Υπόθεση C‑261/20
Thelen Technopark Berlin GmbH
κατά
ΜN
(αίτηση του Bundesgerichtshof για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 18ης Ιανουαρίου 2022
«Προδικαστική παραπομπή – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Άρθρο 49 ΣΛΕΕ – Οδηγία 2006/123/ΕΚ – Άρθρο 15 – Αμοιβή αρχιτεκτόνων και μηχανικών – Υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές – Άμεσο αποτέλεσμα – Απόφαση του Δικαστηρίου διαπιστώνουσα παράβαση η οποία εκδόθηκε κατά τη διάρκεια δίκης εκκρεμούς ενώπιον εθνικού δικαστηρίου»
Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Ερμηνεία σύμφωνα με το σύνολο του πρωτογενούς δικαίου – Περιεχόμενο – Αδυναμία σύμφωνης ερμηνείας – Υποχρεώσεις των εθνικών δικαστηρίων – Υπεροχή – Αντίθετο εθνικό δίκαιο – Αυτοδίκαιη μη εφαρμογή των υφισταμένων διατάξεων – Υποχρέωση να ζητείται ή να αναμένεται η προηγούμενη εξαφάνιση της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας – Δεν υφίσταται – Υποχρέωση του εθνικού δικαστή να αφήσει ανεφάρμοστη διάταξη του εθνικού δικαίου που αντιβαίνει προς διάταξη του δικαίου της Ένωσης – Όρια της εν λόγω υποχρεώσεως – Διάταξη του δικαίου της Ένωσης χωρίς άμεσο αποτέλεσμα
(Άρθρο 288, εδ. 3, ΣΛΕΕ)
(βλ. σκέψεις 30-33)
Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνεται η παράβαση – Αποτελέσματα – Υποχρεώσεις του παραβαίνοντος κράτους μέλους – Πλήρης εκτέλεση της αποφάσεως – Υποχρεώσεις των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων και διοικητικών αρχών – Λήψη όλων των μέτρων προς διευκόλυνση της υλοποιήσεως του πλήρους αποτελέσματος του δικαίου της Ένωσης – Αυτοδίκαιη μη εφαρμογή κάθε εθνικής διατάξεως αντιβαίνουσας στο δίκαιο της Ένωσης
(Άρθρο 260 § 1, ΣΛΕΕ)
(βλ. σκέψη 39)
Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνεται η παράβαση – Αποτελέσματα – Υποχρεώσεις του παραβαίνοντος κράτους μέλους – Αυτοδίκαιη μη εφαρμογή, στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, κάθε εθνικής διατάξεως αντιβαίνουσας στο δίκαιο της Ένωσης – Δεν υφίσταται σχετική υποχρέωση – Υποχρέωση του οικείου κράτους μέλους να αποκαταστήσει τη ζημία που προκλήθηκε στους ιδιώτες από το γεγονός ότι το εθνικό δίκαιο δεν είναι σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης – Προϋποθέσεις – Κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου ο οποίος σκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες – Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εν λόγω παραβάσεως και της ζημίας – Επαλήθευση από το εθνικό δικαστήριο – Έννοια της κατάφωρη παραβάσεως
(Άρθρα 258 και 260 ΣΛΕΕ)
(βλ. σκέψεις 40-47)
Ελευθερία εγκαταστάσεως – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά – Οδηγία 2006/123 – Απαιτήσεις που πρέπει να αξιολογηθούν – Αμοιβή αρχιτεκτόνων και μηχανικών – Εξωσυμβατική ευθύνη – Υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές – Εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία ορίζει κατώτατα όρια αμοιβών επί ποινή ακυρότητας των συμβάσεων που παρεκκλίνουν από την εν λόγω κανονιστική ρύθμιση – Κανονιστική ρύθμιση αντιβαίνουσα στην οδηγία 2006/123 – Υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων, στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, να αφήνουν ανεφάρμοστη την εν λόγω κανονιστική ρύθμιση επί τη βάσει του δικαίου της Ένωσης και μόνον – Δεν υφίσταται – Δυνατότητα να μην εφαρμοσθεί η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση επί τη βάσει του εσωτερικού δικαίου – Δυνατότητα του θιγέντος διαδίκου να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη
(Οδηγία 2006/123 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 15 §§ 1, 2, στοιχείο ζʹ, και 3)
(βλ. σκέψεις 48 και διατακτ.)
Προδικαστικά ερωτήματα – Παραδεκτό – Υποχρέωση παροχής στο Δικαστήριο επαρκών διευκρινίσεων περί του πραγματικού και του κανονιστικού πλαισίου της υποθέσεως – Περιεχόμενο της υποχρεώσεως στον τομέα των θεμελιωδών ελευθεριών – Ζήτημα που ανακύπτει στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς της οποίας όλα τα στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός μόνον κράτους μέλους – Έλλειψη μνείας του συνδετικού στοιχείου που καθιστά τη ζητούμενη ερμηνεία αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς – Απαράδεκτο
(Άρθρα 49, 56, 63 και 267 ΣΛΕΕ· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 94)
(βλ. σκέψεις 50, 52-54)
Σύνοψη
Παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει ήδη διαπιστώσει ότι η γερμανική κανονιστική ρύθμιση που καθορίζει κατώτατα όρια αμοιβών για την παροχή υπηρεσιών από αρχιτέκτονες και μηχανικούς (HOAI) είναι αντίθετη προς την οδηγία περί υπηρεσιών, εθνικό δικαστήριο, αποφαινόμενο επί διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, δεν υποχρεούται, επί τη βάσει του δικαίου της Ένωσης και μόνον, να αφήσει ανεφάρμοστη την εν λόγω γερμανική κανονιστική ρύθμιση
Εντούτοις, τούτο δεν θίγει, αφενός, τη δυνατότητα του εθνικού δικαστηρίου να μην εφαρμόσει, στηριζόμενο στο εσωτερικό δίκαιο, τη ρύθμιση αυτή στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαφοράς και, αφετέρου, τη δυνατότητα, κατά περίπτωση, του διαδίκου που θίγεται από το γεγονός ότι η ρύθμιση δεν είναι σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης να αξιώσει αποζημίωση από το Γερμανικό Δημόσιο
Η εταιρία ακινήτων Thelen και o μηχανικός MN συνήψαν το 2016 σύμβαση εκπονήσεως μελέτης στο πλαίσιο της οποίας ο ΜΝ ανέλαβε την υποχρέωση να παράσχει ορισμένες υπηρεσίες οι οποίες εμπίπτουν στο Verordnung über die Honorare für Architekten- und Ingenieurleistungen (Honorarordnung für Architekten und Ingenieure - HOAI) (γερμανικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2013 σχετικά με τις αμοιβές για υπηρεσίες αρχιτεκτόνων και μηχανικών, στο εξής: HOAI), έναντι κατ’ αποκοπήν αμοιβής ύψους 55025 ευρώ.
Ένα έτος αργότερα, ο MN κατήγγειλε τη σύμβαση αυτή και χρέωσε τις παρασχεθείσες υπηρεσίες με τελικό τιμολόγιο αμοιβών. Στηριζόμενος σε διάταξη του HOAI ( 1 ) προβλέπουσα ότι, για τη συγκεκριμένη παρασχεθείσα υπηρεσία, ο παρέχων δικαιούται αμοιβής ίσης τουλάχιστον προς την ελάχιστη καθοριζόμενη από το εθνικό δίκαιο, ο ΜΝ άσκησε αγωγή, αφού έλαβε υπόψη τις ήδη γενόμενες καταβολές, ζητώντας την καταβολή του εναπομένοντος οφειλόμενου ποσού, ανερχομένου σε 102934,59 ευρώ, ήτοι ποσού μεγαλύτερου εκείνου το οποίο είχαν συνομολογήσει τα συμβαλλόμενα μέρη.
Η Thelen, δεδομένου ότι ηττήθηκε εν μέρει σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesgerichtshof (Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Γερμανία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση. Στο πλαίσιο της προδικαστικής παραπομπής του, το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο έχει ήδη διαπιστώσει ( 2 ) την αντίθεση της εν λόγω διάταξης του HOAI με τη διάταξη της οδηγίας για τις υπηρεσίες η οποία απαγορεύει κατ’ ουσίαν στα κράτη μέλη να διατηρούν σε ισχύ απαιτήσεις οι οποίες εξαρτούν την άσκηση δραστηριότητας από την εκ μέρους του παρέχοντος τήρηση κατώτατων και/ή ανώτατων ορίων αμοιβών, εφόσον οι απαιτήσεις αυτές δεν πληρούν σωρευτικά τις προϋποθέσεις της απαγόρευσης των διακρίσεων, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας ( 3 ). Κατόπιν αυτού, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο ως προς το εάν, κατά την εκτίμηση του βασίμου της αγωγής που ασκεί ιδιώτης κατά άλλου ιδιώτη, εθνικό δικαστήριο οφείλει να αφήσει ανεφάρμοστη την εθνική διάταξη που αποτελεί τη βάση του αγωγικού αιτήματος, όταν η διάταξη αυτή είναι αντίθετη προς οδηγία, εν προκειμένω προς την οδηγία για τις υπηρεσίες. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν είναι δυνατή εν προκειμένω η σύμφωνη προς την οδηγία για τις υπηρεσίες ερμηνεία του HOAI.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Με την απόφασή του, το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου αποφαίνεται ότι εθνικό δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται διαφοράς ανακύπτουσας αποκλειστικώς μεταξύ ιδιωτών δεν υποχρεούται, επί τη βάσει του δικαίου της Ένωσης και μόνον, να αφήσει ανεφάρμοστη εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία καθορίζει, κατά παράβαση του άρθρου 15, παράγραφος 1, παράγραφος 2, στοιχείο ζʹ, και παράγραφος 3, της οδηγίας για τις υπηρεσίες 3, κατώτατα όρια αμοιβών για τις υπηρεσίες αρχιτεκτόνων και μηχανικών επί ποινή ακυρότητας των συμβάσεων που παρεκκλίνουν από την εν λόγω κανονιστική ρύθμιση.
Βεβαίως, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης επιβάλλει σε όλες τις αρχές των κρατών μελών να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, όταν δεν είναι δυνατή η σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία της εθνικής κανονιστικής ρύθμισης, η εν λόγω αρχή επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο στο οποίο έχει ανατεθεί, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, η εφαρμογή των κανόνων του δικαίου της Ένωσης την υποχρέωση να διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητά τους, αφήνοντας εν ανάγκη αυτεπαγγέλτως ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας, έστω και μεταγενέστερη, χωρίς να υποχρεούται να ζητήσει ή να αναμείνει την προηγούμενη εξαφάνισή της είτε διά της νομοθετικής οδού είτε μέσω οποιασδήποτε άλλης συνταγματικής διαδικασίας.
Εντούτοις, το εθνικό δικαστήριο δεν υποχρεούται, επί τη βάσει του δικαίου της Ένωσης και μόνον, να αφήσει ανεφάρμοστη διάταξη του εθνικού δικαίου αντίθετη προς διάταξη του δικαίου της Ένωσης, αν η τελευταία αυτή διάταξη στερείται άμεσου αποτελέσματος. Δεν θίγεται εντούτοις η δυνατότητα του δικαστηρίου αυτού, καθώς και κάθε αρμόδιας εθνικής διοικητικής αρχής, να μην εφαρμόσει, βάσει του εσωτερικού δικαίου, κάθε διάταξη του εθνικού δικαίου που αντιβαίνει προς διάταξη του δικαίου της Ένωσης η οποία δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα.
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, κατά τη νομολογία του, το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις υπηρεσίες μπορεί να παράγει άμεσο αποτέλεσμα καθόσον η διάταξη αυτή είναι αρκούντως ακριβής, σαφής και απαλλαγμένη αιρέσεων. Εντούτοις, η διάταξη αυτή προβάλλεται εν προκειμένω, αυτή καθεαυτήν, στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, προκειμένου να μην εφαρμοσθεί εθνική κανονιστική ρύθμιση αντίθετη προς αυτήν. Συγκεκριμένα, στη διαφορά της κύριας δίκης, η εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις υπηρεσίες θα στερούσε από τον MN το δικαίωμά του να ζητήσει αμοιβή που να αντιστοιχεί στο ελάχιστο προβλεπόμενο από την επίμαχη εθνική νομοθεσία ποσό. Ωστόσο, η νομολογία του Δικαστηρίου αποκλείει τη δυνατότητα αναγνώρισης τέτοιου αποτελέσματος στη διάταξη αυτή, στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ιδιωτών.
Το Δικαστήριο προσθέτει ότι, δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, αν το ίδιο διαπιστώσει παράβαση κράτους μέλους, το κράτος μέλος αυτό οφείλει να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου, ενώ τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια και οι αρμόδιες εθνικές διοικητικές αρχές έχουν την υποχρέωση να λαμβάνουν όλα τα μέτρα προς διευκόλυνση της υλοποίησης του πλήρους αποτελέσματος του δικαίου της Ένωσης, αφήνοντας εν ανάγκη ανεφάρμοστη εθνική διάταξη αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης. Εντούτοις, οι αποφάσεις με τις οποίες διαπιστώνονται τέτοιες παραβάσεις έχουν πρωτίστως ως αντικείμενο τον καθορισμό των καθηκόντων των κρατών μελών σε περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεών τους και όχι την απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες. Επομένως, τα εν λόγω δικαστήρια ή αρχές δεν υποχρεούνται, επί τη βάσει και μόνον τέτοιων αποφάσεων, να αφήνουν ανεφάρμοστη στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ιδιωτών εθνική ρύθμιση αντίθετη προς διάταξη οδηγίας.
Αντιθέτως, ο διάδικος που θίγεται από το γεγονός ότι το εθνικό δίκαιο δεν είναι σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης θα μπορούσε να επικαλεσθεί τη νομολογία του Δικαστηρίου προκειμένου να επιτύχει, ενδεχομένως, την αποκατάσταση της εντεύθεν ζημίας. Κατά την εν λόγω νομολογία, εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να διασφαλίζει ότι οι ιδιώτες επιτυγχάνουν αποκατάσταση της ζημίας που τους προκαλεί η μη τήρηση του δικαίου της Ένωσης.
Το Δικαστήριο υπογραμμίζει συναφώς ότι, δεδομένου ότι έχει ήδη διαπιστώσει ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική κανονιστική ρύθμιση δεν είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης, και ότι η διατήρησή της συνιστά, ως εκ τούτου, παράβαση εκ μέρους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η εν λόγω παραβίαση του δικαίου της Ένωσης πρέπει να θεωρηθεί ως προδήλως κατάφωρη κατά την έννοια της νομολογίας του σχετικά με τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης κράτους μέλους λόγω παραβίασης του δικαίου της Ένωσης.
( 1 ) Το άρθρο 7 του διατάγματος αυτού επιτάσσει την υποχρεωτική εφαρμογή των ελάχιστων ποσών που καθορίζονται στον πίνακα που προβλέπει το εν λόγω άρθρο για τις υπηρεσίες σχεδιασμού και επίβλεψης των αρχιτεκτόνων και των μηχανικών, εκτός από ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, επί ποινή ακυρότητας σύμβασης συναπτόμενης με αρχιτέκτονες ή μηχανικούς η οποία προβλέπει αμοιβές χαμηλότερες από τα ελάχιστα ποσά.
( 2 ) Απόφαση της 4ης Ιουλίου 2019, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑377/17, EU:C:2019:562), και διάταξη της 6ης Φεβρουαρίου 2020, hapeg dresden (C‑137/18, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2020:84).
( 3 ) Πρόκειται για το άρθρο 15, παράγραφος 1, παράγραφος 2, στοιχείο ζʹ, και παράγραφος 3, της οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (ΕΕ 2006, L 376, σ. 36, στο εξής οδηγία για τις υπηρεσίες). Ειδικότερα, δυνάμει της διάταξης αυτής, τα κράτη μέλη οφείλουν να εξετάζουν κατά πόσον τα νομικά τους συστήματα προβλέπουν απαιτήσεις που εξαρτούν την άσκηση δραστηριότητας από την τήρηση εκ μέρους του παρέχοντος υπηρεσίες κατώτατων και/ή ανώτατων ορίων αμοιβών και να μεριμνούν ώστε οι απαιτήσεις αυτές να είναι συμβατές με τους όρους της απαγόρευσης των διακρίσεων, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.