ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 17ης Μαρτίου 2021 ( *1 )
«Προσφυγή ακυρώσεως – REACH – Προσδιορισμός του υπερφθοροβουτανοσουλφονικού οξέος (PFBS) και των αλάτων του ως ουσίας που προκαλεί πολύ μεγάλη ανησυχία – Εγγραφή στον κατάλογο των υποψήφιων ουσιών προς ενδεχόμενη εγγραφή στο παράρτημα XIV του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006 – Προθεσμία ασκήσεως προσφυγής – Άρθρο 59, παράγραφος 10, του κανονισμού 1907/2006 – Άρθρο 59 του Κανονισμού Διαδικασίας – Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T‑160/20,
3M Belgium, με έδρα το Diegem (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τους J.‑P. Montfort και T. Delille, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων (ECHA), εκπροσωπούμενου από την M. Heikkilä και τους W. Broere και T. Zbihlej,
καθού,
με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα την ακύρωση της απόφασης ECHA/01/2020 του ECHA της 16ης Ιανουαρίου 2020, αναφορικά με την καταχώριση του υπερφθοροβουτανοσουλφονικού οξέος και των αλάτων του στον κατάλογο των υποψήφιων ουσιών προς ενδεχόμενη εγγραφή στο παράρτημα XIV του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ 2006, L 396, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2007, L 136, σ. 3),
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Svenningsen, πρόεδρο, C. Mac Eochaidh και J. Laitenberger (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Ιστορικό της διαφοράς
|
1 |
H προσφεύγουσα, 3M Belgium, είναι αποκλειστική αντιπρόσωπος, υπό την έννοια του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ 2006, L 396, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2007, L 136, σ. 3), της εταιρίας 3M για όλες τις εισαγωγές φλογοεπιβραδυντικών προσθέτων 3MTM Flame Retardant Additive FR-2025. Το πρόσθετο αυτό, το οποίο παρασκευάζεται από μη εγκατεστημένες στην Ευρωπαϊκή Ένωση νομικές οντότητες της εταιρίας 3M, είναι μείγμα αποτελούμενο από 95 έως 99 % κατά βάρος από την ουσία 1,1,2,2,3,3,4,4,4-εννεαφθοροβουτάνιο-1-σουλφονικό κάλιο. Η ουσία αυτή αποτελεί ένα από τα άλατα του υπερφθοροβουτανοσουλφονικού οξέος (στο εξής: PFBS). |
|
2 |
Στις 5 Αυγούστου 2019, η αρμόδια νορβηγική αρχή υπέβαλε φάκελο εκπονηθέντα σύμφωνα με το παράρτημα XV του κανονισμού 1907/2006, προτείνοντας τον προσδιορισμό του PFBS και των αλάτων του ως ουσίας που προκαλεί πολύ μεγάλη ανησυχία, στο πλαίσιο του άρθρου 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 1907/2006. |
|
3 |
Στις 3 Σεπτεμβρίου 2019, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων (στο εξής: ECHA) κάλεσε τους ενδιαφερομένους, δυνάμει του άρθρου 59, παράγραφος 4, του κανονισμού 1907/2006, να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τον εκπονηθέντα σύμφωνα με το παράρτημα XV του εν λόγω κανονισμού φάκελο το αργότερο έως τις 18 Οκτωβρίου 2019. Η προσφεύγουσα κατέθεσε τις απόψεις της στις 18 Οκτωβρίου 2019. |
|
4 |
Αφού έλαβε υπόψιν του τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν ενώπιόν του σχετικά με την ταυτοποίηση του PFBS και των αλάτων του στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης που διοργανώθηκε βάσει του άρθρου 59, παράγραφος 4, του κανονισμού 1907/2006, ο ECHA παρέπεμψε τον φάκελο στην επιτροπή των κρατών μελών (στο εξής: ΕΚΜ), δυνάμει του άρθρου 59, παράγραφος 7, του κανονισμού αυτού. |
|
5 |
Κατά τη συνεδρίαση της 11ης Δεκεμβρίου 2019, η ΕΚΜ αποφάσισε ομόφωνα τον προσδιορισμό του PFBS και των αλάτων του ως ουσιών που πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 1907/2006, ήτοι ως ουσιών για τις οποίες υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία ότι μπορούν να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου ή στο περιβάλλον και οι οποίες προκαλούν ισοδύναμο επίπεδο ανησυχίας με εκείνο άλλων ουσιών που απαριθμούνται στο άρθρο 57, στοιχεία αʹ έως εʹ, του κανονισμού 1907/2006. |
|
6 |
Στις 16 Ιανουαρίου 2020, ο ECHA εξέδωσε την απόφαση ECHA/01/2020 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το PFBS και τα άλατά του προσδιορίστηκαν ουσία που προκαλεί πολύ μεγάλη ανησυχία και καταχωρίστηκαν στον κατάλογο των υποψήφιων ουσιών προς ενδεχόμενη εγγραφή στο παράρτημα XIV του κανονισμού 1907/2006, όπως προβλέπεται στο άρθρο 59, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού (στο εξής: κατάλογος υποψήφιων ουσιών). |
|
7 |
Η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει την ακόλουθη παρατήρηση σχετικά με τον προσδιορισμό του PFBS και των αλάτων του ως ουσίας που προκαλεί πολύ μεγάλη ανησυχία: «Οι συνδυασμένες εγγενείς ιδιότητες που δικαιολογούν την εγγραφή ως ουσίας για την οποία υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία ότι μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου και στο περιβάλλον, οι οποίες προκαλούν αντίστοιχο επίπεδο ανησυχίας, είναι οι ακόλουθες: πολύ μεγάλη ανθεκτικότητα, υψηλή κινητικότητα στο νερό και στο έδαφος, αυξημένες δυνατότητες μεταφοράς μεγάλης αποστάσεως και δυσχέρειες αποχετεύσεως και καθαρισμού των υδάτων, καθώς και μέτρια βιοσυσσώρευση στους ανθρώπους. Οι πιθανές σοβαρές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και στο περιβάλλον είναι οι ακόλουθες: ορμονικές κρίσεις θυρεοειδών και αναπαραγωγική τοξικότητα που παρατηρήθηκαν σε τρωκτικά, επιδράσεις στο ήπαρ, στους νεφρούς και στο αιματολογικό σύστημα στους αρουραίους, ορμονικές διαταραχές και επιπτώσεις στην αναπαραγωγή στα θαλάσσια ρυζόψαρα και επιδράσεις στην έκφραση των ορμονικών υποδοχέων στους γυρίνους. Εξεταζόμενα στο σύνολό τους, τα στοιχεία αυτά οδηγούν σε πολύ αυξημένο δυνατό κίνδυνο πρόκλησης μη αναστρέψιμων αποτελεσμάτων.» |
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
|
8 |
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 27 Μαρτίου 2020, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή. Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
|
|
9 |
Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 Ιουλίου 2020, o ECHA προέβαλε ένσταση απαραδέκτου δυνάμει του άρθρου 130, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Ο καθού ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
|
|
10 |
Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Ιουλίου 2020, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Χημικών Βιομηχανιών (στο εξής: CEFIC) ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία υπέρ της προσφεύγουσας. |
|
11 |
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την 1η Σεπτεμβρίου 2020, η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου και ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
|
|
12 |
Στις 21 Οκτωβρίου 2020, το Γενικό Δικαστήριο (όγδοο τμήμα), κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας του άρθρου 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, έθεσε στον ECHA γραπτή ερώτηση, καλώντας τον να απαντήσει γραπτώς. |
|
13 |
Στις 29 Οκτωβρίου 2020, ο ECHA απάντησε στην ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
14 |
Στις 3 Νοεμβρίου 2020, το Γενικό Δικαστήριο έταξε προθεσμία στην προσφεύγουσα για την υποβολή παρατηρήσεων επί της απαντήσεως αυτής. |
|
15 |
Στις 12 Νοεμβρίου 2020, η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί της απαντήσεως αυτής. |
Σκεπτικό
|
16 |
Δυνάμει του άρθρου 130, παράγραφοι 1 και 7, του Κανονισμού Διαδικασίας, εάν ο καθού το ζητήσει, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να κρίνει επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία. |
|
17 |
Εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο ECHA ζήτησε να ληφθεί απόφαση επί του απαραδέκτου, το Γενικό Δικαστήριο, εκτιμώντας ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τα στοιχεία της δικογραφίας, αποφάνθηκε επί της προσφυγής χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία και χωρίς τη διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας επί της ενστάσεως απαραδέκτου, παρά το σχετικό αίτημα της προσφεύγουσας, |
|
18 |
Προς στήριξη της ενστάσεως απαραδέκτου, ο ECHA υποστηρίζει ότι η προσφυγή ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Ο ECHA θεωρεί ότι η δίμηνη προθεσμία για άσκηση προσφυγής από τη δημοσίευση της πράξεως, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, παρεκτεινόμενη λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες, σύμφωνα με το άρθρο 60 του Κανονισμού Διαδικασίας, πρέπει να υπολογίζεται με αφετηρία την ημερομηνία δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι, εν προκειμένω, από τις 16 Ιανουαρίου 2020. Κατά συνέπεια, η προθεσμία αυτή έληξε στις 26 Μαρτίου 2020 και η προσφυγή, η οποία ασκήθηκε στις 27 Μαρτίου 2020, είναι απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της. |
|
19 |
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσφυγή της είναι παραδεκτώς ασκηθείσα. |
Επί της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης
|
20 |
Ο ECHA υποστηρίζει ότι στις 16 Ιανουαρίου 2020 δημοσίευσε στον ιστότοπό του την επικαιροποίηση του καταλόγου υποψήφιων ουσιών ο οποίος περιλάμβανε το PFBS και αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 59, παράγραφος 10, του κανονισμού 1907/2006. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του, παραπέμπει στον ιστότοπό του, στον οποίον η ημερομηνία αυτή εμφανίζεται ως η ημερομηνία εγγραφής της ουσίας αυτής στον κατάλογο των υποψήφιων ουσιών. Επιπλέον, παραπέμπει στο ανακοινωθέν Τύπου του, που φέρει την ίδια ημερομηνία και αναφέρει ότι επικαιροποίησε τον κατάλογο των υποψήφιων ουσιών προκειμένου να συμπεριλάβει, μεταξύ άλλων, το PFBS και τα άλατά του και ότι η απόφαση περί εγγραφής της ουσίας αυτής ελήφθη με τη συμμετοχή της ΕΚΜ. |
|
21 |
Με την απάντησή του στην ερώτηση που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο ο ECHA προσκόμισε συμπληρωματικά, πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προέκυπτε ότι στις 16 Ιανουαρίου 2020 ο ECHA απέστειλε με ηλεκτρονικό μήνυμα σε 13940 αποδέκτες (εκ των οποίων σε 13890 με επιτυχία) το ανακοινωθέν Τύπου, ένα άρθρο φέρον επίσης την ημερομηνία της 16ης Ιανουαρίου 2020 σχετικό με την εγγραφή, μεταξύ άλλων, του PFBS και των αλάτων του στον κατάλογο υποψήφιων ουσιών που δημοσιεύθηκε στον διαδικτυακό ιστότοπο της ChemicalWatch, καθώς και τα μεταδεδομένα που αποθηκεύονται στην εφαρμογή «Dissemination Platform», την οποία χρησιμοποιεί ο ECHA για τη δημοσίευση πληροφοριών στον διαδικτυακό του τόπο. Τα μεταδεδομένα αυτά αφορούν, κατά τον ECHA, τη σχετική με το PFBS και τα άλατά του καταχώριση και εμφανίζουν την ανάρτηση μιας δημοσίευσης στον διαδικτυακό τόπο του ECHA στις 16 Ιανουαρίου 2020 και μόνο μία μεταγενέστερη δημοσίευση, στις 26 Ιουνίου 2020, η οποία, κατά τον ECHA, οφειλόταν σε επικαιροποίηση για τεχνικούς λόγους. |
|
22 |
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι ο ECHA, προκειμένου να στηρίξει το επιχείρημά του, δηλαδή ότι η δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στον ιστότοπό του πραγματοποιήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 2020, παρέπεμψε απλώς, αφενός, στον ιστότοπό του, όπου η ημερομηνία αυτή εμφανίζεται ως ημερομηνία καταχώρισης της επίμαχης ουσίας στον κατάλογο των υποψήφιων ουσιών και, αφετέρου, σε ανακοινωθέν Τύπου το οποίο επίσης χρονολογείται από τις 16 Ιανουαρίου 2020 και αφορά την ενημέρωση του καταλόγου υποψήφιων ουσιών, ο οποίος, ωστόσο, δεν περιείχε την προσβαλλόμενη απόφαση. |
|
23 |
Κατά την προσφεύγουσα, η ημερομηνία πραγματικής δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης στην ιστοσελίδα του ECHA στο διαδίκτυο δεν μπορεί να εξακριβωθεί, μολονότι ο κατάλογος των υποψήφιων ουσιών στον ιστότοπο του ECHA περιλαμβάνει αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης με ημερομηνία 16 Ιανουαρίου 2020 και επισημαίνει ότι η εγγραφή του PFBS στον κατάλογο αυτόν πραγματοποιήθηκε κατά την ίδια ημερομηνία. Δεν υπάρχουν κανόνες ή μηχανισμοί που να διασφαλίζουν την αυθεντικότητα, την ακεραιότητα και τη μη αλλοίωση των αποφάσεων που δημοσιεύονται στον ιστότοπο του ECHA, όπως είναι οι κανόνες που προβλέπονται για την ηλεκτρονική δημοσίευση της Επίσημης Εφημερίδας με τον κανονισμό (ΕΕ) 216/2013 του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2013, για την ηλεκτρονική δημοσίευση της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2013, L 69, σ. 1). Υποστηρίζει ότι η δημοσίευση ανακοινωθέντος Τύπου ή η ενημέρωση του καταλόγου των υποψήφιων ουσιών δεν μπορεί να ισοδυναμεί με νομότυπη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα. Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, το αίτημα του ECHA να απορριφθεί η προσφυγή ως απαράδεκτη από το Γενικό Δικαστήριο δεν περιέχει, επομένως, τα στοιχεία που προβάλλονται προς στήριξη του αιτήματος αυτού, πράγμα το οποίο είναι αντίθετο προς τις απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 130, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας. |
|
24 |
Επιπλέον, κατά την προσφεύγουσα, η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης προσδιορισμού μιας ουσίας ως προκαλούσας πολύ μεγάλη ανησυχία δεν αντιστοιχεί πάντοτε στην ημερομηνία εγγραφής της ουσίας αυτής στον κατάλογο υποψήφιων ουσιών ούτε στην ημερομηνία δημοσίευσης του επικαιροποιημένου αυτού καταλόγου. Συναφώς, λαμβάνει ως παράδειγμα την περίπτωση του προσδιορισμού της 4-tert‑βουτυλοφαινόλης ως ουσίας που προκαλεί πολύ μεγάλη ανησυχία, στην οποία η ημερομηνία έκδοσης της επίμαχης απόφασης και η ημερομηνία δημοσίευσής της δεν συνέπιπταν. |
|
25 |
Η προσφεύγουσα εκτιμά επίσης ότι, δεδομένου ότι πρόκειται για κανονιστική πράξη, η προσβαλλόμενη απόφαση θα έπρεπε να έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα σύμφωνα με το άρθρο 297 ΣΛΕΕ. Υποστηρίζει ότι οι νομικές πράξεις δεν επιτρέπεται να αντιταχθούν έναντι των ιδιωτών αν δεν έχουν δημοσιευθεί προσηκόντως στην Επίσημη Εφημερίδα. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο ECHA δεν δημοσίευσε την προσβαλλόμενη απόφαση στην Επίσημη Εφημερίδα, η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής κατά της απόφασης αυτής δεν είχε καν αρχίσει να τρέχει και, συνεπώς, δεν άρχισε να τρέχει από την ημερομηνία δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης στον ιστότοπο του ECHA, όπως προβάλλεται. |
|
26 |
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, κατά συνέπεια, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ο ECHA δεν αποδεικνύουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε προσηκόντως στις 16 Ιανουαρίου 2020, δεδομένου ότι η επικαιροποίηση του καταλόγου των υποψήφιων ουσιών στον ιστότοπο του ECHA είναι πράξη διακριτή από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στον εν λόγω ιστότοπο. Επιπλέον, τα μεταδεδομένα δεν αποδεικνύουν ούτε ποια έγγραφα δημοσιεύτηκαν κατά την επικαιροποίηση ούτε, μεταξύ άλλων, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 16 Ιανουαρίου 2020. |
|
27 |
Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει, καταρχάς, τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας σχετικά με το κύρος του τρόπου δημοσίευσης και, στη συνέχεια, τα επιχειρήματα των διαδίκων σχετικά με την ημερομηνία δημοσίευσης. |
Επί του κύρους του τρόπου δημοσίευσης
|
28 |
Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα, επισημαίνεται ότι η έννοια της «δημοσίευσης» του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ δεν πρέπει, κατ’ ανάγκην και σε όλες τις περιπτώσεις, να αντιστοιχεί στην έννοια της «δημοσίευσης» κατά το άρθρο 297 ΣΛΕΕ |
|
29 |
Αφενός, η διαπίστωση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι, αντίθετα με ό,τι ισχύει για το άρθρο 297 ΣΛΕΕ, από το γράμμα του άρθρου 263 ΣΛΕΕ δεν προκύπτει ότι η έννοια της «δημοσίευσης» κατά την τελευταία αυτή διάταξη αφορά μόνον τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, PPG και SNF κατά ECHA, C-625/11 P, EU:C:2013:594, σκέψη 30). Το άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ αναφέρεται στη δημοσίευση των πράξεων εν γένει (απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, PPG και SNF κατά ECHA, C-625/11 P, EU:C:2013:594, σκέψη 31). Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο, με την απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, Πολωνία κατά Επιτροπής (T‑883/16, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως, EU:T:2019:567, σκέψη 37), έκρινε ότι η προθεσμία για την υποβολή αιτήσεως βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ για την ακύρωση αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είχε αρχίσει, στην υπόθεση αυτή, να τρέχει από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης αυτής στον ιστότοπό της. |
|
30 |
Αφετέρου, καίτοι το Δικαστήριο προέβη, βεβαίως, σε συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 263 και 297 ΣΛΕΕ προκειμένου να ερμηνεύσει το έκτο εδάφιο του άρθρου 263 ΣΛΕΕ (πρβλ. αποφάσεις της 17ης Μαΐου 2017, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, C-337/16 P, EU:C:2017:381, σκέψη 36, της 17ης Μαΐου 2017, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, C-338/16 P, EU:C:2017:382, σκέψη 36, και της 17ης Μαΐου 2017, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, C-339/16 P, EU:C:2017:384, σκέψη 36), οι υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις αυτές αφορούσαν τον επικουρικό χαρακτήρα του κριτηρίου της δημοσίευσης σε σχέση με εκείνο της κοινοποίησης της πράξεως στον αποδέκτη της κατά την έννοια του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και όχι, όπως εν προκειμένω, την ερμηνεία μόνον του κριτηρίου της δημοσίευσης. Εν πάση περιπτώσει, στις εν λόγω αποφάσεις, το Δικαστήριο δεν έκρινε ότι η έννοια της «δημοσίευσης» που περιλαμβάνεται στην τελευταία αυτή διάταξη πρέπει, κατ’ ανάγκην και σε όλες τις περιπτώσεις, να αντιστοιχεί στην έννοια της «δημοσίευσης» κατά το άρθρο 297 ΣΛΕΕ. |
|
31 |
Εξάλλου, η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας σχετικά με τον μη επαληθεύσιμο χαρακτήρα της αναρτήσεως στον ιστότοπο του ECHA σε σχέση με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα καθιστά άνευ αντικειμένου κάθε άλλη μορφή δημοσίευσης η οποία δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που ισχύουν για τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα. Το γεγονός, όμως, ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, εκδίδοντας τον κανονισμό 216/2013, θέλησε να ρυθμίσει την ηλεκτρονική δημοσίευση της Επίσημης Εφημερίδας δεν συνεπάγεται ότι ανάλογες απαιτήσεις πρέπει να διέπουν μια δημοσίευση στον ιστότοπο του ECHA και, εξάλλου, τούτο δεν προκύπτει ούτε από το άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ ούτε από κάποια άλλη διάταξη του εφαρμοστέου δικαίου. |
|
32 |
Καθόσον η προσφεύγουσα, με τις παρατηρήσεις της επί της απαντήσεως του ECHA, παραπέμπει στη νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1997, Opel Austria κατά Συμβουλίου (T‑115/94, EU:T:1997:3, σκέψη 124), κατά την οποία η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιβάλλει όπως κάθε πράξη των οργάνων που παράγει έννομα αποτελέσματα είναι σαφής, ακριβής και έχει καταστεί γνωστή στον ενδιαφερόμενο κατά τρόπον ώστε να μπορεί αυτός να γνωρίζει με βεβαιότητα το χρονικό σημείο από το οποίο η εν λόγω πράξη υφίσταται και αρχίζει να παράγει τα έννομα αποτελέσματά της, αρκεί, σε κάθε περίπτωση, η διαπίστωση ότι από τη σκέψη 4 της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή ισχύει από τις 16 Ιανουαρίου 2020 και από τον κατάλογο των υποψήφιων ουσιών ότι το PFBS και τα άλατά του συμπεριλήφθηκαν στον κατάλογο αυτόν στις 16 Ιανουαρίου 2020 και δεδομένου ότι η απόφαση αυτή δεν έχει παραλήπτη, η έναρξη ισχύος της απόφασης αυτής δεν εξαρτάται από την κοινοποίησή της στον παραλήπτη ούτε, εξάλλου, από την κοινοποίησή της στην προσφεύγουσα. |
|
33 |
Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, εν αντιθέσει με το άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ο κανονισμός 1907/2006 προβλέπει συγκεκριμένο τρόπο δημοσίευσης. Συγκεκριμένα, το άρθρο 59, παράγραφος 10, του κανονισμού 1907/2006 προβλέπει ότι ο ECHA δημοσιεύει και επικαιροποιεί στην ιστοσελίδα του τον κατάλογο των υποψήφιων ουσιών μόλις ληφθεί απόφαση σχετικά με την εγγραφή μιας ουσίας στον κατάλογο αυτόν. |
|
34 |
Δεν είναι απαραίτητο, εν προκειμένω, να αποφασιστεί εάν είναι η ενημέρωση του καταλόγου υποψήφιων ουσιών στον ιστότοπο του ECHA η δημοσίευση που ενεργοποιεί τον υπολογισμό της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής κατά μιας πράξης προσδιορισμού μιας ουσίας ως προκαλούσας πολύ μεγάλη ανησυχία (πρβλ. απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, PPG και SNF κατά ΕΟΧΠ, C‑626/11 P, EU:C:2013:595, σκέψεις 31 επ.) ή αν, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο παραλήπτη, είναι πράξη διακριτή από την ενημέρωση του καταλόγου υποψήφιων ουσιών και το άρθρο 59, παράγραφος 10, του κανονισμού 1907/2006 δεν προβλέπει δημοσίευση στον ιστότοπο του ECHA παρά μόνο για τον κατάλογο, υποδηλώνοντας με τον τρόπο αυτόν ότι η ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης του εκτελεστικού διευθυντή του ECHA είναι καθοριστικής σημασίας για τον υπολογισμό της έναρξης της προθεσμίας. Συγκεκριμένα, οι αποφάσεις του εκτελεστικού διευθυντή του ECHA με τις οποίες διατάσσει την ενημέρωση του καταλόγου υποψήφιων ουσιών δημοσιεύονται μόνο στον κατάλογο αυτό. Επομένως, η ημερομηνία δημοσίευσης μιας τέτοιας απόφασης αντιστοιχεί στην ημερομηνία δημοσίευσης του επικαιροποιημένου καταλόγου υποψήφιων ουσιών. |
|
35 |
Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει, αφενός, ότι ο ECHA μπορούσε νομίμως να προβεί σε δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στον ιστότοπό του και, ειδικότερα, στην καταχώριση, η οποία περιλαμβάνεται στον κατάλογο των υποψήφιων ουσιών, σχετικά με το PFBS και τα άλατά του και, αφετέρου, ότι η δημοσίευση αυτή μπορούσε να εκκινήσει τη δίμηνη προθεσμία ασκήσεως προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Πρέπει πλέον να εξεταστούν τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ο ECHA για να αποδείξει ότι η εν λόγω δημοσίευση έλαβε χώρα στις 16 Ιανουαρίου 2020. |
Επί της ημερομηνίας δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης
|
36 |
Διαπιστώνεται συναφώς ότι με τις παρατηρήσεις της επί του αιτήματος του ECHA να κριθεί απαράδεκτη η προσφυγή, η προσφεύγουσα υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι λόγω του τρόπου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης δεν μπορεί να εξακριβωθεί η ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης αυτής. |
|
37 |
Το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο ECHA προσκόμισε έγγραφα τα οποία περιέχουν μεταδεδομένα τα οποία εξάγονται από την πλατφόρμα που χρησιμοποιεί για τη μετάδοση πληροφοριών στον ιστότοπό του. Από τα μεταδεδομένα αυτά προκύπτει ότι ο ECHA προέβη σε δύο μεταδόσεις πληροφοριών στον ιστότοπό του σχετικά με το PFBS και τα άλατά του, εν προκειμένω η μία στις 16 Ιανουαρίου 2020 και η άλλη στις 26 Ιουνίου 2020, με αποτέλεσμα να είναι δυνατόν, μέσω του ιστοτόπου αυτού, να τεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στη διάθεση του κοινού, και τις δύο αυτές ημερομηνίες. Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι μπορούσε να έχει στη διάθεσή της την απόφαση αυτή, από τον εν λόγω ιστότοπο, σε ημερομηνία προγενέστερη της κατάθεσης του δικογράφου της προσφυγής, ήτοι της 27ης Μαρτίου 2020, και, ως εκ τούτου, προγενέστερη της 26ης Ιουνίου 2020. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση αναγκαστικά δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του ECHA κατά την πρώτη από τις ημερομηνίες αυτές, ήτοι στις 16 Ιανουαρίου 2020. |
|
38 |
Αντιθέτως προς όσα υπονοεί η προσφεύγουσα στις παρατηρήσεις της επί της απαντήσεως του ECHA στην ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, τα μεταδεδομένα που υπέβαλε ο ECHA αφορούν την καταχώριση σχετικά με το PFBS και τα άλατά του, δεδομένου ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ο οργανισμός αυτός προκύπτει ότι τα μεταδεδομένα αυτά αφορούν τον προσδιορισμό «0b0236e183da8013» και ότι ο προσδιορισμός αυτός αντιστοιχεί στο PFBS και στα άλατά του. Εξάλλου, ο εν λόγω κωδικός εμφανίζεται, μεταξύ άλλων, στη διαδικτυακή διεύθυνση της εγγραφής σχετικά με το PFBS και τα άλατά του στον κατάλογο των υποψήφιων ουσιών (https://echa.europa.eu/fr/candidate-lisT‑table/-/dislist/details/0b0236e183da8013). |
|
39 |
Επιπλέον, το ανακοινωθέν Τύπου σχετικά με την καταχώριση, μεταξύ άλλων, της επίμαχης ουσίας στον κατάλογο των υποψήφιων ουσιών, η αποστολή αυτού σε 13940 παραλήπτες (εκ των οποίων σε 13890 με επιτυχία) και το άρθρο που δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο της ChemicalWatch με σχέση με την ως άνω δημοσίευση, όλα τα παραπάνω φέροντα ημερομηνία 16 Ιανουαρίου 2020, επιβεβαιώνουν επίσης τον ισχυρισμό του ECHA ότι το PFBS και τα άλατά του περιελήφθησαν στον επικαιροποιημένο στις 16 Ιανουαρίου 2020 κατάλογο υποψήφιων ουσιών. |
|
40 |
Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας που βασίζεται στο γεγονός ότι η ημερομηνία έκδοσης απόφασης προσδιορισμού μιας ουσίας προκαλούσας πολύ μεγάλη ανησυχία δεν αντιστοιχεί πάντοτε με την ημερομηνία έκδοσης της εκτελεστικής πράξης για την εγγραφή της ουσίας αυτής στον κατάλογο των υποψήφιων ουσιών ούτε με την ημερομηνία δημοσίευσης επικαιροποιημένου κειμένου του καταλόγου αυτού, το γεγονός αυτό δεν μπορεί, αυτό καθεαυτό, να δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς την ημερομηνία δημοσίευσης επικαιροποιημένης έκδοσης του εν λόγω καταλόγου ούτε, κατά συνέπεια, ως προς την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. |
|
41 |
Πράγματι, η έκδοση απόφασης προσδιορισμού, η τελική έκδοση αμιγώς εκτελεστικής πράξης για την εφαρμογή της απόφασης προσδιορισμού, καθώς και η δημοσίευση της επικαιροποιημένης έκδοσης του καταλόγου των υποψήφιων ουσιών συνιστούν τρία διαφορετικά γεγονότα και, ως εκ τούτου, το ότι οι ημερομηνίες επέλευσης καθενός από τα γεγονότα αυτά δεν συμπίπτουν δεν μπορεί να θέσει υπό δικαιολογημένη αμφισβήτηση την πραγματική ημερομηνία επέλευσης ενός από αυτά. Όσον αφορά ειδικότερα την εγγραφή της 4‑tert‑βουτυλοφαινόλης στον κατάλογο υποψήφιων ουσιών αρκεί να επισημανθεί, αφενός, ότι η καταχώριση στον ιστότοπο του ECHA για την ουσία αυτή περιλαμβάνει δύο διακριτές πράξεις, εν προκειμένω, την απόφαση προσδιορισμού την οποία εξέδωσε η Επιτροπή και την αμιγώς εκτελεστική πράξη που εξέδωσε ο οργανισμός αυτός και, αφετέρου, ότι η «ημερομηνία καταχώρισης» που εμφανίζεται στην καταχώριση αυτή, ήτοι η 16η Ιουλίου 2019, αντιστοιχεί στην προβλεπόμενη από την εκτελεστική πράξη ημερομηνία δημοσίευσης της επικαιροποιημένης έκδοσης του εν λόγω καταλόγου. Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι, όσον αφορά την επίμαχη ουσία, ήτοι το PFBS και τα άλατά του, η ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης είναι η ημερομηνία έναρξης ισχύος της απόφασης αυτής και η «ημερομηνία καταχώρισης» που εμφανίζεται στον ιστότοπο του ECHA, ήτοι η 16η Ιανουαρίου 2020. |
|
42 |
Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που προσκόμισε ο ECHA προς στήριξη του αιτήματός του να γίνει κρίση επί του παραδεκτού της προσφυγής και με την απάντησή του στην ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, καθώς επίσης και με την απουσία οποιουδήποτε στοιχείου ικανού να δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς την ημερομηνία δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης και ως προς την επικαιροποίηση του καταλόγου των υποψήφιων ουσιών, το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αποδείχθηκε επαρκώς κατά νόμον ότι η απόφαση αυτή και η καταχώριση του PFBS και των αλάτων του στον κατάλογο αυτόν δημοσιεύθηκαν στην ιστοσελίδα του ECHA στις 16 Ιανουαρίου 2020. |
|
43 |
Τέλος, όσον αφορά τις επιταγές του άρθρου 130, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας τις οποίες επικαλείται η προσφεύγουσα, το Γενικό Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η διάταξη αυτή προβλέπει ότι τα στοιχεία που προβάλλονται προς στήριξη αιτήματος να κριθεί η προσφυγή ως απαράδεκτη πρέπει να επισυνάπτονται στην αίτηση αυτή και να μην υποβάλλονται χωριστά. Εντούτοις, το άρθρο 130, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει την προσκόμιση ορισμένων ειδικών στοιχείων προς στήριξη μιας τέτοιας αίτησης. Αντιθέτως, εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να εξετάσει αν τα επιχειρήματα και τα στοιχεία που προσκομίζονται προς στήριξη ενός τέτοιου αιτήματος θεμελιώνουν επαρκώς κατά νόμον το απαράδεκτο της προσφυγής. |
|
44 |
Εν πάση περιπτώσει, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να περιοριστεί για την εξακρίβωση του αιτήματος αυτού στα συνημμένα σε αυτό έγγραφα και μόνον, αν τηρήθηκε η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Μια τέτοια ερμηνεία δεν θα ήταν σύμφωνη με την πάγια νομολογία κατά την οποία η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής είναι δημοσίας τάξεως, δεδομένου ότι τάσσεται για να εξασφαλίζεται η σαφήνεια και η βεβαιότητα των εννόμων καταστάσεων και να αποφεύγεται κάθε αυθαίρετη διάκριση ή μεταχείριση κατά την απονομή της δικαιοσύνης, εναπόκειται δε στον δικαστή της Ένωσης να εξετάζει, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, αν τηρήθηκε η προθεσμία αυτή (αποφάσεις της 23ης Ιανουαρίου 1997, Coen, C-246/95, EU:C:1997:33, σκέψη 21, και της 18ης Σεπτεμβρίου 1997, Mutual Aid Administration Services κατά Επιτροπής, T‑121/96 και T‑151/96, EU:T:1997:132, σκέψεις 38 και 39). |
Επί του υπολογισμού της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής και του άρθρου 59 του Κανονισμού Διαδικασίας
|
45 |
Ο ECHA ισχυρίζεται ότι το άρθρο 59 του Κανονισμού Διαδικασίας, που προβλέπει μετάθεση της έναρξης της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής κατά δεκατέσσερις ημέρες, δεν μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω, καθόσον εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής κατά πράξεως θεσμικού οργάνου αρχίζει να τρέχει από τη δημοσίευση της πράξεως αυτής στην Επίσημη Εφημερίδα. Η απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, PPG και SNF κατά ECHA (C-625/11 P, EU:C:2013:594), δεν κλονίζει τη διαπίστωση αυτή, διότι η απόφαση αυτή αφορά το παλαιό άρθρο που προηγήθηκε του νυν ισχύοντος άρθρου 59 του Κανονισμού Διαδικασίας, ήτοι αφορούσε το άρθρο 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 1991, το οποίο διαφέρει σημαντικά, στον τίτλο και στο γράμμα του, από το νυν ισχύον άρθρο. Εξάλλου, από τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου κατόπιν της μεταρρύθμισης του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι το εν λόγω άρθρο 59 δεν έχει εφαρμογή σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, στις οποίες οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα. |
|
46 |
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η πρόσθετη προθεσμία των δεκατεσσάρων ημερών που προβλέπει το άρθρο 59 του Κανονισμού Διαδικασίας έχει εφαρμογή εν προκειμένω, είτε, αφενός, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα, είτε, αφετέρου, διότι το άρθρο 59 του Κανονισμού Διαδικασίας έχει εφαρμογή σε κάθε πράξη που δημοσιεύεται αποκλειστικά στο διαδίκτυο. |
|
47 |
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα διδάγματα από την απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, PPG και SNF κατά ECHA (C-625/11 P, EU:C:2013:594), εξακολουθούν να ισχύουν στην υπό κρίση υπόθεση, μολονότι γινόταν λόγος για το άρθρο 102 παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, το οποίο εν τω μεταξύ αντικαταστάθηκε. Ελλείψει ρητού αποκλεισμού άλλων μορφών δημοσίευσης, το γράμμα του νυν άρθρου 59 του Κανονισμού Διαδικασίας δεν περιορίζει το πεδίο εφαρμογής του μόνο στις πράξεις που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα. Επιπλέον, η ratio legis της πρόσθετης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 59 του Κανονισμού Διαδικασίας εφαρμόζεται σε όλες τις δημοσιευόμενες πράξεις, σε αντίθεση με τις κοινοποιούμενες πράξεις, και δεν δικαιολογεί άνιση μεταχείριση μεταξύ των πράξεων που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα και εκείνων που δημοσιεύονται αποκλειστικά στο διαδίκτυο. |
|
48 |
Εξάλλου, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η ερμηνεία του άρθρου 59 του Κανονισμού Διαδικασίας υπό την έννοια ότι αφορά μόνον τις πράξεις που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα θα συνιστούσε αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση σε σχέση με τις πράξεις που δημοσιεύονται στο διαδίκτυο. Κατά την προσφεύγουσα, η δυσμενής αυτή διάκριση είναι ακόμη σοβαρότερη καθόσον υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες η απόφαση προσδιορισμού μιας ουσίας ως άκρως ανησυχητικής δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα, μεταξύ άλλων, όταν η Επιτροπή λαμβάνει μια τέτοια απόφαση χωρίς ομόφωνη απόφαση της ΕΚΜ σχετικά με τον προσδιορισμό των ουσιών ως άκρως ανησυχητικών. Επιπλέον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το γράμμα του άρθρου 50 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου είναι πάντοτε παρόμοιο με το γράμμα του άρθρου 102 του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991 και ότι η ερμηνεία του θα μπορούσε, ως εκ τούτου, να είναι παρόμοια με την ερμηνεία που έγινε δεκτή με την απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, PPG και SNF κατά ECHA (C-625/11 P, EU:C:2013:594). Κατά συνέπεια, η προτεινόμενη από τον ECHA ερμηνεία του άρθρου 59 του Κανονισμού Διαδικασίας θα συνεπαγόταν αδικαιολόγητη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των προσφυγών που ασκούνται ενώπιον του Δικαστηρίου και εκείνων που ασκούνται ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
49 |
Συναφώς, το άρθρο 59 του Κανονισμού Διαδικασίας, με τίτλο «Προσφυγή κατά πράξεως οργάνου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης», ορίζει τα εξής: «Όταν η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής κατά πράξεως οργάνου αρχίζει να τρέχει από τη δημοσίευση της πράξεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η προθεσμία αυτή υπολογίζεται, κατά την έννοια του άρθρου 58, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, από το τέλος της δεκάτης τετάρτης ημέρας από τη δημοσίευση αυτή.» |
|
50 |
Αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, η προθεσμία ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής δεν υπολογιζόταν από το τέλος της δεκάτης τετάρτης ημέρας μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Συγκεκριμένα, το άρθρο 59 του Κανονισμού Διαδικασίας εφαρμόζεται, σύμφωνα με τον τίτλο και το γράμμα του, μόνο στις πράξεις που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα. |
|
51 |
Το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι δεν υφίσταται αντικειμενική διαφορά μεταξύ των πράξεων που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα και των πράξεων που δημοσιεύονται αποκλειστικά στο διαδίκτυο πρέπει να απορριφθεί. Καταρχάς, υφίσταται αντικειμενική διαφορά μεταξύ των πράξεων αυτών, ήτοι στη μορφή δημοσίευσης, αφενός, στον ιστότοπο του ECHA και, αφετέρου, στην Επίσημη Εφημερίδα. Το Γενικό Δικαστήριο ορθώς μπορούσε να προβλέψει ειδικούς κανόνες περί μεταθέσεως της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής μόνο για τις πράξεις των οργάνων που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα. Δεύτερον, η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε μόνο στον ιστότοπο του ECHA, οπότε όλοι οι δυνάμενοι να προσφύγουν διέθεταν την ίδια προθεσμία ασκήσεως προσφυγής. Τρίτον, η δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα ή στον δικτυακό τόπο του ECHA απόφασης προσδιορισμού μιας ουσίας ως προκαλούσας πολύ μεγάλη ανησυχία και, ως εκ τούτου, η εφαρμογή ή μη του άρθρου 59 του Κανονισμού Διαδικασίας δεν αποτελεί επιλογή του ECHA, αλλά του γεγονότος ότι η απόφαση αυτή λαμβάνεται από τον ECHA ή από την Επιτροπή, ανάλογα με την περίπτωση που προβλέπει το άρθρο 59 του κανονισμού 1907/2006. |
|
52 |
Είναι βεβαίως αληθές ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, PPG και SNF κατά ECHA (C-625/11 P, EU:C:2013:594), έκρινε ότι το άρθρο 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, το οποίο προέβλεπε ότι, «[ό]ταν η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής κατά πράξεως θεσμικού οργάνου αρχίζει να τρέχει από τη δημοσίευση της πράξεως στο διαδίκτυο, η προθεσμία αυτή αρχίζει, κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, από το τέλος της δεκάτης τετάρτης ημέρας από της δημοσίευσης της πράξεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης», εφαρμοζόταν και για τις δημοσιεύσεις του ECHA στον ιστότοπο. |
|
53 |
Εντούτοις, η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει από εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, PPG και SNF κατά ECHA (C-625/11 P, EU:C:2013:594). Συγκεκριμένα, υπογραμμίζεται, καταρχάς, ότι, μολονότι το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 31 της απόφασης αυτής, ότι η μνεία της Επίσημης Εφημερίδας στο δεύτερο μέρος της φράσης του άρθρου 102 του Κανονισμού Διαδικασίας, της 2ας Μαΐου 1991, μπορούσε να εξηγηθεί από το απλό γεγονός ότι η δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα ήταν η μόνη δυνατή κατά τον χρόνο εκδόσεως του εν λόγω Κανονισμού Διαδικασίας, η κρίση αυτή δεν ισχύει όσον αφορά το άρθρο 59 του Κανονισμού Διαδικασίας, ο οποίος εκδόθηκε στις 4 Μαρτίου 2015, ήτοι σε ημερομηνία κατά την οποία ήταν δυνατή δημοσίευση στο διαδίκτυο, διακριτή από τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα, είτε πρόκειται για την ηλεκτρονική είτε για την έντυπη μορφή της. |
|
54 |
Δεύτερον, ο τίτλος και το γράμμα του άρθρου 59 του Κανονισμού Διαδικασίας δεν επιδέχονται διττή ερμηνεία και αναφέρονται αποκλειστικά στη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα. Ως εκ τούτου, αντιθέτως προς όσα έκρινε το Δικαστήριο, στην απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, PPG και SNF κατά ECHA (C-625/11 P, EU:C:2013:594), όσον αφορά τις αμφιβολίες τις οποίες θα μπορούσε να προκαλέσει η διατύπωση του άρθρου 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλείται τέτοιες αμφιβολίες όσον αφορά το άρθρο 59 του Κανονισμού Διαδικασίας. |
|
55 |
Επιπλέον, κατά τη διαδικασία που οδήγησε στην τροποποίηση του Κανονισμού Διαδικασίας, το άρθρο 59 αυτού τροποποιήθηκε ακριβώς προκειμένου να περιοριστεί το πεδίο εφαρμογής της πρόσθετης προθεσμίας των δεκατεσσάρων ημερών που προβλέπει το άρθρο 102 του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991. Συγκεκριμένα, ενώ στο σχέδιο του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, της 14ης Μαρτίου 2014, το αρχικό κείμενο του άρθρου 59 έφερε τον τίτλο «Προσφυγή κατά πράξεως που δημοσιεύει θεσμικό όργανο» και η διατύπωση του εν λόγω αρχικού κειμένου στο ως άνω σχέδιο ήταν σχεδόν πανομοιότυπη με εκείνη του άρθρου 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, ο τίτλος και το κείμενο του άρθρου 59 του Κανονισμού Διαδικασίας που τελικώς υιοθετήθηκε διαφέρουν προδήλως από το κείμενο του αρχικού κειμένου. |
|
56 |
Εξάλλου, όπως ορθώς υποστηρίζει ο ECHA, το Γενικό Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 59 του Κανονισμού Διαδικασίας έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής κατά πράξεως θεσμικού οργάνου αρχίζει από τη δημοσίευση της πράξεως αυτής στην Επίσημη Εφημερίδα (πρβλ. διάταξη της 30ής Απριλίου 2019, Ρουμανία κατά Επιτροπής, T‑530/18, EU:T:2019:269, σκέψη 33). Σε μια υπόθεση που αφορούσε αίτηση ακυρώσεως αποφάσεως που δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο της Επιτροπής, το Γενικό Δικαστήριο επίσης υπολόγισε την προθεσμία προσφυγής από την ημερομηνία της δημοσίευσης και όχι από το τέλος της δέκατης τέταρτης ημέρας μετά την ημερομηνία αυτή (πρβλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, Πολωνία κατά Επιτροπής, T‑883/16, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως, EU:T:2019:567, σκέψη 37). |
|
57 |
Τέλος, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η διαφορά μεταξύ του γράμματος του άρθρου 59 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου και του γράμματος του άρθρου 50 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου δεν συνιστά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση. Κατά το άρθρο 63 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Κανονισμός Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου και ο Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου αποτελούν διαφορετικές πράξεις, εκδιδόμενες από διαφορετικά δικαστήρια, οι οποίες διέπουν διαφορετικές διαδικασίες ενώπιον διαφορετικών δικαστηρίων και, επομένως, δεν είναι ίδιες και δεν πρέπει να ταυτίζονται. |
|
58 |
Επομένως, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής πρέπει να υπολογίζεται από τις 17 Ιανουαρίου 2020, σύμφωνα με το άρθρο 58, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας. Η προθεσμία των δύο μηνών έληξε, συνεπώς, στις 16 Μαρτίου 2020, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 58, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, οι προθεσμίες που προσδιορίζονται σε μήνες λήγουν με την παρέλευση της ημέρας του τελευταίου μήνα η οποία φέρει την ίδια ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα το γεγονός ή διενεργήθηκε η πράξη που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας. Λαμβανομένης υπόψη της δεκαήμερης παρεκτάσεως λόγω αποστάσεως που πρέπει να προστεθεί στις δικονομικές προθεσμίες του άρθρου 60 του Κανονισμού Διαδικασίας, διαπιστώνεται ότι η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής έληξε στις 26 Μαρτίου 2020. |
|
59 |
Κατά συνέπεια, η υπό κρίση προσφυγή, η οποία ασκήθηκε στις 27 Μαρτίου 2020, δεν ασκήθηκε εντός των προθεσμιών που τάσσει ο Κανονισμός Διαδικασίας. |
Επί της ύπαρξης συγγνωστής πλάνης
|
60 |
Ο ECHA υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η εκπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής δικαιολογείται λόγω συγγνωστής πλάνης ή τυχαίου συμβάντος ή ανωτέρας βίας. |
|
61 |
Ειδικότερα, ο ECHA υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί συγγνωστή πλάνη προκειμένου να δικαιολογήσει παρέκκλιση από το καθεστώς των προθεσμιών. Εν προκειμένω, ούτε η συμπεριφορά του ECHA ούτε εκείνη του Δικαστηρίου μπορούσαν να οδηγήσουν την προσφεύγουσα να πιστέψει ότι μπορούσε ακόμη να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή στις 27 Μαρτίου 2020. Η απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, PPG και SNF κατά ECHA (C-625/11 P, EU:C:2013:594), δεν μπορούσε, μεταξύ άλλων, να προκαλέσει τέτοια σύγχυση, διότι, κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής, το άρθρο 59 του Κανονισμού Διαδικασίας, το γράμμα του οποίου διευκρινίζει ότι εφαρμόζεται μόνο στις προσφυγές που ασκούνται κατά των πράξεων που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα, ήταν ήδη σε ισχύ και είχε δημοσιοποιηθεί πριν από τέσσερα και πλέον έτη. |
|
62 |
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώσει εκπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής, η καθυστέρηση αυτή οφείλεται στην ύπαρξη συγγνωστής πλάνης. Υποστηρίζει ότι, υπό το πρίσμα της αποφάσεως της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, PPG και SNF κατά ECHA (C-625/11 P, EU:C:2013:594), μπορούσε να θεωρήσει ότι η προθεσμία δεκατεσσάρων ημερών που προβλέπει το άρθρο 59 του Κανονισμού Διαδικασίας έχει εφαρμογή σε προσφυγή ακυρώσεως κατά πράξεως δημοσιευθείσας στο διαδίκτυο. Επιπλέον, προβάλλει τη σύγχυση που υφίσταται γύρω από την ημερομηνία δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω της πρακτικής του ECHA. Κατ’ αυτήν, μια τέτοια σύγχυση δεν μπορεί, μη υφιστάμενων επιτακτικών λόγων περί του αντιθέτου, να συνεπάγεται την απώλεια της προθεσμίας και, επομένως, να της στερήσει το δικαίωμα ασκήσεως ένδικης προσφυγής. |
|
63 |
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί εκ προοιμίου ότι η αυστηρή εφαρμογή των δικονομικών κανόνων, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων περί προθεσμιών ασκήσεως προσφυγής, ανταποκρίνεται στην επιταγή της ασφάλειας δικαίου και στην ανάγκη να αποφεύγεται κάθε δυσμενής διάκριση ή κάθε αυθαίρετη μεταχείριση κατά την απονομή της δικαιοσύνης (πρβλ. διάταξη της 11ης Ιουνίου 2020, GMPO κατά Επιτροπής, C-575/19 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2020:448, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
64 |
Στο μέτρο που η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι υπέπεσε σε συγγνωστή πλάνη όσον αφορά την εκτίμηση της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής, πρέπει να υπομνησθεί ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της νομοθεσίας της Ένωσης σχετικά με τις προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής, η έννοια της συγγνωστής πλάνης πρέπει να ερμηνεύεται στενά και αφορά μόνον εξαιρετικές περιστάσεις υπό τις οποίες, μεταξύ άλλων, το οικείο θεσμικό όργανο επέδειξε συμπεριφορά δυνάμενη να προκαλέσει, είτε αυτή καθεαυτήν είτε να συμβάλει σε καθοριστικό βαθμό, ώστε να δημιουργηθεί συγγνωστή σύγχυση σε καλόπιστο πολίτη ο οποίος επέδειξε καθόλα την επιμέλεια που απαιτείται από επαρκώς ενημερωμένο συναλλασσόμενο (πρβλ. διάταξη της 11ης Ιουνίου 2020, GMPO κατά Επιτροπής, C-575/19 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2020:448, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
65 |
Ωστόσο, η ερμηνεία του άρθρου 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, την οποία δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, PPG και SNF κατά ECHA (C-625/11 P, EU:C:2013:594), δεν είναι ικανή να αποδείξει τον συγγνωστό χαρακτήρα της πλάνης στην οποία υπέπεσε η προσφεύγουσα όσον αφορά το άρθρο 59 του Κανονισμού Διαδικασίας. Συγκεκριμένα, το άρθρο αυτό εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2015, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ ο νυν Κανονισμός Διαδικασίας. Όπως, όμως, εξηγήθηκε στις σκέψεις 48 επ. ανωτέρω, από το γράμμα και τον τίτλο του εν λόγω άρθρου προκύπτει, ειδικότερα, ότι το άρθρο αυτό αφορά αποκλειστικά τις πράξεις που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα. |
|
66 |
Στο μέτρο που η προσφεύγουσα προβάλλει σύγχυση ως προς την ημερομηνία δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω της πρακτικής που ακολούθησε ο ECHA, επισημαίνεται ότι η δημοσίευση αποφάσεων που αφορούν τον προσδιορισμό μιας ουσίας ως άκρως ανησυχητικής στον ιστότοπο του οργανισμού αυτού συνιστά ακριβώς μακροχρόνια πρακτική του εν λόγω οργανισμού. Εξάλλου, από όλα τα διαθέσιμα και προσβάσιμα στοιχεία στον ιστότοπο του ECHA και, ιδίως, από την «ημερομηνία εγγραφής» που μνημονεύεται στην καταχώριση του PFBS και των αλάτων του, την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και την ημερομηνία του δελτίου Τύπου, προκύπτει ότι η επίμαχη δημοσίευση έλαβε, πράγματι, χώρα στις 16 Ιανουαρίου 2020. |
|
67 |
Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων λόγω των οποίων ο ECHA θα επιδείκνυε συμπεριφορά δυνάμενη να προκαλέσει, είτε αυτή καθεαυτήν είτε να συμβάλει σε καθοριστικό βαθμό, ώστε να δημιουργηθεί συγγνωστή σύγχυση σε καλόπιστο πολίτη ο οποίος επέδειξε καθόλα την επιμέλεια που απαιτείται από έναν επαρκώς ενημερωμένο συναλλασσόμενο. |
|
68 |
Κατά τα λοιπά, η προσφεύγουσα ούτε απέδειξε ούτε έστω επικαλέστηκε την ύπαρξη τυχαίου συμβάντος ή ανωτέρας βίας που θα έδινε τη δυνατότητα στο Γενικό Δικαστήριο να προβεί σε εξαίρεση από την εφαρμογή της επίμαχης προθεσμίας στην περίπτωση αυτή βάσει του άρθρου 45, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. |
|
69 |
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε ο ECHA και ότι, ως εκ τούτου, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως. |
|
70 |
Κατά το άρθρο 144, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν ο καθού καταθέσει ένσταση απαραδέκτου ή αναρμοδιότητας κατά το άρθρο 130, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, απόφαση επί της αιτήσεως παρεμβάσεως λαμβάνεται μόνον αφότου το Γενικό Δικαστήριο απορρίψει την ένσταση ή αποφασίσει ότι θα την εξετάσει μαζί με την ουσία της υποθέσεως. Επιπλέον, κατά το άρθρο 142, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η παρέμβαση καθίσταται άνευ αντικειμένου, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση που η προσφυγή κριθεί απαράδεκτη. |
|
71 |
Δεδομένου ότι η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε ο ECHA έγινε εν προκειμένω δεκτή και η παρούσα διάταξη περατώνει, κατά συνέπεια, τη δίκη, παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως παρεμβάσεως του CEFIC. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
72 |
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδά της, καθώς και σε αυτά στα οποία υποβλήθηκε ο ECHA, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας, εξαιρουμένων των σχετικών με την αίτηση παρεμβάσεως δικαστικών εξόδων. |
|
73 |
Εξάλλου, βάσει του άρθρου 144, παράγραφος 10, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν η δίκη επί της κύριας υποθέσεως τερματιστεί πριν ληφθεί απόφαση επί της αιτήσεως παρεμβάσεως, ο αιτούμενος την παρέμβαση και οι κύριοι διάδικοι φέρουν έκαστος τα σχετικά με την αίτηση παρεμβάσεως δικαστικά έξοδά τους. Κατά συνέπεια, το CEFIC, η προσφεύγουσα και ο ECHA φέρουν έκαστος τα σχετικά με την αίτηση παρεμβάσεως δικαστικά τους έξοδα. |
|
Για τους λόγους αυτούς, ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα) διατάσσει: |
|
|
|
|
|
Λουξεμβούργο, 17 Μαρτίου 2021. Ο Γραμματέας E. Coulon Ο Πρόεδρος J. Svenningsen |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.