ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

GIOVANNI PITRUZZELLA

της 30ής Μαρτίου 2023 ( 1 )

Υπόθεση C‑715/20

K.L.

κατά

X sp. z o.o.

[αίτηση του Sąd Rejonowy dla Krakowa – Nowej Huty w Krakowie
(πρωτοδικείου Κρακοβίας – Nowa Huta, Κρακοβία, Πολωνία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP – Ρήτρα 4 – Αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων – Διαφορετική μεταχείριση σε περίπτωση απόλυσης – Καταγγελία σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου – Έλλειψη αιτιολόγησης της καταγγελίας»

1.

Συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως με την αρχή της μη διάκρισης η οποία προβλέπεται στη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου που προσαρτάται στην οδηγία 1999/70, εθνική διάταξη η οποία επιβάλλει την αιτιολόγηση της απόλυσης μόνο σε περίπτωση καταγγελίας σύμβασης αορίστου χρόνου και όχι σε περίπτωση σύμβασης ορισμένου χρόνου; Μπορεί η ενδεχόμενη διαπίστωση της μη συμμόρφωσης της εν λόγω ρύθμισης με το δίκαιο της Ένωσης να έχει ως αποτέλεσμα την άμεση εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας 1999/70 και σε διαφορά μεταξύ ιδιωτών;

I. Το νομικό πλαίσιο

Α.   Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Οδηγία 1999/70/ΕΚ ( 2 )

2.

Το άρθρο 1 της οδηγίας 1999/70 ορίζει ότι:

«Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην υλοποίηση της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που εμφαίνεται στο παράρτημα και η οποία συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 μεταξύ διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE και CEEP).»

H συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου ( 3 )

3.

Η ρήτρα 4, η οποία φέρει τον τίτλο «[α]ρχή της μη διάκρισης», προβλέπει ότι:

«1. Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.

[…]

3. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας ρήτρας καθορίζονται από τα κράτη μέλη ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και από τους κοινωνικούς εταίρους, λαμβάνοντας υπόψη την κοινοτική νομοθεσία και τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις και την πρακτική σε εθνικό επίπεδο.

[…]»

Β.   Το πολωνικό δίκαιο

4.

Ο Ustawa z dnia 26 czerwca 1974 r. Kodeks pracy (νόμος της 26ης Ιουνίου 1974 περί Εργατικού Κώδικα) (ενοποιημένο κείμενο: Dziennik Ustaw, 2020, θέση 1320, όπως έχει τροποποιηθεί) (στο εξής: Εργατικός Κώδικας) προβλέπει στο άρθρο 183a τα εξής:

«§ 1.   Οι εργαζόμενοι τυγχάνουν ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τη σύναψη και τη λύση της εργασιακής σχέσεως, τους όρους εργασίας, την προαγωγή και την πρόσβαση στην επιμόρφωση με σκοπό τη βελτίωση των επαγγελματικών προσόντων, τούτο δε ανεξαρτήτως, ιδίως, φύλου, ηλικίας, αναπηρίας, φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων, συμμετοχής σε συνδικαλιστική οργάνωση, εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικού δόγματος και σεξουαλικού προσανατολισμού και ανεξαρτήτως του αν η απασχόληση είναι ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή είναι πλήρης ή μερική.

§ 2.   Ως ίση μεταχείριση στον τομέα της απασχολήσεως νοείται η έλλειψη κάθε δυσμενούς διακρίσεως, άμεσης ή έμμεσης, για τους λόγους που μνημονεύονται στην παράγραφο 1 […]».

5.

Το άρθρο 30 του Εργατικού Κώδικα έχει ως εξής:

«1.   Η σύμβαση εργασίας λύεται:

1)

με συμφωνία των συμβαλλομένων μερών,

2)

κατόπιν δήλωσης ενός εκ των συμβαλλομένων μερών, τηρουμένης προθεσμίας προειδοποίησης (καταγγελία της σύμβασης εργασίας με προειδοποίηση),

3)

κατόπιν δήλωσης ενός εκ των συμβαλλομένων μερών χωρίς προειδοποίηση (καταγγελία της σύμβασης εργασίας χωρίς προειδοποίηση),

4)

με την παρέλευση του χρόνου για τον οποίο έχει συνομολογηθεί. […]

2.   […]

3.   Η δήλωση του συμβαλλομένου μέρους για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας με ή χωρίς προειδοποίηση πρέπει να γίνεται εγγράφως.

4.   Στη δήλωση του εργοδότη περί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου με προειδοποίηση ή καταγγελίας συμβάσεως εργασίας χωρίς προειδοποίηση πρέπει να μνημονεύεται ο λόγος που δικαιολογεί την καταγγελία. […]»

6.

Το άρθρο 44 του Εργατικού Κώδικα προβλέπει τα εξής:

«Ο εργαζόμενος δύναται να προσβάλει το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεώς του εργασίας ενώπιον των αρμοδίων επί εργατικών διαφορών δικαστηρίων τα οποία μνημονεύονται στο δωδέκατο κεφάλαιο.»

II. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

7.

Την 1η Νοεμβρίου 2019 ο ενάγων και η εναγομένη της κύριας δίκης συνήψαν σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με τη μορφή μερικής απασχόλησης η οποία έληγε στις 31 Ιουλίου 2022.

8.

Στις 15 Ιουλίου 2020 ο εργοδότης κοινοποίησε στον ενάγοντα έγγραφη δήλωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, τηρώντας την προθεσμία καταγγελίας ενός μηνός η οποία εξέπνεε στις 31 Αυγούστου 2020, χωρίς, ωστόσο, να μνημονεύσει τον λόγο της καταγγελίας.

9.

Κατόπιν τούτου, ο εργαζόμενος άσκησε αγωγή ενώπιον του Sąd Rejonowy dla Krakowa – Nowej Huty w Krakowie (πρωτοδικείου Κρακοβίας – Nowa Huta, Κρακοβία, Πολωνία) με αίτημα να του επιδικαστεί αποζημίωση λόγω παράνομης απόλυσης (βάσει του άρθρου 50, παράγραφος 3, του Εργατικού Κώδικα).

10.

Ο ενάγων στην υπόθεση της κύριας δίκης ισχυρίστηκε, πρώτον, ότι η δήλωση του εργοδότη της 15ης Ιουλίου 2020 ενείχε παρατυπίες οι οποίες συνιστούν πλημμέλειες που του παρέχουν το δικαίωμα να ζητήσει αποζημίωση και, δεύτερον, ότι η καταγγελία συνιστούσε παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω του είδους της προβλεπόμενης στο δίκαιο της Ένωσης σύμβασης εργασίας και παράβαση των κανόνων του πολωνικού δικαίου ( 4 ).

11.

Αντιθέτως, η εναγομένη της κύριας δίκης υποστήριξε ότι, καθόσον η δήλωση αυτή ήταν σύμφωνη με την εθνική νομοθεσία, δεν ετίθετο ζήτημα παραβίασης του εθνικού δικαίου ή του δικαίου της Ένωσης ( 5 ).

12.

Το Sąd Rejonowy dla Krakowa – Nowej Huty w Krakowie (πρωτοδικείο Κρακοβίας – Nowa Huta, Κρακοβία), το οποίο επιλήφθηκε της αγωγής αποζημίωσης του εργαζομένου, είχε αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία του άρθρου 1 της οδηγίας 1999/70 και των ρητρών 1 και 4 της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου, καθώς και ως προς τη δυνατότητα των ιδιωτών να επικαλούνται άμεσα ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου τις διατάξεις της ως άνω οδηγίας και συμφωνίας-πλαισίου.

13.

Στο πλαίσιο αυτό, το Sąd Rejonowy dla Krakowa – Nowej Huty w Krakowie (πρωτοδικείο Κρακοβίας – Nowa Huta, Κρακοβία) ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Έχουν το άρθρο 1 της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από την CES [Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων], την UNICE [Ένωση των Συνομοσπονδιών της Βιομηχανίας και των Εργοδοτών της Ευρώπης] και το CEEP [Ευρωπαϊκό Κέντρο Δημόσιων Επιχειρήσεων], καθώς και οι ρήτρες 1 και 4 της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση του εθνικού δικαίου η οποία επιβάλλει στον εργοδότη την υποχρέωση να αιτιολογεί γραπτώς την απόφαση περί καταγγελίας σύμβασης εργασίας μόνο στην περίπτωση συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και η οποία, ως εκ τούτου, υποβάλλει σε δικαστικό έλεγχο τη νομιμότητα του λόγου της καταγγελίας συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς να προβλέπεται ταυτόχρονα τέτοια υποχρέωση του εργοδότη (δηλαδή να μνημονεύει τον λόγο της καταγγελίας) στην περίπτωση των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (με αποτέλεσμα να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο μόνον το ζήτημα της συμμόρφωσης της δήλωσης καταγγελίας προς τις διατάξεις για την καταγγελία συμβάσεων);

2)

Χωρεί επίκληση εκ μέρους των διαδίκων της ρήτρας 4 της προμνημονευθείσας συμφωνίας-πλαισίου και της γενικής αρχής του δικαίου της Ένωσης περί απαγορεύσεως των διακρίσεων (άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης) στην περίπτωση ένδικης διαφοράς μεταξύ ιδιωτών και τυγχάνουν, κατά συνέπεια, οριζόντιας εφαρμογής οι προμνημονευθείσες διατάξεις;»

III. Νομική ανάλυση

Α.   Πρώτο προδικαστικό ερώτημα

1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

14.

Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά αγωγή αποζημίωσης ασκηθείσα από εργαζόμενο κατά (ιδιώτη) εργοδότη ο οποίος κατήγγειλε εγγράφως και εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας καταγγελίας τη σύμβαση εργασίας, χωρίς, ωστόσο, να γνωστοποιήσει παράλληλα τους λόγους της καταγγελίας. Ο εργοδότης υποστηρίζει ότι ενήργησε ορθά, δεδομένου ότι, κατά το πολωνικό δίκαιο, ο εργοδότης υποχρεούται να αιτιολογήσει την καταγγελία μόνον εάν η σύμβαση που προτίθεται να καταγγείλει είναι αορίστου χρόνου.

15.

Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει εάν η διαφορετική μεταχείριση των δύο αυτών ειδών συμβάσεων (ορισμένου ή αορίστου χρόνου) όσον αφορά την υποχρέωση αιτιολόγησης της απόλυσης και ο προβαλλόμενος, συνακόλουθα, περιορισμός της δικαστικής προστασίας όσον αφορά το βάσιμο των λόγων της καταγγελίας συνιστούν απαγορευμένη διάκριση κατά την έννοια των ρητρών 1 και 4 της συμφωνίας-πλαισίου.

16.

Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να προσδιοριστεί επακριβώς η νομική κατάσταση που αποτελεί αντικείμενο της διαφορετικής μεταχείρισης στο εθνικό δίκαιο κατόπιν εξέτασης όλων των σχετικών διατάξεων του εθνικού δικαίου: και τούτο προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η τυπική διαφοροποίηση των δύο ειδών συμβάσεων όσον αφορά την υποχρέωση αναφοράς των λόγων της καταγγελίας αντιστοιχεί σε πραγματική ουσιαστική διάκριση εις βάρος του εργαζομένου ορισμένου χρόνου, η οποία απαγορεύεται από τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου. Η ανάλυση αυτή θα μας παράσχει τη δυνατότητα να εκτιμήσουμε εάν είναι δυνατή η σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία του εθνικού δικαίου.

17.

Η ανάλυση θα διεξαχθεί στα ακόλουθα στάδια: α) συνοπτική οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής της ρήτρας 4, προκειμένου να γίνει αντιληπτός ο σκοπός και η έκταση εφαρμογής της, ιδίως όσον αφορά τις έννοιες «συνθήκες απασχόλησης», «αντίστοιχοι εργαζόμενοι αορίστου χρόνου», «δυσμενής» μεταχείριση «μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου»· β) προσδιορισμός της νομικής κατάστασης που αποτελεί αντικείμενο της προβαλλόμενης διαφορετικής μεταχείρισης («δυσμενούς» μεταχείρισης) και διάκριση μεταξύ της ουσιαστικής πτυχής της προστασίας που παρέχεται στον εργαζόμενο έναντι αδικαιολόγητης απόλυσης και της τυπικής πτυχής της γνωστοποίησης των λόγων της καταγγελίας· γ) συνολική εκτίμηση, βάσει των στοιχείων της δικογραφίας, του συστήματος προστασίας που παρέχεται από την πολωνική έννομη τάξη στον εργαζόμενο ορισμένου χρόνου, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν παρέχεται ή όχι σε αυτόν αποτελεσματική προστασία έναντι αδικαιολόγητης απόλυσης, η οποία δεν είναι, κατ’ ουσίαν, δυσμενέστερη σε σχέση με την προστασία που διασφαλίζεται στον εργαζόμενο αορίστου χρόνου· δ) εξέταση της συνδρομής τυχόν «αντικειμενικών λόγων» για τη μη εφαρμογή της διάταξης αυτής.

18.

Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν η εθνική ρύθμιση συνάδει με την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που θα παρασχεθούν εν προκειμένω, υπό το πρίσμα όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης.

2. Σκοπός και πεδίο εφαρμογής της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου

19.

Η «αρχή της μη διάκρισης» η οποία θεσπίζεται με τη ρήτρα 4 δεν ισοδυναμεί με απόλυτη υποχρέωση ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων αορίστου χρόνου και των εργαζομένων ορισμένου χρόνου. Η οικονομική και κοινωνική λειτουργία των δύο ειδών συμβάσεων είναι διαφορετική ( 6 ), αλλά το δίκαιο της Ένωσης επιδιώκει να αποτρέψει το ενδεχόμενο ο εθνικός νομοθέτης και, εντέλει, ο εργοδότης να μπορούν, βάσει της διάρκειας της σύμβασης και μόνον, να προβλέπουν διαφορετική μεταχείριση η οποία δεν «δικαιολογείται» αντικειμενικώς.

20.

Η αρχή της μη διάκρισης και, επομένως, η απαγόρευση «δυσμενούς» μεταχείρισης των εργαζομένων ορισμένου χρόνου σε σχέση με τους «αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου» εφαρμόζεται όσον αφορά τις «συνθήκες απασχόλησης».

21.

Από τη δικογραφία προκύπτει ότι: (i) ο ενάγων της κύριας δίκης ήταν εργαζόμενος ορισμένου χρόνου· (ii) τo πολωνικό δίκαιο προβλέπει διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου (σε σχέση με τους εργαζομένους αορίστου χρόνου) όσον αφορά την υποχρέωση του εργοδότη να μνημονεύει τους λόγους της καταγγελίας.

22.

Όσον αφορά τον όρο «συνθήκες απασχόλησης» κατά την έννοια της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, αποφασιστικό κριτήριο για να καθοριστεί αν ένα μέτρο εμπίπτει στην έννοια αυτή είναι ακριβώς το κριτήριο της απασχολήσεως, δηλαδή της σχέσεως εργασίας μεταξύ του εργαζομένου και του εργοδότη του ( 7 ).

23.

Το Δικαστήριο έχει κρίνει συναφώς ότι στην έννοια αυτή εμπίπτουν, μεταξύ άλλων, οι κανόνες σχετικά με τον καθορισμό της προθεσμίας προειδοποιήσεως που ισχύει σε περίπτωση καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, καθώς και εκείνοι σχετικά με την αποζημίωση η οποία χορηγείται στον εργαζόμενο λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας που τον συνδέει με τον εργοδότη του ( 8 ). Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ευχερώς ότι οι κανόνες που αφορούν τη λύση της σχέσης εργασίας εμπίπτουν στην έννοια των «συνθηκών απασχόλησης». Ερμηνεία της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου αποκλείουσα από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω έννοιας τις προϋποθέσεις καταγγελίας συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου θα περιόριζε, κατά παράβαση του σκοπού για τον οποίο έχει θεσπισθεί η εν λόγω διάταξη, την έκταση της προστασίας κατά των διακρίσεων που παρέχεται στους εργαζομένους ορισμένου χρόνου ( 9 ).

24.

Όσον αφορά την έννοια «αντίστοιχοι εργαζόμενοι αορίστου χρόνου», κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( 10 ), «η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων επιτάσσει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός εάν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς» ( 11 ).

25.

Η εξέταση διαρθρώνεται σε τρία στάδια: i) στην εξακρίβωση της συγκρισιμότητας ή μη των καταστάσεων· ii) στην εκτίμηση της ύπαρξης ενδεχόμενου μειονεκτήματος· iii) στην εξακρίβωση ενδεχόμενης συνδρομής αντικειμενικών λόγων που να δικαιολογούν τη διαφορετική μεταχείριση.

26.

Το πρώτο στάδιο περιλαμβάνει εκτίμηση των πραγματικών καταστάσεων με σκοπό να διαπιστωθεί εάν πρόκειται για παρόμοιες, έστω και μη πανομοιότυπες, καταστάσεις ( 12 ).

27.

Εάν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι έχει αποδειχθεί η ύπαρξη συγκρίσιμων πραγματικών καταστάσεων, καλείται να διαπιστώσει αν τυχόν υφίσταται μειονέκτημα εις βάρος του εργαζομένου ορισμένου χρόνου («δυσμενής» μεταχείριση). Θα εξετάσω ενδελεχώς το ζήτημα αυτό κατωτέρω, προκειμένου να προσδιοριστεί επακριβώς η νομική κατάσταση που αποτελεί αντικείμενο της διαφορετικής μεταχείρισης.

28.

Μόνο σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων που εξετάζονται στα δύο πρώτα στάδια, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει αν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι που μπορούν να δικαιολογήσουν τη διαφορετική μεταχείριση.

3. Η νομική κατάσταση που αποτελεί αντικείμενο της προβαλλόμενης διάκρισης: η «δυσμενής» μεταχείριση

29.

Μετά την αποσαφήνιση των ορίων του πεδίου εφαρμογής της ρήτρας 4, είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί η νομική κατάσταση που αποτελεί αντικείμενο της προβαλλόμενης διαφορετικής μεταχείρισης κατά τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου και η οποία, όπως θα δούμε, σε σχέση με τη συνολική προστασία που παρέχεται στον εργαζόμενο ορισμένου χρόνου, αποτελεί το καθοριστικό στοιχείο για να εκτιμηθεί αν είναι δυνατή μια σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία του εθνικού δικαίου.

30.

Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το άρθρο 30, παράγραφος 4, του Εργατικού Κώδικα προβλέπει την υποχρέωση να «μνημονεύεται ο λόγος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας» στην περίπτωση «καταγγελίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου με προειδοποίηση» ή «καταγγελίας συμβάσεως εργασίας χωρίς προειδοποίηση».

31.

Ο Πολωνός νομοθέτης, επιβάλλοντας στην παράγραφο 3 τον έγγραφο τύπο για την καταγγελία όλων των ειδών συμβάσεων (με ή χωρίς προειδοποίηση), θέλησε, επομένως, να περιορίσει την τυπική υποχρέωση αιτιολόγησης μόνο στην περίπτωση καταγγελίας (σύμβασης ορισμένου ή αορίστου χρόνου) χωρίς προειδοποίηση. Ως εκ τούτου, η προαναφερθείσα τυπική υποχρέωση αιτιολόγησης της καταγγελίας δεν ισχύει στην περίπτωση καταγγελίας σύμβασης ορισμένου χρόνου με προειδοποίηση.

32.

Εντούτοις, από το γεγονός αυτό δεν μπορεί να συναχθεί ότι η βούληση του Πολωνού νομοθέτη ήταν να παράσχει στους εργαζομένους ορισμένου χρόνου ένα διαφορετικό σύστημα προστασίας έναντι αδικαιολόγητης απόλυσης από το παρεχόμενο στους εργαζομένους αορίστου χρόνου.

33.

Συγκεκριμένα, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της (ουσιαστικής) πτυχής της προστασίας του εργαζομένου από αδικαιολόγητη απόλυση –η οποία έγκειται στην ανάγκη να μην είναι δυνατή η απόλυση εργαζομένου με σύμβαση ορισμένου χρόνου για λόγο που εισάγει διακρίσεις ή αντίκειται στον νόμο– και της (τυπικής) πτυχής η οποία συνίσταται στην υποχρέωση να μνημονεύονται ή όχι στην έγγραφη καταγγελία οι λόγοι για τους οποίους ο εργοδότης αποφάσισε να καταγγείλει πρόωρα τη σύμβαση.

34.

Η μόνη διάταξη του δικαίου της Ένωσης η οποία παρέχει στον εργαζόμενο προστασία έναντι των παράνομων (ατομικών) απολύσεων περιέχεται στο άρθρο 30 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

35.

Η διάταξη αυτή ορίζει ότι «[κ]άθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα προστασίας έναντι κάθε αδικαιολόγητης απόλυσης, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές».

36.

Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο, κατά την ανάλυσή του, διατυπώνει αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα των εθνικών κανόνων με το άρθρο 30 του Χάρτη, και τούτο διότι, κατά την άποψή του, οι εθνικοί κανόνες αποκλείουν «κατ’ αρχήν τη δυνατότητα των αρμοδίων επί εργατικών διαφορών δικαστηρίων να εξετάζουν αν η απόλυση εργαζομένου που έχει προσληφθεί βάσει συμβάσεως [ορισμένου χρόνου] είναι δικαιολογημένη» ( 13 ). Στη συνέχεια θα εξετάσω πώς ακριβώς από το ζήτημα αυτό –τη δυνατότητα ή μη του εθνικού δικαστηρίου να εξετάζει κατά πόσον είναι δικαιολογημένη η απόλυση εργαζομένου με σύμβαση ορισμένου χρόνου– για το οποίο οι απόψεις διίστανται στην πολωνική νομολογία, ανακύπτει το ζήτημα αν είναι δυνατή η σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία του εθνικού δικαίου.

37.

Το κανονιστικό περιεχόμενο της διάταξης αφορά την προστασία έναντι «αδικαιολόγητης» απόλυσης και όχι τις (τυπικές) πτυχές του περιεχομένου της δήλωσης καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη.

38.

Η διασφάλιση της υποχρέωσης του εργοδότη να ενημερώνει τον εργαζόμενο με έγγραφη καταγγελία για τους λόγους στους οποίους στηρίζεται τυπικά η απόλυση δεν ισοδυναμεί, στην πραγματικότητα, με διασφάλιση της αποτελεσματικής προστασίας του.

39.

Αντιθέτως, λαμβανομένης υπόψη της πρακτικής αποτελεσματικότητας της οδηγίας 1999/70, είναι θεμελιώδες να παρέχεται στον εργαζόμενο η δυνατότητα να ζητεί από αμερόληπτο δικαστήριο να εξακριβώσει αν η απόλυσή του είναι πράγματι δικαιολογημένη.

40.

Δεν αμφισβητείται ασφαλώς, όπως επισήμανε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ότι η προηγούμενη γνωστοποίηση των λόγων της καταγγελίας παρέχει στον εργαζόμενο τη δυνατότητα να ασκήσει ταχύτερα το δικαίωμά του άμυνας: πράγματι, δεν χρειάζεται να αναμείνει το δικαστικό στάδιο προκειμένου να λάβει γνώση των λόγων της απόλυσης.

41.

Εντούτοις, το δίκαιο της Ένωσης δεν απαιτεί συγκεκριμένα από τα κράτη μέλη να υποχρεώνουν τον εργοδότη να αιτιολογεί ρητά την απόλυση στο έγγραφο της καταγγελίας, όπως επισήμανε η Δημοκρατία της Πολωνίας στις παρατηρήσεις της ( 14 ).

42.

Στη συνέχεια ακολουθεί το τελευταίο στάδιο της ανάλυσής μου σχετικά με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα: παρέχει η πολωνική έννομη τάξη αποτελεσματική προστασία στον εργαζόμενο με σύμβαση ορισμένου χρόνου σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας, ακόμη και αν δεν έχει προηγηθεί τυπική γνωστοποίηση των λόγων της καταγγελίας;

4. Το σύστημα προστασίας που παρέχεται από την πολωνική έννομη τάξη στον εργαζόμενο με σύμβαση ορισμένου χρόνου

43.

Όσον αφορά ειδικότερα την ανάλυση του ζητήματος αυτού, η άποψη του αιτούντος δικαστηρίου διαφέρει από τις θέσεις που εξέφρασε, αντιθέτως, η Πολωνική Κυβέρνηση στις γραπτές παρατηρήσεις της και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

44.

Εντέλει, φαίνεται να επικρατεί πράγματι αβεβαιότητα στην εθνική νομολογία και, κυρίως, να υπάρχουν ορισμένες ανακολουθίες στη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου.

45.

Αφενός, το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο, Πολωνία) αναγνώρισε, με την απόφασή του της 8ης Μαΐου 2019 (I PK 41/18), τη δυνατότητα δικαστικής επανεξέτασης και εκτίμησης των λόγων καταγγελίας σύμβασης ορισμένου χρόνου, διατηρώντας παράλληλα αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα του άρθρου 30, παράγραφος 4, του Εργατικού Κώδικα με το δίκαιο της Ένωσης.

46.

Στη συνέχεια, εξάλλου, το Trybunał Konstytucyjny (Συνταγματικό Δικαστήριο, Πολωνία) έκρινε ότι το αρμόδιο επί εργατικών διαφορών δικαστήριο δύναται επίσης να εξετάσει την καταγγελία σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου για ενδεχόμενη προσβολή του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του νόμου ή παραβίαση των αρχών της κοινωνικής ζωής (άρθρο 8 του Εργατικού Κώδικα) ή για ενδεχόμενη διαφορετική μεταχείριση ή διάκριση εις βάρος του εργαζομένου απαγορευόμενη από τον νόμο στην περίπτωση που προβλέπουν το άρθρο 113 και το άρθρο 183a του Εργατικού Κώδικα, διατάξεις οι οποίες, ως εκ τούτου, δεν αντίκεινται στο άρθρο 2 (δηλαδή στην αρχή του δημοκρατικού κράτους δικαίου) ούτε στο άρθρο 32 (το οποίο κατοχυρώνει την αρχή της ισότητας έναντι του νόμου και την απαγόρευση των διακρίσεων στην πολιτική, κοινωνική ή οικονομική ζωή για οποιαδήποτε αιτία) του πολωνικού Συντάγματος.

47.

Αντιθέτως, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει στο σημείο 34 της διάταξης περί παραπομπής ότι οι επίμαχοι εθνικοί κανόνες αποκλείουν κατ’ αρχήν τη δυνατότητα των αρμοδίων επί εργατικών διαφορών δικαστηρίων να εξετάζουν αν είναι δικαιολογημένη η απόλυση εργαζομένου που έχει προσληφθεί βάσει συμβάσεως ορισμένου χρόνου.

48.

Η Πολωνική Κυβέρνηση παρατήρησε με μεγαλύτερη ακρίβεια και περισσότερες λεπτομέρειες ( 15 ) ότι στο πολωνικό δίκαιο το γεγονός ότι ο εργοδότης δεν υποχρεούται να γνωστοποιεί τους λόγους της απόλυσης δεν νομιμοποιεί την εκ μέρους του αδικαιολόγητη απόλυση του εργαζομένου. Μάλιστα δε ο εργοδότης υποχρεούται να διευκρινίσει ενώπιον του δικαστηρίου τους λόγους της απόλυσης, εφόσον του ζητηθεί.

49.

Για τον σκοπό αυτόν, αρκεί ο εργαζόμενος να προσκομίσει prima facie αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η καταγγελία εισάγει διακρίσεις ή έχει καταχρηστικό χαρακτήρα διότι αντίκειται στους κανόνες κοινωνικής συμβίωσης ή στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του νόμου ( 16 ).

50.

Στην περίπτωση αυτή, ο εργοδότης οφείλει να αποδείξει το βάσιμο των λόγων που θα αντιτάξει ο ίδιος κατόπιν αιτήματος του δικαστηρίου.

51.

Πάντοτε κατά την Πολωνική Κυβέρνηση, η διαδικασία των εργατικών διαφορών διασφαλίζει και στους εργαζομένους ορισμένου χρόνου αποτελεσματική προστασία, κατ’ ουσίαν ανάλογη προς την παρεχόμενη στους εργαζομένους αορίστου χρόνου: το αρμόδιο επί εργατικών διαφορών δικαστήριο είναι εξειδικευμένο δικαστήριο, η πρόσβαση στη δικαιοσύνη είναι δωρεάν, οι ex officio εξουσίες του δικαστηρίου είναι αρκούντως ευρείες και, όπως αντιλαμβάνομαι, παρέχουν αποτελεσματική προστασία στον ασθενέστερο συμβαλλόμενο.

52.

Ακόμη και η Επιτροπή ( 17 ), η οποία επικρίνει μεν την επιλογή του Πολωνού νομοθέτη, αναγνωρίζει εντούτοις στις παρατηρήσεις της ότι είναι δυνατή η σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία του εθνικού δικαίου.

53.

Αντιθέτως, το αιτούν δικαστήριο φαίνεται, όπως επισημάνθηκε, να κλίνει υπέρ της άποψης ότι η εθνική ρύθμιση δεν συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης, στηριζόμενο όμως, κατά τη γνώμη μου, σε μια αναπόδεικτη αυτόματη σύνδεση: κατά τη διατύπωση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, η μη αιτιολόγηση της καταγγελίας συνδέεται («ως εκ τούτου») με την έλλειψη της δυνατότητας ελέγχου των λόγων της καταγγελίας εκ μέρους του δικαστηρίου. Φαίνεται, με άλλα λόγια, ότι οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου ως προς τη συμβατότητα του πολωνικού δικαίου με το δίκαιο της Ένωσης, υπό το πρίσμα της υποχρέωσης αιτιολόγησης της καταγγελίας, βασίζονται στο γεγονός ότι, επειδή ακριβώς δεν προβλέπεται τέτοια υποχρέωση για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, δεν είναι «ως εκ τούτου» δυνατός ο «δικαστικό[ς] έλεγχο[ς] το[υ] κύρο[υ]ς της καταγγελίας».

54.

Είναι προφανές ότι εάν ίσχυε κάτι τέτοιο, δηλαδή εάν το γεγονός ότι ο εργοδότης δεν έχει την υποχρέωση να παραθέτει τους λόγους καταγγελίας στη σχετική έγγραφη δήλωση είχε ως (αυτόματη) συνέπεια να μην έχει το δικαστήριο την εξουσία να εξετάσει αν η απόλυση είναι δικαιολογημένη και νόμιμη, τότε η εθνική διάταξη θα ήταν αναμφίβολα αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης.

55.

Στην αντίθετη περίπτωση, είμαι της γνώμης ότι υπάρχει περιθώριο σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας, εάν το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι ακόλουθες περιστάσεις, οι οποίες στο σύνολό τους συγκλίνουν προς την αποτελεσματική δικαστική προστασία του εργαζομένου ορισμένου χρόνου η οποία δεν είναι κατ’ ουσίαν λιγότερο ευνοϊκή από την προστασία που παρέχεται στον εργαζόμενο αορίστου χρόνου (όπερ αποτελεί και τον σκοπό της αρχής της μη διάκρισης κατά την έννοια της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου): ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να προβάλει ενώπιον του δικαστηρίου ότι η απόλυσή του ενέχει δυσμενή διάκριση και είναι παράνομη· η δίκη διεξάγεται ενώπιον εξειδικευμένου δικαστηρίου το οποίο διαθέτει σημαντικές ex officio εξουσίες να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδείξει τη νομιμότητα των λόγων της καταγγελίας, εάν ο εργαζόμενος προβάλλει απλώς τον ισχυρισμό ότι η απόλυσή του ενέχει δυσμενή διάκριση· παρέχεται δωρεάν πρόσβαση στη δικαιοσύνη χωρίς ιδιαίτερες διατυπώσεις ή εμπόδια.

56.

Μια τελευταία παρατήρηση που αφορά ένα στοιχείο το οποίο προέκυψε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση: βρίσκεται σε εξέλιξη νομοθετική πρωτοβουλία για την τροποποίηση των διατάξεων του Εργατικού Κώδικα προκειμένου να καταργηθεί η υφιστάμενη διάκριση, όσον αφορά την υποχρέωση αιτιολόγησης της καταγγελίας, μεταξύ της σύμβασης ορισμένου χρόνου και της σύμβασης αορίστου χρόνου. Χαιρετίζω μεν την πρωτοβουλία του Πολωνού νομοθέτη, πλην όμως φρονώ ότι η εν λόγω περίσταση είναι άνευ σημασίας για την ανάλυση του συγκεκριμένου ζητήματος, δεδομένου ότι καταδεικνύει απλώς τη βούληση του Πολωνού νομοθέτη να άρει κάθε πιθανή ερμηνευτική αμφιβολία χωρίς τούτο να αποτελεί κατ’ ανάγκην ένδειξη ότι οι τρέχουσες διατάξεις δεν είναι σύμφωνες με το δίκαιο της Ένωσης.

57.

Επομένως, φρονώ, υπό το πρίσμα των ανωτέρω παρατηρήσεων, ότι το αιτούν δικαστήριο δύναται να διερευνήσει λυσιτελώς τη δυνατότητα σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου, εφαρμόζοντας τα προαναφερθέντα κριτήρια.

5. Οι «αντικειμενικοί λόγοι» που αποκλείουν την εφαρμογή της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων

58.

Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι δεν δύναται να προβεί σε σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία βάσει της εκτίμησης που αφορά τη δυσμενέστερη μεταχείριση, απομένει να εξεταστεί αν η εφαρμογή της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων μπορεί να αποκλειστεί για «αντικειμενικούς λόγους».

59.

Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια των «αντικειμενικών λόγων» απαιτεί να δικαιολογείται η διαπιστωθείσα άνιση μεταχείριση από την ύπαρξη σαφών και συγκεκριμένων στοιχείων, που να χαρακτηρίζουν τον οικείο όρο απασχολήσεως, στο ειδικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται και επί τη βάσει αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων, προκειμένου να ελεγχθεί αν η άνιση αυτή μεταχείριση ανταποκρίνεται σε πραγματική ανάγκη, είναι κατάλληλη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και αναγκαία προς τούτο ( 18 ).

60.

Η επίκληση απλώς και μόνον του προσωρινού χαρακτήρα της σχέσης εργασίας δεν αποτελεί αφ’ εαυτής αντικειμενικό λόγο ( 19 ). Η παραδοχή του αντιθέτου θα καθιστούσε άνευ περιεχομένου τους σκοπούς της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας-πλαισίου. Η Επιτροπή αμφισβητεί, ακριβώς βάσει αυτής της συλλογιστικής, τη συνδρομή αντικειμενικών λόγων ( 20 ). Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει αντιθέτως με τις παρατηρήσεις της, όπως έπραξε και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι οι λόγοι αυτοί πρέπει να αναζητηθούν στις εκτιμήσεις που διαμορφώνουν την πολιτική απασχόλησης και δύνανται να δικαιολογήσουν μια διαφορετική μεταχείριση, ιδίως λόγω της μεγαλύτερης ευελιξίας την οποία απαιτεί η αγορά εργασίας ( 21 ). Κατ’ ουσίαν, φαίνεται να αναφέρεται ακριβώς σε ένα γενικό και αφηρημένο κριτήριο το οποίο μπορεί να συνδεθεί με τη διάρκεια της εργασίας.

61.

Κατά τη γνώμη μου, υπό το πρίσμα της μνημονευόμενης νομολογίας και των στοιχείων της δικογραφίας και υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων του αιτούντος δικαστηρίου, δεν μπορούν να γίνουν δεκτά τα επιχειρήματα της Πολωνικής Κυβέρνησης ότι η πρόβλεψη ή μη υποχρέωσης αιτιολόγησης της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου δικαιολογείται από τη διαφορετική κοινωνική και οικονομική λειτουργία των δύο αυτών ειδών συμβάσεων και από την επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής του οικείου κράτους μέλους, δηλαδή την πλήρη και παραγωγική απασχόληση.

Β.   Δεύτερο προδικαστικό ερώτημα

62.

Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν χωρεί επίκληση εκ μέρους των διαδίκων της ρήτρας 4 της προμνημονευθείσας συμφωνίας-πλαισίου στην περίπτωση ένδικης διαφοράς μεταξύ ιδιωτών.

63.

Πρώτον, πρέπει να υπομνησθεί ότι η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης κατοχυρώνει την υπεροχή του δικαίου της Ένωσης έναντι του δικαίου των κρατών μελών και επιβάλλει σε όλες τις αρχές των κρατών μελών την υποχρέωση να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το δε δίκαιο των κρατών μελών δεν μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα που αναγνωρίζεται στους κανόνες αυτούς στο έδαφος των εν λόγω κρατών. Η αρχή αυτή επιβάλλει, μεταξύ άλλων, στα εθνικά δικαστήρια, προκειμένου να διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα του συνόλου των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, να ερμηνεύουν, στο μέτρο του δυνατού, το εσωτερικό τους δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς το δίκαιο της Ένωσης και να παρέχουν στους ιδιώτες τη δυνατότητα να λαμβάνουν αποζημίωση όταν τα δικαιώματά τους θίγονται από παράβαση του δικαίου της Ένωσης καταλογιζόμενη σε κράτος μέλος ( 22 ).

64.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι το εθνικό δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται διαφοράς που έχει ανακύψει αποκλειστικώς μεταξύ ιδιωτών υποχρεούται, όταν εφαρμόζει τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου που έχουν θεσπισθεί με σκοπό τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των υποχρεώσεων που προβλέπει μια οδηγία, να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των κανόνων του εθνικού δικαίου και να τους ερμηνεύει, κατά το μέτρο του δυνατού, υπό το πρίσμα του γράμματος καθώς και του σκοπού της οδηγίας, προκειμένου να καταλήξει σε λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που αυτή επιδιώκει ( 23 ).

65.

Εντούτοις, η αρχή της σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου υπόκειται σε κάποια όρια. Συνεπώς, η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του το περιεχόμενο μιας οδηγίας όταν ερμηνεύει και εφαρμόζει τους οικείους κανόνες του εσωτερικού δικαίου οριοθετείται από τις γενικές αρχές του δικαίου και δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου ( 24 ).

66.

Δεύτερον, επισημαίνεται ότι, σε περίπτωση που είναι αδύνατη η σύμφωνη προς τις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο στο οποίο έχει ανατεθεί, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, η εφαρμογή των κανόνων του εν λόγω δικαίου την υποχρέωση να διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητά τους, αφήνοντας εν ανάγκη αυτεπαγγέλτως ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας, έστω και μεταγενέστερη, χωρίς να υποχρεούται να ζητήσει ή να αναμείνει την προηγούμενη εξαφάνισή της είτε διά της νομοθετικής οδού είτε μέσω οποιασδήποτε άλλης συνταγματικής διαδικασίας ( 25 ).

67.

Πάντως, πρέπει να λαμβάνονται ακόμη υπόψη και άλλα ουσιώδη χαρακτηριστικά του δικαίου της Ένωσης και, ειδικότερα, η φύση και τα έννομα αποτελέσματα των οδηγιών ( 26 ). Μια οδηγία της οποίας οι διατάξεις είναι σαφείς, ακριβείς και απαλλαγμένες αιρέσεων έχει άμεσο αποτέλεσμα έναντι του κράτους, δηλαδή «κάθετο άμεσο αποτέλεσμα» ( 27 ). Εντούτοις, μια οδηγία δεν μπορεί, αφ’ εαυτής, να γεννά υποχρεώσεις εις βάρος ιδιώτη και, επομένως, δεν χωρεί επίκλησή της έναντι αυτού ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ( 28 ). Συγκεκριμένα, δυνάμει του άρθρου 288, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ο δεσμευτικός χαρακτήρας μιας οδηγίας, στον οποίο στηρίζεται η δυνατότητα επικλήσεώς της, υφίσταται μόνον έναντι «κάθε κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται», η δε Ένωση δύναται να επιβάλλει, κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, υποχρεώσεις με άμεσο αποτέλεσμα εις βάρος ιδιωτών μόνο στις περιπτώσεις που της απονέμεται εξουσία εκδόσεως κανονισμών.

68.

Ως εκ τούτου, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ακόμη και αν μια διάταξη οδηγίας είναι σαφής, ακριβής και απαλλαγμένη αιρέσεων, δεν παρέχει στον εθνικό δικαστή τη δυνατότητα να αφήσει ανεφάρμοστη μια αντίθετη προς αυτή διάταξη του εσωτερικού δικαίου, εάν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, επιβάλλεται πρόσθετη υποχρέωση σε ιδιώτη ( 29 ).

69.

Όσον αφορά την υπό κρίση περίπτωση, η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου έχει, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, «κάθετο άμεσο αποτέλεσμα» ( 30 ), αλλά, υπό το πρίσμα της μνημονευόμενης στο προηγούμενο σημείο νομολογίας, δεν μπορεί να έχει «οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα» και, ως εκ τούτου, ο εργαζόμενος δεν μπορεί να αντλήσει από τη συμφωνία-πλαίσιο και από την οδηγία 1999/70 δικαίωμα το οποίο να μπορεί να επικαλεστεί έναντι του εργοδότη του ενώπιον εθνικού δικαστηρίου.

70.

Στο σημείο αυτό πρέπει να εξεταστεί εάν ένα δικαίωμα το οποίο δύναται να προβληθεί έναντι του εργοδότη μπορεί να αντληθεί απευθείας από τον Χάρτη, του οποίου κανόνα εφαρμογής αποτελεί η ρήτρα 4, σημείο 1. Εισερχόμαστε, επομένως, στο ευαίσθητο πεδίο του οριζόντιου άμεσου αποτελέσματος το οποίο έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο, σε περιορισμένες περιπτώσεις, για ορισμένες διατάξεις του Χάρτη. Οι διατάξεις του Χάρτη των οποίων θα μπορούσε να γίνει επίκληση εν προκειμένω είναι το άρθρο 21 (απαγόρευση διακρίσεων), το άρθρο 20 (ισότητα έναντι του νόμου), το άρθρο 30 (δικαίωμα προστασίας έναντι κάθε αδικαιολόγητης απόλυσης) και το άρθρο 47 (δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου).

71.

Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει το οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 21 ( 31 ). Εντούτοις, οι αποφάσεις αυτές του Δικαστηρίου αφορούν λόγους διάκρισης ρητώς διαλαμβανόμενους στη διάταξη αυτή, όπως η ηλικία και η θρησκεία. Το ζήτημα που πρέπει να διευκρινιστεί εν προκειμένω είναι εάν το άρθρο 21 καλύπτει επίσης τη διάκριση μεταξύ εργαζομένων ορισμένου χρόνου και εργαζομένων αορίστου χρόνου, δηλαδή μια διάκριση βασιζόμενη σε ένα κοινωνικό και οικονομικό κριτήριο.

72.

Η πρώτη πτυχή που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι οι συντάκτες του Χάρτη επέλεξαν σκόπιμα ( 32 ) τη μη εξαντλητική απαρίθμηση των λόγων διάκρισης που καλύπτονται από το άρθρο 21, όπως αποδεικνύεται από τη χρήση του όρου «ιδίως», η οποία οδηγεί στην παραδοχή ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και άλλοι λόγοι διάκρισης πέραν των ρητώς διαλαμβανόμενων στο άρθρο αυτό.

73.

Εντούτοις, η παραδοχή ότι η απαρίθμηση των λόγων διάκρισης δεν είναι εξαντλητική δεν σημαίνει ότι πρόκειται για έναν εντελώς αόριστο κατάλογο ο οποίος είναι ανοικτός στους πλέον διαφορετικούς λόγους διάκρισης. Συναφώς, είναι σημαντική η νομοθετική τεχνική που χρησιμοποιήθηκε. Οι συντάκτες του Χάρτη θέσπισαν την απαγόρευση των διακρίσεων για ορισμένους ρητά και ενδεικτικά απαριθμούμενους λόγους διότι προηγείται της απαρίθμησης η λέξη «ιδίως» (στα ιταλικά «in particolare», στα γαλλικά «notamment», στα αγγλικά «such as», στα ισπανικά «en particular», στα γερμανικά «insbesondere»). Η λέξη αυτή καταδεικνύει μεν, αφενός, ότι η απαρίθμηση των λόγων δεν είναι εξαντλητική, αλλά και, αφετέρου, ότι οι ρητά απαριθμούμενοι λόγοι αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα του είδους της διάκρισης που εμπίπτει στο άρθρο 21. Η διάταξη αυτή καλύπτει και άλλους λόγους διάκρισης οι οποίοι είναι παρεμφερείς με τους μνημονευόμενους σε αυτή.

74.

Εξετάζοντας τους ρητώς απαριθμούμενους λόγους, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ευχερώς ότι όλοι αφορούν διακρίσεις οι οποίες θίγουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Οι διακρίσεις λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού συνδέονται, στο σύνολό τους, με την αξία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

75.

Υπό την έννοια αυτή, μπορεί να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 21 του Χάρτη συγκεκριμενοποιεί την έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας με την οποία αρχίζει η απαρίθμηση των αξιών που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αξίες οι οποίες, όπως έχει διευκρινίσει το Δικαστήριο ιδίως όσον αφορά το «κράτος δικαίου» ( 33 ) και την «αλληλεγγύη» ( 34 ), δεν αποτελούν απλές κατευθυντήριες γραμμές πολιτικής φύσεως. Αντιθέτως, έχουν πραγματική νομική ισχύ και εξειδικεύονται σε ορισμένες γενικές αρχές σε επίπεδο πρωτογενούς δικαίου και, στη συνέχεια, σε λεπτομερέστερους κανόνες.

76.

Η αξία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αποτελεί τον πραγματικό θεμελιώδη κανόνα (Grundnorm) του ευρωπαϊκού συνταγματισμού μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο σε αντιδιαστολή προς τη φρίκη των ολοκληρωτικών καθεστώτων τα οποία είχαν αρνηθεί την αναγνώριση οιασδήποτε αξίας του ανθρώπου. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η οποία κατέχει κεντρική θέση στις συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και αποτελεί σταθερά τη βάση της συνταγματικής ταυτότητας της Ένωσης, κατευθύνει την ερμηνεία του πρωτογενούς δικαίου και καθορίζει την ευρεία ισχύ των αρχών στις οποίες εξειδικεύεται, όπως για παράδειγμα η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων. Παράλληλα, όμως, σηματοδοτεί τα όριά τους, παρέχοντας συνταγματική κάλυψη στο οριζόντιο αποτέλεσμα του δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 21, το οποίο συγκεκριμενοποιεί την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, όταν οι λόγοι διάκρισης συνδέονται με προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

77.

Κατά συνέπεια, στους λόγους διάκρισης που καλύπτονται από το άρθρο 21 του Χάρτη δεν μπορεί να περιληφθεί λόγος κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα, όπως ένας λόγος που αφορά το καθεστώς του εργαζομένου ή το είδος της συμβατικής σχέσης που τον συνδέει με τον εργοδότη του.

78.

Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από τρεις περαιτέρω εκτιμήσεις. Πρώτον και πάντοτε όσον αφορά τη νομοθετική τεχνική που χρησιμοποιήθηκε για το άρθρο 21 του Χάρτη, επισημαίνεται ότι το γεγονός ότι η απαρίθμηση των απαγορευμένων λόγων διάκρισης δεν είναι εξαντλητική δεν ισοδυναμεί με θέσπιση «γενικής ρήτρας» ή μιας «αόριστης νομικής έννοιας» (unbestimmter Rechtsbegriff όπως αποκαλείται από τη γερμανική θεωρία) όπως, για παράδειγμα, η «καλή πίστη», η «επείγουσα ανάγκη» και η «δημόσια ασφάλεια», οι οποίες είναι εγγενώς ελαστικές και ευμετάβλητες, καθώς μπορούν να εμπλουτιστούν με νέες σημασίες και να προσαρμοστούν στις αλλαγές της έννομης τάξης και της ίδιας της κοινωνικής συνείδησης. Αντιθέτως, οι συντάκτες του Χάρτη παρέθεσαν ορισμένους λόγους διάκρισης, θεωρώντας ότι καθένας από αυτούς εξειδικεύει («ιδίως») ένα συγκεκριμένο είδος διάκρισης, δηλαδή μια διάκριση η οποία προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

79.

Πρέπει να προστεθεί ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως αποφανθεί ότι δεν έχει την εξουσία να διευρύνει τον κατάλογο των λόγων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 21 του Χάρτη ( 35 ).

80.

Δεύτερον, επισημαίνεται ότι στις «Επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων» διευκρινίζεται ότι το άρθρο 21, «[ε]φόσον συμπίπτει με το άρθρο 14 της [ΕΣΔΑ], εφαρμόζεται σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο». Πάντως, το ΕΔΔΑ, στηριζόμενο στη φράση «κάθε άλλη κατάσταση», έχει επεκτείνει την απαγόρευση των διακρίσεων σε περιπτώσεις στις οποίες η άνιση μεταχείριση βασίζεται στην ταυτότητα φύλου ( 36 ), καθώς και στον σεξουαλικό προσανατολισμό ( 37 ), στην αναπηρία ( 38 ) και, τέλος, στην ηλικία ( 39 ), παράγοντες οι οποίοι, στο σύνολό τους, αφορούν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και είναι οι μόνοι που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης από το ΕΔΔΑ.

81.

Τέλος, είναι χρήσιμο να υπομνησθεί ότι η νομολογία του Δικαστηρίου έχει ερμηνεύσει το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78 υπό την έννοια ότι δεν αφορά τις διακρίσεις βάσει του είδους του επαγγέλματος ( 40 ).

82.

Αποκλειομένης της δυνατότητας εφαρμογής εν προκειμένω του άρθρου 21 του Χάρτη, θα εξετάσω τώρα αν είναι ενδεχομένως δυνατή η επίκληση του άρθρου 20. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι η αρχή της ισότητας εφαρμόζεται, όσον αφορά τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου, από την οδηγία 1999/70 και ιδίως από τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου ( 41 ). Εντούτοις, δεν υφίστανται αποφάσεις του Δικαστηρίου από τις οποίες να προκύπτει το οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα του εν λόγω άρθρου. Κατά τη γνώμη μου, μια τέτοια ερμηνεία του άρθρου 20 πρέπει να αποκλειστεί.

83.

Μια διάταξη του Χάρτη έχει οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα εάν έχει επιτακτικό και ανεπιφύλακτο χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο απέκλεισε το οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα όταν μια διάταξη, όπως για παράδειγμα το άρθρο 27, παραπέμπει στις περιπτώσεις και στις προϋποθέσεις που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές ( 42 ).

84.

Με μια προσεκτικότερη εξέταση, και το άρθρο 20, μολονότι δεν παραπέμπει ρητά στο δίκαιο της Ένωσης και στις εθνικές νομοθεσίες, δεν έχει ανεπιφύλακτο και επιτακτικό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, τα χαρακτηριστικά αυτά προϋποθέτουν ότι από τη διάταξη απορρέει ένα δικαίωμα για τον ιδιώτη στο οποίο αντιστοιχεί συγκεκριμένη υποχρέωση άλλου ιδιώτη. Αυτό σημαίνει ότι από τον Χάρτη μπορεί να συναχθεί απευθείας τόσο το περιεχόμενο του δικαιώματος όσο και το περιεχόμενο της αντίστοιχης υποχρέωσης, χωρίς να απαιτείται η παρεμβολή άλλων νομοθετικών πράξεων.

85.

Στην περίπτωση του άρθρου 21 και του άρθρου 31, παράγραφος 2, το οποίο αφορά το δικαίωμα άδειας μετ’ αποδοχών, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στις δύο προαναφερθείσες διατάξεις, ο ιδιώτης είναι κάτοχος δικαιώματος με συγκεκριμένο περιεχόμενο στο οποίο αντιστοιχεί υποχρέωση άλλου ιδιώτη με εξίσου συγκεκριμένο περιεχόμενο ( 43 ).

86.

Το άρθρο 20, αντιθέτως προς τις διατάξεις στις οποίες το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα, έχει «ανοικτή δομή», η οποία εμποδίζει την απευθείας συναγωγή δικαιώματος και αντίστοιχης νομικής υποχρέωσης με καθορισμένο περιεχόμενο, ανεξαρτήτως της παρεμβολής νομοθετικής πράξης.

87.

Συγκεκριμένα, εάν ένας ιδιώτης προβάλλει ότι, καίτοι βρίσκεται σε διαφορετική κατάσταση σε σχέση με άλλον ιδιώτη, ο νόμος τον υποβάλλει στην ίδια μεταχείριση με το πρόσωπο αυτό και, για τον λόγο αυτό, αξιώνει διαφορετική μεταχείριση, το ακριβές περιεχόμενο της εν λόγω μεταχείρισης δεν μπορεί να συναχθεί από τον Χάρτη και, ως εκ τούτου, η αντίστοιχη υποχρέωση του άλλου ιδιώτη παραμένει επίσης απροσδιόριστη. Στις περιπτώσεις αυτές, εάν διαπιστωθεί ότι η (εθνική ή ενωσιακή) νομοθετική πράξη αντίκειται στην αρχή της ισότητας, ο εθνικός ή ο Ευρωπαίος νομοθέτης υποχρεούται να προσαρμόσει τη σχετική νομοθεσία έχοντας ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο περιθώριο επιλογής ( 44 ).

88.

Στην αντίστροφη περίπτωση επίσης, κατά την οποία ένας ιδιώτης προβάλλει ότι έτυχε άνισης μεταχείρισης μολονότι υφίστανται παρεμφερείς καταστάσεις, πρέπει να σημειωθεί ότι τα αποτελέσματα της συγκριτικής εξέτασης δεν είναι αυτόματα και αδιαμφισβήτητα. Πράγματι, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με βεβαιότητα και αυτομάτως ένα αντικειμενικό κριτήριο ή μια νομική θεωρία που να καθορίζει με συνέπεια τις περιπτώσεις στις οποίες οι καταστάσεις θεωρούνται παρεμφερείς. Τούτο επισήμανε και η γενική εισαγγελέας E. Sharpston, σημειώνοντας ότι: «καθίσταται σαφές ότι τα κριτήρια των σχετικών ομοιοτήτων και διαφορών ποικίλλουν αναλόγως της θεμελιώδους οπτικής περί ηθικής ορισμένου προσώπου ή ορισμένης κοινωνίας» ( 45 ). Η γενική εισαγγελέας αναγνώρισε απερίφραστα ότι η αντίληψή μας περί του τι συνιστά σημαντική ή μη διαφορά εξαρτάται από μια σειρά αξιολογικών κρίσεων οι οποίες συνδέονται με το εκάστοτε πολιτισμικό και ιστορικό πλαίσιο.

89.

Αυτή η ρευστότητα δεν καθιστά πάντοτε εύκολη την πρόβλεψη του τρόπου διεξαγωγής της συγκριτικής εξέτασης σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Επομένως, όταν διακυβεύεται η αρχή της ισότητας, δεν είναι δυνατόν να συναχθεί απευθείας από το άρθρο 20 του Χάρτη το συγκεκριμένο περιεχόμενο του δικαιώματος που επικαλείται ο ιδιώτης, ούτε το περιεχόμενο της αντίστοιχης υποχρέωσης άλλου ιδιώτη ο οποίος έχει συνάψει έννομη σχέση με τον πρώτο, ανεξαρτήτως της παρεμβολής νομοθετικής πράξης.

90.

Εντελώς διαφορετική είναι η περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 21, στο οποίο εκτίθενται οι λόγοι διαφοροποίησης για τους οποίους η διάκριση θίγει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και, ως εκ τούτου, απαγορεύεται από το πρωτογενές δίκαιο, με αποτέλεσμα το θιγόμενο πρόσωπο να μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμά του για εξάλειψη της διάκρισης που βασίζεται στους ανωτέρω λόγους και για επέκταση της ευνοϊκότερης μεταχείρισης και στην περίπτωσή του.

91.

Εξάλλου, εάν η αδικαιολόγητη διαφορετική μεταχείριση ενός ιδιώτη αρκούσε προκειμένου να μπορεί αυτός να επικαλεστεί, στους τομείς στους οποίους εφαρμόζεται ο Χάρτης, το άρθρο 20 έναντι άλλου ιδιώτη, το άρθρο 21 θα καθίστατο, κατ’ ουσίαν, άνευ περιεχομένου. Πράγματι, το άρθρο αυτό, όπως προαναφέρθηκε, έχει οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα μόνο στην περίπτωση διακρίσεων για λόγους συνδεόμενους με τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας όπως, ιδίως, οι ρητώς μνημονευόμενοι στη διάταξη αυτή, και όχι σε κάθε περίπτωση διάκρισης.

92.

Όσον αφορά το δικαίωμα προστασίας έναντι αδικαιολόγητης απόλυσης, ούτε το άρθρο 30 μπορεί να έχει άμεσο αποτέλεσμα, δεδομένου ότι η εφαρμογή του εξαρτάται από τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές ( 46 ). Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 30 σε συνδυασμό με την ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου.

93.

Όπως είναι γνωστό και έχει διευκρινιστεί από το Δικαστήριο αναφορικά με το άρθρο 27 του Χάρτη, το οποίο έχει σχεδόν πανομοιότυπη δομή με εκείνη του άρθρου 30, υπενθυμίζεται ότι από πάγια νομολογία προκύπτει ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην έννομη τάξη της Ένωσης μπορούν να εφαρμόζονται σε όλες τις καταστάσεις που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης ( 47 ).

94.

Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου η οποία προσαρτάται στην οδηγία 1999/70 δεν συνιστά εφαρμογή του άρθρου 30 του Χάρτη και καμία διάταξη του δευτερογενούς δικαίου της Ένωσης δεν ρυθμίζει τα ζητήματα που αφορούν την υποχρέωση αιτιολόγησης της απόλυσης του εργαζομένου κατά το χρονικό σημείο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.

95.

Η υποχρέωση αιτιολόγησης της απόλυσης του εργαζομένου κατά το χρονικό σημείο καταγγελίας της σύμβασης και στην περίπτωση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να συναχθεί, ως άμεσα εφαρμοστέος κανόνας δικαίου, από το γράμμα του άρθρου 30 και, ως εκ τούτου, επαναλαμβάνοντας τη ρήση του Δικαστηρίου η οποία φαίνεται ότι ισχύει απόλυτα στην προκείμενη περίπτωση, εκτιμώ ότι «οι περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης διαφέρουν από εκείνες που έδωσαν λαβή για την έκδοση της […] αποφάσεως Kücükdeveci [στην υπόθεση C-555/07], στο μέτρο που η επίμαχη στην υπόθεση εκείνη και κατοχυρούμενη στο άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας είναι αφεαυτής ικανή να απονείμει στους ιδιώτες δικαίωμα δυνάμενο να προβληθεί ως τέτοιο» ( 48 ).

96.

Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να γίνει επίκληση του άρθρου 30 του Χάρτη αυτού καθεαυτό σε διαφορά όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, προκειμένου να κριθεί ότι δεν πρέπει να εφαρμοσθεί η εθνική διάταξη που ενδεχομένως αντίκειται στην οδηγία 1999/70.

97.

Εάν γίνει δεκτό ότι εν προκειμένω δεν είναι δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 21, του άρθρου 20, ή του άρθρου 30 του Χάρτη, τότε δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής ούτε το άρθρο 47 του Χάρτη.

98.

Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει το οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 47. Όμως –πρέπει να υπογραμμιστεί– ότι το εν λόγω οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα αναγνωρίστηκε πάντοτε σε συνδυασμό με άλλα δικαιώματα αντιτάξιμα έναντι ιδιώτη. Ειδικότερα, η απόφαση Egenberger αναγνώρισε οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα στο άρθρο 47, αλλά το άρθρο αυτό εφαρμόστηκε σε συνδυασμό με τη γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 21 του Χάρτη και εξειδικεύεται στην οδηγία 2000/78 ( 49 ). Η εφαρμογή στην υπόθεση εκείνη του άρθρου 47 σε συνδυασμό με άλλη διάταξη του Χάρτη έχουσα οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα επιβάλλεται από την κανονιστική δομή του άρθρου 47. Συγκεκριμένα, το άρθρο αυτό αναγνωρίζει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής σε κάθε πρόσωπο «του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης».

99.

Επομένως, η εφαρμογή του άρθρου 47 του Χάρτη προϋποθέτει ότι ο ιδιώτης είναι κάτοχος δικαιώματος ή ελευθερίας που κατοχυρώνεται από το δίκαιο της Ένωσης, το οποίο δικαίωμα ή την οποία ελευθερία δύναται να επικαλεστεί ενώπιον δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο, όταν εξετάζει εάν χωρεί επίκληση της εν λόγω διάταξης, ελέγχει εάν υφίσταται διάταξη του ουσιαστικού δικαίου η οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, απονέμει στον διάδικο δικαιώματα τα οποία αυτός δύναται να επικαλεστεί ενώπιον δικαστηρίου ( 50 ).

100.

Τούτο σημαίνει όχι μόνον ότι η επίμαχη κατάσταση πρέπει να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Χάρτη –δεδομένου ότι, άλλως, ο Χάρτης, στο σύνολό του, δεν θα είχε εφαρμογή– αλλά και ότι ο συγκεκριμένος διάδικος πρέπει να έχει συγκεκριμένο δικαίωμα ή ελευθερία που προστατεύεται από το δίκαιο της Ένωσης ( 51 ).

101.

Το εν λόγω ζήτημα δεν τέθηκε στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις DI, Bauer και Willmeroth, καθώς και Cresco Investigation ( 52 ), διότι τα άρθρα 21 και 31 του Χάρτη, τα οποία εξειδικεύονται στις αντίστοιχες οδηγίες, παρείχαν ουσιαστικά δικαιώματα στους διαδίκους και δεν έγινε επίκληση του άρθρου 47 του Χάρτη. Επισημαίνω επίσης ότι μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη ( 53 ).

102.

Η προϋπόθεση για την οποία γίνεται λόγος στα προηγούμενα σημεία δεν συντρέχει εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο εργαζόμενος δεν αντλεί από τη συμφωνία-πλαίσιο δικαίωμα έναντι του εργοδότη, ούτε μπορεί να αντλήσει τέτοιο δικαίωμα από το άρθρο 20 ή από το άρθρο 21 του Χάρτη.

IV. Πρόταση

103.

Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Sąd Rejonowy dla Krakowa – Nowej Huty w Krakowie (πρωτοδικείου Κρακοβίας – Nowa Huta, Κρακοβία, Πολωνία) ως εξής:

«Το άρθρο 1 της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, καθώς και οι ρήτρες 1 και 4 της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου έχουν την έννοια ότι:

δεν αντιτίθενται σε ρύθμιση του εθνικού δικαίου η οποία επιβάλλει στον εργοδότη την υποχρέωση να αιτιολογεί γραπτώς την απόφαση περί καταγγελίας σύμβασης εργασίας μόνο στην περίπτωση συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, υπό την προϋπόθεση ότι το εθνικό δικαστήριο διαπιστώνει, εκτιμώντας ότι είναι δυνατή η σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία των εθνικών διατάξεων, ότι διασφαλίζεται ο δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας του λόγου της καταγγελίας συμβάσεων ορισμένου χρόνου και ότι ο εργαζόμενος ορισμένου χρόνου μπορεί να τύχει αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας υπό το πρίσμα των ανωτέρω κριτηρίων.

Στην περίπτωση ένδικης διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, δεν είναι δυνατή η εκ μέρους τους επίκληση της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου.»


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.

( 2 ) Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (ΕΕ 1999, L 175, σ. 43 έως 48) (στο εξής: οδηγία 1999/70).

( 3 ) Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου η οποία προσαρτάται στην οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (ΕΕ 1999, L 175, σ. 45 έως 48).

( 4 ) Συγκεκριμένα, το άρθρο 30, παράγραφος 4, του πολωνικού Εργατικού Κώδικα προβλέπει ότι ο εργοδότης υποχρεούται να αιτιολογεί την απόλυση μόνο στην περίπτωση συμβάσεων αορίστου χρόνου.

( 5 ) Δεδομένου ότι οι κανόνες του Εργατικού Κώδικα διέκριναν μεταξύ των εργαζομένων που είχαν προσληφθεί με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και εκείνων που είχαν προσληφθεί με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου όσον αφορά την υποχρέωση αιτιολόγησης της καταγγελίας, η μη αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόλυσης δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθεί ότι συνιστά διάκριση.

( 6 ) Η κοινωνική και οικονομική λειτουργία της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου συνίσταται, κατά κανόνα, στην αντιμετώπιση προσωρινών καταστάσεων, όπως η υλοποίηση ενός αμιγώς πρόσκαιρου επιχειρησιακού έργου ή η αντικατάσταση άλλου εργαζομένου λόγω ασθένειας ή μητρότητας.

( 7 ) Βλ. αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 2018, Grupo Norte Facility (C‑574/16, EU:C:2018:390, σκέψη 41), και της 25ης Ιουλίου 2018, Vernaza Ayovi (C‑96/17, EU:C:2018:603, σκέψη 27).

( 8 ) Βλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2018, Grupo Norte Facility (C‑574/16, EU:C:2018:390, σκέψεις 42, 44 και 45).

( 9 ) Βλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2018, Grupo Norte Facility (C‑574/16, EU:C:2018:390, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 10 ) Βλ. αποφάσεις της 17ης Απριλίου 1997, EARL de Kerlast (C‑15/95, EU:C:1997:196, σκέψη 35), της 13ης Απριλίου 2000, Karlsson κ.λπ. (C‑292/97, EU:C:2000:202, σκέψη 39), της 6ης Μαρτίου 2003, Niemann (C‑14/01, EU:C:2003:128, σκέψη 49), της 30ής Μαρτίου 2006, Ισπανία κατά Συμβουλίου (C‑87/03 και C‑100/03, EU:C:2006:207, σκέψη 48), της 11ης Ιουλίου 2006, Franz Egenberger (C‑313/04, EU:C:2006:454, σκέψη 33), της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Vega González (C‑158/16, EU:C:2017:1014), σκέψη 42), της 5ης Ιουνίου 2018, Grupo Norte Facility (C‑574/16, EU:C:2018:390, σκέψη 46), και της 5ης Ιουνίου 2018, Montero Mateos (C‑677/16, EU:C:2018:393, σκέψη 49).

( 11 ) Απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2012, Valenza (C‑302/11 έως C‑305/11, EU:C:2012:646, σκέψη 40).

( 12 ) Κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον οι ενδιαφερόμενοι εκτελούν πανομοιότυπη ή παρόμοια εργασία υπό την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου, πρέπει, κατ’ εφαρμογήν της ρήτρας 3, σημείο 2, και της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, να εξετασθεί εάν, λαμβανομένου υπόψη ενός συνόλου παραγόντων, όπως η φύση της εργασίας, η απαιτούμενη κατάρτιση και οι όροι εργασίας, τα πρόσωπα αυτά είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως τελούντα σε συγκρίσιμη κατάσταση· βλ. διάταξη της 18ης Μαΐου 2022, Ministero dell’istruzione (Ηλεκτρονική κάρτα) (C‑450/21, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2022:411, σκέψη 41).

( 13 ) Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, σημείο 34.

( 14 ) Παρατηρήσεις της Δημοκρατίας της Πολωνίας, σημείο 31.

( 15 ) Πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζήτησης, σ. 2, και γραπτές παρατηρήσεις, σημείο 23.

( 16 ) Παρατηρήσεις της Δημοκρατίας της Πολωνίας, σημείο 25.

( 17 ) Γραπτές παρατηρήσεις, σημείο 32· καίτοι στη συνέχεια, απαντώντας στα ερωτήματα, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εθνική ρύθμιση δεν είναι σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης.

( 18 ) Τα εν λόγω στοιχεία μπορούν να ανάγονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί συμβάσεις ορισμένου χρόνου και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους· βλ. διάταξη της 18ης Μαΐου 2022, Ministero dell’istruzione (Ηλεκτρονική κάρτα) (C‑450/21, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2022:411, σκέψη 45)· διάταξη της 22ας Μαρτίου 2018, Centeno Meléndez (C‑315/17, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:207, σκέψη 65).

( 19 ) Βλ. διάταξη της 22ας Μαρτίου 2018, Centeno Meléndez (C‑315/17, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:207, σκέψη 63).

( 20 ) Βλ. παρατηρήσεις της Επιτροπής, σημείο 24, όπου διευκρινίζεται ότι «η διαφορετική μεταχείριση, όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, μεταξύ εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου και εργαζομένων με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει ενός κριτηρίου το οποίο, κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, αφορά τη διάρκεια της απασχολήσεως. Η παραδοχή ότι ο προσωρινός χαρακτήρας και μόνο της σχέσεως εργασίας αρκεί προς δικαιολόγηση μιας τέτοιας διαφορετικής μεταχειρίσεως θα καθιστούσε άνευ περιεχομένου τους σκοπούς της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας-πλαισίου. Αντί να βελτιώσει την ποιότητα της εργασίας ορισμένου χρόνου και να προαγάγει την ίση μεταχείριση την οποία επιδιώκουν η οδηγία 1999/70 και η συμφωνία-πλαίσιο, η προσφυγή στο κριτήριο αυτό θα διαιώνιζε μια δυσμενή κατάσταση για τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου» (βλ. διάταξη της 9ης Φεβρουαρίου 2012 στην υπόθεση C‑556/11, Lorenzo Martínez, μη δημοσιευθείσα, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 21 ) Παρατηρήσεις της Δημοκρατίας της Πολωνίας, σημείο 10.

( 22 ) Βλ. αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 2019, Popławski (C‑573/17, EU:C:2019:530, σκέψεις 53, 54 και 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 18ης Ιανουαρίου 2022, Thelen Technopark Berlin (C‑261/20, EU:C:2022:33, σκέψεις 25 και 26).

( 23 ) Βλ. αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 2014, Association de médiation sociale (C‑176/12, EU:C:2014:2, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 4ης Ιουνίου 2015, Faber (C‑497/13, EU:C:2015:357, σκέψη 33).

( 24 ) Πρβλ. αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 2014, Association de médiation sociale (C‑176/12, EU:C:2014:2, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 13ης Δεκεμβρίου 2018, Hein (C‑385/17, EU:C:2018:1018, σκέψη 51).

( 25 ) Πρβλ. απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Popławski (C‑573/17, EU:C:2019:530, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 26 ) Πρβλ. απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Popławski (C‑573/17, EU:C:2019:530, σκέψη 59).

( 27 ) Βλ. αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 1995, Francovich (C‑479/93, EU:C:1995:372, σκέψη 11), της 11ης Ιουλίου 2002, Marks & Spencer (C‑62/00, EU:C:2002:435, σκέψη 25), και της 5ης Οκτωβρίου 2004, Pfeiffer κ.λπ. (C‑397/01 έως C‑403/01, EU:C:2004:584, σκέψη 103).

( 28 ) Βλ. αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1986, Marshall (152/84, EU:C:1986:84, σκέψη 48), της 14ης Ιουλίου 1994, Faccini Dori (C‑91/92, EU:C:1994:292, σκέψη 20), της 5ης Οκτωβρίου 2004, Pfeiffer κ.λπ. (C‑397/01 έως C‑403/01, EU:C:2004:584, σκέψεις 108 και 109), της 24ης Ιανουαρίου 2012, Dominguez (C‑282/10, EU:C:2012:33, σκέψη 42), της 15ης Ιανουαρίου 2014, Association de médiation sociale (C‑176/12, EU:C:2014:2, σκέψη 36), και της 7ης Αυγούστου 2018, Smith (C‑122/17, EU:C:2018:631, σκέψη 43).

( 29 ) Βλ. αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 2019, Popławski (C‑573/17, EU:C:2019:530), και της 18ης Ιανουαρίου 2022, Thelen Technopark Berlin (C‑261/20, EU:C:2022:33, σκέψεις 31, 32 και 33).

( 30 ) Βλ. απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, Impact (C‑268/06, EU:C:2008:223, σκέψη 68).

( 31 ) Βλ. αποφάσεις της 17ης Απριλίου 2018, Egenberger (C‑414/16, EU:C:2018:257), της 6ης Νοεμβρίου 2018, Max-Planck-Gesellschaft zur Förderung der Wissenschaften (C‑684/16, EU:C:2018:874), της 22ας Ιανουαρίου 2019, Cresco Investigation (C‑193/17, EU:C:2019:43), και της 19ης Απριλίου 2016, DI (C‑441/14, EU:C:2016:278).

( 32 ) Αντιπρβλ. εξαντλητικό κατάλογο των λόγων που παρατίθενται στο άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ 2000, L 303, σ. 16).

( 33 ) Βλ. αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑156/21, EU:C:2022:97, σκέψεις 136 και 232), και της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑157/21, EU:C:2022:98, σκέψεις 145 και 264).

( 34 ) Βλ. απόφαση της 15ης Ιουλίου 2021, Γερμανία κατά Επιτροπής (C‑848/19 P, EU:C:2021:598, σκέψεις 43, 45 και 49).

( 35 ) Βλ. αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2006, Chacón Navas (C‑13/05, EU:C:2006:456, σκέψη 56), της 17ης Ιουλίου 2008, Coleman (C‑303/06, EU:C:2008:415, σκέψη 46), της 7ης Ιουλίου 2011, Agafiţei κ.λπ. (C‑310/10, EU:C:2011:467), και της 9ης Μαρτίου 2017, Milkova (C‑406/15, EU:C:2017:1989).

( 36 ) Απόφαση του ΕΔΔΑ της 12ης Μαΐου 2015, Identoba κ.λπ. κατά Γεωργίας (CE:ECHR:2015:0512JUD007323512, § 96).

( 37 ) Απόφαση του ΕΔΔΑ της 26ης Φεβρουαρίου 2002, Fretté κατά Γαλλίας (CE:ECHR:2002:0226JUD003651597, § 32).

( 38 ) Απόφαση του ΕΔΔΑ της 30ής Απριλίου 2009, Glor κατά Ελβετίας (CE:ECHR:2009:0430JUD001344404), και της 22ας Μαρτίου 2016, Guberina κατά Κροατίας (CE:ECHR:2016:0322JUD002368213).

( 39 ) Απόφαση του ΕΔΔΑ της 10ης Ιουνίου 2010, Schwizgebel κατά Ελβετίας (CE:ECHR:2010:0610JUD002576207).

( 40 ) Βλ. απόφαση της 13ης Ιουνίου 2017, Florescu κ.λπ. (C‑258/14, EU:C:2017:448, σκέψη 63).

( 41 ) Βλ. απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Vernaza Ayovi (C‑96/17, EU:C:2018:603, σκέψη 20).

( 42 ) Βλ. απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2014, Association de médiation sociale (C‑176/12, EU:C:2014:2, σκέψεις 45 και 49).

( 43 ) Βλ. απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2018, Max-Planck-Gesellschaft zur Förderung der Wissenschaften (C‑684/16, EU:C:2018:874, σκέψη 79).

( 44 ) Βλ. απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2010, Χατζή (C‑149/10, EU:C:2010:534, σκέψεις 68 και 71).

( 45 ) Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στην υπόθεση Bartsch (C‑427/06, EU:C:2008:297, σημείο 44).

( 46 ) Το άρθρο 30 του Χάρτη απονέμει στον εργαζόμενο το «[…] δικαίωμα προστασίας έναντι κάθε αδικαιολόγητης απόλυσης, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές».

( 47 ) Βλ. απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2014, Association de médiation sociale (C‑176/12, EU:C:2014:2, σκέψη 42).

( 48 ) Βλ. απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2014, Association de médiation sociale (C‑176/12, EU:C:2014:2, σκέψη 47).

( 49 ) Βλ. απόφαση της 17ης Απριλίου 2018, Egenberger (C‑414/16, EU:C:2018:257, σκέψεις 75 έως 77).

( 50 ) Βλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Άρνηση αναδοχής ασυνόδευτου Αιγύπτιου ανηλίκου) (C‑19/21, EU:C:2022:605, σκέψη 50).

( 51 ) Βλ. προτάσεις της 7ης Απριλίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Άρνηση αναδοχής ασυνόδευτου Αιγύπτιου ανηλίκου) (C‑19/21, EU:C:2022:279, σημείο 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 52 ) Βλ. αποφάσεις της 19ης Απριλίου 2016, DI (C‑441/14, EU:C:2016:278), της 6ης Νοεμβρίου 2018, Bauer και Willmeroth (C‑569/16 και C‑570/16, EU:C:2018:871), και της 22ας Ιανουαρίου 2019, Cresco Investigation (C‑193/17, EU:C:2019:43).

( 53 ) Βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, État luxembourgeois (Δικαίωμα προσφυγής κατά αιτήματος παροχής πληροφοριών σε φορολογικά θέματα) (C‑245/19 και C‑246/19, EU:C:2020:795, σκέψη 60).