ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ 1/20 ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 16ης Ιουνίου 2022

«Γνωμοδότηση δυνάμει του άρθρου 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ – Αίτηση γνωμοδότησης – Σχέδιο εκσυγχρονισμένης Συνθήκης για τον Χάρτη Ενέργειας – Άρθρο 26 – Μηχανισμός επίλυσης διαφορών – Παραδεκτό»

Στη διαδικασία γνωμοδότησης 1/20,

με αντικείμενο αίτηση γνωμοδότησης την οποία υπέβαλε στις 2 Δεκεμβρίου 2020 το Βασίλειο του Βελγίου, δυνάμει του άρθρου 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)

συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο, πρόεδρο τμήματος, S. Rodin, J.‑C. Bonichot, L. S. Rossi (εισηγήτρια) και O. Spineanu-Matei, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους S. Baeyens και J.‑C. Halleux, καθώς και από τις C. Pochet και M. Van Regemorter,

η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις K. Najmanová και H. Pešková, καθώς και από τους M. Smolek και J. Vláčil,

η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. Möller και D. Klebs,

η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Κ. Μπόσκοβιτς και Γ. Καριψιάδη,

η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις S. Centeno Huerta, A. Gavela Llopis και Μ. J. Ruiz Sánchez,

η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Daniel και τον W. Zemamta,

η Κροατική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Vidović Mesarek,

η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον P. Garofoli, avvocato dello Stato,

η Λιθουανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους K. Dieninis και R. Dzikovič,

η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Z. Fehér και την K. Szíjjártó,

η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. K. Bulterman και τον J. M. Hoogveld,

η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,

η Σλοβενική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την N. Pintar Gosenca,

η Σλοβακική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την B. Ricziová,

το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τον B. Driessen και την A. Lo Monaco,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις L. Armati, O. Beynet, καθώς και από τους F. Erlbacher, M. Kellerbauer, T. Maxian Rusche και R. Vidal Puig,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,

εκδίδει την ακόλουθη

Γνωμοδότηση

1

Η αίτηση γνωμοδότησης η οποία υποβλήθηκε στο Δικαστήριο από το Βασίλειο του Βελγίου έχει ως εξής:

«Είναι συμβατό με τις Συνθήκες, ιδίως με τα άρθρα 19 ΣΕΕ και 344 ΣΛΕΕ, το σχέδιο εκσυγχρονισμένης Συνθήκης για τον Χάρτη Ενέργειας:

όσον αφορά το άρθρο 26 της εν λόγω συμφωνίας, εάν το άρθρο αυτό μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει την εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμογή του μηχανισμού επίλυσης διαφορών;

καθόσον, εάν το άρθρο 26 της εν λόγω συμφωνίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει την εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμογή του μηχανισμού επίλυσης διαφορών, η συμφωνία αυτή δεν περιέχει ρητό ειδικό κανόνα ή σαφή ρήτρα αποσύνδεσης, ιδίως στους ορισμούς της επένδυσης και του επενδυτή στο άρθρο 1 της σχεδιαζόμενης συμφωνίας, που να προβλέπει τη μη εφαρμογή του γενικού μηχανισμού του εν λόγω άρθρου 26 μεταξύ των κρατών μελών;»

Το νομικό πλαίσιο

2

Η Συνθήκη για τον Χάρτη Ενέργειας, που υπογράφηκε στη Λισσαβώνα στις 17 Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ 1994, L 380, σ. 24, στο εξής: ΣΧΕ), εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την απόφαση 98/181/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 23ης Σεπτεμβρίου 1997, σχετικά με τη σύναψη, από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, της συνθήκης για το Χάρτη Ενέργειας και του πρωτοκόλλου του Χάρτη Ενέργειας για την ενεργειακή απόδοση και τα σχετικά περιβαλλοντικά ζητήματα (ΕΕ 1998, L 69, σ. 1). Η ΣΧΕ αποτελείται από προοίμιο και οκτώ μέρη, μεταξύ των οποίων το μέρος I, το οποίο επιγράφεται «Ορισμοί και σκοπός» και περιλαμβάνει τα άρθρα 1 και 2, και το μέρος V, το οποίο επιγράφεται «Επίλυση διαφορών» και περιλαμβάνει τα άρθρα 26 έως 28.

3

Το άρθρο 1 της ΣΧΕ, το οποίο επιγράφεται «Ορισμοί», ορίζει, για τους σκοπούς της συνθήκης αυτής, ένα σύνολο όρων μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, στα σημεία 6 και 7, οι όροι «Επένδυση» και «Επενδυτής».

4

Το άρθρο 26 της ΣΧΕ, το οποίο επιγράφεται «Επίλυση διαφορών μεταξύ επενδυτού και συμβαλλόμενου μέρους», ορίζει τα εξής:

«1.   Διαφορές μεταξύ ενός συμβαλλομένου μέρους και επενδυτού άλλου συμβαλλομένου μέρους όσον αφορά μια επένδυση του τελευταίου στην επικράτεια του πρώτου, οι οποίες αφορούν μια εικαζόμενη αθέτηση υποχρέωσης του πρώτου, βάσει του μέρους III, επιλύονται, εί δυνατόν, φιλικά.

2.   Εάν οι διαφορές αυτές δεν μπορέσουν να επιλυθούν σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, εντός χρονικής περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ένα από τα διαφωνούντα μέρη ζήτησε φιλική διευθέτηση, ο επενδυτής δύναται να επιλέξει την παραπομπή της διαφοράς για επίλυση:

α)

στα δικαστήρια ή στα διοικητικά δικαστήρια του διαφωνούντος συμβαλλομένου μέρους·

β)

σύμφωνα με κάθε εφαρμοστέα, προηγουμένως συμφωνηθείσα διαδικασία επίλυσης διαφορών

ή

γ)

σύμφωνα με τις ακόλουθες παραγράφους του παρόντος άρθρου.

3.   

α)

Με την επιφύλαξη μόνον των στοιχείων β) και γ), κάθε συμβαλλόμενο μέρος συναινεί διά της παρούσης ανεπιφύλακτα στην παραπομπή μιας διαφοράς σε διεθνή διαιτησία ή συνδιαλλαγή, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

[...]

4.   Σε περίπτωση που ένας επενδυτής επιλέξει να παραπέμψει τη διαφορά για επίλυση βάσει της παραγράφου 2 στοιχείο γ), ο επενδυτής δηλώνει επίσης εγγράφως ότι συναινεί να υποβληθεί η διαφορά:

α)

i)

στο διεθνές κέντρο για το διακανονισμό των διαφορών εξ επενδύσεων, που έχει ιδρυθεί με τη σύμβαση για τη ρύθμιση των σχετιζομένων προς τις επενδύσεις διαφορών μεταξύ κρατών και υπηκόων άλλων κρατών, που ανοίχτηκε προς υπογραφή στην Ουάσιγκτον, στις 18 Μαρτίου 1965 (“Σύμβαση ICSID”), εφόσον το συμβαλλόμενο μέρος του επενδυτού και το διαφωνούν συμβαλλόμενο μέρος έχουν αμφότερα προσχωρήσει στη σύμβαση ICSID

ή

ii)

[σ]το διεθνές κέντρο για το διακανονισμό των διαφορών εξ επενδύσεων, που έχει ιδρυθεί με τη σύμβαση που αναφέρεται στο στοιχείο α) σημείο i), κατ’ εφαρμογή των κανόνων που διέπουν την πρόσθετη διευκόλυνση για τη διεκπεραίωση προσφυγών από τη γραμματεία του κέντρου (στο εξής “κανόνες πρόσθετης διευκόλυνσης”), εφόσον το συμβαλλόμενο μέρος του επενδυτού ή το διαφωνούν συμβαλλόμενο μέρος, όχι όμως αμφότερα, έχει προσχωρήσει στη σύμβαση ICSID·

β)

σε ένα μοναδικό διαιτητή ή ad hoc διαιτητικό δικαστήριο, που συνιστάται σύμφωνα με τους κανόνες περί διαιτησίας της επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για το διεθνές εμπορικό δίκαιο (στο εξής “UNCITRAL”)

ή

γ)

σε διαιτησία ενώπιον του ινστιτούτου διαιτησίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Στοκχόλμης.

[...]»

5

Το άρθρο 34 της ΣΧΕ, το οποίο επιγράφεται «Διάσκεψη του Χάρτη Ενέργειας», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Τα συμβαλλόμενα μέρη συνεδριάζουν σε τακτά χρονικά διαστήματα στο πλαίσιο της Διάσκεψης του Χάρτη Ενέργειας (στο εξής καλείται “Διάσκεψη του Χάρτη”), στην οποία κάθε συμβαλλόμενο μέρος δικαιούται να έχει έναν εκπρόσωπο. Οι τακτικές συνεδριάσεις διεξάγονται κατά διαστήματα που καθορίζονται από τη Διάσκεψη του Χάρτη.»

Η σχεδιαζόμενη συμφωνία

6

Δεδομένου ότι η ΣΧΕ δεν έχει αναθεωρηθεί σημαντικά από τις 16 Απριλίου 1998, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ, η γραμματεία του Χάρτη Ενέργειας πρότεινε τον εκσυγχρονισμό της. Κατόπιν συζητήσεων επί του σημείου αυτού, η Διάσκεψη του Χάρτη ενέκρινε, στις 27 Νοεμβρίου 2018, κατάλογο διαφόρων τομέων που θα μπορούσαν να συζητηθούν προκειμένου να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις για τον εκσυγχρονισμό (στο εξής: υπό διαπραγμάτευση τομείς).

7

Ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει τους ακόλουθους τομείς:

το προεπενδυτικό στάδιο·

τον ορισμό του «Χάρτη»·

τον ορισμό της «οικονομικής δραστηριότητας στον ενεργειακό τομέα»·

τον ορισμό του «επενδυτή»·

τον ορισμό της «επένδυσης»·

το δικαίωμα θέσπισης ρυθμίσεων·

τον ορισμό της ίσης και δίκαιης μεταχείρισης·

τη ρήτρα του μάλλον ευνοούμενου κράτους·

την αποσαφήνιση της έννοιας της «απολύτως σταθερής προστασίας και ασφάλειας»·

τον ορισμό της έμμεσης απαλλοτρίωσης·

την αποζημίωση λόγω απώλειας·

τη ρήτρα προστασίας (umbrella clause)·

την άρνηση χορήγησης ευεργετημάτων·

τις μεταφορές ποσών που σχετίζονται με επενδύσεις·

τις επουσιώδεις αξιώσεις·

τη διαφάνεια·

την εγγυοδοσία για τα έξοδα·

την αποτίμηση ζημιών·

τη χρηματοδότηση από τρίτο μέρος·

τη βιώσιμη ανάπτυξη και την εταιρική κοινωνική ευθύνη·

τον ορισμό της διαμετακόμισης·

την πρόσβαση στις υποδομές (συμπεριλαμβανομένης της άρνησης πρόσβασης και της διαθέσιμης ικανότητας)·

τον ορισμό και τις αρχές του καθορισμού των τιμών·

τον οργανισμό περιφερειακής οικονομικής ολοκλήρωσης (ΟΠΟΟ) και

τις παρωχημένες διατάξεις.

8

Στις 6 Νοεμβρίου 2019, η Διάσκεψη του Χάρτη δημιούργησε την ομάδα εκσυγχρονισμού και της ανέθεσε να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για τον εκσυγχρονισμό της ΣΧΕ, προκειμένου να ολοκληρωθεί ταχέως η διαδικασία αυτή. Η Διάσκεψη του Χάρτη διευκρίνισε ότι κατά τις διαπραγματεύσεις θα λαμβάνονταν υπόψη ο κατάλογος των υπό διαπραγμάτευση τομέων και οι προτεινόμενες από τα συμβαλλόμενα μέρη επιλογές πολιτικής.

9

Ο πρώτος πλήρης γύρος διαπραγματεύσεων πραγματοποιήθηκε από τις 6 έως τις 9 Ιουλίου 2020, ο δεύτερος από τις 8 έως τις 11 Σεπτεμβρίου 2020 και ο τρίτος από τις 3 έως τις 6 Νοεμβρίου 2020.

10

Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έδωσε στις 15 Ιουλίου 2019 εντολή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αρχίσει διαπραγματεύσεις για τον εκσυγχρονισμό της ΣΧΕ και εξέδωσε τις αντίστοιχες οδηγίες διαπραγμάτευσης. Τον Οκτώβριο του 2019, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρότεινε επιλογές πολιτικής για τον εκσυγχρονισμό και στη συνέχεια τον Μάιο του 2020 υπέβαλε προτάσεις τροποποιήσεων της ΣΧΕ.

11

Μεταξύ των επιλογών πολιτικής και των τροποποιήσεων που πρότεινε η Ένωση περιλαμβάνεται πρόταση τροποποίησης του άρθρου 26 της ΣΧΕ προκειμένου να επιβεβαιωθεί εκ νέου η δέσμευση της Ένωσης για διαρθρωτική μεταρρύθμιση των μηχανισμών επίλυσης των διαφορών μεταξύ επενδυτών και κρατών σε διεθνές επίπεδο.

12

Η γραμματεία του Χάρτη Ενέργειας και διάφορα συμβαλλόμενα μέρη υπενθύμισαν εντούτοις ότι η επιτευχθείσα μεταξύ των μερών συμφωνία για τον εκσυγχρονισμό της ΣΧΕ αφορά μόνον τον κατάλογο των υπό διαπραγμάτευση τομέων. Συμφωνήθηκε συνεπώς ότι για κάθε πρόσθετο τομέα σε σχέση με εκείνους που περιλαμβάνονταν στον κατάλογο αυτόν θα έπρεπε να υπάρχει συναίνεση μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.

13

Κατά τον δεύτερο γύρο των διαπραγματεύσεων, η Ένωση υπέβαλε προτάσεις για μεταρρύθμιση του μηχανισμού επίλυσης των διαφορών μεταξύ επενδυτών και κρατών οι οποίες αφορούσαν τομείς μη περιλαμβανόμενους στον κατάλογο των υπό διαπραγμάτευση τομέων. Ωστόσο, δεν επιτεύχθηκε συναίνεση προκειμένου να συζητηθούν οι εν λόγω προτάσεις.

14

Οι διαπραγματεύσεις σχετικά με τους ΟΠΟΟ, οι οποίοι περιλαμβάνονταν στον κατάλογο των υπό διαπραγμάτευση τομέων, είχαν εγγραφεί στην ημερήσια διάταξη του τρίτου γύρου διαπραγματεύσεων. Στο πλαίσιο του τρίτου γύρου διαπραγματεύσεων, η Δημοκρατία του Καζακστάν πρότεινε να επεκταθεί η μη εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της ΣΧΕ μεταξύ των μελών ενός ΟΠΟΟ και να τροποποιηθεί προς τον σκοπό αυτόν το άρθρο 26 της ΣΧΕ, ώστε να ορίζει ρητώς ότι οι διατάξεις σχετικά με την επίλυση των επενδυτικών διαφορών δεν εφαρμόζονται μεταξύ των μελών ενός ΟΠΟΟ.

15

Ωστόσο, η Επιτροπή δεν είχε διαπραγματευτική εντολή βάσει της οποίας να μπορεί να υποστηρίξει την ως άνω πρόταση. Ειδικότερα, η Ένωση δεν ζήτησε να περιληφθούν οι ΟΠΟΟ στον κατάλογο των υπό διαπραγμάτευση τομέων και οι οδηγίες διαπραγμάτευσης που εξέδωσε το Συμβούλιο αναφέρουν ότι «[η] Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υποστηρίζει την τροποποίηση της διάταξης σχετικά με τον ΟΠΟΟ στη διαδικασία εκσυγχρονισμού της ΣΧΕ».

Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

16

Στις 2 Δεκεμβρίου 2020 το Βασίλειο του Βελγίου υπέβαλε την παρούσα αίτηση γνωμοδότησης.

17

Στις 8 Οκτωβρίου 2021, η εισηγήτρια δικαστής και ο γενικός εισαγγελέας ζήτησαν, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 62, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, από το Βασίλειο του Βελγίου να διευκρινίσει αν, λαμβανομένης υπόψη της απόφασης της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, Δημοκρατία της Μολδαβίας (C‑741/19, EU:C:2021:655), και ιδίως των σκέψεών της 40 έως 66, εμμένει στην αίτηση γνωμοδότησης.

18

Με έγγραφο της 10ης Νοεμβρίου 2021, το Βασίλειο του Βελγίου ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι εμμένει στην αίτηση γνωμοδότησης.

Επί του παραδεκτού της αίτησης γνωμοδότησης

Εκτιμήσεις τις οποίες διατύπωσε το Βασίλειο του Βελγίου

19

Το Βασίλειο του Βελγίου εκθέτει ότι η αίτηση γνωμοδότησης αφορά, αφενός, τη συμβατότητα προς τις Συνθήκες του άρθρου 26 της ΣΧΕ, όπως αυτό επαναλαμβάνεται στο σχέδιο εκσυγχρονισμένης ΣΧΕ (στο εξής: άρθρο 26 της εκσυγχρονισμένης ΣΧΕ), καθώς και του μηχανισμού επίλυσης διαφορών που προβλέπει η εν λόγω διάταξη, αν γίνει δεκτό ότι ο μηχανισμός αυτός εφαρμόζεται στις διαφορές μεταξύ επενδυτή ενός κράτους μέλους και ενός άλλου κράτους μέλους (στο εξής: ενδοενωσιακές διαφορές), και, αφετέρου, τη συμβατότητα προς τις Συνθήκες του ορισμού των εννοιών της «επένδυσης» και του «επενδυτή» που περιλαμβάνονται στην πρόταση τροποποίησης του άρθρου 1 της ΣΧΕ.

20

Ως προς το ζήτημα αυτό, το Βασίλειο του Βελγίου εκθέτει ότι, δεδομένου ότι επί του παρόντος δεν υπάρχει συναίνεση ως προς τυχόν τροποποίηση του άρθρου 26 της ΣΧΕ, το ίδιο εκκινεί από την παραδοχή ότι το άρθρο 26 θα παραμείνει αμετάβλητο.

21

Κατά το Βασίλειο του Βελγίου, η παρούσα αίτηση γνωμοδότησης είναι εντούτοις παραδεκτή, κατά το μέτρο που αφορά «συμφωνία», η οποία είναι «σχεδιαζόμενη», και δεν είναι πρόωρη.

22

Κατ’ αρχάς, το Βασίλειο του Βελγίου υποστηρίζει ότι το σχέδιο εκσυγχρονισμένης ΣΧΕ είναι «συμφωνία» κατά την έννοια του άρθρου 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι αποτελεί δέσμευση με υποχρεωτική ισχύ, την οποία αναλαμβάνουν υποκείμενα του δημοσίου διεθνούς δικαίου. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι το σχέδιο εκσυγχρονισμένης ΣΧΕ δεν είναι από τυπικής απόψεως νέα συνθήκη, αλλά συνιστά τροποποίηση προηγούμενης συνθήκης δεν αναιρεί τον χαρακτηρισμό του ως «συμφωνίας». Ειδικότερα, από τη νομολογία, και ιδίως από τη γνωμοδότηση 1/03 (Νέα Σύμβαση του Λουγκάνο), της 7ης Φεβρουαρίου 2006 (EU:C:2006:81), προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει ασχοληθεί με την αναθεώρηση υφιστάμενης συνθήκης χωρίς να θέσει ζήτημα παραδεκτού της αίτησης γνωμοδότησης σχετικά με τη νέα συνθήκη της οποίας σχεδιαζόταν η σύναψη.

23

Εν συνεχεία, το Βασίλειο του Βελγίου προβάλλει ότι το σχέδιο εκσυγχρονισμένης ΣΧΕ αποτελεί «σχεδιαζόμενη» συμφωνία, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου. Ως προς το ζήτημα αυτό, υποστηρίζει ότι, αφενός, το εν λόγω σχέδιο δεν αποτελεί ακόμη συναφθείσα συμφωνία και, επομένως, τηρείται ο προληπτικός σκοπός της διαδικασίας γνωμοδότησης. Αφετέρου, το παραδεκτό της παρούσας αίτησης γνωμοδότησης δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι η απόφαση του Συμβουλίου για την έγκριση της έναρξης διαπραγματεύσεων και οι οδηγίες διαπραγμάτευσης σιωπούν ως προς το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής στις ενδοενωσιακές διαφορές της ΣΧΕ εν γένει και ειδικότερα του μηχανισμού επίλυσης διαφορών που προβλέπεται στο άρθρο 26 της ΣΧΕ. Συγκεκριμένα, από τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Δανίας (C‑467/98, EU:C:2002:625, σκέψη 39), προκύπτει ότι, στο πλαίσιο συνολικής αναδιαπραγμάτευσης μιας συμφωνίας, τα μέρη επιβεβαιώνουν τις δεσμεύσεις που απορρέουν από την αρχική συνθήκη, ακόμη και αν οι δεσμεύσεις αυτές δεν αποτελούν μέρος της αναδιαπραγμάτευσης ή υφίστανται απλώς ήσσονος σημασίας τροποποιήσεις. Συνεπώς, η τρέχουσα αναδιαπραγμάτευση της ΣΧΕ αφορά τη συνθήκη αυτή στο σύνολό της και συνεπάγεται επιβεβαίωση του άρθρου της 26. Εν πάση περιπτώσει, η παρούσα αίτηση γνωμοδότησης αφορά επίσης τους ορισμούς του «επενδυτή» και της «επένδυσης», οι οποίοι περιλαμβάνονται στο άρθρο 1 της ΣΧΕ και υπόκεινται ρητώς σε τροποποίηση, όπως προκύπτει από τον κατάλογο των υπό διαπραγμάτευση τομέων.

24

Τέλος, κατά το Βασίλειο του Βελγίου, η παρούσα αίτηση γνωμοδότησης δεν είναι πρόωρη. Ειδικότερα, τόσο το περιεχόμενο των επίμαχων διατάξεων της σχεδιαζόμενης συμφωνίας όσο και το πλαίσιο των διαπραγματεύσεων επί της συμφωνίας αυτής είναι επαρκώς γνωστά ώστε να παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να απαντήσει λυσιτελώς στην παρούσα αίτηση γνωμοδότησης. Συγκεκριμένα, πρώτον, στο παρόν στάδιο μπορεί να διαπιστωθεί ότι η πρόταση τροποποίησης που υπέβαλαν η Ένωση και τα κράτη μέλη της δεν περιέχει διευκρίνιση σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 26 της εκσυγχρονισμένης ΣΧΕ στις ενδοενωσιακές διαφορές. Δεύτερον, λαμβανομένης υπόψη της εξέλιξης του δεύτερου γύρου διαπραγματεύσεων, δεν έχει διαμορφωθεί συναίνεση ως προς τη συμπερίληψη του συνόλου των προτάσεων της Ένωσης στην εκσυγχρονισμένη ΣΧΕ. Τρίτον, μολονότι η Δημοκρατία του Καζακστάν υπέβαλε, κατά τον τρίτο γύρο διαπραγματεύσεων, πρόταση για την αποσαφήνιση των έννομων σχέσεων μεταξύ των ΟΠΟΟ που είναι μέρη στη ΣΧΕ και των μελών τους, υπό το πρίσμα της εν λόγω συνθήκης, η διαπραγματευτική εντολή της Επιτροπής δεν της επιτρέπει να συζητήσει την εν λόγω πρόταση. Υπό τις περιστάσεις αυτές, κατά το Βασίλειο του Βελγίου, η εκσυγχρονισμένη ΣΧΕ δεν θα περιέχει διευκρίνιση όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου της 26 στις ενδοενωσιακές διαφορές, όπερ μπορεί να ερμηνευθεί ως επιβεβαίωση της παρούσας κατάστασης.

Σύνοψη των κυριότερων παρατηρήσεων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο

25

Όλα τα κράτη μέλη που έλαβαν μέρος στην έγγραφη διαδικασία, πλην της Ουγγαρίας, καθώς και η Επιτροπή έχουν την άποψη ότι η παρούσα αίτηση γνωμοδότησης είναι παραδεκτή. Ορισμένα από τα κράτη αυτά, και ιδίως η Τσεχική Δημοκρατία και η Δημοκρατία της Σλοβενίας, υπογραμμίζουν ότι η γνώμη του Δικαστηρίου είναι αναγκαία προκειμένου να αρθεί κάθε ερμηνευτική ασάφεια όσον αφορά το άρθρο 26 της ΣΧΕ. Ειδικότερα, κατ’ αρχάς, δεν συμμερίζονται όλα τα κράτη μέλη την ερμηνεία του άρθρου 26 της ΣΧΕ υπό την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται στις ενδοενωσιακές διαφορές. Εν συνεχεία, η πλειονότητα των διαιτητικών διαδικασιών που κινούνται βάσει του άρθρου 26 της ΣΧΕ αφορούν ακριβώς ενδοενωσιακές διαφορές. Τέλος, στο πλαίσιο των εν λόγω διαιτητικών διαδικασιών, οι διαιτητές αρνούνται κατά σύστημα να κρίνουν ότι δεν έχουν δικαιοδοσία, ακόμη και μετά τη δημοσίευση της απόφασης της 6ης Μαρτίου 2018, Achmea (C‑284/16, EU:C:2018:158).

26

Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αν, για να κριθεί απαράδεκτη μια αίτηση γνωμοδότησης, αρκούσε αυτή να αφορά διάταξη της οποίας το περιεχόμενο δεν επηρεάστηκε από την τροποποιητική συμφωνία, θα προέκυπταν, ήδη από το στάδιο της εξέτασης του παραδεκτού της αίτησης γνωμοδότησης, δυσχερή ζητήματα οριοθέτησης μεταξύ των «παλαιών» και των «νέων» διατάξεων της επίμαχης συμφωνίας.

27

Η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η αίτηση γνωμοδότησης δεν μπορεί να κριθεί απαράδεκτη για τον λόγο ότι αφορά ήδη συναφθείσα συμφωνία. Ειδικότερα, αφενός, το κράτος μέλος αυτό εκτιμά ότι το ζήτημα που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι το ότι η σχεδιαζόμενη συμφωνία δεν περιλαμβάνει ρήτρα η οποία να αποκλείει ρητώς τις ενδοενωσιακές διαφορές από τον μηχανισμό που προβλέπεται στο άρθρο 26 της εκσυγχρονισμένης ΣΧΕ. Πλην όμως, η απουσία τέτοιας ρήτρας μπορεί να οδηγήσει σε παραβίαση του δικαίου της Ένωσης μέσω άλλων όρων της συμφωνίας οι οποίοι δεν θα ήταν αντίθετοι προς το δίκαιο της Ένωσης αν η συγκεκριμένη ρήτρα υπήρχε. Αφετέρου, η παρούσα αίτηση γνωμοδότησης αφορά την αναδιαπραγμάτευση μιας συμφωνίας στο σύνολό της, δεδομένου ότι στο πεδίο της αναδιαπραγμάτευσης περιλαμβάνονται όλα τα ουσιώδη μέρη της ΣΧΕ. Εξάλλου, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο το σχέδιο εκσυγχρονισμένης ΣΧΕ να λάβει εν τέλει τη μορφή εξ ολοκλήρου νέας συμφωνίας, η οποία θα αντικαταστήσει την ισχύουσα σήμερα ΣΧΕ. Συνεπώς, η Ένωση καλείται να επιβεβαιώσει τις δεσμεύσεις της ως προς ολόκληρη τη ΣΧΕ και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το σχέδιο εκσυγχρονισμένης ΣΧΕ αποτελεί, ιδίως όσον αφορά τον μηχανισμό επίλυσης διαφορών, σχεδιαζόμενη και όχι συναφθείσα συμφωνία.

28

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής του μηχανισμού επίλυσης διαφορών επί ενδοενωσιακών διαφορών να τεθεί στο πλαίσιο των τομέων για τους οποίους έχουν ήδη αρχίσει διαπραγματεύσεις και οι οποίοι συνδέονται στενά με τα ζητήματα που τίθενται με την παρούσα αίτηση γνωμοδότησης. Εξάλλου, η σύναψη της εκσυγχρονισμένης ΣΧΕ, χωρίς τροποποίηση του άρθρου 26 της ΣΧΕ ή χωρίς αποσαφήνιση της ερμηνείας του με πράξη του δημοσίου διεθνούς δικαίου η οποία να είναι δεσμευτική για τα διαιτητικά δικαστήρια, θα μπορούσε να ερμηνευθεί από αυτά υπό την έννοια ότι η Ένωση και τα κράτη μέλη επιβεβαιώνουν με νέα διεθνή συμφωνία τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 26 της ΣΧΕ στις ενδοενωσιακές διαφορές.

29

Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ένα θεσμικό όργανο ή ένα κράτος μέλος ενδέχεται να υποβάλει αίτηση γνωμοδότησης, της οποίας το πεδίο εφαρμογής είναι σχετικά ευρύ, προς εξυπηρέτηση του θεμιτού σκοπού να γνωρίζει την έκταση των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων της Ένωσης και των κρατών μελών πριν αποφασίσει για την υπογραφή και τη σύναψη της σχεδιαζόμενης συμφωνίας. Πλην όμως, η μη τροποποίηση του άρθρου 26 της ΣΧΕ θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως αποδοχή της δυνατότητας στοιχειοθέτησης άμεσης διεθνούς ευθύνης των κρατών μελών σε τομέα που εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης. Αυτό θα ισοδυναμούσε με παράβαση της υποχρέωσης των κρατών μελών να διασφαλίζουν στο έδαφός τους την εφαρμογή και την τήρηση του δικαίου της Ένωσης, δεδομένου ότι θα καθιστούσε δυνατή την άσκηση εθνικής αρμοδιότητας κατισχύουσας των αρμοδιοτήτων της Ένωσης και των προνομίων του Δικαστηρίου, που απορρέουν από το άρθρο 19 ΣΕΕ και το άρθρο 344 ΣΛΕΕ.

30

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η γνωμοδότηση του Δικαστηρίου θα δεσμεύει τα θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη κατά τη συνέχιση των εν εξελίξει διαπραγματεύσεων για την εκσυγχρονισμένη ΣΧΕ. Ανάλογα με το περιεχόμενο της γνωμοδότησης, είτε η ερμηνεία του Δικαστηρίου θα πρέπει να αποτυπωθεί σε συμφωνία μεταξύ των κρατών μελών και της Ένωσης σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 26 της εκσυγχρονισμένης ΣΧΕ ή σε συνθήκη μεταξύ των κρατών μελών και της Ένωσης η οποία να τροποποιεί το άρθρο 26 της εκσυγχρονισμένης ΣΧΕ στις μεταξύ τους σχέσεις είτε το Συμβούλιο θα πρέπει, κατόπιν τροποποιημένης σύστασης της Επιτροπής, να διευρύνει το περιεχόμενο της διαπραγματευτικής εντολής.

31

Αντιθέτως, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι η παρούσα αίτηση γνωμοδότησης είναι απαράδεκτη. Παρατηρεί ότι, προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να αποφανθεί επί της συμβατότητας των διατάξεων σχεδιαζόμενης συμφωνίας με τις Συνθήκες, πρέπει να έχει στη διάθεσή του επαρκή στοιχεία σχετικά με το συγκεκριμένο περιεχόμενο της συμφωνίας. Πλην όμως, εν προκειμένω, επί τη βάσει των εγγράφων και των διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά με την πρόοδο των διαπραγματεύσεων, δεν είναι διαθέσιμο, ούτε εν όλω ούτε εν μέρει, το κείμενο του σχεδίου εκσυγχρονισμένης ΣΧΕ και δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί η έκβαση των εν εξελίξει διαπραγματεύσεων. Ειδικότερα, πρώτον, οι διαπραγματεύσεις είναι στο αρχικό στάδιο, ενώ εξάλλου το κράτος μέλος που υπέβαλε την αίτηση γνωμοδότησης επισύναψε σε αυτή μόνο το κείμενο της ισχύουσας ΣΧΕ. Δεύτερον, ο κατάλογος των υπό διαπραγμάτευση τομέων δεν είναι εξαντλητικός και ενδέχεται να συμπληρωθεί. Τρίτον, οι παρατηρήσεις επί των επιλογών πολιτικής των κρατών μελών είναι εκείνες που διατυπώθηκαν πριν από τον πρώτο επίσημο γύρο διαπραγματεύσεων.

32

Το Συμβούλιο διατηρεί επίσης αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της παρούσας αίτησης γνωμοδότησης λόγω ιδίως της αβεβαιότητας σχετικά με το περιεχόμενο της σχεδιαζόμενης συμφωνίας και της ενδεχόμενης τροποποίησης του άρθρου 26 της ΣΧΕ, της έλλειψης συνεπειών μιας τυχόν αρνητικής γνωμοδότησης του Δικαστηρίου και του ότι η νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Δανίας (C‑467/98, EU:C:2002:625), δεν είναι, κατά την άποψή του, κρίσιμη εν προκειμένω, δεδομένου ότι διαμορφώθηκε επ’ αφορμή προσφυγής, δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, λόγω παραβάσεως.

33

Εντούτοις, το Συμβούλιο δεν αμφισβητεί τη σημασία των λόγων που εξέθεσε το Βασίλειο του Βελγίου προς στήριξη του παραδεκτού της παρούσας αίτησης γνωμοδότησης και επισημαίνει ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι διαπραγματεύσεις να επεκταθούν εν τέλει και στο άρθρο 26 της ΣΧΕ. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι διαπραγματευτικές οδηγίες του Συμβουλίου προβλέπουν ότι η Επιτροπή μεριμνά ώστε το αποτέλεσμα να συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης.

Γνώμη του Δικαστηρίου

34

Κατά το άρθρο 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ, ένα κράτος μέλος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο να γνωμοδοτήσει εάν σχεδιαζόμενη συμφωνία είναι συμβατή με τις Συνθήκες.

35

Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η διάταξη αυτή αποσκοπεί στην αποτροπή των περιπλοκών οι οποίες θα ανέκυπταν από ένδικες αμφισβητήσεις σχετικές με το αν διεθνείς συμφωνίες που δεσμεύουν την Ένωση είναι συμβατές με τις Συνθήκες. Συγκεκριμένα, τυχόν δικαστική απόφαση με την οποία θα διαπιστωνόταν, κατόπιν της σύναψης διεθνούς συμφωνίας που δεσμεύει την Ένωση, ότι η συμφωνία αυτή, είτε λόγω του περιεχομένου της είτε λόγω της διαδικασίας που ακολουθήθηκε για τη σύναψή της, δεν είναι συμβατή με τις διατάξεις των Συνθηκών θα προκαλούσε ασφαλώς σοβαρές δυσχέρειες όχι μόνον εντός της Ένωσης, αλλά και σε επίπεδο διεθνών σχέσεων, και θα μπορούσε να βλάψει τα συμφέροντα όλων των ενδιαφερομένων, περιλαμβανομένων των τρίτων χωρών [γνωμοδότηση 1/19 (Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης), της 6ης Οκτωβρίου 2021, EU:C:2021:832, σκέψη 193 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

36

Βεβαίως, η δυνατότητα υποβολής αίτησης γνωμοδότησης, δυνάμει του άρθρου 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ, δεν προϋποθέτει την ύπαρξη οριστικής συμφωνίας μεταξύ των οικείων θεσμικών οργάνων [γνωμοδότηση 1/19 (Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης), της 6ης Οκτωβρίου 2021, EU:C:2021:832, σκέψη 204 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

37

Κατά συνέπεια, μπορεί να υποβληθεί στο Δικαστήριο αίτηση γνωμοδότησης εφόσον είναι γνωστό το αντικείμενο της σχεδιαζόμενης συμφωνίας, έστω και αν παραμένουν ανοικτές ορισμένες εναλλακτικές επιλογές ή εξακολουθούν να υφίστανται διαφορετικές απόψεις ως προς τη διατύπωση των κειμένων [γνωμοδότηση 1/09 (Συμφωνία σχετικά με τη θέσπιση κανόνων περί ενοποιημένου συστήματος επιλύσεως των διαφορών σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας), της 8ης Μαρτίου 2011, EU:C:2011:123, σκέψη 53].

38

Αυτό ισχύει ιδίως στην περίπτωση κατά την οποία η αίτηση γνωμοδότησης αφορά μόνον το ζήτημα αν η Ένωση έχει αρμοδιότητα για τη σύναψη της σχεδιαζόμενης συμφωνίας [πρβλ. γνωμοδότηση 2/94 (Προσχώρηση της Κοινότητας στην ΕΣΔΑ), της 28ης Μαρτίου 1996, EU:C:1996:140, σκέψεις 13 έως 18].

39

Εντούτοις, στην περίπτωση που η αίτηση γνωμοδότησης αφορά τη συμβατότητα της σχεδιαζόμενης συμφωνίας με τις Συνθήκες, το Δικαστήριο πρέπει να διαθέτει επαρκή στοιχεία όσον αφορά το περιεχόμενο της συμφωνίας [γνωμοδότηση 2/94 (Προσχώρηση της Κοινότητας στην ΕΣΔΑ), της 28ης Μαρτίου 1996, EU:C:1996:140, σκέψη 19, και γνωμοδότηση 2/13 (Προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ), της 18ης Δεκεμβρίου 2014, EU:C:2014:2454, σκέψη 147].

40

Εν προκειμένω, αφενός, η παρούσα αίτηση γνωμοδότησης δεν αφορά την αρμοδιότητα της Ένωσης για τη σύναψη της εκσυγχρονισμένης ΣΧΕ, αλλά τη συμβατότητα της συνθήκης αυτής, και ιδίως του άρθρου της 26, με τις Συνθήκες.

41

Αφετέρου, το ίδιο το Βασίλειο του Βελγίου αναγνωρίζει ότι, κατά την υποβολή της αίτησης γνωμοδότησης, δεν υπήρχε κανένα έγγραφο το οποίο να περιέχει το κείμενο της εκσυγχρονισμένης ΣΧΕ ή του άρθρου της 26.

42

To Βασίλειο του Βελγίου υποστηρίζει ότι το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει το παραδεκτό της αίτησης γνωμοδότησης, δεδομένου ότι είναι πασίδηλο ότι στο παρόν στάδιο των διαπραγματεύσεων δεν σχεδιάζεται καμία τροποποίηση του άρθρου 26 στο πλαίσιο της εκσυγχρονισμένης ΣΧΕ. Ειδικότερα, κατά το Βασίλειο του Βελγίου, οι διαπραγματεύσεις για τον εκσυγχρονισμό της ΣΧΕ αφορούν μόνον τον κατάλογο των υπό διαπραγμάτευση τομέων, ο οποίος δεν περιλαμβάνει τον προβλεπόμενο στο άρθρο 26 μηχανισμό επίλυσης διαφορών.

43

Πλην όμως, από τα στοιχεία που έχουν υποβληθεί στο Δικαστήριο δεν μπορεί να συναχθεί ότι το άρθρο 26 της ΣΧΕ δεν θα τροποποιηθεί κατόπιν των ως άνω διαπραγματεύσεων.

44

Πράγματι, πρώτον, μολονότι αληθεύει ότι η Διάσκεψη του Χάρτη προσδιόρισε έναν κατάλογο υπό διαπραγμάτευση τομέων και ότι ο κατάλογος αυτός δεν περιλαμβάνει τον προβλεπόμενο στο άρθρο 26 της ΣΧΕ μηχανισμό επίλυσης διαφορών, εντούτοις κατά τον χρόνο υποβολής της παρούσας αίτησης γνωμοδότησης οι διαπραγματεύσεις βρίσκονταν σε πολύ πρώιμο στάδιο και δεν είχε ακόμη δημοσιευθεί η απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, Δημοκρατία της Μολδαβίας (C‑741/19, EU:C:2021:655). Κατά συνέπεια, υπήρχε και υπάρχει ακόμη το ενδεχόμενο να επιτευχθεί μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συναίνεση υπέρ της προσθήκης στον εν λόγω κατάλογο του τομέα στον οποίο εμπίπτει το άρθρο αυτό. Ως εκ τούτου, η έκβαση των ενδεχόμενων διαπραγματεύσεων σχετικά με τον συγκεκριμένο τομέα δεν είναι αρκούντως προβλέψιμη και δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τροποποίησης του άρθρου 26 της ΣΧΕ.

45

Δεύτερον, όπως επισήμανε το ίδιο το Βασίλειο του Βελγίου, έχουν αρχίσει διαπραγματεύσεις για τους ορισμούς των εννοιών «επένδυση» και «επενδυτής», κατά το άρθρο 1 της ΣΧΕ, οι δε έννοιες αυτές οριοθετούν το πεδίο εφαρμογής του μηχανισμού επίλυσης διαφορών που προβλέπεται στο άρθρο 26 της ΣΧΕ. Πλην όμως, στο παρόν στάδιο όχι μόνο δεν έχει εγκριθεί κανένα τροποποιητικό κείμενο του άρθρου 1, αλλά, επιπροσθέτως, δεν μπορεί να εκτιμηθεί η επίδραση που θα έχουν οι τυχόν τροποποιήσεις των ορισμών αυτών επί του μηχανισμού επίλυσης διαφορών, ελλείψει οποιουδήποτε στοιχείου από το οποίο να μπορούν να προκύψουν με σχετική ακρίβεια οι κανόνες που θα τον διέπουν.

46

Λαμβανομένης υπόψη της αβεβαιότητας αυτής, το Δικαστήριο δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία για το περιεχόμενο και, πιο συγκεκριμένα, για το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 26 που θα περιλαμβάνεται στην εκσυγχρονισμένη ΣΧΕ, μολονότι το εν λόγω πεδίο εφαρμογής αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αίτησης γνωμοδότησης. Επομένως, η αίτηση γνωμοδότησης είναι πρόωρη.

47

Τέλος, πρέπει να προστεθεί ότι, όσον αφορά τους εκτιθέμενους στη σκέψη 25 της παρούσας γνωμοδότησης λόγους σκοπιμότητας, οι οποίοι υποστηρίζεται ότι δικαιολογούν τη διατύπωση γνώμης εκ μέρους του Δικαστηρίου επί του ζητήματος της συμβατότητας του άρθρου 26 της ΣΧΕ με τις Συνθήκες, αρκεί η διαπίστωση ότι, αφενός, οι λόγοι αυτοί δεν έχουν σχέση με τον σκοπό της διαδικασίας γνωμοδότησης, ο οποίος υπενθυμίζεται στη σκέψη 35 της παρούσας γνωμοδότησης, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή ισχύει ήδη. Αφετέρου και εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Πράγματι, όπως σαφώς προκύπτει από την απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, Δημοκρατία της Μολδαβίας (C‑741/19, EU:C:2021:655), και ιδίως από τις σκέψεις της 40 έως 66, η τήρηση της αρχής της αυτοτέλειας του δικαίου της Ένωσης, την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 344 ΣΛΕΕ, επιβάλλει να ερμηνευθεί το άρθρο 26, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της ΣΧΕ υπό την έννοια ότι δεν έχει εφαρμογή σε διαφορές μεταξύ κράτους μέλους και επενδυτή άλλου κράτους μέλους σχετικά με επένδυση του εν λόγω επενδυτή στο πρώτο κράτος μέλος.

48

Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία σχετικά με το συγκεκριμένο περιεχόμενο της σχεδιαζόμενης συμφωνίας και ότι, ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση γνωμοδότησης, λόγω του πρόωρου χαρακτήρα της, πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτη.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) γνωμοδοτεί ως εξής:

Η αίτηση γνωμοδότησης την οποία υπέβαλε στις 2 Δεκεμβρίου 2020 το Βασίλειο του Βελγίου είναι απαράδεκτη.

Λυκούργος Rodin Bonichot

Rossi Spineanu-Matei

Λουξεμβούργο, 16 Ιουνίου 2022.

A. Calot Escobar Κ. Λυκούργος

Ο Γραμματέας Ο Πρόεδρος του τετάρτου τμήματος