Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PRIIT PIKAMÄE
της 3ης Φεβρουαρίου 2022 (1)
Υπόθεση C‑121/21
Τσεχική Δημοκρατία
κατά
Δημοκρατίας της Πολωνίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρο 259 ΣΛΕΕ – Παράταση άδειας εκμετάλλευσης του ορυχείου του Turów στην Πολωνία πλησίον της τσεχικής μεθορίου – Διαφορά ανακύπτουσα μεταξύ της Τσεχικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Πολωνίας σχετικά με τις επιπτώσεις στο περιβάλλον στην Τσεχική Δημοκρατία – Οδηγία 2011/92/ΕΕ – Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων έργων στο περιβάλλον (EΠE) – Αντίθεση της εθνικής νομοθεσίας, της απόφασης EΠE και της άδειας εκμετάλλευσης προς το δίκαιο της Ένωσης»
I. Εισαγωγή
1. Με δικόγραφο που κατέθεσε δυνάμει του άρθρου 259 ΣΛΕΕ, η Τσεχική Δημοκρατία, υποστηριζόμενη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη διάφορους κανόνες της Ένωσης στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος με τη θέσπιση μέτρων στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας για την παράταση της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη στο ορυχείο του Turów (Πολωνία) έως το 2026.
2. Η υπό κρίση διαφορά έχει ως αντικείμενο τις διασυνοριακές επιπτώσεις που απορρέουν από δραστηριότητες εξόρυξης του πολωνικού οικονομικού φορέα στο προαναφερθέν ορυχείο και αποτελεί αμφιλεγόμενο ζήτημα μεταξύ των δύο κρατών μελών. Αφενός, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι οι πολίτες της που βρίσκονται πλησίον των συνόρων υφίστανται αδικαιολόγητα τις περιβαλλοντικές συνέπειες που απορρέουν από τις δραστηριότητες εξόρυξης, συγκεκριμένα σημαντική μείωση του επιπέδου των υπογείων υδάτων καθώς και καθιζήσεις. Αφετέρου, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι το κλείσιμο του ορυχείου συνεπάγεται σημαντικές οικονομικές απώλειες, τόσο από άποψη εφοδιασμού ενέργειας όσο και θέσεων εργασίας.
3. Στον βαθμό που πρόκειται για την πρώτη διακρατική διαφορά που αφορά αποκλειστικά τον τομέα του δικαίου του περιβάλλοντος της Ένωσης η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Δικαστηρίου, η απόφαση που θα εκδώσει το Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση ενδέχεται να συμβάλει σημαντικά στη νομολογία των διεθνών δικαστηρίων (2). Στο πλαίσιο αυτό, αναμένεται ότι οι διαπιστώσεις στις οποίες θα προβεί το Δικαστήριο με την εν λόγω απόφαση θα αποτελέσουν τη βάση επί της οποίας τα δύο κράτη μέλη θα μπορέσουν να καταλήξουν σε ένα φιλικό διακανονισμό που θα καταστήσει εφικτό τον συμβιβασμό των αντίστοιχων συμφερόντων τους σε πνεύμα καλής γειτονίας διασφαλίζοντας την πλήρη τήρηση του δικαίου της Ένωσης.
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Η οδηγία 2000/60/ΕΚ
4. Το άρθρο 4, παράγραφοι 1, 4 και 5, της οδηγίας 2000/60/ΕΚ (3) ορίζει τα εξής:
«1. Προκειμένου να καταστούν λειτουργικά τα προγράμματα για τη λήψη μέτρων που καθορίζονται στα σχέδια διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού:
α) για τα επιφανειακά ύδατα
[…]
ii) τα κράτη μέλη προστατεύουν, αναβαθμίζουν και αποκαθιστούν όλα τα συστήματα των επιφανειακών υδάτων, με την επιφύλαξη της εφαρμογής του σημείου iii) για τα τεχνητά, και ιδιαιτέρως τροποποιημένα υδατικά συστήματα, με σκοπό την επίτευξη μιας καλής κατάστασης των επιφανειακών υδάτων το αργότερο δεκαπέντε έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος V, με την επιφύλαξη της εφαρμογής των παρατάσεων που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 και της εφαρμογής των παραγράφων 5, 6 και 7 και με την επιφύλαξη της παραγράφου 8·
[…]
β) για τα υπόγεια ύδατα
[…]
ii) τα κράτη μέλη προστατεύουν, αναβαθμίζουν και αποκαθιστούν όλα τα συστήματα των υπόγειων υδάτων, διασφαλίζουν ισορροπία μεταξύ της άντλησης και της ανατροφοδότησης των υπόγειων υδάτων, με στόχο την επίτευξη καλής κατάστασης των υπόγειων υδάτων το αργότερο δεκαπέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος V, με την επιφύλαξη της εφαρμογής των παρατάσεων που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 και της εφαρμογής των παραγράφων 5, 6 και 7 και με την επιφύλαξη της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου, καθώς και με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 11 παράγραφος 3 στοιχείο ι)·
[…]
4. Οι προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 μπορούν να παρατείνονται για τη σταδιακή επίτευξη των στόχων για υδατικά συστήματα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υποβαθμίζεται περαιτέρω η κατάσταση του πληττόμενου υδατικού συστήματος, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) τα κράτη μέλη διαπιστώνουν ότι δεν είναι ευλόγως δυνατόν να επιτευχθούν όλες οι απαιτούμενες βελτιώσεις της κατάστασης του υδατικού συστήματος εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στην παράγραφο αυτή, για έναν τουλάχιστον από τους ακόλουθους λόγους:
i) η κλίμακα των απαιτούμενων βελτιώσεων δεν είναι, για τεχνικούς λόγους, δυνατόν να επιτευχθεί παρά μόνο σε χρονικά στάδια που υπερβαίνουν το χρονοδιάγραμμα·
ii) η ολοκλήρωση των βελτιώσεων εντός του χρονοδιαγράμματος θα ήταν δυσανάλογα δαπανηρή·
iii) οι φυσικές συνθήκες δεν επιτρέπουν έγκαιρες βελτιώσεις στην κατάσταση του υδατικού συστήματος·
β) η παράταση της προθεσμίας και η αντίστοιχη αιτιολογία εκτίθενται ειδικά και επεξηγούνται στο σχέδιο διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού, που απαιτείται δυνάμει του άρθρου 13·
γ) οι παρατάσεις περιορίζονται σε δύο το πολύ περαιτέρω ενημερώσεις του σχεδίου διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού, εκτός από τις περιπτώσεις που οι φυσικές συνθήκες είναι τέτοιες ώστε οι στόχοι να μην είναι δυνατόν να επιτευχθούν εντός της περιόδου αυτής·
δ) το σχέδιο διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού περιλαμβάνει περίληψη των μέτρων τα οποία απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 11 και τα οποία θεωρούνται αναγκαία για να φθάσουν προοδευτικά τα υδατικά συστήματα στην απαιτούμενη κατάσταση μέσα στην παραταθείσα προθεσμία, τους λόγους για οποιαδήποτε αξιοσημείωτη καθυστέρηση εφαρμογής των εν λόγω μέτρων και το αναμενόμενο χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή τους. Στις ενημερώσεις του σχεδίου διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού περιλαμβάνονται μια επισκόπηση της εφαρμογής των μέτρων αυτών και μια περίληψη των τυχόν πρόσθετων μέτρων.
5. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιδιώκουν περιβαλλοντικούς στόχους λιγότερο αυστηρούς από αυτούς που απαιτούνται δυνάμει της παραγράφου 1 για συγκεκριμένα υδατικά συστήματα, όταν επηρεάζονται τόσο από ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1, ή η φυσική τους κατάσταση είναι τέτοια ώστε η επίτευξη των στόχων αυτών να είναι ανέφικτη ή δυσανάλογα δαπανηρή, και εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) οι περιβαλλοντικές και κοινωνικοοικονομικές ανάγκες που εξυπηρετούνται από την ανθρώπινη αυτή δραστηριότητα δεν μπορούν να επιτευχθούν με άλλα μέσα τα οποία αποτελούν πολύ καλύτερη επιλογή για περιβαλλοντική πρακτική, η οποία δεν συνεπάγεται δυσανάλογο κόστος·
β) τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν:
– για τα επιφανειακά ύδατα, ότι επιτυγχάνεται το μέγιστο δυνατό οικολογικό δυναμικό και η καλύτερη δυνατή χημική κατάσταση, δεδομένων των επιπτώσεων που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να έχουν αποφευχθεί λόγω της φύσεως της ανθρώπινης δραστηριότητας ή της ρύπανσης,
– για τα υπόγεια ύδατα, τις όσο το δυνατόν λιγότερες μεταβολές στην καλή κατάσταση των υπόγειων υδάτων, δεδομένων των επιπτώσεων που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να έχουν αποφευχθεί λόγω της φύσεως της ανθρώπινης δραστηριότητας ή της ρύπανσης·
γ) δεν σημειώνεται περαιτέρω υποβάθμιση της κατάστασης του πληγέντος υδατικού συστήματος·
δ) η καθιέρωση λιγότερο αυστηρών περιβαλλοντικών στόχων και η αντίστοιχη αιτιολογία εκτίθενται ειδικά στο σχέδιο διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού που επιβάλλει το άρθρο 13, οι δε στόχοι αυτοί αναθεωρούνται ανά εξαετία.»
2. Η οδηγία 2003/4/ΕΚ
5. Κατά το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2003/4/ΕΚ (4):
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίζουν ότι οι δημόσιες αρχές οργανώνουν τις περιβαλλοντικές πληροφορίες της αρμοδιότητάς τους τις οποίες κατέχουν ή που κατέχονται για λογαριασμό τους με σκοπό την ενεργητική και συστηματική διάδοσή τους, ιδίως με την τεχνολογία επικοινωνιών μέσω υπολογιστή ή/και την ηλεκτρονική τεχνολογία, εφόσον υπάρχουν.
[…]
2. Οι πληροφορίες, που πρέπει να παρέχονται και να διαδίδονται, ενημερώνονται κατά περίπτωση και περιλαμβάνουν τουλάχιστον:
[…]
στ) τις άδειες που έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και τις περιβαλλοντικές συμφωνίες ή μια αναφορά για το πού μπορεί να αναζητηθεί ή να βρεθεί η πληροφορία στο πλαίσιο του άρθρου 3·
[…]».
3. Η οδηγία ΕΠΕ
6. Το άρθρο 1 της οδηγίας 2011/92/ΕΕ (5) προβλέπει τα εξής:
«1. Η παρούσα οδηγία αφορά την εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον των δημόσιων και ιδιωτικών έργων που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
2. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α) “έργο”:
– η υλοποίηση κατασκευαστικών εργασιών ή άλλων εγκαταστάσεων ή τεχνικών κατασκευών,
– άλλες επεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον ή το τοπίο, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι επεμβάσεις που αφορούν την εκμετάλλευση των πόρων του εδάφους·
[…]
γ) “άδεια”: απόφαση της ή των αρμόδιων αρχών που δίνει το δικαίωμα στον κύριο του έργου να πραγματοποιήσει το έργο·
[…]».
7. Το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλισθεί ότι πριν χορηγηθεί άδεια, τα έργα τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον λόγω, μεταξύ άλλων, της φύσεως, του μεγέθους ή της θέσεώς τους, υπόκεινται σε υποχρέωση αδειοδότησης και εκτίμησης των επιπτώσεων τους. Αυτά τα έργα ορίζονται στο άρθρο 4.
2. Η εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων μπορεί να εντάσσεται από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο υφιστάμενων διαδικασιών αδειοδότησης για έργα ή, αν δεν υπάρχει τέτοια διαδικασία, στα πλαίσια άλλων διαδικασιών ή των διαδικασιών που θα θεσπισθούν για την εκπλήρωση των στόχων της παρούσας οδηγίας.»
8. Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της εν λόγω οδηγίας, στην εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων εντοπίζονται, περιγράφονται και αξιολογούνται δεόντως, με βάση κάθε μεμονωμένη περίπτωση, οι άμεσες και έμμεσες σημαντικές επιπτώσεις ενός έργου, μεταξύ άλλων, στα ύδατα.
9. Το άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας έχει ως εξής:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 2 παράγραφος 4, τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα I υποβάλλονται σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10.
2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 2 παράγραφος 4, για τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα II, τα κράτη μέλη αποφασίζουν κατά πόσο το έργο θα υποβληθεί σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10. Τα κράτη μέλη αποφασίζουν βάσει:
α) κατά περίπτωση εξέτασης·
ή
β) κατωτάτων ορίων ή κριτηρίων που καθορίζει το κράτος μέλος.
Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν και τις δύο διαδικασίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).
[…]
4. Σε περίπτωση που τα κράτη μέλη αποφασίσουν να απαιτήσουν απόφαση για έργα αναφερόμενα στο παράρτημα II, ο κύριος του έργου παρέχει πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά του έργου και τον δυνητικό σημαντικό αντίκτυπό του στο περιβάλλον. Λεπτομερής κατάλογος των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται καθορίζεται στο παράρτημα IIA. Ο κύριος του έργου λαμβάνει υπόψη, κατά περίπτωση, τα διαθέσιμα αποτελέσματα άλλων σχετικών εκτιμήσεων των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που διενεργήθηκαν με βάση ενωσιακό νομοθέτημα πλην της παρούσης οδηγίας. Ο κύριος του έργου δύναται επίσης να παράσχει περιγραφή τυχόν χαρακτηριστικών του έργου και/ή μέτρων που προβλέπονται για να αποτραπούν ή να προληφθούν επιπτώσεις που σε άλλη περίπτωση θα ήταν σημαντικές και δυσμενείς για το περιβάλλον.
5. Η αρμόδια αρχή λαμβάνει την απόφασή της με βάση τις πληροφορίες που παρείχε ο κύριος του έργου κατά την παράγραφο 4, συνεκτιμώντας τα τυχόν αποτελέσματα προκαταρκτικών ελέγχων ή εκτιμήσεων των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που διενεργήθηκαν σύμφωνα με ενωσιακό νομοθέτημα πλην της παρούσης οδηγίας. Η απόφαση διατίθεται στο κοινό και:
α) εφόσον αποφασιστεί ότι απαιτείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, παραθέτει τους βασικούς λόγους για τους οποίους απαιτείται τέτοιου είδους εκτίμηση, με αναφορά στα σχετικά κριτήρια που καταγράφονται στο παράρτημα III· ή
β) εφόσον αποφασιστεί ότι δεν απαιτείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, παραθέτει τους βασικούς λόγους για τους οποίους δεν απαιτείται τέτοιου είδους εκτίμηση, με αναφορά στα σχετικά κριτήρια που καταγράφονται στο παράρτημα III και, εφόσον προτείνεται από τον κύριο του έργου, παραθέτει τα χαρακτηριστικά του έργου και/ή τα μέτρα που προβλέπονται για να αποτραπεί ή να προληφθεί επιπτώσεις που σε άλλη περίπτωση θα ήταν σημαντικές και δυσμενείς στο περιβάλλον.
6. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η αρμόδια αρχή αποφασίζει το ταχύτερο δυνατόν και εντός μεγίστης προθεσμίας 90 ημερών από την εκ μέρους του κυρίου του έργου υποβολή όλων των απαιτουμένων πληροφοριών κατά την παράγραφο 4. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, που εξαρτώνται επί παραδείγματι, από τη φύση, την πολυπλοκότητα, τη θέση ή το μέγεθος του έργου, η αρμόδια αρχή μπορεί να παρατείνει την εν λόγω προθεσμία για να αποφασίσει· στην περίπτωση αυτή, η αρμόδια αρχή ενημερώνει εγγράφως τον κύριο του έργου για τους λόγους παράτασης της προθεσμίας και για την αναμενόμενη ημερομηνία έκδοσης της απόφασής της.»
10. Το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΕΠΕ έχει ως εξής:
«1. Όταν απαιτείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ο κύριος του έργου εκπονεί και υποβάλλει μελέτη εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Οι πληροφορίες τις οποίες παρέχει ο κύριος του έργου περιλαμβάνουν τουλάχιστον:
[…]
2. Εφόσον ζητηθεί από τον κύριο του έργου, η αρμόδια αρχή, λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που παρέχει ο κύριος του έργου, ιδίως όσον αφορά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του έργου, συμπεριλαμβανομένης της θέσης και της τεχνικής δυνατότητας, και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις του στο περιβάλλον, γνωμοδοτεί σχετικά με το εύρος και το επίπεδο λεπτομέρειας των πληροφοριών που πρέπει να συμπεριλάβει ο κύριος του έργου στη μελέτη εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Η αρμόδια αρχή ζητά τη γνώμη των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, πριν γνωμοδοτήσει.
Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να απαιτούν από τις αρμόδιες αρχές να γνωμοδοτήσουν όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, ανεξαρτήτως του κατά πόσον το έχει ζητήσει ο κύριος του έργου.»
11. Το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίζεται ότι οι αρχές τις οποίες ενδέχεται να αφορά το έργο, λόγω της ειδικής τους αρμοδιότητας επί θεμάτων περιβάλλοντος ή λόγω τοπικής και περιφερειακής αρμοδιότητας, έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν τη γνώμη τους για τις πληροφορίες που παρέχει ο κύριος του έργου και για την αίτηση χορήγησης άδειας, λαμβάνοντας υπόψη, εφόσον χρειάζεται, τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 8α παράγραφος 3. Προς τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρχές των οποίων πρέπει να ζητείται η γνώμη, εν γένει ή κατά περίπτωση. Οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται κατά το άρθρο 5 διαβιβάζονται στις αρχές αυτές. Η λεπτομερής διαδικασία γνωμοδότησης καθορίζεται από τα κράτη μέλη.
2. Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική συμμετοχή του ενδιαφερομένου κοινού στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, το κοινό ενημερώνεται μέσω διαδικτύου και με δημόσιες ανακοινώσεις ή με άλλα πρόσφορα μέσα σχετικά με τα κάτωθι ζητήματα, εγκαίρως όσον αφορά τις διαδικασίες λήψης περιβαλλοντικών αποφάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 και, το αργότερο, μόλις οι πληροφορίες μπορούν να παρασχεθούν ευλόγως:
[…]
3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε εύλογο χρονικό διάστημα, τίθενται στη διάθεση του ενδιαφερόμενου κοινού τα ακόλουθα:
[…]
γ) σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 2003/4 [...] πληροφορίες, πλην εκείνων οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, και έχουν σχέση με την απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 8 της παρούσας οδηγίας και οι οποίες καθίστανται διαθέσιμες μόνο αφού έχει ενημερωθεί το ενδιαφερόμενο κοινό σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
4. Στο ενδιαφερόμενο κοινό παρέχονται έγκαιρα και πραγματικά δυνατότητες να συμμετάσχει στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σχετικά με το περιβάλλον που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2 και, για τον σκοπό αυτό, έχει το δικαίωμα να διατυπώνει παρατηρήσεις και γνώμες, όταν όλες οι επιλογές είναι ακόμη δυνατές, στην αρμόδια αρχή ή αρχές πριν από τη λήψη της απόφασης για τη συναίνεση ανάπτυξης.
5. Οι αναλυτικές ρυθμίσεις για την ενημέρωση του κοινού (παραδείγματος χάριν, με τοιχοκόλληση σε ορισμένη ακτίνα ή δημοσίευση στις τοπικές εφημερίδες) και για τη διαβούλευση με το ενδιαφερόμενο κοινό (παραδείγματος χάριν, με την υποβολή γραπτών προτάσεων ή τη διενέργεια δημοσκοπήσεων) καθορίζονται από τα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσουν τη διάθεση των σχετικών πληροφοριών σε ψηφιακή μορφή μέσω, τουλάχιστον, μιας κεντρικής διαδικτυακής πύλης ή εύκολα προσπελάσιμων σημείων πρόσβασης, στο κατάλληλο διοικητικό επίπεδο.
6. Προβλέπονται εύλογα χρονοδιαγράμματα για τα διάφορα στάδια, επαρκούς διάρκειας για:
α) την ενημέρωση των αρχών της παραγράφου 1 και του κοινού, και
β) τις αρχές της παραγράφου 1 και το ενδιαφερόμενο κοινό ώστε να προετοιμασθούν και να συμμετάσχουν αποτελεσματικά στη λήψη περιβαλλοντικής απόφασης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
7. Τα χρονοδιαγράμματα διαβούλευσης με το ενδιαφερόμενο κοινό για τη μελέτη εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 είναι ελάχιστης διάρκειας 30 ημερών.»
12. Το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«1. Όταν ένα κράτος μέλος γνωρίζει ότι ένα έργο ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον άλλου κράτους μέλους ή όταν το ζητήσει ένα κράτος μέλος που ενδέχεται να θιγεί σοβαρά, το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου πρόκειται να εκτελεστεί το έργο διαβιβάζει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, το ταχύτερο δυνατό, και όχι αργότερα από την ημερομηνία ενημέρωσης του εγχωρίου πληθυσμού, μεταξύ άλλων:
α) την περιγραφή του έργου και κάθε διαθέσιμη πληροφορία σχετικά με τις ενδεχόμενες διασυνοριακές επιπτώσεις·
β) πληροφορίες σχετικά με τη φύση της απόφασης που ενδέχεται να ληφθεί.
Το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου πρόκειται να εκτελεστεί το έργο παρέχει στο άλλο κράτος μέλος εύλογη προθεσμία προκειμένου να δηλώσει αν επιθυμεί να συμμετάσχει στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σχετικά με το περιβάλλον, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 και μπορεί να συμπεριλάβει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
2. Εάν κράτος μέλος, που λαμβάνει πληροφορίες, βάσει της παραγράφου 1, αναφέρει ότι σκοπεύει να συμμετάσχει στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σχετικά με το περιβάλλον που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2, το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου πρόκειται να εκτελεστεί το έργο, αποστέλλει, εφόσον δεν έχει ήδη αποστείλει, στο θιγόμενο κράτος μέλος, τις πληροφορίες των οποίων την παροχή επιβάλλει το άρθρο 6 παράγραφος 2, και οι οποίες καθίστανται διαθέσιμες σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 στοιχεία α) και β).
[…]
5. Οι λεπτομερείς ρυθμίσεις για την εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 4 του παρόντος άρθρου, καθώς και τα χρονοδιαγράμματα για τις διαβουλεύσεις, καθορίζονται από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, με βάση τις ρυθμίσεις και τα χρονοδιαγράμματα κατά το άρθρο 6 παράγραφοι 5 έως 7, και διαμορφώνονται κατά τρόπο ώστε το ενδιαφερόμενο κοινό στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους να είναι σε θέση να συμμετάσχει αποτελεσματικά στις διαδικασίες λήψης περιβαλλοντικών αποφάσεων κατά το άρθρο 2 παράγραφος 2 για το έργο.»
13. Το άρθρο 8 της ίδιας οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων και οι πληροφορίες που συλλέγονται βάσει των άρθρων 5 έως 7 λαμβάνονται δεόντως υπόψη στο πλαίσιο της διαδικασίας αδειοδότησης.»
14. Κατά το άρθρο 8α της οδηγίας ΕΠΕ:
«1. Η απόφαση χορήγησης άδειας περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα:
[…]
β) τους περιβαλλοντικούς όρους που τίθενται στην απόφαση, περιγραφή των χαρακτηριστικών του έργου και/ή των μέτρων που προβλέπονται για να αποφευχθούν ή να μειωθούν και, ει δυνατόν, να αντισταθμισθούν τυχόν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, καθώς και τα μέτρα παρακολούθησης, όπως ενδείκνυται.
[…]
3. Σε περίπτωση που τα κράτη μέλη προσφεύγουν στις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 για λόγους άλλους από τις διαδικασίες αδειοδότησης, οι απαιτήσεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, κατά περίπτωση, θεωρούνται ότι πληρούνται όταν οιαδήποτε απόφαση που λαμβάνεται στο πλαίσιο των εν λόγω διαδικασιών περιλαμβάνει τις πληροφορίες που αναφέρονται στις εν λόγω παραγράφους και υφίστανται μηχανισμοί που παρέχουν τη δυνατότητα εκπλήρωσης των απαιτήσεων που ορίζει η παράγραφος 6 του παρόντος άρθρου.
[…]»
15. Το άρθρο 9 της οδηγίας αυτής έχει ως ακολούθως:
«1. Εφόσον έχει ληφθεί απόφαση για τη χορήγηση ή απόρριψη αδείας, η αρμόδια αρχή ή αρχές ενημερώνουν πάραυτα το κοινό και τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, κατά τις εθνικές διαδικασίες, και εξασφαλίζουν ότι οι κάτωθι πληροφορίες τίθενται στη διάθεση του κοινού και των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 8α παράγραφος 3:
α) το περιεχόμενο της απόφασης και τους όρους που ενδεχομένως τη συνοδεύουν όπως αναφέρονται στο άρθρο 8α παράγραφοι 1 και 2·
β) τους κύριους λόγους και το σκεπτικό στα οποία βασίστηκε η απόφαση, καθώς και πληροφορίες για τη διαδικασία συμμετοχής του κοινού. Σε αυτό περιλαμβάνεται επίσης η περίληψη των αποτελεσμάτων των διαβουλεύσεων και οι πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατά τα άρθρα 5 έως 7, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο τα εν λόγω αποτελέσματα ενσωματώθηκαν ή έτυχαν διαφορετικού χειρισμού, και ιδίως οι παρατηρήσεις που ελήφθησαν από το πληττόμενο κράτος μέλος του άρθρου 7.
2. Η αρμόδια αρχή ή αρχές ενημερώνουν κάθε κράτος μέλος το οποίο έχει συμμετάσχει στις διαβουλεύσεις σύμφωνα με το άρθρο 7, διαβιβάζοντας σε αυτό τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Τα κράτη μέλη που έχουν συμμετάσχει στις διαβουλεύσεις εξασφαλίζουν ότι οι εν λόγω πληροφορίες τίθενται με τον κατάλληλο τρόπο στη διάθεση του ενδιαφερόμενου κοινού στην επικράτειά τους.»
16. Το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σύμφωνα με το εθνική έννομη τάξη τους, το ενδιαφερόμενο κοινό:
α) που έχει επαρκές συμφέρον, ή εναλλακτικά·
β) που υποστηρίζει ότι επέρχεται προσβολή δικαιώματος, εάν αυτό απαιτείται ως προϋπόθεση από το διοικητικό δικονομικό δίκαιο ενός κράτους μέλους,
έχει πρόσβαση σε μια διαδικασία εξέτασης ενώπιον δικαστηρίου ή άλλου ανεξάρτητου και αμερόληπτου οργάνου συσταθέντος νομοθετικώς, προκειμένου να αμφισβητήσει την ουσιαστική ή τη διαδικαστική νομιμότητα αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων που εμπίπτουν στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας περί συμμετοχής του κοινού.
2. Τα κράτη μέλη καθορίζουν σε ποια φάση είναι δυνατόν να προσβάλλονται αποφάσεις, πράξεις ή παραλείψεις.»
17. Το παράρτημα I της οδηγίας ΕΠΕ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Έργα που μνημονεύονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1», αναφέρει, στο σημείο 19, τα «[λ]ατομεία και υπαίθρια ορυχεία εκτάσεως άνω των 25 εκταρίων, ή, όταν πρόκειται για εξόρυξη τύρφης, άνω των 150 εκταρίων», και, στο σημείο 24, «[κ]άθε μεταβολή ή επέκταση των σχεδίων που απαριθμούνται στο παρόν παράρτημα, όταν η εν λόγω μεταβολή ή επέκταση καθ’ εαυτή εμπίπτει στα κατώτατα όρια, αν υπάρχουν, τα οποία καθορίζονται στο παρόν παράρτημα».
18. Το παράρτημα II της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Έργα που μνημονεύονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2», αναφέρει, στο σημείο 2, στοιχείο αʹ, τα «[λ]ατομεία, υπαίθρια ορυχεία και εξόρυξη τύρφης (εφόσον δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα I)», στο σημείο 2, στοιχείο εʹ, «[ε]γκαταστάσεις επιφανείας της βιομηχανίας εξόρυξης άνθρακα, πετρελαίου, φυσικού αερίου και μεταλλευμάτων, καθώς και ασφαλτούχων σχιστόλιθων», και, στο σημείο 13, στοιχείο αʹ,«[ο]ποιαδήποτε τροποποίηση ή επέκταση έργων που απαριθμούνται στο παράρτημα I ή στο παρόν παράρτημα τα οποία έχουν ήδη εγκριθεί, εκτελεστεί ή εκτελούνται και τα οποία μπορεί να έχουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον (μεταβολή ή επέκταση που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα I)».
Β. Το πολωνικό δίκαιο
1. Ο νόμος για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον
19. Το άρθρο 72, παράγραφοι 1 και 2, του ustawa o udostępnianiu informacji o środowisku i jego ochronie, udziale społeczeństwa w ochronie środowiska oraz o ocenach oddziaływania na środowisko (νόμου για τη διάθεση πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον και την προστασία του, με τη συμμετοχή του κοινού στην προστασία του περιβάλλοντος και με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων), της 3ης Οκτωβρίου 2008 (Dz. U. αριθ. 199, θέση 1227, στο εξής: νόμος για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον), ορίζει τα εξής:
«1. Η απόφαση σχετικά με τους περιβαλλοντικούς όρους λαμβάνεται πριν από τη λήψη:
[…]
4) [...] της άδειας για εξόρυξη ορυκτών στα κοιτάσματα [...]·
[…]
2. Η απαίτηση για τη λήψη απόφασης σχετικά με τους περιβαλλοντικούς όρους δεν ισχύει επί των τροποποιήσεων:
[…]
2) άδειας ή απόφασης που προβλέπεται στο τμήμα 1, σημεία 4 και 5, όπως, μεταξύ άλλων:
[…]
k) απόφασης για την εφάπαξ παράταση έως 6 έτη της ισχύος άδειας για εξόρυξη λιγνίτη, εφόσον η παράταση της άδειας αυτής δικαιολογείται από την ορθολογική διαχείριση του κοιτάσματος και εφόσον δεν διευρύνεται το πεδίο ισχύος της άδειας,
[…]».
2. Ο μεταλλευτικός κώδικας
20. Το άρθρο 33 του ustawa Prawo geologiczne i górnicze (νόμου για τη θέσπιση του γεωλογικού και μεταλλευτικού κώδικα), της 9ης Ιουνίου 2011 (Dz. U. αριθ. 163, θέση 981, στο εξής: μεταλλευτικός κώδικας), προβλέπει τα εξής:
«[...] Εφόσον, πριν από τη χορήγηση άδειας, εκδόθηκε απόφαση που καθορίζει όρους σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος, και μάλιστα βάσει διαδικασίας με τη συμμετοχή του κοινού, οι διατάξεις σχετικά με τη συμμετοχή δημοσίων οργανώσεων δεν εφαρμόζονται στη διαδικασία χορήγησης αδείας.»
3. Ο νόμος περί διοικητικής διαδικασίας
21. Κατά το άρθρο 50, παράγραφος 1, του ustawa Prawo o postępowaniu przed sądami administracyjnymi (νόμου περί διοικητικής διαδικασίας), της 30ής Αυγούστου 2002 (Dz. U. αριθ. 153, θέση 1270):
«Κάθε πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον, η εισαγγελική αρχή, ο Συνήγορος του Πολίτη, ο Συνήγορος του παιδιού και κάθε δημόσιος οργανισμός στο πλαίσιο της νομικής του δραστηριότητας νομιμοποιείται ενεργητικώς να ασκήσει προσφυγή σε υποθέσεις που αφορούν τα συμφέροντα τρίτων, εφόσον έχουν συμμετάσχει στη διοικητική διαδικασία.»
22. Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Δημοκρατία της Πολωνίας κάνει λόγο για ορισμένες τροποποιήσεις της νομοθεσίας της που αναφέρεται στις προηγούμενες σκέψεις, τις οποίες επέφερε ο νόμος της 30ής Μαρτίου 2021 περί τροποποιήσεως του νόμου για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον. Οι τροποποιήσεις αυτές αποσκοπούν στη διευκόλυνση της άσκησης από το ενδιαφερόμενο κοινό των δικαιωμάτων που προβλέπονται στο άρθρο 11 της οδηγίας ΕΠΕ. Το κοινό αυτό μπορεί πλέον να λάβει πληροφορίες σχετικά με την έκδοση ορισμένων αποφάσεων χωρίς να χρειάζεται να προσφύγει στο όργανο που τις εξέδωσε. Το κοινό αποκτά νέα δικαιώματα προσφυγής κατά των αδειών που χορηγούνται μετά από διαδικασία και απόφαση σχετικά με τους περιβαλλοντικούς όρους όπου συμμετείχε. Το άρθρο 33 του μεταλλευτικού κώδικα τροποποιήθηκε προκειμένου τα νέα δικαιώματα που απορρέουν από τον νόμο για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον να εφαρμόζονται και σε διαδικασία χορήγησης άδειας που κινήθηκε κατ’ εφαρμογήν του κώδικα αυτού, εφόσον προηγήθηκε απόφαση σχετικά με τους περιβαλλοντικούς όρους.
III. Το ιστορικό της διαφοράς και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
23. Το υπαίθριο λιγνιτωρυχείο του Turów βρίσκεται σε πολωνικό έδαφος κοντά στα σύνορα με την Τσεχική Δημοκρατία και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
24. Στις 27 Απριλίου 1994, οι αρμόδιες πολωνικές αρχές, με την άδεια υπ’ αριθ. 65/94, χορήγησαν στην PGE Elektrownia Bełchatów S.A., νυν PGE Górnictwo i Energetyka Konwencjonalna S.A. (στο εξής: εταιρία εκμετάλλευσης), άδεια για την εκμετάλλευση του εν λόγω ορυχείου για 26 έτη, ήτοι έως τις 30 Απριλίου 2020.
25. Στις 2 Μαρτίου 2015, η εταιρία εκμετάλλευσης ζήτησε από τον περιφερειακό διευθυντή περιβαλλοντικής προστασίας του Wrocław (Πολωνία) να εκδώσει απόφαση σχετικά με τους περιβαλλοντικούς όρους για την υλοποίηση του έργου, το οποίο οριζόταν ως παράταση της εκμετάλλευσης του κοιτάσματος λιγνίτη του Turów έως το 2044. Τόσο η Τσεχική Δημοκρατία όσο και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έλαβαν μέρος στη διαδικασία διαβούλευσης που κινήθηκε με την αίτηση αυτή.
26. Στις 24 Οκτωβρίου 2019 η εταιρία εκμετάλλευσης υπέβαλε αίτηση παράτασης της άδειας αυτής κατά έξι έτη, βάσει του άρθρου 72, παράγραφος 2, σημείο 2, στοιχείο k, του νόμου για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον.
27. Στις 21 Ιανουαρίου 2020 ο περιφερειακός διευθυντής περιβαλλοντικής προστασίας του Wrocław εξέδωσε την απόφαση για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων έργων στο περιβάλλον (στο εξής απόφαση ΕΠΕ) και, στις 23 Ιανουαρίου 2020, κήρυξε την απόφαση αυτή άμεσα εκτελεστή. Στις 24 Ιανουαρίου 2020 η εταιρία εκμετάλλευσης επισύναψε την απόφαση ΕΠΕ στην αίτηση παράτασης της άδειας για την εκμετάλλευση του ορυχείου την οποία υπέβαλε στις 24 Οκτωβρίου 2019.
28. Με απόφαση της 20ής Μαρτίου 2020, ο Υπουργός Περιβάλλοντος της Δημοκρατίας της Πολωνίας χορήγησε την άδεια για εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026 (στο εξής: απόφαση 2026).
29. Πλείονα νομικά και φυσικά πρόσωπα από την Τσεχική Δημοκρατία, μεταξύ των οποίων και μη κυβερνητικές οργανώσεις, υπέβαλαν διοικητικές ενστάσεις ή προσφυγές κατά των αποφάσεων που μνημονεύθηκαν στα δύο προηγούμενα σημεία.
30. Στις 30 Σεπτεμβρίου 2020 η Τσεχική Δημοκρατία υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 259 ΣΛΕΕ, επειδή θεώρησε ότι, με τη χορήγηση της ως άνω άδειας, η Δημοκρατία της Πολωνίας υπέπεσε σε πλείονες παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης.
31. Στις 30 Οκτωβρίου 2020 η Δημοκρατία της Πολωνίας υπέβαλε τις παρατηρήσεις της. Στις 13 Νοεμβρίου 2020 αμφότερα τα κράτη μέλη ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους στο πλαίσιο της ακροάσεως που οργάνωσε η Επιτροπή.
32. Στις 17 Δεκεμβρίου 2020 η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη με την οποία προσήψε στη Δημοκρατία της Πολωνίας διάφορες παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης. Ειδικότερα, η Επιτροπή έκρινε ότι το εν λόγω κράτος μέλος, θεσπίζοντας το άρθρο 72, παράγραφος 2, σημείο 2, στοιχείο k, του νόμου για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον που επιτρέπει την παράταση έως έξι έτη της άδειας για εξόρυξη λιγνίτη χωρίς τη διενέργεια προηγούμενης εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, παρέβη το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΕΠΕ.
33. Στις 28 Απριλίου 2021 εκδόθηκε η απόφαση για την παράταση της ισχύος της άδειας υπ’ αριθ. 65/94 μέχρι το 2044 (στο εξής: απόφαση 2044).
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
34. Στις 26 Φεβρουαρίου 2021, η Τσεχική Δημοκρατία άσκησε την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως. Η Δημοκρατία της Πολωνίας ζητεί να απορριφθεί η προσφυγή και να καταδικαστεί η Τσεχική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
35. Κατόπιν αιτήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας περί λήψεως προσωρινών μέτρων, η Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου, με διάταξη της 21ης Μαΐου 2021 (6), διέταξε τη Δημοκρατία της Πολωνίας να παύσει αμέσως και έως την έκδοση της αποφάσεως με την οποία θα περατωθεί η εκδίκαση της υποθέσεως τις δραστηριότητες εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο του Turów.
36. Με απόφαση της 1ης Ιουλίου 2021, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου επέτρεψε στην Επιτροπή να παρέμβει υπέρ της Τσεχικής Δημοκρατίας.
37. Με απόφαση της 14ης Ιουλίου 2021, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου δέχθηκε την αίτηση της Δημοκρατίας της Πολωνίας να εκδικασθεί η υπό κρίση προσφυγή με την ταχεία διαδικασία βάσει του άρθρου 133 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
38. Με έγγραφα της Γραμματείας του Δικαστηρίου της 20ής Ιουλίου 2021, στο πλαίσιο των μέτρων οργάνωσης της διαδικασίας του άρθρου 62, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Δημοκρατία της Πολωνίας κλήθηκε να λάβει θέση επί της αιτιολογημένης γνώμης της Επιτροπής και ζητήθηκε από το εν λόγω θεσμικό όργανο να προσκομίσει τη γνώμη αυτή στη γλώσσα διαδικασίας, ήτοι την πολωνική, καθώς και να λάβει θέση επί ορισμένων αιτημάτων που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της προσφυγής. Οι αποδέκτες των αιτήσεων αυτών απάντησαν δεόντως.
39. Κατόπιν αιτήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας περί λήψεως προσωρινών μέτρων, η Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου, με διάταξη της 20ής Σεπτεμβρίου 2021 (7), υποχρέωσε τη Δημοκρατία της Πολωνίας να καταβάλλει στην Επιτροπή χρηματική ποινή ύψους 500 000 ευρώ ημερησίως από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της διατάξεως αυτής στο εν λόγω κράτος μέλος και έως ότου συμμορφωθεί προς τη διάταξη της Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 21ης Μαΐου 2021. Με την ίδια απόφαση, η Αντιπρόεδρος απέρριψε την αίτηση της Δημοκρατίας της Πολωνίας, βάσει του άρθρου 163 του Κανονισμού Διαδικασίας, περί ανακλήσεως της εν λόγω διατάξεως.
40. Στις 9 Νοεμβρίου 2021 διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση, παρουσία της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας και της Επιτροπής, δεόντως εκπροσωπουμένων.
41. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ερωτηθείσα επ’ αυτού, η Τσεχική Δημοκρατία διευκρίνισε ότι εμμένει στο αίτημά της περί παύσεως των προβαλλομένων παραβάσεων.
V. Νομική ανάλυση
Α. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
42. Πριν από την κατ’ ιδίαν εξέταση των λόγων που προέβαλε η Τσεχική Δημοκρατία, εκτιμώ ότι είναι αναγκαίο να υπενθυμίσω τους κοινούς κανόνες που διέπουν τη διαδικασία της προσφυγής λόγω παραβάσεως δυνάμει των άρθρων 258 και 259 ΣΛΕΕ, το αντικείμενο των οποίων συνίσταται στο να διαπιστωθεί, προκειμένου να παύσει, η συμπεριφορά κράτους μέλους που συνιστά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης (8). Συναφώς, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι παρά τις μεμονωμένες διαφορές που υφίστανται στο επίπεδο της διαδικασίας, σε συνάρτηση με τον προσφεύγοντα που κίνησε την προσφυγή λόγω παραβάσεως –η Επιτροπή ή κράτος μέλος–, υπάρχουν κοινοί κανόνες στους οποίους υπόκεινται τα μέρη χωρίς εξαίρεση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι κανόνες που αφορούν το βάρος της αποδείξεως καθώς και οι κανόνες που συνδέονται με την ημερομηνία αναφοράς για την εκτίμηση της ύπαρξης παράβασης σε συγκεκριμένη περίπτωση.
43. Φρονώ ότι η επίκληση των εν λόγω κανόνων είναι ιδιαιτέρως κρίσιμη στο πλαίσιο της παρούσας ανάλυσης, λαμβανομένης υπόψη της πολυπλοκότητας των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως καθώς και του γεγονότος ότι οι παραβάσεις που προβάλλει η Τσεχική Δημοκρατία αφορούν πολλές πτυχές της πολωνικής έννομης τάξης, ήτοι την έκδοση νομοθετικών πράξεων, αλλά και διοικητικών αποφάσεων, οι οποίες τροποποιήθηκαν με την πάροδο του χρόνου. Σκοπός της εφαρμογής των κοινών αυτών κανόνων είναι να διασφαλιστεί εμπεριστατωμένη και συνεκτική εξέταση της συμβατότητας των εν λόγω εθνικών πράξεων με το δίκαιο της Ένωσης, την υπεροχή του οποίου οφείλουν να σέβονται όλα τα κράτη μέλη (9).
1. Οι κανόνες περί του βάρους αποδείξεως στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως
44. Στο μέτρο που η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως βάσει των άρθρων 258 και 259 ΣΛΕΕ χαρακτηρίζεται από την αρχή της κατ’ αντιμωλίαν συζητήσεως, εναπόκειται στον προσφεύγοντα να αποδείξει την ύπαρξη της προβαλλόμενης παραβάσεως προσκομίζοντας στο Δικαστήριο τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εκ μέρους του εξακρίβωση της υπάρξεως της παραβάσεως αυτής. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει καμία διάκριση ως προς τη διαδικασία όσον αφορά την αντιμετώπιση των δύο τρόπων που προβλέπουν οι Συνθήκες (10).
45. Επιπλέον, από το άρθρο 120, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και από τη σχετική με τη διάταξη αυτή νομολογία προκύπτει ότι το εισαγωγικό δικόγραφο πρέπει να προσδιορίζει με σαφήνεια και ακρίβεια το αντικείμενο της διαφοράς και να περιέχει συνοπτική έκθεση των προβαλλόμενων ισχυρισμών, προκειμένου ο αντίδικος να μπορεί να προετοιμάσει την άμυνά του και το Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τον έλεγχό του. Επομένως, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η προσφυγή πρέπει να προκύπτουν με τρόπο λογικά συνεπή και κατανοητό από το ίδιο το κείμενο του δικογράφου της, τα δε αιτήματα που περιλαμβάνει το δικόγραφο αυτό πρέπει να είναι διατυπωμένα χωρίς αμφισημία, ούτως ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος είτε να αποφανθεί το Δικαστήριο ultra petita είτε να παραλείψει να αποφανθεί επί ορισμένης αιτιάσεως (11). Αντιθέτως, εναπόκειται στο καθού κράτος μέλος να αμφισβητήσει ουσιαστικώς και λεπτομερώς τα προβαλλόμενα στοιχεία και τις συνέπειες που απορρέουν από αυτά (12).
46. Επομένως, τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι διάδικοι στην υπό κρίση υπόθεση θα εξεταστούν ενδελεχώς υπό το πρίσμα των κανόνων περί του βάρους αποδείξεως που μόλις εξέθεσα στο προηγούμενο σημείο.
2. Η ημερομηνία αναφοράς προκειμένου να εκτιμηθεί η ύπαρξη παραβάσεως
47. Μια άλλη ουσιώδης πτυχή που πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση αφορά την ημερομηνία αναφοράς προκειμένου να εκτιμηθεί η ύπαρξη παραβάσεως. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όσον αφορά τη διαδικασία του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, η ημερομηνία αναφοράς είναι η ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας που τάσσεται με την αιτιολογημένη γνώμη την οποία εκδίδει η Επιτροπή δυνάμει της διατάξεως αυτής. Η ανάγκη να ληφθεί ως βάση μια τέτοια ημερομηνία αναφοράς προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσον υφίσταται παράβαση είναι ιδιαιτέρως προφανής στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι περιστάσεις της υποθέσεως έχουν εξελιχθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, πολύ συχνά κατόπιν της παρεμβάσεως του κράτους μέλους που διέπραξε την παράβαση, ακόμη και, παραδείγματος χάριν, κατόπιν τροποποιήσεως της εθνικής νομοθεσίας που κρίθηκε αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης.
48. Η ημερομηνία αναφοράς πρέπει να καθορίζεται σε συγκεκριμένο στάδιο της διαδικασίας, προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο η προσφυγή λόγω παραβάσεως να καταστεί άνευ αντικειμένου λόγω μιας τέτοιας μεταβολής των συνθηκών. Η ανάγκη να καθοριστεί με σαφήνεια το αντικείμενο της διαφοράς είναι προφανής αν ληφθεί υπόψη ο σκοπός της προσφυγής λόγω παραβάσεως, συγκεκριμένα να δοθεί στο Δικαστήριο η δυνατότητα να διαπιστώσει παραβίαση του δικαίου της Ένωσης από κράτος μέλος. Επιπροσθέτως, η προσέγγιση αυτή έχει το πλεονέκτημα ότι διασφαλίζει ότι τα δικονομικά δικαιώματα των κρατών μελών γίνονται σεβαστά όταν η Επιτροπή παρεμβαίνει προκειμένου να θέσει τέρμα σε μια τέτοια παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, πράγμα που θα ήταν δύσκολο αν τα κράτη μέλη ήταν υποχρεωμένα, κατά την υπεράσπισή τους, να λάβουν θέση επί κάθε μεταβολής του αντικειμένου της διαφοράς εξαιτίας μεταβολής των συνθηκών.
49. Είναι προφανές ότι δεν είναι δυνατή άμεση εφαρμογή της νομολογίας αυτής στη διαδικασία του άρθρου 259 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι το ίδιο το κράτος μέλος –και όχι η Επιτροπή– κινεί τη διαδικασία. Επομένως, τίθεται το ζήτημα ποια είναι η ημερομηνία αναφοράς προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσο υφίσταται παράβαση στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας. Συναφώς, επισημαίνεται ότι η προηγούμενη υποβολή της υποθέσεως στην Επιτροπή, την οποία προβλέπει η δεύτερη παράγραφος του εν λόγω άρθρου, συνιστά διαδικαστική απαίτηση προκειμένου να μπορεί να ασκηθεί μεταγενεστέρως προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Πράγματι, δεν πρέπει να παραβλέπεται η σημασία που έχει αυτό το στάδιο της διαδικασίας, λαμβανομένων υπόψη των εννόμων συνεπειών που αυτό συνεπάγεται, συγκεκριμένα την υποχρέωση της Επιτροπής να ακούσει τα δύο μέρη τα οποία πρέπει να υποβάλουν τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις τους, καθώς και την έναρξη της τρίμηνης προθεσμίας, μετά από την οποία το κράτος μέλος μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν διατυπώσει την αιτιολογημένη γνώμη της.
50. Φρονώ ότι η τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως που χαρακτηρίζει αυτό το στάδιο της διαδικασίας, όπως ρητώς επισημαίνεται στην τρίτη παράγραφο του εν λόγω άρθρου, απαιτεί από το αιτούν κράτος μέλος να προβάλλει όλους τους ισχυρισμούς που θεμελιώνονται σε φερόμενη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης και όλα τα συναφή αποδεικτικά στοιχεία ήδη με το έγγραφό του υποβολής της υπόθεσης προς εξέταση. Εξάλλου, από τα στοιχεία αυτά πρέπει να προκύπτει σαφώς ότι το αιτούν κράτος μέλος προτίθεται να ασκήσει προσφυγή δυνάμει του άρθρου 259 ΣΛΕΕ και όχι απλώς να ζητήσει από την Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 258 ΣΛΕΕ. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας προσδιορίζεται το αντικείμενο της διαφοράς (13).
51. Στον βαθμό που το αιτούν κράτος μέλος, πρώτον, δεν συνδέεται με τις διαπιστώσεις της Επιτροπής στην αιτιολογημένη γνώμη και, δεύτερον, δεν υποχρεούται να προχωρήσει σε άλλα στάδια της διαδικασίας –σε αντίθεση με την Επιτροπή στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ–, φρονώ ότι είναι εύλογο να ορισθεί ως ημερομηνία αναφοράς προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσο υφίσταται παράβαση, υπό την έννοια του δικονομικού δικαίου, η ημερομηνία υποβολής καταγγελίας στην Επιτροπή από το αιτούν κράτος μέλος (14). Εκτιμώ ότι αναλογική εφαρμογή της νομολογίας του Δικαστηρίου, λαμβανομένων συγχρόνως υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της διαδικασίας του άρθρου 259 ΣΛΕΕ, είναι ακόμη πιο ενδεδειγμένη καθόσον μια τέτοια προσέγγιση απαιτείται για τους ίδιους λόγους που αφορούν τη διαδικασία του άρθρου 258 ΣΛΕΕ και μνημονεύονται στα προηγούμενα σημεία, συγκεκριμένα την ανάγκη να προσδιοριστεί το αντικείμενο της διαφοράς κατά τρόπο αρκούντως ακριβή ανεξαρτήτως πιθανής μεταβολής των συνθηκών καθώς και την υποχρέωση σεβασμού των δικονομικών δικαιωμάτων των κρατών μελών.
52. Για τους προεκτεθέντες λόγους, φρονώ ότι το αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς πρέπει να περιοριστεί, κατ’ αρχήν, στη νομοθετική και διοικητική κατάσταση που υφίστατο κατά τον χρόνο της υποβολής της καταγγελίας στην Επιτροπή από την Τσεχική Δημοκρατία. Τούτο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να θεωρηθούν κρίσιμα και ορισμένα πραγματικά περιστατικά μεταγενέστερα της ημερομηνίας αυτής. Υπενθυμίζω, ωστόσο, ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, μόνον κατ’ εξαίρεση μπορούν να ληφθούν υπόψη μεταγενέστερα περιστατικά, συγκεκριμένα όταν τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά είναι της ιδίας φύσεως με την προσαπτόμενη συμπεριφορά ή δεν μεταβάλλουν ουσιωδώς την ουσία της προσαπτόμενης συμπεριφοράς (15). Η νομολογία αυτή στηρίζεται στο εύλογο επιχείρημα ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αποφύγει τις συνέπειες μιας πράξης που στηρίζεται σε παράβαση του δικαίου της Ένωσης επικαλούμενο τέχνασμα τυπικής φύσεως, δηλαδή τροποποίηση της νομοθεσίας ή έκδοση νέας απόφασης η οποία, ωστόσο, εξακολουθεί να περιλαμβάνει τα ίδια στοιχεία που είναι αντίθετα προς το δίκαιο της Ένωσης.
Β. Επί του πρώτου λόγου, που αφορά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφοι 1, 2, 4 και 6, του άρθρου 5, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και των άρθρων 6 έως 9 της οδηγίας ΕΠΕ (παράταση της άδειας για εξόρυξη λιγνίτη κατά έξι έτη χωρίς να διενεργηθεί προηγουμένως εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων)
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
53. Με τον πρώτο λόγο, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το άρθρο 72, παράγραφος 2, σημείο 2, στοιχείο k, του νόμου για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον παραβιάζει το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΕΠΕ, καθόσον αποκλείει οποιαδήποτε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων σε περίπτωση εφάπαξ παράτασης κατά έξι έτη άδειας για την εκμετάλλευση ορυχείου, στον βαθμό που επιτρέπει τη χορήγηση μια τέτοιας παράτασης χωρίς να διενεργηθεί είτε πλήρης εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων είτε η λεγόμενη διαδικασία «προκαταρκτικού ελέγχου», όπως προβλέπονται στις διατάξεις αυτές. Επιπλέον, αυτή η παράλειψη διενέργειας εκτίμησης έχει ως συνέπεια ότι το ενδιαφερόμενο κοινό και, ενδεχομένως, τα γειτονικά κράτη μέλη, των οποίων η επικράτεια μπορεί να επηρεαστεί από το έργο, αποκλείονται από τη συμμετοχή στις διαδικασίες του άρθρου 4, παράγραφοι 4 έως 6, και των άρθρων 5 έως 9 της οδηγίας αυτής.
54. Κατά το εν λόγω κράτος μέλος, η διάταξη αυτή του πολωνικού δικαίου χρησιμοποιήθηκε προφανώς για την παράταση των παραχωρήσεων που είχαν χορηγηθεί για την εξόρυξη λιγνίτη σε δύο άλλα ορυχεία στην Πολωνία. Στην πραγματικότητα, αποτέλεσε το έρεισμα για την άδεια για την εξόρυξη λιγνίτη στο Turów έως το 2026.
55. Η Δημοκρατία της Πολωνίας ισχυρίζεται ότι ο λόγος αυτός είναι άνευ αντικειμένου, καθόσον, στις 28 Απριλίου 2021, εκδόθηκε η απόφαση 2044. Η απόφαση αυτή, λόγω της διάρκειάς της, δεν μπορούσε να εκδοθεί με βάση το άρθρο 72, παράγραφος 2, σημείο 2, στοιχείο k, του νόμου για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον. Επιπλέον, η απόφαση 2044 εκδόθηκε με βάση την απόφαση ΕΠΕ, την οποία η εταιρία εκμετάλλευσης επισύναψε στην αίτησή της.
56. Κατά το καθού κράτος μέλος, ο λόγος αυτός είναι, επιπλέον, προδήλως αβάσιμος. Προκαταρκτικώς, το κράτος αυτό εκτιμά ότι από τα αιτήματα του δικογράφου της προσφυγής προκύπτει ότι το αντικείμενο της προσφυγής αφορά μόνον το ζήτημα του κύρους της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026 και, επομένως, αφορά τον μη συμβατό χαρακτήρα του πολωνικού δικαίου με την οδηγία ΕΠΕ μόνον στον βαθμό που το δίκαιο αυτό εφαρμόστηκε συγκεκριμένα στο πλαίσιο της άδειας αυτής.
57. Το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει ότι το άρθρο 72, παράγραφος 2, σημείο 2, στοιχείο k, του νόμου για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον δεν εφαρμόστηκε όταν εκδόθηκε η εν λόγω άδεια, καθόσον η παραχωρούσα αρχή είχε την υποχρέωση, για την έκδοση αυτή, να λάβει υπόψη την απόφαση ΕΠΕ επειδή υπήρχε το ενδεχόμενο το οικείο σχέδιο να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, όπως επισήμανε η εν λόγω αρχή στην αιτιολογία αυτής της ίδιας άδειας.
58. Συναφώς, η Δημοκρατία της Πολωνίας επισημαίνει ότι, στο πολωνικό δίκαιο, η έκδοση «άδειας» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας ΕΠΕ αποτελεί διαδικασία η οποία περιλαμβάνει πλείονα στάδια, μεταξύ των οποίων και την έκδοση απόφασης σχετικά με τους περιβαλλοντικούς όρους. Η τελευταία αυτή απόφαση δεσμεύει τα όργανα που εκδίδουν μεταγενέστερες επενδυτικές αποφάσεις. Δεσμεύει επίσης άμεσα και την εταιρία εκμετάλλευσης, όπως και η ίδια η άδεια, οπότε, αντιθέτως προς την παραδοχή στην οποία στηρίζεται η Τσεχική Δημοκρατία, δεν είναι απαραίτητο να ενσωματωθεί στην άδεια αυτή.
59. Εν προκειμένω, η απόφαση ΕΠΕ, την οποία είχε ζητήσει η εταιρία εκμετάλλευσης για την υλοποίηση του έργου το οποίο ορίστηκε ως η συνέχιση της εκμετάλλευσης του κοιτάσματος λιγνίτη στο ορυχείο του Turów έως το 2044, εκδόθηκε στις 21 Ιανουαρίου 2020, κατόπιν διαβουλεύσεων και με τη συμμετοχή του κοινού κατά τα προβλεπόμενα στην οδηγία ΕΠΕ. Στις 24 Ιανουαρίου 2020, η απόφαση ΕΠΕ επισυνάφθηκε στην αίτηση παράτασης της άδειας για την εκμετάλλευση του ορυχείου για χρονικό διάστημα έξι ετών. Η δε χορήγηση άδειας για χρονικό διάστημα μικρότερο από το προβλεπόμενο στην απόφαση ΕΠΕ επιτρέπεται στο πολωνικό δίκαιο και, επιπλέον, είναι σύμφωνη με την αρχή a maiori ad minus. Συνεπώς, πριν από τη χορήγηση της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026 διενεργήθηκε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων και, ως εκ τούτου, δεν υπήρξε παράβαση των διατάξεων της οδηγίας ΕΠΕ των οποίων γίνεται επίκληση με τον πρώτο λόγο.
2. Εκτίμηση
α) Επί της παράβαση του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΕΠΕ
60. Με τον πρώτο λόγο, η Τσεχική Δημοκρατία επικαλείται, ειδικότερα, παράβαση του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΕΠΕ, καθόσον το άρθρο 72, παράγραφος 2, σημείο 2, στοιχείο k, του νόμου για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον αποκλείει τη διενέργεια εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων σε περίπτωση εφάπαξ παράτασης κατά έξι έτη της άδειας για την εκμετάλλευση ορυχείου.
61. Πρέπει να διευκρινιστεί εκ προοιμίου ότι ο λόγος αυτός αφορά την έκδοση νομοθετικής πράξης και όχι διοικητική πρακτική. Επομένως, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η Δημοκρατία της Πολωνίας, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της μνημονευθείσας στο προηγούμενο σημείο νομικής βάσης σε συγκεκριμένη περίπτωση. Συνεπώς, το επιχείρημα που προέβαλε η Δημοκρατία της Πολωνίας ότι ο λόγος είναι προδήλως αβάσιμος λόγω του ότι η εν λόγω εθνική διάταξη δεν είχε εφαρμογή όταν εκδόθηκε η άδεια για την εξόρυξη λιγνίτη στο Turów έως το 2026 είναι, κατά τη γνώμη μου, αλυσιτελές.
62. Το νομικό ζήτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο της ανάλυσης του λόγου αυτού αφορά κυρίως το να καθοριστεί αν ένα κράτος μέλος μπορεί, διά της νομοθετικής οδού, να επιτρέψει στις αρμόδιες αρχές να μη λάβουν διοικητικά μέτρα που συνδέονται με τη χορήγηση άδειας έργων για την εκμετάλλευση ορυχείου. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να διαπιστωθεί, κατ’ αρχάς, αν το δίκαιο της Ένωσης, εν προκειμένω η οδηγία ΕΠΕ, επιβάλλει στο κράτος μέλος την υποχρέωση να λάβει τέτοια διοικητικά μέτρα. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, το κράτος μέλος έχει αναμφίβολα παραβεί τις υποχρεώσεις του.
63. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι πριν χορηγηθεί άδεια για «έργα», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας ΕΠΕ, αυτά πρέπει να υποβληθούν σε εκτίμηση των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, εφόσον ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, λόγω, μεταξύ άλλων, της φύσεως, του μεγέθους ή της θέσεώς τους. Συγκεκριμένα, το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ δεν απαιτεί να υποβάλλεται στη διαδικασία εκτίμησης που προβλέπει η οδηγία αυτή κάθε έργο ικανό να έχει σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, αλλά μόνον εκείνα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής, το οποίο παραπέμπει στα έργα που απαριθμούνται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της ίδιας οδηγίας.
64. Από τον συνδυασμό του άρθρου 2, παράγραφος 1, και του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ προκύπτει ότι τα έργα που εμπίπτουν στο παράρτημα Ι της οδηγίας αυτής ενέχουν ως εκ της φύσεώς τους τον κίνδυνο σημαντικών επιπτώσεων στο περιβάλλον και επιβάλλεται να υπόκεινται σε εκτίμηση των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων. Στο πλαίσιο αυτό, παρατηρείται, πρώτον, ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας αυτής αναφέρεται στην έννοια της «άδειας», την οποία ορίζει ως «απόφαση της ή των αρμόδιων αρχών που δίνει το δικαίωμα στον κύριο του έργου να πραγματοποιήσει το σχέδιο». Δεύτερον, επισημαίνεται το γεγονός ότι το σημείο 19 του παραρτήματος Ι αναφέρει τα «λατομεία και υπαίθρια ορυχεία εκτάσεως άνω των 25 εκταρίων», δηλαδή ορυχεία που έχουν έκταση παρόμοια με αυτή του ορυχείου του Turów. Το σημείο 24 του παραρτήματος αυτού είναι σημαντικό για τους σκοπούς της εξέτασης, στο μέτρο που προβλέπει ότι πρέπει να υποβάλλεται στην προαναφερθείσα διαδικασία εκτίμησης «[κ]άθε μεταβολή ή επέκταση των σχεδίων που απαριθμούνται στο παρόν παράρτημα, όταν η εν λόγω μεταβολή ή επέκταση καθ’ εαυτή εμπίπτει στα κατώτατα όρια, αν υπάρχουν, τα οποία καθορίζονται στο παρόν παράρτημα» (η υπογράμμιση δική μου). Με άλλα λόγια, η οδηγία ΕΠΕ επιβάλλει την υποχρέωση να πραγματοποιηθεί εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον όχι μόνον όταν πρέπει να ληφθεί η αρχική άδεια ενός έργου, αλλά και όταν λαμβάνονται ορισμένες αποφάσεις σχετικές με αυτή την άδεια.
65. Το άρθρο 72, παράγραφος 2, σημείο 2, στοιχείο k, του νόμου για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο του πρώτου λόγου, μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του σημείου 24 του παραρτήματος I της οδηγίας ΕΠΕ, στο μέτρο που η εθνική αυτή διάταξη αφορά την παράταση άδειας για την εκμετάλλευση ορυχείου. Τίθεται, επομένως, το ερώτημα αν μια τέτοια «παράταση άδειας» μπορεί να εκληφθεί ως «επέκταση έργου» κατά την έννοια της οδηγίας ΕΠΕ. Κατ’ αρχήν, βάσει απλής γραμματικής ερμηνείας, ο όρος «επέκταση» μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια της «αύξησης της έκτασης», καθώς και της «χρονικής διάρκειας της παράτασης» συγκεκριμένου έργου.
66. Κατά τη γνώμη μου, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί σαφώς καταφατική απάντηση. Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Inter-Environnement Wallonie και Bond Beter Leefmilieu Vlaanderen (16), μέτρα τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα να παραταθεί η διάρκεια της άδειας ενός έργου που αναφέρεται ήδη στο παράρτημα I της οδηγίας ΕΠΕ εμπίπτουν στο σημείο 24 του παραρτήματος αυτού. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι ο κανόνας που διατυπώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ εφαρμόζεται ακόμη και αν η παράταση της διάρκειας της επίμαχης άδειας δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη (17), όπως ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση που προβλέπεται στην επίμαχη πολωνική νομοθεσία. Επομένως, η εφάπαξ παράταση κατά έξι έτη της άδειας για την εκμετάλλευση του ορυχείου συνιστά έργο το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ, απαιτεί εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
67. Κατόπιν των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 72, παράγραφος 2, σημείο 2, στοιχείο k, του νόμου για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον δεν είναι σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης, στον βαθμό που η εθνική αυτή διάταξη προβλέπει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που επιτάσσει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ.
68. Στη συνέχεια, πρέπει να εξεταστεί αν υφίσταται παράβαση και του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ.
69. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, ότι η διάταξη αυτή παραπέμπει στο παράρτημα ΙΙ, το οποίο μνημονεύει στο σημείο 2, στοιχείο αʹ, μεταξύ των έργων που ενδέχεται να υποβληθούν σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, τα «λατομεία» και τα «υπαίθρια ορυχεία» εφόσον πρόκειται για έργα τα οποία «δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα I». Πάντως, όπως μόλις επισήμανα, ορυχεία που έχουν έκταση παρόμοια με αυτή του ορυχείου του Turów περιλαμβάνονται ήδη στο παράρτημα I. Συνεπώς, τα ορυχεία αυτού του είδους εμπίπτουν ήδη στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ, γεγονός το οποίο συνεπάγεται ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής όσον αφορά τουλάχιστον αυτή την κατηγορία ορυχείων.
70. Τούτου λεχθέντος, φρονώ ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ είναι κρίσιμο όσον αφορά τα ορυχεία που βρίσκονται κάτω από το όριο που ορίζεται στο σημείο 19 του παραρτήματος Ι, δηλαδή τα ορυχεία εκτάσεως μικρότερης των 25 εκταρίων. Πράγματι, φαίνεται ότι η επίμαχη πολωνική νομοθεσία αποσκοπεί επίσης στη ρύθμιση της διαχείρισης έργων μικρότερης έκτασης. Στο πλαίσιο αυτό, παρατηρείται ότι το άρθρο 72, παράγραφος 2, σημείο 2, στοιχείο k, του νόμου για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον, αφενός, είναι διατυπωμένο κατά τρόπο αρκετά ευρύ όσον αφορά το είδος των έργων για τα οποία δεν υφίσταται υποχρέωση υποβολής σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων και, αφετέρου, δεν προβαίνει καθόλου στην ίδια διάκριση με αυτήν που περιλαμβάνεται στην οδηγία ΕΠΕ μεταξύ των έργων που πρέπει να υποβληθούν σε τέτοια εκτίμηση και των έργων που ενδέχεται να υπόκεινται σε τέτοια εκτίμηση. Επομένως, στο παρόν στάδιο της εξετάσεως πρέπει να γίνει δεκτό ότι το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω εθνικής διατάξεως είναι πολύ ευρύ.
71. Δεύτερον, επισημαίνεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ επιτρέπει ρητά στα κράτη μέλη να αποφασίζουν τα ίδια κατά πόσον το επίμαχο έργο θα υποβληθεί σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων (18). Κατά την αιτιολογική σκέψη 9 της οδηγίας αυτής, «άλλες κατηγορίες έργων», δηλαδή τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ, «δεν έχουν απαραίτητα σε όλες τις περιπτώσεις σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον», γεγονός το οποίο συνεπάγεται ότι τα εν λόγω έργα υπόκεινται σε εκτίμηση μόνον «όταν τα κράτη μέλη κρίνουν ότι υπάρχει ενδεχόμενο σημαντικών επιπτώσεων» (η υπογράμμιση δική μου). Όπως προκύπτει από το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη αποφασίζουν είτε βάσει κατά περίπτωση εξέτασης είτε βάσει κατωτάτων ορίων ή κριτηρίων που καθορίζει το κράτος μέλος. Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν αμφότερες τις μνημονευθείσες διαδικασίες. Το άρθρο 4, παράγραφος 3, απαιτεί να λαμβάνονται υπόψη τα σχετικά κριτήρια επιλογής που ορίζονται στο παράρτημα III, όταν διενεργείται κατά περίπτωση εξέταση ή καθορίζονται κατώτατα όρια ή κριτήρια. Από τις παρατηρήσεις αυτές προκύπτει σαφώς ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν σημαντικό περιθώριο εκτιμήσεως στο πλαίσιο της μεταφοράς της διατάξεως αυτής στην εθνική έννομη τάξη.
72. Εντούτοις, δεν πρέπει να λησμονείται, στο παρόν πλαίσιο, ότι, μολονότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ παρέχει στην αρμόδια αρχή μια κάποια ευχέρεια προκειμένου να κρίνει κατά πόσον ένα συγκεκριμένο έργο πρέπει να υποβληθεί σε εκτίμηση επιπτώσεων, ωστόσο, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (19) προκύπτει ότι το περιθώριο εκτιμήσεως οριοθετείται από την υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ να υποβάλλουν τα κράτη μέλη, πριν χορηγηθεί άδεια, σε «μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων» τα έργα τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον λόγω, μεταξύ άλλων, της φύσεως, του μεγέθους ή της θέσεώς τους. Έτσι, ένα κράτος μέλος το οποίο καθορίζει τα κριτήρια ή τα κατώτατα όρια χωρίς να λαμβάνει υπόψη τη θέση των έργων ή τα καθορίζει σε τέτοιο επίπεδο ώστε, στην πράξη, το σύνολο ενός είδους έργων να εξαιρείται εκ προοιμίου από την υποχρέωση εκτιμήσεως των επιπτώσεων υπερβαίνει το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει.
73. Κατά το Δικαστήριο, το γεγονός ότι το κράτος μέλος διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως δεν αρκεί αυτό καθεαυτό για να αποκλειστεί ορισμένο σχέδιο από τη διαδικασία εκτιμήσεως κατά την έννοια της οδηγίας ΕΠΕ. Σε διαφορετική περίπτωση, το περιθώριο εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη από το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας θα μπορούσε να χρησιμοποιείται από τα τελευταία για να αποφευχθεί η υποχρέωση εκτιμήσεως ενός συγκεκριμένου έργου, ενώ, λόγω της φύσεως, του μεγέθους ή της θέσεώς του, το εν λόγω έργο θα μπορούσε να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Συνεπώς, όποια και αν είναι η μέθοδος που χρησιμοποίησε ένα κράτος μέλος για να καθορίσει αν ένα συγκεκριμένο έργο χρήζει ή όχι εκτιμήσεως, δηλαδή ο χαρακτηρισμός ενός συγκεκριμένου έργου διά της νομοθετικής οδού ή κατόπιν ατομικής εξετάσεως του έργου, αυτή η μέθοδος δεν πρέπει να βλάπτει τον σκοπό της οδηγίας ΕΠΕ, ο οποίος έγκειται στο να μην εξαιρεθεί από την υποχρέωση εκτιμήσεως κανένα έργο δυνάμενο να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, κατά την έννοια της οδηγίας, εκτός εάν το αποκλειόμενο συγκεκριμένο έργο μπορεί να θεωρηθεί βάσει συνολικής εκτιμήσεως ως μη δυνάμενο να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον (20).
74. Οι εκτιμήσεις αυτές ισχύουν κατά μείζονα λόγο για τα εθνικά μέτρα που αφορούν κατηγορίες σχεδίων. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ δεν απονέμει στα κράτη μέλη την εξουσία «να εξαιρούν συνολικώς και οριστικώς» μία ή περισσότερες κατηγορίες που αφορά η διάταξη αυτή από τη δυνατότητα αξιολογήσεως, διότι τα επίμαχα κριτήρια και/ή τα κατώτατα όρια δεν έχουν ως σκοπό την εκ προοιμίου εξαίρεση από την υποχρέωση αξιολογήσεως συνολικώς ορισμένων κατηγοριών σχεδίων του παραρτήματος II, των οποίων η εκτέλεση μελετάται στο έδαφος ενός κράτους μέλους, αλλά μόνο τη διευκόλυνση της εκτιμήσεως των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών ενός σχεδίου, προκειμένου να προσδιορισθεί εάν πρέπει υποχρεωτικώς να υποβληθεί αυτό στην εν λόγω υποχρέωση (21).
75. Επομένως, το ζήτημα που τίθεται στο παρόν πλαίσιο είναι αν σύμφωνα με την επίμαχη πολωνική νομοθεσία απαιτείται η πραγματοποίηση «μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων», όπως αυτή προβλέπεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, όταν μια τέτοια προσέγγιση δικαιολογείται λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών συγκεκριμένων έργων, ειδικότερα, λόγω της φύσεως, του μεγέθους ή της θέσεώς τους. Φρονώ ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί σαφώς αρνητική απάντηση, δεδομένου ότι το άρθρο 72, παράγραφος 2, σημείο 2, στοιχείο k, του νόμου για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον εφαρμόζεται σε όλα τα ορυχεία αδιακρίτως. Στο μέτρο που η εν λόγω εθνική διάταξη έχει ως αποτέλεσμα την απαλλαγή συνολικώς και οριστικώς όλων των ορυχείων από την υποχρέωση υποβολής τέτοιας «μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων», χωρίς να λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα εγγενή χαρακτηριστικά κάθε έργου, τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, πρέπει να θεωρηθεί μη συμβατή με τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ, όπως ερμηνεύονται στη νομολογία.
76. Η διαπίστωση αυτή ισχύει επίσης και στην περίπτωση που τα ορυχεία τα οποία ανήκουν σε «άλλες κατηγορίες» έργων, κατά την έννοια της αιτιολογικής σκέψης 9 της οδηγίας ΕΠΕ, δεν υπόκεινται εκ πρώτης όψεως είτε σε κατά περίπτωση εξέταση είτε σε εκτίμηση βάσει κατάλληλων κατώτατων ορίων ή κριτηρίων επιλογής, όπως επιτάσσει το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας αυτής, προκειμένου να καθοριστεί αν τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Οφείλω να υπογραμμίσω ότι η προαναφερθείσα πολωνική διάταξη απαλλάσσει τις αρμόδιες αρχές από την υποχρέωση να προβούν σε έναν τέτοιο καθορισμό για το σύνολο των ορυχείων, χωρίς, ωστόσο, να τους παρέχει τη δυνατότητα να λάβουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης. Είναι, επομένως, προφανές ότι μια τέτοια άκαμπτη προσέγγιση, η οποία επιπλέον δεν λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις στο περιβάλλον που έχει η λειτουργία οιουδήποτε ορυχείου, δεν μπορεί να συνιστά ορθή νομοθετική μεταφορά του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ.
77. Επομένως, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας υπερέβη το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ, καθόσον η εθνική της νομοθεσία δεν τηρεί τις διαδικασίες που προβλέπονται για την εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει στο περιβάλλον η εκμετάλλευση ορυχείου που εμπίπτει στο παράρτημα II της οδηγίας αυτής.
78. Για τους λόγους που εκτέθηκαν στα προηγούμενα σημεία, φρονώ ότι, με τη θέσπιση του άρθρου 72, παράγραφος 2, σημείο 2, στοιχείο k, του νόμου για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον, η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη και το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ.
β) Επί της παράβασης των διαδικαστικών απαιτήσεων στο θέμα της εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων
79. Το γεγονός ότι στο πλαίσιο της παρούσας ανάλυσης διαπιστώθηκε παράβαση του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΕΠΕ θέτει αναπόφευκτα το ζήτημα πώς θα αντιμετωπιστεί ο λόγος αυτός από νομική άποψη, καθόσον αφορά επίσης παράβαση του άρθρου 5, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και των άρθρων 6 έως 9 της οδηγίας αυτής. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι διατάξεις αυτές ορίζουν τους διαδικαστικούς κανόνες που τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν όταν υποβάλλουν τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Ειδικότερα, πρόκειται, μεταξύ άλλων, για την υποχρέωση που έχει ο κύριος του έργου να εκπονήσει και να υποβάλει μελέτη εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, την υποχρέωση να προβεί σε διαβουλεύσεις με τις αρχές τις οποίες ενδέχεται να αφορά το σχέδιο, καθώς και να διασφαλίσει ότι το κοινό έχει πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με το έργο, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων.
80. Εκτιμώ, όπως και η Επιτροπή, ότι η διαπίστωση ότι υπάρχει παράβαση της υποχρέωσης υποβολής ενός έργου σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ, καλύπτει λογικά και τη μη τήρηση των ειδικών διαδικαστικών απαιτήσεων τις οποίες πρέπει να πληροί μια τέτοια εκτίμηση. Φρονώ ότι τούτο προκύπτει επίσης από προσεκτική ανάγνωση του δικογράφου της προσφυγής της Τσεχικής Δημοκρατίας, καθόσον η μνεία των διατάξεων που ορίζουν τις διαδικαστικές απαιτήσεις σχετικά με μια τέτοια εκτίμηση φαίνεται να γίνεται μόνο για λόγους πληρότητας.
81. Επιπροσθέτως, επισημαίνω ότι το άρθρο 72, παράγραφος 2, σημείο 2, στοιχείο k, του νόμου για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον εξαιρεί απλώς, γενικώς, ορισμένες δραστηριότητες εξόρυξης από την επιβαλλόμενη από το δίκαιο της Ένωσης υποχρέωση διενέργειας εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται στις ειδικές υποχρεώσεις που συνδέονται με τη διαδικασία εκτίμησης και προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και στα άρθρα 6 έως 9 της οδηγίας ΕΠΕ, γεγονός το οποίο θα μπορούσε ενδεχομένως να δικαιολογεί χωριστή εξέταση ως προς κατά πόσο είναι συμβατό με το δίκαιο της Ένωσης, υπό το πρίσμα καθεμίας των προαναφερομένων διατάξεων. Φρονώ, όμως, ότι μια τέτοια προσέγγιση στην υπό κρίση υπόθεση δεν είναι απαραίτητη, δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις για μια τέτοια κατ’ ιδίαν εξέταση ως προς τη συμβατότητα σαφώς δεν πληρούνται.
82. Υπό τις συνθήκες αυτές, καθόσον οι διατάξεις που επικαλείται η Τσεχική Δημοκρατία περιλαμβάνουν βασικά διαδικαστικές απαιτήσεις που πρέπει να τηρούνται στο πλαίσιο εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι παράβαση του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΕΠΕ συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την παράβαση των εν λόγω διαδικαστικών απαιτήσεων.
γ) Επί των μεταγενέστερων της ασκήσεως της προσφυγής νομοθετικών τροποποιήσεων
83. Για λόγους πληρότητας, πρέπει να επισημανθούν οι πρόσφατες τροποποιήσεις της πολωνικής νομοθεσίας, ιδίως η κατάργηση του άρθρου 72, παράγραφος 2, σημείο 2, στοιχείο k, του νόμου για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή με τις από 13 Αυγούστου 2021 παρατηρήσεις της, φαίνεται ότι στο μέλλον η εφάπαξ παράταση της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη κατά έξι έτη δεν θα είναι δυνατή δυνάμει της πολωνικής νομοθεσίας αν δεν πραγματοποιηθεί προηγούμενη εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Σύμφωνα με τις παρασχεθείσες από την Επιτροπή πληροφορίες, η Επιτροπή εξετάζει επί του παρόντος αν η τροποποίηση αυτή της νομοθεσίας μπορεί να θέσει τέρμα στις περιπτώσεις που αφορούν εσφαλμένη εφαρμογή της οδηγίας ΕΠΕ οι οποίες έχουν προκύψει από την εφαρμογή του άρθρου 72, παράγραφος 2, σημείο 2, στοιχείο k, του προαναφερθέντος νόμου.
84. Επ’ αυτού, αρκεί η επισήμανση ότι, δεδομένου ότι οι νομοθετικές τροποποιήσεις θεσπίστηκαν τον Ιούλιο 2021, δηλαδή μετά την ημερομηνία κατά την οποία η Τσεχική Δημοκρατία προσέφυγε στην Επιτροπή, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στην παρούσα διαδικασία χωρίς να μεταβληθεί αδικαιολόγητα το αντικείμενο της διαφοράς (22). Ως εκ τούτου, φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη αυτές τις μεταγενέστερες νομοθετικές τροποποιήσεις κατά την εκτίμηση της παράβασης που διέπραξε η Δημοκρατία της Πολωνίας.
Γ. Επί του δευτέρου λόγου, που αφορά παράβαση του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 7, του άρθρου 7, παράγραφος 5, των άρθρων 8 και 9, καθώς και του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ (αποκλεισμός του ενδιαφερομένου κοινού από τη διαδικασία χορήγησης της άδειας για εκμετάλλευση)
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
85. Η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι οι υποχρεώσεις που ορίζουν οι διατάξεις αυτές της οδηγίας ΕΠΕ, οι οποίες αφορούν τη συμμετοχή του κοινού στις προβλεπόμενες στην οδηγία αυτή διαδικασίες καθώς και τον έλεγχο των αποφάσεων που προκύπτουν από αυτές, ισχύουν για όλα τα στάδια των διαδικασιών αυτών, συμπεριλαμβανομένου και του τελευταίου σταδίου, ήτοι της διαδικασίας χορήγησης της άδειας για το έργο και του αποτελέσματός του.
86. Τούτο προκύπτει, πρώτον, από το γεγονός ότι ορισμένες διατάξεις, μεταξύ άλλων, το άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ, γʹ και δʹ, της οδηγίας ΕΠΕ, αναφέρουν είτε την «άδεια», υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας αυτής, είτε όλες τις αποφάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο της διαδικασίας χορήγησης άδειας. Δεύτερον, η οδηγία αυτή δεν προβλέπει εξαίρεση από τις υποχρεώσεις που επιβάλλει για τον λόγο ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις πρέπει να τηρούνται σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Τρίτον, ο σκοπός της συμμετοχής του κοινού στη διαδικασία χορήγησης της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026 είναι διαφορετικός από τον σκοπό της συμμετοχής του κοινού στη διαδικασία ΕΠΕ, καθόσον σκοπός της συμμετοχής του κοινού στη διαδικασία χορήγησης της άδειας είναι να διαπιστωθεί αν τα αποτελέσματα της εκτίμησης ΕΠΕ ενσωματώθηκαν δεόντως στην τελική άδεια. Επίσης, η δυνατότητα να ασκηθεί προσφυγή, που προβλέπεται στο άρθρο 11 της οδηγίας ΕΠΕ, θα έχανε την πρακτική της αποτελεσματικότητα σε περίπτωση που η εν λόγω ενσωμάτωση δεν μπορούσε να ελεγχθεί.
87. Η Τσεχική Δημοκρατία θεωρεί, επομένως, ότι το άρθρο 33 του μεταλλευτικού κώδικα, βάσει του οποίου το ενδιαφερόμενο κοινό αποκλείεται από τη διαδικασία χορήγησης της άδειας για ένα έργο καθώς και από τον δικαστικό έλεγχο της διαδικασίας αυτής, όταν έχει εκδοθεί απόφαση ΕΠΕ για το έργο αυτό κατόπιν διαδικασίας εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων που διεξήχθη με τη συμμετοχή του κοινού, αντιβαίνει στις προαναφερθείσες διατάξεις της οδηγίας ΕΠΕ.
88. Η Δημοκρατία της Πολωνίας αντιτείνει ότι, υπό το πρίσμα του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ, το οποίο προβλέπει ότι μπορεί να εφαρμοστεί διαδικασία που εντάσσεται στο πλαίσιο χορήγησης άδειας έργου, τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να καθορίσουν τις διαδικασίες βάσει των οποίων πρέπει να διασφαλίζεται η συμμετοχή του κοινού στο στάδιο της έκδοσης της άδειας αυτής, στο πλαίσιο της οποίας εξετάζονται τα ζητήματα που αφορούν τις επιπτώσεις του σχεδιαζόμενου έργου στο περιβάλλον. Μια τέτοια συμμετοχή, ωστόσο, δεν πρέπει να διασφαλίζεται στα διαδοχικά στάδια της διαδικασίας για τη χορήγηση της άδειας κατά τα οποία εξετάζονται άλλες πτυχές της λειτουργίας του σχεδιαζόμενου έργου.
89. Στην Πολωνία, όμως, η διαδικασία σχετικά με τη χορήγηση άδειας έργου περιλαμβάνει πλείονα στάδια και μόνο μετά την προηγούμενη λήψη απόφασης σχετικά με τους περιβαλλοντικούς όρους μπορεί να χορηγηθεί τέτοια άδεια στην εταιρία εκμετάλλευσης για την οποία η εν λόγω απόφαση είναι δεσμευτική. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οσάκις το εθνικό δίκαιο προβλέπει ότι η διαδικασία για τη χορήγηση άδειας περιλαμβάνει πλείονα στάδια, το ένα εκ των οποίων αποτελεί την κύρια απόφαση και το έτερο την εκτελεστική απόφαση, η οποία δεν μπορεί να βαίνει πέραν των παραμέτρων που καθορίστηκαν με την κύρια απόφαση, τα αποτελέσματα τα οποία το έργο ενδέχεται να έχει στο περιβάλλον πρέπει να επισημαίνονται και να εκτιμώνται στο πλαίσιο της διαδικασίας που αφορά την κύρια απόφαση.
90. Συνεπώς, στο πλαίσιο της διαδικασίας για τη χορήγηση της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026, δεν απαιτούνταν εκ νέου η διασφάλιση της συμμετοχής του κοινού ούτε η διενέργεια διασυνοριακών διαβουλεύσεων, καθόσον οι σχετικές υποχρεώσεις είχαν τηρηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας που περατώθηκε με την απόφαση ΕΠΕ. Η Επιτροπή επικύρωσε την προσέγγιση αυτή με την αιτιολογημένη γνώμη της, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχει παράβαση των οικείων διατάξεων της οδηγίας ΕΠΕ.
91. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος κράτους μέλους ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προϋποθέτει τη δυνατότητα διενέργειας δικαστικού ελέγχου της συνεκτίμησης των αποτελεσμάτων της εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας για τη χορήγηση άδειας, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει, κατά πρώτον, ότι το πολωνικό δίκαιο διασφαλίζει, κατ’ αρχήν, τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου κοινού να ασκήσει μια τέτοια προσφυγή. Συναφώς, οργανώσεις όπως η Greenpeace ČR άσκησαν προσφυγές κατά της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026, στο πλαίσιο των οποίων εξετάστηκε επί της ουσίας το ζήτημα της αναστολής της άδειας αυτής επί της ουσίας.
92. Κατά δεύτερον, από την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, κατά την οποία τα κράτη μέλη καθορίζουν σε ποια φάση είναι δυνατόν να προσβάλλονται οι αποφάσεις, προκύπτει ότι τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να διασφαλίσουν ότι προσφυγή μπορεί να ασκηθεί μόνον κατά το στάδιο της απόφασης σχετικά με τους περιβαλλοντικούς όρους, υπό τον όρο ότι αποκλείεται η απόφαση χορήγησης άδειας να μη λάβει υπόψη την πρώτη απόφαση. Τούτο συμβαίνει στην περίπτωση της Πολωνίας, καθόσον το άρθρο 86 του νόμου για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον προβλέπει ότι η απόφαση αυτή δεσμεύει τις αρχές που εκδίδουν απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 72, παράγραφος 1, του νόμου αυτού. Εφόσον η απόφαση ΕΠΕ έχει άμεση εφαρμογή, είναι αδικαιολόγητο και άνευ αντικειμένου να διασφαλίζεται ότι οι μη κυβερνητικές οργανώσεις έχουν δυνατότητα να προσβάλλουν την απόφαση χορήγησης άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026.
93. Η Δημοκρατία της Πολωνίας προσθέτει ότι, εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός περί παραβάσεως του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ κατέστη άνευ αντικειμένου στον βαθμό που το άρθρο 33 του μεταλλευτικού κώδικα τροποποιήθηκε και παρέχει πλέον στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να ασκήσουν προσφυγή κατά απόφασης για επένδυση προκειμένου να ελέγξουν τη συμβατότητα της απόφασης αυτής προς την απόφαση σχετικά με τους περιβαλλοντικούς όρους.
2. Εκτίμηση
94. Με τον δεύτερο λόγο, η Τσεχική Δημοκρατία προβάλλει ότι το άρθρο 33 του μεταλλευτικού κώδικα, το οποίο προβλέπει κατ’ ουσίαν τη μη συμμετοχή δημοσίων οργανώσεων στη διαδικασία χορήγησης άδειας όταν οι οργανώσεις αυτές έχουν μετάσχει στη διαδικασία σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, παραβιάζει διάφορες διατάξεις της οδηγίας ΕΠΕ. Ο λόγος αυτός αφορά επίσης νομοθετική πράξη και όχι συγκεκριμένη διοικητική πρακτική.
95. Οι υποχρεώσεις τις οποίες επιβάλλει το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 7, το άρθρο 7, παράγραφος 5, τα άρθρα 8 και 9, καθώς και το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ αφορούν τη συμμετοχή του ενδιαφερομένου κοινού και των λοιπών κρατών μελών, στην επικράτεια των οποίων το έργο ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις, στις διαδικασίες που προβλέπονται στην οδηγία ΕΠΕ, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου των αποφάσεων που προκύπτουν στο πλαίσιο της οδηγίας αυτής. Οι εν λόγω υποχρεώσεις αφορούν την εξέλιξη και την ολοκλήρωση της «διαδικασίας λήψης απόφασης» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ, σκοπός της οποίας είναι η χορήγηση «άδειας», ο όρος δε αυτός περιλαμβάνει, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας ΕΠΕ, και την απόφαση που δίνει το δικαίωμα να πραγματοποιηθεί το έργο.
α) Επί της προσβολής του δικαιώματος πρόσβασης του κοινού και άλλων κρατών μελών στη διαδικασία έκδοσης άδειας
96. Θα ήθελα κατ’ αρχάς να υπογραμμίσω ότι δεν είμαι πεπεισμένος από την ερμηνεία που υποστηρίζει η Τσεχική Δημοκρατία, κατά την οποία τα άρθρα 6 έως 9 της οδηγίας ΕΠΕ αποσκοπούν στη διασφάλιση απόλυτου και απεριόριστου δικαιώματος πρόσβασης του κοινού και άλλων κρατών μελών σε όλα τα στάδια της διαδικασίας έκδοσης άδειας. Φρονώ ότι είναι αναγκαίο να εξειδικευτεί η άποψη αυτή, λαμβανομένης υπόψη της διαδικαστικής αυτονομίας την οποία η οδηγία ΕΠΕ αναγνωρίζει στα κράτη μέλη. Όπως ορθώς επισημαίνει η Δημοκρατία της Πολωνίας, το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ προβλέπει τη δυνατότητα κράτους μέλους να εντάξει την εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον στο πλαίσιο των υπαρχουσών διαδικασιών παροχής αδειών για έργα ή, αν δεν υπάρχει τέτοια διαδικασία, στα πλαίσια άλλων διαδικασιών ή των διαδικασιών που θα θεσπισθούν για την εκπλήρωση των στόχων της παρούσας οδηγίας.
97. Με άλλα λόγια, οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης δεν προβαίνουν σε ενοποίηση των διαδικασιών που προηγούνται της χορήγησης αδειών για έργα. Τα κράτη μέλη διαθέτουν ελευθερία επιλογής ως προς τον τύπο και τα μέσα που θεωρούνται ότι συμβάλλουν στους σκοπούς της οδηγίας ΕΠΕ. Συνεπώς, οι εθνικές ρυθμίσεις των διαφόρων κρατών μελών μπορούν να διαφέρουν σημαντικά ως προς τον τρόπο με τον οποίο οργανώνουν τις διοικητικές διαδικασίες στο πλαίσιο αποφάσεων σχετικά με την εκτέλεση έργων τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
98. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε η Δημοκρατία της Πολωνίας, η εσωτερική έννομη τάξη της προβλέπει διαδικασία χορήγησης άδειας σε πλείονα στάδια, η οποία αρχίζει με την εκτίμηση των επιπτώσεων που ενδέχεται να έχει ένα έργο στο περιβάλλον. Η Δημοκρατία της Πολωνίας διευκρινίζει ότι, στην περίπτωση έργων τα οποία συνίστανται στην εξόρυξη μεταλλεύματος από κοίτασμα, η επιχείρηση που πρόκειται να ασκήσει αυτού του είδους τη δραστηριότητα υποχρεούται να λάβει απόφαση σχετικά με τους περιβαλλοντικούς όρους που ισχύουν για την υλοποίηση του έργου αυτού και στη συνέχεια την άδεια για την εξόρυξη μεταλλεύματος από το κοίτασμα. Η Δημοκρατία της Πολωνίας υπογραμμίζει ότι η απόφαση σχετικά με τους περιβαλλοντικούς όρους είναι δεσμευτική για τη διοικητική αρχή η οποία χορηγεί την άδεια για εξόρυξη μεταλλεύματος από κοίτασμα.
99. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο αναγνωρίζει ρητώς την ευχέρεια των κρατών μελών να προβλέπουν μια τέτοια διαδικασία χορήγησης άδειας σε πλείονα στάδια. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οσάκις το εθνικό δίκαιο προβλέπει ότι η διαδικασία χορήγησης άδειας περιλαμβάνει πλείονα στάδια, το ένα εκ των οποίων αποτελεί την κύρια απόφαση και το έτερο την εκτελεστική απόφαση, η οποία δεν μπορεί να βαίνει πέραν των παραμέτρων που καθορίστηκαν με την κύρια απόφαση, τα αποτελέσματα τα οποία το έργο ενδέχεται να έχει στο περιβάλλον πρέπει να επισημαίνονται και να εκτιμώνται στο πλαίσιο της διαδικασίας που αφορά την κύρια απόφαση (23). Μόνον αν τα αποτελέσματα αυτά δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν πριν από τη διαδικασία που αφορά την εκτελεστική απόφαση πρέπει να πραγματοποιείται η αξιολόγηση στο πλαίσιο της τελευταίας αυτής διαδικασίας (24). Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον ενός έργου πρέπει, κατ’ αρχήν, να γίνεται μόλις καταστεί δυνατόν να επισημανθούν και να αξιολογηθούν όλα τα αποτελέσματα τα οποία το έργο μπορεί να έχει στο περιβάλλον (25). Δικαιολογητικός λόγος της εκ των προτέρων εκτίμησης είναι η ανάγκη η αρμόδια αρχή να λαμβάνει υπόψη, κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, όσο το δυνατόν πιο έγκαιρα τις επιπτώσεις στο περιβάλλον όλων των τεχνικών διαδικασιών σχεδιασμού και λήψης αποφάσεων, καθώς σκοπός είναι να αποφεύγεται εξαρχής η δημιουργία ρυπάνσεων ή οχλήσεων και όχι να καταπολεμούνται οι συνέπειές τους εκ των υστέρων (26).
100. Φρονώ ότι η προβλεπόμενη στο πολωνικό δίκαιο διαδικασία χορήγησης άδειας, όπως περιγράφεται από τη Δημοκρατία της Πολωνίας, είναι συμβατή με τις απαιτήσεις της νομολογίας του Δικαστηρίου που παρατίθενται στο προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων. Ειδικότερα, δεν μπορεί να προσαφθεί στη Δημοκρατία της Πολωνίας ότι προέβλεψε διαδικασία χορήγησης άδειας σε πλείονα στάδια, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της διαδικαστικής αυτονομίας που η οδηγία ΕΠΕ αναγνωρίζει στα κράτη μέλη. Υπό το πρίσμα αυτό, η Δημοκρατία της Πολωνίας φαίνεται να έχει θεσπίσει τις αναγκαίες διατάξεις έτσι ώστε, πριν από τη χορήγηση της άδειας, τα έργα που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, ιδίως λόγω της φύσεως, του μεγέθους ή της θέσεώς τους, να υπόκεινται σε διαδικασία υποβολής αίτησης για τη χορήγηση άδειας και σε εκτίμηση όσον αφορά τις περιβαλλοντικές τους επιπτώσεις, σύμφωνα με την υποχρέωση που της επιβάλλει το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ.
101. Βάσει της διαπίστωσης αυτής, θεωρώ εύλογο ότι, όταν έχει ήδη διενεργηθεί εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων για έργο σε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας που προηγείται της χορήγησης της άδειας, και εφόσον έχουν τηρηθεί οι διαδικαστικές απαιτήσεις που επιβάλλει η οδηγία ΕΠΕ, δεν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι οι οποίοι να δικαιολογούν την ανάγκη το κράτος μέλος να επαναλάβει το βήμα αυτό κατά το στάδιο της χορήγησης άδειας. Μια τέτοια απαίτηση θα ισοδυναμούσε με παραγνώριση της αυτονομίας των κρατών μελών όσον αφορά τη θέσπιση διοικητικών διαδικασιών και θα συνιστούσε άσκοπη τυπολατρία ικανή να δημιουργήσει υπέρμετρα εμπόδια στην πραγματοποίηση ενός έργου. Συμμερίζομαι, επομένως, την άποψη που εξέφρασε η Επιτροπή, ότι, όταν το κοινό και, ενδεχομένως, άλλα κράτη μέλη μπόρεσαν να μετάσχουν στη διαδικασία εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, δεν είναι απαραίτητο η συμμετοχή αυτή να επαναληφθεί κατά το στάδιο της χορήγησης της άδειας. Συνεπώς, στο πλαίσιο της διαδικασίας παράτασης της άδειας για την εκμετάλλευση του ορυχείου του Turów έως το 2026, δεν απαιτούνταν να διασφαλιστεί εκ νέου η συμμετοχή του κοινού ούτε να διενεργηθούν εκ νέου διασυνοριακές διαβουλεύσεις, καθόσον οι σχετικές με τον εν λόγω τομέα υποχρεώσεις είχαν ήδη τηρηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας που περατώθηκε με την απόφαση ΕΠΕ.
102. Τα επιχειρήματα που επικαλείται η Τσεχική Δημοκρατία, με τα οποία προβάλλεται ότι το άρθρο 33 του μεταλλευτικού κώδικα δεν είναι συμβατό με την οδηγία ΕΠΕ, δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, πειστικά, καθόσον στηρίζονται απλώς σε γραμματική ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ, το οποίο θεωρείται ότι αναφέρεται στην τελική «άδεια», χωρίς ωστόσο να εξηγείται με ακρίβεια και λεπτομερώς γιατί η διοικητική διαδικασία σε πλείονα στάδια που προβλέπεται στην πολωνική έννομη τάξη δεν είναι συμβατή με τις απαιτήσεις της οδηγίας ΕΠΕ. Η υποστήριξη της επιχειρηματολογίας αυτής ισοδυναμεί με τον ισχυρισμό ότι ουδόλως μπορεί να προβλεφθεί διοικητική διαδικασία σε πλείονα στάδια με σκοπό την εκτίμηση των επιπτώσεων ενός έργου στο περιβάλλον, γεγονός το οποίο έρχεται σαφώς σε αντίθεση με όσα έκρινε το Δικαστήριο με τη νομολογία του. Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν.
β) Προσβολή του δικαιώματος ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος
103. Όσον αφορά τη φερόμενη παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ, η οποία αφορά το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος, κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι δεν είναι το άρθρο 33 του μεταλλευτικού κώδικα, αυτό καθεαυτό, εκείνο που αποκλείει την άσκηση τέτοιου ενδίκου βοηθήματος κατά απόφασης χορήγησης άδειας όταν ο ενδιαφερόμενος δεν συμμετείχε στη διαδικασία που κατέληξε στη χορήγηση της άδειας αυτής, αλλά το άρθρο 50, παράγραφος 1, του νόμου περί διοικητικής διαδικασίας, όπως επισημαίνει η ίδια η Τσεχική Δημοκρατία στο πλαίσιο του εβδόμου λόγου.
104. Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά την απόφαση Flausch (27), τα ένδικα βοηθήματα τα οποία αφορούν αποκλειστικώς τις αποφάσεις χορήγησης άδειας δεν αφορούν, κατ’ αρχήν, ζητήματα συμμετοχής του κοινού στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων, πλην όμως δεν ισχύει το ίδιο, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση που ενδεχόμενες πλημμέλειες σχετικές με τη συμμετοχή του κοινού πρέπει να εγείρονται στο πλαίσιο του ενδίκου βοηθήματος κατά της τελικής απόφασης χορήγησης άδειας.
105. Κατά λογική συνέπεια, οσάκις το εθνικό δίκαιο προβλέπει διαδικασία σε πλείονα στάδια, αποτελούμενη από στάδιο σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και από στάδιο σχετικά με τη χορήγηση άδειας έργου, όπως συμβαίνει στην πολωνική έννομη τάξη, τα κράτη μέλη μπορούν εγκύρως να προβλέψουν ότι οι σχετικές με τη συμμετοχή του κοινού πλημμέλειες πρέπει να προβάλλονται κατά το πρώτο στάδιο.
106. Όπως προκύπτει σαφώς από το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ, τα κράτη μέλη καθορίζουν σε ποιο στάδιο μπορούν να προσβάλλονται αποφάσεις, πράξεις ή παραλείψεις. Με άλλα λόγια, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Τσεχική Δημοκρατία, ένα κράτος μέλος δεν υποχρεούται να διασφαλίσει ότι οι ενδεχόμενες πλημμέλειες σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού μπορούν να αμφισβητηθούν, και πάλι, κατά το στάδιο της χορήγησης της άδειας.
107. Τέλος, όσον αφορά τον κίνδυνο που προβάλλει η Τσεχική Δημοκρατία ότι ενδέχεται να μη ληφθούν υπόψη μεταγενέστερα τα αποτελέσματα της διαδικασίας εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, εκτιμώ ότι ούτε το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ ούτε κάποια άλλη διάταξη του δικαίου της Ένωσης παρέχουσα αντίστοιχο δικαίωμα αντιτίθενται στη θέσπιση εθνικής διαδικασίας και διατάξεων που προβλέπουν ότι η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής διασφαλίζεται μόνο κατά το στάδιο λήψης της απόφασης σχετικά με τους περιβαλλοντικούς όρους, υπό την προϋπόθεση ότι αποκλείεται η απόφαση χορήγησης άδειας να μη λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα της διαδικασίας εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
108. Επί του σημείου αυτού, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε η Δημοκρατία της Πολωνίας (28), το εθνικό της δίκαιο διασφαλίζει, κατ’ αρχήν, τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου κοινού να ασκήσει προσφυγές στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας καθώς και προσφυγές ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων κατά αποφάσεων χορήγησης άδειας, ιδίως προκειμένου να ελεγχθεί η συμβατότητά τους με τους όρους που καθορίστηκαν με προγενέστερες αποφάσεις σχετικά με τους περιβαλλοντικούς όρους.
109. Ελλείψει συγκεκριμένων ενδείξεων για τη στήριξη της άποψης ότι το πολωνικό δίκαιο δεν παρέχει τη δυνατότητα να ζητηθεί δικαστικός έλεγχος απόφασης χορήγησης άδειας για έργο για τον λόγο ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα αποτελέσματα της διαδικασίας εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.
110. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος ως αβάσιμος.
Δ. Επί του τρίτου λόγου, που αφορά παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ (κήρυξη της άμεσης εκτελεστότητας της απόφασης ΕΠΕ)
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
111. Με τον τρίτο λόγο, η Τσεχική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η κήρυξη της άμεσης εκτελεστότητας της απόφασης ΕΠΕ αντιβαίνει στο άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ, καθόσον στερεί από τη διάταξη αυτή την πρακτική της αποτελεσματικότητα. Συναφώς, το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει ότι, μολονότι η απόφαση αυτή μπορεί, κατά το πολωνικό δίκαιο, να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, εντούτοις η άμεση εκτελεστότητά της έχει ως αποτέλεσμα ότι μπορεί να χορηγηθεί άδεια για το οικείο έργο και στη συνέχεια να εκτελεστεί προτού εκδοθεί δικαστική απόφαση σχετικά με τη νομιμότητα της απόφασης ΕΠΕ, πρόβλημα το οποίο επιδεινώνεται, αφενός, από το γεγονός ότι το κοινό δεν έχει τη δυνατότητα να επιτύχει δικαστικώς τη λήψη προσωρινών μέτρων κατά της άμεσης εκτελεστότητας και, αφετέρου, λόγω του ανέκκλητου χαρακτήρα της απόφασης χορήγησης της άδειας για το έργο μετά την παρέλευση ενός έτους από την έναρξη των δραστηριοτήτων.
112. Στο πλαίσιο αυτό, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι οι προσφυγές που ασκήθηκαν κατά της απόφασης ΕΠΕ καθώς και η άμεση εκτελεστότητα της απόφασης βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, ενώ οι δραστηριότητες εξόρυξης στο ορυχείο του Turów συνεχίζονται. Ισχυρίζεται επίσης ότι τα επίπεδα των υπογείων υδάτων μειώνονται αισθητά ταχύτερα απ’ ό,τι στις περιπτώσεις στις οποίες στηρίχθηκε η απόφαση αυτή και ότι, αντιθέτως προς τις υποδείξεις της, στο έδαφος της Τσεχικής Δημοκρατίας έλαβαν χώρα σημαντικές καθιζήσεις σε κατοικημένες εκτάσεις.
113. Η Δημοκρατία της Πολωνίας επισημαίνει ότι, στο πολωνικό δίκαιο, μια μη οριστική απόφαση μπορεί να κηρυχθεί άμεσα εκτελεστή στις περιπτώσεις που τούτο είναι αναγκαίο για την προστασία της ανθρώπινης υγείας ή ζωής, για να αποφευχθούν σημαντικές απώλειες στην εθνική οικονομία ή για άλλο συμφέρον δημόσιο ή εξαιρετικώς σημαντικό για ένα μέρος. Ωστόσο, μολονότι η αναγνώριση του άμεσα εκτελεστού χαρακτήρα γίνεται με χωριστή πράξη, εντούτοις μπορεί να ασκηθεί κατά της πράξης διοικητική ένσταση και, στη συνέχεια, ένδικο βοήθημα. Επιπλέον, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 135 του κώδικα διοικητικής δικονομίας, το δευτεροβάθμιο όργανο μπορεί να αναστείλει την άμεση εκτελεστότητα αποφάσεως, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήματος των διαδίκων στο πλαίσιο της διαδικασίας.
114. Το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, πρώτον, ουδεμία αίτηση υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 135. Δεύτερον, η διαδικασία σχετικά με την απόφαση ΕΠΕ διήρκεσε σχεδόν πέντε έτη έως τις 21 Ιανουαρίου 2020, το μεγαλύτερο δε μέρος αυτού του χρονικού διαστήματος αφιερώθηκε στις διασυνοριακές επιπτώσεις λόγω της παρέμβασης των αρχών και του κοινού της Τσεχικής Δημοκρατίας, οπότε το χρονικό διάστημα για τη απόκτηση της άδειας από την εταιρία εκμετάλλευσης μειώθηκε αισθητά, γεγονός το οποίο άσκησε επιρροή στο το να κηρυχθεί η απόφαση ΕΠΕ άμεσα εκτελεστή. Τρίτον, κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκαν διοικητικές ενστάσεις και, στη συνέχεια, προσφυγές οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου.
115. Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει επίσης ότι ο τρίτος λόγος είναι άνευ αντικειμένου, καθόσον, λόγω της τροποποίησης του κανονιστικού πλαισίου που επήλθε στις 30 Μαρτίου 2021, τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται υπέρ του κοινού θεραπεύουν την προβαλλόμενη έλλειψη αποτελεσματικότητας του δικαστικού ελέγχου λόγω του ότι κατοχυρώνεται η άμεση εκτελεστότητα της απόφασης ΕΠΕ. Το δευτεροβάθμιο όργανο μπορεί πλέον, κατόπιν αιτήματος και σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, να αναστείλει την άμεση εκτελεστότητα στο πλαίσιο του ενδίκου βοηθήματος το οποίο μπορεί να ασκηθεί κατά της απόφασης αυτής.
2. Εκτίμηση
116. Με τον τρίτο λόγο, ο οποίος βάλλει κατά της κήρυξης της απόφασης ΕΠΕ άμεσα εκτελεστής, η Τσεχική Δημοκρατία προβάλλει παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ λόγω της φερόμενης αναποτελεσματικότητας των ενδίκων διαδικασιών που προβλέπονται στην πολωνική έννομη τάξη κατά της κήρυξης αυτής, λαμβανομένου υπόψη του ότι η κήρυξη αυτή μπορεί να οδηγήσει πάραυτα στην εκτέλεση του έργου παρά την άσκηση ενδίκου βοηθήματος κατά της απόφασης ΕΠΕ, πρόβλημα το οποίο επιτείνεται λόγω του ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα να ζητηθούν προσωρινά μέτρα κατά της εκτέλεσης αυτής. Ο λόγος αυτός, όπως και οι δύο πρώτοι λόγοι, στρέφεται προφανώς κατά του εθνικού δικαίου μάλλον και όχι κατά της κήρυξης της άμεσης εκτελεστότητας αυτής καθεαυτήν.
117. Συναφώς, είναι αναγκαίο να υπομνησθεί εκ προοιμίου η νομολογία του Δικαστηρίου, από την οποία προκύπτει η υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα των ενδίκων βοηθημάτων κατά εθνικών διοικητικών αποφάσεων που ενδέχεται να έχουν επιβλαβείς και μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στο περιβάλλον. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αποτελεσματικότητα των ενδίκων μέσων εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τη δυνατότητα που έχουν τα μέλη του ενδιαφερομένου κοινού να ζητήσουν από το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται διαφοράς διεπόμενης από το δίκαιο της Ένωσης να διατάξει προσωρινά μέτρα ικανά να αναστείλουν προσωρινά την εφαρμογή μιας άδειας εν αναμονή της οριστικής απόφασης που πρόκειται να εκδοθεί (29). Η ανάγκη να διασφαλιστεί αποτελεσματική δικαστική προστασία είναι ιδιαιτέρως σημαντική όταν μια απόφαση, όπως η απόφαση ΕΠΕ, κηρύσσεται άμεσα εκτελεστή. Προκειμένου να εξεταστεί ο λόγος αυτός, ο οποίος αφορά τη φερόμενη αναποτελεσματικότητα των ενδίκων διαδικασιών που προβλέπονται στην πολωνική έννομη τάξη, θεωρώ αναγκαίο να αξιολογηθεί το εθνικό νομικό πλαίσιο καθώς και το παρόν στάδιο των εκκρεμών διαδικασιών.
α) Επί του εθνικού νομικού πλαισίου
118. Όσον αφορά το εθνικό νομικό πλαίσιο, η Δημοκρατία της Πολωνίας διευκρινίζει ότι οι διατάξεις του πολωνικού δικαίου επιτρέπουν την κήρυξη μη οριστικής απόφασης άμεσα εκτελεστής σε ειδικές περιπτώσεις, δηλαδή όταν τούτο είναι αναγκαίο για την προστασία της ανθρώπινης υγείας ή ζωής, προκειμένου να αποφευχθούν σημαντικές απώλειες για την εθνική οικονομία, ή ακόμη και για άλλο δημόσιο συμφέρον ή για εξαιρετικά σημαντικό συμφέρον ενός μέρους. Το πρωτοβάθμιο όργανο μπορεί να κηρύξει την απόφασή του άμεσα εκτελεστή είτε στο κείμενο της απόφασης είτε μετά την έκδοσή της. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, η άμεση εκτελεστότητα κηρύσσεται με διάταξη, κατά της οποίας οι διάδικοι μπορούν να ασκήσουν διοικητική ένσταση και, στη συνέχεια, ένδικο βοήθημα ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου. Η Δημοκρατία της Πολωνίας επισημαίνει ότι το πολωνικό δίκαιο προβλέπει άλλο ένα μέσο το οποίο δίνει τη δυνατότητα να αμφισβητηθεί ο άμεσα εκτελεστός χαρακτήρας: σύμφωνα με το άρθρο 135 του κώδικα διοικητικής διαδικασίας, το δευτεροβάθμιο όργανο μπορεί να αναστείλει αυτεπαγγέλτως την άμεση εκτελεστότητα απόφασης. Το όργανο αυτό μπορεί επίσης να αναστείλει την άμεση εκτελεστότητα μετά από εξέταση του αιτήματος των συμμετεχόντων στη διαδικασία.
β) Επί του τρέχοντος σταδίου των εν εξελίξει διαδικασιών
119. Όσον αφορά το τρέχον στάδιο των διαδικασιών, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι πλείονα φυσικά και νομικά πρόσωπα από την Τσεχική Δημοκρατία άσκησαν προσφυγή κατά της απόφασης ΕΠΕ καθώς και διοικητική ένσταση κατά της απόφασης της 23ης Ιανουαρίου 2020 σχετικά με την άμεση εκτελεστότητα της απόφασης ΕΠΕ. Η πληροφορία αυτή ενισχύεται από τη Δημοκρατία της Πολωνίας, η οποία επισημαίνει ότι διάφορες οργανώσεις προστασίας του περιβάλλοντος άσκησαν ενώπιον του Γενικού Διευθυντή Προστασίας του Περιβάλλοντος προσφυγή κατά της απόφασης ΕΠΕ της 21ης Ιανουαρίου 2020, την οποία εξέδωσε ο περιφερειακός διευθυντής περιβαλλοντικής προστασίας του Wrocław. Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που παρέσχε η Δημοκρατία της Πολωνίας, όταν η πρώτη από τις προαναφερθείσες αρχές εκδώσει την απόφασή της σε δεύτερο βαθμό, οι οικείες οργανώσεις έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον του Wojewódzki Sąd Administracyjny w Warszawie (διοικητικού δικαστηρίου της περιφέρειας της Βαρσοβίας, Πολωνία).
120. Όσον αφορά ειδικότερα την απόφαση σχετικά με την άμεση εκτελεστότητα της απόφασης ΕΠΕ, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι ο περιφερειακός διευθυντής περιβαλλοντικής προστασίας, αφού εξέτασε την επιχειρηματολογία που προέβαλε ο Τσέχος διάδικος στο πλαίσιο της διαδικασίας διοικητικής ένστασης, αποφάσισε, στις 14 Απριλίου 2021, να διατηρήσει σε ισχύ την απόφαση αυτή. Η Δημοκρατία της Πολωνίας εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι, μέχρι σήμερα, πλείονες οργανώσεις προστασίας του περιβάλλοντος έχουν ασκήσει προσφυγή κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ενώπιον του Wojewódzki Sąd Administracyjny w Warszawie (διοικητικού δικαστηρίου της περιφέρειας της Βαρσοβίας). Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνω ότι η Τσεχική Δημοκρατία ενημέρωσε το Δικαστήριο, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η διαδικασία αυτή βρίσκεται σε εξέλιξη και ότι η επ’ ακροατηρίου συζήτηση επρόκειτο να διεξαχθεί στο τέλος του 2021.
121. Η εκτίμηση των επιχειρημάτων των δύο διαδίκων με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η πολωνική έννομη τάξη διαθέτει πράγματι ένδικα βοηθήματα τα οποία καθιστούν δυνατή την άσκηση ελέγχου νομιμότητας των διοικητικών αποφάσεων, περιλαμβανομένης της απόφασης ΕΠΕ, από τη διοίκηση και από τα δικαιοδοτικά όργανα. Ειδικότερα, οι ενδιαφερόμενοι έχουν τη δυνατότητα να αναστείλουν την άμεση εκτελεστότητα μιας απόφασης. Ελλείψει αδιάσειστων αποδείξεων, δεν συμμερίζομαι τις αμφιβολίες της Τσεχικής Δημοκρατίας ως προς την αποτελεσματικότητα των υφισταμένων ενδίκων βοηθημάτων. Το γεγονός ότι δεν έγιναν δεκτές οι προσφυγές των προαναφερθεισών οργανώσεων προστασίας του περιβάλλοντος δεν αποτελεί, από μόνο του, επαρκή απόδειξη για να συναχθεί ότι υπάρχει έλλειψη αποτελεσματικότητας, κατά μείζονα δε λόγο διότι τα ένδικα μέσα δεν έχουν ακόμη εξαντληθεί.
122. Κατόπιν των προεκτεθέντων, τείνω προς την απόρριψη του τρίτου λόγου ως αβάσιμου.
Ε. Επί του τετάρτου λόγου, που αφορά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο ii, και στοιχείο βʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2000/60 (μη συμπερίληψη στην απόφαση ΕΠΕ διαδικασίας σε περίπτωση μη χορήγησης παρεκκλίσεων για τα οικεία υδατικά συστήματα)
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
123. Κατά την Τσεχική Δημοκρατία, η απόφαση ΕΠΕ δεν διασφαλίζει την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο ii, και στοιχείο βʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2000/60 σχετικά με τα επιφανειακά και τα υπόγεια ύδατα τα οποία αφορά η δραστηριότητα εξόρυξης στο ορυχείο του Turów καθ’ όλη την προβλεπόμενη διάρκεια της δραστηριότητας αυτής, μέχρι το 2044, και, ως εκ τούτου, παραβιάζει τις διατάξεις αυτές.
124. Επ’ αυτού, το εν λόγω κράτος μέλος επισημαίνει ότι το άρθρο 4, παράγραφοι 4 και 5, της οδηγίας 2000/60 προβλέπει παρεκκλίσεις από την υποχρέωση επίτευξης των εν λόγω στόχων οι οποίες μπορούν να έχουν μέγιστη χρονική διάρκεια μέχρι το 2021 ή το 2027 και ότι, μεταξύ άλλων, η παράταση, δυνάμει της παραγράφου 4, της διάρκειας των παρεκκλίσεων της παραγράφου 5 προβλέπεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο να μη χορηγηθεί μια τέτοια παράταση λόγω της μη τήρησης των προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη χορήγηση των μνημονευομένων στην εν λόγω παράγραφο 5 παρεκκλίσεων.
125. Μολονότι, όμως, η Δημοκρατία της Πολωνίας, στην τεκμηρίωση ΕΠΕ, αναγνωρίζει ότι δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί καλή κατάσταση των οικείων υδατικών συστημάτων πριν από τη λήξη της εκμετάλλευσης του κοιτάσματος του Turów το 2044, εντούτοις από την απόφαση ΕΠΕ δεν προκύπτει με ποιον τρόπο το εν λόγω κράτος μέλος προτίθεται να συμμορφωθεί με το δίκαιο της Ένωσης, σε περίπτωση που δεν χορηγηθούν οι εν λόγω παρεκκλίσεις. Ειδικότερα, σε μια τέτοια περίπτωση, η απόφαση αυτή δεν απαγορεύει τη συνέχιση της εκμετάλλευσης.
126. Η Δημοκρατία της Πολωνίας απορρίπτει τον ισχυρισμό περί παραβάσεως του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο ii, και στοιχείο βʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2000/60. Υπογραμμίζει ότι η αξιολόγηση και η εφαρμογή των παρεκκλίσεων του άρθρου 4, παράγραφοι 4 και 5, της οδηγίας αυτής δεν πραγματοποιούνται με τη χορήγηση ειδικών αδειών για επενδύσεις, αλλά στο πλαίσιο της επικαιροποίησης συγκεκριμένων σχεδίων διαχείρισης περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού, η οποία πραγματοποιείται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 13 της εν λόγω οδηγίας. Τέτοιες επικαιροποιήσεις πραγματοποιούνται όσον αφορά τις περιοχές λεκάνης απορροής ποταμών για τα έτη 2021 έως 2027, συμπεριλαμβανομένης αυτής του Oder. Στο πλαίσιο αυτής της επικαιροποίησης των έργων λαμβάνονται αποφάσεις σχετικά με τη διατήρηση, τη μετατροπή ή τη μη εφαρμογή των εν λόγω παρεκκλίσεων σε συνάρτηση με την παρούσα κατάσταση.
127. Το εν λόγω κράτος μέλος, παραπέμποντας και στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, εκτιμά ότι η οδηγία 2000/60 δεν απαιτεί η απόφαση για την χορήγηση άδειας έργου κατά την έννοια της οδηγίας ΕΠΕ να καθορίζει τις υποχρεώσεις που ενδεχομένως θα προκύψουν από τυχόν μελλοντικές αποφάσεις σχετικά με παρεκκλίσεις από τους περιβαλλοντικούς στόχους για συγκεκριμένα υδατικά συστήματα. Η άποψη αυτή δεν αναιρείται από τη νομολογία που παραθέτει η Τσεχική Δημοκρατία, η οποία επισημαίνει απλώς ότι τα έγγραφα που τίθενται στη διάθεση του κοινού για τους σκοπούς της διαβούλευσης πριν από τη χορήγηση άδειας πρέπει να περιλαμβάνουν τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για την εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου αυτού επί των υδάτων υπό το πρίσμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60. Αντιθέτως, από τη νομολογία αυτή δεν προκύπτει ότι είναι απαραίτητο, σε απόφαση για τη χορήγηση άδειας έργου, να επιλυθεί κατά τρόπο δεσμευτικό το ζήτημα κατά πόσο το έργο αυτό μπορεί να υλοποιηθεί λαμβανομένων υπόψη μελλοντικών αποφάσεων για τη χορήγηση ή μη των προαναφερόμενων παρεκκλίσεων.
128. Η Δημοκρατία της Πολωνίας απορρίπτει και το επιχείρημα της Τσεχικής Δημοκρατίας ότι η τήρηση των υποχρεώσεων που προβλέπει η διάταξη αυτή δεν διασφαλίζεται με κανέναν άλλο τρόπο. Υποστηρίζει ότι στο πολωνικό δίκαιο υπάρχουν μηχανισμοί που αφορούν τρεις πτυχές των δραστηριοτήτων που ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις επί των υπογείων ή επί των επιφανειακών υδάτων, οι οποίοι διασφαλίζουν την τήρηση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60 σε περίπτωση που δεν επιτραπούν οι επίμαχες παρεκκλίσεις. Οι μηχανισμοί αυτοί αφορούν, πρώτον, τις διαδικασίες που σχετίζονται με την έκδοση απόφασης για την άσκηση τέτοιας δραστηριότητας, δεύτερον, τον έλεγχο των επιπτώσεων της ασκούμενης δραστηριότητας επί των υδάτων και, τρίτον, τις κυρώσεις για αρνητικές επιπτώσεις επί των υδάτων που προκαλούνται από πρόσωπα τα οποία ασκούν δραστηριότητα βάσει απόφασης που έχει ληφθεί προηγουμένως. Επιπλέον, η παραβίαση από την εταιρία εκμετάλλευσης των όρων που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί λόγο ανάκλησης της άδειας χωρίς αποζημίωση.
129. Εξάλλου, η Δημοκρατία της Πολωνίας επισημαίνει, αφενός, ότι ο τέταρτος λόγος αφορά το περιεχόμενο της απόφασης ΕΠΕ. Δεδομένου ότι η απόφαση αυτή αποτελεί το αντικείμενο διοικητικής ένστασης, μπορεί δε να ακολουθήσει άσκηση ενδίκου βοηθήματος ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου, καθόσον οι διαδικασίες αυτές μπορούν να καταλήξουν στην ακύρωσή της, η απόφαση του Δικαστηρίου επί της συμβατότητας της απόφασης ΕΠΕ με την οδηγία 2000/60 παραβιάζει την κατανομή των ρόλων μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων.
130. Αφετέρου, από το γράμμα του άρθρου 259 ΣΛΕΕ προκύπτει ότι το δικόγραφο προσφυγής που κατατίθεται βάσει της διατάξεως αυτής πρέπει να αποδεικνύει ότι το οικείο κράτος μέλος έχει ήδη παραβεί υποχρέωση που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης και όχι ότι υφίσταται υποθετική παράβαση τέτοιας υποχρέωσης που μπορεί να επέλθει στο μέλλον. Ως εκ τούτου, προβάλλει ότι ο τέταρτος λόγος είναι απαράδεκτος.
2. Εκτίμηση
131. Με τον τέταρτο λόγο, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι η απόφαση ΕΠΕ αντιβαίνει στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο ii, και στοιχείο βʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2000/60, όσον αφορά τους περιβαλλοντικούς στόχους που πρέπει να επιτευχθούν για τα επιφανειακά και υπόγεια ύδατα, καθόσον η απόφαση αυτή δεν καθορίζει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε περίπτωση που οι παρεκκλίσεις από τις διατάξεις αυτές που ισχύουν σήμερα δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφοι 4 και 5, της οδηγίας αυτής δεν ανανεωθούν κατά τη διάρκεια του έργου. Ο λόγος αυτός διαφέρει από τους λόγους που εξετάστηκαν προηγουμένως διότι δεν αφορά νομοθετική αλλά συγκεκριμένη διοικητική πράξη.
132. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Δημοκρατία της Πολωνίας, εκτιμώ ότι ο λόγος αυτός δεν είναι απαράδεκτος για τον λόγο ότι αφορά μελλοντική υποθετική παράβαση. Κατ’ εμέ η προβαλλόμενη από την Τσεχική Δημοκρατία παράβαση είναι πράγματι ενεστώσα και αρκούντως συγκεκριμένη, δεδομένου ότι, κατ’ ουσίαν, προσάπτεται στις πολωνικές αρχές ότι δεν τηρούν τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει η οδηγία 2000/60, δηλαδή να πράξουν ό,τι είναι αναγκαίο προκειμένου να επιτύχουν τους περιβαλλοντικούς στόχους που ορίζονται στην οδηγία αυτή εντός των τασσομένων προθεσμιών, αλλά στηρίζονται σε παρεκκλίσεις, αν και δεν είναι βέβαιο ότι θα χορηγηθούν οι παρεκκλίσεις αυτές.
133. Όσον αφορά την ουσία του λόγου που προβάλλει η Τσεχική Δημοκρατία, προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι η οδηγία 2000/60 αποτελεί οδηγία-πλαίσιο η οποία έχει εκδοθεί βάσει του άρθρου 175, παράγραφος 1, ΕΚ (νυν άρθρου 192, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ). H εν λόγω οδηγία καθιερώνει κοινές αρχές και ένα συνολικό πλαίσιο δράσεως για την προστασία των υδάτων και εξασφαλίζει τον συντονισμό, την ενσωμάτωση και, πιο μακροπρόθεσμα, την ανάπτυξη γενικών αρχών και δομών που θα καθιστούν δυνατή την προστασία και τη βιώσιμη χρήση των υδάτων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι κοινές αρχές και το συνολικό πλαίσιο δράσεως που θέτει η εν λόγω οδηγία πρέπει να αναπτυχθούν εν συνεχεία από τα κράτη μέλη, τα οποία καλούνται να λάβουν σειρά ειδικών μέτρων εντός των οριζόμενων από την οδηγία προθεσμιών. Εντούτοις, η οδηγία δεν έχει ως σκοπό την πλήρη εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών στον τομέα του ύδατος (30).
134. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο ii, και στοιχείο βʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2000/60, τα κράτη μέλη προστατεύουν, αναβαθμίζουν και αποκαθιστούν όλα τα συστήματα επιφανειακών υδάτων, με την επιφύλαξη της εφαρμογής του σημείου iii, για τα τεχνητά και ιδιαιτέρως τροποποιημένα υδατικά συστήματα με σκοπό την επίτευξη μιας καλής κατάστασης των επιφανειακών υδάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας ΕΠΕ, στην εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων περιλαμβάνεται επίσης η εκτίμηση των επιπτώσεων ενός έργου στα ύδατα. Συναφώς, είναι αναγκαίο τα συμπεράσματα της διαδικασίας ΕΠΕ –εν προκειμένω με τη μορφή της απόφασης ΕΠΕ– να καλύπτουν και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία 2000/60, η οποία αποτελεί ειδική ρύθμιση στον τομέα των υδάτων σε σχέση με την οδηγία ΕΠΕ (31).
135. Τούτου λεχθέντος, παρατηρώ ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 7, της οδηγίας 2000/60, τα κράτη μέλη δεν παραβιάζουν την οδηγία αυτή όταν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις των στοιχείων αʹ έως δʹ της διάταξης αυτής. Όπως έκρινε πρόσφατα το Δικαστήριο με την απόφαση Land Nordrhein‑Westfalen, όταν ένα έργο ενδέχεται να έχει αρνητικές συνέπειες για τα ύδατα, μπορεί να αδειοδοτηθεί μόνον εφόσον πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις. Οι αρμόδιες για την αδειοδότηση του έργου εθνικές αρχές είναι αυτές που υπέχουν την υποχρέωση να ελέγχουν αν πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις πριν χορηγήσουν τη σχετική άδεια, με την επιφύλαξη τυχόν δικαστικού ελέγχου (32). Επομένως, η εξέταση οποιουδήποτε λόγου αφορά την παράβαση από κράτος μέλος διατάξεων της οδηγίας 2000/60 απαιτεί, κατ’ αρχήν, να εξακριβώνεται ότι ελήφθησαν υπόψη οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις.
136. Πάντως, ο λόγος που προβάλλει η Τσεχική Δημοκρατία αφορά διαφορετική πτυχή, η οποία είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί. Συγκεκριμένα, το προσφεύγον κράτος μέλος δεν προβάλλει παράβαση της υποχρέωσης να ληφθούν υπόψη οι προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 7, της οδηγίας 2000/60. Αυτό που προσάπτει η Τσεχική Δημοκρατία στις πολωνικές αρχές είναι ότι στηρίζονται στην παραδοχή ότι οι παρεκκλίσεις τις οποίες εφαρμόζει η Δημοκρατία της Πολωνίας δυνάμει των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 4 της οδηγίας 2000/60 θα διατηρηθούν.
137. Συναφώς, παρατηρείται ότι το επιχείρημα αυτό παραβλέπει το γεγονός ότι η εφαρμογή των παρεκκλίσεων του άρθρου 4, παράγραφοι 4 και 5, της οδηγίας 2000/60 δεν πραγματοποιείται με απόφαση σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αλλά στο πλαίσιο της επικαιροποίησης συγκεκριμένων σχεδίων διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού, η οποία πραγματοποιείται κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 13 έως 15 της οδηγίας 2000/60 (33). Τα εν λόγω σχέδια διαχείρισης καθορίζουν τους στόχους για όλα τα υδατικά συστήματα. Για τα υδατικά συστήματα για τα οποία δεν έχει ακόμη επιτευχθεί ο περιβαλλοντικός στόχος της «καλής κατάστασης» ή της «δυνητικά καλής κατάστασης», τα σχέδια διαχείρισης πρέπει να προβλέπουν την προθεσμία για να επιτευχθεί, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής. Όταν δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί ο στόχος αυτός για ένα υδατικό σύστημα, μπορεί να επιδιωχθεί ένας περιβαλλοντικός στόχος λιγότερο αυστηρός υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται τα κριτήρια του άρθρου 4, παράγραφος 5, της εν λόγω οδηγίας (34).
138. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από την Επιτροπή και τη Δημοκρατία της Πολωνίας, το επόμενο σχέδιο διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού θα εγκριθεί πριν από τις 22 Δεκεμβρίου 2021, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 7, της οδηγίας 2000/60. Η Δημοκρατία της Πολωνίας επισημαίνει ότι επί του παρόντος οι εργασίες του εν λόγω σχεδίου διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού βρίσκονται στο στάδιο της επικαιροποίησης και έχουν ληφθεί όλα τα απαραίτητα για τη διατήρηση των επίμαχων παρεκκλίσεων διοικητικά μέτρα. Οι πολωνικές αρχές προβαίνουν επί του παρόντος σε διαβουλεύσεις με το κοινό σχετικά με τα σχέδια, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2000/60.
139. Συνεπώς, συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι πολωνικές αρχές, κατά την έκδοση της απόφασης ΕΠΕ, δεν ήταν υποχρεωμένες να λάβουν υπόψη το ενδεχόμενο διατήρησης των παρεκκλίσεων του άρθρου 4, παράγραφοι 4 και 5, της οδηγίας 2000/60. Αντιθέτως, ήταν υποχρεωμένες να προβούν σε εκτίμηση του κατά πόσο υπήρχε κίνδυνος υποβάθμισης της κατάστασης των υδατικών συστημάτων λόγω των δραστηριοτήτων εξόρυξης που θα μπορούσε να γίνει δεκτός υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων του άρθρου 4, παράγραφος 7, της οδηγίας αυτής.
140. Επίσης, θεωρώ απαραίτητο να επιστήσω την προσοχή στις επεξηγήσεις της Δημοκρατίας της Πολωνίας, σύμφωνα με τις οποίες το πολωνικό δίκαιο προβλέπει αποτελεσματικούς μηχανισμούς, οι οποίοι διασφαλίζουν τη συμβατότητα προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο ii, και στοιχείο βʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2000/60 σε περίπτωση που δεν επιτραπούν οι επίμαχες παρεκκλίσεις. Συγκεκριμένα, οι μηχανισμοί αυτοί παρέχουν στις πολωνικές αρχές τη δυνατότητα να προβούν σε αναθεώρηση ή ανάκληση των αδειών που έχουν χορηγηθεί. Ως εκ τούτου, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Τσεχικής Δημοκρατίας, οι πολωνικές αρχές φαίνεται να διαθέτουν τα κατάλληλα μέσα για να διασφαλίσουν την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης.
141. Για τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω να απορριφθεί αυτός ο λόγος ως αβάσιμος.
ΣΤ. Επί του πέμπτου λόγου, που αφορά παράβαση του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 7, του άρθρου 7, παράγραφοι 1, 2 και 5, καθώς και του άρθρου 8 της οδηγίας ΕΠΕ (αποκλεισμός του ενδιαφερομένου κοινού και της Τσεχικής Δημοκρατίας από τη διαδικασία χορήγησης της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026)
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
142. Με τον πέμπτο λόγο, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας, αποκλείοντας τη συμμετοχή του ενδιαφερομένου κοινού και του εν λόγω κράτους μέλους από τη διαδικασία χορήγησης της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026, παρέβη το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 7, το άρθρο 7, παράγραφοι 1, 2 και 5, καθώς και το άρθρο 8 της οδηγίας ΕΠΕ.
143. Όπως και ο δεύτερος λόγος, ο οποίος αφορά την παραβίαση των διατάξεων αυτών από το άρθρο 33 του μεταλλευτικού κώδικα, η Τσεχική Δημοκρατία έχει την άποψη ότι η διαδικασία που οδηγεί στη χορήγηση της άδειας αυτής αποτελεί «διαδικασία λήψης απόφασης» εμπίπτουσα στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ, οπότε οι υποχρεώσεις του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 7, του άρθρου 7, παράγραφοι 1, 2 και 5, καθώς και του άρθρου 8 της οδηγίας αυτής ισχύουν και για τη διαδικασία αυτή. Συγκεκριμένα, η συμμετοχή του ενδιαφερομένου κοινού καθώς και του εν λόγω κράτους μέλους είναι αναγκαία για να εξακριβωθεί ότι οι όροι της απόφασης ΕΠΕ ενσωματώθηκαν στην άδεια αυτή. Ουδεμία, όμως, από τις υποχρεώσεις αυτές τηρήθηκε κατά τη διαδικασία χορήγησης της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026, η οποία διεξήχθη χωρίς τη συμμετοχή του κοινού.
144. Η Δημοκρατία της Πολωνίας θεωρεί ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, παραπέμπει δε στα επιχειρήματά της σχετικά με τον δεύτερο λόγο. Υπογραμμίζει ότι οι προβλεπόμενες στις σχετικές διατάξεις της οδηγίας ΕΠΕ υποχρεώσεις είχαν ήδη τηρηθεί κατά το στάδιο της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της απόφασης ΕΠΕ.
145. Επιπλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δεν απαιτείται να διενεργηθεί έλεγχος σχετικά με το αν η επενδυτική απόφαση (άδεια) έλαβε υπόψη τους όρους της απόφασης ΕΠΕ, λαμβανομένου υπόψη ότι η συμμετοχή του κοινού και του οικείου κράτους μέλους στις διαδικασίες έκδοσης αποφάσεων οι οποίες έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον συνίσταται, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας ΕΠΕ, στη διατύπωση παρατηρήσεων και γνωμών προς τις αρχές πριν από τη λήψη της απόφασης την οποία αφορά η αίτηση για τη χορήγηση της άδειας. Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού αυτού, μια τέτοια συμμετοχή κατά το στάδιο της διαδικασίας χορήγησης άδειας θα ήταν περιττή, πολλώ δε μάλλον καθόσον η αρχή που διεξήγαγε τη διαδικασία δεσμευόταν από την απόφαση ΕΠΕ.
146. Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει, επίσης, ότι η έκδοση της απόφασης 2044 καθώς και η τροποποίηση των διατάξεων του πολωνικού δικαίου οι οποίες προβλέπουν την άσκηση προσφυγής κατά των αποφάσεων χορήγησης άδειας που προηγήθηκαν των αποφάσεων ΕΠΕ, στη διαδικασία των οποίων μπορούσε να λάβει μέρος το κοινό, κατέστησαν τον πέμπτο λόγο άνευ αντικειμένου.
2. Εκτίμηση
147. Ο πέμπτος λόγος αφορά τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 7, το άρθρο 7, παράγραφοι 1, 2 και 5, καθώς και το άρθρο 8 της οδηγίας ΕΠΕ, καθόσον η Δημοκρατία της Πολωνίας φέρεται να κατέστησε αδύνατη τη συμμετοχή του ενδιαφερομένου κοινού και της Τσεχικής Δημοκρατίας στη διαδικασία χορήγησης της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026.
148. Εκ προοιμίου, εκτιμώ ότι πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι ο λόγος αυτός κατέστη άνευ αντικειμένου επειδή οι πολωνικές αρχές εξέδωσαν νέα απόφαση, με αποτέλεσμα την παράταση της άδειας έως το 2044. Συναφώς, επισημαίνεται ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε μόλις στις 28 Απριλίου 2021, δηλαδή μετά την ημερομηνία αναφοράς για την εκτίμηση της ύπαρξης παράβασης στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 259 ΣΛΕΕ (35).
149. Στον βαθμό που υπάρχουν ομοιότητες με τα νομικά ζητήματα που έθεσε η Τσεχική Δημοκρατία με τον δεύτερο λόγο, παραπέμπω στην ανάλυσή μου στα σημεία 96 επ. των παρουσών προτάσεων, στα οποία επεσήμανα ότι οι υποχρεώσεις που προβλέπονται από τις προαναφερθείσες διατάξεις τηρήθηκαν κατά το στάδιο της εκτίμησης των επιπτώσεων που έχει το έργο στο περιβάλλον, το οποίο κατέληξε στην έκδοση της απόφασης ΕΠΕ, και ότι η οδηγία ΕΠΕ δεν αντιτίθεται σε νομική κατασκευή, όπως αυτή που προβλέπεται στην πολωνική έννομη τάξη, στο πλαίσιο της οποίας οι υποχρεώσεις αυτές τηρούνται σε στάδιο που προηγείται της διαδικασίας για τη χορήγηση άδειας έργου, δηλαδή κατά το στάδιο της εκτίμησης των επιπτώσεων που έχει το έργο στο περιβάλλον, και ότι το τελευταίο στάδιο, δηλαδή το στάδιο της έκδοσης της απόφασης σχετικά με το έργο, διενεργείται χωρίς τη συμμετοχή του ενδιαφερομένου κοινού και του επηρεαζόμενου κράτους μέλους.
150. Όσον αφορά το επιχείρημα της Τσεχικής Δημοκρατίας ότι η συμπληρωματική συμμετοχή κατά στο στάδιο της χορήγησης της άδειας είναι αναγκαία προκειμένου να «ελεγχθεί» εκ των υστέρων κατά πόσο η άδεια του έργου έλαβε υπόψη τους όρους της απόφασης ΕΠΕ, πρέπει να διευκρινιστεί ότι το άρθρο 11 της οδηγίας ΕΠΕ παρέχει στο ενδιαφερόμενο κοινό δικαίωμα πρόσβασης σε μια διαδικασία εξέτασης μόνον «προκειμένου να αμφισβητήσει την ουσιαστική ή τη διαδικαστική νομιμότητα αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων που εμπίπτουν στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας περί συμμετοχής του κοινού» (36). Αντιθέτως, το άρθρο 11 δεν παρέχει το δικαίωμα να απαιτηθεί δικαστικός έλεγχος ως προς τη συμμόρφωση με τις εκτιμήσεις στις οποίες στηρίζεται η απόφαση ΕΠΕ.
151. Θα ήθελα εξάλλου να υπογραμμίσω στο πλαίσιο αυτό ότι ουδεμία διάταξη από αυτές που επικαλείται η Τσεχική Δημοκρατία προς στήριξη του δευτέρου λόγου παρέχει τέτοιο δικαίωμα. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας ΕΠΕ, οι διατάξεις αυτές αποσκοπούν στο να έχει το ενδιαφερόμενο κοινό «το δικαίωμα να διατυπώνει παρατηρήσεις και γνώμες […] στην αρμόδια αρχή ή αρχές» πριν από τη λήψη της απόφασης σχετικά με την αίτηση χορήγησης άδειας. Επίσης, από το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι «[τ]α αποτελέσματα των διαβουλεύσεων και οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται βάσει των άρθρων 5, 6 και 7 πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη στο πλαίσιο της διαδικασίας αδειοδότησης» (η υπογράμμιση δική μου). Η υποχρέωση αυτή που υπέχουν οι εθνικές αρχές δεν συνεπάγεται, ωστόσο, ότι το ενδιαφερόμενο κοινό έχει το δικαίωμα να «ελέγξει» μια απόφαση, όπως υπονοεί η Τσεχική Δημοκρατία. Επομένως, φρονώ ότι ο δεύτερος λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας ΕΠΕ.
152. Οι διαπιστώσεις αυτές σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας ΕΠΕ ισχύουν με την επιφύλαξη ότι το ενδιαφερόμενο κοινό μπορεί να υποβάλλει αιτήσεις εξέτασης στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας καθώς και να ασκήσει προσφυγές ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων κατά των αποφάσεων χορήγησης άδειας, ιδίως προκειμένου να ελεγχθεί η συμβατότητά τους με τους όρους που ορίστηκαν με προγενέστερες αποφάσεις σχετικά με τους περιβαλλοντικούς όρους, δικαιώματα τα οποία, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε η Δημοκρατία της Πολωνίας, προβλέπονται στο εθνικό της δίκαιο (37).
153. Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, φρονώ ότι ο πέμπτος λόγος σχετικά με τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 7, το άρθρο 7, παράγραφοι 1, 2 και 5, καθώς και το άρθρο 8 της οδηγίας ΕΠΕ, κατά τον οποίον η Δημοκρατία της Πολωνίας φέρεται να κατέστησε αδύνατη τη συμμετοχή του ενδιαφερομένου κοινού και της Τσεχικής Δημοκρατίας στη διαδικασία χορήγησης της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026, είναι αβάσιμος.
Ζ. Επί του έκτου λόγου, που αφορά παράβαση του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΕΠΕ (μη δημοσίευση της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026 και μη γνωστοποίηση της εν λόγω άδειας στη Τσεχική Δημοκρατία με εύληπτο τρόπο)
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
154. Κατά την Τσεχική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Πολωνίας, στο πλαίσιο της χορήγησης της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026, παρέβη τις υποχρεώσεις ενημέρωσης που υπέχει βάσει του άρθρου 9 της οδηγίας ΕΠΕ, σκοπός του οποίου είναι, μεταξύ άλλων, να έχει το ενδιαφερόμενο κοινό τη δυνατότητα να εξετάσει αν οι όροι της απόφασης ΕΠΕ ενσωματώθηκαν δεόντως στην άδεια αυτή.
155. Όσον αφορά το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής, το περιεχόμενο της απόφασης χορήγησης άδειας και οι όροι που ενδεχομένως τη συνοδεύουν δεν δημοσιεύτηκαν. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η άδεια αυτή τροποποίησε την άδεια υπ’ αριθ. 65/94, η οποία είχε ήδη επανειλημμένως τροποποιηθεί, θα έπρεπε να δημοσιευθεί ενοποιημένη έκδοσή της προκειμένου να πληρούνται οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη διάταξη αυτή και να αναφέρονται όλα τα στοιχεία του άρθρου 8α της εν λόγω οδηγίας. Η άδεια, όμως, που διαβιβάστηκε στο κοινό περιλάμβανε στο διατακτικό της μόνον πληροφορίες σχετικά με την παράταση της αρχικής άδειας. Η διαβίβαση στην Τσεχική Δημοκρατία μεταγενεστέρως όλων των αποφάσεων με τις οποίες τροποποιήθηκε η άδεια αυτή δεν καθιστούσε σαφές ποια εκδοχή της άδειας ίσχυε σε εκείνο το χρονικό σημείο. Συναφώς, η άδεια για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026 δεν αναφέρει την τρέχουσα έκταση της περιοχής εξόρυξης ούτε περιέχει, αυτή καθεαυτήν, σαφή και δεσμευτική παραπομπή στους όρους που περιλαμβάνονται στην απόφαση ΕΠΕ.
156. Όσον αφορά το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας ΕΠΕ, η απόφαση ΕΠΕ θα έπρεπε λογικά να αποτελεί κύριο στοιχείο για τους «λόγους και τις εκτιμήσεις στους οποίους βασίστηκε η απόφαση [χορήγησης άδειας]», πλην όμως η άδεια δεν περιλαμβάνει αξιολόγηση ως προς τη συμμόρφωση των δραστηριοτήτων εξόρυξης για τις οποίες χορηγήθηκε η άδεια με την απόφαση ΕΠΕ.
157. Όσον αφορά το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ, είναι απαραίτητο, για τον σκοπό της οδηγίας αυτής, να παρέχονται οι απαιτούμενες πληροφορίες στο οικείο κράτος μέλος το ταχύτερο δυνατόν. Η Δημοκρατία της Πολωνίας, όμως, διαβίβασε στην Τσεχική Δημοκρατία την άδεια για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026 μόλις πέντε μήνες μετά από τη χορήγησή της, το δε διαβιβασθέν έγγραφο δεν πληρούσε τις απαιτήσεις του άρθρου 9, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
158. Η Δημοκρατία της Πολωνίας απαντά ότι οι δημόσιες ανακοινώσεις που αναρτήθηκαν στον ιστότοπο του δελτίου δημόσιων πληροφοριών του οικείου δήμου καθώς και στον ιστότοπο της παραχωρούσας αρχής αφορούσαν όλα τα στάδια της διαδικασίας σχετικά με την παράταση της άδειας υπ’ αριθ. 65/94, γεγονός το οποίο παρείχε στο κοινό και στην Τσεχική Δημοκρατία τη δυνατότητα να λάβουν γνώση αυτών.
159. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι έπρεπε να διαβιβασθεί ενοποιημένη έκδοση της άδειας, ο μηχανισμός επικαιροποίησης αδειών που έχει θεσπιστεί στην Πολωνία αποκλείει μια τέτοια διαβίβαση καθόσον μια ενοποιημένη έκδοση θα συνιστούσε νέα διοικητική απόφαση της οποίας το περιεχόμενο θα υπερέβαινε την υποβληθείσα αίτηση τροποποίησης, πράγμα που είναι αντίθετο προς το πολωνικό διοικητικό δίκαιο. Στο πλαίσιο αυτό, η Δημοκρατία της Πολωνίας έχει την άποψη ότι το άρθρο 9 της οδηγίας ΕΠΕ δεν επιβάλλει συγκεκριμένο τύπο για τις αποφάσεις χορήγησης άδειας.
160. Το εν λόγω κράτος μέλος εκτιμά ότι η υποχρέωση παροχής στο κοινό των πληροφοριών που μνημονεύονται στο άρθρο 8α και στη δεύτερη περίοδο του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής τηρήθηκε με τη δημοσίευση, μεταξύ άλλων, στον επίσημο ιστότοπο του Υπουργείου Περιβάλλοντος της Τσεχικής Δημοκρατίας και στη Γερμανία, της απόφασης ΕΠΕ καθώς και της διάταξης η οποία κήρυξε την απόφαση αυτή άμεσα εκτελεστή.
161. Όσον αφορά το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ, η Δημοκρατία της Πολωνίας θεωρεί ότι διαβιβάστηκαν εγκαίρως οι απαιτούμενες πληροφορίες στην Τσεχική Δημοκρατία, ώστε να έχει το ενδιαφερόμενο κοινό τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμά του σε ένδικα βοηθήματα βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
162. Τέλος, η Δημοκρατία της Πολωνίας φρονεί ότι ο έκτος λόγος είναι άνευ αντικειμένου, καθόσον η απόφαση 2044 δημοσιεύθηκε σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΕΠΕ.
2. Εκτίμηση
163. Στο πλαίσιο του έκτου λόγου, η Τσεχική Δημοκρατία προσάπτει στη Δημοκρατία της Πολωνίας, πρώτον, ότι, κατά παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ, δεν δημοσίευσε το περιεχόμενο της απόφασης με την οποία χορηγήθηκε άδεια για δραστηριότητες εξόρυξης έως το 2026 και τους συνημμένους στην απόφαση αυτή όρους, ούτε τους λόγους και τις περιστάσεις στα οποία βασίστηκε η άδεια αυτή, και, δεύτερον, ότι, κατά παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ, γνωστοποίησε στην Τσεχική Δημοκρατία καθυστερημένα το κείμενο της εν λόγω απόφασης και το έγγραφο που διαβιβάστηκε δεν πληρούσε τις απαιτήσεις του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας ΕΠΕ. Ο λόγος αυτός αφορά συγκεκριμένα μέτρα διοικητικής φύσεως, ήτοι μέτρα σχετικά με τη δημοσίευση και τη γνωστοποίηση, τα οποία η οδηγία ΕΠΕ επιβάλλει στις εθνικές αρχές.
164. Εκ προοιμίου, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι ο λόγος αυτός έχει καταστεί άνευ αντικειμένου καθόσον οι πολωνικές αρχές εξέδωσαν νέα απόφαση, με αποτέλεσμα την παράταση της άδειας έως το 2044. Όπως εξήγησα στο πλαίσιο της εξέτασης του πέμπτου λόγου, η απόφαση αυτή εκδόθηκε μετά την ημερομηνία αναφοράς για την εκτίμηση της ύπαρξης παράβασης (38).
165. Από το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ προκύπτει ότι, όταν έχει ληφθεί απόφαση για τη χορήγηση ή την απόρριψη άδειας, η αρμόδια αρχή ή αρχές ενημερώνουν πάραυτα το κοινό και τις αρχές που ενδέχεται να αφορά το έργο, λόγω των αρμοδιοτήτων τους, σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες, και εξασφαλίζουν ότι οι απαραίτητες πληροφορίες τίθενται στη διάθεση του κοινού και των προαναφερομένων αρχών, συγκεκριμένα το περιεχόμενο της απόφασης και οι όροι που ενδεχομένως τη συνοδεύουν, καθώς και οι κύριοι λόγοι και το σκεπτικό στα οποία βασίζεται η απόφαση, περιλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με τη διαδικασία συμμετοχής του κοινού. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν επίσης την περίληψη των αποτελεσμάτων των διαβουλεύσεων και τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατά τα άρθρα 5 έως 7 της οδηγίας ΕΠΕ, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο τα εν λόγω αποτελέσματα ενσωματώθηκαν ή έτυχαν διαφορετικού χειρισμού, και ιδίως τις παρατηρήσεις που ελήφθησαν από το πληττόμενο κράτος μέλος. Δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, η αρμόδια αρχή ή αρχές ενημερώνουν κάθε κράτος μέλος το οποίο έχει συμμετάσχει στις διαβουλεύσεις σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής, διαβιβάζοντας σε αυτό τις πληροφορίες που αναφέρονται ανωτέρω.
166. Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι οι πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη δημοσιεύθηκαν, μεταξύ άλλων, στους επίσημους ιστοτόπους. Εντούτοις, φρονώ ότι αυτό που η Τσεχική Δημοκρατία επικρίνει είναι, κατ’ ουσίαν, ο δυσνόητος και ελλιπής χαρακτήρας των δημοσιευμένων πληροφοριών. Ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη του ότι η εν λόγω άδεια αποτελεί την τελευταία από πολλές τροποποιήσεις της άδειας υπ’ αριθ. 65/94, έπρεπε, κατά την άποψή της, να της γνωστοποιηθεί ενοποιημένη έκδοση της άδειας, προκειμένου να μπορέσει να προσδιορίσει ποιες διατάξεις της ήταν σε ισχύ. Επίσης, φαίνεται ότι οι τροποποιητικές αποφάσεις που ήταν προγενέστερες της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026 δεν τέθηκαν στη διάθεση του κοινού.
167. Συναφώς, διαπιστώνω ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν αμφισβητεί το περιεχόμενο των πληροφοριών που δημοσιεύθηκαν και διαβιβάστηκαν στην Τσεχική Δημοκρατία. Απλώς ισχυρίζεται ότι η διάθεση ενοποιημένου κειμένου δεν είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των απαιτήσεων του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ. Η Δημοκρατία της Πολωνίας ισχυρίζεται ότι ο τρόπος με τον οποίο οι διοικητικές αρχές των κρατών μελών σχεδιάζουν τις διοικητικές αποφάσεις δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ένωσης. Διευκρινίζει ότι, στην εθνική διοικητική πρακτική της, ο μηχανισμός επικαιροποίησης αδειών που έχει θεσπιστεί είναι ανάλογος με τον μηχανισμό τροποποίησης νομικής πράξης, σύμφωνα με τον οποίο δεσμευτική είναι η νομική πράξη ως είχε στην αρχική της έκδοση, λαμβανομένων όμως υπόψη των μεταγενέστερων τροποποιήσεων.
168. Η Δημοκρατία της Πολωνίας διευκρινίζει ότι, στο πολωνικό διοικητικό δίκαιο, εφαρμόζεται η αρχή κατά την οποία, σε περίπτωση που εκδοθεί διοικητική απόφαση με την οποία τροποποιείται απόφαση που είχε εκδοθεί προγενέστερα, η αρμόδια για την έκδοση τροποποιητικής απόφασης διοικητική αρχή όχι μόνο δεν υποχρεούται, αλλά και δεν μπορεί, να επαναλάβει ολόκληρη την τροποποιηθείσα απόφαση στην απόφαση που εκδίδει. Η τροποποιητική απόφαση πρέπει να αναφέρει επακριβώς τα στοιχεία της τροποποιούμενης απόφασης τα οποία αποτελούν το αντικείμενο τροποποίησης. Μολονότι η υπόλοιπη τροποποιημένη απόφαση εξακολουθεί να ισχύει, εντούτοις η αρχή που εκδίδει την τροποποιητική απόφαση δεν μπορεί να επαναλάβει στην απόφασή της στοιχεία που δεν τροποποιήθηκαν. Διαφορετική πρακτική θα είχε ως αποτέλεσμα να εκδοθεί στην πραγματικότητα νέα διοικητική απόφαση, παρά το ότι η αίτηση τροποποίησης προγενέστερης απόφασης έχει περιορισμένο πεδίο εφαρμογής.
169. Η ερμηνεία της επίμαχης απόφασης η οποία έχει ως αποτέλεσμα την παράταση της διάρκειας της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026 επιβεβαιώνει τη διοικητική πρακτική της Δημοκρατίας της Πολωνίας που περιγράφεται στο προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων. Πράγματι, μόνον το στοιχείο που ορίζει τη διάρκεια της άδειας αυτής φαίνεται να τροποποιήθηκε προκειμένου να ληφθεί υπόψη η παράταση της άδειας. Τούτου λεχθέντος, φρονώ ότι οι παρατηρήσεις της Δημοκρατίας της Πολωνίας είναι αλυσιτελείς στο παρόν πλαίσιο, διότι δεν τίθεται θέμα αμφισβήτησης ορισμένης εθνικής διοικητικής πρακτικής. Το ζήτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο της εξέτασης του έκτου λόγου αφορά μάλλον το ακριβές περιεχόμενο των πληροφοριών που πρέπει να τίθενται στη διάθεση του κοινού και να διαβιβάζονται σε κράτος μέλος το οποίο συμμετείχε στις διαβουλεύσεις του άρθρου 7 της οδηγίας ΕΠΕ.
170. Οι μεν πολωνικές αρχές γνωρίζουν τις ιδιαιτερότητες του διοικητικού τους δικαίου, τούτο όμως δεν ισχύει κατ’ ανάγκην για το κοινό εν γένει και για τις αρχές των λοιπών κρατών μελών. Όπως ήδη προαναφέρθηκε στις παρούσες προτάσεις, οι εθνικές ρυθμίσεις των διαφόρων κρατών μελών ενδέχεται να διαφέρουν σημαντικά ως προς τον τρόπο με τον οποίο οργανώνουν τις διοικητικές διαδικασίες στο πλαίσιο αποφάσεων σχετικά με την εκτέλεση έργων που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον (39). Συνεπώς, φρονώ ότι η υποβολή ελλιπών πληροφοριών είναι όχι μόνον απρόσφορη αλλά και ασύμβατη με το πνεύμα αλληλεγγύης, συνεργασίας και αμοιβαίας υποστήριξης που διέπει το άρθρο 9 της οδηγίας ΕΠΕ, καθόσον έτσι απαιτείται από το κοινό εν γένει και από τις αρχές των γειτονικών κρατών μελών, τα οποία θίγονται από τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις συγκεκριμένου έργου, να διεξάγουν οι ίδιοι έρευνα σε αλλοδαπό εθνικό δίκαιο προκειμένου να λάβουν τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για να μπορέσουν να ασκήσουν τα δικαιώματα που τους παρέχει το δίκαιο της Ένωσης.
171. Δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, αμφιβολία ότι, εφόσον ο σκοπός των υποχρεώσεων δημοσιότητας είναι να καταστεί δυνατή η άσκηση αποτελεσματικών ενδίκων βοηθημάτων κατά των σχετικών αποφάσεων, οι πληροφορίες που τίθενται στη διάθεση του κοινού και των αρχών των γειτονικών κρατών μελών, που θίγονται από τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις συγκεκριμένου έργου, πρέπει να είναι πλήρεις και κατανοητές. Με άλλα λόγια, οι πληροφορίες πρέπει να παρουσιάζονται κατά τρόπο αρκούντως ακριβή και προσαρμοσμένο στις ιδιαίτερες ανάγκες των αποδεκτών, ώστε να εξασφαλίζεται το αποτέλεσμα της δημοσιοποίησης. Για τον λόγο αυτό, εκτιμώ ότι το «περιεχόμενο της απόφασης» με την οποία χορηγήθηκε άδεια για τις δραστηριότητες εξόρυξης στο ορυχείο του Turów και προορίζεται να γνωστοποιηθεί στο κοινό καθώς και στις εν λόγω εθνικές αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας ΕΠΕ, δεν μπορεί να αποτελείται μόνο από την απόφαση παράτασης, αλλά πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνει όλα τα έγγραφα που συνιστούν την ουσία της άδειας. Μόνο ένα τέτοιο μέτρο είναι ικανό να παράσχει στο κοινό και στις αρχές των γειτονικών κρατών μελών τη δυνατότητα να κατανοήσουν το περιεχόμενο αυτής της διοικητικής απόφασης και, ενδεχομένως, να αντιδράσουν προσηκόντως και εγκαίρως.
172. Συναφώς, προσθέτω ότι, όπως προκύπτει σαφώς από το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας ΕΠΕ, η επίμαχη πληροφορία πρέπει να περιλαμβάνει «τους κύριους λόγους και το σκεπτικό στα οποία βασίστηκε η απόφαση», πράγμα το οποίο, κατ’ εμέ, δεν επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος όπως η Δημοκρατία της Πολωνίας να μη θέτει στη διάθεση του κοινού και των αρχών των γειτονικών κρατών μελών τη σχετική τεκμηρίωση που αφορά την άδεια και προσδιορίζει τους λόγους της χορήγησης και της παράτασης αυτής, με την αιτιολογία ότι η εσωτερική του έννομη τάξη δεν προβλέπει μια τέτοια διοικητική πρακτική. Λαμβανομένου υπόψη ότι το άρθρο 9 της οδηγίας ΕΠΕ αποσκοπεί σαφώς στη θέσπιση υψηλών προτύπων διαφάνειας και συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών της Ένωσης σε έναν τομέα ιδιαιτέρως ευαίσθητο όπως η προστασία του περιβάλλοντος, ο οποίος, όπως προκύπτει εξάλλου από τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης (40), υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα, φρονώ ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί νομίμως τους εθνικούς του κανόνες και τις διοικητικές πρακτικές ως πρόσχημα για να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του σχετικά με τη δημοσίευση και τη γνωστοποίηση προς το ενδιαφερόμενο κοινό.
173. Για τους προεκτεθέντες λόγους, εκτιμώ ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ.
174. Όσον αφορά ειδικότερα τον ισχυρισμό σχετικά με παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ, η οποία συνίσταται στο ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας διαβίβασε την εν λόγω άδεια στην Τσεχική Δημοκρατία μόλις πέντε μήνες μετά από την έκδοσή της, και μάλιστα κατά τρόπο ελλιπή, επαναλαμβάνω όσα εξήγησα στα προηγούμενα σημεία ως προς τη σημασία που έχει για ένα γειτονικό κράτος μέλος, το οποίο θίγεται από τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις συγκεκριμένου έργου, να έχει στη διάθεσή του όλες τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη χορήγηση της άδειας του έργου, ώστε να είναι σε θέση να αντιδράσει, αν απαιτείται, προσηκόντως και εγκαίρως.
175. Τούτο σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι έχει τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα αποτελεσματικού ένδικου βοηθήματος δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ, πράγμα το οποίο, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου που παρήλθε καθώς και του ότι πρέπει να τηρηθούν οι προβλεπόμενες από το εθνικό δικονομικό δίκαιο προθεσμίες, μπορεί να γίνει ιδιαιτέρως δύσκολο, ακόμη και αδύνατο (41). Εκτιμώ ότι, στην περίπτωση που ένα ενδιαφερόμενο μέρος στερηθεί τη δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματά του ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων λόγω της εκπρόθεσμης άσκησης ενδίκου βοηθήματος η οποία οφείλεται στη συμπεριφορά εθνικών αρχών, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι υφίσταται παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ.
176. Αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει στην περίπτωση από την οποία ανέκυψε η υπό κρίση διαφορά. Πράγματι, μια περίοδος πέντε μηνών για την απλή γνωστοποίηση της επίμαχης άδειας συνιστά σημαντική καθυστέρηση αν ληφθούν υπόψη, αφενός, τα σημαντικά συμφέροντα που διακυβεύονται και, αφετέρου, ο αμιγώς διοικητικός χαρακτήρας ενός τέτοιου καθήκοντος, που απαιτεί απλώς διαβίβαση εγγράφων. Η κατάσταση αυτή είναι ακόμη πιο σοβαρή καθόσον οι πληροφορίες που ζήτησε η Τσεχική Δημοκρατία τέθηκαν στη διάθεσή της μόνο κατόπιν επιμονής της και μόνο εν μέρει. Όπως επισημαίνει η Τσεχική Δημοκρατία, εξακολουθεί να μην έχει στη διάθεσή της ένα ενοποιημένο κείμενο που θα της επέτρεπε να εξακριβώσει ακριβώς το εύρος και τη φύση του έργου. Διαπιστώνω ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν παρέσχε πειστική δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή στη γνωστοποίηση των πληροφοριών που ζητήθηκαν.
177. Κατόπιν των ανωτέρω, εκτιμώ ότι υπήρξε επίσης παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ.
178. Για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω, προτείνω να κριθεί βάσιμος ο έκτος λόγος.
Η. Επί του εβδόμου λόγου, που αφορά παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ (αποκλεισμός από τον δικαστικό έλεγχο της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026)
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
179. Η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ, το ενδιαφερόμενο κοινό πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ασκήσει ένδικο βοήθημα κατά της απόφασης με την οποία χορηγήθηκε άδεια για την εκτέλεση έργου, ανεξάρτητα από την προηγούμενη συμμετοχή του στη διαδικασία που οδήγησε στη χορήγηση της άδειας αυτής. Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι, βάσει του πολωνικού δικαίου, το ενδιαφερόμενο κοινό δεν μπορεί να ζητήσει τον έλεγχο της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026, διότι δεν συμμετείχε στη διαδικασία χορήγησης της άδειας αυτής.
180. Επιπλέον, αφενός, η έλλειψη επίσημης δημοσίευσης της εν λόγω άδειας περιόρισε επίσης τον έλεγχό της από το ενδιαφερόμενο κοινό. Αφετέρου, οι προσφυγές που άσκησαν τσεχικές μη κυβερνητικές οργανώσεις ενώπιον πολωνικού δικαστηρίου με σκοπό τον έλεγχο αυτής της ίδιας άδειας ανεστάλησαν εν αναμονή της απόφασης επί της νομιμότητας της απόρριψης της συμμετοχής των εν λόγω οργανώσεων στην ίδια τη διαδικασία χορήγησης της άδειας, οπότε δεν είναι βέβαιο ότι θα εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας. Περαιτέρω, η απαγόρευση ακύρωσης της άδειας μετά την παρέλευση ενός έτους στερεί από το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ την πρακτική αποτελεσματικότητά του.
181. Προς απάντηση, η Δημοκρατία της Πολωνίας παραπέμπει στην επιχειρηματολογία της στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου, υποστηρίζοντας ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ δεν απαγορεύει το σχεδιασμό της εθνικής διαδικασίας κατά τρόπο ώστε η δυνατότητα άσκησης προσφυγής να εξασφαλίζεται μόνο στο στάδιο της απόφασης σχετικά με τους περιβαλλοντικούς όρους.
182. Εκτιμά επίσης ότι τα επιχειρήματα της Τσεχικής Δημοκρατίας ενέχουν αντίφαση: αφενός, το εν λόγω κράτος μέλος διατείνεται ότι το ενδιαφερόμενο κοινό δεν έχει τη δυνατότητα να προσβάλει την άδεια για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026· αφετέρου, αναγνωρίζει ότι μη κυβερνητικές οργανώσεις έκαναν ουσιαστικά χρήση των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από την εν λόγω διάταξη.
183. Συναφώς, το γεγονός ότι οι ασκηθείσες προσφυγές ανεστάλησαν αποτελεί εκδήλωση της ελευθερίας ως προς την επιλογή των μέσων οργάνωσης της διαδικασίας που διαθέτει το οικείο πολωνικό δικαστήριο και ουδόλως επηρεάζει τον περιορισμό των δικαιωμάτων των προσφευγόντων.
184. Επιπλέον, η έλλειψη δυνατότητας ακύρωσης της άδειας μετά την παρέλευση ενός έτους, σύμφωνα με το άρθρο 42 του μεταλλευτικού κώδικα, αφορά μόνον την ακύρωση της άδειας μετά την επανάληψη της διαδικασίας χορήγησης άδειας, η οποία αποτελεί ένα από τα έκτακτα μέσα ακύρωσης των οριστικών αποφάσεων. Δεν αφορά, επομένως, την ακύρωση άδειας μετά από τακτικό διοικητικό έλεγχο που προκύπτει μετά από εμπρόθεσμη άσκηση προσφυγής.
185. Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει επίσης ότι ο έβδομος λόγος κατέστη άνευ αντικειμένου μετά από τη έκδοση της απόφασης 2044 και των τροποποιήσεων του πολωνικού δικαίου που παρέχουν στο ενδιαφερόμενο κοινό τη δυνατότητα να υποβάλει διοικητικές ενστάσεις και να ασκήσει ένδικα βοηθήματα κατά των αποφάσεων έγκρισης επενδύσεων.
2. Εκτίμηση
186. Με τον έβδομο λόγο, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ, καθόσον δεν επέτρεψε την άσκηση προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026. Ο λόγος αυτός αφορά την πρακτική των αρχών καθώς και το νομικό πλαίσιο στο καθού κράτος μέλος.
187. Εκ προοιμίου, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι ο λόγος αυτός έχει καταστεί άνευ αντικειμένου επειδή οι πολωνικές αρχές εξέδωσαν νέα απόφαση, με αποτέλεσμα την παράταση της άδειας έως το 2044. Όπως έχει ήδη διευκρινιστεί, η απόφαση αυτή εκδόθηκε μετά την ημερομηνία αναφοράς για την αξιολόγηση της ύπαρξης παράβασης. Το ίδιο ισχύει και για τις νομοθετικές τροποποιήσεις που έγιναν μετά την εν λόγω ημερομηνία αναφοράς, οι οποίες, κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, παρέχουν πλέον στο ενδιαφερόμενο κοινό τη δυνατότητα να υποβάλλει ενστάσεις και να ασκήσει ένδικα βοηθήματα κατά των αποφάσεων έγκρισης επενδύσεων (42).
188. Εν συνεχεία, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όσον αφορά τον σκοπό του άρθρου 11 της οδηγίας ΕΠΕ, η διάταξη αυτή έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου υπό την έννοια ότι το πεδίο εφαρμογής της περιορίζεται μόνο στις πτυχές διαφοράς οι οποίες συνίστανται στην επίκληση του δικαιώματος του ενδιαφερομένου κοινού να συμμετέχει στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων σύμφωνα με τους συγκεκριμένους κανόνες που θεσπίζει συναφώς η οδηγία αυτή. Αντιθέτως, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού τα ένδικα βοηθήματα που στηρίζονται στις λοιπές διατάξεις της εν λόγω οδηγίας, κατά μείζονα δε λόγο τα ένδικα βοηθήματα τα οποία στηρίζονται σε οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, είτε της Ένωσης είτε των κρατών μελών (43). Επομένως, πρέπει να ληφθεί ως δεδομένο ότι η επιχειρηματολογία που ανέπτυξε η Τσεχική Δημοκρατία αφορά μόνον τον έλεγχο νομιμότητας σχετικά με τον σεβασμό του δικαιώματος συμμετοχής του κοινού.
189. Όσον αφορά την οργάνωση από τα κράτη μέλη των ενδίκων βοηθημάτων, έχει ήδη εξηγηθεί λεπτομερώς στο πλαίσιο της εξέτασης του δευτέρου λόγου ότι ούτε το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ ούτε κάποια άλλη διάταξη του δικαίου της Ένωσης που απονέμει αντίστοιχο δικαίωμα απαγορεύουν τη θέσπιση εθνικής διαδικασίας και εθνικών διατάξεων οι οποίες προβλέπουν ότι η δυνατότητα άσκησης ενδίκου βοηθήματος διασφαλίζεται μόνο κατά το στάδιο της απόφασης σχετικά με τους περιβαλλοντικούς όρους, υπό την προϋπόθεση ότι αποκλείεται η απόφαση χορήγησης άδειας να μη λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα της διαδικασίας εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
190. Επομένως, όταν το δικαίωμα συμμετοχής του κοινού, όπως προβλέπεται στα άρθρα 6 έως 9 της οδηγίας ΕΠΕ, διασφαλίζεται κατά τη διαδικασία έκδοσης της απόφασης ΕΠΕ, αρκεί να προβλέπεται σχετικό ένδικο βοήθημα στο στάδιο αυτό. Με άλλα λόγια, ένα κράτος μέλος δεν υποχρεούται να διασφαλίζει ότι οι ενδεχόμενες πλημμέλειες σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού μπορούν να αμφισβητηθούν, και πάλι, κατά το στάδιο της χορήγησης της άδειας (44). Κατά τη γνώμη μου, τα επιχειρήματα που μόλις εξέθεσα αρκούν για να απορριφθεί ο έβδομος λόγος ως αβάσιμος.
191. Χάριν πληρότητας, θα ήθελα να επισημάνω κάποια αντίφαση στην επιχειρηματολογία της Τσεχικής Δημοκρατίας. Αφενός, ισχυρίζεται ότι το ενδιαφερόμενο κοινό δεν είχε τη δυνατότητα να προσβάλει την επίμαχη άδεια και, αφετέρου, αναγνωρίζει η ίδια ότι τρεις μη κυβερνητικές οργανώσεις (Greenpeace ČR, Frank Bold και Eko-Unia) έκαναν πράγματι χρήση των δικαιωμάτων που έχουν ως ενδιαφερόμενο κοινό δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ. Μολονότι η Τσεχική Δημοκρατία σημειώνει ότι οι διαδικασίες ανεστάλησαν έως ότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της απορρίψεως της συμμετοχής των εν λόγω οργανώσεων στη διαδικασία χορήγησης της άδειας για την εκμετάλλευση του ορυχείου έως το 2026, εντούτοις επισημαίνεται ότι η ίδια η Τσεχική Δημοκρατία δεν μπορεί να αποκλείσει ότι είναι δυνατή η διενέργεια δικαστικού ελέγχου. Πράγματι, ερωτηθείσα από το Δικαστήριο επί του ζητήματος αυτού κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Τσεχική Δημοκρατία δέχθηκε ότι οι προσφυγές των τσεχικών περιβαλλοντικών οργανώσεων δεν είχαν ακόμη απορριφθεί τελεσίδικα από τα πολωνικά δικαστήρια.
192. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρώ ιδιαιτέρως χρήσιμες τις διευκρινίσεις που παρέσχε η Δημοκρατία της Πολωνίας με το υπόμνημά της αντικρούσεως σχετικά με τις πιθανές αποφάσεις του Wojewódzki Sąd Administracyjny w Warszawie (διοικητικού δικαστηρίου της περιφέρειας της Βαρσοβίας) σε περίπτωση που το δικαστήριο αυτό αποφασίσει να δεχθεί ή να απορρίψει τις προσφυγές που άσκησαν οι ανωτέρω αναφερόμενες οργανώσεις. Αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η Τσεχική Δημοκρατία με το δικόγραφο της προσφυγής της, το άρθρο 42 του μεταλλευτικού κώδικα δεν φαίνεται να εμποδίζει το εν λόγω διοικητικό δικαστήριο να ακυρώσει ενδεχομένως την επίμαχη άδεια. Πράγματι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε η Δημοκρατία της Πολωνίας, η διάταξη αυτή δεν φαίνεται να προβλέπει κανέναν περιορισμό όσον αφορά την ακύρωση, την τροποποίηση ή την αναγνώριση της ακυρότητας απόφασης που εκδίδεται στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών πλην της διαδικασίας επανεξέτασης σύμφωνα με το πολωνικό δίκαιο.
193. Ελλείψει πειστικών αποδείξεων προς στήριξη της άποψης ότι η έννομη τάξη της Δημοκρατίας της Πολωνίας δεν παρέχει αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα για τη διασφάλιση του δικαιώματος συμμετοχής του κοινού στις διαδικασίες λήψεως αποφάσεων, ιδίως υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, φρονώ ότι είναι δύσκολο να γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία που προέβαλε η Τσεχική Δημοκρατία. Εκτιμώ ότι η μη αποδοχή των προσφυγών που άσκησαν οι προαναφερθείσες οργανώσεις προστασίας του περιβάλλοντος δεν συνιστά, από μόνη της, επαρκή απόδειξη για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι υπάρχει έλλειψη αποτελεσματικότητας, κατά μείζονα δε λόγο διότι τα ένδικα μέσα δεν έχουν ακόμη εξαντληθεί.
194. Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, φρονώ ότι ο έβδομος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Θ. Επί του ογδόου λόγου, που αφορά παράβαση του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/4 (μη δημοσίευση της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026)
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
195. Η Τσεχική Δημοκρατία επισημαίνει ότι, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2003/4, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θέτουν στη διάθεση του κοινού τις άδειες που έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Δεδομένου ότι η άδεια για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026 συνιστά τέτοια άδεια, καθόσον πρέπει να υποβληθεί σε διαδικασία εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ, η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/4 παραλείποντας να δημοσιεύσει είτε την ίδια την άδεια είτε το πού μπορεί να αναζητηθεί.
196. Η Δημοκρατία της Πολωνίας αντιτείνει ότι ο Υπουργός Περιβάλλοντος, με την ανακοίνωσή του της 20ής Μαρτίου 2020 η οποία δημοσιεύθηκε στο δελτίο δημόσιων πληροφοριών στον ιστότοπό του, αναρτήθηκε στον πίνακα ανακοινώσεων του Υπουργείου Περιβάλλοντος και δημοσιεύθηκε με τον συνήθη τρόπο στις υπηρεσίες της πόλης και του Δήμου Bogatynia (Πολωνία), ενημέρωσε το κοινό για την έκδοση της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026 και τις δυνατότητες που είχαν για να λάβουν γνώση του περιεχομένου της καθώς και της σχετικής τεκμηρίωσης.
197. Συνεπώς, το εν λόγω κράτος μέλος θεωρεί ότι δεν υφίσταται παράβαση του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/4. Προσθέτει ότι ο λόγος αυτός είναι άνευ αντικειμένου καθόσον η απόφαση 2044 υπόκειται στους νέους κανόνες, ιδίως όσον αφορά τη δημοσίευση, καθώς το περιεχόμενό της δημοσιεύθηκε στη διαδικτυακή πύλη του Υπουργείου Περιβάλλοντος.
2. Εκτίμηση
198. Με τον όγδοο λόγο, η Τσεχική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η μη δημοσίευση της εν λόγω άδειας ή του πού μπορεί να αναζητηθεί η άδεια αυτή αντίκειται στο άρθρο 7 της οδηγίας 2003/4, ενώ η Δημοκρατία της Πολωνίας εμμένει στο γεγονός ότι η έκδοση της άδειας ανακοινώθηκε στον ιστότοπο του Υπουργείου Περιβάλλοντος όπου μνημονεύθηκαν και οι δυνατότητες ενημέρωσης σχετικά με την άδεια.
199. Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι, όπως διαπιστώθηκε στο πλαίσιο της εξέτασης του έκτου λόγου, η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΕΠΕ καθόσον δεν δημοσίευσε την άδεια για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026 και δεν τη γνωστοποίησε στη Τσεχική Δημοκρατία με εύληπτο τρόπο (45). Η παράβαση αυτή έγκειται στο ότι οι πολωνικές αρχές δεν συμπεριέλαβαν το σύνολο των εγγράφων που συνιστούν την ουσία της άδειας, καθόσον δημοσίευσαν μόνον ένα έγγραφο με το οποίο ανακοινώθηκε η παράταση της διάρκειας της προηγούμενης άδειας, και δεν παρείχαν επεξηγήσεις σχετικά με τις λεπτομέρειες της παραχώρησης στην εταιρία εκμετάλλευσης του ορυχείου του Turów.
200. Το ζήτημα που τίθεται συγκεκριμένα στο παρόν πλαίσιο είναι αν αυτή η παραβίαση του δικαίου της Ένωσης μπορεί να συνιστά και παράβαση των διατάξεων της οδηγίας 2003/4. Σύμφωνα με το άρθρο 2, σημείο 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας αυτής, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας οι δραστηριότητες που επηρεάζουν ή ενδέχεται να επηρεάσουν στοιχεία του περιβάλλοντος, όπως ο αέρας και η ατμόσφαιρα, το νερό, το έδαφος, το χώμα, τα τοπία και οι φυσικές τοποθεσίες, συμπεριλαμβανομένων των υδροβιότοπων, των παράκτιων και των θαλάσσιων περιοχών, η βιοποικιλότητα και τα στοιχεία τους. Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων αυτών, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/4, να θέτουν στη διάθεση του κοινού τις άδειες που έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, τούτο δε είτε άμεσα δημοσιεύοντας αυτές είτε αναφέροντας το πού μπορεί το κοινό να αναζητήσει την άδεια αυτή.
201. Λαμβανομένου υπόψη του ότι οι δραστηριότητες εξόρυξης στο ορυχείο του Turów εμπίπτουν σε κατηγορία δραστηριοτήτων οι οποίες, λόγω του σημαντικού αντίκτυπού τους στο περιβάλλον, υπόκεινται σε υποχρεωτική διαδικασία εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ (46), δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για δραστηριότητα που ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στα στοιχεία του περιβάλλοντος και ότι, επομένως, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/4.
202. Η άδεια για την εκμετάλλευση του ορυχείου έως το 2026 είναι η τελική άδεια για την πραγματοποίηση της δραστηριότητας αυτής και, ως τέτοια, συνιστά «άδεια που έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2003/4. Επομένως, στην περίπτωσή της ισχύουν οι προαναφερθείσες διατάξεις, οι οποίες επιβάλλουν στο κράτος μέλος την υποχρέωση να θέτει στη διάθεση του κοινού μια τέτοια άδεια. Ελλείψει ενδείξεων περί του αντιθέτου, στην προκειμένη περίπτωση δεν εφαρμόζεται καμία από τις παρεκκλίσεις του άρθρου 4 της οδηγίας 2003/4, οι οποίες επιτρέπουν στα κράτη μέλη να απορρίπτουν, υπό ορισμένες περιστάσεις, αιτήσεις περιβαλλοντικής πληροφορίας.
203. Για τη συνεπή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, εκτιμώ ότι το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΕΠΕ και το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2003/4 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αποσκοπούν στην επίτευξη του ίδιου στόχου, δηλαδή τη διασφάλιση του δικαιώματος του κοινού να ενημερώνεται με τον πλέον σαφή και ολοκληρωμένο τρόπο, ιδίως σε περίπτωση παράτασης άδειας για την εκμετάλλευση ορυχείου.
204. Πράγματι, επισημαίνεται, αφενός, ότι το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/4 προστατεύει το δημόσιο συμφέρον και επιτρέπει σε κάθε πολίτη να έχει πρόσβαση στις περιβαλλοντικές πληροφορίες που κατέχουν οι δημόσιες αρχές ανεξάρτητα από οποιοδήποτε ατομικό συμφέρον (47) και, αφετέρου, ότι, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας αυτής, το δικαίωμα στην πληροφόρηση σημαίνει ότι η γνωστοποίηση πληροφοριών θα πρέπει να είναι ο γενικός κανόνας (48). Είναι προφανές ότι οι στόχοι αυτοί θα διακυβεύονταν σοβαρά αν οι πληροφορίες που μνημονεύονται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/4 ετίθεντο στη διάθεση του κοινού μόνον κατά δυσνόητο και ελλιπή τρόπο. Συνεπώς, φρονώ ότι τα στοιχεία αυτά συνηγορούν επίσης υπέρ της διάδοσης περιβαλλοντικών πληροφοριών η οποία λαμβάνει δεόντως υπόψη τα υψηλά πρότυπα διαφάνειας και συνεργασίας που απαιτεί η οδηγία ΕΠΕ σε έναν τομέα όπως η προστασία του περιβάλλοντος, ο οποίος υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα (49).
205. Από την άποψη αυτή, τείνω να συμπεράνω, όπως και η Επιτροπή στην αιτιολογημένη γνώμη της, ότι η παράβαση του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΕΠΕ συνεπάγεται την παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2003/4.
206. Για τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω να γίνει δεκτός ο όγδοος λόγος.
Ι. Επί του ενάτου λόγου, που αφορά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ (μη γνωστοποίηση όλων των πληροφοριών σχετικά με τη διαδικασία χορήγησης της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026)
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
207. Η Τσεχική Δημοκρατία υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ενεργούν βάσει αμοιβαίας συνεργασίας για την εκπλήρωση των στόχων που ορίζει το δίκαιο της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του παραγώγου δικαίου. Στο μέτρο που η άδεια για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026 εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ΕΠΕ και της οδηγίας 2003/4, και λαμβανομένης υπόψη της τοποθεσίας του ορυχείου του Turów, από τις οδηγίες αυτές απορρέουν ορισμένες υποχρεώσεις που βαρύνουν και την Τσεχική Δημοκρατία, στην εφαρμογή των οποίων η Δημοκρατία της Πολωνίας οφείλει να την επικουρεί.
208. Το προσφεύγον κράτος μέλος προσάπτει στην τελευταία ότι αρνήθηκε, επί πολλούς μήνες και παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις του, να του γνωστοποιήσει πιο λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία χορήγησης της εν λόγω άδειας, συμπεριλαμβανομένου του κειμένου της άδειας αυτής, γεγονός το οποίο κατέστησε αδύνατη την εκπλήρωση των υποχρεώσεων ενημέρωσης που υπέχει δυνάμει των εν λόγω οδηγιών έναντι του δικού του ενδιαφερομένου κοινού. Προσθέτει ότι οι ενέργειες τις οποίες καταγγέλλει στο πλαίσιο του έκτου λόγου, ειδικότερα δε η καθυστερημένη γνωστοποίηση αυτής της ίδιας άδειας και η απουσία ενοποιημένου κειμένου της άδειας υπ’ αριθ. 65/94, το εμπόδισαν να τηρήσει τις υποχρεώσεις αυτές.
209. Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι απάντησε με έγγραφα της 13ης Ιανουαρίου 2020, της 5ης Μαρτίου 2020 και της 28ης Μαΐου 2020 στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών της Τσεχικής Δημοκρατίας σχετικά με την άδεια για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026. Προβάλλει ότι στις 28 Αυγούστου 2020, χορήγησε στο εν λόγω κράτος μέλος τα έγγραφα που αυτό είχε ζητήσει στις 17 Απριλίου 2020 καθώς και πάλι στις 24 Ιουλίου 2020, συγκεκριμένα την άδεια έως το 2026 καθώς και την άδεια υπ’ αριθ. 65/94. Λαμβανομένου υπόψη ότι από τον Μάρτιο του 2020 ήταν σε εξέλιξη η πανδημία, γεγονός το οποίο δυσκόλεψε την ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των διαδίκων, επέδειξε επιμέλεια προκειμένου να χορηγήσει στη Τσεχική Δημοκρατία τις πληροφορίες που ζητήθηκαν.
210. Το καθού κράτος μέλος υπογραμμίζει, επιπλέον, ότι η Τσεχική Δημοκρατία συμμετέχει, από το 2009, στις διαδικασίες σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων όσον αφορά το ορυχείο του Turów και τον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που εξαρτάται από αυτό.
211. Τέλος, η Δημοκρατία της Πολωνίας έχει τη γνώμη ότι ο ένατος λόγος είναι άνευ αντικειμένου, καθόσον η Τσεχική Δημοκρατία ενημερώθηκε δεόντως για την έκδοση της απόφασης 2044 καθώς και για άλλες ουσιώδεις περιστάσεις σχετικές με την έκδοση αυτή.
2. Εκτίμηση
212. Με τον ένατο λόγο, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, καθόσον δεν παρείχε όλες τις πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία έκδοσης της απόφασης με την οποία χορηγήθηκε άδεια για δραστηριότητες εξόρυξης στο ορυχείο έως το 2026.
213. Ωστόσο, πρέπει να απορριφθεί εκ προοιμίου το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι ο λόγος αυτός κατέστη άνευ αντικειμένου για τον λόγο ότι εκδόθηκε νέα απόφαση, η οποία οδήγησε στην παράταση της άδειας έως το 2044 και της οποίας το περιεχόμενο γνωστοποιήθηκε στην Τσεχική Δημοκρατία. Όπως διευκρινίστηκε ήδη με τις παρούσες προτάσεις, τα γεγονότα αυτά έλαβαν χώρα μετά την ημερομηνία αναφοράς για την εκτίμηση της ύπαρξης παράβασης στο πλαίσιο διαδικασίας βάσει του άρθρου 259 ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, δεν ασκούν επιρροή για την εξέταση του λόγου αυτού.
214. Σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίσουν την επίτευξη των σκοπών της Ένωσης βάσει αμοιβαίας συνεργασίας. Όπως προκύπτει από το άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ, τούτο σημαίνει, ειδικότερα, ότι υποχρεούνται να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο ικανό να διασφαλίσει την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το παράγωγο δίκαιο, αλλά και να απέχουν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου ικανού να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των στόχων της Ένωσης.
215. Στο πλαίσιο της εξέτασης του έκτου λόγου (50), διευκρίνισα ότι η υποχρέωση την οποία επιβάλλει το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ σε κάθε κράτος μέλος το οποίο προτίθεται να εκτελέσει έργο που ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και να επηρεάσει άλλα κράτη μέλη, και η οποία συνίσταται στην ενημέρωση των τελευταίων σχετικά με την απόφαση χορήγησης άδειας ή την απόφαση για άρνηση χορήγησης άδειας, απορρέει από το ιδανικό της αλληλεγγύης, της συνεργασίας και της αμοιβαίας υποστήριξης μεταξύ των κρατών μελών. Επισημαίνεται, επίσης, ότι η συνεργασία αυτή αρχίζει ήδη σε πρώιμο στάδιο με την υποχρέωση, την οποία προβλέπει το άρθρο 7 της οδηγίας ΕΠΕ, να ενημερώνονται τα θιγόμενα κράτη μέλη σχετικά με τον προγραμματισμό του επίμαχου έργου, ακολουθούμενη από την υποχρέωση να καλούνται να συμμετάσχουν στις διαδικασίες λήψης περιβαλλοντικών αποφάσεων. Επομένως, είναι προφανές ότι η συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών που προβλέπεται στο παράγωγο δίκαιο αποσκοπεί, τελικά, στην προστασία του περιβάλλοντος, με άλλα λόγια, στη διασφάλιση της επίτευξης του στόχου της Ένωσης που ορίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 3, παράγραφος 3, ΣΕΕ, στα άρθρα 11 και 191 ΣΛΕΕ, καθώς και στο άρθρο 37 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
216. Το ιδανικό αυτό της αλληλεγγύης, της συνεργασίας και της αμοιβαίας υποστήριξης μεταξύ των κρατών μελών προς το συμφέρον της επίτευξης αυτού του σημαντικού σκοπού της Ένωσης αποτελεί επίσης τη βάση των διατάξεων της οδηγίας 2003/4 που διασφαλίζουν την πρόσβαση του κοινού στις περιβαλλοντικές πληροφορίες. Αφενός, όπως ήδη επισημάνθηκε στο πλαίσιο της εξέτασης του ογδόου λόγου (51), το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζουν τη διάδοση στο κοινό των σχετικών πληροφοριών συμπεριλαμβανομένων των αδειών που έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Αφετέρου, το άρθρο 3 της οδηγίας 2003/4 απαιτεί από τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι οι δημόσιες αρχές υποχρεούνται να θέτουν στη διάθεση οποιουδήποτε αιτούντος, και χωρίς ο αιτών να υποχρεούται να επικαλεσθεί οιοδήποτε συμφέρον, τις περιβαλλοντικές πληροφορίες που κατέχουν ή κατέχονται για λογαριασμό τους.
217. Στο μέτρο που τα κράτη μέλη τα οποία θίγονται από συγκεκριμένο έργο έχουν και αυτά το δικαίωμα να ζητήσουν κάθε σχετική πληροφορία –όπως προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας– σχετικά με το έργο αυτό, πρέπει να θεωρηθούν ως «ωφελούμενοι» από τις διατάξεις του παράγωγου δικαίου που μνημονεύθηκαν στα προηγούμενα σημεία. Η λογική συνέπεια της διαπίστωσης αυτής είναι ότι το κράτος στο οποίο επιβάλλονται οι εν λόγω υποχρεώσεις δεσμεύεται από την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, όταν ένα άλλο κράτος μέλος ζητεί συνδρομή υπό μορφή αίτησης παροχής πληροφοριών.
218. Όσον αφορά τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, δεν αμφισβητείται ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας διαβίβασε στην Τσεχική Δημοκρατία την απόφαση με την οποία χορήγησε άδεια για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026 μόλις πέντε μήνες μετά από την έκδοσή της. Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι το προσφεύγον κράτος μέλος αναγκάστηκε να απευθύνει πολλές αιτήσεις παροχής πληροφοριών στη Δημοκρατία της Πολωνίας για τον λόγο ότι οι πληροφορίες που είχε λάβει ήταν ελλιπείς, αιτήσεις στις οποίες η τελευταία δεν απαντούσε πάντοτε. Μόνο μετά την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 259 ΣΛΕΕ, η Δημοκρατία της Πολωνίας απέστειλε στην Τσεχική Δημοκρατία τα έγγραφα που αιτήθηκε, ήτοι, συγκεκριμένα, την αρχική αίτηση άδειας του 1994 για την εκμετάλλευση του ορυχείου. Ωστόσο, η Τσεχική Δημοκρατία εξακολουθεί να μην έχει στη διάθεσή της ένα ενοποιημένο έγγραφο που να καθιστά δυνατή τη σαφή κατανόηση του ακριβούς μεγέθους και των χαρακτηριστικών του έργου.
219. Η καθυστερημένη και ελλιπής διαβίβαση από τη Δημοκρατία της Πολωνίας των πληροφοριών που ζητήθηκαν, σε συνδυασμό με την άρνηση ανταπόκρισης στις αιτήσεις συνδρομής της Τσεχικής Δημοκρατίας, δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του πνεύματος αλληλεγγύης, συνεργασίας και αμοιβαίας υποστήριξης μεταξύ των κρατών μελών, που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, προκειμένου να επιτευχθεί αποτελεσματικά ο σκοπός της προστασίας του περιβάλλοντος.
220. Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι μια τέτοια στάση έναντι γειτονικού κράτους μέλους που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση όσον αφορά τους περιβαλλοντικούς κινδύνους συνιστά παραβίαση της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ.
221. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, φρονώ ότι ο ένατος λόγος είναι βάσιμος.
ΙΑ. Επί του δεκάτου λόγου, που αφορά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής (μη συνεκτίμηση της απόφασης ΕΠΕ κατά τη χορήγηση της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026)
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
222. Η Τσεχική Δημοκρατία επικαλείται παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, καθόσον η άδεια για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026 δεν έλαβε υπόψη την απόφαση ΕΠΕ.
223. Το εν λόγω κράτος μέλος υπενθυμίζει ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, τα έργα που ορίζονται στο άρθρο 4 της οδηγίας ΕΠΕ «υπόκεινται σε παροχή άδειας και εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων». Τούτο σημαίνει ότι η χορήγηση αδειών για τέτοια έργα πρέπει να περιλαμβάνει ή, τουλάχιστον, να λαμβάνει υπόψη μια τέτοια εκτίμηση.
224. Οι πολωνικές αρχές όμως δεν εξέτασαν ήδη από το ξεκίνημα το ενδεχόμενο διενέργειας τέτοιας εκτίμησης όσον αφορά την εν λόγω άδεια. Μολονότι η απόφαση ΕΠΕ επισυνάφθηκε στην αίτηση της εταιρίας εκμετάλλευσης, εντούτοις ουδόλως αποτυπώνεται στη διαδικασία χορήγησης της άδειας ή στην ίδια την άδεια. Επιπλέον, η αίτηση αυτή υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 72, παράγραφος 2, σημείο 2, στοιχείο k, του νόμου για τις περιβαλλοντικές πληροφορίες· μολονότι δεν συνοδευόταν από εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, εντούτοις η αρμόδια αρχή θεώρησε ότι ήταν πλήρης· μετά τη μεταγενέστερη επισύναψη της απόφασης ΕΠΕ στην εν λόγω αίτηση, η αρχή αυτή δεν θεώρησε αναγκαίο να καλέσει τους ενδιαφερομένους να συμπληρώσουν τις παρατηρήσεις τους· η άδεια για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026 δεν ανέφερε αν εξετάστηκε η συμμόρφωση της αίτησης με την απόφαση ΕΠΕ· η άδεια αυτή δεν επανέλαβε ούτε ανέπτυξε τους όρους που καθορίζονται στην απόφαση ΕΠΕ και δεν περιέλαβε διευκρινίσεις σχετικά με τα όρια της περιοχής εξόρυξης, όπως επιβάλλεται με την απόφαση αυτή.
225. Η Τσεχική Δημοκρατία συνάγει εξ αυτού ότι το περιεχόμενο της απόφασης ΕΠΕ δεν αποτυπώνεται στη διαδικασία χορήγησης της εν λόγω άδειας. Το γεγονός και μόνον ότι η άδεια καλύπτεται από την απόφαση ΕΠΕ τόσο από την άποψη της διάρκειας ισχύος της άδειας όσο και από την άποψη της έκτασης του ορυχείου δεν σημαίνει ότι βασίζεται ουσιαστικά στην απόφαση ΕΠΕ. Κατά την Τσεχική Δημοκρατία, τα δύο αυτά έγγραφα συνιστούν ανεξάρτητες αποφάσεις.
226. Παραπέμποντας στην απάντησή της στον πρώτο και στον δεύτερο λόγο, η Δημοκρατία της Πολωνίας υπογραμμίζει εκ νέου τον δεσμευτικό χαρακτήρα της απόφασης ΕΠΕ για την εταιρία εκμετάλλευσης, η οποία οφείλει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η απόφαση αυτή ανεξαρτήτως οποιασδήποτε μεταφοράς στο κείμενο της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026 και οφείλει να διαβιβάσει τις πληροφορίες και τα αποτελέσματα των εξετάσεων που αφορούν, μεταξύ άλλων, τη συγκέντρωση των αιωρούμενων σωματιδίων, τις ηχητικές οχλήσεις και την ποιότητα των υδάτων. Εκτιμά ότι η Τσεχική Δημοκρατία δεν λαμβάνει υπόψη τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το πολωνικό δίκαιο και αντλεί υποκειμενικά συμπεράσματα για τη στάση και τις απόψεις των πολωνικών αρχών.
227. Κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, το γεγονός ότι η εταιρία εκμετάλλευσης επισύναψε την απόφαση ΕΠΕ στην αίτηση σχετικά με την παράταση της άδειας λειτουργίας του ορυχείου του Turów σημαίνει ότι υποχρεούται να πραγματοποιεί τις δραστηριότητες εξόρυξης σύμφωνα με την απόφαση αυτή. Από τις περιστάσεις της εποχής εκείνης προκύπτει σαφώς ότι η άδεια για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026 καλύπτει το ίδιο έργο με εκείνο που αφορά η απόφαση ΕΠΕ η οποία προηγήθηκε της εν λόγω άδειας.
228. Όσον αφορά την κριτική ότι στην εν λόγω άδεια δεν αναφέρεται η έκταση του έργου, το καθού κράτος μέλος επισημαίνει ότι τα όρια του χώρου του ορυχείου καθορίστηκαν με την απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος της 16ης Μαρτίου 2020, πριν από την έκδοση της εν λόγω άδειας, και είναι, ως εκ τούτου, δεσμευτικά, οπότε η συμπερίληψή τους σε αυτή δεν ήταν αναγκαία.
229. Κατά το εν λόγω κράτος μέλος, και ο λόγος αυτός είναι άνευ αντικειμένου λόγω της έκδοσης της απόφασης 2044 η οποία στηρίχτηκε στην απόφαση ΕΠΕ.
2. Εκτίμηση
230. Με τον δέκατο λόγο, η Τσεχική Δημοκρατία προβάλλει παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ. Ειδικότερα, η Τσεχική Δημοκρατία αμφισβητεί το γεγονός ότι του έργου που αποτέλεσε το αντικείμενο της απόφασης με την οποία χορηγήθηκε η άδεια για την εκμετάλλευση του ορυχείου έως το 2026 προηγήθηκε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, καθόσον θεωρεί ότι η απόφαση ΕΠΕ δεν ελήφθη υπόψη ούτε στο πλαίσιο της διαδικασίας σχετικά με την αίτηση για την παράταση κατά έξι έτη της άδειας υπ’ αριθ. 65/94 ούτε στο πλαίσιο της απόφασης 2026 αυτής καθεαυτήν.
231. Μολονότι αντιλαμβάνομαι το συμφέρον της Τσεχικής Δημοκρατίας να εξετάσει το Δικαστήριο τον λόγο αυτόν, αναρωτιέμαι, εντούτοις, αν δεν είναι μάλλον θέμα των πολωνικών δικαστηρίων τα οποία, εφόσον επιληφθούν προσφυγής ασκηθείσας από τα μέλη του ενδιαφερομένου κοινού, θα έχουν την ευκαιρία να εξετάσουν τις τυπικές πτυχές της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης με την οποία χορηγήθηκε η άδεια για την εκμετάλλευση του ορυχείου έως το 2026, καθώς και την ουσία της απόφασης αυτής υπό το πρίσμα των υποχρεώσεων που απορρέουν από την απόφαση ΕΠΕ. Πράγματι, φρονώ ότι το εθνικό δικαστήριο, λόγω της γνώσης του πραγματικού πλαισίου καθώς και του εθνικού νομικού πλαισίου, είναι a priori σε καλύτερη θέση να αποφανθεί επί των ζητημάτων που θέτει η Τσεχική Δημοκρατία. Εντούτοις, θα τα εξετάσω στη συνέχεια για λόγους πληρότητας.
232. Κατ’ αρχάς, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι ο λόγος αυτός κατέστη άνευ αντικειμένου διότι εκδόθηκε νέα απόφαση, με αποτέλεσμα την παράταση της άδειας έως το 2044. Στο μέτρο που τα γεγονότα αυτά έλαβαν χώρα μόνο μετά την ημερομηνία αναφοράς για την εκτίμηση της ύπαρξης παράβασης στο πλαίσιο διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 259 ΣΛΕΕ, δεν ασκούν επιρροή στο πλαίσιο της εξέτασης του λόγου αυτού (52).
233. Όσον αφορά τις διατάξεις τις οποίες φέρεται να παραβίασε η Δημοκρατία της Πολωνίας, σημειώνεται ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ προβλέπει ότι τα έργα που ορίζονται στο άρθρο 4 της οδηγίας αυτής «υπόκεινται σε υποχρέωση αδειοδότησης και εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεών τους». Όπως ορθώς επισημαίνει η Τσεχική Δημοκρατία, η διατύπωση αυτή έχει την έννοια ότι οι άδειες για τα έργα αυτά πρέπει να περιλαμβάνουν ή, τουλάχιστον, να λαμβάνουν υπόψη εκτίμηση των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων.
234. Έργο όπως αυτό που εγκρίθηκε με την απόφαση για την παράταση της εκμετάλλευσης του ορυχείου έως το 2026 πληροί τα κριτήρια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ (ορυχείο εκτάσεως άνω των 25 εκταρίων) (σημείο 19 του παραρτήματος I της οδηγίας αυτής), και το ίδιο ισχύει για κάθε μεταβολή ή επέκταση των οικείων έργων, όταν η εν λόγω μεταβολή ή επέκταση αυτή καθεαυτήν εμπίπτει στα κατώτατα όρια που έχουν καθοριστεί (σημείο 24 του παραρτήματος I της ίδιας οδηγίας) (53). Επομένως, το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ έχει εφαρμογή σε άδεια όπως η επίμαχη.
235. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Τσεχικής Δημοκρατίας ότι η απόφαση με την οποία χορηγήθηκε άδεια για την εκμετάλλευση του ορυχείου έως το 2026 δεν ελήφθη υπόψη στην απόφαση ΕΠΕ, θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή στις πληροφορίες που παρέσχε επ’ αυτού η Δημοκρατία της Πολωνίας, κατά τις οποίες, σύμφωνα με την ισχύουσα πολωνική νομοθεσία, η απόφαση σχετικά με τους περιβαλλοντικούς όρους είναι δεσμευτική, μεταξύ άλλων, για τις αρχές που εκδίδουν απόφαση με την οποία χορηγείται άδεια για εργασίες εξόρυξης, καθώς και την επιχείρηση στην οποία απευθύνεται η απόφαση αυτή.
236. Όπως εξηγεί η Δημοκρατία της Πολωνίας, το γεγονός ότι η εταιρία εκμετάλλευσης του ορυχείου του Turów επισύναψε την απόφαση ΕΠΕ κατά τη διαδικασία για την παράταση της άδειας σημαίνει ότι υποχρεούται να πραγματοποιεί τις δραστηριότητες εξόρυξης στο ορυχείο σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης αυτής. Επομένως, η απόφαση ΕΠΕ, όπως και κάθε άλλη διοικητική απόφαση που εκδίδεται στην πολωνική έννομη τάξη, είναι δεσμευτική για τον αποδέκτη της ο οποίος, βάσει της ίδιας απόφασης, αποκτά τα δικαιώματα και δεσμεύεται από τις υποχρεώσεις που ορίζονται σε αυτήν. Επιπλέον, η Δημοκρατία της Πολωνίας διαβεβαιώνει ότι η εταιρία εκμετάλλευσης του ορυχείου του Turów εκπληρώνει αποτελεσματικά τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την απόφαση ΕΠΕ.
237. Ελλείψει ενδείξεων περί του αντιθέτου, δεν έχω κανένα αντικειμενικό λόγο να υποθέσω ότι διοικητική απόφαση εκδοθείσα από τις αρμόδιες αρχές, όπως η απόφαση ΕΠΕ, δεν είναι δεσμευτική για εταιρία εκμετάλλευσης που έλαβε άδεια για τη συνέχιση των εργασιών εξόρυξης. Διαπιστώνω ότι η Τσεχική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί ούτε τις επεξηγήσεις σχετικά με το πολωνικό νομικό πλαίσιο που παρατίθενται στα προηγούμενα σημεία των παρουσών προτάσεων.
238. Επιπλέον, όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Τσεχικής Δημοκρατίας ότι δεν υπάρχει σύνδεση μεταξύ της απόφασης ΕΠΕ και της απόφασης με την οποία χορηγήθηκε η άδεια για την εκμετάλλευση του ορυχείου έως το 2026 για τον λόγο ότι οι αποφάσεις αυτές δεν αναφέρουν την ίδια περιοχή του έργου, πρέπει να ληφθούν υπόψη ορισμένες σημαντικές πραγματικές πτυχές τις οποίες θα εκθέσω στη συνέχεια.
239. Πρώτον, πρέπει να σημειωθεί ότι η απόφαση ΕΠΕ εκδόθηκε για εργασίες εξόρυξης για περίοδο είκοσι τεσσάρων ετών, ενώ η άδεια παρατάθηκε μόνο για έξι έτη. Επομένως, είναι λογικό ότι πρόκειται για διαφορετικές αποφάσεις, δεδομένου ότι αφορούν διαφορετικές περιόδους. Στο μέτρο που η απόφαση ΕΠΕ αφορά μεγαλύτερη χρονική περίοδο, έχει ως αποτέλεσμα την υπαγωγή της άδειας για εργασίες εξόρυξης στο χρονικό πεδίο εφαρμογής της.
240. Δεύτερον, θα ήθελα να επισημάνω ότι, μολονότι οι επίμαχες αποφάσεις διαφέρουν ελαφρώς όσον αφορά την έκταση στην οποία μπορούν να πραγματοποιούνται οι δραστηριότητες εξόρυξης (31 014 698 m² στην άδεια, ενώ η απόφαση αναφέρεται σε έκταση περίπου 30,9 km²), εντούτοις δεν αμφισβητείται ότι οι πολωνικές αρχές, στις 12 Φεβρουαρίου 2020, προέβησαν σε διόρθωση της απόφασης ΕΠΕ, στην οποία καθόρισαν ρητά τις συντεταγμένες της εν λόγω περιοχής. Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι η θέση όπου βρίσκεται το έργο το οποίο καλύπτεται από την άδεια για δραστηριότητες εξόρυξης βρίσκεται εντός των γεωγραφικών ορίων που προβλέπονται στην απόφαση ΕΠΕ. Επομένως, οι δραστηριότητες εξόρυξης για τις οποίες χορηγήθηκε άδεια από τις αρμόδιες αρχές δεν υπερβαίνουν το πεδίο εφαρμογής της απόφασης ΕΠΕ.
241. Από τις παρατηρήσεις αυτές προκύπτει ότι η άδεια την οποία αφορά ο υπό κρίση λόγος δεν αποκλίνει από τα προβλεπόμενα στην απόφαση ΕΠΕ όσον αφορά τη διάρκεια της σχεδιαζόμενης δραστηριότητας εξόρυξης και την οικεία γεωγραφική ζώνη. Επομένως, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων, δεν μπορεί να υποστηριχθεί βασίμως ότι δεν υφίσταται σύνδεση μεταξύ των δύο διοικητικών αποφάσεων. Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα που προέβαλε η Τσεχική Δημοκρατία.
242. Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν παρέβη το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, αυτής.
243. Επομένως, ο δέκατος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΒ. Επί του ενδεκάτου λόγου, που αφορά παράβαση του άρθρου 8α, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας ΕΠΕ (μη προσδιορισμός του συνόλου των περιβαλλοντικών όρων στην άδεια για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026)
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
244. Η Τσεχική Δημοκρατία επικαλείται παράβαση του άρθρου 8α, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας ΕΠΕ, καθόσον ορισμένοι περιβαλλοντικοί όροι που αναφέρονται σε αυτό δεν περιλαμβάνονται στην άδεια για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026 ούτε στην απόφαση ΕΠΕ, όπως απαιτεί η διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου. Τούτο συμβαίνει, μεταξύ άλλων, όσον αφορά την περιοχή εξόρυξης, η οποία πρέπει να θεωρηθεί ως περιβαλλοντικός όρος.
245. Επιπλέον, η εν λόγω άδεια δεν αναφέρει τους όρους που περιλαμβάνονται στην απόφαση ΕΠΕ σχετικά με το έργο για το οποίο χορηγήθηκε άδεια. Επίσης, από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι ορισμένοι όροι πρέπει να εφαρμοστούν σε χρονικό σημείο που υπερβαίνει την ισχύ της ίδιας αυτής άδειας, οπότε δεν είναι σαφές πώς θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η εφαρμογή αυτή κατά τη διάρκεια της ισχύος της.
246. Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει, πρώτον, ότι η απόφαση ΕΠΕ, με τη διόρθωση της 12ης Φεβρουαρίου 2020, περιέχει τις συντεταγμένες που οριοθετούν επακριβώς την περιοχή του έργου και ότι η έκταση της σχεδιαζόμενης δραστηριότητας εξόρυξης, όπως προσδιορίζεται στην απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος της 16ης Μαρτίου 2020, δεν υπερβαίνει την έκταση που ορίζεται στην απόφαση ΕΠΕ.
247. Όσον αφορά τη δεύτερη κριτική της Τσεχικής Δημοκρατίας, το καθού κράτος μέλος είναι της γνώμης ότι, όπως προκύπτει από τη διατύπωσή του, το άρθρο 8α, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας ΕΠΕ καθορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά το περιεχόμενο της άδειας του έργου. Λόγω του γενικού χαρακτήρα των υποχρεώσεων που διατυπώνονται στο άρθρο αυτό, είναι δύσκολο να προκαθοριστεί ποιες συγκεκριμένες πληροφορίες αποτελούν τα στοιχεία που πρέπει υποχρεωτικά να συμπεριληφθούν. Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η επίμαχη άδεια παραβιάζει την εν λόγω διάταξη για τον λόγο ότι δεν συγκεκριμενοποιεί τη δυνατότητα εφαρμογής των ειδικών όρων που αφορούν συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Συναφώς, οι λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα διάφορα στάδια των εργασιών που συνδέονται με την πρόοδο των δραστηριοτήτων εξόρυξης αποτελούν αντικείμενο μεταγενέστερων διαπιστώσεων, οι οποίες συνδέονται στενά με την οργάνωση των εργασιών εξόρυξης και τα μέσα εκτέλεσής τους και αποτυπώνονται στο σχέδιο λειτουργίας της εγκατάστασης του ορυχείου, ένα τεχνικό έγγραφο που διέπεται από τα άρθρα 108 έως 111 του μεταλλευτικού κώδικα.
248. Για τους λόγους που εκτίθενται στην απάντηση επί άλλων λόγων, η Δημοκρατία της Πολωνίας φρονεί ότι ο ενδέκατος λόγος είναι άνευ αντικειμένου.
2. Εκτίμηση
249. Με τον ενδέκατο λόγο, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 8α, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ, καθόσον δεν έλαβε επαρκώς υπόψη, στην απόφαση με την οποία χορηγήθηκε άδεια για δραστηριότητες εξόρυξης έως το 2026, τις απαιτήσεις σχετικά με το περιβάλλον.
250. Ο λόγος αυτός βασίζεται σε δύο ισχυρισμούς. Πρώτον, η Τσεχική Δημοκρατία θεωρεί ότι ορισμένες από τις απαιτούμενες πληροφορίες σχετικά με το έργο το οποίο καλύπτει η εν λόγω απόφαση 2026 δεν εξετάστηκαν στην απόφαση αυτή ούτε στην απόφαση ΕΠΕ και χαρακτηρίζει την έκταση εξόρυξης ως ουσιαστικό περιβαλλοντικό όρο, ο οποίος καθορίζει θεμελιωδώς τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του έργου. Δεύτερον, κατά την Τσεχική Δημοκρατία, η απόφαση ΕΠΕ δεν διευκρινίζει τη δυνατότητα εφαρμογής ειδικών όρων, σχετικών με ένα πολύ μεγαλύτερο έργο, λαμβανομένης υπόψη της μεγαλύτερης περιόδου λειτουργίας κατά δεκαοκτώ έτη, και της αντίστοιχης αξίας και έκτασης εκμετάλλευσης.
251. Το άρθρο 8α, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ καθορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά το περιεχόμενο των αδειών, κυρίως όσον αφορά τα συμπεράσματα της εκτίμησης των επιπτώσεων ενός έργου στο περιβάλλον και τους περιβαλλοντικούς όρους που αφορούν την εκτέλεσή του. Οι απαιτήσεις αυτές ως προς το περιεχόμενο μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 8α, παράγραφος 3, της οδηγίας ΕΠΕ, να πληρούνται, μεταξύ άλλων, όταν λαμβάνεται άλλη απόφαση στο πλαίσιο διαδικασίας λήψης απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ. Δυνάμει του άρθρου 8α, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας ΕΠΕ, μεταξύ των απαιτήσεων αυτών περιλαμβάνονται και οι περιβαλλοντικοί όροι που τίθενται στην απόφαση, περιγραφή των χαρακτηριστικών του έργου και/ή των μέτρων που προβλέπονται για να αποφευχθούν ή να μειωθούν και, ει δυνατόν, να αντισταθμισθούν τυχόν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, καθώς και τα μέτρα παρακολούθησης, όπως ενδείκνυται.
252. Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, κατά τον οποίο οι πολωνικές αρχές φέρεται ότι παρέλειψαν να προσδιορίσουν την έκταση εκμετάλλευσης στο κείμενο της άδειας για την εκμετάλλευση του ορυχείου έως το 2026, φρονώ ότι πρόκειται απλώς για επανάληψη του δεκάτου λόγου. Επομένως, παραπέμπω στις παρατηρήσεις μου στο πλαίσιο της εξέτασης του λόγου αυτού στο σημείο 240 των παρουσών προτάσεων. Όπως εξήγησα ήδη λεπτομερώς, η άδεια, ως διοικητική απόφαση, δεν αποκλίνει από τα προβλεπόμενα στην απόφαση ΕΠΕ όσον αφορά τη διάρκεια της σχεδιαζόμενης δραστηριότητας εξόρυξης και της οικείας γεωγραφικής περιοχής. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί.
253. Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό περί δήθεν εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 8α, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας ΕΠΕ για τον λόγο ότι η άδεια για την εκμετάλλευση του ορυχείου έως το 2026 δεν εξειδίκευσε τους όρους της απόφασης ΕΠΕ σχετικά με το έργο για το οποίο χορηγήθηκε, πρέπει να σημειωθεί ότι, μολονότι η διάταξη αυτή θέτει ελάχιστες απαιτήσεις («τουλάχιστον») όσον αφορά τις πληροφορίες που πρέπει να παρασχεθούν σχετικά με το έργο για το οποίο χορηγήθηκε η άδεια, εντούτοις διατυπώνει την υποχρέωση ενσωμάτωσης των πληροφοριών αυτών στην άδεια κατά τρόπο μάλλον γενικό («Η απόφαση χορήγησης αδείας περιλαμβάνει [...]»), αφήνοντας έτσι κάποιο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στις αρμόδιες αρχές. Όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα της διάταξης αυτής («που τίθενται»), η υποχρέωση ενσωμάτωσης ισχύει επίσης για τυχόν περιβαλλοντικούς όρους που διέπουν την απόφαση χορήγησης άδειας.
254. Φρονώ ότι η προσέγγιση αυτή είναι πρόσφορη, λαμβανομένης υπόψη της ποικιλομορφίας των έργων που ενδέχεται να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ΕΠΕ. Κατά συνέπεια, εκτιμώ λογικό να ερμηνευθεί η εν λόγω διάταξη υπό την έννοια ότι δεν απαιτείται να περιέχονται οι εν λόγω πληροφορίες σε συγκεκριμένο έγγραφο, πολύ περισσότερο στο κύριο έγγραφο που αποτελεί μέρος της άδειας του έργου. Στο μέτρο που πρόκειται γενικώς για μια άκρως τεχνική πληροφορία, μπορεί να αποδειχθεί αναγκαία η διευκρίνιση της πληροφορίας αυτής σε έγγραφο ειδικώς καθοριζόμενο για τον σκοπό αυτό το οποίο θα επισυνάπτεται στην άδεια. Επομένως, όλα τα έγγραφα στα οποία βασίστηκε η διοικητική απόφαση που έλαβαν οι αρμόδιες αρχές και τα οποία ενσωματώθηκαν με τον τρόπο που περιγράφεται ανωτέρω αποτελούν την «άδεια» κατά την έννοια του άρθρου 8α, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ.
255. Φρονώ ότι αυτό ακριβώς έπραξε η Δημοκρατία της Πολωνίας στην υπό κρίση υπόθεση. Αφενός, υπάρχει η απόφαση ΕΠΕ, η οποία επισυνάφθηκε στην αίτηση χορήγησης άδειας και την οποία η εταιρία εκμετάλλευσης του ορυχείου του Turów υποχρεούται να τηρεί κατά τη διάρκεια των δραστηριοτήτων εξόρυξης, σύμφωνα με την πολωνική νομοθεσία. Η απόφαση ΕΠΕ οριοθετεί επακριβώς τη ζώνη του έργου και καθορίζει τους όρους εκτέλεσής του. Αφετέρου, υπάρχει το σχέδιο λειτουργίας της εγκατάστασης εξόρυξης, στο οποίο αναφέρεται η Δημοκρατία της Πολωνίας, το οποίο καθορίζει την οργάνωση και τα μέσα εκτέλεσης των εργασιών εξόρυξης. Όπως εξηγεί η Δημοκρατία της Πολωνίας, το εν λόγω σχέδιο λειτουργίας της εγκατάστασης εξόρυξης είναι τεχνικό έγγραφο, το οποίο καθορίζει λεπτομερώς τον τρόπο λειτουργίας της εγκατάστασης εξόρυξης, περιλαμβανομένης της εκμετάλλευσης του κοιτάσματος και του έργου που απαιτείται για να εξασφαλιστεί, μεταξύ άλλων, η γενική ασφάλεια και η προστασία της ορθολογικής εκμετάλλευσης του κοιτάσματος.
256. Η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει επιπλέον ότι η προσέγγιση που ακολούθησαν οι πολωνικές αρχές δεν επιτρέπει να προσδιοριστεί με ποιον τρόπο θα πραγματοποιηθεί η συνεχής εφαρμογή των προαναφερθέντων όρων στο πλαίσιο ενός έργου του οποίου η ολοκλήρωση είναι δεκαοκτώ χρόνια βραχύτερη. Πάντως, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Τσεχική Δημοκρατία, δεν μπορώ να καταλάβω πώς το γεγονός ότι η απόφαση ΕΠΕ προβλέπει μεγαλύτερη περίοδο λειτουργίας από την ίδια την άδεια του έργου αντιβαίνει στις απαιτήσεις του άρθρου 8α, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας ΕΠΕ. Δεν νομίζω ότι η διάταξη αυτή, η οποία εξάλλου είναι διατυπωμένη με αρκετά γενικούς όρους, επιβάλλει αναγκαστικά την υποχρέωση υποβολής σχεδίου το οποίο θα καθορίζει μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια την εξέλιξη των δραστηριοτήτων εξόρυξης και ιδίως τον ακριβή τρόπο με τον οποίο θα επιτευχθούν οι περιβαλλοντικοί όροι που ορίστηκαν. Αντιθέτως, φρονώ ότι η απόφαση ΕΠΕ επιτρέπει, κατ’ αρχήν, να προβλεφθεί η εξέλιξη αυτή για την περίοδο ισχύος της άδειας, καθόσον η εταιρία εκμετάλλευσης υποχρεούται να τηρεί τους περιβαλλοντικούς όρους που της επιβάλλει η εν λόγω διοικητική πράξη βάσει του πολωνικού δικαίου.
257. Εξάλλου, ομολογώ ότι τείνω να συμφωνήσω με την άποψη που εξέφρασε η Δημοκρατία της Πολωνίας όσον αφορά τους σχετικά αόριστους ισχυρισμούς της Τσεχικής Δημοκρατίας στο πλαίσιο αυτού του λόγου. Ελλείψει ακριβέστερης αιτιολόγησης των προβαλλομένων παραβάσεων, φρονώ ότι ο ενδέκατος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΓ. Συνθετική παρουσίαση της αναλύσεως
258. Η ανάλυση της προσφυγής με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο πρώτος, ο έκτος, ο όγδοος και ο ένατος λόγος πρέπει να θεωρηθούν βάσιμοι. Κατά τα λοιπά, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
VI. Επί των δικαστικών εξόδων
259. Σύμφωνα με το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι τόσο η Τσεχική Δημοκρατία όσο και η Δημοκρατία της Πολωνίας ηττήθηκαν ως προς ορισμένους λόγους, φέρουν εκάστη τα δικαστικά έξοδά της.
260. Κατά το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, κατά το οποίο τα όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα, η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
VII. Πρόταση
261. Κατόπιν των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) Η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2014/52/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφοι 4 έως 6, το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και τα άρθρα 6 έως 9 της εν λόγω οδηγίας, καθόσον θέσπισε κανονιστική ρύθμιση η οποία επέτρεπε στις αρμόδιες διοικητικές αρχές να παρατείνουν κατά έξι έτη την άδεια για την εξόρυξη λιγνίτη χωρίς να διενεργηθεί προηγουμένως εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
2) Η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2011/92, καθόσον δεν δημοσίευσε το περιεχόμενο της απόφασης με την οποία χορηγήθηκε άδεια για δραστηριότητες εξόρυξης έως το 2026 και τους όρους οι οποίοι είχαν επισυναφθεί στην απόφαση αυτή, τους λόγους και τις περιστάσεις στις οποίες στηρίχτηκε η άδεια αυτή και γνωστοποίησε το περιεχόμενο αυτό στην Τσεχική Δημοκρατία μόλις μετά από πέντε μήνες, τούτου δε κατά τρόπο ελλιπή.
3) Η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και για την κατάργηση της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου, καθόσον δεν δημοσίευσε το περιεχόμενο της απόφασης με την οποία χορηγήθηκε άδεια για δραστηριότητες εξόρυξης έως το 2026 ή το πού μπορεί να αναζητηθεί η άδεια αυτή.
4) Η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, καθόσον δεν παρέσχε όλες τις πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία έκδοσης της απόφασης με την οποία χορηγήθηκε άδεια για δραστηριότητες εξόρυξης έως το 2026.
5) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
6) Η Τσεχική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Πολωνίας και η Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 Η διεθνής νομολογία στον τομέα του περιβάλλοντος ήταν επί μακρόν σπάνια. Η υπόθεση σχετικά με τις Γουνοφόρες ωταρίες των νήσων Pribiloff του 1893 και, στη συνέχεια, η υπόθεση σχετικά με το Χυτήριο του Trail του 1941 ή, άλλο παράδειγμα, η υπόθεση σχετικά με τη Λίμνη Lanoux του 1956 έθεσαν τα θεμέλια του διεθνούς δικαίου του περιβάλλοντος, ιδίως όσον αφορά τις διασυνοριακές ρυπάνσεις και τους κοινούς φυσικούς πόρους. Αντιθέτως, τα τελευταία έτη υπήρξε σημαντική αύξηση των δικαστικών διαφορών. Στην υπόθεση του 1997 σχετικά με το Φράγμα του Δούναβη Gabcikovo-Nagymaros, για πρώτη φορά, το περιβάλλον διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στο πλαίσιο διαφοράς αχθείσας ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Η υπόθεση αυτή έδωσε στους δικαστές την ευκαιρία να εκθέσουν ορισμένες θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου του περιβάλλοντος, ιδίως την αρχή της πρόληψης των ζημιών που προκαλούνται στο περιβάλλον σε άλλα κράτη, την αρχή της συνεργασίας, καθώς και την ανάγκη ερμηνείας των συμβατικών κανόνων με βάση τις εξελίξεις. Το περιβάλλον διαδραμάτισε τον ίδιο κεντρικό ρόλο στην υπόθεση του 2010 σχετικά με Βιομηχανίες χαρτοπολτού στον ποταμό Ουρουγουάη (Αργεντινή κατά Ουρουγουάης). Οι υποθέσεις σχετικά με Ορισμένες δραστηριότητες διεξαχθείσες από τη Νικαράγουα στη συνοριακή ζώνη (Κόστα Ρίκα κατά Νικαράγουα) και Κατασκευή δρόμου στην Κόστα Ρίκα κατά μήκος του ποταμού Σαν Χουάν (Νικαράγουα κατά Κόστα Ρίκα) είχαν επίσης μεγάλη περιβαλλοντική διάσταση. Αυτή η ποσοτική εξέλιξη της νομολογίας οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι έχουν αυξηθεί οι υποχρεώσεις των κρατών στον τομέα του περιβάλλοντος.
3 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (ΕΕ 2000, L 327, σ. 1).
4 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και για την κατάργηση της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2003, L 41, σ. 26)
5 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ 2012, L 26, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2014/52/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014 (ΕΕ 2014, L 124, σ. 1) (στο εξής: οδηγία ΕΠΕ).
6 Διάταξη της Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 21ης Μαΐου 2021, Τσεχική Δημοκρατία κατά Πολωνίας (C‑121/21 R, EU:C:2021:420).
7 Διάταξη της Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 20ής Σεπτεμβρίου 2021, Τσεχική Δημοκρατία κατά Πολωνίας (C‑121/21 R, EU:C:2021:752).
8 Βλ. αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 2007, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑456/05, EU:C:2007:755, σκέψη 25), και της 16ης Οκτωβρίου 2012, Ουγγαρία κατά Σλοβακίας (C‑364/10, EU:C:2012:630, σκέψη 67), όσον αφορά τις δύο προϋποθέσεις της διαδικασίας των άρθρων 258 και 259 ΣΛΕΕ. Βλ., επίσης, τις προτάσεις μου στην υπόθεση Σλοβενία κατά Κροατίας (C‑457/18, EU:C:2019:1067, σημείο 99).
9 Η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, με την οποία κατοχυρώνεται η υπεροχή του δικαίου της Ένωσης έναντι του δικαίου των κρατών μελών, επιβάλλει σε όλες τις αρχές των κρατών μελών να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων της Ένωσης, το δε δίκαιο των κρατών μελών δεν μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα που αναγνωρίζεται στους κανόνες αυτούς στο έδαφος των εν λόγω κρατών [πρβλ. αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 2018, Minister for Justice and Equality και Commissioner of An Garda Síochána (C‑378/17, EU:C:2018:979, σκέψεις 35 έως 38), και της 24ης Ιουνίου 2019, Popławski (C‑573/17, EU:C:2019:530, σκέψεις 53 και 54)].
10 Πρβλ. Butler, G., «The Court of Justice as an inter-state court», Yearbook of European law, τόμος 36, αριθ. 01/2017, σ. 189.
11 Βλ. αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (C‑545/10, EU:C:2013:509, σκέψη 108), της 23ης Φεβρουαρίου 2016, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (C‑179/14, EU:C:2016:108, σκέψη 141), της 22ας Σεπτεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (C‑525/14, EU:C:2016:714, σκέψη 16), της 19ης Σεπτεμβρίου 2017, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Τέλος ταξινομήσεως) (C‑552/15, EU:C:2017:698, σκέψη 38), της 31ης Οκτωβρίου 2019, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑395/17, EU:C:2019:918, σκέψη 52), καθώς και της 28ης Μαΐου 2020, Επιτροπή κατά Βουλγαρίας (Φορέας διερεύνησης σιδηροδρομικών ατυχημάτων και συμβάντων) (C‑33/19, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2020:405, σκέψη 82).
12 Βλ. αποφάσεις της 26ης Απριλίου 2005, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑494/01, EU:C:2005:250, σκέψη 44), της 28ης Μαρτίου 2019, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Δίκτυο συλλογής και επεξεργασίας λυμάτων) (C‑427/17, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2019:269, σκέψη 39), καθώς και της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία) (C‑808/18, EU:C:2020:1029, σκέψη 112).
13 Πρβλ. Burgi, M., Handbuch des Rechtsschutzes in der Europäischen Union, Rengeling, H.‑W., Middeke, A., και Gellermann, M. (επιμ.), Μόναχο, 2014, σημείο 27· Frenz, W., Handbuch Europarecht, τόμος 5, Βερολίνο, 2010, σημείο 2685· Karpenstein, U., «Article 259 TFUE», Das Recht der Europäischen Union, Grabitz, E., Hilf, M., και Nettesheim, M. (επιμ.), Μόναχο, 2021, σημείο 9· Pechstein, M., EU-Prozessrecht, Mohr Siebeck, Tubingue, 2011, σημείο 312· Schwarze, J., «Article 259 TFUE», EU-Kommentar, Nomos, Baden‑Baden, 2019, σημείο 4, καθώς και Thiele, A., EU-Prozessrecht, C. H. Beck, Μόναχο, 2014, § 5, σημείο 29.
14 Πρβλ. Burgi, M., Handbuch des Rechtsschutzes in der Europäischen Union, Rengeling, H.-W, Middeke, A., και Gellermann, M. (επιμ.), Μόναχο, 2014, σημεία 27 και 28· Frenz, W., Handbuch Europarecht, τόμος 5, Βερολίνο, 2010, σημείο 2684· Kotzur, M., «Article 259 TFUE», EUV/AEUV, Geiger, R., Khan, D.-E, και Kotzur, M. (επιμ.), Μόναχο, σημείο 5· Pechstein, M., EU-Prozessrecht, σημεία 313 και 314, καθώς και Schwarze, J., «Article 259 TFUE», EU-Kommentar, Nomos, Baden-Baden, 2019, σημείο 5.
15 Όσον αφορά την τροποποίηση νομοθεσίας, βλ. απόφαση της 4ης Μαρτίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑241/08, EU:C:2010:114, σκέψεις 12 και 13)· όσον αφορά την τροποποίηση διοικητικής πράξεως, βλ. απόφαση της 18ης Μαΐου 2006, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑221/04, EU:C:2006:329, σκέψεις 28 και 29).
16 Απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019(C‑411/17, EU:C:2019:622).
17 Απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Inter-Environnement Wallonie και Bond Beter Leefmilieu Vlaanderen (C‑411/17, EU:C:2019:622, σκέψη 79).
18 Πρβλ. Messerschmidt, K., Europäisches Umweltrecht, C. H. Beck, Μόναχο, 2011, σ. 535, σημείο 53· Arabadjieva, K., «Vagueness and discretion in the scope of the EIA Directive», Journal of environmental law, τόμος 29, αριθ. 3, 2017, σ. 417 και 425.
19 Βλ. αποφάσεις της 24ης Οκτωβρίου 1996, Kraaijeveld κ.λπ. (C‑72/95, EU:C:1996:404, σκέψη 50), της 4ης Μαΐου 2006, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑508/03, EU:C:2006:287, σκέψη 88), της 28ης Φεβρουαρίου 2008, Abraham κ.λπ. (C‑2/07, EU:C:2008:133, σκέψη 37), της 20ής Νοεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑66/06, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2008:637, σκέψη 61), της 21ης Μαρτίου 2013, Salzburger Flughafen (C‑244/12, EU:C:2013:203, σκέψεις 29 και 30), και της 11ης Φεβρουαρίου 2015, Marktgemeinde Straßwalchen κ.λπ. (C‑531/13, EU:C:2015:79, σκέψεις 40 και 41).
20 Βλ. απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, WWF κ.λπ. (C‑435/97, EU:C:1999:418, σκέψεις 44 και 45).
21 Βλ. απόφαση της 2ας Μαΐου 1996, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑133/94, EU:C:1996:181, σκέψεις 42 και 43).
22 Βλ. σημείο 52 των παρουσών προτάσεων.
23 Βλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 2006, Barker (C‑290/03, EU:C:2006:286, σκέψη 47).
24 Βλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 2006, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑508/03, EU:C:2006:287, σκέψη 104).
25 Βλ. απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2008, Abraham κ.λπ. (C‑2/07, EU:C:2008:133, σκέψη 26).
26 Απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Inter-Environnement Wallonie και Bond Beter Leefmilieu Vlaanderen (C‑411/17, EU:C:2019:622, σκέψη 83).
27 Απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019 (C‑280/18, EU:C:2019:928, σκέψεις 46 έως 49). Επισημαίνω ότι το Δικαστήριο ακολούθησε μια πιο περιοριστική προσέγγιση απ’ ό,τι η γενική εισαγγελέας J. Kokott, η οποία, στις προτάσεις της στην ίδια υπόθεση, υποστήριξε ότι, «[τ]υχόν περιορισμός του ενδίκου βοηθήματος που προβλέπεται στο άρθρο 11 της οδηγίας ΕΠΕ μόνον σε ζητήματα που άπτονται της συμμετοχής του κοινού, χωρίς να είναι δυνατή η προσβολή της νομιμότητας της αδειοδοτήσεως, θα καθιστούσε το ένδικο βοήθημα άσκοπο και θα του στερούσε κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα» (EU:C:2019:449, σημείο 115. Η υπογράμμιση δική μου). Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ αναφέρεται ρητώς στη δυνατότητα των μελών του ενδιαφερομένου κοινού να «έχει πρόσβαση σε μια διαδικασία […] προκειμένου να αμφισβητήσει την ουσιαστική ή τη διαδικαστική νομιμότητα αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων που εμπίπτουν στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας περί συμμετοχής του κοινού», γεγονός το οποίο αποκλείει, κατ’ αρχήν, την επίκληση του άρθρου 11 της οδηγίας ΕΠΕ προκειμένου να ζητηθεί δικαστικός έλεγχος της χορήγησης άδειας για λόγους άλλους πλην της προσβολής του δικαιώματος συμμετοχής του κοινού (η υπογράμμιση δική μου).
28 Η Δημοκρατία της Πολωνίας επικαλείται το άρθρο 31, παράγραφοι 1 και 3, του ustawa z dnia 14 czerwca 1960 r. Kodeks postępowania administracyjnego (νόμου περί θεσπίσεως κώδικα διοικητικής διαδικασίας), της 14ης Ιουνίου 1960 (Dz. U. 2020, θέση 256), όπως τροποποιήθηκε (στο εξής: κώδικας διοικητικής διαδικασίας), καθώς και το άρθρο 50, παράγραφος 1, του ustawa z dnia 30 sierpnia 2002 r. d. Prawo o postępowaniu przed sądami administracyjnymi (νόμου περί του κώδικα διοικητικής δικονομίας), της 30ής Αυγούστου 2002 (Dz. U. 2019, θέση 2325), όπως τροποποιήθηκε.
29 Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2013, Križan κ.λπ. (C‑416/10, EU:C:2013:8, σκέψη 110).
30 Βλ. αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 2015, Bund für Umwelt und Naturschutz Deutschland (C‑461/13, EU:C:2015:433, σκέψη 34), και της 24ης Ιουνίου 2021, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Υποβάθμιση της φυσικής περιοχής Doñana) (C‑559/19, EU:C:2021:512, σκέψη 35).
31 Βλ. απόφαση της 28ης Μαΐου 2020, Land Nordrhein-Westfalen (C‑535/18, EU:C:2020:391, σκέψεις 81, 84 και 85).
32 Απόφαση της 28ης Μαΐου 2020 (C‑535/18, EU:C:2020:391, σκέψη 75).
33 Πρβλ. Έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της 14ης Νοεμβρίου 2012 σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας πλαίσιο για τα ύδατα (2000/60/ΕΚ). Σχέδια διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού, COM(2012) 670 final, σ. 7, από την οποία προκύπτει ότι η οδηγία 2000/60 «αναγνωρίζει ότι ενδέχεται να απαιτηθεί περισσότερος χρόνος για την επίτευξη της καλής κατάστασης ορισμένων υδατικών συστημάτων. Για το λόγο αυτό, επιτρέπει στα κράτη μέλη να βασιστούν σε μια εξαίρεση βάσει των φυσικών συνθηκών του υδατικού συστήματος και να παρατείνουν την προθεσμία έως το 2027 ή και αργότερα». Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, στην περίπτωση εφαρμογής παρεκκλίσεων, η οδηγία 2000/60 «ορίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να δικαιολογήσουν και να επεξηγήσουν τους σχετικούς λόγους στα [σχέδια διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού (ΣΔΛΑΠ)]. Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι πρέπει να επεξηγήσουν τη βάση στην οποία έγιναν οι αξιολογήσεις των φυσικών συνθηκών, του δυσανάλογου κόστους ή/και της τεχνικής αδυναμίας και πώς μπορεί να σημειωθεί πρόοδος προς την επίτευξη του στόχου καλής κατάστασης. Η αιτιολόγηση αυτή είναι σημαντική για τη διαφάνεια και την υπευθυνότητα της λήψης αποφάσεων» (η υπογράμμιση δική μου).
34 Βλ. για τους διαφόρους τύπους παρεκκλίσεων που προβλέπει η οδηγία 2000/60 οι οποίες πρέπει να επισημαίνονται και να επεξηγούνται στο σχέδιο διαχειρίσεως λεκάνης απορροής ποταμού, Quevauviller, P., Protection des eaux souterraines – Législation européenne et avancées scientifiques, Lavoisier, Παρίσι, 2010, σ. 63.
35 Βλ. σημείο 52 των παρουσών προτάσεων.
36 Βλ. απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019, Flausch κ.λπ. (C‑280/18, EU:C:2019:928, σκέψη 46), με την οποία το Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 11 της οδηγίας ΕΠΕ υπό την έννοια ότι «το πεδίο εφαρμογής του περιορίζεται μόνο στις πτυχές διαφοράς οι οποίες συνίστανται στην προβολή του δικαιώματος του ενδιαφερομένου κοινού να συμμετέχει στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων σύμφωνα με τους συγκεκριμένους κανόνες που καθορίζονται συναφώς από την οδηγία. Αντιθέτως, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού τα ένδικα βοηθήματα τα οποία στηρίζονται στις λοιπές διατάξεις της εν λόγω οδηγίας, κατά μείζονα δε λόγο τα ένδικα βοηθήματα τα οποία στηρίζονται σε οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, είτε της Ένωσης είτε των κρατών μελών» (η υπογράμμιση δική μου), καθώς και το σημείο 104 των παρουσών προτάσεων.
37 Βλ. σημείο 108 των παρουσών προτάσεων.
38 Βλ. σημείο 148 των παρουσών προτάσεων.
39 Βλ. σημείο 97 των παρουσών προτάσεων.
40 Από την απόφαση ΕΠΕ προκύπτει ότι η εκμετάλλευση του ορυχείου του Turów έχει περιβαλλοντικές επιπτώσεις στο έδαφος τριών κρατών μελών, ήτοι της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Τσεχικής Δημοκρατίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
41 Απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019, Flausch κ.λπ. (C‑280/18, EU:C:2019:928, σκέψεις 50 και 51).
42 Βλ. σημείο 52 των παρουσών προτάσεων.
43 Αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 2018, North East Pylon Pressure Campaign και Sheehy (C‑470/16, EU:C:2018:185, σκέψεις 36 και 39), και της 7ης Νοεμβρίου 2019, Flausch κ.λπ. (C‑280/18, EU:C:2019:928, σκέψη 46). Βλ., επίσης, σημεία 104 και 150 των παρουσών προτάσεων.
44 Βλ. σημείο 105 των παρουσών προτάσεων.
45 Βλ. σημεία 163 έως 178 των παρουσών προτάσεων.
46 Βλ. σημείο 69 των παρουσών προτάσεων.
47 Πρβλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στην υπόθεση East Sussex County Council (C‑71/14, EU:C:2015:234, σημείο 52).
48 Αποφάσεις της 28ης Ιουλίου 2011, Office of Communications (C‑71/10, EU:C:2011:525, σκέψη 22), και της 20ής Ιανουαρίου 2021, Land Baden-Württemberg (Εσωτερικές επικοινωνίες) (C‑619/19, EU:C:2021:35, σκέψη 33).
49 Βλ. σημείο 172 των παρουσών προτάσεων.
50 Βλ. σημείο 170 των παρουσών προτάσεων.
51 Βλ. σημεία 200 επ. των παρουσών προτάσεων.
52 Βλ. σημείο 52 των παρουσών προτάσεων.
53 Βλ. σημεία 62 έως 67 των παρουσών προτάσεων.