ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ΑΝΤΗΟΝΥ MICHAEL COLLINS
της 28ης Απριλίου 2022 ( 1 )
Υπόθεση C‑129/21
Proximus NV
κατά
Gegevensbeschermingsautoriteit
[αίτηση του Hof van beroep te Brussel
(εφετείου Βρυξελλών, Βέλγιο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών – Οδηγία 2002/58/ΕΚ – Άρθρο 12 – Τηλεφωνικοί κατάλογοι και υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου – Συγκατάθεση του προσώπου το οποίο αφορούν τα δεδομένα – Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 – Ορισμός της συγκατάθεσης – Άρθρο 17 – Δικαίωμα διαγραφής (“δικαίωμα στη λήθη”) – Άρθρο 5, παράγραφος 2, άρθρο 17, παράγραφος 2, άρθρο 19 και άρθρο 24 – Υποχρεώσεις ενημέρωσης και ευθύνη του υπευθύνου επεξεργασίας»
I. Εισαγωγή
|
1. |
Η υπό κρίση αίτηση του Hof van beroep te Brussel (εφετείου Βρυξελλών, Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά αίτημα συνδρομητή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών να μην εμφανίζονται στο μέλλον τα στοιχεία επικοινωνίας του σε δημόσιους ηλεκτρονικούς τηλεφωνικούς καταλόγους, ούτε να είναι προσβάσιμα μέσω υπηρεσιών πληροφοριών τηλεφωνικού καταλόγου. Εγείρει σημαντικά ζητήματα όσον αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων) ( 2 ), της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγίας για την προστασία ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) ( 3 ), καθώς και τη σχέση μεταξύ των δύο αυτών πράξεων. |
|
2. |
Ο ΓΚΠΔ επιβάλλει σε κάθε υπεύθυνο επεξεργασίας τη γενική υποχρέωση να λαμβάνει τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων για την επεξεργασία των δεδομένων του. Αντίστοιχη υποχρέωση επιβάλλει και η οδηγία 2002/58 όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων που γίνεται από παρόχους ηλεκτρονικών καταλόγων συνδρομητών τηλεφωνίας και υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου, με τη διαφορά ότι η εφάπαξ παροχή συγκατάθεσης εκ μέρους του συνδρομητή στη χρήση των δεδομένων του αρκεί ώστε να καταστεί επιτρεπτή η επεξεργασία αυτών για τον ίδιο σκοπό. Ήτοι, εφόσον ο συνδρομητής συγκατατεθεί άπαξ στην εμφάνιση των στοιχείων επικοινωνίας του σε καταλόγους συνδρομητών, άλλοι πάροχοι υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών μπορούν να περιλάβουν τα εν λόγω στοιχεία επικοινωνίας στους δικούς τους καταλόγους, επικαλούμενοι την ήδη χορηγηθείσα συγκατάθεση. Τι συμβαίνει όμως όταν ο συνδρομητής επιθυμεί τη διαγραφή των στοιχείων επικοινωνίας του από όλους τους καταλόγους συνδρομητών; Εγείρονται δύο τουλάχιστον ζητήματα. Πρώτον, θα πρέπει ο συνδρομητής να απευθύνει σχετικό αίτημα στον φορέα εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών με τον οποίο έχει συνάψει σύμβαση, στον πάροχο (ή τους παρόχους) των υπηρεσιών καταλόγων συνδρομητών ή σε όλους τους ανωτέρω; Δεύτερον, υποχρεούται ο πάροχος υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών να διαβιβάσει το αίτημα περί διαγραφής των στοιχείων επικοινωνίας σε τρίτους, όπως στον φορέα εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών του συνδρομητή, σε άλλο πάροχο (ή παρόχους) υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών και σε παρόχους μηχανών αναζήτησης; |
II. Το ιστορικό της διαφοράς
|
3. |
Η Proximus παρέχει υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών. Καταχωρίζει τα στοιχεία επικοινωνίας των δικών της συνδρομητών, καθώς και εκείνα που λαμβάνει από άλλους φορείς εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, σε δύο ηλεκτρονικούς καταλόγους συνδρομητών του Βελγίου, www.1207.be και www.1307.be, καθώς και σε δύο υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου, 1207 και 1307, τις οποίες επίσης παρέχει. Επιπλέον, διαβιβάζει τα στοιχεία επικοινωνίας σε έναν ακόμη πάροχο υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών. |
|
4. |
Η Proximus εκθέτει ότι στις βάσεις δεδομένων της, καθώς και στις αντίστοιχες βάσεις δεδομένων τρίτων, γίνεται διάκριση μεταξύ των συνδρομητών αναλόγως του αν τα στοιχεία επικοινωνίας τους επιτρέπεται να περιληφθούν σε καταλόγους συνδρομητών ή όχι. Στις περιπτώσεις που επιτρέπεται η συμπερίληψη των στοιχείων επικοινωνίας, η σχετική παράμετρος στην καταχώριση του συνδρομητή λαμβάνει τιμή «NNNNN». Στις περιπτώσεις που δεν επιτρέπεται η συμπερίληψη των στοιχείων επικοινωνίας, η σχετική παράμετρος λαμβάνει τιμή «XXXXX». |
|
5. |
Ο προσφεύγων είναι συνδρομητής υπηρεσιών τηλεφωνίας που παρέχει η Telenet, φορέας εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών που δραστηριοποιείται στην αγορά του Βελγίου. Η Telenet δεν παρέχει υπηρεσία καταλόγου συνδρομητών. Διαθέτει τα στοιχεία επικοινωνίας των συνδρομητών της, μεταξύ άλλων, στην Proximus. |
|
6. |
Στις 13 Ιανουαρίου 2019, ο προσφεύγων απηύθυνε στην Proximus το ακόλουθο αίτημα, μέσω της φόρμας επικοινωνίας που διατίθεται στον ιστότοπο www.1207.be: «Παρακαλώ να μην περιληφθεί ο αριθμός αυτός στις “Witte Gids”, στο 1207.be, […]». |
|
7. |
Κατόπιν του αιτήματος αυτού, στις 28 Ιανουαρίου 2019 η Proximus άλλαξε την τιμή της οικείας παραμέτρου στην καταχώριση του προσφεύγοντος από «NNNNN» σε «XXXXX». Την ίδια ημέρα, υπάλληλος της Proximus απέστειλε στον προσφεύγοντα την ακόλουθη απάντηση:«Ο αριθμός [x] δεν περιλαμβάνεται πλέον στην τρέχουσα έκδοση των “Gids”. Οι πληροφορίες αυτές δεν είναι πλέον προσβάσιμες ούτε μέσω της υπηρεσίας πληροφοριών καταλόγου (1207) ούτε μέσω του ιστοτόπου (1207.be). Μπορείτε να βρείτε την επικαιροποιημένη έκδοση των δημοσιευμένων στοιχείων σας στον ιστότοπό μας, www.1207.be». |
|
8. |
Στις 31 Ιανουαρίου 2019, η Proximus έλαβε από την Telenet συνήθη ενημέρωση σχετικά με τα δεδομένα των συνδρομητών. Στην ενημέρωση αυτή περιλαμβάνονταν νέα στοιχεία επικοινωνίας του προσφεύγοντος. Υπήρχε επίσης η ένδειξη ότι επιτρεπόταν η συμπερίληψη των στοιχείων επικοινωνίας του προσφεύγοντος σε καταλόγους συνδρομητών («NNNNN»). Η ενημέρωση αυτή υποβλήθηκε σε αυτόματη επεξεργασία από την Proximus. Αποτέλεσμα της επεξεργασίας αυτής ήταν να καταστούν τα στοιχεία επικοινωνίας του προσφεύγοντος εκ νέου διαθέσιμα στο κοινό. |
|
9. |
Στις 14 Αυγούστου 2019, ο προσφεύγων, αφού διαπίστωσε ότι ο αριθμός τηλεφώνου του εμφανιζόταν στους ηλεκτρονικούς καταλόγους συνδρομητών τηλεφωνίας www.1207.be και www.1307.be, καθώς και σε ορισμένους ακόμη ηλεκτρονικούς καταλόγους συνδρομητών τηλεφωνίας, επικοινώνησε με την Proximus μέσω της φόρμας επικοινωνίας που διατίθεται στον ιστότοπο www.1207.be, ζητώντας «να μην αναφέρεται» ο αριθμός τηλεφώνου του «στον ιστότοπο http://www.1207.be». |
|
10. |
Την ίδια ημέρα, υπάλληλος της Proximus απέστειλε την ακόλουθη απάντηση: «Με βάση το αίτημά σας, προχωρήσαμε στη διαγραφή της καταχώρισής σας, ως εκ τούτου τα στοιχεία σας (αριθμός τηλεφώνου, όνομα, διεύθυνση) δεν θα εμφανίζονται στο εξής σε καταλόγους συνδρομητών τηλεφωνίας ή σε υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου. Εντός των επόμενων ημερών, τα στοιχεία σας θα διαγραφούν από τους ιστοτόπους www.1207.be – www.1307.be και από τις υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου (1207 – 1307). Επιπλέον, θα επικοινωνήσουμε με την Google προκειμένου να διαγραφούν οι σχετικοί σύνδεσμοι προς τον ιστότοπό μας. Σε συμμόρφωση με τις κείμενες διατάξεις, τα στοιχεία σας έχουν διαβιβαστεί και σε άλλους παρόχους καταλόγων συνδρομητών τηλεφωνίας ή υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου που έχουν ζητήσει [από την Proximus] να τους παράσχει δεδομένα συνδρομητών, και συγκεκριμένα στους ιστοτόπους www.wittegids.be, www.infobel.com, www.de1212.be και www.opendi.be. Οι ως άνω πάροχοι θα ενημερωθούν μέσω των μηνιαίων επικαιροποιήσεων για το αίτημά σας να μην εμφανίζονται πλέον τα στοιχεία σας.» |
|
11. |
Ταυτόχρονα, ο προσφεύγων υπέβαλε καταγγελία στην Gegevensbeschermingsautoriteit (αρχή προστασίας δεδομένων, Βέλγιο· στο εξής: ΑΠΔ). Με την καταγγελία του εξέθετε τα ακόλουθα: «παρά το εγγράφως υποβληθέν, ρητό αίτημά μου […] να μην περιληφθεί ο (καινούργιος) αριθμός τηλεφώνου μου […] και τα στοιχεία μου στις Witte Gids, στο 1207.be, […], σήμερα, αφού έλαβα τηλεφωνική κλήση από εταιρία που δεν διαθέτει τον αριθμό τηλεφώνου μου, [διαπίστωσα] ότι ο αριθμός τηλεφώνου μου έχει εντούτοις καταχωρισθεί στους ιστοτόπους www.1207.be, www.1307.be, www.wittegids.be, www.infobel.be, ww.de1212.be και, κατά πάσα πιθανότητα, και στις συναφείς υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου 1207, 1307, στην έντυπη έκδοση των Witte Gids(en) και στο www.opendi.be». |
|
12. |
Στις 27 Αυγούστου 2019, ο αρμόδιος εισηγητής της ΑΠΔ έκρινε παραδεκτή την προσφυγή και την παρέπεμψε στο Geschillenkamer van de Gegevensbeschermingsautoriteit (τμήμα επίλυσης διαφορών της αρχής προστασίας των δεδομένων, Βέλγιο· στο εξής: τμήμα επίλυσης διαφορών της ΑΠΔ). |
III. Σχετικές νομοθετικές διατάξεις
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
|
13. |
Το άρθρο 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), το οποίο φέρει τον τίτλο «Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής: «1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. 2. Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από το νόμο. Κάθε πρόσωπο δικαιούται να έχει πρόσβαση στα συλλεγέντα δεδομένα που το αφορούν και να επιτυγχάνει τη διόρθωσή τους.» |
2. Ο Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων
|
14. |
Η έννοια της συγκατάθεσης είναι κομβικής σημασίας για τη λειτουργία του ΓΚΠΔ. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 11, ως συγκατάθεση νοείται κάθε ένδειξη βουλήσεως, ελεύθερη, συγκεκριμένη, εν πλήρει επιγνώσει και αδιαμφισβήτητη, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων εκδηλώνει ότι συμφωνεί, με δήλωση ή με σαφή θετική ενέργεια, να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. |
|
15. |
Το άρθρο 5 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αρχές που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», ορίζει στο σχετικό μέρος της παραγράφου 1 τα εξής: «Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα:
|
|
16. |
Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ ορίζει τα εξής: «Ο υπεύθυνος επεξεργασίας φέρει την ευθύνη και είναι σε θέση να αποδείξει τη συμμόρφωση με την παράγραφο 1 (“λογοδοσία”).» |
|
17. |
Το άρθρο 6 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Νομιμότητα της επεξεργασίας», προβλέπει τα εξής: «1. Η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον ισχύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
[…]». |
|
18. |
Το άρθρο 7 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Προϋποθέσεις για συγκατάθεση», ορίζει στις σχετικές παραγράφους του τα εξής: «1. Όταν η επεξεργασία βασίζεται σε συγκατάθεση, ο υπεύθυνος επεξεργασίας είναι σε θέση να αποδείξει ότι το υποκείμενο των δεδομένων συγκατατέθηκε για την επεξεργασία των δεδομένων του προσωπικού χαρακτήρα. […] 3. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη συγκατάθεσή του ανά πάσα στιγμή. Η ανάκληση της συγκατάθεσης δεν θίγει τη νομιμότητα της επεξεργασίας που βασίστηκε στη συγκατάθεση προ της ανάκλησής της. Πριν την παροχή της συγκατάθεσης, το υποκείμενο των δεδομένων ενημερώνεται σχετικά. Η ανάκληση της συγκατάθεσης είναι εξίσου εύκολη με την παροχή της. […]» |
|
19. |
Το άρθρο 17 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα διαγραφής (“δικαίωμα στη λήθη”)», προβλέπει –καθ’ ο μέρος ενδιαφέρει εν προκειμένω– τα εξής: «1. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας τη διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να διαγράψει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εάν ισχύει ένας από τους ακόλουθους λόγους: […]
[…] 2. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει δημοσιοποιήσει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και υποχρεούται σύμφωνα με την παράγραφο 1 να διαγράψει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, λαμβάνοντας υπόψη τη διαθέσιμη τεχνολογία και το κόστος εφαρμογής, λαμβάνει εύλογα μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών μέτρων, για να ενημερώσει τους υπευθύνους επεξεργασίας που επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, ότι το υποκείμενο των δεδομένων ζήτησε τη διαγραφή από αυτούς τους υπευθύνους επεξεργασίας τυχόν συνδέσμων με τα δεδομένα αυτά ή αντιγράφων ή αναπαραγωγών των εν λόγω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. […]» |
|
20. |
Το άρθρο 19 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Υποχρέωση γνωστοποίησης όσον αφορά τη διόρθωση ή τη διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή τον περιορισμό της επεξεργασίας», προβλέπει τα εξής: «Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ανακοινώνει κάθε διόρθωση ή διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή περιορισμό της επεξεργασίας των δεδομένων που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 16, το άρθρο 17 παράγραφος 1 και το άρθρο 18 σε κάθε αποδέκτη στον οποίο γνωστοποιήθηκαν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εκτός εάν αυτό αποδεικνύεται ανέφικτο ή εάν συνεπάγεται δυσανάλογη προσπάθεια. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων σχετικά με τους εν λόγω αποδέκτες, εφόσον αυτό ζητηθεί από το υποκείμενο των δεδομένων.» |
|
21. |
Το άρθρο 24 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ευθύνη του υπευθύνου επεξεργασίας», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής: «Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, το πεδίο εφαρμογής, το πλαίσιο και τους σκοπούς της επεξεργασίας, καθώς και τους κινδύνους διαφορετικής πιθανότητας επέλευσης και σοβαρότητας για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας εφαρμόζει κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα προκειμένου να διασφαλίζει και να μπορεί να αποδεικνύει ότι η επεξεργασία διενεργείται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Τα εν λόγω μέτρα επανεξετάζονται και επικαιροποιούνται όταν κρίνεται απαραίτητο.» |
|
22. |
Το άρθρο 95 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Σχέση με την οδηγία 2002/58/ΕΚ», προβλέπει τα εξής: «Ο παρών κανονισμός δεν επιβάλλει πρόσθετες υποχρεώσεις σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα σε σχέση με την επεξεργασία όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμων στο κοινό σε δημόσια δίκτυα επικοινωνίας στην Ένωση σε σχέση με θέματα τα οποία υπόκεινται στις ειδικές υποχρεώσεις με τον ίδιο στόχο που ορίζεται στην [οδηγία 2002/58].» |
3. Η οδηγία 2002/58
|
23. |
Η αιτιολογική σκέψη 17 της οδηγίας 2002/58 έχει ως εξής: «Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η συγκατάθεση του χρήστη ή του συνδρομητή, ανεξάρτητα αν αυτός είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, πρέπει να έχουν την ίδια έννοια με τη συγκατάθεση του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα, όπως ορίζεται και περαιτέρω προσδιορίζεται στην [οδηγία 95/46]. Η συγκατάθεση δύναται να παρέχεται με κάθε πρόσφορο τρόπο που επιτρέπει την ελεύθερη και ενημερωμένη έκφραση των επιθυμιών του χρήστη, όπως με τη συμπλήρωση τετραγωνιδίου κατά την επίσκεψη ιστοσελίδας του Διαδικτύου.» |
|
24. |
Εκτός αν άλλως ορίζεται, στην οδηγία 2002/58 ισχύουν οι ορισμοί που περιλαμβάνονται στην οδηγία 95/46 ( 4 ) και την οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία πλαίσιο) ( 5 ). Κατά το άρθρο 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2002/58, ως «συγκατάθεση» του χρήστη ή του συνδρομητή ορίζεται η συγκατάθεση του προσώπου που αφορούν τα δεδομένα, κατά την έννοια της οδηγίας 95/46. Επομένως, για τους σκοπούς της οδηγίας 2002/58, ο ορισμός της συγκατάθεσης είναι ο ίδιος με εκείνον που περιέχεται στο άρθρο 4, παράγραφος 11, του ΓΚΠΔ, το κείμενο του οποίου παρατίθεται στο σημείο 14 των παρουσών προτάσεων. |
|
25. |
Το άρθρο 12 της οδηγίας 2002/58 προβλέπει στις παραγράφους 2 και 3 τα εξής: «2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι συνδρομητές να έχουν την ευκαιρία να καθορίζουν εάν και ποια από τα προσωπικά τους δεδομένα θα περιλαμβάνονται σε δημόσιους καταλόγους, στο βαθμό που τα εν λόγω στοιχεία είναι συναφή με τους σκοπούς του καταλόγου όπως καθορίζεται από τον φορέα παροχής του καταλόγου, και να επαληθεύουν, να διορθώνουν ή να αποσύρουν τα εν λόγω δεδομένα. Η μη εγγραφή, η επαλήθευση, η διόρθωση ή η απόσυρση των προσωπικών δεδομένων από το δημόσιο κατάλογο συνδρομητών γίνεται ατελώς. 3. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν να ζητείται η πρόσθετη συγκατάθεση των συνδρομητών για οποιοδήποτε άλλο σκοπό δημόσιου καταλόγου, εκτός της έρευνας των στοιχείων επαφής προσώπων βάσει του ονόματός τους και, εάν απαιτείται, ενός ελάχιστου αριθμού άλλων στοιχείων ταυτότητας.» |
Β. Το βελγικό δίκαιο
|
26. |
Ο Wet van 13 juni 2005 betreffende de elektronische communicatie (νόμος της 13ης Ιουνίου 2005 περί ηλεκτρονικών επικοινωνιών) μεταφέρει στο βελγικό δίκαιο, μεταξύ άλλων, την οδηγία 2002/58 ( 6 ). Το άρθρο 133, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου μεταφέρει στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58. Στη συνέχεια των παρουσών προτάσεων γίνεται μνεία και άλλων διατάξεων του WEC, στο μέτρο που έχουν σημασία για τις προτεινόμενες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου. |
IV. Η εθνική ένδικη διαδικασία και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
|
27. |
Καθ’ ο μέρος ενδιαφέρει στο πλαίσιο της παραπομπής της υπόθεσης στο Δικαστήριο, στις 30 Ιουλίου 2020 το τμήμα επίλυσης διαφορών της ΑΠΔ υποχρέωσε την Proximus (i) να λάβει αμέσως τα κατάλληλα μέτρα ώστε να συμμορφωθεί με την εκ μέρους του προσφεύγοντος ανάκληση της συγκατάθεσης και, ως εκ τούτου, με τις απαιτήσεις που επιβάλλει ο ΓΚΠΔ όσον αφορά την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· (ii) να ικανοποιήσει το αίτημα του προσφεύγοντος να ασκήσει το «δικαίωμα στη λήθη»· και (iii) να παύσει στο εξής την παράνομη επεξεργασία δεδομένων που συνίσταται στη διαβίβαση προσωπικών στοιχείων σε τρίτους παρόχους καταλόγων συνδρομητών. Επιπλέον, απηύθυνε επίπληξη στην Proximus για μη συμμόρφωση με το άρθρο 24 του ΓΚΠΔ. Το τμήμα επίλυσης διαφορών της ΑΠΔ επέβαλε στην Proximus πρόστιμο ύψους 20000 ευρώ για παραβάσεις των άρθρων 6, 7 και 12 του ΓΚΠΔ (στο εξής: επίδικη απόφαση). |
|
28. |
Η Proximus προσέβαλε την επίδικη απόφαση ενώπιον του Hof van beroep te Brussel (εφετείου Βρυξελλών), το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
|
29. |
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Proximus, η ΑΠΔ, η Ιταλική, η Λεττονική, η Πορτογαλική και η Ρουμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. |
|
30. |
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 9ης Φεβρουαρίου 2022, η Proximus, η ΑΠΔ και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους και απάντησαν σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου. |
V. Εκτίμηση
Α. Επί του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων
|
31. |
Προκαταρκτικώς, η Proximus υποστηρίζει ότι το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, κατά το μέρος του που αφορά τις υποχρεώσεις των φορέων εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, οι οποίες είναι διακριτές από εκείνες που επιβάλλονται στους παρόχους καταλόγων συνδρομητών, καθώς επίσης και το δεύτερο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα είναι υποθετικά και/ή δεν ασκούν επιρροή επί των ζητημάτων που καλείται να κρίνει το αιτούν δικαστήριο και, επομένως, είναι απαράδεκτα. |
|
32. |
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της εκδοθησόμενης δικαστικής αποφάσεως να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβαλλόμενα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται καταρχήν να απαντήσει ( 7 ). |
|
33. |
Ωστόσο, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο, δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν ( 8 ). |
|
34. |
Για να απαντήσω στην ένσταση απαραδέκτου που προβάλλει η Proximus, θεωρώ σκόπιμο να εκθέσω τους κύριους ισχυρισμούς που προβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου οι μετέχοντες στη διαδικασία, προκειμένου να εκτιμηθεί αν τα τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα εμφανίζουν τέτοια έλλειψη συνάφειας με το αντικείμενο της ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου εκκρεμούς διαφοράς ώστε να μην έχουν καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης και, επομένως, να είναι απαράδεκτα εν όλω ή εν μέρει. |
|
35. |
Η Proximus θεωρεί ότι δεν υποχρεούται να λάβει τη συγκατάθεση του προσφεύγοντος προκειμένου να συμπεριλάβει τα στοιχεία επικοινωνίας του στους καταλόγους της, ούτε να του παρέχει τη δυνατότητα να καθορίσει αν τα προσωπικά του δεδομένα πρέπει να συμπεριληφθούν στους καταλόγους αυτούς. Κατά την Proximus, για τα ζητήματα αυτά υπεύθυνος είναι ο φορέας εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (εν προκειμένω η Telenet). Επομένως, το αίτημα του προσφεύγοντος περί διαγραφής των στοιχείων επικοινωνίας του από τους καταλόγους της Proximus θα έπρεπε να απευθυνθεί στην Telenet. Επικουρικώς, η Proximus θεωρεί ότι οι σχετικές με το «δικαίωμα στη λήθη» διατάξεις του ΓΚΠΔ δεν ασκούν επιρροή, δεδομένου ότι η διαγραφή των στοιχείων επικοινωνίας συνίσταται στην αλλαγή της τιμής της οικείας παραμέτρου στην καταχώριση του συνδρομητή από «NNNNN» σε «XXXXX». Πρόκειται για διόρθωση και όχι για διαγραφή δεδομένων. Επιπλέον, δεν είναι εύλογο να απαιτείται από την Proximus να ενημερώσει τους παρόχους μηχανών αναζήτησης σχετικά με το αίτημα του προσφεύγοντος, δεδομένου ότι δεν είναι βέβαιο αν οι εν λόγω πάροχοι έλαβαν τα στοιχεία επικοινωνίας του προσφεύγοντος από την Proximus ή από άλλο πάροχο υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών. |
|
36. |
Η ΑΠΔ θεωρεί ότι για τη συμπερίληψη των στοιχείων επικοινωνίας του προσφεύγοντος σε καταλόγους συνδρομητών απαιτούνταν η προηγούμενη συγκατάθεσή του. Από τη στιγμή που ο προσφεύγων ενημέρωσε την Proximus ότι δεν επιθυμούσε πλέον τη συμπερίληψη των στοιχείων του στους εν λόγω καταλόγους, η συνέχιση αυτής κατέστη παράνομη. Το αίτημα που υπέβαλε ο προσφεύγων συνιστά ανάκληση της συγκατάθεσής του και άσκηση του «δικαιώματος στη λήθη» κατά την έννοια του άρθρου 17 του ΓΚΠΔ. Το άρθρο 17, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ επιβάλλει στην Proximus την υποχρέωση να ενημερώσει τους παρόχους μηχανών αναζήτησης για την υποβολή του εν λόγω αιτήματος. Εξάλλου, το άρθρο 5, παράγραφος 2, και το άρθρο 24 του ΓΚΠΔ παρέχουν στην ΑΠΔ την ευχέρεια να αξιώσει από την Proximus να ενημερώσει τον φορέα εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και τους λοιπούς παρόχους υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών σχετικά με την υποβολή του αιτήματος αυτού. |
|
37. |
Οι παρατηρήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής συγκλίνουν, εν γένει, με εκείνες της ΑΠΔ. Ενώ στις παρατηρήσεις της Λεττονικής, της Πορτογαλικής και της Ρουμανικής Κυβερνήσεως η προσέγγιση που ακολουθείται είναι παρόμοια, διαλαμβάνονται ωστόσο οι ακόλουθες επιφυλάξεις. Η Λεττονική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι η απαίτηση να λαμβάνει κάθε πάροχος υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών αυτοτελή συγκατάθεση δεν βρίσκει νόμιμο έρεισμα: οι διάφοροι πάροχοι που κάνουν χρήση δεδομένων για τον ίδιο σκοπό θα πρέπει να μπορούν να βασίζονται στην άπαξ χορηγηθείσα συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων. Η Ρουμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η εκ μέρους της ΑΠΔ επίκληση του άρθρου 5, παράγραφος 2, και του άρθρου 24 του ΓΚΠΔ είναι εσφαλμένη, διότι οι εν λόγω διατάξεις δεν επιβάλλουν στους υπευθύνους επεξεργασίας την υποχρέωση να συνδιαλέγονται μεταξύ τους. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η υποχρέωση των υπευθύνων επεξεργασίας να ενημερώνουν τρίτους –συμπεριλαμβανομένων των παρόχων μηχανών αναζήτησης– για την υποβολή αιτήματος διαγραφής δεδομένων απορρέει από το άρθρο 19 του ΓΚΠΔ και όχι από το άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού. |
|
38. |
Από τη σύντομη αυτή επισκόπηση των κυριότερων ισχυρισμών που προβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου οι μετέχοντες στη διαδικασία, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι και τα τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο είναι συναφή με το αντικείμενο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του, και δη σε τέτοιο βαθμό ώστε κανένα μέρος τους να μην μπορεί να κριθεί απαράδεκτο. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου των προδικαστικών ερωτημάτων που προέβαλε η Proximus. |
Β. Επί της ουσίας
1. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
|
39. |
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν απαιτείται –δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, στοιχείο στʹ, της ίδιας οδηγίας και το άρθρο 95 του ΓΚΠΔ– η συγκατάθεση του συνδρομητή, όπως ορίζεται από τον ΓΚΠΔ, προκειμένου να περιληφθούν τα στοιχεία επικοινωνίας του σε καταλόγους συνδρομητών που δημοσιεύονται από φορέα εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και/ή από άλλους παρόχους υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών. |
|
40. |
Το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58 ορίζει ότι οι συνδρομητές θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να καθορίζουν εάν τα προσωπικά τους δεδομένα θα περιλαμβάνονται σε δημόσιους καταλόγους. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται η ύπαρξη της αντίστοιχης υποχρέωσης παροχής στον συνδρομητή της ευκαιρίας να επιλέγει ρητώς αν επιθυμεί να περιλαμβάνονται τα στοιχεία του στους εν λόγω καταλόγους. Περαιτέρω, το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/58 προβλέπει τη δυνατότητα να ζητείται «πρόσθετη συγκατάθεση» των συνδρομητών για οποιονδήποτε άλλο σκοπό δημόσιου καταλόγου εκτός της έρευνας των στοιχείων επικοινωνίας προσώπων βάσει του ονόματός τους ( 9 ). Από το γεγονός, δε, ότι στο άρθρο 12, παράγραφος 3, γίνεται λόγος για «πρόσθετη συγκατάθεση» συνάγεται ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, επιβάλλει να έχει ήδη ληφθεί η αρχική συγκατάθεση για τη δημοσίευση. |
|
41. |
Όπως επισημάνθηκε στα σημεία 23 και 24 των παρουσών προτάσεων, για τους σκοπούς του άρθρου 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2002/58 ως «συγκατάθεση» νοείται κάθε ένδειξη βουλήσεως, ελεύθερη, συγκεκριμένη, εν πλήρει επιγνώσει και αδιαμφισβήτητη, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων εκδηλώνει ότι συμφωνεί, με δήλωση ή με σαφή θετική ενέργεια, να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. |
|
42. |
Το γεγονός ότι στον ορισμό της συγκατάθεσης για τους σκοπούς της οδηγίας 2002/58 γίνεται λόγος για «θετική ενέργεια» αποτελεί περαιτέρω ένδειξη ότι θα πρέπει να παρέχεται στον συνδρομητή η ευκαιρία να επιλέξει αν θα συναινέσει («opt-in») στη συμπερίληψη των προσωπικών του δεδομένων σε δημόσιο κατάλογο. Αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η Proximus, οι πάροχοι υπηρεσιών καταλόγου δεν μπορούν να θεωρούν εκ των προτέρων δεδομένη τη συγκατάθεση του συνδρομητή στη συμπερίληψη των στοιχείων επικοινωνίας του σε δημόσιο κατάλογο, εφόσον δεν προκύπτει εναντίωσή του (η λεγόμενη προσέγγιση «opt-out»). |
|
43. |
Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι από την ερμηνεία του άρθρου 12 της οδηγίας 2002/58 βάσει του πλαισίου και του συστήματος στα οποία εντάσσεται η διάταξη αυτή προκύπτει ότι η διαλαμβανόμενη στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου συγκατάθεση αφορά τον σκοπό της δημοσίευσης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε δημόσιο κατάλογο και όχι ειδικά την ταυτότητα του εκδότη του καταλόγου αυτού. Η βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58 συγκατάθεση καλύπτει κατ’ αυτόν τον τρόπο οποιαδήποτε μεταγενέστερη επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων από τρίτες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αγορά διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου και υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών, υπό την προϋπόθεση ότι η επεξεργασία επιδιώκει τον ίδιο αυτό σκοπό ( 10 ). |
|
44. |
Επομένως, η συγκατάθεση του συνδρομητή, όπως ορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 11, του ΓΚΠΔ, απαιτείται προκειμένου να περιληφθούν τα προσωπικά του δεδομένα σε καταλόγους συνδρομητών που δημοσιεύονται από τον φορέα εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και/ή από τρίτους παρόχους υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών. Εφόσον η δημοσίευση επιδιώκει τον ίδιο αυτό σκοπό, ο φορέας εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και/ή ο τρίτος πάροχος (ή οι τρίτοι πάροχοι) μπορούν να επικαλούνται την ήδη χορηγηθείσα συγκατάθεση. |
|
45. |
Θα πρέπει να προσθέσω ότι, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, όταν η επεξεργασία βασίζεται σε συγκατάθεση, ο υπεύθυνος επεξεργασίας θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει ότι το υποκείμενο των δεδομένων συγκατατέθηκε για την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων. Ένας πάροχος υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών όπως η Proximus δεν μπορεί να θεωρεί ότι τεκμαίρεται η συγκατάθεση του συνδρομητή, ακόμη και αν μπορεί να επικαλεστεί ότι ο συνδρομητής παρέσχε συγκατάθεση σε άλλο υπεύθυνο επεξεργασίας. |
|
46. |
Η Proximus επικαλείται τις αιτιολογικές σκέψεις 38 και 39 της οδηγίας 2002/58 προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι η υποχρέωση (i) ενημέρωσης του συνδρομητή σχετικά με τον σκοπό των καταλόγων στους οποίους πρόκειται να περιληφθούν τα προσωπικά του δεδομένα και (ii) παροχής στον συνδρομητή της ευκαιρίας να καθορίζει εάν τα προσωπικά του δεδομένα θα περιλαμβάνονται σε δημόσιους καταλόγους βαρύνει αποκλειστικά τον φορέα εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών με τον οποίο έχει συμβληθεί ο συνδρομητής. Το κείμενο των εν λόγω αιτιολογικών σκέψεων δεν μπορεί να στηρίξει τον ισχυρισμό αυτό. Στην αιτιολογική σκέψη 38 γίνεται λόγος για την υποχρέωση των «φορ[έων] παροχής δημόσιων καταλόγων» να «ενημερώνουν τους συνδρομητές που πρόκειται να περιλάβουν στους καταλόγους αυτούς σχετικά με τους σκοπούς του καταλόγου […]». Στην αιτιολογική σκέψη 39 διαλαμβάνεται ότι «η υποχρέωση ενημέρωσης των συνδρομητών σχετικά με τον ή τους σκοπούς των δημόσιων καταλόγων, στους οποίους πρόκειται να περιληφθούν τα στοιχεία ταυτότητάς τους, πρέπει να επιβάλλεται στο μέρος που συλλέγει τα δεδομένα για τον σκοπό αυτό». |
|
47. |
Δεδομένου ότι η Telenet δεν δημοσιεύει καταλόγους συνδρομητών, δεν την αφορούν τα διαλαμβανόμενα στις δύο αυτές αιτιολογικές σκέψεις. Μολονότι είναι δυνατόν να λάβει ο φορέας εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών τη συγκατάθεση του συνδρομητή για τον σκοπό της συμπερίληψης των δεδομένων του σε καταλόγους συνδρομητών που παρέχουν τρίτοι, και οι τρίτοι μπορούν εφεξής να επικαλούνται, και να αποδεικνύουν, ότι η συγκατάθεση αυτή έχει δοθεί στον φορέα εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, εντούτοις δεν προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 38 και 39 της οδηγίας 2002/58 ότι μόνον οι φορείς εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών έχουν την υποχρέωση να λαμβάνουν την εν λόγω συγκατάθεση, ούτως ώστε οι τρίτοι πάροχοι υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών να απαλλάσσονται από τη σχετική ευθύνη τους και την υποχρέωση λογοδοσίας. |
|
48. |
Τέλος, δεδομένου ότι η οδηγία 2002/58 παραπέμπει ρητώς στον ίδιο ορισμό της συγκατάθεσης που περιέχει και ο ΓΚΠΔ, η προβληματική που ανέπτυξε η Proximus σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 95 του ΓΚΠΔ και τη σχέση μεταξύ του ΓΚΠΔ και της οδηγίας 2002/58, την οποία θεωρεί ως σχέση lex generalis και lex specialis, είναι αλυσιτελής. |
|
49. |
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα την απάντηση ότι, δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, στοιχείο στʹ, της ίδιας οδηγίας και το άρθρο 95 του ΓΚΠΔ, απαιτείται η «συγκατάθεση» του συνδρομητή, όπως ορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 11, του ΓΚΠΔ, προκειμένου να περιληφθούν τα στοιχεία επικοινωνίας του σε καταλόγους συνδρομητών που δημοσιεύονται από φορέα εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και/ή από άλλους παρόχους υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών. |
2. Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
|
50. |
Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το αίτημα του συνδρομητή για τη διαγραφή των δεδομένων του από καταλόγους συνδρομητών συνιστά άσκηση του «δικαιώματος διαγραφής» που κατοχυρώνεται στο άρθρο 17 του ΓΚΠΔ. |
|
51. |
Η Proximus υποστηρίζει ότι ο τρίτος πάροχος υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών δεν υποχρεούται να ικανοποιήσει το αίτημα συνδρομητή περί διαγραφής δεδομένων από καταλόγους συνδρομητών, δεδομένου ότι το άρθρο 17 του ΓΚΠΔ δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση του εν λόγω τρίτου. Ο συνδρομητής οφείλει να απευθύνει το αίτημά του στον φορέα εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών με τον οποίο έχει συμβληθεί. Και σε αυτήν την περίπτωση, η Proximus υποστηρίζει ότι η σχέση μεταξύ του ΓΚΠΔ και της οδηγίας 2002/58 είναι σχέση lex generalis και lex specialis. |
|
52. |
Επικουρικώς, η Proximus υποστηρίζει ότι το αίτημα του προσφεύγοντος «να μην περιληφθεί ο αριθμός τηλεφώνου […] στο 1207.be» αποτελεί αίτημα διόρθωσης κατά την έννοια του άρθρου 16 του ΓΚΠΔ, και όχι αίτημα διαγραφής κατά το άρθρο 17 του ΓΚΠΔ, καθόσον απλώς μεταβάλλεται η τιμή της οικείας παραμέτρου στην καταχώριση του συνδρομητή από «NNNNN» σε «XXXXX». |
|
53. |
Το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58 ορίζει ότι οι συνδρομητές που έχουν συγκατατεθεί για την συμπερίληψη των προσωπικών τους δεδομένων σε καταλόγους συνδρομητών πρέπει να έχουν την ευκαιρία «να διορθώνουν ή να αποσύρουν» τα δεδομένα αυτά. Στην οδηγία 2002/58 δεν περιλαμβάνονται ορισμοί των όρων «διορθώνουν» ή «αποσύρουν». Επομένως, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η συνήθης έννοια των λέξεων αυτών στο πλαίσιο εντός του οποίου χρησιμοποιούνται, ήτοι σε σχέση με τη συμπερίληψη στοιχείων επικοινωνίας συνδρομητή σε καταλόγους συνδρομητών. Με τη λέξη «διορθώνω» σαφώς εννοούνται οι περιπτώσεις στις οποίες ο συνδρομητής επιθυμεί να αλλάξει τον τρόπο εμφάνισης των στοιχείων επικοινωνίας του σε κάποιον κατάλογο, για παράδειγμα, να διορθώσει την ορθογραφία ενός ονόματος ή κάποια ανακρίβεια σε μια διεύθυνση. Πρόκειται για κατάσταση διαφορετική από εκείνη που έχει προκύψει εν προκειμένω, στην οποία ο προσφεύγων επιθυμεί να μην εμφανίζονται πλέον τα στοιχεία επικοινωνίας του σε διαθέσιμους στο κοινό καταλόγους συνδρομητών. Όσον αφορά τη λέξη «αποσύρω», μεταξύ των εννοιών της περιλαμβάνονται τα «απομακρύνω», «καταργώ» ή «ανακαλώ». Εφόσον έπαυσε να συγκατατίθεται στην επεξεργασία των δεδομένων του διά της συμπερίληψής τους σε καταλόγους συνδρομητών, μπορεί να θεωρηθεί ότι ο προσφεύγων ζήτησε την απόσυρση των προσωπικών του δεδομένων κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58. |
|
54. |
Όπως επισημαίνει η Λεττονική Κυβέρνηση, η οδηγία 2002/58 δεν εξειδικεύει περαιτέρω τις πρακτικές λεπτομέρειες για την υλοποίηση της «απόσυρσης» των προσωπικών δεδομένων, ούτε τις συνέπειες της υποβολής σχετικού αιτήματος. Επομένως, οι διατάξεις του ΓΚΠΔ έχουν άμεση εφαρμογή και, ως εκ τούτου, το επιχείρημα της Proximus που βασίζεται στην υποτιθέμενη σχέση lex generalis και lex specialis μεταξύ των δύο πράξεων καταρρίπτεται. Δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ ο συνδρομητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη συγκατάθεσή του ανά πάσα στιγμή. Δυνάμει δε του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ, μετά την ανάκληση της συγκατάθεσης, η επεξεργασία των δεδομένων του συνδρομητή για τον συγκεκριμένο σκοπό της συμπερίληψής τους σε καταλόγους συνδρομητών δεν είναι πλέον σύννομη. Κατόπιν αυτού, εφαρμόζεται το άρθρο 17 του ΓΚΠΔ. |
|
55. |
Η Proximus ισχυρίζεται ότι η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να είναι ορθή, διότι τούτο θα σήμαινε ότι τόσο η ίδια όσο και η Telenet υποχρεούνται να διαγράψουν την καταχώριση του προσφεύγοντος από όλες τις βάσεις δεδομένων τους. Η ΑΠΔ και οι λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο θεωρούν ότι το αίτημα του προσφεύγοντος αφορά μόνον την απόσυρση των δεδομένων του από τους καταλόγους συνδρομητών, και όχι τη διαγραφή του από τη βάση δεδομένων των συνδρομητών της Telenet. |
|
56. |
Ο προσφεύγων επιθυμεί την παύση της επεξεργασίας των δεδομένων του για σκοπούς που συνδέονται με τους καταλόγους συνδρομητών. Το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του ΓΚΠΔ, δυνάμει του οποίου είναι δυνατή η ανάκληση της συγκατάθεσης επί της οποίας βασίζεται η επεξεργασία, διευκολύνει την ικανοποίηση της επιθυμίας του. Η συγκατάθεση που πρέπει να ληφθεί από τον συνδρομητή δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58 αφορά συγκεκριμένα την επεξεργασία των δεδομένων για τον σκοπό της δημοσίευσης σε καταλόγους συνδρομητών. Όταν η συγκατάθεση ανακαλείται, η συγκεκριμένη αυτή επεξεργασία των δεδομένων του συνδρομητή καθίσταται μη νόμιμη. Σε αντίθετη περίπτωση, ο συνδρομητής δεν θα είχε τη δυνατότητα να ανακαλέσει τη συγκατάθεσή του για τον σκοπό της δημοσίευσης σε καταλόγους συνδρομητών χωρίς ταυτόχρονα να καταγγείλει τη σύμβαση παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. |
|
57. |
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα την απάντηση ότι το αίτημα του συνδρομητή για τη διαγραφή των δεδομένων του από καταλόγους συνδρομητών συνιστά άσκηση του «δικαιώματος διαγραφής» που κατοχυρώνει το άρθρο 17 του ΓΚΠΔ. |
3. Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
|
58. |
Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 5, παράγραφος 2, και το άρθρο 24 του ΓΚΠΔ παρέχουν στην εθνική εποπτική αρχή τη δυνατότητα να συναγάγει ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λάβει τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την ενημέρωση τρίτων υπευθύνων επεξεργασίας –και συγκεκριμένα του φορέα εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και άλλων φορέων παροχής υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών οι οποίοι έλαβαν δεδομένα από τον ως άνω υπεύθυνο επεξεργασίας– σχετικά με την ανάκληση της συγκατάθεσης από το υποκείμενο των δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 6 σε συνδυασμό με το άρθρο 7 του ΓΚΠΔ. |
|
59. |
Στο πλαίσιο του ερωτήματος αυτού, «υπεύθυνος επεξεργασίας» είναι η Proximus, ενώ «τρίτοι υπεύθυνοι επεξεργασίας» είναι: (i) ο φορέας εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, ήτοι η Telenet, της οποίας είναι συνδρομητής τηλεφωνίας ο προσφεύγων, και (ii) ο πάροχος (ή οι πάροχοι) υπηρεσιών καταλόγου στους οποίους η Proximus διαβιβάζει στοιχεία συνδρομητών, περιλαμβανομένων και όσων έχει λάβει από την Telenet. |
|
60. |
Δεδομένου ότι ο φορέας εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών δεν παρέχει καταλόγους συνδρομητών και ότι απαιτείται η λήψη της συγκατάθεσης προκειμένου να περιληφθούν τα στοιχεία επικοινωνίας των συνδρομητών σε τέτοιους καταλόγους, ανακύπτει το ερώτημα γιατί θα ήταν σκόπιμη η ενημέρωση του φορέα εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών σχετικά με την ανάκληση της συγκατάθεσης του συνδρομητή όσον αφορά τη χρήση των δεδομένων του για τον συγκεκριμένο σκοπό. |
|
61. |
Ο WEC επιβάλλει στους φορείς εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών την υποχρέωση να διαβιβάζουν στους παρόχους υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών τα στοιχεία επικοινωνίας των τελευταίων ( 11 ). Ωστόσο, οι φορείς εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών οφείλουν να διαχωρίζουν τα στοιχεία επικοινωνίας των συνδρομητών εκείνων που έχουν υποδείξει ότι δεν επιθυμούν την καταχώρισή τους σε καταλόγους συνδρομητών ώστε να τους δίνεται η δυνατότητα να λάβουν αντίγραφο του καταλόγου ( 12 ). Όπως περιγράφεται στο σημείο 4 των παρουσών προτάσεων, η ανάκληση της συγκατάθεσης πραγματοποιείται με την τροποποίηση των παραμέτρων της καταχώρισης του συνδρομητή. Μόλις λάβει την ανάκληση της συγκατάθεσης, η Proximus ενημερώνει τη βάση δεδομένων της. Ωστόσο, η ενημέρωση αυτή αντικαθίσταται από νεότερη ενημέρωση εφόσον η Proximus λάβει από τον φορέα εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών νεότερα δεδομένα συνδρομητή για τον σκοπό της συμπερίληψης των δεδομένων αυτών σε καταλόγους, και ενώ ο φορέας εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών δεν έχει ακόμη ενημερωθεί για το αίτημα του συνδρομητή να μην εμφανίζονται τα δεδομένα του σε διαθέσιμο στο κοινό τηλεφωνικό κατάλογο. Επομένως, η Proximus οφείλει όχι μόνο να ενημερώσει τη δική της βάση δεδομένων προκειμένου να ανταποκριθεί στην ανάκληση της συγκατάθεσης του συνδρομητή, αλλά και να ενημερώσει τον φορέα εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών σχετικά με την εν λόγω ανάκληση. |
|
62. |
Η Proximus ισχυρίζεται, επομένως, ότι είναι απλώς «αποδέκτ[ης] στον οποίο γνωστοποιήθηκαν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα», κατά την έννοια του άρθρου 19 του ΓΚΠΔ. Συνεπώς, η υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 17, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ στον υπεύθυνο επεξεργασίας να λαμβάνει εύλογα μέτρα για να ενημερώσει άλλους υπεύθυνους επεξεργασίας σχετικά με τυχόν αιτήματα διαγραφής δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωσή της. Επομένως, κατά την Proximus, τυχόν ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, και του άρθρου 24 του ΓΚΠΔ κατά την οποία οι διατάξεις αυτές την υποχρεώνουν να ενημερώνει τον φορέα εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και άλλους παρόχους υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών για τα αιτήματα διαγραφής που λαμβάνει είναι εσφαλμένη. |
|
63. |
Φρονώ ότι δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Proximus είναι μόνον αποδέκτης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Μολονότι βέβαια τα στοιχεία επικοινωνίας του προσφεύγοντος διαβιβάστηκαν σε αυτήν από την Telenet, εντούτοις η δημοσίευση των εν λόγω δεδομένων στους καταλόγους της συνιστά επεξεργασία δεδομένων κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ. Στο πλαίσιο αυτό, η Proximus ενεργεί ως υπεύθυνος επεξεργασίας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 7, του ΓΚΠΔ ( 13 ). Κατά δε το άρθρο 5, παράγραφος 2, και το άρθρο 24 του ΓΚΠΔ, ο υπεύθυνος επεξεργασίας υπέχει υποχρέωση λογοδοσίας και υποχρέωση λήψης κατάλληλων μέτρων προκειμένου να διασφαλίζει ότι η επεξεργασία των δεδομένων διενεργείται σύμφωνα με τον ΓΚΠΔ. |
|
64. |
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ προβλέπει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται σε σύννομη επεξεργασία. Κατά δε το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού, η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον το υποκείμενο των δεδομένων έχει παράσχει συγκατάθεση για την επεξεργασία των δεδομένων του για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους σκοπούς. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι ο προσφεύγων ανακάλεσε –κατά την έννοια του άρθρου 7 του ΓΚΠΔ– τη συγκατάθεσή του για την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων για τον σκοπό της δημοσίευσης σε καταλόγους συνδρομητών. Η επεξεργασία αυτή, καθώς και η επεξεργασία που διενεργείται από άλλους παρόχους υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών για τον ίδιο σκοπό, δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις του ΓΚΠΔ. Επομένως, δεν είναι σύννομη. |
|
65. |
Συνάδει με την ως άνω διαπίστωση, καθώς και με τις υποχρεώσεις ενημέρωσης που θεσπίζουν το άρθρο 17, παράγραφος 2, και το άρθρο 19 του ΓΚΠΔ, το να παρέχεται στην εθνική εποπτική αρχή η ευχέρεια να συναγάγει –από την υποχρέωση λογοδοσίας που καθιερώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ, καθώς και από την υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 24 του ΓΚΠΔ στον υπεύθυνο επεξεργασίας να διασφαλίζει και να μπορεί να αποδεικνύει ότι η επεξεργασία διενεργείται σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό– ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λάβει τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την ενημέρωση τρίτων υπευθύνων επεξεργασίας, ήτοι του φορέα παροχής τηλεφωνικών υπηρεσιών και άλλων φορέων παροχής τηλεφωνικών καταλόγων οι οποίοι έλαβαν δεδομένα από τον ως άνω υπεύθυνο επεξεργασίας, σχετικά με την ανάκληση της συγκατάθεσης από το υποκείμενο των δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 6 σε συνδυασμό με το άρθρο 7 του ΓΚΠΔ. |
|
66. |
Η Ρουμανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι οι υποχρεώσεις ενημέρωσης που επιβάλλονται στους παρόχους μηχανών αναζήτησης όταν υποβάλλεται αίτημα διαγραφής προβλέπονται στο άρθρο 17, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ. Επομένως, η εκ μέρους της εθνικής εποπτικής αρχής επίκληση του άρθρου 5, παράγραφος 2, και του άρθρου 24 του ΓΚΠΔ δεν θα ήταν ορθή εν προκειμένω, δεδομένου, ιδίως, ότι οι διατάξεις αυτές δεν επιβάλλουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις όσον αφορά τη διαβίβαση πληροφοριών σε τρίτους. |
|
67. |
Φρονώ ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, και το άρθρο 24 του ΓΚΠΔ επιβάλλουν στον υπεύθυνο επεξεργασίας γενικού χαρακτήρα υποχρεώσεις λογοδοσίας και συμμόρφωσης. Η δε ευρεία διατύπωση και το εκτεταμένο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων αυτών καθιστούν δυνατή την επίκλησή τους από την εθνική εποπτική αρχή προκειμένου να επιβάλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας υποχρεώσεις σχετικές με την ενημέρωση τρίτων. Είναι αληθές ότι το άρθρο 17, παράγραφος 2, και το άρθρο 19 του ΓΚΠΔ προβλέπουν ειδικές υποχρεώσεις ενημέρωσης όσον αφορά, αντιστοίχως, τους «υπευθύνους επεξεργασίας» (σχετικά με δεδομένα που έχουν δημοσιοποιηθεί για τα οποία έχει υποβληθεί αίτημα διαγραφής) και τους «αποδέκτες». Ωστόσο, οι διατάξεις αυτές δεν καλύπτουν την υπό εξέταση πραγματική κατάσταση, στην οποία η αλληλεπίδραση μεταξύ των βάσεων δεδομένων των διαφόρων εμπλεκομένων μερών καθιστά αναγκαία την ενημέρωση του φορέα παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών για την ανάκληση της συγκατάθεσης, χωρίς την οποία η Proximus και οι άλλοι πάροχοι που έλαβαν από την Proximus τα στοιχεία του συνδρομητή καταλήγουν να διενεργούν μη σύννομη επεξεργασία των δεδομένων. |
|
68. |
Διά της ερμηνείας αυτής του ΓΚΠΔ παρέχεται στον συνδρομητή η ευχέρεια να γνωστοποιήσει την ανάκληση της συγκατάθεσής του (εν προκειμένω, το αίτημα να μην περιλαμβάνονται τα στοιχεία επικοινωνίας του σε καταλόγους συνδρομητών) σε οποιαδήποτε οντότητα δημοσιεύει τα στοιχεία αυτά σε καταλόγους συνδρομητών, ή σε οποιαδήποτε οντότητα διαβιβάζει στοιχεία επικοινωνίας σε τρίτους για τον ίδιο αυτό σκοπό (συμπεριλαμβανομένου του φορέα παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών). Η οντότητα στην οποία επιλέγει να απευθυνθεί ο συνδρομητής καθίσταται υπεύθυνη για τη διαβίβαση του αιτήματός του περί διαγραφής σε άλλους υπευθύνους επεξεργασίας, στο μέτρο που τούτο απαιτείται προκειμένου να αποτραπεί η μη σύννομη επεξεργασία των δεδομένων. Η ερμηνεία αυτή συνάδει με την υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 12, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ στον υπεύθυνο επεξεργασίας να διευκολύνει την άσκηση των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων που προβλέπονται στα άρθρα 15 έως 22 του ΓΚΠΔ. Επιπλέον, ανταποκρίνεται στην απαίτηση της τελευταίας περιόδου του άρθρου 7, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ, κατά την οποία η ανάκληση της συγκατάθεσης για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι εξίσου εύκολη με την παροχή της. Εφόσον οποιοσδήποτε πάροχος υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών δύναται να επικαλεστεί τη συγκατάθεση που έδωσε ο συνδρομητής για την επεξεργασία των δεδομένων του για τον σκοπό αυτό σε άλλο πάροχο, έπεται ότι, προκειμένου να ανακαλέσει τη συγκατάθεση αυτή ο συνδρομητής, θα πρέπει να του δίνεται η δυνατότητα να απευθυνθεί σε οποιονδήποτε από τους παρόχους υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών, ή στον φορέα εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, προκειμένου να ζητήσει τη διαγραφή των στοιχείων επικοινωνίας του από τους καταλόγους συνδρομητών που έχουν δημοσιεύσει όλοι οι ανωτέρω βασιζόμενοι στην άπαξ παρασχεθείσα συγκατάθεσή του. |
|
69. |
Επομένως, προτείνω να δοθεί στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, και το άρθρο 24 του ΓΚΠΔ παρέχουν στην εθνική εποπτική αρχή τη δυνατότητα να συναγάγει ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λάβει τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την ενημέρωση τρίτων υπευθύνων επεξεργασίας –και συγκεκριμένα του φορέα εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και άλλων φορέων παροχής υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών οι οποίοι έλαβαν δεδομένα από τον ως άνω υπεύθυνο επεξεργασίας– σχετικά με την ανάκληση της συγκατάθεσης από το υποκείμενο των δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 6 σε συνδυασμό με το άρθρο 7 του ΓΚΠΔ. |
4. Επί του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος
|
70. |
Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 17, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ αντιτίθεται στο ενδεχόμενο μια εθνική εποπτική αρχή να υποχρεώσει τον φορέα παροχής καταλόγων συνδρομητών να ενημερώνει τους παρόχους μηχανών αναζήτησης σχετικά με αιτήματα διαγραφής που έχει λάβει. |
|
71. |
Από το ερώτημα αυτό συνάγεται εμμέσως η άποψη του αιτούντος δικαστηρίου ότι ο προσφεύγων δεν επιθυμούσε πλέον να είναι τα στοιχεία επικοινωνίας του διαθέσιμα στο κοινό που χρησιμοποιεί το διαδίκτυο μέσω μηχανών αναζήτησης. |
|
72. |
Όπως επισημαίνεται στο σημείο 62 των παρουσών προτάσεων, η Proximus θεωρεί ότι το άρθρο 17, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωσή της, διότι η ίδια είναι απλώς αποδέκτης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Επικουρικώς, η Proximus υποστηρίζει ότι το άρθρο 17, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ την υποχρεώνει να λάβει εύλογα, και μόνο, μέτρα για να ενημερώσει τους υπευθύνους επεξεργασίας ότι το υποκείμενο των δεδομένων ζήτησε τη διαγραφή των δεδομένων του ( 14 ). Εφόσον η Proximus δεν κοινοποίησε δεδομένα απευθείας στους παρόχους μηχανών αναζήτησης, δεν είναι «100 % βέβαιο» ότι οι εν λόγω πάροχοι έλαβαν τα στοιχεία επικοινωνίας του προσφεύγοντος από την Proximus, και ενδέχεται να τα έχουν λάβει από άλλον πάροχο υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι εύλογο να απαιτείται από την Proximus να επικοινωνήσει, μετά τη λήψη του αιτήματος του προσφεύγοντος, απευθείας με τους παρόχους μηχανών αναζήτησης. |
|
73. |
Από την απάντηση που προτείνω να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα προκύπτει ότι, εφόσον ο συνδρομητής υποβάλλει αίτημα διαγραφής των δεδομένων του από καταλόγους συνδρομητών, τίθεται σε εφαρμογή το άρθρο 17, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ, που επιβάλλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας την υποχρέωση να λάβει εύλογα, και μόνο, μέτρα για να ενημερώσει τους υπευθύνους επεξεργασίας που επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ότι το υποκείμενο των δεδομένων ζήτησε τη διαγραφή τυχόν συνδέσμων με τα δεδομένα αυτά ή αντιγράφων ή αναπαραγωγών των εν λόγω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. |
|
74. |
Τίθεται το ζήτημα αν οι πάροχοι μηχανών αναζήτησης είναι υπεύθυνοι επεξεργασίας. Η ευρετηρίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και η διάθεση αυτών στους χρήστες του διαδικτύου μέσω καταλόγου αποτελεσμάτων αναζήτησης συνιστούν επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ. Δεδομένου δε ότι οι πάροχοι μηχανών αναζήτησης αποφασίζουν οι ίδιοι σχετικά με τον τρόπο ευρετηρίασης των δεδομένων, και είναι υπεύθυνοι για την ανάπτυξη του αλγορίθμου που καθορίζει τη σειρά με την οποία εμφανίζονται τα αποτελέσματα της αναζήτησης, καθορίζουν τους σκοπούς και τον τρόπο της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και, επομένως, ενεργούν ως υπεύθυνοι επεξεργασίας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 7, του ΓΚΠΔ ( 15 ). |
|
75. |
Απομένει λοιπόν προς εξέταση η υποχρέωση της Proximus να λάβει εύλογα, και μόνο, μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών μέτρων, για να ενημερώσει τους παρόχους μηχανών αναζήτησης σχετικά με το αίτημα διαγραφής δεδομένων. |
|
76. |
Προκειμένου να εκτιμηθεί ο εύλογος χαρακτήρας των μέτρων που λήφθηκαν, το άρθρο 17, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ προβλέπει ότι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η διαθέσιμη τεχνολογία και το κόστος εφαρμογής, καθήκον το οποίο ανατίθεται πρωτίστως στην αρμόδια για τα ζητήματα αυτά αρχή, με την επιφύλαξη του δικαστικού ελέγχου. Στο σημείο 10 των παρουσών προτάσεων επισημαίνεται ότι η Proximus δήλωσε στον προσφεύγοντα ότι θα ενημέρωνε την Google σχετικά με το αίτημά του περί διαγραφής. Στις ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθείσες παρατηρήσεις της, η ΑΠΔ επισημαίνει ότι, κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2020, ο αριθμός των παρόχων μηχανών αναζήτησης που δραστηριοποιούνταν στο Βέλγιο ήταν περιορισμένος, με προεξάρχουσα την Google, η οποία κατείχε μερίδιο αγοράς που κυμαινόταν μεταξύ 90 % (για τις αναζητήσεις από σταθερό υπολογιστή) και 99 % (για τις αναζητήσεις από έξυπνα κινητά τηλέφωνα και τάμπλετ) ( 16 ). Με βάση τα δεδομένα αυτά και μόνο, η κρίση ότι δεν θα ήταν εύλογο να απαιτείται από την Proximus να ενημερώσει τους παρόχους μηχανών αναζήτησης σχετικά με τα αιτήματα διαγραφής που λαμβάνει φαίνεται αδικαιολόγητη. |
|
77. |
Εν πάση περιπτώσει, δεν πείθομαι ότι, στο πλαίσιο της εκτίμησης σχετικά με το αν τα μέτρα που οφείλει να λάβει η Proximus για να ενημερώσει συγκεκριμένο πάροχο μηχανής αναζήτησης είναι «εύλογα» κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη αν είναι «100 % βέβαιο» ότι ο πάροχος της επίμαχης μηχανής αναζήτησης έχει λάβει τα προς διαγραφή δεδομένα από την Proximus. Δεν θεωρώ δε πειστικό ούτε τον ισχυρισμό ότι δεν είναι εύλογο να απαιτείται από την Proximus να λάβει μέτρα συμμόρφωσης με το άρθρο 17, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ εφόσον δεν είναι «100 % βέβαιο» ότι οι πάροχοι μηχανών αναζήτησης έλαβαν τα στοιχεία επικοινωνίας του προσφεύγοντος από την Proximus. |
|
78. |
Αν γίνει δεκτή η άποψη ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την ευθύνη του για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εφόσον ενδέχεται τα επίμαχα δεδομένα να μην έχουν ληφθεί από αυτόν, τότε, στη συνήθη περίπτωση που τα δεδομένα αντιγράφονται στο διαδίκτυο ή παρέχεται σύνδεσμος προς αυτά, κάθε συναφής υποχρέωση καθίσταται άνευ αντικειμένου. Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε ακόμη και να δημιουργήσει στρεβλώσεις, ήτοι να δώσει κίνητρο για τη διασπορά των δεδομένων ώστε να αποφεύγονται οι υποχρεώσεις αυτές. Επιπλέον, αν επεκτείνει κανείς τη λογική του ισχυρισμού της Proximus, θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ουδείς πάροχος υπηρεσιών καταλόγου συνδρομητών υπέχει ευθύνη συμμόρφωσης με το άρθρο 17, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ διά της ενημέρωσης των παρόχων μηχανών αναζήτησης σχετικά με το αίτημα του προσφεύγοντος, καθώς όλοι οι εν λόγω πάροχοι θα μπορούσαν να επικαλεστούν ότι δεν είναι βέβαιη η προέλευση των δεδομένων. Εξάλλου, εφόσον η Telenet δεν δημοσιεύει καταλόγους συνδρομητών, αποκλείεται το ενδεχόμενο να έχουν λάβει οι πάροχοι μηχανών αναζήτησης τα δεδομένα από τον φορέα εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ο συνδρομητής θα έπρεπε να εντοπίσει όλα τα σημεία όπου βρίσκονται διαθέσιμα τα στοιχεία επικοινωνίας του και να αποστείλει αιτήματα διαγραφής σε κάθε μία οντότητα που τα έχει δημοσιεύσει. Η προσέγγιση αυτή θα ήταν προδήλως ασύμβατη με το άρθρο 7, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ, το οποίο προβλέπει ότι η ανάκληση της συγκατάθεσης πρέπει να είναι εξίσου εύκολη με την παροχή της. |
|
79. |
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα την απάντηση ότι το άρθρο 17, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ δεν αντιτίθεται στο ενδεχόμενο μια εθνική εποπτική αρχή να υποχρεώσει τον φορέα παροχής καταλόγων συνδρομητών να ενημερώνει τους παρόχους μηχανών αναζήτησης σχετικά με αιτήματα διαγραφής που έχει λάβει. |
VI. Πρόταση
|
80. |
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Hof van beroep te Brussel (εφετείο Βρυξελλών, Βέλγιο) ως εξής:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) ΕΕ 2016, L 119, σ. 1, στο εξής: ΓΚΠΔ. Ο ΓΚΠΔ κατήργησε και αντικατέστησε την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ 1995, L 281, σ. 31).
( 3 ) ΕΕ 2002, L 201, σ. 37, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2009/136/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2009, L 337, σ. 11).
( 4 ) Το άρθρο 94 του ΓΚΠΔ κατήργησε και αντικατέστησε την οδηγία 95/46/ΕΚ. Το άρθρο 94, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ προβλέπει ότι οι παραπομπές στην οδηγία 95/46/ΕΚ θεωρούνται παραπομπές στον ΓΚΠΔ.
( 5 ) ΕΕ 2002, L 108, σ. 33. Βλ. άρθρο 2 της οδηγίας 2002/58.
( 6 ) Belgisch Staatsblad, 20 Ιουνίου 2005, σ. 28070, στο εξής: WEC.
( 7 ) Αποφάσεις της 1ης Απριλίου 2008, Gouvernement de la Communauté française και gouvernement wallon (C‑212/06, EU:C:2008:178, σκέψη 28), της 22ας Οκτωβρίου 2009, Zurita García και Choque Cabrera (C‑261/08 και C‑348/08, EU:C:2009:648, σκέψη 34), και της 19ης Νοεμβρίου 2009, Filipiak (C‑314/08, EU:C:2009:719, σκέψη 40).
( 8 ) Απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2009, Zurita García και Choque Cabrera (C‑261/08 και C‑348/08, EU:C:2009:648, σκέψη 35).
( 9 ) Πρβλ. αιτιολογική σκέψη 39 της οδηγίας 2002/58, όπου διευκρινίζεται ότι, αν τα δεδομένα πρόκειται να χρησιμοποιηθούν «για λόγους άλλους από εκείνους, για τους οποίους συλλέχθηκαν», θα πρέπει να ζητείται «εκ νέου […] συγκατάθεση».
( 10 ) Απόφαση της 5ης Μαΐου 2011, Deutsche Telekom (C‑543/09, EU:C:2011:279, σκέψεις 61 έως 67).
( 11 ) Άρθρο 45, παράγραφος 2, και άρθρο 46, παράγραφος 2, του WEC.
( 12 ) Άρθρο 45, παράγραφος 3, του WEC.
( 13 ) Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 7, του ΓΚΠΔ, «υπεύθυνος επεξεργασίας» είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που καθορίζει τους σκοπούς και τον τρόπο της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ προβλέπει ότι στην έννοια της «επεξεργασίας» περιλαμβάνεται «η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης» δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
( 14 ) Ή τη διόρθωσή τους, κατά την άποψη της Proximus.
( 15 ) Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 66 του ΓΚΠΔ, η οποία επιβεβαιώνει ότι οι εν λόγω διατάξεις αποσκοπούν στην ενίσχυση του δικαιώματος στη λήθη στο επιγραμμικό περιβάλλον. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από την απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2019, GC κ.λπ. (Διαγραφή συνδέσμων προς ευαίσθητα δεδομένα) (C‑136/17, EU:C:2019:773, σκέψεις 34 και 35).
( 16 ) Για περισσότερες πληροφορίες βλ. https://www.pure-im.nl/blog/marktaandelen-zoekmachines-q2-2020/.