ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

LAILA MEDINA

της 22ας Ιουνίου 2023 ( 1 )

Υπόθεση C‑588/21 P

Public.Resource.Org, Inc.,

Right to Know CLG

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Αίτηση αναιρέσεως – Πρόσβαση στα έγγραφα θεσμικών οργάνων – Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 – Εναρμονισμένα πρότυπα – Τέσσερα εναρμονισμένα πρότυπα που εκδόθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης – Άρνηση πρόσβασης – Εξαίρεση σχετική με την προστασία των εμπορικών συμφερόντων τρίτου – Προστασία που απορρέει από το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας – Κράτος δικαίου»

1.

Με την αίτησή τους αναιρέσεως, οι Public.Resource.Org, Inc. και Right to Know CLG (στο εξής από κοινού: αναιρεσείουσες), οργανώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα των οποίων πρωταρχικός σκοπός είναι η προαγωγή της ελεύθερης πρόσβασης όλων των πολιτών στο δίκαιο, ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 2021, Public.Resource.Org και Right to Know κατά Επιτροπής (T‑185/19, EU:T:2021:445) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση). Με την εν λόγω απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμη η προσφυγή τους με την οποία ζητούσαν την ακύρωση της αποφάσεως C(2019) 639 final της Επιτροπής, της 22ας Ιανουαρίου 2019, με την οποία απορρίφθηκε η χορήγηση πρόσβασης σε τέσσερα εναρμονισμένα τεχνικά πρότυπα (στο εξής: ΕΤΠ) που ενέκρινε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (στο εξής: CEN) (στο εξής: επίμαχη απόφαση). Η υπό κρίση υπόθεση δίνει στο τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου την ευκαιρία να αποφανθεί για πρώτη φορά επί του ζητήματος αν τα ΕΤΠ –τα οποία το Δικαστήριο έχει ήδη αναγνωρίσει ότι αποτελούν τμήμα του δικαίου της Ένωσης και ότι παράγουν έννομα αποτελέσματα– μπορούν να προστατευθούν βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας· επίσης, αν το κράτος δικαίου, καθώς και η αρχή της διαφάνειας και το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα, που κατοχυρώνονται στο άρθρο 15 ΣΛΕΕ, επιτάσσουν η εν λόγω πρόσβαση στα ΕΤΠ να είναι άνευ όρων και δωρεάν.

I. Το ιστορικό της διαφοράς

2.

Οι αναιρεσείουσες ζήτησαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 ( 2 ) και του κανονισμού (ΕΚ) 1367/2006 ( 3 ), να τους χορηγηθεί πρόσβαση σε έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της Επιτροπής (στο εξής: αίτηση πρόσβασης). Η αίτηση πρόσβασης αφορούσε τέσσερα ΕΤΠ που εγκρίθηκαν από τη CEN, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 1025/2012 ( 4 ), ήτοι τα πρότυπα: i) «Ασφάλεια παιχνιδιών – Μέρος 5: Χημικά παιχνίδια (συλλογές) πλην συλλογών πειραμάτων χημείας»· ii) «Ασφάλεια παιχνιδιών – Μέρος 4: Συλλογές χημικών πειραμάτων και συναφών δραστηριοτήτων»· iii) «Ασφάλεια παιχνιδιών – Μέρος 12: Ν-νιτροζαμίνες και Ν-νιτροζώσιμες ουσίες»· και iv) «Μέθοδος για την προσομοίωση φθοράς και διάβρωσης για την ανίχνευση της απελευθέρωσης νικελίου από επικαλυμμένα αντικείμενα» (στο εξής: επίδικα ΕΤΠ). Τα ΕΤΠ i) έως iii) αφορούν την οδηγία 2009/48/ΕΚ ( 5 ) (στο εξής: οδηγία για την ασφάλεια των παιχνιδιών) και το ΕΤΠ iv) τον κανονισμό (ΕΚ) 1907/2006 ( 6 ).

3.

Με επιστολή της 15ης Νοεμβρίου 2018, η Επιτροπή, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, απέρριψε την αίτηση πρόσβασης. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση επιβεβαιώθηκε εν συνεχεία από την Επιτροπή με την από 22 Ιανουαρίου 2019 απόφασή της (στο εξής: επιβεβαιωτική απόφαση).

4.

Ο κανονισμός 1025/2012 συνεχίζει την προσέγγιση του «κανονισμού νέας προσέγγισης» της τεχνικής φύσεως εναρμονίσεως της πολιτικής προτύπων που αναπτύχθηκε το 1985, η οποία περιορίζει το περιεχόμενο της νομοθεσίας στις «βασικές απαιτήσεις», αφήνοντας τις τεχνικές λεπτομέρειες στα ΕΤΠ. Ορίζει επισήμως μόνον τρεις ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης (ΕΟΤ) για τους σκοπούς της έκδοσης ΕΤΠ: τη CEN (η οποία είναι αρμόδια για την τυποποίηση στους περισσότερους τομείς)· την Comité européen de normalisation électrotechnique (CENELEC, Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ηλεκτροτεχνικής Τυποποίησης), η οποία είναι αρμόδια για την τυποποίηση στον τομέα της ηλεκτρολογίας· και το European Telecommunications Standards Institute (Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τηλεπικοινωνιακών Προτύπων, ETSI) το οποίο είναι αρμόδιο για την τυποποίηση στον τομέα των πληροφοριών και των επικοινωνιών.

II. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

5.

Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 28 Μαρτίου 2019, οι αναιρεσείουσες άσκησαν προσφυγή ζητώντας την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως. Κατ’ ουσίαν, με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως οι αναιρεσείουσες προέβαλαν ότι η Επιτροπή ερμήνευσε και/ή εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001· και με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως προέβαλαν ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 4, παράγραφος 2, τελευταία περίοδος, του κανονισμού 1049/2001. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε αμφότερους τους λόγους και απέρριψε την προσφυγή.

III. Εκτίμηση

Α. Πρώτος λόγος αναιρέσεως – Σφάλμα εκτιμήσεως ως προς την εφαρμογή της εξαίρεσης του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001

1.   Πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως – το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, εκτιμώντας εσφαλμένως την απορρέουσα από το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας προστασία των επίδικων ΕΤΠ

α)   Πρώτη αιτίαση: τα ΕΤΠ δεν μπορούν να προστατευθούν από το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας διότι αποτελούν τμήμα του δικαίου της Ένωσης

6.

Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι η πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο συνίσταται στο ότι το εν λόγω δικαστήριο δεν αναγνώρισε ότι τα επίδικα ΕΤΠ δεν μπορούν να προστατευθούν από το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας, διότι αποτελούν τμήμα του δικαίου της Ένωσης και το κράτος δικαίου επιτάσσει ελεύθερη πρόσβαση στη νομοθεσία. Η Επιτροπή και οι παρεμβαίνοντες (ήτοι η CEN και οι λοιποί 14 παρεμβαίνοντες στον πρώτο βαθμό) υποστηρίζουν ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, προβάλλοντας κατ’ ουσίαν ότι το σύστημα τυποποίησης της Ένωσης βασίζεται στην αναγνώριση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των ΕΟΤ επί των ΕΤΠ.

1) Εισαγωγή

7.

Είναι σκόπιμο να ξεκινήσω τις παρούσες προτάσεις με μια επισκόπηση των αποφάσεων του Δικαστηρίου Fra.bo, James Elliott και Stichting ( 7 ), καθότι οι εν λόγω αποφάσεις συνθέτουν το υπόβαθρο της υπό κρίση υποθέσεως.

8.

Πρώτον, με την απόφαση Fra.bo (σκέψεις 27 έως 32), το Δικαστήριο αναγνώρισε κατ’ ουσίαν ότι, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για φορείς ιδιωτικού δικαίου, οι εθνικοί οργανισμοί τυποποίησης και πιστοποίησης μπορούν να ασκούν δημόσιες εξουσίες και ότι, μολονότι τα εθνικά τεχνικά πρότυπα είναι de jure προαιρετικά, de facto μπορούν να παράγουν υποχρεωτικά αποτελέσματα. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι άλλα μέσα συμμόρφωσης με το παράγωγο δίκαιο της Ένωσης θα ήταν πιο δαπανηρά για τους παραγωγούς, λαμβανομένου υπόψη, αφενός, ότι θα έπρεπε να επενδύσουν στην εξεύρεση μεθόδων που μπορούν να εγγυηθούν τουλάχιστον ισοδύναμο επίπεδο προστασίας με εκείνο των εν λόγω προτύπων καθώς και, αφετέρου, ότι οποιαδήποτε άλλη μέθοδος συμμόρφωσης με τις βασικές απαιτήσεις του παράγωγου δικαίου δεν δημιουργεί τεκμήριο συμμόρφωσης με τις εν λόγω απαιτήσεις. Το Δικαστήριο, αναγνωρίζοντας τον ενδεχόμενο de facto υποχρεωτικό χαρακτήρα ενός τεχνικού προτύπου (σκέψη 30), αποφάνθηκε ότι «[το άρθρο 34 ΣΛΕΕ] έχει την έννοια ότι τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση δραστηριοτήτων τυποποιήσεως και πιστοποιήσεως ενός ιδιωτικού οργανισμού, όταν εθνική ρύθμιση ορίζει ότι τα προϊόντα που έχουν πιστοποιηθεί από τον οργανισμό αυτό συνάδουν προς την εθνική νομοθεσία, και τούτο έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της εμπορίας προϊόντων που δεν έχουν πιστοποιηθεί από τον εν λόγω οργανισμό» (σκέψη 32).

9.

Δεύτερον, το Δικαστήριο έκρινε στη βασική για το επίμαχο ζήτημα απόφαση James Elliott (σκέψη 40) ότι, λόγω των έννομων αποτελεσμάτων τους, τα ΕΤΠ αποτελούν τμήμα του δικαίου της Ένωσης. Αποφάνθηκε ότι «[ΕΤΠ] όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, το οποίο εκδόθηκε βάσει [οδηγίας] και τα στοιχεία του οποίου δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελεί τμήμα του δικαίου της Ένωσης, εφόσον με αναφορά στις διατάξεις ενός τέτοιου προτύπου καθορίζεται κατά πόσον εφαρμόζεται σε συγκεκριμένο προϊόν το τεκμήριο [συμμόρφωσης] που θεσπίζει [η εν λόγω οδηγία]». Επιπλέον, κατά τη σκέψη 42 της ίδιας αποφάσεως, «[η] συμφωνία ενός προϊόντος του τομέα των δομικών κατασκευών προς τις βασικές απαιτήσεις [της εν λόγω οδηγίας] μπορεί, βεβαίως, να πιστοποιηθεί, εφόσον παραστεί ανάγκη, με άλλα μέσα πέραν της αποδείξεως της συμμορφώσεως προς [ΕΤΠ], το γεγονός όμως αυτό δεν μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω την ύπαρξη των εννόμων συνεπειών που συνδέονται με το [ΕΤΠ]» (η υπογράμμιση δική μου). Τέλος, κατά τη σκέψη 43 της αποφάσεως James Elliott, «[π]ρέπει, εξάλλου, να επισημανθεί ότι, καίτοι η επεξεργασία ενός τέτοιου [ΕΤΠ] έχει βεβαίως ανατεθεί σε οργανισμό ιδιωτικού δικαίου, εντούτοις αποτελεί απαραίτητο και υπαγόμενο σε αυστηρούς όρους μέτρο εφαρμογής των βασικών απαιτήσεων που ορίζει η εν λόγω οδηγία, το οποίο υλοποιείται με πρωτοβουλία και υπό τη διεύθυνση και τον έλεγχο της Επιτροπής και για την επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων του απαιτείται η προηγούμενη δημοσίευση των στοιχείων του εκ μέρους της Επιτροπής στην [Επίσημη Εφημερίδα], σειρά C» (η υπογράμμιση δική μου). Στην πραγματικότητα, από το 2018, πρόκειται για τη σειρά L (για τη νομοθεσία) και όχι για τη σειρά C (πληροφορίες και ανακοινώσεις), γεγονός που επιβεβαιώνει τη διαπίστωση ότι οι ΕΤΠ αποτελούν τμήμα του δικαίου της Ένωσης.

10.

Τρίτον, με την απόφαση Stichting (σκέψεις 33 έως 49), το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου έκρινε ότι τα πρότυπα [στην εν λόγω απόφαση, τα πρότυπα του Διεθνούς Οργανισμού Τυποποιήσεως (ISO)] μπορούν να καταστούν υποχρεωτικά. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε, κατ’ ουσίαν, ότι δεν ήταν απαραίτητο να περιέχονται λεπτομέρειες τεχνικής φύσεως στη νομοθεσία και, κατά συνέπεια, το γεγονός ότι η οδηγία παρέπεμπε απλώς σε πρότυπο ISO (αλλά χωρίς παράθεση του πλήρους κειμένου του) δεν επηρέαζε το κύρος της οδηγίας αυτής. Ωστόσο, στη σκέψη 48, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι «σύμφωνα με την αρχή της ασφάλειας δικαίου […] τεχνικά πρότυπα θεσπισθέντα από οργανισμό τυποποιήσεως, όπως είναι ο ISO, τα οποία κατέστησαν υποχρεωτικά με νομοθετική πράξη της Ένωσης, μπορούν να αντιταχθούν στους ιδιώτες εν γένει μόνον αν έχουν τα ίδια δημοσιευθεί στην [Επίσημη Εφημερίδα]».

11.

Όπως θα εξηγήσω στις παρούσες προτάσεις, οι ως άνω αποφάσεις, ερμηνευόμενες συνδυαστικά, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι τα ΕΤΠ επιβάλλουν ορισμένες υποχρεώσεις και ότι το ευρύ κοινό μπορεί να επικαλεσθεί τα έννομα αποτελέσματά τους, παρέχουν τη βάση επί της οποίας θα στηριχθεί το Δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί σχετικά με τις κατάλληλες προϋποθέσεις πρόσβασης στα ΕΤΠ. Ταυτόχρονα, πρέπει να επισημανθεί ότι η εν λόγω ανάλυση δεν ισχύει κατ’ ανάγκη και για άλλα είδη προτύπων που εκπονούν οι ΕΟΤ.

12.

Περαιτέρω, πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι ένα από τα τέσσερα επίδικα ΕΤΠ –ήτοι το πρότυπο (iv) στο σημείο 2 των παρουσών προτάσεων– είναι, στην πραγματικότητα, σαφώς υποχρεωτικό, όπως αναγνώρισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Τούτο διότι η καταχώριση 27 του παραρτήματος XVII του κανονισμού 1907/2006 ορίζει, σε σχέση με το νικέλιο, ότι «τα πρότυπα που έχει εγκρίνει η […] [CEN] πρέπει να χρησιμοποιούνται ως μέθοδοι δοκιμασίας για να αποδεικνύεται η συμμόρφωση των προϊόντων με τις παραγράφους 1 και 2» (η υπογράμμιση δική μου). Επομένως, πρόκειται για κατάσταση αντίστοιχη με αυτή της αποφάσεως Stichting (σκέψη 30), όπου το επίμαχο πρότυπο στην εν λόγω υπόθεση ήταν επίσης υποχρεωτικό όπως προκύπτει από τη χρήση της ίδιας διατυπώσεως στη νομοθεσία της Ένωσης (χρήση του ενεστώτα με επιτακτικό χαρακτήρα «shall»).

13.

Όσον αφορά τα υπόλοιπα τρία επίμαχα στην υπό κρίση υπόθεση ΕΤΠ, η οδηγία για την ασφάλεια των παιχνιδιών διαλαμβάνει στην αιτιολογική σκέψη 2 ότι «[η] οδηγία 88/378/ΕΟΚ [ ( 8 )] […] [ορίζει] μόνο τις βασικές απαιτήσεις ασφαλείας όσον αφορά τα παιχνίδια […]. Οι τεχνικές λεπτομέρειες εγκρίνονται από... τη [CEN] […] και […] τη [Cenelec], σύμφωνα με την οδηγία 98/34/ΕΚ [ ( 9 )] […] Η συμμόρφωση με τα κατ’ αυτόν τον τρόπο καθοριζόμενα [ΕΤΠ], ο αριθμός αναφοράς των οποίων δημοσιεύεται στην [Επίσημη Εφημερίδα], συνιστά τεκμήριο συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις της οδηγίας 88/378/ΕΟΚ. Η πείρα έδειξε ότι αυτές οι βασικές αρχές έχουν λειτουργήσει ικανοποιητικά στον τομέα των παιχνιδιών και θα πρέπει να διατηρηθούν».

14.

Τα ΕΤΠ δύσκολα μπορούν να ενταχθούν σε οποιαδήποτε προϋπάρχουσα κατηγορία του δικαίου της Ένωσης, οπότε απαιτείται πολύ ενδελεχής ανάλυση για να διαπιστωθεί αν θα πρέπει να υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση (άνευ όρων και δωρεάν) σε ΕΤΠ ή/και αν αυτά μπορούν να προστατευθούν βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας. Μολονότι το Δικαστήριο έχει ήδη αναγνωρίσει ότι τα ΕΤΠ παράγουν έννομα αποτελέσματα, αποτελούν τμήμα του δικαίου της Ένωσης και είναι ενδεχομένως υποχρεωτικά, εντούτοις δεν έχει ακόμη ασχοληθεί με την ακριβή φύση τους. Ο κύριος λόγος που προβάλλουν οι αναιρεσείουσες είναι ότι τα ΕΤΠ δεν μπορούν να προστατεύονται βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι αποτελούν τμήμα του δικαίου της Ένωσης και το κράτος δικαίου επιτάσσει την ελεύθερη πρόσβαση στο δίκαιο. Επομένως, για να εκτιμηθεί κατά πόσον ο λόγος αυτός μπορεί να γίνει δεκτός, πρέπει να αναλυθούν τα συστατικά στοιχεία των ΕΤΠ, όπως ποιο θεσμικό όργανο ή οντότητα εκδίδει τα ΕΤΠ ως πράξεις του δικαίου της Ένωσης, με ποια νομική βάση και με ποια διαδικασία εκδίδονται τα ΕΤΠ, ποια ακριβώς είναι τα έννομα αποτελέσματα των ΕΤΠ, καθώς και ποια είναι η φύση των εν λόγω πράξεων.

15.

Πράγματι, είναι αναγκαίο να εξεταστεί κατά πόσον τα ΕΤΠ έχουν εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου κατά τρόπο ώστε να αποτελούν sui generis νομικές πράξεις της Ένωσης (πράξεις καθορισμού προτύπων της Ένωσης), στον βαθμό που αποτελούν αυστηρά ρυθμιζόμενα μέτρα για την εφαρμογή του παράγωγου δικαίου της Ένωσης. Επί παραδείγματι, το Δικαστήριο αναγνώρισε στην «απόφαση Short Selling» ( 10 ) ότι τα άρθρα 290 και 291 ΣΛΕΕ δεν θεσπίζουν ένα κλειστό σύστημα εφαρμογής και ότι είναι δυνατόν να υιοθετηθούν και άλλες ρυθμίσεις προκειμένου να καθορισθούν οι λεπτομέρειες μιας νομοθετικής πράξης. Ως εκ τούτου, καλώ το Δικαστήριο να αδράξει αυτή την ευκαιρία και να παράσχει την αναγκαία σαφήνεια σχετικά με την πραγματική νομική φύση και τη θέση των ΕΤΠ στην έννομη τάξη της Ένωσης.

2) Η φύση των ΕΤΠ ως νομικής πράξης της Ένωσης

i) Το θεσμικό όργανο ή η οντότητα που εκδίδει ΕΤΠ

16.

Η κύρια θέση που διατυπώνω με τις παρούσες προτάσεις είναι ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι τα ΕΤΠ αποτελούν πράξεις των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πράγματι, η Επιτροπή διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στο σύστημα τυποποίησης της Ένωσης, όπως έχει θεσπιστεί από τον νομοθέτη της Ένωσης. Εκτιμώ (όπως και ο γενικός εισαγγελέας Μ. Campos Sánchez-Bordona στην υπόθεση James Elliott ( 11 )) ότι «για τους σκοπούς του άρθρου 267 ΣΛΕΕ [τα ΕΤΠ] θα πρέπει να θεωρηθούν ως “πράξεις θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης”» και, όπως θα διευκρινίσω κατωτέρω, επίσης για τους σκοπούς του δικαίου της Ένωσης γενικά και της πρόσβασης στο δίκαιο της Ένωσης ειδικότερα.

17.

Πράγματι, όπως διευκρινίζεται στις προτάσεις στην υπόθεση James Elliot, υπάρχει πληθώρα επιχειρημάτων που συνηγορούν υπέρ του εν λόγω συμπεράσματος: α) η χρήση των οδηγιών ή ρυθμίσεων της νέας προσέγγισης δεν μπορεί να θίγει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου· β) η Επιτροπή ασκεί σημαντικό έλεγχο επί της διαδικασίας κατάρτισης των ΕΤΠ από τους ΕΟΤ· και γ) η λειτουργία των τριών ΕΟΤ (ως των μοναδικών οργανισμών τυποποίησης της Ένωσης) εξαρτάται από τη δράση της τελευταίας. Κατά συνέπεια, θα αποδείξω ότι η Επιτροπή πρέπει να θεωρηθεί ως το θεσμικό όργανο που εκδίδει ΕΤΠ (δεδομένου ότι οι ΕΟΤ, στην πραγματικότητα, αποτελούν απλώς προπαρασκευαστικά όργανα με περιορισμένη διακριτική ευχέρεια) ή, εν πάση περιπτώσει, ως το θεσμικό όργανο που είναι υπεύθυνο για την έκδοση ΕΤΠ από κοινού με τους ΕΟΤ.

18.

Είναι αλήθεια ότι, κατόπιν των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Campos Sánchez-Bordona, το τρίτο τμήμα του Δικαστηρίου υπενθύμισε στην υπόθεση James Elliot ότι, «κατά τη νομολογία, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ερμηνεύει πράξεις οι οποίες, καίτοι έχουν εκδοθεί από όργανα που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως “θεσμικά ή λοιπά όργανα ή οργανισμοί της Ένωσης”, εντούτοις έχουν τη φύση μέτρων εκτελέσεως ή εφαρμογής πράξης του δικαίου της Ένωσης» (σκέψη 34).

19.

Ωστόσο, όπως ορθώς επισημαίνεται στο πλαίσιο της νομικής θεωρίας, η απόφαση του Δικαστηρίου στην εν λόγω υπόθεση δεν αποκλείει την ερμηνεία των παρουσών προτάσεων, καθόσον το Δικαστήριο «άφησε αναπάντητο το […] ερώτημα αν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι [τα ΕΤΠ] προέρχονται από την Επιτροπή, [ενώ] ο ΕΟΤ [ενεργεί] απλώς ως προπαρασκευαστικό όργανο». Είναι σημαντικό να τονισθεί, στην εν λόγω υπόθεση, ότι δεν ζητήθηκε από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ερωτήματος εάν ο έλεγχος που ασκεί η Επιτροπή αρκεί για να μετατοπιστεί η τελική ευθύνη για τα ΕΤΠ από τους ΕΟΤ στην Επιτροπή και εάν όντως υπήρξε, στην περίπτωση των ΕΤΠ, εκχώρηση ορισμένων εξουσιών από την Επιτροπή στους ΕΟΤ ( 12 ).

20.

Οι προκαταρκτικές μου εκτιμήσεις με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα ΕΤΠ δεν αποτελούν απλά εκτελεστικά μέτρα προερχόμενα από οργανισμό ιδιωτικού δικαίου (ΕΟΤ), αλλά πρέπει –στο πλαίσιο του συστήματος τυποποίησης της Ένωσης που έχει θεσπίσει ο νομοθέτης της Ένωσης– να θεωρείται ότι έχουν εκδοθεί από την Επιτροπή ή, τουλάχιστον, ότι ο εν λόγω οργανισμός είναι υπεύθυνος για την έκδοσή τους από κοινού με τους ΕΟΤ.

21.

Από πρόσφατη ανακοίνωση της Επιτροπής καταδεικνύεται ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο αναγνωρίζει τον δημόσιο χαρακτήρα του έργου που επιτελούν οι ΕΟΤ, δεδομένου ότι η στρατηγική τυποποίησης της Ένωσης «πρέπει να αφορ[ά] […] και τις βασικές δημοκρατικές αξίες και συμφέροντα της ΕΕ, καθώς και τις πράσινες και κοινωνικές αρχές», καθώς τα τεχνικά πρότυπα έχουν μεγάλο στρατηγικό ενδιαφέρον για την Ένωση. Επίσης αναγνωρίζει ότι υπάρχει ανάγκη να μετατοπιστεί ακόμη περισσότερο ο έλεγχος επί των ΕΤΠ από τους ΕΟΤ στην Επιτροπή με την ταυτόχρονη επισήμανση ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι λαμβάνεται υπόψη το δημόσιο συμφέρον, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να καταρτίζει άμεσα –μέσω εφαρμοστικών πράξεων– κοινές προδιαγραφές (τεχνικά έγγραφα εναλλακτικά των ΕΤΠ που καταρτίζονται από τους ΕΟΤ) ( 13 ).

22.

Επιπλέον, οι ως άνω διαπιστώσεις επιβεβαιώνονται και με την ανάλυση της διαδικασίας με την οποία εκδίδονται τα ΕΤΠ.

ii) Η διαδικασία έκδοσης ΕΤΠ

23.

Πρώτον, η έκδοση ενός ΕΤΠ αρχίζει με το αίτημα τυποποίησης (την «εντολή» της Επιτροπής προς τον ΕΟΤ). Αρμόδια να ζητήσει την ανάπτυξη ΕΤΠ στο πλαίσιο της εφαρμογής δεδομένης οδηγίας ή κανονισμού είναι αποκλειστικά η Επιτροπή και όχι κάποιος ΕΟΤ ή άλλος φορέας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή απευθύνεται στον οικείο ΕΟΤ, ο οποίος εν συνεχεία ενεργεί ως προπαρασκευαστικός φορέας στον οποίο έχει ανατεθεί να φέρει εις πέρας την εν λόγω εντολή. Η Επιτροπή επιλέγει σε ποιον ΕΟΤ θα αναθέσει την εκπόνηση του σχεδίου ΕΤΠ, σύμφωνα με αυστηρά κριτήρια όσον αφορά το περιεχόμενό του το οποίο επιλέγει η Επιτροπή και εντός της προθεσμίας που επίσης τίθεται από το εν λόγω θεσμικό όργανο. Η εντολή είναι λεπτομερής και περιλαμβάνει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για τη σύνταξη του ΕΤΠ στο πλαίσιο της στήριξης της εφαρμογής του ειδικού παράγωγου δικαίου της Ένωσης. Επισημαίνω ότι η εντολή περιλαμβάνει τα κριτήρια για την εκπόνηση ενός ΕΤΠ και ότι, κατά κανόνα, τα κριτήρια αυτά είναι ιδιαιτέρως λεπτομερή ( 14 ). Ο ΕΟΤ υποχρεούται να ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με την εξέλιξη της διαδικασίας σύνταξης.

24.

Επισημαίνω συναφώς ότι η εν λόγω εντολή έχει ευρείες συνέπειες, καθώς όχι μόνον παρέχει τις αναγκαίες κατευθύνσεις στους ΕΟΤ κατά τη διαδικασία κατάρτισης ΕΤΠ, αλλά, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Anstar, τα ΕΤΠ πρέπει επίσης να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της εντολής βάσει της οποίας θεσπίστηκαν ( 15 ). Όσον αφορά το περιεχόμενο της εντολής, η Επιτροπή μπορεί να αναθέτει μόνο τεχνικά καθήκοντα και πρέπει να μην προβαίνει σε οποιαδήποτε εκχώρηση πολιτικής διακριτικής ευχέρειας στους ΕΟΤ ( 16 ).

25.

Δεύτερον, μόλις ολοκληρωθεί το σχέδιο ΕΤΠ, ο ΕΟΤ πρέπει να το υποβάλει στην Επιτροπή και, πάλι, το εν λόγω θεσμικό όργανο έχει την αποκλειστική εξουσία να προβεί σε αξιολόγηση της συμμόρφωσης, προκειμένου να επαληθεύσει κατά πόσον το εν λόγω σχέδιο ΕΤΠ συμφωνεί με την αρχική εντολή. Η εν λόγω αξιολόγηση μπορεί να προσλάβει τρεις μορφές, σύμφωνα με τον Οδηγό. Είναι σημαντικό ότι αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της Επιτροπής να κρίνει αν η αξιολόγηση του σχεδίου ΕΤΠ είναι ικανοποιητική. Ο Οδηγός (σ. 9) διαλαμβάνει ότι «οι προδιαγραφές που παραδίδονται από τους ΕΟΤ για την υποστήριξη της νομοθεσίας της Ένωσης ουδέποτε δύνανται να θεωρηθούν αυτοδικαίως ως σύμφωνες με την αρχική εντολή, δεδομένου ότι τούτο αποτελεί πολιτική ευθύνη. Η Επιτροπή, ως η αιτούσα αρχή, θα πρέπει πάντοτε να αξιολογεί τη συμμόρφωση με το αρχικό της αίτημα, σε συνεργασία με τους ΕΟΤ […] πριν αποφασίσει να δημοσιεύσει τα στοιχεία αναφοράς ενός παραδοθέντος προτύπου στην Επίσημη Εφημερίδα».

26.

Τρίτον, το πρότυπο που συντάχθηκε από τον ΕΟΤ υπό τη στενή εποπτεία της Επιτροπής καθίσταται ΕΤΠ μόνον εάν και εφόσον η Επιτροπή δημοσιεύσει αναφορά στο εν λόγω πρότυπο στην Επίσημη Εφημερίδα. Αν η Επιτροπή θεωρήσει ότι το σχέδιο ΕΤΠ δεν είναι επαρκώς συνεπές με την εντολή, ζητεί από τον συγκεκριμένο ΕΟΤ να το τροποποιήσει ή ανακαλεί τη δημοσίευση των στοιχείων αναφοράς του σχεδίου ΕΤΠ ή μέρους του στην Επίσημη Εφημερίδα. Επιπλέον, η διακριτική ευχέρεια των ΕΟΤ περιορίζεται έτι περαιτέρω από την εξουσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των κρατών μελών να προβάλουν ένσταση κατά του σχεδίου ΕΤΠ.

27.

Τέλος, η Επιτροπή όχι μόνον εποπτεύει στενά τη σύνταξη των ΕΤΠ, αλλά επιπλέον παρέχει σημαντική χρηματοδότηση (έως και 35 % του προϋπολογισμού της CEN). Η συνεργασία με την Επιτροπή διέπεται από συμφωνία υπό μορφή ορισμένων γενικών κατευθυντήριων γραμμών οι οποίες ανανεώνονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα και οι οποίες τονίζουν τη σημασία που έχει η τυποποίηση στην ευρωπαϊκή πολιτική και στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών ( 17 ).

28.

Ο κύκλος ζωής της δημιουργίας και της έκδοσης ενός ΕΤΠ αρχίζει και τελειώνει με την Επιτροπή. Μολονότι το σχέδιο προτύπου καταρτίζεται από τον ΕΟΤ, εντούτοις αυτό δεν αποτελεί τμήμα του δικαίου της Ένωσης πριν από τη δημοσίευση της αναφοράς του στην Επίσημη Εφημερίδα από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή είναι εκείνη που μετατρέπει ένα προπαρασκευαστικό έγγραφο σε πράξη η οποία αποτελεί μέρος του δικαίου της Ένωσης.

29.

Πράγματι, όπως αναγνωρίζεται ευρέως στη νομική θεωρία ( 18 ), «η “νέα προσέγγιση” βάσει του δικαίου της Ένωσης συνεπάγεται μια πιο σύνθετη τεχνική. Σύμφωνα με πολλούς σχολιαστές, στην τρέχουσα εκδοχή της, η οποία κατοχυρώνεται στον κανονισμό 1025/2012, προβλέπει εντονότερη “νομική κατοχύρωση (‘juridification’)”, ώστε τα θεσμικά όργανα της Ένωσης να μην μπορούν να αρνηθούν τον έλεγχό τους επί του περιεχομένου των [ΕΤΠ]» ( 19 ).

30.

Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας Campos Sánchez-Bordona, «[τ]όσο η δυνατότητα προβολής επίσημης ενστάσεως από τα κράτη μέλη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όσο και η δράση της Επιτροπής πριν από τη δημοσίευση των [των στοιχείων αναφοράς του ΕΤΠ], καταδεικνύουν ότι πρόκειται για περίπτωση “ελεγχομένης” νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως προς έναν οργανισμό τυποποιήσεως ιδιωτικού δικαίου» (σημείο 55). Εξάλλου, «[ο] ιδιωτικός χαρακτήρας είναι απολύτως εμφανής όταν η CEN καταρτίζει μη εναρμονισμένα ευρωπαϊκά τεχνικά πρότυπα· ωστόσο, όταν η δραστηριότητά της αφορά την εκτέλεση των εντολών που της απευθύνει η Επιτροπή για την κατάρτιση [ΕΤΠ], η CEN υιοθετεί διαφορετικό τρόπο δράσεως» (σημείο 56 των προτάσεων) ( 20 ).

31.

Περαιτέρω, ομοίως με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και τις εκτελεστικές πράξεις, οι εντολές τυποποίησης της Επιτροπής διέπονται επίσης από τον κανονισμό επιτροπολογίας ( 21 ), προκειμένου να παρέχεται παρόμοιο επίπεδο ελέγχου από τα κράτη μέλη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

32.

Στη συνέχεια, είναι σκόπιμο να εξεταστούν τα έννομα αποτελέσματα των ΕΤΠ.

iii) Τα αποτελέσματα των ΕΤΠ

33.

Κατ’ αρχάς, είναι σημαντικό να υπάρξει διάκριση μεταξύ των συνήθων ή μη εναρμονισμένων προτύπων, τα οποία είναι προαιρετικά και δεν παράγουν per se έννομα αποτελέσματα, αφενός, και των ΕΤΠ, αφετέρου. Τα τελευταία αποτελούν ειδική μορφή τεχνικών προτύπων, καθόσον: α) αποτελούν τμήμα του δικαίου της Ένωσης· β) αναφέρονται σε πράξεις αναγκαστικού δικαίου της Ένωσης ή, εν πάση περιπτώσει, αποτελούν αναγκαία μέτρα εφαρμογής αυτών, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, και γ) παράγουν σημαντικά έννομα αποτελέσματα βάσει του δικαίου της Ένωσης, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω. Κατά τον Οδηγό (σ. 8), οι ΕΤΠ «στηρίζουν την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας», αλλά αποτελούν πράγματι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή «βοήθεια». Στην πραγματικότητα είναι απολύτως απαραίτητα για την ορθή εφαρμογή του συναφούς παράγωγου δικαίου της Ένωσης.

34.

Τα εν λόγω αποτελέσματα είναι τα ακόλουθα. Τα ΕΤΠ εκδίδονται βάσει της διαδικασίας που ορίζει ο νομοθέτης της Ένωσης στον κανονισμό 1025/2012 και συνδέονται με το κεντρικής σημασίας τεκμήριο συμμόρφωσης, ήτοι ότι η συμμόρφωση με συγκεκριμένο ΕΤΠ συνεπάγεται συμμόρφωση με τις βασικές απαιτήσεις του αντίστοιχου παράγωγου δικαίου της Ένωσης και με τον τρόπο αυτό εγγυάται την ελεύθερη κυκλοφορία των οικείων αγαθών ή υπηρεσιών εντός της Ένωσης.

35.

Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένης της αναφοράς του εκάστοτε ΕΤΠ στο αντίστοιχο παράγωγο δίκαιο, όπως έχει επισημανθεί στη νομική θεωρία ( 22 ), συνάγεται το συμπέρασμα ότι, μολονότι τα ΕΤΠ είχαν αρχικά εννοηθεί ως προαιρετικός μηχανισμός συμμόρφωσης με τις βασικές απαιτήσεις που ορίζονται στο παράγωγο δίκαιο της Ένωσης, εντούτοις στην πράξη έχει αναγνωριστεί από το Δικαστήριο ότι δυνητικά παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ( 23 ).

36.

Εν στενή εννοία, ο κανονισμός 1025/2012 ορίζει ότι τα ΕΤΠ είναι προαιρετικού χαρακτήρα, στο μέτρο που οι οικονομικοί φορείς διαθέτουν (τουλάχιστον θεωρητικά) εναλλακτικές μέσα για να αποδείξουν τη συμμόρφωση με τις βασικές απαιτήσεις του οικείου παράγωγου δικαίου. Ωστόσο, όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά των ΕΤΠ είναι το έννομο αποτέλεσμα του τεκμηρίου συμμόρφωσης. Τούτο μετατρέπει τα ΕΤΠ σε βασικό εργαλείο, ιδίως, προκειμένου οι οικονομικοί φορείς να επωφελούνται από το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας, διότι, αφ’ ης στιγμής πληρούν τις απαιτήσεις ενός ΕΤΠ, επωφελούνται από το εν λόγω έννομο αποτέλεσμα και τα οικεία αγαθά και υπηρεσίες μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα εντός της αγοράς της Ένωσης.

37.

Με άλλα λόγια, η συμμόρφωση με ΕΤΠ παρέχει στον κατασκευαστή ή τον πάροχο υπηρεσιών το πλεονέκτημα του τεκμηρίου συμμόρφωσης και όσον αφορά την ευθύνη –σε περίπτωση σχετικών προβλημάτων, ατυχημάτων ή δικαστικών διαφορών– ο κατασκευαστής ή ο πάροχος υπηρεσιών μπορεί να επικαλεστεί το εν λόγω τεκμήριο: πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, ο κατασκευαστής ή ο πάροχος υπηρεσιών αρκεί απλώς να αποδείξει ότι συμμορφώθηκε με το οικείο ΕΤΠ, ενώ το βάρος ανατροπής του τεκμηρίου φέρει ο αντίδικος (καταναλωτής ή ανταγωνιστής).

38.

Λόγω των τόσο σημαντικών έννομων αποτελεσμάτων αναφύονται πρακτικές δυσκολίες και ανισορροπία μεταξύ των μερών. Ενώ η συμμόρφωση με τα ΕΤΠ θεμελιώνει μεν το κρίσιμο τεκμήριο συμμόρφωσης, πλην όμως δεν υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση σε αυτά. Τούτο το γεγονός με τη σειρά του δυσχεραίνει, για το μεν ευρύ κοινό τη γνώση των ΕΤΠ, για τους δε οικονομικούς φορείς, καθώς και για το ευρύ κοινό, την εξέταση και τη χρήση στην πράξη πιθανών εναλλακτικών των ΕΤΠ λύσεων, προκειμένου να πληρούν τις βασικές απαιτήσεις που προβλέπονται στο παράγωγο δίκαιο.

39.

Η υπό κρίση υπόθεση είναι παρεμφερής με την υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση Stichting. Στην εν λόγω υπόθεση, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί, με γνώμονα την αρχή της διαφάνειας, επί του κύρους οδηγίας, η οποία ενσωμάτωνε –μέσω αναφοράς– πρότυπο ISO που δεν ήταν ελευθέρως διαθέσιμο. Στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιβάλλει τη δημοσίευση του δικαίου της Ένωσης προκειμένου να μπορεί το δίκαιο αυτό να αποκτήσει ισχύ έναντι φυσικών και νομικών προσώπων. Ωστόσο, η ως άνω απόφαση στηρίζεται στην παραδοχή ότι η εν λόγω οδηγία δεν προέβλεπε κανένα περιορισμό όσον αφορά την πρόσβαση στα έγγραφα βάσει του κανονισμού 1049/2001. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι η ενσωμάτωση των προτύπων ISO στην οδηγία επέβαλε υποχρεώσεις στα νομικά πρόσωπα, διότι μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στα πρότυπα αυτά μέσω των εθνικών οργανισμών τυποποίησης. Ωστόσο, όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε στη σκέψη 48 της εν λόγω αποφάσεως ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιβάλει τεχνικά πρότυπα τα οποία θεσπίστηκαν από οργανισμό τυποποίησης, όπως είναι ο ISO, και κατέστησαν υποχρεωτικά με νομοθετική πράξη της Ένωσης να μπορούν να αντιταχθούν στους ιδιώτες εν γένει μόνον αν έχουν τα ίδια δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα (σε αντιδιαστολή με την πραγματοποίηση απλής αναφοράς). Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, το ευρύ κοινό δύναται να γνωρίζει τις αναγκαίες μεθόδους μέτρησης των εκπομπών των προϊόντων καπνού μόνον αν έχει πρόσβαση στα εν λόγω πρότυπα.

40.

Επί παραδείγματι, στην υπό κρίση υπόθεση, οι βασικές απαιτήσεις για την ασφάλεια των παιχνιδιών του παραρτήματος II της οδηγίας για την ασφάλεια των παιχνιδιών («Ειδικές απαιτήσεις ασφαλείας»), μέρος II («Ευφλεκτότητα»), σημείο 3, αναφέρουν απλώς ότι «τα παιχνίδια, εκτός των καψουλιών επίκρουσης, δεν πρέπει να είναι εκρηκτικά ή να περιέχουν στοιχεία ή ουσίες που ενδέχεται να εκραγούν, όταν χρησιμοποιούνται με τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο». Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι αναιρεσείουσες, ο κατάλογος των ουσιών και η μέγιστη επιτρεπόμενη ποσότητά τους στις χημικές συλλογές, στοιχεία τα οποία ενεργοποιούν το τεκμήριο συμμόρφωσης προς τις βασικές απαιτήσεις, μπορούν να προκύψουν μόνον με τη γνώση του οικείου ΕΤΠ.

41.

Με άλλα λόγια, η οδηγία και οι βασικές απαιτήσεις προβλέπουν απλώς το αποτέλεσμα το οποίο πρέπει να επιτευχθεί, αλλά δεν παρέχουν τα μέσα για την επίτευξή του. Τούτο καταδεικνύει ότι, στην πράξη, είναι αδύνατο ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο να διερευνήσει τη συμμόρφωση προϊόντος με τις βασικές απαιτήσεις χωρίς να έχει πρόσβαση στο οικείο ΕΤΠ.

42.

Όταν ένας κατασκευαστής (ή ένας πάροχος υπηρεσιών) αναλαμβάνει τον κίνδυνο και διαθέτει στην αγορά προϊόν (ή υπηρεσία) που δεν συμμορφώνεται με ΕΤΠ, το αποτέλεσμα είναι ότι το προϊόν και ο κατασκευαστής (ή υπηρεσία και ο πάροχος) δεν απολαύουν του τεκμηρίου συμμόρφωσης με τις βασικές απαιτήσεις του παράγωγου δικαίου της Ένωσης. Τούτο σημαίνει ότι σε περίπτωση δικαστικής διενέξεως, ο κατασκευαστής ή ο πάροχος υπηρεσιών είναι εκείνος που φέρει το βάρος της απόδειξης ότι το προϊόν πράγματι συμμορφωνόταν με το εφαρμοστέο παράγωγο δίκαιο της Ένωσης. Κατά τη γνώμη μου, τούτο εκ των πραγμάτων οδηγεί όλους τους κατασκευαστές ή παρόχους υπηρεσιών να επιδιώκουν να συμμορφώνονται πάντοτε με τα ΕΤΠ, καθότι, σε διαφορετική περίπτωση, ουδείς ορθολογικά σκεπτόμενος κατασκευαστής ή πάροχος υπηρεσιών θα ήταν πρόθυμος να αναλάβει τον τεράστιο εμπορικό κίνδυνο και να φέρει το εν λόγω βάρος.

43.

Με άλλα λόγια, η τήρηση των ΕΤΠ δημιουργεί το τεκμήριο συμμόρφωσης με τις βασικές απαιτήσεις του παράγωγου δικαίου της Ένωσης, όπερ σημαίνει ότι τα ΕΤΠ αναπτύσσουν το ίδιο αποτέλεσμα με έναν κανόνα αναγκαστικού δικαίου για κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο επιδιώκει να αμφισβητήσει το εν λόγω τεκμήριο όσον αφορά συγκεκριμένο προϊόν ή υπηρεσία. Τούτο σημαίνει ότι η συμμόρφωση με τα ΕΤΠ επηρεάζει άμεσα την κατανομή του βάρους αποδείξεως.

44.

Επομένως, υφίστανται έννομα αποτελέσματα, για τους κατασκευαστές και παρόχους υπηρεσιών όσο και για όποιον αμφισβητεί το τεκμήριο, τα οποία συνδέονται με τη συμμόρφωση με ΕΤΠ –ακόμη και όταν το ΕΤΠ (εν προκειμένω, τα επίδικα τρία ΕΤΠ της οδηγίας για την ασφάλεια των παιχνιδιών) δεν είναι από τυπικής και θεωρητικής απόψεως υποχρεωτικού χαρακτήρα.

45.

Το γεγονός ότι τα ΕΤΠ είναι de facto υποχρεωτικού χαρακτήρα, καθώς αποτελούν γενικά τη μόνη αποδεκτή μέθοδο στην αγορά προς διασφάλιση της συμμόρφωσης με το αντίστοιχο παράγωγο δίκαιο της Ένωσης, επιβεβαιώνεται από μελέτη που εκπονήθηκε κατόπιν ανάθεσης από την Επιτροπή: «από πρακτική άποψη [τα ΕΤΠ] είναι σχεδόν υποχρεωτικά για τους περισσότερους οικονομικούς φορείς». Επιπλέον, η ίδια μελέτη επισημαίνει ότι η τιμή των ΕΤΠ αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για την αποτελεσματική χρήση τους ( 24 ).

46.

Πράγματι, οι βασικές απαιτήσεις του παράγωγου δικαίου της Ένωσης απονέμουν δικαιώματα στους ιδιώτες, τα οποία μπορούν να εφαρμόζονται και να επιβάλλονται βάσει του δικαίου της Ένωσης ( 25 ). Ωστόσο, οι βασικές απαιτήσεις του παράγωγου δικαίου της Ένωσης δεν πρέπει να εξετάζονται μεμονωμένα, δεδομένου ότι, στην πράξη, είναι αδύνατο να επιβεβαιωθεί η συμμόρφωση προϊόντος ή υπηρεσίας χωρίς αναφορά στο αντίστοιχο ΕΤΠ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το κοινό δεν μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα που του απονέμονται από το εν λόγω παράγωγο δίκαιο κατά του κατασκευαστή ή του παρόχου υπηρεσιών, αν δεν μπορεί να επικαλεστεί το οικείο ΕΤΠ.

47.

Εντεύθεν συνάγεται ότι τα ΕΤΠ είναι απαραίτητα για την επιβολή του παράγωγου δικαίου της Ένωσης. Το γεγονός ότι τα ΕΤΠ είναι de facto υποχρεωτικού χαρακτήρα έχει αναγνωρισθεί από το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε επίσης την εν λόγω διαπίστωση στην απόφαση «Global Garden» [απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2017, GGP Ιταλία κατά Επιτροπής (T‑474/15, EU:T:2017:36, σκέψη 67)], καθώς και από το Δικαστήριο στην απόφαση Fra.bo. Με την τελευταία απόφαση διαπιστώθηκε ότι, «στην πράξη, το σύνολο σχεδόν των Γερμανών καταναλωτών αγοράζει μόνον τους χάλκινους συνδέσμους που έχουν πιστοποιηθεί από [γερμανικό φορέα πιστοποίησης]» (σκέψη 30). Όπως διευκρίνισε επίσης το Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση, είναι γενικά δύσκολο, αν όχι εντελώς αδύνατο, να επιλέξουν οι οικονομικοί φορείς διαφορετική οδό από το τεχνικό πρότυπο, λόγω του χρόνου και του κόστους που κάτι τέτοιο συνεπάγεται. Το εν λόγω συμπέρασμα επιρρωννύεται επίσης από το γεγονός ότι οι εταιρίες πληρώνουν για τα ΕΤΠ. Δεν αντιλαμβάνομαι τον λόγο για τον οποίον επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται σε ανταγωνιστικό περιβάλλον θα πλήρωναν για τα ΕΤΠ, αν αυτά δεν ήσαν de facto υποχρεωτικά. Πράγματι, ολόκληρο το σύστημα τυποποίησης της Ένωσης έχει δομηθεί επί της προϋποθέσεως ότι, κατ’ αρχήν, τα ΕΤΠ χρησιμοποιούνται από όλους του παράγοντες.

48.

Κατά τη γνώμη μου, ο de facto υποχρεωτικός χαρακτήρας των ΕΤΠ δεν προκύπτει μόνον από την ύπαρξη των ίδιων των ΕΤΠ, αλλά οφείλεται επιπλέον στην έλλειψη ρεαλιστικών εναλλακτικών. Υπάρχει ισχυρή υποστήριξη και κίνητρο για τη συνεχή επεξεργασία ΕΤΠ. Η εν λόγω διαδικασία έχει ως συνέπεια ότι οι εθνικοί οργανισμοί τυποποίησης περιορίζονται όσον αφορά τη δυνατότητά τους να παρέχουν λύσεις εναλλακτικές των ΕΤΠ (δεδομένου ότι είναι, πρωτίστως, υποχρεωμένοι να μεταφέρουν τα ΕΤΠ στο εθνικό δίκαιο χωρίς οποιαδήποτε αλλαγή), ενώ δεν φαίνεται να υφίσταται οικονομικό κίνητρο που θα ωθούσε άλλους ιδιωτικούς φορείς να ανταγωνιστούν στην εν λόγω αγορά. Τόσο η νομολογία των εθνικών δικαστηρίων όσο και η νομική θεωρία φρονούν ότι είναι ανεδαφικό να υποστηρίζεται ότι η χρήση των ΕΤΠ είναι προαιρετική ( 26 ).

49.

Από τις προαναφερθείσες σκέψεις προκύπτει ότι τα ΕΤΠ είναι de facto υποχρεωτικά, στον βαθμό που είναι, τουλάχιστον, αναπόφευκτα λόγω της αποδεικτικής ισχύος που τους προσδίδεται.

50.

Τούτου λεχθέντος, ακόμη και αν το Δικαστήριο κατέληγε στο συμπέρασμα ότι τα ΕΤΠ δεν είναι de facto υποχρεωτικά (όπερ δεν συμβαίνει), θεωρώ ότι αυτό δεν θα μετέβαλλε την ανάλυσή μου, στον βαθμό που θα αρκούσε να θεωρηθεί ότι τα ΕΤΠ –είτε αυτά είναι εν στενή εννοία υποχρεωτικά είτε όχι– παράγουν σαφή έννομα αποτελέσματα τα οποία τους έχουν απονεμηθεί από το δίκαιο της Ένωσης.

51.

Τέλος, αφ’ ης στιγμής τα ΕΤΠ οριστικοποιηθούν και τα στοιχεία αναφοράς τους δημοσιευθούν στην Επίσημη Εφημερίδα, κάθε κράτος μέλος πρέπει να υιοθετήσει έκαστο ΕΤΠ –ακριβώς ως έχει– ως εθνικό πρότυπο και να αποσύρει τα πρότυπα που προσκρούουν σε αυτό εντός εξαμήνου. Σύμφωνα με το άρθρο 17 ΣΕΕ, η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών της Ένωσης, «[μ]εριμνά για την εφαρμογή των Συνθηκών καθώς και των μέτρων που θεσπίζονται βάσει αυτών από τα θεσμικά όργανα [και] [ε]πιβλέπει την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης […]». Ως εκ τούτου, η Επιτροπή διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των ΕΤΠ και, αν παραστεί ανάγκη, ασκεί προσφυγή λόγω παραβάσεως των υποχρεώσεων βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ. Πράγματι, το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι η επιβολή πρόσθετων απαιτήσεων σε προϊόντα που καλύπτονται από ΕΤΠ παραβιάζει την υποχρέωση που υπέχει το αντίστοιχο κράτος μέλος να εφαρμόζει ορθά το δίκαιο της Ένωσης ( 27 ). Το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση αυτή σχετικά με τα ίδια τα ΕΤΠ και όχι σχετικά με τις βασικές απαιτήσεις που περιέχονται στο παράγωγο δίκαιο. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή οφείλει να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα των ΕΤΠ, όπερ σημαίνει ότι τα ΕΤΠ πρέπει να είναι εκτελεστά ( 28 ).

3) Ο αντίκτυπος των απαιτήσεων του κράτους δικαίου επί των ΕΤΠ

i) Γενικές παρατηρήσεις

52.

Πρώτον, από το άρθρο 2 ΣΕΕ προκύπτει ότι το κράτος δικαίου επιτάσσει την ελεύθερη πρόσβαση όλων των φυσικών και νομικών προσώπων της Ένωσης στο δίκαιο της Ένωσης. Τούτο βασίζεται στη θεμελιώδη αρχή ότι όλοι θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν το δίκαιο και ότι όλοι οφείλουν να το σέβονται ( 29 ). Πράγματι, αυτός είναι ο λόγος που το άρθρο 297 ΣΛΕΕ ορίζει ότι το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα.

53.

Δεύτερον, το Δικαστήριο αναφέρεται συναφώς στην αρχή της νομιμότητας ( 30 ) και στην αρχή της ασφάλειας δικαίου ( 31 ), η τελευταία εκ των οποίων επιβάλλει επίσης την εκ μέρους των φυσικών και νομικών προσώπων γνώση του δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι οι κανόνες δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα για τα εν λόγω πρόσωπα, όταν οι κανόνες αυτοί δεν έχουν κοινοποιηθεί στους τρίτους με δημοσίευση ( 32 ).

54.

Τρίτον, η έννοια της ελεύθερης πρόσβασης στο δίκαιο αναγνωρίζεται επίσης μέσω της αρχής της διαφάνειας ( 33 ). Είναι αναμφισβήτητο ότι το δίκαιο της Ένωσης μπορεί να είναι αποτελεσματικό μόνον αν είναι αντιτάξιμο. Όπως προελέχθη, μόνον αν το δίκαιο δημοσιευθεί, διασφαλίζεται η αντιταξιμότητά του. Κατά συνέπεια, αν δεν πραγματοποιηθεί δημοσίευση των ΕΤΠ δεν μπορεί να επιβληθεί πλήρως η εφαρμογή τους. Όπως υποστηρίχθηκε ανωτέρω στα σημεία 33 έως 51 των παρουσών προτάσεων, τα ΕΤΠ αποτελούν τμήμα του δικαίου της Ένωσης και παράγουν σαφώς καθορισμένα έννομα αποτελέσματα. Ως εκ τούτου, η ισχύουσα ρύθμιση κατά την οποία αρκεί η δημοσίευση μιας απλής αναφοράς των ΕΤΠ, αλλά όχι του κειμένου τους, στερεί από το ευρύ κοινό ένα ουσιώδες στοιχείο της έννοιας του αποτελεσματικού και εκτελεστού δικαίου της Ένωσης.

55.

Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η διαπίστωση που διαλαμβάνεται στη σκέψη 107 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία οι αναιρεσείουσες δεν προσδιόρισαν «από πού ακριβώς πηγάζει η “συνταγματική αρχή” η οποία επιβάλλει, κατά την άποψή τους, την ελεύθερη και δωρεάν πρόσβαση στα [ΕΤΠ]».

56.

Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε στην απόφαση Skoma‑Lux ότι το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να είναι προσιτό στους πολίτες της Ένωσης: «η επιταγή της ασφάλειας δικαίου επιβάλλει να παρέχεται στους ενδιαφερομένους η δυνατότητα να πληροφορούνται επακριβώς την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλουν οι [κανονιστικές ρυθμίσεις της Ένωσης], πράγμα που διασφαλίζεται μόνο μέσω της προσήκουσας δημοσιεύσεως της συγκεκριμένης κανονιστικής ρυθμίσεως στην επίσημη γλώσσα του αποδέκτη». Βάσει της ως άνω παραδοχής, στην εν λόγω υπόθεση το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι κανονισμοί ή οι οδηγίες της Ένωσης δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι των ιδιωτών εάν δεν έχουν δημοσιευθεί προσηκόντως στην Επίσημη Εφημερίδα στη γλώσσα κράτους μέλους, «έστω και αν οι συγκεκριμένοι ιδιώτες είχαν τη δυνατότητα να πληροφορηθούν με άλλο τρόπο το περιεχόμενο αυτής της κανονιστικής ρυθμίσεως» ( 34 ). Ως εκ τούτου, όπως θα εξηγήσω εν συνεχεία, η επί πληρωμή πρόσβαση σε ΕΤΠ ή η πρόσβαση μέσω ορισμένων επιλεγμένων βιβλιοθηκών ή κάποιων «σημείων πληροφόρησης» ( 35 ) είναι –σε αντίθεση με τις παραδοχές του Γενικού Δικαστηρίου (σκέψεις 103 και 107 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως)– προφανώς ακατάλληλη και ανεπαρκής για την εξασφάλιση του σεβασμού του κράτους δικαίου.

57.

Πράγματι, όπως επισημάνθηκε, επί παραδείγματι, από το Συμβούλιο της Ευρώπης, «η αρχή της ασφάλειας δικαίου είναι ουσιώδης για την εμπιστοσύνη στο δικαστικό σύστημα και το κράτος δικαίου […] Είναι επίσης ουσιώδης για τις παραγωγικές επιχειρηματικές ρυθμίσεις, ώστε να δημιουργείται ανάπτυξη και οικονομική πρόοδος […] Για την επίτευξη της εν λόγω εμπιστοσύνης, το κράτος πρέπει να καθιστά το γράμμα του νόμου ευχερώς προσβάσιμο» ( 36 ).

58.

Ως εκ τούτου, πρέπει να εκτιμηθεί κατά πόσον η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιτάσσει να διατίθενται ελευθέρως τα ΕΤΠ χωρίς χρέωση ή κατά πόσον μπορούν να τεθούν ορισμένοι όροι για την εν λόγω πρόσβαση.

ii) Η έκταση της πρόσβασης στα ΕΤΠ η οποία είναι ενδεδειγμένη στην υπό κρίση υπόθεση

59.

Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να επισημάνω ότι, ενώ στην υπό κρίση υπόθεση η Επιτροπή προσπαθεί με κάθε τρόπο να διατηρήσει το status quo, ταυτόχρονα, το εν λόγω θεσμικό όργανο προσφάτως σαφώς υποστήριξε στη Στρατηγική της ΕΕ για την τυποποίηση του 2022 ότι «[οι ΕΟΤ] θα πρέπει […] να εξετάσουν το ενδεχόμενο να παρέχουν ελεύθερη πρόσβαση σε πρότυπα και άλλα [έγγραφα]. Η Επιτροπή είναι έτοιμη να συνεργαστεί με τους [ΕΟΤ] σε εποικοδομητικό διάλογο χρησιμοποιώντας τα υφιστάμενα φόρουμ για να τους βοηθήσει στην επίτευξη αυτού του στόχου» (βλ. σημείο 21 των παρουσών προτάσεων).

60.

Από τις νομικές παραδόσεις των κρατών μελών προκύπτει ότι «η αρχή του κράτους δικαίου γενικώς επιτάσσει τη δημοσίευση νομικών κανόνων οι οποίοι έχουν θεσπισθεί με επίσημο τρόπο. Τούτο αποσκοπεί στο να καθίστανται διαθέσιμοι στο κοινό κατά τρόπον ώστε οι ενδιαφερόμενοι να είναι σε θέση να αποκτούν αξιόπιστη γνώση του περιεχομένου τους. Επίσης, η εν λόγω δυνατότητα δεν πρέπει να καθίσταται αδικαιολόγητα δυσχερής» ( 37 ).

61.

Συντάσσομαι με τη θέση των αναιρεσειουσών ότι οι πολίτες θα πρέπει να μπορούν αξιοποιούν πράξη, η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα, αποτελεί τμήμα του δικαίου της Ένωσης –όπως τα ΕΤΠ– και, κατά συνέπεια, της οποίας η εφαρμογή θα πρέπει να μπορεί να επιβληθεί. Πράγματι, αρκεί να αναφερθεί το πλαίσιο της υπόθεσης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως James Elliott, όπου το ζήτημα της ερμηνείας των ΕΤΠ προέκυψε στο πλαίσιο ιδιωτικής αγωγής σχετικά με ελαττωματικά προϊόντα του τομέα των δομικών κατασκευών. Δεδομένου ότι τα ΕΤΠ παράγουν πραγματικά έννομα αποτελέσματα για τα φυσικά και τα νομικά πρόσωπα, το κράτος δικαίου επιτάσσει τα πρόσωπα αυτά να έχουν πρόσβαση στα ΕΤΠ. Πράγματι, δεδομένου ότι τα ΕΤΠ εκφράζουν το δημόσιο συμφέρον και διαδραματίζουν ρόλο λειτουργικά ισοδύναμο με εκείνον των κανόνων δικαίου, η δυνατότητά τους να προβληθούν ενώπιον δικαστηρίου (και, ως εκ τούτου, η προσβασιμότητά τους) πρέπει να προσαρμοστεί αναλόγως ( 38 ).

62.

Προκύπτει ότι τα περισσότερα κράτη μέλη (εκτός από την Ιρλανδία και το πρώην κράτος μέλος Ηνωμένο Βασίλειο) εξαιρούν τα επίσημα κείμενα από την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Η κατάσταση είναι διαφορετική όσον αφορά την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των εθνικών προτύπων. Ωστόσο, όπως διευκρίνισα στο σημείο 33 των παρουσών προτάσεων, τα ΕΤΠ, λόγω του ειδικού ρόλου που διαδραματίζουν στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης, διαφέρουν παρασάγγας από τα εθνικά πρότυπα.

63.

Οι αποφάσεις James Elliott και Stichting αποτελούν σοβαρές ενδείξεις ότι υφίσταται ανάγκη επίσημης δημοσιεύσεως των ΕΤΠ (όπως έχει επισημάνει και η νομική θεωρία), καθώς, σε διαφορετική περίπτωση, η αποτελεσματικότητα των νομοθετικών αναφορών στους εν λόγω κανόνες περιορίζεται σε σημαντικό βαθμό, δεδομένου ότι δεν μπορούν να αντιταχθούν έναντι ιδιωτών εν γένει ούτε έναντι επιχειρήσεων που δεν είχαν πραγματική πρόσβαση στα ΕΤΠ. Πράγματι, η επί πληρωμή πρόσβαση στα ΕΤΠ ουδόλως αντικαθιστά την υποχρέωση της επίσημης δημοσίευσής τους στην Επίσημη Εφημερίδα. Αυτό ισχύει ακόμη και όσον αφορά μεγάλες επιχειρήσεις, διότι οι εν λόγω κανόνες εξακολουθούν να αφορούν εν τέλει τους πελάτες τους, οι οποίοι είναι, στην πραγματικότητα, οι πραγματικοί αποδέκτες: πώς θα μπορούσε ένας πολίτης να γνωρίζει με βεβαιότητα αν επιχείρηση έχει κατασκευάσει το προϊόν της ή έχει παράσχει μια υπηρεσία σύμφωνα με ΕΤΠ, αν ο εν λόγω πολίτης δεν είναι σε θέση να γνωρίζει το περιεχόμενο των εν λόγω ΕΤΠ; Ο πολίτης δεν μπορεί να στερείται της δυνατότητας να γνωρίζει «επισήμως» το περιεχόμενο του ΕΤΠ το οποίο είναι ικανό, άμεσα ή έμμεσα, να τον επηρεάσει ( 39 ).

64.

Ο υφιστάμενος δεσμός μεταξύ των ΕΤΠ και του παράγωγου δικαίου εντάσσει κατ’ ανάγκη τα ΕΤΠ στον τομέα των δημόσιων καθηκόντων, στον βαθμό που αποτελούν απαραίτητο (ή «αναγκαίο») συμπλήρωμα για την αποτελεσματική εφαρμογή του παράγωγου δικαίου της Ένωσης (και, κατ’ επέκταση, για την προαγωγή της αποτελεσματικής δημιουργίας της εσωτερικής αγοράς της Ένωσης). Δεδομένου ότι οι ΕΟΤ επιτελούν δημόσια καθήκοντα (ήτοι, την επεξεργασία ΕΤΠ που συμπληρώνουν τη νομοθεσία της Ένωσης), οι εν λόγω οργανισμοί τυποποίησης θα μπορούσαν, κατά περίπτωση, να αμείβονται από δημόσιους πόρους για την επιτέλεση των εν λόγω δημόσιων καθηκόντων (όπως συμβαίνει ήδη εν μέρει δεδομένης της χρηματοδότησης και των τριών ΕΟΤ από την Επιτροπή) ( 40 ).

65.

Από την ως άνω ανάλυση προκύπτει ότι το κράτος δικαίου επιτάσσει η πρόσβαση στα ΕΤΠ να διατίθεται ελευθέρως και χωρίς χρέωση. Τα ΕΤΠ, ως πράξεις καθορισμού προτύπων που αποτελούν τμήμα του δικαίου της Ένωσης, συνιστούν εφαρμογή του παράγωγου δικαίου της Ένωσης και παράγουν έννομα αποτελέσματα άπαξ δημοσιευθούν στην Επίσημη Εφημερίδα προκειμένου να διασφαλισθεί η αντιταξιμότητά τους και η προσβασιμότητά τους.

4) Τα ΕΤΠ, ως τμήμα του δικαίου της Ένωσης, δεν μπορούν να προστατευθούν βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας

66.

Λαμβανομένης υπόψη της ως άνω διαπίστωσης, παραμένει το ερώτημα πώς το εν λόγω συμπέρασμα μπορεί να συμβιβαστεί με το γεγονός ότι, βάσει των συμβατικών ρυθμίσεων της Επιτροπής και των ΕΟΤ, τα ΕΤΠ προστατεύονται βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας.

67.

Πράγματι, το επιχείρημα της CEN και της Επιτροπής ότι η πρόσβαση στα επίδικα ΕΤΠ είναι αδύνατη λόγω της εν λόγω προστασίας, εξαρτάται από το αν γίνεται δεκτό ότι, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, τα ΕΤΠ μπορούν να προστατευθούν βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας.

68.

Οι εκτιμήσεις μου σχετικά με το βασικό επιχείρημα, όπως αυτό εκτίθεται στο σημείο 20 των παρουσών προτάσεων (ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι στην πραγματικότητα τα ΕΤΠ εκδίδονται από την Επιτροπή), ισχύουν τηρουμένων των αναλογιών, ακόμη και αν το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα ΕΤΠ δεν πρέπει να θεωρούνται ως «πράξεις θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης». Τούτο διότι, για τους σκοπούς του δικαίου της Ένωσης γενικότερα και της πρόσβασης στο δίκαιο της Ένωσης ειδικότερα, εξακολουθεί να ισχύει ότι τα ΕΤΠ αποτελούν τμήμα του δικαίου της Ένωσης και, δεδομένου του απολύτως αναγκαίου εκτελεστικού ρόλου που διαδραματίζουν για το αναγκαστικό παράγωγο δίκαιο της Ένωσης και των έννομων αποτελεσμάτων που παράγουν, δεν θα μπορούσαν κατ’ αρχήν, να προστατευθούν βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας.

69.

Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο παραλείποντας να εξετάσει τα ως άνω ζητήματα, προκειμένου να εκτιμήσει αν η νομοθεσία (και το ΕΤΠ ως πράξη η οποία αποτελεί τμήμα του δικαίου της Ένωσης) μπορεί να προστατευθεί έστω και κατ’ ελάχιστον βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας. Απλώς παρέπεμψε στην απόφαση James Elliott και επισήμανε ότι το Δικαστήριο δεν είχε ακυρώσει το ισχύον σύστημα δημοσιεύσεως των ΕΤΠ (μολονότι το ζήτημα αυτό δεν ήταν επίμαχο στην εν λόγω υπόθεση). Τούτο ωστόσο, δεν αποτελούσε απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα εάν μια πράξη η οποία αποτελεί τμήμα του δικαίου της Ένωσης μπορεί να προστατευθεί βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας.

70.

Κατ’ αρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι, σε αντίθεση με ό,τι υποστηρίζουν η Επιτροπή και οι παρεμβαίνοντες, ο κανονισμός 1025/2012 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως βάση για την προστασία των ΕΤΠ βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας. Ο εν λόγω κανονισμός δεν περιέχει καμία διάταξη που να προβλέπει τη δυνατότητα των ΕΤΠ να προστατευθούν βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας. Αν ο νομοθέτης της Ένωσης θεωρούσε ότι τα ΕΤΠ μπορούν να προστατευθούν βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας, θα είχε συμπεριλάβει σχετική διάταξη στον κανονισμό ή τουλάχιστον θα το ανέφερε σε κάποια αιτιολογική σκέψη.

71.

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 –επί της οποίας το Γενικό Δικαστήριο στήριξε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του και, συνεπεία τούτου, αρνήθηκε να χορηγήσει πρόσβαση στα επίδικα ΕΤΠ– δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω. Κατά συνέπεια, η απόφαση ενέχει πλάνη περί το δίκαιο και πρέπει να αναιρεθεί.

β)   Δεύτερη αιτίαση του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως: ακόμη και αν τα ΕΤΠ μπορούσαν να προστατευθούν βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας, η ελεύθερη πρόσβαση στη νομοθεσία έχει προτεραιότητα έναντι της προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας

72.

Επικουρικώς, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι, ακόμη και αν τα επίμαχα ΕΤΠ μπορούν να προστατευθούν βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας, η ελεύθερη πρόσβαση στη νομοθεσία πρέπει να έχει προτεραιότητα έναντι της προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας.

73.

Κατ’ αρχάς, επισημαίνω ότι ο ίδιος ο κανονισμός 1049/2001 αναγνωρίζει την έννοια της ελεύθερης πρόσβασης στη νομοθεσία, η δε αιτιολογική σκέψη 6 διαλαμβάνει ότι, «[…] όταν τα θεσμικά όργανα ενεργούν ως νομοθέτες, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων κατά τις οποίες ενεργούν κατόπιν εκχωρήσεως εξουσιών […] τα έγγραφα θα πρέπει να είναι άμεσα προσβάσιμα στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό» (η υπογράμμιση δική μου).

74.

Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προσκρούει στην προσέγγιση που ακολουθεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, συνεδριάζοντας εν ολομελεία, επιβεβαίωσε τη σημασία της αρχής της διαφάνειας στη νομοθετική διαδικασία, σύμφωνα με την οποία τα έγγραφα που αποτελούν μέρος της εν λόγω διαδικασίας πρέπει, κατ’ αρχήν, να δημοσιοποιούνται. Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η γνωστοποίηση των εγγράφων που χρησιμοποιήθηκαν στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας αυξάνει τη διαφάνεια και τον ανοικτό χαρακτήρα της νομοθετικής διαδικασίας και ενισχύει το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης να ελέγχουν τις πληροφορίες στις οποίες στηρίχθηκε η θέσπιση μιας νομοθετικής πράξης. Πράγματι, ούτε καν οι γνώμες της νομικής υπηρεσίας των θεσμικών οργάνων της Ένωσης που αφορούν νομοθετική διαδικασία δεν καλύπτονται από τη γενική ανάγκη εμπιστευτικότητας, το δε Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι ο κανονισμός 1049/2001 επιβάλλει, κατ’ αρχήν, την υποχρέωση γνωστοποιήσεώς τους ( 41 ). Η σημασία της αρχής της διαφάνειας θα πρέπει να καθοδηγεί το Δικαστήριο και σε σχέση με τα ΕΤΠ.

75.

Επιπλέον, στην απόφαση Stichting (σκέψεις 40 έως 42 και 73), το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η νομοθεσία πρέπει να δημοσιεύεται και επισήμανε ότι τα μη δημοσιευμένα στην Επίσημη Εφημερίδα πρότυπα δεν μπορούν να αντιταχθούν στους ιδιώτες εν γένει.

1) Μη υφιστάμενη προστασία βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας των τεσσάρων επιδίκων ΕΤΠ (ελλείψει «πρωτοτυπίας»)

76.

Μολονότι η Ένωση δεν έχει υπογράψει τη Σύμβαση της Βέρνης ( 42 ), εντούτοις έχει συμφωνήσει να δεσμεύεται από τα άρθρα 1 έως 21 της εν λόγω συμβάσεως ( 43 ). Από το άρθρο 2, παράγραφος 4, της συμβάσεως προκύπτει ότι τα «επίσημα κείμενα νομοθετικής, διοικητικής ή δικαστικής φύσεως» δεν τυγχάνουν αυτομάτως προστασίας βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας. Αντίθετα, «επιφυλάσσεται εις τας νομοθεσίας των χωρών της Ενώσεως [της Βέρνης] να καθορίσουν την παρασχετέαν προστασίαν εις τα [εν λόγω] επίσημα κείμενα, ως και εις τας επισήμους μεταφράσεις, των κειμένων τούτων».

77.

Το δίκαιο της Ένωσης δεν προβλέπει ρητά κατά πόσον τα κείμενα νομικού ή οιονεί νομικού χαρακτήρα τα οποία προέρχονται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης μπορούν να προστατευθούν βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας. Ωστόσο, μπορεί να υποστηριχθεί ότι από το άρθρο 297 ΣΛΕΕ προκύπτει ότι η νομοθεσία της Ένωσης δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να τύχει τοιαύτης προστασίας ως έργο που παρέχει αποκλειστικό νόμιμο δικαίωμα στον δικαιούχο να αναπαράγει, να δημοσιεύει, να πωλεί ή να διανέμει το έργο αυτό.

78.

Όπως διευκρίνισα ανωτέρω, φρονώ ότι τα ΕΤΠ δεν μπορούν να προστατευθούν βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά ακόμη και αν το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα ΕΤΠ, γενικά, μπορούν να προστατευθούν βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας (πράγμα απίθανο), θα εξηγήσω ότι από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει κατά τρόπο πειστικό ότι τα τέσσερα επίδικα ΕΤΠ θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να τύχουν προστασίας βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας.

i) Αρμοδιότητα για την εκτίμηση της πνευματικής ιδιοκτησίας

79.

Οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η Επιτροπή δεν είχε την εξουσία να εξετάσει κατά πόσον τα τέσσερα επίδικα ΕΤΠ μπορούσαν να προστατευθούν βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας ήταν εσφαλμένη. Επισημαίνεται ότι, στην πραγματικότητα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω εξέταση θα υπερέβαινε τα όρια του ελέγχου που έχει την εξουσία να διενεργήσει η Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας με αντικείμενο την πρόσβαση σε έγγραφα (σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

80.

Η ως άνω διαπίστωση είναι εσφαλμένη. Κατ’ αρχάς, όπως ορθώς υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, η διαπίστωση αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις σκέψεις 48 και 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες διαπιστώθηκε ότι η Επιτροπή είχε δικαίωμα να κρίνει ότι το ελάχιστο όριο πρωτοτυπίας πληρούνταν και ότι ορθώς είχε κρίνει ότι τα επίδικα ΕΤΠ μπορούσαν να προστατευθούν βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας. Είναι ασαφές πώς μπορεί να διαπιστωθεί η ύπαρξη δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, αν η Επιτροπή δεν έχει το δικαίωμα να προβεί σε μια τέτοια εκτίμηση. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η Επιτροπή δεν είχε την εξουσία να εξετάσει αν τα επίδικα ΕΤΠ μπορούσαν να προστατευθούν βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας.

81.

Δεύτερον, όπως ορθώς επισημαίνουν οι αναιρεσείουσες, η υπό κρίση υπόθεση αφορά αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα που αποτελούν τμήμα του δικαίου της Ένωσης (ήτοι, τα τέσσερα επίμαχα ΕΤΠ), αίτηση η οποία βασίζεται σε κανονισμό της Ένωσης (ήτοι, στον κανονισμό 1049/2001). Το Δικαστήριο έκρινε συναφώς ότι το άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού ουδεμία περιλαμβάνει αναφορά σε διατάξεις του εθνικού δικαίου κράτους μέλους ( 44 ). Ως εκ τούτου, η πρόσβαση σε έγγραφα βάσει του κανονισμού 1049/2001 και ιδίως η πρόσβαση στο δίκαιο της Ένωσης πρέπει να αξιολογείται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και να υπόκειται σε νομικό έλεγχο βάσει του δικαίου της Ένωσης ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης. Το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε προδήλως να αναγνωρίσει την ως άνω διαπίστωση. Επιπλέον, εάν η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ήταν ορθή, τούτο θα υπονόμευε το θεμελιώδες δικαίωμα των αναιρεσειουσών για αποτελεσματική ένδικη προστασία, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ακροάσεως. Την εν λόγω αντίφαση έχουν επίσης επισημάνει πολλοί συγγραφείς στο πλαίσιο της νομικής θεωρίας ( 45 ). Ως εκ τούτου, εναπόκειται στα θεσμικά όργανα της Ένωσης να αποφασίσουν μέσω της νομοθεσίας της ίδιας της Ένωσης σχετικά με το επίπεδο της απορρέουσας από το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας προστασίας των νομικών κειμένων τα οποία συνιστούν εφαρμοστικά μέτρα του παράγωγου δικαίου της Ένωσης και, ως εκ τούτου, να αποφασίσουν κατά πόσον τα ΕΤΠ μπορούν να προστατευθούν βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας.

82.

Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο στήριξε τη διαπίστωσή του, σχετικά με την έλλειψη αρμοδιότητας της Επιτροπής για την εκτίμηση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, στη νομολογία σχετικά με τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Ωστόσο, η εν λόγω νομολογία δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω. Η ολομέλεια παρατήρησε στη γνωμοδότησή της 1/09 ( 46 ) ότι «το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί αγωγών μεταξύ ιδιωτών επί θεμάτων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, δεδομένου ότι η αρμοδιότητα αυτή ανήκει στα δικαστήρια των κρατών μελών».

83.

Στον βαθμό που το Γενικό Δικαστήριο επικαλείται τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Jääskinen στην υπόθεση Donner (C‑5/11, EU:C:2012:195) (σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), σύμφωνα με τις οποίες το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας εξακολουθεί, παρά την ολοένα και ευρύτερη εναρμόνισή του, να διέπεται σε μεγάλο βαθμό από το εθνικό δίκαιο, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εμφανίζεται ως προς το σημείο αυτό υπερβολικά θεωρητική. Αυτό έχει ήδη επισημανθεί στη νομική θεωρία. Πράγματι, από το 2012, το Δικαστήριο έχει δείξει πόσο έχει προχωρήσει η εναρμόνιση στον τομέα των πνευματικών δικαιωμάτων. Εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω αναφορά φαίνεται κάπως αποκομμένη από το πλαίσιο εντός του οποίου πραγματοποιείται, δεδομένου ότι αντικείμενο της υποθέσεως Donner ήταν τα μέσα ένδικης προστασίας σε περίπτωση προσβολής των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Δεν αφορούσε τη βάση ύπαρξης προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας όπως εν προκειμένω ( 47 ).

84.

Ωστόσο, επισημαίνω ότι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως δεν αφορά αγωγή μεταξύ ιδιωτών σχετικά με προσβολή διπλώματος ευρεσιτεχνίας (ή πνευματικής ιδιοκτησίας) ούτε και βρίσκεται εκτός της αρμοδιότητας που απονέμεται από τις Συνθήκες της Ένωσης στα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης. Αντιθέτως, στον πρώτο βαθμό, η προσφυγή αφορούσε την ακύρωση αποφάσεως της Επιτροπής η οποία απευθυνόταν στις αναιρεσείουσες, περί απορρίψεως της αιτήσεώς τους για τη χορήγηση πρόσβασης σε έγγραφα της Ένωσης. Πρόκειται για είδος προσφυγής ως προς το οποίο έχει απονεμηθεί αρμοδιότητα στα δικαστήρια της Ένωσης. Ειδικότερα, το άρθρο 263 ΣΛΕΕ δεν περιορίζει τους λόγους που μπορούν να προβληθούν με αίτηση ακυρώσεως, όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε διαπιστώνοντας ότι υφίσταται αναλογία μεταξύ ιδιωτικών διαφορών σχετικά με την προσβολή δικαιωμάτων που αντλούνται από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, αφενός, και αρνήσεως προσβάσεως σε έγγραφα της Ένωσης επί τη βάσει της εριζόμενης εν προκειμένω εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, αφετέρου.

85.

Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε εκτιμώντας ότι η Επιτροπή δεν είχε την εξουσία να εξετάσει την απαίτηση της πρωτοτυπίας, φρονώντας ότι η εν λόγω εξέταση θα υπερέβαινε τα όρια του ελέγχου τον οποίο έχει την εξουσία να διενεργήσει, στο πλαίσιο της διαδικασίας με αντικείμενο την πρόσβαση σε έγγραφα. Πράγματι, εναπόκειται στην Επιτροπή και στα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης να καθορίσουν αν τα επίδικα ΕΤΠ μπορούν να προστατευθούν βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας και εάν πληρούν την απαίτηση της πρωτοτυπίας.

86.

Ως εκ τούτου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενέχει πλάνη περί το δίκαιο.

ii) Ανυπαρξία δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στα επίδικα ΕΤΠ

87.

Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε σφάλμα συμπεραίνοντας ότι η δημιουργικότητα που επέδειξαν οι συντάκτες των ΕΤΠ κατά τη διατύπωσή τους είναι επαρκής ώστε να δικαιολογεί την προστασία τους με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας και ότι σε κείμενα τέτοιου μεγέθους οι συντάκτες καλούνται να κάνουν ορισμένες επιλογές (μεταξύ άλλων και όσον αφορά τη διάρθρωση του εγγράφου), όπερ δικαιολογεί την προστασία βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας (σκέψεις 47 έως 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

88.

Η προσέγγιση του Γενικού Δικαστηρίου ενέχει πλάνη περί το δίκαιο.

89.

Κατά πάγια νομολογία, μολονότι τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας δεν είναι πλήρως εναρμονισμένα στην Ένωση, «η έννοια του “έργου” […] αποτελεί […] αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης η οποία πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται ομοιόμορφα και η οποία προϋποθέτει τη συνδρομή δύο σωρευτικών στοιχείων. Αφενός, η έννοια αυτή προϋποθέτει ότι υφίσταται ένα πρωτότυπο αντικείμενο, όπερ σημαίνει ότι το αντικείμενο αυτό είναι αποτέλεσμα προσωπικής πνευματικής εργασίας του δημιουργού του. Αφετέρου, ως έργο μπορούν να χαρακτηριστούν μόνον τα στοιχεία που αποτελούν την έκφραση της εν λόγω προσωπικής πνευματικής εργασίας» ( 48 ). Για να υφίσταται η προστασία του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, ο δημιουργός πρέπει να είναι σε θέση να εκφράσει τις δημιουργικές του ικανότητες πραγματοποιώντας ελεύθερες και δημιουργικές επιλογές ( 49 ).

90.

Η νομολογία του Δικαστηρίου επιβεβαιώνει το εν λόγω αποτέλεσμα. Επί παραδείγματι, το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι η δημιουργία βάσης δεδομένων προϋπέθετε σημαντική εργασία και ικανότητα από πλευράς του δημιουργού της δεν μπορούσε αυτό καθεαυτό να δικαιολογήσει την προστασία της βάσει του δικαιώματος του δημιουργού, οσάκις αυτή η εργασία και αυτή η ικανότητα δεν εκφράζουν πρωτοτυπία ( 50 ). Το εν λόγω κριτήριο έχει θεμελιώδη σημασία στο πλαίσιο αυτό.

91.

Φρονώ ότι το ίδιο κριτήριο πρέπει να ισχύει και στο πλαίσιο των ΕΤΠ. Δεδομένου ότι, ειδικότερα, στην απόφαση James Elliott, το Δικαστήριο αποδέχθηκε την αρμοδιότητά του να ερμηνεύει ΕΤΠ, προκύπτει σαφώς ότι εναπόκειται στα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης να εκτιμήσουν κατά πόσον τα ΕΤΠ μπορούν να προστατευθούν βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας και κατά πόσον οι ΕΟΤ πρέπει να τύχουν της εν λόγω προστασίας. Πράγματι, δεν είναι δυνατόν να είναι επιτρεπτή μια κατάσταση στην οποία θα εναπέκειτο στα κράτη μέλη να αποφασίσουν αν το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας εφαρμόζεται σε νομικό κείμενο που αποτελεί τμήμα του δικαίου της Ένωσης και παράγει κρίσιμα έννομα αποτελέσματα βάσει του δικαίου αυτού. Το εν λόγω συμπέρασμα ουδόλως αντιβαίνει στη Σύμβαση της Βέρνης, καθώς εναπόκειται στα μέρη της εν λόγω συμβάσεως να αποφασίσουν κατά πόσον νομικά κείμενα μπορούν ή όχι να προστατευθούν βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας στο πλαίσιο του δικού τους νομικού συστήματος.

92.

Συμφωνώ με τις αναιρεσείουσες ότι ούτε η Επιτροπή, με την επίδικη απόφαση, ούτε και το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εξέτασαν προσηκόντως την πρωτοτυπία των επίδικων ΕΤΠ και το κατά πόσον αυτά μπορούν, πράγματι, να «αντανακλούν την προσωπικότητα του δημιουργού». Το ίδιο ισχύει και για την ύπαρξη ελεύθερων και δημιουργικών επιλογών. Λαμβανομένης υπόψη της έννοιας και του σκοπού των ΕΤΠ, στοιχεία τα οποία κατά κανόνα αποτελούν αποτέλεσμα τόσο επιστημονικών δοκιμών όσο και συμφωνίας από επιτροπή, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η προϋπόθεση της πρωτοτυπίας δεν μπορεί να γίνει δεκτή άνευ ετέρου ( 51 ) –όπως δέχθηκε εν προκειμένω το Γενικό Δικαστήριο. Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται αν λάβει κανείς υπόψη την ιδιαιτερότητα της φύσης των ΕΤΠ (σημεία 16 επ. των παρουσών προτάσεων) και τη διαδικασία που ακολουθείται για την έκδοσή τους (σημεία 23 επ. των παρουσών προτάσεων).

93.

Μολονότι εναπόκειται στην Επιτροπή και στο Γενικό Δικαστήριο να αποδείξουν ότι η εξαίρεση του άρθρου 4 του κανονισμού 1049/2001 τυγχάνει εφαρμογής, περιορίστηκαν στην επίκληση πολύ γενικόλογων ισχυρισμών και υποθέσεων: υποστήριξαν ότι τα επίδικα ΕΤΠ προστατεύονταν βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας, διότι από το μέγεθός τους ως κειμένων μπορούσε να συναχθεί η πραγματοποίηση ορισμένων επιλογών εκ μέρους των συντακτών τους. Εντούτοις, οι εν λόγω παράγοντες δεν καθορίζουν κατά πόσον ένα συγκεκριμένο έγγραφο είναι πρωτότυπο και, κατ’ επέκταση, προστατεύεται βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας ή όχι. Κατά συνέπεια, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη.

94.

Σε αντίθεση με όσα ανέφερε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι αναιρεσείουσες τεκμηρίωσαν –στο μέτρο που αυτό ήταν δυνατό χωρίς να έχουν στην πραγματικότητα πρόσβαση στα επίδικα ΕΤΠ– ότι οι επιλογές που είχε στη διάθεσή της η CEN περιορίζονταν με διάφορους τρόπους. Επομένως, όσον αφορά το περιεχόμενο των ΕΤΠ και τη σελιδοποίηση, αυτά ρυθμίζονται υποχρεωτικώς από την οικεία διάταξη του παράγωγου δικαίου από την οποία απορρέουν τα ΕΤΠ και από την εντολή της Επιτροπής. Κατ’ αρχήν, τα ανωτέρω περιορίζουν σε σημαντικό βαθμό κάθε περιθώριο δημιουργικότητας και πρωτοτυπίας. Επομένως, η αόριστη επίκληση της εκτάσεως ενός εγγράφου δεν αρκεί προς απόδειξη ότι τα ΕΤΠ είναι πραγματικά δημιουργικές επιλογές της CEN ( 52 ).

95.

Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε διαπιστώνοντας ότι η Επιτροπή είχε την εξουσία να κρίνει ότι οι τα επίδικα ΕΤΠ προστατεύονταν βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας και, ως εκ τούτου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να αναιρεθεί.

2.   Δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως – το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εκτιμώντας τα αποτελέσματα επί των εμπορικών συμφερόντων της CEN

96.

Οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση των αποτελεσμάτων επί των εμπορικών συμφερόντων της CEN από την εσφαλμένη εφαρμογή του τεκμηρίου κατά το οποίο η γνωστοποίηση των επίδικων ΕΤΠ θίγει το συμφέρον που προστατεύεται από το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 καθώς και διότι δεν εκτίμησε τα συγκεκριμένα αποτελέσματα επί των εν λόγω εμπορικών συμφερόντων.

α)   Η επίκληση γενικού τεκμηρίου ήταν παράνομη

97.

Σε αντίθεση προς τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 97 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν φαίνεται να έχει στηριχθεί σε γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας, βάσει του οποίου η χορήγηση πρόσβασης σε ΕΤΠ θα έθιγε αυτομάτως το συμφέρον που προστατεύεται από το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001.

98.

Τέτοιο γενικό τεκμήριο δεν προβλέπεται ούτε από τον κανονισμό 1049/2001 ούτε από τον κανονισμό 1025/2012 ούτε και από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Πράγματι, για να αναγνωριστεί ένα τέτοιο τεκμήριο θα έπρεπε να έχει αποδειχθεί σαφώς ότι η γνωστοποίηση των επίδικων εγγράφων θα έθιγε συγκεκριμένα, αποτελεσματικά και κατά τρόπο μη υποθετικό ( 53 ) σε μεγάλο βαθμό το σύστημα τυποποίησης της Ένωσης.

99.

Πρώτον, τα ΕΤΠ δεν αποτελούν παρά μια μειοψηφία των προτύπων που εκδίδουν οι ΕΟΤ οι οποίοι χρηματοδοτούνται με μεγάλα ποσά από την Επιτροπή. Όπως υποστήριξε η CEN κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το 4,6 % του προϋπολογισμού της τυποποίησης προέρχεται από την πώληση ΕΤΠ, ποσοστό το οποίο αντιστοιχεί σε περίπου 2 εκατ. ευρώ ετησίως, ενώ, κατά τη διατύπωση που χρησιμοποίησε η ίδια η CEN, η χρηματοδότηση της Επιτροπής ανέρχεται σε «περίπου 20 % του συνολικού προϋπολογισμού της CEN» (η υπογράμμιση δική μου) ( 54 ). Δεύτερον, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προέκυψε ότι το σύστημα τυποποίησης της Ένωσης δεν απαιτεί στην πραγματικότητα την επί πληρωμή πρόσβαση στα ΕΤΠ (εν αντιθέσει προς όσα διαλαμβάνουν οι σκέψεις 102 και 103 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), στην πραγματικότητα, η απαίτηση περί πληρωμής προέρχεται από τη συμβατική σχέση και τις ρυθμίσεις χρηματοδότησης μεταξύ των ΕΟΤ και της Επιτροπής –όπως καθορίστηκαν από το εν λόγω θεσμικό όργανο. Επί παραδείγματι, το ETSI (το οποίο επίσης λαμβάνει χρηματοδότηση από την Επιτροπή για ΕΤΠ) επιτρέπει ήδη τη δωρεάν αναζήτηση, εκτύπωση και λήψη των δικών του ΕΤΠ από τον δικτυακό του τόπο ( 55 ). Επιπλέον, από τη νομική θεωρία προκύπτει ότι υπάρχουν μεγάλες διαφορές στις τιμές μεταξύ των ίδιων κατά βάση ΕΤΠ σε διαφορετικά κράτη μέλη, γεγονός το οποίο είναι χαρακτηριστικό των προβλημάτων που ανακύπτουν από τις τρέχουσες ρυθμίσεις σχετικά με την πρόσβαση στα ΕΤΠ ( 56 ).

100.

Επιπλέον, το γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας, δεδομένου ότι συνιστά εξαίρεση από τον κανόνα ότι το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης υποχρεούται να προβαίνει σε συγκεκριμένη και εξατομικευμένη εξέταση εκάστου εγγράφου, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά και να εφαρμόζεται αυστηρά. Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει την ύπαρξη γενικών τεκμηρίων εμπιστευτικότητας όσον αφορά πέντε κατηγορίες εγγράφων [i) έγγραφα διοικητικού φακέλου σχετικού με τις κρατικές ενισχύσεις· ii) υπομνήματα που κατατίθενται ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης· iii) έγγραφα που έχουν ανταλλαγεί στο πλαίσιο διαδικασίας ελέγχου πράξεων συγκέντρωσης· iv) έγγραφα στο πλαίσιο διαδικασιών λόγω παραβάσεως· και v) έγγραφα σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ] ( 57 ).

101.

Είναι σαφές ότι τα ΕΤΠ δεν εμπίπτουν σε καμία από αυτές τις κατηγορίες. Στην πραγματικότητα, όλες οι ανωτέρω κατηγορίες σχετίζονται με την ιδιαίτερη διαδικαστική φύση των εν λόγω εγγράφων. Αυτό δεν ισχύει για τα επίδικα ΕΤΠ, τα οποία άλλωστε είναι ήδη διαθέσιμα για έρευνα σε βιβλιοθήκες και σε σημεία πληροφόρησης ή για αγορά. Κατά συνέπεια, τα επίδικα ΕΤΠ δεν είναι εμπιστευτικά και, σε αντίθεση με τις παραπάνω κατηγορίες, δεν αφορούν καμία εν εξελίξει διοικητική ή δικαστική διαδικασία.

102.

Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε διαπιστώνοντας ότι η Επιτροπή μπορούσε να στηριχθεί στο εν λόγω γενικό τεκμήριο προκειμένου να αρνηθεί την πρόσβαση στα επίδικα ΕΤΠ.

β)   Παράλειψη εκτιμήσεως των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων επί των εμπορικών συμφερόντων

103.

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (σκέψη 64) υιοθέτησε απλώς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής σχετικά με την προστασία βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας ως μη επιδεχόμενους αμφισβήτησης και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τούτο επηρεάζει τα εμπορικά συμφέροντα λόγω της «πολύ σημαντικής μείωσης των εσόδων της CEN». Η ως άνω διαπίστωση είναι εσφαλμένη.

104.

Πρώτον, οι εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου σημαίνουν ότι η προβαλλόμενη απορρέουσα από το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας προστασία των ΕΤΠ υπερισχύει πάντοτε του τεκμηρίου του δικαιώματος προσβάσεως βάσει του κανονισμού 1049/2001. Τούτο έρχεται σε αντίθεση τόσο με το γράμμα όσο και με το πνεύμα του εν λόγω κανονισμού, βάσει του οποίου οι όποιες εξαιρέσεις πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά, ώστε να παρέχεται στα χορηγηθέντα δικαιώματα πρόσβασης το ευρύτερο δυνατό αποτέλεσμα ( 58 ).

105.

Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως. Το προβαλλόμενο αποτέλεσμα επί του εμπορικού συμφέροντος δεν φαίνεται να αποδεικνύεται (βλ. σημείο 99 των παρουσών προτάσεων).

106.

Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, διότι δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την άρνηση χορήγησης πρόσβασης στα επίδικα ΕΤΠ απλώς και μόνο με την προβολή ενός υποτιθέμενου αρνητικού αποτελέσματος επί των εμπορικών συμφερόντων βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001.

Β. Δεύτερος λόγος αναιρέσεως – Πλάνη περί το δίκαιο λόγω μη αναγνωρίσεως υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος

107.

Πρώτον, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, στις σκέψεις 98 έως 101 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Όπως προκύπτει από την ανάλυσή μου επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, συντάσσομαι με τη θέση των αναιρεσειουσών ότι η αίτησή τους για τη χορήγηση προσβάσεως στα επίδικα ΕΤΠ ήταν δικαιολογημένη με βάση το κράτος δικαίου. Το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας ότι οι αναιρεσείουσες δεν προέβαλαν συγκεκριμένους λόγους που να δικαιολογούν την αίτησή τους, παρέλειψε προδήλως να αναγνωρίσει την αξία του επιχειρήματος των αναιρεσειουσών και στήριξε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σε εσφαλμένες εκτιμήσεις.

108.

Πρωτοδίκως, οι αναιρεσείουσες προέβαλαν ότι προκύπτει υπέρτερο δημόσιο συμφέρον από το γεγονός ότι τα επίδικα ΕΤΠ αποτελούν τμήμα του δικαίου της Ένωσης, το οποίο θα πρέπει να είναι ελεύθερα διαθέσιμο. Υποστήριξαν περαιτέρω ότι τα επίδικα ΕΤΠ αφορούν τομείς δικαίου στους οποίους το υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών είναι θεμελιώδους σημασίας, καθώς προστατεύεται από το άρθρο 169 ΣΛΕΕ, ήτοι την ασφάλεια των παιχνιδιών και το μέγιστο ποσοστό νικελίου ως του κορυφαίου αλλεργιογόνου επαφής και καθ’ υποψία καρκινογόνου παράγοντα. Ευλόγως υποστηρίζεται ότι κάθε καταναλωτής θα πρέπει να γνωρίζει το περιεχόμενο των εν λόγω ΕΤΠ, προκειμένου να εξασφαλίζεται η μέγιστη δυνατή ασφάλεια των παιχνιδιών και η περαιτέρω πρόληψη του καρκίνου. Για τον σκοπό αυτό, η συμμόρφωση με τα ΕΤΠ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην προστασία του κοινού εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ιδίως των παιδιών όσον αφορά τα επίδικα ΕΤΠ) από δυνητικά μη ασφαλή και επιβλαβή προϊόντα. Κατά τη γνώμη μου, οι αναιρεσείουσες απέδειξαν επίσης σε επαρκή βαθμό ότι τα επίδικα ΕΤΠ είναι επίσης εξόχως σημαντικά και για τους κατασκευαστές, τους παρόχους υπηρεσιών και τους λοιπούς συμμετέχοντες στην αλυσίδα εφοδιασμού.

109.

Επομένως, οι ως άνω εκτιμήσεις ήταν επαρκείς για να γίνει δεκτό ότι συντρέχει υπέρτερο δημόσιο συμφέρον στην προκειμένη περίπτωση. Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε συναφώς σε πλάνη περί το δίκαιο.

110.

Δεύτερον, οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν, κατ’ ουσίαν, τη διαπίστωση που διαλαμβάνεται στις σκέψεις 102 έως 104 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη διασφάλιση της λειτουργίας του συστήματος τυποποιήσεως της Ένωσης υπερισχύει της ελεύθερης προσβάσεως σε ΕΤΠ.

111.

Η λειτουργία του συστήματος τυποποίησης της Ένωσης αποτελεί παράγοντα άσχετο προς την εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001, η οποία αφορά την προστασία των εμπορικών συμφερόντων των φυσικών ή νομικών προσώπων, περιλαμβανομένης της διανοητικής Ιδιοκτησίας. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δημιούργησε εκ των πραγμάτων μια νέα εξαίρεση βάσει του άρθρου 4 του ανωτέρω κανονισμού, όπερ δεν επιτρέπεται ( 59 ). Πράγματι, από τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει ότι η λειτουργία του συστήματος τυποποίησης της Ένωσης δεν απειλείται από την ελεύθερη και άνευ όρων πρόσβαση σε ΕΤΠ.

112.

Περαιτέρω, το άρθρο 12 του κανονισμού 1049/2001 επιβάλλει στα θεσμικά όργανα της Ένωσης την υποχρέωση να παρέχουν –κατά το δυνατόν– ευρύτερη άμεση πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα. Ειδικότερα, με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 9, πρέπει να παρέχεται άμεση πρόσβαση στα νομοθετικά έγγραφα – ήτοι στα έγγραφα που συντάχθηκαν ή ελήφθησαν στο πλαίσιο των διαδικασιών για την έγκριση πράξεων που είναι υποχρεωτικές στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών ή για τα ίδια τα κράτη μέλη. Όπως διευκρινίστηκε κατά την ανάλυση του πρώτου λόγου αναιρέσεως, στο πλαίσιο αυτό, τα ΕΤΠ είναι έγγραφα τα οποία αποτελούν τμήμα του δικαίου της Ένωσης και τα οποία θα πρέπει να είναι αντιτάξιμα από κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, η απαίτηση της προσβασιμότητας πρέπει επίσης να ισχύει και για τα ΕΤΠ.

113.

Από το σύνολο των ανωτέρω εκτιμήσεων προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί και η Επιτροπή πρέπει να υποχρεωθεί να χορηγήσει στις αναιρεσείουσες πρόσβαση στα τέσσερα επίδικα ΕΤΠ.

IV. Πρόταση

Κατόπιν των ανωτέρω διαπιστώσεων, προτείνω στο Δικαστήριο i) να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 14ης Ιουλίου 2021, Public.Resource.Org και Right to Know κατά Επιτροπής (T‑185/19, EU:T:2021:445)· ii) να ακυρώσει την απόφαση C(2019) 639 final της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 22ας Ιανουαρίου 2019, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση παροχής πρόσβασης στα επίδικα εναρμονισμένα τεχνικά πρότυπα· iii) να υποχρεώσει την Επιτροπή να παράσχει στις αναιρεσείουσες πρόσβαση στα εν λόγω πρότυπα· iv) να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας· και v) να καταδικάσει τους παρεμβαίνοντες να φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.

( 2 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).

( 3 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, για την εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης του Άαρχους για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε περιβαλλοντικά θέματα στα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας (ΕΕ 2006, L 264, σ. 13).

( 4 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με την ευρωπαϊκή τυποποίηση, την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 89/686/ΕΟΚ και 93/15/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 94/9/ΕΚ, 94/25/ΕΚ, 95/16/ΕΚ, 97/23/ΕΚ, 98/34/ΕΚ, 2004/22/ΕΚ, 2007/23/ΕΚ, 2009/23/ΕΚ και 2009/105/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 87/95/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της απόφασης αριθ. 1673/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2012, L 316, σ. 12).

( 5 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2009, σχετικά με την ασφάλεια των παιχνιδιών (ΕΕ 2009, L 170, σ. 1).

( 6 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH), για τη σύσταση Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων, την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής, καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ 2006, L 396, σ. 1).

( 7 ) Αντίστοιχα, αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 2012, Fra.bo (C‑171/11, EU:C:2012:453, στο εξής: απόφαση Fra.bo), της 27ης Οκτωβρίου 2016, James Elliott (C‑613/14, EU:C:2016:821, στο εξής: απόφαση James Elliott), και της 22ας Φεβρουαρίου 2022, Stichting Rookpreventie Jeugd κ.λπ. (C‑160/20, EU:C:2022:101, στο εξής: απόφαση Stichting).

( 8 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 3ης Μαΐου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ασφάλεια των παιχνιδιών (ΕΕ 1988, L 187, σ. 1).

( 9 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (ΕΕ 1998, L 204, σ. 37).

( 10 ) Απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2014, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑270/12, EU:C:2014:18, σκέψεις 83 και 84).

( 11 ) Προτάσεις στην υπόθεση James Elliott Construction (C‑613/14, EU:C:2016:63, σημείο 40).

( 12 ) Lundqvist, B., European Harmonised Standards as ‘Part of EU Law’: The Implications of the James Elliott Case for Copyright Protection and, Possibly, for EU Competition Law, Legal Issues of Economic Integration, τόμος 44, αριθ. 4, 2017, σ. 429 και 431.

( 13 ) Ανακοίνωση της Επιτροπής, της 2ας Φεβρουαρίου 2022, [COM(2022) 31 final] «Η στρατηγική της ΕΕ για την τυποποίηση», σ. 4 και 5 επ., αντίστοιχα. Βλ., επίσης, τον «Γαλάζιο Οδηγό» της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων της ΕΕ του 2022 (ΕΕ 2022, C 247, σ. 1, υποσημείωση 192)

( 14 ) Για ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, βλ. εντολή M.445/EN, της 9ης Ιουλίου 2009, σχετικά με το επίμαχο ΕΤΠ σχετικά με την οδηγία για την ασφάλεια των παιχνιδιών.

( 15 ) Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2017, Anstar (C‑630/16, EU:C:2017:971, σκέψεις 35 έως 36).

( 16 ) Επιτροπή, Οδηγός για την ευρωπαϊκή τυποποίηση – Μέρος Ι, SWD(2015) 205, σ. 8 και 9 (στο εξής: Οδηγός).

( 17 ) Βλ. γενικές κατευθυντήριες γραμμές για τη συνεργασία μεταξύ των CEN, Cenelec και ETSI και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών – 28 Μαρτίου 2003 (ΕΕ 2003, C 91, σ. 7).

( 18 ) Βλ., επίσης, Schepel, H., The new approach to the new approach: The juridification of harmonised standards in EU law, 20 Maastricht Journal of European and Comparative Law, τόμος 20 (4), 2013, σ. 521.

( 19 ) De Bellis, M., Op-Ed: «Private standards, EU law and access – The General Court’s ruling in Public.Resource.Org», EU Law Live, 10 Σεπτεμβρίου 2021.

( 20 ) Ιδίως, βλ. συναφώς, επίσης, απόφαση James Elliott (σκέψη 43) (η οποία μνημονεύεται στο σημείο 9 των παρουσών προτάσεων).

( 21 ) Κανονισμός (ΕΕ) 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ 2011, L 55, σ. 13).

( 22 ) Soroiu, Α., και Correia Magalhaes De Carvalho, M.F., Lawtify Premium: Public.Resource.Org (T‑185/19), a Judicial Take on Standardisation and Public Access to Law, Review of European Administrative Law, τόμος 15(2), 2022, σ. 57. Βλ., επίσης, Schepel, H., όπ.π., σ. 521 και 523· Volpato, A., The Harmonized Standards before the ECJ: James Elliott Construction, Common Market Law Review, τόμος 54(2), 2017, σ. 591· van Gestel, R., και van Lochem, P., Private Standards as a Replacement for Public Lawmaking?, σε Marta Cantero Gamito, M., και Micklitz, H.-W. (επιμ.), The Role of the EU in Transnational Legal Ordering, Edward Elgar Publishing 2020, σ. 31.

( 23 ) Βλ. αποφάσεις Fra.bo (σκέψεις 27 έως 32), James Elliott (σκέψεις 40, 42 και 43) και απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2018, SAKSA (C‑185/17, EU:C:2018:108, σκέψη 39).

( 24 ) Βλ. EIM Business & Policy Research, Access to Standardisation – Study for the European Commission, [DG] Enterprise and Industry, 2010, σ. 17 και 9, αντίστοιχα.

( 25 ) Βλ., επί παραδείγματι, τη μνημονευόμενη νομολογία στην απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2022, Ministre de la Transition écologique και Premier ministre (Ευθύνη του κράτους για την ατμοσφαιρική ρύπανση) (C‑61/21, EU:C:2022:1015, σκέψεις 43 έως 47).

( 26 ) Βλ. την απόφαση του Rechtbank’s-Gravenhage (District Court, The Hague, Netherlands) της 31ης Δεκεμβρίου 2008, LJN: BG8465. Βλ. Van Gestel, B., και Micklitz, H.‑W., European Integration Through Standardization: How Judicial Review is Breaking Down the Club House of Private Standardization Bodies, CMLR, τόμος 50, 2013, σ. 176.

( 27 ) Απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2014, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑100/13, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2293, σκέψη 63).

( 28 ) Βλ., επίσης, σημείο 61 των παρουσών προτάσεων.

( 29 ) Απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (C‑229/05 P, EU:C:2007:32, σκέψη 109).

( 30 ) Απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, Επιτροπή κατά CAS Succhi di Frutta (C‑496/99 P, EU:C:2004:236, σκέψη 63).

( 31 ) Απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1981, Meridionale Industria Salumi κ.λπ. (212/80 έως 217/80, EU:C:1981:270, σκέψη 10).

( 32 ) Απόφαση της 20ής Μαΐου 2003, Consorzio del Prosciutto di Parma και Salumificio S. Rita (C‑108/01, EU:C:2003:296, σκέψεις 95 και 96).

( 33 ) Αναγνωρίζεται επίσης από τις συνταγματικές αρχές που κατοχυρώνονται σε διάφορες διατάξεις της Συνθήκης ΕΕ –όπως το άρθρο 1, παράγραφος 2, το άρθρο 10, παράγραφος 3, το άρθρο 11, παράγραφοι 2 και 3– καθώς και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 42).

( 34 ) Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2007, Skoma-Lux (C‑161/06, EU:C:2007:773, σκέψεις 38 και 51 αντίστοιχα).

( 35 ) Κόμβους τους οποίους διαχειρίζονται εθνικοί οργανισμοί τυποποίησης, ενώ η πρόσβαση στα ΕΤΠ μπορεί προφανώς να υπόκειται σε ορισμένες προϋποθέσεις.

( 36 ) Έκθεση για το κράτος δικαίου – η οποία εκδόθηκε από την Επιτροπή της Βενετίας κατά την 86η σύνοδο της ολομέλειάς της (Βενετία, 25-26 Μαρτίου 2011), CDL-AD(2011)003rev, παράγραφος 44.

( 37 ) Βλ. επί παραδείγματι, το Bundesverfassungsgericht (Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας): απόφαση της 29ης Ιουλίου 1998 – Υπόθεση 1 BvR 1143/90, DE:BVerfG:1998:rk19980729.1bvr114390, παράγραφος 26.

( 38 ) Βλ. Van Waeyenberge, A., La normalisation technique en Europe – L’empire (du droit) contre‑attaque, Revue internationale de droit économique: RIDE, αριθ. 3, 2018, σ. 314. Βλ., επίσης, Aubry, H., Brunet, A., και Peraldi-Leneuf, F., Le contrôle des normes: un garde-fou démocratique à perfectionner, σε Aubry, H., κ.λπ. (επιμ.), La normalisation en France et dans l’Union européenne. Une activité privée au service de l’intérêt général?, PUAM, Aix-en-Provence, 2012, σ. 104.

( 39 ) Alvarez Garcia, V., La problemática de la publicidad oficial de las normas técnicas de origen privado que despliegan efectos jurídico-públicos, Revista de Derecho Comunitario Europeo, αριθ. 72, 2022, σ. 467.

( 40 ) Βλ., επίσης, Alvarez Garcia, V., όπ.π., σ. 478.

( 41 ) Απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 58).

( 42 ) Σύμβαση της Βέρνης για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων, η οποία υπογράφηκε στη Βέρνη στις 9 Σεπτεμβρίου 1886 (Πράξη των Παρισίων της 24ης Ιουλίου 1971), ως έχει μετά την τροποποίησή της στις 28 Σεπτεμβρίου 1979.

( 43 ) Μέσω του άρθρου 1, παράγραφος 4, της Συνθήκης του Παγκόσμιου Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας (ΠΟΔΙ), για την πνευματική ιδιοκτησία, η οποία εκδόθηκε στη Γενεύη στις 20 Δεκεμβρίου 1996.

( 44 ) Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, Σουηδία κατά Επιτροπής (C‑64/05 P, EU:C:2007:802, σκέψη 69).

( 45 ) Για κριτική της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, βλ. Kamara, I., General Court EU: Commercial interests block the right to access European harmonised standards, Journal of Standardisation, τόμος 1, 2022, μελέτη 4, και Krämer, L., L’environnement devant la Cour de justice de l’Union européenne, Revue du droit de l’Union européenne, 1/2022, σ. 15.

( 46 ) Γνωμοδότηση της 8ης Μαρτίου 2011 (συμφωνία σχετικά με τη θέσπιση κανόνων περί ενοποιημένου συστήματος επιλύσεως των διαφορών σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας) (EU:C:2011:123, σκέψη 80).

( 47 ) Βλ. Blockx, F., The General Court of the EU wanders into copyright law, and gets disoriented, IPKat φιλοξενούμενη ανάρτηση, 15 Ιουλίου 2021, όπου περιέχονται περαιτέρω παραπομπές.

( 48 ) Απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, Cofemel (C‑683/17, EU:C:2019:721, σκέψη 29).

( 49 ) Απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2011, Painer (C‑145/10, EU:C:2011:798, σκέψη 89).

( 50 ) Απόφαση της 1ης Μαρτίου 2012, Football Dataco κ.λπ. (C‑604/10, EU:C:2012:115, σκέψη 42).

( 51 ) Blockx, F., όπ.π.

( 52 ) Πράγματι, και οι τηλεφωνικοί κατάλογοι είναι ιδιαιτέρως μακροσκελείς και καλά δομημένοι, αλλά το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι αποτελούν το αποτέλεσμα δημιουργικών επιλογών. Βλ., επί παραδείγματι, Feist Publications, Inc., v. Rural Telephone Service Co., 499 U.S. 340 (1991). Βλ., επ’ αυτού, Blockx, F., όπ.π.

( 53 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση της 1ης Ιουλίου 2008, Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου (C‑39/05 P και C‑52/05 P, EU:C:2008:374, σκέψεις 43 έως 66). Βλ., επίσης, απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2023, De Capitani κατά Συμβουλίου (T‑163/21, EU:T:2023:15, σκέψεις 87 έως 96 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία) (κατά της οποίας δεν ασκήθηκε αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου).

( 54 ) Ωστόσο, η ετήσια έκθεση της CEN για το 2017, σ. 22, αναφέρει ότι μπορεί να φτάσει έως και το 35 % του προϋπολογισμού της CEN.

( 55 ) Βλ. https://www.etsi.org/intellectual-property-rights (αν και η αναπαραγωγή τους πρέπει να εγκριθεί από τον εν λόγω οργανισμό).

( 56 ) Van Gestel, R., και Micklitz, H.‑W., όπ.π., σ. 181.

( 57 ) Απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, ClientEarth κατά Επιτροπής (C‑57/16 P, EU:C:2018:660, σκέψεις 80 και 81).

( 58 ) Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, Σουηδία κατά Επιτροπής (C‑64/05 P, EU:C:2007:802, σκέψη 66).

( 59 ) Πρβλ. απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, Σουηδία κατά Επιτροπής (C‑64/05 P, EU:C:2007:802, σκέψεις 65 επ.).