Υπόθεση C-132/20
DM,
EN
και
BN
κατά
Getin Noble Bank S.A.
(αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως,
την οποία υπέβαλε το Sąd Najwyższy)
Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 29ης Μαρτίου 2022
«Προδικαστική παραπομπή – Παραδεκτό – Άρθρο 267 ΣΛΕΕ – Έννοια του όρου “δικαστήριο” – Άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ – Άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Κράτος δικαίου – Αποτελεσματική δικαστική προστασία – Αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών – Δικαστήριο που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως – Δικαιοδοτικό όργανο του οποίου μέλος διορίσθηκε για πρώτη φορά σε θέση δικαστή από πολιτικό όργανο της εκτελεστικής εξουσίας μη δημοκρατικού καθεστώτος – Τρόπος λειτουργίας του Krajowa Rada Sądownictwa (Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου, Πολωνία) – Αντισυνταγματικότητα του νόμου βάσει του οποίου συγκροτήθηκε το εν λόγω Συμβούλιο – Δυνατότητα χαρακτηρισμού του εν λόγω οργάνου ως αμερόληπτου και ανεξάρτητου δικαστηρίου κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης»
Προδικαστικά ερωτήματα – Παραδεκτό – Προϋποθέσεις – Αίτηση υποβληθείσα από εθνικό δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ – Τεκμήριο παραδεκτού ανεξαρτήτως της συγκεκριμένης συνθέσεως του δικαστηρίου αυτού – Όρια
(Άρθρο 19 § 1, εδ. 2, ΣΕΕ· άρθρο 267 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47)
(βλ. σκέψεις 69, 72, 74, 75)
Προδικαστικά ερωτήματα – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Όρια – Ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης στο πλαίσιο διαφοράς η οποία απαιτεί την επίλυση προκριματικού ζητήματος το οποίο συνδέεται με πραγματικά περιστατικά προγενέστερα της προσχωρήσεως κράτους μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση – Προκριματικό ζήτημα το οποίο συνδέεται με κατάσταση η οποία εξακολουθεί να παράγει αποτελέσματα κατόπιν της εν λόγω προσχωρήσεως – Εμπίπτει
(Άρθρο 267 ΣΛΕΕ)
(βλ. σκέψεις 86, 87)
Κράτη μέλη – Υποχρεώσεις – Πρόβλεψη των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται αποτελεσματική δικαστική προστασία – Περιεχόμενο
(Άρθρο 19 § 1, εδ. 2, ΣΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρα 47 και 51 § 1)
(βλ. σκέψεις 89-91, 93)
Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αρχές – Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Δικαίωμα σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως – Περιεχόμενο
(Άρθρο 2 ΣΕΕ)
(βλ. σκέψεις 94-96, 118, 119, 121, 122)
Κράτη μέλη – Υποχρεώσεις – Πρόβλεψη των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται αποτελεσματική δικαστική προστασία – Διαφορά σχετική με την εκ μέρους επαγγελματία χρήση καταχρηστικών ρητρών σε σύμβαση συναφθείσα με καταναλωτές – Έλεγχος, εκ μέρους του επιληφθέντος αιτήσεως αναιρέσεως εθνικού δικαστηρίου, της νομιμότητας του δικαστικού σχηματισμού που εξέτασε τη διαφορά – Δικαστές οι οποίοι είχαν διορισθεί από τα όργανα μη δημοκρατικού καθεστώτος που υφίστατο στο οικείο κράτος μέλος πριν από την προσχώρησή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση και οι οποίοι παρέμειναν στη θέση τους μετά την πτώση του καθεστώτος αυτού – Αντίκτυπος των προγενέστερων της προσχωρήσεως αυτής περιστάσεων στην ανεξαρτησία και αμεροληψία των εν λόγω δικαστών – Δεν υφίσταται – Προϋπόθεση
(Άρθρα 2, 19 § 1, εδ. 2, και 49 ΣΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47· οδηγία 93/13 του Συμβουλίου, άρθρο 7 §§ 1 και 2)
(βλ. σκέψεις 67, 100-108, διατακτ. 1)
Κράτη μέλη – Υποχρεώσεις – Πρόβλεψη των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται αποτελεσματική δικαστική προστασία – Διαφορά σχετική με την εκ μέρους επαγγελματία χρήση καταχρηστικών ρητρών σε σύμβαση συναφθείσα με καταναλωτές – Έλεγχος, εκ μέρους του επιληφθέντος αιτήσεως αναιρέσεως εθνικού δικαστηρίου, της νομιμότητας του δικαστικού σχηματισμού που εξέτασε τη διαφορά – Δικαστές διορισθέντες κατόπιν της επιλογής τους από όργανο κράτους μέλους το οποίο είτε συγκροτήθηκε βάσει νομοθεσίας που κρίθηκε μεταγενέστερα αντισυνταγματική είτε είχε συγκροτηθεί νομίμως, πλην όμως κατά το πέρας μη διαφανούς διαδικασίας – Απουσία αντικτύπου των ως άνω περιστάσεων στην ανεξαρτησία και αμεροληψία των συγκεκριμένων δικαστών – Προϋπόθεση
(Άρθρο 19 § 1, εδ. 2, ΣΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47· οδηγία 93/13 του Συμβουλίου, άρθρο 7 §§ 1 και 2)
(βλ. σκέψεις 113, 114, 123-132, διατακτ. 2)
Σύνοψη
Το 2017, στην Πολωνία, πλείονες καταναλωτές άσκησαν ενώπιον του αρμόδιου πρωτοδικείου αγωγή με την οποία προέβαλαν καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας που περιλαμβανόταν σε σύμβαση πιστώσεως την οποία είχαν συνάψει με τραπεζικό ίδρυμα, συγκεκριμένα δε με την Getin Noble Bank. Δεδομένου ότι τα αιτήματά τους δεν έγιναν πλήρως δεκτά, ούτε σε πρώτο βαθμό ούτε κατ’ έφεση, οι πρωτοδίκως ενάγοντες άσκησαν αναίρεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, του Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο, Πολωνία).
Προκειμένου να εξετάσει το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως της οποίας έχει επιληφθεί, το δικαστήριο αυτό οφείλει, κατά το εθνικό δίκαιο, να ελέγξει τη νομιμότητα του δικαστικού σχηματισμού που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Στο πλαίσιο αυτό και σε μονομελή σχηματισμό, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν η σύνθεση του εφετείου ήταν σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η ανεξαρτησία και η αμεροληψία των τριών εφετών μπορούν να αμφισβητηθούν λόγω των περιστάσεων υπό τις οποίες διορίσθηκαν ως δικαστές.
Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει, αφενός, το γεγονός ότι ένας εκ των δικαστών (FO) διορίσθηκε αρχικώς στο δικαστικό σώμα δυνάμει αποφάσεως εκδοθείσας από όργανο του μη δημοκρατικού καθεστώτος το οποίο υφίστατο στην Πολωνία πριν από την προσχώρησή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παρέμεινε δε σε θέση δικαστή μετά την πτώση του συγκεκριμένου καθεστώτος, χωρίς να δώσει εκ νέου όρκο και απολαύοντας της αρχαιότητας την οποία είχε αποκτήσει οσάκις υφίστατο το καθεστώς αυτό ( 1 ). Αφετέρου, οι οικείοι δικαστές είχαν διορισθεί στο εφετείο κατόπιν προτάσεως του Krajowa Rada Sądownictwa (Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου, Πολωνία, στο εξής: KRS), ο μεν πρώτος εξ αυτών το 1998, περίοδο κατά την οποία οι αποφάσεις του συγκεκριμένου οργάνου δεν αιτιολογούνταν και δεν ήταν δεκτικές προσφυγής, ενώ οι άλλοι δύο το 2012 και 2015, δηλαδή σε περίοδο κατά την οποία, όπως έχει κρίνει το Trybunał Konstytucyjny (Συνταγματικό Δικαστήριο, Πολωνία), το KRS δεν λειτουργούσε με διαφάνεια, η δε σύνθεσή του αντέβαινε στο Σύνταγμα.
Με την απόφασή του, το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου κρίνει, κατ’ ουσίαν, ότι η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων των οποίων απολαύουν οι πολίτες βάσει του δικαίου της Ένωσης ( 2 ) έχει την έννοια ότι οι πλημμέλειες που προβάλλει το αιτούν δικαστήριο όσον αφορά τους εμπλεκομένους εφέτες δεν δύνανται αφ’ εαυτών να προκαλέσουν στους πολίτες εύλογες και σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ανεξαρτησία και την αμεροληψία των συγκεκριμένων δικαστών, ούτε και, ως εκ τούτου, να θέσουν εν αμφιβόλω την ιδιότητα του δικαστικού σχηματισμού στον οποίο μετέχουν ως ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, το οποίο έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Καταρχάς, το Δικαστήριο απορρίπτει την ένσταση απαραδέκτου κατά την οποία ο δικαστής του μονομελούς σχηματισμού του πολωνικού Ανωτάτου Δικαστηρίου, που καλείται να εξετάσει το παραδεκτό της ασκηθείσας ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου αιτήσεως αναιρέσεως, δεν είχε δικαίωμα να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα λόγω πλημμελειών τις οποίες ενείχε ο δικός του διορισμός και οι οποίες θέτουν εν αμφιβόλω την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του. Συγκεκριμένα, εφόσον αίτηση προδικαστικής αποφάσεως έχει υποβληθεί από εθνικό δικαστήριο, τεκμαίρεται ότι αυτό πληροί τις απαιτήσεις που έχει θέσει το Δικαστήριο προκειμένου να συνιστά «δικαστήριο» κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Το τεκμήριο αυτό μπορεί, πάντως, να ανατραπεί σε περίπτωση κατά την οποία από αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκδοθείσα από εθνικό ή διεθνές δικαστήριο, προκύπτει ότι το δικαιοδοτικό όργανο που υπέβαλε την αίτηση δεν έχει την ιδιότητα ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου το οποίο έχει συσταθεί νομίμως. Δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του στοιχεία δυνάμενα να ανατρέψουν το εν λόγω τεκμήριο, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι επομένως παραδεκτή.
Εν συνεχεία, το Δικαστήριο εξετάζει τις δύο επιμέρους ομάδες στις οποίες χώρισε τα προδικαστικά ερωτήματα.
Με την πρώτη ομάδα ερωτημάτων, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί εάν το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 47 του Χάρτη αντιτίθενται στον χαρακτηρισμό ως ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου ενός δικαστικού σχηματισμού όπου μετέχει δικαστής ο οποίος, όπως ο FO, άρχισε τη σταδιοδρομία του ως δικαστή υπό το κομμουνιστικό καθεστώς και οποίος παρέμεινε στη θέση του μετά την πτώση του συγκεκριμένου καθεστώτος.
Συναφώς, αφού έκρινε ότι είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού ( 3 ), το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι, μολονότι η οργάνωση της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών εμπίπτει στην αρμοδιότητά τους, εντούτοις, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης, περιλαμβανομένης της υποχρεώσεως να διασφαλίζουν την τήρηση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
Όσον αφορά την επιρροή που ασκούν στην ανεξαρτησία και αμεροληψία δικαστή περιστάσεις προγενέστερες της προσχωρήσεως, τις οποίες προβάλλει το αιτούν δικαστήριο όσον αφορά δικαστές όπως ο FO, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, κατά τον χρόνο προσχωρήσεως της Πολωνίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είχε κρίνει ότι, καταρχήν, το δικαστικό σύστημα του συγκεκριμένου κράτους ήταν σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης. Επιπλέον, τον αιτούν δικαστήριο δεν παρέσχε καμία συγκεκριμένη εξήγηση καταδεικνύουσα ότι οι συνθήκες του αρχικού διορισμού του FO θα μπορούσαν να καταστήσουν δυνατή την άσκηση αθέμιτης επιρροής επί του εν λόγω δικαστή. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι περιστάσεις του αρχικού διορισμού δύνανται να προκαλέσουν στους πολίτες εύλογες και σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του εν λόγω δικαστή κατά την άσκηση των μεταγενέστερων δικαιοδοτικών καθηκόντων του.
Η δεύτερη ομάδα προδικαστικών ερωτημάτων αφορά το ζήτημα εάν, κατ’ ουσίαν, το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, το άρθρο 47 του Χάρτη και το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 93/13 αντιτίθενται στο ενδεχόμενο να χαρακτηρίζεται ως ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, το οποίο έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως, σχηματισμός δικαστηρίου κράτους μέλους όπου μετέχει δικαστής του οποίου ο αρχικός διορισμός σε θέση δικαστή ή ο μεταγενέστερος διορισμός του σε ανώτερο δικαστήριο πραγματοποιήθηκε είτε κατόπιν της επιλογής του ως υποψηφίου δικαστή από όργανο συγκροτηθέν βάσει νομοθετικών διατάξεων οι οποίες κηρύχθηκαν μεταγενέστερα αντισυνταγματικές από το συνταγματικό δικαστήριο του εν λόγω κράτους μέλους (στο εξής: πρώτη επίμαχη περίσταση) είτε κατόπιν της επιλογής του ως υποψηφίου δικαστή από όργανο συγκροτηθέν νομίμως, πλην όμως κατά το πέρας διαδικασίας η οποία δεν ήταν ούτε διαφανής ή δημόσια ούτε δεκτική ένδικης προσφυγής (στο εξής: δεύτερη επίμαχη περίσταση).
Το Δικαστήριο επισημαίνει συναφώς ότι δεν μπορεί να προκαλέσει αμφιβολίες ως προς την ανεξαρτησία και την αμεροληψία δικαστή κάθε πλημμέλεια δυνάμενη να συμβεί κατά τη διαδικασία διορισμού του.
Εν προκειμένω, όσον αφορά την πρώτη επίμαχη περίσταση, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της ανεξαρτησίας του KRS κηρύσσοντας αντισυνταγματική τη σύνθεση του οργάνου αυτού, ως είχε κατά το χρονικό διάστημα διορισμού των άλλων δύο δικαστών, εκτός του FO, στον δικαστικό σχηματισμό που εξέδωσε την ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, η κήρυξη αυτή αντισυνταγματικότητας δεν δύναται, αφ’ εαυτής, να έχει ως αποτέλεσμα την αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας του συγκεκριμένου οργάνου ούτε και να προκαλέσει στους πολίτες αμφιβολίες ως προς την ανεξαρτησία των οικείων δικαστών έναντι εξωτερικών στοιχείων. Άλλωστε, το αιτούν δικαστήριο δεν προέβαλε σχετικώς κανένα συγκεκριμένο στοιχείο δυνάμενο να τεκμηριώσει την ύπαρξη τέτοιων αμφιβολιών.
Το αυτό συμπέρασμα ισχύει και ως προς την κατάσταση την οποία αφορά η δεύτερη επίμαχη περίσταση. Πράγματι, από την απόφαση περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι το KRS, υπό τη σύνθεση που είχε μετά την πτώση του πολωνικού μη δημοκρατικού καθεστώτος, στερούνταν ανεξαρτησίας έναντι της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας.
Υπό τις συνθήκες αυτές, οι δύο ως άνω περιστάσεις δεν στοιχειοθετούν παράβαση των θεμελιωδών κανόνων οι οποίοι έχουν εφαρμογή στον διορισμό των δικαστών. Συνεπώς, καθόσον οι προβληθείσες πλημμέλειες δεν προκαλούν πραγματικό κίνδυνο ασκήσεως αθέμιτης διακριτικής ευχέρειας εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία θα έθετε σε κίνδυνο τον αδιάβλητο χαρακτήρα της διαδικασίας διορισμού των δικαστών, το δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται στον χαρακτηρισμό του δικαστικού σχηματισμού στον οποίο μετέχουν οι οικείοι δικαστές ως ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, το οποίο έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως.
( 1 ) Στο εξής: προγενέστερες της προσχωρήσεως περιστάσεις.
( 2 ) Αρχή στην οποία παραπέμπει το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, κατά το οποίο «[τ]α κράτη μέλη προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η πραγματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης», και η οποία κατοχυρώνεται με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), καθώς και στην οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29). Η εν λόγω οδηγία μνημονεύει εκ νέου, στο άρθρο της 7, παράγραφοι 1 και 2, το δικαίωμα ασκήσεως αποτελεσματικών ενδίκων βοηθημάτων και μέσων το οποίο έχουν οι καταναλωτές που θεωρούν ότι έχουν ζημιωθεί από ρήτρες τέτοιου χαρακτήρα.
( 3 ) Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ερμηνεύει το δίκαιο της Ένωσης αποκλειστικώς όσον αφορά την εφαρμογή του δικαίου αυτού εντός νέου κράτους μέλους από της ημερομηνίας προσχωρήσεως του οικείου κράτους στην Ένωση. Εν προκειμένω, το υποβληθέν ερώτημα, μολονότι αφορά περιστάσεις προγενέστερες της προσχωρήσεως της Πολωνίας στην Ένωση, έχει ως αντικείμενο κατάσταση η οποία δεν παρήγαγε όλα τα αποτελέσματά της πριν από τη συγκεκριμένη ημερομηνία, δεδομένου ότι ο FO, ο οποίος διορίσθηκε ως δικαστής πριν από την προσχώρηση, εξακολουθεί ακόμη να είναι δικαστικός λειτουργός και ασκεί καθήκοντα αντίστοιχα της ιδιότητας αυτής.