την υλοποίηση των σκοπών, των δραστηριοτήτων και των επιχειρησιακών πτυχών του ΜΚΙ, καθώς και των στρατηγικών προσανατολισμών και των κατευθυντήριων οδηγιών που πρόκειται να ακολουθήσει το ΜΚΙ κατά την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων (απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2019, FIG και FISE, C‑612/17 και C‑613/17, EU:C:2019:705, σκέψη 90).

34

Λαμβανομένης υπόψη της αλληλοσυμπλήρωσης των διατάξεων του παραρτήματος A, παράγραφοι 20.15 και 20.309, του κανονισμού 549/2013, η οποία τονίστηκε στις σκέψεις 28 και 29 της παρούσας αποφάσεως, η ερμηνεία αυτή του παραρτήματος A, παράγραφος 20.15, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 549/2013 πρέπει, όπως ορθώς υποστηρίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, να εφαρμόζεται επίσης, κατ’ αναλογίαν, στην ερμηνεία του παραρτήματος Α, παράγραφος 20.309, στοιχείο ηʹ, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού αυτού, το οποίο προβλέπει ότι, «[ό]ταν οι κανονιστικές ρυθμίσεις είναι τόσο αυστηρές, ώστε ουσιαστικά να υπαγορεύουν τη γενική πολιτική της επιχείρησης, αποτελούν μια μορφή ελέγχου».

35

Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το παράρτημα A, παράγραφος 20.309, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 549/2013, σε συνδυασμό με τις παραγράφους 2.39, στοιχείο βʹ, και 20.15, στοιχείο βʹ, του εν λόγω παραρτήματος, έχει την έννοια ότι εθνική ρύθμιση που αφορά τα ΜΚΙ που δραστηριοποιούνται στον τομέα της εκπαίδευσης και τα οποία, ενώ επιδοτούνται από την αρμόδια εθνική γενική κυβέρνηση, απολαύουν της ελευθερίας της εκπαίδευσης την οποία εγγυάται το Σύνταγμα πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «υπερβολική», κατά την έννοια του παραρτήματος Α, παράγραφος 20.309, στοιχείο ηʹ, όταν οι αποστολές και τα δικαιώματα που η ρύθμιση αυτή αναθέτει στην εν λόγω γενική κυβέρνηση έχουν τόσο παρεμβατικό χαρακτήρα ώστε ουσιαστικά να υπαγορεύουν τη γενική πολιτική ή το πρόγραμμα των οικείων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων καθιστώντας δυνατή την άσκηση εκ μέρους της γενικής κυβέρνησης, κατά τρόπο διαρκή και μόνιμο, πραγματικής και ουσιαστικής επιρροής στον καθορισμό και την υλοποίηση των σκοπών, των δραστηριοτήτων και των επιχειρησιακών πτυχών των μονάδων αυτών, καθώς και των στρατηγικών προσανατολισμών και των κατευθυντήριων οδηγιών που πρόκειται να ακολουθήσουν οι εν λόγω μονάδες κατά την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων τους.

36

Συνεπώς, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο που έχει άμεση γνώση της διαφοράς της κύριας δίκης, να προβεί, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των κρίσιμων πραγματικών και νομικών περιστάσεων, στις αναγκαίες εξακριβώσεις προκειμένου να κρίνει αν οι εξουσίες που διαθέτει η Γαλλική Κοινότητα έναντι των επίμαχων ενώσεων, μέσω εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, έχουν τόσο παρεμβατικό χαρακτήρα ώστε ουσιαστικά να υπαγορεύουν τη γενική πολιτική ή το πρόγραμμα των επίμαχων ενώσεων, ιδίως διότι στην εν λόγω αρχή ανατίθεται ο καθορισμός των προγραμμάτων και του περιεχομένου των μαθημάτων και, ως εκ τούτου, ο καθορισμός των σκοπών της εκπαίδευσης, ή προκειμένου να κρίνει ακόμη και αν το αποτέλεσμα των εξουσιών αυτών περιορίζεται, όπως ισχυρίζονται οι επίμαχες ενώσεις με τις γραπτές τους παρατηρήσεις, σε έναν απλό έλεγχο που ασκείται εκ των υστέρων, χωρίς αποφασιστική σημασία για τη γενική πολιτική ή το σχολικό ή ακαδημαϊκό πρόγραμμα, στο μέτρο που αυτή η εθνική ρύθμιση δεν αφορά το συγκεκριμένο περιεχόμενο της εκπαίδευσης το οποίο θα επέτρεπε, ως εκ τούτου, την απόκτηση ενός πιστοποιητικού που επιβεβαιώνει μια επιτυχημένη σχολική ή ακαδημαϊκή χρονιά.

37

Ούτως εχόντων των πραγμάτων και εν πάση περιπτώσει, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προβεί σε συνολική εκτίμηση των δεικτών, συμπεριλαμβανομένου του δείκτη σχετικά με τον βαθμό χρηματοδότησης, διευκρινιζομένου ότι η εκτίμηση αυτή καταλήγει ως εκ της φύσεώς της, σύμφωνα με το παράρτημα A, παράγραφος 20.15, τελευταία περίοδος, του κανονισμού 549/2013, σε «απόφαση κρίσεως» (πρβλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2019, FIG και FISE, C‑612/17 και C‑613/17, EU:C:2019:705, σκέψεις 87 και 88). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το παράρτημα A, παράγραφος 20.310, του κανονισμού αυτού, κάθε περίπτωση κατάταξης πρέπει να εξετάζεται χωριστά και όλοι οι δείκτες ενδέχεται να μην ασκούν επιρροή σε ορισμένες περιπτώσεις, ενώ, σε άλλες περιπτώσεις, πλείονες δείκτες, εξεταζόμενοι χωριστά, μπορούν από κοινού να υποδηλώνουν την ύπαρξη ελέγχου. Το παράρτημα A, παράγραφος 2.39, τελευταία περίοδος, και σημείο 20.15, έκτη περίοδος, του εν λόγω κανονισμού διατυπώνει την ίδια αρχή κατά την οποία, στις περισσότερες περιπτώσεις, η εξακρίβωση ενός συνόλου δεικτών μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη ελέγχου.

38

Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το παράρτημα Α, παράγραφος 20.309, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 549/2013, σε συνδυασμό με την παράγραφο 2.39, στοιχείο βʹ, και την παράγραφο 20.15, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος αυτού, έχει την έννοια ότι εθνική ρύθμιση που αφορά τα ΜΚΙ που δραστηριοποιούνται στον τομέα της εκπαίδευσης και τα οποία, ενώ επιδοτούνται από τον αρμόδιο φορέα της εθνικής γενικής κυβέρνησης, απολαύουν της ελευθερίας της εκπαίδευσης την οποία εγγυάται το Σύνταγμα εμπίπτει στην έννοια των «υπερβολικών κανονιστικών ρυθμίσεων», όταν η εθνική αυτή ρύθμιση αναθέτει στον εν λόγω φορέα την αποστολή ή το δικαίωμα:

να εγκρίνει το πρόγραμμα σπουδών,

να ρυθμίζει τόσο τη διάρθρωση των σπουδών όσο και τις κατά προτεραιότητα και τις ειδικές αποστολές, να οργανώνει τον έλεγχο των προϋποθέσεων εγγραφής και αποπομπής των μαθητών, των αποφάσεων των μαθητικών συμβουλίων και της οικονομικής συμμετοχής, να οργανώνει τη συγκέντρωση σχολικών ιδρυμάτων σε διαρθρωμένα δίκτυα και να επιβάλλει την κατάρτιση εκπαιδευτικών, παιδαγωγικών και σχολικών προγραμμάτων, καθώς και την υποβολή έκθεσης δραστηριοτήτων,

να οργανώνει έλεγχο και επιθεώρηση που αφορούν ιδίως τους διδασκόμενους τομείς, το επίπεδο των σπουδών και την εφαρμογή του γλωσσικού καθεστώτος, εξαιρουμένων των παιδαγωγικών μεθόδων, και

να επιβάλλει ανά τάξη, τμήμα, βαθμίδα ή άλλη υποδιαίρεση ελάχιστο αριθμό μαθητών, εκτός εάν υπάρχει παρέκκλιση με υπουργική απόφαση,

εφόσον οι αποστολές και τα δικαιώματα αυτά έχουν τόσο παρεμβατικό χαρακτήρα ώστε ουσιαστικά υπαγορεύουν τη γενική πολιτική ή το πρόγραμμα των οικείων ΜΚΙ, καθιστώντας δυνατή την άσκηση εκ μέρους της γενικής κυβέρνησης, κατά τρόπο διαρκή και μόνιμο, πραγματικής και ουσιαστικής επιρροής στον καθορισμό και την υλοποίηση των σκοπών, των δραστηριοτήτων και των επιχειρησιακών πτυχών των εν λόγω ΜΚΙ, καθώς και των στρατηγικών προσανατολισμών και των κατευθυντήριων οδηγιών που πρόκειται να ακολουθήσουν αυτά τα ΜΚΙ κατά την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων τους, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

39

Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το παράρτημα Α, παράγραφος 20.15, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 549/2013 έχει την έννοια ότι εθνική ρύθμιση η οποία θεσπίζει νομικό καθεστώς εφαρμοστέο μόνο στα μέλη του προσωπικού των ΜΚΙ που δραστηριοποιούνται στον τομέα της εκπαίδευσης και χρηματοδοτούνται από φορέα της γενικής κυβέρνησης εμπίπτει στην έννοια των «γενικών κανονισμών που ισχύουν σε όλες τις μονάδες που εργάζονται στο πλαίσιο της ίδιας δραστηριότητας».

40

Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνεύεται ως περιλαμβάνουσα κάθε παρέμβαση μονάδας του δημόσιου τομέα η οποία θεσπίζει ή εφαρμόζει κανονιστική ρύθμιση αποσκοπούσα στην υπαγωγή, αδιακρίτως και καθ’ ομοιόμορφο τρόπο, όλων των μονάδων του οικείου τομέα δραστηριοτήτων σε συνολικούς, ευρείς και αφηρημένους κανόνες ή γενικές κατευθύνσεις, χωρίς όμως η ρύθμιση αυτή να μπορεί, ιδίως από την «υπερβολική» φύση ή τον «υπερβολικό» χαρακτήρα της, κατά την έννοια του παραρτήματος Α, παράγραφος 20.309, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 549/2013, να υπαγορεύει, στην πράξη, τη γενική πολιτική ή το πρόγραμμα των μονάδων του οικείου τομέα δραστηριοτήτων (απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2019, FIG και FISE, C‑612/17 και C‑613/17, EU:C:2019:705, σκέψη 54).

41

Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι το παράρτημα Α, παράγραφος 20.15, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 549/2013, κατά το οποίο «[η] δημόσια παρέμβαση με τη μορφή γενικών κανονισμών που ισχύουν σε όλες τις μονάδες που εργάζονται στο πλαίσιο της ίδιας δραστηριότητας δεν είναι κατάλληλη όταν πρόκειται να αποφασισθεί κατά πόσον η γενική κυβέρνηση κατέχει τον έλεγχο μιας μεμονωμένης μονάδας», αποσκοπεί στο να μην εκλαμβάνεται ως «έλεγχος», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κάθε παρέμβαση μονάδας του δημόσιου τομέα που αποβλέπει στη θέσπιση ή στην εφαρμογή κανονιστικής ρύθμισης βάσει της οποίας όλες οι μονάδες του οικείου τομέα δραστηριοτήτων υπόκεινται αδιακρίτως και καθ’ ομοιόμορφο τρόπο σε συνολικούς, ευρείς και αφηρημένους κανόνες ή γενικές κατευθύνσεις (πρβλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2019, FIG και FISE, C‑612/17 και C‑613/17, EU:C:2019:705, σκέψεις 42 και 43).

42

Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι το «καθεστώς» προβλέπει ειδικούς κανόνες που ισχύουν για τα μέλη του προσωπικού των ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται στον τομέα της εκπαίδευσης και χρηματοδοτούνται από φορέα της γενικής κυβέρνησης. Πράγματι, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η κανονιστική ρύθμιση που εφαρμόζεται στα ιδρύματα ανεξάρτητης επιδοτούμενης εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένου του «καθεστώτος» που ισχύει για τα μέλη του προσωπικού, δεν έχει εφαρμογή στα ιδιωτικά σχολεία που δεν λαμβάνουν χρηματοδότηση από τη Γαλλική Κοινότητα. Ομοίως, με τις γραπτές παρατηρήσεις τους, οι επίμαχες ενώσεις επισήμαναν ότι «ο επίμαχος κανόνας» εφαρμόζεται μόνο στο προσωπικό του οποίου η απασχόληση επιδοτείται. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει με τη σειρά του ότι, «[ε]άν ο σχετικός τομέας δραστηριότητας είναι η ίδια η εκπαίδευση, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ορισμένοι κανόνες διαταγμάτων εφαρμόζονται μόνο στο προσωπικό της ανεξάρτητης επιδοτούμενης εκπαίδευσης».

43

Εν προκειμένω, πάντως, ο τομέας της ανεξάρτητης επιδοτούμενης εκπαίδευσης δεν μπορεί να θεωρηθεί τομέας δραστηριότητας διακριτός από τον τομέα της δημόσιας εκπαίδευσης ή της εκπαίδευσης εν γένει στο Βέλγιο. Επομένως, οι ειδικοί κανόνες που συνιστούν «καθεστώς» που ισχύει μόνο για τα μέλη του προσωπικού των ιδρυμάτων της ανεξάρτητης επιδοτούμενης εκπαίδευσης δεν αφορούν το σύνολο του τομέα της εκπαιδευτικής δραστηριότητας, αλλά μόνον το τμήμα που συνιστά το ανεξάρτητο επιδοτούμενο δίκτυο. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι η επίμαχη ρύθμιση δεν εφαρμόζεται σε όλες τις μονάδες που εμπίπτουν στον ίδιο τομέα δραστηριότητας, ήτοι στην εκπαίδευση, το «καθεστώς» δεν μπορεί να εμπίπτει στην έννοια του «γενικού κανονισμού», κατά την έννοια του παραρτήματος A, παράγραφος 20.15, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 549/2013.

44

Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το παράρτημα Α, παράγραφος 20.15, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 549/2013 έχει την έννοια ότι εθνική ρύθμιση που θεσπίζει νομικό καθεστώς εφαρμοστέο μόνο στα μέλη του προσωπικού των ΜΚΙ που δραστηριοποιούνται στον τομέα της εκπαίδευσης και χρηματοδοτούνται από φορέα της γενικής κυβέρνησης δεν εμπίπτει στην έννοια των «γενικών κανονισμών που ισχύουν σε όλες τις μονάδες που εργάζονται στο πλαίσιο της ίδιας δραστηριότητας».

Επί των δικαστικών εξόδων

45

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφαίνεται:

 

1)

Το παράρτημα Α, παράγραφος 20.309, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 549/2013, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, για το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδυασμό με την παράγραφο 2.39, στοιχείο βʹ, και την παράγραφο 20.15, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος αυτού, έχει την έννοια ότι εθνική ρύθμιση που αφορά τα ΜΚΙ που δραστηριοποιούνται στον τομέα της εκπαίδευσης και τα οποία, ενώ επιδοτούνται από τον αρμόδιο φορέα της εθνικής γενικής κυβέρνησης, απολαύουν της ελευθερίας της εκπαίδευσης την οποία εγγυάται το Σύνταγμα εμπίπτει στην έννοια της «υπερβολικής κανονιστικής ρύθμισης», όταν η εθνική αυτή ρύθμιση αναθέτει στον εν λόγω φορέα την αποστολή ή το δικαίωμα:

να εγκρίνει το πρόγραμμα σπουδών,

να ρυθμίζει τόσο τη διάρθρωση των σπουδών όσο και τις κατά προτεραιότητα και τις ειδικές αποστολές, να οργανώνει τον έλεγχο των προϋποθέσεων εγγραφής και αποπομπής των μαθητών, των αποφάσεων των μαθητικών συμβουλίων και της οικονομικής συμμετοχής, να οργανώνει τη συγκέντρωση σχολικών ιδρυμάτων σε διαρθρωμένα δίκτυα και να επιβάλλει την κατάρτιση εκπαιδευτικών, παιδαγωγικών και σχολικών προγραμμάτων, καθώς και την υποβολή έκθεσης δραστηριοτήτων,

να οργανώνει έλεγχο και επιθεώρηση που αφορούν ιδίως τους διδασκόμενους τομείς, το επίπεδο των σπουδών και την εφαρμογή του γλωσσικού καθεστώτος, εξαιρουμένων των παιδαγωγικών μεθόδων, και

να επιβάλλει ανά τάξη, τμήμα, βαθμίδα ή άλλη υποδιαίρεση ελάχιστο αριθμό μαθητών, εκτός εάν υπάρχει παρέκκλιση με υπουργική απόφαση,

εφόσον οι αποστολές και τα δικαιώματα αυτά έχουν αρκετά παρεμβατικό χαρακτήρα ώστε ουσιαστικά υπαγορεύουν τη γενική πολιτική ή το πρόγραμμα των οικείων ΜΚΙ, καθιστώντας δυνατή την άσκηση εκ μέρους της γενικής κυβέρνησης, κατά τρόπο διαρκή και μόνιμο, πραγματικής και ουσιαστικής επιρροής στον καθορισμό και την υλοποίηση των σκοπών, των δραστηριοτήτων και των επιχειρησιακών πτυχών των εν λόγω ΜΚΙ, καθώς και των στρατηγικών προσανατολισμών και των κατευθυντήριων οδηγιών που πρόκειται να ακολουθήσουν αυτά τα ΜΚΙ κατά την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων τους, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

 

2)

Το παράρτημα Α, παράγραφος 20.15, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 549/2013 έχει την έννοια ότι εθνική ρύθμιση που θεσπίζει νομικό καθεστώς εφαρμοστέο μόνο στα μέλη του προσωπικού των ιδρυμάτων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που δραστηριοποιούνται στον τομέα της εκπαίδευσης και χρηματοδοτούνται από φορέα της γενικής κυβέρνησης δεν εμπίπτει στην έννοια των «γενικών κανονισμών που ισχύουν σε όλες τις μονάδες που εργάζονται στο πλαίσιο της ίδιας δραστηριότητας».

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.