ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 28ης Απριλίου 2022 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Κοινή οργάνωση των αγορών γεωργικών προϊόντων – Οίνος – Κανονισμός (ΕΕ) 1308/2013 – Κανόνες εμπορίας – Άρθρο 80 – Οινολογικές πρακτικές – Απαγόρευση εμπορίας – Άρθρο 90 – Εισαγωγές οίνου – Κανονισμός (ΕΚ) 555/2008 – Άρθρο 43 – Έγγραφο V I 1 – Βεβαίωση ότι οι παρτίδες οίνου έχουν παραχθεί σύμφωνα με τις συνιστώμενες ή εγκεκριμένες οινολογικές πρακτικές – Αποδεικτική αξία – Κανονισμός (ΕΕ) 1306/2013 – Άρθρο 89, παράγραφος 4 – Κυρώσεις – Διάθεση στην αγορά οίνου προελεύσεως τρίτης χώρας – Οίνος που έχει παραχθεί σύμφωνα με μη εγκεκριμένες οινολογικές πρακτικές – Απαλλαγή από την ευθύνη – Βάρος αποδείξεως»

Στην υπόθεση C‑86/20,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Krajský soud v Brně (περιφερειακό δικαστήριο του Brno, Τσεχική Δημοκρατία) με απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2020, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Φεβρουαρίου 2020, στο πλαίσιο της δίκης

Vinařství U Kapličky s. r. o.

κατά

Státní zemědělská a potravinářská inspekce,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους L. Bay Larsen (εισηγητή), Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, προεδρεύοντα του πρώτου τμήματος, J.-C. Bonichot και M. Safjan, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Α. Ράντος

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–

η Vinařství U Kapličky s.r.o., εκπροσωπούμενη από τον V. Mihalík, advokát,

–

η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek, J. Vláčil και J. Pavliš,

–

η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από την C. Gerardis, avvocato dello Stato,

–

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον B. Hofstötter και την K. Walkerová,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2021,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 555/2008 της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 2008, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 479/2008 του Συμβουλίου για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς όσον αφορά τα προγράμματα στήριξης, τις συναλλαγές με τρίτες χώρες, το δυναμικό παραγωγής και τους ελέγχους στον αμπελοοινικό τομέα (ΕΕ 2008, L 170, σ. 1).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Vinařství U Kapličky s.r.o. και της Státní zemědělská a potravinářská inspekce, ústřední inspektorát (κεντρικής υπηρεσίας ελέγχων της εθνικής αρχής ελέγχου αγροτικών προϊόντων και τροφίμων, Τσεχική Δημοκρατία, στο εξής: κεντρική υπηρεσία ελέγχων), με αντικείμενο το πρόστιμο που επέβαλε η τελευταία στην εταιρία αυτή λόγω της θέσεως σε κυκλοφορία παρτίδων οίνου, προελεύσεως Μολδαβίας, οι οποίες είχαν παραχθεί σύμφωνα με οινολογικές πρακτικές μη εγκεκριμένες από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

Ο κανονισμός (ΕΚ) 479/2008

3

Το άρθρο 82 του κανονισμού (ΕΚ) 479/2008 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2008, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1493/1999, (ΕΚ) αριθ. 1782/2003, (ΕΚ) αριθ. 1290/2005, (ΕΚ) αριθ. 3/2008 και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 2392/86 και (ΕΚ) αριθ. 1493/1999 (ΕΕ 2008, L 148, σ. 1), προέβλεπε τα εξής:

«1.   Εκτός αντιθέτων διατάξεων, ιδίως σε συμφωνίες που συνάπτονται δυνάμει του άρθρου [218 ΣΛΕΕ], οι διατάξεις σχετικά με τις ονομασίες προέλευσης και τις γεωγραφικές ενδείξεις και την επισήμανση που προβλέπονται στα κεφάλαια III και IV του τίτλου III του παρόντος κανονισμού, ανάλογα με την περίπτωση, καθώς και στο άρθρο 25 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, εφαρμόζονται στα προϊόντα των κωδικών ΣΟ 200961, 200969 και 2204 τα οποία εισάγονται στην Κοινότητα.

2.   Εκτός αντιθέτων διατάξεων σε συμφωνίες που συνάπτονται δυνάμει του άρθρου [218 ΣΛΕΕ], τα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου παράγονται σύμφωνα με οινολογικές πρακτικές τις οποίες συνιστά και δημοσιεύει ο Διεθνής Οργανισμός Αμπέλου και Οίνου (OIV) ή οι οποίοι εγκρίνονται από την Κοινότητα δυνάμει του παρόντος κανονισμού και των μέτρων εφαρμογής του.

3.   Για την εισαγωγή των προϊόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 απαιτείται η προσκόμιση:

α)

βεβαίωσης ως προς τη συμμόρφωση με τις διατάξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2, η οποία συντάσσεται από αρμόδιο οργανισμό, ο οποίος περιλαμβάνεται σε κατάλογο που πρόκειται να δημοσιοποιηθεί από την Επιτροπή, στη χώρα από την οποία προέρχεται το προϊόν·

β)

δελτίου ανάλυσης που συντάσσεται από οργανισμό ή υπηρεσία που ορίζεται από τη χώρα από την οποία προέρχεται το προϊόν, στην περίπτωση που το προϊόν προορίζεται για άμεση κατανάλωση από τον άνθρωπο.»

4

Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 491/2009 του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 2009, σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (ΕΕ 2009, L 154, σ. 1).

5

Το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 491/2009 προβλέπει ότι οι παραπομπές στον κανονισμό 479/2008 θεωρούνται ότι αποτελούν παραπομπές στον κανονισμό (ΕΚ) 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (ΕΕ 2007, L 299, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 491/2009 του Συμβουλίου (στο εξής: κανονισμός 1234/2007), και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που παρατίθεται στο παράρτημα XXII του κανονισμού 1234/2007.

6

Σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα XXII, σημείο 47, του κανονισμού 1234/2007, το άρθρο 82 του κανονισμού 479/2008 αντιστοιχεί στο άρθρο 158α του κανονισμού 1234/2007.

Ο κανονισμός 555/2008

7

Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 555/2008 είχε ως εξής:

«Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κανόνες εφαρμογής των ακόλουθων διατάξεων του κανονισμού […] 479/2008:

[…]

β) συναλλαγές με τρίτες χώρες (Τίτλος IV),

[…]».

8

Το άρθρο 40 του κανονισμού 555/2008 όριζε τα ακόλουθα:

«Η βεβαίωση και το δελτίο ανάλυσης που αναφέρονται αντίστοιχα στο άρθρο 82 παράγραφος 3 στοιχεία α) και β) του [κανονισμού 479/2008] περιλαμβάνονται σε ένα και μόνο έγγραφο του οποίου:

α)

το τμήμα “βεβαίωση” συντάσσεται από οργανισμό της τρίτης χώρας από την οποία κατάγονται τα προϊόντα·

β)

το τμήμα “δελτίο ανάλυσης” συντάσσεται από επίσημο εργαστήριο, αναγνωρισμένο από την τρίτη χώρα από την οποία κατάγονται τα προϊόντα.»

9

Το άρθρο 43, παράγραφος 1, του κανονισμού 555/2008 όριζε τα εξής:

«Η βεβαίωση και το δελτίο ανάλυσης συντάσσονται σε ένα και το αυτό έγγραφο V I 1 για κάθε παρτίδα που θα εισαχθεί στην Κοινότητα.

Το έγγραφο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο συντάσσεται στο έντυπο V I 1 σύμφωνα με το υπόδειγμα του παραρτήματος IX. Υπογράφεται από υπάλληλο του επίσημου οργανισμού και από υπάλληλο του αναγνωρισμένου εργαστηρίου που αναφέρονται στο άρθρο 48.»

10

Τα άρθρο 47, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού προέβλεπε τα κατωτέρω:

«Το πρωτότυπο και το αντίγραφο του εγγράφου V I 1 ή του αποσπάσματος V I 2 επιδίδονται, μετά το πέρας των απαραίτητων τελωνειακών διατυπώσεων για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία της παρτίδας στην οποία αναφέρονται, στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έγινε αυτή η εργασία.»

11

Το τετραγωνίδιο 9, με τίτλο «Βεβαίωση», του εντύπου V I 1 που περιλαμβανόταν στο παράρτημα IX του εν λόγω κανονισμού είχε ως εξής:

«Το ανωτέρω περιγραφόμενο προϊόν […] ☐ προορίζεται/☐ δεν προορίζεται για άμεση ανθρώπινη κατανάλωση, είναι σύμφωνο προς τους κοινοτικούς ορισμούς ή τις κοινοτικές κατηγορίες αμπελοοινικών προϊόντων και παράχθηκε σύμφωνα με οινολογικές πρακτικές που […] ☐ συνιστώνται και έχουν δημοσιευθεί από τον Διεθνή Οργανισμό Αμπέλου και Οίνου/☐ επιτρέπονται από την Κοινότητα.

Ονομασία και πλήρης διεύθυνση του επίσημου οργανισμού: Τόπος και ημερομηνία:

Υπογραφή, όνομα και ιδιότητα του υπευθύνου Σφραγίδα:»

12

Το άρθρο 52 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2018/273 της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2017, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά το καθεστώς αδειοδότησης αμπελοφυτεύσεων, το αμπελουργικό μητρώο, τα συνοδευτικά έγγραφα και την πιστοποίηση, τα βιβλία εισερχομένων και εξερχομένων, τις υποχρεωτικές δηλώσεις, τις κοινοποιήσεις και τη δημοσίευση κοινοποιηθεισών πληροφοριών, και τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τους σχετικούς ελέγχους και κυρώσεις, την τροποποίηση των κανονισμών της Επιτροπής (ΕΚ) αριθ. 555/2008, (ΕΚ) αριθ. 606/2009 και (ΕΚ) αριθ. 607/2009 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 436/2009 της Επιτροπής και του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/560 της Επιτροπής (ΕΕ 2018, L 58, σ. 1), κατάργησε, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 1 και 38 έως 54 του κανονισμού 555/2008, καθώς και το παράρτημα ΙΧ αυτού.

13

Το άρθρο 56 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2018/273 διευκρινίζει ότι ο κανονισμός αυτός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο κανονισμός (ΕΚ) 1306/2013

14

Το άρθρο 64, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΕ) 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 352/78, (ΕΚ) αριθ. 165/94, (ΕΚ) αριθ. 2799/98, (ΕΚ) αριθ. 814/2000, (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 και (ΕΚ) αριθ. 485/2008 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 549, και διορθωτικό ΕΕ 2016, L 130, σ. 13), προβλέπει τα εξής:

«1.   Όσον αφορά τις διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 63 παράγραφος 2, το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τα κριτήρια επιλεξιμότητας, τις δεσμεύσεις ή άλλες υποχρεώσεις που απορρέουν από την εφαρμογή της τομεακής γεωργικής νομοθεσίας, πλην των προβλεπόμενων στα άρθρα 67 έως 78 του κεφαλαίου ΙΙ του παρόντος τίτλου και στα άρθρα 91 έως 101 του τίτλου VI και όσων υπόκεινται στις κυρώσεις του άρθρου 89 παράγραφοι 3 και 4.

2.   Δεν επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις:

α)

όταν η μη συμμόρφωση οφείλεται σε ανωτέρα βία,

β)

όταν η μη συμμόρφωση οφείλεται σε προφανή σφάλματα, ως αναφέρεται στο άρθρο 59 παράγραφος 6,

γ)

όταν η μη συμμόρφωση οφείλεται σε σφάλμα της αρμόδιας αρχής ή άλλης αρχής και εφόσον το σφάλμα δεν μπορούσε να εντοπιστεί εύλογα από το πρόσωπο το οποίο αφορά η διοικητική κύρωση,

δ)

όταν το συγκεκριμένο πρόσωπο μπορεί να πείσει την αρμόδια αρχή ότι δεν ευθύνεται για τη μη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις της παραγράφου 1 ή εάν η αρμόδια αρχή πεισθεί άλλως ότι δεν ευθύνεται το συγκεκριμένο πρόσωπο,

[…]».

15

Το άρθρο 89, παράγραφος 4, ορίζει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη των πράξεων για τον αμπελοοινικό τομέα που εκδίδονται βάσει του άρθρου 64, σε περίπτωση παράβασης των ενωσιακών κανόνων στον εν λόγω τομέα, τα κράτη μέλη επιβάλλουν αναλογικές, αποτελεσματικές και αποτρεπτικές διοικητικές κυρώσεις. Οι κυρώσεις αυτές δεν επιβάλλονται στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 64 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως δ) και εφόσον η μη συμμόρφωση είναι ήσσονος σημασίας.»

Ο κανονισμός (ΕΚ) 1308/2013

16

Το άρθρο 80, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού (ΕΕ) 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 922/72, (ΕΟΚ) αριθ. 234/79, (ΕΚ) αριθ. 1037/2001 και (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 671), προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.   Για την παραγωγή και συντήρηση στην Ένωση των προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα VΙΙ μέρος ΙΙ, χρησιμοποιούνται μόνο οι οινολογικές πρακτικές που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με το παράρτημα VΙΙΙ και προβλέπονται στο άρθρο 75 παράγραφος 3 στοιχείο ζ) και στο άρθρο 83 παράγραφοι 2 και 3.

[…]

Οι εγκεκριμένες οινολογικές πρακτικές χρησιμοποιούνται μόνο για την ορθή οινοποίηση, την καλή συντήρηση ή τον εξευγενισμό του προϊόντος.

Τα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα VΙΙ, μέρος ΙΙ παράγονται στην Ένωση σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στο παράρτημα VΙΙΙ.

2.   Τα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα VΙΙ μέρος ΙΙ δεν διατίθενται στην αγορά της Ένωσης εάν:

α)

έχουν παραχθεί σύμφωνα με μη εγκεκριμένες ενωσιακές οινολογικές πρακτικές·

β)

έχουν παραχθεί σύμφωνα με μη εγκεκριμένες εθνικές οινολογικές πρακτικές· ή

γ)

δεν τηρούν τους κανόνες που ορίζονται στο παράρτημα VΙΙΙ.

[…]

3.   Για την έγκριση των οινολογικών πρακτικών που αναφέρονται στο άρθρο 75 παράγραφος 3 στοιχείο ζ), η Επιτροπή:

α)

λαμβάνει υπόψη τις οινολογικές πρακτικές και μεθόδους ανάλυσης που συνιστά και δημοσιεύει ο Διεθνής Οργανισμός Αμπέλου και Οίνου, καθώς και τα αποτελέσματα της πειραματικής χρήσης οινολογικών πρακτικών που δεν έχουν ακόμη εγκριθεί·

[…]

στ)

τηρεί τους γενικούς κανόνες σχετικά με τις οινολογικές πρακτικές και τους κανόνες που ορίζονται στο παράρτημα VΙΙΙ.»

17

Το άρθρο 90 του κανονισμού αυτού έχει ως εξής:

«1.   Εκτός αν άλλως προβλέπεται σε διεθνείς συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με τη [Συνθήκη ΛΕΕ], οι διατάξεις σχετικά με τις ονομασίες προέλευσης, τις γεωγραφικές ενδείξεις και την επισήμανση του οίνου που προβλέπονται στο τμήμα 2 του παρόντος κεφαλαίου, καθώς και οι ορισμοί, οι ονομασίες και οι ονομασίες πώλησης που αναφέρονται στο άρθρο 78 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται στα προϊόντα που εισάγονται στην Ένωση και εμπίπτουν στους κωδικούς ΣΟ 200961, 200969 και 2204.

2.   Πλην αντιθέτων διατάξεων διεθνών συμφωνιών που συνάπτονται σύμφωνα με τη [Συνθήκη ΛΕΕ], τα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου παράγονται σύμφωνα με οινολογικές πρακτικές εγκεκριμένες από την Ένωση δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή, πριν από την έγκριση κατά το άρθρο 80 παράγραφος 3, σύμφωνα με οινολογικές πρακτικές τις οποίες συνιστά και δημοσιεύει ο Διεθνής Οργανισμός Αμπέλου και Οίνου.

3.   Για την εισαγωγή των προϊόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 απαιτείται η προσκόμιση:

α)

πιστοποιητικού συμμόρφωσης με τις διατάξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2, το οποίο συντάσσεται από αρμόδιο φορέα της χώρας καταγωγής του προϊόντος ο οποίος περιλαμβάνεται σε κατάλογο δημοσιοποιούμενο από την Επιτροπή·

β)

δελτίου ανάλυσης που συντάσσεται από οργανισμό ή υπηρεσία που ορίζεται από τη χώρα καταγωγής του προϊόντος, εάν το προϊόν προορίζεται για άμεση κατανάλωση από τον άνθρωπο.»

18

Το άρθρο 230, παράγραφοι 1 και 2, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:

«1.   Ο [κανονισμός 1234/2007] καταργείται.

[…]

2.   Κάθε παραπομπή στον [κανονισμό 1234/2007] θεωρείται ως παραπομπή στον παρόντα κανονισμό και στον [κανονισμό 1306/2013] σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που βρίσκεται στο παράρτημα ΧΙV του παρόντος κανονισμού.»

19

Το παράρτημα I, μέρος XII, του κανονισμού 1308/2013 προβλέπει τα εξής:

«Ο αμπελοοινικός τομέας καλύπτει τα προϊόντα που παρατίθενται στον ακόλουθο πίνακα:

Κωδικός ΣΟ

Περιγραφή

α)

2009 61

2009 69

Χυμοί σταφυλιών (στους οποίους περιλαμβάνεται και ο μούστος σταφυλιών)

[…]

[…]

β)

ex 2204

Κρασιά από νωπά σταφύλια, στα οποία περιλαμβάνονται και τα εμπλουτισμένα με αλκοόλη κρασιά. Μούστος σταφυλιών άλλος από εκείνον της κλάσης 2009, εκτός από τον άλλο μούστο σταφυλιών των διακρίσεων 2204 30 92, 2204 30 94, 2204 30 96 και 2204 30 98

[…]

[…]

[…]

»

20

Το παράρτημα VII, μέρος II, σημείο 1, του κανονισμού αυτού έχει ως εξής:

«Οίνος

“Οίνος”: το προϊόν που παράγεται αποκλειστικά με πλήρη ή μερική αλκοολική ζύμωση νωπών σταφυλιών, είτε αυτά έχουν υποστεί έκθλιψη είτε όχι, ή γλεύκους σταφυλιών.

[…]»

21

Το παράρτημα VIII του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Οινολογικές πρακτικές που αναφέρονται στο άρθρο 80», προβλέπει στο μέρος Ι, τμήμα Α, τα εξής:

«Όρια εμπλουτισμού

1.

Όταν το επιβάλλουν οι κλιματικές συνθήκες που επικρατούν σε ορισμένες αμπελουργικές ζώνες της Ένωσης, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την ενίσχυση του φυσικού κατ’ όγκο αλκοολικού τίτλου των νωπών σταφυλιών, του γλεύκους σταφυλιών, του γλεύκους σταφυλιών που έχει υποστεί μερική ζύμωση, του νεαρού οίνου που βρίσκεται ακόμη σε κατάσταση ζύμωσης και του οίνου που παράγονται από οινοποιήσιμες ποικιλίες αμπέλου ταξινομήσιμες σύμφωνα με το άρθρο 81.

2.

Η αύξηση του φυσικού κατ’ όγκο αλκοολικού τίτλου επιτυγχάνεται με τις οινολογικές πρακτικές που αναφέρονται στο τμήμα Β και δεν υπερβαίνει τα ακόλουθα όρια:

α)

3 % vol. στην αμπελουργική ζώνη Α·

β)

2 % vol. στην αμπελουργική ζώνη Β·

γ)

1,5 % vol. στις αμπελουργικές ζώνες Γ.

[…]»

22

Το παράρτημα VIII, μέρος II, του ίδιου κανονισμού έχει ως ακολούθως:

«Α. Γενικά

1.

Όλες οι επιτρεπόμενες οινολογικές πρακτικές αποκλείουν την προσθήκη νερού, εκτός εάν αυτή υπαγορεύεται από ειδικές τεχνικές ανάγκες.

[…]

Γ. Ανάμειξη οίνων

Απαγορεύεται η ανάμιξη (coupage) στην Ένωση οίνου καταγωγής τρίτης χώρας με οίνο της Ένωσης και η ανάμιξη οίνων καταγωγής τρίτων χωρών.

[…]»

23

Σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα XIV του κανονισμού 1308/2013, το άρθρο 158α του κανονισμού 1234/2007 αντιστοιχεί στο άρθρο 90 του κανονισμού 1308/2013.

Το τσεχικό δίκαιο

24

Το άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο ff, του zákon č. 321/2004 Sb., o vinohradnictví a vinařství (νόμου 321/2004 περί αμπελουργίας και παραγωγής οίνου), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο για τη διαφορά της κύριας δίκης χρόνο, ορίζει τα εξής:

«Νομικό ή φυσικό πρόσωπο, έχον την ιδιότητα του παραγωγού ή του διαθέτοντος προϊόντα στην αγορά, τελεί διοικητική παράβαση όταν […] παραβαίνει υποχρέωση προβλεπόμενη από διάταξη της [Ένωσης] που διέπει την αμπελουργία, τον αμπελοοινικό τομέα ή την εμπορία οίνου.»

25

Το άρθρο 40, παράγραφος 1, του νόμου περί αμπελουργίας και παραγωγής οίνου έχει ως εξής:

«Ένα νομικό πρόσωπο δεν ευθύνεται για διοικητική παράβαση εφόσον αποδείξει ότι κατέβαλε κάθε προσπάθεια που μπορούσε να απαιτηθεί από αυτό προκειμένου να αποτραπεί η παράβαση της υποχρεώσεως.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

26

Με απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2016, η Státní zemědělská a potravinářská inspekce, Inspektorát v Brně (εθνική αρχή ελέγχου αγροτικών προϊόντων και τροφίμων, τμήμα Brno, Τσεχική Δημοκρατία) επέβαλε πρόστιμο 2100000 τσεχικών κορωνών (CZK) (περίπου 80000 ευρώ) στη Vinařství U Kapličky και της ζήτησε την επιστροφή εξόδων εργαστηριακής αναλύσεως ύψους 86420 CZK (περίπου 3000 ευρώ), για τον λόγο ότι η εταιρία αυτή έθεσε σε κυκλοφορία στην Τσεχική Δημοκρατία παρτίδες οίνου εισαγόμενες από τη Μολδαβία οι οποίες είχαν παραχθεί σύμφωνα με μη εγκεκριμένες οινολογικές πρακτικές, κατά παράβαση του άρθρου 80, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1308/2013, και, σε ορισμένες περιπτώσεις, παρτίδες οίνου εισαγόμενες από τη Μολδαβία οι οποίες δεν συμμορφώνονταν προς τους κανόνες του παραρτήματος VIII του εν λόγω κανονισμού, κατά παράβαση του άρθρου 80, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του ίδιου αυτού κανονισμού.

27

Βάσει εργαστηριακών αναλύσεων σε δείγματα που ελήφθησαν στο πλαίσιο ελέγχου στις εγκαταστάσεις της Vinařství U Kapličky, η εθνική αρχή ελέγχου αγροτικών προϊόντων και τροφίμων, τμήμα Brno, διαπίστωσε ότι οι οικείες παρτίδες δεν τηρούσαν, σε διαφορετικό βαθμό η καθεμία, τις απαιτήσεις σχετικά με τις επιτρεπόμενες οινολογικές πρακτικές, ιδίως λόγω της αυξήσεως του φυσικού κατ’ όγκο αλκοολικού τίτλου πέραν του ορίου του 3 % vol.

28

Με απόφαση της 4ης Αυγούστου 2016, η κεντρική υπηρεσία ελέγχων απέρριψε τη διοικητική προσφυγή που άσκησε η Vinařství U Kapličky κατά της απόφασης της 14ης Ιανουαρίου 2016.

29

Η Vinařství U Kapličky άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης της 4ης Αυγούστου 2016 ενώπιον του Krajský soud v Brně (περιφερειακού δικαστηρίου του Brno, Τσεχική Δημοκρατία), υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η κεντρική υπηρεσία ελέγχων όφειλε να την έχει απαλλάξει από την ευθύνη της για τις προσαπτόμενες σε αυτήν παραβάσεις λόγω της ύπαρξης εγγράφων V I 1 συνταχθέντων από τις αρμόδιες αρχές, κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 555/2008, για τις οικείες παρτίδες οίνου.

30

Στις 26 Απριλίου 2018 το Krajský soud v Brně (περιφερειακό δικαστήριο του Brno) ακύρωσε την απόφαση της κεντρικής υπηρεσίας ελέγχων της 4ης Αυγούστου 2016 και παρέπεμψε την υπόθεση στην τελευταία. Το δικαστήριο αυτό έκρινε, συναφώς, ότι δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να αποκλειστεί η δυνατότητα της Vinařství U Kapličky να απαλλαγεί από την ευθύνη της για τις προσαπτόμενες παραβάσεις βάσει των εγγράφων V I 1 που εκδόθηκαν από τις αρμόδιες μολδαβικές αρχές και ότι η κεντρική υπηρεσία ελέγχων όφειλε να έχει λάβει υπόψη και άλλες περιστάσεις προκειμένου να καθορίσει αν έπρεπε να απαλλαγεί η εταιρία αυτή από την ευθύνη της για τις προσαπτόμενες σε αυτήν παραβάσεις.

31

Η κεντρική υπηρεσία ελέγχων άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης αυτής.

32

Στις 16 Αυγούστου 2018 το Nejvyšší správní soud (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Τσεχική Δημοκρατία) αναίρεσε την απόφαση του Krajský soud v Brně (περιφερειακού δικαστηρίου του Brno) και ανέπεμψε την υπόθεση στο δικαστήριο αυτό, με το σκεπτικό ότι το έγγραφο V I 1 αποτελεί απλή διοικητική διατύπωση για την είσοδο των επίμαχων παρτίδων οίνου στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι η προσκόμιση ενός τέτοιου εγγράφου δεν αρκεί για να απαλλάξει το πρόσωπο που εμπορεύεται τις παρτίδες αυτές από την ευθύνη του για τις προσαπτόμενες παραβάσεις.

33

Κατόπιν της απόφασης αυτής, το Krajský soud v Brně (περιφερειακό δικαστήριο του Brno) απέρριψε, στις 21 Νοεμβρίου 2018, την προσφυγή που άσκησε η Vinařství U Kapličky κατά της απόφασης της κεντρικής υπηρεσίας ελέγχων της 4ης Αυγούστου 2016.

34

Η Vinařství U Kapličky άσκησε αναίρεση και συνταγματική προσφυγή κατά της απόφασης αυτής του Krajský soud v Brně (περιφερειακού δικαστηρίου του Brno).

35

Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε από το Nejvyšší správní soud (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) στις 27 Μαρτίου 2019.

36

Αντιθέτως, το Ústavní soud (Συνταγματικό Δικαστήριο, Τσεχική Δημοκρατία), με απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, διαπίστωσε προσβολή του δικαιώματος της Vinařství U Kapličky σε δίκαιη δίκη, λόγω του ότι το Nejvyšší správní soud (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) απέρριψε το επιχείρημα που άντλησε η εταιρία αυτή από τον δεσμευτικό χαρακτήρα της βεβαίωσης που περιλαμβάνεται στο έγγραφο V I 1, χωρίς να υποβάλει προηγουμένως προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.

37

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Krajský soud v Brně (περιφερειακό δικαστήριο του Brno, Τσεχική Δημοκρατία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Αποτελεί το έγγραφο V I 1, το οποίο εκδίδεται δυνάμει του [κανονισμού 555/2008] και το οποίο περιλαμβάνει βεβαίωση εγκεκριμένου οργανισμού τρίτου κράτους ότι η παραγωγή του προϊόντος πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις οινολογικές πρακτικές που προτείνονται και δημοσιεύονται από τον [Διεθνή Οργανισμό Αμπέλου και Οίνου] ή εγκρίνονται από την [Ένωση], απλή διοικητική προϋπόθεση για την εισαγωγή οίνου στο έδαφος της [Ένωσης];

2)

Αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης κανόνας του εθνικού δικαίου κατά τον οποίο έμπορος εισαγόμενου από τη Μολδαβία οίνου δύναται να απαλλαγεί από την ευθύνη για διοικητική παράβαση συνιστάμενη σε διάθεση στην αγορά οίνων που έχουν παραχθεί σύμφωνα με μη εγκεκριμένες στην [Ένωση] οινολογικές πρακτικές, σε περίπτωση κατά την οποία οι εθνικές αρχές δεν ανέτρεψαν το τεκμήριο που ισχύει υπέρ του εμπόρου, βάσει του οποίου η παραγωγή του οίνου πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με οινολογικές πρακτικές εγκεκριμένες από την [Ένωση], τεκμήριο το οποίο μπορεί να αντλήσει ο έμπορος αυτός από το έγγραφο V I 1 που εξέδωσαν οι μολδαβικές αρχές δυνάμει του [κανονισμού 555/2008];»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

38

Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 80, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και γʹ, και το άρθρο 90, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1308/2013 έχουν την έννοια ότι η βεβαίωση που περιλαμβάνεται σε έγγραφο V I 1 συνταχθέν για παρτίδα οίνου εισαγόμενη στην Ένωση βάσει του κανονισμού 555/2008, και κατά την οποία η παρτίδα αυτή έχει παραχθεί σύμφωνα με τις οινολογικές πρακτικές που συνιστά και δημοσιεύει ο Διεθνής Οργανισμός Αμπέλου και Οίνου (στο εξής: ΔΟΑΟ) ή είναι εγκεκριμένες από την Ένωση, είναι κρίσιμη για την εκτίμηση της συμμόρφωσης της εν λόγω παρτίδας με τις οινολογικές πρακτικές που αναφέρονται στο άρθρο 80, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και γʹ, του κανονισμού 1308/2013.

39

Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι ο κανονισμός 555/2008 είχε ως αντικείμενο τον καθορισμό, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αυτού, των κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 479/2008, ιδίως εκείνων που αφορούν τις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες.

40

Επιπλέον, μολονότι διάφορες διατάξεις του κανονισμού 555/2008, ιδίως τα άρθρα 1 και 38 έως 54 καθώς και το παράρτημα IX αυτού, καταργήθηκαν με το άρθρο 52 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2018/273, εντούτοις οι διατάξεις αυτές εξακολουθούσαν να ισχύουν κατά την ημερομηνία σύνταξης του εγγράφου V I 1 και κατά την ημερομηνία της εισόδου στην Ένωση των επίμαχων στην κύρια δίκη παρτίδων οίνου, οπότε μπορούν να είναι κρίσιμες για την απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα.

41

Το άρθρο 40 του κανονισμού 555/2008, το οποίο περιλαμβανόταν στο κεφάλαιο II, με τίτλο «Βεβαίωση και δελτίο ανάλυσης των οίνων, των χυμών και των γλευκών σταφυλιών κατά την εισαγωγή», του τίτλου III του κανονισμού αυτού, προέβλεπε ότι η βεβαίωση και το δελτίο ανάλυσης που αναφέρονται, αντιστοίχως, στο άρθρο 82, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, και στο άρθρο 82, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 479/2008 περιλαμβάνονταν σε ένα και μόνο έγγραφο του οποίου το τμήμα «βεβαίωση» συντασσόταν από οργανισμό της τρίτης χώρας καταγωγής των προϊόντων.

42

Αν και η διάταξη αυτή παρέπεμπε στο άρθρο 82 του κανονισμού 479/2008, η παραπομπή αυτή πρέπει να νοηθεί, υπό το πρίσμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 491/2009 και του άρθρου 230, παράγραφος 2, του κανονισμού 1308/2013, υπό την έννοια ότι αφορούσε, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, τη βεβαίωση και το δελτίο ανάλυσης που αναφέρονται, αντιστοίχως, στο άρθρο 90, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, και στο άρθρο 90, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1308/2013.

43

Το άρθρο 90, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1308/2013 προβλέπει ότι, εκτός αν ορίζεται άλλως στις διεθνείς συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με τη Συνθήκη ΛΕΕ, ο οίνος πρέπει να παράγεται σύμφωνα με οινολογικές πρακτικές εγκεκριμένες από την Ένωση δυνάμει του κανονισμού αυτού ή, πριν από την εκ μέρους της Επιτροπής έγκριση κατά το άρθρο 80, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού, σύμφωνα με οινολογικές πρακτικές τις οποίες συνιστά και δημοσιεύει ο ΔΟΑΟ.

44

Το άρθρο 90, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1308/2013 ορίζει ότι για την εισαγωγή οίνου απαιτείται η προσκόμιση βεβαίωσης συμμόρφωσης με τις διατάξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2, το οποίο συντάσσεται από αρμόδιο φορέα της χώρας καταγωγής του προϊόντος ο οποίος περιλαμβάνεται σε κατάλογο δημοσιοποιούμενο από την Επιτροπή, καθώς και δελτίου ανάλυσης που συντάσσεται από οργανισμό ή υπηρεσία που ορίζεται από τη χώρα καταγωγής του προϊόντος.

45

Επισημαίνεται, συναφώς, ότι το άρθρο 43, παράγραφος 1, του κανονισμού 555/2008 προέβλεπε, κατ’ ουσίαν, ότι η εν λόγω βεβαίωση και το δελτίο ανάλυσης συντάσσονταν σε ένα και το αυτό έγγραφο V I 1 για κάθε παρτίδα προοριζόμενη να εισαχθεί στην Ένωση και ότι το έγγραφο αυτό συντασσόταν βάσει εντύπου V I 1 του οποίου το υπόδειγμα περιλαμβανόταν στο παράρτημα IX του κανονισμού αυτού.

46

Το τετραγωνίδιο 9 του υποδείγματος αυτού, με τίτλο «Βεβαίωση», απαιτούσε να αναφέρεται αν το οικείο προϊόν προοριζόταν για άμεση ανθρώπινη κατανάλωση, αν είναι σύμφωνο προς τον κοινοτικό ορισμό ή τις κοινοτικές κατηγορίες αμπελοοινικών προϊόντων και αν παράχθηκε σύμφωνα με οινολογικές πρακτικές που συνιστώνται και έχουν δημοσιευθεί από τον ΔΟΑΟ ή επιτρέπονται από την Ένωση.

47

Το άρθρο 47, παράγραφος 1, του κανονισμού 555/2008 όριζε ότι το πρωτότυπο και το αντίγραφο του εγγράφου V I 1 ή του αποσπάσματος V I 2 επιδίδονταν, μετά το πέρας των απαραίτητων τελωνειακών διατυπώσεων για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία της παρτίδας στην οποία αναφέρονταν, στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έγινε αυτή η εργασία.

48

Από τις διατάξεις που παρατίθενται στις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι το έγγραφο V I 1, περί του οποίου γίνεται λόγος στο άρθρο 43, παράγραφος 1, του κανονισμού 555/2008, αποτελούσε έγγραφο το οποίο έπρεπε να συνταχθεί, για κάθε παρτίδα οίνου προοριζόμενη να εισαχθεί στην Ένωση, από αρμόδιο οργανισμό της τρίτης χώρας καταγωγής της οικείας παρτίδας και το οποίο επρόκειτο να επιδοθεί κατά το πέρας των απαραίτητων τελωνειακών διατυπώσεων για τη θέση της παρτίδας αυτής σε ελεύθερη κυκλοφορία.

49

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει επίσης ότι σκοπός του εγγράφου αυτού ήταν να παράσχει στις τελωνειακές αρχές τη δυνατότητα να εξακριβώσουν αν η εν λόγω παρτίδα πληρούσε τις προϋποθέσεις εισαγωγής της στην Ένωση, ειδικότερα την προβλεπόμενη στο άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού 1308/2013 προϋπόθεση σχετικά με την τήρηση των οινολογικών πρακτικών που είναι εγκεκριμένες από την Ένωση ή τις οποίες συνιστά και δημοσιεύει ο ΔΟΑΟ.

50

Υπό τις συνθήκες αυτές, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα, πρέπει να καθοριστεί αν η λειτουργία που αναγνωρίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο στο έγγραφο V I 1 ισχύει και όσον αφορά την εκτίμηση της συμμόρφωσης της οικείας παρτίδας οίνου προς τις οινολογικές πρακτικές του άρθρου 80, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και γʹ, του κανονισμού 1308/2013.

51

Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω διάταξη ορίζει ότι τα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα VII, μέρος ΙΙ, του εν λόγω κανονισμού δεν μπορούν να διατεθούν στην αγορά της Ένωσης εάν έχουν παραχθεί σύμφωνα με μη εγκεκριμένες ενωσιακές οινολογικές πρακτικές ή εάν δεν τηρούν τους κανόνες που ορίζονται στο παράρτημα VΙΙΙ του εν λόγω κανονισμού.

52

Όσον αφορά, πρώτον, τα προϊόντα που αφορά η απαγόρευση αυτή, το άρθρο 80, παράγραφος 2, του κανονισμού 1308/2013 αναφέρεται γενικώς στα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα VII, μέρος II, του κανονισμού αυτού, ανεξαρτήτως του τόπου προελεύσεώς τους.

53

Επιπλέον, το εν λόγω μέρος II, με τίτλο «Κατηγορίες αμπελοοινικών προϊόντων», αναφέρει στο σημείο 1 τον οίνο.

54

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απαγόρευση εμπορίας που προβλέπει το άρθρο 80, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και γʹ, του κανονισμού 1308/2013 αφορά ιδίως τις παρτίδες οίνου που εισάγονται από τρίτες χώρες.

55

Όσον αφορά, δεύτερον, τις οινολογικές πρακτικές για τις οποίες κάνει λόγο η διάταξη αυτή, το άρθρο 80, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1308/2013 αναφέρεται γενικώς στις μη εγκεκριμένες ενωσιακές οινολογικές πρακτικές.

56

Από την πλευρά του, το άρθρο 80, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού αυτού αφορά τους κανόνες που ορίζονται στο παράρτημα VIII του εν λόγω κανονισμού.

57

Συναφώς, μολονότι το μέρος I του παραρτήματος VIII του ίδιου κανονισμού προβλέπει κανόνες σχετικούς, μεταξύ άλλων, με τις επεξεργασίες εμπλουτισμού σε ορισμένες αμπελουργικές ζώνες της Ένωσης, οι οποίες αφορούν επομένως αποκλειστικά τις παρτίδες οίνου που παράγονται εντός της Ένωσης, το μέρος II του παραρτήματος αυτού θεσπίζει γενικότερους κανόνες, οι οποίοι έχουν εφαρμογή και στους οίνους καταγωγής τρίτων χωρών.

58

Επομένως, όπως και το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού 1308/2103, το άρθρο 80, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και γʹ, του κανονισμού αυτού προβλέπει απαιτήσεις όσον αφορά την τήρηση ορισμένων οινολογικών πρακτικών τις οποίες πρέπει να πληρούν οι παρτίδες οίνου που προέρχονται, μεταξύ άλλων, από τρίτες χώρες, δεδομένου ότι η τελευταία αυτή διάταξη επιβάλλει τέτοιες απαιτήσεις όχι για την εισαγωγή τους, αλλά για την εμπορία τους εντός της Ένωσης.

59

Μολονότι οι όροι που προβλέπονται, αντίστοιχα, στο άρθρο 80, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και γʹ, και στο άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού 1308/2013 παρουσιάζονται με διαφορετικό τρόπο, καθόσον η πρώτη από τις διατάξεις αυτές αναφέρεται στη συμμόρφωση με τις εγκεκριμένες ενωσιακές οινολογικές πρακτικές και τους κανόνες που ορίζονται στο παράρτημα VIII του εν λόγω κανονισμού, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στις οινολογικές πρακτικές που είναι εγκεκριμένες από την Ένωση δυνάμει του εν λόγω κανονισμού ή, πριν από την εκ μέρους της Επιτροπής έγκριση τέτοιων πρακτικών, στις οινολογικές πρακτικές που συνιστά και δημοσιεύει ο ΔΟΑΟ, πρέπει να θεωρηθεί ότι, όσον αφορά τις παρτίδες οίνου που εισάγονται στην Ένωση, το έγγραφο V I 1 μπορεί να αποβεί χρήσιμο για να εξακριβωθεί αν οι εν λόγω παρτίδες συμμορφώνονται με τις επιταγές του άρθρου 80, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και γʹ, του κανονισμού 1308/2013.

60

Πράγματι, επισημαίνεται, πρώτον, ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 49 της παρούσας απόφασης, η βεβαίωση που περιλαμβάνεται σε έγγραφο V I 1 το οποίο συντάσσεται για παρτίδα οίνου εισαγόμενη στην Ένωση βάσει του άρθρου 43 του κανονισμού 555/2008, και κατά την οποία η παρτίδα αυτή παράχθηκε σύμφωνα με οινολογικές πρακτικές εγκεκριμένες από την Ένωση, έχει ορισμένη σημασία για την εκτίμηση της συμμόρφωσης της εν λόγω παρτίδας με τις οινολογικές αυτές πρακτικές.

61

Επιπλέον, όπως προκύπτει από το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού 1308/2013, σε συνδυασμό με το άρθρο 80, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, εναπόκειται στην Επιτροπή να εγκρίνει τις ενωσιακές οινολογικές πρακτικές βάσει της τελευταίας αυτής διάταξης.

62

Το άρθρο 80, παράγραφος 3, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 1308/2013 διευκρινίζει ότι, όταν εγκρίνει οινολογικές πρακτικές, η Επιτροπή τηρεί τους γενικούς κανόνες σχετικά με τις οινολογικές πρακτικές και τους κανόνες που ορίζονται στο παράρτημα VΙΙΙ του ίδιου κανονισμού.

63

Δεύτερον, μολονότι η βεβαίωση που περιέχεται σε έγγραφο V I 1 που συντάσσεται για παρτίδα οίνου εισαγόμενη στην Ένωση βάσει του άρθρου 43 του κανονισμού 555/2008 μπορεί να αφορά αποκλειστικά τη συμμόρφωση της οικείας παρτίδας με τις οινολογικές πρακτικές που συνιστά και δημοσιεύει ο ΔΟΑΟ, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι συστάσεις του ΔΟΑΟ έχουν ιδιαίτερη σημασία όσον αφορά τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης σχετικά με τις οινολογικές πρακτικές (πρβλ. απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2014, Γερμανία κατά Συμβουλίου, C‑399/12, EU:C:2014:2258, σκέψεις 61 έως 64).

64

Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι βεβαίωση περιλαμβανόμενη σε έγγραφο V I 1 που συντάσσεται βάσει του άρθρου 43 του κανονισμού 555/2008 για παρτίδα οίνου εισαγόμενη στην Ένωση, και κατά την οποία η παρτίδα αυτή έχει παραχθεί σύμφωνα με τις οινολογικές πρακτικές που συνιστά και δημοσιεύει ο ΔΟΑΟ ή είναι εγκεκριμένες από την Ένωση, έχει ορισμένη σημασία στο πλαίσιο εξέτασης της συμμόρφωσης της εν λόγω παρτίδας προς τις επιταγές του άρθρου 80, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και γʹ, του κανονισμού 1308/2013.

65

Πάντως, πρέπει να επισημανθεί αφενός ότι, ενώ από το άρθρο 90, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε ρητώς ότι μια τέτοια βεβαίωση παρέχει τη δυνατότητα να εξακριβωθεί αν η οικεία παρτίδα οίνου είναι σύμφωνη με τις οινολογικές πρακτικές του άρθρου 90, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, εντούτοις δεν προσέδωσε τέτοιο αποτέλεσμα στη βεβαίωση αυτή, η οποία άλλωστε συντάσσεται από φορέα τρίτης χώρας, όσον αφορά την απαγόρευση εμπορίας που προβλέπει το άρθρο 80, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και γʹ, του ίδιου κανονισμού.

66

Αφετέρου, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 39 των προτάσεών του, η μη συμμόρφωση μιας παρτίδας οίνου με τις οινολογικές πρακτικές που επιτρέπονται από το δίκαιο της Ένωσης ενδέχεται να είναι αποτέλεσμα περιστάσεων μεταγενέστερων της έκδοσης του εγγράφου V I 1 για την παρτίδα αυτή, οι οποίες θα μπορούσαν να ανακύψουν ιδίως στο πλαίσιο μεταφοράς της τελευταίας.

67

Δεδομένου ότι η κατάρτιση βεβαίωσης που περιλαμβάνεται σε έγγραφο V I 1, όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 43, παράγραφος 1, του κανονισμού 555/2008, πραγματοποιείται από τις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας καταγωγής της παρτίδας αυτής ενόψει της διεκπεραίωσης των τελωνειακών διατυπώσεων που απαιτούνται για την εισαγωγή της στην Ένωση, δεν αποκλείεται να μεσολαβήσει σημαντικό χρονικό διάστημα μεταξύ της σύνταξης τέτοιας βεβαίωσης και της διάθεσης της εν λόγω παρτίδας στο εμπόριο εντός της Ένωσης.

68

Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η ύπαρξη τέτοιας βεβαίωσης καθιστά, αφ’ εαυτής, δυνατόν να αποδειχθεί ότι μια παρτίδα οίνου είναι σύμφωνη με τις οινολογικές πρακτικές που επιτρέπονται από το δίκαιο της Ένωσης.

69

Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 80, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και γʹ, και το άρθρο 90, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1308/2013 έχουν την έννοια ότι η βεβαίωση που περιλαμβάνεται σε έγγραφο V I 1 συνταχθέν για παρτίδα οίνου εισαγόμενη στην Ένωση βάσει του άρθρου 43 του κανονισμού 555/2008, και κατά την οποία η παρτίδα αυτή έχει παραχθεί σύμφωνα με τις οινολογικές πρακτικές που συνιστά και δημοσιεύει ο ΔΟΑΟ ή είναι εγκεκριμένες από την Ένωση, είναι κρίσιμη για την εκτίμηση της συμμόρφωσης της εν λόγω παρτίδας με τις οινολογικές πρακτικές που αναφέρονται στο άρθρο 80, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και γʹ, του κανονισμού 1308/2013, χωρίς ωστόσο να επαρκεί αφ’ εαυτής για να αποδειχθεί η σχετική συμμόρφωση.

Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος

70

Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία προβλέπει ότι, όταν ένα πρόσωπο που διαθέτει στο εμπόριο, εντός του κράτους μέλους αυτού, παρτίδα οίνου εισαγόμενη από τρίτη χώρα η οποία δεν συμμορφώνεται με τις οινολογικές πρακτικές του άρθρου 80, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ ή γʹ, του κανονισμού 1308/2013 προσκομίζει έγγραφο V I 1 το οποίο έχει συνταχθεί για την παρτίδα αυτή και το οποίο πιστοποιεί ότι η τελευταία έχει παραχθεί σύμφωνα με τις οινολογικές πρακτικές που συνιστά και δημοσιεύει ο ΔΟΑΟ ή είναι εγκεκριμένες από την Ένωση, οι αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους φέρουν το βάρος της απόδειξης ότι ο ως άνω έμπορος ευθύνεται για την παράβαση της απαγόρευσης εμπορίας που προβλέπεται στο άρθρο 80, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού.

71

Όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 51 έως 57 της παρούσας απόφασης, το άρθρο 80, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και γʹ, του κανονισμού 1308/2013 απαγορεύει την εμπορία, εντός της Ένωσης, παρτίδων οίνου εισαγομένων από τρίτες χώρες οι οποίες έχουν παραχθεί σύμφωνα με μη εγκεκριμένες ενωσιακές οινολογικές πρακτικές ή εάν δεν τηρούν τους κανόνες που ορίζονται στο παράρτημα VIII του κανονισμού αυτού.

72

Επιπλέον, το άρθρο 89, παράγραφος 4, του κανονισμού 1306/2013 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη επιβάλλουν, σε περίπτωση παραβάσεως των κανόνων της Ένωσης στον αμπελοοινικό τομέα, αναλογικές, αποτελεσματικές και αποτρεπτικές διοικητικές κυρώσεις. Ωστόσο, η διάταξη αυτή διευκρινίζει ότι οι κυρώσεις αυτές δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 64, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ έως δʹ, του κανονισμού αυτού και εφόσον η μη συμμόρφωση είναι ήσσονος σημασίας.

73

Το άρθρο 64, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του ως άνω κανονισμού ορίζει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν κυρώσεις όταν το συγκεκριμένο πρόσωπο μπορεί να πείσει την αρμόδια αρχή ότι δεν ευθύνεται για τη μη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου ή εάν η αρμόδια αρχή πεισθεί άλλως ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν ευθύνεται.

74

Επομένως, από τον συνδυασμό του άρθρου 64, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1306/2013 και του άρθρου 89, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού, καθώς και του άρθρου 80, παράγραφος 2, του κανονισμού 1308/2013 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέπουν αναλογικές, αποτελεσματικές και αποτρεπτικές κυρώσεις σε περίπτωση μη τήρησης της απαγόρευσης εμπορίας που προβλέπει η τελευταία αυτή διάταξη, αλλά και ότι οι κυρώσεις αυτές δεν μπορούν να επιβάλλονται όταν αποδεικνύεται ότι ο ενδιαφερόμενος δεν ευθύνεται για τη μη συμμόρφωση.

75

Στο μέτρο που οι κανονισμοί αυτοί δεν περιέχουν ειδικότερες διατάξεις σχετικές, μεταξύ άλλων, με τη διεξαγωγή των αποδείξεων, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εναπόκειται, σύμφωνα με την αρχή της δικονομικής αυτονομίας, και υπό την επιφύλαξη των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, να καθορίσει τους λεπτομερείς κανόνες διεξαγωγής των αποδείξεων, τα παραδεκτά αποδεικτικά μέσα ή, ακόμη, τις αρχές που διέπουν την εκτίμηση της αποδεικτικής ισχύος των αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και το απαιτούμενο επίπεδο αποδείξεως (βλ. κατ’ αναλογία, απόφαση της 21ης Ιουνίου 2017, W κ.λπ., C‑621/15, EU:C:2017:484, σκέψεις 24 και 25).

76

Τούτου δοθέντος, οι κατά τα ανωτέρω καθοριζόμενοι εθνικοί δικονομικοί κανόνες διεξαγωγής και εκτιμήσεως των αποδείξεων δεν πρέπει να θίγουν έναν κανόνα περί κατανομής του βάρους αποδείξεως ο οποίος προβλέπεται ρητά στον κανονισμό 1306/2013 (βλ. κατ’ αναλογία, απόφαση της 21ης Ιουνίου 2017, W κ.λπ., C‑621/15, EU:C:2017:484,σκέψη 27).

77

Πάντως, το άρθρο 64, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1306/2013 διευκρινίζει ότι εναπόκειται στο πρόσωπο στο οποίο προσάπτεται παράβαση της απαγόρευσης εμπορίας του άρθρου 80, παράγραφος 2, του κανονισμού 1308/2013 να αποδείξει ότι δεν ευθύνεται για τη μη συμμόρφωση προς την απαγόρευση αυτή.

78

Επιπλέον, μολονότι από το άρθρο 64, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1306/2013 προκύπτει, βεβαίως, ότι η αρμόδια αρχή δεν πρέπει να επιβάλλει κύρωση όταν έχει πεισθεί άλλως ότι ο ενδιαφερόμενος δεν ευθύνεται για τη μη συμμόρφωση, εντούτοις η υποχρέωση της αρχής αυτής να λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της δεν συνεπάγεται ότι εναπόκειται κατ’ αρχήν σε αυτήν να αποδείξει την ύπαρξη ευθύνης του εν λόγω προσώπου πριν του επιβάλει κύρωση.

79

Συναφώς, από τα εκτιθέμενα στις σκέψεις 65 έως 68 της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι το πρόσωπο στο οποίο προσάπτεται παράβαση της απαγόρευσης εμπορίας του άρθρου 80, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και γʹ, του κανονισμού 1308/2013 δεν μπορεί βασίμως να υποθέσει ότι συμμορφώθηκε προς την απαγόρευση αυτή απλώς και μόνον επειδή διέθετε βεβαίωση περιλαμβανόμενη σε έγγραφο V I 1 για την οικεία παρτίδα οίνου, τούτο, δε, έχει ως συνέπεια ότι το πρόσωπο αυτό δεν μπορεί να αποδείξει ότι δεν ευθύνεται για τη μη συμμόρφωση απλώς και μόνον προσκομίζοντας ένα τέτοιο έγγραφο.

80

Επομένως, το άρθρο 64, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1306/2013 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές το βάρος αποδείξεως της ύπαρξης ευθύνης του ενδιαφερομένου, ακόμη και όταν η νομοθεσία αυτή προβλέπει τέτοια κατανομή του βάρους αποδείξεως μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο αυτό προσκόμισε έγγραφο V I 1 το οποίο έχει συνταχθεί για την επίμαχη παρτίδα οίνου και το οποίο πιστοποιεί ότι η τελευταία έχει παραχθεί σύμφωνα με τις οινολογικές πρακτικές που συνιστά και δημοσιεύει ο ΔΟΑΟ ή είναι εγκεκριμένες από την Ένωση.

81

Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 89, παράγραφος 4, του κανονισμού 1306/2013, σε συνδυασμό με το άρθρο 64, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού αυτού και με το άρθρο 80, παράγραφος 2, του κανονισμού 1308/2013, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία προβλέπει ότι, όταν ένα πρόσωπο που διαθέτει στο εμπόριο, εντός του κράτους μέλους αυτού, παρτίδα οίνου εισαγόμενη από τρίτη χώρα η οποία δεν συμμορφώνεται με τις οινολογικές πρακτικές του άρθρου 80, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ ή γʹ, του κανονισμού 1308/2013 προσκομίζει έγγραφο V I 1 το οποίο έχει συνταχθεί για την παρτίδα αυτή και το οποίο πιστοποιεί ότι η τελευταία έχει παραχθεί σύμφωνα με τις οινολογικές πρακτικές που συνιστά και δημοσιεύει ο ΔΟΑΟ ή είναι εγκεκριμένες από την Ένωση, οι αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους φέρουν το βάρος της απόδειξης ότι ο ως άνω έμπορος ευθύνεται για την παράβαση της απαγόρευσης εμπορίας που προβλέπεται στο άρθρο 80, παράγραφος 2, του κανονισμού 1308/2013.

Επί των δικαστικών εξόδων

82

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

1)

Το άρθρο 80, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και γʹ, και το άρθρο 90, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 922/72, (ΕΟΚ) αριθ. 234/79, (ΕΚ) αριθ. 1037/2001 και (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, έχουν την έννοια ότι η βεβαίωση που περιλαμβάνεται σε έγγραφο V I 1 συνταχθέν για παρτίδα οίνου εισαγόμενη στην Ευρωπαϊκή Ένωση βάσει του άρθρου 43 του κανονισμού (ΕΚ) 555/2008 της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 2008, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 479/2008 του Συμβουλίου για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς όσον αφορά τα προγράμματα στήριξης, τις συναλλαγές με τρίτες χώρες, το δυναμικό παραγωγής και τους ελέγχους στον αμπελοοινικό τομέα, και κατά την οποία η παρτίδα αυτή έχει παραχθεί σύμφωνα με τις οινολογικές πρακτικές που συνιστά και δημοσιεύει ο Διεθνής Οργανισμός Αμπέλου και Οίνου ή είναι εγκεκριμένες από την Ένωση, είναι κρίσιμη για την εκτίμηση της συμμόρφωσης της εν λόγω παρτίδας με τις οινολογικές πρακτικές που αναφέρονται στο άρθρο 80, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και γʹ, του κανονισμού 1308/2013, χωρίς ωστόσο να επαρκεί αφ’ εαυτής για να αποδειχθεί η σχετική συμμόρφωση.

 

2)

Το άρθρο 89, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΕ) 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 352/78, (ΕΚ) αριθ. 165/94, (ΕΚ) αριθ. 2799/98, (ΕΚ) αριθ. 814/2000, (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 και (ΕΚ) αριθ. 485/2008 του Συμβουλίου, σε συνδυασμό με το άρθρο 64, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού αυτού και με το άρθρο 80, παράγραφος 2, του κανονισμού 1308/2013, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία προβλέπει ότι, όταν ένα πρόσωπο που διαθέτει στο εμπόριο, εντός του κράτους μέλους αυτού, παρτίδα οίνου εισαγόμενη από τρίτη χώρα η οποία δεν συμμορφώνεται με τις οινολογικές πρακτικές του άρθρου 80, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ ή γʹ, του κανονισμού 1308/2013 προσκομίζει έγγραφο V I 1 το οποίο έχει συνταχθεί για την παρτίδα αυτή και το οποίο πιστοποιεί ότι η τελευταία έχει παραχθεί σύμφωνα με τις οινολογικές πρακτικές που συνιστά και δημοσιεύει ο Διεθνής Οργανισμός Αμπέλου και Οίνου ή είναι εγκεκριμένες από την Ένωση, οι αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους φέρουν το βάρος της απόδειξης ότι ο ως άνω έμπορος ευθύνεται για την παράβαση της απαγόρευσης εμπορίας που προβλέπεται στο άρθρο 80, παράγραφος 2, του κανονισμού 1308/2013.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η τσεχική.