ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 4ης Μαΐου 2023 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Απόφαση 2006/928/ΕΚ – Μηχανισμός για τη συνεργασία και τον έλεγχο της προόδου της Ρουμανίας όσον αφορά την επίτευξη ορισμένων ειδικών στόχων αναφοράς στους τομείς της δικαστικής μεταρρύθμισης και της καταπολέμησης της διαφθοράς – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 15, παράγραφος 1 – Άρθρο 47 – Άρθρο 49, παράγραφος 3 – Αιρετά δημόσια αξιώματα – Σύγκρουση συμφερόντων – Εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία προβλέπει την απαγόρευση άσκησης αιρετών δημοσίων αξιωμάτων για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα – Κύρωση παρεπόμενη της παύσης της θητείας – Αρχή της αναλογικότητας»

Στην υπόθεση C‑40/21,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Curtea de Apel Timişoara (εφετείο Τιμισοάρα, Ρουμανία) με απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2020, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Ιανουαρίου 2021, στο πλαίσιο της δίκης

T.A.C.

κατά

Agenția Națională de Integritate (ANI),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Arabadjiev, πρόεδρο τμήματος, P. G. Xuereb, T. von Danwitz (εισηγητή), A. Kumin και I. Ziemele, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Αιμιλίου

γραμματέας: Α. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

ο T.A.C., εκπροσωπούμενος από τον T. Chiuariu, δικηγόρο,

η Agenția Națională de Integritate (ΑΝΙ), εκπροσωπούμενη από τις D. Chiurtu, O. Iacob και F.‑I. Moise,

η Ρουμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις E. Gane και L. Liţu,

η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την L. Nicolae και τους P. J. O. Van Nuffel και M. Wasmeier,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Νοεμβρίου 2022,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της απόφασης 2006/928/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση μηχανισμού για τη συνεργασία και τον έλεγχο της προόδου στη Ρουμανία όσον αφορά την επίτευξη των ειδικών στόχων αναφοράς στους τομείς της δικαστικής μεταρρύθμισης και της καταπολέμησης της διαφθοράς (ΕΕ 2006, L 354, σ. 56), καθώς και του άρθρου 15, παράγραφος 1, του άρθρου 47 και του άρθρου 49, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του T.A.C. και της Agenția Națională de Integritate (ANI) (Εθνικής Υπηρεσίας Ακεραιότητας, Ρουμανία) σχετικά με έκθεση της εν λόγω υπηρεσίας με την οποία διαπιστώθηκε ότι ο πρώτος παρέβη τους κανόνες που διέπουν τη σύγκρουση συμφερόντων στον διοικητικό τομέα κατά τη διάρκεια της θητείας του ως δήμαρχος.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3

Η απόφαση 2006/928 εκδόθηκε, στο πλαίσιο της προσχώρησης της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία προβλεπόταν για την 1η Ιανουαρίου 2007, βάσει, μεταξύ άλλων, των άρθρων 37 και 38 της Πράξης περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2005, L 157, σ. 203, στο εξής: Πράξη Προσχώρησης), η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2007. Οι αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 6 και 9 της απόφασης αυτής έχουν ως εξής:

«(1)

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βασίζεται στο κράτος δικαίου, κοινή αρχή σε όλα τα κράτη μέλη.

(2)

Οι τομείς της ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης και της εσωτερικής αγοράς, οι οποίοι δημιουργήθηκαν με τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, βασίζονται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη ότι οι διοικητικές και δικαστικές αποφάσεις καθώς και οι πρακτικές όλων των κρατών μελών σέβονται πλήρως το κράτος δικαίου.

(3)

Αυτό προϋποθέτει για όλα τα κράτη μέλη την ύπαρξη αμερόληπτου, ανεξάρτητου και αποτελεσματικού δικαστικού και διοικητικού συστήματος κατάλληλα εξοπλισμένου, μεταξύ άλλων, για την καταπολέμηση της διαφθοράς.

(4)

Την 1η Ιανουαρίου 2007, η Ρουμανία θα καταστεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή, αν και διαπίστωσε τις σημαντικές προσπάθειες για να ολοκληρωθεί η προετοιμασία της Βουλγαρίας για την προσχώρηση, εντόπισε, στην έκθεσή της της 26ης Σεπτεμβρίου 2006, εκκρεμή ζητήματα, ιδίως όσον αφορά την ευθύνη και την αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος και των φορέων επιβολής του νόμου, όπου είναι απαραίτητη η περαιτέρω πρόοδος για να διασφαλιστεί η ικανότητά τους να εφαρμόζουν και να επιβάλλουν τα μέτρα που θεσπίστηκαν για την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς και του τομέα της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης.

(5)

Το άρθρο 37 της Πράξης Προσχώρησης εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα εάν η Ρουμανία παραλείψει να εκπληρώσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε, με κίνδυνο να προξενήσει βλάβη στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Το άρθρο 38 της Πράξης Προσχώρησης εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα εάν στη Ρουμανία ανακύψουν σοβαρές ελλείψεις όσον αφορά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο, την πορεία της υλοποίησης ή την εφαρμογή των πράξεων που θεσπίστηκαν βάσει του Τίτλου VΙ της συνθήκης ΕΕ και των πράξεων που θεσπίστηκαν βάσει του Τίτλου IV της συνθήκης ΕΚ.

(6)

Τα εκκρεμούντα ζητήματα της ευθύνης και αποτελεσματικότητας του δικαστικού συστήματος και των φορέων επιβολής του νόμου απαιτούν τη δημιουργία ενός μηχανισμού για τη συνεργασία και τον έλεγχο της προόδου της Ρουμανίας όσον αφορά την επίτευξη ειδικών στόχων αναφοράς στους τομείς της δικαστικής μεταρρύθμισης και της καταπολέμησης της διαφθοράς.

[…]

(9)

Η παρούσα απόφαση θα πρέπει να τροποποιηθεί εάν η εκτίμηση της Επιτροπής επισημάνει την ανάγκη προσαρμογής των στόχων αναφοράς. Η παρούσα απόφαση θα πρέπει να ανακληθεί όταν θα έχουν εκπληρωθεί ικανοποιητικά όλοι οι στόχοι αναφοράς.»

4

Το άρθρο 1 της απόφασης 2006/928 προβλέπει τα εξής:

«Η Ρουμανία θα υποβάλλει, έως τις 31 Μαρτίου κάθε έτους, και για πρώτη φορά έως τις 31 Μαρτίου 2007, έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με την πρόοδο που έχει επιτευχθεί σε σχέση με την εκπλήρωση του κάθε στόχου αναφοράς που προβλέπεται στο παράρτημα.

Η Επιτροπή δύναται, ανά πάσα στιγμή, να παράσχει τεχνική βοήθεια μέσω διαφόρων δραστηριοτήτων ή να συγκεντρώσει και να ανταλλάξει πληροφορίες σχετικά με τους στόχους αναφοράς. Επίσης, η Επιτροπή δύναται, ανά πάσα στιγμή, να διοργανώσει αποστολές εμπειρογνωμόνων στη Ρουμανία για το σκοπό αυτό. Οι ρουμανικές αρχές παρέχουν την αναγκαία υποστήριξη για το σκοπό αυτό.»

5

Το άρθρο 2 της απόφασης αυτής ορίζει τα εξής:

«Η Επιτροπή θα διαβιβάσει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο τις παρατηρήσεις και διαπιστώσεις της σχετικά με την έκθεση της Ρουμανίας για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 2007.

Η Επιτροπή θα υποβάλει εκ νέου έκθεση εν συνεχεία, όταν απαιτείται, και τουλάχιστον κάθε έξι μήνες.»

6

Το άρθρο 4 της εν λόγω απόφασης προβλέπει τα κατωτέρω:

«Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.»

7

Το παράρτημα της ίδιας απόφασης έχει ως εξής:

«Οι προς επίτευξη στόχοι αναφοράς για τη Ρουμανία, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 1, είναι:

1)

Να διασφαλιστεί διαφανέστερη και αποτελεσματικότερη δικαστική διαδικασία ιδίως με την ενίσχυση της ικανότητας και της υποχρέωσης λογοδοσίας του Ανώτατου Διοικητικού Συμβουλίου του Δικαστικού Σώματος. Να αναφέρεται και να παρακολουθείται ο αντίκτυπος του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και Ποινικής Δικονομίας.

2)

Να συσταθεί, όπως προβλέπεται, οργανισμός ακεραιότητας με αρμοδιότητες όσον αφορά τον έλεγχο περιουσιακών στοιχείων, την έλλειψη συμμόρφωσης και την ενδεχόμενη σύγκρουση συμφερόντων, καθώς και την έκδοση δεσμευτικών αποφάσεων βάσει των οποίων μπορούν να επιβληθούν αποτρεπτικές ποινές.

3)

Να ενισχυθεί η πραγματοποιηθείσα πρόοδος, να συνεχιστεί η διεξαγωγή επίσημων, αμερόληπτων ερευνών για καταγγελίες διαφθοράς υψηλού επιπέδου.

4)

Να λαμβάνονται περαιτέρω μέτρα για την πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς, ιδίως στο πλαίσιο των τοπικών αρχών.»

Το ρουμανικό δίκαιο

8

Το άρθρο 25 του legea nr. 176/2010 privind integritatea în exercitarea funcțiilor și demnităților publice, pentru modificarea și completarea legii nr. 144/2007 privind înființarea, organizarea și funcționarea Agenției Naționale de Integritate, precum și pentru modificarea și completarea altor acte normative (νόμου 176/2010 σχετικά με την ακεραιότητα κατά την άσκηση δημοσίων λειτουργημάτων και αξιωμάτων, περί τροποποίησης και συμπλήρωσης του νόμου 144/2007 σχετικά με τη σύσταση, οργάνωση και λειτουργία της Εθνικής Υπηρεσίας Ακεραιότητας, καθώς και περί τροποποίησης και συμπλήρωσης άλλων κανονιστικών πράξεων), της 1ης Σεπτεμβρίου 2010 (Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 621 της 2ας Σεπτεμβρίου 2010), προβλέπει τα εξής:

«(1)   Πράξη τελεσθείσα από πρόσωπο ως προς το οποίο διαπιστώνεται ότι εξέδωσε διοικητική πράξη, συνήψε νομική πράξη, έλαβε απόφαση ή μετέσχε στη λήψη απόφασης, κατά παράβαση των σχετικών με τη σύγκρουση συμφερόντων ή με το ασυμβίβαστο υποχρεώσεων, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα και τιμωρείται σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν για το επίμαχο αξίωμα, λειτούργημα ή δραστηριότητα, στο μέτρο που οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εισάγουν παρέκκλιση από αυτούς και εφόσον η πράξη δεν συνιστά ποινικό αδίκημα.

(2)   Πρόσωπο το οποίο παύθηκε ή απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή σε σχέση με το οποίο διαπιστώθηκε ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων ή ασυμβίβαστου δεν έχει πλέον το δικαίωμα να ασκεί δημόσιο λειτούργημα ή αξίωμα το οποίο εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος νόμου, εξαιρουμένων των αιρετών αξιωμάτων, για χρονικό διάστημα τριών ετών από την ημερομηνία κατά την οποία παύθηκε ή εξέπεσε από το επίμαχο δημόσιο λειτούργημα ή αξίωμα, ή από την ημερομηνία αυτοδίκαιης παύσης της θητείας του. Αν το εμπλεκόμενο πρόσωπο κατέχει αιρετό αξίωμα, δεν δύναται πλέον να κατέχει το ίδιο αξίωμα για χρονικό διάστημα τριών ετών από την παύση της θητείας. Αν το εμπλεκόμενο πρόσωπο δεν ασκεί πλέον δημόσιο λειτούργημα ή αξίωμα κατά τον χρόνο διαπίστωσης του ασυμβίβαστου ή της σύγκρουσης συμφερόντων, η τριετής απαγόρευση αρχίζει, σύμφωνα με τον νόμο, από την ημερομηνία κατά την οποία η έκθεση αξιολόγησης κατέστη απρόσβλητη ή από την ημερομηνία κατά την οποία η δικαστική απόφαση που επιβεβαιώνει την ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων ή ασυμβίβαστου κατέστη αμετάκλητη.

[…]»

9

Κατά το άρθρο 66, παράγραφος 1, του legea nr. 286/2009 privind Codul penal (νόμου 286/2009 περί του ποινικού κώδικα), της 17ης Ιουλίου 2009 (Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 510 της 24ης Ιουλίου 2009), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (στο εξής: ποινικός κώδικας):

«Η παρεπόμενη ποινή της απαγόρευσης άσκησης ορισμένων δικαιωμάτων συνίσταται στην απαγόρευση άσκησης, για χρονικό διάστημα από ένα έως πέντε έτη, ενός ή περισσοτέρων από τα ακόλουθα δικαιώματα:

α)

του δικαιώματος του εκλέγεσθαι στις δημόσιες αρχές ή σε οποιοδήποτε άλλο δημόσιο λειτούργημα·

β)

του δικαιώματος άσκησης καθηκόντων που συνεπάγονται προνόμια δημόσιας εξουσίας.»

10

Το άρθρο 301 του ποινικού κώδικα, με τίτλο «Σύγκρουση συμφερόντων», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Ο δημόσιος υπάλληλος ο οποίος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, τελεί πράξη ή συμμετέχει στη λήψη απόφασης βάσει της οποίας κατέστη δυνατή η απόκτηση, άμεσα ή έμμεσα, περιουσιακού πλεονεκτήματος για τον ίδιο, για τον ή τη σύζυγό του, για συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και δευτέρου βαθμού […] τιμωρείται με ποινή φυλάκισης ενός έως πέντε ετών και με την παρεπόμενη ποινή της απαγόρευσης άσκησης του δικαιώματος κατοχής δημόσιου αξιώματος.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

11

Στις 22 Ιουνίου 2016, ο προσφεύγων της κύριας δίκης εξελέγη δήμαρχος του δήμου MN (Ρουμανία) για την περίοδο 2016/2020.

12

Σε έκθεση αξιολόγησης της 25ης Νοεμβρίου 2019, η ANI διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν είχε τηρήσει τους κανόνες που διέπουν τη σύγκρουση συμφερόντων στον διοικητικό τομέα. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο ενδιαφερόμενος, δυνάμει σύμβασης χρησιδανείου, φέρεται να παρέσχε σε ένωση της οποίας ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος ήταν η σύζυγός του το δικαίωμα δωρεάν χρήσης ορισμένων χώρων που ανήκαν στον δήμο για χρονικό διάστημα πέντε ετών, με σκοπό την άσκηση πολιτιστικών δραστηριοτήτων.

13

Στην περίπτωση κατά την οποία η έκθεση αυτή, η οποία ισοδυναμεί με τη διαπίστωση ύπαρξης σύγκρουσης συμφερόντων στο πρόσωπο του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, καθίστατο απρόσβλητη, μεταξύ άλλων λόγω μη προσβολής της από αυτόν, η θητεία του θα έπαυε αυτοδικαίως και θα του επιβαλλόταν η παρεπόμενη κύρωση της απαγόρευσης άσκησης αιρετών δημοσίων αξιωμάτων για χρονικό διάστημα τριών ετών, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

14

Με δικόγραφο της 19ης Δεκεμβρίου 2019, ο προσφεύγων της κύριας δίκης άσκησε προσφυγή ενώπιον του Tribunalul București (πρωτοδικείου Βουκουρεστίου, Ρουμανία), με αίτημα την ακύρωση της έκθεσης αυτής, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία δυνάμει της οποίας μια κύρωση όπως η απαγόρευση άσκησης αιρετών δημοσίων αξιωμάτων για χρονικό διάστημα τριών ετών επιβάλλεται, αυτοδικαίως και χωρίς είναι δυνατόν να προσαρμόζεται η διάρκειά της αναλόγως της σοβαρότητας της διαπραχθείσας παράβασης, σε πρόσωπο το οποίο θεωρείται ότι ενήργησε ενώ τελούσε σε κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων.

15

Δεδομένου ότι το ως άνω δικαστήριο έκρινε εαυτό αναρμόδιο να εκδικάσει την προσφυγή, η υπόθεση παραπέμφθηκε στο αιτούν δικαστήριο, το Curtea de Apel Timișoara (εφετείο Τιμισοάρα, Ρουμανία).

16

Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει, κατ’ αρχάς, ότι η υπόθεση της κύριας δίκης εμπίπτει στο δίκαιο της Ένωσης στο μέτρο που ο νόμος 176/2010 θέτει σε εφαρμογή τον δεύτερο στόχο αναφοράς που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της απόφασης 2006/928. Η ίδρυση της ANI πραγματοποιήθηκε επίσης προς επίτευξη του στόχου αυτού.

17

Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, στη συνέχεια, ότι, δυνάμει του άρθρου 25 του νόμου αυτού, σε περίπτωση που διαπιστωθεί η ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων σε σχέση με πρόσωπο που ασκεί αιρετό δημόσιο αξίωμα, και η διαπίστωση αυτή καταστεί απρόσβλητη, η θητεία του ενδιαφερόμενου προσώπου παύει αυτοδικαίως. Επιπλέον, η παρεπόμενη απαγόρευση άσκησης των καθηκόντων αυτών για χρονικό διάστημα τριών ετών, η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, εφαρμόζεται αυτοδικαίως, χωρίς ανάλυση της αναγκαιότητας της απαγόρευσης αυτής ούτε διαφοροποιημένη εφαρμογή ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης. Κατά τη νομολογία του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου, Ρουμανία), η εν λόγω απαγόρευση αφορά όλα τα αιρετά δημόσια αξιώματα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 1 του εν λόγω νόμου, παρά την έκφραση «το ίδιο αξίωμα» που χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή. Εξάλλου, ούτε η παύση της θητείας ούτε η απαγόρευση άσκησης αιρετών δημοσίων αξιωμάτων μπορούν να προσβληθούν δικαστικώς, δεδομένου ότι ο δικαστής που καλείται να αποφανθεί επί της νομιμότητας έκθεσης αξιολόγησης της ANI μπορεί μόνο να εξακριβώσει αν τα πραγματικά περιστατικά που προσάπτονται στον ενδιαφερόμενο συνιστούν σύγκρουση συμφερόντων και όχι να αποφανθεί επί των κυρώσεων που απορρέουν εξ αυτών.

18

Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ακόμη ότι, μολονότι, εν προκειμένω, δεν διαπιστώθηκε κανένα ποινικό αδίκημα εις βάρος του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, το άρθρο 301, παράγραφος 1, του ποινικού κώδικα προβλέπει αδίκημα σύγκρουσης συμφερόντων το οποίο επίσης επισύρει την παρεπόμενη ποινή της απαγόρευσης άσκησης του δικαιώματος κατοχής δημόσιου λειτουργήματος, όπως προβλέπεται στο άρθρο 66, παράγραφος 1, του κώδικα αυτού. Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να καθοριστεί αν, όπως και η τελευταία αυτή ποινή, η απαγόρευση άσκησης αιρετών δημοσίων αξιωμάτων την οποία προβλέπει το άρθρο 25, παράγραφος 2, του νόμου 176/2010 πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας των ποινών που κατοχυρώνεται στο άρθρο 49 του Χάρτη και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, αν η αρχή αυτή αντιτίθεται σε τέτοια κύρωση.

19

Τέλος, το εν λόγω δικαστήριο εκτιμά ότι πρέπει να εξακριβωθεί αν το άρθρο 15, παράγραφος 1, και το άρθρο 47 του Χάρτη αντιτίθενται σε εθνική διάταξη η οποία επιβάλλει αυτοδικαίως την κύρωση αυτή για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα τριών ετών, χωρίς να παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα να αναλύσει την αναγκαιότητα ή την έκτασή της υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων περιστάσεων της κρινόμενης υπόθεσης.

20

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Curtea de Apel Timişoara (εφετείο Τιμισοάρα) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Έχει η αρχή της αναλογικότητας των ποινών, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 49 του [Χάρτη], την έννοια ότι εφαρμόζεται και σε πράξεις διαφορετικές από όσες ρητώς ορίζονται ως ποινικά αδικήματα από την εθνική νομοθεσία, αλλά οι οποίες δύνανται να θεωρηθούν ως “κατηγορίες ποινικής φύσεως” κατά την έννοια του άρθρου 6 της [Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ)], λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων που έχουν διαπλασθεί από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και ιδίως του κριτηρίου της αυστηρότητας της ποινής, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης όσον αφορά την αξιολόγηση περί σύγκρουσης συμφερόντων, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην επιβολή παρεπόμενης κύρωσης συνιστάμενης στην απαγόρευση κατοχής αιρετών δημόσιων αξιωμάτων για χρονικό διάστημα τριών ετών;

2)

Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, έχει η αρχή της αναλογικότητας των ποινών, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 49 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική εκτελεστική διάταξη δυνάμει της οποίας, σε περίπτωση διαπίστωσης σύγκρουσης συμφερόντων όσον αφορά πρόσωπο που κατέχει αιρετό δημόσιο αξίωμα, επιβάλλεται αυτοδικαίως, εκ του νόμου, η κύρωση της απαγόρευσης κατοχής αιρετών δημόσιων αξιωμάτων για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα τριών ετών, χωρίς τη δυνατότητα επιβολής κύρωσης ανάλογης προς τη διαπραχθείσα παράβαση;

3)

Έχουν το δικαίωμα προς εργασία, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική εκτελεστική διάταξη δυνάμει της οποίας, σε περίπτωση διαπίστωσης σύγκρουσης συμφερόντων όσον αφορά πρόσωπο που κατέχει αιρετό δημόσιο αξίωμα, επιβάλλεται αυτοδικαίως, εκ του νόμου, η παρεπόμενη κύρωση της απαγόρευσης κατοχής αιρετών δημόσιων αξιωμάτων για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα τριών ετών, χωρίς τη δυνατότητα επιβολής κύρωσης ανάλογης προς τη διαπραχθείσα παράβαση;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του παραδεκτού

21

Η ANI και η Ρουμανική Κυβέρνηση αμφισβητούν το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων. Υποστηρίζουν, αφενός, ότι ο Χάρτης δεν έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης, δεδομένου ότι η διαφορά αυτή δεν αφορά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη. Προσθέτουν, αφετέρου, ότι τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα είναι αλυσιτελή και ότι το πρόβλημα που εγείρεται είναι καθαρά υποθετικής φύσεως, στο μέτρο που η διαφορά της κύριας δίκης έχει ως μοναδικό αντικείμενο την ακύρωση έκθεσης αξιολόγησης με την οποία διαπιστώθηκε σύγκρουση συμφερόντων στο πρόσωπο του προσφεύγοντος της κύριας δίκης και δεν αφορά το ζήτημα των κυρώσεων.

22

Υπενθυμίζεται ότι το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη, όσον αφορά τη δράση των κρατών μελών, ορίζεται στο άρθρο 51, παράγραφος 1, αυτού, το οποίο προβλέπει ότι οι διατάξεις του Χάρτη απευθύνονται στα κράτη μέλη όταν αυτά εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Το εν λόγω άρθρο 51, παράγραφος 1, επιβεβαιώνει την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην έννομη τάξη της Ένωσης έχουν εφαρμογή σε όλες τις καταστάσεις που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, πλην όμως όχι πέραν αυτών [απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2019, A. K. κ.λπ. (Ανεξαρτησία του πειθαρχικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου),C‑585/18, C‑624/18 και C‑625/18, EU:C:2019:982, σκέψη 78 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

23

Εν προκειμένω, από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο καθώς και από την αιτιολογική έκθεση του νόμου 176/2010 προκύπτει ότι ο νόμος αυτός υλοποιεί τον δεύτερο στόχο αναφοράς που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της απόφασης 2006/928, ήτοι τη σύσταση υπηρεσίας ακεραιότητας με αρμοδιότητες που αφορούν τον έλεγχο περιουσιακών στοιχείων, την έλλειψη συμμόρφωσης και την ενδεχόμενη σύγκρουση συμφερόντων, καθώς και την έκδοση δεσμευτικών αποφάσεων βάσει των οποίων μπορούν να επιβληθούν αποτρεπτικές ποινές.

24

Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, οι εν λόγω στόχοι αναφοράς που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της ως άνω απόφασης έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα για τη Ρουμανία, υπό την έννοια ότι το κράτος μέλος αυτό υπέχει ειδική υποχρέωση επίτευξής τους και λήψης των κατάλληλων μέτρων για την υλοποίησή τους. Ομοίως, το εν λόγω κράτος μέλος οφείλει να απέχει από την εφαρμογή οποιουδήποτε μέτρου θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την υλοποίηση των στόχων αυτών (πρβλ. απόφαση της 18ης Μαΐου 2021, Asociația Forumul Judecătorilor din România κ.λπ.,C‑83/19, C‑127/19, C‑195/19, C‑291/19, C‑355/19 και C‑397/19, EU:C:2021:393, σκέψη 172).

25

Επιπλέον, με την εν λόγω απόφαση επιβάλλεται στη Ρουμανία η υποχρέωση καταπολέμησης της διαφθοράς και, ιδίως, της διαφθοράς υψηλού επιπέδου, κατά τρόπο αποτελεσματικό και ανεξαρτήτως τυχόν βλάβης των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, καθώς και της πρόβλεψης αποτελεσματικών και αποτρεπτικών κυρώσεων για τα αδικήματα διαφθοράς εν γένει (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Euro Box Promotion κ.λπ., C‑357/19, C‑379/19, C‑547/19, C‑811/19 και C‑840/19, EU:C:2021:1034, σκέψεις 189 και 190 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

26

Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι η Ρουμανία διαθέτει μεν ελευθερία επιλογής των εφαρμοστέων κυρώσεων, οι οποίες είναι δυνατόν να προσλαμβάνουν τη μορφή διοικητικών κυρώσεων, ποινικών κυρώσεων ή ενός συνδυασμού των δύο, η αρμοδιότητα όμως αυτή περιορίζεται από τις αρχές της αναλογικότητας, της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Euro Box Promotion κ.λπ., C‑357/19, C‑379/19, C‑547/19, C‑811/19 και C‑840/19, EU:C:2021:1034, σκέψεις 191 και 192 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

27

Από τις εκτιμήσεις αυτές προκύπτει ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 21 των προτάσεών του, ο νόμος 176/2010, ιδίως δε το άρθρο 25 αυτού, συνιστά μέτρο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη και, ως εκ τούτου, ο Χάρτης έχει εφαρμογή στο πλαίσιο της υπόθεσης της κύριας δίκης.

28

Όσον αφορά το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, κατά πάγια νομολογία, τεκμαίρονται λυσιτελή τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που υποβάλλονται από το εθνικό δικαστήριο εντός του πραγματικού και νομικού πλαισίου το οποίο έχει προσδιορίσει με δική του ευθύνη και του οποίου την ακρίβεια δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί να αποφανθεί επί αιτήσεως που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ζητηθείσα ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2018, Levola Hengelo, C‑310/17, EU:C:2018:899, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

29

Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ότι, αν η νομιμότητα της έκθεσης αξιολόγησης που μνημονεύεται στη σκέψη 12 της παρούσας απόφασης επιβεβαιωθεί με την απόρριψη της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, θα απαγορευτεί αυτοδικαίως στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης η άσκηση αιρετών δημοσίων αξιωμάτων για χρονικό διάστημα τριών ετών, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 25, παράγραφος 2, του νόμου 176/2010, χωρίς να μπορεί να προσβάλει την απαγόρευση αυτή στο πλαίσιο άλλης ένδικης διαδικασίας.

30

Επομένως, δεν προκύπτει προδήλως ότι η ερμηνεία των διατάξεων του Χάρτη δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή ότι το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως.

31

Κατά συνέπεια, τα προδικαστικά ερωτήματα είναι παραδεκτά.

Επί της ουσίας

Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

32

Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει την επιβολή, κατά το πέρας διοικητικής διαδικασίας, μέτρου απαγόρευσης της άσκησης οποιουδήποτε αιρετού δημόσιου αξιώματος για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα τριών ετών εις βάρος προσώπου ως προς το οποίο έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων κατά την άσκηση τέτοιου αξιώματος.

33

Το άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη, το οποίο προβλέπει ότι η αυστηρότητα της ποινής δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη προς το αδίκημα, αφορά τις κυρώσεις ποινικού χαρακτήρα. Πρέπει επομένως να εξεταστεί αν η απαγόρευση αυτή έχει ποινικό χαρακτήρα (πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, ECOTEX BULGARIA, C‑544/19, EU:C:2021:803, σκέψη 90).

34

Κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 50 του Χάρτη, η οποία εφαρμόζεται στο άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη, τρία κριτήρια είναι κρίσιμα για την εκτίμηση του ποινικού χαρακτήρα μιας κυρώσεως. Το πρώτο κριτήριο είναι ο νομικός χαρακτηρισμός της παραβάσεως κατά το εσωτερικό δίκαιο, το δεύτερο είναι η ίδια η φύση της παραβάσεως και το τρίτο είναι ο βαθμός αυστηρότητας της κυρώσεως η οποία ενδέχεται να επιβληθεί στον παραβάτη (πρβλ. αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2021, ECOTEX BULGARIA, C‑544/19, EU:C:2021:803, σκέψη 91, καθώς και της 22ας Μαρτίου 2022, bpost, C‑117/20, EU:C:2022:202, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

35

Πράγματι, ακόμη και για παραβάσεις που δεν χαρακτηρίζονται ως «ποινικές» από το εθνικό δίκαιο, ο χαρακτήρας αυτός μπορεί εντούτοις να απορρέει από την ίδια τη φύση της επίμαχης παράβασης και από τον βαθμό αυστηρότητας των κυρώσεων που αυτή ενδέχεται να επισύρει [απόφαση της 22ας Ιουνίου 2021, Latvijas Republikas Saeima (Βαθμοί ποινής), C‑439/19, EU:C:2021:504, σκέψη 88 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

36

Μολονότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει, υπό το πρίσμα των κριτηρίων αυτών, εάν το επίμαχο στην κύρια δίκη μέτρο έχει ποινικό χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 49, παράγραφος 3, του Χάρτη, εντούτοις το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί προδικαστικής παραπομπής, μπορεί να παράσχει διευκρινίσεις προκειμένου να καθοδηγήσει το εθνικό δικαστήριο στην εκτίμησή του (πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, ECOTEX BULGARIA, C‑544/19, EU:C:2021:803, σκέψη 92 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

37

Όσον αφορά το πρώτο κριτήριο, σχετικά με τον χαρακτηρισμό της παράβασης κατά το εσωτερικό δίκαιο, τόσο από το γράμμα του άρθρου 25, παράγραφος 1, του νόμου 176/2010, το οποίο αναφέρεται σε «πειθαρχικό παράπτωμα», όσο και από την εθνική νομολογία που παρατίθεται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, και ιδίως από εκείνη του Curtea Constituțională (Συνταγματικού Δικαστηρίου), προκύπτει ότι, κατά το ρουμανικό δίκαιο, ούτε η αυτοδίκαιη παύση της θητείας σε περίπτωση διαπίστωσης σύγκρουσης συμφερόντων ούτε η –παρεπόμενη της παύσης αυτής– απαγόρευση άσκησης οποιουδήποτε αιρετού δημόσιου αξιώματος θεωρούνται ποινικές κυρώσεις. Επιπλέον, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι τα μέτρα αυτά επιβάλλονται κατόπιν διοικητικής διαδικασίας. Μολονότι είναι αληθές ότι το ρουμανικό δίκαιο προβλέπει επίσης το ποινικό αδίκημα της σύγκρουσης συμφερόντων, οι ποινές τις οποίες επισύρει το σχετικό αδίκημα επιβάλλονται, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 31 των προτάσεών του, στο πλαίσιο αυτοτελούς και ανεξάρτητης διαδικασίας.

38

Το δεύτερο κριτήριο, σχετικά με την ίδια τη φύση της παράβασης, αφορά την εξακρίβωση του κατά πόσον το εν λόγω μέτρο επιδιώκει, μεταξύ άλλων, κατασταλτικό σκοπό, πράγμα που αποτελεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας κύρωσης ποινικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 49 του Χάρτη [πρβλ. αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 2021, Latvijas Republikas Saeima (Βαθμοί ποινής), C‑439/19, EU:C:2021:504, σκέψη 89, καθώς και της 6ης Οκτωβρίου 2021, ECOTEX BULGARIA, C‑544/19, EU:C:2021:803, σκέψη 94 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

39

Εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και από τις παρατηρήσεις των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο νόμος 176/2010 αποσκοπεί στη διασφάλιση της ακεραιότητας και της διαφάνειας κατά την άσκηση των δημοσίων αξιωμάτων και λειτουργημάτων καθώς και στην πρόληψη της διαφθοράς των θεσμών και ότι ένα μέτρο απαγόρευσης της άσκησης αιρετών δημοσίων αξιωμάτων, όπως το δυνάμενο να επιβληθεί στην υπόθεση της κύριας δίκης, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σύνολο μέτρων τα οποία επιδιώκουν όλα, με συμπληρωματικό τρόπο, τον σκοπό αυτό και, ως εκ τούτου, συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων αναφοράς που προβλέπει η απόφαση 2006/928. Επομένως, ο σκοπός της απαγόρευσης αυτής, όπως και ο σκοπός της αυτοδίκαιης έκπτωσης από το αξίωμα, είναι η διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας και της διαφάνειας του Κράτους, μέσω του οριστικού τερματισμού των καταστάσεων σύγκρουσης συμφερόντων.

40

Συναφώς, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει κρίνει ότι μια απαγόρευση του εκλέγεσθαι και της κατοχής αιρετού αξιώματος η οποία επιδιώκει τον σκοπό αυτόν και αποβλέπει στην ελεύθερη λήψη αποφάσεων εκ μέρους των αιρετών οργάνων δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα, ακόμη και αν επιβάλλεται κατόπιν ποινικής καταδίκης για πράξεις διαφθοράς (πρβλ. αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 18ης Μαΐου 2021, Galan κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2021:0518DEC006377216, § 85 και 97, και της 17ης Ιουνίου 2021, Miniscalco κατά Ιταλίας, ECLI:CE:ECHR:2021:0617JUD005509313, § 64 και 73).

41

Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών και υπό το πρίσμα της νομολογίας που μνημονεύθηκε στην προηγούμενη σκέψη, προκύπτει ότι ένα μέτρο απαγόρευσης της άσκησης αιρετών δημοσίων αξιωμάτων για χρονικό διάστημα τριών ετών, όπως το δυνάμενο να επιβληθεί στην υπόθεση της κύριας δίκης, επιδιώκει κατ’ ουσίαν προληπτικό και όχι κατασταλτικό σκοπό.

42

Όσον αφορά το τρίτο κριτήριο, σχετικά με τον βαθμό αυστηρότητας της κύρωσης, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 33 των προτάσεών του, ένα τέτοιο μέτρο δεν συνίσταται στην επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής ή στην επιβολή προστίμου, αλλά στην απαγόρευση της μελλοντικής άσκησης συγκεκριμένων δραστηριοτήτων, ήτοι αιρετών δημοσίων αξιωμάτων, που αφορούν περιορισμένη ομάδα προσώπων με ιδιαίτερο καθεστώς. Η απαγόρευση αυτή έχει επίσης περιορισμένη διάρκεια και δεν αφορά το δικαίωμα του εκλέγειν.

43

Πρέπει να προστεθεί ότι, κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κυρώσεις παρόμοιες με το επίμαχο στην κύρια δίκη μέτρο δεν θεωρούνται, κατά κανόνα, επαρκώς σοβαρές ώστε να τους προσδίδεται ποινικός χαρακτήρας, κατά μείζονα δε λόγο όταν δεν θίγεται το δικαίωμα του εκλέγειν (πρβλ. απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της 13ης Ιανουαρίου 1997, Tapie κατά Γαλλίας, CE:ECHR:1997:0113DEC003225896, σ. 5, καθώς και απόφαση του ΕΔΔΑ της 18ης Μαΐου 2021, Galan κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2021:0518DEC006377216, § 96 και 97).

44

Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει ότι κανένα από τα τρία κριτήρια που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 34 της παρούσας απόφασης δεν φαίνεται να πληρούται και ότι, κατά συνέπεια, η απαγόρευση άσκησης αιρετών δημοσίων αξιωμάτων την οποία προβλέπει η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία δεν φαίνεται να έχει ποινικό χαρακτήρα, όπερ εναπόκειται, ωστόσο, στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

45

Εφόσον, όμως, το μέτρο αυτό δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, δεν μπορεί να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 49, παράγραφος 3, του Χάρτη.

46

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη έχει την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται σε νομοθεσία η οποία προβλέπει την επιβολή, κατά το πέρας διοικητικής διαδικασίας, μέτρου απαγόρευσης της άσκησης οποιουδήποτε αιρετού δημόσιου αξιώματος για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα τριών ετών εις βάρος προσώπου ως προς το οποίο έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων κατά την άσκηση τέτοιου αξιώματος, στην περίπτωση που το μέτρο αυτό δεν έχει ποινικό χαρακτήρα.

Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος

47

Προκαταρκτικώς, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το δεύτερο ερώτημα υποβάλλεται για την περίπτωση κατά την οποία η προβλεπόμενη στο άρθρο 25, παράγραφος 2, του νόμου 176/2010 απαγόρευση άσκησης αιρετών δημοσίων αξιωμάτων θεωρηθεί ότι έχει ποινικό χαρακτήρα. Όπως, όμως, προκύπτει από τις εκτιμήσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 32 έως 46 της παρούσας απόφασης, η απαγόρευση αυτή, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, δεν φαίνεται να έχει τέτοιο χαρακτήρα και, επομένως, το άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη δεν έχει εφαρμογή.

48

Πάντως, καθόσον η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 27 της παρούσας απόφασης, πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης.

49

Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της αναλογικότητας συγκαταλέγεται μεταξύ των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης που πρέπει να τηρούνται από εθνική νομοθεσία η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης ή το θέτει σε εφαρμογή, ακόμη και ελλείψει εναρμόνισης της νομοθεσίας της Ένωσης στον τομέα των εφαρμοστέων κυρώσεων [πρβλ. αποφάσεις της 11ης Απριλίου 2019, Repsol Butano και DISA Gas, C‑473/17 και C‑546/17, EU:C:2019:308, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, καθώς και της 8ης Μαρτίου 2022, Bezirkshauptmannschaft Hartberg-Fürstenfeld (Άμεσο αποτέλεσμα), C‑205/20, EU:C:2022:168, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

50

Κατά πάγια νομολογία, για να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, ένα μέτρο πρέπει να είναι κατάλληλο να διασφαλίσει, κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό, την επίτευξη του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού και να μην υπερβαίνει το πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξή του μέτρο, εξυπακουομένου ότι τα αρνητικά αποτελέσματα που προκαλούνται από το μέτρο αυτό δεν πρέπει να είναι υπερβολικά σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (πρβλ. αποφάσεις της 25ης Ιανουαρίου 2018, F, C‑473/16, EU:C:2018:36, σκέψη 56, καθώς και της 7ης Σεπτεμβρίου 2022, Cilevičs κ.λπ., C‑391/20, EU:C:2022:638, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

51

Όσον αφορά τα διοικητικά ή κατασταλτικά μέτρα που επιτρέπει η εθνική νομοθεσία, τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια του πρόσφορου και αναγκαίου για την επίτευξη των σκοπών που θεμιτώς επιδιώκονται με τη νομοθεσία αυτή (απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2022, Agenzia delle dogane e dei monopoli και Ministero dell’Economia e delle Finanze, C‑452/20, EU:C:2022:111, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ειδικότερα, η αυστηρότητα της επιβαλλόμενης κυρώσεως πρέπει να συνάδει προς τη σοβαρότητα της παραβάσεως την οποία σκοπεί να κολάσει (απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, Maksimovic κ.λπ., C‑64/18, C‑140/18, C‑146/18 και C‑148/18, EU:C:2019:723, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

52

Υπό τις συνθήκες αυτές, προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, το δεύτερο ερώτημα πρέπει να αναδιατυπωθεί υπό την έννοια ότι αφορά, κατ’ ουσίαν, το ζήτημα αν η αρχή της αναλογικότητας αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει την επιβολή μέτρου απαγόρευσης της άσκησης οποιουδήποτε αιρετού δημόσιου αξιώματος για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα τριών ετών εις βάρος προσώπου ως προς το οποίο διαπιστώθηκε η ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων κατά την άσκηση του αξιώματος αυτού.

53

Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται εκ προοιμίου ότι ο νόμος 176/2010, του οποίου το άρθρο 25, παράγραφος 2, απαγορεύει την άσκηση αιρετών δημοσίων αξιωμάτων για χρονικό διάστημα τριών ετών, αποσκοπεί στη διασφάλιση της ακεραιότητας και της διαφάνειας κατά την άσκηση των δημοσίων αξιωμάτων και λειτουργημάτων καθώς και στην πρόληψη της διαφθοράς των θεσμών. Επομένως, οι σκοποί του νόμου αυτού, οι οποίοι συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων αναφοράς που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της απόφασης 2006/928, συνιστούν θεμιτό σκοπό αναγνωρισμένο από την Ένωση.

54

Μολονότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει το εθνικό δίκαιο, να εκτιμήσει τελικώς, σε περίπτωση που επιβεβαιώσει τη νομιμότητα της επίμαχης στην κύρια δίκη έκθεσης αξιολόγησης, αν, σε σχέση με τη διαπιστωθείσα με την έκθεση αυτή σύγκρουση συμφερόντων, η συγκεκριμένη κύρωση είναι πρόσφορη, αναγκαία και ανάλογη προς την επίτευξη του θεμιτού αυτού σκοπού, το Δικαστήριο μπορεί, εντούτοις, να παράσχει διευκρινίσεις προκειμένου να καθοδηγήσει το αιτούν δικαστήριο κατά την εν λόγω εκτίμηση (πρβλ. απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2022, Agenzia delle dogane e dei monopoli και Ministero dell’Economia e delle Finanze, C‑452/20, EU:C:2022:111, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

55

Όσον αφορά το ζήτημα αν η εν λόγω κύρωση είναι κατάλληλη να διασφαλίσει, κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό, την επίτευξη των επιδιωκόμενων θεμιτών σκοπών, πρέπει να υπομνησθεί ότι η κύρωση αυτή επιβάλλεται κατόπιν διαπιστώσεως εκ μέρους της ANI, η οποία έχει καταστεί απρόσβλητη και σύμφωνα με την οποία ορισμένο πρόσωπο που ασκεί αιρετό δημόσιο αξίωμα, για παράδειγμα το αξίωμα του δημάρχου, όπως ο προσφεύγων της κύριας δίκης, τελούσε σε παράνομη κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων κατά τη διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων του, είναι δε παρεπόμενη της αυτοδίκαιης παύσης της θητείας του.

56

Επομένως, η αυτοδίκαιη επιβολή των κυρώσεων αυτών καθιστά δυνατή την οριστική παύση της διαπιστωθείσας σύγκρουσης συμφερόντων διαφυλάσσοντας τη λειτουργία του οικείου Κράτους και των οικείων αιρετών οργάνων. Επιπλέον, το γεγονός ότι προβλέπεται τόσο η αυτοδίκαιη παύση της θητείας όσο και η αυτοδίκαιη απαγόρευση άσκησης οποιουδήποτε αιρετού δημόσιου αξιώματος για αρκούντως μακρό προκαθορισμένο χρονικό διάστημα φαίνεται ικανό να αποτρέψει τα πρόσωπα που ασκούν αιρετό αξίωμα από το να περιέλθουν σε μια τέτοια κατάσταση αλλά και να τα ωθήσει να εκπληρώνουν τις σχετικές υποχρεώσεις τους.

57

Εξ αυτών συνάγεται ότι η προβλεπόμενη από την επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία απαγόρευση άσκησης αιρετών δημοσίων αξιωμάτων για χρονικό διάστημα τριών ετών φαίνεται πρόσφορη για την επίτευξη του θεμιτού σκοπού τον οποίο επιδιώκει η νομοθεσία αυτή.

58

Όσον αφορά τον αναγκαίο χαρακτήρα της κύρωσης αυτής, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι ο Ρουμάνος νομοθέτης προέβλεψε τη συγκεκριμένη απαγόρευση και όρισε τη διάρκειά της σε τρία έτη λαμβάνοντας υπόψη την εγγενή σοβαρότητα που έχουν για τη λειτουργία του κράτους και την κοινωνία τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων. Επομένως, η εν λόγω απαγόρευση επιβάλλεται συνεπεία της παράβασης την οποία έχει διαπράξει πρόσωπο που ασκεί αιρετό δημόσιο αξίωμα, όπως ο προσφεύγων της κύριας δίκης, και της οποίας η σοβαρότητα είναι βέβαιη.

59

Ο Ρουμάνος νομοθέτης προέβλεψε επίσης, στο άρθρο 301, παράγραφος 1, του ποινικού κώδικα, το αδίκημα της σύγκρουσης συμφερόντων, το οποίο επισύρει ποινή φυλάκισης και παρεπόμενη ποινή απαγόρευσης της άσκησης αιρετών αξιωμάτων της οποίας η διάρκεια κυμαίνεται μεταξύ ενός και πέντε ετών.

60

Πρέπει να προστεθεί ότι το εύρος των συγκρούσεων συμφερόντων καθώς και το επίπεδο διαφθοράς που παρατηρούνται στον εθνικό δημόσιο τομέα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με το ζήτημα αν εθνική νομοθεσία όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη υπερβαίνει ή όχι τα όρια του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού που συνίσταται στη διασφάλιση της ακεραιότητας και της διαφάνειας κατά την άσκηση των δημοσίων αξιωμάτων και λειτουργημάτων καθώς και στην πρόληψη της διαφθοράς των θεσμών. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι ο νόμος 176/2010 θέτει σε εφαρμογή τον δεύτερο στόχο αναφοράς ο οποίος περιλαμβάνεται στο παράρτημα της απόφασης 2006/928, έχει δεσμευτικό χαρακτήρα για τη Ρουμανία και αποσκοπεί στο να προκύπτουν αποτρεπτικές κυρώσεις από τις δεσμευτικές αποφάσεις της ANI. Η ως άνω απόφαση υποχρεώνει επίσης το εν λόγω κράτος μέλος να καταπολεμά αποτελεσματικά τη διαφθορά.

61

Λαμβανομένης υπόψη της προληπτικής πτυχής του επίμαχου μέτρου, η οποία αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην αποτροπή των προσώπων που ασκούν δημόσια αξιώματα από κάθε υπονόμευση της ακεραιότητας του λειτουργήματός τους, ο προσδιορισμός προκαθορισμένης διάρκειας για το συγκεκριμένο μέτρο είναι αναγκαίος, σε ένα τέτοιο εθνικό πλαίσιο, για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητάς του.

62

Επιπλέον, η απαγόρευση άσκησης αιρετών δημοσίων αξιωμάτων την οποία προβλέπει το άρθρο 25, παράγραφος 2, του νόμου 176/2010 είναι χρονικά περιορισμένη και εφαρμόζεται μόνο σε ορισμένες κατηγορίες προσώπων που ασκούν ιδιαίτερα καθήκοντα. Ειδικότερα, ένα πρόσωπο που ασκεί το αιρετό αξίωμα του δημάρχου, όπως ο προσφεύγων της κύριας δίκης, έχει σημαντικές ευθύνες και εξουσίες, έχει δε ως αποστολή να εκπροσωπεί τους συμπολίτες του.

63

Επιπλέον, η απαγόρευση αυτή αφορά μόνον περιορισμένες δραστηριότητες, ήτοι τα αιρετά δημόσια αξιώματα, και δεν εμποδίζει την άσκηση οποιασδήποτε άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας, ιδίως στον ιδιωτικό τομέα.

64

Συνεπώς, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία, καθόσον η νομοθεσία αυτή επιβάλλει κύρωση μη εκλογιμότητας για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα τριών ετών, δεν υπερβαίνει το όριο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του θεμιτού σκοπού τον οποίο επιδιώκει.

65

Όσον αφορά την αναλογικότητα του επίμαχου μέτρου και, ιδίως, το ζήτημα αν η αυστηρότητά του συνάδει προς τη σοβαρότητα του αδικήματος, πρέπει να υπομνησθεί η σημασία που έχει η καταπολέμηση της διαφθοράς στον δημόσιο τομέα σε ορισμένα κράτη μέλη και η προτεραιότητα την οποία έχει αποδώσει ο Ρουμάνος νομοθέτης στον σκοπό αυτόν, ο οποίος αντιπροσωπεύει πραγματική απαίτηση της ρουμανικής κοινωνίας, όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 176/2010, απαίτηση η οποία επιβάλλεται και με την απόφαση 2006/928.

66

Ως εκ τούτου, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας της προσβολής του δημοσίου συμφέροντος η οποία απορρέει από πράξεις διαφθοράς και από συγκρούσεις συμφερόντων, ακόμη και ήσσονος σημασίας, εκ μέρους των αιρετών αντιπροσώπων σε ένα εθνικό πλαίσιο αυξημένου κινδύνου διαφθοράς, η προβλεπόμενη από την εν λόγω εθνική νομοθεσία απαγόρευση άσκησης αιρετών δημοσίων αξιωμάτων για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα τριών ετών δεν είναι, κατ’ αρχήν, δυσανάλογη σε σχέση με την παράβαση για την οποία επιβάλλεται η κύρωση.

67

Παρά ταύτα, λόγω του ότι δεν υπάρχει καμία δυνατότητα προσαρμογής της διάρκειας της απαγόρευσης αυτής, όπως επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Înalta Curte de Casație şi Justiție (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Ρουμανία), δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, η κύρωση αυτή να αποβεί δυσανάλογη σε σχέση με την παράβαση για την οποία επιβάλλεται.

68

Πράγματι, τούτο θα μπορούσε να συμβαίνει όταν, κατ’ εξαίρεση, η διαπιστωθείσα παράνομη συμπεριφορά, λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου σκοπού, δεν παρουσιάζει κανένα στοιχείο που να την καθιστά σοβαρή, ενώ ο αντίκτυπος του μέτρου αυτού στην προσωπική, επαγγελματική και οικονομική κατάσταση του ενδιαφερόμενου προσώπου είναι ιδιαίτερα σοβαρός.

69

Επομένως, εν προκειμένω, ακόμη και αν υποτεθεί ότι επιβεβαιώνεται η νομιμότητα της επίμαχης στην κύρια δίκη έκθεσης αξιολόγησης, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, υπό το πρίσμα όλων των κρίσιμων περιστάσεων, αν η αυστηρότητα της κύρωσης που επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης δυνάμει του άρθρου 25, παράγραφος 2, του νόμου 176/2010 εξακολουθεί να συνάδει προς τη σοβαρότητα της σύγκρουσης συμφερόντων που διαπιστώθηκε με την εν λόγω έκθεση, λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου από τον νόμο αυτό σκοπού.

70

Σε περίπτωση που κριθεί ότι τούτο δεν ισχύει, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ερμηνεύσει την επίμαχη νομοθεσία, στο μέτρο του δυνατού, υπό την έννοια ότι επιτρέπει την επιβολή αναλογικής κύρωσης, η οποία όμως παραμένει αποτελεσματική και αποτρεπτική, τηρουμένης της απόφασης 2006/928.

71

Πράγματι, υπενθυμίζεται ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να ερμηνεύουν, στο μέτρο του δυνατού, το εθνικό δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς το δίκαιο της Ένωσης και ότι, μολονότι η υποχρέωση σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου, τα εθνικά αυτά δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αποφαίνονται σε τελευταίο βαθμό, οφείλουν να τροποποιούν, αν παρίσταται ανάγκη, την πάγια νομολογία τους σε περίπτωση που αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία του εθνικού δικαίου η οποία δεν συμβιβάζεται με το δίκαιο της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 8ης Μαΐου 2019, Związek Gmin Zagłębia Miedziowego, C‑566/17, EU:C:2019:390, σκέψεις 48 και 49, καθώς και της 4ης Μαρτίου 2020, Telecom Italia, C‑34/19, EU:C:2020:148, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

72

Κατόπιν των ανωτέρω, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αρχή της αναλογικότητας έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει την επιβολή μέτρου απαγόρευσης της άσκησης οποιουδήποτε αιρετού δημόσιου αξιώματος για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα τριών ετών εις βάρος προσώπου ως προς το οποίο διαπιστώθηκε η ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων κατά την άσκηση του αξιώματος αυτού, εφόσον, δεδομένων όλων των κρίσιμων περιστάσεων, η εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής καταλήγει στην επιβολή κύρωσης που συνάδει προς τη σοβαρότητα της παράβασης την οποία κολάζει, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της διασφάλισης της ακεραιότητας και της διαφάνειας κατά την άσκηση των δημοσίων αξιωμάτων και λειτουργημάτων καθώς και της πρόληψης της διαφθοράς των θεσμών. Τούτο δεν συμβαίνει όταν, κατ’ εξαίρεση, η διαπιστωθείσα παράνομη συμπεριφορά, λαμβανομένου υπόψη του ως άνω σκοπού, δεν παρουσιάζει κανένα στοιχείο που να την καθιστά σοβαρή, ενώ ο αντίκτυπος του μέτρου αυτού στην προσωπική, επαγγελματική και οικονομική κατάσταση του ως άνω προσώπου είναι ιδιαίτερα σοβαρός.

Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

73

Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 15, παράγραφος 1, και το άρθρο 47 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει την επιβολή μέτρου απαγόρευσης της άσκησης οποιουδήποτε αιρετού δημόσιου αξιώματος για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα τριών ετών εις βάρος προσώπου ως προς το οποίο έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων κατά την άσκηση τέτοιου αξιώματος.

74

Όσον αφορά το άρθρο 15, παράγραφος 1, του Χάρτη, αυτό κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε προσώπου να εργάζεται και να ασκεί το επάγγελμα το οποίο επιλέγει ή αποδέχεται ελεύθερα. Επιπλέον, η ελεύθερη άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας περιλαμβάνεται στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 29ης Μαρτίου 2012, Interseroh Scrap and Metals Trading, C‑1/11, EU:C:2012:194, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

75

Η ANI και η Ρουμανική Κυβέρνηση εκτιμούν ότι το δικαίωμα άσκησης αιρετών δημοσίων αξιωμάτων δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 15, παράγραφος 1, του Χάρτη, δεδομένου ότι το δικαίωμα του εκλέγεσθαι αποτελεί μέρος των πολιτικών δικαιωμάτων, όπως επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι το επίμαχο στην κύρια δίκη μέτρο απαγόρευσης της άσκησης αιρετών δημοσίων αξιωμάτων δεν φαίνεται να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής, δεδομένου ότι η εκλογική διαδικασία δεν συνεπάγεται το δικαίωμα ενός συγκεκριμένου προσώπου να ασκεί τέτοια αξιώματα.

76

Συναφώς, είναι αληθές ότι το γράμμα του άρθρου 15, παράγραφος 1, του Χάρτη έχει ευρεία διατύπωση, όπως προκύπτει από τη χρήση των όρων «κάθε πρόσωπο», «εργάζεται» και «επάγγελμα».

77

Επιπλέον, κατά τις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ΕΕ 2007, C 303, σ. 17), η ελευθερία του επαγγέλματος, που κατοχυρώνεται στη διάταξη αυτή, αναγνωρίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία απορρέει ιδίως από τις αποφάσεις της 14ης Μαΐου 1974, Nold κατά Επιτροπής (4/73, EU:C:1974:51, σκέψεις 12 έως 14), της 13ης Δεκεμβρίου 1979, Hauer (44/79, EU:C:1979:290, σ. 3727), και της 8ης Οκτωβρίου 1986, Keller (234/85, EU:C:1986:377, σκέψη 8). Η εν λόγω διάταξη εμπνέεται επίσης από το άρθρο 1, παράγραφος 2, του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που υπογράφηκε στο Τορίνο στις 18 Οκτωβρίου 1961 και αναθεωρήθηκε στο Στρασβούργο στις 3 Μαΐου 1996, το οποίο επιβάλλει την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος του εργαζομένου να κερδίζει τα προς το ζην σε επάγγελμα το οποίο επιλέγει ελεύθερα, καθώς και από το σημείο 4 του Κοινοτικού Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων που εγκρίθηκε κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Στρασβούργο στις 9 Δεκεμβρίου 1989, το οποίο εξαγγέλλει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα ελεύθερης επιλογής και άσκησης επαγγέλματος, σύμφωνα με τις οικείες επαγγελματικές διατάξεις. Επομένως, το άρθρο 15, παράγραφος 1, του Χάρτη έχει ευρύ πεδίο εφαρμογής τόσο ratione personae όσο και ratione materiae, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 85 των προτάσεών του.

78

Παρά ταύτα, το εν λόγω πεδίο εφαρμογής, όσο ευρύ και αν είναι, δεν περιλαμβάνει το δικαίωμα άσκησης, για καθορισμένο χρονικό διάστημα, αιρετού αξιώματος κατόπιν δημοκρατικής εκλογικής διαδικασίας, όπως είναι το αξίωμα του δημάρχου.

79

Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το γεγονός ότι το άρθρο 15 του Χάρτη περιλαμβάνεται στον τίτλο II, ο οποίος επιγράφεται «Ελευθερίες», ενώ ειδικές διατάξεις σχετικά με το δικαίωμα του εκλέγεσθαι στις εκλογές, ήτοι τα άρθρα 39 και 40 του Χάρτη σχετικά με το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, αντιστοίχως, στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές, περιλαμβάνονται σε χωριστό τίτλο, ήτοι στον τίτλο V, ο οποίος επιγράφεται «Δικαιώματα των πολιτών».

80

Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ενισχύει επίσης την ερμηνεία αυτή, καθόσον το δικαιοδοτικό αυτό όργανο έχει κρίνει ότι το δικαίωμα ασκήσεως αιρετού αξιώματος, κατόπιν εκλογικής διαδικασίας, αποτελεί πολιτικό δικαίωμα ως προς το οποίο η αμοιβή συνιστά απλώς επακόλουθο (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 8ης Νοεμβρίου 2016, Savisaar κατά Εσθονίας, CE:ECHR:2016:1108DEC000836516, § 26 και 27).

81

Επομένως, το δικαίωμα άσκησης αιρετών δημοσίων αξιωμάτων, μεταξύ των οποίων το αξίωμα του δημάρχου, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 15, παράγραφος 1, του Χάρτη, με αποτέλεσμα, εν προκειμένω, ο προσφεύγων της κύριας δίκης να μην μπορεί να επικαλεστεί λυσιτελώς τη διάταξη αυτή.

82

Εντούτοις, όπως προκύπτει από το άρθρο 53 του Χάρτη, η ως άνω ερμηνεία δεν θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να εφαρμόζουν ευνοϊκότερο επίπεδο προστασίας του δικαιώματος στην εργασία και της ελεύθερης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας που αναγνωρίζεται από το εθνικό τους Σύνταγμα, υπό τον όρο ότι η εφαρμογή αυτή δεν διακυβεύει το επίπεδο προστασίας που προβλέπει ο Χάρτης, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο.

83

Όσον αφορά το άρθρο 47 του Χάρτη, αυτό προβλέπει, στο πρώτο εδάφιό του, ότι κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και διευκρινίζει, στο δεύτερο εδάφιό του, ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και εντός εύλογης προθεσμίας, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως.

84

Η κατά την έννοια του άρθρου 47 αναγνώριση του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής σε συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέτει ότι το πρόσωπο που το επικαλείται προβάλλει δικαιώματα ή ελευθερίες τα οποία διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης ή ότι το πρόσωπο αυτό υπόκειται σε δίωξη που συνιστά εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη [πρβλ. απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2022, RS (Αποτελέσματα των αποφάσεων συνταγματικού δικαστηρίου) (C‑430/21, EU:C:2022:99, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

85

Τούτο συμβαίνει εν προκειμένω, δεδομένου ότι η απαγόρευση άσκησης αιρετών δημοσίων αξιωμάτων για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα τριών ετών, η οποία ενδέχεται να επιβληθεί στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης σε περίπτωση που επιβεβαιωθεί η νομιμότητα της έκθεσης αξιολόγησης την οποία κατήρτισε η ANI, προβλέπεται από τον νόμο 176/2010 ο οποίος, όπως προκύπτει από τη σκέψη 27 της παρούσας απόφασης, θέτει σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης. Επομένως, το άρθρο 47 του Χάρτη έχει εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης.

86

Όσον αφορά το περιεχόμενο της εν λόγω διάταξης, η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που αυτή κατοχυρώνει αποτελείται από διάφορες συνιστώσες, στις οποίες καταλέγονται, μεταξύ άλλων, η αρχή της ισότητας των όπλων και το δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήρια (απόφαση της 30ής Ιουνίου 2016, Toma και Biroul Executorului Judecătoresc Horalaboriu-Vasile Cruduleci, C‑205/15, EU:C:2016:499, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

87

Το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής κατά την έννοια του άρθρου 47 του Χάρτη συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα πρόσβασης του δικαιούχου του δικαιώματος αυτού σε αρμόδιο δικαστήριο προκειμένου να διασφαλισθεί ο σεβασμός των δικαιωμάτων τα οποία κατοχυρώνει υπέρ αυτού το δίκαιο της Ένωσης και να εξετασθούν, προς τούτο, όλα τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που είναι κρίσιμα για την επίλυση της διαφοράς της οποίας το εν λόγω δικαστήριο έχει επιληφθεί [πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, État luxembourgeois (Δικαίωμα προσφυγής κατά αιτήματος παροχής πληροφοριών σε φορολογικά θέματα)C‑245/19 και C‑246/19, EU:C:2020:795, σκέψη 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

88

Εν προκειμένω, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη προϋποθέτει, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 100 των προτάσεών του, ότι το αιτούν δικαστήριο μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα της έκθεσης αξιολόγησης της ANI με την οποία καταλογίζεται σύγκρουση συμφερόντων στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης καθώς και, εν ανάγκη, να ακυρώσει την έκθεση αυτή καθώς και τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν βάσει αυτής.

89

Από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει δε ότι οι εκθέσεις αξιολόγησης που καταρτίζει η ANI περιέχουν την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών, την άποψη του ενδιαφερομένου και την αξιολόγηση των στοιχείων που στοιχειοθετούν τη διαπιστούμενη σύγκρουση συμφερόντων. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάσει, στο πλαίσιο του ελέγχου που οφείλει να ασκήσει επί της επίμαχης στην κύρια δίκη έκθεσης αξιολόγησης, όλα τα κρίσιμα νομικά και πραγματικά ζητήματα και, ως εκ τούτου, κατά το πέρας του ελέγχου αυτού, να επιβεβαιώσει ή να αποκλείσει την ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων. Εκτός αυτού, σε περίπτωση που το δικαστήριο αυτό καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω έκθεση αξιολόγησης στερείται νομιμότητας, έχει την εξουσία να την ακυρώσει και, κατά συνέπεια, να ακυρώσει τα μέτρα παύσης της θητείας και απαγόρευσης της άσκησης αιρετών δημοσίων αξιωμάτων που επιβλήθηκαν βάσει της έκθεσης αυτής.

90

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 69 και 72 της παρούσας απόφασης, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν, εν προκειμένω, τηρείται η απαίτηση που απορρέει από το δίκαιο της Ένωσης και αφορά την επιβολή αναλογικής κύρωσης.

91

Τέλος, όπως επίσης επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 102 των προτάσεών του, η δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν περιέχει κανένα στοιχείο ικανό να θέσει εν αμφιβόλω την αποτελεσματικότητα των ενδίκων βοηθημάτων που προβλέπονται στο ρουμανικό δίκαιο ή τη συμβατότητα της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής νομοθεσίας με το άρθρο 47 του Χάρτη.

92

Κατόπιν των ανωτέρω, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι:

το άρθρο 15, παράγραφος 1, του Χάρτη έχει την έννοια ότι το δικαίωμα άσκησης αιρετού αξιώματος κατόπιν δημοκρατικής εκλογικής διαδικασίας, όπως είναι το αξίωμα του δημάρχου, δεν εμπίπτει στη διάταξη αυτή·

το άρθρο 47 του Χάρτη έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει την επιβολή μέτρου απαγόρευσης της άσκησης οποιουδήποτε αιρετού δημόσιου αξιώματος για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα τριών ετών εις βάρος προσώπου ως προς το οποίο έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων κατά την άσκηση τέτοιου αξιώματος, υπό τον όρο ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο έχει πράγματι τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της έκθεσης η οποία περιέχει τη σχετική διαπίστωση και της κύρωσης η οποία επιβλήθηκε βάσει της έκθεσης αυτής, περιλαμβανομένης της αναλογικότητάς της.

Επί των δικαστικών εξόδων

93

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

1)

Το άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται σε νομοθεσία η οποία προβλέπει την επιβολή, κατά το πέρας διοικητικής διαδικασίας, μέτρου απαγόρευσης της άσκησης οποιουδήποτε αιρετού δημόσιου αξιώματος για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα τριών ετών εις βάρος προσώπου ως προς το οποίο έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων κατά την άσκηση τέτοιου αξιώματος, στην περίπτωση που το μέτρο αυτό δεν έχει ποινικό χαρακτήρα.

 

2)

Η αρχή της αναλογικότητας έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει την επιβολή μέτρου απαγόρευσης της άσκησης οποιουδήποτε αιρετού δημόσιου αξιώματος για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα τριών ετών εις βάρος προσώπου ως προς το οποίο διαπιστώθηκε η ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων κατά την άσκηση του αξιώματος αυτού, εφόσον, δεδομένων όλων των κρίσιμων περιστάσεων, η εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής καταλήγει στην επιβολή κύρωσης που συνάδει προς τη σοβαρότητα της παράβασης την οποία κολάζει, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της διασφάλισης της ακεραιότητας και της διαφάνειας κατά την άσκηση των δημοσίων αξιωμάτων και λειτουργημάτων καθώς και της πρόληψης της διαφθοράς των θεσμών. Τούτο δεν συμβαίνει όταν, κατ’ εξαίρεση, η διαπιστωθείσα παράνομη συμπεριφορά, λαμβανομένου υπόψη του ως άνω σκοπού, δεν παρουσιάζει κανένα στοιχείο που να την καθιστά σοβαρή, ενώ ο αντίκτυπος του μέτρου αυτού στην προσωπική, επαγγελματική και οικονομική κατάσταση του ως άνω προσώπου είναι ιδιαίτερα σοβαρός.

 

3)

Το άρθρο 15, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων έχει την έννοια ότι το δικαίωμα άσκησης αιρετού αξιώματος κατόπιν δημοκρατικής εκλογικής διαδικασίας, όπως είναι το αξίωμα του δημάρχου, δεν εμπίπτει στη διάταξη αυτή.

 

4)

Το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει την επιβολή μέτρου απαγόρευσης της άσκησης οποιουδήποτε αιρετού δημόσιου αξιώματος για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα τριών ετών εις βάρος προσώπου ως προς το οποίο έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων κατά την άσκηση τέτοιου αξιώματος, υπό τον όρο ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο έχει πράγματι τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της έκθεσης η οποία περιέχει τη σχετική διαπίστωση και της κύρωσης η οποία επιβλήθηκε βάσει της έκθεσης αυτής, περιλαμβανομένης της αναλογικότητάς της.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ρουμανική.