Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
LΑILA MEDINA
της 2ας Μαρτίου 2023 (1)
Υπόθεση C-723/21
Stadt Frankfurt (Oder),
FWA Frankfurter Wasser- und Abwassergesellschaft mbH
κατά
Landesamt für Bergbau, Geologie und Rohstoffe
παρισταμένης της:
Lausitz Energie Bergbau AG
[αίτηση του Verwaltungsgericht Cottbus (διοικητικού πρωτοδικείου του Cottbus, Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Παραδεκτό – Περιβάλλον – Δράση της Ένωσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων – Οδηγία 2000/60/ΕΚ – Πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε θέματα περιβάλλοντος – Διαδικασία έγκρισης έργου – Άρθρο 7 – Απαγόρευση υποβάθμισης της ποιότητας των υδάτων – Σχέδιο δημιουργίας τεχνητής λίμνης – Θειικά – Υποχρέωση των κρατών μελών να μην εγκρίνουν σχέδια έργων τα οποία μπορεί να προκαλέσουν υποβάθμιση της ποιότητας των υδάτων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος»
1. Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να ερμηνεύσει για πρώτη φορά το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60/ΕΚ (οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, στο εξής: οδηγία 2000/60) (2). Η προσφυγή της κύριας δίκης ασκήθηκε από τον Stadt Frankfurt (Oder) (Δήμο Φρανκφούρτης επί του Όντερ, Γερμανία) και από την FWA Frankfurter Wasser- und Abwassergesellschaft mbH, Frankfurt (Oder) (στο εξής: FWA) κατά του προέδρου της Landesamt für Bergbau, Geologie und Rohstoffe (περιφερειακής υπηρεσίας ορυχείων, γεωλογίας και πρώτων υλών), Cottbus (Γερμανία), (στο εξής: Υπηρεσία). Η προσφυγή αφορά απόφαση της Υπηρεσίας περί έγκρισης σχεδίου (3), με την οποία εγκρίθηκε η δημιουργία από τη Lausitz Energie Bergbau AG, Cottbus (παρεμβαίνουσα στην κύρια δίκη, στο εξής: Lausitz) της μεγαλύτερης τεχνητής λίμνης στη Γερμανία (έκτασης 1 900 εκταρίων, ήτοι ίσης περίπου με 2 660 γήπεδα ποδοσφαίρου).
I. Τα ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
2. Ο Δήμος Φρανκφούρτης επί του Όντερ είναι υπεύθυνος για την παροχή πόσιμου ύδατος στους περίπου 57 000 κατοίκους του. Για την άσκηση του νόμιμου αυτού καθήκοντος, χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες της FWA. Η FWA εκμεταλλεύεται εγκατάσταση ύδρευσης δυνάμει αδείας που της έχει χορηγηθεί βάσει της νομοθεσίας περί υδάτων.
3. Για την παραγωγή πόσιμου ύδατος, η εγκατάσταση ύδρευσης χρησιμοποιεί υπόγεια ύδατα και ύδατα του ποταμού Spree σε περιοχή που βρίσκεται εκτός «ζώνης ασφαλείας» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2000/60.
4. Τα ύδατα του Spree παρουσιάζουν υψηλή συγκέντρωση θειικών. Τα θειικά προέρχονται από εγκαταλελειμμένα λατομεία στην περιοχή της υδρολογικής λεκάνης του Spree. Συγκεκριμένα, προκύπτουν από την οξείδωση ορυκτού πυρίτη ο οποίος, μέχρι την εξόρυξή του, παραμένει αποθηκευμένος στο έδαφος υπό αναερόβιες συνθήκες. Τα πόσιμα ύδατα που διοχετεύονται στους αγωγούς ύδρευσης δεν πρέπει να υπερβαίνουν μια συγκεκριμένη οριακή τιμή θειικών, υποχρέωση η οποία τηρείται με δυσκολία μέχρι στιγμής από την εγκατάσταση ύδρευσης.
5. Μετά την αποπεράτωση των εργασιών ενός λατομείου, η Lausitz κατακλύει το όρυγμα που προκύπτει από την εξόρυξη του λιγνίτη. Η λίμνη που θα δημιουργηθεί λόγω της κατάκλυσης πρόκειται να διαθέτει υπερχειλιστή. Τα ύδατα που θα εξέρχονται από τον υπερχειλιστή θα εκχέονται στον Spree και θα εμφανίζουν συγκέντρωση θειικών σαφώς μεγαλύτερη από εκείνη των υδάτων του Spree. Ο Δήμος Φρανκφούρτης επί του Όντερ και η FWA ανησυχούν μήπως, εξαιτίας της εν λόγω έκχυσης στα ύδατα του Spree, σημειωθεί υπέρβαση στη συγκέντρωση θειικών στον Spree, η οποία βρίσκεται ήδη σε επίπεδα συναγερμού όσον αφορά την παραγωγή πόσιμου ύδατος, με αποτέλεσμα να πρέπει είτε να παύσει η παραγωγή πόσιμου ύδατος στο σημείο αυτό είτε να υποβληθεί σε ριζικό τεχνικό εκσυγχρονισμό.
6. Με απόφαση έγκρισης σχεδίου, η Υπηρεσία ενέκρινε τη δημιουργία της λίμνης, περιλαμβανομένου του υπερχειλιστή, στηριζόμενη σε έκθεση εμπειρογνώμονα κατά την οποία δεν αναμενόταν υποβάθμιση των υδάτων του Spree κατά την έννοια του άρθρου 4 της οδηγίας 2000/60. Δεν πραγματοποιήθηκε εκτίμηση των επιπτώσεων στη συγκέντρωση θειικών στο σημείο υδροληψίας και, ενδεχομένως, στην εγκατάσταση ύδρευσης. Κατά της εν λόγω απόφασης έγκρισης σχεδίου ασκήθηκε η προσφυγή της κύριας δίκης από τον Δήμο Φρανκφούρτης επί του Όντερ και τη FWA.
7. Στο πλαίσιο της εκδίκασης της εν λόγω προσφυγής, το Verwaltungsgericht Cottbus (διοικητικό πρωτοδικείο του Cottbus) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
α. Έχει το άρθρο 7, παράγραφος 3, της [οδηγίας 2000/60] την έννοια ότι όλα τα μέλη του κοινού που επηρεάζονται άμεσα από ένα σχέδιο νομιμοποιούνται να προβάλλουν ενώπιον δικαστηρίου παραβάσεις της υποχρεώσεως:
α) αποτροπής της υποβαθμίσεως της ποιότητας των υδατικών συστημάτων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος,
β) μειώσεως του επιπέδου επεξεργασίας καθαρισμού που απαιτείται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος,
κατ’ επίκληση της προστασίας των τρίτων μέσω της απαγορεύσεως υποβαθμίσεως των υπόγειων υδάτων [βλ. (αποφάσεις της 28ης Μαΐου 2020, Land Nordrhein-Westfalen, C-535/18, EU:C:2020:391, σκέψεις 132 επ., στο εξής: απόφαση Land Nordrhein-Westfalen) και (της 3ης Οκτωβρίου 2019, Wasserleitungsverband Nördliches Burgenland κ.λπ., C-197/18, EU:C:2019:824, σκέψεις 40 και 42)];
β. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα υπό στοιχείο αʹ:
Σε κάθε περίπτωση, νομιμοποιούνται οι προσφεύγοντες, στους οποίους έχει ανατεθεί η παραγωγή και επεξεργασία καθαρισμού πόσιμου ύδατος, να επικαλεστούν παραβάσεις των απαγορεύσεων και απαιτήσεων του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα;
2. Περιέχει το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, όσον αφορά τα υδατικά συστήματα εκτός ζωνών ασφαλείας, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της ίδιας οδηγίας, πέραν της υποχρεώσεως περί μακροπρόθεσμων σχεδιασμών στα σχέδια διαχειρίσεως και τα προγράμματα μέτρων, υποχρέωση, παρόμοια με αυτή του άρθρου 4 της [εν λόγω οδηγίας], περί αρνήσεως εγκρίσεως συγκεκριμένων έργων λόγω παραβιάσεως της απαγορεύσεως υποβαθμίσεως [βλ. (απόφαση Land Nordrhein Westfalen, σκέψη 75)];
3. Αν θεωρηθεί ότι, αντιθέτως προς το παράρτημα V, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 4 της οδηγίας-πλαισίου, το άρθρο 7, παράγραφος 3, της [οδηγίας αυτής] δεν καθορίζει δικό του επίπεδο αναφοράς για τον έλεγχο της απαγορεύσεως υποβαθμίσεως:
α. Υπό ποιες προϋποθέσεις πρέπει να θεωρείται ότι επέρχεται υποβάθμιση του υδατικού συστήματος και, συνακόλουθα, αύξηση του επιπέδου της επεξεργασίας καθαρισμού που απαιτείται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος;
β. Θα μπορούσε το κρίσιμο σημείο αναφοράς για την αύξηση του επιπέδου επεξεργασίας καθαρισμού και, ως εκ τούτου, για την απαγόρευση υποβαθμίσεως που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα να είναι οι οριακές τιμές που καθορίζονται στο παράρτημα I της [οδηγίας 98/83/ΕΚ (4) (οδηγίας για το πόσιμο νερό, στο εξής: οδηγία 98/83)], όπως υποδηλώνει το άρθρο 7, παράγραφος 2, τελευταία φράση, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα;
γ. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα υπό στοιχείο βʹ:
Μπορεί να συντρέχει παράβαση της απαγόρευσης υποβαθμίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα όταν μόνη σημαντική αξία δεν είναι η οριακή τιμή των μερών Α ή Β του παραρτήματος I [της οδηγίας 98/83], αλλά μια ενδεικτική παράμετρος σύμφωνα με το μέρος Γ του παραρτήματος Ι [της οδηγίας 98/83];
4. Πότε πρέπει να συναχθεί παράβαση της απαγορεύσεως υποβαθμίσεως, βάσει της νομοθεσίας περί πόσιμου νερού, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα [βλ., όσον αφορά το κριτήριο της απαγορεύσεως υποβαθμίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 4 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα: (απόφαση Land Nordrhein Westfalen, σκέψη 119) και (απόφαση της 1ης Ιουλίου 2015, Bund für Umwelt und Naturschutz Deutschland, C-461/13, EU:C:2015:433, σκέψη 52, στο εξής: απόφαση Bund für Umwelt und Naturschutz Deutschland)];
α. Αρκεί οποιαδήποτε υποβάθμιση για να συναχθεί η παράβαση
ή
β. πρέπει να υπάρχει πιθανότητα να μην έχει τηρηθεί η ενδεικτική παράμετρος των 250 mg/l για θειικά
ή
γ. πρέπει να υπάρχει κίνδυνος ανάληψης επανορθωτικών ενεργειών κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 6, της [οδηγίας 98/83], οι οποίες αυξάνουν το κόστος επεξεργασίας για την παραγωγή πόσιμου νερού;
5. Περιέχει το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, εκτός από το ουσιαστικό κριτήριο ελέγχου, προδιαγραφές σχετικά με τη διοικητική διαδικασία εγκρίσεως, δηλαδή μπορεί να εφαρμοστεί η σχετική με το άρθρο 4 της [εν λόγω οδηγίας] νομολογία του Δικαστηρίου στο πλαίσιο του ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της [οδηγίας αυτής] [βλ. (απόφαση Land Nordrhein-Westfalen), δεύτερο προδικαστικό ερώτημα];
6. Πρέπει επίσης να ανατεθεί από τον φορέα του έργου εξέταση από πραγματογνώμονα για ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, όταν το σχέδιο ενδέχεται να αντιβαίνει προς τις διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 3, της [εν λόγω οδηγίας];
7. Πρέπει επίσης, εν προκειμένω, να θεωρηθεί ότι η εξέταση θα πρέπει να έχει γίνει κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως βάσει της νομοθεσίας για τα ύδατα και, κατά συνέπεια, εξέταση που διενεργήθηκε κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας δεν μπορεί να θεραπεύσει τον παράνομο χαρακτήρα της εγκρίσεως βάσει της νομοθεσίας για τα ύδατα [βλ. (απόφαση Land Nordrhein Westfalen, σκέψεις 76 και 80 επ.)];
8. Μπορούν οι απαιτήσεις και οι απαγορεύσεις του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα να παρακαμφθούν κατά τη στάθμιση που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της εγκρίσεως, υπέρ του σκοπού που επιδιώκεται με το έργο, ιδίως όταν η απαιτούμενη επεξεργασία είναι χαμηλής έντασης ή όταν ο σκοπός του έργου είναι ιδιαιτέρως σημαντικός;
9. Έχει εφαρμογή το άρθρο 4, παράγραφος 7, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας;
10. Ποιες υποχρεώσεις, πέραν αυτών του άρθρου 4 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, συνάγονται από το άρθρο 7, παράγραφος 2, της [εν λόγω οδηγίας], με συνέπεια να πρέπει να ληφθούν υπόψη στη διαδικασία εγκρίσεως σχεδίου;»
II. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
8. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο Δήμος Φρανκφούρτης επί του Όντερ και η FWA, η Υπηρεσία, η Lausitz και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
III. Εκτίμηση
Α. Επί του παραδεκτού
9. Κατά τη γνώμη μου, αν θεωρηθεί ότι το υδατικό σύστημα που χρησιμοποιεί η FWA για τη συλλογή ανεπεξέργαστων υδάτων δεν είναι υδατικό σύστημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60, το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής δεν θα έχει εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης.
10. Συγκεκριμένα, η Υπηρεσία υποστηρίζει ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το σύστημα επιφανειακών υδάτων του Spree με αριθμό αναγνώρισης DERW_DEBB582_1743 δεν αποτελεί υδατικό σύστημα το οποίο εμπίπτει στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60. Ζώνη ασφαλείας, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2000/60, έχει καθορισθεί όσον αφορά το σύστημα υπόγειων υδάτων «Κάτω Spree 1» (αριθμός αναγνώρισης DEGB_DEBB_HAV_US_3-1), το οποίο έχει προσδιορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
11. Φρονώ ότι η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2000/60 στην υπό κρίση υπόθεση στηρίζεται σε δύο τουλάχιστον επιχειρήματα.
12. Πρώτον, υπάρχει το σύστημα υπόγειων υδάτων «Κάτω Spree 1», στο οποίο διεισδύουν τα ποτάμια ύδατα του Spree. Από τα πραγματικά περιστατικά που εκθέτει το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι το εν λόγω υδατικό σύστημα επηρεάζεται (ή θα επηρεαζόταν) από το επίμαχο έργο, με αποτέλεσμα να έχει εφαρμογή η οδηγία 2000/60.
13. Στην υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο στηρίζεται στην παραδοχή ότι το επίμαχο τμήμα του Spree αποτελεί υδατικό σύστημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο απεφάνθη ρητώς, στη διάταξη ασφαλιστικών μέτρων της 1ης Ιουνίου 2021 (στο εξής: διάταξη της 1ης Ιουνίου 2021), ότι «το επίμαχο εν προκειμένω τμήμα του ποταμού Spree εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής [της ανωτέρω διάταξης]». Συγκεκριμένα, στην FWA επετράπη, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας περί υδάτων, να αντλεί επιφανειακά ύδατα του Spree (μέσω της διαδικασίας της διήθησης) με σκοπό την παροχή πόσιμου ύδατος.
14. Δεύτερον, η Υπηρεσία υποστηρίζει ότι το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 εφαρμόζεται μόνο στα υδατικά συστήματα που έχουν «προσδιορισθεί» σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής. Το σύστημα επιφανειακών υδάτων του Spree (DERW_DEBB582_1743) δεν έχει προσδιορισθεί με βάση τις ανωτέρω διατάξεις και, ως εκ τούτου, δεν αποτελεί υδατικό σύστημα το οποίο εμπίπτει στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60. Ούτε έχει το εν λόγω υδατικό σύστημα χαρακτηρισθεί σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.
15. Είναι αληθές ότι το εν λόγω υδατικό σύστημα φαίνεται να μην έχει χαρακτηρισθεί ή προσδιορισθεί από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 2000/60, παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιείται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος, και τούτο μπορεί να υποδηλώνει ότι η Γερμανία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 3, για ενημέρωση του μητρώου, καθώς και από το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής.
16. Εξάλλου, η αιτιολογική σκέψη 37 της οδηγίας αυτής διευκρινίζει, προς επεξήγηση του άρθρου 7 της οδηγίας 2000/60, ότι «[τ]α κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίσουν τα ύδατα που χρησιμοποιούνται για τη λήψη πόσιμου ύδατος και να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση με την [οδηγία 98/83].
17. Τούτων λεχθέντων, φρονώ ότι δεν είναι δυνατή η άμεση εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 σε μη προσδιορισμένα υδατικά συστήματα, όπως το εν προκειμένω επίμαχο, καθώς τούτο θα καθιστούσε άνευ νοήματος το καθεστώς του προσδιορισμού των επηρεαζόμενων υδατικών συστημάτων και της τήρησης μητρώου σύμφωνα με τα ανωτέρω άρθρα. Επίσης, πρόβλημα αποτελεί και η ασάφεια ως προς τα ακριβή όρια των προστατευόμενων περιοχών που χρήζουν οριοθέτησης βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, και του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
18. Δεδομένου ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, δεν έχει άμεση εφαρμογή –απαιτεί τη λήψη μέτρων εφαρμογής–, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να αποφασίσει τον ενδεδειγμένο τρόπο χειρισμού της υπόθεσης βάσει του γερμανικού δικαίου, προκειμένου να διασφαλίσει την προστασία των εν λόγω υδατικών συστημάτων (παραδείγματος χάριν, διατάσσοντας την αρμόδια αρχή να λάβει τα κατάλληλα μέτρα εφαρμογής και να προσδιορίσει τα επίμαχα υδατικά συστήματα σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60).
19. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να διαφυλάξει την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 2000/60.
20. Συγκεκριμένα, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προσδιορίζουν συγκεκριμένους τύπους υδατικών συστημάτων που πρέπει να προστατεύονται δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας αυτής. Τα κράτη μέλη δεν πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να στερούν την προστασία από τα υδατικά συστήματα που προορίζονται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος απλώς και μόνο με το να επιλέγουν να μην τα προσδιορίσουν (ή με το να μην τα προσδιορίζουν προσηκόντως) (άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60), όταν ταυτόχρονα τα εν λόγω κράτη μέλη επιτρέπουν, βάσει της εθνικής νομοθεσίας περί υδάτων, την παραγωγή ποσίμου ύδατος από τα ίδια αυτά υδατικά συστήματα, αναμειγνύοντάς τα με υδατικά συστήματα που έχουν προσδιορισθεί προσηκόντως (όπως συμβαίνει εν προκειμένω). Τούτο θα στερούσε προδήλως από την οδηγία 2000/60 την πρακτική αποτελεσματικότητά της, ιδίως δε από το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής.
21. Βεβαίως, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η προστασία των υπόγειων υδάτων φαίνεται ότι έχει διασφαλισθεί. Εντούτοις, τούτο δεν σημαίνει ότι τα κράτη μέλη δεν οφείλουν να προστατεύουν και τα επιφανειακά ύδατα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου νερού. Το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 ουδόλως υποδηλώνει –ούτε συνάγεται από το πνεύμα και από τον σκοπό της διάταξης αυτής– ότι πρέπει να γίνεται διάκριση ανάλογα με το αν η άντληση ύδατος είναι άμεση ή έμμεση (ήτοι πραγματοποιείται με διήθηση).
22. Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει ότι τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα είναι παραδεκτά.
Β. Επί της ουσίας
1. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
23. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 έχει την έννοια ότι όλα τα μέλη του κοινού που επηρεάζονται άμεσα από ένα έργο (πρώτη περίπτωση) ή, σε κάθε περίπτωση, τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η παραγωγή και η επεξεργασία καθαρισμού πόσιμου ύδατος (δεύτερη περίπτωση) νομιμοποιούνται να προβάλλουν ενώπιον δικαστηρίου παραβάσεις των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη διάταξη αυτή, συμπεριλαμβανομένων των παραβάσεων της υποχρέωσης περί αποφυγής της υποβάθμισης της ποιότητας των υδατικών συστημάτων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος και της υποχρέωσης μείωσης του επιπέδου επεξεργασίας καθαρισμού που απαιτείται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος.
24. Ωστόσο, αρκεί η επισήμανση ότι, στην προκειμένη περίπτωση, παρέλκει η έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο επί της πρώτης περίπτωσης, δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης δεν είναι μέλη του κοινού, αλλά νομικά πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί με νόμο η παραγωγή και η επεξεργασία καθαρισμού πόσιμου ύδατος.
25. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, «κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, θα ήταν ασυμβίβαστο προς το δεσμευτικό αποτέλεσμα το οποίο αναγνωρίζεται στις οδηγίες από το άρθρο 288 ΣΛΕΕ να αποκλείεται καταρχήν η δυνατότητα των ενδιαφερομένων να επικαλεστούν τις υποχρεώσεις που επιβάλλει μια οδηγία» και «τουλάχιστον τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που θίγονται άμεσα από παράβαση διατάξεων οδηγίας στον τομέα του περιβάλλοντος πρέπει να μπορούν να απαιτούν από τις αρμόδιες αρχές, εν ανάγκη προσφεύγοντας στα αρμόδια δικαστήρια, τη συμμόρφωσή τους με τις σχετικές υποχρεώσεις» (5).
26. Προκειμένου να διαπιστωθεί εάν οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης θίγονται άμεσα από παράβαση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, πρέπει να εξετασθούν ο σκοπός της οδηγίας αυτής, καθώς και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης διάταξης (6).
27. Ο σκοπός της οδηγίας 2000/60 συνίσταται, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής, στην προστασία των υδατικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένων όσων χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος.
28. Το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 επιβάλλει στα κράτη μέλη ορισμένες υποχρεώσεις σχετικά με την προστασία των υδάτων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος.
29. Νομικό πρόσωπο το οποίο έχει τη δυνατότητα να αντλεί και να χρησιμοποιεί υπόγεια (ή επιφανειακά) ύδατα για την παραγωγή πόσιμου ύδατος πραγματοποιεί θεμιτή χρήση των εν λόγω υπόγειων (ή επιφανειακών) υδάτων. Επομένως, το πρόσωπο αυτό θίγεται άμεσα από την παράβαση των υποχρεώσεων βελτίωσης –και πρόληψης της υποβάθμισης– των υπόγειων (ή επιφανειακών) υδάτων, δεδομένου ότι η παράβαση αυτή ενδέχεται να περιορίσει την εν λόγω δυνατότητά του παρακωλύοντας τη θεμιτή χρήση των ως άνω υδάτων (7).
30. Βάσει της εθνικής νομοθεσίας, ο Δήμος Φρανκφούρτης επί του Όντερ είναι επιφορτισμένος με την παροχή πόσιμου νερού στους κατοίκους του. Επομένως, είναι προδήλως προς το συμφέρον του να επιτελεί το έργο αυτό χωρίς αδικαιολόγητες παρεμβάσεις –και η παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 ισοδυναμεί με τέτοια παρέμβαση– και, ιδίως, να προλαμβάνει την υποβάθμιση της ποιότητας των υδατικών συστημάτων που χρησιμοποιεί ο εν λόγω δήμος για την παραγωγή πόσιμου ύδατος. Ειδάλλως, δεν θα ήταν σε θέση να εκπληρώνει την υποχρέωση παροχής πόσιμου ύδατος κατάλληλης ποιότητας στον πληθυσμό του.
31. Το άρθρο 7, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας καθορίζει, επίσης, ορισμένους σκοπούς σε σχέση με την επεξεργασία καθαρισμού που απαιτείται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος.
32. Είναι προς το συμφέρον νομικών προσώπων όπως του Δήμου Φρανκφούρτης επί του Όντερ και της FWA να διατηρηθεί χαμηλή η ένταση της απαιτούμενης επεξεργασίας καθαρισμού στο πλαίσιο της παραγωγής πόσιμου ύδατος. Αμφότεροι είναι νομικώς υπεύθυνοι για την παροχή ύδατος κατά τρόπο που να συνάδει με την οδηγία 98/83.
33. Συγκεκριμένα, η επεξεργασία καθαρισμού είναι απαραίτητη για την προστασία της ανθρώπινης υγείας και οι απαιτήσεις καθαρισμού καθορίζονται στην οδηγία 98/83, την οποία μνημονεύει ρητά το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/60. Η οδηγία 98/83 προβλέπει έναν σύνθετο μηχανισμό, ο οποίος συγκεκριμενοποιεί το τι πρέπει να επιτυγχάνεται με τον καθαρισμό αυτόν.
34. Όπως θα εκθέσω στη συνέχεια των παρουσών προτάσεων, η τήρηση του άρθρου 7 της οδηγίας 2000/60 είναι στενά αλληλένδετη με την τήρηση της οδηγίας 98/83. Αν κράτος μέλος παραβαίνει το άρθρο 7 της οδηγίας 2000/60 όσον αφορά ορισμένη υδρολογική λεκάνη, θα θίγεται ο προμηθευτής ύδατος όσον αφορά την εκ μέρους τήρηση της οδηγίας 98/83 (8).
35. Ως εκ τούτου, ο Δήμος Φρανκφούρτης επί του Όντερ και η FWA θα πρέπει να είναι σε θέση να απαιτήσουν από την αρμόδια αρχή, η οποία είναι επιφορτισμένη με την έγκριση ενός έργου το οποίο ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά το απαιτούμενο από την οδηγία 98/83 επίπεδο καθαρισμού του πόσιμου ύδατος, να τηρήσει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, ασκώντας, ενδεχομένως, προσφυγή ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου.
36. Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει ότι το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ (σύμφωνα με το οποίο «[τ]α κράτη μέλη προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η πραγματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης»), έχει την έννοια ότι τα νομικά πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, με την παραγωγή και την επεξεργασία καθαρισμού πόσιμου ύδατος (ή τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η εν λόγω παραγωγή και επεξεργασία καθαρισμού) έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν από την αρμόδια αρχή, η οποία είναι υπεύθυνη για την έγκριση έργου που ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά το απαιτούμενο από την οδηγία 98/83 επίπεδο καθαρισμού του πόσιμου ύδατος, να τηρήσει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60. Εφόσον απαιτείται, τα εν λόγω νομικά πρόσωπα μπορούν, για τον σκοπό αυτόν, να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου.
2. Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
37. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 περιέχει, ακόμη και για τα υδατικά συστήματα που βρίσκονται εκτός ζωνών ασφαλείας κατά την έννοια της δεύτερης περιόδου της ανωτέρω διάταξης, αυτοτελή υποχρέωση, παρόμοια με αυτήν του άρθρου 4 της οδηγίας 2020/60, περί άρνησης της έγκρισης επιμέρους έργων λόγω παραβίασης της απαγόρευσης υποβάθμισης. Το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει, συγκεκριμένα, στο ερώτημά του, την απόφαση Land Nordrhein-Westfalen, σκέψη 75.
38. Στο μέρος 1, θα αναλύσω την πρώτη περίοδο του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, προκειμένου να εκθέσω το πώς νοείται γενικότερα η προστασία των υδατικών συστημάτων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος. Στο μέρος 2, θα εξετάσω κατά πόσον ασκεί επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση η δεύτερη περίοδος της εν λόγω διάταξης, η οποία επιτρέπει στα κράτη μέλη να καθορίζουν ζώνες ασφαλείας.
α) Μέρος 1 – άρθρο 7, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2000/60
39. Στη σκέψη 75 της απόφασης Land Nordrhein-Westfalen, το Δικαστήριο επισήμανε ότι «όταν ένα έργο ενδέχεται να έχει αρνητικές συνέπειες για τα ύδατα, μπορεί να αδειοδοτηθεί μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 7, στοιχεία αʹ έως δʹ, της [οδηγίας 2000/60]. Οι αρμόδιες για την αδειοδότηση του έργου εθνικές αρχές είναι αυτές που υπέχουν την υποχρέωση να ελέγχουν αν πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις πριν χορηγήσουν τη σχετική άδεια, με την επιφύλαξη τυχόν δικαστικού ελέγχου».
40. Μολονότι η ανωτέρω νομολογία αφορά το άρθρο 4 της οδηγίας 2000/60, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθεί ότι έχει εφαρμογή και για την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας. Τούτο δε ιδίως διότι το άρθρο 7, παράγραφος 3, όπως και το άρθρο 4, επιβάλλει ορισμένες υποχρεώσεις στα κράτη μέλη – με τη διαφορά ότι η τελευταία αυτή διάταξη επιβάλλει υποχρεώσεις που αποβλέπουν στην προστασία των υδάτων εν γένει, ενώ η πρώτη διάταξη επιβάλλει ειδικές υποχρεώσεις για τα υδατικά συστήματα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος.
41. Κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να ερμηνευθεί διάταξη του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (9).
1) Το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60
42. Από το γράμμα της διάταξης αυτής προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης διατύπωσε στη διάταξη αυτή μια υποχρέωση των κρατών μελών για επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος (10).
i) Η έννοια του όρου «εξασφαλίζουν»
43. Στην απόφαση Bund für Umwelt und Naturschutz Deutschland (σκέψεις 31 έως 33), το Δικαστήριο συνάγει τον δεσμευτικό χαρακτήρα των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 4 της οδηγίας 2000/60 από το γεγονός ότι η διάταξη αυτή περιέχει διατύπωση που υποδηλώνει το δεσμευτικό αποτέλεσμά της, καθώς και από την κρισιμότητά της για την έγκριση των επιμέρους έργων στο πλαίσιο του νομικού καθεστώτος προστασίας των υδάτων.
44. Συγκεκριμένα, στις εν λόγω σκέψεις της απόφασης αυτής, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι ο όρος «εφαρμόζουν» και η εισαγωγική φράση «[π]ροκειμένου να καταστούν λειτουργικά τα προγράμματα για τη λήψη μέτρων» καταδεικνύουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα της εν λόγω διάταξης, την οποία οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να τηρούν κατά την έγκριση των επιμέρους έργων.
45. Ομοίως με το άρθρο 4 της οδηγίας 2000/60, το γεγονός ότι το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής προβλέπει ότι τα κράτη μέλη «εξασφαλίζουν την προσήκουσα προστασία των […] υδατικών συστημάτων» συνεπάγεται ότι η υποχρέωση αυτή έχει δεσμευτικό χαρακτήρα και ότι είναι κρίσιμη για την έγκριση των επιμέρους έργων. Ο όρος «εξασφαλίζουν την προσήκουσα προστασία» συνεπάγεται υποχρέωση των κρατών μελών να ενεργούν προς τον σκοπό αυτόν, όπερ υποδηλώνει ότι η διαδικασία έγκρισης ενός επιμέρους έργου πρέπει να νοείται ως μέτρο εφαρμογής, που αποβλέπει στη διασφάλιση της προσήκουσας προστασίας (σκέψη 32 της προμνησθείσας απόφασης).
46. Το γεγονός ότι το άρθρο 4 και το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2020/60 περιέχουν, ως προς το ζήτημα αυτό, ελαφρώς διαφορετικές διατυπώσεις («τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τα αναγκαία μέτρα για την πρόληψη της υποβάθμισης της κατάστασης όλων των συστημάτων επιφανειακών υδάτων» έναντι του «[τ]α κράτη μέλη εξασφαλίζουν την προσήκουσα προστασία των προσδιοριζόμενων υδατικών συστημάτων με σκοπό να αποφευχθεί η υποβάθμιση της ποιότητάς τους, έτσι ώστε να μειωθεί το επίπεδο επεξεργασίας καθαρισμού που απαιτείται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος») δεν ασκεί επιρροή στο πλαίσιο της παρούσας εκτίμησης. Είναι σαφές ότι ο όρος «εξασφαλίζουν» υποδηλώνει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την επίτευξη των συγκεκριμένων σκοπών της οδηγίας 2000/60. Τούτο επιβεβαιώνεται επίσης από την εξέταση διαφόρων άλλων γλωσσικών αποδόσεων του όρου αυτού (για παράδειγμα, των αποδόσεων στη γερμανική, τη γαλλική, την ιταλική, την ισπανική και τη λεττονική γλώσσα).
ii) Η έννοια της «προσήκουσας προστασίας»
47. Η χρήση του εν λόγω όρου στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 καταδεικνύει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης επέλεξε την «προληπτική προσέγγιση», σε αντιδιαστολή προς την «προσέγγιση της επεξεργασίας» (τελικού σταδίου), η οποία χρησιμοποιούνταν στο παρελθόν. Με άλλα λόγια, πλέον η έμφαση δεν δίδεται στην επεξεργασία των μολυσμένων ανεπεξέργαστων υδάτων, προκειμένου να καταστούν ασφαλή προς πόση, αλλά στην προστασία των χρησιμοποιούμενων πηγών των υδάτων.
48. Όπως διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη 11 της οδηγίας 2000/60, «[η] πολιτική [της Ένωσης] στον τομέα του περιβάλλοντος […] συμβάλλει στην επιδίωξη των στόχων διατήρησης, προστασίας και βελτίωσης της ποιότητας του περιβάλλοντος, καθώς και συνετής και ορθολογικής χρησιμοποίησης των φυσικών πόρων, με βάση τις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης [...]» (η υπογράμμιση δική μου).
49. Ο όρος «προσήκουσα προστασία», που περιλαμβάνεται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, ερμηνευόμενος υπό το πρίσμα της αρχής της προληπτικής δράσης, υποδηλώνει ότι, πριν η αρμόδια αρχή εγκρίνει ένα επιμέρους έργο, πρέπει πρώτα να κρίνει ότι το έργο αυτό δεν θα έχει αρνητικές συνέπειες στην ποιότητα των υδατικών συστημάτων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος.
iii) Η έννοια των «προσδιοριζόμενων υδατικών συστημάτων»
50. Από το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 3, προκύπτει ότι τα μέτρα προστασίας τα οποία προβλέπει το άρθρο αυτό αφορούν μόνον τα υδατικά συστήματα που έχουν υποβληθεί σε διαδικασία προσδιορισμού. Ωστόσο, το άρθρο 7, παράγραφος 3, δεν περιέχει περιορισμούς ανάλογα με τον τρόπο εισροής των υδάτων στα εν λόγω συστήματα, ήτοι αν τούτο συμβαίνει με φυσικό τρόπο ή με ανθρωπογενή διήθηση (όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης). Κατά συνέπεια, η προστασία πρέπει να διασφαλίζεται για το ύδωρ που υπάρχει στα προσδιορισμένα υδατικά συστήματα.
iv) Η έννοια της φράσης «να αποφευχθεί η υποβάθμιση της ποιότητάς τους, έτσι ώστε να μειωθεί το επίπεδο επεξεργασίας καθαρισμού»
51. Από τη φράση αυτή προκύπτει ότι τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν τα κράτη μέλη έχουν ως σκοπό τη μείωση του επιπέδου επεξεργασίας καθαρισμού που απαιτείται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος και ότι το μέσο για την επίτευξη του σκοπού αυτού συνίσταται στην υποχρέωση των κρατών μελών να αποφεύγουν, τουλάχιστον, την υποβάθμιση της ποιότητας των υδατικών συστημάτων.
52. Η ερμηνεία μου του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 επιρρωννύεται από το επεξηγηματικό έγγραφο καθοδήγησης αριθ. 16 της Επιτροπής (11). Το εν λόγω έγγραφο καθοδήγησης, το οποίο απηχεί μια συναινετική θέση σχετικά με τη βέλτιστη πρακτική, που συμφωνήθηκε μεταξύ της Επιτροπής, όλων των κρατών μελών και άλλων ενδιαφερομένων, περιέχει τις ακόλουθες διευκρινίσεις όσον αφορά το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60: «Στην πράξη, η αποφυγή της υποβάθμισης της ποιότητας ενός συστήματος υπόγειων υδάτων δεν συνεπάγεται απαραίτητα αφ’ εαυτής τη μείωση του επιπέδου επεξεργασίας καθαρισμού που μπορεί να απαιτείται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος. Για τη μείωση της επεξεργασίας θα απαιτείται βελτίωση της ποιότητας. Ωστόσο, είναι σαφές ότι υπάρχει η πρόθεση να αποφεύγεται, κατ’ ελάχιστον, η υποβάθμιση της ποιότητας των υπόγειων υδάτων. Ιδανικά, η προστασία πρέπει να είναι επαρκής ώστε να μπορεί να μειώνεται βαθμιαία η επεξεργασία καθαρισμού».
53. Η άρρηκτη σύνδεση μεταξύ της πηγής (των συστημάτων υπόγειων και επιφανειακών υδάτων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος) και του προϊόντος (του πόσιμου ύδατος που διανέμεται στον πληθυσμό), την οποία απηχεί η φράση «ώστε να μειωθεί το επίπεδο επεξεργασίας καθαρισμού», καταδεικνύει ότι η διαχείριση των πόσιμων υδάτων από τα κράτη μέλη πρέπει να συνάδει με την οδηγία 98/83 και με τα κριτήρια για την ποιότητα των υδάτων που καθορίζονται στην οδηγία αυτήν.
54. Επομένως, το στοιχείο της «αποφυγής της υποβάθμισης», το οποίο περιλαμβάνεται στη διατύπωση του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, σε συνδυασμό με την απαίτηση μείωσης του επιπέδου επεξεργασίας καθαρισμού, σημαίνει ότι η επιβαλλόμενη με τη διάταξη αυτή απαγόρευση της υποβάθμισης αποσκοπεί στην αποτροπή μιας κατάστασης μη πλήρωσης των κριτηρίων ποιότητας των υδάτων τα οποία καθορίζονται στην οδηγία 98/83.
v) Η έννοια της φράσης «για την παραγωγή πόσιμου ύδατος»
55. Η φράση αυτή καθιστά σαφές ότι τα υδατικά συστήματα τα οποία αφορά η εν λόγω διάταξη είναι αποκλειστικά και μόνον αυτά που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος, ενώ, ταυτόχρονα, αποτυπώνει την αναγκαία σύνδεση μεταξύ της οδηγίας 2000/60 και της οδηγίας 98/83.
56. Συγκεκριμένα, το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 3, συνεπάγεται υποχρέωση των κρατών μελών να αποτρέπουν την υλοποίηση έργων τα οποία ενδέχεται να αυξήσουν το επίπεδο επεξεργασίας καθαρισμού προσδιορισμένων υδατικών συστημάτων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος, αν, ελλείψει της εν λόγω αύξησης του καθαρισμού, το έργο θα μπορούσε να έχει αρνητικές συνέπειες όσον αφορά την τήρηση των απαιτήσεων ποιότητας των υδάτων οι οποίες καθορίζονται στην οδηγία 98/83.
2) Το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60
i) Η σύνδεση μεταξύ του άρθρου 7, παράγραφος 3, και των άρθρων 1 και 4 της οδηγίας 2000/60
57. Η ερμηνεία μου του άρθρου 7, παράγραφος 3, επιρρωννύεται από την ανάλυση του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή. Πρώτον, η έννοια του άρθρου 7 μπορεί να συναχθεί από τον τρόπο σύνδεσης του άρθρου αυτού με άλλες διατάξεις της οδηγίας 2000/60, ιδίως με τα άρθρα της 1 και 4.
58. Κατ’ αρχάς, στη νομική θεωρία (για παράδειγμα, σε μια εκτενή ανάλυση της οδηγίας 2000/60 από τον Faßbender (12)) έχει επισημανθεί η στενή σύνδεση, καθώς και το γεγονός ότι το άρθρο 7 προβλέπει ουσιαστική αυστηροποίηση των σκοπών του άρθρου 4 της οδηγίας 2000/60 όσον αφορά τη συγκεκριμένη χρήση. Η παραγωγή πόσιμου ύδατος αποτελεί συγκεκριμένη χρήση των υδάτων η οποία εμπίπτει στο άρθρο 4 της οδηγίας 2000/60 ως γενική διάταξη και, συνεπώς, είναι απαραίτητο να λαμβάνονται υπόψη ορισμένες απαιτήσεις οι οποίες σχετίζονται με το πόσιμο ύδωρ.
59. Συναφώς, η –αναγκαία στην υπό κρίση υπόθεση– ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 πρέπει να στηριχθεί στις εκτιμήσεις του τμήματος μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου, στην απόφαση Bund für Umwelt und Naturschutz Deutschland, σχετικά με την οικονομία του άρθρου 4 της οδηγίας αυτής.
60. Τούτο δε διότι η οδηγία 2000/60, λόγω της συστηματικής της διαμόρφωσης ως οδηγίας-πλαισίου, συντονίζει την προστασία όλων των υδατικών συστημάτων, περιλαμβανομένων όσων χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος (13).
61. Επιπλέον, η τελευταία αυτή προστασία, την οποία προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2000/60, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της γενικής προστασίας των υδατικών συστημάτων, δυνάμει του άρθρου 1 της οδηγίας 2000/60, η οποία επιδιώκεται, επίσης, από το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής (14). Ως εκ τούτου, το γενικό καθεστώς προστασίας των υδάτων που καθιερώνεται με τα άρθρα 1 και 4 της οδηγίας 2000/60, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, επιρρωννύει την ερμηνεία σχετικά με τον προστατευτικό και επιτακτικό χαρακτήρα του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής.
ii) Η έννοια των «προσδιοριζόμενων υδατικών συστημάτων»
62. Προκειμένου να γίνει κατανοητή η έννοια του όρου αυτού, είναι απαραίτητο να εξετασθούν τα ακόλουθα δύο στοιχεία της οδηγίας 2000/60: i) τα ειδικά κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, και ii) η απορρέουσα από το άρθρο 6 σε συνδυασμό με το άρθρο 7 υποχρέωση κατάρτισης μητρώου με τα προσδιοριζόμενα υδατικά συστήματα. Η οδηγία 2000/60 αναθέτει στα κράτη μέλη το καθήκον να θεσπίσουν ειδικά μέτρα εφαρμογής, προκειμένου να διασφαλίσουν την προσήκουσα οριοθέτηση των προστατευόμενων περιοχών. Τέλος, από τη διατύπωση του άρθρου 7, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 1, προκύπτει σαφώς ότι τα κράτη μέλη υπέχουν την υποχρέωση να τηρούν το άρθρο 7, παράγραφος 1, και να προσδιορίζουν προσηκόντως όλα τα επηρεαζόμενα υδατικά συστήματα, προκειμένου να παρέχεται προστασία σε όλα τα υδατικά συστήματα που χρήζουν τέτοιας προστασίας (ιδίως σε όσα χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος).
iii) Η σημασία της οδηγίας 98/83 κατά τον προσδιορισμό της ποιότητας των υδάτων σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60
63. Ακολούθως, θα αναλύσω τον αντίκτυπο της οδηγίας 98/83 στην ερμηνεία της καλής ποιότητας του πόσιμου ύδατος, την οποία επιδιώκει να διασφαλίσει το άρθρο 7, παράγραφος 3. Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/60 προβλέπει ότι, «[γ]ια κάθε υδατικό σύστημα που προσδιορίζεται κατά την παράγραφο 1, επιπλέον της τήρησης των στόχων του άρθρου 4 σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας [...], τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, υπό το εφαρμοζόμενο καθεστώς επεξεργασίας του ύδατος και σύμφωνα με τη [...] νομοθεσία [της Ένωσης], το ύδωρ που προκύπτει πληροί τις απαιτήσεις της [οδηγίας 98/83]» (η υπογράμμιση δική μου).
64. Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/60 συνδέει σαφώς το άρθρο 7, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας και τους επιδιωκόμενους με την οδηγία αυτή σκοπούς της προστασίας των ανεπεξέργαστων υδάτων με τις προβλεπόμενες στην οδηγία 98/83 προδιαγραφές και διαδικασίες (για τη διασφάλιση της καλής ποιότητας του πόσιμου ύδατος). Συγκεκριμένα, οι προδιαγραφές της οδηγίας 98/83 για τα πόσιμα ύδατα επηρεάζουν άμεσα τη διαχείριση των υδρολογικών λεκανών, καθόσον καθορίζουν το ελάχιστο επίπεδο ποιότητας των υδάτων, το οποίο πρέπει να διασφαλίζεται κατά την επεξεργασία των υδάτων και, ειδικότερα, κατά τον καθαρισμό. Τούτο καταδεικνύει ότι η αξιοπιστία της διαχείρισης υδρολογικών λεκανών, η οποία αποβλέπει στην επίτευξη των σκοπών του άρθρου 7 της οδηγίας 2000/60, θα συνδέεται άρρηκτα με τις προδιαγραφές της οδηγίας 98/83 για τα πόσιμα ύδατα (15).
65. Συνεπώς, η στενή σύνδεση μεταξύ της «μητρικής» οδηγίας (της οδηγίας 2000/60, η οποία αποτελεί οδηγία-πλαίσιο για το συνολικό σύστημα διαχείρισης των υδάτων) και της «θυγατρικής» οδηγίας (της οδηγίας 98/83, η οποία αποτελεί ειδική οδηγία για τα πόσιμα ύδατα και συνιστά αναπόσπαστο μέρος του εν λόγω συστήματος) είναι αναμφίβολη. Συγκεκριμένα, το άρθρο 7 της οδηγίας 2000/60 όχι απλώς θεσπίζει κανόνες της οδηγίας 98/83 σχετικά με την προστασία των πόσιμων υδάτων, στο πλαίσιο της στενής αυτής σύνδεσης, αλλά προσθέτει, επίσης, μια επιπλέον προϋπόθεση όσον αφορά την ελαχιστοποίηση του καθαρισμού. Η διατύπωση του άρθρου 7, παράγραφος 3, καθιστά σαφές ότι η παρεχόμενη βάσει της εν λόγω διάταξης προστασία πρέπει να αποβλέπει στην επίτευξη της ποιότητας των πόσιμων υδάτων την οποία απαιτεί η οδηγία 98/83, καθώς και στη βαθμιαία μείωση του επιπέδου επεξεργασίας καθαρισμού που απαιτείται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος.
iv) Ο ρόλος των ενδεικτικών παραμέτρων στον προσδιορισμό της υποβάθμισης της ποιότητας των υδάτων
66. Επιπλέον, είναι αναγκαίο να διευκρινισθούν τα μέσα που καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό της υποβάθμισης της ποιότητας των υδάτων. Προκειμένου να γίνει κατανοητό, για τους σκοπούς της υπό κρίση υπόθεσης, το νόημα που έχει η προβλεπόμενη στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 απαίτηση περί αποφυγής της υποβάθμισης, πρέπει να εξετασθεί το μέρος Γ του παραρτήματος Ι της οδηγίας 98/83. Συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι η ενδεικτική παράμετρος των 250 mg/l για τα θειικά, η οποία προβλέπεται στο εν λόγω μέρος Γ, είναι κρίσιμη για τον περιορισμό ενός ρύπου όπως τα θειικά και για τη διαπίστωση της τυχόν ύπαρξης υποβάθμισης κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60. Η εν λόγω ενδεικτική παράμετρος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με την παραγωγή πόσιμου ύδατος.
67. Συνεπώς, από τη σύνδεση μεταξύ οδηγίας 2000/60 και οδηγίας 98/83 προκύπτει, επίσης, ένα από τα στοιχεία που καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό της υποβάθμισης της ποιότητας των υδάτων και η σύνδεση αυτή είναι χρήσιμη για τον προσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο η ενδεικτική αυτή παράμετρος μπορεί να επηρεάσει τη διαδικασία έγκρισης των επιμέρους έργων, ζήτημα το οποίο θα εξετάσω στη συνέχεια των παρουσών προτάσεων.
v) Η αρχή της προφύλαξης και οι επανορθωτικές ενέργειες
68. Εκτός από το παράρτημα Ι της οδηγίας 98/83, το άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση του περιεχομένου της υποχρέωσης διασφάλισης της προστασίας των πόσιμων υδάτων. Το άρθρο αυτό, με τίτλο «Επανορθωτικές ενέργειες και περιορισμοί χρήσεως», καθορίζει τις συνέπειες που επέρχονται όταν τα κράτη μέλη δεν τηρούν τις παραμετρικές τιμές που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το άρθρο 8, παράγραφος 6, της οδηγίας 98/83 ορίζει ότι, «[σ]ε περίπτωση μη τήρησης των παραμετρικών τιμών ή των προδιαγραφών του παραρτήματος I μέρος Γ, τα κράτη μέλη εξετάζουν κατά πόσον αυτή η μη τήρηση δημιουργεί κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία. Τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν επανορθωτικές ενέργειες για την αποκατάσταση της ποιότητας του νερού εφόσον αυτό απαιτείται για την προστασία της ανθρώπινης υγείας.»
69. Όπως προανέφερα, η αιτιολογική σκέψη 11 της οδηγίας 2000/60 μνημονεύει το άρθρο 174 ΣΕΚ (νυν άρθρο 191 ΣΛΕΕ), το οποίο απαιτεί η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος –συμπεριλαμβανομένης, επομένως, της διαχείρισης των πόσιμων υδάτων– να στηρίζεται στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης. Όπως θα διευκρινίσω ακολούθως, στις παρούσες προτάσεις, οι πιθανές επιπτώσεις της μόλυνσης του πόσιμου ύδατος με θειικά στην ανθρώπινη υγεία δεν έχουν ακόμα διερευνηθεί πλήρως. Επομένως, η ανάγκη διασφάλισης της προσήκουσας προστασίας, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα των αρχών της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, σημαίνει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να αξιολογούν και να ενεργούν πριν από την έγκριση ενός έργου με ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες στο περιβάλλον. Συνεπώς, υφίσταται υποχρέωση αξιολόγησης εκ των προτέρων των επιμέρους έργων, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, προκειμένου να αποφεύγεται η ανάγκη ανάληψης επανορθωτικών ενεργειών.
3) Ο σκοπός του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60
70. Η ανωτέρω ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 3, επιρρωννύεται από τη σημασία που αποδίδει το πρωτογενές δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην προστασία του περιβάλλοντος. Το άρθρο 191, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ υποχρεώνει την Ένωση να διασφαλίζει υψηλό επίπεδο προστασίας, το οποίο, μεταξύ άλλων, προϋποθέτει μια περιβαλλοντική πολιτική που «[σ]τηρίζεται στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης». Επιπλέον, κατά το άρθρο 37 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος και η βελτίωση της ποιότητάς του πρέπει να ενσωματώνονται στις πολιτικές της Ένωσης (16).
71. Επιπλέον, μεταξύ των σκοπών στους οποίους αποβλέπει η διασφάλιση της καλής κατάστασης των υδάτων περιλαμβάνεται, κατά την οδηγία 2000/60, η εξασφάλιση της παροχής πόσιμου ύδατος στον πληθυσμό (αιτιολογική σκέψη 24 της οδηγίας 2000/60).
72. Ειδικότερα, όπως εξέθεσα στο σημείο 53 των παρουσών προτάσεων, υφίσταται άρρηκτη σύνδεση μεταξύ της πηγής (των συστημάτων υπόγειων και επιφανειακών υδάτων που χρησιμοποιούνται για τη λήψη πόσιμου ύδατος) και του προϊόντος (του πόσιμου ύδατος που διανέμεται στον πληθυσμό), η οποία αντικατοπτρίζεται στο πνεύμα και στον σκοπό του άρθρου 7, παράγραφος 3. Ως εκ τούτου, η υψηλού επιπέδου προστασία της πηγής είναι απαραίτητη για την παραγωγή πόσιμου ύδατος καλής ποιότητας κατά τρόπο βιώσιμο.
73. Στην απόφαση Bund für Umwelt und Naturschutz Deutschland (σκέψεις 34 έως 43), το Δικαστήριο στήριξε την ερμηνεία του, επίσης, στον σκοπό της οδηγίας 2000/60: «[η οδηγία 2000/60] καθιερώνει κοινές αρχές και ένα συνολικό πλαίσιο δράσεως για την προστασία των υδάτων […]. Οι κοινές αρχές και το συνολικό πλαίσιο δράσεως που θέτει η εν λόγω οδηγία πρέπει να αναπτυχθούν εν συνεχεία από τα κράτη μέλη, τα οποία καλούνται να λάβουν σειρά ειδικών μέτρων εντός των οριζόμενων από την οδηγία προθεσμιών.»
74. Στο άρθρο 1 της οδηγίας 2000/60, ειδικότερα, ορίζεται ότι σκοπός της οδηγίας αυτής είναι να συμβάλει «στην εξασφάλιση επαρκούς παροχής επιφανειακού και υπόγειου νερού καλής ποιότητας που απαιτείται για τη βιώσιμη, ισόρροπη και δίκαιη χρήση ύδατος».
75. Οι προαναφερθείσες διαπιστώσεις του Δικαστηρίου στην απόφαση Bund für Umwelt und Naturschutz Deutschland είναι άμεσα κρίσιμες για την τελολογική ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή πρέπει, επίσης, να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του γενικού σκοπού της οδηγίας 2000/60, ο οποίος συνίσταται στη θέσπιση θεσμικού πλαισίου το οποίο, μεταξύ άλλων, θα «προωθεί τη βιώσιμη χρήση του νερού βάσει μακροπρόθεσμης προστασίας των διαθέσιμων υδάτινων πόρων» (άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ), ο οποίος είναι ένας εκ των σκοπών που πρέπει να υλοποιούνται από τα κράτη μέλη όταν εγκρίνουν επιμέρους έργα.
76. Επιπλέον, οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου σχετικά με τους περιβαλλοντικούς σκοπούς που προβλέπονται στο άρθρο 4 της οδηγίας 2000/60 είναι επίσης κρίσιμες, δεδομένου ότι –κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής– οι σκοποί που καθορίζονται στο άρθρο της 4 όσον αφορά τα συστήματα επιφανειακών υδάτων ισχύουν και για τα υδατικά συστήματα που διέπονται από το άρθρο 7.
77. Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει ότι, προκειμένου να διασφαλισθεί η βιώσιμη χρήση των υδάτων για την παραγωγή πόσιμου ύδατος και να διατηρηθεί η καλή ποιότητα των υδάτων, είναι απαραίτητο να αποφεύγεται η ρύπανση των υδάτων αυτών και να αναλαμβάνονται προληπτικές δράσεις. Με άλλα λόγια, είναι αναγκαίο να εκτιμώνται εκ των προτέρων τα επιμέρους έργα τα οποία ενδέχεται να έχουν αρνητικές συνέπειες στην ποιότητα των υδάτων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος και τα οποία, ως εκ τούτου, θα καθιστούσαν αναγκαία την αύξηση του επιπέδου επεξεργασίας καθαρισμού, και όχι τη μείωσή του, όπως απαιτεί το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60.
4) Οι προπαρασκευαστικές εργασίες για το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60
78. Η ανωτέρω ερμηνεία και η σημασία που έχει η παράγραφος 3 του άρθρου 7 στην όλη οικονομία της οδηγίας 2000/60 επιβεβαιώνονται επίσης από την εξέταση του ιστορικού θέσπισης της διάταξης αυτής.
79. Από το ιστορικό αυτό προκύπτει ότι, κατά την έναρξη της νομοθετικής διαδικασίας, η οδηγία 2000/60 περιλάμβανε μόνον το νυν άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2000/60.
80. Το νυν άρθρο 7, παράγραφος 3, προστέθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο, κατά τη διαδικασία διαβούλευσης μεταξύ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (17). Με την προσθήκη της διάταξης αυτής, ο νομοθέτης της Ένωσης είχε τη βούληση να αυστηροποιήσει το περιεχόμενο του άρθρου 7 και να καταστήσει σαφές ότι, στο πλαίσιο της νέας προσέγγισης για τη διαχείριση των υδάτων, δίδεται προτεραιότητα στην εκ των προτέρων προστασία των ανεπεξέργαστων υδάτων έναντι της εκ των υστέρων αύξησης του επιπέδου επεξεργασίας καθαρισμού.
β) Μέρος 2 – άρθρο 7, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2000/60
81. Στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει, επίσης, το άρθρο 7, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, κατά το οποίο «[τ]α κράτη μέλη μπορούν να καθιερώνουν ζώνες ασφαλείας για τα υδατικά [...] συστήματα [τα οποία μνημονεύονται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2000/60]». Ωστόσο, συντασσόμενη με την άποψη της Επιτροπής, φρονώ ότι η δυνατότητα αυτή δεν έχει κανέναν αντίκτυπο στις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, στο μέτρο που οι υποχρεώσεις αυτές ισχύουν και εκτός των εν λόγω ζωνών ασφαλείας.
82. Το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 είναι σαφές. Η καθιέρωση ζωνών ασφαλείας αποτελεί δυνατότητα, αλλά ουδεμία συνέπεια έχει σε μια περίπτωση όπως αυτή της υπόθεσης της κύριας δίκης. Η καθιέρωση τέτοιων ζωνών με σκοπό την προστασία των επίμαχων υπόγειων υδάτων αποτελεί απλώς ένα μέτρο μεταξύ άλλων. Τούτο προκύπτει σαφώς από τη φράση «τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την προσήκουσα προστασία [...]», η οποία στη συνέχεια ακολουθείται, στην επόμενη περίοδο, από τη φράση «[τ]α κράτη μέλη μπορούν να καθιερώνουν ζώνες ασφαλείας για τα υδατικά αυτά συστήματα».
83. Όπως διευκρινίζεται στο έγγραφο καθοδήγησης αριθ. 16, «η δεύτερη περίοδος του άρθρου [7, παράγραφος 3] επιτρέπει στα κράτη μέλη, κατά τη διακριτική τους ευχέρεια, να καθιερώνουν ζώνες προστασίας, στο εσωτερικό των οποίων μπορεί να επικεντρώνεται η προσήκουσα προστασία. Σε ορισμένα κράτη μέλη πρόκειται για τις κοινώς νοούμενες „ζώνες προστασίας πόσιμων υδάτων” [...]. Ο σκοπός είναι να αποτραπεί η υποβάθμιση που προκύπτει από ανθρωπογενείς πιέσεις σε οποιονδήποτε ρύπο θα μπορούσε να καταστήσει αναγκαία την πρόσθετη επεξεργασία προκειμένου να τηρηθούν οι προδιαγραφές για τα πόσιμα ύδατα» (σ. 13, η υπογράμμιση δική μου).
84. Κατά συνέπεια, η γενική υποχρέωση προστασίας, όπως ερμηνεύθηκε ανωτέρω, αφορά όλα τα υδατικά συστήματα που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, πλην όμως η καθιέρωση ζώνης ασφαλείας αποτελεί απλώς συμπληρωματικό και προαιρετικό μέτρο, το οποίο συμπληρώνει τη γενική προστασία, όταν ένα κράτος μέλος το κρίνει αναγκαίο (18).
γ) Συμπέρασμα επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
85. Από το σύνολο των ανωτέρω εκτιμήσεων προκύπτει ότι το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 συνιστά αναπόσπαστο μέρος του συστήματος προστασίας των υδάτων που εγκαθιδρύεται δυνάμει του άρθρου 4 της οδηγίας 2000/60. Η διάταξη αυτή περιλαμβάνει απαγόρευση υποβάθμισης της ποιότητας των υδάτων στο μέτρο που η έγκριση ενός επιμέρους έργου το οποίο ενδέχεται να επιφέρει τέτοια υποβάθμιση εμποδίζει τα κράτη μέλη να τηρήσουν την υποχρέωση μείωσης του επιπέδου επεξεργασίας καθαρισμού που απαιτείται κατά την παραγωγή πόσιμου ύδατος. Στα μέτρα προσήκουσας προστασίας καταλέγεται η δεσμευτική υποχρέωση των κρατών μελών να αξιολογούν εκ των προτέρων τα επιμέρους έργα που ενδέχεται να έχουν αρνητικές συνέπειες στην ποιότητα των προσδιορισμένων υδατικών συστημάτων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος, ανεξάρτητα από το είδος των υδάτων που περιλαμβάνονται στα εν λόγω συστήματα. Επιδιώκονται οι ακόλουθοι σκοποί: i) η προληπτική δράση και η αποφυγή της υποβάθμισης της ποιότητας των υδάτων, ii) η βαθμιαία μείωση του επιπέδου επεξεργασίας καθαρισμού που απαιτείται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος στο πλαίσιο της εκπλήρωσης του σκοπού της διασφάλισης της βιώσιμης χρήσης των υδάτινων πόρων και iii) η πρόληψη μιας καταστάσεως όπου η πραγματοποίηση επανορθωτικών ενεργειών, βάσει της οδηγίας 98/83, είναι αναγκαία. Η υποχρέωση αυτή ισχύει ανεξάρτητα από το αν το εν λόγω υδατικό σύστημα βρίσκεται εντός ή εκτός ζωνών ασφαλείας κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2000/60.
3. Επί του τρίτου και του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος
α) Τι συνιστά παράβαση της απαγόρευσης υποβάθμισης κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60;
86. Εκτιμώ ότι τα εν λόγω προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να εξετασθούν από κοινού, δεδομένου ότι αμφότερα αφορούν το κριτήριο για την εκτίμηση των παραβιάσεων της προβλεπόμενης στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 απαγόρευσης υποβάθμισης της ποιότητας των υδάτων. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί τι συνιστά παραβίαση της προβλεπόμενης στην εν λόγω διάταξη απαγόρευσης υποβάθμισης. Συγκεκριμένα, θέτει το ερώτημα αν αρκεί οποιαδήποτε υποβάθμιση για να συναχθεί παραβίαση ή πρέπει να υπάρχει υπέρβαση της ενδεικτικής παραμέτρου των 250 mg/l, η οποία μνημονεύεται στο παράρτημα I, μέρος Γ, της οδηγίας 98/83 για τα θειικά ή πρέπει να υπάρχει κίνδυνος πραγματοποίησης επανορθωτικών ενεργειών κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 6, της οδηγίας αυτής (ενεργειών που αυξάνουν την ένταση της επεξεργασίας που απαιτείται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος).
87. Όπως επισήμανα ανωτέρω, το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προλαμβάνουν την υποβάθμιση της ποιότητας των υδατικών συστημάτων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος, προκειμένου να μειωθεί το απαιτούμενο επίπεδο επεξεργασίας καθαρισμού.
88. Όσον αφορά τον όρο «υποβάθμιση», το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, σε σχέση με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60, το οποίο αφορά τη «φράση „υποβάθμιση της καταστάσεως” ενός συστήματος επιφανειακών υδάτων», ότι αποτελεί «έννοια γενικής εμβέλειας», η οποία πρέπει να προσδιορίζεται λαμβανομένων υπόψη του γράμματός της, του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται και των σκοπών που επιδιώκουν οι επίμαχες διατάξεις (19). Η ίδια προσέγγιση πρέπει να εφαρμοσθεί και στην ανάλυση της υποβάθμισης της ποιότητας των υδάτων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος.
89. Πρώτον, όσον αφορά το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, δύο στοιχεία είναι κρίσιμα για τον ορισμό της έννοιας της «υποβάθμισης». Το πρώτο στοιχείο είναι ότι η εν λόγω διάταξη αναφέρεται στην ποιότητα των υδάτων χωρίς να τη συνδέει με την κατάσταση των υδάτων ή με οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση. Το δεύτερο στοιχείο συνίσταται στο γεγονός ότι η διάταξη αυτή αφορά, συγκεκριμένα, την ποιότητα των πόσιμων υδάτων, περιορίζοντάς, ως εκ τούτου, το πεδίο εφαρμογής της στα υδατικά συστήματα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος. Συνεπώς, το γράμμα της εν λόγω διάταξης υποδηλώνει ότι η «υποβάθμιση» περιλαμβάνει κάθε δραστηριότητα που έχει αρνητικές συνέπειες στα υδατικά συστήματα τα οποία χρησιμοποιούνται, συγκεκριμένα, για την παραγωγή πόσιμου ύδατος.
90. Δεύτερον, όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, θα διατυπώσω τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
91. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν οι μικροβιολογικές, χημικές και ενδεικτικές παράμετροι που απαριθμούνται στο παράρτημα I της οδηγίας 98/83 μπορούν να αποτελέσουν σημείο αναφοράς για την προβλεπόμενη στο άρθρο 7, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2000/60 απαγόρευση υποβάθμισης της ποιότητας των υδάτων.
92. Κατά τη γνώμη μου, στο ανωτέρω ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
93. Τούτο ισχύει, εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά τα θειικά. Όπως θα εκθέσω στη συνέχεια, αν υφίσταται κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία, η ενδεικτική παράμετρος αποτελεί κρίσιμο σημείο αναφοράς για το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60.
94. Τρίτον, όσον αφορά τους σκοπούς του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, η διάταξη αυτή πρέπει, επίσης, να ερμηνευθεί με βάση τους γενικούς σκοπούς της εν λόγω οδηγίας, στους οποίους περιλαμβάνεται η προώθηση της «βιώσιμη[ς] χρήση[ς] του νερού βάσει μακροπρόθεσμης προστασίας των διαθέσιμων υδάτινων πόρων» (άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2000/60). Η βιώσιμη χρήση των πόρων αυτών για την παραγωγή πόσιμου ύδατος περιλαμβάνει, κατ’ ανάγκην και κατ’ ελάχιστον, την αποφυγή κάθε ρύπανσης των πόρων αυτών, προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός της μείωσης του επιπέδου καθαρισμού τους.
95. Όπως επισήμανα στο σημείο 76 των παρουσών προτάσεων, τα επιχειρήματα σχετικά με τους περιβαλλοντικούς σκοπούς που προβλέπονται στο άρθρο 4 της οδηγίας 2000/60 είναι επίσης κρίσιμα, δεδομένου ότι –κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής– οι σκοποί που καθορίζονται στο άρθρο 4 για τα συστήματα επιφανειακών υδάτων ισχύουν και για τα υδατικά συστήματα που διέπονται από το άρθρο 7. Όπως εξέθεσα ανωτέρω, η απαγόρευση υποβάθμισης της ποιότητας των υδάτων, την οποία επιβάλλει το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, συνδέεται στενά με την επεξεργασία καθαρισμού. Η δε επεξεργασία καθαρισμού συνδέεται με τον επίμαχο ρύπο και, ως εκ τούτου, η αξιολόγηση της απαγόρευσης υποβάθμισης της ποιότητας των υδάτων εξαρτάται, κατ’ ανάγκην, από τη φύση του ρύπου. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά θειικά, τα οποία αποτελούν παραμετρική τιμή ελέγχου και, ως εκ τούτου, οι σχετικές έννομες συνέπειες απορρέουν από το άρθρο 8, παράγραφος 6, της οδηγίας 98/83.
96. Αφενός, στο μέτρο που, υπό το πρίσμα της οδηγίας 98/83, οι επιπτώσεις των θειικών στην παραγωγή πόσιμου ύδατος φαίνεται να εκτιμώνται ως συγκριτικά λιγότερο επικίνδυνες [στη σημείωση 1, στο μέρος Γ του παραρτήματος Ι, προβλέπεται συναφώς μόνον ότι «(τ)ο νερό δεν πρέπει να είναι διαβρωτικό»], τα θειικά πρέπει να αντιμετωπίζονται λιγότερο αυστηρά από ό,τι, για παράδειγμα, οι ρύποι που μνημονεύονται στα μέρη Α και Β του εν λόγω παραρτήματος.
97. Αφετέρου, θα πρέπει να ληφθεί επίσης υπόψη ότι, στην πρόσφατη επιστημονική βιβλιογραφία, υποστηρίζεται ότι τα θειικά μπορούν, στην πραγματικότητα, να επηρεάσουν την κατάσταση ενός υδατικού συστήματος και ότι μπορεί να είναι πιο επικίνδυνα για την ανθρώπινη υγεία από ό,τι γινόταν δεκτό μέχρι σήμερα (20).
98. Στηριζόμενη στη νομική ανάλυση, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι η ενδεικτική παράμετρος των 250 mg/l για τα θειικά, η οποία προβλέπεται στο μέρος Γ του παραρτήματος I της οδηγίας 98/83, είναι κρίσιμη για τη διαπίστωση της υποβάθμισης της ποιότητας κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60. Η ενδεικτική αυτή παράμετρος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στις περιπτώσεις που αφορούν την παραγωγή πόσιμου ύδατος, όπως εν προκειμένω.
99. Ωστόσο, μολονότι η απλή υπέρβαση της ενδεικτικής αυτής παραμέτρου δεν συνεπάγεται αυτομάτως τέτοια υποβάθμιση, γεγονός παραμένει ότι η παράμετρος αυτή είναι κρίσιμη, δεδομένου ότι συνιστά σημείο αναφοράς. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/83 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να παρακολουθούν την ποιότητα του πόσιμου ύδατος, μεταξύ άλλων, με βάση τις ενδεικτικές παραμέτρους που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας. Στο πλαίσιο αυτό, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας αυτής όσον αφορά τις παραμέτρους που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι, μέρος Γ, οι τιμές καθορίζονται «μόνο για λόγους παρακολούθησης και για την τήρηση των υποχρεώσεων του άρθρου 8» (η υπογράμμιση δική μου).
100. Από την αιτιολογική σκέψη 11 της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι η ενδεικτική τιμή που καθορίζεται για τα θειικά δεν καταλέγεται στις παραμέτρους που είναι «άμεσα σχετικές με την υγεία». Επομένως, σε περίπτωση υπέρβασης, σε αντίθεση με ό,τι προβλέπεται για τις ενδεικτικές παραμέτρους που προβλέπονται στα μέρη Α και Β του παραρτήματος Ι (βλ. άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/83), τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται κατ’ ανάγκη να προβαίνουν σε επανορθωτικές ενέργειες για την αποκατάσταση της ποιότητας των υδάτων. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 6, της οδηγίας 98/83, τα κράτη μέλη οφείλουν κατ’ αρχάς να εξετάζουν «κατά πόσον αυτή η μη τήρηση δημιουργεί κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία» και πρέπει να προβαίνουν σε επανορθωτικές ενέργειες μόνον «εφόσον αυτό απαιτείται για την προστασία της ανθρώπινης υγείας».
101. Ωστόσο, εάν η υπέρβαση των επιπέδων των ενδεικτικών παραμέτρων που έχουν καθορισθεί για τα θειικά ενέχει κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία και εάν το οικείο κράτος μέλος δεν προβαίνει στις αναγκαίες επανορθωτικές ενέργειες για την αποκατάσταση της ποιότητας των υδάτων, φρονώ, συντασσόμενη με την άποψη της Επιτροπής, ότι τούτο ισοδυναμεί με παράβαση όχι μόνον του άρθρου 8, παράγραφος 6, της οδηγίας 98/83, αλλά και της υποχρέωσης πρόληψης της υποβάθμισης της ποιότητας των οικείων υδατικών συστημάτων και μείωσης του επιπέδου επεξεργασίας καθαρισμού που απαιτείται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60.
102. Συνεπώς, υποβάθμιση της ποιότητας των υδάτων κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 επέρχεται όταν ένα έργο ενδέχεται να υπερβεί τις παραμέτρους που καθορίζονται στο πλαίσιο της οδηγίας 98/83. Ωστόσο, όταν πρόκειται για ρύπο που μνημονεύεται στο μέρος Γ του παραρτήματος Ι της οδηγίας 98/83, η εν λόγω υπέρβαση δεν συνιστά υποβάθμιση αποκλειστικά και μόνο με γνώμονα το καθορισμένο επίπεδο ενός ρύπου όπως των θειικών. Στις περιπτώσεις αυτές, για να στοιχειοθετηθεί υποβάθμιση της ποιότητας των υδάτων σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, θα πρέπει να ελλοχεύει κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία και, κατά συνέπεια, για να αποφευχθεί ο κίνδυνος αυτός, θα πρέπει να υπάρχει ανάγκη αναπροσαρμογής της διαδικασίας καθαρισμού.
103. Στη συνέχεια, θα εξετάσω κατά πόσον, παρά το γεγονός ότι επιβάλλεται απλώς και μόνον υποχρέωση παρακολούθησης των επιπέδων θειικών (μέρος Γ του παραρτήματος Ι της οδηγίας 98/83), όπερ θα μπορούσε να υποδηλώνει ότι η αξιολόγηση του αντίκτυπου του επιμέρους έργου στο επίπεδο θειικών θα μπορούσε να διαπιστωθεί και εκ των υστέρων στο πλαίσιο της παρακολούθησης, το άρθρο 7, παράγραφος 3, έχει την έννοια ότι επιβάλλει υποχρέωση εκ των προτέρων αξιολόγησης των επιμέρους έργων όπως αυτού της υπόθεσης της κύριας δίκης.
β) Εξέταση της απόφασης έγκρισης σχεδίου
104. Από την εξέταση της επιστημονικής βιβλιογραφίας, καθώς ακόμη και της εν προκειμένω επίμαχης απόφασης έγκρισης σχεδίου, προκύπτει σαφώς ότι υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες όσον αφορά την επίδραση της μόλυνσης του πόσιμου ύδατος με θειικά στην ανθρώπινη υγεία. Κατά συνέπεια, το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των αρχών της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, απαιτεί τη διενέργεια προσήκουσας εκτίμησης βάσει της διάταξης αυτής πριν από την έκδοση εγκριτικής απόφασης.
105. Στην απόφαση έγκρισης σχεδίου (σ. 174), η Υπηρεσία αναφέρει ότι το επίμαχο έργο αναμένεται να επιφέρει μικρή αύξηση της συγκέντρωσης θειικών [βλ., επίσης, σ. 46, σημείο 1.3.3.13, της εν λόγω απόφασης, από το οποίο προκύπτει ότι η Υπηρεσία αναγνωρίζει τους κινδύνους: «προκειμένου να αποφευχθεί η επιδείνωση της οικολογικής κατάστασης ή του οικολογικού δυναμικού των συστημάτων επιφανειακών υδάτων κατάντη, τα οποία αποβλέπουν στην κατά προτεραιότητα επίτευξη ανεκτής οικολογικής κατάστασης, η διαχείριση των εκπομπών θειικών της λίμνης πρέπει να γίνεται με τέτοιον τρόπο ώστε να τηρείται η μακροπρόθεσμη ανώτατη τιμή απόρριψης των 620 mg/l για τα ύδατα που απορρίπτονται στο σημείο ελέγχου 1 (υποδομή υπερχειλιστή)»]. Παρά τα ανωτέρω, στο πλαίσιο της διαδικασίας έγκρισης, απλώς παραλείφθηκε οποιοσδήποτε έλεγχος της συμβατότητας του επίμαχου έργου (συμπεριλαμβανομένου του υπερχειλιστή του Cottbuser Ostsee) με τις διατάξεις της οδηγίας 2000/60 όσον αφορά το άρθρο της 7. Οι πράγματι διενεργηθέντες έλεγχοι αφορούσαν αποκλειστικά και μόνον το άρθρο 4 της οδηγίας 2000/60. Το ότι η πραγματική ρύπανση από θειικά δεν έχει ακόμα διερευνηθεί το παραδέχεται η ίδια η Υπηρεσία, όταν αναφέρει, στην απόφαση έγκρισης σχεδίου (σ. 175), ότι «πρέπει να προσδιορισθεί συγκεκριμένα ο πραγματικός βαθμός αραίωσης ή μείωσης μέχρι την εγκατάσταση ύδρευσης του Briesen». Στο μέτρο που η Υπηρεσία εκτιμά ότι «το έργο δεν εμποδίζει τη διασφάλιση της παροχής πόσιμου ύδατος» (απόφαση έγκρισης σχεδίου, σ. 175), συμμερίζομαι την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου ότι τούτο αρκεί για να θεωρηθεί ότι δεν έχει διενεργηθεί εν προκειμένω επαρκής τεχνική διερεύνηση (21).
106. Από την εξέταση του εγγράφου της απόφασης έγκρισης σχεδίου προκύπτει ότι ο αντίκτυπος του επίμαχου σχεδίου έργου στα επίπεδα θειικών δεν έχει αναλυθεί λεπτομερώς. Ειδικότερα, δεν έχει αναλυθεί η αλληλεξάρτηση μεταξύ, αφενός, της αυξημένης συγκέντρωσης στα υπόγεια ύδατα κατά τη διάρκεια της κατάκλυσης και, αφετέρου, της εκτιμώμενης διάχυσης θειικών στον ποταμό Spree (βλ. σ. 173 της εγκριτικής απόφασης). Αναμένεται αύξηση της συγκέντρωσης θειικών στο σύστημα υπόγειων υδάτων (σ. 171 και 174), ενώ μακροπρόθεσμα δεν αναμένεται περαιτέρω έκθεση (σ. 172). Στην ίδια την εγκριτική απόφαση αναγνωρίζεται ρητώς ότι «ο πραγματικός βαθμός αραίωσης ή μείωσης μέχρι την εγκατάσταση ύδρευσης Briesen πρέπει να προσδιορισθεί συγκεκριμένα» (σ. 175). Στη συνέχεια, η εγκριτική απόφαση αναφέρει ότι «η αύξηση των θειικών στο σύστημα υπόγειων υδάτων εξαιτίας του έργου δεν είναι ποσοτικά μετρήσιμη στην πράξη».
γ) Η επιστημονική βιβλιογραφία σχετικά με τους κινδύνους της ρύπανσης από θειικά
107. Μια εκτενής μελέτη σχετικά με τη ρύπανση από θειικά στα οικοσυστήματα γλυκού ύδατος (22) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «από την εξετασθείσα βιβλιογραφία προκύπτει σαφώς ότι η ρύπανση [από θειικά] μπορεί να έχει τοξικές επιπτώσεις στα υδρόβια φυτά και στους ζωικούς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των ψαριών, των ασπόνδυλων και των αμφιβίων, και μπορεί, επίσης, να έχει αρνητικές συνέπειες για την ανθρώπινη υγεία». Κατά τους συντάκτες της μελέτης, «υπάρχει μεγάλη ανάγκη λήψης μέτρων για τη μείωση των συγκεντρώσεων θειικών στα υδατικά συστήματα. [...] Με τη μελέτη μας, θα θέλαμε να επιστήσουμε την προσοχή στο πρόβλημα, να εκθέσουμε την τρέχουσα κατάσταση, προκειμένου να μειωθεί η ρύπανση από θειικά, και ταυτόχρονα να επισημάνουμε τα τεράστια κενά γνώσης που εξακολουθούν να υφίστανται» (23).
108. Στη μελέτη αυτή εξετάζεται ακόμη και το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης πρόβλημα ρύπανσης από θειικά (ρύπανση από θειικά και ποταμός Spree): «ελάχιστα γνωστές είναι οι άμεσες επιπτώσεις στην υγεία της αυξημένης πρόσληψης [θειικών], ιδίως μέσω του πόσιμου ύδατος» και «σήμερα, τα παραμένοντα και αυξανόμενα επίπεδα [θειικών] στα οικοσυστήματα γλυκού ύδατος αποτελούν αποτέλεσμα ποικίλων ανθρώπινων δραστηριοτήτων [...], που απειλούν τόσο τη λειτουργία των οικοσυστημάτων όσο και την παροχή πόσιμου ύδατος». Ειδικότερα, «μεταξύ των αξιοσημείωτων παραδειγμάτων υδατικών οικοσυστημάτων που έχουν αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένης έρευνας [όσον αφορά την αποστράγγιση ορυκτών οξέων] περιλαμβάνεται [...] ο ποταμός Spree [(24)], [...] φαίνεται απίθανο οι συγκεντρώσεις [θειικών] κατάντη να επανέλθουν σε „φυσιολογικά” επίπεδα εντός ορισμένων ετών ή και δεκαετιών μετά την παύση των εξορυκτικών δραστηριοτήτων. Για παράδειγμα, οι συγκεντρώσεις [θειικών] στον ποταμό Spree [...] έχουν αυξηθεί τις τελευταίες δεκαετίες εξαιτίας της εγκατάλειψης των λατομείων λιγνίτη και της αντίστοιχης αποκατάστασης της ποιότητας των υπόγειων υδάτων [...] Κατά συνέπεια, έχουν καταγραφεί αυξημένες συγκεντρώσεις [θειικών] στις κατάντη λίμνες του συστήματος του Spree, οι οποίες συχνά υπερβαίνουν τα όρια των 250 mg L-1 [θειικών] για τα πόσιμα ύδατα στη Γερμανία [...], περίσταση η οποία είναι εξαιρετικά προβληματική, καθώς τα εν λόγω υδατικά συστήματα χρησιμοποιούνται ως πηγή πόσιμου ύδατος, συνήθως μέσω της άντλησης υπόγειων υδάτων με διήθηση στις όχθες. Με την παύση της εξόρυξης λιγνίτη για τον σκοπό της παραγωγής ενέργειας σε πολλές χώρες, φαίνεται εύλογο να υποτεθεί ότι η εξαγωγή [θειικών] από τις περιοχές αυτές θα εξακολουθήσει να αποτελεί περιβαλλοντικό πρόβλημα» (25).
δ) Συμπέρασμα σχετικά με τη χρήση μιας παραμετρικής τιμής
109. Λαμβανομένης υπόψη της αυξανόμενης σημασίας των αρχών της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης στο δίκαιο περιβάλλοντος, στην περίπτωση ρύπου ως προς τον οποίο υπάρχουν αμφιβολίες όσον αφορά τις αρνητικές συνέπειές του στην ανθρώπινη υγεία, το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει την αναμονή της επέλευσης της ρύπανσης. Επομένως, παρά το γεγονός ότι η παραμετρική τιμή, όπως η τιμή για τα θειικά, έχει καθορισθεί πρωτίστως για σκοπούς παρακολούθησης, φρονώ ότι χρησιμεύει και ως δείκτης στο πλαίσιο της προληπτικής αξιολόγησης με σκοπό τον εντοπισμό των κινδύνων υποβάθμισης της ποιότητας των υδάτων βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60.
4. Επί του πέμπτου, του έκτου και του έβδομου προδικαστικού ερωτήματος
110. Τα εν λόγω ερωτήματα πρέπει να εξετασθούν από κοινού, στο μέτρο που, με τα ερωτήματα αυτά, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, η αρμόδια αρχή υποχρεούται να διενεργήσει έρευνα ή να αναθέσει πραγματογνωμοσύνη σχετικά με ενδεχόμενη υποβάθμιση της ποιότητας του υδατικού συστήματος το οποίο επηρεάζεται από το έργο πριν από την έγκριση του έργου αυτού ή αν, σε περίπτωση που δεν το πράξει, η εν λόγω έρευνα μπορεί να διενεργηθεί εκ των υστέρων κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας (θεραπεύοντας τον παράνομο χαρακτήρα της έγκρισης που χορηγήθηκε βάσει της εθνικής νομοθεσίας για τα ύδατα).
111. Όπως αναλύθηκε ανωτέρω, το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των αρχών της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, απαιτεί την αποφυγή μιας κατάστασης η οποία καθιστά αναγκαία την πραγματοποίηση επανορθωτικών ενεργειών. Το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από την προεκτεθείσα επιστημονική βιβλιογραφία, δεν έχουν ακόμα εκτιμηθεί και τεκμηριωθεί επαρκώς η επικινδυνότητα και οι αρνητικές συνέπειες των θειικών στα ύδατα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμων υδάτων επιρρωννύει, σε συνδυασμό με τις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, την ερμηνεία μου ότι το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 απαιτεί εκ των προτέρων εκτίμηση των επιμέρους έργων, όπως αυτού της υπόθεσης της κύριας δίκης.
112. Από την προεκτεθείσα ανάλυσή μου σχετικά με την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 προκύπτει ότι η εν λόγω εκ των προτέρων εκτίμηση πρέπει να περιλαμβάνει δύο βασικούς άξονες αξιολόγησης. Στο πλαίσιο του πρώτου άξονα, πρέπει να εξετάζονται οι επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία σε περίπτωση που ο καθαρισμός παραμείνει αμετάβλητος, συμπεριλαμβανομένου του ζητήματος ποιες επανορθωτικές ενέργειες θα απαιτηθούν κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας 98/83, με βάση τη διαπιστωθείσα σύνδεση. Στο πλαίσιο του δεύτερου άξονα, πρέπει να αξιολογούνται οι επιπτώσεις σε επίπεδο επεξεργασίας καθαρισμού: κατά πόσον οι υφιστάμενες μέθοδοι θα εξακολουθούν να μπορούν να προσφέρουν το ίδιο επίπεδο ποιότητας υδάτων, σε περίπτωση έγκρισης και υλοποίησης ενός έργου.
113. Στο πλαίσιο αυτό, θα ήταν ίσως χρήσιμο να διευκρινισθεί το είδος των μέτρων τα οποία μπορούν να λαμβάνουν εκ των προτέρων οι αρμόδιες αρχές για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχουν από το άρθρο 7, παράγραφος 3.
114. Τα μέτρα αυτά είναι τα εξής: i) ο προσδιορισμός των υδατικών συστημάτων σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60, ii) η παρακολούθηση των υδατικών συστημάτων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος και (iii) η εκτίμηση των επιμέρους έργων, προκειμένου να διαπιστώνεται κατά πόσον ενδέχεται να επιφέρουν υποβάθμιση της ποιότητας των υδατικών συστημάτων σε βαθμό τέτοιον που να εμποδίζει το κράτος μέλος να τηρήσει την υποχρέωσή του περί μείωσης του επιπέδου επεξεργασίας καθαρισμού που απαιτείται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος.
115. Όσον αφορά το ζήτημα τι είδους μέτρα πρέπει να λαμβάνονται βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, θα ήθελα να επισημάνω, στο σημείο αυτό, ότι η νέα αναδιατυπωμένη οδηγία για τα πόσιμα ύδατα [οδηγία (ΕΕ) 2020/2184 (26)], η οποία έπρεπε να μεταφερθεί στα εθνικά δίκαια έως τις 12 Ιανουαρίου 2023, επιβάλλει στα κράτη μέλη, στο άρθρο 8, την υποχρέωση να «εξασφαλίζουν ότι διενεργείται εκτίμηση κινδύνου και διαχείριση κινδύνου των λεκανών απορροής για σημεία υδροληψίας νερού ανθρώπινης κατανάλωσης».
116. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι, βάσει της νέας αυτής διάταξης (η οποία παραπέμπει ρητά σε δύο σημεία του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60), όπως και βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν μέτρα που αφορούν όχι μόνον τα ύδατα που καταλήγουν στον τελικό καταναλωτή, αλλά και τα υδατικά συστήματα από τα οποία αντλούνται τα ύδατα και τα οποία υποβάλλονται σε επεξεργασία για τους σκοπούς της παραγωγής πόσιμου ύδατος.
117. Η νομολογία του Δικαστηρίου καθιστά σαφές ότι, «κατά τη διαδικασία αδειοδότησης ενός έργου και, επομένως, πριν από τη λήψη απόφασης, οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται, δυνάμει του άρθρου 4 της οδηγίας 2000/60, να ελέγχουν αν το έργο ενδέχεται να έχει αρνητικές συνέπειες για τα ύδατα οι οποίες αντιβαίνουν στις υποχρεώσεις πρόληψης της υποβάθμισης και βελτίωσης της κατάστασης των συστημάτων επιφανειακών και υπόγειων υδάτων. Κατά συνέπεια, η εν λόγω διάταξη δεν επιτρέπει ο έλεγχος αυτός να διενεργείται μόνον εκ των υστέρων» (27).
118. Λαμβανομένης υπόψη της ανωτέρω νομολογίας και επειδή το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του προβλεπόμενου στο άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας συστήματος προστασίας του ύδατος, οι επιπτώσεις στα υδατικά συστήματα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος –ζήτημα που συνδέεται άμεσα με την ανθρώπινη υγεία– πρέπει απαραιτήτως να αξιολογούνται πριν από την έγκριση ενός έργου.
119. Οι ανωτέρω παρατηρήσεις επιβεβαιώνουν την προεκτεθείσα ανάλυσή μου, κατά την οποία το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των αρχών της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, έχει την έννοια ότι τα μέτρα προσήκουσας προστασίας περιλαμβάνουν δεσμευτική υποχρέωση των κρατών μελών να αξιολογούν εκ των προτέρων τα επιμέρους έργα που ενδέχεται να έχουν αρνητικές συνέπειες στην ποιότητα των προσδιορισμένων υδατικών συστημάτων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος.
120. Συνεπώς, το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 υποχρεώνει την οικεία αρμόδια αρχή να μην εγκρίνει έργο, όταν αυτό ενδέχεται να υποβαθμίσει την ποιότητα του επηρεαζόμενου υδατικού συστήματος κατά τρόπο που να αυξάνει το επίπεδο επεξεργασίας καθαρισμού το οποίο απαιτείται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος, πριν από τη διενέργεια αξιολόγησης βάσει του άρθρου 7 της οδηγίας 2000/60 σε συνδυασμό με την οδηγία 98/83. Με άλλα λόγια, η αξιολόγηση αυτή συνιστά υποχρεωτικό διαδικαστικό στάδιο πριν το εν λόγω έργο μπορέσει να εξετασθεί για ενδεχόμενη έγκριση.
121. Από τη διάταξη περί παραπομπής, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο και από τις παρατηρήσεις των μετεχόντων στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι ουδεμία τέτοια εκτίμηση πραγματοποιήθηκε στην υπόθεση της κύριας δίκης. Συγκεκριμένα, η μόνη εκτίμηση που πραγματοποιήθηκε ήταν αυτή που αφορούσε το άρθρο 4 της οδηγίας 2000/60.
122. Όπως επισήμαναν ο Δήμος Φρανκφούρτης επί του Όντερ και η FWA, η εκτίμηση του επίμαχου στην υπόθεση της κύριας δίκης έργου πραγματοποιήθηκε υπό το πρίσμα της γενικής απαγόρευσης υποβάθμισης, την οποία προβλέπει το άρθρο 4 της οδηγίας 2000/60. Ωστόσο, η εκτίμηση αυτή σαφώς και δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 7, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, στο μέτρο που η διάταξη αυτή επιδιώκει να «αποφευχθεί η υποβάθμιση της ποιότητας [των υδάτων]» και να «μειωθεί το επίπεδο επεξεργασίας καθαρισμού που απαιτείται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος». Η μη τήρηση των απαιτήσεων αυτών ενδέχεται να έχει αντίκτυπο στη διασφάλιση της προστασίας της ανθρώπινης υγείας στο πλαίσιο της διαδικασίας έγκρισης, καθώς και στην έκβαση της εν λόγω διαδικασίας έγκρισης, επί της οποίας καλείται πλέον να αποφανθεί το αιτούν δικαστήριο.
123. Επομένως, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, η αρμόδια αρχή οφείλει να ελέγχει, στο πλαίσιο της διαδικασίας έγκρισης σχεδίου –και, ως εκ τούτου, πριν από την τελική έκδοση της εγκριτικής απόφασης–, κατά πόσον το επίμαχο έργο ενδέχεται να έχει αρνητικές συνέπειες όσον αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στην εν λόγω διάταξη. Η διενέργεια τέτοιου ελέγχου μόνο μετά τη χορήγηση της εν λόγω έγκρισης αντιβαίνει στη διάταξη αυτή.
5. Επί του όγδοου και του ένατου προδικαστικού ερωτήματος
124. Τα ερωτήματα αυτά πρέπει να εξετασθούν από κοινού. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν η απαγόρευση υποβάθμισης, την οποία προβλέπει ειδικά για τα πόσιμα ύδατα το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, μπορεί να παρακαμφθεί στο πλαίσιο στάθμισης συμφερόντων με τον επιδιωκόμενο με το έργο σκοπό (για παράδειγμα, όταν η ένταση της απαιτούμενης επεξεργασίας καθαρισμού είναι χαμηλή ή όταν το έργο είναι ιδιαιτέρως σημαντικό) ή αν το άρθρο 4, παράγραφος 7, της οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή στο άρθρο 7, παράγραφος 3.
125. Πρώτον, όπως προκύπτει από το σημείο 51 των παρουσών προτάσεων, τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν τα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 έχουν ως σκοπό τη μείωση του επιπέδου επεξεργασίας καθαρισμού των υδάτων που απαιτείται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος και το μέσο για την επίτευξη του σκοπού αυτού συνίσταται στην υποχρέωση να αποφεύγεται, τουλάχιστον, η υποβάθμιση της ποιότητας των υδατικών συστημάτων.
126. Δεύτερον, η απαγόρευση υποβάθμισης της ποιότητας των υδάτων που προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη όσον αφορά την έγκριση των επιμέρους έργων επιδιώκει να διασφαλίσει τον σκοπό αυτόν.
127. Τρίτον, ωστόσο, όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, ορισμένα επιμέρους έργα μπορούν παρά ταύτα να εγκρίνονται, εφόσον πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, είτε βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 7, της οδηγίας 2000/60 είτε κατ’ εφαρμογήν της αρχής της αναλογικότητας.
128. Στην απόφαση Bund für Umwelt und Naturschutz Deutschland (σκέψεις 44 έως 47), το Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 4 της οδηγίας 2000/60 στηριζόμενο στο καθεστώς παρέκκλισης που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 7, της οδηγίας αυτής.
129. Η διατύπωση του άρθρου 4, παράγραφος 7, της οδηγίας 2000/60 είναι σημαντική, καθόσον καταδεικνύει ότι το πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι ευρύτερο από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, δεδομένου ότι προβλέπει σαφώς στην εισαγωγή του, κατά γενικό τρόπο, ότι τα κράτη μέλη «δεν παραβιάζουν την παρούσα οδηγία» (η υπογράμμιση δική μου), όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις της διάταξης αυτής. Δεν προβλέπει ότι τα κράτη μέλη δεν παραβαίνουν «το παρόν άρθρο».
130. Επιπλέον, το γεγονός ότι το άρθρο 4 της οδηγίας 2000/60 παραπέμπει στο άρθρο 7 της ίδιας οδηγίας καταδεικνύει ότι οι διατάξεις αυτές είναι αλληλένδετες και ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 4, παράγραφος 1, και από το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους.
131. Ωστόσο, αντιθέτως προς την άποψη της Επιτροπής ότι το άρθρο 4, παράγραφος 7, εφαρμόζεται ανεπιφύλακτα στις περιπτώσεις που διέπονται από το άρθρο 7, παράγραφος 3, από τα δύο αρχικά εδάφια του άρθρου 4, παράγραφος 7, προκύπτει σαφώς ότι εφαρμόζεται μόνο στις δραστηριότητες που ενδέχεται να επηρεάσουν την κατάσταση των υδατικών συστημάτων.
132. Ως εκ τούτου, το άρθρο 4, παράγραφος 7, της οδηγίας 2000/60 έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται στις διαδικασίες έγκρισης επιμέρους έργων τα οποία επηρεάζουν την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, αλλά μόνον εφόσον τα έργα αυτά ενδέχεται να επηρεάσουν την κατάσταση των υδατικών συστημάτων. Στις περιπτώσεις αυτές, το άρθρο 4, παράγραφος 7, όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο, παρέχει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καθοδήγηση σχετικά με τα απαραίτητες ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβαίνουν κατά τη διαδικασία έγκρισης.
133. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, η υποβάθμιση της ποιότητας, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, μπορεί να μην επηρεάζει την κατάσταση των υδατικών συστημάτων. Για τα έργα που ενδέχεται να έχουν αρνητικές συνέπειες όσον αφορά την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 7, παράγραφος 3 (αλλά όχι όσον αφορά την κατάσταση των υδατικών συστημάτων), φρονώ ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας έγκρισης των έργων αυτών, πρέπει να εφαρμόζεται η αρχή της αναλογικότητας αντί του άρθρου 4, παράγραφος 7.
134. Από τη συνολική οικονομία της οδηγίας 2000/60, όπως αυτή καταδεικνύεται λεπτομερώς από το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής, προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης έκρινε ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μπορούν να επιτρέπονται παρεκκλίσεις από τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στα κράτη μέλη η οδηγία αυτή. Ωστόσο, το ίδιο το άρθρο 7 δεν περιέχει καμία μνεία για ενδεχόμενη παρέκκλιση. Κατά τη γνώμη μου, η ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 3, υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει απόλυτη υποχρέωση απαγόρευσης της υποβάθμισης της ποιότητας των υδάτων θα μπορούσε να δημιουργήσει ανυπέρβλητες δυσχέρειες στα κράτη μέλη που επιδιώκουν να διασφαλίσουν την ομαλή διαχείριση των υδάτινων πόρων τους βραχυπρόθεσμα. Στις περιπτώσεις αυτές, η απαγόρευση υποβάθμισης κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, στο πλαίσιο της διαδικασίας έγκρισης ενός επιμέρους έργου, πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας και της στάθμισης συμφερόντων, ιδίως, με τον επιδιωκόμενο από το έργο αυτό σκοπό. Το γεγονός ότι η αιτιολογική σκέψη 32 της οδηγίας 2000/60 καθιστά σαφές ότι η δυνατότητα εφαρμογής παρεκκλίσεων μπορεί να υφίσταται «για λόγους επιτακτικού δημόσιου συμφέροντος» συνηγορεί υπέρ της άποψης αυτής.
135. Συνεπώς, η αρμόδια αρχή, κατά τη διαδικασία έγκρισης ενός επιμέρους έργου που ενδέχεται να έχει αρνητικές συνέπειες όσον αφορά την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 7, παράγραφος 3, οφείλει να αξιολογεί την ανάγκη απαγόρευσης του εν λόγω έργου, σε περίπτωση που διαπιστώνει ότι το επίμαχο έργο ενδέχεται να υποβαθμίσει την ποιότητα των υδάτων και, ως εκ τούτου, να εμποδίσει το κράτος μέλος να τηρήσει την υποχρέωση μείωσης του επιπέδου επεξεργασίας καθαρισμού που απαιτείται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος. Η σημασία του στοιχείου της «ανάγκης» εν προκειμένω αντικατοπτρίζεται στη διατύπωση του άρθρου 7, παράγραφος 3. Η ίδια η διάταξη αυτή προβλέπει σαφώς ότι τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν «την προσήκουσα [Σ.τ.Μ: στην απόδοση στην αγγλική γλώσσα «necessary», δηλ. αναγκαία] προστασία των προσδιοριζόμενων υδατικών συστημάτων με σκοπό να αποφευχθεί η υποβάθμιση της ποιότητάς τους, έτσι ώστε να μειωθεί το επίπεδο επεξεργασίας καθαρισμού που απαιτείται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος».
136. Η εν λόγω απαίτηση περί αναγκαίου χαρακτήρα (28), ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να χρησιμοποιούν μέτρα τα οποία, προκειμένου να διασφαλίσουν τους σκοπούς του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, «δεν υπερβαίνουν τα όρια του καταλλήλου και του αναγκαίου για την επίτευξη των σκοπών που νομίμως επιδιώκει η επίμαχη [...] ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι, οσάκις υφίσταται επιλογή μεταξύ περισσοτέρων καταλλήλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο καταναγκαστικό, οι δε προξενούμενες αρνητικές συνέπειες δεν πρέπει να είναι δυσανάλογες προς τους επιδιωκόμενους στόχους» (29).
137. Επομένως, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει, εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας, να ελέγξει αν πραγματοποιήθηκε στάθμιση συμφερόντων στο πλαίσιο της έγκρισης ενός επιμέρους έργου. Κατά τη στάθμιση αυτή πρέπει να κρίνεται κατά πόσον η προβλεπόμενη στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 απαγόρευση της υποβάθμισης της ποιότητας των υδάτων μπορεί να αντισταθμιστεί από τον επιδιωκόμενο με το έργο σκοπό. Ωστόσο, ο σκοπός αυτός θα είναι δυνατόν να υπερτερεί μόνο βραχυπρόθεσμα (υπό την προϋπόθεση ότι μακροπρόθεσμα θα αποκατασταθεί η συμμόρφωση με το άρθρο 7, παράγραφος 3) και εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: i) η ένταση της απαιτούμενης επεξεργασίας καθαρισμού είναι χαμηλή και θα μειωθεί βαθμιαία, ii) το έργο είναι ιδιαιτέρως σημαντικό και απηχεί λόγους επιτακτικού δημόσιου συμφέροντος, iii) έχουν ληφθεί όλα τα αναγκαία μέτρα για τη βαθμιαία άμβλυνση των αρνητικών συνεπειών όσον αφορά την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 7, παράγραφος 3, και iv) το έργο δεν προκαλεί στο κράτος μέλος σοβαρές δυσχέρειες όσον αφορά την διασφάλιση της παροχής πόσιμου ύδατος το οποίο θα πληροί τις απαιτήσεις της οδηγίας 98/83.
6. Επί του δέκατου προδικαστικού ερωτήματος
138. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί ποιες είναι οι υποχρεώσεις οι οποίες, επιπλέον των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 4 της οδηγίας 2000/60, μπορούν να συναχθούν από το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής και οι οποίες πρέπει κατά συνέπεια να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο διαδικασίας έγκρισης έργου.
139. Το άρθρο 4 της οδηγίας 2000/60 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση «να αρνούνται την έγκριση συγκεκριμένου έργου όταν το έργο αυτό δύναται να προκαλέσει υποβάθμιση της καταστάσεως συστήματος επιφανειακών υδάτων ή όταν διακυβεύει την επίτευξη καλής καταστάσεως των επιφανειακών υδάτων ή καλού οικολογικού δυναμικού και καλής χημικής καταστάσεως τέτοιων υδάτων κατά την οριζόμενη από την ως άνω οδηγία ημερομηνία» (30) (υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής παρέκκλισης). Το ίδιο ισχύει για τα συστήματα υπόγειων υδάτων.
140. Επομένως, το άρθρο 4 έχει εφαρμογή στην προστασία των υδατικών συστημάτων αυτών καθεαυτούς.
141. Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/60 έχει πεδίο εφαρμογής ευρύτερο από την υποχρέωση αυτή.
142. Συγκεκριμένα, το άρθρο 7, παράγραφος 2, ορίζει ότι, «[γ]ια κάθε υδατικό σύστημα που προσδιορίζεται κατά την παράγραφο 1, επιπλέον της τήρησης των στόχων του άρθρου 4 σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας για τα συστήματα επιφανειακών υδάτων, συμπεριλαμβανομένων των ποιοτικών προτύπων που καθορίζονται σε κοινοτικό επίπεδο δυνάμει του άρθρου 16, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, υπό το εφαρμοζόμενο καθεστώς επεξεργασίας του ύδατος και σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, το ύδωρ που προκύπτει πληροί τις απαιτήσεις της [οδηγίας 98/83]».
143. Συνεπώς, η διάταξη αυτή καθιστά σαφές ότι το νερό που αντλείται και υποβάλλεται σε επεξεργασία για ανθρώπινη κατανάλωση πρέπει, εν τέλει, να πληροί τις απαιτήσεις της οδηγίας 98/83, ήτοι πρέπει να είναι κατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση.
144. Συντάσσομαι με την άποψη της Επιτροπής ότι η απαίτηση αυτή έχει, όπως και το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, ευρύτερο πεδίο εφαρμογής από ό,τι οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, ή στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, σημείο i, της εν λόγω οδηγίας. Με άλλα λόγια, το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/60 προσδίδει μια επιπλέον διάσταση στο άρθρο 4 της οδηγίας αυτής (και παρέχει διευρυμένη προστασία σε σύγκριση με το άρθρο 4), η οποία αφορά, ειδικότερα, την ανθρώπινη υγεία και βασίζεται στην οδηγία 98/83. Συνεπώς, δεν υφίσταται μόνον υποχρέωση προστασίας των υδατικών συστημάτων σύμφωνα με το άρθρο 4, όπως αυτή ρυθμίζεται λεπτομερώς στο εν λόγω άρθρο, αλλά και υποχρέωση επεξεργασίας των υδατικών συστημάτων σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις της οδηγίας 98/83.
145. Επομένως, σε αντίθεση προς τα επιχειρήματα της Lausitz, το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/60 δεν έχει απλώς δηλωτικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, η διάταξη αυτή πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη κατά τη διαδικασία έγκρισης έργου, προκειμένου να εξακριβώνεται αν οι συνέπειες της εκτέλεσης του επίμαχου έργου μπορούν να επηρεάσουν το καθεστώς επεξεργασίας που εφαρμόζεται σε ένα υδατικό σύστημα για την επίτευξη των σκοπών της οδηγίας 2000/60.
146. Επισημαίνεται ότι στο έγγραφο καθοδήγησης αριθ. 16 διευκρινίζεται, ως προς το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/60, ότι «οι σκοποί του άρθρου 4 (δηλαδή η κατάσταση, η πρόληψη ή ο περιορισμός, η εφαρμογή της αντιστροφής της τάσης και άλλοι σκοποί για τις προστατευόμενες περιοχές) πρέπει να επιτυγχάνονται ανεξάρτητα από την επίτευξη του σκοπού του άρθρου [7, παράγραφος 2]· και πρέπει να πληρούνται οι απαιτήσεις της [οδηγίας 98/83]. Τούτο περιλαμβάνει τη γενική υποχρέωση διασφάλισης της απαλλαγής των υδάτων από μολύνσεις που θα μπορούσαν να αποτελέσουν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία, καθώς και την υποχρέωση τήρησης των τυπικών προδιαγραφών της οδηγίας 98/83 στο σημείο παράδοσης προς τους καταναλωτές (δηλαδή στη βρύση).»
147. Κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/60 προσθέτει ένα επιπλέον στοιχείο στη στάθμιση συμφερόντων που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της οδηγίας 2000/60, ήτοι ότι η έγκριση ενός έργου είναι δυνατή μόνον εφόσον η υλοποίησή του δεν επηρεάζει αρνητικά τα παρεχόμενα (μέσω της βρύσης) ύδατα στους κατοίκους της θιγόμενης περιοχής. Φρονώ ότι τούτο σημαίνει ότι ένα έργο μπορεί να εγκρίνεται μόνον εφόσον περιλαμβάνει, όπου απαιτείται, μια δέσμη αναγκαίων μέτρων τα οποία διασφαλίζουν ότι δεν θα επηρεασθεί αρνητικά η τήρηση της οδηγίας 98/83.
148. Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/60 έχει την έννοια ότι η διάταξη αυτή, όπως και το άρθρο 7, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας, περιέχει ευρύτερες εμβέλειας υποχρεώσεις από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, ή στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, σημείο i, της ίδιας οδηγίας, οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της διαδικασίας έγκρισης ενός έργου. Ειδικότερα, ένα έργο μπορεί να εγκρίνεται μόνον εφόσον περιλαμβάνει δέσμη αναγκαίων μέτρων τα οποία διασφαλίζουν ότι δεν θα επηρεασθεί αρνητικά τήρηση της οδηγίας 98/83.
IV. Πρόταση
149. Προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Verwaltungsgericht Cottbus (διοικητικού πρωτοδικείου Cottbus, Γερμανία) ως εξής:
Πρώτο προδικαστικό ερώτημα
Το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων, έχει την έννοια ότι τα νομικά πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, με την παραγωγή και την επεξεργασία καθαρισμού πόσιμου ύδατος (ή τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η εν λόγω παραγωγή και επεξεργασία καθαρισμού) έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν από την αρμόδια αρχή, η οποία είναι υπεύθυνη για την έγκριση έργου που ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά το απαιτούμενο από την οδηγία 98/83 του Συμβουλίου, της 3ης Νοεμβρίου 1998, σχετικά με την ποιότητα του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, επίπεδο καθαρισμού του πόσιμου ύδατος, να τηρήσει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60. Εφόσον απαιτείται, τα εν λόγω νομικά πρόσωπα μπορούν, για τον σκοπό αυτόν, να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου.
Δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
Το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 περιλαμβάνει απαγόρευση υποβάθμισης της ποιότητας των υδάτων στο μέτρο που η έγκριση ενός επιμέρους έργου το οποίο ενδέχεται να επιφέρει τέτοια υποβάθμιση εμποδίζει τα κράτη μέλη να τηρήσουν την υποχρέωση μείωσης του επιπέδου επεξεργασίας καθαρισμού που απαιτείται κατά την παραγωγή πόσιμου ύδατος. Στα μέτρα προσήκουσας προστασίας καταλέγεται η δεσμευτική υποχρέωση των κρατών μελών να αξιολογούν εκ των προτέρων τα επιμέρους έργα που ενδέχεται να έχουν αρνητικές συνέπειες στην ποιότητα των προσδιορισμένων υδατικών συστημάτων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πόσιμου ύδατος, ανεξάρτητα από το είδος των υδάτων που περιλαμβάνονται στα εν λόγω συστήματα. Η υποχρέωση αυτή ισχύει ανεξάρτητα από το αν το εν λόγω υδατικό σύστημα βρίσκεται εντός ή εκτός ζωνών ασφαλείας κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2000/60.
Τρίτο και τέταρτο προδικαστικό ερώτημα
Υποβάθμιση της ποιότητας των υδάτων κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 επέρχεται όταν ένα έργο ενδέχεται να υπερβεί τις παραμέτρους που καθορίζονται στο πλαίσιο της οδηγίας 98/83. Ωστόσο, όταν πρόκειται για ρύπο που μνημονεύεται στο μέρος Γ του παραρτήματος Ι της οδηγίας 98/83, η εν λόγω υπέρβαση δεν συνιστά υποβάθμιση αποκλειστικά και μόνο με γνώμονα το καθορισμένο επίπεδο ενός ρύπου όπως των θειικών. Στις περιπτώσεις αυτές, για να στοιχειοθετηθεί υποβάθμιση της ποιότητας των υδάτων σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, θα πρέπει να ελλοχεύει κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία και, κατά συνέπεια, για να αποφευχθεί ο κίνδυνος αυτός, θα πρέπει να υπάρχει ανάγκη αναπροσαρμογής της διαδικασίας καθαρισμού.
Στην περίπτωση ρύπου ως προς τον οποίο υπάρχουν αμφιβολίες όσον αφορά τις αρνητικές συνέπειές του στην ανθρώπινη υγεία, η καθορισμένη παραμετρική τιμή, όπως αυτή που έχει καθοριστεί για τα θειικά, μπορεί να χρησιμεύσει ως δείκτης στο πλαίσιο της προληπτικής αξιολόγησης με σκοπό τον εντοπισμό των κινδύνων υποβάθμισης της ποιότητας των υδάτων βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60.
Πέμπτο, έκτο και έβδομο προδικαστικό ερώτημα
Το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60 έχει την έννοια ότι η αρμόδια αρχή οφείλει να ελέγχει, στο πλαίσιο της διαδικασίας έγκρισης σχεδίου –και, ως εκ τούτου, πριν από την τελική έκδοση της εγκριτικής απόφασης–, κατά πόσον το επίμαχο έργο ενδέχεται να έχει αρνητικές συνέπειες όσον αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στην εν λόγω διάταξη. Η διενέργεια τέτοιου ελέγχου μόνο μετά τη χορήγηση της εν λόγω έγκρισης αντιβαίνει στο άρθρο 7, παράγραφος 3.
Όγδοο και ένατο προδικαστικό ερώτημα
Μετά την παραλαβή της αξιολόγησης δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, η αρμόδια αρχή υποχρεούται να προβαίνει σε στάθμιση συμφερόντων με βάση το κριτήριο του άρθρου 4, παράγραφος 7, της εν λόγω οδηγίας, προκειμένου να αποφασίζει αν θα εγκρίνει ή όχι το έργο, εφόσον πρόκειται για περίπτωση που αφορά την κατάσταση των υδατικών συστημάτων που επηρεάζονται από το έργο.
Για τα άλλα έργα που επηρεάζουν την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/60, αλλά δεν επηρεάζουν την κατάσταση των υδατικών συστημάτων, η αρχή αυτή οφείλει να προβαίνει στην εν λόγω στάθμιση συμφερόντων υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, προκειμένου να διαπιστώσει αν η προβλεπόμενη στο άρθρο 7, παράγραφος 3, απαγόρευση της υποβάθμισης της ποιότητας των υδάτων μπορεί να παρακαμφθεί από τον επιδιωκόμενο με το έργο σκοπό. Τούτο θα είναι δυνατόν μόνο βραχυπρόθεσμα –υπό την προϋπόθεση ότι μακροπρόθεσμα θα αποκατασταθεί η συμμόρφωση με το άρθρο 7, παράγραφος 3– και εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: i) η ένταση της απαιτούμενης επεξεργασίας καθαρισμού είναι χαμηλή και θα μειωθεί βαθμιαία, ii) το έργο είναι ιδιαιτέρως σημαντικό και απηχεί λόγους επιτακτικού δημόσιου συμφέροντος, iii) έχουν ληφθεί όλα τα αναγκαία μέτρα για τη βαθμιαία άμβλυνση των αρνητικών συνεπειών όσον αφορά την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 7, παράγραφος 3, και iv) το έργο δεν προκαλεί στο κράτος μέλος σοβαρές δυσχέρειες όσον αφορά την διασφάλιση της παροχής πόσιμου ύδατος το οποίο θα πληροί τις απαιτήσεις της οδηγίας 98/83.
Δέκατο προδικαστικό ερώτημα
Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/60 έχει την έννοια ότι η διάταξη αυτή, όπως και το άρθρο 7, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας, περιέχει ευρύτερες εμβέλειας υποχρεώσεις από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, ή στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, σημείο i, της ίδιας οδηγίας, οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της διαδικασίας έγκρισης ενός έργου. Ειδικότερα, ένα έργο μπορεί να εγκρίνεται μόνον εφόσον περιλαμβάνει δέσμη αναγκαίων μέτρων τα οποία διασφαλίζουν ότι δεν θα επηρεασθεί αρνητικά τήρηση της οδηγίας 98/83.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (ΕΕ 2000, L 327, σ. 1).
3 Βλ.: https://lbgr.brandenburg.de/sixcms/media.php/9/PFB_Endfassung%20schwarz%20gez.pdf.
4 Οδηγία του Συμβουλίου, της 3ης Νοεμβρίου 1998, σχετικά με την ποιότητα του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης (ΕΕ 1998, L 330, σ. 32).
5 Απόφαση Land Nordrhein-Westfalen (σκέψεις 121 και 123 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
6 Πρβλ. απόφαση Land Nordrhein-Westfalen (σκέψη 125 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
7 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Wasserleitungsverband Nördliches Burgenland κ.λπ. (C-197/18, EU:C:2019:824, σκέψεις 40 και 42).
8 Η σαφής αυτή σύνδεση έχει επισημανθεί στη θεωρία. Βλ., για παράδειγμα, Dolan, T., Water Framework Directive Article 7, the Drinking Water Directive and European Pesticide Regulation: Impacts on Diffuse Pesticide Pollution, Potable Water Decision Making and Catchment Management Strategy, Cranfield University, 2013.
9 Βλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Wasserleitungsverband Nördliches Burgenland κ.λπ. (C-197/18, EU:C:2019:824, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
10 Βλ. απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (C-32/05, EU:C:2006:749, σκέψη 75).
11 «Guidance on groundwater in drinking water protected areas, Common Implementation Strategy for the Water Framework Directive (2000/60/EC), […]», διαθέσιμο στην ακόλουθη διεύθυνση: https://circabc.europa.eu/sd/a/aef48d98-7715-4828-a7ee-df82a6df4afb/Guidance%20No%2016%20-%20Groundwater%20in%20DWPAs.pdf.
12 Faßbender, K., Gemeinschaftsrechtliche Anforderungen an die normative Umsetzung der neuen EG-Wasserrahmenrichtlinie (Απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου για την κανονιστική μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της νέας οδηγίας-πλαισίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για τα ύδατα), Neue Zeitschrift für Verwaltungsrecht, τόμος 3, 2001, σ. 245 επ.
13 Βλ., συναφώς, απόφαση Land Nordrhein-Westfalen, σκέψη 70, στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο στηρίχθηκε ιδίως στο γεγονός ότι οι σκοποί της οδηγίας 2000/60 όσον αφορά τα επιφανειακά και τα υπόγεια ύδατα είναι παρόμοιοι.
14 Βλ., επίσης, διάταξη της 1ης Ιουνίου 2021 (σκέψη 11).
15 Βλ. Dolan, T., όπ.π., σ. 108.
16 Βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στις υποθέσεις ΕΤΕ κατά ClientEarth και Επιτροπή κατά ΕΤΕ (C‑212/21 P και C‑223/21 P, EU:C:2022:1003, σημείο 110).
17 Rumm, P., von Keitz, S., και Schmalholz, M. (επιμ.), Handbuch der EU-Wasserrahmenrichtlinie [εγχειρίδιο για την οδηγία 2000/60], Erich Schmidt Verlag, Βερολίνο, 2006, σ. 432.
18 Βλ., επίσης, έγγραφο καθοδήγησης της Επιτροπής αριθ. 18 «Guidance on groundwater status and trend assessment», ενότητα «4.4.6 Test: Meet the requirements of WFD 2000/60 Article 7(3) – Drinking Water Protected Areas», διαθέσιμο στη διεύθυνση https://op.europa.eu/en/publication-detail/-/publication/76543005-ce9e-4b3c-9191-3c3f97b90ab1.
19 Απόφαση Bund für Umwelt und Naturschutz Deutschland (σκέψεις 55 και 61).
20 Zak, D., Hupfer, M., Cabezas, A., Jurasinski, G., Audet, J., Kleeberg, A., McInnes, R., Munch Kristiansen, S., Jes Petersen, R., Liu, H., και Goldhammer, T., Sulphate in freshwater ecosystems: A review of sources, biogeochemical cycles, ecotoxicological effects and bioremediation, Earth-Science Reviews, τόμος 212, 103446, 2021. Βλ. σημεία 107 επ. των παρουσών προτάσεων.
21 Βλ. διάταξη της 1ης Ιουνίου 2021 (σκέψη 13).
22 Zak, D. κ.λπ., όπ.π., σ. 1.
23 https://www.leibniz-gemeinschaft.de/en/about-us/whats-new/news/forschungsnachrichten-single/newsdetails/sulphate-in-water-bodies.
24 Βλ. Grünewald, U., «Water resources management in river catchments influenced by lignite mining», Ecological. Engineering, τόμος 17, 2001, σ. 143 έως 152, και Graupner, B.J., Koch, C., και Prommer, H., «Prediction of diffuse sulfate emissions from a former mining district and associated groundwater discharges to surface waters», Journal of Hydrology, τόμος 513, 2014, σ. 169 έως 178. https://doi.org/10.1016/j.jhydrol.2014.03.045.
25 Zak, D. κ.λπ., όπ.π., σ. 2, 7 και 13 (η υπογράμμιση δική μου).
26 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με την ποιότητα του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης (αναδιατύπωση) (ΕΕ 2020, L 435, σ. 1).
27 Απόφαση Land Nordrhein-Westfalen (σκέψη 76, η υπογράμμιση δική μου). Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Hogan στην υπόθεση Land Nordrhein-Westfalen (C‑535/18, EU:C:2019:957, σημείο 45), στις οποίες μνημονεύεται η αρχή της προφύλαξης. Θα ήθελα να συμπληρώσω ότι είναι σκόπιμο να αναφερθεί και η αρχή της προληπτικής δράσης στο πλαίσιο αυτό. Συγκεκριμένα, αμφότερες οι αρχές αυτές μνημονεύονται στην αιτιολογική σκέψη 11 της οδηγίας 2000/60.
28 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 7ης Ιουλίου 2022, PH (Περιφερειακή απαγόρευση της καλλιέργειας ΓΤΟ) (C-24/21, EU:C:2022:526, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
29 Απόφαση της 28ης Μαρτίου 2020, ECO-WIND Construction (C-727/17, EU:C:2019:393, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
30 Απόφαση Bund für Umwelt und Naturschutz Deutschland (σημείο 1 του διατακτικού).