Υπόθεση C‑69/21
X
κατά
Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid
[αίτηση του rechtbank Den Haag (πρωτοδικείου Χάγης, Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 22ας Νοεμβρίου 2022
«Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Άρθρα 4, 7 και 19 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης – Σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής – Προστασία σε περίπτωση απομάκρυνσης, απέλασης και έκδοσης – Δικαίωμα διαμονής για ιατρικούς λόγους – Κοινοί κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χώρων – Οδηγία 2008/115/ΕΚ – Υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος πάσχει από σοβαρή ασθένεια – Θεραπευτική αγωγή για ανακούφιση από τον πόνο – Αγωγή μη διαθέσιμη στη χώρα καταγωγής – Προϋποθέσεις υπό τις οποίες πρέπει να αναβληθεί η απομάκρυνση»
Συνοριακοί έλεγχοι, άσυλο και μετανάστευση – Μεταναστευτική πολιτική – Επιστροφή παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών – Οδηγία 2008/115 – Αρχή της μη επαναπροώθησης – Υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος πάσχει από σοβαρή ασθένεια – Πραγματικός κίνδυνος σημαντικής, μη αναστρέψιμης και ταχείας επιδείνωσης του πόνου του σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής – Έκδοση απόφασης επιστροφής ή λήψη μέτρου απομάκρυνσης εις βάρος τέτοιου υπηκόου – Δεν επιτρέπεται – Δυνατότητα των κρατών μελών να προβλέπουν αυστηρή προθεσμία εντός της οποίας θα εκδηλωθεί η επιδείνωση αυτή – Δεν υφίσταται
(Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρα 1, 4 και 19 § 2· οδηγία 2008/115 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 5)
(βλ. σκέψεις 52, 55, 56, 58, 59, 63-66, 68-76, 103, διατακτ. 1)
Συνοριακοί έλεγχοι, άσυλο και μετανάστευση – Μεταναστευτική πολιτική – Επιστροφή παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών – Οδηγία 2008/115 – Αρχή της μη επαναπροώθησης – Υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος πάσχει από σοβαρή ασθένεια – Πραγματικός κίνδυνος σημαντικής, μη αναστρέψιμης και ταχείας επιδείνωσης του πόνου του σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής – Εκτίμηση, εκ μέρους της αρμόδιας εθνικής αρχής, των συνεπειών της απομάκρυνσης στην κατάσταση της υγείας του ενδιαφερομένου υπηκόου – Συνεκτίμηση των εν λόγω συνεπειών μόνο προκειμένου να εξεταστεί αν ο υπήκοος αυτός είναι σε θέση να ταξιδέψει – Δεν επιτρέπεται
(Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρα 1, 4 και 19 § 2· οδηγία 2008/115 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 5 και 9 § 1, στοιχείο α ʹ)
(βλ. σκέψεις 80-82, 103, διατακτ. 2)
Συνοριακοί έλεγχοι, άσυλο και μετανάστευση – Μεταναστευτική πολιτική – Επιστροφή παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών – Οδηγία 2008/11 – Παρανόμως διαμένων υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος πάσχει από σοβαρή ασθένεια – Αδυναμία έκδοσης απόφασης επιστροφής ή λήψης μέτρου απομάκρυνσης εις βάρος του υπηκόου αυτού – Λόγος – Πραγματικός κίνδυνος σημαντικής, μη αναστρέψιμης και ταχείας επιδείνωσης του πόνου του σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής – Υποχρέωση χορήγησης άδειας διαμονής στον υπήκοο αυτόν – Δεν συντρέχει – Δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή – Εξέταση του κατά πόσον επιτρέπεται η απομάκρυνση του υπηκόου αυτού – Στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη
(Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρα 1, 4 και 7· οδηγία 2008/115 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου)
(βλ. σκέψεις 84, 87, 89, 103, διατακτ. 3)
Σύνοψη
Ο X, Ρώσος υπήκοος, πάσχει από μια σπάνια μορφή αιματολογικού καρκίνου για την αντιμετώπιση της οποίας του παρέχεται περίθαλψη επί του παρόντος στις Κάτω Χώρες. Η αναλγητική αγωγή του συνίσταται ιδίως στη χορήγηση φαρμακευτικής κάνναβης, η οποία δεν επιτρέπεται στη Ρωσία. Οι ολλανδικές αρχές, αφού διαπίστωσαν ότι ο εν λόγω Ρώσος υπήκοος δεν μπορούσε να ζητήσει να αναγνωριστεί υπέρ του στις Κάτω Χώρες καθεστώς πρόσφυγα, καθεστώς επικουρικής προστασίας ή να του χορηγηθεί άδεια διαμονής βάσει του εθνικού δικαίου, εξέδωσαν εις βάρος του απόφαση επιστροφής. Ο ενδιαφερόμενος, υποστηρίζοντας ότι η θεραπευτική αγωγή με χρήση φαρμακευτικής κάνναβης είναι τόσο σημαντική για αυτόν ώστε, εάν διακοπεί, δεν θα είναι πλέον σε θέση να ζήσει αξιοπρεπώς, άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
Το δικαστήριο αυτό διερωτάται, μεταξύ άλλων, αν αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα στην οδηγία για την επιστροφή ( 1 ) και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), η έκδοση απόφασης επιστροφής εις βάρος προσώπου που βρίσκεται στην κατάσταση του ενδιαφερομένου. Ειδικότερα, ζητεί να διευκρινιστεί αν ο κίνδυνος σημαντικής επιδείνωσης του πόνου που προκαλείται από την έλλειψη αποτελεσματικής ιατρικής θεραπείας μπορεί να αποτελέσει κώλυμα για την απομάκρυνση του ενδιαφερομένου προσώπου.
Το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου απαντά καταφατικά και παρέχει διευκρινίσεις ως προς τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση ενός τέτοιου κινδύνου και ως προς τους όρους της εκτίμησης αυτής. Επιπλέον, εξετάζει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών έναντι υπηκόου τρίτης χώρας ευρισκόμενου στην κατάσταση του ενδιαφερομένου, υπό το πρίσμα του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Πρώτον, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η οδηγία για την επιστροφή ( 2 ) και ο Χάρτης ( 3 ) δεν επιτρέπoυν να ληφθεί απόφαση επιστροφής ή μέτρο απομάκρυνσης εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει παρανόμως σε κράτος μέλος και πάσχει από σοβαρή ασθένεια, όταν υφίστανται σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι ο ενδιαφερόμενος θα εκτεθεί, στην τρίτη χώρα προς την οποία θα απομακρυνθεί, σε πραγματικό κίνδυνο σημαντικής, μη αναστρέψιμης και ταχείας επιδείνωσης του πόνου του, σε περίπτωση επιστροφής, λόγω της απαγόρευσης στη χώρα αυτή της μόνης αποτελεσματικής αναλγητικής θεραπείας.
Συναφώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι πιθανόν το κράτος μέλος να παραβιάζει την απαγόρευση απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4 του Χάρτη, όταν η απόφαση επιστροφής ή το μέτρο απομάκρυνσης που λαμβάνουν οι αρχές του ενέχουν τον κίνδυνο να επιδεινωθεί ο πόνος ο οποίος προκαλείται σε υπήκοο τρίτης χώρας λόγω ασθένειας, σε τέτοιον βαθμό ώστε να υπερβαίνει το απαιτούμενο από το άρθρο 4 του Χάρτη ελάχιστο όριο σοβαρότητας.
Όσον αφορά, καταρχάς, τον κίνδυνο σημαντικής και μη αναστρέψιμης επιδείνωσης του πόνου, ο κίνδυνος αυτός μπορεί να υφίσταται μεταξύ άλλων όταν αποδεικνύεται ότι, στη χώρα προορισμού, η μόνη αποτελεσματική αναλγητική αγωγή δεν μπορεί να χορηγηθεί στον ενδιαφερόμενο υπήκοο τρίτης χώρας νομίμως και ότι η έλλειψη μιας τέτοιας αγωγής θα τον εξέθετε σε πόνο τέτοιας έντασης που θα προσέβαλλε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, δεδομένου ότι θα μπορούσε να του προκαλέσει σοβαρές και μη αναστρέψιμες ψυχικές βλάβες ή ακόμη και να τον οδηγήσει στην αυτοκτονία. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να διερευνήσει το εν λόγω ζήτημα υπό το φως όλων των κρίσιμων στοιχείων, ιδίως δε των ιατρικών.
Όσον αφορά, εν συνεχεία, τον κίνδυνο ταχείας επιδείνωσης του πόνου, πρέπει να ληφθεί υπόψη το ότι μπορεί να είναι σταδιακή και ότι ενδεχομένως απαιτείται ορισμένος χρόνος προκειμένου η επιδείνωση αυτή να καταστεί σημαντική και μη αναστρέψιμη. Κατά συνέπεια, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να καθορίσει εκ των προτέρων, με απόλυτο τρόπο, προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να πιθανολογείται ότι θα εκδηλωθεί η επιδείνωση αυτή. Η ενδεχομένως προβλεπόμενη από το εθνικό δίκαιο προθεσμία πρέπει να είναι αμιγώς ενδεικτική και δεν απαλλάσσει την αρμόδια εθνική αρχή από την υποχρέωση συγκεκριμένης εξέτασης της κατάστασης του ενδιαφερομένου βάσει του συνόλου των κρίσιμων στοιχείων.
Δεύτερον, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η οδηγία για την επιστροφή ( 4 ) και ο Χάρτης ( 5 ) δεν επιτρέπουν στην αρμόδια εθνική αρχή να λαμβάνει υπόψη τις συνέπειες που έχει αυτό καθεαυτό το μέτρο απομάκρυνσης στην κατάσταση της υγείας του υπηκόου τρίτης χώρας αποκλειστικώς και μόνον προκειμένου να εξετάσει αν ο ενδιαφερόμενος είναι σε θέση να ταξιδέψει. Πράγματι, το οικείο κράτος μέλος, προκειμένου να μπορεί να εκδώσει απόφαση επιστροφής ή να προβεί σε απομάκρυνση, οφείλει να βεβαιωθεί ότι ο ενδιαφερόμενος, εφόσον το απαιτεί η κατάσταση της υγείας του, θα λάβει ιατρική περίθαλψη όχι μόνο στη διάρκεια της απομάκρυνσης αυτής καθεαυτήν, αλλά και κατά το πέρας της, στη χώρα προορισμού.
Τρίτον και τελευταίο, το Δικαστήριο υπογραμμίζει, αφενός, ότι η οδηγία για την επιστροφή και ο Χάρτης ( 6 ) δεν επιβάλλουν στο κράτος μέλος στο οποίο διαμένει παρανόμως υπήκοος τρίτης χώρας να του χορηγήσει άδεια διαμονής σε περίπτωση που δεν μπορεί να λάβει εις βάρος του ούτε απόφαση επιστροφής ούτε μέτρο απομάκρυνσης διότι υφίστανται σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι αυτός θα εκτεθεί, στη χώρα προορισμού, σε πραγματικό κίνδυνο ταχείας, σημαντικής και μη αναστρέψιμης επιδείνωσης του πόνου που προκαλείται από τη σοβαρή ασθένεια από την οποία πάσχει. Αφετέρου, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η αρμόδια εθνική αρχή, όταν εξετάζει αν το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του υπηκόου αυτού, το οποίο κατοχυρώνεται στον Χάρτη, απαγορεύει να εκδοθεί απόφαση επιστροφής ή να ληφθεί μέτρο απομάκρυνσης εις βάρος του, πρέπει να λαμβάνει υπόψη την κατάσταση της υγείας του και την περίθαλψη που λαμβάνει στο κράτος μέλος αυτό λόγω της ασθένειάς του, καθώς και το σύνολο των λοιπών κρίσιμων στοιχείων.
Το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η θεραπευτική αγωγή που χορηγείται σε υπήκοο τρίτης χώρας στο έδαφος κράτους μέλους, ανεξαρτήτως του αν αυτός διαμένει παρανόμως εκεί, αποτελεί μέρος της ιδιωτικής του ζωής. Ωστόσο, δεδομένου ότι το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής δεν είναι απόλυτο, γίνονται δεκτοί περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι προβλέπονται από τον νόμο, ότι συνάδουν με το βασικό περιεχόμενο του δικαιώματος και ότι, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση. Εφόσον η καθιέρωση αποτελεσματικής πολιτικής απομάκρυνσης και επαναπατρισμού συνιστά τέτοιο σκοπό, πρέπει περαιτέρω να εξεταστεί, μεταξύ άλλων, κατά πόσον η έκδοση απόφασης επιστροφής ή η λήψη μέτρου απομάκρυνσης εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος πάσχει από σοβαρή ασθένεια και λαμβάνει, στο οικείο κράτος μέλος, αναλγητική αγωγή που δεν είναι διαθέσιμη στη χώρα προορισμού θίγει το ουσιώδες περιεχόμενο του δικαιώματός του στην ιδιωτική ζωή και τηρεί την αρχή της αναλογικότητας. Η εξέταση αυτή προϋποθέτει ότι πρέπει να συνεκτιμηθεί το σύνολο των κοινωνικών δεσμών που δημιούργησε ο ενδιαφερόμενος υπήκοος εντός του κράτους μέλους στο οποίο διαμένει παρανόμως, λαμβανομένων δεόντως υπόψη της ευπάθειας και των ιδιαίτερων συνθηκών εξάρτησης που προκαλεί η κατάσταση της υγείας του. Τούτου δοθέντος, όταν ο υπήκοος αυτός έχει αναπτύξει την ιδιωτική του ζωή εντός του συγκεκριμένου κράτους μέλους χωρίς να διαθέτει εκεί άδεια διαμονής, μόνον εξαιρετικοί λόγοι μπορούν να αντιταχθούν στη διαδικασία επιστροφής.
Επιπλέον, η έκδοση απόφασης επιστροφής ή η λήψη μέτρου απομάκρυνσης δεν προσβάλλει το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του οικείου υπηκόου τρίτης χώρας για τον λόγο και μόνον ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα προορισμού, θα διατρέχει κίνδυνο επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του, όταν ένας τέτοιος κίνδυνος δεν υπερβαίνει το απαιτούμενο από το άρθρο 4 του Χάρτη ελάχιστο όριο σοβαρότητας.
( 1 ) Οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ 2008, L 348, σ. 98) (στο εξής: οδηγία για την επιστροφή).
( 2 ) Άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας.
( 3 ) Άρθρα 1 και 4 καθώς και άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη.
( 4 ) Άρθρο 5 και άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής.
( 5 ) Άρθρα 1 και 4 καθώς και άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη.
( 6 ) Άρθρο 7 του Χάρτη, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, καθώς και άρθρα 1 και 4 του Χάρτη.